Ἄρθρα σημειωμένα ὡς λόγος

ΤΟ ΔΟΡΥ καὶ Η ΑΣΠΙΔΑ

Τό δόρυ καί ἡ ἀσπίδα

 Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

Περιοδ. «Νέα Εὐθύνη»

.             Ὅποιος πηγαίνει στόν πόλεμο ἔχει τά ὅπλα του. Χωρίς αὐτά πέφτει ἀμαχητί. Σέ κάθε ἀγώνα ἡ μάχη εἶναι τό οὐσιῶδες, ἐκεῖνο πού συναιρεῖ ἀμφότερες τίς πιθανές ἐκβάσεις του: τή νίκη καί τήν ἥττα. Ἐπειδή ἡ ἥττα, ἄν ἀξιολογηθεῖ, ἀποτελεῖ τό προανάκρουσμα μιᾶς κυοφορούμενης νίκης καί ἡ νίκη, ἄν ὑπερεκτιμηθεῖ, συνιστᾶ τό προοίμιο μιᾶς ἐπικείμενης ἥττας.
.             Ἡ μάχη λοιπόν θέλει τά ὅπλα της. Γιά τό διανοητή τοῦ πνεύματος, τό συγγραφέα, τό δημιουργό εἶναι ὅπλα εἰρηνικά. Τό ἴδιο, κατ’ ἀναλογία, ἰσχύει καί γιά κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος εἶναι δυνάμει πνευματικός, καθώς ἔλαβε «πνεῦμα ζωῆς», μετέχει «θείας μοίρας». Ἀπομένει νά εἰσέλθει στό πεδίο τῆς μάχης, ἐνεργοποιώντας τό ἐν δυνάμει, νά μετατρέψει τή δυνατότητα σέ ἰδιότητα. Ἀλλά γι’ αὐτό χρειάζεται τά ὅπλα του: τό δόρυ καί τήν ἀσπίδα.
.             Δόρυ εἶναι ὁ λόγος, εἰδοποιό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, πού πλάστηκε ἐξ ἀρχῆς ὡς ὄν ἔλλογο, σέ ἀντιδιαστολή μέ τά ἄλογα ζῶα. Τά δύο λεξήματα πού συνθέτουν τό προσηγορικό ἄνθρωπος, τό ἄνω καί τό θρώσκω, δηλώνουν ὄχι μόνο τήν ὄρθια στάση τοῦ σώματος ἀλλά καί τήν ἀνάταση τοῦ πνεύματος, τήν ἀναζήτηση τῆς πρώτης ἀρχῆς καί τῶν ἐσχάτων. Ὡστόσο, λόγος δέν εἶναι μόνο ἡ λογική ὡς ἐγκεφαλική λειτουργία, δέν εἶναι μόνο ὁ νοῦς. Εἶναι καί ἡ ἐξωτερίκευσή του, ἡ διατύπωση μέσω τῆς γλώσσας ὅσων ὁ νοῦς ὁρᾶ καί ἀκούει. Αὐτός προσθέτει στό δόρυ τήν αἰχμή.
.             Προφορικός ἤ γραπτός, ὁ λόγος λειτουργεῖ πολυμερῶς. Ἐν πρώτοις εἶναι δημιουργικός. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω., α´ 1). Ὁ ὁρισμός τοῦ Ἰησοῦ ὡς Λόγου εἶναι χαρακτηριστικός, ἀφοῦ Αὐτός, ὡς υἱός καί λόγος τοῦ Θεοῦ Πατέρα, εἶναι ἡ γενεσιουργός αἰτία τοῦ σύμπαντος. «Εἶπε καί ἐγεννήθησαν». Κατ’ ἀναλογία πρός Ἐκεῖνον, ὁ λόγος τῶν ἀνθρώπων ἐνδύεται μέ δημιουργική δύναμη. Ἡ ἁρμονία τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἀπό τά ἐλάχιστα ἕως τά μέγιστα, ἐμφιλοχωρεῖ καί σέ κάθε ἀνθρώπινη δημιουργία. Ἰδιαίτερα ὅσοι ἔλαβαν τό δῶρο τοῦ λόγου, συγγραφεῖς, μουσικοί, εἰκαστικοί (γιατί καί ἡ ἁρμονία τῶν ἤχων καί τῶν σχημάτων στήν εὐρεία ἔννοια τοῦ λόγου ἐντάσσεται) φέρουν μείζονα εὐθύνη. Γίνονται ποιητές, ὁμότεχνοι τοῦ Ποιητῆ τοῦ παντός. Γι’ αὐτό καί ὀφείλουν νά ἐκφέρουν λόγο γνώσεως καί ὄχι λόγο κενό.
.             Ὁ δημιουργικός λόγος εἶναι ἐπίσης ἐλεγκτικός. Στηλιτεύει τά κακῶς κείμενα καί ὑποδεικνύει. Ὁ συγγραφέας μάχεται στίς ἐπάλξεις μέ τό δόρυ-πένα τούς ὁρατούς καί ἀόρατους ἐχθρούς. «Ἡ γλῶσσα μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου» (Ψαλ., μδ´ 1). Ὡστόσο, κάθε ἔλεγχος πρέπει νά γίνεται μέ ἀγάπη καί ταπείνωση, νά ψέγει ἰδέες καί πράξεις, ὄχι πρόσωπα. Ἀλλιῶς θρέφει τόν ἐγωισμό τοῦ ἐλέγχοντος· στοχεύει στήν αὐτοδικαίωση καί ὄχι στή δικαιοσύνη.
.             Ὁ λόγος τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου εἶναι εὐθύς καί ἄφοβος ἀλλά καί λόγος παραμυθίας. Σκύβει δίπλα στόν ἄνθρωπο πού ταλανίζεται, διαλύει τά σκοτάδια τοῦ φόβου καί τῆς ἄγνοιας, στηρίζει. «Ὁ λόγος σου μέ χόρτασε καί τό ψωμί σου φά’ το», ἀποφαίνεται ἡ λαϊκή σοφία, ὑπογραμμίζοντας τήν ὑπεροχή τῆς καρδιακῆς ἔναντι τῆς ὑλικῆς προσφορᾶς. Προσφορά γιά ἐπίδειξη ἤ ὑπεροχή εἶναι γῆ μέ ἀγκάθια. Κεντᾶ αὐτόν πού τή δέχεται ἀλλά καί αὐτόν πού τή δίνει.
.             Σέ ὧρες τέλος πού τό ἔσω φῶς χαμηλώνει, ὧρες συλλογικές ἤ προσωπικές, ὁ λόγος εἶναι πάλι πού θ’ ἀνάψει τή δάδα. Λόγος ἐνθουσιαστικός, πού ἀφυπνίζει καί ὠθεῖ σέ νέα ἀνάβαση. Κοντολογῆς, ὅπως κι ἄν λειτουργεῖ κάθε φορά ὁ λόγος, ἐφόσον αἴρεται πρός τό Λόγο, γίνεται ἁγιαστικός. Ἀρδεύει τήν ψυχή καί γονιμοποιεῖ τό νοῦ.
.             Νά ὅμως πού ἡ ἀνθρώπινη ἀφροσύνη μετέβαλε τήν ἁγιαστική ρομφαία τοῦ λόγου σέ ρομφαία ὀλέθρου. Κόβοντας τό νῆμα πρός τό θεῖο ὕψος, κατέπεσε στό ἑωσφορικό βάθος. Ὁ εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός ἀπεμπόλησε τόν Θεό, χάνοντας ἔτσι καί τόν ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι θέλησε νά ἀνυψώσει. Μέ τόν ὀρθολογισμό ὡς κυρίαρχη ἰδεολογία, ὁ ἄνθρωπος ἐξέπεσε ἀπό τό ἔλλογο στό παράλογο. Ἀσπαίρει σ’ ἕναν κόσμο κατακερματισμένο ἀπό ἀπιστία, ἀμφιβολία, ἐγωιστική αὐτάρκεια, ἀτομισμό, ἀπληστία, θηριωδία. Αὐτό τό παράλογο ἐξέφρασε καί ἡ σύγχρονη λογοτεχνία. Ἄνθρωποι πού –ὅπως στούς «Ρινόκερους» τοῦ Ἰονέσκο– γίνονται πρῶτα ζωόψυχοι καί μετά ζωόμορφοι, χωρίς νά τό συνειδητοποιοῦν, πού –ὅπως ὁ «Ξένος» τοῦ Καμύ– περιφέρονται μετέωροι καί ξένοι, ἄδειοι ἀπό τό νόημα τῆς ὄντως ζωῆς.
.             Ἀπέναντι στόν παραλογισμό, ὁ πνευματικός ἄνθρωπος ἀναλαμβάνει τήν ἀσπίδα του. Εἶναι ἡ σιωπή. Ὅταν ὁ λόγος ἠχεῖ σέ ὦτα μή ἀκουόντων, τότε ἔρχεται ἡ σιωπή καί τόν ἀναπληρώνει. «Νά μιλᾶς μόνο σ’ αὐτούς πού μποροῦν νά σ’ ἀκούσουν –γράφει ὁ Γκαῖτε στόν Φάουστ– γιατί οἱ ἄνθρωποι ὅ,τι δέν καταλαβαίνουν τό λοιδοροῦν». Ὅταν ὁ Ἰησοῦς, ὑπόδικος στό πραιτώριο, μίλησε γιά τήν ἀλήθεια, ὁ Πιλάτος τόν ρώτησε, μέ τήν ἀμφιβολία ἑνός σύγχρονου ἀγνωστικιστῆ: «Τί ἐστιν ἀλήθεια;» (Ἰω., ιη´ 38). Ὅμως ὁ Ἰησοῦς σιωποῦσε. Δέν εἶχε νόημα ἡ ἀπάντηση. Ὁ ἴδιος ἦταν ἡ ἀλήθεια, τήν ὁποία ὁ Πιλάτος –καί ὁ κάθε Πιλάτος τῆς σήμερον– δέν μποροῦσε νά ἐννοήσει.
.             Πολλές φορές ἡ σιωπή μιλᾶ πιό δυνατά ἀπό τίς λέξεις, σκεπάζει τίς κραυγές. Στήν ἡσυχία τῆς ἐρήμου ὁ μοναχός, πού προσεύχεται γιά τόν κόσμο, ἀρθρώνει διά τῆς σιωπῆς σωστικό λόγο· στή μοναξιά ἑνός δωματίου ὁ συγγραφέας, πού ποιεῖ δημιουργικό λόγο, σμιλεύει καί σμιλεύεται ἐν σιωπῇ· στίς κορυφές τῶν βουνῶν ὁ ἔκθαμβος ἄνθρωπος, πού ἀντικρίζει τή ροδόχροη αὐγή, τή σιωπή ἀποκρυπτογραφεῖ. Τότε μόνο, ἐνδυναμωμένος, μέ τήν ἀσπίδα του στέρεα κρατημένη, μπορεῖ νά ἀναλάβει ἐκ νέου καί τό δόρυ τοῦ λόγου. Τό ὅπλο τῆς σιωπῆς δέν εἶναι διόλου ὑποδεέστερο. Τό γνωρίζουμε οἱ Ἕλληνες σέ καιρούς παλαιούς καί νέους: «Κρεῖσσον τοῦ λαλεῖν ἐστί τό σιγᾶν» ἤ ἀλλιῶς «Ἀργυρό πού δέ μιλεῖ καί χρυσό πού δέ λαλεῖ».
.             Ὡστόσο ἀπαιτεῖται διάκριση. Τά ἴδια ὅπλα πού προστατεύουν μποροῦν καί νά πληγώσουν. Ἐξαρτᾶται ἀπό τό χρήστη ἀλλά καί ἀπό τή στιγμή. Οὔτε ὁ λόγος οὔτε ἡ σιωπή εἶναι ἐκ προοιμίου ἀποτελεσματικά. Ἐνδέχεται νά ἀποβοῦν ἀλυσιτελῆ ἤ καί ἐπιζήμια. Ὑπάρχει λόγος μωρός, πικρός, σαπρός, ὅπως ὑπάρχει καί σιωπή περιδεής ἤ κενή περιεχομένου. «Τό νά σωπαίνεις –λέει ἕνα γνωμικό– δέν δείχνει πάντοτε σοφία· ὑπάρχουν κλειδωμένα συρτάρια πού εἶναι ἄδεια».
.             Σέ τελευταία ἀνάλυση, τόσο τοῦ λόγου ὅσο καί τῆς σιωπῆς κριτήριο εἶναι τό σημεῖο ἀναφορᾶς τους· ἀπό ποῦ ἐκκινοῦν καί ποῦ προσβλέπουν. Ἀμφότερα δέν ἀποτελοῦν παρά ἁπλά μέσα, ὅπλα τοῦ ἀγώνα. Μέ τήν αὐτονόμηση τῆς λογικῆς, τό ἔλλογο ἐγκλωβίζεται στόν ὀρθολογισμό καί μέ τή διάσπασή της βυθίζεται στό παράλογο. Στόχος ὅμως καί δικαίωση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῆς λογικῆς, ἡ εἰσχώρηση στό ὑπέρλογο, στή θεία ἐμπειρία· ἡ βίωση ἐκείνων «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε». Αὐτό τό ὑπέρλογο, τό ὁποῖο προσέγγισε ἡ μυθική σκέψη ἀπό τήν αὐγή ἤδη τῆς προϊστορίας καί πού γοήτευσε τούς ἀρχαίους Ἕλληνες ποιητές καί φιλοσόφους, ἀποκαλύφθηκε σ’ ἐμᾶς μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου ὡς φῶς καί κλέος. Εἶναι τό ὑπέρ λόγον μυστήριο, πού καταργεῖ καί μαζί συγκεφαλαιώνει τά πάντα. Μπροστά του ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει παρά ν’ ἀνοίξει τήν καρδιά του καί νά ἀποθέσει τό δόρυ καί τήν ἀσπίδα «ὡς γινώσκων καί ἅμα σιωπῶν» (Σοφία Σειράχ, λβ´ 8).

