Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μετάσταση τῆς Θεοτόκου

Η ΚΟΙΜΗΣΗ τῆς ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

.                   Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἑορτάζουμε στὶς 15 Αὐγούστου, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς Θεομητερικὲς ἑορτές, τὶς ἑορτές, δηλαδή, ποὺ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας, καὶ πιθανότατα ἡ παλαιότερη ἀπὸ ὅλες. Οἱ πρῶτες ἱστορικὲς ἀναφορὲς στὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ ἐμφανίζονται στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ συγκλήθηκε ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἡ θέση τῆς Παναγίας μέσα στὸ λατρευτικὸ κύκλο τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπιβεβαιώθηκε ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι πολὺ νωρίτερα εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἡ ἀποδοχὴ τῆς τιμῆς της ἀπὸ τὶς τοπικὲς χριστιανικὲς κοινότητες. Πληροφορίες γιὰ τὸ βίο τῆς Θεοτόκου, πρὶν τὸν Εὐαγγελισμό της καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, μιᾶς καὶ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ γνωρίζουμε κάποια στοιχεῖα αὐτῶν τῶν περιόδων τῆς ζωῆς της. Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση οἱ πληροφορίες αὐτὲς πέρασαν στὰ λεγόμενα ἀπόκρυφα ἢ ψευδεπίγραφα βιβλία. Ἔτσι θὰ λέγαμε ὅτι ὁ Δεκαπενταύγουστος εἶναι ἕνα ἱστορικὸ κληροδότημα αὐτῶν τῶν βιβλίων. Τέτοια, λοιπὸν κύρια πηγὴ εἶναι: “Ἡ Ἀπόκρυφος διήγησις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μαρίας» ἐνῶ συμπληρωματικὲς πληροφορίες παίρνουμε ἀπὸ τὸ σύγγραμμα «Περὶ θείων ὀνομάτων» τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη, ἀπὸ τὰ «Ἐγκώμια εἰς τὴν Κοίμησιν» διαφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τῶν ἁγίων Μόδεστου Ἱεροσολύμων, Ἀνδρέα Κρήτης, Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ κ.ἄ., καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. Στὰ κείμενα αὐτὰ διασώζεται ἡ «ἀρχαία καὶ ἀληθεστάτη» παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γι᾽ αὐτὸ τὸ Θεομητορικὸ γεγονός. Ἕνα κομμάτι τῆς παράδοσης εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία.
.                   Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾶς δίνουν τὰ παραπάνω κείμενα, ἡ Θεοτόκος εἰδοποιήθηκε ἀπὸ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἐπικείμενο θάνατό της. Ἀφοῦ στὴ συνέχεια ἀνέβηκε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ, κατέβηκε στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ γνωστοποίησε στοὺς γνωστούς της τὴν ἀναχώρησή της ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἑτοίμασε τὰ τῆς ταφῆς της. Γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς Θεοτόκου συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θωμᾶ. Ἡ Δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ σχῆμα νεφέλης τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τῆς οἰκουμένης, ὅπου κήρυσσαν, καὶ τοὺς συγκέντρωσε στὰ Ἱεροσόλυμα. «Τὸ δὲ θεοδόχον αὐτῆς σῶμα μετὰ ἀγγελικῆς καὶ ἀποστολικῆς ὑμνωδίας (μὲ ὕμνους ἀπὸ Ἀποστόλους καὶ ἀγγέλους) ἐκκομισθὲν καὶ κηδευθὲν (μεταφέρθηκε καὶ κηδεύτηκε), ἐν σορῷ τῇ ἐν Γεσθημανῇ κατετέθη, ἐν ᾧ τόπῳ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἡ τῶν ἀγγέλων χοροστασία καὶ ὑμνωδία διέμεινεν ἄπαυστος (γιὰ τρεῖς μέρες ἡ ὑμνωδία τῶν ἀγγέλων ἦταν ἀκατάπαυστη). Μετὰ δὲ τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς ἀγγελικῆς ὑμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οἱ ἀπόστολοι, ἑνὸς αὐτοῖς ἀπολειφθέντος (τοῦ Θωμᾶ ποὺ ἔλειπε) καὶ μετὰ τὴν τρίτην ἐλθόντος καὶ τὸ θεοδόχον σῶμα προσκυνῆσαι βουληθέντος (ὅταν μετὰ τὸν ἐρχομό του ὁ Θωμὰς θέλησε νὰ προσκυνήσει τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου), ἤνοιξαν τὴν σορόν. Καὶ τὸ μὲν σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον οὐδαμῶς εὐρεῖν ἠδυνήθησαν, μόνα δὲ αὐτῆς τὰ ἐντάφια κείμενα εὑρόντες καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν ἀφάτου εὐωδίας ἐμφορηθέντες (γέμισαν ἀπὸ τὴν ἀνείπωτη εὐωδία ποὺ ἔβγαζαν) ἠσφάλισαν τὴν σορὸν»1. Ὁ Υἱός της ποὺ εἶχε σαρκωθεῖ ἀπὸ αὐτήν, εἶχε δεχτεῖ στοὺς οὐρανοὺς τὸ ἄχραντο σῶμα της καὶ τὴν ἁγία της ψυχή. Τὴν παράδοση αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας συνοψίζει ἄριστα τὸ ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεσθημανῇ τῷ χωρίῶ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σὺ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».
.                   Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου περιλαμβάνει τὸν θάνατο καὶ τὴν ταφή της ἀλλὰ καὶ τὴ μετάστασή της στοὺς οὐρανούς. Ὅπως λέει τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε (τὴ Θεοτόκο), ὡς γὰρ ζωῆς μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον». Δηλαδὴ ὁ τάφος καὶ ἡ νέκρωση δὲν κράτησαν τὴ Θεοτόκο, γιατί ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, πῆρε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα στὴν κοιλιὰ τῆς Θεοτόκου καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτήν. Ἔτσι ἔκαμε τὴν Παναγία Μητέρα του, μητέρα τῆς ζωῆς, πηγὴ τῆς ζωῆς.
.                   Ἀφοῦ ὁ Κύριος μὲ τὸ σταυρικό του θάνατο πάτησε καὶ κατάργησε τὸ θάνατο, ἦταν φυσικὸ νὰ ἀνεβάσει στοὺς οὐρανοὺς τὴ Μητέρα του καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴ δόξα τῆς αἰωνιότητας. Ὅπως λένε τὰ τροπάρια τῆς Κοιμήσεως, ὁ θάνατός της προμνηστεύεται τὴ ζωή. Αὐτὴ ποὺ γέννησε τὴ ζωή, ἔχει μεταβεῖ στὴ ζωή. Ἔτσι ὁ θάνατός της ὀνομάζεται «ἀθάνατος Κοίμησις». Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί ἡ Παναγία πρώτη μεταξὺ τῶν ἀνθρωπίνων πλασμάτων πραγματοποίησε τὴ θεοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς σάρκωσης. Στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἡ ἀνθρωπότητα προσέφερε τὴ Νέα Εὕα, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ πραγματοποιοῦνταν αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶχε ὑποσχεθεῖ στοὺς Πρωτοπλάστους (Πρωτευαγγέλιο) μετὰ τὴν πτώση τους: Τὴ συμφιλίωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶπαν οἱ Πατέρες «Ὁ Θεὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθώμεν»2. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεὸς ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται»3. Αὐτὴν τὴ θεοποίηση ἔδειξε ἡ Θεοτόκος, γιατί, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Καβάσιλας, φανέρωσε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἦταν στὴν ἀρχὴ στὸν Παράδεισο, καὶ ὅπως ἔπρεπε στὴ συνέχεια νὰ γίνει. Μὲ τὴν Κοίμησή της προπορεύτηκε στὴ δόξα ποὺ μᾶς περιμένει. Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης προσθέτει: «αὐτὴ εἶναι δόξα μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς δόξες, ὁπού ἔλαβε ἡ Θεοτόκος, νὰ ἀναστηθεῖ πρωτύτερα ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς ἀφθαρσίας, νὰ δοξασθῆ, προτοῦ νὰ γίνει ἡ κρίσις καὶ ἡ ἐξέτασις, νὰ λάβη τὴν ἀνταπόδοσιν προτοῦ νὰ ἔλθη ἡ ἡμέρα τῆς ἀνταποδόσεως, νὰ τιμηθῆ τέλος πάντων μὲ προνόμια, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα τοῦ υἱοῦ της». Ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ θὰ ἀπολαύσουν οἱ πιστοὶ μετὰ τὴ δεύτερη ἔλευση τοῦ Κυρίου καὶ γενικὴ κρίση, προαπολαμβάνει κατ᾽ ἐξοχὴν ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως εἶναι στὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα δεύτερο Πάσχα. Τῆς «ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου, τὴν ἀπαρχὴν» ποὺ ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα, ὁ πρῶτος καρπὸς εἶναι ἡ δόξα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
.               Ἐφ᾽ ὅσον γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἡ Θεοτόκος εἶναι «τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις»4, ἂς ἀφήσουμε τὸν ἐπίλογο στὸν μεγάλο Πατέρα Ἰωάννη Δαμασκηνό: “Ἡ Θεοτόκος βοήθησε στὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, ἐξυπηρέτησε τὴν παγκόσμια σωτηρία γιατί μ᾽ αὐτὴν πραγματοποιήθηκε ἡ προαιώνια ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ: ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ἡ δική μας σωτηρία.”

 

1. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Β´ Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Θεομήτορος, 18.
2. Μ. Ἀθανάσιος, ΒΕΠ 30, 119
3. Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας: Δοξαστικό Αἴνων, 25 Μαρτίου
4. Ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-4 («Ὁ θάνατος πλέον δὲν ἔχει ἐπάνω εἰς τὴν Παναγίαν οὔτε μέσα της καμμίαν ἐξουσία»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

Δ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

Μέρος Β´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

Μέρος Γ´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

.                 Γεγονὸς εἶναι, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, ὅτι ἡ Παναγία ἀπέθανε θάνατον ἀνθρώπινον. Ἂν καὶ εἶναι «πηγὴ τῆς Ζωῆς», «πρὸς τὴν ζωὴν διὰ μέσου τοῦ θανάτου μετάγεται», καὶ ἐνῶ «ἐν τῷ τόκῳ τοὺς ὅρους ὑπερβᾶσα τῆς φύσεως, νῦν ὑποκύπτει τοῖς ταύτης θεσμοῖς καὶ θανάτῳ τὸ ἀκήρατον καθυποβάλλεται σῶμα» (Β΄, 10). Καὶ ἐπίσης «ὡς θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδὰμ τὰς πατρικᾶς εὐθύνας ὑπερχεται (Γ΄, 2) καὶ «φυσικῶς» ἡ ἁγία της ψυχὴ «τοῦ ἀκηράτου χωρίζεται σώματος, καὶ τὸ σῶμα τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται» (Β΄,10). Ἡ «ταφὴ» αὐτὴ τοῦ σώματος γίνεται ἵνα «τὸ ἐκ γῆς συντεθὲν παλινοστήσῃ πρὸς γῆν», διὰ νὰ ἀποβάλῃ ἐκεῖ «τὸ θνητὸν» (Β΄, 10· Δ΄, 3) καὶ νὰ ἐνδυθῇ «τὸ ἄφθαρτον», τὸ πνευματικὸν καὶ φωτεινὸν σῶμα «τῆς ἀφθαρσίας» (αὐτ., πρβλ. Ἔκδ. IV, 27).
.             Καὶ ὅμως, μολονότι αὐτὰ γράφει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς περὶ τοῦ φυσικοῦ θανάτου τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, ὁμολογεῖ ταυτοχρόνως, μαζὶ μὲ τὸν ἅγιον Ἀνδρέαν τῆς Κρήτης82, ὅτι ὁ θάνατός της ἦτο «ὑπὲρ ἡμᾶς». Ἡ «ἀπειροδύναμος ἀγαθότης τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» (Γ΄, 18)83 τοῦ Υἱοῦ της «ἐκαινοτόμησε τὰς φύσεις»84 καὶ τὰ πάντα ὄντως «ἐποίησε καινά». Ἡ «ἀσθένειά» Του αὐτὴ ἦτο ἡ σωτήριος καὶ ὑψοποιὸς κένωσις, ἡ συγκαταβατικὴ σάρκωσις καὶ ταπείνωσις, τὸ σωτήριον πάθος καὶ ὁ ζωοποιὸς θάνατός Του δι᾽ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς. Χάρις δὲ ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν «θεαρχικὴν ἀσθένειάν» Του μετὰ τὴν Ἀνάστασίν Του, διὰ τῆς ὁποίας κατήργησε τὸ κράτος τοῦ θανάτου, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐνεδύθη τὴν ἀθανασίαν. «Τεθέωμαι ὁ ἄνθρωπος, γράφει ὁ Δαμασκηνός, ὁ θνητὸς ἠθανάτισμαι… τὴν φθορὰν ἀπηφμίασμαι καὶ ἀφθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς Θεότητος» (Γ΄, 2). Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι οἱ Ἅγιοι, τὰ ζῶντα μέλη τοῦ ἀεὶ ζῶντος Χριστοῦ καὶ ἡ «Ζωαρχικὴ Μήτηρ» Του (Β΄, 5). Πῶς λοιπὸν δύνανται νὰ ὀνομάζωνται αὐτοὶ «νεκροί», ἀφοῦ ἡ Κεφαλή τους καὶ ἡ Ἀπαρχή, ὁ Χριστός, εἶναι ζῶν καὶ ζωοποιός; Ὁ θάνατός τους πλέον, λέγει ὁ Δαμασκηνός, δὲν εἶναι θάνατος, ἀλλ᾽ «ἡ καλλίστη ἐκδημία, ἣ τὴν πρὸς Θεὸν ἐνδημίαν χαρίζεται» (Β΄, 10). Καὶ ἐὰν τοῦτο «πᾶσι τοῖς θεοφόροις θεράπουσι πρὸς Θεοῦ κεχάρισται· κεχάρισται γὰρ καὶ πιστεύομεν» (αὐτ.), πῶς ὄχι μᾶλλον εἰς τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ85; Τόσον ὁ θάνατος τῆς «Ζωαρχικῆς Μητρὸς» τοῦ Κυρίου ὑπερβαίνει τὴν ἔννοιαν τοῦ «θανάτου», ὥστε δὲν ὀνομάζεται κἂν «θάνατος», ἀλλὰ «κοίμησις» καὶ «θεία μετάστασις» καὶ «ἐκδημία ἢ ἐνδημία πρὸς τὸν Κύριον» (Β΄,10· Δ΄, 1). Καὶ ἐὰν ἀκόμη λεχθῇ «θάνατος», ὅμως εἶναι «θάνατος ζωηφόρος» (Γ΄, 2) καὶ «ἀρχὴ δευτέρας ὑπάρξεως» (Δ΄, 4), τῆς αἰωνίου.
.                   Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἄφησε ἀκόμη νὰ «μετάγωνται» διὰ τοῦ θανάτου εἰς αὐτὴν τὴν αἰωνίαν ζωὴν οἱ Ἅγιοί Του καὶ ἡ ἴδια ἡ Μήτηρ Του, τοῦτο εἶναι κατὰ τὰ κρίματα καὶ «θεσμοθετήματά» Του («καὶ εἴκει τῷ τοῦ οἰκείου τόκου θεσμοθετήματι» – Γ΄, 2), Ἀλλ᾽ ὁ θάνατος πλέον δὲν ἔχει ἐπάνω εἰς τὴν Παναγίαν οὔτε μέσα της καμμίαν ἐξουσίαν: «Σήμερον ὁ τῆς ζωῆς θησαυρός, ἡ τῆς χάριτος ἄβυσσος, θανάτῳ ζωηφόρῳ καλύπτεται καὶ τούτῳ ἀδειμάντως πρόσεισιν ἢ τὸν τούτου καταλύτην κυήσασα, εἰ καὶ θάνατον προσαγορεῦσαι χρεὼν τὴν ταύτης πανίερον καὶ ζωτικὴν μεταβίωσιν. γρ τος πσι τν ντως ζων ναβλύσασα, πς θανάτ γένοιτ ν ποχείριος;» (Γ΄, 2). Τὴν Μητέρα τῆς αὐθυποστάτου Ζωῆς, τὴν «τῆς ἐνεργείας πλησθεῖσαν τοῦ Πνεύματος… καὶ τὴν Πατρικὴν εὐδοκίαν ἐγκυμονήσασαν, τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου πάντα πληροῦσαν ὑπόστασιν… καὶ ὅλην Θεῷ ἑνωθεῖσαν, πῶς καταπίῃ ὁ θάνατος; πῶς ὁ ἅδης εἰσδέξεται; πῶς διαφθορὰ τοῦ ζωοδόχου κατατολμήσειε σώματος; Ἀλλότρια ταῦτα καὶ πάντῃ ξένα τῆς θεοφόρου ψυχῆς τε καὶ σώματος. Ταύτῃ καὶ προσβλέπων ὁ θάνατος δέδοικε· τῷ γὰρ αὐτῆς Υἱῷ προσβαλὼν ἔμαθεν ἀφ᾽ ὧν ἔπαθε καὶ πεῖραν λαβὼν σεσωφρόνισται» (Γ΄, 3)86.
.               Ἡ «ἀντινομία» αὐτὴ τοῦ «ζωηφόρου θανάτου» τῆς Παναγίας δὲν πρέπει νὰ παρακάμπτεται μὲ ἀνθρωπίνους συλλογισμοὺς ἢ εὐσεβιστικὰς δοξασίας, ὅπως εἶναι τὰ νέα «δόγματα» τῶν Δυτικῶν περὶ «Immaculata Conceptio» καὶ «Αssumptio» (ἄνευ θανάτου), ἀλλὰ νὰ κρατῆται ἡ πίστις τῶν Πατέρων καὶ ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία Θεοτόκος δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ ψευδῆ δόξαν. Ὁ «μακαρισμός» της καὶ ἡ «δόξα» της, κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνόν, εἶναι «ἡ ἄσπορος σύλληψις, ἡ θεία ἐνοίκησις, ὁ τόκος ὁ ἄφθορος» τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μὲ αὐτὸ δὲν συγκρίνεται καμμία ἄλλη δόξα ἢ ἀρετὴ ἢ χάρις ἢ ἐνέργεια, εἴτε ἀνθρωπίνη εἴτε θεία: «Αὕτη γὰρ οὐκ ἐνεργείας Θεοῦ ὑπῆρξε δοχεῖον, ἀλλ᾽ οὐσιωδῶς τῆς τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ὑποστάσεως» (Α´, 6). Διὰ τοῦτο καὶ ὁ θάνατός της δὲν εἶναι κάτι τὸ ἄδοξον δι᾽ αὐτήν, διότι τὸν δρόμον αὐτὸν τοῦ θανάτου ἤδη ἔχει περάσει ὁ Υἱός της (Δ΄, 1) καὶ ὡς Θεὸς καὶ Σωτὴρ «τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον κατέλυσε» καὶ «πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν σωματικῶς εἰσελήλυθεν εἰς τὸ ἐνδότερον τοῦ καταπετάσματος», εἰς τὰ ὑπερουράνια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Γ΄, 12· Ἑβρ. ιβ´ 9· ι´ 20). Διὰ τοῦτο Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, ὁ Υἱός της καὶ Σωτήρ, κατὰ τὴν ὥραν τῆς Κοιμήσεως τῆς Μητρός Του, ἔρχεται «πρὸς τὴν οἰκείαν λοχεύτριαν» (Γ΄, 10) καὶ «δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ Παναγίᾳ ταύτῃ καὶ θειοτάτῃ οἷα Μητρὶ λειτουργῶν, τὴν ἱερὰν ψυχὴν ὑποδέχεται» (Β΄, 5), καὶ συνοδευόμενος ὑπὸ ὅλων τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων τὴν ἀναφέρει ὄχι ἁπλῶς εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλ᾽ «ἕως αὐτοῦ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου» Του (Β΄,11), εἰς τὰ ἐπουράνια «Ἅγια τῶν Ἁγίων» (Γ΄,12). Εἰς δὲ τὴν «ὁσίαν ταφὴν» (Β΄, 12) τοῦ «ζωαρχικοῦ καὶ θεοδόχου σώματος» (Δ΄, 4) τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἴδιος, ὡς «ὁ νέος Σολομὼν ὁ εἰρηνάρχης», ὅλα τὰ ὑπερκόσμια τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ τοὺς Ἀποστόλους τῆς Καινῆς Διαθήκης Του «σὺν παντὶ τῷ ἐν Ἱερουσαλὴμ τῶν ἁγίων λαῷ Του ἠκκλησίασε» (Γ΄, 12) καὶ οὕτω τὸ πανάγιον καὶ θεοδόχον σῶμα «τῷ πανευκλεεῖ καὶ ὑπερφυεῖ ἐπιτίθεται μνήματι· κἀντεῦθεν τριταῖον (μετὰ τρεῖς ἡμέρας)» καὶ ἄφθαρτον (Β΄, 10) «πρὸς οὐρανίους δόμους μετεωρίζεται, πρὸς τὸν Μονογενῆ καὶ ἠγαπημένον Υἱόν της καὶ Θεὸν (Γ΄, 14· Δ´, 2, 4).

10. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθοῦν ἐδῶ καὶ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὴν θεολογίαν τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀναφέρομεν, διότι, ὅπως εἴπομεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Εἰσαγωγῆς, ὁ πλοῦτος τῆς θεοπαραδότου Ὀρθοδόξου Θεολογίας τῶν Πατέρων εἶναι ἀνεξάντλητος. Οὕτω θὰ ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν, μερικὰ ἔστω, διὰ τὴν θέσιν τῆς Παναγίας εἰς τὴν οὐράνιον «Ἐκκλησίαν τῶν πρωτοτόκων» (Δ΄, 2) καὶ τὴν μεσιτείαν της διὰ τὴν ἐπίγειον Ἐκκλησίαν (Γ΄, 8,16) καὶ γενικῶς διὰ τὴν θέσιν της εἰς ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Υἱοῦ της, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶναι πάντοτε ἀχώριστος («οὐδὲν γὰρ μέσον Μητρὸς καὶ Υἱοῦ», Δ΄, 5), ὡς καὶ ἐπίσης δι᾽ αὐτὴν ὡς «εὐεργέτιδα πάσης τῆς φύσεως» καὶ κτίσεως (Β΄, 2· Α΄,1· Γ΄, 11, 16), καὶ τὴν ὑπὸ πάσης κτίσεως προσκύνησιν αὐτῆς ὡς «Βασιλίδος καὶ Κυρίας καὶ Δεσποίνης καὶ Θεομήτορος καὶ ἀληθοῦς Θεοτόκου» (Β΄, 12· Γ΄, 14). Καὶ πόσα θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθοῦν ἀκόμη περὶ τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας μας, εἰς τὴν ὁποίαν τόσοι καὶ τόσοι ὕμνοι της εἶναι τοῦ Δαμασκηνοῦ87! Καὶ πόσα ἀκόμη ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν αἰωνίαν καὶ καθημερινὴν πείραν της! Ἀληθῶς, ἡ τιμὴ καὶ ὁ μακαρισμὸς καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ χάρις τῆς Παναγίας Θεοτόκου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δὲν τελειώνουν ποτέ. Διότι «ἡ εἰς αὐτὴν τιμή, εἰς τὸν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα Υἱὸν ἀνάγεται» (Ἔκδ. IV, 16· B΄, 14). Καὶ ὄχι μόνον ἡ τιμή, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἄλλα, καὶ προπαντὸς ἡ ὀρθὴ πίστις καὶ προσκύνησις. Διότι τὸ τελικὸν περὶ Παναγίας Θεοτόκου μυστήριον εἶναι τὸ «Μυστήριον τοῦ Χριστοῦ», «τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1· Α΄, 2· Β΄, 9).

 

  1. Ὁ Φιλάρετος Μόσχας γράφει ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸν «ἡ ἄβυσσος τῶν πόνων τῆς Παναγίας δὲν κατέβαλε οὔτε κατεπόντισε αὐτήν, διότι ἐβυθίζετο συνεχῶς εἰς μίαν ἰσομεγέθη ἄβυσσον τῆς ὑπομονῆς τῆς Παναγίας καὶ τῆς ταπεινώσεώς της καὶ τῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος, καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεώς της εἰς τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ». Slova i rjeci (1844), τ. Ι, 442.
  2. «Εἰ γὰρ οὐκ ἔστι, κατὰ τὸ λόγιον, ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον· ἄνθρωπος δὲ καὶ ἀνθρώπου ἐπέκεινα καὶ ἡ νῦν ὑμνουμένη (ἡ Παναγία), δέδεικται δήπου τρανῶς ὡς καὶ αὔτη τὸν ἴσον ἡμῖν ἐκπεπλήρωκε νόμον τῆς φύσεως, εἰ καὶ μὴ καθ᾽ ἡμᾶς ἴσως, ἀλλ᾽ ὑπὲρ ἡμᾶς» (Λόγος 12, Εἰς τὴν Κοίμησιν, PG 97, 1053). Tὸν ἅγιον Ἀνδρέα, ὡς φορέα τῆς ἱεροσολυμιτικῆς παραδόσεως, ἀκολουθεῖ συχνὰ ὁ ἅγιος Δαμασκηνός.
  3. Βλ. τὸ σχόλιον 53 τῆς Γ΄ Ὁμιλ.
  4. Ἡ ἔκφρασις εἶναι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου (PG 36, 348). Βλ. σημ. 30 τῆς Β΄ Ὁμιλ.
  5. Μάλιστα δέ, ἐφ᾽ ὅσον «τὸ διάφορον ἄπειρον δούλων Θεοῦ καὶ Μητρὸς» (Β΄, 10).
  6. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁ Δαμασκηνὸς ἀποδίδει εἰς τὴν Παναγίαν τοὺς λόγους τῆς Γραφῆς τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὸν Χριστόν: «Οὐ κατελήλυθε γὰρ ἡ ψυχή σου εἰς τὸν ᾅδην, ἀλλ᾽ οὐδὲ ἡ σάρξ σου εἶδε διαφθορὰν (Πράξ. β´ 31· Ψάλ. Ιϛ´ 10). Οὐ κατελείφθη ἡ ψυχή σου ἐν τῇ γῇ ἢ τὸ σὸν ἄχραντον καὶ πανακήρατον σῶμα, ἀλλ᾽ ἐν οὐρανῶν βασιλείοις μοναῖς ἡ Βασιλίς, ἡ Κυρία, ἡ Δέσποινα, ἡ Θεομήτωρ, ἡ ἀληθὴς Θεοτόκος αὐλίζει μετατεθεῖσα» (Β΄, 12).
  7. Ὡς μικρὸν δεῖγμα τούτου ἀναφέρομεν μόνον τὸ ἑξῆς Θεοτοκίον, ποίημα τοῦ Δαμασκηνοῦ:

«Ἐπὶ σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις,
Ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος,
ἡγιασμένε ναὲ καὶ Παράδεισε λογικέ,
παρθενικὸν καύχημα·
ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν,
ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἠμῶν·
τὴν γὰρ σὴν μήτραν θρόνον ἐποίησε,
καὶ τὴν σὴν γαστέρα πλατυτέραν οὐρανῶν ἀπειργάσατο.
Ἐπὶ σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις· δόξα σοι».

(Ὀκτώηχος, ἦχος πλ. δ΄, Κυριακὴ πρωΐ).

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΔΕΝ ΤΟΝΙΖΕΤΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΑΛΛΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ; «ἡ Κυρία ἡμῶν Θεοτόκος, μετὰ τὴν ἐν τῷ τάφῳ τριήμερον αὐτῆς Κοίμησιν, ὄχι μόνον μετέστη, ἀλλὰ καὶ ἀνέστη ἀπὸ τοῦ τάφου, καὶ ἀνελήφθη».

Συναξάριον τῆς Ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

(Ἀπὸ τὸν  «Συναξαριστὴ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ»,
Ἐκδ. “Δόμος”, Ἀθῆναι 2005)

Τῷ αὐτῶ μηνὶ ΙΕ´, ἡ σεβασμία Μετάστασις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.

Οὐ θαῦμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην,
Τοῦ Κοσμοπλάστου σαρκικῶς τεθνηκότος.
Ζῆ ἀεὶ Θεομήτωρ κἂν δεκάτη θάνε πέμπτη.

.            Ὅταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἠθέλησε νὰ παραλάβη εἰς τὸν ἑαυτόν του τὴν ἐδικήν του Μητέρα, τότε προτίτερα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας, ἐφανέρωσεν εἰς αὐτὴν διὰ μέσου Ἀγγέλου (ὅστις λέγουσιν, ὅτι ἦτον ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ) τὴν ἀπὸ γῆς εἰς Οὐρανὸν αὐτῆς Μετάστασιν. Ἐλθὼν δὲ πρὸς αὐτὴν ὁ Ἄγγελος, εἶπε. Τάδε λέγει ὁ Υἱός σου: καιρὸς εἶναι νὰ παραλάβω τὴν Μητέρα μου εἰς τὸν ἑαυτόν μου. Ὅθεν μὴ ταραχθῆς διὰ τοῦτο, ἀλλὰ μὲ εὐφροσύνην δέξαι τὸ μήνυμα, ἐπειδὴ καὶ μεταβαίνεις εἰς ζωὴν ἀθάνατον. Τοῦτο δὲ μαθοῦσα ἡ Θεοτόκος, ἐχάρη χαρὰν μεγάλην. Καὶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν πόθον κινουμένη τοῦ νὰ μεταβῆ πρὸς τὸν Υἱόν της, ἀνέβη μὲ σπουδὴν καὶ προθυμίαν ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν διὰ νὰ προσευχηθῆ. (Εἶχε γὰρ ἡ Πανύμνητος τοιαύτην συνήθειαν, νὰ ἀναβαίνη συχνὰ εἰς τὸ ὄρος αὐτό.) Τότε δὲ ἠκολούθησεν ἕνα θαῦμα παράδοξον. Διότι ὅταν ἀνέβη ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος, τότε ἔκλιναν τὴν κορυφὴν αὐτῶν τὰ δένδρα, ὁπού ἦτον εἰς τὸ ὄρος φυτευμένα, ὡσὰν νὰ ἦτον ἔμψυχα καὶ λογικά, καὶ ἔτζι ἐπροσκύνησαν, καὶ ἀπέδωκαν κατὰ τὸ πρέπον, σέβας καὶ τιμὴν εἰς τὴν Κυρίαν τοῦ κόσμου καὶ Δέσποιναν.
.            Ἀφ’ οὗ δὲ ἱκανῶς ἐπροσευχήθη ἡ Πανάχραντος, ἐγύρισεν εἰς τὴν οἰκίαν της, καὶ ὢ τοῦ θαύματος! παρευθὺς ἐσείσθη ὅλη. Ἔπειτα ἄναψε πολλὰ φῶτα ἡ Δέσποινα, καὶ εὐχαριστήσασα τὸν Θεόν, ἐκάλεσε τὰς συγγενίδας αὐτῆς καὶ γειτόνισσας. Σαρώνει τὸν οἶκόν της, εὐτρεπίζει τὸν νεκροκράββατον, καὶ ἑτοιμάζει ὅλα, ὅσα ἦτον ἐπιτήδεια εἰς τὸν ἐνταφιασμόν της. Φανερώνει δὲ καὶ εἰς τὰς ἄλλας γυναῖκας τὰ λόγια, ὁποὺ τὴν ἐλάλησεν ὁ Ἄγγελος διὰ τὴν εἰς τοὺς Οὐρανοὺς αὐτῆς μετάστασιν. Καὶ εἰς πληροφορίαν καὶ πίστωσιν τῶν λεγομένων, δείχνει εἰς αὐτὰς τὸ χαροποιὸν καὶ νικητικὸν σημεῖον, ὁπού ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ Ἄγγελος. Τοῦτο δὲ ἦτον ἕνας κλάδος τῆς φοινικίας. Οἱ δὲ καλεσμέναις γυναῖκες, τὸ λυπηρὸν τοῦτο ἀκούσασαι μήνυμα, ἐθρήνουν, καὶ μὲ δάκρυα τὸ πρόσωπον αὐτῶν ἔλουον, ἐλεειναῖς φωναῖς ὀδυρόμεναι. Παύσασαι ὅμως ἀπὸ τοὺς θρήνους, παρεκάλουν τὴν Δέσποιναν νὰ μὴ τὰς ἀφήση ὀρφανάς. Ἡ δὲ Θεοτόκος τὰς ἐβεβαίωνεν, ὅτι καὶ ἀφ’ οὗ μετασταθῆ εἰς τοὺς Οὐρανούς, ἔχει νὰ διαφυλάττη, ὄχι μόνον αὐτάς, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸν κόσμον. Ὅθεν μὲ τὰ τοιαῦτα παρηγορητικὰ λόγια, ἔπαυσε τὴν ὑπερβολικὴν αὐτῶν λύπην.
.            Ἔπειτα ἐδιώρισεν ἡ Πάναγνος διὰ τὰ δύω φορέματα ὁπού εἶχεν, ὅτι δηλαδὴ αἱ δύω χῆραι, ὁποὺ ἦτον εἰς αὐτὴν γνώριμαι καὶ φιλαινάδαι, καὶ ὁπού ἐτρέφοντο παρ’ αὐτῆς, αὐταὶ νὰ πάρουν κάθε μία τὸ ἕνα φόρεμα.
.            Εἰς καιρὸν δὲ ὁποὺ ταῦτα ἐδιάτασσεν ἡ Πανάμωμος, ὢ τοῦ θαύματος! ἔγινεν αἰφνιδίως ἕνας ἦχος μιᾶς δυνατῆς βροντῆς, καὶ εὐθὺς ἦλθον ἐκεῖ πάμπολλα νέφαλα, τὰ ὁποῖα ἁρπάσαντα ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τοὺς Ἀποστόλους, ἔφεραν αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκίαν τῆς Θεοτόκου. Μαζὶ δὲ μὲ τοὺς Ἀποστόλους ἦλθε καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος, ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ὁ διδάσκαλος τοῦ Διονυσίου, ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος, καὶ οἱ λοιποὶ θεόσοφοι Ἱεράρχαι, ἐπὶ τῶν νεφελῶν φερόμενοι. Οἱ ὁποῖοι καθὼς ἔμαθον τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν αἰφνιδίως καὶ παραδόξως ἐσυνάχθησαν, ταῦτα ἔλεγον πρὸς τὴν Θεοτόκον: Σὲ Δέσποινα, βλέποντες ἡμεῖς, πὼς ἔζης καὶ ἔμενες εἰς τὸν κόσμον, ἐπαρηγορούμεθα, ὡσὰν νὰ ἐβλέπομεν τὸν Υἱόν σου καὶ Δεσπότην ἡμῶν καὶ Διδάσκαλον. Ἐπειδὴ δὲ τώρα μὲ τὴν βουλὴν τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ σου μεταβαίνεις εἰς τὰ Οὐράνια, διὰ τοῦτο θρηνοῦμεν, ὡς ὁρᾶς, καὶ δακρύομεν. Ἀγκαλὰ καὶ κατὰ ἄλλον τρόπον χαίρομεν, διὰ τὰ ἐπὶ σοὶ οἰκονομούμενα πράγματα. Ταῦτα δὲ λέγοντες, ἔβρεχον τὸ πρόσωπόν τους μὲ δάκρυα.
.            Τότε ἡ Θεοτόκος πρὸς αὐτοὺς ἀπεκρίθη. Ὦ φίλοι καὶ μαθηταὶ τοῦ ἐμοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ, μὴ κάμετε πένθος καὶ λύπην τὴν ἐδικήν μου χαράν. Ἀλλὰ ἐνταφιάσετε τὸ σῶμά μου, καθὼς ἐγὼ θέλω τὸ σχηματίσω ἐπάνω εἰς τὸν νεκροκράββατον. Ὅταν δὲ ταῦτα τὰ λόγια ἐτελειώθησαν, ἰδοὺ φθάνει καὶ ὁ θεσπέσιος Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ὅστις πεσὼν εἰς τοὺς πόδας τῆς Θεομήτορος, ἐπροσκύνησεν αὐτήν. Καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα του, τὴν ἐγκωμίασε μὲ πολλὰ καὶ οὐράνια ἐγκώμια. Χαῖρε, λέγων, ὦ Μῆτερ τῆς ζωῆς, καὶ τοῦ ἐδικοῦ μου κηρύγματος ἡ ὑπόθεσις: διατί, ἀγκαλὰ καὶ ἐγὼ δὲν εἶδον σωματικῶς ἐπὶ τῆς γῆς τὸν Υἱόν σου, ἐσένα ὅμως βλέπωντας, ἐνόμιζον ὅτι βλέπω ἐκεῖνον τὸν ἴδιον. Μετὰ ταῦτα, ἀποχαιρετᾶ ὅλους ἡ Παρθένος. Ἀνακλίνεται ἐπάνω εἰς τὸν νεκροκράββατον. Σχηματίζει τὸ Πανάχραντον αὐτῆς Σῶμα, καθὼς ἠθέλησε. Προσφέρει δεήσεις καὶ ἱκεσίας εἰς τὸν Υἱόν της διὰ τὴν σύστασιν καὶ εἰρήνην ὅλου τοῦ κόσμου. Γεμόζει τοὺς Ἀποστόλους καὶ Ἱεράρχας ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Υἱοῦ της, τὴν διδομένην δι’ αὐτῆς εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ἔτζι ἀφίνει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της τὴν ὁλόφωτον καὶ Παναγίαν ψυχήν της. Τότε ὁ Κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων Πέτρος, ἄρχισε πρῶτος νὰ λέγη εἰς τὴν Θεοτόκον ἐγκώμια ἐπιτάφια, οἱ δὲ λοιποὶ Ἀπόστολοι ἐσήκωσαν τὸν νεκροκράββατον. Καὶ ἄλλοι μὲν ἐπροπορεύοντο ἔμπροσθεν, βαστάζοντες λαμπάδας καὶ φῶτα, καὶ ὕμνους ψάλλοντες. Ἄλλοι δέ, ἠκολούθουν, παραπέμποντες εἰς τὸν τάφον τὸ Θεοδόχον σῶμα τῆς Θεομήτορος.
.            Τότε δὴ τότε καὶ Ἄγγελοι ἠκούοντο ψάλλοντες ἀπὸ τοὺς Οὐρανούς, καὶ αἱ φωναὶ τῶν ἀσωμάτων Δυνάμεων τὸν ἀέρα ἐγέμοζον. Τὰ ὁποῖα ὅλα μὴ ὑποφέροντες νὰ βλέπουν καὶ νὰ ἀκούουν οἱ φθονεροὶ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, ἐπαρακίνησαν μερικοὺς ἀπὸ τὸν λαόν, καὶ ἔπεισαν αὐτοὺς νὰ κρημνίσουν εἰς τὴν γῆν τὸ ἱερὸν νεκροκράββατον, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἐφέρετο τὸ ζωαρχικὸν Σῶμα τῆς Θεοτόκου. Ἀλλ’ ὅμως ἡ θεία δίκη ἐπρόφθασε καὶ ἐπαίδευσε τοὺς τοῦτο τολμήσαντας, τυφλώσασα πάντων τοὺς ὀφθαλμούς. Ἕνα δὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἐστέρησεν ὄχι μόνον ἀπὸ ὀμμάτια, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ χέρια. Ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς θρασύτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὥρμησε καὶ ἔπιασε τὴν ἱερὰν ἐκείνην κλίνην. Ὅστις ἀφῆκεν εἰς τὴν κλίνην κρεμασμένα τὰ τολμηρά του χέρια, τὰ ὁποῖα τὸ σπαθὶ τῆς θείας δίκης ἀπέκοψεν. Ἔμεινε λοιπὸν ὁ τάλας ἐκεῖνος ἕνα ἐλεεινὸν καὶ ἀξιοδάκρυτον θέαμα. Πιστεύσας ὅμως ὕστερον ἐξ ὅλης ψυχῆς, ὄχι μόνον αὐτὸς ἰατρεύθη καὶ ἀπεκατέστη ὑγιὴς ὡς τὸ πρότερον, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὁπού ἐτυφλώθησαν, ἔγινεν αἴτιος ἰατρείας καὶ σωτηρίας. Πέρνωντας γὰρ οὗτος ὀλίγον τι μέρος ἀπὸ τὸ ροῦχον τῆς Θεοτόκου, καὶ βαλὼν αὐτὸ ἐπάνω εἰς τοὺς τυφλωθέντας, ὢ τοῦ θαύματος! ἰάτρευσεν αὐτούς, καὶ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς τυφλότητος, καὶ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ἀπιστίας. Φθάσαντες δὲ οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὸ χωρίον Γεθσημανή, ἐνταφίασαν τὸ Πάναγνον Σῶμα τῆς Θεοτόκου, καὶ τρεῖς ἡμέρας προσμένουσιν ἐκεῖ, ἀκούοντες ἀκαταπαύστως εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, τοὺς ὕμνους καὶ τὰς φωνὰς τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ θείαν οἰκονομίαν, ὡς ἄδεται λόγος, ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους (ὁ Θωμᾶς δηλαδή, καθὼς οἱ πολλοὶ θέλουσιν) δὲν εὑρέθη παρὼν εἰς τὴν κηδείαν τοῦ ζωαρχικοῦ σώματος τῆς Θεομήτορος, ἀλλ’ ἦλθεν εἰς τὴν τρίτην ἡμέραν, διὰ τοῦτο ἐλυπεῖτο πολλά, ἐπειδὴ δὲν ἠξιώθη νὰ ἰδῆ καὶ αὐτὸς ἐκεῖνα, ὁπού ἠξιώθησαν καὶ εἶδον οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι. Ὅθεν κοινῇ ψήφῳ ἅπαντες οἱ Ἀπόστολοι ἄνοιξαν τὸν τάφον διὰ νὰ προσκυνήση τὸ Σῶμα τῆς Θεοτόκου, ὁ ὑστερήσας Ἀπόστολος. Ἀνοίξαντες δὲ τὸν τάφον, ἐξέστησαν ἅπαντες. Εὗρον γὰρ τὸν τάφον, εὔκερον μὲν ἀπὸ σῶμα, μόνον δὲ τὸ σινδόνι ἔχοντα, τὸ ὁποῖον ἔμεινε παρηγορία εἰς τοὺς Ἀποστόλους, ὁπού ἔμελλον νὰ λυποῦνται, καὶ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξις ἀψευδὴς τῆς ἐκ τοῦ τάφου μεταθέσεως τῆς Θεοτόκου. Ἐπειδὴ καὶ ἕως τώρα, ὁ ἐν τῇ πέτρᾳ σκαμμένος τάφος αὐτῆς, βλέπεται καὶ προσκυνεῖται εὔκερος ἀπὸ σῶμα. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῆς Σύναξις καὶ ἑορτὴ ἐν τῷ σεβασμίῳ οἴκῳ τῶν Βλαχερνῶν, πανηγυρίζεται δὲ καὶ εἰς ὅλας τὰς κατὰ τόπον Ἐκκλησίας.

[…]

 .            Σημειοῦμεν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Κυρία ἡμῶν Θεοτόκος, μετὰ τὴν ἐν τῷ τάφῳ τριήμερον αὐτῆς Κοίμησιν, ὄχι μόνον μετέστη, ἀλλὰ καὶ ἀνέστη ἀπὸ τοῦ τάφου, καὶ ἀνελήφθη εἰς τοὺς Οὐρανούς, ἤτοι ἑνώθη πάλιν ἡ ὁλόφωτος αὐτῆς ψυχὴ μετὰ τοῦ θεοδόχου αὐτῆς σώματος, καὶ οὕτως ἀνέστη ἀπὸ τοῦ τάφου. Καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασίν της, εὐθὺς ἀνελήφθη σύσσωμος εἰς τοὺς Οὐρανούς, μᾶλλον δὲ καὶ ὑπὲρ Οὐρανούς. Ὅτι δὲ ταῦτα ἐστιν ἀληθῆ, βεβαιοῦσι τὰ πνευματοκίνητα στόματα τῶν ἱερῶν Θεολόγων. Ὁ μὲν γὰρ θεσπέσιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ἐν ἑνὶ τῶν εἰς τὴν Κοίμησιν τριῶν ἐγκωμίων αὐτοῦ, οὗ ἡ ἀρχή: «Μυστήριον ἡ παροῦσα πανήγυρις», οὕτω γράφει: «Πῶς οὐκ ἀψευδὴς ἡ μετάθεσις; ἐπεὶ καὶ τἆλλα συνέδραμε. Ψυχῆς διάστασις ἀπὸ σώματος, συνθέτου λύσις, μερῶν διάζευξις, ἀνάλυσις, ἐπίζευξις (ἤτοι ἕνωσις ψυχῆς μετὰ σώματος), σύμπηξις (ἤτοι ἀνάστασις) καὶ πρὸς τὸ ἀφανὲς ὑποχώρησις». Ὁ Δαμασκηνὸς Ἰωάννης ἐν ἑνὶ τῶν εἰς τὴν Κοίμησιν τριῶν λόγων αὐτοῦ, οὗ ἡ ἀρχή: «Ἔθος ἐστὶ τοῖς ἐρωτικῶς πρός τι διακειμένοις», οὕτω φησίν: «Ἔδει καθάπερ χρυσὸν ἀποβαλοῦσαν τὸ γεῶδες καὶ ἀλαμπὲς τῆς θνητότητος πάχος, ὡς ἐν χωνεύσει τῷ θανάτῳ σάρκα (τῆς Θεοτόκου) ἄφθαρτον καὶ καθαρὰν τῷ φέγγει τῆς ἀφθαρσίας ἐκλάμπουσαν, ἑξαναστῆναι τοῦ μνήματος. Σήμερον ἀρχὴν λαμβάνει (ἡ Θεοτόκος) δευτέρας ὑπάρξεως (ἥτις ἐστὶν ἡ ἀνάστασις) ὑπὸ τοῦ δόντος αὐτὴ τὴν ἀρχὴν τῆς προτέρας ὑπάρξεως». Τούτοις συμμαρτυρεῖ καὶ ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς οὕτως ἄδων ἔν τινι τροπαρίῳ τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ εἰς τὴν Κοίμησιν Κανόνος αὐτοῦ: «Διὸ θνήσκουσα, σὺν τῷ Υἱῷ ἐγείρη διαιωνίζουσα».
.            Καθαρώτατα δὲ καὶ σαφέστατα τοῦτο παρίστησιν ὁ τῆς Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐν τῷ εἰς τὴν Κοίμησιν λόγῳ αὐτοῦ, οὕτω πανηγυρίζων: «Μόνη αὕτη νῦν μετὰ τοῦ θεοδοξάστου Σώματος σὺν τῷ Υἱῷ τὸν οὐράνιον ἔχει χῶρον… εἰ γὰρ ψυχὴ Θεοῦ χάριν ἔνοικον σχοῦσα πρὸς Οὐρανὸν ἀνέρχεται τῶν ἐνταῦθα λυθεῖσα… πὼς ἄν, τὸ μὴ μόνον ἐν ἑαυτῷ λαβὸν αὐτὸν τὸν προαιώνιον καὶ μονογενῆ τοῦ Θεοῦ Υἱόν, τὴν ἀένναον πηγὴν τῆς χάριτος, ἀλλὰ καὶ γεννητικὸν ἀναφανὲν αὐτοῦ σῶμα, οὐκ ἀπὸ γῆς πρὸς Οὐρανὸν ἀνελήφθη; Διὰ τοῦτο, τ γεννσαν εκότως σμα, συνδοξάζεται τ γεννήματι, δόξῃ θεοπρεπε, κα συνανίσταται, κατ τ προφητικν σμα, τ πρότερον ναστάντι τριημέρῳ Χριστ, ἡ Κιβωτὸς τοῦ ἁγιάσματος αὐτοῦ. Καὶ παράστασις γίνεται τοῖς μαθηταῖς, τῆς ἐκ νεκρῶν αὐτῆς ἀναστάσεως, αἱ σινδόνες καὶ τὰ ἐντάφια μόνα περιλειφθέντα τῷ τάφῳ, καὶ μόνα κατ’ αὐτὸν εὑρεθέντα τοῖς κατὰ ζήτησιν προσελθοῦσι, καθάπερ ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Δεσπότου πρότερον. Οὐκ ἦν δὲ χρεία καὶ ταύτην ἔτι προσολίγον, καθάπερ ὁ ταύτης Υἱὸς καὶ Θεός, διατρίψαι τῇ γῇ. Διὰ τοῦτο πρὸς τὸν ὑπερουράνιον εὐθὺς ἀνελήφθη χῶρον ἀπὸ τοῦ τάφου».
.            Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης τοῦτο βεβαιοῖ ἐν τῷ εἰς τὴν Κοίμησιν λόγῳ αὐτοῦ. Ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ θεῖος Μάρκος ὁ Ἐφέσου ἐν τοῖς εἰς τὴν Κοίμησιν ὀκτωήχοις Κανόσιν αὐτοῦ, οὕτω λέγει ἔν τινι τροπαρίῳ τῆς ἐνάτης ὠδῆς τοῦ βαρέος ἤχου: «Μεγαλυνέσθω εὐφήμοις ὠδαῖς ἡ Πάναγνος, μακαριζέσθω ἀξίως ἡ Παμμακάριστος, ὅτι νενέκρωται καὶ γήγερται πάλιν ς Μήτηρ το Κυρίου, ες πίστωσιν σχάτης ναστάσεως ἣν λπίζομεν». Καὶ ἐν ἄλλῳ τροπαρίῳ τῆς γ´ ὠδῆς τοῦ πλαγίου δ´ ἤχου οὕτω φησί: «Νέκρωσιν ἡ τῆς ζωῆς Μήτηρ δέχεται, καὶ τάφῳ τεθεῖσα, μετὰ τρίτην ἡμέραν, εὐκλεῶς ἐξανίσταται εἰς αἰῶνας τῷ Υἱῷ συμβασιλεύουσα, καὶ αἰτοῦσα τὴν τῶν πταισμάτων ἡμῖν ἄφεσιν». Παρίημι λέγειν, ὅτι καὶ ἐν τῷ κοινῷ Ὡρολογίῳ γράφεται περὶ τῆς ὑψώσεως τῆς Παναγίας, ὅτι οἱ μαθηταὶ τῷ τάφῳ προσελθόντες, καὶ μὴ εὑρόντες τὸ Πανάγιον τῆς Θεοτόκου σῶμα, ἐπείσθησαν ἀληθῶς ὅτι σύσσωμος, ζῶσα, καὶ τριήμερος, ὡς ὁ Υἱὸς αὐτῆς, ἐκ νεκρῶν ἀναστᾶσα καὶ μεταστᾶσα, εἰς Οὐρανοὺς μεταβέβηκε.

 […]

.             Διατὶ δὲ οὐ δημοσιεύεται ἐπ’ Ἐκκλησίας ἡ τῆς Θεοτόκου ἀνάστασις καὶ ἀνάληψις, ἀλλὰ Μετάστασις μόνον αὐτῆς λέγεται; Εἰς τοῦτο ἀποκρίνονται μερικοί. Πρῶτον, ὅτι ἡ τῆς Θεοτόκου ἀνάστασις καὶ ἀνάληψις δὲν εἶναι μαρτυρημένη ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς, καθὼς εἶναι ἡ τοῦ Υἱοῦ αὐτῆς καὶ Θεοῦ Ἀνάστασις καὶ Ἀνάληψις. Δεύτερον, διατὶ ἡ τῆς Θεοτόκου ἀνάστασις καὶ ἀνάληψις, δόγμα στ μυστικόν, ν μόνοις τος λόγοις τν Πατέρων σημειούμενον, κα οχ κήρυγμα. Ὅθεν καὶ σιωπᾶται, ἐπεὶ κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειον, «Τὰ μὲν δόγματα σιωπᾶται, τὰ δὲ κηρύγματα δημοσιεύεται» (καν. ²α´). Ἀποκρίνονται δὲ καὶ τρίτον, ὅτι ἡ Μετάστασις εἶναι καθολικωτέρα τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀναλήψεως. Καθότι πᾶν τὸ ἀναστηθὲν ἢ ἀναληφθέν, μεθίσταται κατὰ τόπον. Ὅθεν Μετάστασις λεγομένη π τς Θεοτόκου, κα τν νάστασιν ατς συμπεριλαμβάνει κα τν νάληψιν. Ἐκ τῶν εἰρημένων λοιπὸν ἔγινε δῆλον, ὅτι οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ Θεοτόκος οὐκ ἀνέστη, ἤτοι δὲν ἑνώθη ἡ ἁγιωτάτη αὐτῆς ψυχὴ μετὰ τοῦ ἀχράντου αὐτῆς σώματος, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ σῶμα αὐτῆς ἐστι ζωντανὸν ἐν Οὐρανοῖς, ἀλλὰ νεκρόν, ὡς χωρισμένον τῆς ζωοποιούσης αὐτὸ ψυχῆς, οὐκ ὀρθῶς τοῦτο φρονοῦσιν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.:  orp.gr

, , , ,

Σχολιάστε