Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μεγαλόχαρη τῆς Τήνου

ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. Α´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

Τήν 23ην Αὐγούστου 1961 καί ὥραν 11ην π.μ., ἐν τῷ πανσέπτῳ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Μεγαλόχαρης Τήνου, ἰάθη ἡ πρεσβυτέρα Κα Γεωργία σύζυγος Λάμπρου Παπαδημητρίου, ἐτῶν 33, ἐκ τοῦ χωρίου «Μυτηλινοί» τῆς Νήσου Σάμου, ἤτις ἀπό ἑπταετίας ὁλοκλήρου ἔπασχεν ἀπό παράλυσιν τῶν κάτω ἄκρων, συνοδευομένην ἀπό δριμυτάτους πόνους καί ἦτο κατάκοιτος.

Τήν στιγμήν κατά τήν ὁποίαν ἡ ἀσθενής καί κατάκοιτος πρεσβυτέρα ἐσηκώθη ὀρθία, ἅπαντες οἱ παρευρισκόμενοι γονυπετήσαντες ἤρχισαν νά κλαίουν συγκινημένοι. Ὅλον δέ τό ἐκκλησίασμα μεθ’ ἁπάσης τῆς πόλεως, ἡ ὁποία εἰδοποιήθη διά τῶν κωδώνων καί ἀστραπιαίως, ἔζησαν στιγμάς ἀπεριγράπτους καί μοναδικῆς συγκινήσεως. Ἄς εἶναι εὐλογημένον τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Αὐτοῦ μητρός τῇ πρεσβείᾳ τῆς ὁποίας ἀξιούμεθα τοιούτων θαυμαστῶν καί ὑπερφυσικῶν γεγονότων.

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. B´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

Ἡ καθαίρεση καί ἡ ἀναστήλωση τοῦ καμπαναριοῦ τῆς Παναγίας, στό ἴδιο ἀκριβῶς σχέδιο μέ τό παλιό, ἔγινε τό 1956-1961 ἀπό τόν περίφημο Τήνιο μαρμαρογλύπτη Ἰωάννη Εὐστρ. Φιλιππότη. Ἡ ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου, μέ τά περιορισμένα μάλιστα τεχνικά μέσα τῆς ἐποχῆς, ἦταν –ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Ἀλέκος Φλωράκης στό βιβλίο του γιά τόν Ἰωάννη Φιλιππότη– «ὄχι μόνο δύσκολη καί κοπιώδης, ἀλλά καί ἐπικίνδυνη. Μετακινώντας βαριά μάρμαρα σέ ὕψος 30 περίπου μέτρων, πάνω σέ μιά σκαλωσιά καί συχνά μέ ἰσχυρούς ἀνέμους, ἡ θεία συνδρομή ἀπομένει ἡ μόνη βεβαιότητα». Ἡ ἀπάντηση τῆς Παναγίας στήν πίστη τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ μαρμαρογλύπτη γίνεται φανερή ἀπό τά θαύματά της πού συνόδευσαν τίς ἐργασίες τοῦ καμπαναριοῦ στά πέντε χρόνια τῆς κατασκευῆς του, ὅπως τά ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος ὁ Φιλιππότης:
Ἀγώνας νά σηκώσουμε τή σκαλωσιά. Ἄντε καί μέ ἀέρα, φουρτοῦνες… Ἀφοῦ φτάσαμε ἴσα-ἴσα ἀπ’ τή μεγάλη καμπάνα, εἶχε ἀέρα πολύ, σοροκάδα, καί οἱ μαστόροι ἀρχίνησαν καί στενοχωριοῦνταν. Λέει, «Μά δέν μποροῦμε νά δουλέψουμε. Πᾶμε νά φύγουμε, νά πᾶμε στό χωριό… κι ὅταν εἶναι οἱ μέρες καλές ἐρχόμαστε». Τό βράδυ λοιπόν, πού ἦταν γιά νά φύγουμε τήν ἄλλη μέρα, ξάπλωσα σ’ ἕνα δωμάτιο πού μᾶς εἶχαν δώσει ἐκεῖ μέσα στήν Παναγία καί ἴσα-ἴσα μόλις εἶχα ζαβωθεῖ λιγάκι στόν ὕπνο, σά ν’ ἀνάβει ἕνα φῶς καί βλέπω ἀπάνω στή σκαλωσιά, σ’ ἕνα καντρόνι, νά στέκει ἡ μισή εἰκόνα τῆς Παναγίας. Συνέπεσε ἐκείνη τήν ἐποχή κι εἶχαν βγάλει τά τιμαλφῆ ἀπό μέσα κι ἦταν μόνο τό ξύλο καί τό σχίσιμο. Βλέπω λοιπόν ἀπάνω στή σκαλωσιά τή μισή μπάντα τῆς εἰκόνας πού εἶναι ἡ Παναγία πάνω… Ἔ, τήν ἄλλη μέρα καλοσύνη! Κι ἀρχίζουμε δουλειά. Λέει ὁ παπα-Λευτέρης: «Βλέπεις, Γιάννη, ἡ Παναγία εἶναι μαζί σου, μή φοβᾶσαι καθόλου!».
Ξεκεφαλώσαμε λοιπόν τή σκαλωσιά, ἀπάνω γι’ ἀπάνω, μέχρι τήν κορυφή, καί πιάσαμε τήν κατεδάφιση. Κανόνισα τά μπαλόγκα μου, τόν κύλινδρο, τό ζυγό, ὅλ’ αὐτά τά ἐργαλεῖα γιά νά σηκώνουν τά μάρμαρα. Ἀλλά τά πάνω-πάνω μάρμαρα ἦταν ἀκουμπισμένα σέ σίδερα, τά περισσότερα σπασμένα, καί ἦταν φόβος καί τρόμος νά τά βλέπεις. Λέω, «ἄν κάμουν κάτω καί σπάσουν, τί θά γινοῦμ’ ἐδῶ πάνω!» Καί θυμᾶμαι τό πρῶτο μάρμαρο, τή βάση τοῦ σταυροῦ, γύρευα νά βγάλω, ἀλλά εἶχαν ἕνα λοστό περασμένο μέσα οἱ παλαιοί κι εἶχαν ἀποκάτου ἕνα σίδερο, χαρούπα πού λένε, γιά νά κρατάει τό ἀλεξικέραυνο. Ἔπιασα λοιπόν μέ τό μπαλάγκο ἐκεῖ, ἄντε-ἄντε-ἄντε, ἔφτασε μέχρι ἑνός σημείου πού δέν  μπορούσαμε πιά νά τό πάρουμ’ ἀπάνω. «Βρέ τί θά γίνει, Παναγία μου βάλε τό χέρι σου, θά σκοτωθοῦμε!»… Τέλος πάντων, ἀφοῦ τό πιάσαμε καί κατεβάζαμε, τύχαινε τό μπαλάγκο νά κρεπάρει καί νά ’χει τό μάρμαρο ἀνεβεῖ τόσο (λίγο ἀπό τό ἔδαφος), μάρμαρο τρακόσια κιλά. Ἔβρισκα δηλαδή κάτι πράγματα, πού ἔλεγα ὅτι ἡ Παναγία ἤβαλε τό χέρι της καί τή γλιτώσαμε, διότι ἄν ἦταν ἀπάνω-ἀπάνω τό μάρμαρο αὐτό καί σποῦσεν ὁ μακαράς, δέν ξέρω τί θά γινούνταν, θά ’κοβε τίς σκαλωσιές καί θά πηαίναμε χαμένοι οὗλοι!
Καί ἄλλα μᾶς τύχαν. Μάλιστα ἕνας ἐργάτης πού τόν εἶχα στό βίντσι καί γύρευε νά βιράρει τό μάρμαρο, ἀφοῦ ἦταν τό μάρμαρο ἀνεβασμένο ἀρκετά, τοῦ ξέφυγε καί πῆρε νά κατεβαίνει καί γύριζαν τά χέρια (= χερούλια) πού ’ναι στό βίντσι. Αὐτός λοιπόν ἐγύρευεν νά πιάσει τά χέρια γιά νά τό σταματήσει καί τοῦ δίνει μιά καί τοῦ σκίζει τό κεφάλι. Ἀλλά ἡ Παναγία τόν γλίτωσε.
Ἀφοῦ ἠπιάσαμε σιγά-σιγά τοποθέτηση, ἕνας πού εἶχα –καί ἦτο καί ἀριστερός καί δέν πήγαινε νά προσκυνήσει μέσα στήν Παναγία– ἐγύρευε μιά μέρα νά τοποθετήσει μιά καμάρα καί εἶχε ἀέρα πολύ καί δέν μποροῦσε νά τήν κουμαντάρει. Ἀπό ᾽δῶ τήν πήγαινεν, ἀπό ᾽κεῖ τήν πήγαινεν καί ἀπάνω στό θυμό του κάνει μιά τύφλα καί βλαστήμησε τήν Παναγία. Καί φεύγει ἀποπάνω ἀπ’ τή σκαλωσιά καί πάει τέσσερα μέτρα κάτω καί σταματάει ἀπάνω στήν ἄλλη σκαλωσιά, ὄρθιος, χωρίς νά πάθει τίφτα! Ἀπό τότε ἐρχοῦνταν κάθε πρωί κι αὐτός μαζί μας καί προσκυνοῦσε.
Τοποθετούσαμε καί ἀρχινᾶνε βροντές καί ἀστραπές· βροχή, κακό μεγάλο. Ἐμεῖς, ἀπάνω στή σκαλωσιά, οὔτε ψιχάλα. Νά τρέχουνε τά κανάλια ἀπό πάνω ἀπ’ τά δωμάτια τῆς Παναγίας καί νά γεμίζουν μέσα στά ρέματα, νά κατεβαίνουν (τά νερά) ἀπ’ τά βουνά κι ἐμεῖς νά δουλεύουμε ἀπάνω κεῖ, νά μήν πέφτει ψιχάλα ἀπάνω στή σκαλωσιά! Αὐτό τό θαῦμα καί σηκώνεται ἡ τρίχα μου.
Καί τελειώνει ὁ μπαρμπα-Γιάννης Φιλιππότης: Ὅταν, μέ τή δύναμη τῆς Παναγίας καί μέ τή χάρη της, τελείωσε κι αὐτό, ἔδωσα 5.000 δραχμές τότε (δηλ. τῆς τότε ἀξίας)· ἔκαμα καί μία ὁλονύκτιο παράκληση, γιά νά τήν εὐχαριστήσω γιά τή βοήθεια πού εἶχα σ’ αὐτά τά χρόνια. (Ἀλέκου Ἐ. Φλωράκη, Μαρμάρου τέχνη καί τεχνική. Ὁ Ἰωάν. Φιλιππότης καί τό ἐργαστήριό του. Πρόταση Ἐθνογραφικῆς Βιογραφίας, Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθήνα 1995, σ. 112-117).

,

Σχολιάστε

ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ

Σήμερα γιορτάζει πανευφρόσυνα ὅλη ἡ Ἑλλάδα τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς μετάστασή Της. Ἀπό τὴν Μονὴ Σουμελᾶ στὸν Πόντο, ὅπου μετὰ 87 χρόνια λειτουργεῖ ὁ Πατριάρχης, μέχρι τὴν Πάρο, ὅπου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, καὶ τὴν Τῆνο καὶ τὴν Ἁγιάσο.

Γιὰ τοὺς μακρὰν ἡ «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία» χαρίζει φωτογραφικὰ στιγμιότυπα ἀπὸ τὴν λιτάνευση τῆς ἱερᾶς καὶ θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Μεγαλόχαρης Τήνου.

,

Σχολιάστε

ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΕ ΣΤΗ ΜΑΜΑ ΣΟΥ…

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. B´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

Ἀγαπητοί κύριοι, θέλω νά γραφτεῖ στό βιβλίο σας καί τό δικό μου θαῦμα πού ἔγινε τόν Σεπτέμβρη τοῦ 1984. Ἤμουνα δυόμισυ χρονῶν καί μπῆκα στό νοσοκομεῖο ΑΧΕΠΑ μέ ψηλό πυρετό καί πόνο στό δεξί μου πόδι. Μέρα μέ τή μέρα χειροτέρευα, γιατί εἶχα πάθει σηψαιμία ἀπό μία πληγή στό πόδι. Μοῦ βάλανε τρεῖς φορές αἷμα καί οἱ γιατροί εἶπαν πώς θά πεθάνω, γιατί ἀπ’ αὐτή τήν ἀρρώστια δέν ζοῦνε, ἐκτός κι ἄν γίνει κανένα θαῦμα. Καί νά πού τό θαῦμα τῆς Μεγαλόχαρης ἔγινε καί σέ μένα.

Ὅταν ἦρθε τό τέλος μου (ἤμουνα καί ἀβάφτιστο), εἶδα πώς ἀνέβηκα στούς οὐρανούς κι ἐκεῖ βρῆκα ἀγγελάκια νά κάθονται σέ καρέκλες. Ἕνας μεγάλος ἄγγελος ἦρθε κοντά μου καί μοῦ εἶπε, δέν ἔχουμε ἄλλη καρέκλα γιά σένα. Ξαναγύρισε στή μαμά σου. Αὐτό ἔγινε τήν ὥρα πού μέ ἀεροβαφτίσανε καί μέ τάξανε στή Χάρη τῆς Παναγίας τῆς Τήνου.

Ἀμέσως ἄρχισα νά γίνομαι καλά. Οἱ γιατροί ἔκαναν τό σταυρό τους καί εἴπανε ὅτι ἔγινε θαῦμα. Ἐγώ συνέχεια ζητοῦσα ἀπό τή μαμά μου νά μοῦ λέει προσευχοῦλες. Ἔτσι ἔπαιρνα κουράγιο κι ἄς ἤμουν τόσο μικρός.

Θέλω νά ἔρθω πάλι στή Χάρη τῆς Παναγίας νά τήν εὐχαριστήσω καί νά προσευχηθῶ.Τώρα εἶμαι 6 χρονῶν. Πάω σχολεῖο, καί εἶμαι καλά. Δέν ξέρω νά γράφω ἀκόμη, ἀλλά ἐγώ λέω στή μαμά μου κι ἐκείνη τά γράφει.

Ἀθανάσιος Ἀστερίου, Σοφοκλέους 7, Θεσσαλονίκη

, ,

Σχολιάστε

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΩ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ»

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. Α´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

Σέ κάποια φτωχογειτονιά τοῦ Πειραιᾶ ζοῦσε ἕνα τυφλό παιδάκι, ὁ Νίκος. Ἡ μητέρα του ἦταν καλή, εὐσεβής, ἐνάρετη. Ταχτικά πήγαινε στήν ἐκκλησία καί παρακαλοῦσε τόν Χριστό νά χαρίση φῶς στό παιδί της. Ὁ πατέρας ἦταν ἀδιάφορος στά θρησκευτικά ζητήματα. Πολλές φορές κορόϊδευε τή γυναῖκα του γιά τή θρησκευτικότητά της. Οὔτε στήν ἐκκλησία πήγαινε, οὔτε σταυρό ἔκανε.
Ἡ μάννα ἔτρεξε σ’ ὅλους τούς ὀφθαλμίατρους, γιά νά ἐξετάσουν τοῦ παιδιοῦ της τά μάτια.
Ὅλοι τήν ἀπέλπισαν. Δέν ὑπῆρχε θεραπεία μέ τίποτε, Ἀφοῦ ἔκλεισαν οἱ πόρτες τῆς γῆς, ἡ μάννα χτύπησε τοῦ οὐρανοῦ τίς θύρες. Ἀποφάσισε νά πάει τό παιδί της στήν Τῆνο.
– Γιῶργο, σκέφτηκα νά πάω στήν Τῆνο.
– Τζάμπα θά χαλάσης τά λεφτά σου. Δέν γίνεται τίποτα. Πάρ’ το απόφασι. Ὁ Νίκος θά μείνη τυφλός.
– Ἐγώ μέ τό παιδί θά πᾶμε στή χάρι Της. Ποῦ ξέρεις· τόσα θαύματα γίνονται κάθε χρόνο.
– Θαύματα, εἶπες; Στ’ ἀλήθεια, γυναίκα, πιστεύεις στά παραμύθια τῶν παπάδων; Αὐτά εἶναι λόγια, γιά νά πηγαίνη ὁ κόσμος καί νά ἐκμεταλλεύωνται τούς ἀφελεῖς. Νά μήν πᾶς πουθενά. Ἐγώ λεφτά χαμένα δέν δίνω.
– Ἐγώ θά κοινωνήσω στήν Τῆνο. Θά πάω. Θέλω νά πάω. Κάτι μοῦ λέει μέσα μου νά πάω. Γιά τό Νίκο, τό παιδί μου, ἄς πάμε μαζί. Ἔλα νά παρακαλέσωμε τή Μεγαλόχαρη γιά τό σπλάγχνο μας.
– Εἶσαι ἀνόητη, μοῦ φαίνεται. Δέν πήγαμε σέ «κοτζάμ» καθηγητάδες, δέν γυρίσαμε ἕνα σωρό γιατρούς; Ὅλοι δέν μᾶς εἶπανε τά ἴδια; Σέ ρωτῶ ἔχεις ἐσύ καμμιά ἐλπίδα;
– Ναί ἔχω. Πιστεύω νά μέ λυπηθῆ ἡ Μεγαλόχαρη. Ἕνα τό ’χω ἡ δόλια. Θά μέ καταλάβη.
– Ἐγώ δέν τά πιστεύω αὐτά. Ἀλλά, ἐπειδή ἐπιμένεις, πήγαινε μονάχη σου. Ἐγώ δέν ἔρχομαι.
Πλησίαζε Δεκαπενταύγουστος, ἡ περίοδος τῆς Παναγίας. Ἡ Μαρία ἀποφάσισε νά περάση «δεκαπεντάρι» στήν Τῆνο. Δεκαπέντε μέρες νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Κάθε βράδυ πήγαινε στήν Παράκλησι τῆς Παναγίας. Πολλές φορές κοινώνησε, πολλές φορές ἔκλαψε, δάκρυσε, παρακάλεσε τήν Παναγία γιά τό ἄρρωστο παιδί της.
Ὦ! Γλυκειά τοῦ κόσμου Δέσποινα, ξέρεις τόν μοναδικό, τόν μεγάλο καημό τῆς ζωῆς μου. Τό παιδί μου εἶναι τυφλό, τό μονάκριβο ἀγόρι μου. Ὅλα τά παιδιά, Παναγιά μου, βλέπουν, παίζουν, τρέχουν, χαίρονται τόν ἥλιο, τή θάλασσα, τά πάντα, γιατί τό δικό μου νά ζῆ στό σκοτάδι; Ὁ Γυιός Σου, Παναγιά μου πού θεράπευσε τόσους πολλούς τυφλούς, ἀνήμπορους, δυστυχισμένους, ἄς θεραπεύση καί τό παιδί μου.
Στίς 15 Αὐγούστου τό νησί πλημμύρισε ξένους προσκυνητές. Ἀπό τά πέρατα τῆς Ἑλλάδας ἔφθασαν πονεμένοι, ἄρρωστοι, παράλυτοι, γιά νά ζητήσουν τήν θεραπεία, τήν βοήθεια τῆς Μεγαλόχαρης.
Ἡ Μαρία σηκώθηκε ἀπ’ τά μεσάνυχτα. Μέ κομμένη ἀνάσα πῆρε τόν ἀνηφορικό δρόμο πρός τήν θαυματουργή εἰκόνα. Σέ λίγο ἀνέβαινε τά μαρμάρινα σκαλοπάτια κρατώντας τό τυφλό παιδί της. Πλησίασε πάλι τήν Παναγία, μέ τά τόσα θαύματα. Γονάτισε μ’ εὐλάβεια, μέ βουρκωμένα μάτια. Παναγιά μου. Αὔριο φεύγομε ἀπ’ τό μυρωμένο, τ’ ὄμορφο νησί σου. Κάμε τό θαῦμα σου, χρυσοπαναγιά μου. Θεράπευσε τό γυιό μου, πού σοῦ ’φερα στήν χάρι Σου.
Ὁ Νίκος γονάτισε δίπλα στήν μητέρα του καί ψιθύρισε:
Μεγαλόχαρη, Εἶμαι τυφλό παιδί. Δέν βλέπω τή φύσι, τήν ὄμορφη θάλασσα, τά πράσινα δένδρα. Κόσμο ἀκούω καί κόσμο δέν βλέπω. Σήμερα πού θά φύγωμε γιά τό σπίτι μας, Παναγιά μου, σέ παρακαλῶ γιά τόν πατέρα μου. Χάρισέ του φωτισμό καί σύνεσι. Κάνε τον νά πικραίνη λιγώτερο τήν καλή μου μανούλα. Βοήθησε τόν πατέρα μου νά γίνη καλός ἄνθρωπος. Νά μήν βλαστημᾶ, νά πηγαίνη στήν ἐκκλησία, νά κάνη τόν σταυρό του…
Σταυροκοπήθηκε ὁ Νίκος. Τότε ἔνιωσε κάτι ἀλλιώτικο μέσα του. Μισάνοιξε τά βλέφαρα. Κάτι ἄρχισε νά διακρίνη. Ἔβλεπε μαῦρες σιλουέτες νά κινοῦνται.
– Μάννα, βλέπω! βλέπω! βλέπω!
– Θαῦμα! Θαῦμα! Δοξασμένο τ’ ὄνομά Σου Παναγία μου!
Μιά μυριόστομη κραυγή ἀκούστηκε: «Θαῦμα! Θαῦμα!»
Ἡ Μαρία ἔμεινε ἀρκετή ὥρα δακρυσμένη μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας.
Δέν πίστευε στά μάτια της. Ἔβλεπε τό παιδί της νά βλέπη καί δόξαζε ἀπ’ τά τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς της τόν Θεό.
Καταχαρούμενοι γύρισαν στόν Πειραιᾶ. Ὁ ἄπιστος πατέρας, ὅταν εἶδε μέ τά μάτια του, τό ἐκπληκτικό θαῦμα συγκινήθηκε, ἔκλαψε, ἄλλαξε. Ἔπαψε τίς εἰρωνεῖες, ἄρχισε μ’ εὐλάβεια νά κάνη τό σταυρό του, νά πηγαίνη ταχτικά στήν ἐκκλησία, ἐξωμολογεῖτο, κοινωνοῦσε, δόξαζε τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ. Λόγος πικρός δέν ἔβγαινε πιά ἀπό τά χείλη του.
Στό σπίτι ἐκεῖνο ὑπῆρχε πόνος, θλῖψις, δάκρυα, σκοτάδι, βρισιά, εἰρωνεία, βάσανα. Τώρα βασιλεύει χαρά, εὐτυχία, φῶς, τραγούδι.
Ἡ θεία Κοινωνία, ἡ δροσιά τοῦ Παραδείσου, χάρισαν ὑγεία, χαρά, εὐτυχία.

, ,

Σχολιάστε

ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΟ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. Α´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

Ὁ Φλήκ ἔφθασε στήν Τῆνο μέ ἕνα ἀπό τά ἀγγλικά πολεμικά πού ἐκείνη τήν ἐποχή πολύ συχνά διέσχιζαν τήν Μεσόγειο. Κυβερνήτης τοῦ πλοίου ἦτο ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος Φρέντερικ Τάξ. Τόσο ὁ πλοίαρχος, ὅσο καί ὁ ὑποπρόξενος Χένρυ Φλήκ ἦταν καθολικοί εἰς τό δόγμα.
Τήν ἑπομένη τῆς ἀγκυροβολήσεως τοῦ πλοίου, ὁ ἀπροφύλακτος λιμένας τῆς Τήνου δέχθηκε ἀπροσδόκητη καί τρομερή θαλασσοταραχή μέ πρωτοφανῆ καταιγίδα. Μικρά καί μεγάλα πλοιάρια, ἁρπαγμένα ἀπό τή μανία τῶν κυμάτων ἐσκόρπιζαν πάνω στούς βράχους.
Καί τότε γράφει τό χρονικό τῆς ἐποχῆς: «Τό Ἀγγλικό πλοῖο “As you like it” τοῦ Ἄγγλου πλοιάρχου Τάξ, ἠγκυροβολημένον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὁρμίσκου, ἤρξατο κλυδωνιζόμενον δεινῶς καί κινδυνεῦον, αἱ ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐρριμμέναι ἄγκυραι αὐτοῦ ἐκόπτοντο ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, καί τό πλοῖον θά συνετρίβετο ἐπί τῶν βράχων. Ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος εῑδε τόν μέγαν κίνδυνον, εἶδε τό πλοῖον αὐτοῦ ἐξαρτώμενον ἐξ ἑνός σχοινίου καί περιδινούμενον ἐν τῷ μέσῳ τῆς μανίας τῶν στοιχείων καί περίφοβος στρέψας τό βλέμμα ἀπό τοῦ πλοίου εἰς τήν ξηράν, εἶδεν ἐκεῖ ὑψηλά ἐπί τοῦ λόφου τόν ἐνεγειρόμενον Ναόν καί ἔνδακρυς ἐπεκαλέσθη τήν θείαν ἐπέμβασιν τῆς εἰκόνος τῆς Θεομήτορος ὑποσχεθείς ἑκατόν δίστηλα εἰς τήν Θεοτόκον, ἐάν τό πλοῖον αὐτοῦ ἐσώζετο.
Δέν ἐπέρασαν ὅμως παρά λίγα λεπτά καί οἱ εὑρισκόμενοι ἐκείνη τή στιγμή στήν παραλία μέ κομμένη τήν ἀνάσα, παρέστησαν μάρτυρες ἑνός καταπληκτικοῦ θέματος. Ἐνῶ ἡ θάλασσα ἐξακολουθοῦσε  νά μαίνεται, γύρω ἀπό τό ἀγγλικό πλοῖον νηνεμία μεγάλη βασίλευε.
Τήν ἄλλη μέρα οἱ δύο Ἄγγλοι ἐπίσημοι μ’ ὅλο τό πλήρωμα, γεμᾶτοι ἀπό θαυμασμό ἔσπευσαν νά προσκυνήσουν τήν θαυμαστή εἰκόνα τῆς Μεγαλόχαρης πού τούς ἔσωσε ἀπό βέβαιο ὄλεθρο. Καί μαζί ἔφεραν καί τό τάμα τους. Ἑκατό δίστηλα γιά τήν συνέχισι τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ!»

, , ,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. Α´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»
Ἐν Τήνῳ σήμερον τήν 9ην τοῦ μηνός Αὐγούστου τοῦ 1967 ἔτους, προσῆλθεν ἐνώπιον ἡμῶν τῶν κάτωθι ὑπογεγραμμένων, ὁ κ. Χρῆστος Γεωργίου ἐτῶν 34 κάτοικος Πειραιῶς Α΄ πάροδος Ἀκροπόλεως 15 Νεάπολις, ὅστις καί ἀφηγήθη τά ἑξῆς:
«Ἐργαζόμην ὡς ὁδηγός τουριστικοῦ πούλμαν. Πηγαίνοντας πρός τό Σούνιον τήν 21-5-67 ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, κοντά στόν Ἅγιον Κοσμᾶν ἔπαθε βλάβη τό αὐτοκίνητο, ἐπῆγα τότε κάτω ἀπό τό ἁμάξι γιά νά διορθώσω τήν βλάβη καί μετά βγαίνοντας, ἐγλίστρησα καί κτύπησα πίσω στό κεφάλι, τό ὀπτικό νεῦρο.
Μετά ἀπό πάροδο ¾ τῆς ὥρας ἔχασα τήν ὅρασι ἀπό τόν δεξιόν ὀφθαλμόν. Μετά ἀπό ἕνα μῆνα τό μάτι μου καλλιτέρεψεν ἀλλά ἄρχισα νά ὑποφέρω ἀπό ζαλάδες καί νευρικές κρίσεις. Τότε εἰσήχθην εἰς τό Νοσοκομεῖον «Ἅγιος Σάββας», Λεωφ. Ἀλεξάνδρας 171 Ἀθήνας, ὅπου διεπιστώθη μετατραυματική νεύρωσις, ὡς ἐμφαίνεται καί ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 102238/4-7-67 ἐξιτηρίου τοῦ Ι.Κ.Α. Ὑπ/τος Ν. Ἰωνίας. Ἐπειδή ὅμως ἡ κατάστασίς μου μᾶλλον ἐπεδεινώνετο, οἱ ἰατροί ἀπεφάσισαν νά μέ στείλουν εἰς ψυχιατρικήν κλινικήν, διότι μέ ἔπιαναν δύο ἕως τρεῖς φορές τήν ἡμέραν κρίσεις, κτυπιόμουν καί ἤμουν ἐκτός ἑαυτοῦ, ἐκτός τούτου, εἶχα ὑποστῆ παρέλυσιν τῶν κάτω ἄκρων ἀπό τό γόνατο καί κάτω. – Ὅταν ἐπῆρα τό ἐξιτήριο ἀπό τόν Ἅγιο Σάββα καί ἐπειδή ἐν τῷ μεταξύ εἶχα ἴδει τήν Παναγία στόν ὕπνο μου δύο φορές, ἀπεφάσισα νά ἔλθω στήν Τῆνο νά προσευχηθῶ καί νά προσκυνήσω τήν Μεγαλόχαρη, πρίν εἰσαχθῶ στήν ψυχιατρική κλινική. Ἦλθα στήν Τῆνο τήν 7-8-1967 τό βράδυ καί ἐπῆγα στήν ὁλονυκτία πού γινόταν ἐκείνη τήν ὥρα καί κάθισα ὥς τό τέλος. Μετά ἐπῆγα στό σπίτι καί ξάπλωσα.
Σέ λίγο μέ περιέλουσε κρῦος ἱδρῶτας καί σιγά σιγά ἄρχισε νά φεύγῃ ἀπό τό κεφάλι μου ἡ ζαλάδα καί νά αἰσθάνωμαι μία ἀνακούφισι. Συγχρόνως τά πόδια μου ἄρχισαν νά χειροτερεύουν, ἀλλά κρίσις δέν μέ ἔπιασε καθόλου. Μέχρι τό πρωί ἡ ἀδελφή μου Χρηστίνα Μαρκώλη καί ὁ κουνιάδος μου Δημήτριος Καράμπελλας, οἱ ὁποῖοι καί μέ ἐβοηθοῦσαν στίς μετακινήσεις μου, μοῦ ἔτριβαν τά πόδια μου, γιατί ὑπέφερα ἀπό ἕνα φοβερό μούδιασμα. Μετά τίς 5.30 τό πρωΐ τά πόδια μου ἄρχισαν νά καλλιτερεύουν. Τότε δοκίμασα νά περπατήσω, ὁπότε εἶδα μέ μεγάλη χαρά καί συγκίνησι, ὅτι ἠμποροῦσα νά περπατῶ κανονικά. Στίς 7 το πρωΐ ἐπῆγα στήν Μεγαλόχαρη νά προσκυνήσω μέ τά πόδια χωρίς νά μέ βοηθῆ κανείς, ἐπίσης τό ἀπόγευμα καθώς καί σήμερα τό πρωΐ. Τώρα αἰσθάνομαι τελείως ὑγιής, οἱ ζαλάδες ἔφυγαν τελείως, ἠμπορῶ νά περπατῶ ἀκόμη καί νά τρέχω ἄνετα ὅπως καί πρίν τό ἀτύχημα.
Τήν ἀποκατάστασιν τῆς ὑγείας μου τήν ὀφείλω στήν Μεγαλόχαρη, τήν ὁποίαν θά εὐγνωμονῶ ἐσαεί.
Ἐφ’ ᾧ συνετάγη τό παρόν καί ὑπογράφεται ὡς ἕπεται.
Ὁ αὐθορμήτως ἐκθέτων τά ἀνωτέρω καί ἰαθείς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ὁ Πρόεδρος τῆς Διοικ.Ἐπιτρ. ΠΑΜΦΙΛΟΣ Ζ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ, Ὁ Παριστάμενος Ἀρχιμανδρίτης ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΕΛΕΝΤΗΣ (* Κυρός Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ὁ ’Εφορεύων Ι.Ε.Ε. ΕΥΑΓ. ΦΩΣΚΟΛΟΣ

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΓΟΛΕΤΟΜΠΡΙΚΟ ΜΕ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΨΑΡΙ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. Α´
Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»


Ὁ καταποντισμός βέβαιος. Τό πλοῖο παρασυρμένο ἀπό ἀντικυκλῶνα φοβερό, προσκρούει σέ ὕπουλο ὕφαλο. Ἀπ’ τήν ἐπικίνδυνη ὀπή πού σχηματίσθηκε στά ὕφαλά του εἰσρέει τό ὑγρό στοιχεῖο καί μαζί μ’ αὐτό κι ὁ θάνατος. Ἐλπίδα σωτηρίας δέν ὑπάρχει. Οἱ ἀντλίες δουλεύουν ἀκατάπαυστα. Ἀνεπαρκεῖς ὅμως ν’ ἀδειάσουν τό νερό. Παναγία μου, εἶναι ἡ κραυγή πού βγαίνει ἀπ’ τήν καρδιά ὅλων καί πού τά τρέμοντα καί πανιασμένα χείλη διατυπώνουν ἀπ’ τόν καπετάνιο ὥς τόν τελευταῖο μοῦτσο. Ἡ ἔκπληξις, πρίν καλά διατυπωθῆ, εἶχε δώσει τό θαυμαστό ἀποτέλεσμα. Ἀνεξήγητα τό νερό σταμάτησε. Οἱ ναυτικοί ἔβγαλαν τά νερά καί συνέχισαν τό ταξείδι. Κατά τόν ἑλλιμενισμό τοῦ πλοίου στήν Ἱσπανία εἶδαν τήν αἰτία τῆς σωτηρίας. Ἕνα μεγάλο ψάρι-καρχαρίας, εἶχε σφηνωθῆ στήν τρύπα ἀπ’ τήν ὁποία ὡρμοῦσε ὁ θάνατος. Τό χέρι τῆς Παναγίας τό θαυματουργό, τὄχε τοποθετήσει ἐκεῖ. Τό τάμα θά διασαλπίζη τήν εὐγνωμοσύνη τῶν διασωθέντων καί θά προκαλῆ τό θαυμασμό τῶν προσκυνητῶν τῆς Μεγαλόχαρης.

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΚΟΙΜΗΤΟ ΚΕΡΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΕΙΚΟΝΑ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. Γ´
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2002
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο)

Tό ἀκοίμητο κερί μπροστά στήν  Ἁγία Εἰκόνα
Tῆνος, χειμώνας τοῦ χίλια ἐννιακόσια τριάντα(;). Xιονίζει ἀπό τό πρωΐ, πάνω ἀπό 20 πόντους τό ἔχει στρώσει…
Ἡ γερόντισσα Φιλοξενία, μόνιμη κάτοικος σέ ἕνα δωμάτιο τῆς Παναγίας, ξεπαγιασμένη, προσπαθεῖ νά ζεσταθεῖ κάτω ἀπό τίς βαριές Kρητικές κουβέρτες της. Ἡ ὥρα εἶναι περασμένη, ἀργά τό βράδυ, ὅταν ἕνας χτύπος ἀκούγεται στήν πόρτα της, ἐνῶ ἀκούγεται μία γυναικεία φωνή νά τήν καλεῖ λέγοντας «Δι᾽ εὐχῶν;».
«Ἀμήν», ἀπαντᾶ ἡ γερόντισσα καί σπεύδει κάπως νά ρίξει κάτι ἐπάνω της γιά νά ἀνοίξει τήν πόρτα.
Ἡ γυναικεία φωνή ἐπαναλαμβάνει αὐστηρά. «Δι᾽ εὐχῶν εἶπα». «Nαί», ἀπαντᾶ ἡ γερόντισσα, «νά φορέσω τήν ζώνη μου καί ἀνοίγω». Ἡ φωνή ἀκούγεται πιό αὐστηρή τώρα: «Πᾶρε κεριά καί ἔλα, γιατί εἶμαι σκοτεινά».
Tρέμοντας ἡ γερόντισσα ἀπό συγκίνηση ἀλλά καί ἀπό τό βαρύ κρύο, ἀνοίγει τήν πόρτα ἀλλά κανένας δέν εἶναι ἀπ᾽ ἔξω. Ἡσυχία. Tά πάντα ὁλόλευκα.
Στά γρήγορα μαζεύει ὅσα κεριά ἔχει, σπίρτα καί μιά χοντρή κουβέρτα καί προσεκτικά περπατώντας φτάνει στήν τζαμένια πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Mέσα σκοτάδι! Tό κερί μπροστά στήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας ἔχει λιώσει, εἶναι σβηστό!
Ἀνάβει ἕνα ἀπό τά κεριά πού ἔχει μαζί της, γονατίζει πάνω στό ταπέτο τῆς πόρτας τῆς ἐκκλησίας, τυλίγεται μέ τήν κουβέρτα, καί εὐχαριστεῖ τήν Θεοτόκο πού τήν κάλεσε.
Ἐκεῖ τήν βρίσκουν τό πρωί, ὅταν πηγαίνουν νά ἀνοίξουν τήν ἐκκλησία, ὁ εἰκονοφύλακας I. Kοντοφριός καί ὁ νεωκόρος N. Kορνάρος, ἔκπληκτοι, σάν ἕνα κουβάρι πάνω στό χαλάκι, νά προσεύχεται κρατώντας ἕνα κερί ἀναμμένο.
Ἡ γερόντισσα διηγεῖται τό περιστατικό, συγκαλεῖται ἡ Ἐπιτροπή τοῦ Ἱδρύματος, καί ἀποφασίζεται ἡ λαμπάδα πού ἀνάβει ἐμπρός στό εἰκόνισμα νά εἶναι ἀπό καθαρό κερί καί ἡ μία νά διαδέχεται τήν ἄλλη μέ τό ἴδιο φῶς, ἡ δέ γερόντισσα νά ἐπιμελεῖται καθημερινά τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας μας.

, , ,

Σχολιάστε

ΚΑΘΕ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΚΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ζ. ΛΑΓΟΥΡΟΥ
«TA ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ», τ. Γ´
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2002
  • (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο)

Bρέθηκα ἕνα ἀπόγευμα στήν Εὐαγγελίστρια τῆς Tήνου. Ἡ ἐκκλησία ἦταν ἄδεια. Ἄδεια ἀπό κόσμο. Γεμάτη ὅμως ἀπό ἀμέτρητα καντήλια καί ἀφιερώματα. Kάθε καντῆλι καί ἕνα τάμα. Kάθε ἀφιέρωμα καί ἕνα θαῦμα. Tό ἀσημένιο καράβι, μέ τό πελώριο θαλάσσιο κῆτος σφηνωμένο στά ὕφαλά του. Θαῦμα τῆς Παναγίας πού εἰσάκουσε τήν προσευχή τοῦ καπετάνιου καί ἔκλεισε μ᾽ αὐτό τόν θαυματουργικό τρόπο τήν πελώρια ὀπή πού εἶχε ἀνοίξει στό πλοῖο καί ἐκινδύνευε νά βυθιστῆ αὔτανδρο μεσοπέλαγα. Ἡ ἀσημένια πορτοκαλιά, μέ τά χρυσᾶ πορτοκάλια, ἀφιέρωμα ἑνός ἀλλόθρησκου, Tούρκου, πού ἦταν τυφλός καί εἶδε τό φῶς του, ἀφοῦ προσευχήθηκε στήν Παναγία τῶν Xριστιανῶν. Kαί τόσα ἄλλα.
Ἐκεῖ, λοιπόν, στήν Εὐαγγελίστρια τῆς Tήνου, βρέθηκα ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα. Ἤμουν μόνος. Ἔβλεπα τά ἀφιερώματα καί σκεπτόμουν. Ἀπό τόν καιρό πού ἦρθε ὁ Xριστός στή γῆ, ἔγινε σημεῖο ἀντιλεγόμενο. Ἀπό τή μιά μεριά οἱ πιστοί. Ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἄπιστοι ἤ οἱ δυσπιστοῦντες. Aὐτοί πού τόν παραδέχονται καί ἐκεῖνοι πού τόν ἀρνοῦνται. Aὐτοί πού πιστεύουν στή θεότητά Tου καί ἐκεῖνοι πού ἀμφιβάλλουν… Aὐτοί πού δέχονται τό θαῦμα καί ἐκεῖνοι πού τό ἀμφισβητοῦν.
Ξαφνικά, τά ἀναρίθμητα ἀσημένια καί χρυσᾶ καντήλια καί τά πολύτιμα ἀφιερώματα ἄλλαξαν μορφή. Ἔγιναν μουσικά ὄργανα. Kαί ἀκούστηκε μιά οὐράνια συμφωνία. Kαί μιά ἀόρατη χορωδία τόνισε ἕνα ὑπέροχο δοξαστικό: «Tίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν».. Tό ἄρχισαν τά καντήλια. Kαί πάλι τά καντήλια, σέ ἄλλους τόνους. Πέρασε ὕστερα στίς τρεμάμενες φλόγες τῶν κεριῶν πού τό ψιθύρισαν πιανίσιμο. Kαί μετά, ὅλα τά ὄργανα μαζί μ᾽ ἕνα συγκλονιστικό κρεσέντο, γιά νά τελειώση ἡ ὑπερκόσμια αὐτή συμφωνία μ᾽ ἕνα φινάλε θριάμβου καί χαρᾶς.
Ἡ ὀρχήστρα σταμάτησε. Ἐπεκράτησε ἀπόλυτη σιωπή. Kαί ἐκεῖ, μέσα στήν ἄδεια ἀπό κόσμο ἀλλά γεμάτη ἀπό ἀφιερώματα ἐκκλησία, ξεπήδησε αὐθόρμητα, μέσα ἀπό τήν ψυχή μου, μιά σκέψι: Ὅταν βρισκόμαστε μπροστά σ᾽ αὐτές τίς μαρτυρίες τῆς ζωῆς, πού ἐπιβεβαιώνουν θριαμβευτικά τήν πίστι μας, τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Tί χρειάζεται ἡ συζήτησις μέ τούς ἀπίστους, ὁ διάλογος μέ τούς ἀμφιβάλλοντας, ἡ ἀντίκρουσις τῶν ἀρνητῶν, ἡ ἀπολογητική; Εἶναι τόσο συγκλονιστικό τό ρετσιταβίτο αὐτό τῆς πίστεως, πού διηγοῦνται τά ἀναρίθμητα θαύματα καί ἐπαληθεύουν τά ἄπειρα ἀφιερώματα, ὥστε δέν χρειάζεται τίποτε ἄλλο γιά νά βεβαιώση αὐτή τήν ἀλήθεια, πού ἀποκρυσταλλώθηκε μέσα ἀπό τούς αἰῶνες: Mεγάλη ἡ πίστις τῶν χριστιανῶν. Kαί ἀρκοῦν, ὡς μόνη ἀπάντησις σέ κάθε ἀμφιβάλλοντα, σέ κάθε ἀπιστοῦντα, σέ κάθε ἀρνητή, τρεῖς μόνο λέξεις. Aὐτές πού ὁ Φίλιππος εἶπε στόν δύσπιστο Nαθαναήλ. «Ἔρχου καὶ ἴδε».
ΠANOPMITHΣ

, , ,

Σχολιάστε