Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Μέγας Βασίλειος

ΝΗΦΑΛΙΟΣ ΣΤΗΝ ἐκκλησιαστικὴ ΤΡΙΚΥΜΙΑ ὁ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος γιά τό νέον Ἔτος 2020
τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
.                 Κατ’ ἀρχήν εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένο καί σω­τή­ριο τό νέον ἔτος 2020, τό ὁποῖο ἀρχίζει ἀπό σήμερα.

.                 Τήν σημερινή ἡμέρα, ἐκτός ἀπό τήν Δεσποτική ἑορτή τῆς Περι­τομῆς τοῦ Χρι­στοῦ, σηματοδοτεῖ καί ἡ ἑορτή τοῦ Μεγάλου Βασι­λείου. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναδείχθηκε μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά ἐποχή πού ἐπικρατοῦσε θεολογική σύγχυση μεταξύ πολλῶν Ἐπισκό­πων καί Χρι­στιανῶν, ὡς πρός τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδή συγκρουόταν τό ρεῦμα τῆς φιλο­σοφικῆς θεολογίας μέ τήν ἀποκαλυπτική θεολογία τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν ἕνας νηφάλιος νοῦς, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε σέ μιά διαταραγμένη ἐποχή καί αὐτό ἔχει σημασία νά τονίζεται, ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας.
.                 Ἐκτός τοῦ ὅτι ἐργάσθηκε ποιμαν­τικά στήν Μητρόπολή του σέ ὅλους τούς τομεῖς, ἀνέλαβε τήν εὐθύνη νά εἰρηνεύση ὅλη τήν Ἐκκλησία. Εἶχε προηγηθῆ ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἡ ὁποία ὁμολόγησε τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅμως ὁ θόρυβος ὄχι μόνον δέν σταμάτησε, ἀλλά ἐπεξετάθηκε ἀκόμη περισσότερο. Δηλαδή, μετά τήν Α΄ Οἰκουμε­νική Σύνοδο πολλοί Ἐπίσκοποι δέν ἀποδέχθηκαν τίς ἀποφάσεις της, μέ ἀποτέλεσμα νά διασαλεύεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὅσοι καταδικάσθηκαν ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἔκαναν ἀγώνα γιά νά ἐπικρατήσουν οἱ αἱρετικές ἀπόψεις τους. Ἔπειτα, ἐμφανίσθηκαν καί ἄλλοι αἱρετικοί, ὅπως οἱ Πνευματομάχοι πού δέν δέχονταν τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ἄλλοι αἱρετικοί, ἤτοι ὁ Εὐνόμιος ὁ Ἀπολλινά­ριος Λαοδικείας, ὁ Σαβέλλιος, ὁ Μάρκελλος Ἀγκύρας κλπ., πού δίδασκαν διάφορες αἱρετικές διδασκαλίες. Μεγάλη ἀναταραχή δημιουργήθηκε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς ποι­κίλες αἱρέσεις.
.                 Ὁ Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τήν κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς του μέ μιά ναυμαχία μέ τήν σύρραξη τῶν πλοίων, τήν τρικυμία τῆς θάλασσας, τό σκοτάδι τῆς νύκτας, τήν δύναμη τῶν ἀνέμων, τήν ἀλληλεξόντωση τῶν πολεμιστῶν, τό βύθισμα τῶν πλοί­ων, τήν διαμάχη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καί ἐνῶ ὁ ἴδιος θά προτιμοῦσε νά σιωπήση, γιατί δέν θά τόν ἄκουγε κανένας, ὅμως ἀπό ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία ἀνέλαβε μιά ἔντονη δραστηριότητα γιά νά ἐπικρατήση ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ἐκκλη­σιῶν.
.                 Κυρίως, χρησιμοποίησε τέσσερεις τρόπους. Ὁ πρῶτος ἦταν ἡ ἀπο­στολή ἐπιστολῶν σέ διαφόρους Ἐπισκόπους, Κληρικούς, πολιτικούς ἄρχοντες, ρήτορες καί φιλοσόφους φίλους του γιά δογματικά θέματα, καί γιά ἄλλα θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς Χρι­στιανούς. Ὁ δεύτερος τρόπος ἦταν ἡ προσωπική ἐπικοι­νω­νία μέ διάφορες Ἐκκλησίες ἤ μέ ἀντιπροσώπους του, προκει­μένου νά εὑρεθοῦν λύσεις γιά τά δογματικά καί τά ἐκκλησια­στικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ τρίτος τρόπος ἦταν ἡ πρόταση γιά σύγκληση Συνό­δων προκειμένου νά ληφθοῦν οἱ ἀπαραίτητες ἀποφάσεις. Καί ὁ τέταρτος τρόπος ἦταν ἡ προσευχή. Γι᾽ αὐτό στήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς στήν θεία Λειτουργία πού συνέταξε, προσεύχεται: «Παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν… τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος». Οἱ αἱρέσεις τελικά ἀντιμετωπίζονται κυρίως μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                 Στόν ἀγώνα του αὐτόν εἶχε δύο σταθερά δεδομένα, πού ἦταν καί οἱ βασικοί στόχοι του, δηλαδή, δέν ἔκανε συζητήσεις διπλω­ματικές, ὥστε νά δεχθῆ συμβιβασμούς στήν πίστη. Ὁ πρῶτος ὅρος ἦταν ὅλοι νά ἀποδεχθοῦν τό Σύμβολο τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, τό ὁποῖο θέσπισαν οἱ Πατέρες τό 325 μ.Χ., καί ὁ δεύτερος ὅρος ἦταν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἄκτι­στον, δηλαδή Θεός. Μέ αὐτά τά δεδομένα ἐπικοινω­νοῦ­σε συνεχῶς μέ τούς τότε κορυφαίους θρόνους, ἤτοι τῆς Ρώμης, τῆς Ἀλεξαν­δρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Κωνσταντινου­πόλεως καί προ­σπα­θοῦσε νά βρῆ σημεῖα ἑνότητος μεταξύ τους.
.                 Ὅταν διαβάση κανείς τούς λόγους του, διαπιστώνει ὅτι διακρί­νονται ἀπό σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα, θεολογική ἐπάρ­­κεια, εὐγένεια, ἐπιχειρηματολογία, στιβαρότητα, σεβα­σμό στήν Ἐκκλησία καί στούς ἀνθρώπους, μετριοπά­θεια καί πολλά ἄλλα. Ἦταν πράγματι ἕνας πνευματικός ἡγέτης μεγάλων διαστά­σεων, ἕνας οἰκουμενικός Πατέρας καί διδάσκαλος.
.                 Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐκοιμήθη τό 379 μ.Χ. σέ ἡλικία 49 ἐτῶν, ὅμως ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος πού συγκλήθηκε δύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, δηλαδή τό 381 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, στηρίχθηκε σέ μεγάλο βαθμό στίς δικές του προσπάθειες, τούς δικούς του κόπους, στήν δική του θεολογία, πού ἦταν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως, στήν ἐπιτυχία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔπαι­ξαν σημαντικό ρόλο καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος­ Νύσσης, δηλαδή ὁ φίλος του καί ὁ ἀδελφός του, ἀλλά κάτω ἀπό αὐτούς κρύβεται ὁ στιβαρός, ἰσορροπημένος θεολογικός λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως φαίνεται στίς ἐπιστολές του πού ἀπέστειλε.
.                 Ὁ λόγος του καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνεργοῦσε εἶναι ὑπόδειγμα καί γιά ἐμᾶς σήμερα, τούς Ἐπισκόπους, τούς Κληρικούς, τούς μοναχούς καί τούς λαϊκούς Χριστιανούς, στόν χειρισμό τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων πού μᾶς ἀπασχολοῦν. Ὅταν ἐπικρατοῦν ἀπόψεις πού διαποτίζονται ἀπό τόν ἐμπαθῆ φανατισμό καί τήν ἐξωτερική διπλωματία, ὅταν ἐπικρατῆ μιά ἄνευρη θεολογία, πού θυμίζει αὐτό πού ἔγραφε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅτι δυστυχῶς οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι «τεχνολογοῦσι καί οὐ θεολογοῦσι», ὅταν ἐπικρατοῦν σχισματικές τάσεις, τότε ἀπαιτοῦνται νηφάλιες, σοβαρές καί ὑπεύθυνες θεολογικές φωνές.
.                 Μέσα στήν πνευματική καί ἐκκλησιαστική τρικυμία χρειάζεται ψυχραιμία, ὑπευθυνότητα, ὀρθόδοξη θεολογία, πού εἶναι ἡ θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, κυρίως ἀπαιτεῖται εἰλι­κρι­νής ἀγάπη στόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Χρειαζό­μαστε σήμερα Κληρικούς καί θεολόγους, πού νά προσεγγίζουν, ἔστω καί λίγο, τήν μεγάλη μορφή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά προσευχόμαστε στόν Θεό γι᾽ αὐτό. Δέν μᾶς λείπουν σήμερα τά ἐπιχει­ρήματα, ἀλλά ἅγιοι Ἐπίσκοποι, πού νά ἔχουν ζωντανή θεολογία καί νηφάλιο λόγο, γιατί ἐκεῖ πού ἀκούγονται ἐμπρηστικοί φανατικοί λόγοι, δέν ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος, πού διαιρεῖ ἀντί νά ἑνώνη.
.                 Καί πάλι εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένος ὁ νέος χρό­νος μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἀρχιεπι­σκό­που Καισα­ρείας τῆς Καππα­δοκίας. Καί νά εὐχηθοῦμε νά εἰρηνεύη ἡ σύγχρονη Ἐκκλησία ἀπό τούς κλυδωνισμούς πού ὑφίσταται.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΗΣΥΧΑΣΜΟΥκαὶ ΔΡΑΣΕΩΣ (μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος Πρωτοχρονιᾶς 2018
Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

.                 Ἡ πρώτη Ἰανουαρίου εἶναι ἀφιερωμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία στό γεγονός τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ Χριστός ὀκτώ ἡμέρες ἀπό τήν γέννησή Του δέχθηκε ἀπό ἄκρα ταπείνωση τήν περιτομή τήν ὁποία Αὐτός ὁ Ἴδιος θέσπισε στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὅμως, ἡ ἡμέρα αὐτή, πού εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ πολιτικοῦ ἔτους, εἶναι ἀφιερωμένη καί στόν Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε αὐτήν τήν ἡμέρα τό ἔτος 379 μ.Χ. Ἔτσι, θά γίνη μιά μικρή ἀναφορά στόν μεγάλο αὐτόν Οἰκουμενικό διδάσκαλο καί Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Οἱ περισσότεροι ἔχουν ἀκούσει ἀπό τό Σχολεῖο τίς σημαντικές σπουδές πού ἔκανε ὁ Μέγας Βασίλειος στήν Ἀθήνα, κατά τίς ὁποῖες ἀπέκτησε ὅλη τήν γνώση καί τήν σοφία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅμως, πρέπει νά μή μένουμε μόνον σέ αὐτές τίς γνώσεις, ἀλλά νά τόν παρακολουθήσουμε στήν μετέπειτα ἐκκλησιαστική του πορεία.
.                 Κατ’ ἀρχάς, ὁ Μέγας Βασίλειος μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Καισάρεια βαπτίσθηκε Χριστιανός, γιατί μέχρι τότε ἦταν κατηχούμενος, καί ἀμέσως ἐπιδόθηκε στήν ἀναζήτηση ἀληθινῶν μοναχῶν πού νά ἐφαρμόζουν τίς εὐαγγελικές ἐντολές. Ἔκανε ἕνα κοπιαστικό ταξίδι σέ κέντρα μοναχικοῦ βίου, μέ τά μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γιά νά γνωρίση μοναχούς πού νά ἔχουν πνευματικές ἐμπειρίες. Πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια καί σέ ἄλλα μέρη τῆς Αἰγύπτου, στήν Παλαιστίνη, στήν Κοίλη Συρία καί ἔφθασε μέχρι τήν Μεσοποταμία. Σέ ὅλα αὐτά τά μέρη ἀναπτύχθηκε καί καλλιεργήθηκε ὁ ἀσκητικός καί ἀναχωρητικός βίος, καί ἐκεῖ συνάντησε πολλούς πνευματικούς ἀδελφούς πού ζοῦσαν ἀσκητικά. Αὐτό τό ταξίδι σέ κέντρα μοναχικῆς ζωῆς πρέπει νά κράτησε πολλούς μῆνες.
.                 Στήν συνέχεια ἐπανῆλθε στήν Καισάρεια καί ἀποσύρθηκε στόν Πόντο, κοντά στόν Ἴρι ποταμό, ὅπου στήν ἀρχή μόνος του καί ἔπειτα μαζί μέ τόν φίλο του ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ἔζησε τήν ἐρημική ζωή, τήν ἀπόλυτη ἡσυχία, καί γεύθηκε τούς γλυκεῖς καρπούς τῆς ἐρήμου.
.                 Ἀπό τίς ἐπιστολές πού ἔστειλε στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί ἀπό ἄλλα κείμενά του φαίνεται ὅτι στήν ἔρημο ἀπέκτησε μεγάλες ἐμπειρίες τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀληθινός ἐμπειρικός θεολόγος.
.                 Μετά ἀπό ἱκανή πνευματική πείρα κλήθηκε νά ὑπηρετήση τήν Ἐκκλησία ὡς Πρεσβύτερος καί ἀργότερα ὡς Μητροπολίτης Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. Ἡ ἀσκητική του ζωή τόν ἔκανε νά εἶναι σοβαρός, πράγμα πού μερικοί τό θεώρησαν ὡς ὑπεροψία. Πάντως, ἡ ποιμαντική του δραστηριότητα μέ τίς ὁμιλίες του, τίς Λειτουργίες, τήν φιλανθρωπική δράση του, τόν ἀνέδειξαν ὡς ἕναν πραγματικό ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρά τό εὔθραυστον τῆς σωματικῆς του ὑγείας. Ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιά τήν κατάρτιση ἀξίων συνεργατῶν του σέ ὅλη αὐτήν τήν ποιμαντική δραστηριότητα.
.                 Ἀποδείχθηκε ἕνας λαμπρός πνευματικός πατέρας καί ἀληθινός ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καισαρείας, καταβάλλοντας σημαντικές προσπάθειες γιά τήν ἀνάδειξη καλῶν Ἐπισκόπων, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ φίλος του ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἀδελφός του ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης.
.                 Ἡ σοβαρή αὐτή προετοιμασία του τόν κατέστησε καί μεγάλο θεολόγο στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τήν περίοδο ἐκείνη στήν ὁποία ἦταν Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας γινόταν μεγάλη θεολογική συζήτηση γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, εἶχε δέ προηγηθῆ ἡ σύγκληση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὑπῆρξαν διάφοροι Ἐπίσκοποι πού ἀντιτάχθηκαν στίς ἀποφάσεις της. Ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τήν ἐμπειρική γνώση πού ἀπέκτησε, μέ τά χαρίσματα πού τόν διέκριναν, μέ τά ἡγετικά προσόντα πού διέθετε ἦταν ὁ πνευματικός ἡγέτης, πού ἀναγνωρίσθηκε ἀκόμη καί ἀπό τούς ἐχθρούς του, καί κατόρθωσε νά ἐπιβάλη τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀποφεύγοντας διάφορες ἀκρότητες καί φανατισμούς. Ἔτσι, ἐπιτέλεσε ἕνα μεγάλο οἰκουμενικό ἔργο καί συντόνιζε τόν ἀγώνα γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ὀρθοδόξων ἀπόψεων. Ἡ Β´ Οἰκουμενική Σύνοδος, πού συνεκλήθη δύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, τό ἔτος 381 μ.Χ. βασίσθηκε στήν δική του θεολογική διδασκαλία, ὅπως καί στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
.                 Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ὑπῆρξε ἕνας ἀληθινός Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ὅτι εἶχε ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, τίς ὁποῖες ἀπέκτησε μέσα ἀπό τήν ἀσκητική καί ἡσυχαστική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή δέν ἦταν ἕνας Ἐπίσκοπος πού παρέμεινε μόνο στήν ἐξωτερική λάμψη τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ. Ἔπειτα, ἦταν ἕνας ἐμπνευσμένος πνευματικός καθοδηγός, ἕνας ὁλοκληρωμένος ποιμήν στήν Ἐκκλησία τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, τρέφοντας τό ποίμνιό του μέ τόν προφητικό, εὐαγγελικό, ἀποστολικό καί πατερικό λόγο.
.                 Ἑπομένως, στόν Μέγα Βασίλειο συνδυάζονται στενά καί ἄρρηκτα ἡ ἡσυχαστική παράδοση μέ τήν ποιμαντική δράση καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Τά τρία αὐτά γνωρίσματα (ἡσυχαστής, ἐπίσκοπος καί θεολόγος) τόν κατέστησαν μεγάλο Οἰκουμενικό Πατέρα, πού δείχνει ποιός εἶναι ἀληθινός ἡσυχαστής, ἐμπνευσμένος ποιμένας καί ἐμπει¬ρικός θεολόγος. Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔγραψε γι’ αὐτόν: «Βροντή σεῖο λόγος, ἀστραπή δέ βίος», δηλαδή «ὁ λόγος σου ἦταν βροντή καί ἀστραπή ὁ βίος».
.                 Τέτοιους πνευματικούς πατέρας χρειαζόμαστε σήμερα, σέ αὐτήν τήν συγκεχυμένη ἐποχή τοῦ συγκρητισμοῦ, τοῦ μεταμοντερνισμοῦ, τῆς μεταπατερικότητας, πού γίνεται διάσπαση μεταξύ θεσμοῦ καί χαρίσματος, καί ἀκούγονται διάφοροι λόγοι ξένοι καί ἀλλότριοι πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση, κατά τήν ὁποία ἐποχή ἡ ἐκκοσμίκευση ὑπονομεύει τήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή. Ὅλοι πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά εἴμαστε μιμητές τέτοιων ἁγίων ἀνθρώπων, γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν εὔκλεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Νά ἔχουμε τίς πρεσβεῖες τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

,

Σχολιάστε

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΝΘΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Κόνιτσα  2013, σελ. 144

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΠΝΕΥΜ.-ΑΝΘΗ-Μ.-ΒΑΣ..        Τὸ νὰ μελετήσεις ἔργα τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σὰν νὰ μπεῖς σ᾽ ἕναν κῆπο μὲ ποικιλία καλλιεργειῶν. Χαίρεσαι τὴν σοφία του, θαυμάζεις τὴν ἐμπειρία του, ἐνθουσιάζεσαι μὲ τὸν καθαρὸ καὶ αὐστηρὸ λόγο του καὶ μένεις κατάπληκτος άπὸ τὶς προσωπικές του περιπέτειες. Ὅμως οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας δὲν μποροῦν νὰ μελετήσουν τὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου, γι᾽ αὐτὸ καταφεύγουν στὶς μεταφράσεις. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν ἔχουν τὸν ἐλεύθερο χρόνο γιὰ νὰ ἐντρυφήσουν σὲ αὐτά. Ἔτσι μένουν ἄγνωστα στοὺς πολλοὺς παρ᾽ ὅλο ποὺ ὅλοι τιμοῦν τὸν Ἅγιο καὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι πράγματι ὑπῆρξε Μέγας.
.        Σὲ τοῦτο τὸ βιβλίο σχολιάζονται σύντομα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Μ. Βασιλείου, γιὰ νὰ γίνουν προσιτὰ τὰ σωτηριώδη μηνύματά τους, τὰ ὁποῖα τόσο ἔχει ἀνάγκη ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ποὺ ἐπιλέγει τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.
(π. Διον. Τάτσης)

, ,

Σχολιάστε

Η ΝΗΣΤΕΙΑ (Μέγ. Βασίλειος)

Η ΝΗΣΤΕΙΑ

, ,

Σχολιάστε

Μ. Βασιλείου ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Α´. §2–4: «᾿Επειδὴ οὐκ ἐνηστεύσαμεν, ἐξεπέσομεν τοῦ παραδείσου»

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ 
ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Α´.

§2-4

2. ῎Αλειψαί σου τὴν κεφαλὴν, καὶ νίψαι τὸ πρόσωπον. ᾿Επὶ μυστήριά σε καλεῖ ὁ λόγος. ῾Ο ἀλειψάμενος ἐχρίσατο, ὁ νιψάμενος ἀπεπλύνατο. ᾿Επὶ τὰ ἔνδον λάμβανε τῶν μελῶν τὴν νομοθεσίαν. Ἀπόπλυνε τὴν ψυχὴν ἁμαρτημάτων. Χρῖσαι τὴν κεφαλὴν χρίσματι ἁγίῳ, ἵνα μέτοχος γένῃ Χριστοῦ, καὶ οὕτω πρόσελθε τῇ νηστείᾳ. Μὴ ἀφανίσῃς τὸ πρόσωπόν σου ὥσπερ οἱ ὑποκριταί. Ἀφανίζεται πρόσωπον, ὅταν ἡ ἔνδον διάθεσις ἐπιπλάστῳ σχήματι τῷ ἔξωθεν ἐπισκοτῆται, ὥσπερ ὑπὸ παραπετάσματι τῷ ψεύδει καλυπτομένη. Ὑποκριτής ἐστιν ὁ ἐν θεάτρῳ ἀλλότριον πρόσωπον ὑπελθών, δοῦλος ὤν, πολλάκις τὸ τοῦ δεσπότου, καὶ ἰδιώτης, τὸ τοῦ βασιλέως. Οὕτω καὶ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, ὥσπερ ἐπὶ ὀρχήστρας τῆς ἑαυτῶν ζωῆς οἱ πολλοὶ θεατρίζουσιν, ἄλλα μὲν ἐν τῇ καρδίᾳ φέροντες, ἄλλα δὲ ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ τοῖς ἀνθρῶποις δεικνύντες. Μὴ ἀφάνιζε οὖν τὸ πρόσωπον. Οἶος εἶ, τοιοῦτος φαίνου, [ὅποιος εἶσαι, ἴδιος νὰ φαίνεσαι], μὴ κατασχηματίζου σεαυτὸν πρὸς τὸ σκυθρωπόν, τὴν ἐκ τοῦ δοκεῖν ἐγκρατὴς εἶναι δόξαν θηρώμενος. Οὔτε γὰρ εὐποιίας σαλπιζομένης ὄφελος, καὶ νηστείας δημοσιευομένης κέρδος οὐδέν. Τὰ γὰρ ἐπιδεικτικῶς γινόμενα οὐ πρὸς τὸν αἰῶνα τὸν μέλλοντα τὸν καρπὸν ἐκτείνει, ἀλλ᾿ εἰς τὸν τῶν ἀνθρώπων ἔπαινον καταστρέφει. Πρόσδραμε τοίνυν φαιδρῶς τῇ δωρεᾷ τῆς νηστείας. Ἀρχαῖον δῶρον ἡ νηστεία, οὐ παλαιούμενον καὶ γηράσκον, ἀλλ᾿ ἀνανεούμενον ἀεί, καὶ εἰς ἀκμὴν ἐπανθοῦν.

3. Οἴει με τὴν ἀρχαιογονίαν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ νόμου τίθεσθαι; Καὶ νόμου πρεσβυτέρα νηστεία. [Ἡ νηστεία εἶναι ἀρχαιότερη καὶ ἀπὸ τὸν μωσαϊκὸ Νόμο] ᾿Εὰν μικρὸν ἀναμείνῃς, εὑρήσεις τοῦ λόγου τὴν ἀλήθειαν. Μὴ οἴου τὴν ἡμέραν τοῦ ἱλασμοῦ, τὴν διατεταγμένην τῷ ᾿Ισραὴλ τῷ ἑβδόμῳ μηνὶ, τῇ δεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνός, ταύτην εἶναι τῆς νηστείας τὴν ἀρχήν. Δεῦρο δὴ διὰ τῆς ἱστορίας βαδίζων, ἀνερεύνησον τὴν ἀρχαιογονίαν αὐτῆς. Οὐ γὰρ νεώτερον τὸ ἐφεύρεμα, πατέρων ἐστὶ τὸ κειμήλιον. (σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἐμεῖς σήμερα, οἱ πατραλοῖες, δὲν θέλουμε οὔτε τοὺς πατέρες οὔτε τὴν σεβαστὴ κληρονομιά τους, τὰ κειμήλιά τους. Μᾶς ἐνθουσιάζει ἡ “μεταπατερικότητα”)   Πᾶν τὸ ἀρχαιότητι διαφέρον, αἰδέσιμον. [Κάθε τι ἀρχαῖο εἶναι σεβαστό] Δυσωπήθητι τὴν πολιὰν τῆς νηστείας. [Σεβάσου τὴν μεγάλη ἡλικία τῆς νηστείας]  Συνηλικιῶτίς ἐστι τῆς ἀνθρωπότητος· [Εἶναι συνομήλικη μὲ τὴν ἀνθρωπότητα]  νηστεία ἐν τῷ παραδείσῳ ἐνομοθετήθη. [στὸν παράδεισο νομθετήθηκε] Τὴν πρώτην ἐντολὴν ἔλαβεν Ἀδάμ· Ἀπὸ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθε. Τὸ δὲ, οὐ φάγεσθε, νηστείας ἐστὶ καὶ ἐγκρατείας νομοθεσία. Εἰ ἐνήστευσεν ἀπὸ τοῦ ξύλου ἡ Εὔα, οὐκ ἂν ταύτης νῦν ἐδεόμεθα τῆς νηστείας. [Ἂν ἀπέφευγε νὰ φάει ἡ Εὔα τὸ ξύλο (τῆς γνώσεως), δὲν θὰ χρειαζόμασταν ἐμεῖς τώρα τὴν νηστεία] Οὐ γὰρ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες. ᾿Εκακώθημεν διὰ τῆς ἁμαρτίας· ἰαθῶμεν διὰ τῆς μετανοίας· μετάνοια δὲ χωρὶς νηστείας ἀργή. ᾿Επικατάρατος ἡ γῆ, ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι. Στυγνάζειν προσετάχθης, μὴ γὰρ τρυφᾷν. Διὰ νηστείας ἀπολόγησαι τῷ Θεῷ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν παραδείσῳ διαγωγὴ νηστείας ἐστὶν εἰκών, οὐ μόνον καθότι τοῖς ἀγγέλοις ὁμοδίαιτος ὤν ὁ ἄνθρωπος, διὰ τῆς ὀλιγαρκείας τὴν πρὸς αὐτοὺς ὁμοίωσιν κατώρθου, ἀλλ᾿ ὅτι καὶ ὅσα ὕστερον ἡ ἐπίνοια τῶν ἀνθρώπων ἐξεῦρεν, οὔπω τοῖς ἐν τῷ παραδείσῳ διαιτωμένοις ἐπενενόητο: οὔπω οἰνοποσίαι, οὔπω ζῳοθυσίαι, οὐχ ὅσα τὸν νοῦν ἐπιθολοῖ τὸν ἀνθρώπινον.

 4. ᾿Επειδὴ οὐκ ἐνηστεύσαμεν, ἐξεπέσομεν τοῦ παραδείσου [ἐπειδὴ δὲν ἐνηστεύσαμεν, ἐξεπέσαμεν ἀπὸ τὸν παράδεισον] νηστεύσωμεν τοίνυν, ἵνα πρὸς αὐτὸν ἐπανέλθωμεν. Οὐχ ὁρᾷς τὸν Λάζαρον, πῶς διὰ νηστείας εἰσῆλθεν εἰς τὸν παράδεισον; Μὴ μιμήσῃ τῆς Εὔας τὴν παρακοήν, μὴ πάλιν σύμβουλον παραδέξῃ τὸν ὄφιν, φειδοῖ τῆς σαρκὸς τὴν βρῶσιν ὑποτιθέμενον. Μὴ προφασίζου ἀῥῥωστίαν σώματος καὶ ἀδυναμίαν. Οὐ γὰρ ἐμοὶ τὰς προφάσεις, ἀλλὰ τῷ εἰδότι λέγεις. Νηστεύειν οὐ δύνασαι, εἰπέ μοι; κορέννυσθαι δὲ διὰ βίου, καὶ συντρίβειν τὸ σῶμα τῷ βάρει τῶν ἐσθιομένων δύνασαι; Καὶ μὴν τοῖς ἀσθενοῦσιν οὐχὶ βρωμάτων ποικιλίαν, ἀλλ᾿ ἀσιτίαν καὶ ἔνδειαν οἶδα τοὺς ἰατροὺς ἐπιτάσσοντας. Πῶς οὖν ὁ ταῦτα δυνάμενος, ἐκεῖνα προφασίζῃ μὴ δύνασθαι; Τί εὐκοπώτερον τῇ γαστρί; λιτότητι διαίτης παρενεγκεῖν τὴν νύκτα, ἢ δαψιλείᾳ βρωμάτων βεβαρημένην κεῖσθαι; μᾶλλον δὲ μηδὲ κεῖσθαι, ἀλλὰ πυκνὰ μεταστρέφεσθαι διαῤῥηγνυμένην καὶ στένουσαν; εἰ μὴ καὶ τοὺς κυβερνήτας φήσεις βαρυνομένην τοῖς ἀγωγίμοις ὁλκάδα εὐκολώτερον σώζειν τῆς εὐσταλεστέρας καὶ κούφης. Τὴν μὲν γὰρ πεπιεσμένην τῷ πλήθει βραχεῖα κύματος ἐπανάστασις κατεβάπτισεν, ἡ δὲ συμμέτρως τῶν ἀγωγίμων ἔχουσα ῥᾳδίως ὑπεραίρει τοῦ κλύδωνος, οὐδενὸς ἐμποδίζοντος αὐτὴν ὑψηλοτέραν γενέσθαι. Καὶ τοίνυν τὰ τῶν ἀνθρώπων σώματα, συνεχεῖ μὲν τῷ κόρῳ καταβαρυνόμενα, εὐκόλως ὑποβρύχια ταῖς ἀῥῥωστίαις γίνεται· εὐσταλεῖ δὲ καὶ κούφῃ τῇ τροφῇ κεχρημένα, καὶ τὸ προσδοκώμενον ἐκ νόσου κακὸν ὥσπερ χειμῶνος ἐπανάστασιν ὑπεξέφυγε, καὶ τὸ ἤδη παρὸν ὀχληρὸν ὥσπερ τινὰ σπιλάδος ἐπιδρομὴν διεκρούσατο. ῏Ηπου καὶ τὸ ἡσυχάζειν κατὰ σὲ τοῦ τρέχειν ἐπιπονώτερον, καὶ τοῦ παλαίειν τὸ ἡρεμεῖν: εἴπερ οὖν καὶ τὸ τρυφᾷν τοῦ λιτῶς διαιτᾶσθαι τοῖς ἀσθενοῦσι φῇς εἶναι καταλληλότερον. Ἡ γὰρ οἰκονομοῦσα τὸ ζῶον δύναμις αὐτάρκειαν μὲν καὶ λιτότητα ῥᾳδίως κατειργάσατο, καὶ ᾠκείωσε τῷ τρεφομένῳ· πολυτέλειαν δὲ καὶ ποικιλίαν βρωμάτων παραλαβοῦσα, εἶτα ἀντισχεῖν πρὸς τὸ πέρας οὐκ ἐξαρκέσασα, τὰ ποικίλα γένη τῶν νοσημάτων ἐποίησεν.