,

Σχολιάστε

ΜΙΑ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ»

.               Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ὅσο πάει καὶ συρρικνώνεται. Ἕνα ἀνθρώπινο δικαίωμα κατοχυρωμένο ἀπὸ θεῖο καὶ ἀνθρώπινο δίκαιο τείνει σήμερα νὰ γίνει εἶδος πρὸς ἐξαφάνιση. Δὲν φτάνει μόνο ποὺ ἀπὸ μεγάλα καὶ δυσθεώρητα ἠλεκτρονικὰ συστήματα φιλτράρονται ἑκατομμύρια λέξεις στὸ δευτερόλεπτο παγκόσμια. Δὲν ἀρκεῖ τὸ ὅτι μέσω τοῦ διαδικτύου ἀκόμη καὶ τὰ ἀνέκδοτα λογοκρίνονται μὲ βάση κάποιους νόμους κατὰ τῆς ὅποιας -φοβίας… Δυστυχῶς παρακολουθοῦνται συνεντεύξεις, τηλεφωνήματα, γραπτὰ μηνύματα καὶ ἔχουν φακελωθεῖ κόσμος καὶ κοσμάκης, ἐπιστρέφοντας τὴ ζωὴ σὲ ψυχροπολεμικὲς συνθῆκες γενικῆς ἀστυνόμευσης. Σὺν τοῖς ἄλλοις ἔχουν ψηφισθεῖ σὲ κράτη λεγόμενα δημοκρατικὰ καὶ εὐρωπαϊκὰ νομοθεσίες, στὶς ὁποῖες ἀπαγορεύεται νὰ ἐκφρασθεῖ κάποιος ἔστω καὶ ἐπιστημονικά, διαφορετικά, ἔστω ἀνώνυμα, γιὰ θέματα ἱστορίας, θρησκείας καὶ συμπεριφορᾶς.
.               Δημιουργεῖται λοιπὸν μία συνωμοσία κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ μιὰ θρησκεία τῆς σιωπῆς. Ἡ ἀνελευθερία αὐτὴ καὶ ἡ ὑποταγὴ οὐσιαστικὰ τῆς συνειδήσεως σὲ στερεότυπα ἀρεστὰ σὲ κρατοῦντες, ἔχοντες καὶ κατέχοντες, στρώνει τὸ ἔδαφος σὲ μία νέα δικτατορία ἰσοπεδωτικοῦ χαρακτήρα καὶ στρατιωτικῆς ὁμοιομορφίας, ὅπου θὰ προσκυνοῦν ὅλοι τὰ τοτὲμ τῆς ταυτολογίας καὶ συνεπῶς τὰ ταμποὺ τῆς κατευθυνόμενης σκέψης. Αὐτὸ εἶναι φοβερό!
.               Πίσω ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ σκηνικό τοῦ ἰδεολογικοῦ τρόμου κρύβονται δῆθεν εὐαισθησίες περὶ ὑψηλόβαθμων προσώπων, ἀνθρώπων περιβεβλημένων μανδύες ὅποιας θρησκευτικῆς θέσης, χρονίων κατεστημένων, ποὺ δὲν πρέπει νὰ θιγοῦν. Στὰ πλαίσια αὐτὰ γίνονται κηρύγματα περὶ ἀγάπης καὶ συγκολλήσεως τῶν ἀντιθέτων καὶ δῆθεν πνευματικῆς βλάβης.
.               Ὑπὸ τὸ ἀπαίσιο αὐτὸ πρίσμα καταλαβαίνουμε ὅτι πιθανὸν ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διαφοροποιηθεῖ ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα, τοῦ πατριάρχη καὶ τῶν συνεπισκόπων του, στὴ Σύνοδο τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας, ἀλλὰ νὰ καταπιεῖ τὴν ψευδοένωση καὶ νὰ ὑπογράψει ἀπὸ εὐγένεια καὶ πολιτισμό, ἀπὸ διπλωματία καὶ ἁβροφροσύνη ἴσως, τὸ ἐπάρατο χαρτὶ τῆς συμφορᾶς. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δὲν θά ᾽πρεπε νὰ καταφερθεῖ κατὰ τῆς αὐτοκρατείρας καὶ τῶν κυριῶν τῆς ἀτιμίας ποὺ τὴν περιέβαλαν, ἀλλὰ νὰ ἀσχοληθεῖ μόνο μὲ τὰ πνευματικά του. Γιατί νὰ ἀσχολεῖται μὲ ἀλλότρια θέματα; Καλόγερος δὲν ἦταν; Οὔτε ὁ Μ. Βασίλειος ἔπρεπε νὰ καταφέρεται κατὰ τῶν πλουσίων, οὔτε ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης κατὰ τῶν κακῶς κειμένων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀτμοσφαίρας. Προφανῶς καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλέγξει τὸν Ἡρώδη κι ἂς ἔδινε τὸ κακὸ παράδειγμα σὲ ἕναν ὁλόκληρο λαό. Νὰ ἔμενε καλύτερα στὴν ἔρημο νὰ κάνει προσευχή. Μήπως κι ὁ Χριστὸς  θά ᾽πρεπε νὰ μὴ πεῖ τὰ φοβερὰ «οὐαί»;
.             Ὅλο αὐτὸ ποὺ ἐπιχειρεῖται εἶναι καὶ πονηρὸ καὶ ἐγκληματικὸ κατὰ τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Εἶναι σατανικό. Εἶναι φασιστικό. Στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση εἶχαν ἀπαγορεύσει τὸ ἐλεύθερο κήρυγμα στοὺς ναούς. Αὐτὸ τοὺς πείραζε, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους, ποὺ δὲν ἄφηναν τοὺς ἀποστόλους νὰ κηρύττουν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἐλευθερίας, λέγει ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς λέγει στὸν Παῦλο: “λάλει καὶ μὴ σιωπήσεις”.
.               Ἀσφαλῶς δὲν πρέπει νὰ βιαστοῦν μερικοὶ νὰ ἰσχυριστοῦν κάτι διαφορετικό, διότι ἔχουμε δύο φοβερὰ παραδείγματα: ἕνα ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη, ὅπου δύο γραμματοεισαγωγεῖς ἐπὶ Μωσέως δέχτηκαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἁγ. Πνεύματος, τῆς προφητικῆς χάρης, ἔξω ἀπὸ τὴν παρεμβολή. Καὶ ἕνα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μας στὴν Κ. Διαθήκη, ὅπου κάποιοι ἔβγαζαν δαιμόνια στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἔξω ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν μαθητῶν Του. Καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση, δὲν ἐμποδίσθηκαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπὸ μία στενὴ ἀντίληψη περιορισμοῦ καὶ φυλακίσεως τῶν χαρισμάτων τους. Ἀλλὰ ατ συμβαίνει μόνο που πάρχει τ γιο Πνεμα κα χι τ νθρώπινο στριμμένο κα νελεύθερο πνεμα.
.             Σήμερα εἰδικὰ ὅπου ὅλα ἀλλοιώνονται καὶ μεταβάλλονται ἀπὸ τὰ γνωστὰ καὶ παραδεδομένα θά ᾽πρεπε νὰ “τρέχει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δοξάζεται” σαφῶς ἀπὸ κάθε σύγχρονο μέσο. Διαφορετικὰ θὰ ἰσχύσει πάλι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ὅτι: “οἱ ἄνθρωποι, τὰ παιδιὰ τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, εἶναι πιὸ ἔξυπνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ φωτός”. Αὐτοὶ διαδίδουν τὶς πλάνες, τὶς βρωμιές τους καὶ τὰ ἐγκλήματά τους μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦν καὶ μεῖς φιμώνουμε τὰ στόματα τοῦ ἀληθινοῦ λόγου.
.                    Ὁ πυρήνας ὅμως τοῦ θέματος ποιός εἶναι; Ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια δὲν βρίσκεται ἀσφαλῶς σὲ ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὀρθόδοξο χριστεπώνυμο πλήρωμα. Ὁ λαὸς ὁ ἀναγεννημένος «δι᾽ ὕδατος καὶ πνεύματος», αὐτὸς ἔχει τὸ τεκμήριο τῆς ἀλήθειας. Ἐξ ἄλλου τὸ “πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ”, ὅπως τότε ἐπὶ Δανιὴλ τοῦ προφήτου. Τότε “ἐπέπεσε τὸ πνεῦμα στὸ παιδάριο Δανιὴλ» ποὺ ἦταν πολὺ μικρότερο ἀπὸ τοὺς μεγαλόσχημους καὶ  δίκασε ὀρθὰ τὴν ὑπόθεση τῆς Ἁγνῆς Σωσάννας.
.               Καὶ ἕνα τελευταῖο: Λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ὅτι “ὁ ἡγούμενος καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ὁ ρασοφόρος, ὁ κληρικός, ὁ ἐπίσκοπος…εἶναι τὸ στήριγμα τῆς Πατρίδας”.  Ἐδῶ στὶς μέρες μας ἔχει ἰσοπεδωθεῖ ἕνας λαὸς καὶ δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀδικία; Ἔχουν ξεπουληθεῖ τὰ πάντα καὶ δὲν θὰ μιλήσουμε ἐναντίον τῶν αἱρέσεων; Παίρνει φωτιὰ ἡ γῆ καὶ βροντάει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ δὲν θὰ μιλήσουν  οἱ ποιμένες; Σφάζουν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς οἱ μουσουλμάνοι μὲ τὴν κρυφὴ στήριξη τῶν ὅποιων στοῶν καὶ θὰ σιωπήσουμε;
.               Συνεπῶς γεννιέται εὔλογα τὸ ἐρώτημα: αὐτοὶ ποὺ μιλοῦν συντάσσονται ἄραγε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κόμματος ἢ «οἱ ἀφωνότεροι ἰχθύος» κάνουν “πλάτες” καὶ γίνονται “δεκανίκια” τοῦ συστήματος;;;

,

Σχολιάστε

ΠΝΕΥΜΑ ΑΛΑΛΟΝ-1(«Τὰ σύγχρονα παιδιὰ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὀργανώσουν ἐνδιαθέτως τὸν λόγο καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ νὰ ἐκφραστοῦν μὲ συνέχεια, συνέπεια καὶ πληρότητα».)

ΠΝΕΥΜΑ ΑΛΑΛΟΝ [Α´]

Τοῦ περιοδ. «Η ΔΡΑΣΗ ΜΑΣ»,
ἀρ. τ. 508, Ἀπρ. 2013

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Ἕνας τραγικὸς πατέρας κι ἕνα δυστυχισμένο παιδί. Τὸ παιδὶ κατειλημμένο ἐδῶ καὶ χρόνια ἀπὸ πνεῦμα πονηρό, ἰσχυρό πνεῦμα, νὰ τὰ ταλαιπωρεῖ οἰκτρά. Κι ὁ πατέρας, ἀναγκασμένος νὰ τρέχει πίσω ἀπὸ τὸ παιδί γιὰ νὰ τὸ γλιτώνει κάθε φορὰ πὺ τὸ πνεῦμα τὸ ἔριχνε στὴν φωτιὰ ἢ στὸ νερό. Κι ἐπιλέον μὴ ἔχοντας καμία δυαντότητα συνεννοήσεως καὶ ἐπικονωνίας μὲ τὸ παιδί του· γιατὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἰσχυρό, τὸ δαιμονικό, ἦταν «πνεῦμα ἄλαλον», πνεῦμα ποὺ ἔκλεβε ἀπὸ τὸ παιδὶ τὸν λόγο, τὴν ὁμιλία, τὴν λαλιά.
.               Ἄργησαν νὰ ᾽ρθοῦν στὸν Χριστό. Ἦταν στὸ τέλος τῆς δημοσίας δράσεώς του, ὅταν Τὸν συνάντησαν. Σημασία ὅμως ἔχει ὅτι τελικὰ βρῆκε τὸν δρόμο ὁ πατέρας πρὸς τὸν Ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων καὶ ἔλαβε τὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός του, τόσο τραγικὰ διατυπωμένου πρὸς τὸν Κύριο, μετὰ τὴν ἀποτυχημένη προσπάθεια τῶν μαθητῶν: «Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον…ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν  (Μάρκ. θ´ 17-18, 22).
.             Ὀλιγόπιστος ὁ ἴδιος –καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκόμα πιὸ τραγικός- δὲν ἔμεινε ἐν τούτοις ἀβοήθητος ἀπὸ τὸν Κύριο. Μὲ τὸν ἡγεμονικό Του λόγο Ἐκεῖνος ἔδιωξε τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον ἀπὸ τὸ παιδὶ καὶ τοῦ χάρισε τὴν ψυχοσωματικὴ ὁλοκληρία του.
.            Πνεῦμα ἄλαλον!
.          Ἴσως ὄχι περισσότερο ἰσχυρὸ ἀπὸ ἕνα παρόμοιο πνεῦμα, τὸ ὁποῖο στὴν ἐποχή μας ἔχει καταλάβει πολλὰ ἀπὸ τὰ σύγχρονα παισδιὰ καὶ τοὺς ἔχει πλήξει ὄχι τὴ μιλιά. ἀλλὰ τὸν λόγο· τὴν ἐσωτερικὴ δηλαδὴ πνευματική τους συγκρότηση, καθὼς καὶ τὴν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μὲ τὸ στενότερο (οἰκογενειακό) ἢ τὸ εὐρύτερο (κοινωνικό) περιβάλλον. Ἕνα πνεῦμα ποὺ βέβαια δὲν ἐκδηλώνεται ὡς δαιμονισμός, ἀλλὰ πάντως κατευθύνεται ἀπὸ αὐτόν,  ποὺ σκοπό του ἔχει νὰ ὁδηγεῖ στὴν ἀ-λογία τὸ λογικὸ πλάσμα τοπῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐξομοίωσή του μὲ τὰ ἄλογα κτήνη (πρβλ. Ψαλμ. μη´λ[48] 13).
.               Ἀποτελεῖ φαινόμενο διαρκῶς ὀγκούμενο στὶς ἡμέρες μας καὶ μελετώμενο ἀπὸ εἰδικοὺς ἐπιστήμονες (ψυχολόγους,  κοινωνιολόγους, λογοθεραπευτές, κοινωνικοὺς λειτουργούς), πολλὰ ἀπὸ τὰ σύγχρονα παιδιὰ νὰ μὴν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὀργανώσουν ἐνδιαθέτως τὸν λόγο καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ νὰ ἐκφραστοῦν μὲ συνέχεια, συνέπεια καὶ πληρότητα, νὰ δομήσουν συγκροτημένο προφορικὸ λόγο, νὰ ὁλοκληρώσουν μιὰ πρόταση. Τὸ λεξιλόγιό τους εἶναι φοβερὰ περιορισμένο, καὶ μεταξύ τους συνεννοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συνθηματικὰ καὶ ὄχι μὲ ὁλοκληρωμένες προτάσεις. Τὰ αἰτήματά τους ἐξ ἄλλου ἀρέσκονται νὰ τὰ προβάλλουν διὰ βοῆς, σχεδὸν ἀνάρθρως.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/04/15/πνεῦμα-ἄλαλον2/

Σχολιάστε

ΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ (Κυρ. Δ´ Λουκ.)

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΛΟΥΚΑ (14.10.2012)

ΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ
«Ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
ἀρ. τ. 2061, Ὀκτώβριος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.                Ὁ κόσμος δὲν γνώρισε οὔτε θὰ γνωρίση ποτὲ δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι πανίσχυρος. Δὲν προφυλάσσει ἁπλῶς τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πλάνη. Τὸν μεταβάλλει, τὸν μεταμορφώνει κυριολεκτικά, τὸν ἀναγεννᾶ, τὸν ἀναδεικνύει δημιουργικὸ παράγοντα μέσα στὴν κοινωνία. Κι ὅμως, ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ ὁ παντοδύναμος λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν δημιουργεῖ τὶς μεγάλες αὐτὲς ἠθικὲς μεταβολές. Αὐτὲς μᾶς τὶς παρουσιάζει ὁ Κύριος στὴν σημερινὴ παραβολή. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, εἶναι τὰ ἀγκάθια τῶν μεριμνῶν τοῦ πλούτου καὶ τῶν ἡδονῶν ποὺ πνίγουν τὸν θεῖο λόγο.

 Α) Τὰ πολλὰ ἀγκάθια

.                Τί λοιπόν; Δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ μεριμνᾶ καὶ νὰ φροντίζη γιὰ τὶς ὑποθέσεις καὶ τὰ ζητήματα ποὺ τὸν ἀφοροῦν; Δὲν πρέπει νὰ ἐργάζεται γιὰ νὰ βελτιώση τὰ οἰκονομικά του καὶ ν’ ἀποκτήση κάποια ἄνεση; Δὲν πρέπει νὰ χαίρεται τὴν ζωή του; Ἀσφαλῶς ναί! Εἶναι καθῆκον καὶ ὑποχρέωση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀσχολῆται καὶ νὰ τακτοποιῆ τὰ ζητήματα καὶ τὶς ὑποθέσεις τῆς ζωῆς του! Ἐδῶ ὅμως δὲν πρόκειται γι’ αὐτά. Ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐκνευριστικὴ μέριμνα καὶ ἀγωνιώδη φροντίδα τόσων ἀνθρώπων. Γιὰ τὴν κοσμικὴ ἐπίδειξη καὶ σπατάλη ποὺ ἀπορροφοῦν ὅλη τὴν προσοχὴ καὶ ὅλο τὸν καιρό τους. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὸ τρελλὸ κυνηγητὸ τοῦ πλούτου, γιὰ τὴν παράνομη ἀπόκτηση πολλῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Κυνηγητὸ ποὺ θάβει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κάθε ἀνώτερη ἀπόφαση, κάθε εὐγενικὴ σκέψη, κάθε δημιουργικὸ σκοπό, ποὺ ἴσως κάποτε φυτεύθηκε ἐκεῖ. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὶς ἁμαρτωλὲς ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, ποὺ εἶναι τὰ τρομερώτερα ἀγκάθια. Ἡ θεληματικὴ ὑποδούλωση στὴν ἀνηθικότητα συμπνίγει κάθε καλὸ λόγο, κάθε θεία ἐντολὴ γιὰ μιὰ ἀνώτερη ζωή. Γιὰ τὸν δοῦλο τῆς ἁμαρτίας αὐτὰ εἶναι ξεπερασμένα, παρελθοντολογία!
.                Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους πολλοὶ εἶναι σήμερα ποὺ ἐνῶ τρέφονται τακτικὰ ἀπὸ τὴν θεία ἀλήθεια, δὲν καρποφοροῦν, δὲν ἀλλάζουν ζωή, δὲν γίνονται νέοι ἄνθρωποι.
.                Τί χρειάζεται λοιπόν;

 Β) Κάθαρση καὶ καρποφορία

.                Κάθαρση ἐσωτερική. Ξερίζωμα τῶν ἀγκαθιῶν, γιὰ νὰ ἔλθη ἡ πνευματικὴ καρποφορία. Ξεχέρσωμα τοῦ χωραφιοῦ. Ἐπαναπαύεται ὁ ἀγρότης, ὅταν βλέπη ἀγκάθια στὸ χωράφι του; Πῶς ἐμεῖς ἡσυχάζουμε, ἐνῶ ὑπάρχουν δηλητηριώδη ἀγκάθια στὴν ψυχή μας; Τὸ πρωταρχικὸ καὶ βασικὸ καθῆκον μας εἶναι νὰ ἀπαλλάξουμε τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἀποπνικτικὰ αὐτὰ ἀγκάθια.
.                Τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα ἂς τὴν ἀντικαταστήση ἡ ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἐργασθοῦμε, νὰ κοπιάσουμε, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐμπιστευθοῦμε στὸν Θεό. Δὲν εἶναι στοργικός μας Πατέρας; Πῶς θὰ ἀφήση ἐμᾶς καὶ τὴν οἰκογένειά μας καὶ δὲν θὰ ἐνδιαφερθῆ;
.                Ἀκόμα, ἀντικατάστησε τὸ τρελλὸ κυνηγητὸ τοῦ πλουτισμοῦ μὲ τὴν δημιουργικὴ ἐργασία. Σταμάτα νὰ παρανομῆς, νὰ ἀδικῆς, νὰ ἐκμεταλλεύεσαι τὸν συνάνθρωπό σου. Καὶ θὰ δῆς νὰ ἀνθίζουν μέσα σου οἱ θεῖοι καρποὶ τῆς τιμιότητος, τῆς εὐθύτητος, τῆς δικαιοσύνης.
.                Ξερίζωσε τὸ ἀγκάθι τῆς ἀσωτείας. Κόψε τὰ δεσμὰ ποὺ σὲ δένουν μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν παρανομία. «Καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι», τονίζει ὁ θεῖος Ἰάκωβος. Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑπογραμμίζει: «Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β´ Κορ. ζ´).
.                Ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ ἡ καρποφορία εἶναι δυὸ πράγματα ἀλληλένδετα. Ὅταν ξεριζώσουμε τὰ ἀγκάθια, στὴν θέση τους μποροῦν νὰ φυτρώσουν πλούσιοι καρποί. Καὶ ἡ καρποφορία εἶναι ἡ γνήσια χριστιανικὴ ζωή. Καὶ ἔχει ἀνάγκη σήμερα ἡ ἐποχή μας νὰ δῆ τὴν καρποφορία αὐτὴ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαποῦν τὴν θεία ἀλήθεια. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ζωντανὸ κήρυγμα.

,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ-2 [Κυρ. Ι´ Ματθ.] (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μιλάει γενικά, δὲν κατονομάζει κανέναν. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει νὰ κάνει κριτικὴ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ τοὺς εὐαισθητοποιήσει. Δὲν θέλει νὰ τοὺς προσβάλει ἢ νὰ τοὺς ταπεινώσει, ἀλλὰ νὰ ξυπνήσει τὴν συνείδησή τους, νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ξεπεράσουν τὸν ἑαυτό τους».

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς 

Ἡ δύναμη τῆς πίστεως
  (Κυριακὴ Ι´Ματθαίου,
 
Ματθ.  ιζ´ 14-23)
[2]
 

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο
 Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
«Ὁμιλίες Δ´ – Κυριακοδρόμιο»,
ἐκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/08/10/ἡ-δύναμη-τῆς-πίστεως-κυρ-ι´-ματθ/

