Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Λόγος τοῦ Θεοῦ

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Δ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Σκοπὸς καὶ τέρμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὁ Χριστὸς

.             Ἀναφέραμεν ἤδη ὅτι, διὰ τοὺς Εἰρηναῖον, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον καὶ ἄλλους πατέρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ὁ Χριστός. Ἓν κείμενον τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολίαν. Ὁμοιάζει χαρακτηριστικῶς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τὸ ὁποῖον ἀναφέραμεν ἀνωτέρω, ταυτοχρόνως δὲ τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικῶς: «Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν’ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργουμένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καιροῦ, ἀλλ’ ὁ νέος Ἀδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα».
.           Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος. Ὁ «ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, ἣ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ Χριστὸς ἱστορικῶς κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Ἀδάμ. Ἀποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴν διδασκαλίαν τὸ ὅτι ὁ Χριστός, εἰς τὴν ὑπερχρόνον πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ «πρωτότοκος πάσης κτίσεως… ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς… τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Ἡ «εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην» ἀποτελεῖ τὴν προαιώνιον βουλὴν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστον μυστήριον «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὄψει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίσις, «ὕστατος ἁπάντων τῆς γῆς ἐξελήλυθεν», εἶναι ἀσφαλῶς λογικὸν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁλοκλήρου τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Ἀδάμ, διότι ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται εἰς τὴν τελειότητα. Ὁ Χριστὸς ὡς ὑψίστη πραγμάτωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποτελῇ τὸ τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.               Ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς ἀληθείας περικλείεται μία δευτέρα, ἐξ ἴσου σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐδημιουργήθη «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ σημαίνει ὅτι ὤφειλε νὰ ὑψωθῇ ἕως τὸ ἀρχέτυπον ἢ ἀκριβέστερον νὰ καθαρθῇ καὶ νὰ ἀγαπήσῃ τόσον τὸν Θεόν, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ σκηνώσῃ ἐν αὐτῷ ὁ Θεός, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν ἄνθρωπον ὑποστατικῶς ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῇ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῇ ὁ Θεάνθρωπος. Διότι ὁ Χριστὸς «ἦν ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός». Αὐτὸς ἦτο ὁ προορισμὸς καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ φυσιολογικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Πρὸς τὸν Χριστὸν ὁ ἄνθρωπος «ὥσπερ εἰς κανόνα τινὰ καὶ ὅρον κατεσκευάσθη τὸ ἐξ ἀρχῆς…, ὥστε Θεὸν ὑποδέξασθαι δυνηθῆναι». Ὁ ἐκτροχιασμὸς δὲ ἐκ τῆς πορείας αὐτῆς ἀπετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν πτῶσιν.
.             «Οὐκοῦν ἡ ἀπ’ ἀρχῆς παραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, δι’ αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) κατ’ εἰκόνα πλασθέντος τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῇ ποτὲ χωρῆσαι τὸ ἀρχέτυπον· καὶ ὁ ἐν τῷ παραδείσῳ παρὰ Θεοῦ νόμος δι’ αὐτὸν» (τὸν Χριστόν, διὰ νὰ βοηθήσῃ δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν Χριστόν), λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος: «Τοῦτο ἐστὶ τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον μυστήριον· τοῦτο ἐστὶ τὸ μακάριον, δι’ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος· τοῦτο ἐστὶν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμὲν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστόν), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας».
.             Καὶ ἀκόμη σαφέστερον ὁ ἱερὸς Καβάσιλας: «Ἐπεὶ μηδ’ ἔκτισε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ Θεὸς πρὸς ἄλλο τι βλέπων… ἀλλὰ τοῦτο ζητῶν ἐποίησεν, ἵνα γεννηθῆναι δεῆσαν, τὴν μητέρα παρ’ αὐτῆς λάβῃ· καὶ ταύτην ὑποθέμενος πρότερον, καθάπερ τινὰ κανόνα τὴν χρείαν (τὸν Χριστόν, τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν) εἰς αὐτὴν ἔπειτα πλάττει τὸν ἄνθρωπον».
.             Τὸ ὅτι συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα» σημαίνει εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, ὅτι τὸν ἔπλασε, τείνοντας πρὸς τὴν Εἰκόνα, ὅτι τοῦ ἔδωσε χάριτι, ἀλλὰ πραγματικῶς, ὅλας τὰς δυνατότητας καὶ τὸν σκοπὸν νὰ διακονήσῃ ἐνεργητικῶς εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ τελεία καὶ μοναδικὴ «Εἰκὼν τοῦ Πατρός». Καὶ οὕτω ὁ ἄνθρωπος, ἐνυποστασιαζόμενος εἰς τὸν Λόγον, νὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἴδιος εἰς «Εἰκόνα», νὰ ἀναδειχθῇ καὶ ὁ ἴδιος «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ».
.             Τοῦτο καθιστᾷ φανερὸν τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὸ «κατ’ εἰκόνα» πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐν τῷ ἀνθρώπων ὡς δῶρον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ὡς σκοπός, ὡς περιουσία, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὡς προορισμός, ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς ὡς μία δυνατότης. Εἶναι ὁ ἀληθὴς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν «γάμον», τὴν ὑποστατικὴν δηλαδὴ ἕνωσιν τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ μόνον μετὰ τὸν γάμον τὸ «κατ’ εἰκόνα» ὁλοκληροῦται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐνδεικνύεται «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» ἐν τῷ Χριστῷ, δηλαδὴ πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ εἶναι ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐργασία

«Ἡ Δημιουργία καὶ ἡ Πτώση τοῦ Ἀνθρώπου
κατὰ τὸ Νίκο Ματσούκα»

