Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μεταθανάτιος ζωή

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-3 «Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πραγματικὰ στὸν Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωὴ προετοιμάζονται γιὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Λουκᾶ
 Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονoς πλουσίου
 
(Λουκ. ιβ´ 16-21)
[Γ´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 84-89
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ἐπεξ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

Α´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-1 «Ὁ πλούσιος αὐτὸς στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας κλέφτης». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

Β´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-2 «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου: Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἔκφραση γιὰ τὸν καταστροφικὸ θρίαμβο τοῦ σώματος κατὰ τῆς ψυχῆς». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

.           Ὁ ἁμαρτωλὸς δημιουργεῖ διπλῆ ἀπώλεια μὲ τὸν ξαφνικό του θάνατο: πρῶτα στὸν ἑαυτό του κι ἔπειτα στὴν οἰκογένειά του. Στὸν ἑαυτό του, ἐπειδὴ πεθαίνει ἀμετανόητος. Στὴν οἰκογένειά του, ἐπειδὴ αἰφνιδιάζει τοὺς συγγενεῖς του μ’ ἕνα ἀναπάντεχο χτύπημα κι ἀφήνει πίσω του ἐκκρεμότητες. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προτοῦ πεθάνει δοκιμάζεται ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἀπὸ τὸν πόνο. Σ’ αὐτὸν δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ κάνει μία ἀνασκόπηση τῆς ζωῆς του, νὰ ἐξετάσει τὶς ἁμαρτίες του, νὰ μετανοήσει γιὰ ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ἔχει κάνει, γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ δὲν ἔκανε, νὰ θρηνήσει μὲ μετάνοια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νὰ καθαρίσει τὴν ψυχή του μὲ δάκρυα καὶ νὰ ζητήσει συχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Θά ᾽χει τὴν εὐκαιρία νὰ συγχωρέσει κι αὐτὸς ἐκείνους ποὺ τὸν προσέβαλαν, ποὺ τὸν ἔβλαψαν στὴ ζωή του, νὰ χαιρετήσει ὅλους τοὺς φίλους ἢ ἐχθρούς του, νὰ θυμήσει στὰ παιδιά του τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, νά ᾽χουν στὸ νοῦ τὴν ὥρα τοῦ δικοῦ τους θανάτου καὶ νὰ ὁπλίσουν τὴν ψυχή τους μὲ πίστη, προσευχὴ καὶ καλὰ ἔργα.
.           Ἂς δοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πς πέθαναν ο νθρωποι πο εαρέστησαν στὸν Θεό: βραάμ, σαάκ, ακώβ, ωσήφ, Μωυσς κι Δαβίδ. Προτο πεθάνουν, λοι τους εχαν ρρωστήσει. σο κράτησε ρρώστια τους, τ νομα το Θεο δν λειπε π τ χείλη τους. φησαν λοι καλ κληρονομι στος πογόνους τους κα τος ελόγησαν. Αὐτὸς εἶναι θάνατος δίκαιου ἀνθρώπου.
.           Ἴσως διερωτηθεῖς: Μὰ δὲν πέθαναν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δίκαιους στὴ μάχη, ἀπροετοίμαστοι; Ὄχι! Οἱ δίκαιοι ποτὲ δὲν πεθαίνουν ἀπροετοίμαστοι! Προετοιμάζονται πάντα γιὰ τὸν θάνατό τους, περιμένουν ἀπὸ μέρα σὲ μέρα τὴν ἀναχώρησή τους ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Ἡ καρδιά τους βρίσκεται σὲ διαρκῆ μετάνοια, ἐξομολογοῦνται στὸν Θεὸ καὶ τὸν δοξολογοῦν. Οἱ δίκαιοι τὸ κάνουν αὐτὸ σὲ καιροὺς εἰρήνης καὶ εὐμάρειας. Τὸ κάνουν ὅμως πολὺ περισσότερο σὲ περιόδους πολέμου, βίας καὶ ταραχῶν. Ἡ ζωή τους ὁλόκληρη εἶναι μία διαρκὴς προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο κι ἔτσι δὲν πεθαίνουν ποτὲ ἀπροετοίμαστοι.
.           Προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο σημαίνει ἐπίσης τὸ «νὰ πλουτίζει κανεὶς ἐν Χριστῷ». Μόνο κενοι πο πιστεύουν πραγματικ στὸν Θε κα στ μέλλουσα ζω προετοιμάζονται γι τὸν θάνατο, γι τν αώνια ζωή. Ο πιστοι δν προετοιμάζονται ποτ γι τὸν θάνατο. Τὸ μόνο ποὺ φροντίζουν, εἶναι νὰ ζήσουν ὅσο γίνεται περισσότερο στὴ γῆ. Φοβοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ σκεφτοῦν τὸν θάνατο καὶ κάνουν ἐλάχιστη προσπάθεια γιὰ «νὰ πλουτίσουν ἐν Χριστῷ». Ὅποιος προετοιμάζεται γιὰ τὸν θάνατο, προετοιμάζεται καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Τὴ φύση τῆς προετοιμασίας αὐτῆς γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, τὴ γνωρίζει κάθε χριστιανός.
.           συνετς νθρωπος δοκιμάζει κάθε μέρα τν πίστη του στὸν Θεό, προφυλάσσει τν καρδιά του π τν πιστία, τν μφιβολία κα τν κακία, πως συνετς γρότης προφυλάσσει τ μπέλι του π τ ντομα κα τς κρίδες. Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος δοκιμάζει καθημερινὰ τὸν ἑαυτό του ἂν τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μὲ πράξεις συγγνώμης, ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο «πλουτίζει ἐν Χριστῷ». Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος δὲν ἀποθηκεύει τὰ ἀγαθά του σὲ ἀποθῆκες, ἀλλὰ τὰ ἐμπιστεύεται στὴ φύλαξη τοῦ Θεοῦ. Τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα γι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ψυχή του. Εἶναι ὁ μεγαλύτερος θησαυρός του, τὸ μόνο ποὺ δὲν φθείρεται καὶ δὲν πεθαίνει. Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος ρυθμίζει τὰ θέματά του μὲ τὸν κόσμο ἰσορροπημένα, καθημερινά. Εἶναι ἕτοιμος κάθε στιγμὴ νὰ πεθάνει μὲ σταθερὴ τὴν πίστη πὼς θὰ παρουσιαστεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ κεῖ τὸν περιμένει ζωὴ αἰώνια. Ὁ ὅσιος Ἀντώνιος ἔλεγε: «Νὰ σκέφτεσαι μέσα σου καὶ νὰ λές: “Σήμερα εἶναι ἡ τελευταία μέρα τῆς ζωῆς μου”. Ἔτσι δὲν θ’ ἁμαρτήσεις ποτὲ στὸν Θεό».
.           Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ πεῖς: «Καλύτερα νὰ πεθάνω ξαφνικά, νὰ μὴ νιώσω τὸν θάνατό μου!». Ἔτσι μιλᾶνε οἱ ἐλαφρόμυαλοι κι οἱ ἄθεοι. συνετς κι φοσιωμένος πιστς λέει: «Γενηθήτω τ θέλημα το Θεο Καλύτερα νὰ μείνεις χρόνια στὸ κρεβάτι μὲ ἀρρώστιες καὶ πόνους, παρὰ νὰ πεθάνεις ἀπροετοίμαστος κι ἀμετανόητος. Οἱ πόνοι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο περνοῦν γρήγορα, ὅπως κι οἱ χαρές. Στὸν ἄλλο κόσμο ὅμως δὲν ὑπάρχει τίποτα ἐφήμερο καὶ παροδικό. Ὅλα εἶναι αἰώνια, εἴτε βάσανα εἴτε χαρά. Γι’ αὐτὸ εἶναι καλύτερα νὰ ὑποφέρεις λίγο ἐδῶ παρὰ ἐκεῖ, ὅπου τὸ μέτρο τόσο τοῦ πόνου ὅσο καὶ τῆς χαρᾶς εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερο.
.           Γενηθήτω τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Προσευχόμαστε στὸν παντεπόπτη Θεό μας νὰ μὴ μᾶς στείλει ξαφνικὸ θάνατο, ἐνῶ βρισκόμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία, στὶς κακές μας πράξεις, ἀλλὰ νὰ μᾶς λυπηθεῖ, ὅπως λυπήθηκε τὸ βασιλιὰ Ἐζεκία (βλ. Ἡσ. ΛΗ´ 1-5) καὶ νὰ μᾶς δώσει χρόνο μετανοίας. Νὰ μᾶς ἐλεήσει καὶ νὰ μᾶς δώσει κάποια ἔνδειξη ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κοντά, ὥστε νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε κάπως καλύτερα καὶ νὰ γλιτώσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὸ «αἰώνιο πῦρ». Ἔτσι τὰ ὀνόματά μας θὰ γραφτοῦν στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς καὶ τὰ πρόσωπά μας θὰ εἶναι ὁρατὰ στὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.
.             Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ Χῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΛΟΓΟΣ (Ἁγ. Ἀναστασίου Σιναΐτου, τῷ Σαββάτῳ τῶν Ψυχῶν γ´)

