Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Λογοτέχνες

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Ἑκατὸ χρόνια συμπληρώνονται φέτος ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ σημαντικοῦ Ἕλληνα συγγραφέα Ζήσιμου Λορεντζάτου. Εἶχε γεννηθεῖ στὶς 25 Ἰουνίου 1915 καὶ ἀπεβίωσε πρὶν ἕντεκα χρόνια, τέτοιες ἡμέρες, στὶς 3 Φεβρουαρίου 2004. Ἡ μνήμη του ὄχι μόνο διατηρεῖται ζωντανὴ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν διαβάσει καὶ ἐκτιμοῦν τὰ ἔργα του, ἀλλὰ ὁλοένα ἐπεκτείνεται καὶ σὲ νέους ἀναγνῶστες. Αὐτὸ εἶναι σύνηθες στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας. Ὁ σοβαρὸς λογοτέχνης μιλάει στὴν ψυχὴ τοῦ ἀναγνώστη. Εἶναι σὰν τὴν πηγὴ πού ᾽χει συνέχεια νερὸ καὶ ξεδιψάει διαχρονικὰ ὅποιον πίνει ἀπὸ αὐτήν.
.           Ἡ Λέσχη Ἀνάγνωσης τοῦ Δήμου Κηφισιᾶς, τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνη ἔχει ἡ φιλόλογος κυρία Εὐαγγελία Βαλάτα –Τσιάμα, καὶ στὰ πλαίσια τῶν ἐκδηλώσεων τοῦ Ἐλευθέρου Πανεπιστημίου τοῦ ἐν λόγῳ Δήμου, διοργάνωσε βραδιὰ γιὰ τὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο. Ὁμιλητὴς ἦταν ὁ κ. Δημήτρης Μαυρόπουλος, θεολόγος, συγγραφέας καὶ ἰδιοκτήτης τῶν ἐκδόσεων «Δόμος», οἱ ὁποῖες ἐξέδωσαν σχεδὸν τὸ σύνολο τοῦ ἔργου τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου. Ὁ κ. Δημ. Μαυρόπουλος εἶχε ἄμεση καὶ τακτικὴ συνεργασία μὲ τὸν Λορεντζάτο καὶ γνωρίζει καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον τὴν ψυχή του καὶ τὴ σκέψη του. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖο ἀνέπτυξε ἦταν «Ἡ πνευματικὴ διαδρομὴ τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου» καὶ τὰ ὅσα εἶπε συνέβαλαν στὸ νὰ ἐξελιχθεῖ ἡ βραδιὰ σὲ μία πνευματικὴ μυσταγωγία, συναίσθημα ποὺ τείνει νὰ ἐκλείψει στὴν ἐποχή μας.
.           Στὴν ἀρχὴ ὁ ὁμιλητὴς περιέγραψε σὲ συντομία τὴν πορεία τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Λορεντζάτου καὶ τόνισε γιὰ τὴν πνευματικὴ παρακαταθήκη ποὺ μᾶς ἄφησε: « Ὁ Ζήσιμος Λορετζάτος ἄφησε τὸ ἔργο του, τὸ “τζιβαϊρικὸ πολυτίμητο” (Μακρυγιάννης) γιὰ πολλούς. Σὲ λίγους ποὺ τὸν γνώρισαν ἀπὸ κοντά, ἄφησε τὴν ἀρχοντιὰ καὶ τὸ ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, ἄφησε μίαν ἀκεραιοσύνη, νὰ τὴν πῶ ἔτσι, μία στιβαρὴ παρακαταθήκη σὰν τὶς κολῶνες ποὺ μποροῦν νὰ βαστάζουν τὸν Παρθενώνα καὶ τὴν Ἁγιὰ-Σοφιά».
.             Στὴ συνέχεια ὁ κ. Μαυρόπουλος σημείωσε πὼς γιὰ νὰ καταστεῖ δάσκαλος τοῦ πνεύματος μαθήτευσε σὲ μεγάλους μαστόρους τῆς ζωῆς, ὅπως ἦσαν κυρίως ὁ Σολωμὸς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης καὶ στὴ συνέχεια οἱ ἄλλοι, ὁ Ὅμηρος, ὁ Ἡράκλειτος, ὁ Θουκυδίδης, ὁ Μακρυγιάννης. Μαθήτεψε ἀκόμη σὲ μεγάλα κείμενα τοῦ πνεύματος, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, ἰδιαίτερα τοὺς μυστικοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἰδιαίτερα ἀγάπησε τὸν ποιητὴ καὶ στοχαστὴ Γιῶργο Σαραντάρη, ὁ ὁποῖος σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν θυσιάστηκε γιὰ τὴν Πατρίδα στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, κατὰ τὸν Ἑλληνο – Ἰταλικὸ πόλεμο 1940-41. Ὅπως τόνισε ὁ κ. Μαυρόπουλος, τὸ 1996 κυκλοφόρησε τὸ ἐκτεταμένο δοκίμιό του γιὰ τὸν Σαραντάρη, μαζὶ μὲ ἕνα μικρότερο γιὰ τὸν Δημ. Καπετανάκη. Τίτλος τοῦ βιβλίου, τῶν ἐκδόσεων «Δόμος» εἶναι «Διόσκουροι». Τὸ δοκίμιο γιὰ τὸν Σαραντάρη ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ κορυφαῖα ἔργα τοῦ Λορεντζάτου. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ συγγραφὴ τῆς μελέτης του γιὰ τὸν Σαραντάρη ξεκίνησε τὸ 1962 καὶ κυοφορήθηκε 35 χρόνια μέχρι τὴν ὁλοκλήρωσή της. Συγχρόνως ἀποτελεῖ καὶ τὸ θεολογικότερο ἔργο τοῦ Λορεντζάτου. Σ’ αὐτὸ συνετέλεσε ἡ ἑλληνοπρεπὴς καὶ Χριστοκεντρικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη τοῦ Σαραντάρη, τὴν ὁποία πρῶτος ἐκτίμησε ὁ Λορεντζάτος, πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸ σημαντικὸ ποιητικό του ἔργο.
.             Ὁ κ. Δημ. Μαυρόπουλος συνόψισε τὴν «ὑπογραφὴ» τοῦ ἔργου καὶ τῆς ζωῆς τοῦ Λορεντζάτου στὴν ἀκόλουθη σκέψη του: «Γεννήθηκα, ἔζησα καὶ θὰ πεθάνω στὴν πίστη τῶν πατέρων μου, στὴν πίστη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν. Γεννήθηκα, ἔζησα καὶ θὰ πεθάνω στὴ γλώσσα τῶν πατέρων μου, στὴ γλώσσα τοῦ Ὁμήρου, τῶν Εὐαγγελίων καὶ τοῦ Σολωμοῦ. Τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν». Καὶ συνέχισε ὁ κ. Μαυρόπουλος: «Αὐτὴ τὴν πίστη τῶν πατέρων του θέλησε νὰ τὴν κουβεντιάσει μὲ ἔμπειρους πνευματικοὺς καὶ νὰ ἀντλήσει ἐφόδια γιὰ τὴν ὁδὸ ποὺ ἀποφάσισε νὰ διανύσει: “Γνησίους”, μᾶς λέγει ὁ Λορεντζάτος, “γέροντες”, ποὺ προσωπικὰ γνώρισα στὴ ζωή μου – Φιλόθεος τῆς Λογγοβάρδας (Πάρος), Ἀμφιλόχιος τῆς Πάτμου, Θεόδουλος τῆς Κορώνης, Ἱερώνυμος τῆς Αἴγινας, Πορφύριος τῆς Μαλακάσας […], Λεόντιος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, θαμμένος τώρα κοντὰ στὴ Βαρυμπόμπη, (μὲ τὸν Πικιώνη πηγαίναμε καὶ τὸν βλέπαμε στὴν ταράτσα ἑνὸς σπιτιοῦ στὸν Πειραιά, ὅπου ζοῦσε κυρτωμένος – δύο κάτια εἶχε γίνει – τὸν τελευταῖο καιρὸ προτοῦ πεθάνει). Χώρια ἀγγελικοὺς ἐξομολόγους, ὅπως ὁ Παπὰ Θανάσης τῆς Νεραντζιώτισσας στὸ Μαρούσι (μὲ τὸν Πικιώνη πηγαίναμε συχνά)».
.         Κοντὰ στοὺς δασκάλους γιὰ τὴ Λογοτεχνία ὁ Λορεντζάτος διδασκόταν ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς γέροντες, ποὺ εἶχε τὴν εὐλογία νὰ γνωρίσει, τὴν Ὀρθόδοξη βιωτή. Αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ δάσκαλοι τὸν βοήθησαν στὸ καταστάλαγμά του, ὡς ἐμπειρία ζωῆς:
.           «Ἀγαπάω τὸν Χριστό, γιατί εἶναι ὁ μόνος πού μοῦ δείχνει τὴν ἀθλιότητά μου. Ἰδιαίτερα τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς λογαριάζω τὴ φοβερὴ ἀπόσταση καὶ συντρίβομαι ἀποκαμωμένος στρατοκόπος – γυρεύω ἕνα χάνι στὸ δρόμο, νὰ κάνω ἕνα λουτρό, νὰ ἀλλάξω ροῦχα καὶ νὰ ξεκουραστῶ, νὰ ξεκουραστῶ. Μπροστὰ στὴ συχώρεση τοῦ Χριστοῦ ἡ προσπάθειά μου τίποτα. Ὅμως προσπαθῶ, προσπαθῶ. Ὅλα μπορεῖ νὰ μᾶς τὰ συχωρέσει ὁ Θεός, ἔλεγε ὁ Πικιώνης, πὼς δὲν προσπαθήσαμε δὲν θὰ μᾶς τὸ συχωρέσει ποτέ».
.             Κλείνοντας τὴν ὁμιλία του ὁ Δημ. Μαυρόπουλος γιὰ τὸν φίλο του Ζήσιμο Λορεντζάτο διάβασε τὴν ἀκόλουθη σκέψη του ἀπὸ τὰ «Collectanea» του, ὀγκώδη τόμο μὲ σκέψεις του, ποὺ ἐξέδωσαν οἱ ἐκδόσεις «Δόμος», μετὰ τὴν κοίμησή του, τὸ 2009: «Τὸ μέγιστο ποὺ μπορεῖς νὰ γίνεις, μία μέρα, γιὰ τὸν τόπο σου – μία καλὴ πυξίδα». Καὶ πρόσθεσε ὁ κ. Μαυρόπουλος: «Ἔγινες καὶ εἶσαι, μακάριε Ζήσιμε, ζωογόνος πυξίδα – γιὰ ὅσους τὸ ξέρουμε καὶ γιὰ ὅσους δὲν τὸ ξέρουμε».
.               Κοντὰ στὸ λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Λορεντζάτου, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ σαράντα δοκίμια, συγκεντρωμένα στὸ τρίτομο ἔργο του «Μελέτες» (Ἔκδ. “Δόμος”), δύο ταξιδιωτικὰ κείμενα, τρεῖς ποιητικὲς συλλογὲς καὶ ἀρκετὰ ἄρθρα, ἢ πρόλογοι σὲ βιβλία, καὶ πέρα ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος του ὁ Λορεντζάτος διακρίθηκε καὶ γιὰ τὸν πατριωτισμό του. Ἐνδεικτικὸ εἶναι πὼς τὸ 1953 ζοῦσε στὸ Λονδίνο καὶ εἶχε προσληφθεῖ στὸ BBC. Τὸ 1955 ἀπολύθηκε καὶ ἀπελάθηκε ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, γιατί ἀρνήθηκε νὰ ἀποκαλέσει «τρομοκράτες» τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς ΕΟΚΑ.

, ,

Σχολιάστε

ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) «Σὰν σήμερα ἔσβησε τὸ ἁγιοκέρι τῶν Γραμμάτων μας».

Τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Παπαδιαμάντη

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.         Ἡ 3η Ἰανουαρίου, εἶναι ἡ ἡμέρα κοίμησης τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν ποὺ πρώτη, τὸ 2001, ἐπὶ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, διοργάνωσε ἐκδηλώσεις στὴ μνήμη του, γιὰ τὰ 150 χρόνια ἀπὸ τὴν γέννησή του. Ἐπίσης ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος συνέβαλε στὸ νὰ ἀναστηλωθεῖ ὁ Ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἐλισαίου, στὸ Μοναστηράκι, ὅπου οἱ δύο ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι (Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης) ἔψελναν συχνά, μὲ ἱερουργὸ τὸν Ἅγιο παπα-Νικόλα Πλανᾶ.
.          Σὰν σήμερα λοιπὸν ἔσβησε τὸ ἁγιοκέρι τῶν Γραμμάτων μας, ὁ μεγάλος συγγραφέας Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὸ νησί του, τὴ Σκιάθο, σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1910 προσεβλήθη ἀπὸ γρίππη, ἰνφλουέντσα τὴν ἔλεγαν τότε, καὶ δὲν ὑπῆρχαν τὰ ἀντιβιοτικὰ γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ἔτσι ταχέως τὸ ἐξασθενημένο ἀπὸ τὶς κακουχίες κορμί του δὲν ἄντεξε, ἀλλὰ ἡ διάνοιά του ἔμεινε μέχρι τέλους σὲ ἐγρήγορση καὶ ἡ ψυχή του καθαρή. Ὁ ἱερέας Γεώργιος Ρήγας γιὰ τὰ χριστιανικὰ τέλη τοῦ κὺρ Ἀλέξανδρου ἔγραψε ὅτι ὁ ἴδιος ζήτησε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ ὁ ἱερέας τῆς Σκιάθου παπα-Ἀνδρέας Μπούρας καὶ οἱ ἀδελφές του ζήτησαν νὰ πάει μαζὶ καὶ ὁ γιατρὸς τοῦ νησιοῦ. Μόλις εἶδε τὸν ἰατρὸ τὸν ἐρώτησε: “Τί θέλεις ἐσὺ ἐδῶ;” – Ἦρθα νὰ σὲ ἰδῶ”, τοῦ ἀπάντησε ὁ ἰατρός. “Νὰ ἡσυχάσεις”, τοῦ εἶπε, “θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νάρθεις ἐσύ”. Τὸν ἱερέα τὸν θέλησε διὰ νὰ τὸν κοινωνήσει καὶ τοῦ ἐξήγησε: “Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω…”. Κατὰ τὸν ἐξάδελφό του, Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ καὶ τὴν παραμονὴ τοῦ θανάτου του μαθεύτηκε στὸ νησὶ ὅτι τοῦ εἶχε ἀπονεμηθεῖ τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος.
.         Τὸ ἀπόγευμα τῆς 2ας Ἰανουαρίου τοῦ 1911 εἶπε στὶς ἀδελφές του νὰ ἀνάψουν ἕνα κερὶ καὶ νὰ τοῦ φέρουν ἕνα ἐκκλησιαστικὸ βιβλίο. Τὸ κερὶ τὸ ἔφεραν καὶ τὸ ἄναψαν, ἀλλὰ νὰ διαβάσει δὲν μποροῦσε καὶ τοὺς εἶπε: «Ἀφῆστε τὸ βιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπέξω». Τὴν ὕστατη ὥρα τῆς στὴ γῆ ζωῆς του ἀπομάκρυνε τὶς ἀδελφές του καὶ τοὺς ἄλλους οἰκείους του καὶ στραφεὶς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐξέπνευσε ὑποψάλλων τὸ Δοξαστικὸ τῆς Ἐνάτης Ὥρας τῶν Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρα σου τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ δεσπότου, μεθ᾽ ἧς καὶ δακτύλῳ ἡμῖν Αὐτὸν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτόν, Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν· καὶ γὰρ μείζων τῶν προφητῶν ἁπάντων ὑπ᾽ αὐτοῦ μεμαρτύρησαι. Τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν, ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος. Καὶ δεῦρο στῆθι μεθ᾽ ἡμῶν ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως».
.        Ἦταν ἡ 2α πρωινὴ ὥρα τῆς 3ης Ἰανουαρίου 1911. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὸ Τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τῆς 2ας Ἰανουαρίου ἀρχίζουν τὰ προεόρτια τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Φώτων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουν τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς καὶ τὸ ἐν λόγῳ Δοξαστικό, τὸ ὁποῖο ὁ Ἀναγνώστης ἔρχεται στὸ μέσο τοῦ Ναοῦ καὶ τὸ ἀπαγγέλλει ὁλόκληρο κατὰ τὸ ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου. Στὴ συνέχεια τὸ ψάλλουν ἐναλλὰξ κατὰ στίχο οἱ δύο Χοροί.
.         Ἕνα χρόνο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ 1912, ἡ “Λογοτεχνικὴ Βιβλιοθήκη Φέξη” ἐξέδωσε τὰ “Πασχαλινὰ Διηγήματά” του, “μετὰ βιογραφίας καὶ κριτικοῦ σχολιασμοῦ τοῦ συγγραφέως Ι. Ζερβοῦ”. Ὁ ἐν λόγῳ κριτικὸς ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων: “Χριστιανὸς ἐκ πεποιθήσεως, πιστεύων εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ συγκινούμενος ἀπὸ τὰς τελετὰς καὶ τοὺς τύπους αὐτῆς, ἐγνώρισε πλέον παντὸς ἄλλου νὰ μεταγγίση τὴν πίστιν καὶ τὴν συγκίνησίν του μέσα εἰς τὰ ἔργα τῆς τέχνης του, ποὺ τὰ ζωντανεύει ὅλα καὶ τὰ φωτίζει καὶ τὰ φαιδρύνει τῆς θρησκευτικῆς γαλήνης ἡ χαρά. Πολλά του διηγήματα πλέκονται εἰς παραμονὰς καὶ εἰς ἡμέρας ἑορτῶν καὶ τὰ πλεῖστα περιέχουν περιγραφὰς ἐκκλησιῶν, μοναστηρίων, ναΐσκων ἐρημωμένων. Συχνὰ πρόσωπα τῆς διηγήσεώς του εἶναι ἱερεῖς, ψάλται, καλόγηροι, γυναῖκες εὐλαβεῖς, συνήθη δὲ παρεντιθέμενα ἐπεισόδια εἶναι θρύλοι, παραδόσεις καὶ συναξάρια θρησκευτικά. Ὅλα αὐτὰ θαυμασίως συναρμολογημένα, δροσερά, ἥμερα, ὡς ἡ ἑλληνικὴ φύσις, γαλήνια, ὡς ἡ θρησκεία τῶν πατέρων μας. Κανεὶς ποτὲ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς χρόνους ἕως τώρα δὲν ἔφθασε νὰ περιγράψη καὶ νὰ ψάλλη τὴν Ἑλληνικὴν Ὀρθοδοξίαν ὄχι ὡς ἰδέαν ἢ ὡς δόγμα, ἀλλ᾽ ὡς κοινωνικὸν παράγοντα καὶ συντελεστὴν τοῦ λαοῦ μας καὶ τοῦ ἔθνους μας ὅσον αὐτός. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ὁ μεγάλος ραψωδὸς τῆς Ὀρθοδοξίας”.
.         Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ κριτικοῦ του σημειώματος ὁ Ι. Ζερβὸς σημειώνει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν φίλος τῶν πτωχῶν, τῶν ἁπλοϊκῶν, τῶν ἀδυνάτων, εἰρωνευτὴς τοῦ πλούτου καὶ τοῦ ἀξιώματος καὶ γνώστης τῆς ζωῆς τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ, ποὺ ἔμενε εἴτε στὴ Σκιάθο, εἴτε στὸ Κλεινὸν Ἄστυ. Ὁ Ι. Ζερβὸς ἐπιχειρεῖ νὰ σκιαγραφήσει τὴν προσωπικότητα τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ ρεαλισμὸ καὶ χωρὶς φτιασίδια. Γράφει λ.χ. πῶς τὸ 1880, ὅταν ὑπηρέτησε ὡς στρατιώτης, ἦταν ἐκτὸς κλίματος, γι᾽ αὐτὸ καὶ πολλὲς φορὲς τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ ἀνώτεροί του ἀντελήφθησαν ὅτι εἶχαν νὰ κάνουν μὲ μίαν ἰδιάζουσα φυσιογνωμία καὶ τὸν τοποθέτησαν στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ναυτικῶν, ὅπου τὸν χρησιμοποίησαν στὴ μετάφραση τῶν διεθνῶν ναυτικῶν ὅρων… Ἔτσι ἀπηλλάγη τῶν δεσμῶν τῆς ἄλογης πειθαρχίας καὶ μέχρι τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς θητείας του πέρασε ἤρεμα…
.         Πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώριζε καλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἐπιφυλακτικὸς καὶ στενοχωριόταν ἀπὸ τὶς φιλοφρονήσεις καὶ τοὺς ἐπαίνους τους. Ὅταν στὸν κύκλο του προσερχόταν κανένας ποὺ δὲν τὸν γνώριζε γινόταν δύσθυμος καὶ σιωποῦσε. Μία συνηθισμένη στάση του ἦταν νὰ σταυρώνει τὰ χέρια λίγο κάτω ἀπὸ τὸ στῆθος του καὶ νὰ χαμηλώνει τὸ κεφάλι, μὲ κλίση πρὸς τὰ ἀριστερά. Ἄλλοτε, ὅταν ἦταν μόνος καὶ ἔψελνε σιγά, βαρὺς καὶ ἀπρόσιτος τότε, συνήθιζε νὰ ἀκουμπᾶ τὸ κεφάλι του στὸ ἀριστερό του χέρι. Κι ἐνῶ ἀπέφευγε τὶς συναναστροφὲς τοῦ καλοῦ κόσμου, ὅταν ἐρχόταν ὑποχρεωτικὰ σὲ ἐπαφὴ μαζί του ἦταν εὐγενὴς καὶ γλυκομίλητος, “χαριτωμένος ὁμιλητὴς καὶ ἀνεκδοτολόγος”, ὅπως εἶχε χαρακτηριστεῖ. Χαριτωμένη εἶναι καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ Ζερβοῦ, πὼς ὅταν μία μορφωμένη καὶ λογία κυρία ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, θαυμάστρια τοῦ Παπαδιαμάντη, «ἔτυχε» (Σημ. Ἢ ἐπιδίωξε;…) νὰ τὸν γνωρίσει καὶ τοῦ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν παντρευτεῖ, ἐκεῖνος ἂν καὶ ἔρημος τότε καὶ χωρὶς χρήματα καὶ ταλαιπωρημένος χαμογέλασε καὶ ἀρνήθηκε εὐγενῶς…
.         Τὴ ζωή του γενικὰ τὴν πέρασε ὡς κοσμοκαλόγερος. Τοῦ ἄρεσαν οἱ μακρὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ νὰ ψέλνει ὁ ἴδιος. Μόνο ὅταν ἐργάσθηκε στὶς ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν, ὡς μεταφραστής, διηγηματογράφος καὶ χρονογράφος κέρδιζε ἀρκετὰ χρήματα, ἕως καὶ 300-400 δραχμὲς τὸν μήνα… Ὅμως καὶ τότε ζοῦσε πενιχρά, γιατί τὰ περισσότερα χρήματα τὰ ἔστελνε στὴν οἰκογένειά του, στὴ Σκιάθο καὶ κυρίως, γιατί ἦταν ἐλεήμων καὶ ἀδεξιότατος στὴν οἰκονομικὴ διαχείριση. Ὁ ἴδιος ἔγραψε ὅτι ὅταν εἶχε 15 δραχμὲς γιὰ νὰ περάσει μίαν ἑβδομάδα δαπανοῦσε τὶς 12 τὴν πρώτη ἡμέρα καὶ μὲ τὶς ἄλλες 3 ἔπρεπε νὰ περάσει τὶς ὑπόλοιπες… Λέγεται ὅτι κάποτε ὁ διευθυντής του στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» Βλ. Γαβριηλίδης ἀναγνωρίζοντας τὴν προσφορά του, τοῦ εἶπε ὅτι θὰ τοῦ κάνει αὔξηση στὸ μισθό του καὶ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ἀρνήθηκε, λέγοντας ὅτι τὰ ὅσα παίρνει τοῦ εἶναι ἀρκετά… Καὶ ὅταν ἦταν νὰ τὸν τιμήσουν σὲ κοινωνικὴ ἐκδήλωση, ἐκεῖνος προτίμησε τὴν παρέα τοῦ μανάβη τῆς Πλάκας καὶ τῆς συζύγου του. Ὄχι ἀπὸ σνομπισμό, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδιαφορία γιὰ τὰ πρόσκαιρα… Ἦταν γενικὰ γεμάτος καλοσύνη καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ ἀδέξιος στὶς κοινωνικές του σχέσεις καὶ δὲν φρόντιζε ποτὲ τὴν περιβολή του. Χρειαζόταν πολλὲς φορὲς οἱ φίλοι του καὶ κυρίως ὁ συνώνυμος ἀγαπημένος του ἐξάδελφος Μωραϊτίδης, ποὺ ἦταν ἐξαιρετικὰ τακτικὸς καὶ τὸν “κηδεμόνευε” ἐπὶ πολλὰ χρόνια, νὰ τὸν πάρουν σὲ κατάστημα ἑτοίμων ἐνδυμάτων γιὰ νὰ φορέσει κάτι καινούργιο…
.         Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν ἐπιδίωξε οὔτε φήμη, οὔτε ἀξιώματα, οὔτε θέσεις. Ἔζησε στὸ περιθώριο τῆς κοινωνικῆς, πολιτικῆς καὶ λογοτεχνικῆς (ἀμφι)λεγόμενης ἐλίτ. Ὅμως ἐνῶ τὰ πλεῖστα ἀπὸ τὰ μέλη αὐτῆς τῆς ἐλὶτ ἔχουν ξεχαστεῖ, ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος, ἂν καὶ πέθανε πρὶν ἀπὸ 104 χρόνια, μένει πάντα στὶς ψυχὲς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὡς γνήσιος ἐκφραστὴς τῆς ψυχῆς του, τῶν ὁραμάτων του, τῆς Παράδοσής του καὶ ἡ μνήμη του θὰ ὑπάρχει ὅσο θὰ ὑπάρχει Ἑλληνισμός. Βέβαια πολλοὶ κάνουν τὸ πᾶν νὰ ξεχαστε. Ἀπὸ καιρὸ ἔχουμε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ χρειάζονται …μετάφραση τὰ κείμενά του καὶ οἱ νέοι ἄνθρωποι νὰ εἶναι ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸν πλοῦτο τοῦ ταλέντου του καὶ ἀπὸ τὴν πνευματική του ἐμπειρία. Ἀλλὰ θὑπάρχουν πάντα οἑστίες ἀντίστασης ποὺ δὲν θἐπιτρέπουν ἡ Παράδοση τοῦ Γένους νὰ σβηστεῖ, ὅσο κι ἂν αὐτὸ δὲν ἀρέσει στοὺς ὅποιους ἐξουσιαστὲς αὐτοῦ τοῦ τόπου.-  

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΣ ΜΑΘΗΤΩΝ

Μάθαμε σήμερα (28.05.2010) τὰ ὁλόφρεσκα σχέδια  τῆς κυρίας Ὑπουργοῦ Παιδείας. Κι αὐτὴ στὸ Πάνθεο τῶν ὑπουργῶν τῆς Παιδείας.

  • Θὰ μειώσει τὴν διδακτέα ὕλη: «ὅσο λιγότερα μαθαίνουν, τόσο καλύτερα».

  • Ἐπίσης θὰ διευρύνει τὴν ἐφαρμογὴ προγράμματος εὐελίκτου ὡραρίου σὲ 800 ὁλοήμερα σχολεῖα γιὰ διευκόλυνση τῶν ἐργαζομένων γονέων: Πάντα πρέπει νὰ βρίσκεται μιὰ ἀληθοφανὴς δικαιολογία, νὰ τὴν καταπίνουν οἱ βλάκες καὶ νὰ προωθοῦνται οἱ «προοδευτικὲς μεταρρυθμίσεις». Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς ὁδεύουμε σὲ «στρατοπεδοποίηση» τῶν σχολείων. Τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸν φυσικό τους χῶρο ἀναπτύξεως. Πρέπει νὰ σπάσει ὅσο γίνεται περισσότερο ὁ οἰκογενειακὸς δεσμός, ποὺ δρᾶ ὡς τροχοπέδη στὰ νεοταξικὰ σχέδια καὶ νὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα Ἀγωγῆς καὶ ψυχικῆς καλλιέργειας ποῦ ἀσκοῦνται στὸ σπίτι. Τὰ παιδιά μας πρέπει νὰ τὰ πάρει τὸ κράτος, ὅπως στὴ ναζιστικὴ Γερμανία κ. ἀ. Οἱ γονεῖς θὰ περιοριστοῦν στὴν ἁπλῆ ἀναπαραγωγὴ (βεβαίως ὄχι ἀναγκαστικά, γιατὶ εἶναι διαθέσιμη καὶ ἡ ἐναλλακτικὴ τῆς “κλωνοποιήσεως”) καὶ στὴν δουλειά τους. Σιωπηλοί καὶ ἄβουλοι. Τὸ Κράτος θὰ τοὺς ὑποκαταστήσει πολὺ καλύτερα, θὰ μᾶς ποῦν. Καὶ θὰ τὸ ὑποστηρίξουν μὲ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα. Τεκμηριωμένα καὶ ἀληθοφανῆ. Θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλό μας.


  • Μέχρι τότε ὅμως ἔχουν φροντίσει νὰ θεμελιώσουν τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τοῦ ἔργου τους. Ἔχουν στρώσει κιόλας τὸ χαλί. Πολὺ ἀνάγλυφα μᾶς τὸ ἐξηγεῖ ὁ Δημήτριος Νατσιός, στὸ ἄρθρο του «Διαταγή: ἐκτελέστε τοὺς λογοτέχνες», ποὺ παρατίθεται κατωτέρω:

«Ὃς δ’ ἂν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἑμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ιδ΄, 6)
.      Συχνὴ ἡ ἐπῳδός: «Τὰ παιδιὰ δὲν διαβάζουν ἐξωσχολικὰ βιβλία». Τὴν ἀκοῦμε ἀπὸ γονεῖς, τὴν προσυπογράφουμε καὶ ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι. Εἶναι τέχνη λησμονημένη ἡ ἀνάγνωση πιά. Ὅπως κάθε τέχνη διδάσκεται, πρέπει νὰ μαθητεύσεις «παρὰ τοὺς πόδας ἀνθρώπου» καὶ ἀφοῦ μιλᾶμε γιὰ μαθητὲς ἰσχύει τὸ ἀπροσπέλαστο, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, λεχθὲν «παράδειγμα τοῖς τέκνοις παρέχειν».
.       Τὸ παράδειγμα προσφέρεται πρῶτα στὸ σπίτι. Ὅμως σήμερα «οἱ ἀπασχολημένοι γονεῖς παρκάρουν τὰ παιδιά τους μπροστὰ στὴν τηλεόραση…. οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν διάβασαν ἢ δὲν τοὺς εἶπαν ἱστορίες, τείνουν νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἴδια στέρησῃ καὶ στὰ παιδιὰ τους». Ἀποτέλεσμα; «Ἕνα νέο εἶδος ἀνθρώπου ἔχει ἀναδυθεῖ τὸν τελευταῖο καιρό: ὁ μορφωμένος βάρβαρος – ποὺ ἔχει σπουδάσει εἴκοσι χρόνια, ἔχει ἀποκατασταθεῖ θαυμάσια ἐπαγγελματικά, ἀλλὰ δὲν ἔχει διαβάσει τίποτα, δὲν ξέρει ἱστορία καὶ ἀγνοεῖ ὁτιδήποτε βρίσκεται ἐκτὸς τῆς εἰδικότητάς του…. Μερικοὶ τυχαίνει καὶ εἶναι καὶ δάσκαλοι. Δὲν διαβάζουν τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ πρέπει νὰ διδάξουν˙ δὲν ἔχουν νιώσει ποτὲ τὴν ἀπόλαυση τῆς ἀναγνωσης˙ καὶ δὲν μποροῦν νὰ μεταγγίσουν ἐνθουσιασμό, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀγάπη γιὰ τὸ ἀντικείμενό τους». (Τὸ ἀπόσπασμα περιέχεται στὸ βιβλίο «Ὁ ἀντιχριστιανισμός», τοῦ Σ. Γουνελᾶ, ὁ ὁποῖος παραπέμπει σὲ ἄρθρο τῆς Βρετανίδας Ντ. Λέσιγκ, ποὺ δημοσίευσε ἡ «Ἐλευθεροτυπία»). Τὸ προαναφερθὲν χωρίο μιλάει γιὰ γονεῖς ἀδιάφορους, γιὰ δασκάλους ἀνονήρευτους καὶ ἀκοινώνητους, ἀποσιωπᾷ ὅμως τὸ φθοροποιὸ ρόλο τῶν σχολικῶν βιβλίων.
.       Θὰ ἀναφερθῶ καὶ πάλι στοῦ Γυμνασίου τὰ γλωσσικὰ ἐγχειρίδια. Κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρχε στὰ βιβλία αὐτὰ (κυρίως τῶν κειμένων Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας) μιὰ ρητὴ προδιαγραφή, τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσουν οἱ συγγραφικὲς ὁμάδες ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴν ἐκπόνησή τους: τὰ νέα βιβλία ἔπρεπε νὰ μὴν περιλαμβάνουν οὔτε ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ περιλαμβάνονταν στὰ παλιά. (Ἡ γνωστὴ «ἐθνικὴ νόσος» ποὺ περιέγραψε ὁ Παπαδιαμάντης, περιφρονοῦμε «ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν»).
.        Κατὰ δεύτερον τὰ κείμενά ποὺ ἐπιλέχθηκαν ὄφειλαν – στὰ πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικότητας – νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ «παρωχημένες» πλέον ἰδέες (ἔθνος, πίστη, παραδοση), νὰ προσαρμοστοὺν στὰ νέα δεδομένα. Ἡ γνώση δὲν πρέπει νὰ ὑφαίνεται γύρω ἀπὸ κοινὲς ἀξίες, οἱ ὁποῖες, ποινικοποιήθηκαν ὡς ἑλληνοχριστιανικὸ ἰδεολόγημα, νὰ μὴν συγκινεῖ, ἀλλὰ νὰ διασκεδάζει, νὰ εἶναι ἐπικοινωνιακή. (Παράδειγμα: «Ἡ Φρικαντέλα ἡ μάγισσά ποὺ μισοῦσε τὰ κάλαντα» ὡς κυρίαρχο ἀνάγνωσμα Χριστουγέννων στὴν Ε΄ δημοτικοῦ). «Τὸ σχολεῖο δὲν ἔχει πιὰ σκοπὸ νὰ μεταδίδει οὐσιαστικὲς γνώσεις, ποὺ ἡ κατοχή τους φωτίζει τὴν συνείδηση καὶ προσφέρει τὰ ὑλικὰ τῆς ἐλευθερίας», ἀλλά, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀναβάθμισης, καταλήγει σ’ αὐτό ποὺ ἀνομολόγητα στοχεύει: στὴν παραγωγὴ ὑποτεταγμένων μυαλῶν, «μορφωμένων βαρβάρων» καὶ χειρότερα, γενιτσάρων.
.          Γιὰ νὰ συμβεῖ αὐτὸ φρόντισαν οἱ ἐπίδοξοι ἀναβαθμιστὲς – ἰσοπεδωτὲς τῆς Παιδείας νὰ καταστρέψουν (κυριολεκτικὰ) τὴν κλασικὴ μας λογοτεχνία. Ἀποκαθήλωσαν τοὺς μάστορες τοῦ λόγου, αὐτοὺς ποὺ γράφουν με «ἰθαγένεια τόπου καὶ τοπίου», τοὺς «ἐθνικοὺς συγγραφεῖς» (Λιγνάδης), ὄχι μὲ τὸν ἐξοβελισμό τους ἀπὸ τὰ βιβλία, ἀλλά μὲ πιὸ ὕπουλο, ἀναίσχυντο, γκεμπελικὸ τρόπο. Δηλαδή: Δὲν βάζεις στὰ βιβλία τὰ πιὸ ἀξιόλογα καὶ ὡραῖα, τὰ ἀριστουργήματα τους, ἀλλὰ τὰ χειρότερα, τὰ ξέψυχα, τὰ μίζερα. (Σ’ ὅλους τοὺς λογοτέχνες βρίσκεις καὶ ἀτυχεῖς ἐμπνεύσεις).
.       Παίρνεις γιὰ παράδειγμα τὸν Παπαδιαμάντη, κλέος καὶ ἀγλάϊσμα τῆς λογοτεχνίας μας, καὶ ἰδοὺ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ εὐφρόσυνα «ρόδιν’ ἀκρογιάλια»:… «Μᾶς ἦρθε, εἶπεν, ἡ μυζήθρα, μυρωδάτη, ἀχνιστή. Τὴν ἔφερε πεσκέσι τὸ Ξενιώ, ἡ μικρὴ τσούπα τοῦ Πατσοστάθη. Ὕστερ’ ἀπὸ λίγο θὰ ‘ρθῆ, λέει, ὁ ἀφέντης της – δηλαδὴ ὁ πατέρας της- νὰ μᾶς φέρει, λέει, τὰ κοκορέτσι ψημένο, ἔτοιμο. Ὅσον διὰ τὰ δυο μπούτια θὰ μᾶς τὰ φέρει, λέει, ὠμά, γιὰ νὰ τὰ ψήσουμε ἀργότερα ἐδῶ. – Μπεκερεβέτσιν (ὁ θεὸς νὰ τὰ πληθύνη). – Τὸ ἄλλο μισὸ κατσίκι, τὸ ἐκράτησε, λέει, γιὰ τὴ φαμίλια του. Τώρα θὰ μᾶς ἔρθει κι ὁ Ἀγάλλος, νὰ μᾶς ζυμώσει τὴν πίττα. Σ’ ἀρέσει ἡ τυροπιττα μὲ χλωρὸ τυρὶ καί μὲ δέκα αὐγά;». (Νεοελληνικὴ Γλῶσσα, Α΄ Γυμνασίου, σελ. 70-71).
.     Μὲ κείμενο δώδεκα ἀράδων τιμᾶται ὁ Σκιαθίτης γέροντας. Καὶ τὸν κατάντησαν, τὸν ἀσκητικὸ καὶ ὀλιγοδεὴ λογοτέχνη μας, πρότυπο πολυφαγίας καὶ καλοπέρασης. «Κακουργοῦν ἐν γνώσει», ὡς θὰ ἔλεγε ὁ ἐξαίσιος ὑμνητὴς τῆς ἐντίμου πενίας.
.   Οἱ ἴδιες κουτοπόνηρες ἐπιλογὲς ἐφαρμόζονται καὶ στὰ «ἀπομνημονεύματα» τοῦ πατριδοφύλακα στρατηγοῦ Μακρυγιάννη: «Οἱ ἄρχοντές μας, ὁ ἀρχηγοί, ἔγιναν ἐκλαμπρότατοι, ἔγιναν γενναιότατοι καὶ οἱ ντόπιοι καὶ οἱ φερτικοί… ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι πλούσιοι ἀπὸ γές, ἀργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες καὶ ἄλλα πλούτῃ τῶν Τούρκων. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ σύντροφοί του ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο, δὲν εἶχαν οὔτε πιθαμὴ γῆς˙ τώρα φαίνεται τί ἔχουν…» . («Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Γ΄ Γυμνασίου, σελ. 48).
.       Ἐρωτῶ: Γιατὶ ὄχι ἐκεῖνο τὸ θαυμάσιο «τούτην τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζί…» ἢ τὸ ἀνδρεῖο «ἐκεῖ ὀπού ᾽φκιανα τὶς θέσες εἰς τοὺς Μύλους ἦρθε νὰ μὲ δεῖ ὁ Ντερνύς…». Αὐτὰ δὲν ἀντέχουν στὴν προκρούστειο κλίνη τῶν νεογραικύλων.
.       Σαφὲς τὸ μήνυμα: τέτοιοι καὶ οἱ ἥρωές σας, μικροπρεπεῖς, ἰδιοτελεῖς, μὴν τοὺς διαβάζετε, ξεπεράστηκαν… ἐνῶ στὴν «Γλῶσσα» τῆς Α΄ Γυμνασίου, ἐξυμνεῖται τὸ σαχλούργημα μιᾶς λοξῆς Ἀγγλίδας, ὁ «Χάρι Πότερ», «γιατὶ ξανάφερε τὰ παιδιὰ στὸ διάβασμα καὶ τὰ ἀπομάκρυνε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ὀθόνη τῶν βίντεο – γκέιμς». (σελ. 4).
.       Ἡ ἴδια τακτικὴ τῆς… μύγας καὶ στὸ ἔργο τοῦ Ξενόπουλου. (Τὴ μύγα καὶ μέσα σὲ ἀνθόκηπο νὰ τὴ βάλεις, θὰ βρεῖ κοπριὰ νὰ καθίσει). «Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας», Α΄ Γυμνασίου, σελ. 222, τίτλος: Ἡ γάτα τοῦ παπᾶ». Πηγαίνει ὁ Χρῆστος ὁ κλαμπανάρος (= κωδωνοκρούστης) καὶ λέει στὸν παπα-Ζήσιμο: «Πάλε τὰ ἴδια παπά μου». «Ἡ γάτα πανάθεμά τη». «Ὦ, συμφορά μου… στὸ ἴδιο μέρος;». «Ὄχι, στὴν Ἁγία Πρόθεση». Δηλαδή, ἡ γάτα, μπῆκε στὸ Ἅγιο Βῆμα, στὴν Ἁγία Πρόθεση καὶ ἔκανε τὶς ἀκαθαρσίες της. (Οἱ εὐλαβεῖς ἱερεῖς φρίττουν μὲ αὐτὴν τὴν μιαρὰ καὶ βέβηλη ἀναφορά).
.      Στὸ ἴδιο βιβλίο. «Τὸ θέλγητρο τῆς Ἀνδαλουσίας», τοῦ Κ. Οὐράνη (σελ. 4.), καὶ πάλι ἡ μαγαρισιά. Διαβάζει τὸ πρωτάκι τοῦ Γυμνασίου φράσεις ὅπως: «Ἡ Ἀνδαλουσία εἶναι μιὰ νέα γυναῖκα τοῦ λαοῦ… ποὺ δίνει ἐρωτικὲς συνεντεύξεις μέσα στὶς ἐκκλησίες» καὶ ὅτι ἡ Σιέρρα Νεβάδα εἶναι «χώρα ὅποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀγαπᾶν τὴν γυναῖκα σὰν Παναγία καὶ τὴν Παναγία σὰν γυναῖκα» (σελ. 4-5). Καταλάβαμε. Πνευματικὸς ὑποσιτισμός, ἀφελληνισμὸς καὶ ἐκκλησιομαχία.

Οἱ ἄνθρωποι ἐκτελοῦν ἐντολές, κάνουν τὸ κέφι τους, ρυπαίνουν ψυχές, βαφτίζοντας τὰ ἀνοσιουργήματά τους, Παιδεία καὶ ὅλα ἀτιμωρητί. «Δυστυχισμένη Ἑλλάς, δυστυχισμένοι Ἕλληνες. Ἀναθεματισμένοι κυβερνῆτες ὁποῦ μᾶς κυβέρνησαν ἀρχὴ ὣς τέλος».

Πηγή: http://www.antibaro.gr/node/1588

, , , , ,

1 Σχόλιο