τοῦ Δημ. Παπανικολάου
Θεσσαλονίκη 2015
Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.         [Ὁ καθηγ. Ματσούκας ἑρμηνεύοντας τὴν πατερικὴ σκέψη μὲ ὀρθόδοξα κριτήρια τονίζει πὼς] στ κέντρο τς θείας οκονομίας δν τίθεται πτώση, ποία οτως λλως κλαμβάνεται ς να συμβάν, πο δν λλαξε τ σχέδιο το Θεο γι τ σωτηρία το νθρώπου. Στ κέντρο τίθεται τ γεγονς τς θείας νανθρώπησης, ἡ ὁποία ἐγγυᾶται τὴν ἕνωση τοῦ ἀκτίστου τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο. Ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀκριβῶς ἡ δυναμική του πορεία γιὰ τὸ μελλοντικὸ ἀγαθὸ τῆς κατὰ χάριν κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ποὺ συνιστᾶ τὴ θέωση. Αὐτὸς ὁ σκοπὸς σὲ καμία περίπτωση δὲν καταλύθηκε ἀπὸ τὴν πτώση. Τ σχέδιο τς θείας οκονομίας δν μποροσε ν ξαρτηθε π μία στοχη πρωτοβουλία το κτίσματος. Ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ πρώτου Ἀδὰμ θὰ ἐκπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὸν δεύτερο Ἀδάμ. Ἡ ἐνανθρώπηση ἄνοιξε στὸν ἄνθρωπο καὶ πάλι τὴν ὁδὸ τῆς θέωσης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ὡς δημιούργημα κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ. Ἡ ἐνανθρώπηση, δηλαδή, καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοσμολογία της. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστὸ καὶ τρεπτὸ ὄν, βρισκόταν πάντα στὴν ὁριακὴ κατάσταση τῶν ὄντων, ἔχοντας λάβει ὅμως τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὴν τελείωσή του. Ἑπομένως, ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ἡ σωτηρία εἶναι ἡ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας. «Ἡ σωτηρία ὡς θεραπεία τῆς διάβρωσης καὶ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας ἐπιτυγχάνεται κατ᾽ ἐξοχὴν μὲ τὴν ἐνανθρώπηση, ἡ ὁποία, καθὼς ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ σταυρὸ καὶ τὴν ἀνάσταση, συνεχίζει τὸν πρωταρχικὸ σκοπὸ τῆς θέωσης καὶ τῆς τελείωσης τῶν πάντων. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος, ὁριακὲς καταστάσεις τῶν κτιστῶν ὄντων, ἀδήριτοι παράγοντες τῆς ἴδιας τῆς κτιστότητας, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φύση τους εἶναι ἀποσπασματικοί, εὔθραυστοι καὶ ἀλλοιωτοί, στὴ σχέση τους μὲ τὶς θεωτικὲς ἐνέργειες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ γίνονται γέφυρες ποὺ μηδενίζουν τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματα. Ἔτσι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐντάσσεται σ’ αὐτὴ τὴ γενικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ σχέση Θεοῦ καὶ δημιουργίας».
.               Ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ὅλη ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας ἐκλαμβάνεται στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς γενικῆς καὶ ὁλοκληρωτικὴ ς σχέσης Θεοῦ καὶ δημιουργίας. Ματσούκας, στέκει διαίτερα πικριτικς πέναντι στ γχειρίδια τς Δογματικς πο πραγματεύονται τ Χριστολογία, ρχίζοντας π τν νανθρώπηση το Λόγου. διος παραμένει πιστς στ γραμμ πο χάραξε πατερικ θεολογία, ποία δν χωρίζει τν σαρκη παρουσία το Λόγου στν στορία τν σωτηριωδν γεγονότων τς Παλαις Διαθήκης π τν νανθρώπηση το Λόγου κατ τν περίοδο τς Καινς Διαθήκης. Σκοπός του ἡ ἀνάδειξη αὐτῆς τῆς ἑνότητας καὶ ταυτότητας τῶν δύο Διαθηκῶν, ὅπως καὶ τῆς συνεχοῦς καὶ ἑνιαίας πορείας τῆς θείας οἰκονομίας.
.               Ὁ Λόγος, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ποὺ ἐνδημοῦσε στοὺς πατριάρχες καὶ τοὺς προφῆτες, βρίσκεται στὸ προσκήνιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ὡς ἄσαρκος Λόγος ἐνεργεῖ τὶς θεοφάνειες στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἐνανθρωπεῖ καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν κατὰ χάρη θέωση. Ὁ δεσμὸς αὐτὸς μεταξὺ ἄσαρκης καὶ ἔνσαρκης παρουσίας του, στὴν ἴδια τὴ συνέχεια τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας, εἶναι ἄρρηκτος. Ὁ ἴδιος Λόγος ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία βλέπουν τὰ μέλη τῆς κοινότητας μέσα στὶς συγκεκριμένες ἱστορικὲς σχέσεις καὶ περιπέτειες. λόκληρη στορικ πορεία τς κκλησίας φανερώνει τν παραπάνω πεποίθηση γι τν ργανικ νότητα μεταξ σαρκης κα νσαρκης παρουσίας το Θεο Λόγου. Ὁ Ματσούκας, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν παραπάνω ἄποψη, ἀναφέρει ὡς παράδειγμα τὰ πρῶτα βαπτιστήρια σύμβολα, τὰ ὁποῖα ἦταν καθαρὰ χριστολογικά, καὶ ἐξέφραζαν τὴν πίστη στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τὴν Ἁγία Τριάδα. Τὰ σύμβολα αὐτὰ ἀναπτύσσονται ἀργότερα, σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι σπερματικά, καὶ γίνονται διμερῆ καὶ τριμερῆ, μνημονεύοντας καὶ τὰ τρία πρόσωπα. κκλησιαστικ δηλαδ κοινότητα, π τ πρτα της βήματα βίωσε ατ τν λήθεια τς νανθρώπησης ς τ κεντρικότερο γεγονς το μυστηρίου τς θείας οκονομίας καὶ τὴν ἑνότητα αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. «Ἡ Ἐκκλησία στὶς ἀρχὲς τοῦ ἱεραποστολικοῦ κηρύγματος, μέσα σὲ μία χοάνη ποικίλων τάσεων ἰουδαϊκῶν, ἑλληνικῶν καὶ ἀνατολικῶν, διαμόρφωσε μία συνείδηση καθαρὰ ἱστορικὴ ὡς πρὸς τὴν προέλευση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία συνέδεσε ἁρμονικὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ ὁλόκληρη τὴν δραματικὴ ἱστορία τῶν βιβλικῶν γεγονότων, τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, τῆς ἄσαρκης καὶ τῆς ἔνσαρκης ἐνδημίας τοῦ Λόγου. Ἐξ οὗ καὶ ἡ μοναδικὴ ἔμφαση στὸ ρόλο τῶν ἱστορικῶν θεοφανειῶν καὶ φωτοφανειῶν τῆς Ἁγίας Τριάδας. Τοῦτος ὁ κορμὸς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, ὅσα ἐνδύματα κι ἂν φόρεσε ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῶν ποικίλων ρευμάτων, ἔμενε ὁ ἴδιος στὴ συνείδηση τῆς ζωῆς». Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ ἔργο τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἐντοπίζεται κατ᾽ ἀρχὴν στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Δημιουργοῦ, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ περιούσιου λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖες εἶναι προπαρασκευαστικές τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. νανθρώπηση συνιστ τ ποκορύφωμα τς φιλανθρωπίας κα τς γαπητικς νέργειας το Θεο πρς τ δικό του κτίσμα.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Κυρ. δ´ Ματθ.)

Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ  

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 119-122

 «Κύριε οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς,
ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». 

(Ματθ. η´ 8)

.         Ἴσως ἔγινε γνωστό, ὅτι στὰ κείμενα αὐτὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἠθικολογικὴ ἀνάλυσι τῶν εὐαγγελικῶν περικοπῶν καὶ ἐπιδιώκουμε νὰ προσεγγίσουμε τὰ κείμενα αὐτὰ θεολογικά. Αὐτὸ δὲν γίνεται χωρὶς σκοπό. Σήμερα ὑπάρχει τρομερὴ σύγχυσι σὲ ὅλα τὰ θέματα καὶ κατὰ συνέπεια καὶ στὰ θρησκευτικά. Ὅποτε εἶναι ἀνάγκη νὰ παρουσιάζεται ἡ θεολογία (ἡ ζωὴ) τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀποβάλλεται ἀμέσως ἡ αἵρεσι καὶ νὰ διακρίνεται ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Εἶναι γνωστὸ πὼς μιὰ Ἐκκλησία ποὺ δὲν θεολογεῖ καὶ μιὰ θεολογία ποὺ δὲν ἐκκλησιάζεται δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

.         Ἡ ἠθικολογικὴ ἀνάλυσι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀνεκδοτολογία καὶ τὶς «εὐσεβεῖς» σκέψεις, πιστεύουμε ἀκράδαντα ὅτι ἀνοίγει τὸν δρόμο στὸν ἀγνωστικισμὸ καὶ τὴν ἀθεΐα, ἀφοῦ, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας, τὸ νὰ παραθεωρῆται τὸ δόγμα ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἔκφρασι τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ νὰ παραθεωροῦνται οἱ λόγοι τῶν ἁγίων Πατέρων, μὲ τὴν σκέψι ὅτι οἱ σύγχρονοι δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τοὺς καταλάβουν, εἶναι ἀθεΐα.
.         Πολλὲς φορὲς διερωτώμεθα. Πῶς κάνουμε μία ἠθικολογικὴ ἀνάλυσΙ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ λατρευτικά της κείμενα, μὲ τὴν ἁγιογραφία κλπ. ἐπιμένει νὰ θεολογῆ; Γιατί αὐτὴ ἡ διάσπασι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς; Πῶς εἶναι ἐπιτρεπτὸ π.χ. κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τὰ τροπάρια νὰ παρουσιάζουν ὅλη τὴν μυστικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἀκοῦνε ἕνα ἄγευστο καὶ ἄνοστο ἠθικολογικὸ κήρυγμα; Γι’ αὐτὸ μὲ ἁπλὲς λέξεις θὰ παρουσιάσουμε σήμερα μερικὲς θεολογικὲς πλευρὲς τῆς περικοπῆς.

Θεάνθρωπος-Διδαχὴ-Θαῦμα

 .          Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου ἔγινε ἀμέσως εὐθὺς ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ ὄρος τῶν Μακαρισμῶν. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί μᾶς δείχνει τὴν σχέσι ποὺ ὑπάρχει μεταξύ τῆς διδαχῆς καὶ τοῦ θαύματος, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν σχέσι μεταξὺ τῶν δύο καὶ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ.
.          Ὁ Χριστὸς ὁμιλοῦσε ὡς Θεάνθρωπος «ὡς ἐξουσίαν ἔχων» (Ματθ. ζ´ 29) καὶ θαυματουργοῦσε ὡς Θεάνθρωπος: «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´ 17). Ἄλλοτε, ὅπως βλέπουμε στὰ ἅγια Εὐαγγέλια, προηγεῖται ἡ διδαχὴ καὶ ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα, ὡς ἐπισφράγισι τῆς διδαχῆς καὶ ἄλλοτε προηγεῖται τὸ θαῦμα καὶ ἀκολουθεῖ ἡ διδαχή, ποὺ ἀναλύει τὴν βαθύτερη σημασία του. Ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν διδαχή Του καὶ τὸ θαῦμα Του. Διότι, ὅπως σχολιάζουν οἱ Θεολόγοι, ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι κενὸς φλύαρος λόγος, ἀλλὰ θεία ἐνέργεια καὶ ἡ πρᾶξι τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι «φιλανθρωπικὸ» ἔργο, ποὺ γίνεται ἀπὸ συμπάθεια γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἐπισφράγισι τῆς Μεσσιανικότητάς Του. Π.χ. ἔβγαζε τὰ δαιμόνια, γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ διώχνει τοὺς δαίμονας ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ μᾶς χαρίζει τὴν αἰώνια ἐλευθερία (ἄγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς).
.          Σήμερα ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ χωρίζουν τὰ τρία αὐτὰ καὶ διασποῦν τὴν θαυμάσια αὐτὴ ἑνότητα. Ἄλλοι λένε πὼς πιστεύουν στὸν Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο, ἀλλὰ ἀρνοῦνται τὰ θαύματα, ποὺ τὰ θεωροῦν φαντασίες τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν μελετοῦν οὔτε ἐφαρμόζουν τὸν λόγο Του. Ἄλλοι διαβάζουν κάθε μέρα τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ δὲν πιστεύουν στὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε στὴν δυνατότητα τῶν θαυμάτων. Ἄλλοι πιστεύουν στὰ θαύματα, ἐπιδιώκουν νὰ δοῦν θαύματα στὴν ζωή τους, ἴσως τρέχουν σὲ ὅλα τὰ προσκυνήματα ἀπὸ συμφέρον, ὅμως δὲν ἔχουν μεγάλη πίστi στὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ζοῦν εὐαγγελικά. Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ περιπτώσεις δὲν συνιστοῦν ὀρθόδοξη ζωή.

Ἡ δύναμη τοῦ λόγου

 .               Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι ὁ θεῖος λόγος εἶναι θεία ἐνέργεια καὶ δημιουργία καὶ ὄχι ἕνας φλύαρος ἀνθρώπινος λόγος. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Ὁ ἑκατόνταρχος ζητᾶ ἕνα λόγο ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ εἶναι βέβαιος ὅτι μὲ τὸν λόγο αὐτὸ θὰ θεραπευθῆ ὁ δοῦλος του. «Μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Ὁ Κύριος τότε εἶπε: «ὕπαγε καὶ ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής, «ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ». Διὰ τοῦ λόγου ἐξῆλθε θεία ἐνέργεια καὶ θεραπεύθηκε. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς εἶπε «γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς» (Γεν. α´ 3). Ὁ Προφητάναξ Δαυὶδ ψάλλει: «Τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν» (Ψαλμ. λβ´ 6).
.          Γι’ αὐτὸ ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν εἶναι προϋπόθεση ἀποκτήσεως τῆς θείας ζωῆς. Ὁ ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι σὲ κάθε ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει μυστικὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Τηρώντας τὶς ἐντολές Του δεχόμαστε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ποτὲ χωρὶς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Ἅγιον Πνεῦμα, γι’ αὐτὸ τηρώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ δεχόμαστε μέσα μας τὴν Παναγία Τριάδα: «ὁ γοῦν δεξάμενος μίαν ἐντολὴν καὶ ποιήσας αὐτὴν μυστικῶς ἔχει τὴν Ἁγία Τριάδα». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐδίδαξε ὅτι «ὁ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς» (Ἰωάν. γ´ 21).
.          Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ γράφει ὅτι ὅταν μία ψυχή, ποὺ ἔχει ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀκούση ἕνα ρῆμα ποὺ ἔχει μέσα του κρυμμένη δύναμη πνευματικὴ, ἑλκύεται πρὸς τὴν ἐφαρμογή. Γι’ αὐτό, τὸ θεῖο κήρυγμα, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐντάσσεται ὀργανικὰ μέσα στὸν χῶρο τῆς λατρευτικῆς συνάξεως. Δὲν εἶναι ἕνα ξένο στοιχεῖο τῆς Λειτουργίας, ἀλλὰ ἀναπόσπαστο τμῆμα της. Φυσικὰ πρέπει νὰ εἶναι πραγματικὸς λόγος, φωτισμὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι ἀνθρώπινος εὐσεβὴς στοχασμός.
.          Σήμερα γίνεται λόγος ἂν πρέπη νὰ γίνεται κήρυγμα κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ πότε εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ ἐκφωνήσεώς του. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ἄποψι ποὺ συνδέεται μὲ τὴν Παράδοσι, ἔχουμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ κήρυγμα, ὅταν ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ ἀτμόσφαιρα, ὅταν κινῆται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ὅταν εἶναι ἀποκάλυψι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τότε προετοιμάζει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θεία Κοινωνία. Διαφορετικὰ εἶναι βλαβερὸ σὲ ὁποιαδήποτε στιγμὴ ἂν ἐκφωνῆται. Ἑπομένως τὸ θέμα εἶναι ὄχι πότε πρέπει νὰ λέγεται τὸ κήρυγμα, ἀλλὰ τί θὰ λέγεται σ’ αὐτό.

Ταπείνωση καρπὸς τῆς αὐτογνωσίας

.          Ὁ ἑκατόνταρχος ζητᾶ νὰ μὴ ἔλθη στὸ σπίτι του ὁ Χριστός. Αὐτὴ ἡ ἀντιμετώπισι γίνεται ἀφορμὴ νὰ ἐπαινεθῆ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἄρα δὲν ἦταν ἀγένεια, ἀλλὰ αἴσθησι τῆς θείας δυνάμεως ἐν σχέσει μὲ τὴν αἴσθησι τῆς δικῆς του ἀσθενείας. Αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο μιᾶς τέτοιας μεγάλης δωρεᾶς. Ἐδῶ λοιπὸν πρόκειται γιὰ μιὰ αὐτογνωσία ποὺ εἶναι ἀληθινή, γιατί γίνεται κάτω ἀπὸ τὴν Θεογνωσία, δηλαδὴ γνωρίζει ὁ ἑκατόνταρχος τὸν ἑαυτό του διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὴν ζωὴ τῶν Προφητῶν καὶ γενικὰ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἐρχόμενοι σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ καταλαβαίνουν τὴν μικρότητά τους καὶ ταπεινώνονται. Ἑπομένως ἡ ταπείνωσι δὲν εἶναι μερικὲς ταπεινὲς σκέψεις ἀλλὰ ἀποκάλυψι τῆς Ζωῆς.
.          Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε δείχνουν ὅτι σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ἀποκτήση γνῶσι Θεοῦ. Νὰ δῆ τὸν Θεὸ στὸν λόγο Του καὶ στὸ θαῦμα Του. Τότε ταπεινώνεται, ἀποκτᾶ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ γίνεται ἀληθινὸς ἄνθρωπος.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ Δ´ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ Σπορέως) [Δ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ Βιογραφία)»
ὑπὸ Ἰω. Μενούνου
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», ἔκδ. β´, σελ. 248-262

ΔΙΔΑΧΗ Δ´
[Μέρος Δ´]
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως

Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-τῆς-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως/
Μέρος Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως-β´/
Μέρος Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/16/ἑρμηνεία-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως-γ´/

.        Μὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμει τὰ ἑκατόν; Ἂς ἔλθωμεν παρακάτω, εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔκαμε τὰ ἑξήκοντα.
.        Εἰς τὰς ἐννέα τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς ἑορτάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἕνα ἅγιον Ἀνδρόνικον μὲ τὴν ἁγίαν Ἀθανασίαν. Ἦταν ἀνδρόγυνον, τοὺς ἐχάρισεν ὁ πανάγαθος Θεὸς δύο τέκνα ἀρσενικά, τὸ ἕνα ἦταν δέκα χρονῶν καὶ τὸ ἄλλο δώδεκα. Μίαν ἡμέραν ἀπόθαναν καὶ τὰ δύο. Ἐκαθόταν καὶ ἔκλαιεν ἡ ἁγία Ἀθανασία διὰ τὰ παιδιά της. Ἔρχεται Ἄγγελος Κυρίου καὶ τῆς λέγει: Ἀθανασία, διατί κλαίεις καὶ λυπᾶσαι; Τὰ παιδιά σου χαίρονται μέσα εἰς τὸν Παράδεισον, καὶ ἔχεις νὰ τὰ ἀπολαύςῆς εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν, καὶ μὴ λυπᾶσαι. Ἔτσι τὴν ἐπαρηγόρησεν ὁ Ἄγγελος.
.         Λέγει ἡ Ἀθανασία τοῦ Ἀνδρονίκου: Ἀφέντη, χιλιάδες ἄνθρωποι καὶ γυναῖκες ἔζησαν καὶ ἐφύλαξαν παρθενίαν εἰς ὅλην τους τὴν ζωήν, ἐμεῖς δὲν ἐφυλάξαμεν. Μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεὸς δύο παιδιὰ καὶ μᾶς τὰ ἐπῆρε, ἐπανδρευθήκαμεν καὶ ἐκάμαμεν τὰ σωματικά, δὲν γινόμεθα καλόγεροι νὰ κάμωμε καὶ τὰ ψυχικά, νὰ πηγαίνομεν εἰς τὸν Παράδεισον; Πρῶτον, αὐθέντη τὸν ὀνόμασε ἡ Ἀθανασία τὸν ἄνδρα της. Εἶναι διὰ τιμὴν τῆς γυναικὸς νὰ λέγει τὸν ἄνδρα της αὐθέντη. Ἀπεκρίθη της καὶ ὁ εὐλογημένος Ἀνδρόνικος καὶ τῆς λέγει: Ἂς εἶναι, ἀδελφή μου, ἂς γένη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀδελφὴ τὴν ὀνόμασεν, καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥραν ἐζοῦσαν ὡσὰν ἀδελφοί. Ἐπούλησαν τὰ πράγματά τους καὶ τὰ ἐμοίρασαν ἐλεημοσύνην, ἐπῆγαν καὶ οἱ δύο εἰς μοναστήρια καὶ ἔγιναν καλόγεροι καὶ περνοῦσαν μὲ νηστεῖες, σκληραγωγίες, κακοπαθεῖες, καὶ ἐσώθησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν Παράδεισον. Αὐτοὶ ἔκαμαν τὰ ἑξήκοντα, διατὶ ἔκαμαν πρῶτον τὰ σωματικά, ἔκαμαν καὶ τὰ ψυχικά. Αὐτοὶ βέβαια εἶναι κατώτεροι ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Παρασκευήν.
.        Ἀνίσως καὶ θέλει νὰ κάμει τὰ ἑξήκοντα κανένας ἀπὸ λόγου σας, ἂς ἀγωνίζεται ὡσὰν τὸν Ἅγιον Ἀνδρόνικον καὶ τὴν Ἁγίαν Ἀθανασίαν καὶ σώνεται. Καὶ ἂν εἶναι κανένας ἀπὸ λόγου σας καὶ δὲν εὐχαριστεῖται μὲ τὴν γυναίκα του καὶ γυρεύει καὶ ξένην γυναίκα, ἂς στοχασθῆ τὸν Ἅγιον Ἀνδρόνικον τί ἔκαμε, καὶ ἂς ἐντρέπεται. Ἀνίσως πάλιν καὶ εἶναι καμία γυναίκα καὶ δὲν εὐχαριστεῖται μὲ τὸν ἄνδρα της, ἀλλὰ θέλει καὶ ἄλλον ἄνδρα, ἂς στοχασθεῖ τί ἔκαμεν ἡ Ἁγία Ἀθανασία, καὶ νὰ ἐντρέπεται.
.       Πάλιν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε τὰ ἑξήκοντα; Ἂς ἔλθωμεν παρακάτω, εἰς ἐκεῖνον ὁποὺ ἔκαμε τὰ τριάκοντα. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα νὰ ἀναφέρωμε, μὰ ἂς ἀφήσωμε τὰ πολλὰ καὶ ἂς εἰποῦμε ἕνα.

.       Εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τὸ ὄνομά του πάπα Ἰωάννης, ὑπανδρευμένος, εἶχεν εἴκοσι παιδιά. Καὶ μίαν ἡμέραν ἕνας Δεσπότης ἐκόνευσεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ πάπα Ἰωάννου. Βλέπει τὰ παιδιὰ καὶ ἐκάθουνταν. Ἐρωτᾶ ὁ δεσπότης τὸν παπά: Τίνος εἶναι τὰ παιδιά; Λέγει ὁ πάπα Ἰωάννης: Ἐδικά μου εἶναι, ἀφέντη Πανιερώτατε, ὁ Θεὸς μοῦ τὰ ἐχάρισε. Τοῦ λέγει ὁ Δεσπότης: Πόσα παιδιὰ εἶναι; Λέγει ὁ πάπα Ἰωάννης: εἴκοσι. Λέγει ὁ Δεσπότης: Πόσους χρόνους ἔχεις ὑπανδρευμένος; Λέγει ὁ παπάς: δεκαοχτώ. Τότε λέγει ὁ Δεσπότης τοῦ παπᾶ: Διὰ δεκαοχτὼ χρόνους νὰ ἔχεις εἴκοσι παιδιά, ἐσένα σοῦ πρέπει νὰ εἶσαι καθηρημένος. Λέγει ὁ παπάς: Νὰ ἐξομολογηθῶ, Δεσπότη μου, καὶ ἂν τὸ εὕρης εὔλογον, ἂς εἶναι ὁρισμὸς τοῦ Θεοῦ.
.        Ἀρχίνισε ὁ παπὰς καὶ λέγει: Ἐγώ, Δεσπότη μου, ἔμαθα γράμματα ἑλληνικά, ἔγινα δεκαοκτὼ χρονῶν ἀναγνώστης καὶ ὑποδιάκονος, εἰκοσιπέντε διάκονος καὶ ὅταν ἔγινα τριάντα χρονῶν, μὲ ἐπαρακάλεσαν οἱ χριστιανοί καὶ ὁ δεσπότης καὶ ἔγινα παπὰς χωρὶς νὰ δώσω κανένα ἄσπρο. Κατὰ τοὺς θείους καὶ ἱεροὺς νόμους ἐπανδρεύθηκα. Πρῶτον ἐξωμολογηθήκαμεν μὲ τὴν παπαδιά μου, ἐπήγαμεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐστεφανωθήκαμεν. Ἔπειτα ἀπὸ τὸ στεφάνωμα ἐκοινωνήσαμεν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ ὡσὰν ἐπέρασαν τρεῖς ἡμέρες ἐσμίξαμεν μὲ τὴν παπαδιά μου, καί, ὡσὰν ἐγκαστρώθη, ἐχωρίσαμεν, ἕως ὅποὺ ἐγέννησε, ἐσαράντισε, καὶ τότε ἐματασμίξαμεν καὶ πάλιν ἐγκαστρώθη, εὐθὺς ἀνεχώρησα. Καὶ μὲ τέτοιον τρόπον ἔκαμα τὰ εἴκοσι παιδιὰ ὁποὺ βλέπεις ἡ πανιερότης σου διὰ δεκαοκτὼ χρόνους. Λέγει ὁ δεσπότης: Συγχωρημένος νὰ εἶσαι νὰ κάμης πενήντα καὶ ἑκατὸ παιδιά. Ἔτσι ὁ εὐλογημένος παπὰς ἔμαθε τὰ παιδιά του γράμματα, τὰ ἐπαίδευσε μὲ νουθεσίες καλὲς καὶ ἐπέρασε καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ ἐπῆγε καὶ εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε. Αὐτὸς ἔκαμε τὰ τριάκοντα, εἶναι παρακάτω ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἔκαμε τὰ ἑξήκοντα. Θέλεις καὶ σύ, ἀδελφέ μου, νὰ κάμης τὰ τριάκοντα ὡσὰν τὸν πάπα Ἰωάννην; Ἀγωνίζου τώρα ποὺ ἔχεις καιρόν, καὶ σώνεσαι.

.        Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις τῆς παραβολῆς, αὐτὴν τὴν παραβολὴν ἐφανέρωσεν ὁ Κύριος, μὰ ἀκόμη δὲν ἐκαταλάβατε τὸ νόημά της, καὶ λέγει ἔτσι: Ὁ πρῶτος σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν εἰς τὴν στράταν εἶναι οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διὰ τὴν Κόλασιν. Ὁ δεύτερος σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν εἰς τὴν πέτραν εἶναι οἱ ἀσεβεῖς, ὁμοίως εἶναι κάλπικη ἡ πίστις τους, τοῦ διαβόλου. Ὁ τρίτος σπόρος ὁποὺ ἔπεσεν εἰς τὰ ἀκάνθια εἶναι οἱ αἱρετικοί, εἶναι καὶ αὐτῶν ἡ πίστις τους τοῦ διαβόλου. Ὁ τέταρτος σπόρος ὁποὺ ἔπεσε εἰς τὴν καλὴν γῆν, εἶναι ἡ πίστις τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι σώνουνται, μὰ πῶς σώνουνται; Σώνεται ὁ καθένας καθὼς ἔπραξεν· ἀνίσως καὶ ἔκαμε καλά, πηγαίνει εἰς τὸν Παράδεισον, ἀνίσως καὶ ἔκαμε κακά, πηγαίνει εἰς τὴν Κόλασιν. Διατὶ ὁ κόσμος εἶναι μοιρασμένος εἰς τέσσαρα μέρη. Τὰ τρία μέρη εἶναι διὰ τὴν Κόλασιν καὶ τὸ ἄλλο μέρος διὰ τὸν Παράδεισον. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅποιος θέλει ἂς στοχασθῆ καλὰ μὲ τὸν νοῦν του, ἂν θέλη νὰ σωθῆ

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΑΛΛΑΖΑΜΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΕΝΑ ΠΙΟ ΕΦΙΚΤΟ!»

Κυριακή ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ
Ἀντωνίου Bloom (Μητροπολίτου Σουρόζ)

.       Πόσο οἰκεία, καὶ πόσο ἁπλή μᾶς φαίνεται ἡ σημερινὴ Παραβολὴ τοῦ σπόρου καὶ τοῦ σπορέως· καὶ ὅμως πόσο σχετικὴ εἶναι μέ μᾶς, πόσο περισσότερο θὰ πρέπει νὰ τὴν σκεφτοῦμε. Λησμονοῦμε τὴν εἰκόνα τοῦ σπορέα καὶ τοῦ σπόρου, ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν παραβολή, δὲν βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νὰ περπατάει στοὺς δρόμους καὶ τὰ μονοπάτια τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας· καὶ παντοῦ ὅπου πῆγε, οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει, ὅπως εἶχε ἀκούσει ὁ Τυφλός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει ὁ Ἀπόστολος Μάρκος, ὅτι ἦταν Δάσκαλος, ὅτι τὰ λόγια του ἦταν ἀληθινά, ὅτι ἔφεραν τὴν δύναμη τῆς ζωῆς.
.       Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦρθαν καὶ γέμισαν τοὺς δρόμους καὶ ἄκουσαν. Κάποιοι ἦταν ἕτοιμοι γιὰ τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας· κάποιοι ἀγωνιοῦσαν, καὶ ἔκαναν στὸν ἑαυτὸ τους ἐρωτήσεις ποὺ μέχρι τότε κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαντήσει. Ἀλλὰ ἦλθαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὅπως τόσοι πολλοὶ ἔρχονται τώρα σ’ ἕναν ἱερέα, σ’ ἕναν εὐαγγελιστή, σ’ ἕναν ἡγέτη ὁποιασδήποτε παράταξης, ἦλθαν νὰ δοῦν ἕνα ἄνθρωπο ποὺ κάποιος τοὺς μίλησε γι’ αὐτόν, ν’ ἀκούσουν τί εἶχε νὰ πεῖ. Δὲν ἀπαντοῦσε σὲ καμία ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις τους, δὲν ἱκανοποιοῦσε καμία ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τους, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦν κάποιον ποὺ ἦταν ξεχωριστός, κάποιον μοναδικὸ γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἄκουσαν τὸν λόγο Του, ἀλλὰ δὲν τὸν κράτησαν μέσα τους, τὸν βρῆκαν ὄμορφο, ἀληθινὸ – ἀλλὰ δὲν πῆγαν πιὸ πέρα. Ἄκουσαν λόγια, δὲν ἄκουσαν τὴν κραυγὴ τῆς ψυχῆς τους ποὺ πεινοῦσε γιὰ λόγο ἀληθείας.
.       Ἔτσι ὅταν Ἐκεῖνος εἶχε διαβεῖ, ὅλοι ἐπέστρεψαν στὶς συνηθισμένες τους ἀσχολίες, στὴν κανονική τους ζωή. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν πάει στὸ σπίτι καὶ νὰ ἔχουν ἐπαναλάβει αὐτὰ τὰ λόγια, λέγοντας: «Δὲν ἦταν θαυμάσια; Δὲν μίλησε ὡραῖα;» – καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψαν στὴν συνηθισμένη, καθημερινὴ ζωή τους…
.       Ἄλλοι ποὺ στάθηκαν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, δέχτηκαν τὸ μήνυμα μὲ συγκίνηση, κάτι ἀναδεύτηκε στὴν καρδιά, στὸ μυαλό τους, τοὺς ἔδωσε ἀπάντηση σὲ κάτι. Καὶ τὸ δέχτηκαν, τὸ ἀγκάλιασαν, καὶ ἐπέστρεψαν στὴν οἰκία τους· ἀλλὰ τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ἦταν πιὰ στὸν δρόμο, τοὺς κυρίευσαν οἱ ἀνησυχίες τοῦ σπιτιοῦ τους: ὑπῆρχαν τόσα πράγματα στὴν ζωή τους νὰ κάνουν, νὰ σκεφτοῦν, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ συλλογιστοῦν ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχαν ἀκούσει, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ καθίσουν μὲ ἠρεμία καὶ νὰ φανταστοῦν τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχαν δεῖ, νὰ ξαναθυμηθοῦν τὴν φωνὴ ποὺ εἶχαν ἀκούσει.
.       Ὑπάρχει ἄλλη μία παραβολὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶχαν κληθεῖ στὸ Γαμήλιο Βασιλικὸ Δεῖπνο: ἄκουσαν τὸ κάλεσμα, ἤξεραν ὅτι εἶχαν κληθεῖ προσωπικὰ – ἀλλὰ μπόρεσαν νὰ πᾶνε; Ὁ ἕνας εἶχε ἀγοράσει ἕναν ἀγρό, ἦταν ριζωμένος σ’ αὐτόν, δεμένος μὲ αὐτόν, φυλακισμένος· ἄλλοι εἶχαν ἀγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια – ἔπρεπε νὰ τὰ δοκιμάσουν, ἔπρεπε κάτι νὰ κάνουν στὴ ζωή, ἕνα ἐπάγγελμα, μία ἐργασία- ἢ ἁπλὰ κάτι πού, ἐπειδὴ ἀφορᾶ στὴν προσωπική μας ζωή, ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ὅπως ἡ τελευταία περίπτωση ἐκείνου ποὺ εἶχε παντρευτεῖ- πῶς μποροῦσε νὰ ξοδέψει χρόνο γιὰ κάποιον ἄλλον;
.       Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν δέχονται ἀληθινὰ στὴν καρδιά τους, ἀλλὰ ὑπάρχουν τόσα πολλὰ πράγματα ποὺ ἔχουν σημασία – θὰ τὸ κάνουμε αὔριο, ἤ, ἂν μπορούσαμε μοναχὰ νὰ ἀλλάζαμε τὸ μήνυμα τοῦ Κυρίου μὲ ἕνα πιὸ ἐφικτό, πιὸ ἁπλό, νὰ μὴν εἶναι τόσο ἀπόλυτο ὅσο αὐτό.
.       Καὶ ἔπειτα, ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ πλούσια γῆ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας, δέχονται τὸν σπόρο καὶ καρποφοροῦν. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἁπλὰ καλύτεροι ἄνθρωποι, πιθανὸν δὲν ἦταν καλύτεροι· ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἕνα ἐρώτημα στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν καημό, ποὺ ἡ καθημερινὴ ζωή τους ἦταν πολὺ περιορισμένη, μικρή, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν συναίσθηση ὅτι ἡ ψυχή τους εἶναι ἀπέραντη, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα τῆς καθημερινότητας- οὔτε κἄν ἀπὸ τὰ εὐγενικὰ καὶ καλὰ πράγματα τῆς ζωῆς: ἀποδέχτηκαν τὸ μήνυμα βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά τους, καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ ἔδωσε ἀπάντηση στὶς ἀνάγκες τους, ἡ ζωή τους καρποφόρησε.
.       Τώρα ἂς τὸ ἐφαρμόσουμε στὴν δική μας ζωή· πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἀκοῦν τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ λόγια τοῦ κηρύγματος, μελετοῦν βιβλία ἐνδιαφέροντα μὲ βάθος καὶ τὰ διατηροῦν στὴ μνήμη τους, τὰ χαίρονται- ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ· μποροῦν νὰ τὰ ἐπαναλάβουν, νὰ τὰ μεταδώσουν στοὺς ἄλλους,- ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὅλο.
.       Καὶ ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἔλαβαν τὸ μήνυμα μὲ ἐνθουσιασμό, μὲ πάθος, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι πράγματι ἡ ἀπάντηση στὴν λαχτάρα, τὴν πείνα, τὸ μεγαλεῖο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας· ἀλλ’ ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι τόσο σύνθετη, ἔχουμε τόσα πράγματα νὰ κάνουμε! Καὶ σ’ ὅλη τούτη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τὸ καθημερινὸ «γίγνεσθαι», τὰ λόγια ποὺ ἀκούσαμε, παραμερίζονται- γιὰ μιὰ ἄλλη μέρα, γιὰ μιὰ ἄλλη φορά, ὅταν θὰ εἶμαι ἀρκετὰ μεγάλος, γιὰ νὰ ἔχω ὁποιεσδήποτε ἀνησυχίες: τότε θὰ μπορῶ νὰ στραφῶ πίσω καὶ νὰ θυμηθῶ ἐκείνη τὴν λαμπρὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ζωὴ ξεδίπλωσε ὅλο τὸ μεγαλεῖο της..- τὴν κρατῶ στὴν μνήμη μου!
.       Τί συμβαίνει μέ μᾶς, δεχόμαστε τὸ μήνυμα καὶ αὐτὸ καρποφορεῖ μέσα μας;
.       Πῶς μπορεῖ τὸ μήνυμα νὰ μᾶς ἀγγίξει; Θυμᾶμαι ἕναν Ρῶσο ἱερέα νὰ μοῦ λέει· «μελετῶ καθημερινὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ πολὺ σπάνια ἡ ζωή μου ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μελετάω καθημερινὰ γιατί δὲν γνωρίζω ποτὲ κατὰ πόσο σήμερα, αὔριο ἢ κάποια ἄλλη ἡμέρα θὰ εἶμαι ἡ ἄγονη πλευρὰ τοῦ δρόμου ἢ τὰ ἀγριόχορτα, κατὰ πόσο τοῦτος ὁ λόγος θὰ πέσει σὲ ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς μέσα μου, ἱκανὸ νὰ τὸν δεχτεῖ καὶ νὰ φέρει καρπούς».
.       Δὲν εἶναι τόσο ἁπλό, τόσο ἐνθαρρυντικό; Ὅλοι μας βρισκόμαστε καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις ποὺ περιγράφονται στὴν παραβολὴ τοῦ Εὐαγγελίου· ἀλλὰ ἐὰν δώσουμε μιὰ εὐκαιρία στὸν Κύριο ποὺ μιλάει, στὸν Κύριο ποὺ διαβαίνει ἀπὸ τὴν ζωή μας, ποὺ κρούει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας – ἀπὸ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν θὰ δεχθοῦμε τὸ μήνυμα μὲ χαρά· μὲ τὸν καιρό, θὰ φθάσει στὸ βάθος τῆς καρδιά μας, στὸν πυρήνα τῆς ζωῆς μας καὶ θὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ τὴν ἀλλάξει.
.       Ἑπομένως, ἂς ἀκοῦμε μέρα μὲ τὴ μέρα τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· ἂς ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τῆς συνείδησής μας, ἂς ἀκοῦμε τί μᾶς λέει ὁ βαθύτερος ἐαυτός μας γιὰ τὴν ζωή, τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα· καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, θὰ ἔχουμε τὸ γόνιμο ἔδαφος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ φέρει καρπούς.

.       Αὐτὴ ἡ παραβολή, ἡ τόσο ἁπλή, ἡ τόσο ξεκάθαρη, ἂν μοναχὰ τὴν ἐφαρμόσουμε, μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ξεκίνημα μιᾶς νέας ζωῆς. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: klision.blogspot.com
(ΣΗΜ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: κρίμα ποὺ, ἀπ ᾽ ὅ,τι φαίνεται, αὐτὸ τὸ φροντισμένο ἱστολόγιο [klision]
 μὲ τόσο πλούσιο ὑλικό, ἔχει διακόψει τὴν δραστηριότητά του)

, , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ Δ´ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ Σπορέως) [Γ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ Βιογραφία)»
ὑπὸ Ἰω. Μενούνου
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», ἔκδ. β´, σελ. 248-262

ΔΙΔΑΧΗ Δ´
[Μέρος Γ´]
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως

Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-τῆς-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως/
Μέρος Β´ : https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/10/15/ἑρμηνεία-παραβολῆς-τοῦ-σπορέως-β´/

.       Εἴπαμε διὰ τὴν πέτραν, τώρα νὰ εἰποῦμε καὶ διὰ τὰ ἀκάνθια ποῖα εἶναι. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, μὰ ἂς ἀφήσωμεν τὰ πολλὰ καὶ ἂς εἰποῦμε ἕνα.
.       Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἦταν δώδεκα χρονῶν κορίτσι. Ἐπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ διαβόλου, ἡμέρα καὶ νύκτα εὑρισκόταν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Τὴν ἐφώτισεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς καὶ φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμον, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν ἔρημον. Ἐκεῖ ἐκαθόταν καὶ ἀσκήτευε σαράντα χρόνους, καὶ μὲ τρία ψωμιὰ ἀπέρασε τὴν ζωήν της, καὶ ἐκαθαρίσθη, καὶ ἔγινεν ὡσὰν Ἄγγελος. Θέλοντας ὁ Κύριος νὰ τὴν ἀναπαύση, ἔστειλεν ἕνα ἅγιον ἀσκητήν, τὸν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, νὰ τὴν ἐξομολογήση καὶ νὰ τὴν μεταλάβη τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ἔβλεπε τὴν ἁγίαν ὁ ἀσκητής, καὶ ἔστεκε μίαν πῆχυν ὑψηλὰ ἀπάνου ἀπὸ τὴν γῆ. Τὴν ἐξομολόγησε, τὴν ἐμετάλαβε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ὕστερα παρέδωσε τὴν ἁγίαν της ψυχὴν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ παναγάθου Θεοῦ, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους πάντοτε.
.       Ἀνίσως καὶ εἶναι κανένας ἐδῶ ἀπὸ τὴν εὐγενείαν σας, ἄνδρας ἢ γυναίκα, ὡσὰν τὴν Μαρίαν, δηλαδὴ πόρνος, αὐτὴν τὴν ὥραν ἂς κλαύση, ἂς μετανοήση, τώρα ποὺ ἔχει καιρόν. Καὶ νὰ εἶναι βέβαιος πὼς σώζει ἐκεῖνον, καθὼς ἔσωσε καὶ τὴν ὁσίαν Μαρίαν.

.       Εἴπαμεν τοὺς τρεῖς τρόπους τῶν ἁμαρτωλῶν, τώρα θέλετε νὰ εἰποῦμε καὶ τοὺς τρεῖς τῶν δικαίων; Ἢ τοὺς ἠξεύρετε; Καὶ πρῶτον ἂς εἰποῦμεν ποία εἶναι ἡ καλὴ γῆ, ποὺ ἔκαμε τὰ ἑκατό. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα νὰ εἰποῦμεν, μὰ ἂς ἀφήσωμε τὰ πολλὰ καὶ ἂς εἰποῦμεν ἕνα. Ἂς πάρωμεν μίαν γυναῖκα παράδειγμα, διὰ νὰ μὴ παραπονοῦνται αἱ γυναῖκες, καὶ λέγουν πὼς οἱ ἄνδρες ἠμποροῦν νὰ κάνουν καλὰ καὶ σώνονται, καὶ αὐτὲς εἶναι ἀδύνατες καὶ δὲν ἠμποροῦν. Καὶ ἂς πάρωμεν παράδειγμα τὴν ἁγίαν Παρασκευήν.
.       Ἡ ἁγία Παρασκευὴ ἦταν δώδεκα χρονῶν κορίτσι ἀπὸ γένος εὐγενικόν. Ἀπόθανεν ὁ πατέρας της καὶ ἡ μητέρα της. Κάθεται ἡ Ἁγία καὶ κάνει ἕναν πύργον ὑψηλὸν καὶ δυνατόν, καὶ ἔβαλε τὰ πράγματά της ὅλα μέσα. Ἔβαφε τὰ μάτια της μὲ μαυράδι, ἔβανε σκουλαρίκια στὰ αὐτιά της, ἔβαφε τὸ πρόσωπό της καὶ τὰ χείλη της μὲ κοκκινάδι, ἔβανε γερδάνια εἰς τὸν λαιμόν της, εἶχε καὶ δακτυλίδια εἰς τὰ δάκτυλά της, εἶχε καὶ ἕνα ζωνάρι μαλαματένιο εἰς τὴν μέσην της, βάνει καὶ ἕνα φόρεμα πολλὰ ὡραιότατο καὶ παπούτσια ὡς μίαν πιθαμὴν ἀπὸ τὰ ἄλλα κορίτσια ὑψηλά. Μὲ αὐτὰ ἐστολιζότουνε ἡ ἁγία. Εἶναι ἐδῶ κανένα κορίτσι καὶ θέλει νὰ στολίζεται; Ἂς πάρει παράδειγμα νὰ στολίζεται ὡσὰν τὴν ἁγίαν Παρασκευήν. Τώρα νὰ ἰδοῦμεν ποῖος εἶναι ὁ πύργος ὁ ὑψηλός. Ὁ ὑψηλὸς καὶ δυνατὸς πύργος εἶναι ὁ οὐρανός, ὁποὺ ἐμοίρασεν δηλαδὴ ὅλα της τὰ πράγματα ἐλεημοσύνην, καὶ τὰ ἔστειλεν μὲ τοὺς πτωχοὺς εἰς τὸν Παράδεισον. Μὲ τί ἔβαφε τὰ μάτια της; Ὄχι μὲ μαυράδι ὡσὰν μερικὲς γυναῖκες ἀνόητες, ὁποὺ βάνουν διὰ νὰ φαίνονται εὔμορφες εἰς τοὺς ἄνδρας, ἀλλὰ ἐσηκωνόταν ἡ Ἁγία κάθε αὐγή, ἐνθυμώντας τὲς ἁμαρτίες τῶν χριστιανῶν καὶ ἔκλαιε βαρώντας τὸ πρόσωπόν της καὶ βρέχοντας μὲ τὰ δάκρυα. Ποῖα εἶναι τὰ σκουλαρίκια; Εἶχε τὰ αὐτιὰ της ἀνοικτά, στέκοντας μὲ εὐλάβειαν διὰ νὰ ἀκούη τὸ ἱερὸν καὶ ἅγιον Εὐαγγέλιον. Μὲ τί ἔβαφε τὰ χείλη της; Ὄχι μὲ κοκκινάδι, ἀλλὰ λέγοντας τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», μὲ  τὴν ἀλήθεια. Ποῖον εἶναι τὸ γερδάνι ὀποὺ εἶχεν εἰς τὸν λαιμόν της; Εἶναι ἀπὸ τὲς νηστεῖες ὁποὺ ἔκανε, καὶ ἔλαμπεν ὁ λαιμός της ὡσὰν τὸν ἥλιον. Ποῖα εἶναι τὰ δακτυλίδια; Εἶναι ἀπὸ τὲς πολλὲς μετάνοιες ὀποὺ ἔκαμνε καὶ ἐγίνοντο κόμποι κόμποι τὰ δάκτυλά της. Ποῖον εἶναι τὸ ζωνάρι τὸ μαλαματένιο; Εἶναι ἡ παρθενία ὁποὺ ἐφύλαγεν εἰς ὅλην της τὴν ζωήν. Ποῖον εἶναι τὸ φόρεμα; Εἶναι ἡ ἐντροπὴ ὀποὺ εἶχεν εἰς τοῦ λόγου της, καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ὁποὺ τὴν ἐσκέπαζε. Ποῖα εἶναι τὰ παπούτσια τὰ ὑψηλά; Εἶναι ὁ νοῦς της, ὁποὺ τὸν εἶχεν εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ δὲν τὸν εἶχεν εἰς τὴν γῆν νὰ στοχάζεται τοῦτα τὰ μάταια, τὰ ψεύτικα, τὰ γήινα ὡσὰν τὰ ἄλλα κορίτσια. Ἔτσι ἐστολιζότουνε ἡ Ἁγία.
.       Ἀνίσως καὶ εἶναι κανένα κορίτσι καὶ θέλει νὰ στολίζεται ὡσὰν τὴν ἁγίαν Παρασκευήν, νὰ στοχασθῆ τί ἔκαμεν ἡ Ἁγία, νὰ κάμη καὶ ἐκείνη διὰ νὰ σωθῆ.
.       Ἔτσι ἀδελφοί μου, ἡ ἁγία Παρασκευὴ ἔμαθε γράμματα καὶ ἔγινε σοφωτάτη, ἐπούλησε τὰ πράγματά της καὶ τὰ ἔδωκεν ἐλεημοσύνην, ἐφύλαξε παρθενίαν εἰς ὅλην της τὴν ζωήν. Τὴν ἀξίωσεν ὁ Θεὸς καὶ ἔκαμε θαύματα, ἰάτρευε τυφλοὺς καὶ κουφοὺς καὶ λεπροὺς καὶ δαιμονισμένους, καὶ νεκροὺς ἀνάσταινε.
.       Δύο Ἑβραῖοι, τέκνα τοῦ διαβόλου, βλέποντες τὴν Ἁγίαν νὰ κάνει θαύματα, τὴν ἐφθόνησαν καὶ πηγαίνοντες εἰς τὸν βασιλέα Ἀντωνῖνον, ὁ ὁποῖος ἦτον ἀπὸ τὴν παλαιὰν Ρώμην, τοῦ λέγουν πὼς εἶναι χριστιανή. Ἀκούοντας ὁ βασιλεὺς πὼς ἡ ἁγία Παρασκευὴ πιστεύει εἰς τὸν Χριστόν, τὴν κράζει ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς λέγει: Παρασκευή, ἀρνήσου τὸν Χριστὸν καὶ ἔλα νὰ θυσιάσεις εἰς τοὺς μεγάλους Θεοὺς νὰ σὲ κάμω βασίλισσα. Λέγει του ἡ Ἁγία: Ἐγὼ δὲν εἶμαι τρελλὴ καὶ ἀνόητη ὡσὰν ἐσένα νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστόν μου, καὶ νὰ πηγαίνω μὲ τὸν διάβολον, νὰ ἀφήσω τὴν Ζωήν, καὶ νὰ πηγαίνω εἰς τὸν θάνατον. Ἄμποτε ἐσὺ νὰ ἄφηνες τὸ σκότος καὶ νὰ ἔλθῆς εἰς τὸ φῶς.
.        Ἀκούετε, ἀδελφοί μου, ἕνα κορίτσι νὰ ὁμιλῆ μὲ τέτοιαν παρρησίαν ἐμπρὸς εἰς ἕνα βασιλέα; Ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸν εἰς τὴν καρδίαν του δὲν φοβᾶται ὅλον τὸν κόσμον. Ἀνίσως καὶ θέλομεν καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, νὰ μὴ φοβούμεθα μήτε ἀνθρώπους, μήτε δαίμονας, τὸν Θεὸν νὰ ἔχωμε πάντοτε εἰς τὴν καρδίαν μας, καὶ ἔτσι νὰ μὴ φοβούμεθα τίποτε.
.       Λέγει ὁ βασιλεὺς τῆς ἁγίας: τρεῖς ἡμέρες σου δίδω διορίαν, διατὶ ἀνίσως καὶ δὲν ἔλθης νὰ προσκυνήσης τὰ εἴδωλα σὲ τρεῖς ἡμέρες, θὲ νὰ σὲ θανατώσω, θὲ νὰ σὲ καύσω μέσα εἰς ἕνα καζάνι. Τοῦ λέγει ἡ Ἁγία: Βασιλεύς, ἐκεῖνο ὁποὺ θέλεις νὰ κάμεις εἰς τρεῖς ἡμέρας, κάμε το τώρα, διατὶ ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστόν μου. Τότε προστάζει ὁ βασιλεὺς καὶ ἀνάφτουνε μίαν φωτιὰν μεγάλην καὶ βάνουν ἕνα καζάνι γεμάτο πίσσα, θειάφι καὶ κατράμι καὶ βράζει καλά. Βλέποντας ἡ Ἁγία τὸ καζάνι ὁποὺ ἔβραζε ἐχαιρότουνε, πὼς ἔμελλε νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τοῦτον τὸν ψεύτικον κόσμον, διὰ νὰ πηγαίνη εἰς τὸν Ἀληθινόν. Προστάζει ὁ βασιλεὺς νὰ βάνουν τὴν Ἁγίαν μέσα εἰς τὸ καζάνι διὰ νὰ καῆ. Ἔκανε τὸν σταυρόν της ἡ Ἁγία καὶ ἐμβαίνει μέσα. Καρτερεῖ δύο τρεῖς ὧρες ὁ βασιλεύς, ἔβλεπε ὁποὺ δὲν ἐκαιότουνε ἡ Ἁγία. Τότε τῆς λέγει ὁ βασιλεύς: Παρασκευή, διατὶ δὲν καίεσαι; Λέγει του ἡ Ἁγία: Ὁ Χριστός μου τὸ ἐδρόσισε καὶ δὲν καίομαι. Λέγει της ὁ βασιλεύς: Ράντισέ με καὶ ἐμένα εἰς τὸ πρόσωπον νὰ ἰδῶ, καίει; Ἐπῆρεν ἡ Ἁγία μὲ τὰ δύο της χέρια καὶ τοῦ ρίχνει εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εὐθὺς -ὢ τοῦ θαύματος!- ἐτυφλώθηκε καὶ ἐγδάρθηκε τὸ πρόσωπόν του. Φωνάζει ὁ βασιλεύς: Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, πιστεύω καὶ ἐγὼ τὸν Θεὸν ποὺ πιστεύεις καὶ ἐσύ, Παρασκευή, μόνον ἔβγα ὀγρήγορα νὰ μὲ βαπτίσης. Ἐβγῆκεν ἡ ἁγία Παρασκευὴ καὶ τὸν ἐβάπτισε μὲ ὅλον του τὸ βασίλειον καὶ ἐκαθαρίσθη. Ἐβγῆκεν ἡ Ἁγία Παρασκευὴ καὶ ἐπῆγε καὶ ἐδίδαξε καὶ ἕνα ἄλλο βασίλειον καὶ τοὺς ἐβάπτισε. Ὕστερον τὴν ἐπίασεν ἄλλος βασιλεὺς καὶ τὴν ἀποκεφάλισε, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἔκαμε τὰ ἑκατὸν καὶ ἐκέρδισε πέντε στεφάνους: πρῶτον στέφανον ἔχει νὰ λάβη, διατὶ ἐμοίρασεν ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα ἐλεημοσύνην, δεύτερον διατὶ ἔμαθε γράμματα καὶ ἔγινε σοφωτάτη, τρίτον διατὶ ἐφύλαξε παρθενίαν εἰς ὅλην της τὴν ζωήν, τέταρτον διατὶ ἐδίδαξε δύο βασίλεια καὶ τοὺς ἔκαμε χριστιανούς, πέμπτον διατὶ ἔχυσε τὸ αἷμα της διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ Ἁγία ἔκαμε τὰ ἑκατόν. Εἶναι ἐδῶ κανένας ἀπὸ λόγου σας καὶ θέλει νὰ γένη τέλειος ὡσὰν τὴν ἁγίαν Παρασκευήν; Ἂς ἀγωνίζεται διὰ νὰ σωθῆ.
.        Μὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμει τὰ ἑκατόν; Ἂς ἔλθωμεν παρακάτω, εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔκαμε τὰ ἑξήκοντα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε