Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μετάνοια

«ΟΠΟΤΕ Η ΝΥΜΦΗ ΓΥΡΙΣΕΙ, Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ»

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο
τοῦ Δημ. Μαυρόπουλου:
«Σχόλια στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο»
κδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 2017,
σελ. 116-117
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

[…] Νὰ τὸ πῶ μὲ ἕναν διαφορετικὸ λόγο χρησιμοποιώντας αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος: ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ δικαίωση, τί θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν ἐσχάτη Κρίση; Αὐτὸ ποὺ θὰ προκύψει εἶναι ὅτι θὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου. Ἂν τὸ ἀναγνωρίσουμε, εἴμαστε μὲ τὸν Νυμφίο, ἂν δὲν τὸ ἀναγνωρίσουμε, ὁ Νυμφίος γίνεται πηγὴ βασάνου, ἡ παρουσία του γίνεται πηγὴ βασάνου. Αὐτὸ μᾶς λέει καὶ τὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι, τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν ἁγίων συνδιαγωγήν, βάσανον δὲ τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν. Ἄραγε θὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε; Θὰ προετοιμάσουμε τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὡς ἔκπληξη τὴν παρουσία τοῦ Νυμφίου;
.               Ποιά προετοιμασία κάνει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ γνωρίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου, γιὰ νὰ παραδοθεῖ σὲ αὐτόν; Θὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, ἐνδεχομένως ἀφελές, ἐὰν ἔχω παγιδευτεῖ στὴν ἀντίληψη ἑνὸς τιμωροῦ Θεοῦ, ὀργισμένου Θεοῦ, δικαιοκρίτη– ὅπως τὸν λένε– Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ δικανικὸ περιεχόμενο, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ ἐπιβάλει κοσμικὴ τάξη καὶ ἁρμονία, βραβεύει τὸν δίκαιο καὶ τιμωρεῖ τὸν ἄδικο, κινδυνεύω νὰ μὴν ἀναγνωρίσω τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἐλεήμονα Νυμφίου. Δὲν θὰ ἀποδεχτῶ αὐτὴν τὴν ἐλεήμονα καρδία, ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν καὶ οἱ Προφῆτες καὶ τὰ Εὐαγγέλια καὶ οἱ Πατέρες. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ ἔλεος καὶ ἀγάπη.
.               Ἂν χτίσω τὴ ζωή μου μὲ μία ἀντίληψη ἑνὸς τέτοιου Θεοῦ, δὲν θὰ ἀναγνωρίσω τὸ πρόσωπό του, καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ κόλασή μου· αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ βασανισμός μου, νὰ μὴν ἀναγνωρίσω τὸν ἐλεήμονα Κύριο. Σὲ ὅλες τὶς ἀποκαλύψεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅποτε ἀποκαλύφθηκε ὁ Θεὸς καὶ εἶπε: «ἐδῶ εἶμαι», πάντα προσέθετε: Κύριος πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαγχνος καὶ ἀληθινός. Σχεδὸν ἀμνήμων γιὰ τὰ ἁμαρτήματα, ξεχνάει τὶς ἁμαρτίες μας συνεχῶς. Ἕνα νυμφίο ποὺ λαχταράει τὴν νύμφη, ὁ Μέγας Βασίλειος τὸν ὀνομάζει «μανικὸ ἐραστή», δηλαδὴ τρελαμένο γιὰ τὴν νύμφη. Φεύγει ἡ νύμφη; πάει μὲ ἄλλους ἄνδρες; Γίνεται εἰδωλολάτρισσα μὲ τὸν ἕναν, μὲ τὸν ἄλλον; Αὐτὸς παραμένει μὲ τὴ λαχτάρα τῆς νύμφης καὶ ὅποτε ἡ νύμφη γυρίσει, ἀγκαλιὰ εἶναι ἀνοιχτή, χωρὶς κρίση.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-3 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Γ´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

Μέρος Β´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς δὲν πηγαίνει μπροστά, στὴν πρώτη θέση μέσα στὴν ἐκκλησία. Τί ἀνάγκη ἔχει νὰ τὸ κάνει αὐτό; Ὁ Θεὸς τὸν βλέπει καὶ στὸ πίσω μέρος τῆς ἐκκλησίας τὸ ἴδιο, ὅπως κι ἂν στεκόταν μπροστά. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βρίσκεται πάντα σὲ πραγματικὴ μετάνοια. «Ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πανηγύρι γιὰ τὸ Θεό», λέει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τὴ μηδαμινότητά του ἐνώπιόν του Θεοῦ, γεμίζει μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ὁμολόγησε ἔμφοβος ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. α´ 7). Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά της. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς εἶναι πολὺ ταπεινός, νιώθει εὐτυχὴς μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἐπιτρέπει νὰ πλησιάσει στὰ πόδια Του.
.               Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί; Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς. Τὶς ψυχικὲς ἁμαρτίες μπορεῖς νὰ τὶς διαβάσεις στὰ μάτια. Δὲν διαπιστώνεις κάθε μέρα πώς, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, χαμηλώνει τὰ μάτια του μπροστὰ στοὺς ἄλλους; Πῶς θὰ μποροῦσαν τὰ μάτια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ μὴ χαμηλώσουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ παντογνώστη; Κάθε ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, διαπράττεται κι ἐνώπιόν του Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία στὴ γῆ ποὺ νὰ παραμείνει ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται μὲ ντροπὴ μπροστὰ στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραβολὴ λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι.
.               Ἀλλὰ γιατί χτυποῦσε τὸ στῆθος του; Γιὰ νὰ δείξει Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πὼς τὸ σῶμα εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ σωματικὲς ἐπιθυμίες ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες. Ἡ λαιμαργία ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία. Ἡ λαγνεία ὁδηγεῖ στὴν ὀργὴ κι αὐτὴ στὸ φόνο. Ἡ σωματικὴ ψύχωση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἐξασθενίζει καὶ σκοτώνει τὸν θεϊκὸ ἡρωισμὸ ποὺ ἐνυπάρχει στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ τελώνης χτυπάει τὸ σῶμα του. Ξέρει καλὰ τὴν ἁμαρτία του, τὴν ταπείνωσή του καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸ Θεό.
.               Γιατί ὅμως χτυπάει κυρίως τὸ στῆθος του κι ὄχι τὸ κεφάλι του ἢ τὰ χέρια του; Ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ βρίσκεται στὸ στῆθος. Κι ἡ καρδιὰ εἶναι πηγὴ κάθε ἁμαρτίας καὶ κάθε ἀρετῆς. Εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ´ 20-23). Γι’ αὐτὸ ὁ τελώνης χτυποῦσε τὸ στῆθος του.
.               Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό. Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τελώνης. Δὲν ἀπαριθμοῦσε οὔτε τὰ καλά του ἔργα οὔτε τὰ κακά. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Κι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπαρίθμηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια γιὰ ὂλ’ αὐτά. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
.               Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λένε ὅλα. Θεέ μου, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς κι ἐγὼ ὁ ἄρρωστος. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσεις, σὲ Σένα μόνο ἀνήκω. Ὁ γιατρὸς εἶσαι Ἐσύ, θεραπεία εἶναι τὸ ἔλεός Σου. Λέγοντας ὁ ἄρρωστος, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, εἶναι σὰ νὰ λέει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια: «Γιατρέ, δῶσε τὴ θεραπεία σὲ μένα τὸν ἄρρωστο. Κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θεραπεύσει παρὰ μόνο Ἐσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. Ν´ 6). Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει βοήθεια γιὰ μένα, ὅσο δίκαιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις. Τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε ἡ νηστεία μου, οὔτε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας μου ποὺ δίνω οὔτε ὅλα τὰ καλά μου ἔργα. Μόνο τὸ ἔλεός Σου μπορεῖ νὰ γειάνει τὶς πληγές μου σὰν φάρμακο σωστικό. Ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ τραύματά μου, μᾶλλον τὰ χειροτερεύει. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὴν ἀρρώστια μου κι Ἐσὺ ἔχεις καὶ τὴ θεραπεία. Εἶναι ἄσκοπο γιὰ μένα νὰ πάω ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἢ νὰ προσευχηθῶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἂν Ἐσὺ μὲ ἀπορρίψεις, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἐσύ, μόνο Ἐσύ, Κύριε, μπορεῖς, ἂν τὸ θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σῶσε με. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

* * *

.               Τί λέει ὁ Κύριος τώρα, πῶς ἀπαντάει σ’ αὐτοῦ του εἴδους τὴν προσευχή; «Λέγω ὑμίν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη´ 14). Σὲ ποιὸν ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος; Σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ νομίζουμε πὼς εἴμαστε δίκαιοι. Ὁ τελώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ γύρισε στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ταπείνωση τὶς ἁμαρτίες τοῦ γυρίζει στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ ἄδικος καὶ ἀλαζόνας. Ὁ ταπεινὸς καὶ μετανιωμένος ἄνθρωπος δικαιώνεται, ὄχι ὁ αὐθάδης, ὁ ματαιόδοξος καὶ ὑπερήφανος. Ὁ γιατρὸς ἐλεεῖ καὶ θεραπεύει τὸν ἄρρωστο ποὺ ὁμολογεῖ τὴν ἀρρώστια του κι ἀναζητᾶ θεραπεία, ἐνῶ στέλνει ἄδειο στὸ σπίτι τοῦ ἐκεῖνον ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ γιατρὸ γιὰ νὰ κομπάσει πὼς εἶναι ὑγιής.
.               Ὁ Κύριος τελειώνει τὴ θαυμάσια παραβολή Του μὲ τὴν ἑξῆς διδαχή: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιη´14). Ποιὸς εἶναι ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν καὶ ποιὸς ὁ ταπεινῶν; Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ οὔτε ὅσο τὸ φάρδος μίας τρίχας, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν σηκώσει. Ἐδῶ ὅμως ἐννοεῖ ἐκεῖνον ποὺ νομίζει πὼς ὑψώνεται μὲ τὸ νὰ σπεύδει νὰ καταλάβει τὴν πρώτη θέση, μπροστὰ σὲ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους· ἐκεῖνον ποὺ κομπάζει γιὰ τὰ καλά του ἔργα· ἐκεῖνον ποὺ ὑπερηφανεύεται ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὸ Θεό· αὐτὸν ποὺ ταπεινώνει καὶ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ φαίνεται ἀνώτερος. Σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πὼς ὑψώνονται, στὴν οὐσία ταπεινώνονται. Ὅσο ἀνώτεροι φαντάζουν στὰ δικά τους τὰ μάτια ἢ καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Τέτοιους ἀνθρώπους θὰ τοὺς ταπεινώσει ὁ Θεός. Κάποια μέρα θὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν τὴν ταπείνωση αὐτή. «Ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ταπείνωση, δὲν θὰ λάβει τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του. Ἡ ἀνταπόδοση δὲν δίδεται γιὰ τὰ ἔργα ἀλλὰ γιὰ τὴν ταπείνωση», λέει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (Λόγος λδ´).
.               Ποιός εἶναι αὐτὸς ποῦ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του; Ὄχι βέβαια ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φαίνεται ταπεινότερος, μὰ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὴν ταπεινότητά του ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἄλλη ταπείνωση ἀπό μας, παρὰ μόνο τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται κι ὁμολογεῖ τὸ βάθος ὅπου τὸν βύθισε ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀδύνατο νὰ βυθιστεῖ περισσότερο. Ἡ ἁμαρτία μᾶς τραβάει πάντα χαμηλά, στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν πέφτει ποτέ. Ποῦ μπορεῖ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκεται πιὸ χαμηλὰ ἀπ’ ὅλους; Ἡ ματαιότητα εἶναι μεγάλη αἰσχύνη, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι ὕψος μεγάλο, τιμὴ καὶ ἀξία» (Ὁμιλ. 19).
.               Μὲ λίγα λόγια: Ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ὁ τελώνης, τιμᾶται. Ὁ πρῶτος (ὁ Φαρισαῖος) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ, γιατί δὲ βλέπει πὼς εἶναι ἄρρωστος. Ὁ δεύτερος (ὁ τελώνης) εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν ἀρρώστια του, παρακολουθεῖται ἀπὸ τὸ γιατρὸ καὶ κάνει τὴ θεραπεία του. Ὁ πρῶτος εἶναι σὰν τὸ λεῖο καὶ ψηλὸ δέντρο ποὺ μέσα τοῦ ὅμως εἶναι σάπιο καὶ γι’ αὐτὸ ἄχρηστο στὸν οἰκοδεσπότη. Ὁ δεύτερος εἶναι σὰν τὸ δέντρο ποὺ ἔχει ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμὸς τοῦ εἶναι στραβός, μὰ ὁ οἰκοδεσπότης τὸ κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸ σπίτι του.
.               Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν, νὰ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται μὲ φόβο καὶ δοξάζουν τὸν πανεύσπλαχνο Πατέρα, τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὁ Θεὸς δὲν βιάζεται νὰ δείξει τὴν ἀδυναμία τοῦ πονηροῦ καὶ τὴ δική Του δύναμη στὴν πρώτη ἀντίθεσή Του μὲ τὸν πονηρό. Περιμένει νὰ δεῖ τὸν πονηρὸ νὰ ἐπαίρεται στοὺς οὐρανοὺς κι ἔπειτα νὰ σκορπίζεται ἡ δύναμή του στὴ στιγμή».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Γ´

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

Μέρος Β´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

.           Ἔλεγαν τὸν παλιὸ καιρό: «Ἀγαπῶν ἀργύριον, οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου» (Ἐκκλ. E´ 9). Ὁ Ζακχαῖος ἦταν φιλάργυρος. Εἶχε περάσει ὅλη τὴν ὥς τότε ζωή του μαζεύοντας χρήματα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο. Καὶ συνήθως οἱ τρόποι αὐτοὶ ἦταν ἁμαρτωλοί. Αὐτὴ εἶναι μία ἀρρώστια, ποὺ ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια. Εἶναι μία φωτιὰ ποὺ καίει τόσο περισσότερο τὸν ἄνθρωπο, ὅσο πιὸ πολλὰ χρήματα μαζεύει. Δὲν ὑπάρχει ποσότητα χρημάτων ποὺ θὰ ἱκανοποιήσει τὸν φιλάργυρο. Ὅπως ἡ φωτιὰ δὲν θὰ πεῖ ποτέ, «μὴ μὲ ταΐζετε μ’ ἄλλα ξύλα, ἀρκετὰ εἶναι αὐτά», ἔτσι καὶ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας δὲν θὰ πεῖ ποτὲ «φτάνει, ἀρκετά».
.              Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος αὐτὸ ἀπὸ μόνος του, μὲ τὶς δικές του προσπάθειες. Μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ προκαλεῖ ντροπὴ καὶ φόβο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μαζί της ἡ γνώση κάποιας ἀξίας μεγαλύτερης ἀπὸ τὸ ἀσήμι καὶ τὸ χρυσό, μπορεῖ νὰ τὸ ξεπεράσει. Χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὁ Ζακχαῖος θὰ εἶχε περάσει ὅλη τὴ ζωή του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὅλοι οἱ τελῶνες. Καὶ θὰ εἶχε πεθάνει περιφρονημένος, καταραμένος καὶ ξεχασμένος. Τὸ ὄνομά του δὲν θὰ τὸ βρίσκαμε γραμμένο στὸ εὐαγγέλιο στὴ γῆ, οὔτε καὶ στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς στὸν οὐρανό. Ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ὅμως διέγειρε τὴν ψυχή του, ποὺ ὣς τότε τὴν εἶχε νεκρώσει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας, καὶ τὸν ἔκανε καινούργιο ἄνθρωπο, ἀναγεννημένο κι ἀναστημένο. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀθάνατο μάθημα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, πὼς κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ἐξομολογήθηκε τὴν ἁμαρτία του ὁ Ζακχαῖος. Δὲν εἶπε, «Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός!» ἢ «ἁμαρτία μου εἶναι ἡ φιλαργυρία!». Ἔδειξε πρῶτα τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του κι ἔπειτα ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πὼς τὰ πλούτη ἦταν τὸ πάθος του; καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πῶς εἶχε ἀποκτήσει τὰ πλούτη του μὲ ἄδικο τρόπο; Δὲν εἶπε πρὶν ἀπ’ αὐτὸ πὼς «εἶμαι ἁμαρτωλός, Κύριε, μετανοῶ». Αὐτὸ τὸ ὁμολόγησε στὸν Κύριο μυστικά, μὲ τὴν καρδιά του. Κι ὁ Κύριος δέχτηκε μυστικὰ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ μετάνοιά του. Γιὰ τὸν Κύριο ἀξίζει περισσότερο ν’ ἀναγνωρίσει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία του καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια μὲ τὴν καρδιά του, παρὰ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ μὲ τὴ γλώσσα του. Ἡ γλώσσα μπορεῖ καὶ νὰ ξεγελάσει, ν’ ἀπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι.
.           Προσέξτε ἐπίσης πῶς ἀπαρνήθηκε ὁ Ζακχαῖος τὴν ἁμαρτία του, τί προσπάθειες ἔκανε γιὰ νὰ μετακινηθεῖ στὸ φῶς, ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ ὀλέθριου πάθους τῆς φιλαργυρίας. Μοίρασε ἀμέσως τὴ μισὴ περιουσία του στοὺς φτωχούς. Ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαποῦσε κάθε δεκάρα ποὺ μάζευε καὶ τὴν ἔκρυβε νὰ μὴ τὴν δοῦν οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε νιώσει ποτὲ τὴν ἡδονὴ τῆς προσφορᾶς. Ὅλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετά. Κατέβαλε κάθε προσπάθεια γιὰ ν’ ἀποδώσει δικαιοσύνη, νὰ κάνει καλὸ στοὺς ἄλλους καὶ προσφέρθηκε ν’ ἀποζημιώσει στὸ τετραπλάσιο ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησε. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιεικὴς μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπ’ ὅ,τι ἦταν ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸν ἑαυτό του. Στὸ Νόμο λέει ὁ Μωυσῆς: «ἀνὴρ ἡ γυνή, ὅς τις ἂν ποιήσῃ ἀπὸ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ παριδὼν παρίδῃ καὶ πλημμελήσῃ ἡ ψυχὴ ἐκείνη, ἑξαγορεύσει τὴν ἁμαρτίαν ἣν ἐποίησε, καὶ ἀποδώσει τὴν πλημμέλειαν τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίμεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ’ αὐτῷ, καὶ ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ» (Ἀριθ. ε´ 6-7). Αὐτὰ ὅρισε ὁ Μωυσῆς γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀναγνώρισαν τὴν ἁμαρτία τους. Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν, ποὺ ἀναγνώρισε τὴν ἁμαρτία του, ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο νὰ ἐπιστρέψει σὲ ὅλους ὅσους ἀδίκησε ὁλόκληρο τὸ ποσὸ ποὺ ἔκλεψε, καὶ ἕνα πέμπτο τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ περισσότερο. Ἐκεῖνος ὅμως στάθηκε πιὸ σκληρὸς στὸν ἑαυτό του ἀπ’ ὅ,τι ἀπαιτοῦσε ὁ Νόμος. Θέλησε νὰ ἐφαρμόσει στὸν ἑαυτό του αὐτὸ ποὺ προβλέπει ὁ Νόμος γιὰ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ληστὲς ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν καὶ δὲν ὁμολογοῦν τὸ ἔγκλημά τους, μ’ ὅλο ποὺ τοὺς ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἤθελε ν’ ἀποδώσει στὸ τετραπλάσιο αὐτὰ ποὺ εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν καθένα (βλ. Ἐξ. κβ´ 1). Ἔτσι εἶναι ὅλοι ὅσοι μετανοοῦν. Εὔσπλαχνοι πρὸς τοὺς ἄλλους κι αὐστηροὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους.

.           «Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν» (Λουκ. ιθ´ 9). Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸ Ζακχαῖο, σὲ ἀνταπόκριση τῆς καρδιακῆς μετάνοιάς του, ὡς ἀνταπόδοση στὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τοὺς καρποὺς μετανοίας ποὺ ἐπέδειξε. Τὰ τελευταία λόγια, «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς» (Λουκ. ιθ´ 10), ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς σοφοὺς ἐπικριτὲς ποὺ ὀργίστηκαν μαζί Του ἐπειδὴ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐνῶ βάδιζαν τὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐνῶ γόγγυζαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴν ἀκαταλληλότητα τῆς ἐπίσκεψης αὐτῆς, ὁ Κύριος κρατοῦσε σιωπή, δὲ μιλοῦσε, ἁπλὰ περίμενε. Τί περίμενε; Νὰ δεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ γόγγιζαν καὶ μεμψιμοιροῦσαν μὲ μίσος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς καὶ κείνην τοῦ μετανιωμένου Ζακχαίου, νὰ ἐκτεθοῦν πλήρως στὸ φῶς τῆς μέρας. Ἔδωσε τὰ ἡνία στοὺς δαίμονες τῆς κακίας νὰ φτάσουν στὰ ὅριά τους, ὥστε ἡ ἀπώλειά τους νὰ εἶναι καθαρὴ καὶ προφανής. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ. Θες δὲν βιάζεται ν δείξει τν δυναμία το πονηρο κα τ δική Του δύναμη στν πρώτη ντίθεσή Του μ τν πονηρό. Περιμένει ν δε τν πονηρ ν παίρεται στος ορανος κι πειτα ν σκορπίζεται δύναμή του στ στιγμή.
.           Τόσο ἀδύναμος εἶναι μπροστὰ στὸν παντοδύναμο ὁ πονηρός, ὥστε ἂν ὁ Θεὸς δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργεῖ σὲ κάποιο βαθμὸ κι ἔπειτα νὰ περιορίζεται πάλι, οἱ ἄνθρωποι δὲν θ’ ἀποκτοῦσαν ποτὲ καθαρὴ εἰκόνα γιὰ τὴ μεγαλοσύνη Του. Θες φησε τς δυνάμεις τς κόλασης κα τς γς ν νεργήσουν στ Γολγοθά, στε νποδείξει μετ κα στς δύο ατς δυνάμεις τν κατανίκητη δύναμή Του. Τν δια μέθοδο χρησιμοποίησε κα στν περίπτωση το Ζακχαίου Κύριος. ρχικ πγε στ σπίτι του. Ο θορυβοποιο ξέσπασαν σ φωνές, ο γογγυστς γόγγυζαν, οἱ ἐμπαίζοντες ἐνέπαιξαν. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε ἤρεμος κι ἀτάραχος κι ἀκολούθησε τὸ δρόμο Του. Μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου. Οἱ αὐτοθεωρούμενοι δίκαιοι ἔμειναν ἔξω ἀπὸ τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀπὸ φόβο μὴ μιανθοῦν. Οἱ θορυβοποιοὶ ἐξακολούθησαν νὰ θορυβοῦν ὅλο καὶ πιὸ δυνατά, οἱ γογγυστὲς νὰ γογγύζουν κι οἱ περιπαίζοντες νὰ περιπαίζουν. θρίαμβος τς κακίας φτασε στ πόγαιό του. λοι ο ναντίοι εχαν πειστε πς εχαν πόλυτα δικαιωθε, πς Χριστς εχε νικηθε. Ἐκεῖνοι γνώριζαν τὸ Ζακχαῖο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς δὲν τὸν ἤξερε. Ἐκεῖνοι τηροῦσαν πιστὰ τὸ Νόμο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀθετοῦσε, ἀφοῦ πέρασε τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνοι δὲν μποροῦσαν ν’ ἀπατηθοῦν, ἐνῶ ὁ Χριστὸς μποροῦσε. Καὶ ἀπατήθηκε.
.           Οἱ ἐχθροί Του ἔφτασαν ἔτσι ἀβίαστα καὶ λογικὰ στὸ συμπέρασμα, πὼς ὁ Χριστὸς οὔτε ἀληθινὸς διδάσκαλος ἦταν, οὔτε προφήτης, οὔτε Μεσσίας. Ἂν εἶχε ὅλες αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, ἢ ἔστω μερικὲς ἀπ’ αὐτές, θὰ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ζακχαῖος καὶ δὲν θὰ ἔμπαινε στὸ σπίτι του. Ἑπομένως ἐμεῖς, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς, παγιδέψαμε σήμερα τὸν Χριστὸ κι ἔτσι θὰ σώσουμε τὸν κόσμο ἀπὸ τὴ μεγάλη αὐταπάτη πὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἕνας θρίαμβος, μία μεγάλη νίκη.
.           Ατ πο πέτυχαν ο χθροί Του ταν ννυψώσουν τν κακία τους στν ορανό. Κι λη ατ τν ρα Ζακχαος ρίμαζε κι ξελισσόταν σναν καλλίτερο κι ναγεννημένο νθρωπο. Ὁ Χριστὸς πρόσεχε λιγότερο αὐτὴ τὴν ἑτερογενῆ καὶ μοχθηρὴ μάζα καὶ περισσότερο τὴν ἀνανεωμένη καρδιὰ τοῦ Ζακχαίου. Περίμενε νὰ τελειώσουν ὂλ’ αὐτὰ καὶ μετὰ θὰ μιλοῦσε. Ὅταν ἡ μοχθηρία εἶχε φτάσει στὸν οὐρανὸ κι ἡ σκληρὴ κρούστα τῆς μούχλας εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὶς φθαρμένες καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε ὁ Ζακχαῖος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε λόγια, ποὺ μόνο ἀπὸ τὸν Χριστὸ θὰ περίμενε κανεὶς ν’ ἀκούσει: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ξαφνικὸς κεραυνὸς ποὺ ξέσκισε τὰ σύννεφα. Γιατί γίνατε ξαφνικὰ σιωπηλοί, ὅλοι ἐσεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς; Γιατί δὲν ἐξακολουθεῖτε νὰ θορυβεῖτε, νὰ περιπαίζετε καὶ νὰ γογγύζετε; Γιατί τὰ λόγια σας πνίγηκαν στὸ λαιμό σας; Ποιός ἀπατήθηκε, ὁ Χριστὸς ἢ ἐσεῖς; Ποιός γνώριζε καλύτερα τὸ Ζακχαῖο, ἐσεῖς ἢ ὁ Χριστός; Ποιός εἶναι πιὸ δίκαιος τώρα, ἐσεῖς ἢ ὁ Ζακχαῖος;
.           Πόσο ταπεινὸς καὶ πρᾶος εἶναι ὁ Κύριος! Ὅπως σὲ προηγούμενες περιπτώσεις, ἔτσι καὶ τώρα στέκεται σὰν τὸ ἄκακο ἀρνὶ μπροστὰ σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀόρατοι λύκοι τοὺς ἔχουν κάνει πονηρούς. Πόσο σίγουρος, πόσο ἤρεμος εἶναι στὴ νίκη Του, τώρα ὅπως καὶ πάντα. Περιμένει πολ ερηνικ τν κατάλληλη στιγμή. Κι ὅταν αὐτὴ ἔρθει, στρέφεται στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο, ποὺ γιὰ χάρη του ἄλλαξε δρόμο καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο.
.           Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ οὐράνιος Θεραπευτὴς βεβαιώνει τὸν ἄρρωστο πὼς ἡ ὑγεία του ἀποκαταστάθηκε. Τώρα εἶναι ἕτοιμος νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο καὶ παίρνει τὴ θέση του ἀνάμεσα στοὺς ὑγιεῖς. Ἡ τυφλότητα ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὰ μάτια του, ὅπως κι ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου. Τώρα μπορεῖ νὰ βαδίζει ἐλεύθερα στὸ δρόμο τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐλέους. Γιὰ νὰ πείσει καθαρότερα ὅμως καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ὁ Κύριος πρόσθεσε: καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραὰμ ἐστιν. Ἀληθινὸς υἱὸς Ἀβραὰμ κατὰ πνεῦμα καὶ κατ’ ἀλήθεια, ὄχι μόνο στὸ ὄνομα καὶ τὸ αἷμα, σὰν τοὺς ἄλλους ποὺ περηφανεύονταν ὅτι ἦταν υἱοὶ Ἀβραὰμ μόνο κατ’ ὄνομα, ἐπειδὴ προέρχονταν ἀπὸ ἐκεῖνον.
.           Ὁ Ἀβραὰμ ἀγαποῦσε τὸ συνάνθρωπό του κι εἶχε φόβο Θεοῦ. Ἦταν φιλόξενος, πιστός, δὲν ἦταν φιλάργυρος, ἀναπαυόταν στὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Ζακχαῖος ἔγινε ἕνας ἄλλος Ἀβραάμ. Μὲ τὰ μεγάλα καὶ καλὰ ἔργα τοῦ ὁ Ἀβραάμ, ἔγινε προπάτορας ὅλων τῶν δικαίων. Μὲ τὴ μετάνοιά του ὁ Ζακχαῖος ἔγινε γνήσιος ἀπόγονός του, πνευματικὸς γιός του. Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸ Ζακχαῖο καὶ νὰ προβληματίσει τοὺς ἐχθρούς του.
.           Στὰ τελευταῖα αὐτὰ λόγια Του πρόσθεσε ὁ Κύριος: ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός. Ἦρθε γιὰ ν’ ἀναζητήσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκείνους ποὺ δὲν τοὺς ἀναζητεῖ κανένας, ποὺ ὅλοι τους ἀπορρίπτουν. Ἦρθε νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ τόσο ὁ κόσμος ὅσο κι οἱ ἴδιοι λογαριάζουν χαμένους. Ὁ Μεγάλος Ἥρωας δὲν κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ θεραπεύσει ἐκείνους ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ κάποιο κρυωματάκι, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τοὺς λεπροὺς καὶ τοὺς τυφλούς, τοὺς δαιμονισμένους καὶ τοὺς παραλύτους, ν’ ἀναστήσει νεκροὺς ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Εἶχε πεῖ σὲ μία ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13).

* * *

.           Ἀδελφοί μου! Συνειδητοποιεῖτε ὅτι τὰ παραπάνω λόγια ἐφαρμόζονται σέ μας; Γνωρίζετε πῶς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ποῦ γιὰ χάρη μας ὁ Κύριος κατέβηκε στὴ γῆ; Τὸν ἔφερε κοντά μας ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ ἀπερινόητη ἀγάπη Του γιά μας, γιὰ ν’ ἀναζητήσει τὸ ἀπολωλὸς καὶ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς. Προσέξτε τὸν κοντόσωμο Ζακχαῖο. Στὴ μεγάλη του ἐπιθυμία γιὰ νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἔγινε μέγας. Ὁ Χριστὸς προσεγγίζει κι ἐμᾶς τώρα ὅπως τότε τὸ Ζακχαῖο, περιτριγυρισμένος ἀπὸ πλήθη λαοῦ, ἐν’ ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ δίκαιους καὶ κατήγορους. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου τὰ τελευταῖα δύο χιλιάδες χρόνια ὀρύεται ἐναντίον Του, γύρω Του, μᾶς κατακλύζει. Δὲν ἀκοῦτε τὸ μούγκρισμα, τὸ βρυχηθμό της; Σέρνει πάνω της ὁλόκληρο τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἀκουμπάει δίπλα σου. Κι ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, βαδίζει ὁ ταπεινὸς Κύριος καὶ Σωτήρας μας. Ἂς σπεύσουμε λοιπόν, ἂς ἀνεβοῦμε ψηλὰ γιὰ νὰ δοῦμε τὸν Κύριο. Τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἔχουν ὑπάρξει ἢ ὑπάρχουν, δὲν εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἂς σηκωθοῦμε ἀπὸ τὴ λάσπη τοῦ δρόμου ποὺ βαδίζαμε ὡς τώρα. Ἂς σκαρφαλώσουμε σ’ ἕνα ψηλὸ δέντρο. Ἐκεῖνος θὰ ἔρθει νὰ μᾶς συναντήσει. Μακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸν καλέσει ἡ γλυκύτατη φωνή Του. Ἡ φωνὴ ποὺ τὴ γλυκύτητά της ἀπολαμβάνουν οἱ ἄγγελοι μέχρι πλησμονῆς.
.           Ἡ μετάνοια εἶναι πραγματικὰ τὸ πρῶτο σκαλὶ τῆς κλίμακας ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία, τοῦ Θεοῦ. Κανένας ὡς σήμερα δὲν κατόρθωσε ν’ ἀνεβεῖ στὸ δεύτερο σκαλί, χωρὶς νὰ πατήσει στὸ πρῶτο. Στὴν κενότητα τῆς παρούσας ζωῆς, ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ κρούσει κανεὶς τὴν πόρτα τοῦ οὐρανοῦ. Μπορεῖς νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ χέρι σου ἕναν τοῖχο ὅσο θέλεις. Κανένας δὲν θ’ ἀκούσει γιὰ νὰ σοὺ ἀνοίξει. Χτύπα τὴν πόρτα ὅμως καὶ θὰ σοὺ ἀνοίξει. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ χτύπημα ὄχι στὸν τοῖχο, ἀλλὰ στὴν πόρτα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ φῶς καὶ στὴ σωτηρία. Αὐτὸς ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινὰ καὶ θέλει νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ἔχει ἤδη χτυπήσει μία ἀπὸ τὶς πόρτες ποὺ ὁδηγοῦν μέσα στὸ σπίτι.
.           Ἡ φιλαργυρία τυφλώνει. Μόνο ὁ Χριστὸς δίνει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς. Ἡ φιλαργυρία ἀπομονώνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν δένει μὲ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας. Ὁ Χριστὸς τὸν βγάζει ἀπὸ τὴν ἀπομόνωση καὶ τὸν βάζει στὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων, ἐλευθερώνει τὸν δοῦλο. Σ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦν κι ἀγωνίζονται νὰ δοῦν τὸν Κύριο, φανερώνεται. Καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ φανερώνεται, ἀποκαλύπτει ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅλες τὶς ἀμέτρητες καὶ σταθερὲς εὐλογίες ποὺ παρέχει ὁ Θεός, αὐτὲς ποὺ ἔχει προετοιμάσει ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν.