, ,

Σχολιάστε

Μ. Βασιλείου ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Α´. §1: «Διατεθῶμεν τοίνυν, ὡς ἐδιδάχθημεν, μὴ κατασκυθρωπάζοντες ἐπὶ ταῖς προσιούσαις ἡμέραις, ἀλλὰ φαιδρῶς πρὸς αὐτάς, ὡς πρέπει ἁγίοις, διατιθέμενοι»

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Α´.

§1

.         Σαλπίσατε, φησίν, ἐν νεομηνίᾳ σάλπιγγι ἐν εὐσήμῳ ἡμέρᾳ ἑορτῆς ὑμῶν. Τοῦτο πρόσταγμά ἐστι προφητικόν. ῾Ημῖν δὲ πάσης σάλπιγγος μεγαλοφωνότερον, καὶ παντὸς ὀργάνου μουσικοῦ εὐσημότερον, τὴν προάγουσαν τῶν ἡμερῶν ἑορτὴν ὑποσημαίνει τὰ ἀναγνώσματα. ᾿Εγνωρίσαμεν γὰρ τῶν νηστειῶν τὴν χάριν ἐκ τοῦ ῾Ησαΐου, τὸν μὲν ᾿Ιουδαϊκὸν τῆς νηστείας τρόπον παρωσαμένου, τὴν δὲ ἀληθινὴν νηστείαν ἡμῖν παραδείξαντος. Μὴ εἰς κρίσεις καὶ μάχας νηστεύετε, ἀλλὰ λῦε πάντα σύνδεσμον ἀδικίας. Καὶ ὁ Κύριος: Μὴ γίνεσθε σκυθρωποὶ, ἀλλὰ νίψαι σου τὸ πρόσωπον καὶ ἄλειψαί σου τὴν κεφαλήν. Διατεθῶμεν τοίνυν, ὡς ἐδιδάχθημεν, μὴ κατασκυθρωπάζοντες ἐπὶ ταῖς προσιούσαις ἡμέραις, [νὰ μὴ σκυθρωπιάζουμε γιὰ τὶς ἐπερχόμενες ἡμέρες τῆς Νηστείας] ἀλλὰ φαιδρῶς πρὸς αὐτάς, ὡς πρέπει ἁγίοις, διατιθέμενοι. [ἀλλὰ φαιδρῶς, μὲ χαρά, ὅπως πρέπει στοὺς ἁγίους χριστιανούς, νὰ συμπεριφερόμαστε σ᾽ αὐτές]. Οὐδεὶς ἀθυμῶν στεφανοῦται, οὐδεὶς στυγνάζων τρόπαιον ἵστησι. Μὴ σκυθρωπάσῃς θεραπευόμενος. Ἄτοπον μὴ χαίρειν ἐπὶ ὑγείᾳ ψυχῆς, ἀλλὰ λυπεῖσθαι ἐπὶ βρωμάτων ὑπαλλαγῇ, [εἶναι ἄτοπο νὰ μὴ χαιρόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ νὰ λυπούμαστε γιὰ τὴν ἐναλλαγὴ τοῦ διατροφικοῦ σχήματος] καὶ πλείονα χάριν φαίνεσθαι διδόντας ἡδονῇ γαστρὸς ἢ ἐπιμελείᾳ ψυχῆς. Κόρος μὲν γὰρ εἰς γαστέρα τὴν χάριν ἵστησι, νηστεία δὲ πρὸς ψυχὴν ἀναβιβάζει τὸ κέρδος. Εὐθύμησον, ὅτι σοι δέδοται παρὰ τοῦ ἰατροῦ φάρμακον ἁμαρτίας ἀναιρετικόν. Ὥσπερ γὰρ οἱ ἐν τοῖς ἐγκάτοις τῶν παίδων ζωογονούμενοι σκώληκες φαρμάκοις τισὶ δριμυτάτοις ἐξαφανίζονται, οὕτως ἁμαρτίαν, ὑποικουροῦσαν τῷ βάθει, ἐναποκτείνει τῇ ψυχῇ ἐπεισελθοῦσα νηστεία, ἥγε ὡς ἀληθῶς τῆς προσηγορίας ταύτης ἀξία.

,

Σχολιάστε

OI ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ, Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΠΑΓΑΛΟΙ ΣΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΛΟΥΒΙ

Ο Τρες εράρχες γι τν Παιδεία

 Δημήτρης Νατσιὸς

.          Ὁ Νομπελίστας μας ποιητὴς Γ. Σεφέρης ἔλεγε: “Τὰ γράμματα εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ εὐγενικὲς ἀσκήσεις κι ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑψηλοὺς πόθους τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ παιδεία εἶναι ὁ κυβερνήτης τοῦ βίου. Κι ἐπειδὴ οἱ ἀρχὲς αὐτὲς εἶναι ἀληθινές, πρέπει νὰ μὴν ξεχνοῦμε πὼς ὑπάρχει μία καλὴ παιδεία, ἐκείνη ποὺ ἐλευθερώνει καὶ βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὁλοκληρωθεῖ σύμφωνα μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μία κακὴ παιδεία, ἐκείνη ποὺ διαστρέφει καὶ ἀποστεγνώνει καὶ εἶναι μία βιομηχανία ποὺ παράγει τοὺς ψευτομορφωμένους καὶ τοὺς νεόπλουτους τῆς μάθησης, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια κίβδηλη εὐγένεια μὲ τοὺς νεόπλουτους τοῦ χρήματος”. Κι ἂν σήμερα ἐπερίσσευσαν οἱ νεόπλουτοι τοῦ χρήματος καὶ τῆς μάθησης, αὐτοὶ ποὺ συνάζουν γνώσεις μὲ ἀποκλειστικὴ φροντίδα τὴν προαγωγὴ καὶ τὸ εἰσόδημα, ἐν τούτοις ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι μὲ καλὴ καὶ ἀληθινὴ παιδεία, δὲν σταμάτησε ποτὲ ὁ μικρὸς κι εὐλογημένος αὐτὸς τόπος νὰ ἀναδεικνύει πνεύματα φωτοβόλα.
.          Εἴμαστε μία χώρα μικρή, ποτὲ δὲν εἴχαμε ὑψηλὸ κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα, τὸ ἐντὸς τῆς κεφαλῆς ὅμως εἰσόδημα τῶν Ἑλλήνων ἐπλεόναζε, δάνεισε ἁπλόχερα τὸν πλοῦτο του καὶ σ᾽ ἄλλους λαούς. “Τῆς Ἑλλάδος ἀείποτε σύντροφος πενίη” τῆς Ἑλλάδας ἡ φτώχεια ἦταν πάντοτε σύντροφος, λέει ὁ Ἡρόδοτος, ἀλλὰ “στὸ μάκρος εἴκοσι πέντε αἰώνων δὲν ὑπῆρξε οὔτε ἕνας, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἕνας αἰώνας, ποὺ νὰ μὴν γράφτηκε ποίηση, στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε πολιτισμὸς”, ἀπαντᾶ ὁ Ὀδ. Ἐλύτης, ὁ τοῦ Αἰγαίου ραψωδός.
.          Ἀπὸ τοὺς 25 αἰῶνες ἀδιάλειπτης πνευματικῆς παραγωγῆς, δύο ἀπ᾽ αὐτοὺς ἡ ἱστορία τοὺς τίμησε, τοὺς ἐπροίκισε μὲ τὸ ἔνδοξο καὶ ἀθάνατο ἐπίθετο: ὁ χρυσοῦς αἰών. Σεμνύνεται ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς κόσμος γιὰ τὸν χρυσὸ αἰώνα τοῦ Περικλῆ. Ἔλαμψαν τότε τὰ λαμπρὰ αὐτὰ πνεύματα, “οἱ γονέοι τῆς ἀνθρωπότητος”, ὅπως τοὺς ὀνομάζει ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης. Αὐτὸ τὸ ἐξέχον πνεῦμα τὸ μεταλαμπαδεύει ὁ Μ. Ἀλέξανδρος σ᾽ ὅλον τὸν γνωστὸ τότε κόσμο, καθιστώντας τὴν Οἰκουμένη ἑλληνική. Μὲ ὄχημα τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἡ παιδεία, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Σωκράτη “ἐν ταῖς εὐτυχίαις κόσμος (δηλ. στολίδι) ἐστίν, ἐν δὲ ταῖς ἀτυχίαις καταφυγή”, γίνεται κτῆμα ὅλων τῶν λαῶν, γεγονὸς ποὺ ἀναγκάζει τὸν ρήτορα Ἰσοκράτη νὰ διαπιστώσει πὼς “μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς Παιδείας τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας”. Ἕλληνες εἶναι αὐτοὶ ποὺ μετέχουν, ποὺ μορφώνονται μὲ τὴν ἑλληνικὴ σοφία καὶ ὄχι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καταγωγὴ ἑλληνική. Ἀνῆλθε βέβαια τὸ ἀρχαιοελληνικὸ πνεῦμα σὲ ὕψη δυσθεώρητα, ἐν τούτοις τὰ μελανὰ στίγματα παρέμειναν. Τὸ ἰδεῶδες τοῦ καλοῦ κἀγαθοῦ πολίτη ἐπισκιαζόταν ἀπὸ τὸν θεσμὸ τῆς δουλείας, τὴν ὑποτίμηση τῶν γυναικῶν, τὴν περιφρόνηση τοῦ σώματος, ὅπως αὐτὸ ἐκφράστηκε ἀπὸ τοὺς νεοπλατωνικοὺς φιλοσόφους, κατέπεσε μὲ τὴν ἐπικούρεια φιλοσοφία στὴν ἡδονοθηρία: “ἀρχὴ καὶ ρίζα παντὸς ἀγαθοῦ, ἡ τῆς γαστρὸς ἡδονή”, ἔλεγε ὁ Ἐπίκουρος. Φάε, δηλαδή, πίε καὶ εὐφραίνου, ἐκφυλίστηκε τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα, κυρίως κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς ρωμαιοκρατίας, τότε ἐμφανίστηκαν καὶ οἱ Γραικύλοι, Ἕλληνες ποὺ υἱοθετοῦσαν τὰ αἰσχρὰ ἤθη τῶν ξένων.
.          Ἦταν ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Ἑλληνισμὸς ὁμοίαζε μὲ ἕναν γέρο, κουρασμένο καὶ ἑτοιμοθάνατο, ὅπως γράφει ὁ Παν. Κανελόπουλος. Τὸ πνεῦμα ἔσβηνε, ἡ τότε παγκοσμιοποίηση, ἐκβαρβάριζε καὶ μόλυνε τὰ πάντα. Εἶχε ἔρθει ὅμως “τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ ἑξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ”. Αὐτὸ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου σήμαινε, ὅπως γράφει καὶ ὁ μεγάλος μας ἱστορικὸς Κ. Παπαρρηγόπουλος, πὼς ἡ ἐξάπλωση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἦταν σχέδιο τοῦ Θεοῦ, στε τελειότατη πίστη ν κφρασθε μ τ τελειότατο ργανο κα ν ζυμωθε μέσα σ᾽ να ψηλ πολιτισμό, ὅπως τὸν δημιούργησαν καὶ τὸν ἐξέφρασαν οἱ Ἕλληνες. “Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου”, εἶπε ὁ Χριστός, ὅταν ἀντίκρισε τοὺς Ἕλληνες. Καὶ ἔτσι ἔγινε. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου (αὐτὸ σημαίνει ἡ φράση ) καὶ τὴν Πεντηκοστή, οἱ Ἀπόστολοι μεταφέρουν τὸ χαρμόσυνο μήνυμα εἰς πάντα τὰ ἔθνη, μὲ πρῶτο τὸ ἑλληνικό. Στέκεται προβληματισμένος στὴν Τροία, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὁπότε τοῦ ἐμφανίζεται τὸ γνωστὸ ὅραμα τοῦ Μακεδόνα ἄνδρα, ὁ ὁποῖος τὸν παρακαλεῖ “διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν”.
.         Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἡ ἑλληνικὴ Οἰκουμένη, γίνεται χριστιανικὴ Οἰκουμένη. Ὁ Παῦλος γνωρίζει στοὺς Ἕλληνες τὸν ἄγνωστο Θεό. Ὁ χριστιανισμός, ὡς νέος ἔφηβος, παίρνει στοὺς ὤμους του τὸ πολύπαθο κορμὶ τοῦ γέρου Ἕλληνα. λληνισμς σώζεται κα ναγεννται. Μετ π τρες αἰῶνες δημιουργε κα τν δεύτερο χρυσ αώνα του. Τν χρυσ αώνα τν Πατέρων τς κκλησίας, τότε πο λαμψαν ατο πο σήμερα τιμμε, ο μέγιστοι φωστρες, ο μελίρρυτοι ποταμο τς σοφίας, ατο πο φώτισαν κα πότισαν τν Οκουμένη, ο Τρες εράρχες, Βασίλειος Μέγας, Γρηγόριος Θεολόγος κα ωάννης Χρυσόστομος. “Νενικήμεθα”, νικηθήκαμε, φωνάζει ὁ μεγάλος εἰδωλολάτρης ρήτορας Λιβάνιος, διαβάζοντας μία ἐπιστολὴ τοῦ Μεγ. Βασιλείου. Δὲν νικήθηκε ὁ Ἑλληνισμός, ἀλλὰ σώθηκε, δημιουργώντας τὴν νέα μεγάλη πολιτιστικὴ καὶ πνευματικὴ δύναμη τῆς Ἀνατολῆς, τὴν Ὀρθοδοξία. Γεωγραφικὰ κατάγονται καὶ οἱ τρεῖς Ἱεράρχες ἀπὸ τὸν εὐρύτερο Ἑλληνισμό, ἀπὸ τὴν Καππαδοκία οἱ δύο ἐπιστήθιοι φίλοι, ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα τῆς Συρίας, τὴν Ἀντιόχεια, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.

.          Συνηθίζεται νὰ λέγεται πὼς οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες πέτυχαν τὴν σύνθεση Χριστιανισμοῦ καὶ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς πέτυχαν νὰ προφυλάξουν αὐτὴν τὴν σύνθεση ἀπὸ ἀκρότητες φιλοσοφικὲς καὶ αἱρετικὲς ποὺ ἤθελαν τὴν ἀπορρόφηση τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο στοιχεῖο. “Γιατί, Κύριε; ο τρες εράρχες εναι προστάτες τν γραμμάτων, τς Παιδείας μας”. Τ ρώτημά μου τ πηύθυνε μαθητής μου, παιδ τς Ϛ´ δημοτικο. Τ ρώτημα, τ μολογ, μ φερε σ δύσκολη θέση. Ο προστάτες γιοι τς Παιδείας, εναι ξοβελισμένοι π τν Παιδεία μας. Στ γλωσσικ μάθημα, πο συστήνει τν νθρωπο ς πνευματικ κα θικ ν, δν συναντ μαθητς το δημοτικο οτε να κείμενο τν Τριν εραρχν, ν παρελαύνουν ο μέτριοι κα ο σήμαντοι.
.          Ἐμποτισμένοι ἐδῶ καὶ 170 χρόνια ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν Βαυαρῶν, ἀπὸ τοὺς ξενοτραφεῖς καλαμαράδες καὶ λογίους, θεωροῦμε τὸ Βυζάντιο, τὴν Ρωμιοσύνη ὡς περίοδο σκοταδισμοῦ καὶ μηχανορραφιῶν. Γιὰ νὰ γίνουμε σὰν τὰ φωτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης, πρέπει νὰ ἀποκηρύξουμε “τὸ πάτριον θρήσκευμα καὶ πᾶν ἑλληνικόν”, ὅπως ἔγραφε ὁ καθ. Βερναρδάκης πρὶν ἀπὸ 150 χρόνια. Οἱ ἀσκητικὲς μορφὲς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἡ ὅλο ἀγάπη γιὰ τὸ συνάνθρωπο ζωή τους, ἡ ἀπάρνηση τοῦ πλούτου καὶ τῆς καριέρας τους δὲν χωροῦν στὴν κοινωνία ποὺ ἔχει ὡς στόχο τὸ νὰ περνᾶμε καλά, τὴν εὐδαιμονία, τὴν κοινωνικὴ ἀναρρίχηση μὲ ὁποιοδήποτε μέσο.
.          Ἀναμασᾶμε ἐδῶ καὶ δεκαετίες τὰ ξυλοκέρατα τῆς δῆθεν πολιτισμένης Δύσης, ποὺ βρίσκεται στὰ ὅρια τῆς νευρικῆς κρίσης καὶ δὲν σπεύδουμε νὰ ξεδιψάσουμε ἀπὸ τὴν πηγὴ τὴν ἀστείρευτη, ποὺ λέγεται λόγος τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. “Ἐπειδὴ εἴμαστε ἄνθρωποι, δὲν μποροῦμε νὰ περιφρονοῦμε τοὺς ἀνθρώπους”, νὰ λόγια ἁγιασμένα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Μεγ. Βασίλειου, ποὺ ἵδρυσε ὁλόκληρη πόλη τὴν Βασιλειάδα, ὅπου διακονοῦσε τοὺς ἐλάχιστους ἀδελφοὺς τοῦ Χριστοῦ).
.          1700 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ φεμινισμοῦ χτυπᾶ ὁ Γρηγόριος τὴν ἀνισότητα ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, τοὺς τότε νόμους ποὺ προκλητικὰ εὐνοοῦσαν τοὺς ἄνδρες. “Δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν νομοθεσία” ἔλεγε. “Ἄνδρες ἦταν οἱ νομοθέτες γι᾽ αὐτὸ ἐνομοθέτησαν κατὰ τῶν γυναικῶν. Οὐκ ἔνι ἄρσεν ἢ θῆλυ, εἶπεν ὁ Κύριος”. “Γιὰ τὰ κτήματα ποὺ ἔχουν δοθεῖ στὰ παιδιὰ φροντίζουμε, ὄχι ὅμως καὶ γιὰ τὰ παιδιά. Βλέπεις τὴν ἀνοησία γονέα. Ἄσκησε τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ πρῶτα καὶ κατόπιν θὰ ἔλθουν ὅλα τὰ ἄλλα. ταν ψυχ το παιδιο δν εναι νάρετη, καθόλου δ τ φελον τ χρήματα κα ταν εναι, καθόλου δν τ βλάπτει φτώχεια, θέλεις νὰ τὸ ἀφήσεις πλούσιο; Μάθε τὸ νὰ εἶναι καλὸς ἄνθρωπος… Γιατί πλούσιος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλὰ χρήματα καὶ ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ πολλὰ ἀγαθά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε”. Λόγια πρὸς τοὺς γονεῖς τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ ἠχοῦν παράξενα σ᾽ ἕναν κόσμο σὰν τὸν σημερινό. ποὺ ἔχει ἐπιδοθεῖ στὸ μανιῶδες κυνήγι τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ, τῆς καλοπέρασης, τῆς ἐπίδειξης.

.          Ἡ παιδεία μας σήμερα, ἐγκατέλειψε τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ καὶ στράφηκε στὸν ἐγκέφαλό του. “Παιδεία ἐστὶ οὐ τὴν ὑδρία πληρῶσαι, ἀλλὰ ἀνάψαι αὐτὴν”, ἔλεγε ὁ Πλάτωνας. Γεμίζουμε τὸ κεφάλι τοῦ παιδιοῦ μὲ γνώσεις καὶ ἀφήνουμε σβησμένη τὴν ψυχή του. Οὐδέποτε ὑπῆρχαν στὸν κόσμο καὶ στὸν τόπο μας τόσοι ἐγγράμματοι καὶ τέτοια φτώχεια πνευματική. Ἔχουμε μία παιδεία ποὺ ἐπιζητᾶ πρωτίστως νὰ θεραπεύσει τὶς ἀνάγκες τοῦ κράτους, τῆς βιομηχανίας, τῶν ἐπιχειρήσεων. Γεμίσαμε διπλωματούχους καὶ ἐξαφανίστηκαν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι. Ἡ πραγματικὴ παιδεία προσφέρει κατ᾽ οὐσίαν πνευματικὴ καὶ ὄχι τεχνικὴ μόρφωση, κάθε κοινωνία ποὺ θέλει νὰ προκόψει ἔχει πρῶτα ἀνάγκη χαρακτήρων καὶ κατόπιν τεχνικῶν. “Εἴχαμε τζιβαϊρικὸν πολυτίμητον καὶ παίρνομεν ἀσκιὰ μὲ ἀγέρα καὶ κούφια καρύδια. Ἔτζι θὰ γίνωμεν παλιοψάθα τῶν λαῶν”, βροντοφωνάζει ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης, ποὺ ἔβλεπε μὲ θλίψη τὴν περιφρόνηση τῆς παράδοσής μας.
.          “Εναι καλς μαθητής;” ρωτον γωνιωδς ο γονες, διαφορώντας πολλς φορς γι τ συμπεριφορά του, τ διαγωγή του. Παιδεία μως σημαίνει μόρφωση, μεταμόρφωση το νθρώπου, παιδεία φείλει ν δημιουργε νθρωπο μ πίστη, δηλαδ γωνιστή. ντ ν νατρέφουμε ητούς, θαλασσοπούλια πο θ βγαίνουν ψηλ γι ν λέγχουν τ πέλαγος, μες ταΐζουμε παπαγάλους σ χρυσ κλουβί. Ἂς σκύψουμε ὅμως λίγο στὸ πολυτίμητο τζιβαϊρικόν, στὸν λόγο τὸν χαριτωμένο, τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν. Τονίζουν καὶ οἱ τρεῖς Ἅγιοι τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀληθινῆς παιδείας: “Καθένας ποὺ ἔχει μυαλὸ θ᾽ ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ παιδεία εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς τὸ πρῶτο τῶν ἀγαθῶν. Δὲν περιφρονοῦμε τὴν παίδευση, ὅπως νομίζουν μερικοί. Ἀντίθετα, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τέτοια γνώμη εἶναι ἀνόητοι καὶ ἀμαθεῖς, θέλουν ὅλοι νὰ εἶναι σὰν κι αὐτούς, ὥστε μέσα στὴν γενικὴ ἀμάθεια νὰ μὴν φαίνεται ἡ δική τους ἄγνοια”, λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.
.          παιδεία”, γράφει Χρυσόστομος, “εναι μέγιστο γαθ γι τν νθρωπο, εναι μετάληψη γιότητας. Αὐτὴ ξεριζώνει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν ραθυμία, τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες, τὸ πάθος γιὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, αὐτὴ ἀναμορφώνει τὴν ψυχή, αὐτὴ καθιστᾶ τὴν ψυχή, μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἁγία”. “Ἡ παιδεία εἶναι πολὺ ὠφέλιμη στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ πολὺ ἐπίμονη προσπάθεια, ὥστε νὰ ξεριζωθοῦν ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδαγωγοῦ ἀδυναμίες καὶ πάθη”, λέει ὁ οὐρανοφάντωρ γέροντας τῆς Καισαρείας.
.          Ξερίζωμα εἶναι λοιπὸν ἡ Παιδεία, πρῶτα τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν καὶ στὴ συνέχεια καλλιέργεια ἀξιῶν, ἐξευγενισμὸς τῆς ψυχῆς. Τονίζουν ἰδιαίτερα οἱ τρεῖς Ἱεράρχες τὴν ἱερότητα τοῦ ἔργου τοῦ δασκάλου, θεωρώντας ὡς πρωταρχικῆς σημασίας τὸ παράδειγμα, τὰ ἔργα του. “Οὐ γὰρ ὁ λόγος τοσοῦτον ὅσον ὁ βίος, ἡ ζωή, εἰς τὴν ἀρετὴν ἄγειν”, ἔλεγε ὁ ἀρχαῖος Χρυσοῦς αἰών. “Γενοῦ αὐτοῖς τύπος καὶ μὴ νομοθέτης”, λέει ὁ χρυσοῦς τὸ στόμα Ἰωάννης. “Ἡ διδασκαλία στὴν τάξη”, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, “πρέπει νὰ γίνεται εὐχάριστα, γιατί μόνο τότε ἡ γνώση παραμένει μόνιμα. (Τέρπειν τε ἅμα καὶ διδάσκειν)”. Γιὰ τοῦτο καὶ τὰ μαθητικὰ βιβλία πρέπει νὰ εἶναι σαφῆ καὶ εὐχάριστα. Ὁ δάσκαλος δὲν πρέπει νὰ διατάζει, ὅταν εἶναι ἀνάγκη νὰ συμβουλεύει, οὔτε νὰ συμβουλεύει, ὅταν εἶναι ἀνάγκη νὰ διατάζει”. Οἱ συμβουλὲς αὐτὲς τοῦ Ἁγίου μποροῦν ἄνετα νὰ υἱοθετηθοῦν καὶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς ποὺ καὶ αὐτοὶ εἶναι δάσκαλοι διὰ βίου τῶν παιδιῶν τους. “Καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον εἶτα καθάραι, σοφισθῆναι καὶ οὕτω σοφίσαι, γενέσθαι φῶς καὶ εἶτα φωτίσαι, ἐγγίσαι Θεῷ καὶ προσαγάγειν ἄλλους, ἁγιασθῆναι καὶ ἁγιᾶσαι” ἀναφωνεῖ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ Πατριάρχης τῆς Νέας Ρώμης, ὁ ὁποῖος ὀνομάζει “τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν” τὸ ἄγειν ἄνθρωπον, τὸ ἔργο τοῦ δασκάλου. Σημειώσαμε πὼς καὶ οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μοίρασαν τὴν περιουσία τους, δὲν κράτησαν τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Μία πράξη ποὺ ἀντηχεῖ σίγουρα ξένη καὶ ἀστεία στὶς ἀντιλήψεις μας σήμερα, τὶς χριστιανικὲς (ἐντὸς εἰσαγωγικῶν ἡ λέξη) ἀντιλήψεις γιὰ διαφύλαξη καὶ αὔξηση τῆς περιουσίας μας. “Ὅσον πλεονάζεις τῷ πλούτῳ, τοσοῦτον ἐλλείπεις τὴν ἀγάπη”, καταγγέλλει ὁ Μ. Βασίλειος. “Οὐκ ἐστὶ μὴ ἀδικοῦντα πλουτεῖν”, δν μπορε κάποιος ν γίνει πολ πλούσιος χωρς ν δικήσει, συμπληρώνει ὁ Χρυσόστομος, ποὺ καθημερινὰ 7.000 ἄνθρωποι ἔβρισκαν τροφὴ στὸ πατριαρχεῖο του. “Ντρέπομαι”, ἔλεγε ὁ Χρυσόστομος “κάθε φορὰ ποὺ βλέπω πολλοὺς πλούσιους νὰ γυρίζουν ἐδῶ κι ἐκεῖ, νὰ ἱππεύουν ἄλογα μὲ χρυσὰ χαλινάρια, κι ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νὰ δώσουν κάτι στὸν φτωχό, γίνονται ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς φτωχότεροι”.
.           Γάγγραινα τῆς κοινωνίας κατάντησε σήμερα ἡ φιλαργυρία. “Ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἀρρώστιες ποὺ παθαίνει ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ πιὸ σιχαμερή, κατὰ τὴν κρίση μου, εἶναι ἡ φιλαργυρία, ἡ τσιγγουνιά. Ἀπὸ μικρὸς τὴν ἀπεχθανόμουν. Καὶ τώρα, μ᾽ ὅλο ποὺ μὲ τὴν ἡλικία ἄλλαξα γνώμη γιὰ πολλὰ πράγματα, γιὰ τὴν τσιγγουνιὰ δὲν ἄλλαξα. Προτιμῶ νά ᾽χω νὰ κάνω καὶ μ᾽ ἕναν φονιά, παρὰ μὲ τσιγκούνη. Γιατί ὁ φονιὰς μπορεῖ νὰ σκότωσε ἀπάνω στὸν θυμό του καὶ νὰ μετάνιωσε ὕστερα, ἐνῶ τσιγκούνης εναι ψυχρς πολογιστής, ς τ κόκαλο χαλασμένος. Στὸν φονιὰ μπορεῖς νὰ βρεῖς καὶ κάποια αἰσθήματα, στὸν φιλάργυρο κανένα. Ὁ φιλάργυρος εἶναι ἐγωιστής, ἀγαπᾶ μόνο τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ τέρας χειρότερο κι ἀπὸ τὸν ἐγωιστή, γιατί μπορεῖ νὰ μὴν ἀγαπᾶ μήτε τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν πείνα”, λόγια του μεγάλου Φ. Κόντογλου, συμφυῆ μὲ τὰ λόγια τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

.           Ἀσυμβίβαστοι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δὲν δίστασαν νὰ συγκρουστοῦν μὲ τὴν τότε ἐξουσία προκειμένου νὰ ὑπερασπιστοῦν τὴν δικαιοσύνη ἢ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Δὲν δίστασε ὁ Μέγ. Βασίλειος νὰ ἀρνηθεῖ τὴν φιλία τοῦ αἱρετικοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλη, λέγοντάς του “Τὴν βασιλέως φιλίαν μέγα μὲν ἡγοῦμαι μετ᾽ εὐσέβειας, ἄνευ δὲ ταύτης, ὀλεθρίαν ἀποκαλῶ”. Δὲν ἀνέχεται νὰ ἐγκαταλείψει οὔτε “ἰῶτα ἓν” τῶν θείων δογμάτων καὶ ἀσπάζεται καὶ τὸν θάνατο, ἂν παραστεῖ ἀνάγκη. Παραιτήθηκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς Κων/πόλεως, ὅταν διαπίστωσε αἱρετικὲς κακοδοξίες. Χτυπᾶ ἀλύπητα ὁ Χρυσόστομος, τὴν ἀνηθικότητα τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας. “Ὁ Θεὸς”, τῆς γράφει, “σοῦ ἔδωσε τὸ βασιλικὸ σκῆπτρο γιὰ νὰ ἀπονέμεις παντοῦ τὴν δικαιοσύνη. Χῶμα καὶ στάχτη, χόρτο καὶ σκόνη, σκιὰ καὶ καπνὸς καὶ ὄνειρο εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἰσχυρὸς ἄρχοντας. Δῶσε τέλος στὸν πόνο καὶ στὴ δυστυχία τῶν ἀπελπισμένων. Μήπως θὰ κατέβουν μαζί σου στὸν τάφο τὰ σταφύλια τῶν κλημάτων, τὰ χρήματα καὶ ἡ δόξα τῆς ἐξουσίας;”. Ἐξορίστηκε ὁ Ἅγιος, πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες μακριὰ στὰ βάθη τῆς Μ. Ἀσίας, ἔδωσε ὅμως παράδειγμα αἰώνιο στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες, κυρίως στοὺς σημερινούς, ποὺ ὁρισμένοι κυκλοφοροῦν σὰν Πέρσες σατράπες, μία ἄλλη μορφὴ ἐξουσίας, ἀνίκανη νὰ συλλάβει τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ τονίζει πὼς ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν διάκονος, πρέπει νὰ εἶναι ὑπηρέτης ὅλων.
.          Ἀπηχώντας τὰ λόγια τοῦ Χρυσοστόμου πρὸς τὴν τότε ἐξουσία, ὁ Παπαδιαμάντης πρὶν ἀπὸ 100 περίπου χρόνια γράφει: “Νὰ παύσει ἡ συστηματικὴ περιφρόνησης τῆς θρησκείας ἐκ μέρους τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων. Νὰ συμμορφωθεῖ ἡ ἀνωτέρα τάξις μὲ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας. Νὰ γίνει προστάτης τῶν πατρίων καὶ ὄχι διώκτρια. Νὰ ἀσπασθεῖ καὶ νὰ ἐγκολπωθεῖ τὰς ἐθνικὰς παραδόσεις. Νὰ μὴν περιφρονεῖ ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν. Νὰ μὴν νοθεύονται τὰ οἰκογενειακὰ καὶ θρησκευτικὰ ἔθιμα. Νὰ μὴ μιμώμεθα πότε τοὺς παπιστὰς πότε τοὺς προτεστάντας, νὰ μὴν χάσκωμεν πρὸς τὰ ξένα, νὰ τιμῶμεν τὰ πάτρια, ὣς πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;”. “Ἡ Ρωμανία κι ἂν ἐπέρασεν ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο”, ἔψαλλε ὁ ποντιακὸς ἑλληνισμός. Θὰ ἀνθίζει ἡ Ρωμανία ὅταν τιμᾶ τὰ πάτρια. “Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος”, ἔλεγε στὰ 1838 στοὺς μαθητὲς τῶν Ἀθηνῶν ὁ Κολοκοτρώνης ἤ, ὅπως τὸ γράφει ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης, “χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη εἰς τὴν θρησκεία ἔθνη δὲν ὑπάρχουν”.
.             Εἶναι πολὺ δύσκολο, ἀδύνατο νὰ περιγραφεῖ μ᾽ ἕναν ταπεινὸ λόγο ἡ προσφορὰ τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν στὰ γράμματα, στὴν Παιδεία. Ἀποσιωπώντας τὴν προσφορά τους, σ᾽ ἄλλους κοινωνικοὺς τομεῖς εἶναι σὰν νὰ προσπαθεῖς νὰ κρύψεις τὸν ἥλιο μὲ τὰ χέρια. Θὰ προσπαθήσω ὅμως, τελειώνοντας, νὰ συνοψίσω τὴν προσφορὰ τῶν ἀκάματων καὶ ἀκατάβλητων στύλων τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ οἱ τρεῖς, εἰς πεῖσμα τοῦ καιροῦ τους ποὺ θεωροῦσαν τὰ ἀρχαιοελληνικὰ γράμματα εἰδωλολατρικὴ ἐνασχόληση, σπούδασαν στὶς καλύτερες σχολὲς τῆς ἐποχῆς τους, διότι πίστευαν ὅτι ἡ γνῶσις καὶ “πρὸς ψυχῆς γυμνασίαν καὶ πρὸς σεμνότητα ἤθους” ὁδηγεῖ. Ἀπέκτησαν πάλι τὴν λάμψη τους τὰ ἀρχαιοελληνικὰ γράμματα. Ἔγιναν ἀργότερα τὰ μοναστήρια φιλοσοφικὰ φροντιστήρια, σ᾽ αὐτὰ οἱ μοναχοὶ “ἀδιάσπαστον τὸν μετὰ τοῦ παρελθόντος σύνδεσμον τηροῦντες, ἐκαλλιέργουν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, μεταλαμπαδεύοντες ὡς συγγραφεῖς ἢ καὶ διδάσκαλοι τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμὸν εἰς τοὺς συγχρόνους. Ἐκ τῶν περιβόλων τῶν μονῶν, ὡς ἀπὸ κοιλίας δουρείου ἵππου, τὴν ἑλληνικὴν παιδείαν διδαχθέντες καὶ εἰς τὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς λουσθέντες, ἐξεπήδησαν ἄνδρες οἱ ὁποῖοι στύλοι τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους ἐγένοντο”, γράφει ὁ καθηγητὴς Φ. Κουκουλές. Ὁ Μέγας Βασίλειος μάλιστα στὸ ἔργο του “πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων”, προτρέπει τοὺς νέους νὰ ἐγκύψουν στὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλὰ νὰ ἀποφεύγουν τὰ ἄσχημα, ὅπως ἀποφεύγει ἡ μέλισσα τὰ ἀγκάθια ἀπὸ τὰ τριαντάφυλλα. Δὲν διστάζει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ποιητὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ, νὰ μιμηθεῖ τοὺς τραγικοὺς ποιητές, δὲν διστάζει τὸ ὡραιότερο πνεῦμα τῆς νέας Ἑλλάδος, ὁ Χρυσόστομος, νὰ σπουδάσει τὸν Δημοσθένη. Ἀπὸ κείνη τὴν στιγμὴ οἱ ἐγγράμματοι Χριστιανοὶ φυλάττουν καὶ διασώζουν τὴν Ἑλληνικὴ Παιδεία ποὺ μεταφέρθηκε ἀργότερα στὴν Δύση, γιὰ νὰ ὑπάρξει ἡ Ἀναγέννηση καὶ ὅλος ὁ λεγόμενος δυτικὸς πολιτισμὸς .
.          “Ὑπόβαθρον τῆς κατὰ Χριστὸν φιλοσοφίας” θεωροῦν τὴν ἀρχαιοελληνικὴ παιδεία καὶ φτάνουν π τν καλ κγαθ πολίτη το κόσμου, μ τν μάθηση κα τν πίστη, στν καλοκάγαθο πολίτη το ορανο. “Ὁ γὰρ Θεὸς πλάττων τὸν ἄνθρωπο οὐκ ἐποίησεν αὐτὸν δοῦλον, ἀλλ᾽ ἐλεύθερον”, λόγια τοῦ Γρηγορίου. Νὰ ἡ μεγάλη ἀλήθεια, νὰ ὁ κρυμμένος θησαυρός, νὰ ἡ βασιλικὴ ὁδὸς γιὰ μία παιδεία ἀληθινή. Μὲ τὴν παιδεία κερδίζεται ἡ μεγαλύτερη ἀρετή, ἡ ἐλευθερία. “Οὐ φύσει, (ὄχι ἀπὸ τὴν φύση), ἀλλὰ μαθήσει (μὲ τὴν μάθηση) καλοὶ κἀγαθοὶ γίνονται”. Ἐλεύθερο ἄνθρωπο δίδαξαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἡ ἐλευθερία λέξη ποὺ παράγεται ἀπὸ τὸν μέλλοντα τοῦ ρήματος ἔρχομαι, τὸ ἐλεύσομαι, εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ ἔρθει, ποὺ κινεῖται καὶ ποὺ τὴν ἁρπάζουν, κάστρο εἶναι καὶ τὸ παίρνεις μὲ τὸ σπαθί σου, λέει ὁ Καζαντζάκης οἱ λαοὶ ποὺ ἀξίζουν, ποὺ ἔχουν δηλαδὴ ἀξίες, αἰώνιες καὶ ἀκατάλυτες. “Γνῶμες, καρδιὲς ὅσοι Ἕλληνες ὅ,τι εἶστε μὴ ξεχνᾶτε. Δὲν εἶσθε ἀπὸ τὰ χέρια σᾶς μονάχα, ὄχι χρωστᾶτε σ᾽ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν, θὰ ᾽ρθουνε, θὰ περάσουν. Κριτὲς θὰ μᾶς δικάσουν οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί”. Χρωστᾶμε λέει ὁ Παλαμᾶς, δανεισθήκαμε μία λαμπρὴ παράδοση καὶ ἡ παράδοση παραδίδεται στοὺς ἀγέννητους. Ἡ μικρή μας πατρίδα, “οὐδὲν τῆς ὁποίας εἶναι γλυκύτερον”, ὅπως λέει ὁ Χρυσόστομος, θέλει μαθητὲς παιδευμένους, ποὺ νὰ ἔχουν σκοπὸ τους ὄχι μόνο τὸ ζῆν, ἀλλὰ τὸ “εὖ ζῆν”. Ποὺ θὰ συλλογίζονται ἐλεύθερα καὶ καλά, κατὰ τὸν Ρήγα Φεραῖο, θέλει ἡ πατρίδα μας “ἡ κοινὴ μήτηρ πάντων”, ὅπως λέει ὁ Ἄγ. Βασίλειος, δασκάλους, μᾶλλον διδασκάλους, ποὺ νὰ δίδουν τὸ καλόν, ὅπως λέει ἡ λέξη, ποὺ θὰ ἀγαποῦν ποὺ θὰ ἐκτείνουν τὴν τῆς ἀγάπης σαγήνην, “ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον” ποὺ θὰ ἁπλώνουν τὰ δίχτυα τῆς ἀγάπης καὶ θὰ ἀγκαλιάζουν καὶ τοὺς ἀδύνατους, γιὰ νὰ μὴ ἐκτραποῦν, ἀλλὰ νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ μέτοχοι τῆς καλῆς τραπέζης, παιδεία, δηλαδή, χωρὶς ἀποκλεισμοὺς κοινωνικοὺς καὶ ταξικὲς διαφοροποιήσεις. Οἱ δάσκαλοι σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἐργαζόμενους ποὺ δίνουν ὅ,τι ἔχουν, δίνουν ὅ,τι εἶναι.
.          Ὑπενθυμίζω καὶ τὴν ρήση τοῦ ἀπ. Παύλου “Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπη δὲ μὴ ἔχω γέγονα  χαλκὸς ἠχῶν καὶ κύμβαλον ἀλαλάζον”, ἕνα ἄδειο βαρέλι ὁ χωρὶς ἀγάπη ἄνθρωπος. Θέλει τὸ τιμιώτερον πάντων, ἡ πατρίδα μας, ἐπιστήμονες, ποὺ θὰ ἀκολουθοῦν τὰ χνάρια τῶν 3 Ἱεραρχῶν, ὄχι μικροπρεπεῖς θηρευτὲς δόξας καὶ χρήματος, ὄχι τέτοιους ποὺ χωρίζουν τὴν ἐπιστήμη μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ δουλεύουν τὴν πανουργία, ἀλλὰ ταπεινοὺς σκαπανεῖς τῆς γνώσης, παραδείγματα πρὸς μίμηση, ἐπιστήμονες ποὺ κίνητρο τῶν πράξεών τους θὰ εἶναι, ὄχι οἱ προσωπικὲς φιλοδοξίες, ἀλλὰ ἡ εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων. Στὴν ἀντίθετη περίπτωση δὲν εἶναι ἐπιστήμονες, ἀλλὰ τύραννοι εἰσί, γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.
.         Θέλουμε πολιτικούς, ναὶ “ἡ πολιτεία τροφὴ ἀνθρώπων ἐστίν, καλὴ μὲν ἀγαθῶν ἡ δ᾽ ἐναντία κακῶν”. Τὸ καλὸ πολίτευμα κάνει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς πολίτες ἀγαθούς, τὸ κακὸ πολίτευμα ἐκφαυλίζει τοὺς πολίτες”, λέει ὁ Πλάτωνας, θέλουμε πολιτικοὺς διακόνους τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι θὰ προσπαθοῦν νὰ λύουν τὰς πενίας (τὴν φτώχεια, τὶς ἀνάγκες) τῶν πλησίον, τῶν πολιτῶν, “ἐξόχως δὲ τῶν πενεστέρων καὶ κακῶς ἐχόντων”, κυρίως τῶν ἀδυνάτων, λέει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος. “Γιατί καμαρώνεις; ἐπειδὴ πολιτεύεσαι μὲ λόγια; εἶναι εὔκολη ἡ πολιτικὴ μὲ λόγια· δίδαξε μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς σου αὐτὴ εἶναι ἡ ἄριστη πολιτική… Ἐὰν δὲν ἔχεις νὰ ἐπιδείξεις ἔργο, καλύτερο εἶναι νὰ σιωπᾶς, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης. Σήμερα εἴμαστε μέλος τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης, ἡ ὁποία βέβαια δὲν ἀποτελεῖ ἰδέα, ἀποτελεῖ συγκυρία ἱστορική, στὴν ὁποία ὀφείλουμε νὰ προσαρμοσθοῦμε διατηρώντας, ὅπως ὅλοι οἱ ἑταῖροι μας τὸ δικό μας πρόσωπο. Χωρὶς ἰδέα τὸ πρόσωπο γίνεται μάσκα καὶ πέφτει. Μὲ μεγάλη ἰδέα τὴν εὔκολη καὶ ἄκοπη ἀπόκτηση χρήματος καὶ τὶς πιὸ εὐτελεῖς ἀπολαύσεις, οὐδεὶς λαὸς προκόβει, ὅταν μάλιστα σηκώνει στὶς πλάτες του τὸ φορτίο μιᾶς ὑπέρογκης κληρονομιᾶς σὰν τὴν δική μας. Καὶ ὅσο πιὸ βαριὰ εἶναι ἡ κληρονομιὰ τόσο ἰσχυρότερη γονιμοποιὸ ἰδέα χρειάζονται οἱ κληρονόμοι.

.           Στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη δὲν πᾶμε ὡς ἀπόγονοι το῀θυ Σωκράτη μόνο. Αὐτὸ μας κάνει κωμικούς. Ὅταν μπήκαμε στὴν ΕΟΚ τὸ 1979 ἡ γαλλικὴ ἔφ. “ΛΕ ΜΟΝΤ” ἔγραψε: “καλωσορίζουμε τὴν χώρα τῆς Φιλοκαλίας, τὴν χώρα τοῦ Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου, τοῦ Χρυσοστόμου”. Αὐτὸν περιμένει ἡ Εὐρώπη ἀπὸ ἐμᾶς, τὸν φιλόκαλο ἄνθρωπο, τὸν φίλο τοῦ καλοῦ, τὸν ἅγιο, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὅπως ἔλεγε ὁ Χρυσόστομος, εἶναι πλούσιος χι γιατί χει πολλά, λλ γιατί δν χει νάγκη π τίποτε. Τὸ τί μᾶς χρειάζεται, μᾶς τὸ λέει ὁ Δάσκαλος τοῦ Γένους, ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: “Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζονται. Αὐτὰ τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσει δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρει ἐκτὸς καὶ ἂν τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας”, ὅπου ψυχ εναι παράδοσή μας, γλώσσα μας, τ θη κα θιμά μας κα Χριστς εναι ρθόδοξη κκλησία του, ατν πο τίμησαν κα δόξασαν ο Τρες πάνσεπτοι φωστρες, οἱ πυρσεύσαντες διὰ θείων δογμάτων τὴν οἰκουμένην, οἱ μελίρρυτοι ποταμοὶ τῆς σοφίας, οἱ διδάσκαλοι οὐ μόνων λόγων ἀλλὰ καὶ ἔργων, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, οἱ προστάτες τῆς Παιδείας καὶ τῶν παιδιῶν μας.

 Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος -Κιλκὶς

  •  Ἡ ὁμιλία ἔγινε στὶς 31 Ἰανουαρίου τοῦ 2001 στὸν Δῆμο Δοϊράνης, ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ τῆς γιορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

ΠΗΓΗ: «ΑΝΤΙΒΑΡΟ»

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ… ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΜΑΣ!

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ… ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΜΑΣ!

.          Σέ ἕνα τροπάριο τῆς Ἱερᾶς Ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀναφέρεται ὅτι ὁ ἐν λόγῳ μέγας ἅγιος – ἐφύλαξε – «ἐτήρησεν ἀδούλωτον τό τῆς ψυχῆς ἀξίωμα». Εἶναι δέ ἐξ ἴσου χαρακτηριστικό ὅτι στά 49 χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, μᾶλλον δέ στά μισά περίπου ἀπό αὐτά, ὁπότε ἦταν καί κληρικός, ἐπιτέλεσε ἔργο ἀξιοθαύμαστο, ὄχι μόνο κοινωνικό ἤ θεολογικό, γιατί ὅλοι γνωρίζουμε τήν Βασιλειάδα καί τά συγγράμματα τοῦ Καππαδόκου Πατρός, ἀλλά μᾶς κληροδότησε συγχρόνως ἦθος, βίο καί πολιτεία βαθειᾶς καί ἐξαίρετης πνευματικότητας.
.        Δέν γνωρίζω πόσοι ξέρουν γιά τήν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου ἤ κάποια ἄλλα συγγράμματα. Ὅλοι ὅμως ἔχουν ἀκούσει γιά τήν γενναία στάση του τρεῖς φορές, δυό φορές μάλιστα στόν ἀνώτατο ἄρχοντα, τόν αὐτοκράτορα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δηλ. τή μία φορά στόν Ἰουλιανό τόν Παραβάτη καί τήν ἄλλη στόν αἱρετικό Οὐάλεντα καί μία φορά στήν κατάχρηση ἐξουσίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς προϊσταμένης ἀρχῆς του. Συνέβη δέ ὄντας κάποτε φυλακή ὁ ἅγιος Πατέρας, νά ξεσηκωθεῖ ὁ κόσμος καί νά πάει νά τόν ἀποφυλακίσει βίαια, γεγονός τό ὁποῖο ἐκθείασε καί ἐπαίνεσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Σά νά λέγαμε σήμερα νά πήγαινε ὁ κόσμος στόν Κορυδαλλό νά ἀποφυλακίσει  τόν Ἡγούμενο Εὐφραίμ…
.          Ἴσχυε γιά τόν Μ. Βασίλειο ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου «οὐδέν ἰσχυρότερον τῶν πάντα παθεῖν ἑτοίμων». Δέν ὑπάρχει τίποτε πιό φοβερό καί ἀνίκητο ἀπό τούς ἀνθρώπους πού εἶναι ἕτοιμοι γιά ὅλα, ἀπό ἕναν ἄνθρωπο πού δέν λογαριάζει τίποτε, ἀκόμη καί τόν θάνατο. Αὐτός πού ξεπέρασε τόν φόβο τοῦ θανάτου αὐτός εἶναι ἱκανός γιά ὅλα, αὐτός ὀρθοτομεῖ τήν ἀλήθεια, αὐτός ὑπηρετεῖ ἀλύγιστα τό δίκαιο, αὐτός ἐνώπιον βασιλέων καί ἀρχόντων τραβάει τήν ὁδό τῆς συνειδήσεως καί τοῦ μαρτυρίου. Καί τό εἴδαμε αὐτό ὡς γεγονός στήν περίπτωση τοῦ Μ. Βασιλείου.
.           «Δέν φοβᾶμαι τίποτε, εἶπε στό Μόδεστο, στόν ἀπεσταλμένο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντα! Ἡ ἐξορία; δέν μοῦ προξενεῖ ἐντύπωση, «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς». Ἡ δήμευση; οὔτε κι αὐτή, διότι δέν ἔχω τίποτε παρά τό ράσο καί τά βιβλία μου. Τά βασανιστήρια; μέ τό πρῶτο χτύπημα θά καταρρεύσει τό ἀράχνιο τοῦτο, δηλ. τό σῶμα του. Ὁ θάνατος; θά μέ πάει μία ὥρα ἀρχύτερα στό Χριστό. Ἀπείλησε κάτι ἄλλο, ἄν ἔχεις… Ἐγώ ὑπακούω στό δικό μου βασιληᾶ. Ἀκουέτω ταῦτα καί ὁ βασιλεύς».
.          Στόν Ἰουλιανό δέ ὁ ἅγιος Πατέρας εἶπε τό ἑξῆς ἀμίμητο, ὅταν ἐκεῖνος περιφρονητικά δέν δέχτηκε τά ψωμιά τῆς Καισάρειας καί πέταξε ἕνα δεμάτι τριφύλλι μπροστά στόν Βασίλειο: «Βασιλιά, ἐμεῖς σοῦ δώσαμε ἀπό αὐτά πού τρῶμε, σάν ἄνθρωποι. Φαίνεται ὅτι καί σύ μᾶς ἔδωκες ἀπό αὐτά πού τρῶς, δηλ. χορτάρια, ὅπως τό ζῶο, ἐννοοῦσε».
.          Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε μερικούς αἰῶνες… Μία ἀπό τίς 10 καλύτερες φωτογραφίες τοῦ 20οῦ αἰώνα ἦταν καί ἡ φωτογραφία ἐνός κινέζου φοιτητή στήν μεγαλύτερη πλατεία τοῦ Κόσμου, στήν Τιέν ἄν Μέν τοῦ Πεκίνου, τόν Ἰούνιο τοῦ 1989, 3-4/6/1989, ὅπου ἕνας νέος, ἕνα πλάσμα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, πού εἶχε μέσα του τή λογική καί τό αὐτεξούσιο, τήν ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως καί τῆς γνώμης, τάβαλε μέ μιά φάλαγγα ἀπό ἅρματα μάχης. Στάθηκε ἀγέρωχα καί ἀκίνητα μπροστά στό καταπιεστικό σύστημα, δέν ἄφησε νά περάσει ἡ φάλαγγα, στούς ἐλιγμούς μάλιστα τοῦ πρώτου ἅρματος, ἐλισσόταν κι αὐτός ἀποτρεπτικά, κάποια στιγμή πήδηξε ἐπάνω καί διαλεγόταν, προφανῶς γιά νά πείσει… Ἔβλεπε κάποιος ἕνα ὑπερκόσμιο θέαμα, ἡ ψυχή νά νικᾶ τό ἀτσάλι, ἡ ἐλευθερία νά νικᾶ τόν ὁλοκληρωτισμό, τό πνεῦμα νά νικᾶ τήν ὕλη, τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ νά νικᾶ τό δαιμονικό στοιχεῖο καί ἡ ἄνοιξη τῆς ζωῆς νά νικᾶ τό σκοτάδι τῶν ἀπάνθρωπων μηχανισμῶν. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ δυναμική του προσώπου. Ὁ δυναμισμός του. Ἐκεῖνες τίς ἡμέρες μάλιστα γύρω στίς 7000 νέων ἔχασαν τή ζωή τους στήν ἡρωϊκή πλατεία Τιέν ἄν Μέν. Λεπτομέρειες δέν θά μάθουμε ποτέ.
.          Ἀλήθεια, γιατί καί μεῖς σήμερα σέ ἠπιότερες μορφές σύγκρουσης καί σέ εὐνοϊκότερες συνθῆκες νά μή μποροῦμε νά ἀρθρώσουμε λόγο ἀνατρεπτικό τῆς μιζέριας καί νά ὀρθώσουμε ἀρνητικό τό παράστημά μας στήν βλακεία πού ἀπειλεῖ τή λογική μας καί τή ζωή μας τελικά;  Πράγματι πόσο χρειαζόμαστε σήμερα αὐτή τή συμπεριφορά, τή στάση ζωῆς, τό φρόνημα τό ἀντιστασιακό, τό καθαρά συνειδησιακό. Ἕνας ἀπό τούς παλιούς προέδρους τῆς Ἀμερικῆς ἔγραψε ἕνα βιβλίο μέ τίτλο: «Ἡ σκιαγραφία τῶν Γενναίων» καί ἀνέφερε ἐκεῖ μέσα περιπτώσεις βουλευτῶν καί γερουσιαστῶν, ἀκόμη καί προέδρων, πού θυσίασαν τή θέση τους καί τό πολιτικό τους μέλλον, ἀλλά δέν παρέκαμψαν τήν συνείδησή τους. Ἀλήθεια, γιατί σήμερα δέν ὑπάρχει αὐτή καταγραφή; Γιατί μία εἰδησεογραφική ἔρευνα δέν ἀποτυπώνει πουθενά, μά πουθενά, σχεδόν, τέτοια περιστατικά; Πῶς γίναμε ὅλοι ἀνθρωπάκια καί ὀσφυοκάμπτες καί συμφεροντολόγοι καί ζοῦμε μέ σκοπιμότητες καί ἐλιγμούς, μέ ἀβαρίες στίς ἀρχές καί τά πιστεύω μας;
.          Κάνει ἐντύπωση πώς ἡ μυστική δύναμη τοῦ προσώπου δέν βρίσκεται τόσο στή ἰσχύ τῶν ἐπιχειρημάτων ἤ στήν γενναιότητα τῶν ἀποφάσεων ἤ στή  ἀξία τῶν ἰδεῶν πού ἐκπροσωπεῖ. Βρίσκεται κυρίως στήν ἀφοβία τοῦ θανάτου. Πρόσφατα παραδείγματα τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου μας ἀποδεικνύουν «τοῦ λόγου τό ἀσφαλές». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ἔσχατος ἐχθρός, τό ὅριο τῆς ἀντοχῆς μας καί τό μεγαλύτερο κύμα πού ζητάει νά μᾶς καταπιεῖ. Μόνο ὅποιος κυττάζει κατάματα τό θάνατο, αὐτός εἶναι ἐλεύθερος καί πιστός στίς ἀρχές του καί χαράζει ὄντως δυναμική πορεία – προσωπική πορεία πρός τό πεπρωμένο καί τά ἰδανικά του.
.          Τό βλέπουμε αὐτό σέ ὅλους τοὺς μεγάλους ἄνδρες. Στούς μεγάλους ἁγίους καί στούς μεγάλους μάρτυρες. Ὅσοι νίκησαν στήν εἰρηνική ζωή τους, ἀλλά καί στόν  πόλεμο, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἐθνικούς μας ἥρωες, ἦταν ἄνθρωποι πού περιγελοῦσαν τόν θάνατο. Ἡ περιφρόνηση τοῦ θανάτου ὅμως, πράγμα ἀντίθετο μέ τή φύση μας, δέν ἐξασφαλίζεται στίς ὑπεραγορές τῆς σύγχρονης ματαιότητας καί δουλικότητας. Βρίσκεται στίς ἅγιες ἀποθῆκες τοῦ Πνεύματος. Στό οὐράνιο καί αἰώνιο θησαυροφυλάκιο τῆς Ἁγ. Γραφῆς. Εἶναι μίμηση τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ καί ὑπόσχεση – προσδοκία τοῦ Παραδείσου. Δέν ξεπερνᾶμε ἀλλοιῶς τή φύση μας πού φοβᾶται δικαιολογημένα τό θάνατο. Θέλουμε ἕνα παράδειγμα. Τό ᾽χουμε: στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Θέλουμε καί μία προοπτική. Τήν ἔχουμε: στή συνέχεια τῆς πορείας μας σέ οὐράνιες τροχιές.
.          Ἀλήθεια πόσο διαφορετικά θά ἦταν τά πράγματα στή ζωή μας ἄν δέν κοιτάγαμε μόνο τή ζωούλα μας. Στήν πολιτική, κοινωνική, οἰκογενειακή, στρατιωτική καί οἰκονομική ζωή. Πόσο ὡραία θά ἦταν τά νειάτα μας ἄν μεγάλωναν μέ αὐτή τήν ἡρωϊκή καί ἱερή θεώρηση τοῦ μοναδικοῦ καί ἀνεπάληπτου ἀνθρωπίνου προσώπου. «Τά νειάτα εἶναι πλασμένα γιά τόν ἡρωϊσμό», λέγει ὁ Πώλ Κλωντέλ. Ἀλήθεια πόσο φταῖμε πού καταδικάσαμε τά γενναĩα παιδιά τῆς Ἑλλάδας μας στό μαρασμό τῆς ὑποτέλειας καί τῆς ἐξάρτησης καί πλέον δέν μποροῦν νά περπατήσουν στούς δρόμους τῆς ἱστορίας τῆς φυλῆς μας.
.          Στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ βρίσκουμε ἀληθινά αὐτό πού θέλουμε. Στόν Κῆπο τῶν Ἐλαιῶν ὁ Χριστός νικᾶ τόν φόβο τοῦ θανάτου. Μετά προχωράει πρός τούς ἐχθρούς Του κατά πρόσωπο. Ἀντιμετωπίζει νηφάλια τόν προδότη, ψύχραιμα τή σπείρα, μέ πόνο ψυχῆς τόν ἀρνητή, μέ λύπη τούς λιποτάκτες, μέ γενναιότητα τούς βασανιστές, μέ ἀπάθεια τούς κατηγόρους, μέ σιωπή τήν ἐξουσία, μέ συγχωρητικότητα τούς σταυρωτές, μέ ἐλεημοσύνη τόν μετανοοῦντα ληστή, μέ ἀγάπη τόν ἁπλό κόσμο, μέ ὑπομονή τήν ἐγκατάλειψη, μέ κυριαρχία τή δίψα, μέ αὐταπάρνηση τό χωρίς ἀναισθητικό σταύρωμα. Βλέπει κατάματα τόν θάνατο. Προχωρεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νικᾶ τόν θάνατο καί τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο. Ἐλευθερώνει τόν κόσμο ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου καί τήν δουλεία τῆς ἐνοχῆς. Ἐλευθερία καί Ἀνάσταση μᾶς ἔφερε ἡ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου τοῦ ἀναμάρτητου Χριστοῦ.
.          Μή φοβόμαστε ἀπό τήν ἐπίθεση λοιπόν τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ στίς μέρες μας. Ὁ ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νά κάνει τή διαφορά. Ὁ Μ. Βασίλειος τήν ἔκανε. Στήν ἐποχή του. Καί μεῖς μποροῦμε τώρα. Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες σήμερα. Ἀπέναντι στήν ἰσοπεδωτική συμπεριφορά τῶν οἰκονομικῶν παραγόντων καί τή δικτατορία τῶν ἀγορῶν, ἀπέναντι στήν ὁμοιομορφία τοῦ κόσμου καί τῆς ἐπιβαλλόμενης πολιτικῆς καί κομματικῆς πειθαρχίας, στόν ἰδεολογικό ὁλοκληρωτισμό τῶν ΜΜΕ, ἀπέναντι στή λεγόμενη ἐφιαλτική λογοκρισία τῶν εἰδήσεων καί τῶν ἀπόψεων καί τόν ἀποκλεισμό τῆς Ἐκκλησίας, ἀπέναντι σέ μιά «μιλημένη» δικαιοσύνη μέ προειλημμένες ἀποφάσεις, ἀπέναντι σέ ἕνα ἐπιστημονικό, δηλ. ἠλεγμένο, ἐλεγχόμενο, μεθοδευμένο καί προσχεδιασμένο, κακό, ἐμεῖς ἄς χαράξουμε μία προσωπική δυναμική πορεία μέ ἀφοσίωση στήν ἀλήθεια, ἀκεραιότητα στό ἦθος καί σεβασμό στή συνείδησή μας.
.          Ἀφοῦ θά κριθοῦμε καί θά κριθοῦμε μία μέρα, γιατί νά μή προτιμήσουμε τήν ἀλάθητη καί διαγνωστική κρίση  τοῦ Θεοῦ καί τῆς φωνῆς μέσα μας, ἀπό τήν πρόσκαιρη, ἀμφίβολη, ἐπιφανειακή, μέ ἡμερομηνία λήξεως κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ἡ μέν παραμένει αἰώνια καί οὐράνια, ἡ ἄλλη μεταβαλλόμενη καί προσωρινή. Αὐτό ὅμως χρειάζεται χάρη καί πρότυπο, Χριστοκεντρικά καί τά δυό. Χρειάζεται κάθε μέρα κάποιος νά πεθαίνει γιά τήν ἀλήθεια καί τήν συνείδησή του. Νά ἐλευθερώνεται πρῶτα μέσα του ἀπό τόν τύραννο, πού λέγεται κοσμοκράτορας διάβολος, τόν τυραννίσκο, πού λέγεται κόσμος καί νοοτροπία τῆς μάζας καί ἀπό τό «ταγκαλάκι» πού λέγεται σάρκα καί σαρκικό φρόνημα. Ὅλα αὐτά ὑπερνικῶνται «διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» καί ἐφ᾽ ὅσον ἀφομοιώσουμε ὡς ἀρχή ζωῆς καί γνώμονα τό σταυρικό φρόνημα καί ὄχι τό σαρκικό θέλημα.

ΠΗΓΗ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΣΤΙΑ ΛΑΜΙΑΣ
(sites.google.com/site/xrestia/anartiseisall/70)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Πρωτοχρονιὰ καὶ Ἅγιος Βασίλειος
Τοῦ Μητροπολίτου Προικοννήσου Ἰωσὴφ

.            Ἡ 1η Ἰανουαρίου καθιερώθηκε ὡς πρώτη τοῦ ἔτους ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Ἰούλιο Καίσαρα, ποὺ μεταρρύθμισε τὸ Ἡμερολόγιο τὸ 45 π.Χ. Μέχρι τότε πρωτοχρονιὰ στὴν Δύσι ἐθεωρεῖτο ἡ 1η Μαρτίου.
.        Κατὰ τὴν Βυζαντινὴ περίοδο ἡ χρονολόγησι γινόταν μὲ βάσι τὸ ὑποτιθέμενο ἔτος κτίσεως τοῦ κόσμου καὶ τὶς Ἰνδικτιῶνες, ἐνῶ πρωτοχρονιὰ ἦταν ἡ 1η Σεπτεμβρίου, ἤδη ἀπὸ τὸ 312 μ.Χ., βάσει διατάγματος τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου. Αὐτὴ τὴν 1η Σεπτεμβρίου καθαγίασε κι ἡ Ἐκκλησία μας ὡς ἀρχὴ τοῦ νέου ἔτους, κι αὐτὴν τιμᾶ λειτουργικῶς μέχρι σήμερα. Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κύριλλος Λούκαρις, κατὰ τὴν β´ πατριαρχεία του στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ 1623, καθιέρωσε τὴν χρονολόγησι ἀπὸ θεογονίας (δηλ. ἀπὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ), ἀντὶ τῆς ἀπὸ κοσμογονίας ποὺ ἴσχυε καὶ σὲ μᾶς ὣς τότε. Ἐκκλησιαστικὴ Πρωτοχρονιὰ ὅμως παρέμεινε ἡ 1η Σεπτεμβρίου.
.           Ἡ ἀκολουθία τῆς 1ης Σεπτεμβρίου στὸ Μηναῖο εἶναι ἄμεσα καὶ ἀπόλυτα συνδεδεμένη μὲ τὸ νέο ἔτος. Διαβάζουμε στὸ Συναξάρι: «Τῇ α´ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, ἤτοι τοῦ νέου ἔτους. Ἴνδικτον ἡμῖν εὐλόγει νέου χρόνου, ὦ καὶ Παλαιέ, καὶ δι᾽ ἀνθρώπους Νέε». Γι’ αὐτὸ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὴν 1η Σεπτεμβρίου γίνεται ἐπίσημη τελετὴ εὐλογίας τοῦ νέου χρόνου. Ὁ Πατριάρχης χοροστατεῖ μαζὶ μὲ τὴν Σύνοδο καὶ ὅλους τοὺς παρευρισκομένους Μητροπολίτες κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία. Ἡ περίπυστη θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου ἔχει κατέβει ἀπὸ τὸ μόνιμο προσκυνητάρι της πίσω ἀπὸ τὸν δεξιὸ χορὸ κι ἔχει τοποθετηθῆ μπροστὰ στὰ «ἡγεμονικὰ στασίδια» στὸν σολέα, στεφανωμένη μὲ ἄνθη τῆς ἐποχῆς. Μετὰ τὴν ἀπόλυσι τῆς Λειτουργίας, ὁ Πατριάρχης φοράει ἐπιτραχήλι κι ὠμοφόριο, βάζει «Εὐλογητός…», ψάλλονται ὕμνοι κατάλληλοι, γίνεται δέησι «ὑπὲρ τῶν χειμαζομένων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, τοῦ φωτισμοῦ καὶ ἀγαθῶν ἐπινεύσεων τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, καὶ τοῦ εὐλογηθῆναι τὸν στέφανον τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου». Κατόπιν ὁ Ἀρχιγραμματεὺς μὲ τὸν Ὑπογραμματέα φέρνουν τὸν ἐπίσημο Κώδικα ποὺ περιέχει τὴν Πράξι τῆς Ἰνδίκτου κι ὁ Πατριάρχης ἀναπέμπει τὴν εἰδικὴ εὐχὴ εὐλογίας καὶ ἁγιασμοῦ τοῦ νέου ἔτους κ’ ὕστερα κατεβαίνει, κάνει τρεῖς μετάνοιες στὴν εἰκόνα τῆς Παμμακαρίστου, προσκυνᾶ, ἀσπάζεται καὶ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατάει ὁ Μέγας Ἐκκλησιάρχης, καὶ κατόπιν κάθεται καὶ ὑπογράφει στὸν Κώδικα τὴν Πράξι εὐλογίας τῆς Ἰνδίκτου (νέου ἔτους), εὐλογεῖ τὸν λαὸ μὲ τὸ τρικέρι καὶ ψάλλεται ὁ πολυχρονισμός του. Ἕνας – ἕνας οἱ ἀρχιερεῖς κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ στασίδια τους, προσκυνοῦν τὴν Παμμακάριστο, περιβάλλονται ἐπιτραχήλι κι ὠμοφόριο, ἀσπάζονται τὸ Εὐαγγέλιο, κάθονται καὶ ὑπογράφουν κι αὐτοὶ στὸν Κώδηκα μὲ τὴ σειρά τους κι ἀσπάζονται τὸν Πατριάρχη ἀνταλλάσσοντας εὐχὲς γιὰ τὸ νέο ἔτος. Οἱ χοροὶ ψάλλουν τὰ ἰδιόμελα τῶν αἴνων: «Προαιώνιε Λόγε τοῦ Πατρός, ὁ ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων καὶ συστησάμενος τὴν κτίσιν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι· καὶ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου…», «Ἡ βασιλεία Σου, Χριστὲ ὁ Θεός, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ δεσποτεία Σου ἐν πάςῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ·  πάντα γὰρ ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, καιροὺς ἡμῖν καὶ χρόνους προθέμενος…», «Αἱ πορεῖαι Σου, ὁ Θεός, αἱ πορεῖαι σου μεγάλαι καὶ θαυμασταί…» Ὄντως, οὐράνια ἀπηχήματα, ποὺ θάλεγε κι ὁ Κόντογλου! Μεγαλεῖο, κατάνυξι, ἀτμόσφαιρα χάριτος, ποὺ ἀξίζει νὰ τὴ ζήσει κανεὶς ἔστω καὶ μία φορὰ στὴν ζωή του!
.            Παρὰ ταῦτα, ἐπειδὴ στὶς ἡμέρες μας ἔχει πιὰ ὁλοκληρωτικὰ ἐπικρατήσει ἡ ἀρχαία ρωμαϊκὴ πρωτοχρονιὰ τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος, γι’ αὐτὸ σιωπηλὰ καὶ κατ’ οἰκονομίαν ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀνέχθηκε, καὶ καθιέρωσε μάλιστα, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὴν Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, νὰ τελεῖται τὴν 1η Ἰανουαρίου ἐπίσημη Δοξολογία «ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ εἰς τὸ νέον ἔτος», κι ἐμεῖς ἀνταλλάσσουμε εὐχές. Ἂν οἱ ἀρχαῖοι ἐθνικοί, οἱ εἰδωλολάτρες, γιόρταζαν τὴν 1η Ἰανουαρίου μὲ θυσίες, μεθύσια, μεταμφιέσεις, τυχερὰ παιχνίδια καὶ ὄργια, κι ἂν κάποιοι σημερινοὶ λεγόμενοι Χριστιανοὶ ἀκολουθοῦν ἀνάλογη πρακτικὴ μὲ χαρτοπαίγνια, ρουλέτες καὶ ξενύχτια στὰ καζίνα καὶ στὶς λέσχες τοῦ «τζόγου», ἢ  μὲ ποδαρικά, δεισιδαιμονίες, μεθύσια, ἀκολασίες κι ἐξωφρενισμούς, οἱ πιστοὶ χρωστοῦμε νὰ ὑποδεχόμαστε τὸν καινούργιο χρόνο μὲ τὴν ἐπιβαλλομένη σεμνότητα καὶ σοβαρότητα, καὶ μὲ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς τὸν χαρίζει. «Εὐσχημόνως περιπατοῦντες, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ», ὅπως θὰ συνιστοῦσε ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. ιγ´ 13). Μὲ περισυλλογὴ καὶ τίμιο λογαριασμὸ τῶν πεπραγμένων μας κατὰ τὸ προηγούμενο ἔτος. Μὲ μετάνοια γιὰ ὅσα ἄτοπα καὶ ἄθεσμα ἐκάμαμε καὶ εἴπαμε καὶ γιὰ ὅσα καλὰ καὶ θεάρεστα παραλείψαμε νὰ κάνουμε. Μὲ καλὸ λογισμὸ καὶ θεοφιλεῖς ἀποφάσεις γιὰ καλὴ χρῆσι τοῦ νέου ἔτους ὡς «καιροῦ», δηλ. εὐκαιρίας γιὰ ἁγιασμὸ καὶ σωτηρία, γιὰ περισσότερη συνέπεια στὰ χριστιανικά μας χρέη ἀπέναντι στὸν Θεό, στοὺς συνανθρώπους μας, στὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦμε, καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Γιὰ φιλότιμες προσπάθειες νὰ βιώσουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστι μας καὶ τὶς ὄμορφες παραδόσεις τοῦ εὐσεβοῦς Γένους μας, ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη τῶν πατέρων μας καὶ τῶν Ἁγίων.
.            Πολλο πο χαιρετον τν νατολ τς μιᾶς χρονις, δν προλαβαίνουν ν καλωσορίσουν τν αγ τς πομένης. Μεσολαβε τ κτακτο δρομολόγιο γι τν αωνιότητα, κι λοι περιμένουμε τ ξαφνικ κάλεσμά μας …π τ μεγάφωνο!. Γι’ αὐτὸ καὶ κάπου πρέπει νὰ μᾶς συνέχη ὁ ἔνθεος φόβος. χι γι ν μαραζώνουμε κα ν μς λειώνη θλίψι γι τ «μοιραον», μ γι ν φιλοτιμούμαστε κα ν ξαγοράζουμε μ σύνεσι τν καιρό, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ οὐρανοδρόμος Ἀπόστολος Παῦλος: «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν» (Ἐφεσ. δ´15-16). Νὰ ἐξαγοράζουμε τὸν καιρὸ μὲ τὴν λογικὴ τοῦ Χριστοῦ. Μὲ προσευχὴ καὶ προσοχὴ σὲ κάθε μας κίνησι, πράξι ἢ λόγο. Μὲ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ «ὀϊζυρὰ καὶ δακρυώδεα»  ἐν γένει  τῆς ζωῆς. Μὲ μακροθυμία σ’ ὅσους ἐνεργοῦν ἀδικίες ἐναντίον μας. Μὲ καλλιέργεια τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι ἡ συγκεφαλαίωσι τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν. Μὲ λιβανισμένη καὶ λειτουργημένη ζωή, ποὺ θὰ μᾶς συνδέη διὰ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, τὸν Χριστό.
.            Ἡ 1η Ἰανουαρίου εἶναι καὶ ἡ ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. Ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ὑψηλότερους καὶ σταθερότερους στύλους τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Θεολογίας, ὁ ὁποῖος στὴ μὲν προσωπική του ζωὴ «τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησε» («νόμος ἀρετῆς» ἦταν ἡ ζωή του κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο ), μὲ τὴ διδασκαλία του δὲ «θεοπρεπῶς ἐδογμάτισε». Ἡ μελίρρυτη διδαχή του, τὰ θεόσοφα συγγράμματά του καὶ τὸ ἡλιόφωτο παράδειγμά του, μᾶς φανερώνουν ἐναργέστατα τὰ θεῖα μυστήρια καὶ μεγαλεῖα τοῦ νοητοῦ οὐρανοῦ, δηλ. τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ἄξια ὀνομάσθηκε «Οὐρανοφάντωρ». Τελεῖται μάλιστα καὶ ἡ Λειτουργία, ποὺ ὁ ἴδιος συνέταξε, στὴν ὁποία, μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, τὴν ὥρα ποὺ εἶναι ὀρθάνοιχτα τὰ οὐράνια κ’ ἡ γῆ ἔχει γίνει οὐρανὸς μὲ τὴν ἀναίμακτη θυσία μας καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκεῖ, μπροστὰ στὸ ἅγιο θυσιαστήριο, καταπρόσωπο στὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀνάμεσα στὰ πολλὰ αἰτήματα ποὺ ἀναφέρει ὁ λειτουργός, δέεται: «Εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός Σου», δηλ. Κύριε, εὐλόγησε τὸν κύκλο τῆς χρονιᾶς ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ ἀγάπη Σου!
.            Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, περιττεύει καὶ νὰ τὸ σημειώσουμε, δὲν ἔχει καμμιὰ σχέσι μ’ ἐκεῖνον τὸν κοκκινοφορεμένο χοντρούλη γέροντα ποὺ σκαρφίστηκε ὁ γελοιογράφος Thomas Nast στὶς ΗΠΑ τὸ 1863 καὶ τὸν «ἐτελειοποίησε» ὁ ὁμότεχνός του Haddon Sundblom τὸ 1931 γιὰ νὰ χρησιμέψη ὡς διαφημιστικὸ σῆμα τῆς ἐριτίμου Coca Cola, ἡ ὁποία καὶ τὸ ἐθεάτρισε παγκοσμίως. Ὁ Σάντα Κλῶς ἢ Φάδερ Κρίστμας ἢ Μπαμπὰ Νοὲλ (ὑπάρχει, βλέπετε, καὶ ἡ τουρκικὴ «ἐκδοχή»!) μὲ τοὺς ταράνδους του, τὰ ἕλκυθρά του, τὶς σακκοῦλες μὲ τὰ παιχνίδια, τὶς καθόδους ἀπὸ τὶς καμινάδες κ.λπ. κ.λπ., εἶναι ἁπλῶς ἕνα κακόγουστο ἐμπορικὸ κατασκεύασμα, προοριζόμενο ἀποκλειστικῶς καὶ μόνο γιὰ ἀλισβερίσι καὶ μπεζαχτά. Τίποτε περισσότερο! γιος Βασίλειος ταν νας χρς ξερακιανς σκητής, λότελα σαρακοστινός, λειωμένος π τ νηστεία, τς μετάνοιες κα τς γρυπνίες! νας συμβίβαστος μ ποιαδήποτε κοσμικότητα κα νθρώπινη νάπαυσι μοναχός, πο μάλιστα πέθανε νεώτατος, σαρανταεννέα μόλις χρόνων, ξουθενωμένος π τν περβολικ σκησι κα ξαντλητικ ργασία, κα τν κλαψε μ παρηγόρητους θρήνους λη Χριστιανοσύνη! Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, τῆς ἐγκρατείας, τῆς παρθενίας, τῆς νηστείας, τῆς ἐντελοῦς αὐταπαρνήσεως, τῆς μελέτης τῶν Γραφῶν, τῆς ὑπομονῆς, τοῦ κατὰ Θεὸν πένθους καὶ τῆς ὑψηλῆς πνευματικῆς θεωρίας, τῆς σπάνιας ἁγιότητος, ἦταν μία τρυφερότατη καρδιὰ ποὺ τὴν πλήγωνε ὁ πόνος τῶν ἀνθρώπων, ἡ φτώχεια τους, ἡ μοναξιά τους κ’ ἡ δυστυχία τους. Καὶ στάθηκε πατέρας στοργικὸς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κι ἐσιτοδότησε τὸ ποίμνιό του ἁπλόχερα. Μὲ τὴ στέρρεα τροφὴ τῆς ἀπλανοῦς θεολογίας καὶ τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς. Ὀργάνωσε τὸν Μοναχισμὸ σὲ ὑγιεῖς κοινοβιακὲς βάσεις. Ἐδίδαξε μὲ θεϊκὸ φωτισμὸ ὅλες τὶς ἀλήθειες ποὺ χρειάζεται νὰ ξέρη κανείς, γιὰ νὰ βρῆ τὸν Θεό του καὶ νὰ σωθῆ. Ἐστήριξε τὴν Ἐκκλησία σὲ καιροὺς χαλεποὺς καὶ τὴν προστάτεψε ἀπὸ τοὺς λύκους τῆς ἀθεΐας καὶ τῶν αἱρέσεων. Ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς τοῦ συμπλεγματικοῦ νεοειδωλολάτρη Αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Ἀποστάτη, ποὺ μαγάρισε τὸ βάφτισμά του καὶ πολέμησε τὴν Ἐκκλησία, πιστεύοντας, ὁ παράφρων τύραννος, πὼς θὰ μποροῦσε νὰ νεκραναστήση τὸ «ὀδωδὸς καὶ τυμπανιαῖον» πτῶμα τῆς δωδεκάθεης ἀθεΐας τοῦ Ὀλύμπου. Ἐδιαφέντεψε τὶς ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καππαδοκίας (καὶ ὄχι μόνο!) μὲ τὸν καλλίτερο τρόπο, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ παράλληλα νοιάστηκε τοὺς γέρους, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς σακάτηδες, τοὺς λεπρούς, τὰ ὀρφανά, τοὺς ξεπεσμένους, τοὺς φτωχούς, τὶς ἀπροστάτευτες χῆρες, τοὺς ξένους, τοὺς μοναχικούς, τοὺς παραστρατημένους. Ὅλους ἐκείνους ποὺ ὁ κόσμος δὲν θέλει νὰ τοὺς ξέρη καὶ νὰ τοὺς θυμᾶται. Καὶ τοὺς ἔφτιαξε σπίτι ζεστό, γεμάτο στοργὴ καὶ χριστιανικὴ ἀγάπη, γεμάτο φροντίδα καὶ περιποίησι. Τὴν περίφημη «Βασιλειάδα», πολιτεία ὁλόκληρη, ποὺ ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς ἔργο πρωτοποριακό, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἐποχή του, ποὺ ἡ κοινωνικὴ πρόνοια ἦταν ἔννοια ὁλότελα ἄγνωστη ἀνὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς μετέπειτα αἰῶνες! Κι ἐκεῖ, ὁ ἴδιος, μὲ τὰ ἀποστεωμένα ἅγια χέρια του διακονοῦσε τὶς χρεῖες τῶν περιθαλπομένων, καθαρίζοντας τὶς φυσικὲς ἀκαθαρσίες τῶν ἀνήμπορων καὶ περιποιούμενος μὲ τὶς πλούσιες ἰατρικὲς γνώσεις του τὶς πληγὲς τῶν λεπρῶν καὶ τ’ ἀρρωστήματα τῶν ἀσθενῶν!
.            Αὐτὸ τὸ μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου ποὺ μοίρασε ψωμὶ καὶ χαρὰ σ’ ὅσους τὰ ὑστεροῦνταν, μᾶς θυμίζει τὸ ἔθιμο τῆς Βασιλόπιττας. Καὶ τηρώντας το, ἁγιάζουμε τὴν εἴσοδο τοῦ νέου ἔτους μὲ τὴν ὑπενθύμισι τοῦ κεφαλαιώδους ἱεροῦ χρέους τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης! Ἄλλο ποὺ σήμερα μερικοὶ τό ᾽χουν ὁλότελα διαστρέψει σὲ «γκαλὰ» καὶ κόβουν «βασιλόπιτες» μέχρι τὴν Μεγάλη Σαρακοστή, «μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων». («Ἀπολαμβάνω» τὸ τρέξιμο τῶν πολιτικῶν σὲ τέτοιες ἀδιαφόρετες ἐκδηλώσεις, μάλιστα ὅταν στὴν ἀτμόσφαιρα μυρίζη νὰ πλησιάζουν ἐκλογές! -Ἔχω νὰ πάω σὲ δεκατέσσερεις πίττες σήμερα [τέλη Ἰανουαρίου, σημειωτέον!], μοῦ εἶχε  πῆ κάποτε ἕνας… Κι ὁ συνειρμὸς τῶν παραστάσεων μοῦ θύμισε πὼς στὴν Σητεία «πίττες» ὀνομάζουμε τὶς μούτζες· τὰ φάσκελα!… Ἁμαρτία μου ἐξομολογημένη!…)
.            Τὰ Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα, ὅπως ψάλλονται σὲ πολλὰ μέρη, ἔχουν ἕνα σωρὸ ἀνακρίβειες σχετικὰ μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο. Ἀλλοῦ τὸν παρουσιάζουν ἀγράμματο, αὐτὸν ποὺ ἦταν ἕνας ἀληθινὸς πανεπιστήμονας, ἡ σοφία προσωποποιημένη καὶ κινούμενη ἐπὶ τῆς γῆς! Ἀλλοῦ τὸν παρουσιάζουν ζευγολάτη, ἀκατάδεχτο καὶ ἄλλες χειρότερες ἀνοησίες, ποὺ φθάνουν συχνὰ στὰ ὅρια τῆς βλασφημίας. Τέτοιας λογῆς Κάλαντα ἂς ἔλειπαν! Καὶ εἶναι λυπηρό, ἐνῶ τὰ Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα εἶναι συνήθως ὄμορφα καὶ μὲ ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ βάσι, τὰ Πρωτοχρονιάτικα νὰ εἶναι ἀπὸ ἀφελῆ καὶ ληρώδη μέχρι βλάσφημα! Μιὰ προσπάθεια εἶχε γίνει ἀπὸ κάποιους λογίους ποὺ βυζαντινόφερναν, κι ἔφτιαξαν Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς νόστιμα, μὲ ὄμορφο περιεχόμενο καὶ ἠθικοπλαστικὰ μηνύματα. Ἀρχίζουν ἔτσι: «Καὶ νέον ἔτος ἀριθμεῖ/ ἡ τοῦ Χριστοῦ Περιτομή,/ καὶ ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου/ Ἱεράρχου Βασιλείου./ Τοῦ χρόνου μας ἀρχὴ καλή,/ καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς προσκαλεῖ/ τὴν κακίαν ν’ ἀρνηθῶμεν/ μ’ ἀρετὰς νὰ στολισθῶμεν./ Νὰ ζῶμεν/ βίον τέλειον,/ κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον./ Μὲ ἀγάπην, μὲ εἰρήνην/ καὶ μὲ τὴν δικαιοσύνην…».
.            Ἀλλ᾽  ἂς κρατήσουμε τὴν μορφὴ καὶ τὴν ζωὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὡς «κοινὸν ἀρετῆς πίνακα καὶ πρόγραμμα σωτήριον»  γιὰ τὴν προσωπική μας πορεία, κι ἂς κατακλείσουμε τὶς γραμμὲς αὐτές, ἐπικαλούμενοι τὶς ὑπὲρ ἡμῶν θεοπειθεῖς εὐχὲς τοῦ Θεοφόρου Πατρός, μ’ ἕναν πυκνὸ σὲ ἅγια ἐπίκαιρα νοήματα ὕμνο τῆς Λιτῆς τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου (1ης Σεπτεμβρίου): «Ὁ Πνεύματι Ἁγίῳ συνημμένος, ἄναρχε Λόγε καὶ Υἱέ, ὁ πάντων ὁρατῶν καὶ ἀοράτων συμπαντουργὸς καὶ συνδημιουργός, τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ εὐλόγησον, φυλάττων ἐν εἰρήνη τῶν Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Σου».  Ἄμποτε!…

 ΠΗΓΗ: iliaxtida.wordpress.com καὶ hristospanagia1.wordpress.com

, , , , ,

Σχολιάστε

Η “ΙΣΤΟΡΙΑ” ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑΣ

Ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Βασιλόπιττας
(ὀρθότερα: Βασιλειόπιττα)

[…].          Τὸ ἔθιμο τῶν ἡμερῶν ἀπαιτεῖ ἕνα γλυκὸ «τυχερὸ» παιχνίδι… τὴν κοπὴ τῆς Βασιλόπιτας. Πολλὲς συνταγὲς κυκλοφόρουν ὅμως ὅλες ἔχουν ἕνα βασικὸ συστατικὸ …τὸ πολυπόθητο φλουρί! Πρὶν τὴν κόψετε, διαβάστε τὴν ἱστορία της.
.          Ἡ ἱστορία τῆς βασιλόπιτας, εἶναι μία ἱστορία ποὺ συνέβη πρὶν ἀπὸ ἑκατοντάδες χρόνια, πρὶν ἀπὸ 1500 χρόνια περίπου, στὴν πόλη Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, στὴν Μικρὰ Ἀσία. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν δεσπότης τῆς Καισαρείας καὶ ζοῦσε ἁρμονικὰ μὲ τοὺς συνανθρώπους του, μὲ ἀγάπη, κατανόηση καὶ ἀλληλοβοήθεια. Κάποια μέρα ὅμως, ἕνας ἀχόρταγος στρατηγὸς – τύραννός της περιοχῆς, ζήτησε νὰ τοῦ δοθοῦν ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς πόλης τῆς Καισαρείας, ἀλλιῶς θὰ πολιορκοῦσε τὴν πόλη γιὰ νὰ τὴν κατακτήσει καὶ νὰ τὴν λεηλατήσει.
.       Ὁ Μέγας Βασίλειος ὁλόκληρη τὴν νύχτα προσευχόταν νὰ σώσει ὁ Θεὸς τὴν πόλη. Ξημέρωσε ἡ νέα μέρα καὶ ὁ στρατηγὸς ἀποφασισμένος μὲ τὸν στρατό του περικύκλωσε ἀμέσως τὴν Καισαρεια. Μπῆκε μὲ τὴν ἀκολουθία του καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὸν ναὸ καὶ προσευχόταν. Μὲ θράσος καὶ θυμὸ ὁ ἀδίστακτος στρατηγὸς ἀπαίτησε τὸ χρυσάφι τῆς πόλης καθὼς καὶ ὅ,τι ἄλλο πολύτιμο ὑπῆρχε στὴν πόλη.
.       Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπάντησε ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς πόλης του δὲν εἶχαν τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ πείνα καὶ φτώχεια, δὲν εἶχαν νὰ δώσουν τίποτε ἀξιόλογο στὸν ἅρπαγα στρατηγό. Ὁ στρατηγός, μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, θύμωσε ἀκόμα περισσότερο καὶ ἄρχισε νὰ ἀπειλεῖ τὸν Μέγα Βασίλειο ὅτι… θὰ τὸν ἐξορίσει πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του ἢ κι ἀκόμη μπορεῖ νὰ τὸν σκοτώσει.
.       Οἱ χριστιανοὶ τῆς Καισαρείας ἀγαποῦσαν πολὺ τὸν Ἐπίσκοπό τους καὶ θέλησαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπὸν ἀπὸ τὰ σπίτια τους ὅ,τι χρυσαφικὰ εἶχαν καὶ τοῦ τὰ προσέφεραν, ὥστε δίνοντάς τα στὸν σκληρὸ στρατηγὸ νὰ σωθοῦν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἀνυπόμονος στρατηγὸς κόντευε νὰ σκάσει ἀπὸ τὸ κακό του. Διέταξε ἀμέσως τὸν στρατό του νὰ ἐπιτεθεῖ στὸν φτωχὸ λαὸ τῆς πόλης.
.       Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὁ Μέγας Βασίλειος, ποὺ ἤθελε νὰ προστατέψει τὴν πόλη του προσευχήθηκε καὶ μετὰ παρουσίασε στὸν στρατηγὸ ὅ,τι χρυσαφικὰ εἶχε μαζέψει μέσα σὲ ἕνα σεντούκι. Τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ στρατηγὸς πῆγε νὰ ἀνοίξει τὸ σεντούκι καὶ νὰ ἁρπάξει τοὺς θησαυρούς, μὲ τὸ ποὺ ἀκούμπησε τὰ χέρια του πάνω στὰ χρυσαφικά, ἔγινε τὸ θαῦμα!
.       Ὅλοι οἱ συγκεντρωμένοι εἶδαν μία λάμψη καὶ ἀμέσως μετὰ ἕναν λαμπρὸ καβαλάρη νὰ ὁρμάει μὲ τὸν στρατό του ἐπάνω στὸν σκληρὸ στρατηγὸ καὶ τοὺς δικούς του. Σὲ ἐλάχιστο χρόνο ὁ κακὸς στρατηγὸς καὶ οἱ δικοί του ἀφανίστηκαν. Ὁ λαμπρὸς καβαλάρης ἦταν ὁ ‘Ἅγιος Μερκούριος καὶ στρατιῶτες τοῦ οἱ ἄγγελοι.
.       Ἔτσι σώθηκε ἡ πόλη τῆς Καισαρείας. Τότε ὅμως, ὁ ἀρχιεπίσκοπός της, ὁ Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σὲ δύσκολη θέση! Θὰ ἔπρεπε νὰ μοιράσει τὰ χρυσαφικὰ στοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ ἡ μοιρασιὰ νὰ εἶναι δίκαιη, δηλαδὴ νὰ πάρει ὁ καθένας ὅ,τι ἦταν δικό του. Αὐτὸ ἦταν πολὺ δύσκολο. Προσευχήθηκε λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Θεὸς τὸν φώτισε τί νὰ κάνει. Κάλεσε τοὺς διακόνους καὶ τοὺς βοηθούς του καὶ τοὺς εἶπε νὰ ζυμώσουν ψωμάκια, ὅπου μέσα στὸ καθένα ψωμάκι θὰ ἔβαζαν καὶ λίγα χρυσαφικά.
.       Ὅταν αὐτὰ ἑτοιμάστηκαν, τὰ μοίρασε σὰν εὐλογία στοὺς κατοίκους τῆς πόλεως τῆς Καισαρείας. Στὴν ἀρχὴ ὅλοι παραξενεύτηκαν, μὰ ἡ ἔκπληξή τους ἦταν ἀκόμη μεγαλύτερη, ὅταν κάθε οἰκογένεια ἔκοβε τὸ ψωμάκι αὐτὸ κι ἔβρισκε μέσα τὰ χρυσαφικά της. Ἦταν λοιπὸν ἕνα ξεχωριστὸ ψωμάκι, ἡ βασιλόπιτα. Ἔφερνε στοὺς ἀνθρώπους χαρὰ κι εὐλογία μαζί.
.         Ἀπὸ τότε φτιάχνουμε κι ἐμεῖς τὴν βασιλόπιτα μὲ τὸ φλουρὶ μέσα, τὴν πρώτη μέρα τοῦ χρόνου, τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.

 ΠΗΓΗ: altpressfthiotida.blogspot.com (ἀπὸ 24grammata.com/ λαογραφία)

, ,

Σχολιάστε