Ἄρθρα σημειωμένα ὡς λύπη

«ΗΜΑΡΤΕΣ; ΛΥΠΗΘΗΤΙ» Τὸ φάρμακο γιὰ τὴν κακία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ κατὰ Θεὸν λύπη

«Ἥμαρτες; Λυπήθητι»

   .               Γράφαμε σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας, (βλ. σχετ.: «ΕΖΗΜΙΩΘΗΣ; ΜΗ ΑΘΥΜΗΣῌΣ» Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη δὲν μπορεῖ νὰ διορθώσει οὔτε τὴ χρηματικὴ ζημιά, οὔτε τὴν ὕβρη, οὔτε τὴ βλάβη, οὔ­τε τὴν ἀσθένεια, οὔτε τίποτε ἄλλο παραπλήσιο. νὰ μὴ λυπούμαστε ὑπερβο­λικὰ ὅταν ζημιωνόμαστε οἰκονο­μικὰ σύμφωνα μὲ τὴ χρυσοστομικὴ ρή­ση: «Ἐζημιώθης; μὴ ἀθυμήσῃς· οὐδὲ γὰρ ὠφελήσεις». Ὅταν ὅμως ἁμαρτάνουμε, νὰ λυπούμαστε κατὰ Θεόν, διότι εἶναι μεγάλο τὸ ὄφελος. «Ἥμαρτες; Λυπήθητι, ὄφελος γάρ» (Ὁμιλία Ε´ Εἰς τοὺς ἀνδριάντας, ΕΠΕ 32, 120).
.               Γιατί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν λυπεῖται κατὰ Θεὸν γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξε; Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τοὺς Πρωτοπλάστους, δὲν ὑπῆρχαν οὔτε ἡ λύπη οὔτε ὁ θάνατος. Τόσο ἡ λύπη ὅσο καὶ ὁ θάνατος ἐμφανίστηκαν στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας. «Δύο ταῦτα ἔτεκεν ἡμῖν ἡ ἁμαρτία, λύπην καὶ θάνατον». Δύο κακὰ γέννησε σὲ μᾶς ἡ ἁμαρτία, τὴ λύπη καὶ τὸν θάνατο. Ὅμως ὁ πανάγαθος Θεὸς δὲν θέλει τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἀχρήστευσε τὴν ἁμαρτία μ’ αὐτὰ τὰ δύο ὅπλα, μὲ τὴ λύ­πη καὶ μὲ τὸν θάνατο, μεθοδεύοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν ἐξουδετέρωση τῆς μητέρας ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ παιδιά της. «Καὶ δι’ ἀμφοτέρων τούτων τὴν ἁμαρτίαν ἀνεῖλε, καὶ ὑπὸ τῶν τέκνων τὴν μητέρα ἀπολέσθαι παρεσκεύασεν» (ΕΠΕ 32, 120-122).

   .               Νὰ ἐξηγήσουμε πρῶτα πῶς καταργήθηκε ἡ ἁμαρτία μέσῳ τοῦ θανάτου. Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ὁ θάνατος καταργήθηκε μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου μας. «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας…»! Πάτησε ὁ θεῖος Λυτρωτὴς τὸν θάνατο μὲ τὸν θάνατο. Ἀφοῦ λοιπὸν νικήθηκε ὁ θάνατος μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου μας, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο, παρὰ μόνο τὴν ἁμαρτία ποὺ ἔχει μέσα της τὸ σπέρμα τοῦ θανάτου. «Μὴ τοίνυν φοβώμεθα θά­να­τον, ἀλλὰ φοβώμεθα ἁμαρτίαν ­μόνον, καὶ δι’ ἐκείνην ἀλγῶμεν», γράφει ὁ ἱε­ρὸς Χρυ­σόστομος (ΕΠΕ 32, 122). Γιὰ τὴν ἁμαρτία νὰ κλαῖμε μόνο, διότι ἡ ­ἁ­­­μαρτία ὁδηγεῖ στὸ θάνατο.
.               Μὲ παρόμοιο τρόπο καταργεῖται ἡ ἁ­­­μαρτία καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο παιδί της, τὴ λύπη. Εἶπε ὁ ἅγιος Θεὸς στὴν Εὔα μετὰ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα: «Ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα» (Γεν. γ´ 16). Μὲ ὀδύνες καὶ πόνους θὰ γεννᾶς τὰ παιδιά σου. Τρόπον τινὰ τῆς ἔβαλε ἕνα ἐπιτίμιο γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξε. Ἀλλὰ τὸ ἐπιτίμιο ἦταν συγχρόνως καὶ ὁ ἐξαγνισμός της. Γράφει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ Β´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του: «Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται» (Β´ Κορ. ζ´ 10). Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια καὶ φέρνει ὡς ἀγαθὸ ἀποτέλεσμα τὴ σωτηρία. Πάντοτε ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια ἔχει τὸ στοιχεῖο τῆς λύπης καὶ τοῦ πόνου. Μετάνοια ποὺ δὲν μᾶς στοιχίζει δὲν εἶναι πραγματικὴ μετάνοια.
.               Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι ἡ ἁμαρτία ἀχρηστεύεται καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο παιδί της, τὴν κατὰ Θεὸν λύπη. Ὅσοι λυποῦνται κατὰ Θεόν, δὲν μετανιώνουν ποτὲ ποὺ λυπήθηκαν. «Κἂν ἀμέτρως θρηνήσωσιν, εὐφροσύνην καρποῦνται, μεταμέλειαν οὐ δεχόμενοι», σχολιάζει ὁ ἑρμηνευ­τὴς Θεοφύλακτος Ἀχρίδος. Ὅσο κι ἂν ­κλάψουν, δὲν μεταμελοῦνται ποὺ πόνεσαν καὶ ἔκλαψαν, διότι ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν λύπη τους καρποῦνται εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση. Ἐνῶ ἀντίθετα ὅσοι λυποῦνται ὅπως οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα, ἀργότερα μετανιώνουν ποὺ ἔκλαψαν καὶ πόνεσαν, διότι ἀπὸ τὴ λύπη τους δὲν ἀπεκόμισαν καμιὰ ὠφέλεια. Ἀπεναντίας ταλαιπωρήθηκαν ἀφάνταστα, σημειώνει πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
.               Τώρα ἐννοοῦμε καλύτερα γιατί πρέπει νὰ λυπούμαστε κατὰ Θεόν, ὅταν ἁμαρτάνουμε. Διότι μὲ τὴν κατὰ Θεὸν λύπη διορθώνουμε τὴ ζημιὰ ποὺ πάθαμε. Ὁδηγούμαστε στὴ μετάνοια. Καὶ ἡ μετάνοια μὲ τὴ σειρά της μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία καὶ τὸν ἁγιασμό.
.               Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας στὸ περισπούδαστο ἔργο του «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» γράφει ὅτι «τὸ φάρμακο γιὰ τὴν κακία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ λύπη. Διότι καὶ τὴ μελλοντικὴ κακία προλαβαίνει καὶ τὴν παροῦσα καταργεῖ καὶ ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ διαπράξαμε μᾶς ἀπαλλάσσει. Γι’ αὐτὸ δόθηκε ἐξαρχῆς ἡ λύπη στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀφοῦ σὲ τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἀποτολμοῦμε τὴν ἁμαρτία γιὰ τὴν ­ἀπόλαυση τῆς ἡδονῆς. Κατόπιν χρειαζόμαστε τὴν κατὰ Θεὸν λύπη γιὰ νὰ διορθωθεῖ ἡ ζημιὰ ποὺ πάθαμε. Ἂν καθαρθοῦμε μὲ τὴν ­ὀδύνη, δὲν θὰ χρειασθεῖ ­δεύτερη τιμωρία. Αὐτὴ τὴν τιμωρία ἐπέβαλε καὶ ὁ Θεὸς ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ καταπατήθηκαν οἱ νόμοι Του (ἐννοεῖ μὲ τὸ ­προπατορικὸ ­ἁμάρτημα). Μὲ λύπη καὶ πόνους τιμώρησε τὸν παραβάτη. Δὲν θὰ ὅριζε νὰ ἐπιβληθεῖ αὐτὴ ἡ τιμωρία, ἂν δὲν ἦταν ἀντίρροπη μὲ τὰ παραπτώματα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἐνοχή. Τὸν ἴδιο τρόπο ­χρησιμοποίησε κατὰ τῆς ἁ­­­μαρτίας ἀργότερα καὶ ὁ Ἴδιος, ὅταν ­ἐν­­ανθρώπησε. Ὅταν ­χρειάστηκε νὰ ἀ­­­ποβάλει τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, πόνεσε (ἐννοεῖ τὴν ­ὀδύνη τῆς σταυρικῆς θυσίας Του) καὶ τὴν ἀ­­πέβαλε» (Λόγος Ζ´, ΕΠΕΦ 22, 600).
.               Νὰ λυπούμαστε κατὰ Θεὸν ὅταν ἁ­­­μαρτάνουμε, μὲ τὶς συμβουλὲς βέβαια καὶ τοῦ Ἐξομολόγου μας, διότι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο διορθώνεται ἡ ζημιὰ ποὺ πάθαμε.

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

«ΕΖΗΜΙΩΘΗΣ; ΜΗ ΑΘΥΜΗΣῌΣ» Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη δὲν μπορεῖ νὰ διορθώσει οὔτε τὴ χρηματικὴ ζημιά, οὔτε τὴν ὕβρη, οὔτε τὴ βλάβη, οὔ­τε τὴν ἀσθένεια, οὔτε τίποτε ἄλλο παραπλήσιο.

«Ἐζημιώθης; Μὴ ἀθυμήσῃς»

   .           Τὸ ἔτος 387 μ.Χ. ἐξερράγη στὴν Ἀντιόχεια μεγάλη στάση κατὰ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Α´ τοῦ ­Μεγάλου, διότι ἐπέβαλε στοὺς κατοίκους της δυσ­βάστακτους φόρους. Ἀπὸ τὸν ἀναβρα­σμὸ ποὺ δημιουργήθηκε κάποιοι θερμόαιμοι στασιαστὲς κατέστρεψαν τοὺς ἀν­δριάντες τοῦ αὐτοκράτορα, τοῦ ­πατέρα του, τῆς συζύγου του καὶ τῶν παιδιῶν του. Ὁ αὐτοκράτορας σχεδίαζε νὰ τοὺς ἐπιβάλει αὐ­στηρὴ τιμωρία: Θὰ φόνευε τοὺς στασια­στὲς καὶ θὰ μετέβαλλε τὴ μεγαλούπολη σὲ κωμόπολη. Οἱ ­κάτοικοι τῆς Ἀντιόχειας ἀνησύχησαν καὶ ἔπε­σαν σὲ ἀθυμία μεγάλη.
.           Τότε ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Φλαβια­νὸς ἀνεχώρησε ἐσπευσμένα γιὰ τὴν Κων­σταντινούπολη μὲ ἀποστολὴ νὰ ­ἱκετεύσει τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς πόλεως. Κι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ποὺ εἶχε χειροτονηθεῖ τὴν προηγούμενη χρονιὰ ἱερέας, ἀνέλαβε νὰ ἠρεμήσει τοὺς Ἀντιοχεῖς καὶ νὰ τοὺς παρηγορήσει. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἐξεφώνησε τοὺς περίφημους εἴκοσι ἕνα λόγους «Εἰς τοὺς ἀνδριάντας».
.           Στὸν πέμπτο λόγο του ἀναπτύσσει ὡς ἐπιχειρηματολογία τὴ θέση ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζημιώνεται οἰκονομικά, ὅταν συκοφαντεῖται, ὅταν ἀρρωσταίνει, δὲν πρέπει νὰ ἀθυμεῖ ὑπερβολικὰ τόσο ποὺ νὰ χάνει τελείως τὸν ρυθμό του, διότι δὲν θὰ ὠφεληθεῖ σὲ τίποτε ἀπὸ τὴ λύπη. Ἐ­­­πιτρέπεται, ἤ, καλύτερα, ἐπιβάλλεται νὰ λυ­­πεῖται σὲ μία μόνο περίπτωση, ὅταν ἁμαρ­τάνει! Διότι τότε ὠφελεῖται ἀπὸ τὴ λύ­­­­πη.
.           «Μηκέτι οὖν ἐπὶ ζημίᾳ χρημάτων ἀλ­γῶ­μεν, ἀλλ’ ὅταν ἁμαρτάνωμεν, ἀλγῶ­μεν μό­­­νον. Πολὺ γὰρ τὸ κέρδος ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς λύπης. Ἐζημιώθης; Μὴ ἀθυμήσῃς, οὐ­δὲ γὰρ ὠφελήσεις. Ἥμαρτες; ­Λυπήθητι, ὄφελος γάρ» (Εἰς τοὺς ­ἀνδριάντας, ὁμιλία Ε´, ΕΠΕ 32, 120). Νὰ μὴ λυπούμαστε ὑπερβολικά, ὅταν ζημιωνόμαστε οἰκονομικῶς, ἀλλ’ ὅταν ­ἁμαρτάνουμε, τότε νὰ λυπούμαστε κατὰ Θεόν. ­Διότι στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸ κέρδος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ λύπη εἶναι πολὺ μεγάλο. Ζημιώθηκες; Μὴν ἀθυμήσεις, διότι δὲν θὰ ὠφεληθεῖς σὲ τίποτε ἀπὸ τὴ λύπη. Ἁμάρτησες; Λυπήσου, διότι θὰ ὠφεληθεῖς, ἂν πονέσεις γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξες.
.           Γιὰ νὰ γίνει πιὸ πειστικὸς ὁ χρυσορρή­μων Πατήρ, ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ πα­­ραδείγματα: Ἔχασε κάποιος τὸ ­παιδί του καὶ πόνεσε πολὺ γι’ αὐτό. Ἀλλὰ μὲ τὸν πόνο του δὲν ἀνέστησε τὸ ­νεκρό, οὔτε ὠ­­­φέλησε τὸν ἀποθανόντα. ­Ραπίστηκε, ὑ­­­βρίστηκε, χλευάστηκε καὶ ­λυπήθηκε πά­ρα πολὺ γιὰ τὸν δημόσιο διασυρμό. Ἀλλὰ μὲ τὴ λύπη του δὲν ἐξήλειψε τὴν ὕβρη. Ἀρρώστησε μὲ βαριὰ ἀσθένεια καὶ ἔπεσε σὲ κατήφεια. Ἀλλὰ μὲ τὴ λύπη του δὲν ἀπομάκρυνε τὴν ἀσθένεια. Μπορεῖ καὶ νὰ τὴν ἐπιβάρυνε περισσότερο.