.           Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

.             Ὁ τυφλὸς Βαρτιμαῖος ἔλαβε τὴν ὅρασή του, ἀλλὰ μαζί του ἔλαβαν τὴν πνευματική τους ὅραση καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐδάφιο πὼς «καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ἐπηρέασε καὶ τὸν Ζακχαῖο τὸν τελώνη, ν’ ἄνοιξε τὴν πνευματική του ὅραση. Σίγουρα θὰ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ πρὶν ἀρκετὰ πράγματα γιὰ τὰ θαυμαστὰ ἔργα καὶ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι γεννήθηκε μέσα του ἡ ἀνυποχώρητη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεῖ. Ἔσπρωξε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἦταν ψηλότεροι ἀπὸ ἐκεῖνον, γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο, μὰ δὲν μπόρεσε καὶ τελικὰ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του.
.             Οἱ τελῶνες λογαριάζονταν ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀκάθαρτοι. Μαζεύοντας τοὺς φόρους τοῦ κράτους, γέμιζαν καὶ τὶς δικές τους τσέπες. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς τοποθετοῦσαν κοντὰ στοὺς εἰδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη´ 17). Ὅταν οἱ εἰσπράκτορες τῶν φόρων γενικά, οἱ τελῶνες, εἶχαν τέτοια κακὴ φήμη, τί ὑπόληψη θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἕνας ἀρχιτελώνης; Ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν ἀρχιτελώνης, ἑπομένως ἦταν καὶ πλούσιος. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸν περιφρονοῦσαν καὶ τὸν φθονοῦσαν. Ἡ περιφρόνηση κι ὁ φθόνος ἦταν οἱ δύο τοῖχοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους συμπιεζόταν ἡ ψυχὴ τοῦ πλούσιου ἁμαρτωλοῦ σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Μέσα π τν μαρτωλ Ζακχαο μως ξεπήδησε νθρωπος Ζακχαος, πο ντιπάλευε τν μαρτωλ πο εχε μέσα του. Ἔτσι ἔτρεξε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε νὰ βρεθεῖ μπροστὰ καὶ νὰ σκαρφαλώσει ψηλὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, νὰ δεῖ ἕνα ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, ντενίσει τ δική του πρωταρχικ κι μόλυντη εκόνα. Ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος τότε κατόρθωσε νὰ σκαρφαλώσει ψηλά, νὰ χρησιμοποιήσει σὰν σκάλα τὴ συκομορέα, ποὺ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο, ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ Κύριος.

«Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκ. ιθ´ 5). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ φαίνεται πὼς ὣς τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ Ζακχαῖος δὲν εἶχε δεῖ τὸν Κύριο. Ὁ Κύριος τὸν εἶδε πρῶτος. Ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ τὸν κάλεσε. Μὲ τὴν πνευματική του ὅραση ὁ Κύριος εἶχε δεῖ τὸν Ζακχαῖο νωρίτερα. Μὲ τὰ σωματικά Του μάτια τὸν εἶδε ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον.
.             Ἂν κι ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι εἶχε σκαρφαλώσει στὸ δέντρο, ὁ Κύριος τὸν εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στὴ συκομορέα. Πόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τὸν ἀναζητοῦμε καὶ κάνουμε πολλὲς προσπάθειες, γιὰ νὰ τὸν βροῦμε καὶ νὰ τὸν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τὴν πνευματική μας ματιά πρὸς Αὑτὸν ἀναζητώντας τον, τότε θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ μᾶς καλέσει μὲ τ᾽ ὄνομά μας, νὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καὶ νὰ διεισδύσουμε μὲ τὴν προσευχὴ στὶς καρδιές μας, στὸν ἀληθινό μας τόπο. Καὶ τότε θὰ μᾶς πεῖ ὁ Κϋριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεῖ στὴν καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεῖ στὰ δάκρυά του προσπαθώντας νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, τότε ἡ καρδιὰ γίνεται τόπος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς διηγήσεως τοῦ Ζακχαίου.
.           «Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων» (Λουκ. ιθ´ 6). Πῶς νὰ μὴ βιαστεῖ ὁ Ζακχαῖος καὶ νὰ τρέξει πρὸς τὴ φωνὴ ποὺ ἀνάσταινε νεκρούς, ἠρεμοῦσε τοὺς ἀνέμους, θεράπευε τοὺς δαιμονισμένους καὶ λύτρωνε τὶς καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ποὺ δάκρυζαν; Πῶς νὰ μὴν ὑποδεχτεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἔστω νὰ τὸν δεῖ λίγο ἀπὸ μακριά; Πῶς νὰ μὴ νιώσει ἀνέκφραστη χαρά, ὅταν τὸν εἶδε στὸ σπίτι του, ὅπου μόνο διάσημοι ἁμαρτωλοὶ σύχναζαν;
.             Ἔτσι ἀγαπάει ὁ Κύριος. Ἔτσι δίνει τὰ δῶρα Του. Γέμισε ἀσφυχτικὰ τὰ δίχτυα τῶν ἀπογοητευμένων ψαράδων μὲ ψάρια. Ἔθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, ὥστε περίσσεψαν καὶ πολλὰ κοφίνια μὲ ψωμιά. Δὲν ἔδινε μόνο τὴ σωματικὴ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματική, στοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Δὲν συγχωροῦσε κάποιες ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ ὅλες. Ἔκανε ἀπὸ κάθε ἄποψη ἔργα βασιλικά, χορηγοῦσε βασιλικὴ εὐσπλαχνία, τά ᾽δινε ὅλα μὲ βασιλικὴ ἀφθονία.
.             Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. Ὁ ἀρχιτελώνης ἤθελε μόνο νὰ τὸν δεῖ. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν τὸν περιόρισε ἐκεῖ. Τὸν κάλεσε πρῶτος καὶ μετὰ τὸν ἐπισκέφτηκε στὸ σπίτι του. Ἔτσι συμπεριφερόταν ὁ Κύριος. Προσέξτε τώρα τὴ συμπεριφορὰ τῶν συνηθισμένων ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων ποὺ κομπάζουν μὲ αὐτοθαυμασμὸ καὶ αὐτοεκτίμηση: «Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ´ 7). Εἶναι ἀνυπολόγιστη δυστυχία τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου «προτρέχει τῆς διανοίας του». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶχε κλίση πρὸς τὴν κακία κι ὁ νοῦς τους ἦταν ἀδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν καὶ παραπονοῦνταν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὶς διαθέσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, οὔτε καὶ τὴν πιθανότητα νὰ εἶχε ἀλλάξει ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος, νὰ εἶχε μετανοήσει. Μὲ τὸν κοντόφθαλμο νοῦ τους σκέφτονταν, πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε πόσο μεγάλος ἁμαρτωλὸς ἦταν ὁ ἀρχιτελώνης. Οἱ Φαρισαῖοι ἔκαναν μία ἐξ ἴσου κοντόφθαλμη κριτικὴ κι ὅταν ὁ Κύριος ἄφησε τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα νὰ πλύνει τὰ πόδια Του: «Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκε ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι» (Λουκ. ζ´ 39). Ἔτσι ἔκριναν τότε, ἔτσι κρίνουν καὶ σήμερα ὅσοι ἔχουν σαρκικὴ ἀντίληψη, αὐτοὶ ποὺ κρίνουν ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σημεῖα καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ βάθη τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ ἢ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς εἶπε ἀρκετὲς φορὲς πὼς στὸν κόσμο ἦρθε γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτωλῶν, ἰδιαίτερα μάλιστα τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν. Ὅπως ὁ γιατρὸς δὲν ἐπισκέπτεται τοὺς ὑγιεῖς ἀλλὰ τοὺς ἀρρώστους, ἔτσι κι ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὄχι τοὺς δίκαιους. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀναφέρεται γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ πὼς ὁ Κύριος ἐπισκέφτηκε στὴν Ἱεριχὼ κάποιον δίκαιο ἄνθρωπο, ἀλλὰ πῶς βιάστηκε νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου. Ἔτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητὸς γιατρὸς στὸ νοσοκομεῖο. Ἐπισκέπτεται ἀμέσως τὸ κρεβάτι τοῦ πιὸ βαριὰ ἄρρωστου.
.             Ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀντιπροσωπεύει ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο, ὅπου νοσηλεύονται ἄρρωστοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ τοὺς ἔχει μολύνει ἡ ἁμαρτία. Σὲ σύγκριση τώρα μὲ τὸν Χριστό, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄρρωστοι. Εἶναι ἀδύναμοι σὲ σχέση μὲ τὴ δύναμή Του· ἄσχημοι σὲ σύγκριση μὲ τὸ κάλλος Του. Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὅμως ὑπάρχουν οἱ ἄρρωστοι κι οἱ βαριὰ ἄρρωστοι, οἱ ἀδύνατοι κι οἱ πιὸ ἀδύνατοι, οἱ ἄσχημοι κι οἱ πιὸ ἄσχημοι. Οἱ πρῶτοι λογαριάζονται ὑγιεῖς, οἱ τελευταῖοι, ἁμαρτωλοί. Ὁ οὐράνιος Ἰατρὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ δική Του ἱκανοποίηση, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀρρώστων. Ἔτσι ἔτρεξε ἀμέσως σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε μολυνθεῖ περισσότερο. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο συνέτρωγε καὶ συνέπινε μὲ ἁμαρτωλούς, ἄφησε τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ δακρύζουν στὰ πόδια Του καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου.
.             Ὁ Ζακχαῖος, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸ σπίτι του, σίγουρα δὲν ἦταν ὁ πιὸ βαριὰ ἄρρωστος ἄνθρωπος στὴν Ἱεριχῶ. Ἡ καρδιὰ τοῦ εἶχε ἀλλάξει σὲ μία στιγμή. Τὴν ἴδια αὐτὴ στιγμὴ ὁ Ζακχαῖος εἶχε μεταβληθεῖ σ’ ἕναν ἄνθρωπο ἀπόλυτα ὑγιῆ, πιὸ δυνατὸ καὶ πιὸ δίκαιο ἀπ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ διαμαρτύρονταν καὶ γόγγυζαν, γιατί εἶχε μετανοήσει γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του κι ἡ καρδιά του εἶχε ἀλλοιωθεῖ. Κι ἡ ἀλλοίωση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς τοῦ φαίνεται ἀπὸ τὰ παρακάτω λόγια του:
.               «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν» (Λουκ. ιθ´ 8). Τοῦ τὸ ζήτησε αὐτὸ κανείς; Ὄχι, κανένας. Ποιός τὸν κατηγόρησε πὼς εἶχε ἀδικήσει ἄλλους; Κανένας. Μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ πανάγνου κι ἀναμαρτήτου Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἔνιωσε μόνος του τὴν ἁμαρτία του. Ἡ παρουσία αὐτὴ τὸν διέγειρε καὶ χωρὶς λόγια κι ἐξηγήσεις προχώρησε σ’ αὐτὸ τὸ βῆμα. Ἡ καρδιὰ ποὺ μετανόησε δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λόγια γιὰ νὰ προσεγγίσει τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει ἄμεσα στὸ μετανοημένο ἁμαρτωλὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κάνει. Φτάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του μὲ τὴν καρδιά του. Κι ἀμέσως τότε ὁ Θεὸς θὰ τὸν σηκώσει μὲ τὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ παρουσιάσει καρποὺς μετανοίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους ὁλόκληρο τὸ δρόμο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας: «Μετανοεῖτε!» Κι ἀμέσως συνέχισε: «ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον μετανοίας» (Ματθ. γ΄ 2,8). Μπροστά μας τώρα ἔχουμε ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ βαδίζει γρήγορα τὸ δρόμο αὐτὸ κι ἐφαρμόζει τὴν ἐντολή.
.           Μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ὁ Ζακχαῖος ἀναστατώθηκε. Ὅταν τὸν εἶδε, μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ἔπειτα, ὅταν ὁ γλυκὺς Ἰατρὸς ἔδειξε τόση συμπάθεια καὶ κατανόηση καὶ μπῆκε στὸ σπίτι του, ἔδειξε τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του. Ἀναγνώρισε κι ὁμολόγησε τὴν ἀρρώστια του κι ἀμέσως πῆρε τὸ καλλίτερο φάρμακο ἐναντίον της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπόσπασμα [Α´] ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

βλ. σχετ.: ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΗΓΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

.             Ὅποιος θέλει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, πρέπει νὰ σκαρφαλώσει πνευματικά, νὰ ὑπερβεῖ τὴν φύση, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ αὐτήν. Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ δεῖς ἕνα βουνό, ὅταν εἶσαι πάνω σ’ ἕνα λόφο, παρὰ ὅταν βρίσκεσαι σὲ μία κοιλάδα. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν κοντόσωμος ἄνθρωπος. Ἐπειδὴ ἤθελε πολὺ νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ ὅμως, σκαρφάλωσε σ’ ἕνα ψηλὸ δέντρο. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ πλησιάσει τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ἐξαγνιστεῖ, γιατί θὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο τῶν ἁγίων, τὸν Ἱερὸ τῶν ἱερῶν. Ὁ Ζακχαῖος εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὴ φιλοχρηματία καὶ τὴν ἀσπλαχνία. Ἔτσι ὅταν ἀποφάσισε νὰ συναντήσει τὸν Χριστό, ἔσπευσε νὰ ἐξαγνιστεῖ μὲ μετάνοια καὶ μὲ ἔργα ἐλέους. Μετάνοια εναι πομάκρυνση πλους τοὺς παλιος δρόμους πο πατον τ πόδια τν νθρώπων, αὐτοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν οἱ σκέψεις κι οἱ ἐπιθυμίες τους, καὶ ἡ ἐπιστροφὴ σ’ ἕναν καινούργιο δρόμο: στὸ μονοπάτι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ μετανοήσει ἕνας ἁμαρτωλός, ἂν ἡ καρδιά του δὲν συναντήσει τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ἀναγνωρίσει τὴν ἁμαρτωλότητά του; Προτοῦ ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος δεῖ τὸν Κύριο μὲ τὰ σωματικὰ μάτια του, τὸν συνάντησε ἐσωτερικά, μὲ τὴν καρδιά του, καὶ μετανόησε γιὰ ὅλες τὶς πράξεις του.
.             Μετάνοια εναι πόνος τς αταπάτης, που εχε παρασυρθε γι πολ καιρ μαρτωλός, γι πάρα πολ καιρό, σότου νιώσει τν πόνο ατόν. Ἀπὸ μόνος του ὅμως ὁ πόνος αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν ἀπελπισία, στὸν αὐτοαφανισμό, ἂν δὲν συνοδευτεῖ ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μόνο τότε ὁ πόνος τῆς αὐταπάτης γίνεται θεραπευτικὸς κι ὄχι καταστροφικός. Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος πρῶτα ἔνιωσε τὸν πόνο τῆς αὐταπάτης, ποὺ ἂν δὲν εἶχε προχωρήσει στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν εἶχε ὁδηγήσει στὴν ψυχικὴ ἀπώλειά του.
.             Μετάνοια εἶναι ἡ ξαφνικὴ διαπίστωση τῆς λέπρας τοῦ ἀνθρώπου, μία κραυγὴ στὸν Θεραπευτὴ γιὰ θεραπεία. Εἶναι ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σκέφτεται ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλὸς καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἐπιμένει πὼς ἡ ψυχή του εἶναι ὑγιὴς κι ἀναμάρτητη, ὡσότου τὰ πνευματικά του μάτια ἀνοίγουν ξαφνικὰ καὶ βλέπει πὼς ἡ ψυχή του ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ λέπρα. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δεῖ τὴ λέπρα τῆς ψυχῆς του, ἂν δὲν εἶχε κοιταχτεῖ σ’ ἕναν καθρέφτη; Καθρέφτης εἶναι ὁ Χριστός. Σ’ Αὐτὸν βλέπει ὁ καθένας μας καθαρὰ πῶς εἶναι. Ὁ μοναδικὸς αὐτὸς καθρέφτης δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ βλέπουν μέσα του καὶ νὰ διαπιστώνουν τὴν πνευματική τους κατάσταση. Μπροστὰ στὸν Χριστὸ βλέπει κάθε ἄνθρωπος, σὰν σὲ πεντακάθαρο καθρέφτη, τὸν ἑαυτό του ἄρρωστο καὶ ἄσχημο. Βλέπει ὅμως καὶ τὴν πρωταρχικὴ εἰκόνα του – πῶς ἦταν κάποτε καὶ πῶς πρέπει νὰ ξαναγίνει. Ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος ἐξωτερικὰ ἦταν ὑγιής, ὄμορφος. Ὅταν πῆγε νὰ γνωρίσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ εἶδε τὴ φοβερὴ λέπρα του κι ἔνιωσε τὸν τρομερὸ πόνο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γιατρέψει κανένας ἐπίγειος γιατρός, παρὰ μόνο ὁ Χριστός.
.             Μετάνοια εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεραπείας ἀπὸ τὸ ἐγωιστικὸ θέλημα, ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποταγῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μὲ τὸ δικό του θέλημα, γρήγορα χάνει τὴ βασιλικὴ ἀξία του μέσα σ’ ἕνα σταῦλο ζώων καὶ σὲ φωλιὰ ἀγριμιῶν.
.             Κανένας ἄνθρωπος στὴ γῆ δὲν μπόρεσε νὰ ζήσει μὲ τὸ δικό του θέλημα καὶ νὰ παραμείνει σωστὸς ἄνθρωπος. Ὁ «ἄνθρωπος» δὲν μπορεῖ νὰ γίνει συνώνυμος μὲ τὸ «ἐγωιστικὸ θέλημα». Ἄνθρωπος, ἀληθινὸς ἄνθρωπος, σημαίνει ὁλοκληρωτικὴ ὑποταγὴ σ’ ἕνα ἀνώτερο καὶ ὑψηλότερο θέλημα, στὸ διακριτικὸ κι ἀλάθητο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ο θεληματάρηδες ζον σ συλα φρενοβλαβν, σ σπίτια λοσκότεινα. Τὰ σώματά τους εἶναι σκοτεινά, ὅπως κι οἱ ψυχές τους. Τὸ θέλημα ἀνοίγει τὴν πόρτα στὸ ἀκοίμητο σκουλήκι, ποὺ κατατρώει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Μετάνοια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἴδιας τῆς φωλιᾶς τοῦ σκουληκιοῦ. Ὅταν τὰ μάτια τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνοίγουν καὶ βλέπει τί ἔχει μέσα του, κραυγάζει: «Ἀλίμονό μου! Πῶς ἀναπτύχθηκε τόσο μεγάλο πλῆθος σκουληκιῶν μέσα μου; Ἀλίμονό μου! Ποιός θὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἑσμὸ τῶν κακῶν σκουληκιῶν;»

* * *

.             Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιγράφει ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανόησε. Μιλάει γιὰ τὸν κοντόσωμο Ζακχαῖο, ποὺ ἐξαγνίστηκε μὲ τὴ μετάνοια καὶ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, τὸν Ὕψιστο· ποὺ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ λέπρα τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς φιλοχρηματίας μὲ τὴ δύναμη τοῦ παντοδύναμου Χριστοῦ. Κύριος φερε πολλος στ μετάνοια· βρκε κι σωσε πολλος «πολωλότες»· κάλεσε κοντά Του πολλος πο εχαν ξεστρατίσει κα τος βαλε στ σωστ δρόμο. θεία Πρόνοια μως θέλησε ν καταγραφον στ εαγγέλιο λίγα παραδείγματα μετανοίας, κενα πο εναι χαρακτηριστικ κα διδακτικ γι λες τς γενις τν νθρώπων. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου δείχνει μία ἐπανειλημμένη πτώση γιὰ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ μετάνοια ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Τὸ παράδειγμα τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας φανερώνει τὴ λέπρα τῆς ἀνηθικότητας καὶ τὴ θεραπεία της. Τὸ παράδειγμα τοῦ Ζακχαίου δείχνει τὴ λέπρα τῆς πλεονεξίας καὶ τὴ θεραπεία της. Τὸ παράδειγμα τοῦ μετανιωμένου ληστῆ στὸ σταυρὸ δείχνει τὴ δυνατότητα καὶ τὴ σωστικὴ δύναμη τῆς μετάνοιας ἀκόμα καὶ στὸ μεγαλύτερο ἁμαρτωλό, ὡς καὶ τὴν ὕστατη στιγμὴ τῆς ζωῆς, μόλις πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο.
.             Ὅλα τὰ παραδείγματα αὐτὰ εἶναι ἀνθρώπων ποὺ μετανόησαν ἀλλὰ εἶχαν ἐλπίδα, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή. Εἶναι εἰκόνες μετάνοιας ποὺ μπαίνουν μπροστά μας, ὥστε ἀνάλογα μὲ τὴν ἁμαρτωλή μας κατάσταση, νὰ διαλέξουμε τὸ δρόμο ἢ τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας μας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μετάνοια ποὺ εἶναι νεκρική, ἀπελπισμένη καὶ αὐτοκτονική. Τέτοια ἦταν ἡ μετάνοια τοῦ προδότη Ἰούδα: «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῶον…καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. κζ´ 4,5). Τέτοια μετάνοια, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν αὐτοκτονία, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν εὐλογημένη χριστιανικὴ μετάνοια. Εἶναι σατανικὴ καὶ αὐτοκαταστροφικὴ ὀργὴ ποὺ στρέφεται κατὰ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς. Τέτοια μετάνοια εἶναι σατανικὴ ἀποστροφὴ καὶ περιφρόνηση πρὸς τὸν ἄνθρωπο, πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Σήμερα ὅμως ἂς σταθοῦμε στὸ ὑπέροχο παράδειγμα τῆς σωστικῆς μετάνοιας τοῦ Ζακχαίου, ποὺ διαβάζουμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο: «Καὶ εἰσελθὼν (ὁ Ἰησοῦς) διήρχετο τὴν Ἱεριχώ. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν· καὶ προσδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι» (Λουκ. ιθ´ 1-4). Αὐτὸ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Κύριος ἔκανε κι ἄλλο ἕνα θαῦμα στὴν Ἱεριχώ: τὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου. Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς στὸ Ζακχαῖο δὲν ἦταν καθόλου μικρότερο ἀπὸ τὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ. Ἄνοιξε τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου καὶ τὰ πνευματικὰ μάτια τοῦ Ζακχαίου. Ἐξάλειψε τὴν τυφλότητα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ Ζακχαίου. Στὸν Βαρτιμαῖο ἄνοιξε τὰ παράθυρα γιὰ νὰ δεῖ τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὸν ὁρατὸ κόσμο, στὸ Ζακχαῖο ἄνοιξε τὰ παράθυρα τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ δεῖ τὰ θαυμάσια του Θεοῦ στὸν οὐράνιο, τὸν πνευματικὸ κόσμο.
.         Τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε στὸ Βαρτιμαῖο ἐνισχύεται ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὸ Ζακχαῖο. Ἡ ἀπόδοση τῆς σωματικῆς ὅρασης λειτουργεῖ καὶ γιὰ τὴν ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ὅρασης. Κάθε θαμα, πο κανε Κύριος ησος, εχε κυρίως πνευματικ στόχο, πο γενικ φοροσε στν πνευματικ ραση τς τυφλς νθρωπότητας, στε ν δε τν παρουσία το Θεο, τν παντοδυναμία κα τν γαθότητά Του. Ὁ στόχος αὐτὸς ἐπιτεύχθηκε κατὰ ἕνα μέρος στὴ θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν, ἀφοῦ ὁ ἕνας τους μόνο, μαζὶ μὲ τὴ σωματικὴ θεραπεία, θεραπεύτηκε καὶ πνευματικὰ καὶ γύρισε γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο (βλ. Λουκ. ιζ´ 12-19). Στὴν περίπτωση τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου ὅμως, ὅπως καὶ στὴ πλειονότητα τῶν ἄλλων θαυμάτων, ὁ στόχος ἐπιτεύχθηκε ἀπόλυτα. Ὁ Βαρτιμαῖος εἶδε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μίλησε ὁ Κύριος κι ἀμέσως ἀποκαταστάθηκε κι ἡ πνευματική του ὅραση, ἀφοῦ τὴν ἴδια στιγμὴ βεβαιώθηκε γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τὴν παντοδυναμία καὶ τὴν ἀγαθότητά Του «καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεὸν» (Λουκ. ιη´ 43).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ καὶ ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος)

«Πορεία ἐπιστροφῆς καί ἐπανευαγγελισμοῦ»

τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου,
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου

 στὴν ἐκδήλωση γιά τήν εὐλογία τῆς βασιλόπιτας τοῦ Συλλόγου «Μετώρων Λιθόπολις» στὴν αἴθουσα «Νίτσα Λιάπη» τὴν Κυριακή 15 Ἰανουαρίου 2017.

Χριστός ἐτέχθη! … Καλή καί εὐλογημένη χρονιά!

.             Χρόνια πολλά, εὐλογημένα, χαρούμενα, εἰρηνικά, καρποφόρα, πνευματικά, ἀγωνιστικά. Εὐχόμαστε ὁ Χριστός μας νά σᾶς εὐλογεῖ, νά σᾶς ἐνισχύει, νά σᾶς στηρίζει καί νά σᾶς ἐνδυναμώνει, ὥστε νά ἀνταποκρίνεστε καί νά ἀντιμετωπίζετε τούς ποικίλους πειρασμούς καί τίς τεράστιες δοκιμασίες πού ἀντιμετωπίζουμε, τόσο σέ προσωπικό καί οἰκογενειακό, ὅσο καί σέ ἐπαγγελματικό, συλλογικό, κοινωνικό καί ἐθνικό ἐπίπεδο. Εἰδικά δέ αὐτές τίς τόσο δύσκολες καί κρίσιμες μέρες γιά τήν πατρίδα μας, πού εἶναι ἀντιμέτωπη μέ πλεῖστες ὅσες πιέσεις καί ἀπειλές, ὄχι μόνο οἰκονομικοῦ πνιγμοῦ, ἀλλά καί ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς ἀλλοίωσης καί καταστροφῆς.
.           Ἀλλά ζῆ Κύριος ὁ Θεός!
.            Σήμερα θά θέ­λα­με νά μοι­ρα­σθοῦ­με μα­ζί σας κά­ποι­ες αὐ­θόρ­μη­τες καί πη­γαῖ­ες σκέ­ψεις μας, πού προέρχονται ἀπό τήν πνευματική καί ἐξομολογητική πείρα μας καί ὄχι νά ἐκφωνήσουμε μία καθιερωμένη ὁμιλία. Ἐ­πι­θυ­μοῦμε νά μιλήσουμε ἁπλά, τα­πει­νά, καλογερικά, ὡς πνευματικός πατέρας πρός ἀγαπητά μας πνευματικά παιδιά, ἀδελφούς καί φίλους. Ἐπιθυμοῦμε νά κεντρίσουμε τό φιλότιμό μας καί νά παρακινήσουμε τόν ἑαυτό μας —σύν Θε­ῷ, διά πρε­σβει­ῶν τῆς Κυ­ρί­ας μας Θε­ο­τό­κου καί τῶν Ἁ­γί­ων μας— γιά μία ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ ἐν­θέ­ου ζή­λου μας, γιά μιά νέ­α ἀρ­χή με­τα­νοί­ας, γιά μία ἐπανεκκίνηση στήν κατά Χριστόν ζωή μας.
.               Μέ ἀ­φορ­μή τίς λα­τρευ­τι­κές εὐ­και­ρί­ες τῶν Ἁ­γί­ων ἡ­με­ρῶν, μιά πη­γαί­α δο­ξο­λο­γί­α καί εὐ­χα­ρι­στί­α καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη μᾶς συ­νε­παίρ­νει πρός τόν Παν­τευ­ερ­γέ­τη Τρι­α­δι­κό Θε­ό μας, πού μέ­σα στό ἄ­πει­ρο ἔ­λε­ός Του καί τήν ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη φι­λαν­θρω­πί­α Του καί στορ­γή Του, βρί­σκε­ται πάν­τα Πα­ρών μέ­σα στήν κι­βω­τό τῆς σω­τη­ρί­ας μας, τήν Μία Ἁ­γί­α Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκ­κλη­σί­α μας, διά τῆς ὁ­ποί­ας κα­τερ­γά­ζε­ται τή σω­τη­ρί­α καί τόν ἁ­για­σμό μας, μέ τή σώ­ζου­σα Ἀ­λή­θεια, τήν ὁ­ποί­α δι­α­φυ­λάσ­σει ἀ­κραιφ­νή καί ἀ­ναλ­λοί­ω­τη ἀ­νά τούς αἰ­ῶ­νες, μέ τά ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ρια καί τό πλῆ­θος τῶν ἁ­γι­α­στι­κῶν πρά­ξε­ων καί τε­λε­τῶν.
.             Ἡ Ἁ­γί­α Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι ἡ κα­λή καί σο­φή καί διακριτική καί στορ­γι­κή μας Μά­να. Μέ­σα σ’ αὐ­τήν ἀ­να­γεν­νώ­με­θα πνευ­μα­τι­κά, στήν ἀγ­κα­λιά της γα­λου­χού­με­θα καί ἀν­δρω­νόμαστε. Στούς κόλ­πους της ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε, ἁ­γι­α­ζό­μα­στε καί προ­γευ­ό­μα­στε τή μέλ­λου­σα εὐ­φρο­σύ­νη τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν καί μέ­σα σ’ αὐ­τή, τε­λι­κά, σω­ζό­μα­στε καί γευ­ό­μα­στε ὀν­το­λο­γι­κά τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη καί τήν ἄ­κτι­στη δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ μας.
.             Γι’ αὐτό ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μέ ἀπαράμιλλη γλαφυρότητα καί θέρμη, μᾶς προτρέπει: «μή ἀπέχου ἐκκλησίας‧ οὐδέν γάρ ἐκκλησίας ἰσχυρότερον‧ ἡ ἐλπίς σου ἡ ἐκκλησία‧ τοῦ οὐρανοῦ ὑψηλοτέρα ἐστί, τῆς γῆς πλατυτέρα ἐστίν‧ οὐδέποτε γηρᾷ, ἀεί δέ ἀκμάζει‧ διά τοῦτο τό στεῤῥόν αὐτῆς καί ἀσάλευτον δηλοῦσα ἡ γραφή, ὄρος αὐτήν καλεῖ…… Ἐκκλησίαν δέ λέγω, οὐ τόπον μόνον, ἀλλά καί τρόπον· οὐ τοίχους ἐκκλησίας, ἀλλά νόμους ἐκκλησίας· ὅταν καταφεύγῃς ἐν Ἐκκλησίᾳ, μή τόπῳ καταφύγῃς ἀλλά τῇ γνώμῃ‧ ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος‧…ἐκκλησίας γάρ οὐδέν ἴσον» (Τά ὑπέρ Χριστοῦ παθήματα καί κατορθώματα, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ὀρθ. Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 236-237). Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α, λοι­πόν, εἶ­ναι κα­τά κύ­ριο λό­γο νο­σο­κο­μεῖ­ο ψυ­χῶν καί θε­ρα­πευ­τή­ριο πα­θῶν. Εἶ­ναι ἡ μό­νη πού μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρει, διά τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, τήν ἄ­φε­ση τῶν ὅ­ποι­ων καί ὅ­σων ἁ­μαρ­τι­ῶν μας καί τήν εἰρήνη τῶν καρδιῶν μας.

Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ Κιβωτός τῆς σω­τη­ρί­ας μας!

.             Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τὴ —δι­ὰ τῆς σταυ­ρι­κῆς θυ­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῆς ἐν­δό­ξου Ἀ­να­στά­σε­ώς Του, δι­ὰ τοῦ Τι­μί­ου καὶ Πα­να­γί­ου καὶ Ζω­ο­ποι­οῦ Αἵ­μα­τός Του— μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει στὸν ἄν­θρω­πο τὴν ἄ­φε­ση τοῦ πλήθους τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει λη­στές, φο­νιά­δες καὶ ἐγ­κλη­μα­τί­ες· ἔκ­φυ­λους, πόρ­νους καὶ μοι­χούς· φι­λάρ­γυ­ρους, φί­λαυ­τους καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νους· καὶ νὰ τοὺς με­τα­πλά­θει σὲ δι­καί­ους καὶ ἁ­γί­ους. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, ἔ­χει τὴ δύ­να­μη νὰ παίρ­νει σκι­ὲς ἀν­θρώ­πων, συν­τρίμ­μα­τα ψυ­χῶν· νὰ παίρ­νει λά­σπη καὶ βοῦρ­κο καὶ μὲ αὐ­τὰ τὰ ὑ­λι­κὰ νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ καλ­λι­τε­χνή­μα­τα, ἀν­θρώ­πι­να πρό­τυ­πα. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει βα­ρυ­ποι­νί­τες ἀ­πὸ τὰ κά­τερ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ νὰ τοὺς ἀ­να­δει­κνύ­ει ἀ­σκη­τὲς καὶ ὁ­σί­ους, μάρ­τυ­ρες καὶ ὁ­μο­λο­γη­τές. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ θαυ­μά­σια μὲ μο­να­δι­κὸ ἀν­τί­τι­μο ἕ­να δά­κρυ· ἕ­ναν λό­γο, «ἁ­μάρ­τη­σα, Κύ­ρι­ε»· ἕ­να «Θε­έ μου, ἐ­λέ­η­σέ με καὶ συγ­χώ­ρη­σέ με τὸν ἁ­μαρ­τω­λό»· ἕ­να τα­πει­νὸ γο­νά­τι­σμα καὶ μί­α τα­πει­νὴ, εἰλικρινή καί ἐκ βάθους ψυχῆς ὁ­μο­λο­γί­α ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας, κά­τω ἀ­πὸ τὸ πε­τρα­χήλι τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ.
.             Κι ὅ­μως αὐ­τή τή Μά­να, μέ τίς ἄ­πει­ρες εὐ­ερ­γε­σί­ες, ὄ­χι μό­νο δέν τήν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καί δέν τήν εὐ­γνω­μο­νοῦ­με, ὅσο θά τῆς ἄξιζε, ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές καί τήν ἀ­γνο­οῦ­με καί τή λη­σμο­νοῦ­με καί τήν πι­κραί­νου­με. Ἀ­δι­κοῦ­με πραγ­μα­τι­κά τούς ἴ­διους τούς ἑ­αυ­τούς μας, ὅ­ταν ἀρ­νού­μα­στε τήν μη­τρι­κή ἀγ­κα­λιά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἤ με­τέ­χου­με σ’ Αὐ­τή μέ ἕ­να ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νο κοσμικό καί ὀρθολογιστικό τρό­πο, χω­ρίς οὐ­σι­α­στι­κό βί­ω­μα, χω­ρίς συνειδητή συμ­με­το­χή στά Ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ριά Της, χω­ρίς ἀ­πο­δο­χή καί τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ στήν ζω­ή μας.
.             Ἀ­γνο­ών­τας, ὅμως, καί λη­σμο­νών­τας τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­γνο­οῦ­με καί λη­σμο­νοῦ­με τόν ἴ­διο τό Χρι­στό, ἀ­φοῦ Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, Αὐ­τός ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, Αὐ­τός μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς σώ­ζει καί μᾶς ἁ­γιά­ζει καί μᾶς δοξάζει καί τελικά μᾶς θεώνει διά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
.             Κι ἐ­νῶ ὁ Κύ­ριος καί Θεός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, πού τα­πει­νώ­θη­κε, σαρ­κώ­θη­κε, σταυ­ρώ­θη­κε, ἀ­να­στή­θη­κε καί ἀ­να­λή­φθη­κε γιά νά θε­ώ­σει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μας, εἶ­ναι τό κέν­τρο τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς, τό κέν­τρο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας καί τῆς Πί­στε­ώς μας, τό κέν­τρο τῶν Θεί­ων Γρα­φῶν καί τῆς Θεί­ας Λα­τρεί­ας, δυ­στυ­χῶς, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ πάντοτε καί τό κέν­τρο τῆς ψυ­χῆς μας, τῆς δι­α­νοί­ας μας, τῆς καρ­διᾶς μας, τό κέν­τρο τοῦ εἶ­ναι μας. Δέν γίνεται ὁ κύριος σκο­πός τῆς ζω­ῆς μας, τό ἀ­γαλ­λί­α­μά μας, ὁ πό­θος μας καί ἡ λα­χτά­ρα μας. Πολλές φορές ἐκ­θρο­νί­ζου­με στήν πρά­ξη τόν Χρι­στό ἀ­πό τή ζω­ή μας, ἀ­πό τίς συ­να­να­στρο­φές μας, τίς συ­ζη­τή­σεις μας καί τίς ἀ­να­ζη­τή­σεις μας, ἀ­πό τή σκέ­ψη μας καί τή γλώσ­σα μας, ἀ­κό­μα κι ἀ­π’ τήν προ­σευ­χή μας. Ἡ πρώ­τη ἐν­το­λή Του, τό «ἀ­γα­πή­σεις Κύ­ριον τὸν Θε­όν σου ἐξ ὅ­λης τῆς ψυ­χῆς σου καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς καρ­δί­ας σου καί ἐξ ὅ­λης τῆς δι­α­νοί­ας σου» (Μάρκ. ιβ´, 30) δέν δονεῖ τό εἶναι μας, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ τήν κύ­ρια μέ­ρι­μνά μας, τήν πεμ­πτου­σί­α τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ μας ἀ­γώ­να.
.             Ἀλ­λά, πα­ρά τή δι­κή μας ἀ­μέ­λεια, τή ρα­θυ­μί­α, τή χλι­α­ρό­τη­τα καί τήν πε­ρί τά πνευ­μα­τι­κά νω­θρό­τη­τά μας, ὁ ἐ­ρά­σμιος Νυμ­φί­ος τῶν ψυ­χῶν μας, ὁ γλυ­κύ­τα­τος Κύριός μας Ἰησοῦς Χρι­στός, δέν παύ­ει νά κρού­ει τή θύ­ρα τῆς ψυ­χῆς μας καί νά μᾶς ἀ­πευ­θύ­νει στορ­γι­κά, ἐ­πί­μο­να, ἀλ­λά καί δι­α­κρι­τι­κά τόν πα­ρή­γο­ρο λό­γο Του ζητώντας τήν ἐπιστροφή μας στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας.
.             Ἀ­λή­θεια, πό­σο ἀ­γνώ­μο­νες, πό­σο ἄ­σο­φοι ἀ­πο­δει­κνυ­ό­μα­στε, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Δη­μι­ουρ­γός τοῦ Παν­τός, ὁ Βα­σι­λεύς τῶν βα­σι­λευ­όν­των καί Κύ­ριος τῶν κυ­ρι­ευ­όν­των, ὁ ἀ­νεν­δε­ής καί Παν­το­δύ­να­μος Κύ­ριος, ὁ φο­βε­ρός Θε­ός, «Ὅν φρίσ­σει καί τρέ­μει τά Χε­ρου­βείμ», ὁ Πλά­στης καί Θε­ός μας, ἔρ­χε­ται τό­σο κον­τά μας! Γί­νε­ται ὁ πο­λυ­εύ­σπλαγ­χνος Πα­τέ­ρας μας, ὁ ἀ­δελ­φός μας καί ὁ πι­στός φί­λος μας, ἕ­τοι­μος νά μᾶς προ­σφέ­ρει τά πάν­τα, θυ­σι­ά­ζον­τας τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό Του! Ἔρ­χε­ται νά μᾶς ὑ­πη­ρε­τή­σει «ὡς ὁ δι­α­κο­νῶν», νά μᾶς ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πό τά βά­ρη καί τίς θλί­ψεις, νά μᾶς χα­ρί­σει τά πα­ρόν­τα καί τά μέλ­λον­τα ἀ­γα­θά Του! Κι ἐ­μεῖς —ὤ τῆς παραφροσύνης!— τολ­μοῦ­με πολλάκις νά Τόν ἀγνοοῦμε, νά τόν πε­ρι­φρο­νοῦ­με, δυστυχῶς, ἀκόμη καί νά Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν βλασφημοῦμε, κατόπιν βέβαια τῆς ὑποκινήσεως τοῦ διαβόλου! Ὤ τῆς μεγάλης σου εὐσπλαχνίας Κύριε!
.             Ἀ­δελ­φοί, «ἰ­δοὺ νῦν (τώ­ρα, σή­με­ρα, ὄ­χι αὔ­ριο) και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος, ἰ­δοὺ νῦν (τώ­ρα, σή­με­ρα, ὄ­χι αὔ­ριο) ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας», μᾶς παραγγέλλει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Β´ Κο­ρ. ϛ´, 2). Τώ­ρα νά μετανοήσουμε, σ’ αὐ­τή τή ζω­ή μόνο ὑ­πάρ­χει τό ἔ­λε­ος καί ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ θά­να­τος κα­ρα­δο­κεῖ ἀ­νά πᾶ­σα στιγ­μή, ἡ αὐ­λαί­α πέ­φτει ὁ­σο­νού­πω, ἡ Κρί­σις ἐγγύς, ἀ­κρι­βο­δί­και­η καί ἀ­δέ­κα­στη.

Ἀ­δελ­φοί μας ἀ­γα­πη­τοί καί πε­ρι­πό­θη­τοι!

.             «Στῶ­μεν κα­λῶς, στῶ­μεν με­τὰ φό­βου»! Εἶ­ναι φο­βε­ρή ἡ ὥ­ρα τῆς Κρί­σε­ως καί ἡ κό­λα­ση ἡ με­γα­λύ­τε­ρη συμ­φο­ρά, τό φο­βε­ρώ­τε­ρο κα­κό. Τά δει­νά τῆς κο­λά­σε­ως δέν ἔ­χουν καμ­μί­α σύγ­κρι­ση μέ τίς συμ­φο­ρές τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς. Ἄς εὐ­χό­μα­στε κα­νείς ἄν­θρω­πος στόν κό­σμο νά μήν δο­κι­μά­σει τήν ἄ­φα­τη ὀ­δύ­νη της. Ἄς μή παί­ζου­με «ἐν οὐ παι­κτοῖς». Τό δι­α­κυ­βευ­ό­με­νο εἶ­ναι ἡ ἀ­θά­να­τη ψυ­χή μας καί τό αἰ­ώ­νιο μέλ­λον μας. Δυστυχῶς, πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί χριστιανοί, δέν πιστεύουν ἤ ἀμφιβάλλουν γιά τήν ὕπαρξη τῆς ἄλλης ζωῆς, δέν πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, δέν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει Παράδεισος καί Κόλαση. Εἶναι πραγματικά φοβερό! Στήν μέλλουσα κρίση τά σώματα ὅλων τῶν κεκοιμημένων θά ἀναστηθοῦν καί θά ἐπανασυνδεθοῦν τό καθένα μέ τήν ψυχή του καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀνακαινισμένος καί ἀφθαρτοποιημένος.
.             Στήν ἄλλη ζωή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦμε τόν Θεό, θά δοῦμε τήν ἄκτιστη δόξα, τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό ἔνδοξο φῶς καί τήν ἄκτιστη δόξα πού εἶδαν οἱ τρεῖς μαθητές στό ὄρος Θαβώρ κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας. Τό ἄκτιστο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο, αἰώνιο, καί πληροῖ τόν ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά. Ὅσοι, ὅμως, δέν θά εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένοι ἀπό αὐτή τήν ζωή, μᾶς τονίζουν οἱ Πατέρες, αὐτοί θά δοῦν αὐτή τήν δόξα, αὐτό τό φῶς ὡς πῦρ καταναλίσκον, δηλαδή ὡς πνευματική φωτιά πού κατακαίει. Εἶναι ἕνα θέμα τεράστιο, δύσκολο, ἀλλά κεφαλαιώδους καί μοναδικῆς σημασίας, γιά τό ὁποῖο ταπεινά προτείνουμε, ὁ Σύλλογός σας, κύριε Πρόεδρε, νά διοργανώσει σύντομα μία εἰδική ὁμιλία ἤ μᾶλλον ἡμερίδα στήν ὁποία θά μποροῦν νά ὑποβληθοῦν καί ἐρωτήσεις.
.             Κα­λό θά ἦ­ταν, λοιπόν, καί στίς εὐ­χές μας, σέ γι­ορ­τές ἤ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες πε­ρι­στά­σεις, νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται κι ἀ­πό τούς λα­ϊ­κούς ἀ­δελ­φούς μας, ἡ εὐ­χή τῶν Μο­να­χῶν: «Κα­λή με­τά­νοι­α, κα­λόν Πα­ρά­δει­σο» καί νά μήν κτυποῦμε ξύλο, ὅταν ἀκοῦμε τήν λέξη θάνατος, ἀφοῦ αὐτός εἶναι τό πιό βέβαιο γεγονός πού θά μᾶς συμβεῖ. Ἄλλωστε, δέν εἴμαστε μόνιμοι κάτοικοι αὐτῆς τῆς γῆς, ἀλλά πάροικοι, ἔνοικοι τῆς γῆς. Εἴμαστε ὁδίτες καί ὄχι πολίτες αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ δρό­μος γιά τόν Πα­ρά­δει­σο, ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι ἕ­νας. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος πού βά­δι­σαν ὅ­λοι οἱ Ἅ­γιοι: ὁ δρό­μος τῆς με­τα­νοί­ας, τῆς θεογνωσίας, τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στό σπί­τι τοῦ Πα­τέ­ρα μας. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας καί στήν Ἁ­γί­α Πα­ρά­δο­σή της.

.             Ἡ σύγχρονη κοινωνία ἔχει περιέλθει σέ ἀφάνταστο βαθμό καταπτώσεως καί ἀποστασίας. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά ἐ­πα­νέλ­θου­με στήν πα­λιά εὐ­σέ­βεια, στό φό­βο τοῦ Θε­οῦ, στήν ἁ­γί­α ἁ­πλό­τη­τα. Νά ἐ­πα­νέλ­θου­με ὅ­λοι, Κλη­ρι­κοί, Μο­να­χοί καί λα­ϊ­κοί, στήν πρα­ό­τη­τα, στήν τα­πεί­νω­ση, στήν ἀ­κα­κί­α, στήν ἀ­φε­λό­τη­τα τῆς καρ­δί­ας, στήν κα­τά Θε­όν γνώ­ση καί σο­φί­α. Καί ν’ ἀρ­χί­σου­με ἀ­πό ἁ­πλά, μι­κρά καί ἴ­σως τυ­πι­κά, κα­τά τό φαι­νό­με­νο, πράγ­μα­τα· ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πο­λύ σπου­δαῖ­α καί οὐ­σι­α­στι­κά.