.                  Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα μόνο περιστατικὸ ἀπὸ ἀναρίθμητα ἄλλα ἀνάλογα. Μᾶς λέει πῶς ὁ Κύριος, μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἔδειξε γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ τὴν δύναμη τοῦ καλοῦ πάνω στὸ κακὸ καὶ πῶς προσπάθησε νὰ στερεώσει τὴν πίστη στὸ παντοδύναμο καὶ νικηφόρο ἀγαθό.
.                  «Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ» (Ματθ. ιζ´ 14-15). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τὸ ἀναφέρουν κι ἄλλοι δύο εὐαγγελιστές: ὁ Μάρκος (θ´ 9-17) κι ὁ Λουκᾶς (θ´ 37-42). Κι οἱ δυό τους ἀναφέρουν κάποιες λεπτομέρειες γιὰ τὴν ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ. Ἦταν ὁ μοναδικὸς γιὸς τοῦ πατέρα καὶ τὸν κατεῖχε πνεῦμα ἄλαλο. Ὅταν τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα ἔμπαινε μέσα του, «ἐξαίφνης κράζει καὶ σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ, καὶ μόλις ἀποχωρεῖ ἀπ᾽ αὐτοῦ συντρίβων αὐτὸν» (Λουκ. θ´ 39). Τὸ πονηρὸ πνεῦμα κυριεύει τὸ παιδὶ κι αὐτὸ ἔξαφνα κραυγάζει, συγκλονίζεται μὲ σπασμοὺς ὅλο του τὸ σῶμα, συντρίβεται καὶ βγάζει ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα. Πολὺ δύσκολα φεύγει ἀπὸ μέσα του.
.                  Τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ στόχευαν ταυτόχρονα τρεῖς στόχους: τὸν ἄνθρωπο, τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Τὸ παιδὶ «σεληνιαζόταν». Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐνοχοποιηθεῖ ἡ σελήνη γιὰ τὴν ἀρρώστια κάποιου ἀνθρώπου; Ἂν ἡ σελήνη ἔχει τὴν δύναμη νὰ προκαλέσει σ᾽ ἕναν ἄνθρωπο ἀλαλία ἢ παραφροσύνη, γιατί δὲν τὸ κάνει σὲ ὅλους; Τὸ κακὸ δὲν βρίσκεται στὴν σελήνη ἀλλὰ στὸ πονηρὸ καὶ ἀκάθαρτο πνεῦμα ποὺ πλανᾶ τὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ τὸ ἴδιο κρύβεται. Ἐνοχοποιεῖ τὴν σελήνη, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ κατηγορήσουν τὸ ἴδιο.
.                  Μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο θέλει νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν σκέψη πὼς ὅλη ἡ κτίση τοῦ Θεοῦ εἶναι κακή, πὼς τὸ κακὸ ἔρχεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν φύση κι ὄχι ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ποὺ ἐξέπεσαν ἀπὸ τὸν Θεό. Τὰ θύματά τους ἐνεργοποιοῦνται στὶς ἀλλαγὲς φάσης τῆς σελήνης, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ σκεφτοῦν: «Ὁρίστε, τὸ κακὸ αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν σελήνη!» Κι ἀφοῦ τὴν σελήνη τὴν δημιούργησε ὁ Θεός, σημαίνει πὼς τὸ κακὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔτσι πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τ᾽ ἄγρια καὶ πανοῦργα αὐτὰ θηρία.
.                  Ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ Θεὸς εἶναι καλὰ λίαν. Αὐτὸ εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινό. Ὅλη ἡ κτίση ἔγινε γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν βοηθήσει, ὄχι νὰ τὸν βλάψει. Ἂν καὶ ὑπάρχουν πράγματα ποὺ ἐμποδίζουν τὴν φυσικὴ ἱκανοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα κι αὐτὰ λειτουργοῦν γιὰ τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς του, νὰ τὴν χαροποιοῦν καὶ νὰ τὴν ἐμπλουτίζουν. «Σοί εἰσιν οἱ οὐρανοὶ καὶ σή ἐστιν ἡ γῆ· τὴν οἰκουμένην καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς σὺ ἐθεμελίωσας» (Ψαλμ. ΠΗ´ 12), ἀναφωνεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός. Κι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μᾶς λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «πάντα γὰρ ταῦτα ἐποίησεν ἡ χείρ μου» (ξϛ´ 2).
.                  Ὁτιδήποτε λοιπὸν εἶναι τοῦ Θεοῦ, εἶναι καλό. Ἡ πηγὴ βγάζει μόνο ὅ,τι περιέχει, ὄχι ὅ,τι θέλει. Δὲν ὑπάρχει κακὸ στὸν Θεό. Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ προκύψει κακὸ ἀπὸ Ἐκεῖνον, τὴν μοναδικὴ πηγὴ τοῦ καλοῦ; Πολλοὶ ἀδαεῖς κι ἀπερίσκεπτοι ἄνθρωποι ὀνομάζουν μεγάλο κακὸ τὴν ἀρρώστια. Εἶναι ἀλήθεια ὅμως πὼς δὲν εἶναι κακὴ κάθε ἀρρώστια. Μερικὲς ἀρρώστιες εἶναι ἔργο τοῦ πονηροῦ κι ἄλλες εἶναι θεραπεία τοῦ κακοῦ. Κακὸ εἶναι τὸ πονηρὸ πνεῦμα ποὺ ἐνεργεῖ σ᾽ ἕναν παράφρονα ἢ παρανοϊκὸ ἄνθρωπο.
.                  Οἱ ἀρρώστιες κι οἱ δυστυχίες ποὺ βρῆκαν πολλοὺς ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ ἔπραξαν τὸ κακὸ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου (βλ. Βασ. κε´ 30), ἦταν συνέπεια τῆς ἁμαρτίας τους. Οἱ ἀρρώστιες κι οἱ δυστυχίες ὅμως ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νὰ ἐπισκεφτοῦν τοὺς δικαίους, δὲν εἶναι ἔργο τοῦ πονηροῦ ἀλλὰ φάρμακο, τόσο γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς δικαίους ὅσο καὶ γιὰ τοὺς δικούς τους, ποὺ κατανοοῦν πὼς τὰ βάσανα τὰ στέλνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό τους. Τὰ βάσανα, ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν πονηρῶν πνευμάτων στὸν ἄνθρωπο ἢ εἶναι συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, εἶναι κακά. Ἐκεῖνα τὰ βάσανα ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιὰ νὰ καθαρίσει τελείως τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ πονηροῦ καὶ νὰ τὸν φέρει κοντά Του, εἶναι καθαρτικά. Αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν διάβολο οὔτε καὶ εἶναι ἀπὸ μόνα τους κακά. Προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ λειτουργοῦν γιὰ τὸ καλό τοῦ ἀνθρώπου. «Ἀγαθὸν μοὶ ὅτι ἐταπείνωσας μέ, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ΡΙΗ´ 71), λέει ὁ προφητάναξ Δαβίδ.
.                  Ὁ πονηρὸς εἶναι κακός. Δρόμος τοῦ πονηροῦ εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πονηρὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, δὲν ὑπάρχει κανένα κακό. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα εἶναι ἔνοχο γιὰ τὰ βάσανα τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ, ὄχι ἡ σελήνη. Ἂν ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν περιόριζε τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ δὲν προστάτευε τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾽ αὐτά, εἴτε ἄμεσα εἴτε ἔμμεσα μὲ τοὺς ἀγγέλους Του, τὰ πονηρὰ πνεύματα θὰ ἐξολόθρευαν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀστραπιαία, σωματικὰ καὶ ψυχικά, ὅπως ἐξολοθρεύουν οἱ ἀκρίδες τοὺς σπόρους στοὺς ἀγρούς.
.                  «Καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι» (Ματθ. ιζ´ 16), εἶπε στὸν Κύριο ὁ πατέρας τοῦ ἀρρώστου παιδιοῦ. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔλειπαν τρεῖς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου: ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης, ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει τὸν Κύριο στὸ ὅρος Θαβώρ, τότε ποὺ μεταμορφώθηκε μπροστά τους. Ὅταν κατέβηκαν ἀπὸ τὸ ὅρος μαζὶ μὲ τὸν Κύριο, βρῆκαν ἐκεῖ τὸ πλῆθος συγκεντρωμένο γύρω ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, καθὼς καὶ τὸ ἄρρωστο παιδί. Ἀφοῦ δὲν βρῆκε τὸν Χριστό, ὁ δύστυχος πατέρας ἔφερε τὸ παιδὶ στοὺς μαθητές Του, ἐκεῖνοι ὅμως δὲν μπόρεσαν νὰ βοηθήσουν. Δὲν εἶχαν τὴν δύναμη νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ γιὰ τρεῖς λόγους: πρῶτο, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι δὲν εἶχαν ἀρκετὴ πίστη· δεύτερο, ἐπειδὴ κι ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ δὲν εἶχε πίστη· καὶ τρίτο, ἐπειδὴ ἡ πίστη ἔλειπε κι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ καὶ συζητοῦσαν μὲ τοὺς μαθητές, ὅπως ἀναφέρει ὁ Μάρκος (θ´ 16). Ἡ ἀπιστία τοῦ πατέρα τοῦ παιδιοῦ εἶναι φανερὴ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ εἶπε στὸν Χριστό. Δὲν μίλησε ὅπως ὁ λεπρός, ποὺ εἶπε: «Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η´ 2). Τότε μίλησε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε δυνατὴ πίστη. Δὲν μίλησε ὅπως ὁ Ἰάειρος, ὅταν κάλεσε τὸν Χριστὸ γιὰ ν᾽ ἀναστήσει τὴν κόρη του: «ἐλθὼν ἐπίθες ἐπ᾽ αὐτὴν τὴν χεῖρά σου καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ´ 18). Κι ἐδῶ μίλησε ἕνας ἄνθρωπος μὲ δυνατὴ πίστη. Πολὺ λιγότερο μίλησε ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος στὴν Καπερναούμ, ποὺ ἦταν ἄρρωστος ὁ δοῦλος του: «μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η´ 8). Ἐδῶ μίλησε ἡ πολὺ μεγάλη πίστη. Ἐκείνη ποὺ εἶχε τὴν μεγαλύτερη πίστη ὅμως, ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, δὲν εἶπε τίποτα. Σύρθηκε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄγγιξε τὸ ἱμάτιό Του.
.                  Ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ δὲν μίλησε σὰν κι αὐτούς. Αὐτὸς εἶπε στὸν Χριστό: «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν» (Μάρκ. θ´ 22). Εἴ τι δύνασαι! Ἂν μπορεῖς, κάνε κάτι. Ταλαίπωρος ἄνθρωπος! Θὰ πρέπει νὰ εἶχε μάθει πολὺ λίγα γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν δύναμή Του, γιὰ νὰ μιλάει ἔτσι σ᾽ Ἐκεῖνον, ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα. Κι ἡ ἀδύναμη πίστη του ἐξασθένησε ἀκόμα περισσότερο τὴν δύναμη τῶν ἀποστόλων νὰ τὸν βοηθήσουν. Ἔτσι οἱ σκόπιμες συκοφαντίες τῶν γραμματέων ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν μαθητῶν Του, βοήθησαν γιὰ νὰ διατυπώσει μὲ τόση ἀμφιβολία ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ τὴν ἐρώτηση: εἴ τι δύνασαι. Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ προδίδει μόνο μία ἀμυδρὴ ἀκτίνα πίστεως, πολὺ πολὺ μικρῆς, ἕτοιμης νὰ σβήσει.
.                  «Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. ιζ´ 17). Ὁ Κύριος ἀπευθύνθηκε ἐπιτιμητικὰ σ᾽ ὅλους γενικά: στοὺς ἀπίστους καὶ τοὺς ὀλιγοπίστους τοῦ Ἰσραήλ, καθὼς καὶ σ᾽ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἦταν μπροστά Του: στὸν πατέρα τοῦ ἀρρώστου παιδιοῦ, στοὺς μαθητές Του καὶ κυρίως στοὺς γραμματεῖς. Ὦ, γενεὰ ἄπιστος! Γενεὰ ποὺ ἔχεις ὑποταχθεῖ στὸν πονηρό, στὸν διάβολο, ποὺ πιστεύει σταθερὰ στὴν δύναμη τοῦ πονηροῦ, ποὺ ὑπηρετεῖ δουλικὰ τὸν πονηρὸ καὶ ἀρνεῖται τὸ καλό, ποὺ ἀντιτίθεται στὸν Θεό· γενεὰ ποὺ ἔχει λίγη ἢ καὶ καθόλου πίστη στὸ καλό, ποὺ ἐπαναστατεῖ στὸ καλό! Γι᾽ ατ κα προσέθεσε τὴν λέξη “διεστραμμένη”  Κύριος. θελε μ᾽ ατν τν τρόπο ν δείξει π πο προέρχεται ἡ πιστία: π τὴν διαστροφή, τὴν διαφθορὰ κόμα πι καθαρπ τν μαρτία. Ἡ πιστία εναι συνέπεια. Ατία εναι διαφθορά. πιστία εναι κοινωνία μ τὸν διάβολο. Ἡ μαρτία -διαφθορ– εναι δρόμος ποδηγε στν κοινωνία ατή. Διαφθορ εναι κατάσταση ποστασίας π τὸν Θεό. Ἀπιστία εἶναι τὸ σκοτάδι, ἡ ἀδυναμία κι ὁ τρόμος ὅπου βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό.
.                  Ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε πόσο προσεκτικὲς ἐκφράσεις χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος. Μιλάει γενικά, δὲν κατονομάζει κανέναν. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει νὰ κάνει κριτικὴ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ τοὺς εὐαισθητοποιήσει. Δὲν θέλει νὰ τοὺς προσβάλει ἢ νὰ τοὺς ταπεινώσει, ἀλλὰ νὰ ξυπνήσει τὴν συνείδησή τους, νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ξεπεράσουν τὸν ἑαυτό τους. Πόσο ὑπέροχη εἶναι ἡ διδαχή Του γιὰ τὴν ἐποχή μας, γιὰ τὴν γενιά μας, ποὺ εἶναι τόσο πρόθυμη στὰ λόγια, τόσο γρήγορη νὰ προσβάλει! Ἂν οἱ ἄνθρωποι μποροῦσαν σήμερα νὰ περιορίσουν τὴν γλώσσα τους καὶ νὰ μετρήσουν τὰ λόγια τους, νὰ σταματήσουν νὰ προσβάλουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, τότε τὸ μισὸ κακὸ στὸν κόσμο θὰ ἐξαφανιζόταν, τὰ μισὰ πονηρὰ πνεύματα θὰ ἐγκατέλειπαν τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος, ποὺ διδάχθηκε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Διδασκάλου Του, λέει: «Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες. Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα. ἴδε τῶν ἵππων τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰ στόματα βάλλομεν πρὸς τὸ πείθεσθαι αὐτοὺς ἡμῖν, καὶ ὅλον τὸ σῶμα αὐτῶν μετάγομεν» (Ἰακ. γ´ 2-3).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Γ´ Μέρος https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/08/11/ἡ-δύναμη-τῆς-πίστεως-3-κυρ-ι´-ματθ/

, , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ Δ´ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ Σπορέως) [Δ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ Βιογραφία)»
ὑπὸ Ἰω. Μενούνου
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», ἔκδ. β´, σελ. 248-262

ΔΙΔΑΧΗ Δ´
[Μέρος Δ´]
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως

Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-τῆς-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως/
Μέρος Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως-β´/
Μέρος Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/16/ἑρμηνεία-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως-γ´/

.        Μὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμει τὰ ἑκατόν; Ἂς ἔλθωμεν παρακάτω, εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔκαμε τὰ ἑξήκοντα.
.        Εἰς τὰς ἐννέα τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς ἑορτάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἕνα ἅγιον Ἀνδρόνικον μὲ τὴν ἁγίαν Ἀθανασίαν. Ἦταν ἀνδρόγυνον, τοὺς ἐχάρισεν ὁ πανάγαθος Θεὸς δύο τέκνα ἀρσενικά, τὸ ἕνα ἦταν δέκα χρονῶν καὶ τὸ ἄλλο δώδεκα. Μίαν ἡμέραν ἀπόθαναν καὶ τὰ δύο. Ἐκαθόταν καὶ ἔκλαιεν ἡ ἁγία Ἀθανασία διὰ τὰ παιδιά της. Ἔρχεται Ἄγγελος Κυρίου καὶ τῆς λέγει: Ἀθανασία, διατί κλαίεις καὶ λυπᾶσαι; Τὰ παιδιά σου χαίρονται μέσα εἰς τὸν Παράδεισον, καὶ ἔχεις νὰ τὰ ἀπολαύςῆς εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν, καὶ μὴ λυπᾶσαι. Ἔτσι τὴν ἐπαρηγόρησεν ὁ Ἄγγελος.
.         Λέγει ἡ Ἀθανασία τοῦ Ἀνδρονίκου: Ἀφέντη, χιλιάδες ἄνθρωποι καὶ γυναῖκες ἔζησαν καὶ ἐφύλαξαν παρθενίαν εἰς ὅλην τους τὴν ζωήν, ἐμεῖς δὲν ἐφυλάξαμεν. Μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεὸς δύο παιδιὰ καὶ μᾶς τὰ ἐπῆρε, ἐπανδρευθήκαμεν καὶ ἐκάμαμεν τὰ σωματικά, δὲν γινόμεθα καλόγεροι νὰ κάμωμε καὶ τὰ ψυχικά, νὰ πηγαίνομεν εἰς τὸν Παράδεισον; Πρῶτον, αὐθέντη τὸν ὀνόμασε ἡ Ἀθανασία τὸν ἄνδρα της. Εἶναι διὰ τιμὴν τῆς γυναικὸς νὰ λέγει τὸν ἄνδρα της αὐθέντη. Ἀπεκρίθη της καὶ ὁ εὐλογημένος Ἀνδρόνικος καὶ τῆς λέγει: Ἂς εἶναι, ἀδελφή μου, ἂς γένη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀδελφὴ τὴν ὀνόμασεν, καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥραν ἐζοῦσαν ὡσὰν ἀδελφοί. Ἐπούλησαν τὰ πράγματά τους καὶ τὰ ἐμοίρασαν ἐλεημοσύνην, ἐπῆγαν καὶ οἱ δύο εἰς μοναστήρια καὶ ἔγιναν καλόγεροι καὶ περνοῦσαν μὲ νηστεῖες, σκληραγωγίες, κακοπαθεῖες, καὶ ἐσώθησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν Παράδεισον. Αὐτοὶ ἔκαμαν τὰ ἑξήκοντα, διατὶ ἔκαμαν πρῶτον τὰ σωματικά, ἔκαμαν καὶ τὰ ψυχικά. Αὐτοὶ βέβαια εἶναι κατώτεροι ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Παρασκευήν.
.        Ἀνίσως καὶ θέλει νὰ κάμει τὰ ἑξήκοντα κανένας ἀπὸ λόγου σας, ἂς ἀγωνίζεται ὡσὰν τὸν Ἅγιον Ἀνδρόνικον καὶ τὴν Ἁγίαν Ἀθανασίαν καὶ σώνεται. Καὶ ἂν εἶναι κανένας ἀπὸ λόγου σας καὶ δὲν εὐχαριστεῖται μὲ τὴν γυναίκα του καὶ γυρεύει καὶ ξένην γυναίκα, ἂς στοχασθῆ τὸν Ἅγιον Ἀνδρόνικον τί ἔκαμε, καὶ ἂς ἐντρέπεται. Ἀνίσως πάλιν καὶ εἶναι καμία γυναίκα καὶ δὲν εὐχαριστεῖται μὲ τὸν ἄνδρα της, ἀλλὰ θέλει καὶ ἄλλον ἄνδρα, ἂς στοχασθεῖ τί ἔκαμεν ἡ Ἁγία Ἀθανασία, καὶ νὰ ἐντρέπεται.
.       Πάλιν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε τὰ ἑξήκοντα; Ἂς ἔλθωμεν παρακάτω, εἰς ἐκεῖνον ὁποὺ ἔκαμε τὰ τριάκοντα. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα νὰ ἀναφέρωμε, μὰ ἂς ἀφήσωμε τὰ πολλὰ καὶ ἂς εἰποῦμε ἕνα.

.       Εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τὸ ὄνομά του πάπα Ἰωάννης, ὑπανδρευμένος, εἶχεν εἴκοσι παιδιά. Καὶ μίαν ἡμέραν ἕνας Δεσπότης ἐκόνευσεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ πάπα Ἰωάννου. Βλέπει τὰ παιδιὰ καὶ ἐκάθουνταν. Ἐρωτᾶ ὁ δεσπότης τὸν παπά: Τίνος εἶναι τὰ παιδιά; Λέγει ὁ πάπα Ἰωάννης: Ἐδικά μου εἶναι, ἀφέντη Πανιερώτατε, ὁ Θεὸς μοῦ τὰ ἐχάρισε. Τοῦ λέγει ὁ Δεσπότης: Πόσα παιδιὰ εἶναι; Λέγει ὁ πάπα Ἰωάννης: εἴκοσι. Λέγει ὁ Δεσπότης: Πόσους χρόνους ἔχεις ὑπανδρευμένος; Λέγει ὁ παπάς: δεκαοχτώ. Τότε λέγει ὁ Δεσπότης τοῦ παπᾶ: Διὰ δεκαοχτὼ χρόνους νὰ ἔχεις εἴκοσι παιδιά, ἐσένα σοῦ πρέπει νὰ εἶσαι καθηρημένος. Λέγει ὁ παπάς: Νὰ ἐξομολογηθῶ, Δεσπότη μου, καὶ ἂν τὸ εὕρης εὔλογον, ἂς εἶναι ὁρισμὸς τοῦ Θεοῦ.
.        Ἀρχίνισε ὁ παπὰς καὶ λέγει: Ἐγώ, Δεσπότη μου, ἔμαθα γράμματα ἑλληνικά, ἔγινα δεκαοκτὼ χρονῶν ἀναγνώστης καὶ ὑποδιάκονος, εἰκοσιπέντε διάκονος καὶ ὅταν ἔγινα τριάντα χρονῶν, μὲ ἐπαρακάλεσαν οἱ χριστιανοί καὶ ὁ δεσπότης καὶ ἔγινα παπὰς χωρὶς νὰ δώσω κανένα ἄσπρο. Κατὰ τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς νόμους ἐπανδρεύθηκα. Πρῶτον ἐξωμολογηθήκαμεν μὲ τὴν παπαδιά μου, ἐπήγαμεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐστεφανωθήκαμεν. Ἔπειτα ἀπὸ τὸ στεφάνωμα ἐκοινωνήσαμεν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ ὡσὰν ἐπέρασαν τρεῖς ἡμέρες ἐσμίξαμεν μὲ τὴν παπαδιά μου, καί, ὡσὰν ἐγκαστρώθη, ἐχωρίσαμεν, ἕως ὅποὺ ἐγέννησε, ἐσαράντισε, καὶ τότε ἐματασμίξαμεν καὶ πάλιν ἐγκαστρώθη, εὐθὺς ἀνεχώρησα. Καὶ μὲ τέτοιον τρόπον ἔκαμα τὰ εἴκοσι παιδιὰ ὁποὺ βλέπεις ἡ πανιερότης σου διὰ δεκαοκτὼ χρόνους. Λέγει ὁ δεσπότης: Συγχωρημένος νὰ εἶσαι νὰ κάμης πενήντα καὶ ἑκατὸ παιδιά. Ἔτσι ὁ εὐλογημένος παπὰς ἔμαθε τὰ παιδιά του γράμματα, τὰ ἐπαίδευσε μὲ νουθεσίες καλὲς καὶ ἐπέρασε καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ ἐπῆγε καὶ εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε. Αὐτὸς ἔκαμε τὰ τριάκοντα, εἶναι παρακάτω ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἔκαμε τὰ ἑξήκοντα. Θέλεις καὶ σύ, ἀδελφέ μου, νὰ κάμης τὰ τριάκοντα ὡσὰν τὸν πάπα Ἰωάννην; Ἀγωνίζου τώρα ποὺ ἔχεις καιρόν, καὶ σώνεσαι.

.        Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις τῆς παραβολῆς, αὐτὴν τὴν παραβολὴν ἐφανέρωσεν ὁ Κύριος, μὰ ἀκόμη δὲν ἐκαταλάβατε τὸ νόημά της, καὶ λέγει ἔτσι: Ὁ πρῶτος σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν εἰς τὴν στράταν εἶναι οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διὰ τὴν Κόλασιν. Ὁ δεύτερος σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν εἰς τὴν πέτραν εἶναι οἱ ἀσεβεῖς, ὁμοίως εἶναι κάλπικη ἡ πίστις τους, τοῦ διαβόλου. Ὁ τρίτος σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν εἰς τὰ ἀκάνθια εἶναι οἱ αἱρετικοί, εἶναι καὶ αὐτῶν ἡ πίστις τους τοῦ διαβόλου. Ὁ τέταρτος σπόρος ὁποὺ ἔπεσε εἰς τὴν καλὴν γῆν, εἶναι ἡ πίστις τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι σώνουνται, μὰ πῶς σώνουνται; Σώνεται ὁ καθένας καθὼς ἔπραξεν· ἀνίσως καὶ ἔκαμε καλά, πηγαίνει εἰς τὸν Παράδεισον, ἀνίσως καὶ ἔκαμε κακά, πηγαίνει εἰς τὴν Κόλασιν. Διατὶ ὁ κόσμος εἶναι μοιρασμένος εἰς τέσσαρα μέρη. Τὰ τρία μέρη εἶναι διὰ τὴν Κόλασιν καὶ τὸ ἄλλο μέρος διὰ τὸν Παράδεισον. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅποιος θέλει ἂς στοχασθῆ καλὰ μὲ τὸν νοῦν του, ἂν θέλη νὰ σωθῆ

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΑΛΛΑΖΑΜΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΕΝΑ ΠΙΟ ΕΦΙΚΤΟ!»

Κυριακή ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ
Ἀντωνίου Bloom (Μητροπολίτου Σουρόζ)

.       Πόσο οἰκεία, καὶ πόσο ἁπλή μᾶς φαίνεται ἡ σημερινὴ Παραβολὴ τοῦ σπόρου καὶ τοῦ σπορέως· καὶ ὅμως πόσο σχετικὴ εἶναι μέ μᾶς, πόσο περισσότερο θὰ πρέπει νὰ τὴν σκεφτοῦμε. Λησμονοῦμε τὴν εἰκόνα τοῦ σπορέα καὶ τοῦ σπόρου, ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν παραβολή, δὲν βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νὰ περπατάει στοὺς δρόμους καὶ τὰ μονοπάτια τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας· καὶ παντοῦ ὅπου πῆγε, οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει, ὅπως εἶχε ἀκούσει ὁ Τυφλός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει ὁ Ἀπόστολος Μάρκος, ὅτι ἦταν Δάσκαλος, ὅτι τὰ λόγια του ἦταν ἀληθινά, ὅτι ἔφεραν τὴν δύναμη τῆς ζωῆς.
.       Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦρθαν καὶ γέμισαν τοὺς δρόμους καὶ ἄκουσαν. Κάποιοι ἦταν ἕτοιμοι γιὰ τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας· κάποιοι ἀγωνιοῦσαν, καὶ ἔκαναν στὸν ἑαυτὸ τους ἐρωτήσεις ποὺ μέχρι τότε κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαντήσει. Ἀλλὰ ἦλθαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὅπως τόσοι πολλοὶ ἔρχονται τώρα σ’ ἕναν ἱερέα, σ’ ἕναν εὐαγγελιστή, σ’ ἕναν ἡγέτη ὁποιασδήποτε παράταξης, ἦλθαν νὰ δοῦν ἕνα ἄνθρωπο ποὺ κάποιος τοὺς μίλησε γι’ αὐτόν, ν’ ἀκούσουν τί εἶχε νὰ πεῖ. Δὲν ἀπαντοῦσε σὲ καμία ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις τους, δὲν ἱκανοποιοῦσε καμία ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τους, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦν κάποιον ποὺ ἦταν ξεχωριστός, κάποιον μοναδικὸ γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἄκουσαν τὸν λόγο Του, ἀλλὰ δὲν τὸν κράτησαν μέσα τους, τὸν βρῆκαν ὄμορφο, ἀληθινὸ – ἀλλὰ δὲν πῆγαν πιὸ πέρα. Ἄκουσαν λόγια, δὲν ἄκουσαν τὴν κραυγὴ τῆς ψυχῆς τους ποὺ πεινοῦσε γιὰ λόγο ἀληθείας.
.       Ἔτσι ὅταν Ἐκεῖνος εἶχε διαβεῖ, ὅλοι ἐπέστρεψαν στὶς συνηθισμένες τους ἀσχολίες, στὴν κανονική τους ζωή. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν πάει στὸ σπίτι καὶ νὰ ἔχουν ἐπαναλάβει αὐτὰ τὰ λόγια, λέγοντας: «Δὲν ἦταν θαυμάσια; Δὲν μίλησε ὡραῖα;» – καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψαν στὴν συνηθισμένη, καθημερινὴ ζωή τους…
.       Ἄλλοι ποὺ στάθηκαν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, δέχτηκαν τὸ μήνυμα μὲ συγκίνηση, κάτι ἀναδεύτηκε στὴν καρδιά, στὸ μυαλό τους, τοὺς ἔδωσε ἀπάντηση σὲ κάτι. Καὶ τὸ δέχτηκαν, τὸ ἀγκάλιασαν, καὶ ἐπέστρεψαν στὴν οἰκία τους· ἀλλὰ τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ἦταν πιὰ στὸν δρόμο, τοὺς κυρίευσαν οἱ ἀνησυχίες τοῦ σπιτιοῦ τους: ὑπῆρχαν τόσα πράγματα στὴν ζωή τους νὰ κάνουν, νὰ σκεφτοῦν, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ συλλογιστοῦν ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχαν ἀκούσει, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ καθίσουν μὲ ἠρεμία καὶ νὰ φανταστοῦν τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχαν δεῖ, νὰ ξαναθυμηθοῦν τὴν φωνὴ ποὺ εἶχαν ἀκούσει.
.       Ὑπάρχει ἄλλη μία παραβολὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶχαν κληθεῖ στὸ Γαμήλιο Βασιλικὸ Δεῖπνο: ἄκουσαν τὸ κάλεσμα, ἤξεραν ὅτι εἶχαν κληθεῖ προσωπικὰ – ἀλλὰ μπόρεσαν νὰ πᾶνε; Ὁ ἕνας εἶχε ἀγοράσει ἕναν ἀγρό, ἦταν ριζωμένος σ’ αὐτόν, δεμένος μὲ αὐτόν, φυλακισμένος· ἄλλοι εἶχαν ἀγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια – ἔπρεπε νὰ τὰ δοκιμάσουν, ἔπρεπε κάτι νὰ κάνουν στὴ ζωή, ἕνα ἐπάγγελμα, μία ἐργασία- ἢ ἁπλὰ κάτι πού, ἐπειδὴ ἀφορᾶ στὴν προσωπική μας ζωή, ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ὅπως ἡ τελευταία περίπτωση ἐκείνου ποὺ εἶχε παντρευτεῖ- πῶς μποροῦσε νὰ ξοδέψει χρόνο γιὰ κάποιον ἄλλον;
.       Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν δέχονται ἀληθινὰ στὴν καρδιά τους, ἀλλὰ ὑπάρχουν τόσα πολλὰ πράγματα ποὺ ἔχουν σημασία – θὰ τὸ κάνουμε αὔριο, ἤ, ἂν μπορούσαμε μοναχὰ νὰ ἀλλάζαμε τὸ μήνυμα τοῦ Κυρίου μὲ ἕνα πιὸ ἐφικτό, πιὸ ἁπλό, νὰ μὴν εἶναι τόσο ἀπόλυτο ὅσο αὐτό.
.       Καὶ ἔπειτα, ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ πλούσια γῆ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας, δέχονται τὸν σπόρο καὶ καρποφοροῦν. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἁπλὰ καλύτεροι ἄνθρωποι, πιθανὸν δὲν ἦταν καλύτεροι· ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἕνα ἐρώτημα στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν καημό, ποὺ ἡ καθημερινὴ ζωή τους ἦταν πολὺ περιορισμένη, μικρή, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν συναίσθηση ὅτι ἡ ψυχή τους εἶναι ἀπέραντη, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα τῆς καθημερινότητας- οὔτε κἄν ἀπὸ τὰ εὐγενικὰ καὶ καλὰ πράγματα τῆς ζωῆς: ἀποδέχτηκαν τὸ μήνυμα βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά τους, καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ ἔδωσε ἀπάντηση στὶς ἀνάγκες τους, ἡ ζωή τους καρποφόρησε.
.       Τώρα ἂς τὸ ἐφαρμόσουμε στὴν δική μας ζωή· πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἀκοῦν τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ λόγια τοῦ κηρύγματος, μελετοῦν βιβλία ἐνδιαφέροντα μὲ βάθος καὶ τὰ διατηροῦν στὴ μνήμη τους, τὰ χαίρονται- ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ· μποροῦν νὰ τὰ ἐπαναλάβουν, νὰ τὰ μεταδώσουν στοὺς ἄλλους,- ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὅλο.
.       Καὶ ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἔλαβαν τὸ μήνυμα μὲ ἐνθουσιασμό, μὲ πάθος, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι πράγματι ἡ ἀπάντηση στὴν λαχτάρα, τὴν πείνα, τὸ μεγαλεῖο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας· ἀλλ’ ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι τόσο σύνθετη, ἔχουμε τόσα πράγματα νὰ κάνουμε! Καὶ σ’ ὅλη τούτη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τὸ καθημερινὸ «γίγνεσθαι», τὰ λόγια ποὺ ἀκούσαμε, παραμερίζονται- γιὰ μιὰ ἄλλη μέρα, γιὰ μιὰ ἄλλη φορά, ὅταν θὰ εἶμαι ἀρκετὰ μεγάλος, γιὰ νὰ ἔχω ὁποιεσδήποτε ἀνησυχίες: τότε θὰ μπορῶ νὰ στραφῶ πίσω καὶ νὰ θυμηθῶ ἐκείνη τὴν λαμπρὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ζωὴ ξεδίπλωσε ὅλο τὸ μεγαλεῖο της..- τὴν κρατῶ στὴν μνήμη μου!
.       Τί συμβαίνει μέ μᾶς, δεχόμαστε τὸ μήνυμα καὶ αὐτὸ καρποφορεῖ μέσα μας;
.       Πῶς μπορεῖ τὸ μήνυμα νὰ μᾶς ἀγγίξει; Θυμᾶμαι ἕναν Ρῶσο ἱερέα νὰ μοῦ λέει· «μελετῶ καθημερινὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ πολὺ σπάνια ἡ ζωή μου ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μελετάω καθημερινὰ γιατί δὲν γνωρίζω ποτὲ κατὰ πόσο σήμερα, αὔριο ἢ κάποια ἄλλη ἡμέρα θὰ εἶμαι ἡ ἄγονη πλευρὰ τοῦ δρόμου ἢ τὰ ἀγριόχορτα, κατὰ πόσο τοῦτος ὁ λόγος θὰ πέσει σὲ ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς μέσα μου, ἱκανὸ νὰ τὸν δεχτεῖ καὶ νὰ φέρει καρπούς».
.       Δὲν εἶναι τόσο ἁπλό, τόσο ἐνθαρρυντικό; Ὅλοι μας βρισκόμαστε καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις ποὺ περιγράφονται στὴν παραβολὴ τοῦ Εὐαγγελίου· ἀλλὰ ἐὰν δώσουμε μιὰ εὐκαιρία στὸν Κύριο ποὺ μιλάει, στὸν Κύριο ποὺ διαβαίνει ἀπὸ τὴν ζωή μας, ποὺ κρούει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας – ἀπὸ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν θὰ δεχθοῦμε τὸ μήνυμα μὲ χαρά· μὲ τὸν καιρό, θὰ φθάσει στὸ βάθος τῆς καρδιά μας, στὸν πυρήνα τῆς ζωῆς μας καὶ θὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ τὴν ἀλλάξει.
.       Ἑπομένως, ἂς ἀκοῦμε μέρα μὲ τὴ μέρα τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· ἂς ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τῆς συνείδησής μας, ἂς ἀκοῦμε τί μᾶς λέει ὁ βαθύτερος ἐαυτός μας γιὰ τὴν ζωή, τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα· καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, θὰ ἔχουμε τὸ γόνιμο ἔδαφος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ φέρει καρπούς.

.       Αὐτὴ ἡ παραβολή, ἡ τόσο ἁπλή, ἡ τόσο ξεκάθαρη, ἂν μοναχὰ τὴν ἐφαρμόσουμε, μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ξεκίνημα μιᾶς νέας ζωῆς. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: klision.blogspot.com
(ΣΗΜ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: κρίμα ποὺ, ἀπ ᾽ ὅ,τι φαίνεται, αὐτὸ τὸ φροντισμένο ἱστολόγιο [klision]
 μὲ τόσο πλούσιο ὑλικό, ἔχει διακόψει τὴν δραστηριότητά του)

, , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ Δ´ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ Σπορέως) [Γ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ Βιογραφία)»
ὑπὸ Ἰω. Μενούνου
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», ἔκδ. β´, σελ. 248-262

ΔΙΔΑΧΗ Δ´
[Μέρος Γ´]
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως

Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-τῆς-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως/
Μέρος Β´ : https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως-β´/

.       Εἴπαμε διὰ τὴν πέτραν, τώρα νὰ εἰποῦμε καὶ διὰ τὰ ἀκάνθια ποῖα εἶναι. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, μὰ ἂς ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ καὶ ἂς εἰποῦμε ἕνα.
.       Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἦταν δώδεκα χρονῶν κορίτσι. Ἐπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ διαβόλου, ἡμέρα καὶ νύκτα εὑρισκόταν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Τὴν ἐφώτισεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς καὶ φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμον, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν ἔρημον. Ἐκεῖ ἐκαθόταν καὶ ἀσκήτευε σαράντα χρόνους, καὶ μὲ τρία ψωμιὰ ἀπέρασε τὴν ζωήν της, καὶ ἐκαθαρίσθη, καὶ ἔγινεν ὡσὰν Ἄγγελος. Θέλοντας ὁ Κύριος νὰ τὴν ἀναπαύση, ἔστειλεν ἕνα ἅγιον ἀσκητήν, τὸν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, νὰ τὴν ἐξομολογήση καὶ νὰ τὴν μεταλάβη τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ἔβλεπε τὴν ἁγίαν ὁ ἀσκητής, καὶ ἔστεκε μίαν πῆχυν ὑψηλὰ ἀπάνου ἀπὸ τὴν γῆ. Τὴν ἐξομολόγησε, τὴν ἐμετάλαβε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ὕστερα παρέδωσε τὴν ἁγίαν της ψυχὴν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ παναγάθου Θεοῦ, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους πάντοτε.
.       Ἀνίσως καὶ εἶναι κανένας ἐδῶ ἀπὸ τὴν εὐγενείαν σας, ἄνδρας ἢ γυναίκα, ὡσὰν τὴν Μαρίαν, δηλαδὴ πόρνος, αὐτὴν τὴν ὥραν ἂς κλαύση, ἂς μετανοήση, τώρα ποὺ ἔχει καιρόν. Καὶ νὰ εἶναι βέβαιος πὼς σώζει ἐκεῖνον, καθὼς ἔσωσε καὶ τὴν ὁσίαν Μαρίαν.

.       Εἴπαμεν τοὺς τρεῖς τρόπους τῶν ἁμαρτωλῶν, τώρα θέλετε νὰ εἰποῦμε καὶ τοὺς τρεῖς τῶν δικαίων; Ἢ τοὺς ἠξεύρετε; Καὶ πρῶτον ἂς εἰποῦμεν ποία εἶναι ἡ καλὴ γῆ, ποὺ ἔκαμε τὰ ἑκατό. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα νὰ εἰποῦμεν, μὰ ἂς ἀφήσωμε τὰ πολλὰ καὶ ἂς εἰποῦμεν ἕνα. Ἂς πάρωμεν μίαν γυναῖκα παράδειγμα, διὰ νὰ μὴ παραπονοῦνται αἱ γυναῖκες, καὶ λέγουν πὼς οἱ ἄνδρες ἠμποροῦν νὰ κάνουν καλὰ καὶ σώνονται, καὶ αὐτὲς εἶναι ἀδύνατες καὶ δὲν ἠμποροῦν. Καὶ ἂς πάρωμεν παράδειγμα τὴν ἁγίαν Παρασκευήν.
.       Ἡ ἁγία Παρασκευὴ ἦταν δώδεκα χρονῶν κορίτσι ἀπὸ γένος εὐγενικόν. Ἀπόθανεν ὁ πατέρας της καὶ ἡ μητέρα της. Κάθεται ἡ Ἁγία καὶ κάνει ἕναν πύργον ὑψηλὸν καὶ δυνατόν, καὶ ἔβαλε τὰ πράγματά της ὅλα μέσα. Ἔβαφε τὰ μάτια της μὲ μαυράδι, ἔβανε σκουλαρίκια στὰ αὐτιά της, ἔβαφε τὸ πρόσωπό της καὶ τὰ χείλη της μὲ κοκκινάδι, ἔβανε γερδάνια εἰς τὸν λαιμόν της, εἶχε καὶ δακτυλίδια εἰς τὰ δάκτυλά της, εἶχε καὶ ἕνα ζωνάρι μαλαματένιο εἰς τὴν μέσην της, βάνει καὶ ἕνα φόρεμα πολλὰ ὡραιότατο καὶ παπούτσια ὡς μίαν πιθαμὴν ἀπὸ τὰ ἄλλα κορίτσια ὑψηλά. Μὲ αὐτὰ ἐστολιζότουνε ἡ ἁγία. Εἶναι ἐδῶ κανένα κορίτσι καὶ θέλει νὰ στολίζεται; Ἂς πάρει παράδειγμα νὰ στολίζεται ὡσὰν τὴν ἁγίαν Παρασκευήν. Τώρα νὰ ἰδοῦμεν ποῖος εἶναι ὁ πύργος ὁ ὑψηλός. Ὁ ὑψηλὸς καὶ δυνατὸς πύργος εἶναι ὁ οὐρανός, ὁποὺ ἐμοίρασεν δηλαδὴ ὅλα της τὰ πράγματα ἐλεημοσύνην, καὶ τὰ ἔστειλεν μὲ τοὺς πτωχοὺς εἰς τὸν Παράδεισον. Μὲ τί ἔβαφε τὰ μάτια της; Ὄχι μὲ μαυράδι ὡσὰν μερικὲς γυναῖκες ἀνόητες, ὁποὺ βάνουν διὰ νὰ φαίνονται εὔμορφες εἰς τοὺς ἄνδρας, ἀλλὰ ἐσηκωνόταν ἡ Ἁγία κάθε αὐγή, ἐνθυμώντας τὲς ἁμαρτίες τῶν χριστιανῶν καὶ ἔκλαιε βαρώντας τὸ πρόσωπόν της καὶ βρέχοντας μὲ τὰ δάκρυα. Ποῖα εἶναι τὰ σκουλαρίκια; Εἶχε τὰ αὐτιὰ της ἀνοικτά, στέκοντας μὲ εὐλάβειαν διὰ νὰ ἀκούη τὸ ἱερὸν καὶ ἅγιον Εὐαγγέλιον. Μὲ τί ἔβαφε τὰ χείλη της; Ὄχι μὲ κοκκινάδι, ἀλλὰ λέγοντας τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», μὲ  τὴν ἀλήθεια. Ποῖον εἶναι τὸ γερδάνι ὀποὺ εἶχεν εἰς τὸν λαιμόν της; Εἶναι ἀπὸ τὲς νηστεῖες ὁποὺ ἔκανε, καὶ ἔλαμπεν ὁ λαιμός της ὡσὰν τὸν ἥλιον. Ποῖα εἶναι τὰ δακτυλίδια; Εἶναι ἀπὸ τὲς πολλὲς μετάνοιες ὀποὺ ἔκαμνε καὶ ἐγίνοντο κόμποι κόμποι τὰ δάκτυλά της. Ποῖον εἶναι τὸ ζωνάρι τὸ μαλαματένιο; Εἶναι ἡ παρθενία ὁποὺ ἐφύλαγεν εἰς ὅλην της τὴν ζωήν. Ποῖον εἶναι τὸ φόρεμα; Εἶναι ἡ ἐντροπὴ ὀποὺ εἶχεν εἰς τοῦ λόγου της, καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ὁποὺ τὴν ἐσκέπαζε. Ποῖα εἶναι τὰ παπούτσια τὰ ὑψηλά; Εἶναι ὁ νοῦς της, ὁποὺ τὸν εἶχεν εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ δὲν τὸν εἶχεν εἰς τὴν γῆν νὰ στοχάζεται τοῦτα τὰ μάταια, τὰ ψεύτικα, τὰ γήινα ὡσὰν τὰ ἄλλα κορίτσια. Ἔτσι ἐστολιζότουνε ἡ Ἁγία.
.       Ἀνίσως καὶ εἶναι κανένα κορίτσι καὶ θέλει νὰ στολίζεται ὡσὰν τὴν ἁγίαν Παρασκευήν, νὰ στοχασθῆ τί ἔκαμεν ἡ Ἁγία, νὰ κάμη καὶ ἐκείνη διὰ νὰ σωθῆ.
.       Ἔτσι ἀδελφοί μου, ἡ ἁγία Παρασκευὴ ἔμαθε γράμματα καὶ ἔγινε σοφωτάτη, ἐπούλησε τὰ πράγματά της καὶ τὰ ἔδωκεν ἐλεημοσύνην, ἐφύλαξε παρθενίαν εἰς ὅλην της τὴν ζωήν. Τὴν ἀξίωσεν ὁ Θεὸς καὶ ἔκαμε θαύματα, ἰάτρευε τυφλοὺς καὶ κουφοὺς καὶ λεπροὺς καὶ δαιμονισμένους, καὶ νεκροὺς ἀνάσταινε.
.       Δύο Ἑβραῖοι, τέκνα τοῦ διαβόλου, βλέποντες τὴν Ἁγίαν νὰ κάνει θαύματα, τὴν ἐφθόνησαν καὶ πηγαίνοντες εἰς τὸν βασιλέα Ἀντωνῖνον, ὁ ὁποῖος ἦτον ἀπὸ τὴν παλαιὰν Ρώμην, τοῦ λέγουν πὼς εἶναι χριστιανή. Ἀκούοντας ὁ βασιλεὺς πὼς ἡ ἁγία Παρασκευὴ πιστεύει εἰς τὸν Χριστόν, τὴν κράζει ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς λέγει: Παρασκευή, ἀρνήσου τὸν Χριστὸν καὶ ἔλα νὰ θυσιάσεις εἰς τοὺς μεγάλους Θεοὺς νὰ σὲ κάμω βασίλισσα. Λέγει του ἡ Ἁγία: Ἐγὼ δὲν εἶμαι τρελλὴ καὶ ἀνόητη ὡσὰν ἐσένα νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστόν μου, καὶ νὰ πηγαίνω μὲ τὸν διάβολον, νὰ ἀφήσω τὴν Ζωήν, καὶ νὰ πηγαίνω εἰς τὸν θάνατον. Ἄμποτε ἐσὺ νὰ ἄφηνες τὸ σκότος καὶ νὰ ἔλθῆς εἰς τὸ φῶς.
.        Ἀκούετε, ἀδελφοί μου, ἕνα κορίτσι νὰ ὁμιλῆ μὲ τέτοιαν παρρησίαν ἐμπρὸς εἰς ἕνα βασιλέα; Ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸν εἰς τὴν καρδίαν του δὲν φοβᾶται ὅλον τὸν κόσμον. Ἀνίσως καὶ θέλομεν καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, νὰ μὴ φοβούμεθα μήτε ἀνθρώπους, μήτε δαίμονας, τὸν Θεὸν νὰ ἔχωμε πάντοτε εἰς τὴν καρδίαν μας, καὶ ἔτσι νὰ μὴ φοβούμεθα τίποτε.
.       Λέγει ὁ βασιλεὺς τῆς ἁγίας: τρεῖς ἡμέρες σου δίδω διορίαν, διατὶ ἀνίσως καὶ δὲν ἔλθης νὰ προσκυνήσης τὰ εἴδωλα σὲ τρεῖς ἡμέρες, θὲ νὰ σὲ θανατώσω, θὲ νὰ σὲ καύσω μέσα εἰς ἕνα καζάνι. Τοῦ λέγει ἡ Ἁγία: Βασιλεύς, ἐκεῖνο ὁποὺ θέλεις νὰ κάμεις εἰς τρεῖς ἡμέρας, κάμε το τώρα, διατὶ ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστόν μου. Τότε προστάζει ὁ βασιλεὺς καὶ ἀνάφτουνε μίαν φωτιὰν μεγάλην καὶ βάνουν ἕνα καζάνι γεμάτο πίσσα, θειάφι καὶ κατράμι καὶ βράζει καλά. Βλέποντας ἡ Ἁγία τὸ καζάνι ὁποὺ ἔβραζε ἐχαιρότουνε, πὼς ἔμελλε νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τοῦτον τὸν ψεύτικον κόσμον, διὰ νὰ πηγαίνη εἰς τὸν Ἀληθινόν. Προστάζει ὁ βασιλεὺς νὰ βάνουν τὴν Ἁγίαν μέσα εἰς τὸ καζάνι διὰ νὰ καῆ. Ἔκανε τὸν σταυρόν της ἡ Ἁγία καὶ ἐμβαίνει μέσα. Καρτερεῖ δύο τρεῖς ὧρες ὁ βασιλεύς, ἔβλεπε ὁποὺ δὲν ἐκαιότουνε ἡ Ἁγία. Τότε τῆς λέγει ὁ βασιλεύς: Παρασκευή, διατὶ δὲν καίεσαι; Λέγει του ἡ Ἁγία: Ὁ Χριστός μου τὸ ἐδρόσισε καὶ δὲν καίομαι. Λέγει της ὁ βασιλεύς: Ράντισέ με καὶ ἐμένα εἰς τὸ πρόσωπον νὰ ἰδῶ, καίει; Ἐπῆρεν ἡ Ἁγία μὲ τὰ δύο της χέρια καὶ τοῦ ρίχνει εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εὐθὺς -ὢ τοῦ θαύματος!- ἐτυφλώθηκε καὶ ἐγδάρθηκε τὸ πρόσωπόν του. Φωνάζει ὁ βασιλεύς: Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, πιστεύω καὶ ἐγὼ τὸν Θεὸν ποὺ πιστεύεις καὶ ἐσύ, Παρασκευή, μόνον ἔβγα ὀγρήγορα νὰ μὲ βαπτίσης. Ἐβγῆκεν ἡ ἁγία Παρασκευὴ καὶ τὸν ἐβάπτισε μὲ ὅλον του τὸ βασίλειον καὶ ἐκαθαρίσθη. Ἐβγῆκεν ἡ Ἁγία Παρασκευὴ καὶ ἐπῆγε καὶ ἐδίδαξε καὶ ἕνα ἄλλο βασίλειον καὶ τοὺς ἐβάπτισε. Ὕστερον τὴν ἐπίασεν ἄλλος βασιλεὺς καὶ τὴν ἀποκεφάλισε, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἔκαμε τὰ ἑκατὸν καὶ ἐκέρδισε πέντε στεφάνους: πρῶτον στέφανον ἔχει νὰ λάβη, διατὶ ἐμοίρασεν ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα ἐλεημοσύνην, δεύτερον διατὶ ἔμαθε γράμματα καὶ ἔγινε σοφωτάτη, τρίτον διατὶ ἐφύλαξε παρθενίαν εἰς ὅλην της τὴν ζωήν, τέταρτον διατὶ ἐδίδαξε δύο βασίλεια καὶ τοὺς ἔκαμε χριστιανούς, πέμπτον διατὶ ἔχυσε τὸ αἷμα της διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ Ἁγία ἔκαμε τὰ ἑκατόν. Εἶναι ἐδῶ κανένας ἀπὸ λόγου σας καὶ θέλει νὰ γένη τέλειος ὡσὰν τὴν ἁγίαν Παρασκευήν; Ἂς ἀγωνίζεται διὰ νὰ σωθῆ.
.        Μὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμει τὰ ἑκατόν; Ἂς ἔλθωμεν παρακάτω, εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔκαμε τὰ ἑξήκοντα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ Δ´ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ Σπορέως) [Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ Βιογραφία)»
ὑπὸ Ἰω. Μενούνου
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», ἔκδ. β´, σελ. 248-262