.           Ἀποροῦν μερικοὶ καὶ ρωτοῦν: Ἐφόσον ζημιωθήκαμε οἰκονομικῶς, συκοφαντηθήκαμε, ἀρρωστήσαμε, πέθανε ὁ (ἡ) σύζυγος ἢ τὸ παιδί μας, νὰ μὴ λυπηθοῦμε; Τί νὰ κάνουμε; Νὰ χαιρόμαστε; Βέβαια δὲν θὰ μένουμε ἀπαθεῖς, ὅταν ξεσπάσει μία δοκιμασία κατὰ πάνω μας. Θὰ πονέσουμε. Δὲν ἔχουμε πέτρινη καρδιά. «Τὸ ἀπαθὲς» εἶναι «ἀπάνθρωπον», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· ὅμως «τὸ πολυπαθές», δηλαδὴ τὸ νὰ καταβληθοῦμε τελείως ἀπὸ τὴ λύπη, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴ χριστιανικὴ φιλοσοφία (Ἐπιστολὴ 165, Σταγειρίῳ, 2). Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς προτρέπει νὰ κοιτᾶμε καὶ πιὸ μακριά: Ἦλθαν καὶ ἔκλεψαν τὸν πλοῦτο σου. Ἀλλὰ τὸν πλοῦτο ποὺ ἔχεις στὸν οὐρανὸ δὲν μποροῦν νὰ σοῦ τὸν ἀφαιρέσουν. Σὲ ἔδιωξαν ἀπὸ τὴν πατρίδα σου. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ μόνιμη πατρίδα σου, τὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, δὲν μποροῦν νὰ σὲ διώξουν. Σὲ ἔδεσαν μὲ δεσμά. Ὅμως ἔχεις τὴ συνείδησή σου ἐλεύθερη καὶ δὲν αἰσθάνεσαι τὰ ἐξωτερικὰ δεσμά. Σὲ φόνευσαν. Πάλι θὰ ἀναστηθεῖς.
.           Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη δὲν συνιστᾶ πιστοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἐμπιστεύονται τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό. Μᾶς ἔκλεψαν τὸ σπίτι μας, τὸ ἐργαστήριό μας, τὸ κατάστημά μας, ἔγινε σεισμὸς καὶ ἀχρηστεύθηκε τὸ σπίτι μας, ἦλθε φωτιὰ καὶ ἔκανε στάχτη τὸ κτῆμα μας; Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑλικὲς ζημιές. Μποροῦν νὰ ξαναγίνουν καὶ καλύτερα. Θὰ κάνουμε λίγη ὑπομονή, θὰ ἐπικαλεσθοῦ­με τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θὰ δουλέψουμε μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα μας καὶ σιγά-σιγὰ θὰ διορθωθεῖ ἡ ζημιὰ ποὺ πάθαμε. Μᾶς συκοφάντησαν, μᾶς ὕβρισαν; Νὰ λέμε: «Τὸν ἑαυτὸν μὴ ἀδικοῦντα οὐδεὶς παραβλάψαι δύναται». Αὐτὸν ποὺ δὲν βλάπτει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, δὲν μποροῦν οἱ ἄλλοι νὰ τὸν βλάψουν οὐσιαστικά. Μόνο στὸν ἑαυτό τους κάνουν ζημιά. Μᾶς ἐπισκέφθηκαν ἀσθένειες καὶ θάνατοι προσφιλῶν προσώπων; Νὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ καρτερία. Διότι οἱ δοκιμασίες εἶναι προσωρινές, ἐνῶ ἡ πνευματικὴ ὠφέλεια ποὺ καρπούμεθα, αἰώνια (βλ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 31, 496-563).
.           Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη δὲν μπορεῖ νὰ διορθώσει οὔτε τὴ χρηματικὴ ζημιά, οὔτε τὴν ὕβρη, οὔτε τὴ βλάβη, οὔ­τε τὴν ἀσθένεια, οὔτε τίποτε ἄλλο παραπλήσιο. Ἡ ­φτώχεια, ἡ ἀρρώστια, οἱ θάνατοι προσφιλῶν προσώπων καὶ τὰ παρόμοια κακὰ δὲν ὑποχωροῦν ­εὐκολότερα μὲ τὰ δάκρυα. Μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὴ λύπη διορθώνεται μία μόνο ζημιά. Ἡ ζημιὰ ποὺ προξενεῖται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γιατί συμβαίνει αὐτό; Θὰ τὸ ἐξηγήσουμε σὲ ἑπόμενο ἄρθρο μας

ΠΗΓΗ: osotir.org

, ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ

Ἅγ. Μάρκος ὁ Ἀσκητής

Ὁ τὰ ἐνεστῶτα θλιβερά,
προσδοκίᾳ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν προσδεχόμενος,
γνῶσιν ἀληθείας εὕρηκε·
καὶ ὀργῆς καὶ λύπης ῥαδίως ἀπαλλαγήσεται.
[Περὶ τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, ρξη´ ,
Φιλοκαλία, τ. Α´ σελ. 121]

Ἐκεῖνος ποὺ τὰ τωρινὰ θλιβερὰ τὰ ἀποδέχεται (ἀφομοιώνει)
μέσῳ (γιὰ χάρη) τῆς προσδοκίας τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν,

ἔχει βρεῖ τὴν γνώση τῆς ἀληθείας·
καὶ εὔκολα θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν λύπη

, ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΕΩΣ

Τά ἀποτελέσματα τῆς καταθλίψεως
Οἱ καταθλιπτικοί κατηγοροῦν τόν Θεό.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό νέο βιβλίο
τοῦ Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτου:
 «Τά πάθη καί ἡ κατάθλιψη – Τί εἶναι καί πῶς θεραπεύονται»

Βλ. σχετ.: 1. ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ: Η ΠΙΟ ΚΑΛΠΑΖΟΥΣΑ ΝΟΣΟΣ. ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ “ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ” ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤ’ ΟΥΣΙΑΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ

2. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨH ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ

3. Η ΕΥΡΩΠΗ ΠΑΣΧΕΙ ΑΠΟ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

4. ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΕΓΩΪΣΜΟΣ

.            Ἡ δαιμονική λύπη-κατάθλιψη ἔχει πράγματι ὀδυνηρά ἀποτελέσματα. «Ἡ ψυχὴ ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ λύπη καὶ ἀθυμία», παρατηρεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «δὲν μπορεῖ οὔτε ἀπ’ ὅσα τῆς λὲς νὰ ὠφεληθεῖ οὔτε κάτι ὠφέλιμο νὰ πεῖ. Ὅπως ἕνα πυκνὸ σύννεφο, ποὺ σκεπάζει τὸν ἥλιο, ἐμποδίζει τὶς ἀκτίνες του νὰ φθάσουν στὴ γῆ, ἔτσι καὶ ἡ λύπη, ποὺ σὰν ἄλλο σύννεφο σκεπάζει τὴν ψυχή, δὲν ἀφήνει τὶς ἀκτίνες τῆς λογικῆς νὰ τὴν φωτίσουν. Γι’ αὐτὸ ὁ ὑπερβολικὰ λυπημένος ἄνθρωπος συνήθως, εἴτε παραλογίζεται, εἴτε βυθίζεται σὲ σιωπή. Μὰ καὶ οἱ ἄλλοι, ποὺ τὸν βλέπουν, προτιμοῦν κι αὐτοὶ νὰ σωπάσουν»70.
.         Εἶναι παραδεκτό ὅτι: «Oἱ  λεγόμενοι  νηπτικοὶ  πατέρες τῆς  περισπούδαστης  Φιλοκαλίας  ἀναφέρονται  συχνὰ  στ᾽ ἀποτελέσματα  τῆς  βαθιᾶς  θλίψης, τῆς  ἀκηδίας, τῆς  ἀνυπόφορης  στενοχώριας,  ποὺ  μαστίζει  καὶ  ταλαιπωρεῖ  τόσο  τόν  ἀνθρωπο  καὶ μεῖς  σήμερα  τήν  ὀνομάζουμε  κατάθλιψη. Ἡ  κατάθλιψη  σκοτεινιάζει  την  ψυχή, ἐμποδίζει  νὰ  σκεφθεῖ  ὀρθὰ  ὁ  νοῦς  καὶ  νὰ  ἐργασθεῖ δημιουργικά. Δεν  τόν  ἀφήνει  στὴν  μελέτη  καὶ  τὴν  διδαχή, στήν  πραότητα  καὶ  την  ὑπομονή, ἀλλὰ  τόν  παρακινεῖ  στὴν  νευρικότητα  στὸ  ἄγχος  καὶ  τήν  ἀπομόνωση. Μάλιστα  θεωρεῖ τούς  ἄλλους  μόνον  ὑπαίτιους  τοῦ  προβλήματός   του καὶ  ἀπαλλάσσει  ἀπὸ  τίς  εὐθύνες  τόν  ἑαυτό  του,  κι ἔτσι  δέν  ἀγωνίζεται  νὰ  τόν  διορθώσει  καὶ  νὰ  τόν  θεραπεύσει.
.         Ἡ  κατάσταση  αὐτὴ  τῆς  βαριᾶς  καὶ  ἀσήκωτης  θλίψεως, συνεχίζουν παραστατικὰ  νὰ  λέγουν  οἱ  θεοκίνητοι  Ἅγιοι  Πατέρες, παραλύει  τήν  ψυχή, χαλαρώνει  τὸν  νοῦ, δημιουργεῖ  νωχέλεια  κι ἀδιαφορία  γιά  κάθε  ἀγωνιστικότητα, ἔχθρα  γιά  τήν  ἐργασία.
.           Ὁ ὅσιος Ἰωάννης  τῆς  Κλίμακος  τούς  ἔτσι  πάσχοντες  τούς  χαρακτηρίζει  ὡς  κατηγόρους  τοῦ  Θεοῦ ὅτι  δέν  εἶναι  δῆθεν  εὔσπλαχνος, δέν  θέλουν  νὰ προσεύχονται, νὰ μελετοῦν, παραπονοῦνται  συχνὰ  γιά  πονοκεφάλους, πυρετοὺς καὶ στομαχόπονους…»71.

70. Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Θέματα ζωῆς. Κείμενα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσόστομου», σελ. 85-93. Ἡ ἐπεξεργασία καὶ μετάφραση τῶν κειμένων καθὼς καὶ ἡ ἔκδοση τῶν βιβλίων ἔχουν γίνει ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1645, http://www.blogger.com/blogger.g?blogID=3736973688217550336 – sdfootnote71anc

71. Γέροντος Μωϋσέως Ἁγιορείτου, Κατάθλιψη, http://1myblog.pblogs.gr/tags/katathlipsi-gr.html

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

ΠΗΓΗ: hristospanagia1.wordpress.com

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ (Κυρ. Ζ´ Λουκᾶ)

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ζ´ ΛΟΥΚΑ  (6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)
(Λουκ. η´ 41-56)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄνομα  Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν.  Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς.  καὶ εἶπεν ὁ  Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;  ὁ δὲ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ  Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται.  ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ  Ἰωάννην καὶ  Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.  αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου.  καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν.  καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός. 

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

«Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει»

.            Ἦταν βαρὺ τὸ πένθος γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου. Ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔφτασε στὸ σπίτι συνοδευόμενος ‘Απὸ τὸν πονεμένο πατέρα, βρῆκε ἀπαρηγόρητους τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς νὰ θρηνοῦν τὸν θάνατο τῆς κόρης του. Στράφηκε τότε ὁ Χριστὸς καὶ μὲ τόνο σταθερὸ τοὺς εἶπε:
.        –«Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Ἡ κόρη δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται… Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο ἔγινε τὸ συγκλονιστικὸ θαῦμα: Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου!
.        «Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου μᾶς δείχνουν πῶς πρέπει οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸν θάνατο τῶν προσφιλῶν μας.

1. ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

.       Ἐκεῖνο ποὺ κατ’ ἐξοχὴν παρηγορεῖ τὸν πιστὸ χριστιανὸ καὶ τὸν ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν ὐπερβολικὴ λύπη, ὅταν ἔχει κάποιο πένθος, εἶναι ἠ πίστη στὴν Ἀνάσταση καὶ στὴν αἰώνια ζωή. Μετὰ τὴν νίκη τοῦ Θεανθρώπου κατὰ τοῦ θανάτου «ὁ θάνατος τεθανάτωται», ὅπως ψάλλει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Δηλαδὴ καταργήθηκε ὁ θάνατος καὶ τοῦ ἀφαιρέθηκε κάθε ἐξουσία, ἀκόμη καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομά του! Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου «οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει», ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς. Τώρα πλέον ὁ θάνατος ὀνομάζεται «κοίμηση» καὶ «ὕπνος», καὶ ἀντιστοίχως ὁ τόπος, ὅπου θάπτονται οἱ νεκροί, «κοιμητήριο». Πόση ἐλπίδα χαρίζει στὴν ψυχὴ αὐτὴ ἡ νέα πραγματικότητα ποὺ ἐγκαινίασε ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου! Τώρα γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀτενίζουμε νεκρό, δὲν χάνεται‧ δὲν ἐξαφανίζεται, ὅπως πιστεύουν οἱ ὑλιστές. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κάνοντας μία παρομοίωση μὲ τὸ σπόρο ποὺ θάβεται στὴ γῆ, γιὰ νὰ βλαστήσει καὶ νὰ καρποφορήσει, γράφει ὅτι τὸ νεκρὸ σῶμα «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ» (Α´ Κορ. ιε´42)· σπέρνεται σὲ κατάσταση φθορᾶς καὶ θὰ ἀναστηθεῖ σὲ κατάσταση ἀφθαρσίας. «Κοιμᾶται» οὐσιαστικὰ ὁ νεκρός μας. Ἡ ψυχή του ζεῖ, βρίσκεται μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ σῶμα του περιμένει τὴν Ἀνάσταση. Ὅλοι μας αὐτὴν περιμένουμε. «Προσδοκῶ Ἀνάστασιν νεκρῶν», ὁμολογοῦμε κάθε φορὰ ποὺ ἀπαγγέλλουμε τὸ «Πιστεύω». Ἑπομένως…

2. ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΛΥΠΗ

.        Εἶναι στ᾽ ἀλήθεια σκληρὸς καὶ δυσβάστακτος ὁ πόνος ἀπὸ τὸ θάνατο κάποιου ἀγαπημένου μας προσώπου, μάλιστα ἂν αὐτὸ ἦταν ἕνα μικρὸ παιδί. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀσυγκίνητος μπροστὰ σ’ αὐτὴν τὴν τραγικὴ πραγματικότητα. Ἀκόμη κι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δάκρυσε, ὅταν βρέθηκε μπροστὰ στὸν τάφο τοῦ φίλου του Λαζάρου.
.        Ὅταν ὅμως ὁ Κύριος παραγγέλλει «μὴ κλαίετε», ἀσφαλῶς δὲν ἀπαγορεύει τὰ δάκρυα ἐνώπιον τοῦ νεκροῦ, ἀλλὰ συνιστᾶ ἡ λύπη αὐτὴ νὰ μὴ γίνει μία μόνιμη κατάσταση, ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ μελαγχολία καὶ στὴν ἀπογοήτευση. Γράφει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Δάκρυσον, ἀλλ’ ἠρέμα, ἀλλὰ μετὰ εὐσχημοσύνης, ἀλλὰ μετὰ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ» (P.G. 59, 347-8). Εἶναι ἀνθρώπινο νὰ δακρύσεις καὶ νὰ κλάψεις. Αὐτὸ ὅμως ἂς γίνει μὲ κόσμιο τρόπο καὶ συγκρατημένα, ὄχι μὲ ὑπερβολικοὺς θρήνους καὶ κοπετούς. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ νεκρός μας δὲν χάθηκε, ἀλλὰ ζεῖ κοντὰ στὸν Θεό, καὶ ἐφ᾽ ὅσον προσδοκοῦμε «Ἀνάστασιν νεκρῶν», δὲν πρέπει νὰ ἀπελπιζόμαστε. Ἡ πίστη μας στὴν Ἀνάσταση καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς συναντήσεως τῶν προσφιλῶν μας ἂς μετριάζουν τὴν θλίψη μας ἀπὸ τνὸ θάνατό τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει νὰ μὴ λυπούμαστε ὑπερβολικὰ «καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσ. δ´ 13).

.        «Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Πόσο παρήγοροι ἀκούγονται αὐτοὶ οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ πενθεῖ γιὰ τὴν κοίμηση κάποιου ἀγαπημένου του προσώπου! Πόσο διαφορετικὴ εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου διὰ τῆς πίστεως! Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε συνειδητὸς χριστιανὸς δὲν ἀπελπίζεται μπροστὰ στὸν θάνατο. Στηρίζει τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα του στὸν αἰώνιο Θριαμβευτὴ καὶ Νικητὴ τοῦ θανάτου, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καὶ περιμένει τὴν Ἀνάσταση· τὸ πέρασμα στὴν αἰώνια δόξα καὶ μακαριότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ!

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2032, 01.11.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε