Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μετάνοια

ΚΡΑΥΓH IΚΕΣΙΑΣ ΠΡOΣ ΤOΝ ΚΥΡΙΟ (Χαρ. Μπούσιας)

Κραυγ κεσίας πρς τν Κύριο

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Στὶς δυσκολίες μας, στοὺς πόνους μας, στὶς συμφορὲς ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή, στὶς ἀρρώστιες μας, στὶς ἀδικίες ποὺ αἰσθανόμαστε ζητοῦμε συμπαράσταση, ζητοῦμε κάπου νὰ ἀκουμπήσουμε. Ἔχουμε ἀνάγ­κη ἀπὸ κάποιον νὰ σταθεῖ κοντά μας, νὰ μᾶς γαληνέψει, νὰ μᾶς παρηγορήσει, νὰ μᾶς πεῖ δυὸ λόγια ἀγάπης, νὰ μᾶς δώσει ἕνα χέρι βοηθείας. Νὰ δείξει λίγο ἐνδιαφέρον γιὰ ἐμᾶς, τοὺς ἐμπεριστάτους, τοὺς κατατρεγμένους. Ἀκόμη καὶ τίποτε νὰ μὴν μπορεῖ αὐτὸς νὰ μᾶς προσφέρει, ἀρκεῖ νὰ μᾶς ρίξει ἕνα βλέμμα συμπάθειας, ἕνα βλέμμα γεμάτο ἀγάπη καὶ στοργή.
.           Μήπως αὐτὸ τὸ στοργικὸ βλέμμα δὲν ἀποζητοῦσε καὶ ὁ βανανισμένος βασιλιὰς καὶ ψαλμωδός, ὁ προφήτης Δαβίδ; Τὸ Ψαλτήρι του, αὐτὸ ποὺ ὅλους μᾶς ἀναπαύει, γιατὶ μιλάει στὴν καρδιά μας, μᾶς κάνει νὰ ἐκφράζουμε μαζί του τὴν ἀγωνία μας στὰ καθημερινά μας προβλήματα, στὶς πτώσεις μας, ἀλλὰ καὶ μᾶς δείχνει τὸ οὐράνιο ἀποκούμπι, στὸ ὁποῖο στηριζόμενοι ξεπερνοῦμε κάθε ἀνθρώπινη δυσκολία. Μέσα στὶς σκληρὲς δοκιμασίες τῆς ζωῆς του ὁ Δαβὶδ ἀναζητάει στήριγμα καὶ παρηγοριά. Ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται προδομένος. Ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεό, ποὺ μᾶς βλέπει ὅλους παιδιά Του καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ χαθοῦμε στὰ τάρταρα τῆς κολάσεως, ἀλλὰ ἀποζητάει τρόπους σωτηρίας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ φωνάζει: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου» (Ψαλμ. ΡΛΗ´ [138] 7 – 10).
.           Αἰσθανόμενοι καὶ ἐμεῖς τὴν ἐγκατάλειψη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴν πολιτεία, ἀπὸ τοὺς φίλους μας, μαζὶ μὲ τὸν Δαβὶδ στὶς δυσκολίες μας καταφεύγουμε στὸν Θεό μας. Σὲ Ἐκεῖνον ἐλπίζουμε, σὲ Ἐκεῖνον ἀπευθύνουμε θερμὴ ἱκετηρία δέηση καὶ τοῦ φωνάζουμε: «Ἐπίβλεψον, Κύριε, ἐφ’ ἡμᾶς». Εἴμαστε τὰ παιδιά Σου! «Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου» (Ψαλ. ΞΗ´ [68] 17-18)· Ἐσὺ ποὺ ἔχεις πλῆθος οἰκτιρμῶν καὶ ἄπειρη εὐσπλαχνία, ρίξε στοργικὰ τὸ βλέμμα Σου ἐπάνω μας· μὴν ἀποστρέψεις μὲ ἀδιαφορία τὸ πρόσωπό Σου ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς δούλους Σου, διότι θλιβόμαστε καὶ ὑποφέρουμε. Ἄκουσέ μας γρήγορα, γιατὶ ἔχουμε ἀνάγκη βοηθείας καὶ δὲν ἔχουμε ἄλλη καταφυγή. Ὅλα τὰ παιδιὰ στὶς δυσκολίες στὴν μάνα καὶ τὸν πατέρα καταφεύγουν. Ἐκεῖ βρίσκουν ἀνταπόκριση, ἐκεῖ στοργή, ἐκεῖ βοήθεια.
.           Ὁ Θεός μας καὶ μόνο μὲ τὸ βλέμμα Του μᾶς μεταγγίζει στὴν ψυχὴ ἐλπίδα, εἰρήνη, παρηγοριά, ἐλπίδα, ἔλεος, δύναμη καὶ ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν παρακαλοῦμε: «Ἐπίβλεψον, Κύριε, ἐφ’ ἡμᾶς». Γιὰ ὅλους μας εἶναι πολὺ ἐνισχυτικὴ καὶ παρηγορητικὴ ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ Παντεπόπτης Κύριος, βλέπει τοὺς κόπους μας, τοὺς πόνους μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀποτυχίες μας, ὅπως βλέπει καὶ τὶς προόδους μας, τὶς ἐπιτυχίες μας, τὰ κατορθώματά μας. Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ὅτι ὁ Κύριος μᾶς βλέπει καὶ μᾶς συμπαρίσταται μᾶς χαρίζει ἀσφάλεια καὶ σιγουριά, μᾶς δίνει κουράγιο γιὰ τὴν συνέχιση τοῦ ἀγώνα μας, ἀναγνωρίζει καὶ βραβεύει τοὺς μόχθους μας.
.           Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μας δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀπομακρύνουμε ἀπὸ πάνω μας, ἔστω καὶ ἂν πολλὲς φορὲς δὲν ἀντέχουμε στὴν ἰδέα ὅτι κάποιος μᾶς παρακολουθεῖ, ὅτι βλέπει ὅλες τὶς ἐνέργειές μας. Δὲν θέλουμε κάποτε νὰ μᾶς βλέπουν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διαπράττουμε στὸ σκοτάδι τὶς ἄνομες ἁμαρτίες μας, τὶς βδελυρὲς καὶ θεομίσητες ἐπιθυμίες καὶ ἐνέργειές μας. Τὶς ἐνοχές μας, γιὰ τὶς ὁποῖες ντρεπόμαστε καὶ δὲν θέλουμε οὔτε ἄνθρωπος νὰ τὶς γνωρίζει, πῶς νὰ τὶς βλέπει ὁ παντέφορος ὀφθαλμὸς τοῦ Κυρίου μας; Αὐτὸς ποὺ εἶδε τὴν πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἔσπευσε ἀπὸ ἀγάπη καὶ γνήσιο ἐνδιαφέρον νὰ τὸν συναντήσει φωνάζοντάς τον μὲ τὸ ὄνομά του: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» (Γεν. γ΄ 9). Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει «καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. 7΄ 10), πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν βλέπει τὰ παραπτώματα τῆς ἄνομης βιοτῆς μας καὶ τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες μας; Καὶ δὲν θέλουμε νὰ μᾶς βλέπει κανείς, γιατὶ εἴμαστε ἀνθρωποφοβούμενοι καὶ νομίζουμε ὅτι μποροῦμε οἱ ταλαίπωροι νὰ γλυτώσουμε καὶ ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ μας!
.           Ἐὰν ἀναπαυόμαστε πάντοτε στὸ βλέμμα Του καὶ πιστεύουμε ὅτι αὐτὸ εἶναι βλέμμα στοργῆς καὶ συμπαθείας, βλέμμα ἐλέους καὶ οἰκτιρμῶν δὲν θὰ ἐπιδιώκαμε τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ αὐτό. Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μας δὲν εἶναι βλέμμα ἀστυνομικό, ποὺ μᾶς παρακολουθεῖ σὰν ὑπόπτους καὶ ἐγκληματίες. Εἶναι βλέμμα πατρικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ σωτηρίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ αἴσθηση ὅτι μᾶς βλέπει ὁ Θεός, δὲν δημιουργεῖ φόβο καὶ ἐνοχὴ ἢ ἀσφυκτικὸ κλοιὸ ποὺ πνίγει τὶς ψυχές μας, ἀλλὰ χαρὰ καὶ εἰρήνη ποὺ ἀναπαύει, στηρίζει καὶ ἀναζωογονεῖ.
.           Ὑπάρχουν, βέβαια, στιγμὲς ποὺ αἰσθανόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκατέλειψε. Σὰν νὰ ἔστρεψε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό Του καὶ σὰν νὰ μὴν γυρίζει νὰ ρίξει οὔτε ἕνα βλέμμα στὸ ταλαίπωρο πλάσμα Του. Τοῦτο συμβαίνει, γιατὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή μας δὲν εἶναι εὐάρεστη στὸν Θεό μας καὶ ἡ ἐπικοινωνία μας μαζί Του μέσω τῆς προσευχῆς δὲν ἔχει θέρμη. Ἐμεῖς ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ ὄχι Ἐκεῖνος ἀπὸ ἐμᾶς. Αἴρεται ἡ χάρη Του, γιατὶ ἐμεῖς τὸ ἐπιζητοῦμε μὲ ὁποιαδήποτε συνέπεια. Καὶ ὅταν ἔλθουν οἱ συμφορὲς διερωτώμεθα γιατί σὲ ἐμᾶς; Ὁ Θεὸς ἀποδοκιμάζει τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μας, μισεῖ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἐμᾶς, τὰ παιδιά Του, μᾶς ἀγαπάει. Αὐτὴ ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ Θεοῦ μας στὶς κακὲς ἕξεις καὶ πράξεις μας εἶναι ἡ αἰτία θλίψεως, στενοχώριας, ἀπομονώσεώς μας ἀπὸ τὴν χάρη Του, ἀπομακρυνσεώς μας ἀπὸ τὴν ζωοποιὸ σκέπη καὶ προστασία Του.
.           Ἡ αἴσθηση αὐτὴ τῆς ἐγκαταλείψεώς μας ἀπὸ τὸν Θεό μας τὶς εὐαίσθητες καρδιὲς τὶς συγκλονίζει καὶ τὶς ὁδηγεῖ σὲ ἀναζήτησή Του με ἐντονότερο πόθο. Γι’ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸν Δαβὶδ θερμὰ τὸν παρακαλοῦμε νὰ μὴν ἀποστρέφει τὸ πρόσωπό Του ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπὸ τὰ πλάσματά Του, γιατὶ μᾶς πιάνει θλίψη βαθιά. Καὶ αὐτὴ ἡ θλίψη γίνεται πολλὲς φορὲς πρόξενος μετανοίας καὶ σωτηρίας.
.           Ἡ θλίψη αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἀπὸ τὶς καταστροφικὲς πυρκαγιὲς μὲ τὴν ἑκατόμβη τῶν νεκρῶν ἀδελφῶν μας εἶναι ἀπέραντη. Ἂν εἶχε προηγηθεῖ ἡ θλίψη μας γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ εἶχε ἀκολουθήσει μετάνοια, ὁ Κύριος δὲν θὰ ἐπέτρεπε αὐτὴ τὴν παιδαγωγικὴ συμφορά. Ὁ μαρτυρικὸς διὰ πυρὸς θάνατος τῶν ἀδελφῶν μας θὰ εἶχε ἀποσοβηθεῖ. Ἡ συμφορά, ἡ ταραχὴ καὶ ὁ τρόμος, ποὺ ἐπικράτησε, εἶναι αἰτία ἀποστροφῆς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀσώτους. Καὶ ὁ θάνατος τῶν ἀδελφῶν μας μέσα ἀπὸ τὸ σίγουρο «Κύριε, ἐλέησον» πού, εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι ξεστόμισαν πρὶν τὸ τέλος, τοὺς ὁδήγησε κοντά Του. Εἶναι, ὅμως, αὐτὸς ὁ μαρτυρικὸς τῶν ἀδελφῶν μας θάνατος ἀπαρχὴ μετανοίας γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἐξακολουθοῦμε νὰ βρισκόμαστε σὲ κατάντημα ἠθικὸ καὶ πνευματικό; Δὲν ἔχουμε καιρό. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β´ Κορ. ϛ´ 2). Ἂς ἀπευθύνουμε τοῦ Κυρίου μας λόγια μετανοίας και ἂς τοῦ δείξουμε αὐτὴν μὲ τὶς πράξεις μας. Ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μὴν ἀποστρέψει ἄλλο τὸ πρόσωπό Του ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μας λέγοντας.
.           Μὴν παραβλέψεις, Κύριε, τὴν μετάνοιά μας, συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μας καὶ δεῖξέ μας τὸ ἄπειρο ἔλεός Σου. Ἀμήν!