.             Καί ἄν ἡ μετάνοια καί ἡ πνευματική ἐγρήγορση εἶναι ἀπαραίτητη γιά κάθε περίοδο τῆς ζωῆς μας, εἶναι πολύ περισσότερο ἀπαραίτητες σήμερα, πού τό κύμα τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀντιθεΐας, τοῦ νεοπαγανισμοῦ, τῆς εἰδωλολατρείας, τῆς σύγχυσης, τοῦ θρησκευτικοῦ ἀποχρωματισμοῦ, τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τῆς πανθρησκείας τῆς Νέας Ἐποχῆς μᾶς κατακλύζει καί σάν πνευματικός λίβας μαραίνει καί κατακαίει τά ἄνθη καί τούς καρπούς τῆς πατροπαράδοτης εὐλάβειας, τῆς παράδοσης, τῶν ἀξιῶν καί τῶν ἰδανικῶν τοῦ λαοῦ μας.
.             Ἐ­δῶ βρί­σκε­ται, πι­στεύ­ου­με, ἡ βα­σι­κή αἰ­τί­α τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­πα­ξί­ας καί πα­ρακ­μῆς, πού βι­ώ­νου­με ὡς λα­ός καί ὡς χώ­ρα. Ἀ­πεμ­πο­λή­σα­με ἀρ­χές καί ἀ­ξί­ες, ἀλ­λά­ξα­με ἤ­θη, ἔθιμα καί συμ­πε­ρι­φο­ρές, θέ­σα­με ἄλ­λους στό­χους καί προ­τε­ραι­ό­τη­τες, νο­θεύ­σα­με τά μέ­σα καί τίς δι­α­δι­κα­σί­ες, ἀ­πω­λέ­σα­με τό μέ­τρο, ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τήν χαρ­μο­λύ­πη. Βγά­λα­με τόν Θε­ό ἀ­πό τήν ζω­ή μας καί θεοποιήσαμε τούς ἑαυτούς μας, τήν λογική μας, τήν ἀτομική μας κρίση, τίς ἀτομικές μας δεξιότητες, τό ἀτομικό μας θέλημα, τό ὑπερτροφικό καί θεοποιημένο ΕΓΩ μας. Κι ὅ­λα αὐ­τά μέ τί­μη­μα τήν ἀ­πώ­λεια τοῦ ἴ­διου τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, τῆς ψυ­χι­κῆς μας ἠ­ρε­μί­ας καί ἰ­σορ­ρο­πί­ας, τῆς προ­σω­πι­κῆς, οἰ­κο­γε­νεια­κῆς καί κοι­νω­νι­κῆς μας γα­λή­νης καί εὐ­τυ­χί­ας.
.             Καί εἶναι πραγματικά ὀξύμωρο τό γεγονός, ὅτι ἐνῶ ἡ σύχρονη ἐποχή τῆς συνεχοῦς ροῆς πληροφοριῶν καί εἰδήσεων μᾶς παρέχει τήν δυνατότητα νά κατέχουμε σέ καθημερινή βάση ἀμέτρητες γνώσεις γιά κάθε τί πού συμβαίνει σέ κάθε γωνιά τοῦ πλανήτη μας, νά μένουμε ἀδαεῖς καί ἀπληροφόρητοι γιά τά καίρια καί σωτηριολογικῆς καί αἰώνιας σημασίας ζητήματα τῆς ζωῆς μας, λόγῳ τῆς πολυμέριμνας καί τῶν ἀπαιτήσεων τῆς καθημερινότητας, πού συνεχῶς αὐξάνουν. Αὐτή ἡ καθημερινότητα μᾶς ἀπορροφᾶ καί καταλήγουμε νά ταυτιζόμαστε μαζί της σέ βαθμό, πού εἶναι πλέον δύσκολο νά ἀπεγκλωβιστοῦμε καί μάλιστα ὅταν ἔχουν περάσει καί τά χρόνια, καθώς δύσκολα ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος σέ μεγάλη ἡλικία. Ζῶντας ἔτσι, οὐσιαστικά δέν προλαβαίνουμε νά γνωρίσουμε καί νά μάθουμε γιατί ζοῦμε, ποιός εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας, ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή καί τί θά συναντήσουμε σ’ αὐτή, τί εἶναι ἡ ψυχή μας καί ποιά εἶναι τά γνωρίσματά της, τί εἶναι ἡ Κόλαση καί τί ὁ Παράδεισος.

Γι’ αὐτό καί εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη:

.             Α´. Νά πά­ρου­με καί πά­λι στά χέ­ρια μας τόν Συ­να­ξα­ρι­στή, τούς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων μας, πού κατά τόν Ἅγιο Ἰουστῖνο τόν Πόποβιτς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐγκυκλοπαίδεια, τόν Εὐ­ερ­γε­τι­νό, τά Γε­ρον­τι­κά, τήν Ἁ­μαρ­τω­λῶν Σω­τη­ρί­α, τόν Ἅ­γιο Νι­κό­δη­μο, τόν Ἀββᾶ Δωρόθεο, τόν Ἅ­γιο Κο­σμᾶ τόν Αἰ­τω­λό, τόν Παπουλάκο… Καί κυ­ρί­ως καί πρω­τί­στως νά ἀρ­χί­σου­με νά με­λε­τᾶ­με τα­κτι­κά καί εὐ­λα­βι­κά τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη, καί τά πα­τε­ρι­κά κεί­με­να, πού ἑρ­μη­νεύ­ουν καί ἀ­να­λύ­ουν τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή.

.             Β´. Νά ἔ­χου­με εὐ­πρε­πι­σμέ­νο εἰ­κο­νο­στά­σι στό σπίτι μας —ὄ­χι στό σα­λό­νι γιά ἐ­πί­δει­ξη—, ἀλ­λά σέ ἰ­δι­αί­τε­ρο χῶ­ρο, ἄν ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­τό­τη­τα, ὅ­που θά μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­συρ­θοῦ­με γιά προ­σευ­χή. Εἰ­κο­νο­στά­σι μέ εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Πα­να­γί­ας καί τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν ὁ­ποί­ων φέ­ρου­με τά ὀ­νό­μα­τα, μέ Σταυ­ρό, μέ ἀ­ναμ­μέ­νη καν­δή­λα, μέ τή Σύ­νο­ψη, τό Συ­νέκ­δη­μο, τά Προ­σευ­χη­τά­ρια. Εἰ­κο­νο­στά­σι, ὅ­που, ὅ­πως οἱ πα­λι­ές εὐ­λα­βεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες, θά φυ­λάσ­σου­με καί ὅ­λα τά ἁ­γι­α­στι­κά (τά βά­για, τόν βα­σι­λι­κό, λά­δι ἤ μῦ­ρο ἀ­πό προ­σκυ­νή­μα­τα, τό Με­γά­λο ἁ­για­σμό κ.λπ.). Τό ἀναμμένο καντήλι, ὅπως λένε οἱ γεροντάδες, δείχνει τήν ζωντάνη μας σχέση μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.

.             Γ´. Νά μάθουμε νά λέμε τήν ἁγιασμένη, πολύ θεολογική καί περιεκτική μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Νά τήν λέμε μέ πόθο καί λαχτάρα, ἐπικαλούμενοι τό γλυκύτατο Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τήν εἰρήνευση καί τήν προκοπή τήν δική μας, τῆς οἰκογενείας μας, γιά τήν ὑγεία καί τήν πρόοδο τῶν παιδιῶν μας, γιά τήν ἴαση τῶν ἀσθενῶν, γιά τήν ἀνάπαυση καί τήν σωτηρία τῶν κεκοιμημένων μας, γιά τήν ἐπίλυση τῶν ποικίλων προβλημάτων καί δυσκολιῶν μας, γιά τήν σωτηρία τῆς πατρίδος μας καί τήν εἰρήνη ὁλόκληρου τοῦ κόσμου.
.             Ἄς προσπαθοῦμε νά διατηροῦμε τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τό Πανάγιο Ὄνομά Του στό νοῦ καί τήν καρδιά μας, ἀκόμη καί μέσα στίς μέριμνες, ἀκόμη καί μέσα στήν πίεση καί τήν κόπωση τῆς καθημερινότητος, ὅπου κι ἄν βρισκόμαστε καί ὅσο μποροῦμε. Ὁ χαριτωμένος ἅγιος Γέροντας Ἐφραίμ Καντουνακιώτης μᾶς προέτρεπε: «Νὰ λέγῃς παιδί μου τὴν εὐχή, “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με”, ἡμέρα καὶ νύχτα συνέχεια. Ἡ εὐχὴ θὰ τὰ φέρῃ ὅλα. Ἡ εὐχὴ περιέχει τὰ πάντα, περικλείει τὰ πάντα, αἴτησι, παράκλησι, πίστι, ὁμολογία, θεολογία κλπ. Ἡ εὐχὴ νὰ λέγεται χωρὶς διακοπή. Ἡ εὐχὴ θὰ φέρῃ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον εἰρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα».
.             Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει μέ γλαφυρότητα γιά τήν μονολόγιστη εὐχή: «Μέγα γάρ ὅπλον εὐχή, θησαυρός ἀνελλιπής, πλοῦτος μηδέποτε δαπανώμενος, λιμήν ἀκύμαντος, γαλήνης ὑπόθεσις, καί μυρίων ἀγαθῶν ῥίζα καί πηγή καί μήτηρ ἐστίν ἡ εὐχή, καί αὐτῆς τῆς βασιλείας δυνατωτέρα. Εὐχή χειμαζομένων λιμήν, κλυδωνιζομένων ἄγκυρα, σαλευομένων βακτηρία, πενήτων θησαυρός, πλουτούντων ἀσφάλεια, νοσημάτων ἀναίρεσις, ὑγιείας φυλακή· εὐχή καί τά ἀγαθά ἡμῖν ἀκίνητα διατηρεῖ, καί τά κακά μεταβάλλει ταχέως· κᾄν πειρασμός ἐπέλθῃ, ῥᾳδίως ἀποκρούεται· κᾄν ζημία χρημάτων, κᾄν ὁτιοῦν ἕτερον τῶν λυπούντων ἡμῶν τήν ψυχήν, ἅπαντα ἀπελαύνει ταχέως· εὐχή λύπης ἁπάσης φυγαδευτήριον, εὐθυμίας ὑπόθεσις, διηνεκοῦς ἡδονῆς ἀφορμή, φιλοσοφίας μήτηρ· ὁ δυνάμενος εὔχεσθαι μετά ἀκριβείας, κᾄν ἁπάντων πενέστερος ᾖ [κι ἄν εἶναι φτωχότερος ὅλων], πάντων ἐστί πλουσιώτερος· ὥσπερ ὁ τῆς εὐχῆς πάλιν ἐστερημένος, κᾄν ἐν αὐτῷ καθέζηται τῷ θρόνῳ τῷ βασιλικῷ πάντων ἐστί πενέστερος [ἔτσι, αὐτός πού δέν κάνει τήν εὐχή, ἀκόμη κι ἄν κάθεται σέ βασιλικό θρόνο, εἶναι φτωχότερος ἀπό ὅλους]».
.             Ἀδελφοί, σᾶς βεβαιώνω ὅτι τά προβλήματά μας καί τά θέματά μας τά λύνει ὁ Χριστός μας, διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας καί τῶν Ἁγίων μας, καί ὄχι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴτε κληρικοί εἴτε μοναχοί εἴτε λαϊκοί. Εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη νά μάθουμε νά προσευχόμαστε καί γιά τά δικά μας προβλήματα καί γιά αὐτά τῶν συγγενῶν καί φίλων μας. Ἡ ἔμπονη καί ἐπίμονη προσευχή εἶναι αὐτή πού θά δώσει τίς, κατά Θεόν καί συμφέρουσες γιά μᾶς, λύσεις σέ ὅλα τά ζητήματά μας, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι καί μεῖς, στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, δέν θά παύουμε νά βοηθοῦμε καί νά συμπαραστεκόμαστε στούς συνανθρώπους μας. Δέν θά ἀντικαθιστοῦμε, ὅμως, τόν Πάνσοφο καί Πανελεήμονα Κύριό μας καί Θεό μας.

.             Δ´. Νά μά­θου­με νά ἐκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε μέ εὐ­λά­βεια, τακτικότατα -ὄχι μόνο στίς κηδεῖες, τούς γάμους καί τίς βαπτίσεις- καί μέ προ­σο­χή στά τε­λού­με­να. Νά μήν ἀπουσιάζουμε ἀπό τίς θεῖες Λειτουργίες τῶν Κυριακῶν καί τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἐπικαλούμενοι ἄτοπες δικαιολογίες. Νά προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε ἀ­πό τήν προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα, μέ σω­μα­τι­κή καί ψυ­χι­κή κα­θα­ρ­ό­τη­τα καί προ­ε­τοι­μα­σί­α, μέ πε­ρι­συλ­λο­γή, μέ ἀ­νά­παυ­ση, μέ προ­σευ­χή καί με­λέ­τη τῶν βί­ων τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Εὐ­αγ­γε­λι­κῶν καί Ἀ­πο­στο­λι­κῶν Ἀ­να­γνω­σμά­των καί τῶν ὑ­πο­θέ­σων τῶν με­γά­λων Ἑ­ορ­τῶν.

.             Ε´. Νά τε­λοῦ­με, κα­τά δι­α­στή­μα­τα, τόν Μι­κρό Ἁ­για­σμό καί –μιά φορά τουλάχιστον τόν χρόνο– τό Μυ­στή­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­χε­λαί­ου στά σπί­τια μας γιά νά ἀποτρέπουμε μέ αὐτά, ὡς θεῖα ἀλεξικέραυνα, τήν ἐπήρεια καί τήν ἐνέργεια τῶν δαιμόνων ἀπό τήν οἰκογένειά μας καί τό σπίτι μας, καθώς καί τήν βασκανία, τήν ζηλοφθονία καί τήν βοή τῶν πονηρῶν καί κακοποιῶν ἀνθρώπων. Ἐ­πι­ση­μαί­νου­με στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό καί ἐ­πι­μέ­νου­με ἰ­δι­αι­τέ­ρως: ὅ­τι ὁ Χρι­στια­νός δέν πρέ­πει πο­τέ, σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, νά κα­τα­φεύ­γει γιά τήν ἐ­πί­λυ­ση προ­βλη­μά­των (ἀρ­ρώ­στι­ες παι­δι­ῶν, συγ­γε­νῶν, ἀ­πο­κα­τά­στα­ση κ.λπ.) σέ μά­γους, φω­τι­σμέ­νους, φω­τι­σμέ­νες ἀ­στρο­λό­γους, χαρ­το­ρί­χτρες, μέν­τιουμ κ.λπ.). Εἶναι μεγίστη ἁμαρτία καί μέγας κίνδυνος, τό νά προστρέχουμε σέ τέτοια πρόσωπα τοῦ Σατανᾶ. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τό θεωρεῖ μάλιστα «ξεβάπτισμα». Εἶ­ναι προ­τι­μώ­τε­ρο νά πε­θά­νει τό παι­δί μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, μᾶς λέ­γει ὁ ἴδιος ἅγιος, νά μήν παν­τρευ­τεῖ τό παι­δί, πα­ρά νά ζή­σει ἤ νά ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Σα­τα­νᾶ —κι αὐ­τό, βε­βαί­ως, ἀμ­φί­βο­λο— πα­ρά νά χά­σει τήν ψυ­χή του. Οἱ ἐξαρτημένοι, ἄλλωστε, ἀπό τήν μαγεία καί τόν σατανισμό, ἄν δέν ἀπελευθερωθοῦν μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τήν ἐξάρτηση αὐτή, καταλήγουν τελικά καί ψυχασθενεῖς.
.            Νά μήν πα­ρα­λεί­που­με τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ —καί μά­λι­στα σω­στά— καί τήν προ­σευ­χή πρίν καί με­τά τό φα­γη­τό. Δέν εἶ­ναι κα­θό­λου μιά τυ­πι­κή συ­νή­θεια αὐ­τό· εἶ­ναι εὐ­λο­γί­α καί προ­στα­σί­α ἀ­πό κά­θε ἐ­πή­ρεια δαι­μο­νι­κή καί βα­σκα­νί­α (πολ­λές φο­ρές φα­γη­τά ἤ γλυ­κί­σμα­τα, πού μᾶς προ­σφέρ­θη­καν, ἦ­ταν μο­λυ­σμέ­να ἀ­πό μα­γι­κά)… Ἀλ­λά ἀποτελεῖ καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη καί εὐ­χα­ρι­στί­α πρός τόν δω­ρε­ο­δό­τη καί τρο­φο­δό­τη Κύ­ριό μας καί Θε­ό μας.
.              Νά κά­νου­με πολ­λές φο­ρές κα­τά τή διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας καί σω­στά τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τι­μί­ου καί Ζω­ο­ποι­οῦ Σταυ­ροῦ —εἶ­ναι ὁ­μο­λο­γί­α αὐ­τό καί πο­λύ δυ­να­τή προ­σευ­χή—, κα­τά τήν εἴ­σο­δο καί ἔ­ξο­δο ἀ­πό τό σπί­τι μας, ἀ­πό τό χῶ­ρο τῆς ἐρ­γα­σί­ας μας, ἀ­πό τό αὐ­το­κί­νη­τό μας, σέ στιγ­μές δύ­σκο­λες πού χρει­α­ζό­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ. Μήν κυ­κλο­φο­ροῦ­με πο­τέ χω­ρίς τόν ἐ­πι­στή­θιο σταυ­ρό ἐ­πά­νω μας.
.          Νά μά­θου­με νά βα­δί­ζου­με τόν ἴ­σιο δρό­μο καί μέ τό σταυ­ρό στό χέ­ρι καί νά εἴ­μα­στε σί­γου­ροι —πα­ρά τά λε­γό­με­να πε­ρί τοῦ ἀν­τι­θέ­του— ὅ­τι θά ἔ­χου­με σ’ αὐ­τή τή ζω­ή τή δια­ρκή εὐ­λο­γί­α καί προ­στα­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί στήν ἄλ­λη ζω­ή θά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει ὁ Θε­ός τῶν ἐ­που­ρα­νί­ων Του ἀ­γα­θῶν.

.           Ϛ´. Νά ἀρ­χί­σουν οἱ νοι­κο­κυ­ρές, ὅ­σες δέν τό κά­νουν, νά ζυ­μώ­νουν πρό­σφο­ρα μέ εὐ­λά­βεια καί μέ εἰ­δι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α, νά προ­σφέ­ρουν τό νᾶ­μα, τό κα­θα­ρό κε­ρί καί τό θυ­μί­α­μα γιά τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, μα­ζί μέ τά ὀ­νό­μα­τα, ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων, ση­μει­ώ­νον­τας καί ὑπογραμμίζοντας τό ὄ­νο­μα μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­νάγ­κη (κα­λό θά ἦ­ταν καί μέ τό αἴ­τη­μά του). Ἡ μνη­μό­νευ­ση τῶν ὀ­νο­μά­των καί ἡ προ­σφο­ρά τῶν δώ­ρων γιά τήν τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀ­πο­δί­δουν τή με­γα­λύ­τε­ρη ὠ­φέ­λεια σέ ζῶν­τες καί κε­κοι­μη­μέ­νους, ὅ­ση ὠ­φέ­λεια δέν μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρει καμ­μί­α ἄλ­λη προ­σευ­χή ἐ­πί τῆς γῆς. Ἰ­δί­ως γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους μας, πού δέν ἔ­χουν πλέ­ον τή δυ­να­τό­τη­τα νά βο­η­θή­σουν τόν ἑ­αυ­τό τους καί πε­ρι­μέ­νουν μό­νον ἀ­πό ἐ­μᾶς. Κα­λές οἱ δω­ρε­ές καί τά στε­φά­νια, ἀλ­λά ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α γιά τούς ἀν­θρώ­πους μας εἶ­ναι ἡ ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη ἀ­νακούφιση καί παρηγοριά τους.
.             Πο­λύ ὠ­φέ­λι­μο θά ἦ­ταν νά τε­λοῦ­με καί Θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες (ν’ ἀ­νοί­γου­με τίς Ἐκ­κλη­σι­ές, ὅ­πως συ­νη­θί­ζει νά τό λέ­ει ὁ λα­ός μας) ὑ­πέρ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν μας, τῶν συγ­γε­νῶν μας, τῶν φί­λων μας καί τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων μας, μή πα­ρα­λεί­πον­τας καί ὅ­λα τά δι­α­τε­ταγ­μέ­να (κόλ­λυ­βα καί ὑ­ψώ­μα­τα γιά τούς Ἁ­γί­ους μας, ἀρ­το­κλα­σί­ες, μνη­μό­συ­να, τρι­σά­για καί κόλ­λυ­βα γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους μας).

.             Ζ´. Νά ἀ­φή­νου­με στόν Θε­ό μέ ἀπόλυτη ἐμ­πι­στο­σύ­νη καί ἐλ­πί­δα τόν ἑ­αυ­τό μας, τήν οἰ­κο­γέ­νειά μας, τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν πραγ­μά­των καί τῶν ὑ­πο­θέ­σε­ών μας, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τήν ὀρ­θο­λο­γι­στι­κή ὀρ­γά­νω­ση καί ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς καί οἰ­κο­γε­νεια­κῆς ζω­ῆς.
.             Νά δι­δά­ξου­με στά παι­διά μας ἀ­πό μι­κρά τό φό­βο τοῦ Θε­οῦ, τίς Ἀ­λή­θει­ες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τό σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας, τό ἐ­φή­με­ρο τῶν ἐγ­κο­σμί­ων, τή με­τα­φυ­σι­κή-ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τήν ἀ­γά­πη στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στά Ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ρια καί στήν προ­σευ­χή. Μα­ζί μέ τή μόρ­φω­ση τοῦ ἐγ­κε­φά­λου καί τῶν σω­μα­τι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των, πού θε­ω­ρεῖ­ται σή­με­ρα πα­νά­κεια, νά μορ­φώ­σου­με συγ­χρό­νως καί τίς ψυ­χές τῶν παι­δι­ῶν μας, τόν νοῦ τους καί τήν καρδιά τους, γιά νά δι­α­πλά­σου­με ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες καί νά τούς δώ­σου­με τά ση­μαν­τι­κώ­τε­ρα ἐ­φό­δια.
.             Νά τά μά­θου­με ἀ­πό μι­κρά νά εἶ­ναι τα­πει­νά, ὄχι ἐγωκεντρικά καί φίλαυτα, νά ἔ­χουν σε­βα­σμό στούς γο­νεῖς καί στούς με­γα­λυ­τέ­ρους, γε­νι­κώ­τε­ρα. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό ἀπό μικρά νά μά­θουν νά φι­λοῦν τό χέ­ρι τῶν γο­νέ­ων καί τῶν παπούδων, ἄν ὑπάρχουν, κά­θε βρά­δυ καί νά ζη­τοῦν συγ­χώ­ρη­ση γιά τυχόν ἀταξίες, ὅπως καί νά δίνουν πρόθυμα συγχώρεση στά ἀδέλφια τους, ἀλλά καί στούς γονεῖς τους γιά τυχόν παραλείψεις, αὐστηρότητες καί προστριβές. Ἔχει μεγάλη σημασία, ἀδελφοί, νά γνωρίζουν τά παιδιά ὅτι παντοῦ καί μέσα στήν οἰκογένεια ὑπάρχει τάξη καί ἱεραρχία καί ὅτι οἱ γονεῖς εἶναι, μετά τόν Θεό καί τούς Ἁγίους, τά πιό σεβαστά καἱ ἱερά πρόσωπα. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει νά ἀντιδροῦμε μέ ἀσέβεια πρός τούς γονεῖς μας, ἤ νά τούς ὑβρίζουμε καί νά τούς ἀπειλοῦμε ἤ καί τό πιό φοβερό νά «σηκώσουμε χέρι» ἐπάνω τους, ὅσο ἁμαρτωλοί καί ἄν εἶναι. Τά πρόσωπα τῶν γονέων μας εἶναι κάτω ἀπό τά εἰκονίσματα τῶν Ἁγίων μας. «Εὐχαί γονέων στηρίζουσι τέκνα».
.             Θά θέλαμε νά ἐπιμείνουμε μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση στό ζήτημα τῆς συγχωρήσεως, καθώς καί τῆς φιλοτιμίας, τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἀνοικτοκαρδίας. Οἱ δύο αὐτές ἀρετές, ἡ φιλανθρωπία καί ἡ συγχώρηση, μᾶς κάνουν νά ὁμοιάζουμε μέ τόν Θεό μας, ὁ Ὁποῖος εἶναι, κυρίως, φιλάνθρωπος καί συγχωρητικός. Ὅσοι διαθέτουν αὐτές τίς δύο ἀρετές ποτέ δέν θά τούς ἀφήσει ὁ Θεός νά φύγουν ἀμετανόητοι ἀπό αὐτή τήν γῆ. Ἡ ἀγάπη Του θά τούς συντροφεύει καί σέ αὐτή τήν ζωή καί στήν ἄλλη ζωή.
.             Νά μι­λοῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο στόν Θε­ό γιά τά παι­διά μας, πα­ρά στά παι­διά μας γιά τόν Θε­ό. Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πε­ρι­ου­σί­α πού θά τούς ἀ­φή­σου­με εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Πί­στη καί ζω­ή, ἡ ἐλ­πί­δα τους στόν Θε­ό καί ἡ βα­θειά συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι χω­ρίς τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει προ­κο­πή καί εὐ­τυ­χί­α.
.             Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κή μέ­ρι­μνα νά ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με τό μέλ­λον τῶν παι­δι­ῶν μας μέ ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ροῦ­με χρή­μα­τα, κτή­μα­τα, οἰ­κή­μα­τα κ.λπ. ὄ­χι μό­νο δέν συμ­βα­δί­ζει μέ τό γνή­σιο χρι­στι­α­νι­κό φρό­νη­μα, ἀλ­λά συσ­σω­ρεύ­ει στούς μέν γο­νεῖς ἄγ­χος, ὑ­περ­προ­στα­σί­α, ὑ­πε­ρερ­γα­σί­α, ὑ­περ­κό­πω­ση, συ­χνά καί ἀ­προ­θυ­μί­α στή φι­λαν­θρω­πί­α, ἀλ­λά καί στά παι­διά καλ­λι­ερ­γεῖ τή φι­λο­κτη­μο­σύ­νη, τήν φιλαργυρία, τήν ὀ­κνη­ρί­α, τήν πο­νη­ρί­α, τήν ἀ­χα­ρι­στί­α, τίς δια­ρκεῖς ἀ­παι­τή­σεις, ἀλ­λά καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α νά ἐ­κτι­μή­σουν τούς κό­πους τῶν γο­νέ­ων τους καί γι᾿ αὐ­τό συ­χνά ὁ­δη­γοῦν­ται στήν κα­τα­σπα­τά­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν πού κλη­ρο­νο­μοῦν καί ὄν­τας ἀ­νί­κα­να νά στα­θοῦν στή ζω­ή ἐ­ξα­θλι­ώ­νον­ται.
.             Μή ζη­τᾶ­με εὐ­τυ­χί­α κο­σμι­κοῦ τύ­που, πολ­λά χρή­μα­τα, κτή­μα­τα, οἰ­κή­μα­τα καί ἐ­πι­τυ­χί­ες. Εἶ­ναι πλά­νη φο­βε­ρή νά ἐκ­ζη­τοῦ­με ἄ­λυ­πο, ἄ­κο­πο καί ἀ­ναί­μα­κτο βί­ο. «Οὐ­δείς ἀ­νέ­βη εἰς τόν Οὐ­ρα­νόν με­τ’ ἀ­νέ­σε­ως», μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος.
.             Νά ἐ­πι­μεί­νου­με στίς Ἑ­ορ­τές τῶν Ἁ­γί­ων μας· μή κα­τα­λύ­ον­τας, τι­μών­τας τόν Ἅ­γιο, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα φέρουμε, καί τήν νη­στεί­α, ὅ­ταν εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα νη­στεί­ας. Νά κα­ταρ­γή­σου­με τά πάρ­τι καί τά γε­νέ­θλια, τά ἐκ τῆς Δύ­σε­ως προ­ερ­χό­με­να καί γιά λό­γους ἐμ­πο­ρι­κούς προ­βαλ­λό­με­να καί ἐ­πι­βαλ­λό­με­να, ἀλ­λά καί γιά λό­γους οἰ­κο­γε­νεια­κῆς προ­βο­λῆς προ­τι­μώ­με­να…

.             Η´. Φο­βε­ρές πλη­γές γιά τίς οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­κό­μη καί τίς χρι­στι­α­νι­κές, εἶ­ναι ἡ πα­νούρ­γα καί πλα­νε­ρή μό­δα, τό ἀ­κρι­βό ντύ­σι­μο, πού κρύ­βει κο­σμι­κό­τη­τα, φι­λα­ρέ­σκεια, ἐνίοτε καί ἀνηθικότητα, τό πο­λυ­τε­λές σπί­τι καί αὐ­το­κί­νη­το, τά ἄ­φθο­να καί ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να ξε­νι­κά φα­γη­τά καί πο­τά, ἡ κο­σμι­κή ζω­ή καί δι­α­σκέ­δα­ση, ἡ ἄ­σκο­πη ἐ­να­σχό­λη­ση μέ θέ­μα­τα ἀ­νού­σια καί συ­χνά ἐ­πι­βλα­βῆ (χόμ­πυ, πο­λυ­έ­ξο­δα παι­χνί­δια κ.λπ.), ἡ σπα­τά­λη χρη­μά­των καί χρό­νου, πού ἀ­φαι­ρεῖ­ται πάν­το­τε ἀ­πό τό χρό­νο πού ἀ­νή­κει στήν ψυ­χή μας, ἄν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος χρό­νος, καί πολ­λά ἄλ­λα. Ὅ­λα αὐ­τά, ἀλ­λό­τρια τῆς εὐ­λα­βεί­ας καί τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ τρό­που ζω­ῆς, πέ­ραν τοῦ ὅ­τι μᾶς ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν, κα­θη­λώ­νον­τάς μας σέ φθη­νά καί ἀ­νά­ξια λό­γου γή­ϊ­να πράγ­μα­τα, γί­νον­ται πολ­λές φο­ρές αἰ­τί­ες τρα­γω­δι­ῶν μέ­σα στίς οἰ­κο­γέ­νει­ες: γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν ἀ­παι­τή­σεις προ­τι­μᾶ­ται τό εὔ­κο­λο κέρ­δος διά τῆς πλα­γί­ας ὁ­δοῦ, κλο­πές, χρη­μα­τι­στή­ρια, συ­ζυ­γι­κές ἀ­πι­στί­ες, δι­α­ζύ­για, κ.λπ.
.             Γνώ­μη μας εἶ­ναι —θά φα­νεῖ ἴ­σως σκλη­ρή καί γιά πολ­λούς ἀ­νε­φάρ­μο­στη- ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά βγεῖ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­πό τό σπί­τι ἤ ἔστω νά ἐλέγχεται πολύ αὐστηρά ἡ χρήση της. Εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό μέ­σα στό ἴ­διο μας τό σπί­τι, στό ἴ­διο μας τό δω­μά­τιο, πού εἶ­ναι τό ἱ­ε­ρό καί τό ἄ­συ­λό μας. Πό­σο δι­ο­ρα­τι­κός καί προ­φη­τι­κός εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός! Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ὁ δι­ά­βο­λος μές στό κου­τί μέ τά κέ­ρα­τά του στίς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν μας· εἶ­ναι λε­γε­ῶ­νες δι­α­βό­λων μέ­σα στά σπί­τια μας καί μέ τή θέ­λη­σή μας καί μέ τήν πλη­ρω­μή μας. Εἶ­ναι σχο­λεῖ­ο τοῦ κα­κοῦ, τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, τῆς δι­α­φθο­ρᾶς, τῆς κά­θε εἴ­δους δι­α­στρο­φῆς, τοῦ νε­ο­ε­πο­χί­τι­κου τρό­που σκέ­ψε­ως καί ζω­ῆς, τοῦ σα­τα­νι­σμοῦ…. Εἶ­ναι φο­βε­ρή ἡ ἀλ­λοί­ω­ση ἀ­πό τήν τη­λε­ό­ρα­ση, ὄ­χι μό­νο στά παι­διά καί στούς νέ­ους, ἀλ­λά καί στούς ἐ­νη­λί­κους καί στούς γέ­ρους.
.             Τά ἴδια, βεβαίως, ἰσχύουν καί γιά τά κινητά τηλέφωνα καί τό internet καί κυρίως γιά τά λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ὅπως τό facebook (φέισμπουκ) κ.ἄ. πού ἀποτελοῦν μία ἀνοικτή πληγή καί μία συνεχή ἀπειλή γιά τά παιδιά, ἀλλά πολλές φορές καί γιά τούς ἐνήλικες.
.             Ἡ τηλεόραση, τό internet, τά κινητά τηλέφωνα (ρόζ τηλέφωνα κ.λπ.) ἀποτελοῦν τά σύγχρονα διαφθορεῖα πού ἀναπαράγουν καί προβάλλουν ὅλες τίς ἔκφυλες καί διεστραμμένες καταστάσεις, τήν ὁμοφυλοφιλία, τούς γκέι γάμους, τίς ἐλεύθερες σχέσεις, τά σύμφωνα συμβίωσης καί τόσα ἄλλα.
.             Εἶ­ναι, ἐ­πί­σης, τρα­γι­κό αὐ­τό πού συμ­βαί­νει καί γιά τό ὁ­ποῖ­ο κα­τά μέ­γα μέ­ρος εὐ­θύ­νον­ται ἡ τη­λε­ό­ρα­ση, τό internet καί τά κινητά τηλέφωνα: ἡ ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καί δι­α­λό­γου με­τα­ξύ τῶν με­λῶν τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας καί κυ­ρί­ως με­τα­ξύ τῶν συ­ζύ­γων. Ἡ ὑ­πε­ρα­πα­σχό­λη­ση, ἡ ὑ­πε­ρερ­γα­σί­α πού συμ­πλη­ρώ­νε­ται μέ τήν ἐ­πί ὧ­ρες κα­θή­λω­ση μπρο­στά στήν τη­λε­ό­ρα­ση, στό κινητό ἤ τόν ὑπολογιστή, μέ­χρι καί τίς με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες ὧ­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­φαι­ροῦν καί τόν ἐ­λά­χι­στο ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο ἀ­πό τούς συ­ζύ­γους καί τά παι­διά, δη­μι­ουρ­γοῦν συ­νε­χή ἐ­κνευ­ρι­σμό, κό­πω­ση, ἀ­πο­ξέ­νω­ση καί μύ­ρια ὅ­σα δει­νά. Γιά νά εἴ­μα­στε, ὅ­μως, εἰ­λι­κρι­νεῖς, τήν ἀ­πο­μό­νω­ση, τόν ἐ­κνευ­ρι­σμό, τίς ἀ­τέ­λει­ω­τες λο­γο­μα­χί­ες καί τόν τραυ­μα­τι­σμό τῆς ψυ­χῆς τῶν παι­δι­ῶν τά δη­μι­ουρ­γοῦν καί τά καλ­λι­ερ­γοῦν κυ­ρί­ως ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός τῶν γο­νέ­ων, ἡ φι­λαυ­τί­α τους καί ἡ αὐ­το­δι­καί­ω­σή τους, ἡ ὁ­ποί­α δέν γνω­ρί­ζει ἀ­γά­πη, δέν γνω­ρί­ζει συγ­χώ­ρη­ση, δέν γνω­ρί­ζει σι­ω­πή καί ὑ­πο­μο­νή. Σπί­τι χω­ρίς συγ­γνώ­μη τό ἐ­πι­σκέ­πτε­ται συ­χνά ἤ μᾶλ­λον κα­τοι­κεῖ μο­νί­μως μέ­σα σ᾿ αὐ­τό ὁ σα­τα­νᾶς.
.             Νά ἔ­χου­με συ­ναί­σθη­ση τῆς μη­δα­μι­νό­τη­τός μας. Ἀ­κό­μη κι ἄν εἴ­χα­με τη­ρή­σει ὅ­λο τό Νό­μο —πρᾶγ­μα δύ­σκο­λο γιά τόν ἄν­θρω­πο— καί πά­λι ἀ­χρεῖ­οι δοῦ­λοι θά εἴ­μα­σταν, κα­τά τόν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου. Σα­φέ­στα­τα καί κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώ­τα­τα μᾶς τό βε­βαι­ώ­νει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης: «ἐ­ὰν εἴ­πω­μεν ὅ­τι ἁ­μαρ­τί­αν οὐκ ἔ­χο­μεν, ἑ­αυ­τοὺς πλα­νῶ­μεν καὶ ἡ ἀ­λή­θεια οὐκ ἔ­στιν ἐν ἡ­μῖν… ἐ­ὰν εἴ­πω­μεν ὅ­τι οὐχ ἡ­μαρ­τή­κα­μεν, ψεύ­στην ποι­οῦ­μεν αὐ­τόν (τὸν Θε­ὸν), καὶ ὁ λό­γος αὐ­τοῦ οὐκ ἔ­στιν ἐν ἡ­μῖν» (Α´ Ἰ­ω­άν. 1, 8-10). Ἔ­τσι καλ­λι­ερ­γοῦ­με τήν πραγ­μα­τι­κή τα­πεί­νω­ση, στήν ὁ­ποί­α ἀ­να­παύ­ε­ται ὁ Θε­ός καί ὄ­χι τήν τα­πει­νο­λο­γί­α καί τήν τα­πει­νο­σχη­μί­α. Κα­τά τό πα­τε­ρι­κό λό­γιο, ὁ Θε­ός εὐ­λο­γεῖ ὅ­λο τόν κό­σμο κά­θε μέ­ρα μέ τό ἕ­να Του χέ­ρι, τόν τα­πει­νό, ὅ­μως, τόν εὐ­λο­γεῖ μέ τά δυ­ό Του χέ­ρια. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται αὐ­τό πού τό­νιζε συ­χνά-πυ­κνά ὁ Γέ­ρον­τας Γερ­μα­νός, ὅ­τι ὁ Θε­ός ἀ­γα­πᾶ καί σώ­ζει τόν τα­πει­νό ἁ­μαρ­τω­λό καί ἀ­πο­στρέ­φε­ται τόν ἀ­σε­βή καί ὑ­πε­ρή­φα­νο δίκαιο. Γι’ αὐτό καί νά μήν κάνουμε φίλους αὐτούς πού νομίζουν καί ὑποστηρίζουν ὅτι δέν ἔχουν ἁμαρτίες. Εἶναι ψεύτες, ἀνόητοι καί ἀλαζόνες.

.             Θ´. Ἀ­φή­σα­με τε­λευ­ταῖ­ο τό σπου­δαι­ό­τα­το ζή­τη­μα τῆς τα­κτι­κῆς, εἰ­λι­κρι­νοῦς καί ἐν με­τα­νοί­ᾳ Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, χω­ρίς τήν ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἔ­χου­με πνευ­μα­τι­κή ζω­ή καί, κα­τά συ­νέ­πειαν, σω­τη­ρί­α καί ἁ­για­σμό, καί μετοχή στήν Θεί­α Κοι­νω­νί­α, στήν ὁ­ποί­α πρέ­πει νά προ­σερ­χό­μα­στε τα­κτι­κά κι ἐ­μεῖς καί τά παι­διά μας, μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Αὐτό εἶναι ἕνα μεγάλο κεφάλαιο, πού θά τό ἀνοίξουμε, ὅμως, σέ μιά ἄλλη εὐκαιρία.

Προσφιλέστατοι ἀ­δελ­φοί μας,

.             Ὅ­λα αὐ­τά τά ἐ­πι­ση­μαί­νου­με ὄ­χι γιά νά σᾶς ἀ­πελ­πί­σου­με, ἀλ­λά γιά νά βά­λου­με νέ­α ἀρ­χή με­τα­νοί­ας, σύν Θε­ῷ, διά πρε­σβει­ῶν καί δι’ εὐ­χῶν. Κι ἄν ἀ­κό­μη δέν μπο­ροῦ­με νά τά ἐ­πι­τύ­χου­με ὅ­λα αὐ­τά, τοὐ­λά­χι­στον νά ἔ­χου­με τήν αἴ­σθη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς μας πε­νί­ας, τῶν πολ­λῶν μας ἐλ­λεί­ψε­ων, τή συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τός μας καί νά ζητοῦμε διαρκῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ καλός Θεός, βλέποντας τήν συναίσθηση αὐτή, θά ἀναπληρώσει τά ἐλλείποντα, ἀρκεῖ νά δεῖ καί τόν δικό μας συνεχή καί φιλότιμο ἀγώνα.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί φίλοι,

.             Καλή ἀρχή στόν ἀγώνα μας, μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας μας καί τῶν Ἁγίων μας. Κα­λή καί Εὐλογημένη Χρο­νιά, κα­λή Με­τά­νοι­α, κα­λόν Πα­ρά­δει­σο. Εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἐγκάρδια ἀγάπη σας καί τήν θυσιαστική παρουσία σας.

 

 

ΠΗΓΗ: kalabakacity.gr

,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

Πορεία τς Ψυχς (4)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

.             Λοιπόν; Θὰ μπορέσει ἡ ψυχὴ νὰ νοιώσει αὐτὴ τὴν ἁμαρτία; Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ: “Νοιῶσε τὴν ἁμαρτία!”. Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐπιτάξω. Εἶναι μία ἐνέργεια, ἕνα διάβημα τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς. Ἂν ἡ ψυχὴ δὲν καταλάβη, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν τὸ χωρέση, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν θελήση νὰ τὸ καταλάβει, οὐδεμία δύναμις ὑπάρχει, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς ἀκόμη, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ τὴν κάνη νὰ τὸ νοιώση. Μπορεῖ νὰ ἐξομολογῆται, μπορεῖ νὰ διαβάζη, μπορεῖ νὰ προσεύχεται, μπορεῖ νὰ χύνη δάκρυα, εἶναι δυνατὸν ὅμως ὅλα αὐτὰ νὰ γίνωνται χωρὶς καμία αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας.
.           Ὅταν θὰ ἀποκτήση ἡ ψυχὴ τὴν αἴσθησι αὐτὴν τῆς γυμνότητος καὶ θὰ πεῖ: “Γυμνὸς εἶμαι, πρέπει νὰ ντυθῶ”, τότε ἔρχεται μέσα ἡ ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, δηλαδὴ τοῦ ντυσίματος. Ἀλλά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὴν μετάνοια, εἶναι ἕνα πρόβλημα ἄλλο. Ἄλλο εἶμαι γυμνὸς καὶ ἄλλο ἑτοιμάζω φόρεμα νὰ φορέσω. Πόρρω ἀπέχουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.
.             Ἡ ὥρα ποὺ θὰ αἰσθανθῶ – ἡ ὥρα αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι χρόνια, μπορεῖ νὰ εἶναι στιγμὴ – ὅτι εἶμαι γυμνός, εἶναι ἡ πιὸ κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς μου, διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο θὰ γίνει: ἢ θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ ντυθῶ, ἢ θὰ μείνω γυμνός. Δηλαδή, ἢ θὰ συνεχίσω καὶ θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γυμνὸς καὶ θὰ πῶ “ἥμαρτον”, ἢ θὰ κάνω ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα: θὰ κρυφθῶ. Καὶ ὅταν θὰ πῆ ὁ Θεός: “Ἀδὰμ ποῦ εἶ;”, θὰ πῶ: “Κρύφθηκα, γιατί ἤμουν γυμνός”. Καὶ ὅταν θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του, θὰ δῆ τὰ φύλλα τῆς συκῆς.
.             Πῶς μπορεῖ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ κρύψιμο; Αὐτὸ τὸ κρύψιμο μπορεῖ νὰ γίνη μὲ χίλιους δύο τρόπους, π.χ. μία στάσις μειονεκτική. Εἶναι φοβερό, ὅταν ἀνακαλύψω ὅτι εἶμαι ἕνα τίποτε. Ξέρεις, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι εἶσαι σπουδαῖος καὶ μεγάλος, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σὲ προσκυνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι φθάνεις τὰ οὐράνια, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἤσουν ὁ ταλαντοῦχος, ὁ ὑπέροχος, ὁ ὄμορφος, ὁ χαριτωμένος, δὲν ξέρω τί, νὰ ἀναγνωρίσης ὅτι εἶσαι γυμνός, ὅτι εἶσαι ἕνα τίποτε. Θέλει δύναμι γιὰ νὰ τὸ παραδεχθῆς αὐτό. Θέλει πολλὴ δύναμι. Μὰ δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε οὔτε μίαν ἀσχήμια ποὺ ἔχομε, δὲν παραδεχόμεθα ἕνα ἐλάττωμα, μίαν ἀποτυχία μας, ἕνα σφάλμα μας, ἕνα συγκεκριμένο ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο κάνομε καὶ τὸ καλύπτομε μὲ ἕνα ψέμα, ἐν συνεχείᾳ τὸ ψέμα μὲ ἕνα δεύτερο ψέμα, μὲ ἕνα τρίτο ψέμα. Μπορεῖ λοιπόν, νὰ εἶναι μία μειονεκτικὴ στάσις καὶ ἀντιμετώπισις, μία ἀδυναμία νὰ ὁμολογήσω τὴν γυμνότητά μου, μπορεῖ νὰ εἶναι μία δικαιολόγησις, μπορεῖ νὰ εἶναι μία ἐπικάλυψις μὲ κάτι ἄλλο. Νὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἐξωτερικό. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ κάτι τὸ ἐσωτερικό, διότι αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ πολὺ βαθύ. Σὲ σηκώνει ἡ καθηγήτριά σου γιὰ μάθημα καὶ σὲ γιουχαΐζουν οἱ συμμαθήτριες, διότι δὲν λὲς τίποτε. Σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ μάθημα, φεύγεις ἀμέσως, πηγαίνεις στὸ σπίτι σου, στέκεσαι ἐνώπιον τοῦ καθρέπτου, ἑτοιμάζεσαι, μακιγιαρίζεσαι… Μὰ δὲν εἶναι κανείς, δὲν σὲ βλέπει κανείς! Ναί, μὰ τὴν ὥρα ἐκείνη μπροστὰ στὸν καθρέπτη ποὺ εἶσαι μόνη σου, ὁ ἐαυτός σου ποὺ εἶναι τὸ πᾶν γιὰ σένα πληροφορεῖται ὅτι “ἐγώ, ποὺ μὲ γιουχάισαν, ἐγὼ εἶμαι τόσο ὄμορφη!”. Μπῆκε ἀμέσως τὸ ἀντιστάθμισμα στὴν ἀδυναμία μου, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπεκάλυψαν ἡ καθηγήτριά μου καὶ οἱ συμμαθήτριές μου. Τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ στέκομαι στὸν καθρέπτη, δὲν στέκομαι στὴν γυμνότητά μου, στὴν ἀδυναμία μου νὰ πῶ μάθημα, ἀλλὰ στέκομαι στὸ προσόν μου, στὴν ὀμορφιά μου τὴν τεχνητή, τὴν μακιγιαρισμένη ἢ τὴν ἀληθινὴ ἐξωτερική. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὀμορφιὰ καὶ ψυχική, μπορεῖ νὰ εἶναι διανοητική, πνευματική, ὅπως λέμε σήμερα ἐμεῖς, δὲν παίζει ρόλο. Πάντως εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο αὐτῆς μου τῆς γυμνότητος.
.             Μπορεῖ ἀκόμη νὰ εἶναι ἕνα κρύψιμο ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο. Δηλαδή, ἐνῶ εἶμαι γυμνός, νὰ ζῶ σὰν νὰ μὴν εἶμαι γυμνὸς καὶ νὰ ἔχω μία διπλὴ ζωή. Ἢ μπορεῖ νὰ ἀρνοῦμαι νὰ προχωρήσω ὡσὰν νὰ μὴν ἤμουν γυμνός. Αὐτὸ εἶναι πολὺ φοβερότερο. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπώθησις, μία ἀπώθησις μίας τραγικῆς πραγματικότητος, ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήση κάποτε σὲ ἕνα τραγικὸ ἀποτέλεσμα.
.             Γεμάτη ἡ ζωὴ ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί, ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ βαδίζουν πολλάκις διαπράττοντας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μισοῦν καὶ τὰ ὁποῖα σιχαίνονται καὶ τὰ ὁποῖα ξέρουν πὼς εἶναι κατώτερα, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν πὼς πρέπει νὰ ξεπεράσουν αὐτὴν τὴν κραυγὴ τῆς συνειδήσεώς τους, ποὺ τοὺς εἶναι κάτι τὸ φοβερό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

, , , , , ,

Σχολιάστε