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΙΝΑ

Ες κοιμηθέντας ν Χριστ δελφος Λόγος τρίτος,
ναγινωσκόμενος τ Σαββάτ τν Ψυχν

(κ το λληνικο Τυπογραφείου, ν Βενετί 1865)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ:https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/22/λόγος-εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδ-α/
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/02/25/λόγος-εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδε/

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

.          Ἀλλὰ οὐδεὶς ταῦτα εἶδεν, ὅτι οὐδεὶς ἐκεῖθεν ἐστράφη, ἵνα μηνύσῃ περὶ τῶν ἐκεῖ, ποῦ εἰσιν˙ ἀλλὰ ἀπετείχισεν αὐτὰ ἀπὸ ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ ἀπέκρυψεν, ἕως καὶ ἡμεῖς ἀπέλθωμεν, καὶ ἀπολάβωμεν τῶν ἐκεῖ, ὁπόταν ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν ἅπαντες, καὶ παρασταθῶμεν, καὶ ἐξομολογούμεθα, καὶ λογοθετούμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ μέγα καὶ ἀδιήγητον Κριτήριον. Ὅτε ὁ φοβερὸς Κριτὴς ἐξ οὐρανοῦ ἔλθῃ να κρίνῃ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ἀπὸ Ἀνατολῶν ἕως Δυσμῶν˙ ὅτε αἱ φωναὶ τῶν φοβερῶν ἐκείνων σαλπίγγων λαλήσωσιν˙ ὅτε ἡ Κτίσις πᾶσα φόβῳ καὶ τρόμῳ κλονείται καὶ ταράσσεται˙ ὅτε οἱ τάφοι ἀνοίγωνται, καὶ πᾶσα σάρκα ἀνίσταται γυμνὴ καὶ τετραχηλισμένη˙ ὅτε πᾶν στόμα φραγήσεται, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξετασθήσεται˙ ὅτε ὁ τοῦ πυρὸς ποταμὸς ῥεύσει ἔμπροσθεν τοῦ Κριτοῦ περὶ τοῦ ὁποίου λέγει ὁ Δανιήλ˙ «Ἐθεώρουν ἕως οὖ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθισεν». Ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός˙ οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον˙ ποταμὸς πυρὸς ἔτρεχεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ˙ χίλιαι χιλιάδες ὑπηρετοῦσαν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες περέστεκον αὐτῷ. Κριτήριον ἐκάθησε, καὶ Βίβλοι ἠνεῴχθησαν.

.         Ἐκείνη ἐστὶν ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα, περὶ ἧς λέγει ὁ Δαβίδ˙ «Ἵνα τί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; ἡ ἀνομία τῶν πταισμάτων μου κυκλώσει». Ἐκείνην τὴν ἡμέραν κατηράσαντο ὁ Ἰώβ, λέγων˙ «Καταράσεται αὐτὴν ὁ καταρώμενος, τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ μέλλων παλαῖσαι τὸ μέγα θηρίον τὸν Διάβολον». Περὶ ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ ἕτερος Προφήτης λέγει˙ «Ἰδοὺ ἡμέρα ἔρχεται, λέγει Κύριος»˙ καὶ τὶς νὰ ὑπομείνῃ τὴν ἡμέραν ὁποῦ νὰ ἔλθῃ; Ὅταν ὁ Θεὸς φανερῶς ἔλθῃ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρασιωπήσεται, καὶ γύρωθεν αὐτοῦ καταιγίδα τρομακτική, προσκαλέσεται τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ τὴν γῆν, τοῦ διακρίαι τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ πᾶσαν σάρκα εἰς τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο Κριτηριον˙ ὅπου οὐ ἔστι μικρὸς ἢ μέγας, δοῦλος καὶ ἐλεύθερος˙ ὅπου οὐκ ἔστι Βασιλεύς, ἢ ὑποκείμενος˙ ἀλλὰ ἴσια κατάδικοι, ὅλοι δεδεμένοι, ὅλοι γυμνοί, ἀπερίσπαστοι, τρέμοντες, κλαίοντες, ταρασσόμενοι, ἀγωνιῶντες, μεριμνῶντες καθ’ ἕνας τί νὰ εἴπῃ, ἤ τί ἀπολογήσεται τῷ Κριτῇ περὶ τῶν κακῶν ὧν ἔπραξε. Ποῦ ἐκεῖ τῶν Βασιλέων ἡ φαντασία; ποῦ ἡ τῶν ἀφρόνων ὑπερηφανία; ποῦ ἡ τῆς νεότητος κακία; ποῦ ὁ στολισμὸς τῶν ἐνδυμάτων; ποῦ οἱ παραστεκάμενοι καὶ παρατρέχοντες δοῦλοι; ποῦ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; ποῦ τὰ χροσοχάλινα ἄλογα; ποῦ τὰ μυρίσματα, καὶ τὰ καπνίσματα τὰ ἀπολλύμενα; ποῦ τὰ νυκτὸς καὶ ἡμέρας γινόμενα συμπόσια; ποῦ οἱ μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων τὸν οἶνον πίνοντες, τοῦ δὲ Θεοῦ καὶ τῶν πενήτων καταφρονοῦντες; Οὐδὲν τούτων εἶναι ἐκεῖ, ἀλλὰ πικρὸν οὐαὶ˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ πλουτῆσαι, ἀλλὰ φρίξαι καὶ τρομάξαι˙ δεν εἶναι ἐκεῖ εὐημερία, ἀλλὰ μέγας σκοτασμός˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ χορεῦσαι, ἀλλὰ θρηνῆσαι˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ νεότητος φαντασία, ἀλλὰ ἐν τῷ ᾍδῃ ἐξορία˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ παρακάλεσις ἐν ἐκείνῃ τῇ φοβερᾷ ὥρᾳ, ἀλλὰ δικαίᾳ ἀκριβῆς ἀνταπόδοσις. Ἐὰν ἐποίησας ὦδε˙ τοῖς πτωχοῖς συμπάθειαν, καλοὶ μάρτυρες εἰς τὸν Χριστὸν καὶ παρακαλεσταὶ διὰ σοῦ οἱ ἐλεηθέντες παρὰ σοῦ πένητες, οἱ ὀρφανοὶ καὶ χῆραι, οἱ ξένοι, καὶ τυφλοί, καὶ ἀδύνατοι, οἱ ἐν ἐρήμοις, καὶ ἐν φυλακαῖς, καὶ ἐν ἐξορίαι. Μεγάλοι σου βοηθοὶ οὗτοι τότε γενήσονται, ὑποδείχνοντες τῷ Χριστῷ ὅσα αὐτοῖς δέδωκας, ἅπερ αὐτοὺς ἐσκέπασας, καὶ ἔθρεψας, καὶ ἀνέπαυσας, ὡς Ἀδελφοὶ ὄντες τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἐὰν ἕνας Ἀδελφὸς ἐδυνήθη πολλάκις να παρακαλέσῃ Βασιλέα τὸν ἑαυτὸν Ἀδελφόν, πόσῳ μᾶλλον, ὅταν παρακαλῇ πλῆθος Ἀδελφῶν;

.          Ὅτι δὲ Ἀδελφοὺς ὀνομάζει ὁ Χριστὸς ἐκεῖ τοὺς πένητας ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως, ἄκουσον αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τότε παρισταμένους λέγοντος˙ «Εἰς ὅσον ἐποιήσατε τῶν Ἀδελφῶν μου τούτων». Ὑποδείκνυσιν αὐτοὺς μὲ τὸν δάκτυλον, τοὺς ἐκεῖ καθημένους πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ πένητας. Τίς ἆρα ἄξιος, καὶ μακάριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, ὅτε πάντες οἱ Ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι τρέμουσι, νὰ ὀνομασθῇ Ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ; Πόσων θησαυρῶν, πόσων στεφάνων, πόσου πλούτου εἶναι ὑψηλοτέρα ἡ τοιαύτη φωνή; Τίνες ἆρα εἶναι ἐκεῖνοι, ἵνα μακαρίσωμεν αὐτούς; οἵ τινες ἐν τῇ φρικτῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τῆς Κρίσεως ἔρχονται θαῤῥετῶς μὲ παῤῥησίαν ἄφοβον, καὶ ὡς Πατέρα γνήσιον τὸν Χριστὸν γινώσκοντες, καὶ ἀκριβῶς γνωρίζοντες, ὅτι ὡς υἱοὺς καὶ φίλους οὕτως ὑποδέξεται αὐτούς, ὡς καθαρῶς δουλεύσαντας αὐτῷ, καὶ φιλάξαντας αὐτοῦ τὰς ἐντολάς; Τὶς ἆρα ἐκεῖνος ὁ τρισμακάριος, τὸν ὁποῖον βλέψας ὁ Χριστὸς καθήμενος ἐπὶ θρόνου εἰσερχόμενον πρὸς αὐτὸν ὑποδέξεται, καὶ ὑπαντήσει αὐτὸν ἱλαρῷ τῷ προσώπῳ, καὶ περιχαρεῖ τῷ βλέμματι, καὶ εὐμενεῖ παῤῥησίᾳ, καὶ ὡς ἀπὸ ξένων ἀπὸ χρόνου ἐρχόμενον υἱὸν καὶ φίλον καταφιλήσῃ, καὶ τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν εἴπῃ; Φίλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, καλῶς ᾖλθες, ὁ τροφεύς μου, ὁ ξενοδόχος μου, ὁ σκεπαστής μου, εὐχαριστῶ τῆς προαιρέσεώς σου, καὶ δὲν ἀλησμονῶ τῆς ἀγάπης σου˙ ἐνθυμᾶσαι τὰ ὅσα ἀγαθά μοι ἐποίησας; γινώσκεις πῶς μὲ ἀνέπαυσας εἰς τὸν οἶκόν σου; Εἶτα κρατήσας αὐτὸν ὁ Χριστὸς ἐκ τῆς χειρός, κατέμπροσθεν ὅλης τῆς μεγάλης ἐκείνης Πανηγύρεως, ἐνώπιον Ἀγγέλων, καὶ Ἀρχαγέλλων, καὶ πάσης ἀρχῆς, καὶ ἐξουσίας, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Ὁσίων, καὶ Δικαίων, καὶ στήσας αὐτὸν εἰς τὸ μέσον, θέλει τὸν ἀνακηρύξῃ, λέγοντας εἰς ὅλους διὰ αὐτὸν δακτυλοειδῶς˙ Οὗτος ὁ ἄνθρωπος, πεινῶντά με εἶδε ποτέ, καὶ ἔθρεψε˙ διψῶντα, καὶ ἐπότισε˙ ῥιγοῦντα, καὶ ἐσκέπασε˙ ξένον, καὶ ὑπεδέξατο˙ ἀσθενοῦντα μὲ ἰδέ, καὶ βαστάσας, ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ εἰσήγαγέ με˙ τοὺς πόδας μου ἔνιψε, τὰς χεῖρας μου ἔπλυνε, καὶ ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ ὁλοψύχως ἀνέπαυσέ με˙ ἐν ἀνάγκῃ μὲ ἴδε, καὶ ἐλύτρωσε, ἐν φυλακῇ μὲ εὗρε, καὶ ἠγόρασε˙ διὸ καὶ ἐγὼ λέγω αὐτῷ˙ Καλὲ δοῦλε, ἀγαθέ, καὶ πιστέ, ἐπειδὴ εἰς ὀλίγα ἔγεινες πιστός, εἰς πολλὰ νὰ σὲ καταστήσω, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου˙ ἀπόλαυσον τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου μου, εἴσελθε εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον˙ καὶ οὐ μόνον δὲ ταῦτα εἴπῃ ὁ Χριστὸς τοῖς εὐαρεστήσασιν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ ἀνακλινεῖ αὐτούς, καὶ παρελθὼν ὑπηρετήσει αὐτούς.

.           Ἵνα οὖν καὶ ἡμεῖς τοιαύτης τιμῆς καὶ φωνῆς, καὶ δόξης ἀπολαύσωμεν, ἂς προλάβωμεν, ἵνα μὴ ἔξω μείνωμεν˙ ἂς σπουδάσωμεν, Ἀγαπητοί, ἵνα καταλάβωμεν˙ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ματαίας ὀκνηρίας ἐκείνας˙ ἂς ἀποῤῥίψωμεν τὰς ψευδεῖς ἐλπίδας. Μὴ πλανηθῶμεν πλέον, καὶ ἐμπαίξῃ ἡμᾶς ὁ πονηρός˙ μὴ ῥίψῃ ἡμᾶς εἰς τὴν σήμερον, καὶ αὔριον ὁ δόλιος λογισμός˙ διότι πολλοὶ πολλὰ βουλευσάμενοι, εἰς τὴν αὔριον οὐκ ἔφθασαν, ἀλλὰ ἔξαφνα ἡρπάγησαν ὥσπερ τὸ πουλίον ἀπὸ τὸ γεράκιον, καὶ ὡς τὸ ἀρνίον ἀπὸ τὸν λύκον, καὶ ὡς ὁ αἰχμάλωτος ὑπὸ τοῦ λῃστοῦ, μήτε λαλῆσαι ὅμως δυνάμενοι, μήτε διαθήκην τινὰ ποιῆσαι. Οἱ μὲν κοιμηθέντες ἀφ’ ἑσπέρας ὑγιεῖς, οὐκ ἔφθασαν τὸ πρωΐ˙ οἱ δὲ ἐπὶ τραπέζης καθήμενοι, ἐν αὐτῇ ἐξεψύχησαν. Ἄλλοι δὲ ἐν ὁδῷ περιπατοῦντες, εὐθέως ἀπέθανον˙ ἕτεροι εἰς λουτρὸν εὑρισκόμενοι τὸ αὐτὸ λουτρὸν ἔσχον ἐντάφιον˙ ἄλλοι δὲ εἰς τὸ νυμφοστόλιον ὄντες, ἔξαφνα ἡρπάγησαν, καὶ τὰ αὐτὰ ἐνδύματα εἶχαν ἐπιγάμια καὶ ἐντάφια˙ καὶ διεδέχθησαν τοὺς παιγνιώτας οἱ θρηνοῦντες, καὶ τοὺς χορευτὰς οἱ πενθοῦντες. Καὶ ταῦτα πάντα οἴδαμεν, καὶ γινώσκομεν˙ τὸ δὲ δεινότερον τοῦτό ἐστιν, ὅτι θεληματικῶς μας, καὶ ἐν γνώσει ἁμαρτάνομεν, καὶ πλανώμεθα˙ διὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲ μίαν ἀγάπην, καὶ συγχώρησιν παρὰ Θεοῦ ἔχομεν, ὅτι οὐχὶ ἐν ἀγνωσίᾳ, ἀλλὰ ἐν γνώσει πλανώμεθα, ἀκούοντες τῶν Θείων Γραφῶν ἐπαινούντων τὰ γινόμενα, καὶ οὐ ποιοῦμεν αὐτά. Λοιπόν, παρακαλῶ, μὴ μόνον ἀκροαταὶ τῆς διδαχῆς γενώμεθα, ἀλλὰ  καὶ ποιηταί. Εἴτις οὖν μετὰ τὴν ἀκρόασιν τῶν λεγομένων, συνήθειαν πονηρὰν πορνείας ἔχων, τὴν ἀπέῤῥιψεν, οὗτος ὄντως καλὸς ἀκροατής. Εἴ τις κατανυγεὶς εἰς τοὺς λόγους τούτους, καὶ ἐλεήμων, καὶ εὐμετάδοτος γένηται, οὗτος καλὸς ἀκροατής˙ ἂς κάμωμεν καὶ ἡμεῖς οὕτως, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα ἡμῶν γένηται ἡ ἀνάγνωσις αὕτη, ὅτι ἀκούομεν καὶ δὲν ποιοῦμεν. Ἐὰν γὰρ ὁ θάνατος τοῦ Ἀδελφοῦ σου δὲν σὲ σωφρονίσῃ, οὐδεὶς δύναται να σὲ σωφρονίσῃ˙ ἐὰν μὴ νεκρὸν βλέπων μετανοήσῃς, πότε λοιπὸν ἐπιστρέψεις; καὶ ἐὰν μὴ ἐπὶ τοῖς νῦν λεγομένοις κατανυγῇς, οὐδέποτε τῆς ἁμαρτίας ἀποχωρισθῇς. Ταύτην, Ἀγαπητοί, τὴν τῶν θείων λογίων τράπεζαν οἱ προαπελθόντες πρὸς Χριστὸν Ἀδελφοὶ ἡμῶν παρέθηκαν. Ταῦτα τὰ ζωοποιὰ φαγητὰ ἡμῖν ἡτοίμασαν. Τοῦτον ἡμῖν τὸν οἶνον ἐκέρασαν. Ταύτην ἡμῖν τὴν ἐφροσύνην, καὶ τὴν σωτηρίαν ἐχαρίσαντο, ὅπως, ταῦτα μελετῶντες ἐν νυκτί, καὶ ἡμέρᾳ, καὶ ὥρᾳ, ἐν Ἐκκλησίαις, καὶ ἐν ἀγοραῖς, ἐν οἴκοις, καὶ ἐπὶ τραπέζης, ἐν κλίναις, ἐν λουτροῖς, καὶ ἐν φυλακαῖς, ἐν συμποσίοις, καὶ ἐν συνεδρίοις, δυνηθῶμεν τῆς πονηρᾶς ἀμελείας ἀποχωρισθῆναι, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἐπιστρέψαι πρὸς μετάνοιαν, καὶ κἂν ἀπὸ τοῦ νῦν ἀποχωρισθῆναι τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, καὶ τῷ Δεσπότῃ παρακαλέσαι, ἵνα τῆς τῶν οὐρανῶν Βασιλείας τύχωμεν, χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ˙ ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Στοιχειοθεσία : «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , ,

Σχολιάστε