ΔΙΔΑΧΗ Δ´
[Μέρος Β´]
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως

 

Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-τῆς-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως/

.       Καὶ πρῶτον ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν στράταν νὰ εἰποῦμεν. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα νὰ εἰποῦμεν. Ἂς ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ καὶ ἕνα νὰ εἰποῦμε μόνον, μᾶς φθάνει διὰ νὰ καταλάβωμεν. Τὸν παλαιὸν καιρόν, χριστιανοί μου, ἦτον ἕνας ἄνθρωπος καὶ ἐλέγετο τὸ ὄνομά του Μανασσῆς. Τὸν ἀξίωσεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς καὶ ἔγινε βασιλεὺς εἰς τοὺς Ἑβραίους. Πενήντα δύο χρόνους ἐβασάνιζε τοὺς Ἑβραίους μὲ πολλὰ παιδευτήρια. Αὐτὸς δὲν ἤκουεν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἦταν σκληροκάρδιος, δὲν ἐμετανόησεν ἡ καρδία του, ἦταν στράτα καταπατημένη. Βλέποντας ὁ πανάγαθος Θεὸς τὴν κακήν του γνώμην τί κάμνει; Σηκώνει ἕνα βασιλέα μέσαθε ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, καὶ τὸν πολεμεῖ καὶ τὸν παίρνει σκλάβον, καὶ τὸν ἐκλείδωσε μέσα εἰς ἕνα καζάνι ἀποβραδὺς μὲ σκοπὸν τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ τὸν κάψει, νὰ τὸν κάμει θυσίαν εἰς τὰ εἴδωλα. Τί κάμνει ὁ Μανασςῆς ἐκεῖ μέσα εἰς τὸ χάλκωμα ποῦ ἦταν κλεισμένος; Ἐνεθυμήθη τὲς ἁμαρτίες του, ἔκλαυσε, ἐπαρακάλεσε τὸν Θεὸν νὰ τὸν ἐλευθερώσει, καὶ πάλιν ἄλλην φορᾶν ἁμαρτίαν νὰ μὴ κάμει. Βλέποντας ὁ Θεὸς τὴν καλήν του γνώμην, ἤκουσε τὴν μετάνοιάν του. Ἐδέχθη τὰ δάκρυά του καὶ στέλνει ἕναν ἄγγελον καὶ τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν κίνδυνον. Ὕστερον ἐπούλησεν τὰ πράγματά του καὶ τὰ ἐμοίρασεν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐπῆγεν καὶ ἀσκήτευεν εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές, κακοπαθίες καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε.
.       Ἀνίσως, ἀδελφοί μου, καὶ εἶναι ἐδῶ κανένας ἀπὸ τὴν εὐγένειάν σας, καὶ εἶναι ἡ καρδία του σκληρά, καταπατημένη ὡσὰν τοῦ Μανασσῆ, ὡς ὑπερήφανος, ἂς μετανοήση, ἂς ἐνθυμηθῆ τὲς ἁμαρτίες του, ἂς κλαύση, καὶ νὰ εἶναι βέβαιος πὼς ὁ Θεός, καθὼς ἐδέχθη τὴν μετάνοιαν ἐκείνου τοῦ Μανασσῆ, δέχεται καθενός, καὶ ἐσένα καὶ ἐμένα. Τώρα μοῦ φαίνεται μὲ τὸ παράδειγμα αὐτὸ νὰ ἐκαταλάβατε τὴν στράτα, τί θέλει νὰ εἰπῆ.

 .       Εἴπαμε διὰ τὴν στράταν, τώρα νὰ εἰποῦμεν καὶ διὰ τὴν πέτραν. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, ἂς ἀφήσουμε τὰ πολλὰ καὶ ἂς εἰποῦμεν ἕνα, ἂς πάρωμεν δηλ. τὸν ἀπόστολον Πέτρον παράδειγμα.

.        Τὴν Μεγάλην Πέμπτην τὸ βράδυ ἠξεύροντας ὁ Κύριος, ὡς καρδιογνώστης Θεὸς πάντα τὰ μέλλοντα καὶ μάλιστα τὴν καρδίαν τῶν Ἑβραίων καὶ τοῦ Ἰούδα, ἐκάθισεν ὁ Κύριος καὶ ἐδίδαξε τοὺς Ἀποστόλους πολλὰ καὶ διάφορα νοήματα. Ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄλλα τοὺς εἶπε καὶ τοῦτον τὸν λόγον: Νὰ ἠξεύρετε, μαθηταί μου, πὼς ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς, θὲ νὰ μὲ πουλήση εἰς τοὺς Ἑβραίους διὰ τριάντα φλωρία, καὶ θὲ νὰ μὲ περιγελάσουν οἱ Ἑβραῖοι, νὰ μὲ ὑβρίσουν, νὰ μὲ δείρουν, νὰ μὲ σταυρώσουν. Ὅμως μὴ λυπᾶσθε, μαθηταί μου, διατὶ ἐγὼ θέλω νὰ σταυρωθῶ διὰ νὰ σταυρώσω τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν διάβολον, καὶ νὰ δώσω ζωὴν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν ἔχω νὰ ἀναστηθῶ, καὶ ἡ Ἀνάστασίς μου θέλει προξενήσει χαρὰν εἰς τὸν οὐρανόν, χαρὰν εἰς τὴν γῆν, χαρὰν εἰς τὸν Ἅδην, φαρμάκι καὶ σπαθὶ δίστομον εἰς τὴν καρδίαν τῶν Ἑβραίων, καὶ μάλιστα τοῦ διαβόλου. Νὰ ἠξεύρετε καὶ τοῦτο, μαθηταί μου, πὼς τώρα ἐδῶ εἶστε ὅλοι μαζωμένοι, τότε ἔχετε νὰ μὲ ἀφήσετε καὶ νὰ φύγετε ὅλοι σας. Ἀπεκρίθη ὁ Πέτρος καὶ λέγει: Κύριε, ὅλοι ἂν σὲ ἀρνηθοῦν, ἀμὴ ἐγὼ δὲν σὲ ἀρνοῦμαι. Τότε τοῦ λέγει ὁ Κύριος: Πέτρε, μὴ καυχᾶσαι. Λέγει ὁ Πέτρος: Ὄχι, Κύριε, ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ χύσω τὸ αἷμα μου διὰ τὴν ἀγάπην σου. Τοῦ λέγει πάλιν ὁ Κύριος: Καλά, Πέτρε, ὁ καιρὸς θέλει τὸ δείξει. Λέγει ὁ Πέτρος: Ὄχι, Κύριε, μὴ γένοιτο εἰς τὸν αἰῶνα νὰ σὲ ἀρνηθῶ ποτέ. Τοῦ λέγει πάλιν ὁ Κύριος: Πέτρε, μὴ καυχᾶσαι. Ἐσὺ τώρα ποὺ λέγεις πὼς δὲν μὲ ἀρνεῖσαι, ἐσὺ πρῶτος ἔχεις νὰ μὲ ἀρνηθῆς ἀπόψε, προτοῦ νὰ λαλήση ὁ πετεινός, ὄχι μία ἢ δύο φορὲς ἔχεις νὰ μὲ ἀρνηθῆς, ἀλλὰ τρεῖς. Διατὶ καλύτερα ἤξευρεν ὁ Κύριος τὴν καρδίαν τοῦ Πέτρου παρὰ ὅπου τὴν ἤξευρεν ὁ Πέτρος. Πάλιν λέγει ὁ Πέτρος: Ὄχι Κύριε, ὅλοι ἂν σὲ ἀρνηθοῦν, μὰ ἐγὼ δὲν σὲ ἀρνοῦμαι ποτέ. Τοῦ λέγει ὁ Κύριος: τὸ σιτάρι, ὅταν τὸ πυρώσει ὁ ἥλιος, τότε φαίνεται πὼς εἶναι ριζωμένον, ἂν δὲν ξηρανθεῖ, ὁμοίως καὶ κάθε χριστιανός, ὅταν τοῦ ἔλθῆ πειρασμὸς καὶ δὲν ἀρνηθῆ τὸν Χριστόν, τότε φαίνεται πὼς εἶναι χριστιανός.
.       ἮλΘεν ἡ ὥρα, παρεδόθη ὁ Κύριος μὲ τὸ θέλημά Του εἰς τὰς χεῖρας τῶν παρανόμων Ἑβραίων, εὐθὺς ἔφυγαν οἱ Ἀπόστολοι, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος. Ἐπῆραν οἱ Ἑβραῖοι τὸν Χριστόν μας καὶ τὸν ἐπῆγαν εἰς τὰ παλάτια τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα, τοῦ Σατανᾶ, καὶ εὐθὺς ἄρχισαν καὶ τὸν ἐξέταζαν τὸν Χριστόν μας ἀπὸ ποὺ εἶναι. Ἐπῆγεν ὁ Πέτρος καὶ ἔστεκεν ἀπὸ μακρυὰ διὰ νὰ ἰδεῖ τί τὸν κάμνουν τὸν Χριστόν μας. Ἔρχεται ἕνας Ἑβραῖος καὶ λέγει τοῦ Πέτρου: καὶ ἐσὺ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸν εἶσαι; Σοῦ πρέπει νὰ σὲ θανατώσωμεν καὶ ἐσένα. Ἀπεκρίθη ὁ Πέτρος καὶ λέγει: δὲν εἶμαι μαζί του, δὲν τὸν γνωρίζω τί ἄνθρωπος εἶναι. Ἀκούετε, ἀδελφοί μου, τί ἔκαμεν ὁ Πέτρος; Ἠρνήθη τὸν Χριστὸν καὶ ἐπῆγε μὲ τὸν διάβολον, διατὶ ἐκεῖνος ποὺ ἀρνεῖται τὸν Θεὸν δὲν ἔχει ἀλλοῦ ποῦ νὰ πηγαίνη, παρὰ μὲ τὸν διάβολον. Πρωτύτερα ἔστεκε νὰ ἰδῆ ὁ Πέτρος τί τὸν κάμνουν τὸν Χριστόν, ὕστερα ἐκοίταζε τὴν πόρταν νὰ φύγει. Ἔρχεται ἄλλος Ἑβραῖος καὶ λέγει τοῦ Πέτρου: καὶ ἐσὺ μὲ τὸν Χριστὸν εἶσαι; Σοῦ πρέπει νὰ σὲ θανατώσωμεν καὶ ἐσένα. Λέγει πάλιν ὁ Πέτρος, διὰ δευτέραν φοράν: δὲν τὸν εἶδα, δὲν τὸν ἠξεύρω τὸν Χριστὸν τί ἄνθρωπος εἶναι. Ὅταν ἐζύγωσε κοντὰ εἰς τὴν πόρταν νὰ φύγη, τὸν πιάνει καὶ ἄλλος Ἑβραῖος καὶ τοῦ λέγει: καὶ σὺ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸν εἶσαι. Ἐγὼ σὲ γνωρίζω. Σοῦ πρέπει νὰ σὲ σταυρώσωμεν καὶ ἐσένα. Λέγει ὁ Πέτρος: νὰ ἔχω τὸ ἀνάθεμα, ἀνίσως καὶ τὸν εἶδα, ἂν τὸν ἠξεύρω τί ἄνθρωπος εἶναι. Ἀκούσετε, ἀδελφοί μου, τί ὑπεσχέθη πρωτύτερα, νὰ χύσει καὶ τὸ αἷμα του ὁ Πέτρος διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ μας, καὶ τώρα ποὺ τὸν ἐξέταζαν τον Πέτρον διὰ τὸν Χριστόν, παρευθὺς τὸν ἀρνήθη καὶ ἐπῆγε μὲ τὸν διάβολον, ἀρνήθηκε τὸ φῶς καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ σκότος, ἀρνήθηκε τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν θάνατον. Καὶ καθὼς ἀρνήθη ὁ Πέτρος τὸν Χριστὸν – ὢ τοῦ θαύματος! – ἐλάλησεν εὐθὺς ὁ πετεινός, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος. Ἀκούοντας ὁ Πέτρος τὸν πετεινόν, ἐκάηκεν ἡ καρδία του, καὶ ἐβγαίνοντας ἔξω ἀπὸ τὴν πόρταν, ἔπεσε μὲ τὸ κεφάλι κάτου εἰς τὴν γῆν καὶ κλαίοντας μὲ μαῦρα καὶ πικρὰ δάκρυα ἔκαμαν τὰ μάτια του δύο βρύσες καὶ ἔτρεχαν ὡσὰν ποτάμι. Καὶ πάντοτε, ὅταν ἄκουε τὸν πετεινὸν ὁ Πέτρος εἰς ὅλην του τὴν ζωήν, ἔκλαιεν, ἐνθυμούμενος τὴν ἄρνησιν ὁπού ἔκαμεν τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἐσταυρώθη ὁ Κύριος μὲ τὸ θέλημά του, ἀνέστη τὴν τρίτην ἡμέραν, ἐφανερώθη εἰς ἑπτὰ γυναῖκες μυροφόρες, τὲς εὐλόγησε καὶ τὲς ἐχαροποίησε λέγοντάς τους: Πηγαίνετε νὰ εἰπῆτε τῶν Ἀποστόλων μου πὼς ἀναστήθηκα καὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ τοὺς καρτερῶ. Εἰπέτε καὶ τοῦ Πέτρου νὰ ἔλθη. Καὶ διατὶ ἐξεχώρισεν τὸν Πέτρον; Τάχα δὲν ἦταν καὶ αὐτὸς ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ; Μὰ διατὶ τὸν ἐξεχώρισε; Διὰ νὰ στοχασθῆ ὁ Πέτρος πὼς ἐδέχθη τὴν μετάνοιάν του ὁ Κύριος, τὰ δάκρυά του καὶ τὸν ἐσυγχώρησεν. Ἐπῆγαν οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἔλαβαν τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἐπῆγε καὶ ὁ Πέτρος, ἀλλὰ ἔστεκε σκυθρωπὸς ὡσὰν ἐντροπιασμένος. Τοῦ λέγει ὁ Χριστός: Πέτρε, Πέτρε, μὲ ἀγαπᾶς; Καὶ ἐρωτώντας τον τρεῖς φορὲς τοῦ ἐδιόρθωσε τὲς τρεῖς ἀρνήσεις, καὶ τοῦ ἐσυγχώρησε τὸ σφάλμα του ὁ Κύριος καὶ τοῦ ἐχάρισε τὴν πρώτην καθέδρα καθὼς τὴν εἶχε καὶ πρῶτα. Ὕστερον ἐπεριπάτησεν ὁ Πέτρος ἀπὸ Ἀνατολὴν ἕως Δύσιν καὶ ἔκαμε χιλιάδες χριστιανούς. Τὸν ἐπίασεν ἕνας βασιλεὺς ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Ρώμην, καὶ τοῦ ἔλεγε νὰ ἀρνηθῆ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προσκυνήση τὰ εἴδωλα. Λέγει του ὁ Πέτρος: τὸν Χριστὸν τὸν ἀρνήθηκα τρεῖς φορές, τώρα, βασιλέα, δὲν τὸν ἀρνοῦμαι πλέον, καὶ ὅ,τι θέλεις κάμε μου, μόνον σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ σταυρώσης μὲ τὸ κεφάλι κάτου διὰ περισσοτέραν αἰσχύνην. Τὸν ἐπαίδευσε μὲ πολλὰ παιδευτήρια ὁ βασιλεὺς τὸν Πέτρον, ὕστερα τὸν ἐσταύρωσε μὲ τὸ κεφάλι κάτου, καὶ παρέδωσε τὴν ἁγίαν αὐτοῦ ψυχὴν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Χριστοῦ μας, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε.
.        Τώρα ἂν ἴσως καὶ εἶναι ἐδῶ κανένας ἀπὸ τὴν εὐγένειάν σας ὡσὰν τὸν Πέτρον, ὁποὺ ἀρνήθηκε τὸν Χριστόν, ἂς κλαύση, ἂς μετανοήση, καὶ νὰ εἶναι βέβαιος πώς, καθὼς ἐδέχθη τοῦ Πέτρου τὰ δάκρυα, δέχεται καὶ ἐσένα, μόνον νὰ μὴ πέσης εἰς ἀπελπισίαν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ Δ´ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ Σπορέως) [Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ Βιογραφία)»
ὑπὸ Ἰω. Μενούνου
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», ἔκδ. β´, σελ. 248-262

ΔΙΔΑΧΗ Δ´
[Μέρος Α´]
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως

.         «Ἰδοὺ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. Καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὁ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγον αὐτό· καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν πέτραν, καὶ φυέν, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα ἐξηράνθη· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἀναμέσον τῶν ἀκανθῶν καὶ ἔπνιξαν αὐτό· καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν ἀγαθὴν γῆν καὶ φυὲν ἐποίησεν ὃ μὲν τριάκοντα, ὃ δὲ ἑξήκοντα, ὃ δὲ ἑκατόν. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω», γράφει ὁ ἔνδοξος ἅγιος Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος εἰς τὸ ἅγιον καὶ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Λέγει δὲ ἡ παραβολὴ αὕτη: Ἦτον ἕνας γεωργὸς καὶ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἐπῆρε σπόρον καὶ ἐπῆγε νὰ σπείρη εἰς τὰ χωράφια του. Καὶ ἐκεῖ ὁποὺ ἔσπερνεν δὲν ἔπεσεν εἰς ἕνα μέρος ὁ σπόρος ἐκεῖνος· ἄλλος ἔπεσεν εἰς τὴν στράταν, ἄλλος εἰς τὴν πέτραν, ἄλλος εἰς τὰ ἀκάνθια καὶ ἄλλος εἰς τὴν καλὴν γῆν. Ἐκεῖνος ὁ σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν εἰς τὴν ὁδὸν δὲν ἐφύτρωσε, διατὶ ἦτον σκληρὰ καὶ καταπατημένη καὶ ἦλθον τὰ πετεινὰ καὶ τὸν ἔφαγον τὸν σπόρον ἐκεῖνον καὶ ἔμεινεν ἡ στράτα ἄκαρπη. Ἔπεσε καὶ ἄλλος σπόρος  εἰς τὴν πέτραν, εἶχεν ὀλίγον χῶμα, ἐφύτρωσε καὶ αὐτὸς ὁ σπόρος, μὰ καθὼς ἐβγῆκεν ὁ ἥλιος τὸν ἐπύρωσεν καὶ μὴν ἔχοντας ρίζαν ἐξηράνθη καὶ ἔμεινεν ἄκαρπος καὶ αὐτὸς ὁ σπόρος. Ἔπεσεν καὶ ἄλλος σπόρος ἀνάμεσα εἰς τὰ ἀκάνθια, ἐφύτρωσε καὶ αὐτός, καὶ ἐβγαίνοντας τὰ ἀκάνθια τὸν ἔπνιξαν καὶ ἐχάθη καὶ αὐτὸς ὁ σπόρος. Ἐκεῖνος ὁ σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν πάλιν εἰς τὴν καλὴν γῆν, δὲν ἔκαμε ὅλη ἡ γῆ ἐκείνη ἴσια, λόγου χάριν ἔσπειρεν ἕνα κιλὸν σιτάρι καὶ ἔκαμε ἑκατόν. Ἔπεσεν καὶ ἄλλος σπόρος εἰσὲ κατωτέραν γῆν καὶ ἔκαμεν ἑξήκοντα, ἔπεσεν  καὶ ἄλλος εἰσὲ ἀχαμνότερη καὶ ἔκαμε τριάκοντα.

Ἡ ἑρμηνεία

.         Τώρα μὲ φαίνεται αὐτὴν τὴν παραβολήν νὰ τὴν καταλάβατε κομμάτι καλύτερα μὰ ἀκόμη ὄχι τόσον καλά. Μοῦ φαίνεται εὔλογον νὰ τὴν εἰποῦμεν ἀκόμη ἁπλότερα. (…)

.         Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Θεὸς ἔχει πολλὰ καὶ διάφορα ὀνόματα. Λέγεται Θεός, λέγεται Υἱὸς Θεοῦ, λέγεται καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου, λέγεται καὶ σοφία, λέγεται καὶ ζωή, λέγεται καὶ ἀνάστασις. Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄλλα λέγεται καὶ γεωργός, ἐπιδὴ καὶ σπείρει τὸν σπόρον. Ὁ Κύριος λοιπὸν ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι του Ποῖον εἶναι τὸ σπίτι τοῦ Χριστοῦ μας; Ἡ πατρικὴ οὐσία, ὁ πατρικὸς κόλπος. Πῶς ἐβγῆκεν ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν πατρικὴν φύσιν καὶ πῶς ἐμεῖς οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ πιστεύομεν, δοξάζομεν καὶ προσκυνοῦμεν τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν τοῦ Χριστοῦ μας, πῶς  ἐκατεδέχθη ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ζωὴ τῶν ἁπάντων καὶ ἐσαρκώθη εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ὅλος μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλος πανταχοῦ; Καὶ καθὼς οἰ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου εἶναι ὅλες μέσα εἰς τὸν ἥλιον καὶ ὅλες ἐξαπλωμένες εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ ὅλες πανταχοῦ, ἔτσι εἶναι καὶ ὁ Κύριος μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου καὶ πανταχοῦ. Ἕνας ἄνθρωπος τώρα ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὁ νοῦς του ὅλος εἰς τὴν πόλιν καὶ ὅλος εἰς τὸ σπίτι του, εἰς τὰ παιδιά του,καὶ πάλιν ὁ νοῦς του νὰ εἶναι μέσα εἰς τὸ κεφάλι του χωρὶς νὰ λείπη τίποτες. Ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ ἔχει αὐτὸ τὸ χάρισμα, καὶ ὁ Θεὸς δὲν δύναται νὰ εἶναι ὅλος εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ ὅλος εἰς κάθε μέρος; Καὶ ἔτσι, ἀδελφοί μου, ἐβγῆκεν ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ ἐπῆρε σπόρον νὰ σπείρη τὰ χωράφια του. Ποῖα εἶναι τὰ χωράφια του; Εἶναι οἱ καρδίες τῶν ἀνθρώπων. Ποῖος εἶναι ὁ σπόρος; Εἶναι τὸ ἅγιον καὶ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, τὸ νὰ πιστεύωμεν καὶ νὰ βαπτιζώμεθα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀγάπην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς μας.  Καὶ καθὼς ὁ γεωργὸς ὀργώνει τὸ χωράφι καὶ σπέρνει τὸν σπόρον, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος ὤργωσε τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν διδασκαλίαν του καὶ μᾶς ἐφύτευσε τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ποία εἶναι ἡ στράτα; Εἶναι ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, ὁποὺ εἶναι σκληρά, καταπατημένη ἡ καρδία του ἀπὸ τὲς μέριμνες τὲς βιωτικὲς καὶ ἀκούει τὸν λόγον, μὰ δὲν ἐμβαίνει μέσα, διατὶ εἶναι καταπατημένη στράτα ἠ καρδία του, καὶ ἔρχονται τὰ πετεινὰ τοῦ ἀέρος, οἱ δαίμονες καὶ τρώγουν ἐκεῖνον τὸν σπόρον καὶ μένει ἄκαρπος ὁ ὑπερήφανος, ἤγουν χωρὶς ψυχῆς ὠφέλειαν. Ποία εἶναι ἡ πέτρα. Πέτρα εἶναι μία καρδία ἀνθρώπου, ὁποὺ ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν δέχεται μετὰ πάσης χαρᾶς, μὰ ἔχει ὀλίγην εὐλάβειαν εἰς τὸν Χριστόν, ὕστερον τοῦ ἔρχεται κανένας πειρασμός, καὶ ἀρνεῖται τὸν Χροιστόν καὶ πηγαίνει μὲ τὸν διάβολον καὶ μένει ἡ πέτρα ἄκαρπη. Ποῖα εἶναι τὰ ἀκάνθια; Ἀκάνθια εἶναι ο πόρνος , ὁποὺ ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτός, ὕστερον ἔρχονται τὰ πορνικὰ πάθη καὶ τὸν πνίγουν καὶ χάνεται καὶ μένουν καὶ τὰ ἀκάνθια ἄκαρπα. Ποία εἶναι ἡ καλὴ γῆ, ὁποὺ ἔκαμε τὰ ἑκατόν, τὰ ἑξήκοντα καὶ τὰ τριάκοντα; Ἑκατὸν ἔκαμε ὁ τέλειος ἄνθρωπος, ἑξήκοντα ὁ μεσαῖος καὶ τριάκοντα ὁ κατώτερος. Μὰ τὸ κεκρυμμένον νόημα ὁποὺ ἔχει μέσα ἡ παραβολὴ δὲν τὸ ἐκαταλάβατε καὶ μοῦ φαόνεται εὔλογον, ἀδελφοί μου, νὰ σᾶς εἰπῶ ἀπὸ ἕνα παράδειγμα εἰς κάθε ἕνα, διὰ νὰ καταλάβετε καλύτερα αὐτὴν τὴν παραβολήν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε