Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μέγας Κωνσταντῖνος

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ὁ ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ (Κων. Οἰκονόμου)

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ οἱ ἀρνητὲς
τῆς ἁγιότητάς του

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου
δασκάλου τοῦ 16ου Δ. Σχολείου Λαρίσης

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ: Οἱ ἄμεσες πηγὲς ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴν περίοδο τοῦ Μ. Κων/νου εἶναι οἱ ἱστορικοὶ Εὐσέβιος (ἐκκλησιαστικός), Λακτάντιος καὶ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἔχουμε ἀκόμη τὸν εἰδωλολάτρη Ζώσιμο (425-518), ποὺ ἔγραψε τὴν Ἱστορία του 150 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κων/νου, βασιζόμενος σὲ εἰδωλολατρικὲς πηγές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ἄλλη πηγή. Ἔτσι, παρ᾽ ὅλο ποὺ δὲν εἶναι σύγχρονος τοῦ Κων/νου, λιβελογραφεῖ καὶ ἐμφανίζεται ἀπορριπτικὸς ἀπέναντί του, ἀποδίδοντάς του τὴν παρακμὴ τῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ἐποχὴ μάλιστα ποὺ τὸ κράτος εἶχε τὴ μεγαλύτερη ἔκταση τῆς Ἱστορίας του. Τέτοιες “πληροφορίες” του χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ συγχρόνους ἀρνητὲς τῆς ἁγιότητος τοῦ Μεγάλου Αὐτοκράτορα. Βασιζόμενοι στὰ ἔργα τοῦ Ζώσιμου πολλοὶ νεοπαγανιστές, χιλιαστὲς ἢ ἀθεϊστὲς (Βολταῖρος, Μοντεσκιὲ) τοποθετοῦνται ἀρνητικὰ ἔναντι τοῦ Κωνσταντίνου. Στὴν προσπάθεια ἀναίρεσης τῆς προσφορᾶς τοῦ Μ. Κων/νου συνετέλεσε καὶ ἡ παπικὴ ἀρχὴ ἀποστρεφόμενη τὸν Μ. Κωνσταντῖνο, ἐπειδὴ μετέφερε τὴν πρωτεύουσα στὴ Νέα Ρώμη ὁδηγώντας στὴν ἀφάνεια τὴν Παλαιὰ Ρώμη. Μάλιστα, μετὰ τὸ Σχίσμα, κανένας πάπας ἢ δυτικὸς ἡγεμόνας, δὲν ὀνομάσθηκε Κωνσταντῖνος!

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος μὲ τὸ ἔργο τοῦ ἀνέτρεψε τὸν ροῦ τῆς Ἱστορίας μὲ σημαντικὲς θρησκευτικὲς καὶ κοινωνικὲς παρεμβάσεις. Ἔτσι:  Ἔδωσε τὴ δυνατότητα στοὺς δούλους νὰ γίνουν ἀπελεύθεροι, τιμωροῦσε ἐκείνους ποὺ θανάτωναν τοὺς σκλάβους περιορίζοντας τὴ σωματικὴ τιμωρία. Ἀπαγόρευσε τὸ στιγματισμό, μὲ καμένο σπαθί, στὰ πρόσωπα τῶν σκλάβων. Ὑπῆρξε ἀήτηττος ἐν πολέμοις. Κατήργησε τὴν ποινὴ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, ἀνανέωσε τὸ οἰκογενειακὸ δίκαιο, καταδίκασε τὴ μοιχεία, ἀνύψωσε τὴ θέση τῆς μητέρας, προστάτεψε τὰ παιδιὰ ἀπὸ καταχρήσεις τῆς πατρικῆς ἐξουσίας. Ρύθμισε ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας. Θέσπισε εὐεργετήματα γιὰ ἀνάκληση ἐξορίστων, ἀπελευθέρωση καταδικασμένων τῶν προηγούμενων διωγμῶν, νομοθέτησε γιὰ τὴν τιμὴ τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν κατασχεθέντων κτημάτων, ἐνῶ προήγαγε Χριστιανοὺς σὲ ἀξιώματα καὶ ἐπιχορήγησε τὴν ἀνοικοδόμηση ἢ ἀνακαίνιση ναῶν. Ἀκόμη, προέτρεπε, χωρὶς ἐξαναγκασμό, τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ γίνουν Χριστιανοί, προστάζοντας νὰ μὴν ἐνοχλεῖται κανεὶς γιὰ τὴν πίστη του. Θεσμοθέτησε τὴν Κυριακὴ ἡμέρα προσευχῆς καὶ ἡμέρα ἀργίας. Τὰ κυριότερα ὅμως ἔργα του εἶναι: 1. Ἡ σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 2. Ἡ ἀποστολὴ τῆς μητέρας του, Ἁγίας Ἑλένης, στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἡ ἀνεύρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. 3. Ἡ ὁλοκλήρωσή του στὴ χριστιανικὴ πίστη μὲ τὴ βάπτισή του καὶ 4. Εἶναι ὁ πρῶτος Ρωμιὸς-Ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας στὴν Ἱστορία, γιατί καταλαβαίνοντας ὅτι τὸ μέλλον τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν στὴν Ἀνατολή, ἔχτισε τὴ νέα πρωτεύουσα, στὸ μέσο τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου, ἀποστρεφόμενος τὴ λατινόφωνη Δύση.

ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἡ Ἐκκλησία ἀνέδειξε τὸν Ἅγιο Κων/νο Ἰσαπόστολο, γιατί χάρη σὲ ἐνέργειές του φωτίστηκαν γειτονικὰ ἔθνη, ὅπως οἱ Ἰνδοὶ (ἀπὸ τὸ φιλόσοφο Μερόπιο καὶ τοὺς Αἰδέσιο καὶ Φρουμέντιο), οἱ Ἴβηρες (Γεωργιανοὶ) καὶ οἱ Ἀρμένιοι. Ἀκόμη, ἀνησυχώντας γιὰ τὴν τύχη τῶν Περσῶν χριστιανῶν, ἀπέστειλε ἐπιστολὲς στὸ βασιλιὰ τῆς χώρας (οἱ ἀνησυχίες του ἐπαληθεύτηκαν, καθὼς ἀπὸ τὸ 343 ὁ Σαβὼρ ἐξαπέλυσε διωγμοὺς σ᾽ ὅλη τὴν Περσία, ἀναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων). Ἑτοιμάστηκε μάλιστα, γιὰ ἐκστρατεία κατὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς Περσίας, μὰ περνώντας ἀπὸ τὴ Νίκαια ἀσθένησε καὶ κατέφυγε στὴν Ἑλενόπολη. Ὅμως ἡ ἀσθένεια αὐτὴ τὸν ὁδήγησε στὸ θάνατο, λίγους μῆνες ἀργότερα, (22/5/337, ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς) ἔχοντας ὁ ἴδιος βαπτισθεῖ.

ΤΑ “ΜΕΛΑΝΑ” ΣΗΜΕΙΑ: Ο ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΣ: Ὁ Μαξιμιανὸς ἤθελε νὰ γίνει αὔγουστος, καὶ διώχθηκε ἀπὸ τὸν γιό του Μαξέντιο. Ἔτσι κατέφυγε στὴν κόρη του, Φαύστα, σύζυγο τοῦ Κων/νου, ζητώντας προστασία ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Τὸ 310, ὅμως, πῆρε μέρος τοῦ στρατοῦ μαζί του αὐτοανακηρυσσόμενος αὐτοκράτορας. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Γερμανία, ὅπου πολεμοῦσε, καὶ ὁ Μαξιμιανὸς ἔντρομος κλείστηκε στὸ φρούριο τῆς Μασσαλίας. Ὁ Κωνσταντῖνος τὸν συνέλαβε, ἀλλὰ τὸν συγχώρησε. Ἀκολούθησε νέα συνωμοσία τοῦ Μαξιμιανοῦ καὶ τῆς Φαύστας, γιὰ νὰ δολοφονηθεῖ ὁ Κωνσταντῖνος. Ἡ προσπάθεια ἀπέτυχε. Ἡ Φαύστα ἐνοχοποίησε τὸν πατέρα της. Ὁ Μαξιμιανὸς ἀναγκάστηκε νὰ αὐτοαπαγχονιστεῖ. Κατηγοροῦν γι’ αὐτὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς (Pontifex maximus) καὶ ὁ ἀνώτατος ἀρχιερεύς. Ἑπομένως, κάθε πράξη ἔπρεπε νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τὸν ἀνώτατο δικαστή. Καὶ οἱ ποινὴ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἦταν ἡ ἐκτέλεση τοῦ στασιαστῆ.

Ο ΚΡΙΣΠΟΣ: Ἐπειδὴ ὁ Κων/νος ἀγαποῦσε πολὺ τὸ γιό του ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο, Κρίσπο, ἡ Φαύστα τὸν μίσησε πιστεύοντας πὼς θὰ ἐπεσκίαζε τοὺς δικούς της γιούς. Ἔτσι κατήγειλε πὼς εἶχε ἐπιχειρήσει νὰ τὴν ἀτιμάσει καὶ πὼς σχεδίαζε νὰ δολοφονήσει τὸν Κων/νο! Ὁ Κωνσταντῖνος τὴν πίστεψε, διατάζοντας ἐπιπόλαια νὰ θανατωθεῖ ὁ γιός του. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ταράχτηκε καὶ ἤλεγξε αὐστηρὰ τὸν Κων/νο. Ἐκεῖνος, μετανοιωμένος, διέταξε ἀνακρίσεις. Ὅταν ἀποδείχθηκε ἡ σκευωρία, ἡ Φαύστα τιμωρήθηκε μὲ θάνατο. Τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα τὸν ἔκαναν νὰ θρηνεῖ σ᾽ ὅλη του τὴ ζωὴ ἐπιδιώκοντας τὴ μετάνοια. Γι᾽ αὐτὰ τὰ συμβάντα, ἐπικριτὲς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ξιφούλκησαν ἐναντίον του. Ὅμως, ὅταν συνέβησαν αὐτά, ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἦταν Χριστιανός. Ἀκόμη, δὲν ἐνέργησε ἐμπαθῶς, ἀλλὰ ἔπεσε θύμα συκοφαντίας, ἐνῶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχαν δικαστήρια γιὰ τὴν ἀπονομὴ δικαιοσύνης. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἦταν στὰ χέρια τῶν αὐτοκρατόρων, ποὺ δίκαζαν σύμφωνα μὲ καταθέσεις μαρτύρων, χωρὶς νὰ ἀποκλειστεῖ τὸ λάθος. Πολλοὶ τῶν Ἁγίων ὑπῆρξαν προηγουμένως ἁμαρτωλοὶ καὶ χάρις στὴν ἔμπρακτη μετάνοιά τους συγχωρέθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀναδείχτηκαν Ἅγιοι, μάλιστα θαυματουργοί. Ἔπραξαν ἔργα γνήσιας μετάνοιας, συγχωρέθηκαν, εὐαρέστησαν τὸν Θεό, ἀναδεικνυόμενοι τελικὰ καὶ μεγάλοι Ἅγιοι! Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει πὼς ὁ βαπτιζόμενος καθαρίζεται ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλο προσωπικὸ ἁμάρτημα (ἂν εἶναι ἐνήλικας).

“ΔΙΩΚΤΗΣ” ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩΝ: Κατὰ τὸν Ζώσιμο, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος προκάλεσε τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι βεβήλωσαν τὰ ἀγάλματά του. Ὅμως ἐκεῖνος δὲν καταδίωξε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ οὔτε καὶ τήρησε φιλικὴ στάση ἀπέναντί τους. Συμβούλευε κατοίκους εἰδωλολατρικῶν περιοχῶν νὰ στραφοῦν πρὸς τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀλλὰ δὲν ἀδίκησε τὴν ἐθνικὴ θρησκεία. Ἄλλωστε, κατὰ τὸν Ζώσιμο, ἐπέβλεψε τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἐθνικῶν ναῶν. Προσπαθοῦσε νὰ τηρήσει ἰσορροπία ἐξασφαλίζοντας ἰσονομία. Δὲν ἀνακήρυξε τὸ Χριστιανισμὸ ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία, ἐξασφάλισε ἐλευθερία σὲ κάθε θρήσκευμα. Ἡ πρὶν τὸ θάνατό του βάπτιση καὶ ἡ εὐμενὴς ἀντιμετώπιση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἦταν καιροσκοπική. Διότι κανεὶς πολιτικὸς δὲν στηρίζεται στὴ μειοψηφία καί, τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔδειχνε τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν Χριστιανισμό, οἱ πιστοὶ ἀποτελοῦσαν τὸ 10% τῆς Αὐτοκρατορίας (Α. Χάρμερ: Ἡ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες)!

Ο Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ: Ἡ κηδεία τοῦ Ἁγίου ἔγινε στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ χῶρο ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ἑτοιμάσει, δίπλα σὲ ἱερὰ λείψανα Ἀποστόλων, ὅπως ἐπιθυμοῦσε. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα! Πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸ Θεό, ποὺ ἀνέδειξε τὸν Κων/νο αὐτοκράτορα σὲ μία ἐποχὴ κρίσης ἀξιῶν, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες διωγμῶν καὶ θανατώσεων ἑκατομμυρίων ἀθώων γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀσπάσθηκε τὸν χριστιανισμό, ὄχι μόνο ὡς ἕνας ἁπλὸς πολίτης της, ἀλλ᾽ ὡς ὁ αὐτοκράτοράς της! Τὸ ὅτι βαπτίσθηκε στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποδεικνύει γνήσια ἐσωτερικὴ ἀνάγκη. «Τοὺς δοξάζοντάς με, δοξάσω», λέγει ὁ Θεός. Μόνο ὁ Θεός, στὴν Ὀρθοδοξία, ἀνακηρύσσει δοξάζοντας τοὺς Ἁγίους Του. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀξιώθηκε, ζῶν, ἄμεσης θεϊκῆς καθοδήγησης, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ὁράματος μὲ τὸ Σταυρό, (Τούτῳ Νίκα) καθιστάμενος “σκεῦος ἐκλογῆς” στὰ χέρια τῆς θείας Προνοίας γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς λατρείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον τὸν δόξασε ὁ Κύριος! Δὲν πρέπει νὰ παραβλέπεται πὼς μετὰ τὴν κοίμησή του οἱ προσευχὲς καὶ μεσιτεῖες του πρὸς τὸν Θεὸ θαυματουργοῦν. Σημαντικὸ στοιχεῖο ἀκόμη εἶναι τὸ ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος «ἐκράτυνε τὴν πίστιν τῆς Νικαίας», διότι συνέβαλε στὸ νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος καὶ νὰ ἀποφασίζει ἡ Σύνοδος, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Συμπερασματικά: δὲν ὑπάρχει ἁγιοποίηση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀλλὰ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος.

,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Κ. Καραστάθης)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη
«Μέγας Κωνσταντίνος, Κατηγορίες καί Ἀλήθεια»
[Ἱστορικὴ Μελέτη]
Ἀθῆναι 2012, Ἐκδ. «Ἄθως», σελ. 89-114

.               Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Π. Τρεμπέλας γράφει: «Τό θαῦμα ὀφείλεται μέν σέ ὑπερφυσική αἰτία, ἀφ’ ἧς ὅμως συντελεσθεῖ καθίσταται πλέον ἱστορικό  γεγονός καί ἀνήκει στήν Ἱστορία. Διότι καί τό θαῦμα γίνεται σέ τόπο καί σέ χρόνο, ὅπως ὅλα τά ἱστορικά γεγονότα, καί διενερ­γεῖται ἐνώπιον αὐτοπτῶν, τῶν ὁποίων ἡ μαρτυρία καταγράφεται στίς δέλτους τῆς Ἱστορίας. Ἐντεῦθεν ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Leibniz (System theol. init.), ὅτι “’ἐάν τά εἰς προγενεστέρας ἐποχάς συντελεσθέντα θαύματα ἀναφέρονται μεθ’ ὅλων τῶν ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς χρησιμεύουν συνήθως διά νά στηρίξουμε τήν ἀλήθεια προγενεστέρων γεγονότων, ὀφείλουμε νά πιστεύουμε ταῦτα, ὡς ἐάν εἶχαν λάβει χώρα ἐπί τῶν ἡμερῶν μας”.»[i] Τά ὁράματα δέν ἀναφέρονται σπάνια στή Ἐκκλησιαστική Ἱστορία.*

* Ὁράματα ἔχουν ἰδεῖ οἱ Προφῆτες Ἰεζεκιήλ, Ἠσαΐας καί Δανιήλ, οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, ὁ Ἅγιος Νήφων, ὁ Ἅγιος Μηνᾶς καί ἄλλοι πολλοί ἀκόμα Ἅγιοι. Ὁ Νewman ὑπενθυ­μίζει τά θεϊκά σημεῖα, πού ἀναφέρονται στήν Ἁγία Γραφή, καί πού προηγήθηκαν τῆς καταστροφῆς τῆς Βαβυλώνας καί τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς πρώτης μέ τή σημείωση στόν τοῖχο τῆς αἴθουσας συμποσίων καί τῆς δεύτερης μέ τούς οἰωνούς πάνω ἀπό τόν οὐρανό της. (Richardson, Prolegomena on Eus., Section 4. Appearance of the Cross in the sky to Constantine)

.               Ἀλλά τί εἶναι ἱστορικότητα; «Ἱστορικότητα εἶναι α) ἡ ἰδιότητα ἑνός γεγονότος νά ἀποτελεῖ μέρος ἤ νά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στή διαμόρ­φωση τῆς Ἱστορίας καί β) τό νά ἀποτελεῖ κάτι πραγματικό γεγονός, νά μαρτυρεῖται ἀπό πηγές (Λεξικό Μπαμπινιώτη).
.               Μολονότι σύμφωνα μέ τόν παραπάνω ὁρισμό, τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου ἔχει διαδραματίσει ὕψιστο ρόλο στή διαμόρφωση τῆς Ἱστορίας, ἄρα διαθέτει ἱστορικότητα, ἐμεῖς, μή ἀρκούμενοι στήν κάλυψη πού παρέχει τό πρῶτο μέρος τοῦ ὁρισμοῦ, ἀναζητήσαμε καί μαρτυρίες ἔγκυρων πηγῶν, διότι οἱ ἄθεοι ἤ οἱ ὀρθολογιστές τῆς Δύσης, καθώς διδάχτηκαν ἀπό τούς παγανιστές, ἀμφισβητοῦν ἔντονα τό ὅραμα, ἤ τό ἐξηγοῦν ὡς δῆθεν πολιτικό ἑλιγμό τοῦ Αὐτοκράτορα νά προσεταιριστεῖ τούς χριστιανούς, ἤ κάνουν λόγο γιά ἕνα τυχαῖο σχηματισμό τῶν νεφῶν, ἤ γιά «παραήλιο», ἤ γιά «ἅλω» τοῦ φεγγαριοῦ, ἤ γιά θέση ἀστεριῶν (μέσα στό καταμεσήμερο), ἤ γιά φωτεινούς δακτυλίους τοῦ ἡλίου κ.ο.κ.
.               Οἱ μαρτυρίες εἶναι οἱ ἑξῆς:

.               α. Ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας Εὐσέβιος ὁ Παμφί­λου, φίλος τοῦ Κωνσταντίνου, πού ἔγραψε μετά τό θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος τό βιβλίο του «Εἰς Βίον μακαρίου Κωνταντίνου τοῦ Βασιλέως», ἀναφέ­ρει ὅτι ὁ Κωνστα­ντίνος ἐ π ι β ε β α ί ω σ ε τ ό π ε ρ ι σ τ α τ ι κ ό τ ο ῦ ὁ ρ ά μ α τ ο ς στόν ἴδιο ἐ ν ό ρ κ ω ς[ii]. Ὁ ἴδιος ἱστορικός δίνει τήν πληροφορία ὅτι τό ὅραμα τό ε ἶ δ ε κ α ί ὁ σ τ ρ α τ ό ς τοῦ Κωνσταντίνου[iii]. Ὁ ἴδιος ἐπίσης παρέχει πολλές καί χαρακτη­ριστικές πληρο­φορίες γιά τό ὅραμα, καί σημειώνει ὅτι τό μήνυμα «ἐν τούτῳ νίκα» ἦταν στά ἑλληνικά. Μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμα ὅτι ὁ Θεός πολλές φορές ἀξίωσε τόν Κωνσταντίνο νά ἰδεῖ θεϊκά σημεῖα, τά ὁποῖα τοῦ παρεῖχαν πρόγνωση, γιά ὅσα ἔμελλε νά συμβοῦν[iv].

.               β. Λακτάντιος, χριστιανός ρήτορας, πού ὡς ὁ δάσκαλος τοῦ Κρίσπου, πρωτότοκου γιοῦ τοῦ Κωνστα­ντίνου, εἶχε στενές σχέσεις μέ τό παλάτι, ἀναφέρει ὅτι «ὁ Κωνσταντίνος προειδοποιήθηκε σέ ἕνα ὄνειρο νά χαράξει τό ο ὐ ρ ά ν ι ο σ η μ ε ῖ ο τ ο ῦ Θ ε ο ῦ (caeleste signum dei) πάνω στίς ἀσπίδες τῶν στρατιωτῶν του καί ἔτσι νά ἐνταχθοῦν στή μάχη»[v]. Ποιό εἶναι τό «οὐράνιο σημεῖο» ἄν ὄχι τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου;

.               γ. Σέ ἕνα ἀπό τά διασωζόμενα «σπαράγματα» ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλοστόργιου, πού ἀναφέρονται στό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου καί πού διασώζει ὁ Ἰωάννης ὁ Μοναχός, τοῦτ’ἔστιν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στό βιβλίο του «Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου», (passio Sancti Artemii), ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος, συνδιαλεγόμενος λίγο πρό τοῦ μαρτυρίου του μέ τόν φονέα του Ἰουλιανό τόν Παραβάτη, τοῦ δίνει τήν ἑξῆς ἀπόκριση σέ κατηγορία του κατά τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου: «Ἀπέκλινε δέ (ὁ Κωνσταντίνος) πρός τόν Χριστόν, οὐρανόθεν ἐκείνου καλέσαντος, ὅτε τήν πρὸς τόν Μαξέντιον δριμεῖάν τε καί βαρυτάτην διηγω­νίσατο μάχην, δείξας αὐτῷ τό τοῦ σταυροῦ σημεῖον μεσούσης ἡμέρας, ὑπέρ τόν ἥλιον ταῖς αὐγαῖς ἐξαστράπτον, καί γράμμασιν ἀστροτύπως Ῥωμαϊκοῖς διασημήνας αὐτῷ τήν τοῦ πολέμου νίκην· ἡμεῖς τε γάρ αὐτοὶ τό σημεῖον ἐθεασάμεθα τῷ πολέμῳ παρόντες, καί τά γράμματα ὑπανέγνωμεν· ἀλλά καί τό στρατόπεδον ἅπαν τεθέατο, καί πολλοὶ τούτου μάρτυρες ἐν τῷ σῷ στρατοπέδῳ τυγχάνουσιν, εἴ γε ἄρα ἐρωτῆσαι θελή­σειας.»[vi]
.               Ὁ Φιλοστόργιος, πού γεννήθηκε τό 368 μ.Χ., δηλαδή μόλις ἑπτά χρόνια μετά τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ἔχει ἀρυσθεῖ τίς πληροφορίες του ἀπό ἀνθρώπους πού ἔζησαν τά παραπάνω γεγονότα καί ἑπομένως αὐτές δέον νά θεωρῦνται ἔγκυρες.

.               δ. Ὁ ποιητής Ὀπτατιανός (σύγχρονος τοῦ Κωνστα­ντίνου) σέ πανηγυρικό του λόγο πρός τιμήν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου τό 326 στά Vicenalia ὀνομάζει καί αὐτός τό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ caeleste signum «ο ὐ ρ ά ν ι ο σ η μ ε ῖ ο»[vii].

.               ε. Ναζάριος, ἕνας ὁμιλητής σύγχρονος τοῦ Κωνσταντίνου, σέ ὁμιλία του πρός τιμήν τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου, πού δέν ἦταν παρών, κάνει λόγο γιά ὁρισμένο ἀπροσδιόριστο οἰωνό, πού γέμισε τούς στρατιῶτες τοῦ Κωνσταντίνου μέ φόβο καί ἀνησυχία, ἀλλά καί τούς ἐνθάρρυνε στόν ἀγώνα: «Ποιός Θεός, ποιά θεία παρουσία ἐνθάρρυνε ἐσένα, ὥστε ὅταν ὅλοι οἱ σύντροφοί σου στά ὅπλα καί οἱ διοικητές ὄχι μονάχα μυστικές ἀνησυχίες, ἀλλ’ ἀνοιχτούς φόβους εἶχαν τοῦ οἰωνοῦ, ἀκόμα ἐνάντια στίς συμβουλές τῶν ἀνθρώπων, ἐνάντια στίς προειδοποιήσεις τῶν ἱερέων, ἐσύ ἔπραξες σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψή σου, ὥστε νά ἔρθει ἡ ὥρα τῆς παρά­δοσης;»[viii].

.              ϛ´. Ρουφίνος (345 – 410 μ.Χ.) συγγραφέας καί αὐτός τοῦ 4ου αἰώνα, ἀναφέρει τήν ἐμφάνιση τοῦ Σταυροῦ.

.              ζ´. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός (329 – 390 μ.Χ.) στό Δεύτερο Στηλιτευτικό του κατά τοῦ Ἰουλιανοῦ Λόγο σαφῶς ὑπαινίσ­σεται τό ὅραμα τοῦ Μ. Κωνστα­ντίνου. Ἀναλυτικά τά πράγματα ἔχουν ὡς ἑξῆς:
Ὁ Ἀποστάτης αὐτοκράτορας, προ­φανῶς γιά νά ἱκανοποιήσει τούς Ἑβραίους, συμμάχους του στόν ἀγώνα του κατά τῶν χριστιανῶν, διέταξε νά ξαναχτιστεῖ ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος. Οἱ ἐργασίες ἐκσκαφῆς θεμελίων προχωροῦσαν, ὅταν αἰφνιδίως φλόγες ἀναπήδησαν μέσα ἀπό τά ἀνασκαμμένα θεμέλια τοῦ Ναοῦ, πού ἄλλους ἀπό τούς ἐκεῖ ἐργαζόμενους κατέκαψαν καί ἄλλους ἀκρωτηρίασαν, βάζοντας τελικά ἄδοξο καί ὁριστικό τέλος στίς ἐργασίες. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁμιλεῖ γιά θαῦμα καί εὐθύς ἀμέσως κάνει λόγο καί γιά ἕνα ἄλλο προγενέστερο θαῦμα, «ὃ δέ ἔτι τούτου παραδοξότερον καί περιφα­νέστερον, ἔστη φῶς ἐν τῷ οὐρανῷ τόν σταυρὸν περι­γράφον, καί τό πρότερον ἐπί γῆς ἀτιμαζόμενον τοῖς ἀθέοις καί σχῆμα καί ὄνομα νῦν ἐν οὐρανῷ δείκνυται πᾶσιν ἐπίσης, καί γίνεται τρόπαιον τῷ Θεῷ τῆς κατά τῶν ἀσεβῶν νίκης, τροπαίου παντός ὑψηλότερον[ix]Δηλαδή: «Ἀπό αὐτό (τό θαῦμα τῶν φλογῶν) πιό παράδοξο ἀκόμα καί πιό ξακουστό στάθηκε τό φῶς στόν οὐρανό, πού σχηματίζει τόν Σταυρό, καί ἐκεῖνο, πού πρωτύτερα ἀτιμαζόταν ἀπό τούς ἄθεους καί ὡς σχῆμα καί ὡς ὄνομα, τώρα στόν οὐρανό δείχνεται ἀπ’ ὅλους ἐπίσης, καί ὑπό τοῦ Θεοῦ γίνεται τρόπαιον νίκης κατά τῶν ἀσεβῶν, ὑψηλότερο κάθε ἄλλου τροπαίου.»
.               Τά γεγονότα τοῦ Ναοῦ συνέβησαν κατά τό 361. Τίθεται τώρα τό ἐρώτημα: Ἄραγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος θυμίζει στούς ἀκροατές του τό φωτεινό Σταυρό πού ὁ Κωνσταντίνος εἶχε δεῖ σέ ὅραμα καί πού ὅλοι τῆς ἐποχῆς τους εἶχαν ἀκουστά ἀπό τίς διηγήσεις τῶν παλαιοτέρων, ἤ τό φωτεινό Σταυρό πού εἶχαν δεῖ στόν οὐρανό οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ λίγα χρόνια νωρίτερα (τό 346, βλέπε στή σελίδα …);
.               Ἀλλά ὁ Σταυρός κατέστη «τρόπαιον τῷ Θεῷ τῆς κατὰ τῶν ἀσεβῶν νίκης, τροπαίου παντὸς ὑψηλό­τερον» στή μάχη τῆς Μουλβίας καί στούς μετέπειτα πολέμους τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ μεγάλος Ἱεράρχης λοιπόν ὑπαινίσ­σεται τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου. Καί τούτη ἡ πληροφορία του ἔχει ξεχωριστή σημασία γιά τήν ἔρευνα, ἐπειδή ὁ Γρηγόριος ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς κοντινότερους χρονικά πρός τόν Κωνσταντίνο συγγρα­φεῖς, μετά τό Λακτάντιο, τόν Εὐσέβιο, τόν Ὀπτατιανό καί τό Ναζάριο καί σύγχρονος τοῦ Ἰουλιανοῦ.*

* Γιά τά γεγονότα τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος κάνουν λόγο στά βιβλία τους καί οἱ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, Θεοδώρητος, Φιλοστόργιος, ὁ Ἑβραίος ραββίνος Γεδαλίας καί ὁ φίλος τοῦ Ἰουλιανοῦ παγανιστής Ἀμμιανός Μαρκελλίνος (332-400). Οἱ ὀρθολογιστές πάντως ἀποδίδουν τίς φλόγες τοῦ ἀνασκαφέντος τόπου σέ ἀέρια τῆς γῆς.

 .               η´.Σωζομενός (πέθανε τό 433 μ.Χ.) ἀρχικά ἀναφέρει ὅτι ὁ Κωνσταντίνος εἶδε στ’ ὄνειρό του τό σημεῖο τοῦ Σταυ­ροῦ (ὄναρ εἶδε ἐν τῷ οὐρανῷ σελαγίζειν), καί ἔπειτα, ἴσως ἀπό ἐπιρροή τοῦ Εὐσεβίου, τόν ὁποῖο ἀναφέρει, μιλάει γιά τήν ἐμφάνιση στόν οὐρανό[x].

.               θ´.Σωκράτης ὁ Σχολαστικός (380 – 439 μ.Χ.) ἀφοῦ κάνει λόγο γιά τό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ, προσθέτει: «Αὐτός τε (δηλαδή ὁ Κωνσταντίνος) τοῖς οἰκείοις σχεδόν ἀπιστῶν ὀφθαλμοῖς, ἠρώτα καί τούς παρόντας, εἰ καί αὐτοί τῆς αὐτῆς ἀπολαύουσιν ὄψεως. Τῶν δέ συμφω­νησάντων, ἀνερρώνυτο μέν ὁ βασιλεύς ἐπί τῇ θείᾳ καί θαυμαστῇ φαντασίᾳ»[xi].

.               ι´.Γελάσιος Καισαρείας (β´ μισό τοῦ 5ου αἰώνα μ.Χ.) ἀναφέρει τά ἑξῆς γιά τό ὅραμα: «Οὕτω δέ κεκριμένης τῆς μάχης καί τῆς παρατάξεως ἰσορρόπῳ οὔσης, οὐρανόθεν ὁ Θεός Κωνστατῖνον ὁπλίζει, δείξας αὐτῷ τό σωτήριον τοῦ Σταυροῦ σύμβολον φωτοειδῶς ἐν οὐρανῷ. Γράμματα δέ ἐμήυσε(;) τῆς ὄψεως τήν δύναμιν, λέγοντα «τούτῳ νίκα». Τοῦτο τό διήγημα τοῖς μέν ἀπίστοις μῦθος εἶναι δοκεῖ καί πλάσμα, τοῖς δέ ἡμετέροις δόγμασι κεχαρισμένον. Τοῖς δέ ἀληθῆ πιστεύειν συνειθισμένοις, ἐναργής τοῦ πράγματος ἡ ἀπόδειξις.»[xii]

.               Ἀλλά στό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ ἀναφέρονται ἀκό­μη καί μεταγενέστεροι συγγραφεῖς:

.               Ὁ Ζωναρᾶς (1042 – 1130 μ.Χ.) ἀναφέρεται σέ τρεῖς ἄλλες θεοσημίες τοῦ Κωνσταντίνου: Κατά τή διάρκεια τῶν συγκρούσεων πού εἶχε μέ τό Λικίνιο ἤ μέ τό Μαξέντιο, πρόσεξε κάποιον ὁπλισμένο καβαλάρη, πού ἀντί γιά σημαία, κρατοῦσε τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καί προπορευόταν μπροστά ἀπό τήν παράταξή του. Ἄλλη μιά φορά εἶδε στήν Ἀδριανούπολη δύο νεαρούς νά θερίζουν τίς φάλαγγες τῶν ἐχθρῶν. Κάποτε στήν περιοχή τοῦ Βυζαντίου, ἐνῶ ἦταν νύχτα καί ὅλοι κοιμούνταν, τοῦ φάνηκε πώς ἄστραψε γύρω ἀπό τό στρατόπεδό του. Ἀπό τά σημάδια αὐτά ὁδηγήθηκε στό συμπέρασμα ὅτι οἱ ἐπιτυχίες καί οἱ νίκες του εἶχαν θεϊκή προέλευση[xiii].
.               Καί ὁ βυζαντινός λόγιος Νικηφόρος Κάλλιστος (1250 –1330 μ.Χ.) κάνει λόγο γιά τό Ὅραμα[xiv].
.               Πέρα ἀπό τίς μαρτυρίες, ὑπάρχουν καί κάποια λογικά συμπεράσματα ἑνός κοινοῦ νοῦ, πού ὁδηγοῦν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα, στό ὅτι δηλαδή τό Ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου ὑπῆρξε ἕνα πραγματικό γεγονός:

.               α. πλήρης μεταστροφή τοῦ Κωνσταντίνου στό Χριστιανισμό μετά τή μάχη τῆς Μουλβίας (γιά τήν ὁποία γίνεται ἐκτενής λόγος στό ἑπόμενο κεφάλαιο) εἶναι, κατά τήν ταπεινή γνώμη μας, ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἱστορικότητας τοῦ ὁράματος.

.               β. Ποτέ ἕνας ἐχέφρων αὐτοκράτορας δέν θά ἐπεδίωκε νά προσεταιρισθεῖ γιά στήριξή του μιά μικρή μειοψηφία χριστιανῶν στρατιωτῶν του, προκαλώντας συγχρόνως ἐναντίον του τήν ἐχθρότητα τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν παγανιστῶν, ἄν δέν συνέβαινε κάτι πολύ συνταρακτικό, πού νά ὠθοῦσε τόν Κωνσταντίνο σ’ αὐτή τήν ἀπόφαση. Ὁ εὐφυέστατος καί συνετός Κωνσταντίνος ποτέ δέν θά διακινδύνευε τήν πειθαρχία στό στράτευμά του διατάζοντας τούς στρατιῶτες του νά ἀναγράψουν στίς ἀσπίδες τους τό Μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ἥν στιγμήν τό 85-90% αὐτῶν ἦταν παγα­νιστές, ἄν δέν ἀντλοῦσε δύναμη καί ἐλπίδα ἀπό αὐτό τό θεϊκό σημάδι. Τό φαινόμενο ἦταν πέραν τῶν ὁρίων τῆς φύσης, ἦταν ἕνα θαῦμα, καί ἐπηρέασε βαθύτατα τόν Αὐτοκράτορα.

.               γ. Ἡ ἀναμνηστική ἐπιγραφή τῆς μεγάλης νίκης του κατά τοῦ Μαξέντιου, πού γράφηκε στήν ἁψίδα (γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος παρακάτω) καθ’ ὑπόδειξη τοῦ ἰδίου, περιλαμβάνει τήν ἔκφραση «Instinctu Divinitatis et magnitudine mentis» (Μέ θεία παρώθηση καί τή μεγάλη φρόνησή του).

.               δ. Ὁ στυγερός διώκτης τῶν χριστιανῶν Λικίνιος, διαδίδοντας ὅτι μίλησε μέ Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος τοῦ δίδαξε τάχα μιά προσευχή πρίν ἀπό τή μάχη του μέ τό Μαξιμίνο, καθώς μᾶς ἐνημερώνει ὁ Λακτάντιος[xv], φανερώνει πώς ἦταν ἐνημερωμένος γιά τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου, ὅτι γνώριζε γιά τή βαθύτατη ἀπήχηση, πού εἶχε αὐτό τό ὑπερκόσμιο γεγονός στό λαό καί στό στράτευμα τοῦ Κωνσταντίνου, καί ὅτι θέλησε ἀντιγράφοντάς τον, νά κλέψει λίγη δόξα ἀπό ἐκεῖνον…

.               Ἀλλά καί ἀπό τους συγγραφεῖς τῶν νεωτέρων χρόνων πολλοί ἀποδέχονται τό ὅραμα ὡς πραγματικό γεγονός. Ἕνας σημαντικός θεολόγος τῆς Δύσης, ὁ Schaff, σέ μιά σειρά σκέψεων καί προβληματισμῶν πάνω στό θέμα τοῦ συγκεκριμένου ὁράματος, ὅπου διαλαμβάνει καί μιά σειρά ἐνστάσεων τῶν ὀρθολογιστῶν ἐπί τοῦ θέματος, ἔναντι τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖ νά ἀρθρώσει συμβιβαστικές λύσεις, τελικά καταλήγει: «Ὅτι τό ὅραμα ἐπισημάνθηκε ὡς ὑπερφυσικῆς προελεύσεως, εἰδικά μετά ἀπό τήν εὐτυχή ἐπιτυχία, εἶναι φυσικό καί συμβατό μέ τίς ἐπικρατοῦσες ἰδέες τῆς ἐποχῆς. Ὁ Τερτυλλιανός καί ἄλλοι Πατέρες πρίν ἀπό τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας καί μετά ἀπό αὐτή άπέδωσαν πολλές μεταβολές στά νυχτερινά ὄνειρα καί ὁράματα. Ὁ Κωνσταντίνος καί οἱ φίλοι του ἀναφέρουν τά σημα­ντικότερα γεγονότα τῆς ζωῆς του, ὅπως τή γνώση τῆς προσέγγισης τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων, τήν ἀνακάλυψη τοῦ Παναγίου Τάφου, τήν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινου­πόλεως, στή θεία ἀποκάλυψη μέσῳ ὀραμάτων καί ὀνείρων. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε διατεθειμένοι ν’ ἀρνηθοῦμε στό ἐλάχιστο τή σύνδεση τοῦ ὁράματος τοῦ σταυροῦ μέ τήν ἐπέμβαση τῆς Θείας Πρόνοιας, ἡ ὁποία ἔλεγξε αὐτή τήν ἀξιοπρόσεκτη κρίσιμη καμπή τῆς Ἱστορίας. Ἡ ἴδια ἡ Βίβλος ἐπικυρώνει τή γενική θεωρία τῶν θεόσταλτων καί προφητικῶν ὀνείρων καί τά νυκτερινά ὁράματα, μέσῳ τῶν ὁποίων οἱ θεῖες ἀποκαλύψεις γνωστοποιοῦνται στούς ἀνθρώπους.»[xvi]

.               Πολλοί ἀκόμα ἱστορικοί ἀποδέχονται τήν ἱστορικότητα τοῦ ὁράματος, ἀλλά καί πολλοί τήν ἀρνοῦνται.*

 * Ὁ Βέλγος ἱστορικός Grégoire βλέπει τό ὅραμα καί τή μεταστροφή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὡς μεταθανάτιο ξαναγράψιμο τῶν γεγονότων ἀπό τόν Εὐσέβιο.

.              Ὁ Murdock (στίς σημειώσεις του στή μετάφραση τοῦ Mosheim) προβάλλει καί τούτη τήν ἀξιοπρόσεκτη παρατήρηση: «Ἐάν τό θαῦμα τοῦ φωτεινοῦ Σταυροῦ εἶναι μιά πραγματικότητα, ὁ Θεός ὁ ἴδιος ἔχει ἐγκρίνει τή χρήση τοῦ Σταυροῦ ὡς ὁρισμένο σύμβολο τῆς θρησκείας μας, ἔτσι ὥστε δέν ὑπάρχει καμιά δεισιδαιμονία στή χρήση ἀπό αὐτό, ἀλλά οἱ Καθολικοί εἶναι σωστοί, καί οἱ Προτεστάντες σ’ ἕνα λάθος σ’ αὐτό τό θέμα»! Ὁ Murdock λησμόνησε μονάχα ν’ ἀναφέρει ὅτι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν στή λατρεία τους τό Σταυρό. Καί ὅτι ὁ Σταυρός – γι’ αὐτούς κατ’ ἐξοχήν – εἶναι τό κορυφαῖο σύμβολο πίστεως, θυσίας καί ἁγιασμοῦ, καί κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο «τοῖς σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ» (Α΄ Κορ. α´ 17).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Π. Τρεμπέλα, «Τα θαύματα, ἐν Αλεξανδρείᾳ», 1917, «Ἰησούς ὁ ἀπό Ναζαρέτ, σελ. 193 – 221.

[ii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1 κεφ. 28

[iii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1 κεφ. 28

[iv] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1, κεφ.47, καί Εὐσ. Τριακονταετηρικός κεφ.11

[v] Λακτ. Περί τῶν θαν. τῶν διωκτῶν κεφ. 44

[vi] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Artemii Passio, P.G.96, σελ. 1293

[vii] Oπτατ. Panegyr. 6 (326),caelestis = ὁ ἐξ οὐρανοῦ, θεϊκός

[viii] Ναζάρ. Panegyr.Λατ. 10

[ix] Γρηγ.Θεολ. Β΄Στηλ. 4.P.G. (Κ.Π.Ε.) 35

[x] Σωζομ. Ἐκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 3

[xi] Σωκρ. Ἐκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 2

[xii] Γελάσ. ’Εκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 4 ( P.G. J. P. τόμος 85, σελ. 1204)

[xiii] Ζων. βιβλ. 13, κεφ, 1, σελ. 56

[xiv] P.G. 146, σελ. 16

[xv] Λακτ. Περί τῶν θανάτων τῶν διωκτῶν, Κεφ. 46

[xvi] Schaff, Philip: History of the Christian Church, Volume III: Nicene and Post-Nicene Christianity. A.D. 311-600 , Vol. III, Chapt, I , p. 19-23

,

Σχολιάστε

ΕΧΘΡΟΙ καὶ ΦΙΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΣΠΕΣΙΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΑΓΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗ­ΡΑΣ ΤΟΥ

τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη
Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἱστορική μελέτη
«ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ – ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ»
Ἐκδόσεις Ἄθως, Ἀθῆναι 2012, σελ. 143–151

                                             

.         Προτάσσουμε τά καλά λόγια, πού ἔχουν γράψει οἱ κατήγοροι τοῦ Μ. Κωνσταντίνου γι’ αὐτόν. Καί πρῶτα, μεταφρα­σμένα, φυσικά, τά ὅσα ἀναφέρει ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης, ὁ πρῶτος καί χειρότερος τῶν κατηγόρων του, στόν πανηγυρικό λόγο πού ἐξεφώνησε πρός τιμήν τοῦ αὐτοκράτορα Κωνστάντιου Β´, γιοῦ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Τότε ἀκόμα ὁ Ἰουλιανός δέν εἶχε γίνει αὐτοκράτορας καί ἔκρυβε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Κωνστάντιο Β´ καί ἀπ’ ὅλον τόν κόσμο καί τίς παγανιστικές ἰδέες του καί τό μίσος του γιά τή θρησκεία τοῦ Χριστοῦ καί τά συναισθήματά του γιά τόν θεῖο του Μέγα Κωνσταντίνο. Ἀπευθυνό­μενος λοιπόν πρός τόν Κωνστάντιο, ἐπαινεῖ τόν πατέρα του Κωνσταντίνο ὡς ἑξῆς:

.         «Ἁρμόζει, νομίζω, νά μιλήσω καί γιά μερικά ἄλλα πράγματα, γιά νά φανεῖς κληρονόμος ὄχι μονάχα τῆς βασιλείας του, ἀλλά καί τῆς ἀρετῆς του. Μήπως ἡ ἀνδρεία του στόν πόλεμο δέν ἔγινε γνωστή ἀπό τά κατορθώματά του καί ὄχι ἀπό τά λόγια; Γύρισε ὅλη τήν οἰκουμένη καί καθαίρεσε ὅλους τούς τυράννους, ἀλλά ποτέ νόμιμους βασιλεῖς. Ἐνέπενευσε τέτοια ἀφοσίωση στούς ὑπηκόους του, ὥστε οἱ στρατιῶτες του, ἀναγνωρίζοντας μέχρι σήμερα ἀκόμα, τή γενναιοδωρία καί τήν καλοσύνη του, ἐξακολουθοῦν νά τόν τιμοῦν σάν θεό, καί οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων καί τῆς ὑπαίθρου, ὄχι τόσο γιά ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό βάρος τῆς τυραννίας, ἀλλά γιά νά μπορέσουν νά γίνουν ὑπήκοοι τοῦ πατέρα σου, εὔχονταν νά τούς συμπεριλάβει στούς ἀντιπάλους του. Ὅταν ἔγινε κυρίαρχος τοῦ κόσμου, μετά τήν κρίσιμη περίοδο, ὅπου ἡ ἀχόρταγη ἀπληστία τοῦ προκατόχου του εἶχε καταστρέψει τά πάντα, ὅπως συμβαίνει σέ χρονιές ξηρασίας, καί ἡ φτώχεια βασίλευε παντοῦ, ἐνῶ ὅλα τά πλούτη εἶχαν μαζευτεῖ στίς ἀποθῆκες τοῦ παλατιοῦ, ἐκεῖνος ἄνοιξε τίς πόρτες καί πλημμύρισε τόν κόσμο μ’ ἕνα χείμαρρο ἀπό ἀγαθά. Σέ διάστημα μικρότερο ἀπό δεκαετία ἔχτισε τήν πόλη πού ἔχει τ’ ὄνομά του, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ τόσο ὅλες τίς ἄλλες σέ μεγαλεῖο, ὅσο τήν ἴδια φαίνεται νά ξεπερνᾶ ἡ Ρώμη. Ἴσως ἐδῶ ταιριάζει ν’ ἀναφέρω καί τήν ἔνδοξη Ἀθήνα, τήν ὁποία ὁ πατέρας σου τίμησε σ’ὅλη του τή ζωή μέ λόγια καί μέ ἔργα. Σάν αὐτοκράτορας καί κυρίαρχος τοῦ κόσμου, δέχτηκε νά ὀνομαστεῖ στρατηγός αὐτῆς τῆς πόλης καί τό ἄγαλμά του στήθηκε γιά τό σκοπό αὐτό μαζί μέ τήν ἀναμνηστική ἐπιγραφή, τοῦ ἔδωσε μεγαλύτερη χαρά πού θά μποροῦσαν νά τοῦ ἀποδώσουν*. Γι’ αὐτό καί ἐκεῖνος, γιά νά τήν ἀνταμείψει διέταξε νά μοιράζονται δωρεάν πολλές φορές τό χρόνο χιλιάδες μέδιμνοι σιτάρι∙ ἔτσι ἡ πόλη ἀπέκτησε ἄφθονη τροφή καί ὁ αὐτοκράτορας ἐγκώμια καί τιμές ἀπό τούς καλύτερους πολίτες.»[i]

* Οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἐνισχύσει τόν Κωνσταντίνο μέ τόν στόλο τους κατά τόν πόλεμο ἐναντίον τοῦ Λικίνιου καί κατά τήν ἐπίσκεψή του στόν Ἀθήνα δείχνοντας τήν εὐγνωμοσύνη του διέταξε τήν ἐτήσια διανομή σιταριοῦ στούς κατοίκους της ἀπό τίς αὐτοκρατορικές ἀποθῆκες καί ἀπάλλαξε τούς διδασκάλους ἀπό διαφόρους φόρους, βελτιώνοντας ἔτσι τή θέση τους. Οἱ Ἀθηναῖοι τίμησαν τόν αὐτοκράτορα, τόν κύριο καί βασιλέα ὅλων ὀνομάζοντάς τον «Στρατηγό τῶν Ἀθηνῶν». Ὁ Κωνσταντίνος μετά ἀπό αὐτό, ὄχι μονάχα δέν ἐθίγη, καθώς μαρτυρεῖ ὁ Ἰουλιανός στό «Ἐγκώμιο πρός τόν Κωνστάντιο Β´», ἀλλ’ ἀξίωνε ν’ ἀποκαλεῖται στρατηγός ἐκείνων «καί τοιαύτης εἰκόνος τυγχάνων μετ’ ἐπιγράμματος ἐγάννυτο πλέον ἤ τῶν μεγίστων τιμῶν ἀξιωθείς».Ὅσοι ἀπό τούς Ἀθηναίους παρέμεναν ὥς τότε πιστοί στό Δωδεκάθεο,μεταστράφηκαν στό χριστιανισμό χωρίς καμιά πίεση ἀπό τό Μέγα Κωνσταντίνο.

.         Ὁ παγανιστής Εὐτρόπιος, ἀπό τούς βασικούς κατηγόρους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ ἀναγνωρίζει ὅτι ἐπεδίωκε πάντοτε τήν εἰρήνη, ὅτι ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μεγάλης ἐνέργειας, ἐξαιρετικά φιλόδοξος ὡς πρός τή στρατιωτική τέχνη καί εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία στούς πολέμους του. Τοῦ ἀναγνωρίζει ἐπίσης πνευματικά καί σωματικά προσόντα, τή στέρεη ἀποφασι­στικότητά του (ὅ,τι ἀποφάσιζε τό πραγματοποιοῦσε καί φιλοδοξοῦσε νά κυριαρχήσει σ’ ὅλον τόν κόσμο), τή γλυκύτητα τῆς ἰδιοσυγκρασίας του, τή μεγάλη δημοτικότητά του, τή γενναιοδωρία του καί τήν ἀγάπη του γιά τίς καλές τέχνες, τίς σπουδές καί τίς μελέτες[ii].
.         Ὁ παγανιστής Βίκτωρ Αὐρήλιος Σέξτος γράφει ὅτι ὁ Κωνσταντίνος ἦταν εὐχάριστος σέ πολλά θέματα καί ὅτι μέ τή βοήθεια αὐστηρότατων νόμων ἤλεγχετούς κακόβουλους μηνυτές καί συκοφάντες, ὑποστήριξε τίς καλές τέχνες, ἰδαίτερα τίς σπουδές τῆς λογοτεχνίας καί ὁ ἴδιος διάβασε, ἔγραψε, περιποιήθηκε καί ἄκουσε τίς πρεσβεῖες καί τά παράπονα τῶν ἐπαρχιῶν[iii].
.         Ὁ ἐθνικός Λιβάνιος τόν ἀποκαλεῖ μεγάλον αὐτοκρά­τορα[iv].
.         Ἀφοῦ οἱ ἐχθροί τοῦ «θεσπέσιου Αὐτοκράτορα», ὅπως τόν ἀποκαλεῖ ὁ σοφότατος Κωνσταντίνος Οἰκονόμος, ὁ ἐξ Οἰκονόμων[v], ἐκφράζονται μέ τόσο κολακευτικούς λόγους, εὔκολα γίνεται ἀντιληπτό πώς καί οἱ φίλοι του θά εἶναι πολύ ἐκδηλωτικοί γιά τό ἄτομό του. Καί ἔτσι πράγματι συμβαίνει:
.         Ὁ Λακτάντιος γράφει ὅτι ὁ Διοκλητιανός εἶχε προβλέψει γιά τόν νεαρό Κωνσταντίνο: «Ὁ νεαρός αὐτός ἄντρας ὑπόσχεται νά εἶναι ἠπιότερος καί πιό φιλεύσπλαχνος ἀπό τόν πατέρα του.» Ὁ ἴδιος ἱστορικός, πού γνώρισε καί ἔζησε ἀπό κοντά τόν Κωνσταντίνο, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὡς νέος χαρακτηριζόταν ἀπό τίς σωστές ἠθικές συνήθειες (moribus probis) καί ὅτι ἦταν ἕνας ἄνδρας πολύ μεγάλης ἀξίας, ἀντάξιος τοῦ ἀξιώματος τοῦ καίσαρα. Ἐπισημαίνει ἀκόμα τή διακεκριμένη κοσμιότητα τῆς παρουσίας του, τή μεγάλη προσοχή του σέ ὅλα τά στρατιωτικά καθήκοντα, τήν ἐνάρετη συμπεριφορά του καί τή μοναδική προσήνειά του, πού τόν εἶχαν καταστήσει προσφιλή στά στρατεύματα καί φίλο κάθε ἀτόμου[vi].
.         Ἀλλά τίς περισσότερες πληροφορίες γιά τό χαρακτήρα καί τήν προσωπικότητα τοῦ Κωνσταντίνου ἔχουμε ἀπό τόν ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο Παμφίλου, πού ἦταν φίλος καί ὁ κυριότερος βιογράφος του. Ἀπό αὐτόν λοιπόν, τόν πιό σημαντικό συγγραφέα τῆς ἐποχῆς του, ἀντλοῦμε τά ἑξῆς:
.         Πληροφορούμαστε γιά τήν ἀνεξικακία τοῦ Κωνσταντίνου, γιά τήν ἀγάπη του γιά τούς ἀνθρώπους, γιά τήν ἐπικοινωνία του μαζί τους, γιά τό πάθος του νά τούς ὁδηγήσει στή θεοσέβεια καί τήν ἀπόκτηση εἰρηνικοῦ φρονήματος[vii]. Μερικούς πού ἐκτραχύνθηκαν ἐναντίον του, τούς συμπεριφέρθηκε μέ ἀνεξικακία καί τούς συμβούλευσε ἤρεμα καί μέ πραότητα νά φρονιμέψουν καί νά μή στασιάζουν[viii].
.         Πράγματι, τήν ἀνεξικακία καί τήν ἀνεκτικότητα τοῦ Κωνσταντίνου ἐπιβεβαιώνει ἡ στάση καί ἡ συμπεριφορά τοῦ ἰδίου πρός τούς Δονατιστές, τούς Ἀρειανούς, τό Μαξιμιανό, τό Λικίνιο κ. ἄ. Τίς ἀρετές του αὐτές ἐπιβεβαιώνει ἀκόμα καί τό γεγονός ὅτι, κατακτώντας τή Ρώμη, ὅπως ἀναφέρθηκε παραπάνω, δέν προέβη σέ ἀντεκδικήσεις, πού τοῦ ζήτησαν οἱ ἐχθροί τοῦ Μαξέντιου. Ἦταν τόσο πολύ ἀνεκτικός, ὥστε κατηγορήθηκε ὅτι δέν τιμωρεῖ τά ἐγκλήματα μέ τίς ἁρμόζουσες ποινικές ρῆτρες τους[ix].
.         Ὑπάκουε στίς ἐντολές τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, προσέ­χοντας ἰδιαίτερα τήν ἀρετή τῆς ἁγνότητας.
.         Ἀγωνιώντας νά βελτιώσει ἠθικά τό ἐπίπεδο τῶν ὑπηκόων του παρεῖχε συμβουλές γιά τήν ὁμόνοια καί πολλές ἀρετές, καθώς καί γιά τήν ἀποφυγή της πλεονεξίας καί τῆς παρενόχλησης τῶν ἄλλων, πού μαρτυροῦν γιά τή χριστιανική συνείδησή του.
.         Στήν Οἰκουμενική Σύνοδο συχνά ἀναλάμβανε τό ρόλο τοῦ πράου εἰρηνοποιοῦ μεταξύ τῶν πατέρων πού διαφωνοῦσαν ἔντονα[x].
.         Εἶχε προαγάγει τόσο πολύ τήν ψυχή του στή λογική σύνεση, ὥστε μέχρι αὐτοῦ τοῦ θανάτου του νά συντάσσει κανονικά πραγματεῖες, νά ἐξέρχεται κανονικά καί νά προσφέρει στούς ἀκροατές τίς θεοπρεπεῖς διδαχές, νά νομοθετεῖ κανονικά, τόσο σέ πολιτικά, ὅσο καί σέ στρατιωτικά θέματα καί νά ἐπινοεῖ ὅλα τά μέσα, τά ὁποῖα συντελοῦν στήν εὐημερία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Εἶναι δέ ἄξιο μνείας, ὅτι ἐνῶ πλησίαζε πρός τό θάνατο, ἐξεφώνησε ἐπικήδειο λόγο ἐνώπιον τοῦ συνήθους ἀκροατηρίου, μέ τό ὁποῖο ἀνέπτυξε ἀναλυτικά τό θέμα περί ἀθανασίας τῆς ψυχῆς…[xi]
.         Περνοῦσε ἄυπνες νύχτες, γιά νά ἐφοδιάζει τό νοῦ του μέ θεία γνώση, καί ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ χρόνου του τό ἀνάλωνε στή σύνθεση ὁμιλιῶν, πολλές ἀπό τίς ὁποῖες ἐξεφώνησε στό κοινό[xii].
.         Ὁ Εὐμένιος στούς διάφορους πανηγυρικούς του γράφει ὅτι ἔχει κληρονομήσει τή δύναμη τοῦ πατέρα του, τό θάρρος, τήν προσωπική ἐμφάνιση, τήν εὐσέβεια[xiii]. Ὅτι παρουσιάζει χαρα­κτηριστική σύνεση, πού μοιάζει μέ τοῦ πατέρα του, καί ὅτι κανείς δέν ἦταν συγκρίσιμος μέ αὐτόν στή χάρη καί τήν ὀμορφιά του[xiv]. Καί ὅτι ἀπό τήν κληρονομιά καί τή μοίρα του δέν μπορεῖ νά εἶναι κακός[xv].
.         Ὁ Ναζάριος στόν πανηγυρικό του λόγο ἐπισημαίνει τήν εὐσπλαχνία του[xvi]. Καί αὐτή πράγματι ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι μετά τή νίκη του στή Μουλβία Γέφυρα ἀπαγόρευσε τίς ἀντεκδικήσεις στή Ρώμη, πού ἀπαιτοῦσαν ἐπίμονα οἱ ἀδικημένοι τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος.
.         Ὁ Μαλάλας (6ος αἰώνας μ.Χ.) γράφει γιά τόν Κωνσταντίνο: «Ἦν δέ μακρός, πυρρός, μεγαλόψυχος, ἥσυχος, θεοφιλής»[xvii].
.         Ὁ Ἰωάννης ὁ Ἀντιοχεύς (7ος αἰώνας μ. Χ.) γράφει γιά τόν Κωνσταντίνο ὅτι δέν εἶναι εὔκολο νά πεῖ κανείς πόσες εἶναι οἱ ψυχικές καί σωματικές ἀρετές του καί ἡ δόξα ἀπό τίς νίκες στούς πολέμους του γιά καθυπόταξη τῶν Σκυθῶν χάρη στή στρατηγική ἐπιστήμη του, ἀλλά καί ἡ ἐνασχόλησή του μέ θέματα παιδείας καί συγγραφή λόγων. Καί καταλήγει: «Δίκαιόν γε μήν ἐξ ἁπάντων ἔρωτα θηρώμενος ἐτύγχανε τῆς σπουδῆς, τῷ δεξιῷ τε τῆς φύσεως καί περί τάς δωρεάς δαψιλεῖ.»[xviii]
.         «Οὐ γάρ ῥᾴδιον εἰπεῖν ὁπόσαι τῆς ψυχῆς τε καί τοῦ σώματος διέλαμπον ἀρεταί τόν ἄνδρα, τήν ἐκ τῶν πολεμικῶν δόξαν μεταδιώκοντα, καί παρά τάς μάχας τύχῃ τε ὁμοῦ δεξιωτάτῃ καί τῶν στρατηγικῶν ἐπιστήμῃ οὐ μείονι χρώμενον. Οὐ γάρ ἐν τοῖς ἐμφυλίοις πολέμοις μόνοις περιῆν τῶν ἐναντίων, ἀλλά καί μετὰ τούτους Σκύθαις πολλάκις προσπολεμήσας ὑποκύψαι τούτους ἠνάγκασεν, ἔς τε σπονδῶν αἴτησιν καταφυγεῖν. Ὧν μεταδοὺς καί οὐκ ἀποχρησάμενος τοῖς προτερήμασι, μεγίστας παρά τοῖς βαρβάροις ἔθνεσι δικαιοσύνης τε καί ἰσχύος μνήμας ἀπέλιπεν. Ἔχαιρε δέ ἀνέκαθεν ἐλευθερίοις μαθήμασι καί ἐν ἐπαίνῳ παιδείαν ἐποιεῖτο καί λόγους.
.         Τό πορτρέτο τοῦ Κωνσταντίνου δίνει πληρέ­στερα ὁ χρονογράφος Ἅγιος Θεοφάνης (8ος αἰώνας): «Ἦν δέ ὁ ἀνήρ εἰς τά πάντα λαμπρός, δι’ ἀνδρείαν ψυχῆς, δι’ ὀξύτητα νοός, δι’ εὐπαιδευσίαν λόγων, διά δικαιοσύνης ὀρθότητα, δι’ εὐεργεσίας ἑτοιμότητα, δι’ ἀξιοπρέ­πειαν ὄψεως, διά τήν ἐν πολέμοις ἀνδρείαν καί εὐτυχίαν, ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς μέγας, ἐν τοῖς ἐμφυλίοις ἀήττητος, ἐν τῇ πίστει στερρός καί ἀσάλευτος»[xix].
.         «Ὁ βασιλιάς Κωνσταντίνος ἐπισκίασε μέ τήν ἀρετή, τήν καλοσύνη καί τίς ἐπιτυχίες του, ὅλους ὅσους βασίλευσαν πρίν ἀπό ἐκεῖνον, γράφει ὁ Πραξαγόρας, παρότι ἦταν ἐθνικός στό θρήσκευμα», ἐπισημαίνει ὁ Μέγας Φώτιος στή Μυριόβιβλό του[xx].
.         Προσθέτοντας στό μακρύ καί ἀνεξάντλητο κατάλογο τῶν γνωρισμάτων τῆς προσωπικότητας καί τοῦ χαρακτήρα τοῦ Κωνσταντίνου καί ὅσα σχετικά ἀναφέρονται στά κείμενα τῶν χριστιανῶν συγγραφέων Σωκράτους, Σωζομενοῡ, Θεοδώρητου, Εὐάγριου, Κεδρηνοῦ καί τῶν ἄλλων χρονικογράφων ἐκείνων τῶν χρόνων, μποροῦμε νά δώσουμε τό πορτρέτο τοῦ μεγάλου αὐτοκράτορα ὡς ἑξῆς:
.         Ὕψος ἄνω τοῦ μέσου, εὐρεῖς ὦμοι καί σῶμα σφριγηλό, ἀθλητικό καί μεγαλοπρεπές παράστημα, ἐμφάνιση ὡραία καί ἐντυπωσιακή, διαπεραστικό μάτι, («μάτια λιονταριοῦ» γράφει ὁ Κεδρηνός), ἐλαφρῶς ἀέτεια μύτη, ἔκφραση φωτεινή καί χαρούμενη, μεγάλη σωματική δύναμη καί φυσικές δεξιότητες πολλές. Μεγαλοπρέπεια στήν ἐμφάνιση τοῦ προσώπου του, πού ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τίς εἰκόνες του πάνω στά νομίσματα καί ἀπό τά ἀγάλματά του.
.         Ἐμφανέστατα γνωρίσματά του ἡ γλυκύτητα τοῦ χαρακτήρα, ἡ προσήνεια, ἡ μειλιχιότητα, ἡ εὐγένεια. Γινόταν προσφιλής σέ καθέναν πού τόν πλησίαζε. Μέ ἱκανότητα γιά μόνιμους καί θερμούς φιλικούς δεσμούς.
.         Διέθετε ἀνθρωπιά, σύνεση, καλοκαγαθία, ἀνεκτικότητα, ἐλευθεροφροσύνη, ἠπιό­τητα, ὑπομονή, γενναιοδωρία αὐταπό­δεικτη ἀπό τίς μεγάλες παροχές πρός τό στρατό καί τό λαό, πνεῦμα δικαιοσύνης, ἐγκράτεια σ’ ὁλόκληρη τή ζωή του, μετριο­πάθεια στή διαχείριση τῆς ἀπόλυτης δυνάμεώς του. Φιλεύσπλαχνος ἀκόμα καί πρός τούς ἐχθρικούς στρατιῶτες.
.         Ἦταν ἕνα πρόσωπο ἰδιαίτερα δραστήριο καί ἀκαταπόνητο, θαρραλέο καί δυναμικό, ἀλλ’ ὄχι σκληρό. Μέ μεγάλη δραστη­ριότητα ἀπό τήν πρώιμη νεότητά του, διοικητική ἱκανότητα, πολιτική ὀξυδέρκεια, στρατιωτική ἰδιοφυία, θάρρος, πολεμική ἀνδρεία, αὐξημένο αἴσθημα καθήκοντος, μεγαλοψυχία καί ἀπτόητο πνεῦμα, πού τό μετα­βί­βαζε καί στά στρα­τεύματά του. Μέ ἱκανότητα σύλληψης καί ἐκτέλεσης τῶν τολμηρότερων σχεδίων, δίχως νά ἐπηρεάζεται ἀπό προκαταλήψεις καί τίς φωνές τοῦ πλήθους. Μέ ταχύτητα στή δράση του.
.         Ὑπῆρξε ἀκόμα σοφός νομοθέτης, πού κατέλειψε μέγα νομοθετικό ἔργο, βαθύτατα πιστός χριστιανός. Μέ ἐκτίμηση στήν ἀξία τῶν σπουδῶν, στίς ἐπιστῆ­μες, στίς τέχνες καί, προπαντός, στή λογοτεχνία. Μέ πολυμάθεια καί πνευματική καλλιέργεια, ὅπως ἐμφανίζεται μέσα ἀπό τούς λόγους καί τίς ἐπιστολές του.
.         Ἔτρεφε μεγάλη ἐμπιστοσύνη στόν πατέρα του, ἀνεξάν­τλητη ἀγάπη καί στοργή γιά τήν εὐσεβέστατη καί βασανισμένη μητέρα του. Ὑπῆρξε πιστός ὡς σύζυγος καί στοργικός ὡς πατέρας ἑπτά παιδιῶν, παρότι ἔχει ἀφήσει πίσω του ἕνα πελώριο αἴνιγμα γιά τήν τύχη τῆς συζύγου καί τοῦ μεγάλου του γιοῦ.
.         Οἱ ψυχικές ἀρετές του εἶχαν φτάσει στό ἄκρον τῆς ἀνθρώπινης τελειώσεως. Διέπρεπε σέ ὅλα τά καλά, καθ’ ὑπερβολήν μάλιστα στή φιλανθρωπία, πράγμα τό ὁποῖον ἀπό πολλούς ἐθεωρεῖτο μεμπτό. Καί πότε – πότε κάποιοι ὑποκριτές καί μονάχα κατ’ ὄνομα χριστιανοί τόν ὁδηγοῦσαν καί τόν ἐξέθεταν στά μάτια τοῦ λαοῦ[xxi]. Καί αὐτό τό τελευταῖο, ἐξογκωμένο καταλ­λήλως ἀπό τούς ἐχθρούς του, χρησιμο­ποιήθηκε νά στηθεῖ μιά ἀπό τίς λίγες κατηγορίες πού τοῦ ἀποδίδουν, καί γιά τήν ὁποία θά γίνει λόγος στό οἰκεῖο κεφάλαιο* .

*Γιά τίς ἀρετές του κάνουν λόγο καί οἱ ἱστορικοί τῶν νεοτέρων χρόνων. Γράφει ὁ Schaff: «Ὁ ἠθικός χαρακτήρας του δέν ἦταν χωρίς εὐγενῆ γνωρίσματα, μεταξύ τῶν ὁποίων μιά ἁγνότητα σπάνια γιά τήν ἐποχή καί μιά ἐλευθεροφροσύνη καί μιά εὐεργεσία, πού συνόρυε μέ τή σπατάλη». (Schaff Philip: «History of the Christian Church, Chapter I, p. 14.» Ὁ ἴδιος σ΄ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου του: «Ὅλες οἱ χριστιανικές ἐκθέσεις μιλοῦν γιά τήν ἐγκράτειά του».Schaff Philip: «History of the Christian Church” , Chapter I, p. 14, F. 10)

[i] Ίουλιανοῦ, Πανηγυρικός λόγος πρός Κωνστάντιο, Ἅπαντα Ἰουλιανοῦ, Ἐκδόσεις Κάκτος, τόμος 1, σελ. 61 -63

[ii] Εὐτρ. Breviarium, 10, 5-7

[iii] Βίκτωρ Αὐρήλ. Ἐπιτ. 41, 14

[iv] Λιβάνιος, «Ὑπέρ τῶν ἑλληνικῶν ναῶν», Θύραθεν Ἐπιλογή, 1998, σελ. 71, 101, 103

[v] Οἰκονόμου Κ.: Τά διασωζόμενα ἐκκλησιαστικά συγγράμματα, τόμος Γ΄, σελ. 205

[vi] Λακτ. Περί θαν. διωκτ. 18

[vii] Εύς. Β. Κ. Γ΄ 59

[viii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1, κεφ. 45

[ix] Β.Κ. βιβλ. 4, κεφ. 31

[x] Εὐσ. Β.Κ. Γ΄13

[xi] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 4, κεφ.55

[xii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 4 κεφ. 29

[xiii] Εὐμέν. Πανηγ. 4

[xiv] Εύμέν. Πανηγ. 17

[xv] Εὐμέν. Πανηγ.14

[xvi] Ναζάρ. Πανηγυρ. 21

[xvii] Ἰω. Μαλάλα «Χρονογραφία»,βιβλ. 7. ἔκδοση 2001, σελ. 251

[xviii]Ἰωάνν. Ἀντιοχ. Exc. De virt, Index of /pgm/PG_Migne/John of Antioch_PG 77,132

[xix] Θεοφάνους Χρονογραφία, P.G. t. 108, σελ. 96

[xx] Φωτίου, Βιβλιοθήκη,Ἐκδόσεις Κανάκη,2000, σελ. 117

[xxi] Εὐσ. Β.Κ. Δ΄54

,

Σχολιάστε

Τῼ ΑΥΤῼ ΜΗΝΙ ΙΔ´

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(ἀπὸ τὸν Συναξαριστή)

Τῷ αὐτῶ μηνὶ ιδ΄ ἡ Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.

Τὰς ἐν λάρυγγι Σῶτερ ὑψώσεις φέρει,
Ὑψούμενον βλέπουσα σὸν Σταυρὸν κτίσις.
Ὑψώθη δεκάτῃ Σταυροῦ ξύλον ἠδὲ τετάρτῃ.

Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ Ἰσαπόστολος, πρῶτος ἀνάμεσα εἰς τοὺς βασιλεῖς τῆς παλαιᾶς Ρώμης, ἐδέξατο τὸν Χριστιανισμόν. Οὗτος λοιπὸν ἔχωντας πόλεμον, καθὼς μὲν λέγουσι τινές, ἐν τῇ Ρώμῃ κατὰ Μαγνεντίου· καθὼς δὲ ἄλλοι λέγουσιν, ἐν τῷ ποταμῷ τοῦ Δουνάβεως κατὰ τῶν Σκυθῶν· βλέπωντας δὲ τὸ στράτευμα τῶν ἐχθρῶν, πὼς ἦτον περισσότερον ἀπὸ τὸ ἐδικόν του, εὑρίσκετο εἰς ἀπορίαν καὶ φόβον. Ὅθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρισκομένου, ἐφάνη κατὰ τὸ μεσημέριον τύπος Σταυροῦ εἰς τὸν οὐρανόν, σημειούμενος δι’ ἀστέρων. Καὶ τριγύρω εἰς τὸν Σταυρὸν ἐφάνηκαν γράμματα, τυπούμενα καὶ αὐτὰ δι’ ἀστέρων μὲ ρωμαϊκά, ἤτοι λατινικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔλεγον οὕτω· «Ἐν τούτῳ νίκα» .

Παρευθὺς λοιπὸν κατασκευάσας ἕνα Σταυρόν, ὅμοιον μὲ ἐκεῖνον, ὁπού ἐφάνη εἰς τὸν οὐρανόν, ἐπρόσταξε νὰ προπορεύεται ἔμπροσθεν τοῦ στρατεύματος. Ἔπειτα συμπλέκεται μὲ τοὺς ἐχθρούς, καὶ τούτους κατὰ κράτος νικᾶ, ὥστε ὁπού, οἱ περισσότεροι μὲν ἀπὸ ἐκείνους ἐθανατώθησαν. Οἱ δὲ ἄλλοι ἔφυγον ἀπὸ τὸν φόβον τους. Ὅθεν ἐκ τοῦ θαύματος τούτου ἐννοήσας τὴν δύναμιν τοῦ Σταυρωθέντος, καὶ πιστεύσας, ὅτι οὗτος μόνος εἶναι ἀληθὴς Θεός, ἐβαπτίσθη μὲ τὴν μητέρα του.

Τότε λοιπὸν στέλλει τὴν αὐτοῦ μητέρα Ἑλένην εἰς Ἱεροσόλυμα, ἕνα μέν διὰ νὰ προσκυνήσῃ καὶ λαμπρότατα νὰ τιμήσῃ τὸν ζωοποιὸν Τάφον τοῦ Κυρίου, καὶ τοὺς λοιποὺς Ἁγίους Τόπους. Καὶ ἄλλο δέ, διὰ νὰ ζητήση μὲ σπουδὴν νὰ εὕρῃ τὸν τίμιον Σταυρὸν τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος. Διὰ τὸν ὁποῖον μὲ πόθον ζέοντα ἐρευνήσασα, εὗρεν αὐτὸν κεκρυμμένον. Ὁμοίως εὑρῆκε καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυρούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐσταυρώθησαν οἱ δύο λησταί. Εὗρε δὲ πρὸς τούτοις καὶ τοὺς ἥλους. Ἐπειδὴ δὲ ἡ βασίλισσα εὐρίσκετο εἰς ἀπορίαν, ποῖος ἀπὸ τοὺς τρεῖς εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, τούτου χάριν διὰ τοῦ θαύματος, ὁπού ἔγινεν εἰς τὴν ἀποθανοῦσαν χήραν γυναίκα, ἥτις ἀνέστη εὐθὺς ὁπού ἤγγισεν εἰς τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, διὰ τούτου, λέγω, ἐγνώρισεν αὐτόν. Οἱ γὰρ ἄλλοι δύο σταυροὶ τῶν ληστῶν, οὐδὲν τοιοῦτον θαῦμα ἐποίησαν .

Τότε λοιπὸν ἠσπάσατο καὶ προσεκύνησε τὸν τίμιον Σταυρὸν μετὰ πολλῆς εὐλαβείας καὶ πίστεως, τόσον ἡ βασίλισσα Ἑλένη, ὅσον καὶ ὅλη ἡ μετ’ αὐτῆς σύγκλητος τῶν ἀρχόντων. Ἐπειδὴ δὲ ἐζήτει καὶ ὅλος ὁ λαὸς τῶν Χριστιανῶν νὰ προσκυνήσῃ καὶ νὰ ἀσπασθῃ αὐτόν, δὲν ἦτον δὲ δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ ποθουμένου διὰ τὸ πολὺ πλῆθος, τούτου χάριν ἐζήτησαν κατὰ δεύτερον λόγον, κὰν νὰ ἰδοῦν μόνον τὴν γλυκυτάτην θεωρίαν τοῦ τιμίου Σταυροῦ, καὶ ἔτζι διὰ μόνης τῆς θεωρίας νὰ εὐχαριστήσουν τὸν πρὸς αὐτὸν πόθον τους. Ὅθεν ὁ τότε μακαριώτατος Πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων Μακάριος, ἀνέβη ἐπάνω εἰς τὸν ἄμβωνα, καὶ σηκώσας ὑψηλὰ μὲ τὰς δύο του χεῖρας τὸν τίμιον Σταυρόν, ἔδειξεν αὐτὸν φανερῶς εἰς ὅλους τοὺς ὑποκάτω εὑρισκομένους Χριστιανούς. Οἵτινες εὐθὺς ὁπού τὸν εἶδον, ἐφώναξαν ἀπὸ καρδίας ὅλοι ὁμοῦ τὸ «Κύριε ἐλέησον». Ἀπὸ τότε λοιπὸν ἐπρόσταξαν οἱ θειότατοι καὶ θεόπνευστοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἑορτάζουν ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ κατὰ τὴν σήμερον ἡμέραν, τὴν τιμίαν ταύτην καὶ παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ θείου Σταυροῦ, εἰς δόξαν τοῦ ἐν αὐτῷ προσηλωθέντος Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν .

, , ,

Σχολιάστε