Ἄρθρα σημειωμένα ὡς λογοτεχνία

ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) «Σὰν σήμερα ἔσβησε τὸ ἁγιοκέρι τῶν Γραμμάτων μας».

Τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Παπαδιαμάντη

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.         Ἡ 3η Ἰανουαρίου, εἶναι ἡ ἡμέρα κοίμησης τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν ποὺ πρώτη, τὸ 2001, ἐπὶ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, διοργάνωσε ἐκδηλώσεις στὴ μνήμη του, γιὰ τὰ 150 χρόνια ἀπὸ τὴν γέννησή του. Ἐπίσης ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος συνέβαλε στὸ νὰ ἀναστηλωθεῖ ὁ Ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἐλισαίου, στὸ Μοναστηράκι, ὅπου οἱ δύο ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι (Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης) ἔψελναν συχνά, μὲ ἱερουργὸ τὸν Ἅγιο παπα-Νικόλα Πλανᾶ.
.          Σὰν σήμερα λοιπὸν ἔσβησε τὸ ἁγιοκέρι τῶν Γραμμάτων μας, ὁ μεγάλος συγγραφέας Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὸ νησί του, τὴ Σκιάθο, σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1910 προσεβλήθη ἀπὸ γρίππη, ἰνφλουέντσα τὴν ἔλεγαν τότε, καὶ δὲν ὑπῆρχαν τὰ ἀντιβιοτικὰ γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ἔτσι ταχέως τὸ ἐξασθενημένο ἀπὸ τὶς κακουχίες κορμί του δὲν ἄντεξε, ἀλλὰ ἡ διάνοιά του ἔμεινε μέχρι τέλους σὲ ἐγρήγορση καὶ ἡ ψυχή του καθαρή. Ὁ ἱερέας Γεώργιος Ρήγας γιὰ τὰ χριστιανικὰ τέλη τοῦ κὺρ Ἀλέξανδρου ἔγραψε ὅτι ὁ ἴδιος ζήτησε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ ὁ ἱερέας τῆς Σκιάθου παπα-Ἀνδρέας Μπούρας καὶ οἱ ἀδελφές του ζήτησαν νὰ πάει μαζὶ καὶ ὁ γιατρὸς τοῦ νησιοῦ. Μόλις εἶδε τὸν ἰατρὸ τὸν ἐρώτησε: “Τί θέλεις ἐσὺ ἐδῶ;” – Ἦρθα νὰ σὲ ἰδῶ”, τοῦ ἀπάντησε ὁ ἰατρός. “Νὰ ἡσυχάσεις”, τοῦ εἶπε, “θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νάρθεις ἐσύ”. Τὸν ἱερέα τὸν θέλησε διὰ νὰ τὸν κοινωνήσει καὶ τοῦ ἐξήγησε: “Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω…”. Κατὰ τὸν ἐξάδελφό του, Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ καὶ τὴν παραμονὴ τοῦ θανάτου του μαθεύτηκε στὸ νησὶ ὅτι τοῦ εἶχε ἀπονεμηθεῖ τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος.
.         Τὸ ἀπόγευμα τῆς 2ας Ἰανουαρίου τοῦ 1911 εἶπε στὶς ἀδελφές του νὰ ἀνάψουν ἕνα κερὶ καὶ νὰ τοῦ φέρουν ἕνα ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο. Τὸ κερὶ τὸ ἔφεραν καὶ τὸ ἄναψαν, ἀλλὰ νὰ διαβάσει δὲν μποροῦσε καὶ τοὺς εἶπε: «Ἀφῆστε τὸ βιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπέξω». Τὴν ὕστατη ὥρα τῆς στὴ γῆ ζωῆς του ἀπομάκρυνε τὶς ἀδελφές του καὶ τοὺς ἄλλους οἰκείους του καὶ στραφεὶς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐξέπνευσε ὑποψάλλων τὸ Δοξαστικὸ τῆς Ἐνάτης Ὥρας τῶν Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρα σου τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ δεσπότου, μεθ᾽ ἧς καὶ δακτύλῳ ἡμῖν Αὐτὸν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτόν, Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν· καὶ γὰρ μείζων τῶν προφητῶν ἁπάντων ὑπ᾽ αὐτοῦ μεμαρτύρησαι. Τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν, ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος. Καὶ δεῦρο στῆθι μεθ᾽ ἡμῶν ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως».
.        Ἦταν ἡ 2α πρωινὴ ὥρα τῆς 3ης Ἰανουαρίου 1911. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὸ Τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τῆς 2ας Ἰανουαρίου ἀρχίζουν τὰ προεόρτια τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Φώτων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουν τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς καὶ τὸ ἐν λόγῳ Δοξαστικό, τὸ ὁποῖο ὁ Ἀναγνώστης ἔρχεται στὸ μέσο τοῦ Ναοῦ καὶ τὸ ἀπαγγέλλει ὁλόκληρο κατὰ τὸ ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου. Στὴ συνέχεια τὸ ψάλλουν ἐναλλὰξ κατὰ στίχο οἱ δύο Χοροί.
.         Ἕνα χρόνο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ 1912, ἡ “Λογοτεχνικὴ Βιβλιοθήκη Φέξη” ἐξέδωσε τὰ “Πασχαλινὰ Διηγήματά” του, “μετὰ βιογραφίας καὶ κριτικοῦ σχολιασμοῦ τοῦ συγγραφέως Ι. Ζερβοῦ”. Ὁ ἐν λόγῳ κριτικὸς ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων: “Χριστιανὸς ἐκ πεποιθήσεως, πιστεύων εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ συγκινούμενος ἀπὸ τὰς τελετὰς καὶ τοὺς τύπους αὐτῆς, ἐγνώρισε πλέον παντὸς ἄλλου νὰ μεταγγίση τὴν πίστιν καὶ τὴν συγκίνησίν του μέσα εἰς τὰ ἔργα τῆς τέχνης του, ποὺ τὰ ζωντανεύει ὅλα καὶ τὰ φωτίζει καὶ τὰ φαιδρύνει τῆς θρησκευτικῆς γαλήνης ἡ χαρά. Πολλά του διηγήματα πλέκονται εἰς παραμονὰς καὶ εἰς ἡμέρας ἑορτῶν καὶ τὰ πλεῖστα περιέχουν περιγραφὰς ἐκκλησιῶν, μοναστηρίων, ναΐσκων ἐρημωμένων. Συχνὰ πρόσωπα τῆς διηγήσεώς του εἶναι ἱερεῖς, ψάλται, καλόγηροι, γυναῖκες εὐλαβεῖς, συνήθη δὲ παρεντιθέμενα ἐπεισόδια εἶναι θρύλοι, παραδόσεις καὶ συναξάρια θρησκευτικά. Ὅλα αὐτὰ θαυμασίως συναρμολογημένα, δροσερά, ἥμερα, ὡς ἡ ἑλληνικὴ φύσις, γαλήνια, ὡς ἡ θρησκεία τῶν πατέρων μας. Κανεὶς ποτὲ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς χρόνους ἕως τώρα δὲν ἔφθασε νὰ περιγράψη καὶ νὰ ψάλλη τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθοδοξίαν ὄχι ὡς ἰδέαν ἢ ὡς δόγμα, ἀλλ᾽ ὡς κοινωνικὸν παράγοντα καὶ συντελεστὴν τοῦ λαοῦ μας καὶ τοῦ ἔθνους μας ὅσον αὐτός. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ὁ μεγάλος ραψωδὸς τῆς Ὀρθοδοξίας”.
.         Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ κριτικοῦ του σημειώματος ὁ Ι. Ζερβὸς σημειώνει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν φίλος τῶν πτωχῶν, τῶν ἁπλοϊκῶν, τῶν ἀδυνάτων, εἰρωνευτὴς τοῦ πλούτου καὶ τοῦ ἀξιώματος καὶ γνώστης τῆς ζωῆς τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ, ποὺ ἔμενε εἴτε στὴ Σκιάθο, εἴτε στὸ Κλεινὸν Ἄστυ. Ὁ Ι. Ζερβὸς ἐπιχειρεῖ νὰ σκιαγραφήσει τὴν προσωπικότητα τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ ρεαλισμὸ καὶ χωρὶς φτιασίδια. Γράφει λ.χ. πῶς τὸ 1880, ὅταν ὑπηρέτησε ὡς στρατιώτης, ἦταν ἐκτὸς κλίματος, γι᾽ αὐτὸ καὶ πολλὲς φορὲς τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ ἀνώτεροί του ἀντελήφθησαν ὅτι εἶχαν νὰ κάνουν μὲ μίαν ἰδιάζουσα φυσιογνωμία καὶ τὸν τοποθέτησαν στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ναυτικῶν, ὅπου τὸν χρησιμοποίησαν στὴ μετάφραση τῶν διεθνῶν ναυτικῶν ὅρων… Ἔτσι ἀπηλλάγη τῶν δεσμῶν τῆς ἄλογης πειθαρχίας καὶ μέχρι τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς θητείας του πέρασε ἤρεμα…
.         Πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώριζε καλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἐπιφυλακτικὸς καὶ στενοχωριόταν ἀπὸ τὶς φιλοφρονήσεις καὶ τοὺς ἐπαίνους τους. Ὅταν στὸν κύκλο του προσερχόταν κανένας ποὺ δὲν τὸν γνώριζε γινόταν δύσθυμος καὶ σιωποῦσε. Μία συνηθισμένη στάση του ἦταν νὰ σταυρώνει τὰ χέρια λίγο κάτω ἀπὸ τὸ στῆθος του καὶ νὰ χαμηλώνει τὸ κεφάλι, μὲ κλίση πρὸς τὰ ἀριστερά. Ἄλλοτε, ὅταν ἦταν μόνος καὶ ἔψελνε σιγά, βαρὺς καὶ ἀπρόσιτος τότε, συνήθιζε νὰ ἀκουμπᾶ τὸ κεφάλι του στὸ ἀριστερό του χέρι. Κι ἐνῶ ἀπέφευγε τὶς συναναστροφὲς τοῦ καλοῦ κόσμου, ὅταν ἐρχόταν ὑποχρεωτικὰ σὲ ἐπαφὴ μαζί του ἦταν εὐγενὴς καὶ γλυκομίλητος, “χαριτωμένος ὁμιλητὴς καὶ ἀνεκδοτολόγος”, ὅπως εἶχε χαρακτηριστεῖ. Χαριτωμένη εἶναι καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ Ζερβοῦ, πὼς ὅταν μία μορφωμένη καὶ λογία κυρία ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, θαυμάστρια τοῦ Παπαδιαμάντη, «ἔτυχε» (Σημ. Ἢ ἐπιδίωξε;…) νὰ τὸν γνωρίσει καὶ τοῦ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν παντρευτεῖ, ἐκεῖνος ἂν καὶ ἔρημος τότε καὶ χωρὶς χρήματα καὶ ταλαιπωρημένος χαμογέλασε καὶ ἀρνήθηκε εὐγενῶς…
.         Τὴ ζωή του γενικὰ τὴν πέρασε ὡς κοσμοκαλόγερος. Τοῦ ἄρεσαν οἱ μακρὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ νὰ ψέλνει ὁ ἴδιος. Μόνο ὅταν ἐργάσθηκε στὶς ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν, ὡς μεταφραστής, διηγηματογράφος καὶ χρονογράφος κέρδιζε ἀρκετὰ χρήματα, ἕως καὶ 300-400 δραχμὲς τὸν μήνα… Ὅμως καὶ τότε ζοῦσε πενιχρά, γιατί τὰ περισσότερα χρήματα τὰ ἔστελνε στὴν οἰκογένειά του, στὴ Σκιάθο καὶ κυρίως, γιατί ἦταν ἐλεήμων καὶ ἀδεξιότατος στὴν οἰκονομικὴ διαχείριση. Ὁ ἴδιος ἔγραψε ὅτι ὅταν εἶχε 15 δραχμὲς γιὰ νὰ περάσει μίαν ἑβδομάδα δαπανοῦσε τὶς 12 τὴν πρώτη ἡμέρα καὶ μὲ τὶς ἄλλες 3 ἔπρεπε νὰ περάσει τὶς ὑπόλοιπες… Λέγεται ὅτι κάποτε ὁ διευθυντής του στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» Βλ. Γαβριηλίδης ἀναγνωρίζοντας τὴν προσφορά του, τοῦ εἶπε ὅτι θὰ τοῦ κάνει αὔξηση στὸ μισθό του καὶ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ἀρνήθηκε, λέγοντας ὅτι τὰ ὅσα παίρνει τοῦ εἶναι ἀρκετά… Καὶ ὅταν ἦταν νὰ τὸν τιμήσουν σὲ κοινωνικὴ ἐκδήλωση, ἐκεῖνος προτίμησε τὴν παρέα τοῦ μανάβη τῆς Πλάκας καὶ τῆς συζύγου του. Ὄχι ἀπὸ σνομπισμό, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδιαφορία γιὰ τὰ πρόσκαιρα… Ἦταν γενικὰ γεμάτος καλοσύνη καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ ἀδέξιος στὶς κοινωνικές του σχέσεις καὶ δὲν φρόντιζε ποτὲ τὴν περιβολή του. Χρειαζόταν πολλὲς φορὲς οἱ φίλοι του καὶ κυρίως ὁ συνώνυμος ἀγαπημένος του ἐξάδελφος Μωραϊτίδης, ποὺ ἦταν ἐξαιρετικὰ τακτικὸς καὶ τὸν “κηδεμόνευε” ἐπὶ πολλὰ χρόνια, νὰ τὸν πάρουν σὲ κατάστημα ἑτοίμων ἐνδυμάτων γιὰ νὰ φορέσει κάτι καινούργιο…
.         Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν ἐπιδίωξε οὔτε φήμη, οὔτε ἀξιώματα, οὔτε θέσεις. Ἔζησε στὸ περιθώριο τῆς κοινωνικῆς, πολιτικῆς καὶ λογοτεχνικῆς (ἀμφι)λεγόμενης ἐλίτ. Ὅμως ἐνῶ τὰ πλεῖστα ἀπὸ τὰ μέλη αὐτῆς τῆς ἐλὶτ ἔχουν ξεχαστεῖ, ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος, ἂν καὶ πέθανε πρὶν ἀπὸ 104 χρόνια, μένει πάντα στὶς ψυχὲς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὡς γνήσιος ἐκφραστὴς τῆς ψυχῆς του, τῶν ὁραμάτων του, τῆς Παράδοσής του καὶ ἡ μνήμη του θὰ ὑπάρχει ὅσο θὰ ὑπάρχει Ἑλληνισμός. Βέβαια πολλοὶ κάνουν τὸ πᾶν νὰ ξεχαστε. Ἀπὸ καιρὸ ἔχουμε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ χρειάζονται …μετάφραση τὰ κείμενά του καὶ οἱ νέοι ἄνθρωποι νὰ εἶναι ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸν πλοῦτο τοῦ ταλέντου του καὶ ἀπὸ τὴν πνευματική του ἐμπειρία. Ἀλλὰ θὑπάρχουν πάντα οἑστίες ἀντίστασης ποὺ δὲν θἐπιτρέπουν ἡ Παράδοση τοῦ Γένους νὰ σβηστεῖ, ὅσο κι ἂν αὐτὸ δὲν ἀρέσει στοὺς ὅποιους ἐξουσιαστὲς αὐτοῦ τοῦ τόπου.-  

, , ,

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) «Γράφουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπουσιάζει ὁ Χριστός».

Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιὰ καὶ λογοτεχνία

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Οἱ ἐκδότες καὶ τὰ βιβλιοπωλεῖα τὶς ἡμέρες αὐτὲς προσφέρουν πολλὰ βιβλία, ποὺ ἔχουν ἐπίκαιρους τίτλους γιὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ τὴν Πρωτοχρονιά, ποὺ ὅμως δὲν ἔχουν καμία οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὶς δύο αὐτὲς χριστιανικὲς ἑορτές. Γράφουν γι τ Χριστούγεννα, π τ ποῖα πουσιάζει Χριστς καὶ γιὰ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ τὸ χριστιανικὸ Νέο Ἔτος – μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ χρονολόγηση εἶναι ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ἄλλες θρησκεῖες ἄλλοτε ἔχουν πρωτοχρονιὲς – χωρὶς σκέψη γιὰ τὸ χρόνο καὶ τὴ σωστὴ διαχείρισή του, σὲ σχέση μὲ τὴν αἰωνιότητα.
.           Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους λογοτέχνες, ποὺ ἔγραψαν γιὰ τὰ Χριστούγεννα ἔχοντας βιώσει τὸ Μυστήριο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ὁ ἰδιοφυὴς ποιητὴς καὶ στοχαστὴς Γιῶργος Σαραντάρης, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1938, ἔγραψε σχετικὰ στὸ περιοδικὸ «Μακεδονικὲς Ἡμέρες»: «Ὕστερα ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη δὲν φανερώθηκε μήτε ἕνας σοβαρὸς θρησκευτικὸς πεζογράφος». Ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραψε δεκατέσσερα χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Ὅλα εἶναι δημοσιευμένα ἀπὸ τὸ 1887 ἕως τὸ 1906, ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα σὲ ἐφημερίδες, πλὴν ἑνός, τῆς «Χτυπημένης», ποὺ ἡ πρώτη του δημοσίευση ἦταν τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1890 στὸ περιοδικὸ «Ἀττικὸν Μουσεῖον».
.           Μὲ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸ ἔργο του καὶ μὲ τὰ ὅσα γράφει γι’ αὐτὸν ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, γεννιέται τὸ ἐρώτημα ποιὸς εἶναι «ὁ θρησκευτικὸς πεζογράφος»; Ὁ Σαραντάρης θεωρεῖ ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει βιώσει τὸ Λόγο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καὶ τὸ βίωμα αὐτὸ τὸ ἐκφράζει στὸ ἔργο του, βοηθώντας τὸν ἀναγνώστη του στὴν πορεία τῆς ζωῆς του. Ἀντίθετα, ὁ Σαραντάρης πιστεύει πὼς στὸν ἄνθρωπο δὲν προσφέρει τίποτε οὐσιαστικὸ ἡ χοϊκὴ λογοτεχνία, ὅσο ὑψηλοῦ αἰσθητικοῦ ἐπιπέδου κι ἂν εἶναι καὶ ὅσο κι ἂν σ’ αὐτὴν περιέχονται ἀποστάγματα σοφίας καὶ ἐμπειρίας ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ζωή. Ὡς παράδειγμα διαφορᾶς μεταξύ τῆς πνευματικῆς καὶ τῆς ὑλιστικῆς λογοτεχνίας ὁ Σαραντάρης φέρνει τοὺς «ἡδονιστὲς» μεγάλους συγγραφεῖς Γκαῖτε καὶ Σαίξπηρ ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ τὸν μεγάλο ἐπίσης χριστιανὸ συγγραφέα Ντοστογιέφσκι ἀπὸ τὴν ἄλλη. Οἱ δύο πρῶτοι ἔχουν ἕνα σημαντικὸ πλάτος καὶ ὕψος δημιουργίας, ἀλλά, κατὰ τὴν ἄποψή του, μήτε ὁ ἕνας, μήτε ὁ ἄλλος «προσθέτουν κάτι τὸ ἀναγκαῖο στὴν ἀνησυχία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου».
.           Ἀντίθετα πρὸς τὸν Σαραντάρη ὁ Παν. Κανελλόπουλος εἶχε μεγάλο θαυμασμὸ στὸν Γκαῖτε. Στὴν κριτική του σὲ φιλοσοφικὸ δοκίμιο τοῦ Γ. Σαραντάρη ἐκφράζει τὴ διαφωνία του στὴ γνώμη τοῦ Σαραντάρη γιὰ τὸν μεγάλο Γερμανὸ συγγραφέα καθὼς καὶ γιὰ τὸν Σαίξπηρ καὶ σημειώνει μεταξὺ τῶν ἄλλων: «…Οἱ συμβολικοὶ τύποι ἑνὸς Ἀμλέτου κι ἑνὸς Φάουστ –ὅπως ἐπίσης ἑνὸς Ἀλιόσα Καραμάζωφ– εἶναι ἰσότιμοι μ’ ἕναν Προμηθέα καὶ μ’ ἕναν Οἰδίποδα… Κι αὐτὸ μονάχα τὸ γεγονὸς τῆς δημιουργίας ἑνὸς Φάουστ –τοῦ Φάουστ ὅπως τὸν ἔπλασε ὁ Γκαῖτε κι ὄχι ὅπως τὸν παρέλαβε ἀπὸ τὸν παλαιὸ μύθο– φθάνει γιὰ νὰ ἀνεβάσει τὸν Γκαῖτε στὸ ὕψος τὸ ἀληθινὰ ὀλύμπιο». Ὁ Παν. Κανελλόπουλος ἐκφράζει τὸ θαυμασμό του στὸν Γκαῖτε καὶ βάζει δίπλα στὸν Ἀλιόσα τὸν Φάουστ καὶ τὸν Ἄμλετ… Ἐπίσης ἐκτιμᾶ τοὺς Σαίξπηρ καὶ Γκαῖτε ὡς ἰσότιμους πρὸς τοὺς Αἰσχύλο καὶ Σοφοκλῆ, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται στὴν πρωτοτυπία τοῦ ἔργου τῶν μεγάλων ἀρχαίων τραγικῶν καὶ στὴν τεράστια χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χωρίζει, στὸ διάστημα τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἡ καθοριστικὴ γιὰ τὴν πορεία τῆς ἀνθρωπότητας παρουσία τοῦ Ἀναστημένου Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.           Στὴν κριτικὴ τοῦ Παν. Κανελλόπουλου στὸ φιλοσοφικό του δοκίμιο ὁ Γ. Σαραντάρης ἀπάντησε ἐπιμένοντας στὸν διαχωρισμὸ τοῦ «ἡδονιστῆ» ἀπὸ τὸν χριστιανὸ συγγραφέα. Γράφει μεταξὺ τῶν ἄλλων:
.           «Ὁ Φάουστ – ὅπως μὲ ὀξυδέρκεια παρατηρεῖ ὁ Κίρκεγκωρντ κάπου – εἶναι ἕνας ποὺ ἀμφιβάλλει, ἕνας παραβάτης τοῦ πνεύματος, ποὺ παίρνει τὸ δρόμο τῆς σάρκας. Ἐγὼ λέω χωρὶς ἄλλο, ὁ Φάουστ εἶναι ἕνας ἠδονιστής. Καὶ ὁ Γκαῖτε πίσω ἀπὸ αὐτόν. Καὶ ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Γκαῖτε στὸ μυθώδη βίο του, ὅσοι τὴν εὐτυχία τοῦ Γκαῖτε θεωροῦν ἰδανικό. Νομίζω ὅτι τόσο ὁ Γκαῖτε ὅσον καὶ ὁ Σαίξπηρ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, λησμόνησαν τὴν ἀνάγκη τῆς πίστης, κ’ ἔτσι τὸ ἔργο τοὺς οὐσιαστικὰ δὲ μᾶς βοηθάει ν’ ἀνακαλύψουμε ἐκεῖνο τὸν ἑαυτό μας ποὺ περισσότερο ποθοῦμε, ἐκεῖνο τὸν ἑαυτό μας ποὺ μόνος, γι’ αὐτὸ εἴμαστε βέβαιοι, μπορεῖ νὰ σώσει ἀπὸ τὴν καταστροφὴ καὶ νὰ στηρίξει ἕναν κόσμο». Κατὰ τὸν Σαραντάρη «Ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ Γκαῖτε καὶ τοῦ Σαίξπηρ καὶ ὅποιος παραδέχεται σοβαρὰ τὸν Ντοστογιέφσκι δὲν μπορεῖ νὰ παραδεχτεῖ τὸν Γκαῖτε καὶ τὸν Σαίξπηρ, ὅπως ὅποιος παραδέχεται τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ παραδεχτεῖ ἄλλην ἀλήθεια».
.           Οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς, κατὰ τὸν Σαραντάρη, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, εἶναι πιὸ κοντὰ στὴν ἡδονιστικὴ Δύση, παρὰ στὸν «ἐπικὸ ποιητὴ τῆς χριστιανικῆς πίστης» Ντοστογιέφσκι καὶ στὴν παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γράφει σχετικὰ τὸ 1939:
.           «Στοὺς σύγχρονους πεζογράφους μᾶς πιστοποιῶ μίαν ἀδιαφορία πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ποὺ δημιούργησε χτὲς τὴν ἱστορία μας, ποὺ θὰ δημιουργήσει αὔριο τὴ μελλοντική μας ἱστορία. Σὰ νὰ μὴν ἔχουνε κάτω ἀπὸ τὰ μάτια ἕνα τέτοιο λαό, σὰ νὰ μὴν τὸν εἴδανε πουθενὰ ἢ νὰ τὸν λησμονήσανε… Μὲ Κηφισιές, τέϊα καὶ σαχλαμάρες οἱ περισσότεροι πεζογράφοι μας φιλοδοξοῦν νὰ φτάσουν στὸ ὕψος ἑνὸς Ζὶντ ἢ μίας Βούλφ, σὰ νὰ μὴ μπορεῖ ἄλλο ὄνειρο νὰ τοὺς θρέψει, παρὰ ἐκεῖνο ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ λιγότερο ἢ περισσότερο σάπια λογοτεχνία τῶν ξένων, τῶν δυτικῶν λαῶν…».

.           Δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας ἔχει ἐνταθεῖ ἡ χοϊκὴ καὶ ἡδονιστικὴ λογοτεχνία καὶ λίγες εἶναι οἱ ἐπιλογὲς ὅσων ἐπιθυμοῦν κάτι τὸ ποιοτικὸ καὶ οὐσιαστικὸ γιὰ τὴ ζωὴ τοὺς ποίημα ἢ πεζογράφημα.-

, , , , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Περ το στορικο μυθιστορήματος

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα ἔπαιξε καὶ παίζει σημαντικὸ ρόλο στὴ διατήρηση τῆς μνήμης τοῦ λαοῦ καὶ ἀνταποκρίνεται στὴν ἀνάγκη τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ πληροφορηθεῖ μὲ εὔκολο, εὐχάριστο καὶ ἐποικοδομητικὸ τρόπο τὸ παρελθὸν τοῦ ἔθνους του. Ὁ ἀξιόλογος συγγραφέας Ἄγγελος Τερζάκης γράφοντας γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἐκ τῶν σημαντικοτέρων ἐκπροσώπων, τονίζει ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ νεώτερη μορφὴ καὶ ἡ συνέχεια τοῦ ἀρχαίου ἔπους. Τὰ ἡρωικὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου καὶ τὰ διδακτικὰ καὶ θρησκευτικὰ ἔπη τοῦ Ἡσιόδου δίδαξαν καὶ γαλούχησαν γενιὲς Ἑλλήνων.
.             Γιὰ τὴ σχέση μεταξὺ τοῦ ἱστορικοῦ καὶ τοῦ λογοτεχνικοῦ κειμένου παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ Ι. Συκουτρῆς: «Ὁ ἱστορικὸς ποὺ θὰ πραγματευθῆ τὴν ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχίαν, θὰ ἀναζητήση τοὺς στρατηγικοὺς καὶ πολιτικοὺς λόγους, ποὺ ὡδήγησαν εἰς τὴν ἧτταν τοῦ περσικοῦ στόλου: σφάλματα τακτικῆς, ἄγνοια τοῦ τόπου, ἀσυμφωνία μεταξὺ τοῦ ἐπιτελείου τῶν Περσῶν, δυσκολίαι ἀνεφοδιασμοῦ, ἔλλειψις ψυχικῆς ἑνότητος μεταξὺ τῶν περσικῶν δυνάμεων, προδοσία ἴσως κ.λ.π.. Ζήτημα εἶναι, ἂν θὰ μνημονεύση κἂν ἐν παρόδῳ, ὅτι οἱ Πέρσαι ἐπυρπόλησαν καὶ τοὺς ναούς. Ἀλλ’ ὁ Αἰσχύλος παραμερίζει ὅλα αὐτὰ καὶ βλέπει εἰς τὴν ἧτταν τῶν Περσῶν ὄχι ἐνοχὴν ἀνδρῶν, ἀλλὰ θέλημα τῶν ἀθανάτων. Ἐκεῖνοι συντρίβουν μὲ χεῖρα κραταιὰν τὴν ὑπερφίαλον δύναμιν βαρβάρων καὶ ἀσεβῶν δεσποτῶν καὶ ἐμψυχώνουν ὑπερανθρώπως τοὺς ὀλιγαρίθμους ἀλλὰ θεοσεβεῖς ὑπερασπιστὰς τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας. Καὶ μὲ τὴν μεγαλειώδη αὐτὴν σύλληψιν παραγόντων λογικῶς ἀσταθμήτων, ἀντιμετωπίζει ὁ Αἰσχύλος φιλοσοφικώτερα τὸ ἱστορικὸν γεγονός, ἀφοῦ προχωρεῖ, ὅπως ἐλέχθη, πέραν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα: πρὸς τὴν ἀλήθειαν». (Ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ Ι. Συκουτρῆ εἰς τὴν «Ποιητικὴν» τοῦ Ἀριστοτέλους (Ἔκδ. Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἀριθμ. 2 Ἑλληνικῆς Βιβλιοθήκης, Βιβλιοπ. «Ἑστίας», σελ. 75).
.           Μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἐμφανίζεται τὸ νεοελληνικὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα. Μεταξὺ τῶν πρώτων συγγραφέων ἦσαν οἱ Α. Ρ. Ραγκαβής, μὲ τὸ «Χρονικόν τοῦ Μορέως» (1845), Παῦλος Καλλιγᾶς μὲ τὸν «Θάνο Βλέκα» (1855-56), Κων. Ράμφος μὲ τὸ ἔργο του «Αἱ τελευταῖαι ἡμέραι τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ» (1862), ὁ Στέφανος Ξένος μὲ «Τὴν ἡρωίδα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως (1867), ὁ Σπ. Ζαμπέλιος μὲ τοὺς «Κρητικοὺς Γάμους» (1871), καὶ ὁ Δημ. Βικέλας μὲ τὸν «Λουκὴ Λάρα» (1879).   Ὅπως γράφει ὁ Θανάσης Πετσάλης – Διομήδης «ἡ στροφὴ τῶν νεοελλήνων πεζογράφων πρὸς τὴ μυθιστορικοποίηση τοῦ ταραγμένου καὶ περιπετειώδους παρελθόντος τοῦ Γένους εἶναι ἕνα ξαναγύρισμα στὶς ρίζες τῆς φυλῆς, ἕνα σκύψιμο στὴν ἐθνικὴ βρυσομάνα».
.             Σημειώνεται ὅτι τὴν ἱστορία του ὁ ἁπλὸς λαὸς στὴν κάθε χώρα τὴν ἔχει διδαχθεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα. Ὑπενθυμίζεται ὅτι οἱ Ἐγγλέζοι γνωρίζουν τὴν ἱστορία τοῦ ἱπποτικοῦ τους μεσαίωνα ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ Οὐόλτερ Σκὸτ (Ἰβανόης, Ριχάρδος Λεοντόκαρδος, Κυρὰ τῆς λίμνης). Οἱ Ρῶσοι γνώρισαν τὶς μάχες κατὰ τῶν στρατευμάτων τοῦ Ναπολέοντα ἀπὸ τὸ «Πόλεμος καὶ Εἰρήνη» τοῦ Τολστόι. Οἱ Γερμανοὶ τοὺς προγόνους τους ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Φράϊταγκ. Οἱ Γάλλοι τὴν ἱστορία ἐπὶ Λουδοβίκου τοῦ ΙΓ´ μὲ τοὺς «Τρεῖς σωματοφύλακες» καὶ μὲ τὸ «Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἔτη» τοῦ Ἀλεξάνδρου Δουμᾶ πατέρα. Οἱ Ἰταλοὶ τὰ δεινὰ ποὺ πέρασαν οἱ πρόγονοί τους ὑπὸ τὴν ἱσπανικὴ καί, κατ᾽ ἐπέκταση, αὐστριακὴ κυριαρχία ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἀλεσάντρο Μαντσόνι «Οἱ ἀρραβωνιασμένοι». Οἱ Ἀμερικανοὶ τὰ βάσανα τῶν ἀφρικανῶν σκλάβων μὲ τὴν «Καλύβα τοῦ Μπάρμπα Θωμᾶ», τῆς Χάριετ Ἐλίζαμπεθ Στόου.
.             Στὴν Ἑλλάδα ἡ παράδοση τῶν συγγραφέων ἱστορικοῦ μυθιστορήματος συνεχίστηκε καὶ κατὰ τὸν 20ό αἰώνα καὶ συνεχίζεται ἕως τὶς ἡμέρες μας. Ὁ Ἄγγελος Τερζάκης μὲ τὴν «Πριγκηπέσσα Ἰζαμπώ» ζωντανεύει τὶς περιπέτειες τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴ Φραγκοκρατία. Ὁ Κ. Μπαστιᾶς μὲ τὸν «Μηνᾶ τὸν ρέμπελο» περιγράφει τὰ προεπαναστατικὰ χρόνια, καὶ μὲ τὸν «Παπουλάκο» τὰ μετεπαναστατικά, ἐπὶ Ὄθωνα. Σημαντικότατα εἶναι τὰ ἱστορικὰ μυθιστορήματα τοῦ Θανάση Πετσάλη Διομήδη, μὲ πρῶτο τοὺς «Μαυρόλυκους», στὸ ὁποῖο διατρέχει τὴν ἐποποιία τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἐπιβίωσης τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν βασανιστικὴ σκλαβιὰ τῆς τουρκοκρατίας. Ἐξαιρετικὰ εἶναι τὰ βιβλία τῆς Πηνελόπης Δέλτα γιὰ τὰ βυζαντινὰ χρόνια («Γιὰ τὴν Πατρίδα», «Τὸν καιρὸ τοῦ Βουλγαροκτόνου») καὶ γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας (Τὰ μυστικὰ τοῦ βάλτου).
.             Γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἔγραψαν, μεταξὺ τῶν ἄλλων, οἱ Ἠλίας Βενέζης, Διδὼ Σωτηρίου καὶ Τάσος Ἀθανασιάδης καὶ συνεχίζεται ἡ ἔκδοση μυθιστορημάτων. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ αὐτό. Ἡ διατήρηση τῆς μνήμης γιὰ τὶς ἀλησμόνητες πατρίδες εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸν δεύτερο ξεριζωμὸ ποὺ ἐπιχειρεῖται, αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ Ἕλληνες. Κι ἂν ἡ γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸ 1914 ἕως τὸ 1922 θεωρεῖται δικαίως γεγονὸς τραγικότερο τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σημερινς ξεριζωμς εναι χειρότερος, γιατί πιδιώκεται ν συμβε στς ψυχές μας. πιχείρηση λήθη στ παρελθν χει σκοπ ν μς μετατρέψει σ λωτοφάγους, σ νθρώπους χωρς πατρίδα, χωρς συνείδηση, χωρς θρησκεία, χωρς οκογένεια, χωρς ρχές, χωρς ξίες.
.             Τὸ δράμα, τὸ ὁποῖο βίωσαν οἱ Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ τὸ 1914 ἕως τὸ 1922 καὶ μετά, στὴν προσφυγιά, ἐπέλεξα νὰ τὸ περιγράψω ὡς ἱστορικὸ μυθιστόρημα, μὲ τὸν τίτλο «Μέρες Ἀποκάλυψης στὴν Ἰωνία» (Ἔκδ. Ἀρχονταρίκι). Αὐτὸ μετὰ ἀπὸ τὴ συζήτηση ποὺ εἶχα μὲ τὴν σεβαστὴ καὶ προσφιλῆ φίλη μου καὶ ἐξαίρετη λογοτέχνιδα Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη. Ἀποδέχθηκα τὸ ἐπιχείρημά της, ὅτι ἡ λογοτεχνία «ἔχει τὴ δύναμη καὶ τὸ ἐθνικὸ χρέος νὰ μορφοποιεῖ τὴν ἱστορικὴ ὕλη μὲ τὰ δικά της μέσα καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὴν διοχετεύει στὸ λαὸ εὐκολότερα καὶ ἀποδοτικότερα». Πείστηκα ἐπίσης ὅτι τὸ μυθιστόρημα διαβάζεται εὐκολότερα ἀπὸ μία μελέτη. Ὅπως ἔγραψε ὁ ἀείμνηστος ἱστορικὸς Τάσος Γριτσόπουλος ὁ ἀναγνώστης του «ψυχαγωγούμενος καὶ τερπόμενος αἰσθητικῶς διὰ τῆς τέχνης συγχρόνως μανθάνει τὴν Ἱστορία».
.             Μὲ τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας βοηθᾶμε νὰ μὴν ξεχάσουμε καὶ νὰ μὴν μαραθοῦμε ὡς Ἔθνος. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Βασ. Ν. Τατάκης ἔγραψε: «Ἡ ζωντανὴ ἀγάπη ὕψωσε τὶς πατρίδες τῶν προσφύγων σὲ ἰδανικά, σὲ ἀψεγάδιαστα πρότυπα, ποὺ ὠθοῦν τὸν καθένα νὰ τὶς τιμήσει, μὲ τὴ δράση του, νὰ μὴν φανεῖ κατώτερός τους, νὰ τὶς κρατήσει στὴ ζωή… Ἔτσι ὁ πόνος γιὰ τὴν Πατρίδα ποὺ χάθηκε γίνεται δημιουργικός. Χάθηκαν ὅμως ἀλήθεια οἱ Πατρίδες; Ὄχι! Γιατί ὅ, τι ἀγαπᾶμε δὲν πεθαίνει».-

, , , ,

Σχολιάστε