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΣΩΤΗΡΙΑ ΦΥΓΗ (παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία) [Χαραλ. Μπούσιας]

Σωτήρια φυγή
(παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία)

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Τὸν ὄγδοο πρὸ Χριστοῦ αἰώνα, στὰ χρόνια τοῦ Προφήτη Ἠλία, τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σολομῶντος ὁ λαὸς εἶχε χωρισθεῖ σὲ δύο βασίλεια, τὸ βόρειο μὲ τὶς δέκα φυλὲς καὶ τὸ νότιο μὲ τὶς φυλὲς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν. Τὸ νότιο εἶχε πρωτεύουσα τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ τὸ βόρειο εἶχε πρωτεύουσα τὴ Σαμάρεια. Δυστυχῶς, στὸ βόρειο βασίλειο οἱ βασιλεῖς ἀκολούθησαν τὴν εἰδωλολατρία, ὅπως ὁ Ἀχαάβ. Αὐτὸς εἶχε ἕνα μαλακό, χαλαρό χαρακτήρα, μὲ τάση πρὸς τὴν εἰδωλολατρία, καὶ ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴ γυναίκα του Ἰεζάβελ, ἡ ὁποία δὲν ἦταν Ἑβραία, ἀλλὰ Συροφοινίκισσα, εἰδωλολάτρισσα φανατική. Γρήγορα, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς φοβερῆς γυναίκας, ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἐξοστρακίσθηκε καὶ εἰσήχθηκε ἡ λατρεία τοῦ Βάαλ καὶ τῆς αἰσχρότατης Ἀστάρτης, ἡ ὁποία ἦταν κάτι ἀντίστοιχο μὲ τὴ δική μας Ἀφροδίτη.
.       Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔζησε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, τὴν ἀποστασία στὶς ἡμέρες αὐτοῦ τοῦ βασιλιᾶ, ἐμφανίσθηκε ὁ φλογερός καὶ ζηλωτής Προφήτης ἀπὸ τὴ Θέσβη, ὁ Ἠλίας. Σὰν ἀστραπὴ αἰφνίδια παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν βασιλιά, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ μήνυμα τῆς ἐπ’ ἀόριστον ἀνομβρίας, ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀποστασία τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς κυβερνήσεώς του.
.       Γράφει ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος: «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν καὶ προσευχὴν προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ» (Ἰάκ. ε΄ 17). Καὶ ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὴν προσευχή τοῦ Ἠλία, γιατὶ ἦταν ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ τῶν καθαρῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς δέχεται τὶς προσευχές.
.       «Ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων», (Γ΄ Βασιλ. 17, 1) λέει στὸ βασιλιὰ ὁ Προφήτης. Ὅρκίζομαι στὸ Θεὸ τὸν ζῶντα, τὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου στέκομαι καὶ τὸν Ὁποῖο ὑπηρετῶ, ὅτι, σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ θὰ ἔρθουν, οὔτε θὰ βρέξει οὔτε θὰ πέσει δροσιά. Κι ὅλα θὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ στόμα τὸ δικό μου. Ὅ,τι λέω ἐγώ, αὐτὸ θὰ γίνεται. Αὐτὰ εἶπε ὁ Προφήτης καὶ ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ προσώπου Ἀχαάβ.
.       Ἐμεῖς, οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες, ἀλλοίμονο, βρισκόμαστε σὲ παράλληλες ἡμέρες μὲ ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς τοῦ βορείου Ἰσραήλ. Εἴμαστε βυθισμένοι σὲ πνευματικὴ νάρκη καὶ δὲν ἀκοῦμε τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ τὶς σάλπιγγες τῆς Ἀποκαλύψεως. Οἱ ἡμέρες μας εἶναι κρίσιμες γιὰ τὸ λαό μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Θὰ καταλάβουμε ἄραγε ὅτι, τόσο προσωπικὰ ὅσο καὶ ἐθνικά, σὰν ἀνίκανοι καπεταναῖοι ρίχνουμε τὸ καράβι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ ἔθνους μας στὰ βράχια, ὥστε νὰ συνέλθουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε πορεία πλεύσεως;
.       Ἡ μετάνοια θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἴδια μὲ τὰ μηνύματα τοῦ Προφήτη Ἠλία πρὸς τὸ βασιλιὰ καὶ τὸ λαὸ τοῦ βόρειου Ἰσραήλ. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ βοηθήσει ὁ Θεός, νὰ μᾶς ἐλεήσει, νὰ μὴ νοιώσουμε, ὅ,τι ἔνοιωσαν οἱ Ἰσραηλίτισσες ἐκεῖνες, πρὸς τὶς ὁποῖες ἔλεγε προφητεύοντας ὁ Ἡσαΐας: «- Κυρίες μου… φορᾶτε τὰ φουστάνια σας τὰ ὡραῖα μὲ τὶς ζῶνες τὶς χρυσὲς καὶ τὰ χρυσοκεντημένα καὶ μεταξωτά σας ροῦχα, καὶ τὰ ἀρώματά σας… Σχοινὶ θὰ μπεῖ στὴ μέση σας καὶ θὰ συρθεῖτε ξυπόλυτες στὴ γῆ τῆς αἰχμαλωσίας!… «καὶ ἔσται ἀντὶ ὀσμῆς ἡδείας κονιορτὸς καὶ ἀντὶ ζώνης σχοινίῳ ζώσῃ καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τῆς κεφαλῆς τοῦ χρυσίου φαλάκρωμα ἕξεις διὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἀντὶ τοῦ χιτῶνος τοῦ μεσοπορφύρου περιζώσῃ σάκκον» (Ἡσ. 3, 24). Ἂν δὲν κάνουμε τοὺς συσχετισμούς μας, δὲν συνέλθουμε, δὲν μετανοιώσουμε, θὰ ἔλθουν οἱ συνέπειες καὶ τότε, ἀργὰ βέβαια, ἴσως συνετισθοῦμε.
.       Ὁ Θεός μας, ὁ «πανταχοῦ παρών» προστάτευσε σὲ δύσκολες ἡμέρες, σὲ ἡμέρες φθόνου καὶ κατατρεγμοῦ, τὸν Προφήτη Ἠλία. Τὸν προστάτευσε ἀπὸ τὸν μέχρι θανάτου φθόνο τῆς Ἰεζάβελ. Τὸν παρότρυνε νὰ φύγει μακριὰ καὶ νὰ κρυφθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ λέγοντάς Του: «Πορεύου κατὰ ἀνατολὰς καὶ κρύβηθι ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥάθ, τοῦ ἐπὶ προσώπου Ἰορδάνου, καὶ ἔσται ἐκ τοῦ χειμάῤῥου πίεσαι ὕδωρ καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι διατρέφειν σε» (Γ΄ Βασ. 17, 3-4). Πήγαινε, τοῦ εἶπε, νὰ κρυφθεῖς καὶ ἐγὼ θὰ σὲ διαθρέψω. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι λόγια παμμέγιστης σημασίας. «Κρύβηθι», κρύψου! Αὐτὸ τὸ «κρύβηθι» εἶναι ἕνας σπουδαῖος λόγος γιὰ ὅλους μας καὶ φυσικὰ γιὰ τὸ ἔθνος μας στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διανύει. Τὰ ἴδια λόγια τοῦ Θεοῦ μας τὰ ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη: – Λαέ μου, «εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖα σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρόν, ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου» (Ἡσ. κστ΄ 20). Λαέ μου, περπάτα, μπὲς μέσα στὰ ἐσώτερα δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ σου, κλεῖσε τὴν πόρτα σου, κρύψου γιὰ λίγο, «ὅσον ὅσον», ἕως ὅτου περάσει ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου.
.       Γιὰ νὰ κρυφτοῦμε, ὅμως, πρέπει νὰ φύγουμε· νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν ἐσφαλμένο δρόμο, τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας, στὸν ὁποῖο, δυστυχῶς, βαδίζουμε. Χρειάζεται φυγή! Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι γιὰ νὰ σώσει ὁ Ἰωσὴφ τὸ βρέφος Χριστό, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ Λὼτ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τῶν Σοδόμων, ἔλαβε ἐντολὴ νὰ φύγει, χωρὶς μάλιστα νὰ κοιτάξει πίσω, δηλαδὴ χωρὶς νὰ μολυνθεῖ μὲ φιλήδονες ἐνθυμήσεις, ποὺ προκαλοῦν πειρασμοὺς καὶ ἀναπόφευκτα πτώσεις. Γιὰ νὰ ἀποφύγει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας τέλος ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός, ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπήλαιό του ἀναφωνώντας τὸ σοφότατο: «Μαρτινιανέ, φεῦγε καὶ σῴζου». Ἡ μετάνοιά μας, λοιπόν, καὶ ἡ φυγὴ ἀπὸ τὸ κατεστημένο θὰ μᾶς φέρει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, θὰ ἑλκύσει γύρω μας τὸ ἔλεος Του, ἀφοῦ θὰ κρυφθοῦμε σὰν τὰ μετανοιωμένα παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά Του, καὶ θὰ σώσουμε, ἔτσι, τὴν πατρίδα μας καὶ φυσικὰ τοὺς ἑαυτούς μας.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

«ΟΠΟΤΕ Η ΝΥΜΦΗ ΓΥΡΙΣΕΙ, Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ»

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο
τοῦ Δημ. Μαυρόπουλου:
«Σχόλια στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο»
κδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 2017,
σελ. 116-117
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

[…] Νὰ τὸ πῶ μὲ ἕναν διαφορετικὸ λόγο χρησιμοποιώντας αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος: ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ δικαίωση, τί θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν ἐσχάτη Κρίση; Αὐτὸ ποὺ θὰ προκύψει εἶναι ὅτι θὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου. Ἂν τὸ ἀναγνωρίσουμε, εἴμαστε μὲ τὸν Νυμφίο, ἂν δὲν τὸ ἀναγνωρίσουμε, ὁ Νυμφίος γίνεται πηγὴ βασάνου, ἡ παρουσία του γίνεται πηγὴ βασάνου. Αὐτὸ μᾶς λέει καὶ τὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι, τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν ἁγίων συνδιαγωγήν, βάσανον δὲ τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν. Ἄραγε θὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε; Θὰ προετοιμάσουμε τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὡς ἔκπληξη τὴν παρουσία τοῦ Νυμφίου;
.               Ποιά προετοιμασία κάνει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ γνωρίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου, γιὰ νὰ παραδοθεῖ σὲ αὐτόν; Θὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, ἐνδεχομένως ἀφελές, ἐὰν ἔχω παγιδευτεῖ στὴν ἀντίληψη ἑνὸς τιμωροῦ Θεοῦ, ὀργισμένου Θεοῦ, δικαιοκρίτη– ὅπως τὸν λένε– Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ δικανικὸ περιεχόμενο, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ ἐπιβάλει κοσμικὴ τάξη καὶ ἁρμονία, βραβεύει τὸν δίκαιο καὶ τιμωρεῖ τὸν ἄδικο, κινδυνεύω νὰ μὴν ἀναγνωρίσω τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἐλεήμονα Νυμφίου. Δὲν θὰ ἀποδεχτῶ αὐτὴν τὴν ἐλεήμονα καρδία, ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν καὶ οἱ Προφῆτες καὶ τὰ Εὐαγγέλια καὶ οἱ Πατέρες. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ ἔλεος καὶ ἀγάπη.
.               Ἂν χτίσω τὴ ζωή μου μὲ μία ἀντίληψη ἑνὸς τέτοιου Θεοῦ, δὲν θὰ ἀναγνωρίσω τὸ πρόσωπό του, καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ κόλασή μου· αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ βασανισμός μου, νὰ μὴν ἀναγνωρίσω τὸν ἐλεήμονα Κύριο. Σὲ ὅλες τὶς ἀποκαλύψεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅποτε ἀποκαλύφθηκε ὁ Θεὸς καὶ εἶπε: «ἐδῶ εἶμαι», πάντα προσέθετε: Κύριος πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαγχνος καὶ ἀληθινός. Σχεδὸν ἀμνήμων γιὰ τὰ ἁμαρτήματα, ξεχνάει τὶς ἁμαρτίες μας συνεχῶς. Ἕνα νυμφίο ποὺ λαχταράει τὴν νύμφη, ὁ Μέγας Βασίλειος τὸν ὀνομάζει «μανικὸ ἐραστή», δηλαδὴ τρελαμένο γιὰ τὴν νύμφη. Φεύγει ἡ νύμφη; πάει μὲ ἄλλους ἄνδρες; Γίνεται εἰδωλολάτρισσα μὲ τὸν ἕναν, μὲ τὸν ἄλλον; Αὐτὸς παραμένει μὲ τὴ λαχτάρα τῆς νύμφης καὶ ὅποτε ἡ νύμφη γυρίσει, ἀγκαλιὰ εἶναι ἀνοιχτή, χωρὶς κρίση.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-3 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Γ´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

Μέρος Β´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς δὲν πηγαίνει μπροστά, στὴν πρώτη θέση μέσα στὴν ἐκκλησία. Τί ἀνάγκη ἔχει νὰ τὸ κάνει αὐτό; Ὁ Θεὸς τὸν βλέπει καὶ στὸ πίσω μέρος τῆς ἐκκλησίας τὸ ἴδιο, ὅπως κι ἂν στεκόταν μπροστά. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βρίσκεται πάντα σὲ πραγματικὴ μετάνοια. «Ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πανηγύρι γιὰ τὸ Θεό», λέει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τὴ μηδαμινότητά του ἐνώπιόν του Θεοῦ, γεμίζει μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ὁμολόγησε ἔμφοβος ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. α´ 7). Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά της. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς εἶναι πολὺ ταπεινός, νιώθει εὐτυχὴς μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἐπιτρέπει νὰ πλησιάσει στὰ πόδια Του.
.               Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί; Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς. Τὶς ψυχικὲς ἁμαρτίες μπορεῖς νὰ τὶς διαβάσεις στὰ μάτια. Δὲν διαπιστώνεις κάθε μέρα πώς, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, χαμηλώνει τὰ μάτια του μπροστὰ στοὺς ἄλλους; Πῶς θὰ μποροῦσαν τὰ μάτια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ μὴ χαμηλώσουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ παντογνώστη; Κάθε ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, διαπράττεται κι ἐνώπιόν του Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία στὴ γῆ ποὺ νὰ παραμείνει ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται μὲ ντροπὴ μπροστὰ στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραβολὴ λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι.
.               Ἀλλὰ γιατί χτυποῦσε τὸ στῆθος του; Γιὰ νὰ δείξει Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πὼς τὸ σῶμα εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ σωματικὲς ἐπιθυμίες ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες. Ἡ λαιμαργία ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία. Ἡ λαγνεία ὁδηγεῖ στὴν ὀργὴ κι αὐτὴ στὸ φόνο. Ἡ σωματικὴ ψύχωση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἐξασθενίζει καὶ σκοτώνει τὸν θεϊκὸ ἡρωισμὸ ποὺ ἐνυπάρχει στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ τελώνης χτυπάει τὸ σῶμα του. Ξέρει καλὰ τὴν ἁμαρτία του, τὴν ταπείνωσή του καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸ Θεό.
.               Γιατί ὅμως χτυπάει κυρίως τὸ στῆθος του κι ὄχι τὸ κεφάλι του ἢ τὰ χέρια του; Ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ βρίσκεται στὸ στῆθος. Κι ἡ καρδιὰ εἶναι πηγὴ κάθε ἁμαρτίας καὶ κάθε ἀρετῆς. Εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ´ 20-23). Γι’ αὐτὸ ὁ τελώνης χτυποῦσε τὸ στῆθος του.
.               Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό. Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τελώνης. Δὲν ἀπαριθμοῦσε οὔτε τὰ καλά του ἔργα οὔτε τὰ κακά. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Κι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπαρίθμηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια γιὰ ὂλ’ αὐτά. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
.               Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λένε ὅλα. Θεέ μου, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς κι ἐγὼ ὁ ἄρρωστος. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσεις, σὲ Σένα μόνο ἀνήκω. Ὁ γιατρὸς εἶσαι Ἐσύ, θεραπεία εἶναι τὸ ἔλεός Σου. Λέγοντας ὁ ἄρρωστος, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, εἶναι σὰ νὰ λέει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια: «Γιατρέ, δῶσε τὴ θεραπεία σὲ μένα τὸν ἄρρωστο. Κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θεραπεύσει παρὰ μόνο Ἐσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. Ν´ 6). Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει βοήθεια γιὰ μένα, ὅσο δίκαιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις. Τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε ἡ νηστεία μου, οὔτε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας μου ποὺ δίνω οὔτε ὅλα τὰ καλά μου ἔργα. Μόνο τὸ ἔλεός Σου μπορεῖ νὰ γειάνει τὶς πληγές μου σὰν φάρμακο σωστικό. Ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ τραύματά μου, μᾶλλον τὰ χειροτερεύει. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὴν ἀρρώστια μου κι Ἐσὺ ἔχεις καὶ τὴ θεραπεία. Εἶναι ἄσκοπο γιὰ μένα νὰ πάω ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἢ νὰ προσευχηθῶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἂν Ἐσὺ μὲ ἀπορρίψεις, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἐσύ, μόνο Ἐσύ, Κύριε, μπορεῖς, ἂν τὸ θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σῶσε με. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

* * *

.               Τί λέει ὁ Κύριος τώρα, πῶς ἀπαντάει σ’ αὐτοῦ του εἴδους τὴν προσευχή; «Λέγω ὑμίν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη´ 14). Σὲ ποιὸν ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος; Σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ νομίζουμε πὼς εἴμαστε δίκαιοι. Ὁ τελώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ γύρισε στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ταπείνωση τὶς ἁμαρτίες τοῦ γυρίζει στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ ἄδικος καὶ ἀλαζόνας. Ὁ ταπεινὸς καὶ μετανιωμένος ἄνθρωπος δικαιώνεται, ὄχι ὁ αὐθάδης, ὁ ματαιόδοξος καὶ ὑπερήφανος. Ὁ γιατρὸς ἐλεεῖ καὶ θεραπεύει τὸν ἄρρωστο ποὺ ὁμολογεῖ τὴν ἀρρώστια του κι ἀναζητᾶ θεραπεία, ἐνῶ στέλνει ἄδειο στὸ σπίτι τοῦ ἐκεῖνον ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ γιατρὸ γιὰ νὰ κομπάσει πὼς εἶναι ὑγιής.
.               Ὁ Κύριος τελειώνει τὴ θαυμάσια παραβολή Του μὲ τὴν ἑξῆς διδαχή: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιη´14). Ποιὸς εἶναι ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν καὶ ποιὸς ὁ ταπεινῶν; Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ οὔτε ὅσο τὸ φάρδος μίας τρίχας, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν σηκώσει. Ἐδῶ ὅμως ἐννοεῖ ἐκεῖνον ποὺ νομίζει πὼς ὑψώνεται μὲ τὸ νὰ σπεύδει νὰ καταλάβει τὴν πρώτη θέση, μπροστὰ σὲ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους· ἐκεῖνον ποὺ κομπάζει γιὰ τὰ καλά του ἔργα· ἐκεῖνον ποὺ ὑπερηφανεύεται ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὸ Θεό· αὐτὸν ποὺ ταπεινώνει καὶ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ φαίνεται ἀνώτερος. Σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πὼς ὑψώνονται, στὴν οὐσία ταπεινώνονται. Ὅσο ἀνώτεροι φαντάζουν στὰ δικά τους τὰ μάτια ἢ καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Τέτοιους ἀνθρώπους θὰ τοὺς ταπεινώσει ὁ Θεός. Κάποια μέρα θὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν τὴν ταπείνωση αὐτή. «Ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ταπείνωση, δὲν θὰ λάβει τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του. Ἡ ἀνταπόδοση δὲν δίδεται γιὰ τὰ ἔργα ἀλλὰ γιὰ τὴν ταπείνωση», λέει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (Λόγος λδ´).
.               Ποιός εἶναι αὐτὸς ποῦ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του; Ὄχι βέβαια ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φαίνεται ταπεινότερος, μὰ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὴν ταπεινότητά του ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἄλλη ταπείνωση ἀπό μας, παρὰ μόνο τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται κι ὁμολογεῖ τὸ βάθος ὅπου τὸν βύθισε ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀδύνατο νὰ βυθιστεῖ περισσότερο. Ἡ ἁμαρτία μᾶς τραβάει πάντα χαμηλά, στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν πέφτει ποτέ. Ποῦ μπορεῖ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκεται πιὸ χαμηλὰ ἀπ’ ὅλους; Ἡ ματαιότητα εἶναι μεγάλη αἰσχύνη, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι ὕψος μεγάλο, τιμὴ καὶ ἀξία» (Ὁμιλ. 19).
.               Μὲ λίγα λόγια: Ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ὁ τελώνης, τιμᾶται. Ὁ πρῶτος (ὁ Φαρισαῖος) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ, γιατί δὲ βλέπει πὼς εἶναι ἄρρωστος. Ὁ δεύτερος (ὁ τελώνης) εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν ἀρρώστια του, παρακολουθεῖται ἀπὸ τὸ γιατρὸ καὶ κάνει τὴ θεραπεία του. Ὁ πρῶτος εἶναι σὰν τὸ λεῖο καὶ ψηλὸ δέντρο ποὺ μέσα τοῦ ὅμως εἶναι σάπιο καὶ γι’ αὐτὸ ἄχρηστο στὸν οἰκοδεσπότη. Ὁ δεύτερος εἶναι σὰν τὸ δέντρο ποὺ ἔχει ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμὸς τοῦ εἶναι στραβός, μὰ ὁ οἰκοδεσπότης τὸ κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸ σπίτι του.
.               Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν, νὰ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται μὲ φόβο καὶ δοξάζουν τὸν πανεύσπλαχνο Πατέρα, τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὁ Θεὸς δὲν βιάζεται νὰ δείξει τὴν ἀδυναμία τοῦ πονηροῦ καὶ τὴ δική Του δύναμη στὴν πρώτη ἀντίθεσή Του μὲ τὸν πονηρό. Περιμένει νὰ δεῖ τὸν πονηρὸ νὰ ἐπαίρεται στοὺς οὐρανοὺς κι ἔπειτα νὰ σκορπίζεται ἡ δύναμή του στὴ στιγμή».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Γ´

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

Μέρος Β´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

.           Ἔλεγαν τὸν παλιὸ καιρό: «Ἀγαπῶν ἀργύριον, οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου» (Ἐκκλ. E´ 9). Ὁ Ζακχαῖος ἦταν φιλάργυρος. Εἶχε περάσει ὅλη τὴν ὥς τότε ζωή του μαζεύοντας χρήματα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο. Καὶ συνήθως οἱ τρόποι αὐτοὶ ἦταν ἁμαρτωλοί. Αὐτὴ εἶναι μία ἀρρώστια, ποὺ ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια. Εἶναι μία φωτιὰ ποὺ καίει τόσο περισσότερο τὸν ἄνθρωπο, ὅσο πιὸ πολλὰ χρήματα μαζεύει. Δὲν ὑπάρχει ποσότητα χρημάτων ποὺ θὰ ἱκανοποιήσει τὸν φιλάργυρο. Ὅπως ἡ φωτιὰ δὲν θὰ πεῖ ποτέ, «μὴ μὲ ταΐζετε μ’ ἄλλα ξύλα, ἀρκετὰ εἶναι αὐτά», ἔτσι καὶ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας δὲν θὰ πεῖ ποτὲ «φτάνει, ἀρκετά».
.              Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος αὐτὸ ἀπὸ μόνος του, μὲ τὶς δικές του προσπάθειες. Μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ προκαλεῖ ντροπὴ καὶ φόβο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μαζί της ἡ γνώση κάποιας ἀξίας μεγαλύτερης ἀπὸ τὸ ἀσήμι καὶ τὸ χρυσό, μπορεῖ νὰ τὸ ξεπεράσει. Χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὁ Ζακχαῖος θὰ εἶχε περάσει ὅλη τὴ ζωή του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὅλοι οἱ τελῶνες. Καὶ θὰ εἶχε πεθάνει περιφρονημένος, καταραμένος καὶ ξεχασμένος. Τὸ ὄνομά του δὲν θὰ τὸ βρίσκαμε γραμμένο στὸ εὐαγγέλιο στὴ γῆ, οὔτε καὶ στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς στὸν οὐρανό. Ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ὅμως διέγειρε τὴν ψυχή του, ποὺ ὣς τότε τὴν εἶχε νεκρώσει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας, καὶ τὸν ἔκανε καινούργιο ἄνθρωπο, ἀναγεννημένο κι ἀναστημένο. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀθάνατο μάθημα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, πὼς κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ἐξομολογήθηκε τὴν ἁμαρτία του ὁ Ζακχαῖος. Δὲν εἶπε, «Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός!» ἢ «ἁμαρτία μου εἶναι ἡ φιλαργυρία!». Ἔδειξε πρῶτα τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του κι ἔπειτα ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πὼς τὰ πλούτη ἦταν τὸ πάθος του; καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πῶς εἶχε ἀποκτήσει τὰ πλούτη του μὲ ἄδικο τρόπο; Δὲν εἶπε πρὶν ἀπ’ αὐτὸ πὼς «εἶμαι ἁμαρτωλός, Κύριε, μετανοῶ». Αὐτὸ τὸ ὁμολόγησε στὸν Κύριο μυστικά, μὲ τὴν καρδιά του. Κι ὁ Κύριος δέχτηκε μυστικὰ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ μετάνοιά του. Γιὰ τὸν Κύριο ἀξίζει περισσότερο ν’ ἀναγνωρίσει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία του καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια μὲ τὴν καρδιά του, παρὰ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ μὲ τὴ γλώσσα του. Ἡ γλώσσα μπορεῖ καὶ νὰ ξεγελάσει, ν’ ἀπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι.
.           Προσέξτε ἐπίσης πῶς ἀπαρνήθηκε ὁ Ζακχαῖος τὴν ἁμαρτία του, τί προσπάθειες ἔκανε γιὰ νὰ μετακινηθεῖ στὸ φῶς, ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ ὀλέθριου πάθους τῆς φιλαργυρίας. Μοίρασε ἀμέσως τὴ μισὴ περιουσία του στοὺς φτωχούς. Ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαποῦσε κάθε δεκάρα ποὺ μάζευε καὶ τὴν ἔκρυβε νὰ μὴ τὴν δοῦν οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε νιώσει ποτὲ τὴν ἡδονὴ τῆς προσφορᾶς. Ὅλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετά. Κατέβαλε κάθε προσπάθεια γιὰ ν’ ἀποδώσει δικαιοσύνη, νὰ κάνει καλὸ στοὺς ἄλλους καὶ προσφέρθηκε ν’ ἀποζημιώσει στὸ τετραπλάσιο ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησε. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιεικὴς μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπ’ ὅ,τι ἦταν ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸν ἑαυτό του. Στὸ Νόμο λέει ὁ Μωυσῆς: «ἀνὴρ ἡ γυνή, ὅς τις ἂν ποιήσῃ ἀπὸ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ παριδὼν παρίδῃ καὶ πλημμελήσῃ ἡ ψυχὴ ἐκείνη, ἑξαγορεύσει τὴν ἁμαρτίαν ἣν ἐποίησε, καὶ ἀποδώσει τὴν πλημμέλειαν τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίμεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ’ αὐτῷ, καὶ ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ» (Ἀριθ. ε´ 6-7). Αὐτὰ ὅρισε ὁ Μωυσῆς γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀναγνώρισαν τὴν ἁμαρτία τους. Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν, ποὺ ἀναγνώρισε τὴν ἁμαρτία του, ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο νὰ ἐπιστρέψει σὲ ὅλους ὅσους ἀδίκησε ὁλόκληρο τὸ ποσὸ ποὺ ἔκλεψε, καὶ ἕνα πέμπτο τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ περισσότερο. Ἐκεῖνος ὅμως στάθηκε πιὸ σκληρὸς στὸν ἑαυτό του ἀπ’ ὅ,τι ἀπαιτοῦσε ὁ Νόμος. Θέλησε νὰ ἐφαρμόσει στὸν ἑαυτό του αὐτὸ ποὺ προβλέπει ὁ Νόμος γιὰ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ληστὲς ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν καὶ δὲν ὁμολογοῦν τὸ ἔγκλημά τους, μ’ ὅλο ποὺ τοὺς ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἤθελε ν’ ἀποδώσει στὸ τετραπλάσιο αὐτὰ ποὺ εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν καθένα (βλ. Ἐξ. κβ´ 1). Ἔτσι εἶναι ὅλοι ὅσοι μετανοοῦν. Εὔσπλαχνοι πρὸς τοὺς ἄλλους κι αὐστηροὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους.

.           «Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν» (Λουκ. ιθ´ 9). Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸ Ζακχαῖο, σὲ ἀνταπόκριση τῆς καρδιακῆς μετάνοιάς του, ὡς ἀνταπόδοση στὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τοὺς καρποὺς μετανοίας ποὺ ἐπέδειξε. Τὰ τελευταία λόγια, «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς» (Λουκ. ιθ´ 10), ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς σοφοὺς ἐπικριτὲς ποὺ ὀργίστηκαν μαζί Του ἐπειδὴ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐνῶ βάδιζαν τὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐνῶ γόγγυζαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴν ἀκαταλληλότητα τῆς ἐπίσκεψης αὐτῆς, ὁ Κύριος κρατοῦσε σιωπή, δὲ μιλοῦσε, ἁπλὰ περίμενε. Τί περίμενε; Νὰ δεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ γόγγιζαν καὶ μεμψιμοιροῦσαν μὲ μίσος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς καὶ κείνην τοῦ μετανιωμένου Ζακχαίου, νὰ ἐκτεθοῦν πλήρως στὸ φῶς τῆς μέρας. Ἔδωσε τὰ ἡνία στοὺς δαίμονες τῆς κακίας νὰ φτάσουν στὰ ὅριά τους, ὥστε ἡ ἀπώλειά τους νὰ εἶναι καθαρὴ καὶ προφανής. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ. Θες δὲν βιάζεται ν δείξει τν δυναμία το πονηρο κα τ δική Του δύναμη στν πρώτη ντίθεσή Του μ τν πονηρό. Περιμένει ν δε τν πονηρ ν παίρεται στος ορανος κι πειτα ν σκορπίζεται δύναμή του στ στιγμή.
.           Τόσο ἀδύναμος εἶναι μπροστὰ στὸν παντοδύναμο ὁ πονηρός, ὥστε ἂν ὁ Θεὸς δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργεῖ σὲ κάποιο βαθμὸ κι ἔπειτα νὰ περιορίζεται πάλι, οἱ ἄνθρωποι δὲν θ’ ἀποκτοῦσαν ποτὲ καθαρὴ εἰκόνα γιὰ τὴ μεγαλοσύνη Του. Θες φησε τς δυνάμεις τς κόλασης κα τς γς ν νεργήσουν στ Γολγοθά, στε νποδείξει μετ κα στς δύο ατς δυνάμεις τν κατανίκητη δύναμή Του. Τν δια μέθοδο χρησιμοποίησε κα στν περίπτωση το Ζακχαίου Κύριος. ρχικ πγε στ σπίτι του. Ο θορυβοποιο ξέσπασαν σ φωνές, ο γογγυστς γόγγυζαν, οἱ ἐμπαίζοντες ἐνέπαιξαν. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε ἤρεμος κι ἀτάραχος κι ἀκολούθησε τὸ δρόμο Του. Μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου. Οἱ αὐτοθεωρούμενοι δίκαιοι ἔμειναν ἔξω ἀπὸ τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀπὸ φόβο μὴ μιανθοῦν. Οἱ θορυβοποιοὶ ἐξακολούθησαν νὰ θορυβοῦν ὅλο καὶ πιὸ δυνατά, οἱ γογγυστὲς νὰ γογγύζουν κι οἱ περιπαίζοντες νὰ περιπαίζουν. θρίαμβος τς κακίας φτασε στ πόγαιό του. λοι ο ναντίοι εχαν πειστε πς εχαν πόλυτα δικαιωθε, πς Χριστς εχε νικηθε. Ἐκεῖνοι γνώριζαν τὸ Ζακχαῖο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς δὲν τὸν ἤξερε. Ἐκεῖνοι τηροῦσαν πιστὰ τὸ Νόμο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀθετοῦσε, ἀφοῦ πέρασε τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνοι δὲν μποροῦσαν ν’ ἀπατηθοῦν, ἐνῶ ὁ Χριστὸς μποροῦσε. Καὶ ἀπατήθηκε.
.           Οἱ ἐχθροί Του ἔφτασαν ἔτσι ἀβίαστα καὶ λογικὰ στὸ συμπέρασμα, πὼς ὁ Χριστὸς οὔτε ἀληθινὸς διδάσκαλος ἦταν, οὔτε προφήτης, οὔτε Μεσσίας. Ἂν εἶχε ὅλες αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, ἢ ἔστω μερικὲς ἀπ’ αὐτές, θὰ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ζακχαῖος καὶ δὲν θὰ ἔμπαινε στὸ σπίτι του. Ἑπομένως ἐμεῖς, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς, παγιδέψαμε σήμερα τὸν Χριστὸ κι ἔτσι θὰ σώσουμε τὸν κόσμο ἀπὸ τὴ μεγάλη αὐταπάτη πὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἕνας θρίαμβος, μία μεγάλη νίκη.
.           Ατ πο πέτυχαν ο χθροί Του ταν ννυψώσουν τν κακία τους στν ορανό. Κι λη ατ τν ρα Ζακχαος ρίμαζε κι ξελισσόταν σναν καλλίτερο κι ναγεννημένο νθρωπο. Ὁ Χριστὸς πρόσεχε λιγότερο αὐτὴ τὴν ἑτερογενῆ καὶ μοχθηρὴ μάζα καὶ περισσότερο τὴν ἀνανεωμένη καρδιὰ τοῦ Ζακχαίου. Περίμενε νὰ τελειώσουν ὂλ’ αὐτὰ καὶ μετὰ θὰ μιλοῦσε. Ὅταν ἡ μοχθηρία εἶχε φτάσει στὸν οὐρανὸ κι ἡ σκληρὴ κρούστα τῆς μούχλας εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὶς φθαρμένες καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε ὁ Ζακχαῖος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε λόγια, ποὺ μόνο ἀπὸ τὸν Χριστὸ θὰ περίμενε κανεὶς ν’ ἀκούσει: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ξαφνικὸς κεραυνὸς ποὺ ξέσκισε τὰ σύννεφα. Γιατί γίνατε ξαφνικὰ σιωπηλοί, ὅλοι ἐσεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς; Γιατί δὲν ἐξακολουθεῖτε νὰ θορυβεῖτε, νὰ περιπαίζετε καὶ νὰ γογγύζετε; Γιατί τὰ λόγια σας πνίγηκαν στὸ λαιμό σας; Ποιός ἀπατήθηκε, ὁ Χριστὸς ἢ ἐσεῖς; Ποιός γνώριζε καλύτερα τὸ Ζακχαῖο, ἐσεῖς ἢ ὁ Χριστός; Ποιός εἶναι πιὸ δίκαιος τώρα, ἐσεῖς ἢ ὁ Ζακχαῖος;
.           Πόσο ταπεινὸς καὶ πρᾶος εἶναι ὁ Κύριος! Ὅπως σὲ προηγούμενες περιπτώσεις, ἔτσι καὶ τώρα στέκεται σὰν τὸ ἄκακο ἀρνὶ μπροστὰ σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀόρατοι λύκοι τοὺς ἔχουν κάνει πονηρούς. Πόσο σίγουρος, πόσο ἤρεμος εἶναι στὴ νίκη Του, τώρα ὅπως καὶ πάντα. Περιμένει πολ ερηνικ τν κατάλληλη στιγμή. Κι ὅταν αὐτὴ ἔρθει, στρέφεται στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο, ποὺ γιὰ χάρη του ἄλλαξε δρόμο καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο.
.           Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ οὐράνιος Θεραπευτὴς βεβαιώνει τὸν ἄρρωστο πὼς ἡ ὑγεία του ἀποκαταστάθηκε. Τώρα εἶναι ἕτοιμος νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο καὶ παίρνει τὴ θέση του ἀνάμεσα στοὺς ὑγιεῖς. Ἡ τυφλότητα ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὰ μάτια του, ὅπως κι ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου. Τώρα μπορεῖ νὰ βαδίζει ἐλεύθερα στὸ δρόμο τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐλέους. Γιὰ νὰ πείσει καθαρότερα ὅμως καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ὁ Κύριος πρόσθεσε: καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραὰμ ἐστιν. Ἀληθινὸς υἱὸς Ἀβραὰμ κατὰ πνεῦμα καὶ κατ’ ἀλήθεια, ὄχι μόνο στὸ ὄνομα καὶ τὸ αἷμα, σὰν τοὺς ἄλλους ποὺ περηφανεύονταν ὅτι ἦταν υἱοὶ Ἀβραὰμ μόνο κατ’ ὄνομα, ἐπειδὴ προέρχονταν ἀπὸ ἐκεῖνον.
.           Ὁ Ἀβραὰμ ἀγαποῦσε τὸ συνάνθρωπό του κι εἶχε φόβο Θεοῦ. Ἦταν φιλόξενος, πιστός, δὲν ἦταν φιλάργυρος, ἀναπαυόταν στὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Ζακχαῖος ἔγινε ἕνας ἄλλος Ἀβραάμ. Μὲ τὰ μεγάλα καὶ καλὰ ἔργα τοῦ ὁ Ἀβραάμ, ἔγινε προπάτορας ὅλων τῶν δικαίων. Μὲ τὴ μετάνοιά του ὁ Ζακχαῖος ἔγινε γνήσιος ἀπόγονός του, πνευματικὸς γιός του. Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸ Ζακχαῖο καὶ νὰ προβληματίσει τοὺς ἐχθρούς του.
.           Στὰ τελευταῖα αὐτὰ λόγια Του πρόσθεσε ὁ Κύριος: ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός. Ἦρθε γιὰ ν’ ἀναζητήσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκείνους ποὺ δὲν τοὺς ἀναζητεῖ κανένας, ποὺ ὅλοι τους ἀπορρίπτουν. Ἦρθε νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ τόσο ὁ κόσμος ὅσο κι οἱ ἴδιοι λογαριάζουν χαμένους. Ὁ Μεγάλος Ἥρωας δὲν κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ θεραπεύσει ἐκείνους ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ κάποιο κρυωματάκι, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τοὺς λεπροὺς καὶ τοὺς τυφλούς, τοὺς δαιμονισμένους καὶ τοὺς παραλύτους, ν’ ἀναστήσει νεκροὺς ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Εἶχε πεῖ σὲ μία ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13).

* * *

.           Ἀδελφοί μου! Συνειδητοποιεῖτε ὅτι τὰ παραπάνω λόγια ἐφαρμόζονται σέ μας; Γνωρίζετε πῶς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ποῦ γιὰ χάρη μας ὁ Κύριος κατέβηκε στὴ γῆ; Τὸν ἔφερε κοντά μας ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ ἀπερινόητη ἀγάπη Του γιά μας, γιὰ ν’ ἀναζητήσει τὸ ἀπολωλὸς καὶ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς. Προσέξτε τὸν κοντόσωμο Ζακχαῖο. Στὴ μεγάλη του ἐπιθυμία γιὰ νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἔγινε μέγας. Ὁ Χριστὸς προσεγγίζει κι ἐμᾶς τώρα ὅπως τότε τὸ Ζακχαῖο, περιτριγυρισμένος ἀπὸ πλήθη λαοῦ, ἐν’ ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ δίκαιους καὶ κατήγορους. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου τὰ τελευταῖα δύο χιλιάδες χρόνια ὀρύεται ἐναντίον Του, γύρω Του, μᾶς κατακλύζει. Δὲν ἀκοῦτε τὸ μούγκρισμα, τὸ βρυχηθμό της; Σέρνει πάνω της ὁλόκληρο τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἀκουμπάει δίπλα σου. Κι ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, βαδίζει ὁ ταπεινὸς Κύριος καὶ Σωτήρας μας. Ἂς σπεύσουμε λοιπόν, ἂς ἀνεβοῦμε ψηλὰ γιὰ νὰ δοῦμε τὸν Κύριο. Τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἔχουν ὑπάρξει ἢ ὑπάρχουν, δὲν εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἂς σηκωθοῦμε ἀπὸ τὴ λάσπη τοῦ δρόμου ποὺ βαδίζαμε ὡς τώρα. Ἂς σκαρφαλώσουμε σ’ ἕνα ψηλὸ δέντρο. Ἐκεῖνος θὰ ἔρθει νὰ μᾶς συναντήσει. Μακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸν καλέσει ἡ γλυκύτατη φωνή Του. Ἡ φωνὴ ποὺ τὴ γλυκύτητά της ἀπολαμβάνουν οἱ ἄγγελοι μέχρι πλησμονῆς.
.           Ἡ μετάνοια εἶναι πραγματικὰ τὸ πρῶτο σκαλὶ τῆς κλίμακας ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία, τοῦ Θεοῦ. Κανένας ὡς σήμερα δὲν κατόρθωσε ν’ ἀνεβεῖ στὸ δεύτερο σκαλί, χωρὶς νὰ πατήσει στὸ πρῶτο. Στὴν κενότητα τῆς παρούσας ζωῆς, ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ κρούσει κανεὶς τὴν πόρτα τοῦ οὐρανοῦ. Μπορεῖς νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ χέρι σου ἕναν τοῖχο ὅσο θέλεις. Κανένας δὲν θ’ ἀκούσει γιὰ νὰ σοὺ ἀνοίξει. Χτύπα τὴν πόρτα ὅμως καὶ θὰ σοὺ ἀνοίξει. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ χτύπημα ὄχι στὸν τοῖχο, ἀλλὰ στὴν πόρτα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ φῶς καὶ στὴ σωτηρία. Αὐτὸς ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινὰ καὶ θέλει νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ἔχει ἤδη χτυπήσει μία ἀπὸ τὶς πόρτες ποὺ ὁδηγοῦν μέσα στὸ σπίτι.
.           Ἡ φιλαργυρία τυφλώνει. Μόνο ὁ Χριστὸς δίνει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς. Ἡ φιλαργυρία ἀπομονώνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν δένει μὲ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας. Ὁ Χριστὸς τὸν βγάζει ἀπὸ τὴν ἀπομόνωση καὶ τὸν βάζει στὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων, ἐλευθερώνει τὸν δοῦλο. Σ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦν κι ἀγωνίζονται νὰ δοῦν τὸν Κύριο, φανερώνεται. Καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ φανερώνεται, ἀποκαλύπτει ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅλες τὶς ἀμέτρητες καὶ σταθερὲς εὐλογίες ποὺ παρέχει ὁ Θεός, αὐτὲς ποὺ ἔχει προετοιμάσει ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν.

.           Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

.             Ὁ τυφλὸς Βαρτιμαῖος ἔλαβε τὴν ὅρασή του, ἀλλὰ μαζί του ἔλαβαν τὴν πνευματική τους ὅραση καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐδάφιο πὼς «καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ἐπηρέασε καὶ τὸν Ζακχαῖο τὸν τελώνη, ν’ ἄνοιξε τὴν πνευματική του ὅραση. Σίγουρα θὰ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ πρὶν ἀρκετὰ πράγματα γιὰ τὰ θαυμαστὰ ἔργα καὶ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι γεννήθηκε μέσα του ἡ ἀνυποχώρητη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεῖ. Ἔσπρωξε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἦταν ψηλότεροι ἀπὸ ἐκεῖνον, γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο, μὰ δὲν μπόρεσε καὶ τελικὰ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του.
.             Οἱ τελῶνες λογαριάζονταν ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀκάθαρτοι. Μαζεύοντας τοὺς φόρους τοῦ κράτους, γέμιζαν καὶ τὶς δικές τους τσέπες. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς τοποθετοῦσαν κοντὰ στοὺς εἰδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη´ 17). Ὅταν οἱ εἰσπράκτορες τῶν φόρων γενικά, οἱ τελῶνες, εἶχαν τέτοια κακὴ φήμη, τί ὑπόληψη θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἕνας ἀρχιτελώνης; Ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν ἀρχιτελώνης, ἑπομένως ἦταν καὶ πλούσιος. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸν περιφρονοῦσαν καὶ τὸν φθονοῦσαν. Ἡ περιφρόνηση κι ὁ φθόνος ἦταν οἱ δύο τοῖχοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους συμπιεζόταν ἡ ψυχὴ τοῦ πλούσιου ἁμαρτωλοῦ σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Μέσα π τν μαρτωλ Ζακχαο μως ξεπήδησε νθρωπος Ζακχαος, πο ντιπάλευε τν μαρτωλ πο εχε μέσα του. Ἔτσι ἔτρεξε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε νὰ βρεθεῖ μπροστὰ καὶ νὰ σκαρφαλώσει ψηλὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, νὰ δεῖ ἕνα ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, ντενίσει τ δική του πρωταρχικ κι μόλυντη εκόνα. Ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος τότε κατόρθωσε νὰ σκαρφαλώσει ψηλά, νὰ χρησιμοποιήσει σὰν σκάλα τὴ συκομορέα, ποὺ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο, ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ Κύριος.

«Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκ. ιθ´ 5). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ φαίνεται πὼς ὣς τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ Ζακχαῖος δὲν εἶχε δεῖ τὸν Κύριο. Ὁ Κύριος τὸν εἶδε πρῶτος. Ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ τὸν κάλεσε. Μὲ τὴν πνευματική του ὅραση ὁ Κύριος εἶχε δεῖ τὸν Ζακχαῖο νωρίτερα. Μὲ τὰ σωματικά Του μάτια τὸν εἶδε ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον.
.             Ἂν κι ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι εἶχε σκαρφαλώσει στὸ δέντρο, ὁ Κύριος τὸν εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στὴ συκομορέα. Πόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τὸν ἀναζητοῦμε καὶ κάνουμε πολλὲς προσπάθειες, γιὰ νὰ τὸν βροῦμε καὶ νὰ τὸν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τὴν πνευματική μας ματιά πρὸς Αὑτὸν ἀναζητώντας τον, τότε θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ μᾶς καλέσει μὲ τ᾽ ὄνομά μας, νὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καὶ νὰ διεισδύσουμε μὲ τὴν προσευχὴ στὶς καρδιές μας, στὸν ἀληθινό μας τόπο. Καὶ τότε θὰ μᾶς πεῖ ὁ Κϋριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεῖ στὴν καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεῖ στὰ δάκρυά του προσπαθώντας νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, τότε ἡ καρδιὰ γίνεται τόπος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς διηγήσεως τοῦ Ζακχαίου.
.           «Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων» (Λουκ. ιθ´ 6). Πῶς νὰ μὴ βιαστεῖ ὁ Ζακχαῖος καὶ νὰ τρέξει πρὸς τὴ φωνὴ ποὺ ἀνάσταινε νεκρούς, ἠρεμοῦσε τοὺς ἀνέμους, θεράπευε τοὺς δαιμονισμένους καὶ λύτρωνε τὶς καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ποὺ δάκρυζαν; Πῶς νὰ μὴν ὑποδεχτεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἔστω νὰ τὸν δεῖ λίγο ἀπὸ μακριά; Πῶς νὰ μὴ νιώσει ἀνέκφραστη χαρά, ὅταν τὸν εἶδε στὸ σπίτι του, ὅπου μόνο διάσημοι ἁμαρτωλοὶ σύχναζαν;
.             Ἔτσι ἀγαπάει ὁ Κύριος. Ἔτσι δίνει τὰ δῶρα Του. Γέμισε ἀσφυχτικὰ τὰ δίχτυα τῶν ἀπογοητευμένων ψαράδων μὲ ψάρια. Ἔθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, ὥστε περίσσεψαν καὶ πολλὰ κοφίνια μὲ ψωμιά. Δὲν ἔδινε μόνο τὴ σωματικὴ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματική, στοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Δὲν συγχωροῦσε κάποιες ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ ὅλες. Ἔκανε ἀπὸ κάθε ἄποψη ἔργα βασιλικά, χορηγοῦσε βασιλικὴ εὐσπλαχνία, τά ᾽δινε ὅλα μὲ βασιλικὴ ἀφθονία.
.             Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. Ὁ ἀρχιτελώνης ἤθελε μόνο νὰ τὸν δεῖ. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν τὸν περιόρισε ἐκεῖ. Τὸν κάλεσε πρῶτος καὶ μετὰ τὸν ἐπισκέφτηκε στὸ σπίτι του. Ἔτσι συμπεριφερόταν ὁ Κύριος. Προσέξτε τώρα τὴ συμπεριφορὰ τῶν συνηθισμένων ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων ποὺ κομπάζουν μὲ αὐτοθαυμασμὸ καὶ αὐτοεκτίμηση: «Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ´ 7). Εἶναι ἀνυπολόγιστη δυστυχία τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου «προτρέχει τῆς διανοίας του». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶχε κλίση πρὸς τὴν κακία κι ὁ νοῦς τους ἦταν ἀδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν καὶ παραπονοῦνταν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὶς διαθέσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, οὔτε καὶ τὴν πιθανότητα νὰ εἶχε ἀλλάξει ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος, νὰ εἶχε μετανοήσει. Μὲ τὸν κοντόφθαλμο νοῦ τους σκέφτονταν, πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε πόσο μεγάλος ἁμαρτωλὸς ἦταν ὁ ἀρχιτελώνης. Οἱ Φαρισαῖοι ἔκαναν μία ἐξ ἴσου κοντόφθαλμη κριτικὴ κι ὅταν ὁ Κύριος ἄφησε τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα νὰ πλύνει τὰ πόδια Του: «Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκε ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι» (Λουκ. ζ´ 39). Ἔτσι ἔκριναν τότε, ἔτσι κρίνουν καὶ σήμερα ὅσοι ἔχουν σαρκικὴ ἀντίληψη, αὐτοὶ ποὺ κρίνουν ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σημεῖα καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ βάθη τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ ἢ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς εἶπε ἀρκετὲς φορὲς πὼς στὸν κόσμο ἦρθε γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτωλῶν, ἰδιαίτερα μάλιστα τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν. Ὅπως ὁ γιατρὸς δὲν ἐπισκέπτεται τοὺς ὑγιεῖς ἀλλὰ τοὺς ἀρρώστους, ἔτσι κι ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὄχι τοὺς δίκαιους. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀναφέρεται γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ πὼς ὁ Κύριος ἐπισκέφτηκε στὴν Ἱεριχὼ κάποιον δίκαιο ἄνθρωπο, ἀλλὰ πῶς βιάστηκε νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου. Ἔτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητὸς γιατρὸς στὸ νοσοκομεῖο. Ἐπισκέπτεται ἀμέσως τὸ κρεβάτι τοῦ πιὸ βαριὰ ἄρρωστου.
.             Ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀντιπροσωπεύει ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο, ὅπου νοσηλεύονται ἄρρωστοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ τοὺς ἔχει μολύνει ἡ ἁμαρτία. Σὲ σύγκριση τώρα μὲ τὸν Χριστό, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄρρωστοι. Εἶναι ἀδύναμοι σὲ σχέση μὲ τὴ δύναμή Του· ἄσχημοι σὲ σύγκριση μὲ τὸ κάλλος Του. Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὅμως ὑπάρχουν οἱ ἄρρωστοι κι οἱ βαριὰ ἄρρωστοι, οἱ ἀδύνατοι κι οἱ πιὸ ἀδύνατοι, οἱ ἄσχημοι κι οἱ πιὸ ἄσχημοι. Οἱ πρῶτοι λογαριάζονται ὑγιεῖς, οἱ τελευταῖοι, ἁμαρτωλοί. Ὁ οὐράνιος Ἰατρὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ δική Του ἱκανοποίηση, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀρρώστων. Ἔτσι ἔτρεξε ἀμέσως σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε μολυνθεῖ περισσότερο. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο συνέτρωγε καὶ συνέπινε μὲ ἁμαρτωλούς, ἄφησε τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ δακρύζουν στὰ πόδια Του καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου.
.             Ὁ Ζακχαῖος, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸ σπίτι του, σίγουρα δὲν ἦταν ὁ πιὸ βαριὰ ἄρρωστος ἄνθρωπος στὴν Ἱεριχῶ. Ἡ καρδιὰ τοῦ εἶχε ἀλλάξει σὲ μία στιγμή. Τὴν ἴδια αὐτὴ στιγμὴ ὁ Ζακχαῖος εἶχε μεταβληθεῖ σ’ ἕναν ἄνθρωπο ἀπόλυτα ὑγιῆ, πιὸ δυνατὸ καὶ πιὸ δίκαιο ἀπ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ διαμαρτύρονταν καὶ γόγγυζαν, γιατί εἶχε μετανοήσει γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του κι ἡ καρδιά του εἶχε ἀλλοιωθεῖ. Κι ἡ ἀλλοίωση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς τοῦ φαίνεται ἀπὸ τὰ παρακάτω λόγια του:
.               «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν» (Λουκ. ιθ´ 8). Τοῦ τὸ ζήτησε αὐτὸ κανείς; Ὄχι, κανένας. Ποιός τὸν κατηγόρησε πὼς εἶχε ἀδικήσει ἄλλους; Κανένας. Μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ πανάγνου κι ἀναμαρτήτου Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἔνιωσε μόνος του τὴν ἁμαρτία του. Ἡ παρουσία αὐτὴ τὸν διέγειρε καὶ χωρὶς λόγια κι ἐξηγήσεις προχώρησε σ’ αὐτὸ τὸ βῆμα. Ἡ καρδιὰ ποὺ μετανόησε δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λόγια γιὰ νὰ προσεγγίσει τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει ἄμεσα στὸ μετανοημένο ἁμαρτωλὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κάνει. Φτάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του μὲ τὴν καρδιά του. Κι ἀμέσως τότε ὁ Θεὸς θὰ τὸν σηκώσει μὲ τὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ παρουσιάσει καρποὺς μετανοίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους ὁλόκληρο τὸ δρόμο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας: «Μετανοεῖτε!» Κι ἀμέσως συνέχισε: «ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον μετανοίας» (Ματθ. γ΄ 2,8). Μπροστά μας τώρα ἔχουμε ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ βαδίζει γρήγορα τὸ δρόμο αὐτὸ κι ἐφαρμόζει τὴν ἐντολή.
.           Μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ὁ Ζακχαῖος ἀναστατώθηκε. Ὅταν τὸν εἶδε, μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ἔπειτα, ὅταν ὁ γλυκὺς Ἰατρὸς ἔδειξε τόση συμπάθεια καὶ κατανόηση καὶ μπῆκε στὸ σπίτι του, ἔδειξε τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του. Ἀναγνώρισε κι ὁμολόγησε τὴν ἀρρώστια του κι ἀμέσως πῆρε τὸ καλλίτερο φάρμακο ἐναντίον της.

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπόσπασμα [Α´] ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

βλ. σχετ.: ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΗΓΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

.             Ὅποιος θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, πρέπει νὰ σκαρφαλώσει πνευματικά, νὰ ὑπερβεῖ τὴν φύση, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ αὐτήν. Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ δεῖς ἕνα βουνό, ὅταν εἶσαι πάνω σ’ ἕνα λόφο, παρὰ ὅταν βρίσκεσαι σὲ μία κοιλάδα. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν κοντόσωμος ἄνθρωπος. Ἐπειδὴ ἤθελε πολὺ νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ ὅμως, σκαρφάλωσε σ’ ἕνα ψηλὸ δέντρο. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ πλησιάσει τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ἐξαγνιστεῖ, γιατί θὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο τῶν ἁγίων, τὸν Ἱερὸ τῶν ἱερῶν. Ὁ Ζακχαῖος εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὴ φιλοχρηματία καὶ τὴν ἀσπλαχνία. Ἔτσι ὅταν ἀποφάσισε νὰ συναντήσει τὸν Χριστό, ἔσπευσε νὰ ἐξαγνιστεῖ μὲ μετάνοια καὶ μὲ ἔργα ἐλέους. Μετάνοια εναι πομάκρυνση πλους τοὺς παλιος δρόμους πο πατον τ πόδια τν νθρώπων, αὐτοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν οἱ σκέψεις κι οἱ ἐπιθυμίες τους, καὶ ἡ ἐπιστροφὴ σ’ ἕναν καινούργιο δρόμο: στὸ μονοπάτι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ μετανοήσει ἕνας ἁμαρτωλός, ἂν ἡ καρδιά του δὲν συναντήσει τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ἀναγνωρίσει τὴν ἁμαρτωλότητά του; Προτοῦ ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος δεῖ τὸν Κύριο μὲ τὰ σωματικὰ μάτια του, τὸν συνάντησε ἐσωτερικά, μὲ τὴν καρδιά του, καὶ μετανόησε γιὰ ὅλες τὶς πράξεις του.
.             Μετάνοια εναι πόνος τς αταπάτης, που εχε παρασυρθε γι πολ καιρ μαρτωλός, γι πάρα πολ καιρό, σότου νιώσει τν πόνο ατόν. Ἀπὸ μόνος του ὅμως ὁ πόνος αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν ἀπελπισία, στὸν αὐτοαφανισμό, ἂν δὲν συνοδευτεῖ ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μόνο τότε ὁ πόνος τῆς αὐταπάτης γίνεται θεραπευτικὸς κι ὄχι καταστροφικός. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος πρῶτα ἔνιωσε τὸν πόνο τῆς αὐταπάτης, ποὺ ἂν δὲν εἶχε προχωρήσει στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν εἶχε ὁδηγήσει στὴν ψυχικὴ ἀπώλειά του.
.             Μετάνοια εἶναι ἡ ξαφνικὴ διαπίστωση τῆς λέπρας τοῦ ἀνθρώπου, μία κραυγὴ στὸν Θεραπευτὴ γιὰ θεραπεία. Εἶναι ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σκέφτεται ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλὸς καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἐπιμένει πὼς ἡ ψυχή του εἶναι ὑγιὴς κι ἀναμάρτητη, ὡσότου τὰ πνευματικά του μάτια ἀνοίγουν ξαφνικὰ καὶ βλέπει πὼς ἡ ψυχή του ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ λέπρα. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δεῖ τὴ λέπρα τῆς ψυχῆς του, ἂν δὲν εἶχε κοιταχτεῖ σ’ ἕναν καθρέφτη; Καθρέφτης εἶναι ὁ Χριστός. Σ’ Αὐτὸν βλέπει ὁ καθένας μας καθαρὰ πῶς εἶναι. Ὁ μοναδικὸς αὐτὸς καθρέφτης δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ βλέπουν μέσα του καὶ νὰ διαπιστώνουν τὴν πνευματική τους κατάσταση. Μπροστὰ στὸν Χριστὸ βλέπει κάθε ἄνθρωπος, σὰν σὲ πεντακάθαρο καθρέφτη, τὸν ἑαυτό του ἄρρωστο καὶ ἄσχημο. Βλέπει ὅμως καὶ τὴν πρωταρχικὴ εἰκόνα του – πῶς ἦταν κάποτε καὶ πῶς πρέπει νὰ ξαναγίνει. Ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος ἐξωτερικὰ ἦταν ὑγιής, ὄμορφος. Ὅταν πῆγε νὰ γνωρίσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ εἶδε τὴ φοβερὴ λέπρα του κι ἔνιωσε τὸν τρομερὸ πόνο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γιατρέψει κανένας ἐπίγειος γιατρός, παρὰ μόνο ὁ Χριστός.
.             Μετάνοια εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεραπείας ἀπὸ τὸ ἐγωιστικὸ θέλημα, ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποταγῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μὲ τὸ δικό του θέλημα, γρήγορα χάνει τὴ βασιλικὴ ἀξία του μέσα σ’ ἕνα σταῦλο ζώων καὶ σὲ φωλιὰ ἀγριμιῶν.
.             Κανένας ἄνθρωπος στὴ γῆ δὲν μπόρεσε νὰ ζήσει μὲ τὸ δικό του θέλημα καὶ νὰ παραμείνει σωστὸς ἄνθρωπος. Ὁ «ἄνθρωπος» δὲν μπορεῖ νὰ γίνει συνώνυμος μὲ τὸ «ἐγωιστικὸ θέλημα». Ἄνθρωπος, ἀληθινὸς ἄνθρωπος, σημαίνει ὁλοκληρωτικὴ ὑποταγὴ σ’ ἕνα ἀνώτερο καὶ ὑψηλότερο θέλημα, στὸ διακριτικὸ κι ἀλάθητο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ο θεληματάρηδες ζον σ συλα φρενοβλαβν, σ σπίτια λοσκότεινα. Τὰ σώματά τους εἶναι σκοτεινά, ὅπως κι οἱ ψυχές τους. Τὸ θέλημα ἀνοίγει τὴν πόρτα στὸ ἀκοίμητο σκουλήκι, ποὺ κατατρώει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Μετάνοια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἴδιας τῆς φωλιᾶς τοῦ σκουληκιοῦ. Ὅταν τὰ μάτια τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνοίγουν καὶ βλέπει τί ἔχει μέσα του, κραυγάζει: «Ἀλίμονό μου! Πῶς ἀναπτύχθηκε τόσο μεγάλο πλῆθος σκουληκιῶν μέσα μου; Ἀλίμονό μου! Ποιός θὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἑσμὸ τῶν κακῶν σκουληκιῶν;»

* * *

.             Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιγράφει ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανόησε. Μιλάει γιὰ τὸν κοντόσωμο Ζακχαῖο, ποὺ ἐξαγνίστηκε μὲ τὴ μετάνοια καὶ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, τὸν Ὕψιστο· ποὺ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ λέπρα τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς φιλοχρηματίας μὲ τὴ δύναμη τοῦ παντοδύναμου Χριστοῦ. Κύριος φερε πολλος στ μετάνοια· βρκε κι σωσε πολλος «πολωλότες»· κάλεσε κοντά Του πολλος πο εχαν ξεστρατίσει κα τος βαλε στ σωστ δρόμο. θεία Πρόνοια μως θέλησε ν καταγραφον στ εαγγέλιο λίγα παραδείγματα μετανοίας, κενα πο εναι χαρακτηριστικ κα διδακτικ γι λες τς γενις τν νθρώπων. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου δείχνει μία ἐπανειλημμένη πτώση γιὰ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ μετάνοια ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Τὸ παράδειγμα τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας φανερώνει τὴ λέπρα τῆς ἀνηθικότητας καὶ τὴ θεραπεία της. Τὸ παράδειγμα τοῦ Ζακχαίου δείχνει τὴ λέπρα τῆς πλεονεξίας καὶ τὴ θεραπεία της. Τὸ παράδειγμα τοῦ μετανιωμένου ληστῆ στὸ σταυρὸ δείχνει τὴ δυνατότητα καὶ τὴ σωστικὴ δύναμη τῆς μετάνοιας ἀκόμα καὶ στὸ μεγαλύτερο ἁμαρτωλό, ὡς καὶ τὴν ὕστατη στιγμὴ τῆς ζωῆς, μόλις πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο.
.             Ὅλα τὰ παραδείγματα αὐτὰ εἶναι ἀνθρώπων ποὺ μετανόησαν ἀλλὰ εἶχαν ἐλπίδα, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή. Εἶναι εἰκόνες μετάνοιας ποὺ μπαίνουν μπροστά μας, ὥστε ἀνάλογα μὲ τὴν ἁμαρτωλή μας κατάσταση, νὰ διαλέξουμε τὸ δρόμο ἢ τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας μας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μετάνοια ποὺ εἶναι νεκρική, ἀπελπισμένη καὶ αὐτοκτονική. Τέτοια ἦταν ἡ μετάνοια τοῦ προδότη Ἰούδα: «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῶον…καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. κζ´ 4,5). Τέτοια μετάνοια, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν αὐτοκτονία, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν εὐλογημένη χριστιανικὴ μετάνοια. Εἶναι σατανικὴ καὶ αὐτοκαταστροφικὴ ὀργὴ ποὺ στρέφεται κατὰ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς. Τέτοια μετάνοια εἶναι σατανικὴ ἀποστροφὴ καὶ περιφρόνηση πρὸς τὸν ἄνθρωπο, πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Σήμερα ὅμως ἂς σταθοῦμε στὸ ὑπέροχο παράδειγμα τῆς σωστικῆς μετάνοιας τοῦ Ζακχαίου, ποὺ διαβάζουμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο: «Καὶ εἰσελθὼν (ὁ Ἰησοῦς) διήρχετο τὴν Ἱεριχώ. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν· καὶ προσδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι» (Λουκ. ιθ´ 1-4). Αὐτὸ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Κύριος ἔκανε κι ἄλλο ἕνα θαῦμα στὴν Ἱεριχώ: τὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου. Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς στὸ Ζακχαῖο δὲν ἦταν καθόλου μικρότερο ἀπὸ τὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ. Ἄνοιξε τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου καὶ τὰ πνευματικὰ μάτια τοῦ Ζακχαίου. Ἐξάλειψε τὴν τυφλότητα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ Ζακχαίου. Στὸν Βαρτιμαῖο ἄνοιξε τὰ παράθυρα γιὰ νὰ δεῖ τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὸν ὁρατὸ κόσμο, στὸ Ζακχαῖο ἄνοιξε τὰ παράθυρα τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ δεῖ τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὸν οὐράνιο, τὸν πνευματικὸ κόσμο.
.         Τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε στὸ Βαρτιμαῖο ἐνισχύεται ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὸ Ζακχαῖο. Ἡ ἀπόδοση τῆς σωματικῆς ὅρασης λειτουργεῖ καὶ γιὰ τὴν ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ὅρασης. Κάθε θαμα, πο κανε Κύριος ησος, εχε κυρίως πνευματικ στόχο, πο γενικ φοροσε στν πνευματικ ραση τς τυφλς νθρωπότητας, στε ν δε τν παρουσία το Θεο, τν παντοδυναμία κα τν γαθότητά Του. Ὁ στόχος αὐτὸς ἐπιτεύχθηκε κατὰ ἕνα μέρος στὴ θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν, ἀφοῦ ὁ ἕνας τους μόνο, μαζὶ μὲ τὴ σωματικὴ θεραπεία, θεραπεύτηκε καὶ πνευματικὰ καὶ γύρισε γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο (βλ. Λουκ. ιζ´ 12-19). Στὴν περίπτωση τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου ὅμως, ὅπως καὶ στὴ πλειονότητα τῶν ἄλλων θαυμάτων, ὁ στόχος ἐπιτεύχθηκε ἀπόλυτα. Ὁ Βαρτιμαῖος εἶδε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μίλησε ὁ Κύριος κι ἀμέσως ἀποκαταστάθηκε κι ἡ πνευματική του ὅραση, ἀφοῦ τὴν ἴδια στιγμὴ βεβαιώθηκε γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τὴν παντοδυναμία καὶ τὴν ἀγαθότητά Του «καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεὸν» (Λουκ. ιη´ 43).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε