Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μαρία-Ἐλευθ. Γιατράκου

H ΔIAXPONIKOTHTA THΣ EΛΛHNIKHΣ ΓΛΩΣΣAΣ KAI H ΣYMBOΛH THΣ ΣTHN ANΘPΩΠOTHTA

Mαρία-Ἐλευθερία Γιατράκου, Δρ. Φιλ.-Ἱστ.

H ΔIAXPONIKOTHTA THΣ EΛΛHNIKHΣ ΓΛΩΣΣAΣ
KAI H ΣYMBOΛH THΣ ΣTHN ANΘPΩΠOTHTA

Ἀπὸ τὸν τόμο

«ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ – νοησιαρχία ἢ μέθεξις;»

Πρακτικὰ Ἡμερίδος 17 Ἀπριλίου 2010
Ἔκδοσις Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς

.          Ὁ ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, σέ στίχους φωτεινούς σάν τήν ἀλήθεια, μᾶς δίνει εὐδιάκριτα τό στίγμα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, πού ἀποτελεῖ τήν πιό ἀδιάψευστη δέλτο τῆς ἱστορίας καί τοῦ πολιτισμοῦ μας.

 «Ὅταν κάποτε φύγω ἀπό τοῦτο τό φῶς
καί ἑλιχθῶ πρός τά ἄνω,
ὅπως ἕνα ρυάκι πού μουρμουρίζει,

κι ἄν τυχόν κάπου ἀνάμεσα
στούς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους,

 θά τούς μιλήσω Ἑλληνικά,
ἐπειδή δέν ξέρουνε γλῶσσες.
Μιλᾶνε μεταξύ τους μέ μουσική».

.        Ἡ ἑλληνική γλώσσα, πολυδύναμη καί πολυσήμαντη, ἀποτελεῖ κατά τόν ἴδιο ποιητή «τό μακρύτερο ὕδωρ τοῦ κόσμου, πού κατηφορίζει ἀπό τά λευκά μαλλιά τοῦ Ὁμήρου ὥς τίς μέρες μας, κατεβάζοντας πολλή ψυχή καί πολύ φῶς». Ἀποτελεῖ τό διεθνῆ γλωσσικό ἄξονα καί ὅλοι οἱ λαοί τοῦ κόσμου δανείζονται ἀπό τό διαχρονικό πνευματικό της μεγαλεῖο, γιά νά μορφώσουν τίς δικές τους γλῶσσες. Ἐξ ἄλλου εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ἱσπανοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ γλωσσολόγου, Francisco R. Adrados, ὅτι τά ἑλληνικά στοιχεῖα συνετέλεσαν, ὥστε οἱ εὐρωπαϊκές γλῶσσες νά εἶναι στήν πραγματικότητα διάφορα εἴδη ἡμιελληνικῶν ἤ κρυπτοελληνικῶν γλωσσῶν. Σοφοί καί διακεκριμένοι διανοούμενοι ἐκφράσθηκαν κατά καιρούς διθυραμβικά γιά τήν ἑλληνική γλώσσα, ἡ ὁποία περιέχει λέξεις ὑψηλῶν διανοημάτων καί μέ μοναδικό τρόπο ἐνδύει λεκτικῶς τίς ἀφηρημένες ἔννοιες. Ὁ Gibbon γράφει χαρακτηριστικά: «Ἄν τό ἀνθρώπινο πνεῦμα μπορεῖ νά καυχηθεῖ ὅτι ἐδημιούργησε κάτι τό ἀξιόλογον, αὐτό εἶναι ἡ ἀθάνατη ἑλληνική γλώσσα». Καί ὁ Μ. Τ. Κικέρων: «Εἰ οἱ θεοὶ διαλέγωνται, τῇ τῶν Ἑλλήνων γλώττῃ χρῶνται» καί κατά τόν Κοϊντιλιανό «ἡ παιδεία ἀρχίζει μέ τήν ἑλληνική γλώσσα».
.      Μέ λεκτική, ἐννοιολογική, ἁρμονική, ἐκφραστική τελείωση, χρησιμοποιήθηκε γιά τήν ἔκφραση προηγμένων μορφῶν σκέψεως κι ἀποτέλεσε τήν κύρια βάση τοῦ πολιτισμένου κόσμου.

Γιὰ νὰ διαβάσετε ὅλο τὸ κείμενο σὲ καλὴ ἐκτυπώσιμη μορφή,
πατῆστε ἐδῶ:
H ΔIAXPONIKOTHTA THΣ EΛΛHNIKHΣ ΓΛΩΣΣAΣ KAI H ΣYMBOΛH THΣ ΣTHN ANΘPΩΠOTHTA

, , ,

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε´, Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

  • Μνήμη τοῦ κατασυκοφαντημένου Ἁγ. Γρηγορίου Ε´: 10 Ἀπριλίου

ΜΑΡΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Γ. ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ
Δρ. Ἱστορίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄
(1745-1821)
Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

.     Ἡ ἑλληνικὴ Ἱστορία στὴν διαχρονική της ροὴ ἔχει νὰ ἐπιδείξει ἀναστήματα μεγάλα, κοσμημένα μὲ ἀρετές, πνεῦμα ἡρωϊσμοῦ καὶ αὐτοθυσίας, ποὺ ἐλάμπρυναν μὲ τὸ ἦθος, τὴν παιδεία, τὴν πίστη τους, τὸ θυσιαστικό τους πνεῦμα, τὶς σελίδες της, ὡς οὐράνιον τόξον. Ἀλλ’ ὅπως ὅλες οἱ ὑψηλὲς κορφὲς εἶναι ἐκτεθειμένες σ’ ὅλες τὶς δυσμενεῖς καιρικὲς συνθῆκες, καταιγίδες, θύελλες, ἀνέμους ἔτσι καὶ οἱ ὑπέροχες ἱστορικὲς προσωπικότητες δέχονται διαρκῶς τὰ πυρὰ καὶ τοὺς μύδρους τῆς λεγομένης ἀρνητικῆς κριτικῆς ἱστορικῆς Σχολῆς, ποὺ προσπαθεῖ νὰ παραχαράξει τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ὑψηλὸ καὶ μοναδικό τους ἔργο.
.       Στὴν κατηγορία τῶν ἱστορικῶν προσωπικοτήτων τῶν «μεγαλωστὶ μεγάλων», ποὺ σημάδεψαν τὸν χρόνο μὲ τὸ πνευματικό τους ἀνάστημα, τὴν παιδεία τους, τὸ ἦθος, τὴν ἀρετή, τὸ ἔργον, τὴν προσφοράν τους στὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸ Γένος καὶ ποὺ σφράγισαν τὴν λαμπρὴ βιοτροχιά τους μὲ τὸ μαρτύριον καὶ τὴν θυσίαν τους, ἀνήκει ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ (1745-1821). Τὸ «τσοπανόπουλο τῆς Δημητσάνας» ποὺ μὲ τὰ ὑπέρτακτα χαρίσματα καὶ τὸ ἔργον του ἀνῆλθεν ἐπαξίως στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸν καθαγίασε μὲ τὸν μαρτυρικόν του θάνατον δι’ ἀγχόνης. Ἡ παρουσία του στὸ «ἱστορικὸ γίγνεσθαι» θὰ εἶναι φωτεινὴ παρὰ τὴν παραχάραξη ποὺ ὑφίσταται ἀπὸ πρόσωπα προφανῶς μὴ ἐπαρκῶς ἐνημερωμένα. Ἐπειδὴ ἡ προσωπικότητά του θὰ παραμένει πάντοτε ἐπίκαιρη καὶ ἰδιαιτέρως στοὺς καιροὺς ποὺ διερχόμαστε, κατεβλήθη προσπάθεια συγκεντρώσεως ἱστορικῶν στοιχείων μὲ βάση καὶ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς καὶ τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα ποὺ συμβάλλουν στὴν ἐπαν­εκτίμηση τῆς μεγάλης αὐτῆς μορφῆς καὶ τοῦ ἔργου της, ὥστε δικαίως νὰ παραμένει ὁ πρῶτος ἱερόαθλος τοῦ ἀγώνα καὶ ὁ Πρωτοκάθεδρος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Γένους. Μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς παρούσας μελέτης ποὺ δὲν διεκδικεῖ τὰ εὔσημα τῆς τελειότητος, ἐκδιπλώνεται ἡ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ μεγαλογραφία τοῦ δι’ ἀγχόνης μαρτυρήσαντος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸ Γένος, Γρηγορίου τοῦ Ε΄ τοῦ ἐκ Δημητσάνης τῆς εὐάνδρου Ἀρκαδίας.

, , ,

Σχολιάστε

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ

ΜΑΡΙΑΣ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ
Δρ. Ἱστορίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ

© ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2011

.       «Ἂνευ τῆς ἐλευθερίας τί θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς καὶ ἄνευ τῆς Ἑλλάδος τί θὰ ἦτο ὁ κόσμος!» Μὲ αὐτοὺς τοὺς δυνατοὺς στίχους καὶ μὲ αὐτὴν τὴν εὐγενῆ ποιητική του ρήση ὁ Γερμανὸς ποιητὴς Wilhelm Müller σφραγίζει τὴν ταυτότητα τῆς πατρίδας μας καὶ ἐπισημαίνει τὴν παγκοσμιότητα καὶ σημασία της. Κάθε φορὰ ποὺ ἡ ἀνακύκληση τοῦ χρόνου μᾶς ξαναφέρνει τὴν ἐθνική μας γιορτή, λογῆς-λογῆς συναισθήματα ἀναδεύουν στὸν ψυχικό μας χῶρο. Ἡ 25η Μαρτίου ἔρχεται κατανυκτική, πηδακίζοντας ἀπὸ τὶς ἐσώτερες πτυχὲς τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ εὐγνώμονα συντονίζουμε τὴν φωνή μας πρὸς τὸν Δοτῆρα τῆς σωτηρίας μας, μὲ τὴν φωνὴν ἐκείνην τοῦ Ἱστορικοῦ τῆς ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Σπυρίδωνος Τρικούπη: «Αὕτη  ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος. Ναί. Θεοῦ ποίημα εἶναι ἡ εἰκοστὴ πέμπτη Μαρτίου», εἶχε πεῖ ὁ τυρταιϊκὸς ἐκεῖνος διαλαλητής, ὡς ἐπίσημος πρεσβευτὴς τῆς ἐλεύθερης χώρας μας σὲ κάποιο συμπόσιο τοῦ Λονδίνου τὸ 1861. «Κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα, ξαναψέλνονται τὰ τροπάρια, ξαναϋψώνεται ἡ προσευχή, τὸ ἴδιο λιβάνι καίγεται, ἡ χιλιοειπωμένη ἀκολουθία ἀναβρύζει καὶ ἡ φωνὴ κρατιέται καθαρόηχη, κατανυχτική, λειτουργική», ὅπως εἶπε χαρακτηριστικὰ ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς.

Γιὰ νὰ διαβάσετε ὁλόκληρο τὸ κείμενο σὲ καλὴ ἐκτυπώσιμη μορφή, πατῆστε ἐδῶ: AΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑΣ

, , ,

Σχολιάστε

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ

ΜΑΡΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Γ. ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ
Δρ. Ἱστορίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 

«ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ»
ΕΚΔΟΣEΙΣ  «ΤΗΝΟΣ», ΑΘΗΝΑΙ 2011

(Ἀπόσπασμα)

.           «Ἄνευ τῆς ἐλευθερίας τί θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς καὶ ἄνευ τῆς Ἑλλάδος τί θὰ ἦτο ὁ κόσμος!» Μὲ αὐτοὺς τοὺς δυνατοὺς στίχους καὶ μὲ αὐτὴν τὴν εὐγενῆ ποιητική του ρήση ὁ Γερμανὸς ποιητὴς Wilhelm Müller σφραγίζει τὴν ταυτότητα τῆς πατρίδας μας καὶ ἐπισημαίνει τὴν παγκοσμιότητα καὶ σημασία της. Κάθε φορὰ ποὺ ἡ ἀνακύκληση τοῦ χρόνου μᾶς ξαναφέρνει τὴν ἐθνική μας γιορτή, λογῆς-λογῆς συναισθήματα ἀναδεύουν στὸν ψυχικό μας χῶρο. Ἡ 25η Μαρτίου ἔρχεται κατανυκτική, πηδακίζοντας ἀπὸ τὶς ἐσώτερες πτυχὲς τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ εὐγνώμονα συντονίζουμε τὴν φωνή μας πρὸς τὸν Δοτῆρα τῆς σωτηρίας μας, μὲ τὴν φωνὴν ἐκείνην τοῦ Ἱστορικοῦ τῆς ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Σπυρίδωνος Τρικούπη: «Αὕτη  ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος. Ναί. Θεοῦ ποίημα εἶναι ἡ εἰκοστὴ πέμπτη Μαρτίου», εἶχε πεῖ ὁ τυρταιϊκὸς ἐκεῖνος διαλαλητής, ὡς ἐπίσημος πρεσβευτὴς τῆς ἐλεύθερης χώρας μας σὲ κάποιο συμπόσιο τοῦ Λονδίνου τὸ 1861.
.         «Κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα, ξαναψέλνονται τὰ τροπάρια, ξαναϋψώνεται ἡ προσευχή, τὸ ἴδιο λιβάνι καίγεται, ἡ χιλιοειπωμένη ἀκολουθία ἀναβρύζει καὶ ἡ φωνὴ κρατιέται καθαρόηχη, κατανυχτική, λειτουργική», ὅπως εἶπε χαρακτηριστικὰ ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς.
.                Ἡ παροῦσα μικρὴ προσπάθεια ἂς συντελέσει στὴ δημιουργικὴ ἀναβίωση τῆς ἱστορικῆς μνήμης τοῦ ἔθνους, ὥστε νὰ μπορέσουμε μὲ μάτια καθάρια, χωρὶς παραχαράξεις καὶ ἱστορικὲς κακοποιήσεις, νὰ ἀνασυνθέσουμε τὴν ἐθνική μας μεγαλογραφία. Ὡς ἐθνικὴ γιορτὴ ἡ 25η Μαρτίου ὁρίστηκε μὲ βασιλικὸ διάταγμα τοῦ 1838 κι ὁ χαρακτήρας της εἶναι πολὺ προσφυῶς, διττός. Τὸ ἔθνος μας γιορτάζει τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ του κατὰ τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὸν Εὐαγελισμὸν τῆς Θεοτόκου, κι «ἔτσι διατρανώνεται», ὅτι «Ἐκκλησία καὶ ἔθνος κοινὴν ἔχουν τὴν ἀφετηρίαν, κοινὴν καὶ τὴν τροχιά», καὶ ὅτι «Σταυρὸς καὶ Ἑλλάδα εἶναι ἡ διφυὴς λατρεία τοῦ ἀναστάντος Γένους».
.           Καθὼς ὁ χῶρος τῆς ἐθνεγερσίας εἶναι ἀπέραντος σὲ ἠθικὴ ἔκταση καὶ μὲ ἀνεπανάληπτο δυναμισμό, κι ὅλοι ξέρομε πὼς τὰ μεγάλα γεγονότα τῆς ἱστορίας δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μετουσιωθοῦν καὶ νὰ ἀποτιμηθοῦν μὲ λόγους, γιατί ὅπως λέει ὁ Θουκυδίδης, «δὲν δύναται ὁ λόγος ἰσόρροπος τῶν ἔργων φανῆναι», θὰ προσπαθήσουμε μὲ τὸ ἱστορικό μας περισκόπιο νὰ ἀγγίξουμε ἔστω, τὰ κράσπεδα τοῦ χώρου αὐτοῦ καὶ νὰ ἀφήσουμε εὐλαβικὰ τὸν στοχασμό μας, ν’ ἀπανθίσει νικητήρια βαγιόκλαδα. Ἔτσι θὰ παρελάσουν ἀπὸ μπροστὰ μας μορφὲς ἡρωϊκὲς ἀνεπανάληπτου μεγαλείου, μὲ ἐκδηλώσεις ἐθνικῆς ἀξιοπρέπειας, καὶ θὰ ἀντλήσουμε διδάγματα ἀπὸ τὸ «μέγιστον μάθημα» ποὺ ἔδωσε ἡ Ἑλλάδα στὸν κόσμο.
.           Τὰ εὐγενέστερα διάσημα τοῦ Ἕλληνα ποὺ στοιχειοθετοῦν τὴν ταυτότητά του, εἶναι ἡ ἀφοσίωσή του στὴν ὀρθόδοξη χριστιανική του πίστη καὶ ἡ ὑπέρμετρη γιὰ τὴν πατρίδα ἀγάπη του.
.            Γιὰ τὴν διασφάλιση αὐτῶν τῶν δύο ἰδανικῶν συμπυκνώθηκε ἡ βούληση ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ, κι ἡ λύση ποὺ βρέθηκε ἦταν ἀσυμβίβαστη καὶ μονότροπη. «Γιὰ θάνατο ἢ γιὰ λευτεριά». Νὰ τί διακήρυσσαν οἱ σεμνοὶ ἐκεῖνοι καὶ ταπεινόγνωμοι ἀγωνιστές, ἤδη ἀπὸ τὸ πρῶτο ἔτος τοῦ Ἀγώνα στὴ σύγχρονή τους ἀνθρωπότητα, μὲ τὴν Διακήρυξη τῆς Α΄ Ἐθνοσυνέλευσης τῆς Ἐπιδαύρου: «Ἀπὸ τοιαύτας ἀρχὰς τῶν φυσικῶν δικαίων ὁρμώμενοι, καὶ θέλοντες νὰ ἐξομοιωθῶμεν μὲ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μας Εὐρωπαίους Χριστιανούς, ἐκινήσαμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῶν Τούρκων, μᾶλλον δὲ τοὺς κατὰ μέρος πολέμους ἑνώσαντες, ὁμοθυμαδὸν ἐκστρατεύσαμεν, ἀποφασίσαντες ἢ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπό μας καὶ νὰ διοικηθῶμεν μὲ νόμους δικαίους, ἢ νὰ χαθῶμεν ἐξ ὁλοκλήρου, κρίνοντες ἀνάξιον νὰ ζῶμεν πλέον ἡμεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ περικλεοῦς ἐκείνου ἔθνους τῶν Ἑλλήνων ὑπὸ δουλείαν τοιαύτην, ἰδίαν μᾶλλον τῶν ἀλόγων ζώων παρὰ τῶν λογικῶν ὄντων.  «Ὁμοθυμαδὸν» λοιπόν, «ἐκστρατεύσαμεν». Τὸ Εἰκοσιένα, δὲν μπαίνει μὲ κανένα τρόπον στὸ σχῆμα τῶν ταξικῶν ἀγώνων. Εἶναι κίνημα καθαρὰ ἐθνικόν. Λαὸς καὶ κλῆρος, λαϊκοὶ πολεμιστὲς καὶ καλαμαράδες, καπεταναῖοι καὶ ναῦτες, ἡγεμόνες καὶ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, «ὕφαναν ὁμοθυμαδὸν» τὸ λάβαρον τῆς ἐλευθερίας. Πρὶν ἀποβιβαστεῖ στὴ Μάνη ὁ Κολοκοτρώνης, ἐκάθησε μαθητὴς στὰ θρανία τῆς σχολῆς τοῦ Μαρτελάου στὴ Ζάκυνθο καὶ  πρὶν ὁ Παπαφλέσσας πυρπολήσει τὴν Πελοπόννησο μὲ τὴ φλόγα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ του, εἶχε γίνει μαθητὴς τοῦ Αἰνιάνος, ὁ ὁποῖος ἄνοιξε στὰ ἔκθαμβα μάτια του τοὺς θησαυροὺς τῆς μεγάλης ἐθνικῆς μας παραδόσεως. Πρὶν ὁ Γεώργιος Λασσάνης ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Ἱεροῦ Λόχου σύρει τὸ σπαθί, θὰ δώσει στὸ θέατρο τῆς Ὁδησσοῦ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα νεοελληνικὰ δράματα, τὸν  «Ἁρμόδιον καὶ Ἀριστογείτονα», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ σάλπισμα ἐπαναστατικόν. Οἱ μορφωμένοι νέοι ποὺ γεμίζουν τὴν αἴθουσα, τὸν ὑποδέχονται μὲ ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα. Εἶναι ὅλοι αὐτοί, ποὺ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1821, μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη στὴ Βλαχία, θὰ ἀνοίξουν τὴν αὐλαία στὸ ἄλλο τὸ μεγάλο καὶ ἀληθινὸ δράμα τοῦ πολέμου, γιὰ τὴν ἐλευθερία. (…)

, , ,

Σχολιάστε

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1859-27.02.1943) 68 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1859-27.02.1943)
68 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Ὑπὸ Μαρίας – Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου
Δρ. Ἱστ.- Φιλ. Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν

«…δεκαοκτὼ ἡμέρες ἀργότερα προσευχόμενος
καὶ σιγοψέλνοντας ψαλμοὺς ἔφυγε κι αὐτὸς γιὰ τοὺς οὐρανούς,
γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση.»

.             Ἐφέτος, συµπληρώνονται ἑξήντα ὀκτὼ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Κωστῆ Παλαµᾶ (27-2-1943), ποὺ σφράγισε µἐ τὸ ποιητικὸ καὶ πεζογραφικό του ἔργο τὴ νεώτερη λογοτεχνία µας, δηµιουργώντας νέες προοπτικὲς γιὰ τὰ ἑλληνικὰ γράµµατα1.
.         Ἂν ὁ λυράρης αὐτὸς τῆς πατρίδας, τῆς φύσης, τῆς θρησκείας, ὁ σονετογλύπτης ὅπως ἀποκαλοῦσε τὸν ἑαυτό του, ὁ στοχαστὴς ποιητής, τῆς «Ἀσάλευτης ζωῆς», ὁ συνθέτης τῆς «Φλογέρας τοῦ βασιλιᾶ», τοῦ «Δωδεκάλογου τοῦ Γύφτου», τοῦ «Τάφου», τῆς «Τρισεύγενης» καὶ πλείστων ἄλλων παραµένει πάντοτε ἐπίκαιρος, τὸ ἔργο του ἐσφράγισε τὸ 2004 µὲ τὸν «Ὀλυµπιακὸ Ὕµνο» του ποὺ παιανίστηκε στοὺς Ὀλυµπιακοὺς Ἀγῶνες.
.       Ὁ Κωστὴς Παλαµᾶς, ὁ νεώτερος ἐθνικός µας βάρδος γεννήθηκε στὶς 13 Ἰανουαρίου 1859 στὴν Πάτρα, ἀπὸ γονεῖς Μεσολογγίτες, ἀπὸ οἰκογένεια ποὺ ἔχει νὰ ἐπιδείξει πολλοὺς ἀγωνιστές, κληρικοὺς καὶ διδασκάλους τοῦ Γένους, µεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Γρηγόριο Παλαµᾶ. Προπάππος του ἦταν ὁ Παναγιώτης Παλαµᾶς, ἱδρυτὴς τῆς ὀνοµαστῆς Παλαµαίας Σχολῆς στὸ Μεσολόγγι, στὴν ὁποία δίδασκε 2. Σὲ ἡλικία 15-16 ἐτῶν εἶχε ἤδη χάσει καὶ τοὺς δικούς του γονεῖς καὶ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τότε στὴ γενέθλια πόλη τοῦ πατέρα του, τὸ Μεσολόγγι,…

Γιὰ νὰ διαβάσετε τὸ κείμενο σὲ καλὴ ἐκτυπώσιμη μορφή,
πατῆστε ἐδῶ
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

,

Σχολιάστε

ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, «Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»

«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς εὐσεβής. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν ἰατρὸν εἶπεν εἰς αὐτόν: «Τί θέλεις σὺ ἐδῶ;» «Ἦρθα νὰ σὲ δῶ» τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. «Νὰ ἡσυχάσης», τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, «ἐγὼ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ ᾽ρθῆς ἐσύ»… Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ κοινωνήση. «Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!» ἔλεγεν. Ἦτο ἡ παραμονὴ τοῦ θανάτου του καὶ τότε τοῦ ἀπενεμήθη τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, «ἀνάψτε ἕνα κηρί», εἶπε: «φέρτε μου κι ἕνα ἐκκλησιαστικὸν βιβλίον». Τὸ κηρίο ἀνήφθη, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ βιβλίον, ἀλλὰ πάλιν ἀποκαμὼν ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: «Ἀφῆστε τὸ βιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ ἔξω». Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ «τὴν χεῖρα σου τὴν ἁψαμένην…» (Δοξαστικὸ τῆς Θ´ Ὥρας τῶν Μεγ. καὶ Βασιλ. Ὡρῶν τῶν Θεοφανείων εἰς ἦχον πλ.α´). Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελευταῖο ψάλσιμο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος τὴν ἰδίαν νύκτα, κατὰ τὴν 2αν μεταμεσονύκτιον, ὅταν ἐξημέρωνεν ἡ 3η Ἰανουαρίου, παρέδωκεν τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας τοῦ Πλάστου…» (π. Γεώργιος Ρήγας)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
«Ὁ Ἅγιος τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας»
Ὑπὸ Δρ. Μαρίας-Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου

Συμπληρώνονται τὸ 2011 ἑκατὸν ἑξήντα χρόνια ἀπὸ τὴν γέννηση καὶ ἑκατὸ ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), τοῦ ποιητῆ μὲ τὸν πεζὸ λόγο, ὅπως πολὺ προσφυῶς τὸν χαρακτήρισε ὁ Κ. Παλαμᾶς. Εἶναι γιὰ ὅλους, ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἐπιστημονικὸ καὶ ἠθικὸ χρέος νὰ τιμήσουν αὐτὴν τὴν μνήμη, ἀφοῦ τὸ «σκοτεινὸ τρυφόνι» τῶν ἑλληνικῶν μας γραμμάτων, ὁ ταπεινός, μοναχικὸς κοσμοκαλόγερος, χωρὶς ἀμφιβολία στὸν χῶρο τῆς ἑλληνικῆς διηγηματογραφίας θὰ μείνει ἀμετακίνητος καὶ πρωτοκάθεδρος. Τὸ θεωρῶ ἰδιαίτερη τιμὴ νὰ πῶ δυὸ σκόρπια καὶ φτωχικὰ λόγια γι’ αὐτὸν σήμερα, ὡς ἔκφραση εὐγνωμοσύνης γιὰ ὅ,τι πολύτιμο μᾶς προσέφερε μέσα ἀπ’ τὶς σελίδες τῶν Νεοελληνικῶν Ἀναγνωσμάτων, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν χρυσῶν, ἀνέμελων, ἐλπιδόμεστων μαθητικῶν μας χρόνων.Βεβαίως τὸ θεωρῶ τόλμημα νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸν Σκιαθίτη νοσταλγὸ μὲ τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια του, γιατί ὅταν βυθοσκοποῦμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, διαπιστώνουμε τὴν πραγματική μας φτώχεια μπροστὰ στὸ γίγαντα τοῦ πνεύματος, στὸ γιγάντιο ἔργο του. Τὸ κάνουμε ὅμως, γιὰ ἕναν βιοτικὸ ἐπανεξοπλισμὸ γιὰ μιὰ ἠθικὴ ἐνθάρρυνση˙ γιὰ μιὰ βελτίωση καὶ ἀνανέωση τῆς εὐαισθησίας μας. Στὴν ἀπώτερη σκοποθηρία μιᾶς τέτοιας γόνιμης ἐπαφῆς ὀφείλεται καὶ ἡ σημερινὴ ὁμιλία. Ἡ βιβλιογραφία γύρω ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη εἶναι τεράστια. Μοιάζει μὲ χιονοστιβάδα, ποὺ ὅσο κυλινδροῦται στὴν ἔκταση τοῦ χρόνου τόσο αὐξάνεται ὁ ὄγκος της. Πράος καὶ ἀγαθὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, πέρασε ἀπὸ τὴ φιλολογική μας ζωὴ σὰν μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο φαινόμενο χριστιανικῆς ταπεινοφροσύνης. Γεννήθηκε στὴ Σκιάθο, στὶς 4 Μαρτίου 1851, Γιὰ νὰ διαβάσετε ὁλόκληρο τὸ κείμενο πατῆστε ἐδῶ: ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

,

Σχολιάστε

Η ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΛΛΑΣ

Η ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΛΛΑΔΑ
τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γιατράκου,
δρ. Ἱστ.- Φιλ.

ΠΡΙΝ λίγα χρόνια, στὸ Δισπηλιὸ τῆς Καστοριᾶς, ὁ καθηγητὴς ἀρχαιολογίας, κ. Χουρμουζιάδης, ἀνακάλυψε ἕνα κομμάτι ξύλου, μὲ γραφή, τοῦ 5.500 π.Χ., ποὺ ἀποκλήθηκε «φωνῆεν ξύλον». Λέγεται ὅτι ἦταν ἐξάρτημα ἀπὸ τὸ πλοῖο «Ἀργώ», ποὺ ἔφτιαξε ὁ γιὸς τοῦ Φρίξου, Ἄργος, γιὰ τὴν περίφημη ἀργοναυτικὴ ἐκστρατεία, προκειμένου νὰ ἁρπάξουν τὸ «χρυσόμαλλο δέρας» καὶ νὰ τὸ φέρουν στὴν Ἰωλκό. Τὸ «φωνῆεν ξύλον», ἀποτελεῖ ἰσχυρὴ ἱστορικὴ φωνή, ποὺ μαρτυρεῖ τὸν ἀνήσυχο ὀδυσσεϊκὸ χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν οἰκονομική τους δυσπραγία καὶ νὰ τὴν ἀντισηκώσουν μὲ τὴν πνευματική τους ἁρματωσιά, ξεπερνώντας γεωγραφικὰ ὅρια, διευρύνοντας τὸν γνωστικό τους ὁρίζοντα καὶ γονιμοποιώντας μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ σοφία τοὺς τὸν παγκόσμιο λόγο, δημιουργώντας καὶ ἑξακτινώνοντας τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό. «Τῇ Ἑλλάδι πενίη ἀείποτε σύντροφος ἐστί», κατὰ τὴ ρήση τοῦ Ἡροδότου. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὰ βάθη τῶν χρόνων γίνονται ἄποικοι. Ἔτσι, ἡ κυρίως Ἑλλάς, ἡ μητρόπολη, ἀποκτᾶ παγκόσμια ἀκτινοβολία, μὲ τὸ πανάρχαιο φαινόμενο τοῦ ἀποικισμοῦ καὶ δημιουργεῖ παντοῦ ἑστίες φωτεινὲς ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ τὴν «Μεγάλη Ἑλλάδα», τὴν «Magnam Greciam», τὴν «ἐκτὸς Ἑλλάδος Ἑλλάδα». Μὲ τὸν ἀποικισμὸ ἱδρύεται, σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴν μητρόπολη, μόνιμη ἐγκατάσταση τῶν Ἑλλήνων, ποὺ δὲν ἐλέγχεται ἀπὸ τὸν αὐτόχθονα πληθυσμὸ καὶ παραμένει σὲ ἐξάρτηση ἀπὸ τὴν κυρίως Ἑλλάδα [1]. Στὸν χῶρο τῆς Μεσογείου σημειώθηκαν κατὰ τὸ τέλος τῆς 2ης καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς 1ης χιλιετίας π.Χ. μεγάλες πληθυσμιακὲς μετακινήσεις, ποὺ ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὸν ἑλλαδικὸ κορμὸ καὶ κατέληγαν στὰ παράλια τῆς Μακεδονίας, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Εὐξείνου Πόντου, τῆς Κάτω Ἰταλίας καὶ τῆς Σικελίας, κατὰ πρῶτο λόγο, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή, στὴ Βόρεια Ἀφρικὴ καὶ στὴν Ἱσπανία κατὰ δεύτερο. Αὐτὲς οἱ πληθυσμιακὲς μετακινήσεις χωρίζονται σὲ δύο φάσεις. Στὸν πρῶτο καὶ δεύτερο ἑλληνικὸ ἀποικισμὸ καὶ παρουσιάζουν πολλὲς ἰδιαιτερότητες, σχετικὲς μὲ τὸν χῶρο, τὸν χρόνο, τὶς αἰτίες, τὴν μέθοδο, τὰ ἀποτελέσματά τους. Ὁ ἀποικισμὸς δὲν ἦταν πάντοτε εἰρηνικός. Πολλὲς φορὲς οἱ Ἕλληνες ἄποικοι συναντοῦσαν τὴν ἀντίσταση τῶν ἰθαγενῶν, ὅπως συνέβη στὴ Σικελία καὶ στὴ Θράκη. Σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις οἱ αὐτόχθονες δέχονταν χωρὶς προβλήματα τοὺς ἀποίκους καὶ συνεργάζονταν μαζί τους (Μασσαλία, Ναύκρατις). Οἱ ἄποικοι διατηροῦν ἄρρηκτους δεσμοὺς μὲ τὸ μητροπολιτικὸ κέντρο, συμμετέχοντας στοὺς πανελλήνιους ἀθλητικοὺς ἀγῶνες καὶ στὶς θρησκευτικὲς ἑορτές. Σ’ ὅλες τὶς χῶρες ποὺ ἐγκαταστάθηκαν οἱ Ἕλληνες καὶ στὴν Κάτω Ἰταλία μετέφεραν καὶ διέδωσαν τὸν ἑλληνικὸ τρόπο ζωῆς καὶ σκέψης, ἀλλὰ κατόρθωσαν καὶ νὰ τὸν ἐμπλουτίσουν. Ὁ ἀποικισμός, ποὺ ἄρχισε στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 8ου καὶ κράτησε ὣς τὸν 5ο αἰώνα π.Χ., ἔφερε τὸν ἑλληνισμὸ σὲ ὁλόκληρο τὸν μεσογειακὸ χῶρο καὶ δημιούργησε πλῆθος ἑλληνίδων πόλεων στὶς ἀκτὲς τριῶν ἠπείρων, ἀπὸ τὴν Ἰβηρικὴ χερσόνησο καὶ τὴν Λιβύη ὣς τὴν Κριμαία. Ἰδιαίτερα στὴν Σικελία, Κάτω Ἰταλία, Προποντίδα καὶ Εὔξεινο Πόντο συγκεντρώθηκαν συμπαγεῖς ἑλληνικοὶ πληθυσμοί. Ὅλες οἱ ἑλληνικὲς ἀποικίες καὶ ἐν προκειμένῳ τῆς Κάτω Ἰταλίας ἔγιναν πολυάνθρωπα καὶ ἰσχυρὰ κέντρα μὲ μεγάλη ἐμποροναυτικὴ καὶ πολιτιστικὴ ἀνάπτυξη. Ὁ ἀποικισμὸς καὶ στὴν Κάτω Ἰταλία ὑπῆρξε μία κορυφαία περίοδος τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας καὶ δικαίως θεωρεῖται μεγάλο βῆμα στὴν ἐξέλιξη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ὅλη ἡ Κάτω Ἰταλία, ἡ «Σικελία», ἡ Σαρδηνία γέμισαν μὲ ἑλληνικὲς ἑστίες. Παντοῦ ἔλαμψαν ἑλληνικὲς ἑστίες, σ’ ὅλον τὸν τότε γνωστὸ κόσμο. Οἱ νέες αὐτὲς πόλεις τῶν Ἑλλήνων ἀποίκων γέμισαν πλοῦτο, δημιουργήθηκαν νέες τάξεις στὶς ἑλληνικὲς πόλεις: οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ναυτικοί. Ὅλη αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ εὐμάρεια μαζὶ μὲ τὴ γνωριμία ποὺ ἔκανε τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο μὲ τοὺς ἰθαγενεῖς πληθυσμούς, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεγάλη πολιτιστικὴ ἄνθηση σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τοῦ ἀνθρώπινου ἐπιστητοῦ. Στὸν χῶρο τῆς τέχνης, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φιλοσοφίας, οἱ Ἕλληνες ἄποικοι ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν ὑψηλὰ ἐπιτεύγματα, συναγωνιζόμενοι σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν μητροπολιτικὴ Ἑλλάδα. Ἡ ἀρχιτεκτονική, ἰδιαίτερα, μὲ τοὺς πολὺ καλὰ σωζόμενους μέχρι σήμερα ναούς, καὶ ἡ πλαστική, μὲ τὸν ἰδιάζοντα χαρακτήρα της, ὑποδηλώνουν τὸ ὑψηλὸ στάδιο καλλιτεχνικῆς ἀνάπτυξης ὅλων σχεδὸν τῶν ἀποικισμένων ἀπὸ Ἕλληνες περιοχῶν τῆς Μεσογείου. Στὴν Ἔγεστα (Σετζέστα) θαυμάζει κανεὶς τὸν δωρικὸ ναὸ τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ., οἱ ἐργασίες τοῦ ὁποίου σταμάτησαν χωρὶς αἰτία μετὰ τὴν ἀποπεράτωση τῶν κιονοστοιχιῶν του. Σήμερα στέκεται γοητευτικὸς στὴν μοναξιά του, στὶς παρυφὲς τῆς Σετζέστα καὶ μᾶς προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὶς οἰκοδομικὲς τέχνες τῆς ἐποχῆς. Στὴν Ἐρείκη ἔχουμε τὸ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης. Στὸν Σελινούντα (Σελινόντε), ἕνα ἀπὸ τὰ ἐξέχοντα κέντρα τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας, ἐντυπωσιάζει τὸ πλῆθος τῶν ναῶν. Τὸ ἕνα τρίτο τῆς ἔκτασης τῆς πόλεως εἶναι ἀφιερωμένο στὸ πάνθεον τῶν ὀλυμπίων θεῶν. Ναὸς τοῦ Ἀπόλλωνα, ναὸς τῆς Ἥρας, ναὸς τῆς Δήμητρας Μαλοφόρου.

«ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΑΩΝ»

Στὸν Ἀκράγαντα (Ἀγκριτζέντο), ὁ τεραστίων διαστάσεων δωρικὸς ναὸς τῆς Ὁμόνοιας, ὁ ὁποῖος χάρη στὴν μετατροπή του σὲ βασιλικὴ τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐποχῆς σώθηκε σχεδὸν ἀκέραιος. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἐντυπωσιακὰ οἰκοδομήματα ποὺ μαρτυροῦν τὸ ὑψηλὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο, χάρη στὴν παρουσία τοῦ ἀποικιακοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὁ σοφὸς Ἐμπεδοκλῆς, γέννημα θρέμμα τῆς πόλης, συνήθιζε νὰ λέει γιὰ τοὺς συμπολίτες του ὅτι ζοῦσαν σὰν νὰ ἦταν νὰ πεθάνουν τὴν ἄλλη μέρα καὶ ἔχτιζαν σὰν νὰ ἦταν νὰ ζήσουν γιὰ πάντα. Τὰ ἐξαίσια δείγματα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς εἶναι τόσο πολλά, ὥστε νὰ ἀποκαλεῖται ἡ περιοχὴ τοῦ Ἀκράγαντα «κοιλάδα τῶν ἑλληνικῶν ναῶν».

Ὁ ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς ἀποτέλεσε τὴ βάση, πάνω στὴν ὁποία χτίστηκε μετέπειτα ὁ σημερινὸς Καθεδρικὸς ναὸς τῆς πόλεως, ὅπου ἡ Παναγία λατρεύεται ἀδιάκοπα ἀπὸ τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Ἀποτελεῖ μοναδικὸ σύμπλεγμα δωρικῶν πυλῶν ἀπὸ πωρόλιθο καὶ «μπαρὸκ» ἀναγεννησιακοῦ ρυθμοῦ. Ἡ πηγὴ τῆς Ἀρέθουσας στὴν ἀκτὴ τῆς Ὀρτυγίας, ὁ τεράστιος ἐρειπωμένος ναὸς τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τὸ καλοδιατηρημένο ἀρχαῖο ἑλληνικὸ θέατρο[2] μαρτυροῦν τὴν παρουσία τῶν Ἑλλήνων ἐκτὸς Ἑλλάδος.

Τὰ νομίσματα τῶν ἑλληνικῶν ἀποικιῶν τῆς Κάτω Ἰταλίας κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἀποτελοῦν τὸν καθρέπτη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στοχασμοῦ. Τὸ σέλινο εἰκονίζεται σὲ κοπὴ Σελινοῦντος, καὶ μὲ τὰ ἀρχικά τους γράμματα δηλώνονται οἱ ἄλλες ἑλληνικὲς πόλεις. Ἡ Σύβαρις μὲ τὸ (ΣΥ), ὁ Κρότων (ΚΡΟ), τὸ Μεταπόντιον (ΜΕΤΑ), ὁ Ἀκράγας (ΑΚΡΑ) κ.α. Μητροπόλεις καὶ ἀποικίες, κάποτε πόλεις ἄγνωστες στὴ μεγάλη φιλολογικὴ παράδοση καὶ ἀμάρτυρες στὶς ἐπιγραφές, θὰ διακηρύξουν τὸν πολιτισμό τους καὶ τὶς λατρεῖες τους μὲ τὶς κοπὲς νομισμάτων. Τὴ θέση τῶν γραμμάτων ἀργότερα καὶ τῶν ἀκροφωνικῶν συμβόλων παίρνουν ἐθνικὰ ὀνόματα σὲ γενικὴ πληθυντικοῦ π.χ. ΣΥΡΑΚΟΣΙΩΝ κ.λπ.[3].

Στὴν Σικελία καὶ στὴν Κάτω Ἰταλία ἐπικρατεῖ ἡ χαριτωμένη συνήθεια ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματος τῆς τοπικῆς ποτάμιας ἢ ἄλλης θεότητας (ἢ νύμφης) δίπλα στὴ μορφὴ τῆς ΓΕΛΑΣ, ΑΡΧΑΓΕΤΑΣ, ΛΕΥΚΑΣΠΙΣ, ΠΑΡΑΣ. Στὴν Ἰταλία διαδίδεται τὸ εὐβοϊκὸ ἀλφάβητο, ἴσως μέσῳ τῆς Κύμης (τῆς Καμπανίας), γεγονὸς ποὺ εἶχε εὐεργετικὲς συνέπειες γιὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε ἡ ἀναφορά μας σὲ καίριες ἱστορικὲς περιόδους δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀνθολόγηση ἐνδεικτικῶν στοιχείων, χαρακτηριστικῶν τῶν πολιτιστικῶν ἐπιδράσεων τῶν Ἑλλήνων ἀποίκων στὴ «Magna Grecia». Ἡ παρουσία τοῦ Βυζαντίου στὴν Κάτω Ἰταλία ἄφησε ἴχνη ἀνεξίτηλα. Ἡ περιοχὴ δέχθηκε τὴν ἐπίδραση τῶν Βυζαντινῶν. Σύμφωνα μὲ ἐπιγραφὴ τοῦ 9ου αἰώνα, ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος Α´ὁ Μακεδὼν (867-886 μ.Χ.), «μέγιστος σκηπτρούχων» καὶ «ἄριστος ἀνάκτων», ἀνήγειρε τὸ ἄστυ τῆς Βάρεως, καὶ οἰκοδόμησε τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἡ Βάρις, μετὰ τὴν κατάληψή της ἀπὸ τὸν Βασίλειο Α´, ἀπέβη ἐπὶ δύο αἰῶνες τὸ κέντρο τῆς Βυζαντινῆς Ἰταλίας[4]. Ὁ ἀγώνας τῶν Βυζαντινῶν κατὰ τῶν Ἀράβων εἶναι νικηφόρος. Τὸ 870 ἡ νῆσος Μελίτη (ἡ σημερινὴ Μάλτα) πέφτει στὰ χέρια τους, πέφτουν στὴ συνέχεια καὶ οἱ Συρακοῦσες στὶς 21 Μαΐου 878, ὅπως μᾶς περιγράφει ὁ μοναχὸς Θεοδόσιος σὲ ἐπιστολή του. Στὴ συνέχεια οἱ Βυζαντινοὶ κατέλαβαν τὴ Σικελία, τὴν Καλαβρία, τὸν Τάραντα.

Ἡ βυζαντινὴ κυριαρχία ἑδραιώθηκε μὲ τὶς ἐπιφανεῖς νίκες ποὺ κατήγαγε στὴν Ἰταλία ὁ στρατηγὸς Νικηφόρος Φωκᾶς ὁ παλαιός, πρόγονος τοῦ ὁμώνυμου βασιλιᾶ. Τὸ 885 ἀνακατέλαβε τὴν Καλαβρία καὶ ἱδρύθηκε τὸ αὐτοτελὲς θέμα τῆς Λογγοβαρδίας μὲ πρωτεύουσα τὴν Βάρι. Μὲ τὰ κατορθώματα αὐτὰ τὸ Βυζάντιο ἀπέβη σπουδαῖα ἰταλικὴ δύναμη. Ἡ Βυζαντινὴ ἡγεμονίδα Θεοφανώ, θυγατέρα τοῦ Ρωμανοῦ Β´, μετὰ τὸν γάμο της μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ὄθωνα Β’ (978-983) ἄσκησε ἐπίδραση στὴν διαμόρφωση τῆς αὐτοκρατορικῆς ἰδέας καὶ τῆς αὐλικῆς ἐθιμοτυπίας στὴν Ἰταλία καὶ συνέβαλε στὴν ἀνάπτυξη κάποιων κλάδων Τέχνης. Ὁ Ὄθων Γ´, ποὺ γεννήθηκε τὸ 980 καὶ ἐπιτροπευόταν ἀπὸ τὴ μητέρα τοῦ Θεοφανῶ ὡς τὸ 991, ἔλαβε ἐξαίρετη ἑλληνικὴ παιδεία. Τὰ ἑλληνικὰ γράμματα διδάχθηκε ὁ Ὄθων ἀπὸ τὴν μητέρα του καὶ ἀπὸ τὸν ἐκ Καλαβρίας Ἕλληνα μοναχὸ Ἰωάννη τὸν Φιλάγαθο. Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας συνέβαλε στὸ νὰ θεωρεῖται ὡς προσωπικότητα ἀνάλογη ἐκείνης τῶν βασιλέων τοῦ Βυζαντίου. Ἀναστρεφόταν λόγιους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες καὶ ταπεινοὺς μοναχούς. Ὡς ἁπλὸς προσκυνητὴς περιηγήθηκε τὰ σεπτὰ καθιδρύματα τῶν νοτίων ἐπαρχιῶν καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν μονὴ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὸ ὄρος Γάργανο. Ἐπισκέφθηκε ἐπίσης τὴν μονὴ Κρυπτοφέρρης. Ὁ Ὄθων Γ´ διατήρησε μέχρι τέλους ἄριστες σχέσεις μὲ τοὺς Βυζαντινούς. Μὲ τὴν εὔνοια τῆς αὐτοκράτειρας Θεοφανοῦς ὁ Φιλάγαθος προχειρίσθηκε σὲ ἀρχιεπίσκοπο Πλακεντίας. Ἰδιαιτέρως ἐξαίρεται ἡ ἀνέγερση τῆς πόλης Τροίας στὴ θέση τῶν ἀρχαίων Αἰκῶν (Aecae), στὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ Βενεβέντο στὸ Σίποντο. Ἡ Τροία δέσποζε στὴν εἴσοδο τῆς Ἀπουλίας. Μὲ τὸ τέλος τῆς τρίτης δεκαετηρίδας τοῦ ἑνδεκάτου αἰώνα εἶχε ἀποκατασταθεῖ στὴν Ἰταλία ἡ βυζαντινὴ κυριαρχία. Ὁ ἑλληνισμὸς ποὺ ἤκμασε στὸ ἰταλικὸ ἔδαφος φέρει τὴν σφραγίδα τοῦ βυζαντινοῦ πνεύματος καὶ προεκτείνει στὶς δυτικότατες ἐσχατιὲς τὸν χῶρο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας τοῦ Βυζαντίου[4]. Τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο στὴν Σικελία καὶ στὴν Νότιο Ἰταλία ὑπῆρξε ἀκμαῖο ἀπὸ τὸν ἔνατο ὣς τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα. Τὰ ὑπολείμματα τοῦ πρωίμου στρώματος τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, ποὺ ἐνισχύθηκαν μὲ τοὺς ἐποικισμοὺς καὶ τὶς μετακινήσεις τῶν μέσων χρόνων, ἀποτέλεσαν τὴν λαϊκὴ ὑποδομὴ τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας καὶ τῆς πνευματικῆς της ἀκτινοβολίας. Μέχρι τὸ ἔτος 1071 ὁ Ἰταλιώτης Ἑλληνισμὸς ἀναπτύχθηκε ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς αὐτοκρατορικῆς διοίκησης. Οἱ θεσμοὶ τῆς κοινωνικῆς ὀργάνωσης, τοῦ ἀγροτικοῦ βίου, τῆς συγκρότησης τῶν χωριῶν καὶ τῶν κάστρων, τὸ καθεστὼς τῆς γαιοκτησίας καὶ φορολογίας, ἀκολουθοῦν κατὰ βάσιν τὰ πρότυπα τῶν βυζαντινῶν ἐπαρχιῶν[5]. Ἡ Τέχνη ἄφησε κατάλοιπα ἀκραιφνοῦς βυζαντινῆς ἐμπνεύσεως, ὅπως ὁ Χριστὸς τοῦ Καρπινιάνο (στὸ θέμα Λογγοβαρδίας), τὸν ὁποῖο ζωγράφισε ὁ Εὐστάθιος τὸ 1020. Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἱεραρχία της, τὰ κέντρα λατρείας καὶ τὰ μοναστηριακὰ ἱδρύματα ἀποτέλεσαν τὰ κύρια κέντρα τοῦ Ἰταλιώτη Ἑλληνισμοῦ. Τὸ 754 τὸ Ἰλλυρικό, ἡ Σικελία καὶ ἡ Καλαβρία ἀποσπάσθηκαν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσία τῆς Ρώμης καὶ προσαρτήθηκαν στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Στὴν μεγαλόνησο ἱδρύθηκε τὸ 800 ἀρχιεπισκοπὴ μὲ μητρόπολη τὶς Συρακοῦσες, ἡ ὁποία μεταφέρθηκε στὴν Κατάνη, ὅταν οἱ Ἄραβες κατέλαβαν τὴν πόλη. Στὴ Νότιο Ἰταλία, λίγο μετὰ τὸ ἔτος 800, ἱδρύθηκε ἡ ἀρχιεπισκοπὴ Καλαβρίας. Ὁ ἑλληνικὸς μοναχικὸς βίος ἔριξε βαθιὲς ρίζες στὸ ἔδαφος τῆς Σικελίας καὶ τῆς Ἰταλίας. Ἡ Καλαβρία τοῦ δεκάτου αἰώνα ὀνομάσθηκε «νέα Θηβαΐς». Σὲ 265 ἀριθμοῦνται τὰ μοναστήρια Βασιλικανῶν μοναχῶν στὶς περιοχὲς αὐτές. Ὅλα αὐτὰ τὰ καθιδρύματα ἀπέβησαν ἐπισημότατα κέντρα ἀσκήσεως καὶ παιδείας. Τὸ μοναστήρι τῆς Κρυπτοφέρρης (Grottaferata), ποὺ ἱδρύθηκε στὴν περιοχὴ τοῦ Τούσκουλου ἀπὸ τὸν ὅσιο Νεῖλο, τὸν διαπρεπέστατο ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες μοναχοὺς τῆς Ἰταλίας, ἀκμάζει καὶ σήμερα ὡς Κέντρο Βυζαντινῶν Σπουδῶν, Μουσικολογίας καὶ Κωδικολογίας. Ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τῶν ἰταλιωτικῶν καθιδρυμάτων προέρχονται ἑλληνικὰ διπλωματικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐμπλουτίζουν τὴν ὕλη τῆς βυζαντινῆς Διπλωματικῆς. Ἀπὸ τὴν Σικελία κατάγονται ὑμνογράφοι τῆς μέσης βυζαντινῆς περιόδου, ὅπως ὁ Ἰωσὴφ ὁ Ὑμνογράφος (816-886). Σπουδαία εἶναι καὶ ἡ ἁγιολογικὴ φιλολογία τῶν ἐναρέτων ἀνδρῶν ἀπὸ τὴν Σικελία καὶ τὴν Ἰταλία. Τὰ κείμενα αὐτὰ εἶναι σπουδαῖες πηγὲς γιὰ τὴν ἱστορία τῆς βυζαντινῆς Ἰταλίας καὶ γιὰ τὴν γνώση τῆς κοινωνίας της[6]. Μετὰ τὴν κατάλυση τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας, ὁ ἑλληνισμὸς τῆς Ἰταλίας ἐξακολούθησε ὑπὸ τοὺς Νορμανδοὺς καὶ τοὺς Σουηβοὺς τὴν σταδιοδρομία του, διατηρώντας ὄχι μόνο τὴν πνευματική του αὐτονομία ἀλλὰ καὶ προχωρώντας σὲ ἔργα γενναῖα. Δημιούργησε δύο νέους πνευματικοὺς χώρους, τὴν θύραθεν λόγια ποίηση καὶ τὴν μεταφραστικὴ φιλολογία. Ἡ ἀνανεωμένη Ἰταλία καὶ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία συνέχισαν τὴν πορεία τους κάτω ἀπὸ ξένους δυνάστες καὶ ἔγιναν γέφυρα διὰ μέσου τῆς ὁποίας τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ χριστιανικὰ γράμματα διοχετεύθηκαν στὴν Εὐρώπη. Ἡ συμβολὴ τῶν Ἑλλήνων στὴν Ἰταλικὴ Ἀναγέννηση ἀνατρέχει στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους. Ὁ ἀποικισμὸς τῆς Κάτω Ἰταλίας ἀπὸ Ἕλληνες συνεχίστηκε καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας. Τὸ χωριὸ Καργκέζε ἢ Καρζές, ἡ ἑλληνικὴ αὐτὴ γωνιὰ τῆς Κορσικῆς, ἱδρύθηκε ἀπὸ Μανιάτες φυγάδες ποὺ θέλησαν νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό. Ὀνόματα δρόμων, μνημεῖα, ὅλα θυμίζουν κάτι ἑλληνικό. Μὰ πιὸ πολὺ ἡ βυζαντινὴ ἐκκλησία τοῦ Καρζές, μὲ θαυμάσιες εἰκόνες, ποὺ ἔφεραν μαζί τους τὸν 17ο αἰώνα οἱ Μανιάτες.

Ὑπάρχουν πολλὲς ἑλληνικὲς περιοχές, θύλακοι τῶν ἑλληνικῶν διαλέκτων. Ἀνθολογοῦμε ἐνδεικτικά. Σὲ ἀπόσταση μερικῶν χιλιομέτρων ἀπὸ τὸ Ρέτζιο (Ρήγιο) τῆς Καλαβρίας καὶ ἀπὸ τὸ Λέτσε βρίσκονται δύο ἑλληνικὲς γλωσσικὲς νησίδες, κάθε μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες περιλαμβάνει ἕνα μικρὸ ἀριθμὸ κοινοτήτων[7]. Ὀνομάζονται ἀντίστοιχα Bovesia καὶ Grecia Salentina. Ἡ καταγωγή τους κλασικὴ ἢ βυζαντινή. Οἱ ἐρευνητὲς φιλόλογοι ὀνομάζουν τοὺς κατοίκους τους «ἀνίψια τοῦ Ὁμήρου» καὶ τοὺς θεωροῦν ἀρχαιολογικὰ ἴχνη μεγάλης ἀξίας. Ἡ ἑλληνόφωνη γλωσσικὴ κοινότητα τοῦ Σαλέντο, ποὺ συνολικὰ ὀνομάζεται Grecia Salentina, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννέα κοινότητες. Ὁ ἑλληνόφωνος πληθυσμός, ποὺ ζεῖ γιὰ αἰῶνες στὸν κλειστὸ αὐτὸ κύκλο τῆς ὑπαίθρου, μεταδίδει τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα προφορικά, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Σύμφωνα μὲ μία ἔρευνα ποὺ πραγματοποίησε ὁ δῆμος τοῦ Καστρινιάνο, στὶς ἐννιὰ κοινότητες τῆς Grecia Salentina, ἀπὸ τὶς 2.525 οἰκογένειες μὲ παιδιὰ σὲ σχολικὴ ἡλικία (σὲ σύνολο 13.531 οἰκογενειακῶν πυρήνων), τὸ 95,5% θεωρεῖ ὅτι εἶναι δίκαιο νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ γλώσσα καὶ ὁ πολιτισμὸς grico, 84% ἐπιθυμεῖ νὰ διδάσκεται ἡ grico στὸ σχολεῖο, 40% γνωρίζει τὴν ἱστορία τῆς κοινότητάς του, 38% ἔχει κάνει ἔρευνες γιὰ τὴν κοινότητά του, τὴν Grecia Salentina, 85% ἐπιθυμεῖ τὴν ἀδελφοποίησή του μὲ ἕνα ἑλληνικὸ σχολεῖο καὶ τέλος ἕνα 90% θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἔχει φίλους Ἕλληνες.

Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἀναβίωση τῆς ἰδιαίτερης γλωσσικῆς καὶ πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς ἔγινε πιὸ ἰσχυρὴ τὰ τελευταῖα χρόνια. Πρόσφατα μάλιστα ὑπεγράφη συμφωνία ἀνάμεσα στὶς ἐννιὰ κοινότητες τῆς Grecia Salentina γιὰ τὴν προώθηση μίας κοινῆς πολιτιστικῆς ταυτότητας. Αὐτοὶ οἱ διαλεκτικοὶ ἑλληνικοὶ θύλακοι, ποὺ ἐπιμένουν εἰς πεῖσμα τοῦ χρόνου νὰ διατηροῦνται, ἀποτελοῦν ἀδιάψευστα κριτήρια τοῦ ἱστορικοῦ μας βάθους καὶ τῆς ἀδιαμφισβήτητης συνεχοῦς ἑλληνικῆς πολιτιστικῆς παρουσίας στὴ Μεγάλη Ἑλλάδα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Βλ. πρόχειρα, ἀποικισμός, Πάπυρος-Λαροὺς-Μπριτάνικα, Ἀθήνα 1996, τόμ. 10, σ. 177-180.
2.Βλ. πρόχειρα, Εὐρώπη-Μεσόγειος, 2000-2001, «Μάνος», Ἀθήνα 2000, σ. 94-97.
3. Βλ. Σελήνη Ψωμᾶ, Ἡ Ἑλλὰς τῶν χιλιετιῶν καὶ τοῦ κόσμου, Ἡ Ἑλληνική, μία πάντοτε σύγχρονη γλώσσα, σελ. 57-71.
4. Βλ. Διον. Ζ. Ζακυθηνός, Βυζαντινὴ Ἱστορία 324-1071, Ἀθήνα 1972, σ. 261.
5. Ciro Giannelli, l’ultimo Ellenismo nell’ Italia meridionale, ἐν Scripta Minora, Ρώμη 1963, σ. 307 κ.ε.
6. Andrè Gouillou, Notes sur la societè dans le Katepanat d’Italie au XIe siecle, ἐν Mélanges d’ Archaeologie et d’ Histoire, τόμ. 78 (1966), σελ. 439 κ.ε.
7.Βλ. G. Da Costa-Louillet, Saints de Sicile et d’Italie meridionale aux VIIIe, IXe et Xe siecles, Byzantion, τόμ. 29/30, (1960), σέλ. 89 κ.ε.
8. Βλ. Ὄλγα Προφίλη, Ἡ ἑλληνικὴ στὴ Νότια Ἰταλία, «Διάλεκτοι θύλακοι τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας», Ἀθήνα 1999, σ. 31.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε