Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μαρτύριον ἁγ. Ἀνδρέου

«ΕΙΠΕ ΠΩΣ Ο ΙΔΙΟΣ ΕΓΝΩΡΙΣΘΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ καὶ ἐπὶ τριετίαν ἠκολούθησεν Αὐτὸν κηρύσσοντα καὶ διαγγέλλοντα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Νικήτα ῥήτορος τοῦ Παφλαγόνος,
«Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἀπόστολον Ἀνδρέαν
τὸν Πρωτόκλητον»

(Εἰσαγωγή, νεοελληνικὴ ἀπόδοσις, σχόλια
ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἱ. Μονῆς
Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης-Νεζερῶν)

σειρά: ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ – τ. ΙΓʹ (13)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2014
σελ. 82-90 (νεοελλην. ἀπόδοσις)

βλ. σχετ.: «Η ΓΛΩΣΣΑ ΝΑ ΕΝΔΥΘῌ “ΤΑ ΚΑΛΑ” ΤΗΣ»

«ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑΝ ΘΑ ΕΞΥΜΝΗΣΩ, τὸν Πρωτόκλητον τῆς δωδεκάδος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»

.               Τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ὁ Ἀπόστολος, μετὰ τῶν μαθητῶν ὁποὺ τὸν συνώδευον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν παροικούντων εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν Ἰουδαίων, καὶ ἐπαρουσίασεν εἰς αὐτοὺς τὸν λόγον τοῦ ἀληθοῦς κηρύγματος. Τὸ κήρυγμα ἐφανέρωσε διὰ τῶν θείων Γραφῶν ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὅμως οἱ παρευρισκόμενοι ἐκεῖ ἐκ τῆς αἱρέσεως τῶν Ἡρῳδιανῶν διεφώνουν, ὑποστηρίζοντες ὅτι ὁ Ἡρῴδης εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κατεβίβασεν ἀπὸ τοῦ θρόνου τὸν ἀρχιερέα Ὑρκανὸν καὶ περιεβλήθη μετὰ τῆς βασιλείας καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην, κατώρθωσεν δὲ εἰς τοὺς πολέμους κατὰ τῶν ἐχθρῶν νίκας πολλάς. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀπόστολος τοὺς ἀπεστόμωσεν ἱκανοποιητικῶς, ἀποδεικνύων εἰς αὐτοὺς ὅτι ὁ Ἡρῴδης ἦτο ἀλλόφυλος καὶ μιασμένος ὑπὸ φόνων, ἄνθρωπος αἱμάτων καὶ δολιότητος, φονεὺς τέκνων καὶ συζύγου καὶ πλήρης πάσης ἁμαρτίας, τότε κάποιοι ἄλλοι ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδὴ κατήγετο ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ ὑπῆρξεν υἱὸς ἀρχιερέως. Πρὸς αὐτοὺς ἔστρεψεν ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον ὁ μακάριος Ἀνδρέας, διηγούμενος περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὡς διατελέσαντα μαθητὴν τοῦ Ἰωάννου, τοῦ κηρύσσοντος βάπτισμα μετανοίας, καὶ ἀκούσαντα αὐτὸν μαρτυροῦντα περὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ λέγοντα: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Εἶπεν εἰς αὐτοὺς πῶς ὁ ἴδιος ἐγνωρίσθη μετὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπὶ τριετίαν ἠκολούθησεν Αὐτὸν κηρύσσοντα καὶ διαγγέλλοντα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ. Διηγήθη ἐπίσης, πῶς ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου παρεδόθη ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων εἰς τὸν Πιλᾶτον, διὰ νὰ θανατωθῇ, πῶς ἐσταυρώθη καὶ πῶς, ταφεὶς ὡς νεκρὸς ὁποὺ ἦτο, ἀνέστη μετὰ τρεῖς ἡμέρας, καὶ πῶς ἀνελήφθη μετὰ δόξης εἰς τοὺς οὐρανούς, Αὐτὸς ὁποὺ πρόκειται νὰ ἔλθῃ πάλιν ὡς κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, διὰ νὰ προσφέρῃ εἰς καθ’ ἕνα ὅ,τι πρέπει ἀναλόγως πρὸς τὰς πράξεις ἑκάστου.
.           Συζητήσας δι’ ὅλα αὐτὰ ὁ Ἀπόστολος εἰς τὴν συναγωγήν, ἀνεχώρησεν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καί, βλέπων ὅτι τὸν ἐπερίμενε μέγα πλῆθος ἀνθρώπων, ἐλθόντων πρὸς αὐτὸν μετὰ ἀσθενῶν, δοκιμαζομένων ὑπὸ διαφόρων ἀσθενειῶν καὶ ἐνοχλουμένων ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὡμίλησεν πρὸς αὐτοὺς εὐαγγελιζόμενος τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Κατόπιν, συστήσας εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπανέλθουν τὸ πρωῒ ἐνωρίτερον, τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἐπειδὴ εἶχε πλέον νυκτώσει, δειπνήσας μετὰ τῶν ὀκτὼ συνοδῶν του μαθητῶν, τοῦ Θαδδαίου, τοῦ Ματθίου, τοῦ Τυχικοῦ, τοῦ Ἀστάχυος, τοῦ Εὐοδίου, τοῦ Σίμωνος, τοῦ Ἀγαπητοῦ καὶ τοῦ Δομετίου, ἀνεπαύθη. Ὅλοι αὐτοὶ εἶχον ἕνα καὶ μοναδικὸν χιτῶνα, ἦσαν σχεδὸν ξυπόλητοι, καθὼς ἐφοροῦσαν μόνον σανδάλια, ἐτρέφοντο μόνον δι’ ἄρτου πίνοντες καὶ νερὸν μίαν μόνον φορὰν τὴν ἡμέραν, ἐνῷ ἀνεπαύοντο κοιμώμενοι κατὰ γῆς. Ὑπῆρχον πολλοί, ἐξ ἐκείνων ὁποὺ εἶχον πιστεύσει ἢ εἶχον θεραπευθῆ, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον εἰς τὴν συνοδείαν τοῦ Ἀνδρέου χρήματα καὶ ἄλλα ἔξοδα. Ὁ Ἀπόστολος, δίχως νὰ ἐπιζητῇ ἢ νὰ χρησιμοποιῇ κάτι ἐξ αὐτῶν, διεμοίραζεν ἕνα μέρος τῶν δωρεῶν αὐτῶν εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἐπαίτας, ἐνῷ ἕνα ἄλλο μέρος τὸ διέθετε πρὸς ἀνέγερσιν ἐκκλησιῶν. Εἰς τοὺς ναοὺς αὐτούς, διὰ κάποιας ἱεροτελεστίας, ἀφιέρωνεν εἰς τὸν Θεὸν θυσιαστήρια καὶ ἐλειτούργει χειροτονῶν ἱερεῖς καὶ διακόνους.
.             Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, συγκεντρωθέντος τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ, ὁ Ἀπόστολος ἐρχόμενος πρὸς αὐτοὺς ἐστάθη ἐπὶ τόπου ὑψηλοῦ, διὰ νὰ εἶναι θεατὸς ἀπὸ ὅλους, καίτοι κατὰ τὸ ἀνάστημα τοῦ σώματός του δὲν ἦτο μικρὸς ἀλλὰ μέγας, ὀλίγον κυρτός, ἔχων εἰς τὸ πρόσωπον μεγάλα τὰ ὀφρύδια καὶ τὴν μύτην μακράν. Ὅταν λοιπὸν ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς δαιμονιζομένους, ὡς εἶδεν αὐτοὺς νὰ κάμνουν θόρυβον καὶ ταραχήν, ἐστράφη πρὸς αὐτοὺς καί, μὲ ἕνα καὶ μόνον λόγον, τοὺς ἔκαμε νὰ σιωπήσουν. Εἰς τὸν ὑπόλοιπον λαόν, εὐχηθεὶς τὴν εἰρήνην, κατὰ τὴν θείαν ἐντολήν, ἀπηύθυνε λόγον θεολογικὸν καὶ συμβουλάς. Θέτων δὲ καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς καθ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, εὐθὺς ἀμέσως ὅλους ἐθεράπευσεν, ἐνῷ μὲ βλέμμα ἀγριωπὸν καὶ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ἐξεδίωκεν ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους τὰ πνεύματα τὰ πονηρά. Ὅμως καὶ εἰς τοὺς λεπροὺς ἔδιδεν ἐντολὴν νὰ νιφθοῦν δι’ ὕδατος καθαροῦ καί, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, εὐθὺς καθιστοῦσε ὑγιῆ τὰ σώματα αὐτῶν, ἀπαρτίζων αὐτὰ μὲ τὴν σάρκα νεαρὰν ὡς τοῦ μικροῦ παιδίου, κατὰ τὸν προφήτην Ἐλισσαῖον. Ἀνώρθωνεν ἐπίσης τοὺς χωλούς, τοὺς ἀναπήρους εἰς τοὺς πόδας· καθιστοῦσεν εὐκινήτους, ὡς ἂν ἦσαν νέοι, τοὺς ἔχοντας τὰ μέλη των πιασμένα καὶ ἀναίσθητα· ἔδιδε τὸ φῶς εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν· ἀνώρθωνε τοὺς συγκύπτοντας· τοὺς ἀναπήρους ἔκαμεν ὑγιεῖς, καὶ τοὺς παραλύτους ἱσταμένους εἰς τοὺς πόδας των· καὶ ὅλα αὐτὰ διὰ μόνου τοῦ λόγου καὶ τῆς ψαύσεως τῆς χειρός του. Ἔτσι δικαίως ἐθαυμάζετο ὑπὸ παντὸς τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον μάλιστα διέκριναν ὅτι δὲν ἦτο ἀλαζών, ἀλλὰ νηστευτὴς καὶ ταπεινός, ἁπλοϊκὸς κῆρυξ τῶν ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον περιποθήτων θεοπνεύστων λόγων, πηγὴ ἰάσεων συνεχῶς πολλαπλασιαζομένη, καὶ πηγὴ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ ἀναπέμπουσα τὴν ὑμνῳδίαν, κατὰ τὸν Δαυΐδ, «ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας». Δι’ ὅλα αὐτά, συνεχῶς αὐξανομένου τοῦ θαυμασμοῦ των, ἀπέρριπτον πᾶσαν σκέψιν ἀπομακρύνσεώς των ἀπὸ τοῦ Ἀποστόλου.
.           Καθημερινῶς πολλοὶ ἄνθρωποι πιστεύοντες προσήρχοντο εἰς τὸν Κύριον. Οἱ πιστεύσαντες δὲν προήρχοντο μόνον ἐκ τῶν εὐτελῶν καὶ ἀσήμων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων, καὶ ἀρκεταὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν εὐγενῶν γυναικῶν Ἑλληνίδων καὶ Ἰουδαίων. Ἐπειδὴ οἱ τότε βασιλεύοντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος καὶ ὁ Κλαύδιος, οὐδένα ἠμπόδιζον ἐκ τῶν ἐπιθυμούντων νὰ προσέλθουν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Λοιπὸν ὁ Ἀπόστολος τῆς εὐσεβείας τοὺς ἐβάπτισεν ὅλους εἰς τὸ ὄνομα τοῦ τρισαγίου Θεοῦ. Ἔπειτα καθιέρωσεν καὶ θυσιαστήριον εἰς τὸν ναόν, ὁ ὁποῖος ἕως καὶ σήμερον εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους, καὶ ἀνοικοδομήθη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τιμὴν τῆς ἀληθῶς καὶ κατὰ κυριολεξίαν ὀνομαζομένης Θεοτόκου. Κάποιους ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ἦσαν σταθερῶς ἐστηριγμένοι εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν καὶ ἄξιοι τῆς ἱερωσύνης, ἐχειροτόνησε πρεσβυτέρους καὶ διακόνους. Τότε λοιπὸν εἰς ὅλον τὸν λαὸν τῆς πόλεως ἐκείνης ἔγινε μεγάλη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, διότι μετέδωκαν εἰς αὐτοὺς τὰ θεῖα καὶ αἰώνια μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, παρέδωκαν εἰς ὅλους τὸ ὑπόδειγμα τῆς ὑμνολογίας, τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ὀφειλομένης δόξης, καὶ τὴν διάταξιν τοῦ μυστηρίου τῆς θείας λειτουργίας. Τοὺς ἔδωκαν ἐντολὴν νὰ συναθροίζωνται ὅλοι ὁμοφώνως καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν καὶ πρωΐ, νὰ προσεύχωνται γονυκλινεῖς ἐστραμμένοι πρὸς ἀνατολάς, νὰ νηστεύουν, νὰ παραμένουν σταθεροὶ καὶ ἀτάραχοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, νὰ ψάλλουν τὰ λόγια τῶν ψαλμῶν τοῦ Δαυΐδ, νὰ ἀναγινώσκουν μετὰ προσοχῆς καὶ τοὺς ἄλλους Προφήτας, καὶ νὰ μὴ δίδουν σημασίαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν μυθολογίαν. Ἀντιθέτως νὰ ρυθμίζουν τὴν ζωήν των συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσέως, νὰ δέχωνται ὡσὰν ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διαφυλάττουν ἀκεραίας τὰς διατυπώσεις τῶν θεοπνεύστων Ἀποστόλων. Μὲ παρόμοια ἔργα καὶ διδασκαλίας φωτίσας ὁ μακαριώτατος Ἀνδρέας πολλὰς πόλεις καὶ ἐπαρχιακὰς πολίχνας τῆς περιοχῆς τοῦ Πόντου, ὡδήγησεν αὐτὰς εἰς τὸν Κύριον. Ἐδῶ ὅμως θὰ διακόψωμεν τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου, καὶ τὴν ἑπομένην φορὰν θὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὰ ὑπόλοιπα τῆς διηγήσεως, «ὅτι τῷ Θεῷ πρέπει ἡ δόξα νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν».

,

Σχολιάστε

Ο ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΠΟΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (Ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει.)

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ
(30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

«Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Βηθσαϊδά, υἱὸς κάποιου Ἑβραίου Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πέτρου τοῦ ἀποστόλου καὶ κορυφαίου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς προηγουμένως μαθήτευσε στὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ Ἰωάννη, κι ἔπειτα, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, ποὺ δακτυλοδεικτοῦσε τὸν Ἰησοῦ,  τό «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», τὸν ἄφησε καὶ ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Εἶπε καὶ στὸν Πέτρο τό «Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ», καὶ ἀποσπάστηκε στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πολλὰ ἄλλα εἶναι γραμμένα γι’ αὐτὸν στὴν θεόπνευστη Γραφή. Αὐτὸς λοιπὸν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ  ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη Ἐκείνου, γιὰ τὸν κάθε ἀπόστολο κληρώθηκε καὶ διαφορετικὴ χώρα. Στὸν πρωτόκλητο ἔτυχε ἡ χώρα τῶν Βιθυνῶν καὶ ὁ Εὔξεινος Πόντος, τὰ μέρη τῆς Προποντίδας, μαζὶ μὲ τὴ Χαλκηδόνα καὶ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴν Θράκη καὶ τὴν Μακεδονία, ποὺ ἔφθαναν μέχρι τὸν Ἴστρο ποταμό, ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἑλλάδα καὶ τὰ μέρη τῆς Ἀχαΐας. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀμινσός, ἡ Τραπεζούντα, ἡ Ἡράκλεια καὶ ἡ Ἄμαστρις. Αὐτὲς τὶς χῶρες δὲν τὶς πέρασε, σὰν λόγια ποὺ χάνονται, ἀλλὰ σὲ κάθε πόλη ὑπέστη πολλὲς δυσκολίες, συνάντησε πολλὲς δυσχέρειες, μολονότι μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ τὶς ξεπερνοῦσε ὅλες. Θὰ θυμηθοῦμε τὸ τί πέρασε σὲ μία πόλη, ἀφήνοντας τὶς ἄλλες στοὺς γνῶστες τοῦ ἔργου του.

.          Ὅταν ὁ Ἀνδρέας ἔφτασε στὴ Σινώπη καὶ κήρυξε ἐκεῖ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου, ὑπέστη πολλὲς θλίψεις. Δηλαδὴ τὸν ἔριξαν στὴ γῆ καὶ τὸν τραβοῦσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τὸν κατασπάρασσαν μὲ τὰ δόντια καὶ τὸν κτυποῦσαν μὲ ξύλα, τὸν λιθοβολοῦσαν καὶ τὸν τράβηξαν μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὸ δάκτυλο μὲ τὰ δόντια. Ἀλλὰ αὐτὸς φάνηκε καὶ πάλι ἄρτιος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τὶς πληγές του, μὲ ἐπέμβαση τοῦ Σωτήρα καὶ Διδασκάλου του. Ἀπὸ ἐκεῖ σηκώθηκε καὶ ἐπισκέφτηκε πολλὲς πόλεις καὶ χῶρες, ὅπως τὴ Νεοκαισάρεια, τὰ Σαμόσατα, τοὺς Ἀλανούς, τοὺς Ἀβασγούς, τοὺς Ζήκχους, τοῦ Βοσποριανοὺς καὶ τοὺς Χερσωνίτας. Ἔπειτα διέπλευσε στὸ Βυζάντιο, χειροτόνησε τὸν Στάχυ ἐπίσκοπο, πέρασε ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες χῶρες, καὶ ἔφτασε πρὸς τὴν ἔνδοξη Πελοπόννησο. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὸν Σωσίο, τὸν ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν βαριὰ ἄρρωστος, τὸν θεράπευσε. Καὶ ἀμέσως ὅλη ἡ πόλη ἐκείνη τῶν Πατρῶν προσῆλθε στὸν Χριστό. Τότε ἦταν ποὺ καὶ ἡ γυναίκα τοῦ ἀνθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε ἀπὸ τὰ χαλεπὰ δεσμὰ τῆς ἀρρώστιας της καὶ ἔγινε γρήγορα καλά, ὁπότε πίστεψε καὶ αὐτή.  Καὶ ὁ σοφώτατος Στρατοκλῆς, ὁ ἀδελφός του ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ποὺ ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ ποικίλα νοσήματα,  βρῆκαν τὴν ὑγεία τους μὲ τὸ ἀκούμπισμα τῶν χεριῶν τοῦ ἀποστόλου.
.          Γιὰ ὅλα αὐτά, περιέπεσε σὲ μανία ὁ Αἰγεάτης καὶ προσήλωσε σὲ σταυρὸ τὸν ἀπόστολο, ὁπότε καὶ ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Ὁ ἴδιος δὲ ἔπεσε στὴν γῆ ἀπὸ ψηλὸ γκρεμὸ καὶ συνετρίβη. Τὸ λείψανο τοῦ ἀποστόλου, μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο, μετατέθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, μὲ δική του διαταγή, ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀρτέμιο τὸν μάρτυρα. Καὶ κατατέθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Λουκᾶ καὶ τὸν ἅγιο Τιμόθεο στὸ περίβλεπτο τέμενος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».
.          Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος, ὁ πρῶτος δηλαδὴ ποὺ κλήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει μαθητής Του, δὲν κλήθηκε ἀπροϋπόθετα καὶ ὡς ἔτυχε. Ὑπῆρξε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀναζητήσεις σχετικὰ μὲ τὸν Μεσσία, ποὺ ὁ πόθος τους γιὰ τὸν Θεὸ ἦταν ἔντονος. Κι αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνῆκε στὴν ὁμάδα τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος προετοίμαζε τοὺς ἀνθρώπους ἀκριβῶς πρὸς ὑποδοχὴ τοῦ Μεσσία, καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τὴν κλήση του ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ καλέσει τὸν ἀδελφό του Πέτρο, μὲ τὴν διαπίστωση ὅτι «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ὁ ὑμνογράφος του, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐπισημαίνει καὶ τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα. «Ὁ τῷ Προδρόμου φωτὶ μεμορφωμένος, ὅτε τὸ ἀπαύγασμα τὸ ἐνυπόστατον τῆς πατρικῆς δόξης ἔφανεν…τότε πρῶτος ἔνδοξε, τούτῳ προσέδραμες». (Σὺ ποὺ μορφώθηκες ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Προδρόμου, ὅταν ὁ Χριστός, τὸ ἐνυπόστατο ἀπαύγασμα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ Πατέρα φάνηκε…τότε πρῶτος, ἔνδοξε, ἔτρεξες σ’ αὐτόν). Καί: «Τὸν ποθούμενον Θεὸν ἐν σαρκὶ κατιδὼν ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τῷ μὲν ὁμαίμονι ἐβόας ἀγαλλόμενος· Εὑρήκαμεν ὦ Σίμων τὸν ποθούμενον». (Ὅταν εἶδες τὸν Θεὸ ποὺ ποθοῦσες νὰ βαδίζει ὡς ἄνθρωπος στὴ γῆ, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες μὲ χαρὰ στὸν ἀδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τὸν ποθούμενο»).
.          Ὁ συναξαριστής του αὐτὴν τὴν ἀναζήτηση, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε προφανῶς καὶ τὴν προϋπόθεση γιὰ νὰ γίνει ἄμεσος συνεργάτης τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ στὸν κόσμο ἔργου τοῦ Κυρίου, τὴν καταγράφει ὡς ἑξῆς: «Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές  τοῦ Ἰωάννη Προδρόμου ἦταν καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἄνδρας κατὰ τὰ ἄλλα σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος, ποὺ ἔψαχνε τὴν ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου μὲ βαθὺ φρόνημα, καὶ ποὺ ἀναζητοῦσε στὸν λόγο, σὰν πίσω ἀπὸ παραπέτασμα, τὶς κρυμμένες προφητεῖες γιὰ τὸν Χριστό, ἀκολουθώντας μέσῳ αὐτῶν αὐτὸ ποὺ δηλωνόταν». Τὰ παραπάνω σημαίνουν ὅτι ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει. Ψαράδες ἦταν, ἁπλοὶ ἄνθρωποι μπορεῖ, ὄχι ὅμως ἁπλοϊκοί, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀπροβλημάτιστου καὶ ἐπιφανειακοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς τὰ πράγματα φανερώνουν, ἡ ὕπαρξή τους φλεγόταν ἀπὸ τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἀληθείας, περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν Του, περὶ τῶν δηλουμένων ἀπὸ τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κι εἶναι φυσικό: ὁ Κύριος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ὡς ἀμέσους συνεργάτες Τοῦ ἀνθρώπους χωρὶς πάθος γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε τὸ εἶχε ἐπισημάνει: Θὰ μὲ ἀκολουθήσουν καὶ θὰ μὲ ἀκούσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὴν ἀλήθεια. «Πᾶς ὁ ὧν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». Ἕνας τέτοιος λοιπὸν ἄνθρωπος, σοβαρὸς καὶ σεβαστός, μὲ βαθειὰ ἀναζήτηση ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διαπιστώνουν καὶ αὐτοὶ τὴν παραπάνω πραγματικότητα: «Ἐζήτησας Χριστὸν τὴν ὄντως ζωήν,  καὶ ζητήσας πρῶτος εὖρες». (Ζήτησες τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ ζωή, καὶ ἐπειδὴ τὴν ζήτησες, πρῶτος καὶ τὴν βρῆκες).
.          Ἡ βαθύτητα τῆς ἀναζήτησης τοῦ Ἀνδρέα περὶ τὰ τίμια καὶ ἀληθῆ της ζωῆς κάνει τὸν ἅγιο ὑμνογράφο νὰ ἐπικεντρώσει τὴν προσοχή του καὶ στὸ ἱεραποστολικὸ πιὰ ἔργο τοῦ ἀποστόλου. Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἴδιος στρεφόταν πάντα στὸ βάθος τῶν πραγμάτων, ἐκεῖ ποὺ «ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ», ἐκεῖ ποὺ ἀγαπᾶ νὰ κρύβεται ἡ ἀλήθεια, κατὰ τὸν Ἕλληνα φιλόσοφο, ἔτσι καὶ ἡ δράση του ὡς ἀποστόλου λειτουργοῦσε στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἦταν τὸ ζητούμενο ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα: πῶς ὁ λόγος του θὰ κρούσει τὶς βαθειὲς χορδὲς τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, πῶς ὁ λόγος του σὰν ἀγκίστρι θεϊκὸ θὰ σαγηνεύσει τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο. «Ὁ τῇ τέχνῃ ἁλιεὺς καὶ τῇ πίστει μαθητής, ὡς βυθὸν διερευνῶν τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, τὸ ἄγκιστρον χαλᾷ τοῦ λόγου, καὶ σαγηνεύει ἡμᾶς». (Ὁ ἁλιέας κατὰ τὴν τέχνη καὶ μαθητὴς κατὰ τὴν πίστη, διερευνώντας τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν σὰν νὰ εἶναι βυθός, ρίχνει τὸ ἀγκίστρι τοῦ λόγου καὶ μᾶς σαγηνεύει).
.          Κι αὐτὸ βεβαίως ἐπιτυγχανόταν μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶχε λάβει κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, μὲ τὴ φλόγα ποὺ προσέλαβε καὶ ἔγινε θεόληπτος. «Τοῦ Πνεύματος τὴν φλόγα τῇ γλώσσῃ προσλαβών, γέγονας, Ἀπόστολε, θεοληπτος ἀνήρ, τῶν οὐρανίων τὰ κάλλη περιπολεύων». Ὁ σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος ἀπὸ τὴ φύση του χαρακτήρας τοῦ ἁγίου, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς τὸν ἔκανε, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, σὰν τεντωμένο βέλος, ποὺ τραυμάτιζε τοὺς δαίμονες καὶ θεράπευε τοὺς τραυματισμένους ἀπὸ τὴν ἀπιστία ἀνθρώπους. «Ἐντείνας σε δυνατόν, ὥσπερ βέλος, μακάριε, ἐπαφῆκεν εἰς τὸν σύμπαντα κόσμον ὁ Κύριος, τραυματίζων δαίμονας καὶ δυσσεβείᾳ τοὺς ἀνθρώπους τραυματισθέντας ἰώμενος».
.          Ὁ «ἀδίστακτος πόθος του νὰ ἀκολουθεῖ θερμὰ τὸν Χριστὸ» ἔκανε τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ ὑμνογράφος του, νὰ προσθέτει πόθο πάνω στὸν πόθο αὐτό, τόσο ὥστε νὰ  μιμηθεῖ τὸν Κύριό Του καὶ στὸν τρόπο τοῦ διὰ Σταυροῦ θανάτου Του. Μὲ σταυρικὸ θάνατο τελειώθηκε καὶ ὁ ἀπόστολος, διαβαίνοντας πιὰ κοντὰ σ’  Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖο πράγματι ἐπόθησε σὰν ἀληθινὸς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητής Του. «Πόθῳ πόθον προσθείς, διὰ σταυροῦ διαβαίνεις πρὸς ὃν ἐπόθησας, ὡς ἀληθὴς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητὴς γενόμενος τοῦ διὰ Σταυροῦ αὐτοῦ πάθους». Μακάρι «ἡ φωτιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ποὺ περιέφερε στὴν καρδιά του» ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, νὰ ἀνάψει λίγο καὶ στὴ δική μας καρδιά. Θὰ εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι πράγματι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εὐαγγελίστηκαν οἱ ἀπόστολοι, σὰν τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσή του καὶ σὲ ἐμᾶς.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Ἀπὸ τὴν «Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία»,
τόμ. 2ος, Ἀθῆναι 1963.

βλ. σχετ. : https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/11/30/μαρτύριον-ἀγ-ἀποστόλου-ἀνδρέου/

 Πληροφορίαι ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης

.        Ὁ Ἀνδρέας ἦτο εἷς τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἀπ. Πέτρου. Ἀμφότεροι ἦσαν τέκνα τοῦ Ἰωνᾶ, ἁλιεῖς τὸ ἐπάγγελμα καὶ συνεργαζόμενοι ἐν τῷ αὐτῷ πλοίῳ. Κατήγοντο ἐκ τῆς Βηθσαϊδᾶ, κειμένης ἐπὶ τῆς δυτικῆς ὄχθης τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδος, ἐκ τῆς ὁποίας κατήγετο καὶ ὁ Ἀπ. Φίλιππος (Ἰω. α´ 45). Τὸ ὄνομα τῶν Ἀποστόλων τούτων εἶναι ἑλληνικόν, ἀπαντώμενον παρ´ Ἡροδότῳ, Παυσανίᾳ, Πλουτάρχῳ καὶ παρ´ ἄλλοις. Οἱ Ἰουδαῖοι ἀπὸ τῆς κατακτήσεως τῆς Παλαιστίνης ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων διὰ τοῦ Μ. Αλεξάνδρου ἐλάμβανον ἑλληνικὰ ὀνόματα ἢ τὰ ἰουδαϊκὰ μετέτρεπον καταλλήλως εἰς ἑλληνικὰ (Ἰάσων, Ἰώσηπος -ἀντὶ Ἰωσήφ, Μενέλαος-, ὡς καὶ οἱ ἑπτὰ διάκονοι τῆς ἐν Ἱερουσαλὴμ Ἐκκλησίας εἶχον ἑλληνικὰ ὀνόματα, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνωρ, Τίμων, Παρμενᾶς, Νικόλαος, Στέφανος). Πιθανὸν διὰ τὴν ἑλληνικότητα τοῦ ὀνόματος ἐζήτησαν οἱ Ἕλληνες, οἱ θελήσαντες νὰ ἴδουν τὸν Κύριον, ἀπὸ τὸν Φίλιππον καὶ τὸν Ἀνδρέαν, ὅπως εἰσαγάγουν αὐτοὺς πρὸς τὸν Κύριον (Ἰω. Ἰβ´ 20).
.         Περὶ τοῦ Ἀνδρέου παρέχονται οὐκ ὀλίγαι πληροφορίαι ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, καὶ μάλιστα ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην. Ἀμφότεροι οἱ ἀδελφοὶ Ἀνδρέας καὶ Πέτρος, φύσει εὐσεβεῖς, εἶχον χρηματίσει μαθηταὶ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, παρακολουθοῦντες τὰ κηρύγματα αὐτοῦ. Ὅταν ὁ Ἰωάννης εἶδε τὸν Ἰησοῦν μετὰ τὸ βάπτισμα καὶ εἶχε πλησίον του δύο μαθητάς του, τὸν Ἀνδρέαν καὶ τὸν Ἰωάννην, δεικνύει πρὸς αὐτοὺς τὸν Κύριον, λέγων : «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ». Οἱ λόγοι τοῦ Βαπτιστοῦ ἔκαμαν ἐντύπωσιν μεγάλην εἰς τοὺς δύο μαθητάς, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν συνέχειαν τῆς διηγήσεως. Οἱ δύο μαθηταὶ ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦν οὐχὶ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ γίνουν μαθηταί του, ἀλλὰ νὰ ὁμιλήσουν μὲ αὐτὸν καὶ νὰ ἐννοήσουν ἐξ ἰδίας πείρας ποῖος ἦτο ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Κύριος, ἀκούσας τὰ βήματά των καί, ὡς καρδιογνώστης, ἐννοήσας τὰς προθέσεις των, στρέφεται καὶ λέγει εἰς αὐτούς: «τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ• ραββί, (ὃ λέγεται μεθερμηνευόμενον διδάσκαλε), ποῦ μένεις; λέγει αὐτοῖς• ἔρχεσθε καὶ ὄψεσθε» (Ἰω. α´ 39-41). Οἱ μαθηταὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ὁμιλήσουν μετὰ τοῦ Κυρίου καθ´ ὁδόν, ἀλλὰ κατ´ ἰδίαν, διότι ἐπεδίωκον νὰ γνωρίσουν καλῶς αὐτόν, τὸν ὁποῖον ὁ Βαπτιστὴς ἐχαρακτήριζεν ὡς ἀνώτερόν του καὶ ὡς ἀμνόν. Ποῦ ἔμενεν ὁ Κύριος, ἐκεῖ εἰς τὰ περίχωρα τοῦ Ἰορδάνου, εἶναι ἄγνωστον. Πιθανόν, ὅπου ἔμενον ὅλοι ὅσοι ἔτρεχον πανταχόθεν καὶ ἐβαπτίζοντο ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, ἤτοι εἴτε εἰς τὴν ὕπαιθρον, εἴτε εἰς οἶκόν τινα τῶν παρακειμένων χωρίων. Ἡ ὥρα ἦτο ὡσεὶ δεκάτη, ἤτοι τέσσαρες μ. μ., ὅταν οἱ μαθηταὶ μετέβησαν εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ Κυρίου. Περὶ τίνος συνωμίλουν κατὰ τὰς ὥρας τῆς μετὰ τοῦ Κυρίου διαμονῆς των, δὲν λέγει ὁ εὐαγγελιστής, προσθέτει δὲ μόνον : «ἦν Ἀνδρέας, ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ». Ὁ ἄλλος, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, εἶναι ὁ Ἰωάννης, ὁ καὶ διηγούμενος μὲ τόσας λεπτομερείας τὰ τῆς συναντήσεως, ἀφοῦ πεντήκοντα ἔτη μετὰ τὴν συνάντησιν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἦτο ὥρα ὡσεὶ δεκάτη, ὑποτιθεμένου ὅτι τὸ εὐαγγέλιον του συνέγραψε περὶ τὸ 80. Κατὰ τὴν συνήθειάν του ὅμως ἐν ὅλῳ τῷ Εὐαγγελίῳ του, ἀποσιωπᾶ καὶ ἐνταῦθα τὸ ὄνομά του. Ἐν συνεχείᾳ ὁ εὐαγγελιστὴς διηγεῖται, ὅτι τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ Ἀνδρέας εὑρίσκει τὸν ἀδελφόν του Πέτρον καὶ ὁδηγεῖ αὐτὸν εἰς τὸν Ἰησοῦν. Οὕτως ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος γίνεται ἡ αἰτία τῆς πρώτης συναντήσεως τοῦ Κυρίου μετὰ τοῦ Πέτρου, τοῦ ἀναδειχθέντος κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ τοῦ συμπολίτου του Φιλίππου, διότι ἐν συνεχείᾳ ἀναγινώσκομεν τὴν ὑπὸ τοῦ Κυρίου κλῆσιν τοῦ Φιλίππου καὶ τοῦ Ναθαναὴλ ἢ Βαρθολομαίου. Οὕτως ἐξηγεῖται διατὶ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις παρουσιάζεται ὁ Ἀνδρέας συνδεδεμένος μετ´ ἰδιαιτέρας φιλίας μετὰ τοῦ Φιλίππου. Ἀλλ´ ἡ συνάντησις, καὶ πρώτη γνωριμία αὕτη, δὲν ἀπετέλει τὴν ὁριστικὴν κλῆσιν των ὡς μαθητῶν, διότι ὁ Κύριος δὲν ἤρχισε τὴν δημοσίαν αὐτοῦ δρᾶσιν εἰ μὴ μόνον μετὰ τὴν σύλληψιν καὶ φυλάκισιν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ (Ματθ. δ´ 12, Μάρκ. α´ 14). Μετὰ τὴν σύλληψιν λοιπὸν τοῦ Ἰωάννου γίνεται ἡ ὁριστικὴ κλῆσις τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἀνδρέου, ὅταν εὗρεν ὁ Κύριος αὐτοὺς παρὰ τὴν λίμνην τῆς Γαλιλαίας καὶ εἶπεν εἰς αὐτοὺς: «δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 18, Μάρκ. α´ 16, Λουκ. ε´ 1-11).
.          Ὁ Ἀνδρέας ἐμφανίζεται ἀκολούθως ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις εἰς τὰς ἑξῆς περιπτώσεις. Ἐν Μάρκ. α´ 29, ἀναγινώσκομεν, ὅτι, ἐν Καπερναοὺμ μετέβη ὁ Κύριος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Πέτρου καὶ Ἀνδρέου μετὰ τῶν δύο ἄλλων ἀδελφῶν Ἰωάννου καὶ Ἰακώβου, ἵνα θεραπεύσῃ τὴν ἀσθενοῦσαν πενθερὰν τοῦ Πέτρου. Ἀπὸ τὸ χωρίον τοῦτο συνάγεται, ὅτι ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Πέτρος συγκατώκουν ἐν Καπερναοὺμ παρὰ τὴν λίμνην τῆς Γαλιλαίας, ἔνθα καὶ ἤσκουν ἄλλοτε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως (Μάρκ. α´ 29.). Ἀκολούθως, κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ θαύματος τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων, οἱ δύο φίλοι Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος παρουσιάζονται συζητοῦντες τὸ ζήτημα τῆς διατροφῆς τόσου πλήθους ἀκροατῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ. Τότε ὁ μὲν Φίλιππος ἀνακοινοῖ εἰς τὸν Κύριον, ὅτι ἔχουν διακόσια μόνον δηνάρια, «διακοσίων δὲ δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκοῦσιν αὐτοῖς, ἵνα ἕκαστος βραχύ τι λάβῃ», ὁ δὲ Ἀνδρέας ὅτι: «ἔστι παιδάριον ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια• ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἷς τοσούτους;» Καὶ οἱ δύο μαθηταί, ὡς φίλοι, δεικνύουν τὴν αὐτὴν ἀπορίαν καὶ τὰς αὐτὰς διαθέσεις, σκεπτόμενοι ἀκόμη ὡς κοινοὶ θνητοὶ καὶ μὴ γνωρίζοντες ὅτι πλησίον των ἦτο ὁ παντοδύναμος Κύριος, δι´ οὗ τὰ πάντα ἐγένοντο ἐκ τοῦ μηδενὸς καὶ ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου εἶχε μεταβάλει ἐνώπιον των τὸ ὕδωρ εἰς οἶνον ἐν Κανᾷ (Ἰω. α´ 3, στ´ 5 – 9). Πάλιν οἱ δύο φίλοι, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Φίλιππος, λαμβάνουν ἐνεργὸν μέρος κατὰ τὴν συνάντησιν τοῦ Κυρίου μετὰ τῶν Ἑλλήνων. Οἱ προσήλυτοι οὗτοι Ἕλληνες δὲν ἐτόλμησαν νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριον μόνοι, ἀλλ´ ἐζήτησαν τὴν μεσολάβησιν τοῦ Φιλίππου, ὅν φαίνεται ἐγνώριζον. Ὁ Φίλιππος ὅμως ὡσαύτως διστάζει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν θέλησίν των καὶ ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἀνδρέου. Τότε ὁμοῦ «Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος», κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀνακοινοῦν εἰς τὸν Κύριον τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Ἑλλήνων ὅπως ἴδουν αὐτόν (Ἰω. ιβ´ 20-23).
.        Ἐκ τῶν δώδεκα μαθητῶν τρεῖς, ὁ Πέτρος ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, ἀπετέλουν τὸν στενώτερον οὕτως εἰπεῖν περὶ τὸν Κύριον κύκλον, διότι τούτους τοὺς τρεῖς μόνον εἶχε μεθ´ ἑαυτοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν, κατὰ τὴν ἀνάστασιν τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου καὶ κατὰ τὴν προσευχήν του ἐν Γεθσημανῇ. Ἀλλ´ ὁ Μᾶρκος, ἐν ιγ´ 3, ὅταν ὁ Κύριος προεφήτευσε τὴν μέλλουσαν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, παρουσιάζει μαζὶ μὲ τοὺς τρεῖς καὶ τὸν Ἀνδρέαν ἐρωτῶντα περὶ τοῦ χρόνου καθ´ ὅν ἔμελλον νὰ γίνουν ταῦτα. Προσετέθη βεβαίως καὶ ὁ Ἀνδρέας, διότι αὐτὸς καὶ ὁ ἀδελφός του Πέτρος, καὶ οἱ δύο ἀδελφοὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, ἦσαν οἱ τέσσαρες πρῶτοι κληθέντες ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἵνα ἀκολουθήσουν αὐτόν.
.           Ἐν τοῖς καταλόγοις τῶν μαθητῶν, ὁ Ἀνδρέας συγκαταριθμεῖται συνήθως μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πέτρου ἢ μετὰ τῶν τριῶν μαθητῶν, οἵτινες ἀπετέλουν τὸν στενώτερον κύκλον τῶν μαθητῶν περὶ τὸν Ἰησοῦν (Ματθ. ι´ 2, Μάρκ. γ´ 14, Λουκ. στ´ 12, Πράξ. α´ 13). Διὰ τελευταίαν φορὰν ἀναφέρεται ὁ Ἀνδρέας ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν Ἀποστόλων, μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου, ὅτε οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ ὑπερῶον ἐν Ἱερουσαλήμ, ὅπου «πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ σὺν γυναιξὶ καὶ Μαριὰμ τῇ μητρὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ» (α´ 13-14).
.            Περί τῆς, μετὰ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δράσεως τοῦ Ἀποστόλου ‘Ανδρέου οὐδὲν ἐν τῇ Κ. Διαθήκῃ ἀναφέρεται, ἀλλ´ ὅλαι αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι στηρίζονται εἰς τὴν Παράδοσιν, εἴς τινα ἀπόκρυφα βιβλία, ἰδίως τοῦ αἱρετικοῦ Λευκίου, εἰς τοὺς ἱστορικοὺς Εὐσέβιον καὶ Νικηφόρον καὶ εἰς τὸν μοναχὸν Ἐπιφάνιον, ἀκμάσαντα περὶ τὸν Ι´ αἰῶνα καὶ συγγράψαντα «Περὶ τοῦ βίου, τῶν πράξεων καὶ τῆς τελευτῆς τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ πρωτοκλήτου» (PG 120, 216).

ΠHΓΗ: http://www.myriobiblos.gr

,

Σχολιάστε

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΑΓ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ (ΠΡΩΤΟΝ) ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ

Eἰσαγωγή-νεοελλην. ἀπόδοσις-σχόλια
ὑπὸ τῶν πατέρων τῆς Ἱ. M. Xρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν

σειρά «ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ», τ. 12.
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
(Ἀπόσπασμα)

ὑπὸ Ἀρχιμ. Νικοδ. Μπαρούση, ἡγουμένου
Ἱ. Μονῆς Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν

Ὁ Γρηγόριος, ἐπίσκοπος Τουρώνης (†593), συνέγραψε τὸ περίφημον Βιβλίον τῶν θαυμάτων τοῦ μακαρίου  ἀποστόλου Ἀνδρέου [1], τὸ ὁποῖον  ἀποτελεῖ τὸν  ἀρχαιότερον γνωστὸν πλήρη Βίον τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου. Τὸ βιβλίον αὐτὸ τοῦ ἐπισκόπου Τουρώνης, καίτοι ἀναφέρεται εἰς πλῆθος ἱστορικῶν περιστατικῶν τοῦ βίου καὶ τῆς πολιτείας τοῦ πολιούχου τῶν Πατρῶν, ἐν τούτοις ἐλάχιστα μόνον λέγει περὶ τοῦ ἐν Πάτραις μαρτυρίου αὐτοῦ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν εἶναι τυχαῖον. Ὡς ὁ ἴδιος γράφει, «δὲν διηγήθημεν λεπτομερῶς τὸ μαρτύριον Αὐτοῦ, διότι εὕρομεν ὅτι κάποιος κατέγραψεν τοῦτο διὰ γραφῆς παραστατικῆς καὶ ὠφελίμου» [2]. Δηλαδή, ὁ  ἀποδεδειγμένου κύρους καὶ ἱστορικῆς αὐθεντίας συγγραφεὺς Γρηγόριος Τουρώνης  ἀνεγνώριζεν ὅτι ὑπῆρχε ἄλλο φερέγγυον κείμενον, ὁποὺ προσέφερε ὅλες τὶς πληροφορίες περὶ τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου.
Τὸ ἐν λόγῳ κείμενον, τὸ ὁποῖον, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ὀνομάζεται Μαρτύριον [3], διεσώθη ὑπὸ δύο μορφάς: ὡς ἡ Ἐπιστολὴ τῶν πρεσβυτέρων καὶ διακόνων τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀχαΐας [4], καὶ ὡς τὸ Μαρτύριον (πρῶτον) τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου.
Ἀρχαιότερον τῶν δύο τούτων κειμένων, κατὰ τοὺς ἐρευνητάς, εἶναι τὸ ἀνὰ χεῖρας σήμερον ἐκδιδόμενον Μαρτύριον (πρῶτον), τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ ὁ Γρηγόριος Τουρώνης [5]. Δυστυχῶς, ὅμως, ἕως σήμερον αὐτὸ ἐλάνθανε τῆς τοπικῆς ἁγιολογικῆς ἐρεύνης, παραμένον ἄγνωστον εἰς τὰς σειρὰς τῶν ἑλληνικῶν πατερικῶν ἐκδόσεων,  ἀλλ’  ἀναφερόμενον ἐνίοτε εἰς τὰς ὑποσημειώσεις ἐπιστημονικῶν μελετῶν. Ἐξ αὐτοῦ μᾶλλον προῆλθε καὶ τὸ προαναφερθέν, ἐξ ἴσου ἀρχαῖον, κείμενον τῆς Ἐπιστολῆς τῶν πρεσβυτέρων καὶ διακόνων τῆς Ἀχαΐας.
Βεβαίως, ὡς παρατηροῦν οἱ εἰδικοί, οἱ παροῦσες μορφὲς τῶν ἀρχαίων τούτων ἁγιολογικῶν πηγῶν περὶ τοῦ σταυρικοῦ τέλους τοῦ Πρωτοκλήτου εἶναι μεταγενέστερες μεταγραφές, πλησιάζουσαι ἴσως τὴν ἐποχὴν τοῦ Γρηγορίου Τουρώνης. Ὅμως, ἡ ἔννοια τῆς μεταγραφῆς αὐτῆς οὐδόλως ἅπτεται τῶν ἱστορικῶν πληροφοριῶν· ἁπλῶς ἐπενδύει ἐπὶ τὸ θεολογικῶς  ἀκριβέστερον τὰ προσευχητικὰ ἢ  ἀπολογητικὰ στοιχεῖα τοῦ κειμένου —μία συνήθης καὶ ἀναγκαία διὰ τὴν ἐποχὴν πρακτική . Διὰ τοῦτο, ὅλοι ἀναγνωρίζουν τὴν ἱστορικότητα τῶν παρεχομένων πληροφοριῶν …

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πρβλ. Γρηγορίου Τουρώνης, Τὸ Βιβλίον τῶν θαυμάτων τοῦ μακαρίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, «Ἄνθη Εὐσεβείας, 10», ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι, 2008.
2. Αὐτόθι, σ. 141.
3.Πρβλ. Τὰ Μαρτύρια τῶν ἀρχαίων Χριστιανῶν, ἐκδ. ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη, 1978.
4. Πρβλ. Ἐπιστολὴ τῶν πρεσβυτέρων καὶ διακόνων τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀχαΐας, «Ἄνθη Εὐσεβείας, 3», ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι, 1995.
5. Πρβλ. J.-M. Prieur, Acta Andreae, «Corpus Christianorum, Series Apocryphorum, 6», ἐκδ. «Brepols-Turnhout», [Βρυξέλλαι], 1989, τ. I, σ. 13-14.

, , ,

Σχολιάστε