Ἄρθρα σημειωμένα ὡς λογισμοί

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤOΚΟΥ (Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου) «Εἶναι ἀδύνατον ἡ θεία χάρις νὰ προσεγγίσῃ τὸ ψευδές, τὸ πλαστὸν προσωπεῖον τοῦ συναισθηματικῶς πεφορτισμένου ἀνθρώπου».

 

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤOΚΟΥ

ἐκδ. «Ἔρεισμα» (Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν),
σειρὰ: “Κολλυβαδικὴ Γραμματεία-1”,
Ἀθῆναι, Nοέμβριος 2018

Ἀπόσπασμα τοῦ Προλόγου

Ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος,
Ἱ. Μ. Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης – Νεζερῶν

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

.             […] Ἡ Ἑορτὴ αὐτὴ εἶναι «τὸ προοίμιον τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ», διὰ τοῦτο καὶ ἐνέπνευσε τοὺς ἱεροὺς ὑμνογράφους καὶ ρήτορας τῆς Ἐκκλησίας νὰ συνθέσουν ὑπέροχα τροπάρια καὶ θεολογικὰ ἐγκώμια, ἐμπνευσμένα μεγαλυνάρια τῆς Παναγίας.

ΕΙΣΟΔΙΑ

.             Ἕνας ἐξ αὐτῶν ἦτο καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809). Σκοπὸς τοῦ Ἁγίου, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων, δὲν ἦσαν τὰ ἐγκώμια καθ’ ἑαυτά, ἀλλ’ ἡ ἀπόκτησις τῆς ἀδιαλείπτου εὐχῆς καὶ καθαρᾶς προσευχῆς, ἐφ’ ὅσον μόνη αὐτὴ ἠμπορεῖ νὰ ἐνεργοποιήσῃ τὴν θείαν χάριν καὶ νὰ ἑνώσῃ τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν. Ἐγνώριζεν ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ διασκορπισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, εἰς ὅσα τὸν περιβάλλουν, εἶναι παράγων ἀκυρωτικὸς τῆς προσευχῆς. Ὅμως, δὲν τοῦ διέφευγε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος δυσκόλως παραμένει «λογισμοῖς ἀνεπίβατος».

.             Κατὰ κανόνα, ὁ νοῦς μεταβαίνει ἀπὸ τοῦ ἑνὸς νοήματος εἰς τὸ ἄλλο καὶ ἔτσι σχηματίζει συλλογισμούς, τοὺς ὁποίους συγκρατεῖ εἰς τὴν μνήμην διὰ τῆς φαντασίας. Οἱ συλλογισμοὶ αὐτοὶ εἶναι εἴτε θεοφιλεῖς, εἴτε ἁμαρτωλοί, ὁποὺ θὰ πρέπῃ νὰ ἀποβληθοῦν. Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς πονηρίας εἶναι εὔκολος καὶ ἀποτελεσματική, ἂν ὁ χριστιανὸς στρέψῃ τὸν νοῦν «εἰς ἑαυτόν», ὁπότε διὰ τῆς στροφῆς αὐτῆς ἐπιστρέφει εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀναπαύεται.
.             Ὅμως, ἡ στροφὴ αὐτὴ προϋποθέτει πνευματικὴν ὡριμότητα, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὰ πρώιμα στάδια τῆς πνευματικῆς του ἡλικίας. Τότε λοιπὸν πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς θεαρέστους λογισμούς, προκειμένου νὰ ἐξουδετερωθοῦν οἱ ἐφάμαρτοι λογισμοὶ διὰ τῆς λεγομένης «εὐπρεποῦς» φαντασίας.
.             Μία βασικὴ πηγὴ «εὐπρεποῦς» φαντασίας καὶ θεοφιλῶν συλλογισμῶν εἶναι ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων, ἐφ’ ὅσον ἡ Παναγία, διὰ τῆς παραμονῆς της εἰς τὸν Ναὸν τῶν Ἱεροσολύμων, κατενόησε τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ ὡς ἕνας ἀσώματος Ἄγγελος, καὶ ἔτσι ἐμεγάλυνε τὸν Θεόν, Τοῦ προσέφερε δηλαδὴ τὴν μεγαλυτέραν δόξαν, ὁποὺ ἠμπορεῖ νὰ Τοῦ προσφέρῃ ἄνθρωπος· καὶ ἀντιστοίχως ἐμεγάλυνε τὸν ἄνθρωπον, προσφέροντάς του τὴν ὑψηλοτέραν ἀποστολήν του.
.             Ὅμως, ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐγνώριζε πόσον εὔκολος εἶναι ἡ αἰχμαλωσία τοῦ ἀνθρώπου εἰς συναισθηματισμοὺς καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν μελέτην τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου, ὁπότε ἀντὶ καλοῦ προκύπτει κακόν, ἀντὶ ἀναγωγῆς εἰς τὸν Θεὸν ἀπομάκρυνσις ἀπ’ Αὐτοῦ, καθόσον εἶναι ἀδύνατον ἡ θεία χάρις νὰ προσεγγίσῃ τὸ ψευδές, τὸ πλαστὸν προσωπεῖον τοῦ συναισθηματικῶς πεφορτισμένου ἀνθρώπου.
.             Διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ὁ Ἅγιος νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ θησαυροῦ τῆς ἡγιασμένης ψυχῆς του καὶ νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν ἀπλανῆ «ὑποδείγματα» νοερᾶς ἀδολεσχίας εἰς τὰ ἱερὰ γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἔτσι, μεταξὺ ἄλλων ὁποὺ συνέταξεν ἢ μετέφρασε, συνέγραψε καὶ τὸν παρόντα ἐγκωμιαστικὸν λόγον «εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου».

.             Ὁ Λόγος αὐτός, «εἰσοδικὸς» τῆς νέας ἐκδοτικῆς σειρᾶς Κολλυβαδικὴ Γραμματεία, δυστυχῶς παρέμεινεν ἕως σήμερον ἄγνωστος ὡς λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια. Ἐν τούτοις εἶναι πρωτότυπος καὶ κατὰ συνέπειαν ἐνδιαφέρων, ὄχι μόνον διὰ τοὺς φιλολόγους, ἀλλὰ πρωτίστως δι’ ὅσους ἐπιμελοῦνται τῆς προσευχῆς. Ὁ Ἅγιος ἐκφράζεται μὲν μὲ ἄπειρον θαυμασμὸν διὰ τὴν Παναγίαν καὶ εἰς ἄλλα θεομητορικά του συγγράμματα, ὅμως ἡ ἔξαρσις τῶν αἰσθημάτων του δι’ Αὐτὴν εἰς τὸν παρόντα Λόγον ἐντυπωσιάζει ἰδιαιτέρως καὶ μεταδίδει εἰς τὸν ἀναγνώστην ἐνθουσιασμὸν καὶ συγκίνησιν ὄχι τυχαίαν, καθὼς αἰσθάνεται τὸν ἱερὸν νοῦν τοῦ συγγραφέως ὄντως ἁρπαζόμενον «εἰς τὸν ἄπειρον ὠκεανὸν τῶν ἀπορρήτων Της θαυμασίων».
.             Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὡς ὀρθόδοξος θεολόγος, γνωρίζει νὰ προσεγγίζῃ τοὺς Πατέρας ὄχι φιλοσοφικῶς ἢ ἠθικιστικῶς, ἀλλὰ ἀναγωγικῶς, πρὸς οἰκοδομὴν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ ἀγωνιζομένου εἰς τὴν προσευχήν. Μεταδίδει εἰς τὸν ἀκροατήν του τὴν συγκίνησίν του διὰ τὴν θέσιν τῆς Παναγίας εἰς τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας, διὰ νὰ τοῦ ἐμπνεύσῃ τὴν ἔξαψιν τῆς «εὐπρεποῦς» φαντασίας. Γνωρίζει πώς ὅταν ἡ δυσκίνητος εἰς τὸ ἀγαθὸν καρδία τοῦ ἀνθρώπου αἰσθανθῇ κάτι διὰ τὴν σημασίαν τῆς Παναγίας εἰς τὴν ζωήν του, τότε οἱ διασπαστικοὶ λογισμοὶ καὶ αἱ «ῥαθυμοτόκοι μέριμναι» ὑποχωροῦν· τότε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κινεῖται ἀφ’ ἑαυτῆς εἰς προσευχήν· τότε ἀρχίζει νὰ λαμβάνῃ κάποιαν ἀληθῆ ἐμπειρίαν τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ ἐπικοινωνίας καὶ τῆς καταστάσεως τῶν μακαρίων.
.             Τότε πλέον, ὁ πιστὸς ἀρχίζει νὰ γνωρίζῃ τὸν Θεὸν «καθώς ἐστι», ὁπότε κάθε φαντασία ἀπορρίπτεται ἀσυζητητὶ ὡς ἐμπόδιον τῆς θείας ἐπικοινωνίας. Τότε πλέον τὸ οἰκοδόμημα τῆς προσευχῆς ἔχει στηθῆ καὶ κάθε βοηθητικὸν μέχρι τότε ἰκρίωμα μεταβάλλεται ἐφεξῆς εἰς ἐνοχλητικὸν πρόσκομμα, διὸ καὶ καθαιρεῖται. Τότε πλέον κάθε συλλογισμὸς καὶ φαντασία παύουν, κάθε λόγος ἐγκωμιαστικὸς σιγᾶ, πᾶσα σκιὰ παρέρχεται· «ἰδού, πάντα καινά»…

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

.               Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν εἶδε κάποτε τὸν Κύριο νὰ βαδίζει πάνω στὴν τρικυμισμένη θάλασσα, Τοῦ εἶπε: «Δῶσε μου ἐντολὴ νὰ ἔρθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στὰ νερά». Καὶ παίρνοντας τὴν ἐντολὴ ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Κύριο, κατέβηκε ἀπὸ τὸ καΐκι, ὅπου βρισκόταν, καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζει πάνω στὰ νερά, τὰ ὁποῖα ἦταν σὰν νὰ εἶχαν στερεοποιηθεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Ὅσο πίστευε ὁ Πέτρος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ὅσο ἦταν προσηλωμένος μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του σ’ αὐτὴ τὴν ἐντολή, βάδιζε πάνω στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ὅπως στὴ στεριά. Ἀλλὰ ὁ ἄνεμος ἦταν πολὺ δυνατὸς καὶ τὰ κύματα σηκώνονταν ψηλά. Ὁ Πέτρος, στρέφοντας τὴν προσοχή του σ’ αὐτά, ἄφησε νὰ εἰσχωρήσει μέσα του κάποιος φόβος, φόβος ποὺ ἀπὸ ἕναν ἐπιφανειακὸ κριτὴ θὰ χαρακτηριζόταν φυσικὸς καὶ εὔλογος. Τότε, ὅμως, ἄρχισε νὰ βουλιάζει. «Κύριε, σῶσε με!», κραύγασε στὸν Χριστό. Κι Ἐκεῖνος, ἁπλώνοντάς του τὸ χέρι, τὸν ἔσωσε ἀπὸ τὸν πνιγμό, λέγοντας: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.              Ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω στὰ ἄστατα κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, ποὺ σείεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ τὶς τόσες συμφορὲς καὶ δυσκολίες· ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω σ’ αὐτὰ τὰ κύματα καὶ κατευθυνόμαστε πρὸς τὶς πύλες τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πόσο ἐπισφαλὴς εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας ἡ θάλασσα τοῦ βίου! Δὲν μποροῦμε νὰ μάθουμε τί θὰ μᾶς συμβεῖ τὴν κάθε στιγμή. Ο πι μεγάλες λλαγς στ ζωή μας γίνονται προσδόκητα, αφνιδιαστικά. κόμα κι θάνατος μς κρυφοζυγώνει σν κλέφτης, μᾶς κρυφοζυγώνει ὅπως ὅλες σχεδὸν οἱ συμφορές.
.               Δέρνεται ἡ θάλασσα ἀπὸ ἰσχυροὺς ἀνέμους, ποὺ σηκώνονται ἀπὸ διάφορες μεριὲς γιὰ ἀνεξιχνίαστη αἰτία. Καὶ τοῦ βίου μας ἡ θάλασσα δέχεται διάφορες ἐπιθέσεις ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν γίνει ὄργανά τους. Παθαίνουμε ποικίλες συμφορὲς ἀπὸ ἀναπάντεχα περιστατικά, ἀπὸ τὴ μυστηριώδη πορεία τῶν πραγμάτων. Εναι δύνατο ν προβλέπουμε κα ν προγνωρίζουμε τί θ πινοήσει μοχθηρία, τί θ ποτελέσει φορμ μέσο κάποιου κακο, π πο θ ρθει νας πειρασμός. Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι μὲν ἀδύνατο νὰ τὰ προβλέπουμε, τὶς περισσότερες φορές, ὅμως, εἶναι ἀδύνατο καὶ νὰ τὰ ἀποτρέπουμε.
.             Ὑπάρχει ἄλλη μία θάλασσα, θάλασσα ἀόρατη, κάτω ἀπὸ τὰ νοερὰ βήματά μας. Ἡ θάλασσα αὐτὴ δέρνεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ ἄλλους ἀνέμους. Εἶναι ἡ καρδιά μας, ὅπου συσσωρεύονται ποικίλα αἰσθήματα. Τὰ αἰσθήματα τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου εἶναι μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γι’ αὐτὸ συνήθως δὲν εἶναι σωστά. Ὁ «παλαιὸς ἄνθρωπος», ποὺ δὲν ἔχει ἀνακαινιστεῖ ἀπὸ τὴ θεία Χάρη, σπάνια μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, καὶ τότε μὲ τὴν ἄσκηση πολλῆς βίας στὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τρόπο ἀτελῆ. Τὰ μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία αἰσθήματα ἐνεργοῦν ἄλλοτε περιορισμένα καὶ ἄλλοτε ἀπεριόριστα. Ὅταν ἐνεργοῦν περιορισμένα, εἶναι μὲν σφραγισμένα ἀπὸ κάποιαν ἐμπάθεια, ἀλλὰ δὲν ἐκδηλώνονται πλήρως τὰ ἀντίστοιχα πάθη. Ὅταν, ὅμως, ἐνεργοῦν ἀπεριόριστα, τότε τὰ πάθη ἐκδηλώνονται πλήρως. Τὰ αἰσθήματά μας ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς λογισμούς, τοὺς ὁποίους σπέρνουν στὸν νοῦ μας τὰ πνεύματα τῆς κακίας, οἱ ἐχθροί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἄλλοτε μᾶς κυριεύει ἡ λύπη, ἄλλοτε μᾶς ταράζει ἡ ὀργή, ἄλλοτε μᾶς παρασύρει ἡ ἡδυπάθεια, ἄλλοτε μᾶς πλανᾶ ἡ κενοδοξία. Αὐτὸς ὁ ἄνεμος τῶν λογισμῶν συχνὰ εἶναι τόσο ἰσχυρός, ποὺ δὲν βρίσκουμε τρόπο νὰ τοῦ ἀντισταθοῦμε. Τὰ χάνουμε, παραλύουμε ἀπὸ τὴν ἀκηδία, βυθιζόμαστε στὴν ἀπόγνωση, ἀγγίζουμε τὸν ὄλεθρο.
.             Τί θὰ ποῦμε στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀντιληφθεῖ ὅτι τόσο στὴν ἐξωτερικὴ ὅσο καὶ στὴν πνευματική του ζωὴ βαδίζει πάνω σὲ κύματα; Θὰ τοῦ ποῦμε τοῦτο: “Βαδίζεις μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ σου”. Ἔτσι βάδιζε πάνω στὰ κύματα ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος. Καὶ δὲν βυθιζόταν, ὅσο πίστευε ἀκλόνητα ὅτι ἐνεργοῦσε σύμφωνα μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.
.               Ἂς πιστεύουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς ὅτι Θες μς κάλεσε π τν νυπαρξία στν παρξη κα μς χάρισε να συγκεκριμένο χρονικ διάστημα πίγειας ζως, μ τν ντολ ν κπληρώνουμε στ διάρκειά του τ θέλημα κείνου. Ἂς πιστεύουμε συνάμα ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, ἂν Τὸν ὑπηρετοῦμε πιστά, ἡ πρόνοιά Του θὰ φροντίζει ἀκοίμητα γιά μᾶς. Ἂς πιστεύουμε, ἐπίσης, ὅτι ὡς πλάσματά Του βρισκόμαστε ὁλοκληρωτικὰ κάτω ἀπὸ τὸ θέλημά Του καί, ἑπομένως, τίποτα δὲν μᾶς συμβαίνει ἀνεξάρτητα ἀπ’ αὐτὸ τὸ παντοδύναμο καὶ πανάγιο θέλημα. Μ’ αὐτὴ τὴ σκέψη θὰ βαδίζουμε πάνω στὴ θάλασσα τοῦ βίου ἀδίστακτα καὶ θαρρετά. «Ἕνα ζευγάρι σπουργίτια δὲν πουλιέται γιὰ ἕνα μόνο ἀσσάριο (χάλκινο ρωμαϊκὸ νόμισμα πολὺ μικρῆς ἀξίας); Καὶ ὅμως, οὔτε ἕνα ἀπ’ αὐτὰ δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα σας. Ὅσο γιὰ σᾶς, ὁ Θεὸς ἔχει μετρημένες καὶ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς σας. Μὴ φοβηθεῖτε, λοιπόν, γιατί ἐσεῖς ἀξίζετε περισσότερο ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια».
.             Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀδύναμοι. Γιὰ νὰ μᾶς παρηγορήσει, λοιπόν, καὶ νὰ μᾶς νουθετήσει ὁ Θεός, παραχώρησε νὰ κλονιστεῖ καὶ νὰ κινδυνεύσει ὁ Πέτρος. ταν τν πίστη στν Θε τν ντικαθιστον νθρώπινοι συλλογισμοί, τότε νθρωπος ταλαιπωρεται μέσα στ κύματα τς θάλασσας το βίου. Ταλαιπωρεται κα ποφέρει. Ἀπὸ τὴ μία δὲν βρίσκει κανένα ἀνθρώπινο μέσο, γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὶς ὀδυνηρὲς περιστάσεις, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ξεχνᾶ ἀκατανόητα τὸν Θεό. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν ἄρχισε νὰ καταποντίζεται, κραύγασε στὸν Κύριο νὰ τὸν σώσει. Κι ἐμεῖς, μέσ π τς δυσκολίες πο μς περικυκλώνουν, ς ναγκάσουμε τν αυτό μας ν θυμηθε τν Θεό, ς στραφομε στν Θε μ λόθερμη προσευχή, ζητώντας Του ν μς λυτρώσει. Ἡ λύτρωση δὲν θ’ ἀργήσει. Ὁ Κύριος θὰ ἔρθει. Καὶ τότε ὁ καθένας μας θ’ ἀκούσει μέσα στὴ συνείδησή του μίαν ἤρεμη ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλεγκτικὴ φωνή: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.               Οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς εἶναι ἀπαραίτητες. Παραχωρονται π τ θεία πρόνοια. Μς στέλνονται, στε, κάτω π τν πίεσή τους, ν προστρέξουμε στν Θεό, πο Τν χουμε λησμονήσει, κα ν Τν γνωρίσουμε μπειρικά. «Ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου» (Ζήτησε τὴ βοήθειά μου τὴν ἡμέρα τῆς θλίψεως), συμβουλεύει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ θλίβεται, «καὶ ἐξελοῦμαί σε, καὶ δοξάσεις με» (κι ἐγὼ θὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰ δεινά σου- κι ἐσὺ τότε θὰ μὲ δοξάσεις) (Ψαλμ. ΜΘ´15). «Θὰ μὲ δοξάσεις» σημαίνει: “Θὰ μὲ γνωρίσεις ἐμπειρικὰ μὲ τὴ ζωντανὴ γνώση καὶ θὰ πιστέψεις σ’ ἐμένα μὲ τὴ ζωντανὴ πίστη. Μὲ τὴ νεκρὴ γνώση, τὴ γνώση τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, σοῦ φαίνομαι ἀνύπαρκτος”.
.             Στὸν Πέτρο, ὅταν αὐτὸς ἄρχισε νὰ βυθίζεται, ὁ Κύριος ἔδωσε τὸ χέρι Του γιὰ νὰ τὸν σώσει. Γιὰ νὰ βγοῦμε ἐμεῖς ἀπὸ μία δυσκολία, γίνεται κάποια ἐπέμβαση τῆς θείας πρόνοιας ἰδιαίτερα ἐμφανὴς καὶ ἀντιληπτή. Εἶναι ἀσήμαντο τὸ ταρακούνημά μας ἀπὸ τὶς θλίψεις μπροστὰ στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποκτοῦμε μ’ αὐτές. Ἡ ταλαιπωρία ἀπὸ τὶς θλίψεις εἶναι πρόσκαιρη. Ἡ οὐσιαστικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συνακόλουθη οἰκείωσή Του εἶναι θησαυρὸς αἰώνιος, εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῶν αἰώνιων ἀγαθῶν.
.           Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νὰ κάνουμε, ὅταν σηκώνεται μία ψυχικὴ θύελλα, ὅταν ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς διακόπτεται καὶ διαταράσσεται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἁμαρτίας. Οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἐμφανίζονται συνήθως μὲ ἔνδυμα ὀρθότητας καὶ δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἀναγνωρίζονται ἀπὸ τὴν ταραχὴ ποὺ προξενοῦν στὴν καρδιά. Εἶναι φοβερὴ ἡ θύελλα τῶν παθῶν, πιὸ φοβερὴ ἀπ’ ὅλες τὶς θύελλες τῶν ἐξωτερικῶν συμφορῶν. Ἡ ἐσωτερικὴ θύελλα εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴν ἐξωτερική. Τὴν ὥρα μίας ὁρατῆς θύελλας σκοτεινιάζει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὰ σύννεφα· τὴν ὥρα μίας ἀόρατης θύελλας τῆς καρδιᾶς σκοτεινιάζει ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ σύννεφα τῶν λογισμῶν. Τότε λησμονοῦνται οἱ νουθεσίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν θεοσόφων πατέρων. Τὸ πλοιάριο τῆς ψυχῆς καλύπτεται ἀπὸ τὰ κύματα διαφόρων ἐμπαθῶν αἰσθημάτων. Οὔτε ἡ συζήτηση μὲ φίλους οὔτε ἡ ψυχωφελὴς ἀνάγνωση δροῦν εὐεργετικά. Ἡ ψυχή, σκεπασμένη ἀπὸ ἕναν θολὸ ἀχνό, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τίποτα. Τὸ μοναδικὸ μέσο σωτηρίας ποὺ ἀπομένει, εἶναι ἡ θερμὴ προσευχή. Σὰν τὸν ἀπόστολο Πέτρο πρέπει νὰ κραυγάσουμε μ’ ὅλη μας τὴν ψυχὴ στὸν Κύριο, ζητώντας Του βοήθεια. Κι Ἐκεῖνος τί θὰ κάνει; Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἴδιος μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Δαβίδ: «κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν. μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου (Ψαλμ. Ϡ´15). (Θὰ κράξει σ’ ἐμένα μὲ τὴν προσευχή, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀκούσω. Θὰ εἶμαι δίπλα του στὴ θλίψη του. Θὰ τὸν βγάλω ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσω. Θὰ τοῦ δώσω νὰ ζήσει πολλὰ χρόνια καὶ θὰ τοῦ δείξω ὅτι θὰ τὸν σώσω).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ καὶ ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ» (Νέο βιβλίο)

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
Ἡγουμ. Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
«ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ καὶ ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ»
(Παλαιὲς καὶ σύγχρονες μαρτυρίες καὶ γεγονότα)
ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, σελ. 450
Θεσσαλονίκη 2017

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγή
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             Τί ἀλήθεια, ἆρα γε, μπορεῖ νὰ προσφέρη ὁ πτωχὸς ἀνθρώπινος λόγος στὸ κεφαλαιῶδες ζήτημα τῶν λογισμῶν, ὅταν ἡ ἰδία ἡ Ἁγία Γραφὴ ἐπισημαίνη: «Ὁ γὰρ λογισμὸς τῶν μὲν ἀρετῶν ἐστὶν ἡγεμών, τῶν δὲ παθῶν αὐτοκράτωρ. Ἐπιθεωρεῖτε τοίνυν πρῶτον διὰ τῶν κωλυτικῶν τῆς σωφροσύνης ἔργων, ὅτι αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ λογισμός»; Δηλαδή, «ὁ λογισμὸς εἶναι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ὁδηγὸς τῶν ἀρετῶν, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ κυρίαρχος καὶ ἐξουσιαστὴς τῶν παθῶν. Παρατηρεῖτε λοιπὸν πρῶτον, ὅτι διὰ τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὴν σωφροσύνη, ὁ κακὸς λογισμὸς εἶναι ἀπολύτως κύριος καὶ δεσπότης ἐπάνω στὰ πάθη» (Δ´ Μακ. Α´ 30).
[…]
.             Τὸ κεφάλαιο τῶν «λογισμῶν» τὸ ἑρμήνευσαν ἀπὸ τὴν κάθε του πλευρὰ καὶ ἄποψι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑποδεικνύουν μὲ κάθε ἀκρίβεια καὶ λεπτομέρεια τοὺς ὀρθοὺς τρόπους καὶ τὶς ἁγιοπνευματικὲς μεθόδους, διὰ τῶν ὁποίων, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν θὰ κατορθώσουμε νὰ διαφύγουμε τοὺς θανατηφόρους σκοπέλους καὶ τοὺς ὑπούλους ὑφάλους, ποὺ κρύπτονται στὴν ἀτελέστο πορεία τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ θὰ ἐπιτύχουμε νὰ στρέψουμε τοὺς λογισμούς μας πρὸς τὰ Ἄνω γιὰ τὸν προσωπικό μας καταρτισμὸ καὶ ἀσκητικὸ ἀγῶνα καὶ τὴν κάθαρσι τῆς ψυχῆς μας, ἕως ὅτου ἀποκτήσωμε «νοῦν Χριστοῦ» (Α´ Κορ. δ´ 13).
.             Γιὰ τὴν φύλαξι τοῦ νοός μας ἀπὸ τοὺς κακοὺς λογισμοὺς ἐπιβάλλεται ἡ ἐσωτερικὴ ἀφύπνισις, ἡ ἐγρήγορσις καὶ προσοχή, δοθέντος ὅτι ἡ ἁμαρτία ξεκινᾶ ὄχι ἀπὸ τὴν προσβολὴ τοῦ λογισμοῦ, γιὰ τὴν ὁποία δὲν εὐθυνόμεθα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς ἀποδοχῆς του καὶ τῆς καλλιεργείας του ἀπὸ ἐμᾶς.
.             Ἔλεγε κάποιος ἁγιορείτης γέροντας ὅτι ἕνας καλὸς καὶ σωστὸς συλλογισμὸς πολλὲς φορὲς ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ χίλιες μετάνοιες.
.             Ἡ καθοριστικὴ σημασία τῶν λογισμῶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαίνεται ξεκάθαρα στοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν τελικὴ Κρίσι τῶν ἀνθρώπων, ὁ Θεὸς θὰ λάβη ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὶς πιὸ μύχιες, δηλαδὴ τὶς μυστικὲς σκέψεις καὶ ἐνέργειες τῶν ἀνθρώπων καὶ γενικῶς ὅλα τὰ ἀπόκρυφα καὶ τὰ κίνητρα τῆς ψυχῆς των: «…Ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν» (Α´ Κορ. δ´ 5)
[…]
.             Ἡ ἀνὰ χεῖρας ἐργασία σκιαγραφεῖ τὸ πῶς ἐφαρμόζεται καὶ βιώνεται αὐτὴ ἡ ἐπίπονος μέν, εὐλογημένη δὲ καὶ καρποφόρος ἄθλησις καὶ ἐμπειρία ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ὑγιοῦς ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
.             Στὸ πρῶτο μέρος τῆς παρούσης ἐργασίας, ποὺ καταλαμβάνει καὶ τὸ μεγαλύτερο τμῆμα της, ἀναφερόμεθα σὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ καυτὸ ζήτημα τῶν λογισμῶν. Τέτοια εἶναι π.χ. ἡ προέλευσίς των, τὰ εἴδη των, τὰ στάδια ἀναπτύξεώς των, ἡ τακτικὴ τοῦ αἰτίου, τὸ ὁποῖο τοὺς παράγει (Θεός, ἑαυτός μας, δαίμων, κόσμος), οἱ τρόποι ἀντιμετωπίσεώς των, δηλαδὴ ἡ ἀπόρριψις ἢ ἡ ἀποδοχή των κ.λπ.
.             Στὸ δεύτερο μέρος ἀναφερόμεθα σὲ κάποια πνευματικὰ φαινόμενα τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ὅπως ἡ χορήγησις καὶ ἡ ἄρσις τῆς χάριτος, ἡ γενικωτέρα τακτικὴ τοῦ διαβόλου ἐναντίον μας, ἡ μαγεία, ἡ διαφορὰ ψυχοπαθείας, δαιμονισμοῦ καὶ δαιμονικῆς προσβολῆς, ἡ θεραπεία τῶν παθῶν καὶ λοιπά.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εἰσαγωγὴ
1. Τί εἶναι οἱ λογισμοί, ποῦ παράγονται καὶ ποιά εἶναι ἡ προέλευσις τῶν
2. Οἱ ἐκ Θεοῦ λογισμοὶ
3. Οἱ ἐκ τῶν δαιμόνων λογισμοὶ – Οἱ δαίμονες σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τοὺς ἀγγέλους
4. Οἱ ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ μας λογισμοὶ – Καλοί, κακοί, ἀδιάφοροι
5. Οἱ σύνθετοι λογισμοὶ
6. Οἱ ἐκ δεξιῶν καὶ οἱ ἐξ ἀριστερῶν λογισμοὶ
7. Πότε οἱ λογισμοὶ εἶναι ἁμαρτία
8. Τὰ στάδια καὶ οἱ τρόποι ἀντιμετωπίσεως τῶν πονηρῶν λογισμῶν
9. Ὁ ρόλος τῶν ἀνθρωπίνων αἰσθητηρίων ὀργάνων στὴν δημιουργία καὶ ἀνάπτυξι τῶν λογισμῶν καὶ περὶ τηλεοράσεως
10. Περὶ τῶν λογισμῶν βλασφημίας
11. Ἡ ἐξαγόρευσις τῶν λογισμῶν
12. Οἱ λογισμοὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ κατὰ τὶς θεάρεστες ἐργασίες
13. Περὶ διακρίσεως, σχετικότητος, ἀσυμβατότητος καὶ τῶν ὁρίων τῶν λογισμῶν
14. Ἡ μέθοδος καὶ ἡ τακτικὴ τοῦ διαβόλου, ὁ πνευματικὸς ἀγώνας καὶ περὶ ἀντιχρίστου
15. Περὶ μαγείας
16. Διαφορὰ ψυχοπαθείας, δαιμονισμοῦ, δαιμονικῆς προσβολῆς καὶ ἐπηρείας
17. Μετάνοια, ἐξομολόγησις, ὑπακοή, πνευματικὴ ἄθλησις καὶ θεραπεία τῶν παθῶν
18. Ἡ προσωπική μας σχέσις μὲ τὸν Θεὸ – Ἡ δωρεά, ἡ ἄρσις καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῆς Χάριτος
19. Μηνύματα καὶ συμπεράσματα ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ θαυμαστὰ πνευματικὰ φαινόμενα
20. Τρόποι ὁράσεως τοῦ Θείου Φωτὸς – Ἡ μάστιγα τῶν ψυχοτρόπων

 

 

 

 

 

,

Σχολιάστε

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ-2

Ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς

Μέρος Α´: Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ -1

.                  Εἴπαμε (στὸ προηγούμενο ἄρθρο) πὼς ἡ πίστη στὴν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἰσδύει καὶ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας, μπορεῖ νὰ μᾶς συγκρατεῖ ἀπὸ τὰ ἐσωτερικὰ ὀλισθήματα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Ἡ σκέψη ὅτι ὁ Θεὸς ὅλα τὰ γνωρίζει, καὶ αὐτὰ ποὺ σκεπτόμαστε καὶ αὐτὰ ποὺ αἰσθανόμαστε καὶ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, ὅσα δὲν φαίνονται πρὸς τὰ ἔξω καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν τὰ βλέπει, ἡ σκέψη αὐτὴ μᾶς βοηθεῖ πολὺ νὰ προσέχουμε.
.           Καὶ ὅταν προσέχουμε, εἴμαστε σὲ ἑτοιμότητα, ὥστε, μόλις μᾶς προσβάλει κάποιος λογισμὸς ἁμαρτίας, νὰ τὸν ἀποκρούσουμε. Νὰ μὴν τὸν κρατήσουμε οὔ­­τε γιὰ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα. Ἂν χρο­νίσει ὁ λογισμὸς στὸ νοῦ, μπορεῖ νὰ δελεάσει τὴν ψυχή, ὁ ἐχθρὸς νὰ ἀντιμετωπισθεῖ σὰν φίλος, καὶ τότε ἡ ζημιὰ θὰ εἶναι μεγαλύτερη, ὁ λογισμὸς θὰ κατέβει στὴν καρδιά, θὰ γεννήσει ἐπιθυμία ἁμαρτίας καὶ θὰ μολύνει τὸ ἐσωτερικό μας. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀντίδραση τῆς ψυχῆς πρέπει νὰ εἶναι ἄμεση. Ὅσο πιὸ γρήγορα ἀντιμετωπίσουμε τὸν ἐχθρό, τόσο πιὸ εὔκολα θὰ τὸν ἀποκρούσουμε.
.           Ἀλλὰ ἡ προσπάθεια αὐτή, ὅπως τὴν περιγράψαμε, εἶναι ἀμυντική. Ὅσο κι ἂν εἶναι ἀπαραίτητη, δὲν εἶναι ἡ πιὸ ἀποτελεσματική. Πολὺ πιὸ ἀποδοτικὸς γίνεται ὁ ἀγώνας μας, ὅταν περάσουμε στὴν ἐπίθεση.
.           Τί σημαίνει αὐτό; Νὰ μὴν ἀρκούμαστε στὸ νὰ ἀποκρούουμε τὸ κακό, ἀλλὰ νὰ προσπαθοῦμε νὰ καλλιεργοῦμε τὸ ἀγαθὸ στὴν ψυχή μας. Μποροῦμε νὰ καλλιεργοῦμε ἀγαθοὺς λογισμούς, νὰ ἀπασχολοῦμε τὸ νοῦ μας μὲ καθαρὲς σκέψεις. Νὰ σκεφθοῦμε τὰ θέματα τῆς ἐργασίας μας, νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὰ ζητήματα τῆς οἰκογενείας μας. Μποροῦμε ἐπίσης νὰ σκεφθοῦμε τοὺς βασανισμένους συνανθρώπους μας, ἀσθενεῖς, πτωχούς, ἐγκαταλελειμμένους, τὰ προβλήματά τους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συγκινήσει τὴν ψυχή μας, νὰ αἰσθανθοῦμε συμ­πόνια γι’ αὐτούς, νὰ νιώσουμε τὴν ἀγάπη νὰ κυριαρχεῖ στὴν καρδιά μας. Νοῦς καὶ καρδιὰ καλλιεργοῦν τὸ ἀγαθό.
.           Πολὺ περισσότερο θὰ μᾶς βοηθήσει τὸ νὰ καλλιεργοῦμε καθαρὰ πνευματικὲς σκέψεις. Νὰ ἐπαναφέρουμε π.χ. στὸ νοῦ μας μιὰ πνευματικὴ συζήτηση ποὺ εἴχαμε μὲ κάποιους φίλους. Νὰ θυμηθοῦμε τὶς συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ μας, τὸ κήρυγμα ποὺ ἀκούσαμε στὴν ἐκκλησία, τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ συγκίνησε τὴν ψυχή μας. Νὰ ἐμβαθύνουμε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νὰ σκεφθοῦμε τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν ἀπαράμιλλη διδασκαλία Του, τὴν παναγία ζωή Του, τὴ δόξα καὶ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας Του. Ὅλα αὐτὰ θὰ συγκινήσουν τὴν ψυχή μας, θὰ τὴν ἐνθουσιάσουν, θὰ τὴν πλημμυρίσουν μὲ αἰσθήματα θαυμασμοῦ, εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό, πνευματικῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως. Φω­τίζεται ὁ νοῦς μὲ τέτοιες σκέψεις καὶ συγκινεῖται ἡ καρδιὰ καθὼς κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀνώτερα, ἅγια αἰσθήματα.
.           Μποροῦμε αὐτὰ νὰ τὰ ἐνισχύουμε μὲ τὴ μελέτη, τὴ συστηματικὴ πνευματικὴ μελέτη. Ὅταν κάθε μέρα τηροῦμε ἕνα σταθερὸ πρόγραμμα πνευματικῆς τροφοδοσίας, ὅταν μελετοῦμε τοὺς θεό­πνευστους λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὰ θεοφώτιστα κείμενα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἄλλα πνευματικὰ βιβλία, ὁ νοῦς μας διαρκῶς τροφοδοτεῖται μὲ ἅγια νοήματα, καὶ ἡ καρδιὰ μένει προσ­ηλωμένη στὸ Θεὸ καὶ στὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀπασχολημένος μὲ τὰ θεῖα ὁ νοῦς, δὲν προλαβαίνει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ ἄλλα. Συγχρόνως, ἐπειδὴ ἡ μελέτη τῶν ἱερῶν κειμένων συγκινεῖ τὴν ψυχή, εὔκολα τὴν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα τὰ ἁμαρτωλά, ποὺ σκοτίζουν καὶ μολύνουν τὸ ἐσωτερικό μας.
.           Ἀνυπολόγιστη βοήθεια στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ καθαρότητα μᾶς δίνει καὶ ἡ προσευχή. Ὅταν γίνεται μὲ πίστη καὶ μὲ ταπείνωση, ὅταν ἀπευθύνεται στὸ Θεὸ μὲ προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ μὲ θερμὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς, ἀποδεικνύεται σπουδαιότατο ὅπλο στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Ὄχι μόνο διότι μποροῦμε νὰ ἀπευθύνουμε στὸ Θεὸ εἰδικὸ αἴτημα, ὥστε Ἐκεῖνος, «ὁ μόνος καθαρὸς καὶ ἀκήρατος Κύριος», νὰ μᾶς καθαρίσει «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ», ἀλ­λὰ καὶ διότι στὴ διάρκειά της ἀπασχολοῦμε τὸ νοῦ μὲ ὅ,τι ὑψηλότερο καὶ ἁγιότερο, μὲ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Τρισάγιο Κύριο τοῦ παντός. Ἡ προσ­ευχὴ ἡ «μετ’ ἐ­κτενείας γινομένη, μετὰ ὀδυνωμένης ψυ­χῆς, μετὰ συντεταμένης διανοίας», δη­λαδὴ ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ ἐπίμονη καὶ ἐκτενὴ προσπάθεια, μὲ ψυχὴ ποὺ πονάει, μὲ τὴ διάνοια σταθερὴ καὶ μὲ ἔντονο ἀγώνα προσηλώσεως, καθαρίζει τὴν ψυχή. Διότι, συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «αὕτη ἐστὶν ἡ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀναβαίνουσα» προσευχή (ΕΠΕ 35, 176). Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἀνεβάζει καὶ ὅλο τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό, τὸν ἀναδεικνύει οὐράνιο ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὰ ἐπίγεια, τὰ ὑλικὰ καὶ ἁμαρτωλά.
.           Καλλιέργεια ἀγαθῶν λογισμῶν, μελέτη, προσευχή. Μ’ αὐτὰ τὰ ὅπλα διατηρεῖ ἡ ψυχὴ τὴν καθαρότητά της.
.           Ὅταν ὁ κλέφτης πλησιάσει στὸ σπίτι καὶ ἀκούσει θόρυβο, φεύγει. Καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι μέσα καὶ δὲν ἦλθε στὴν κατάλληλη ὥρα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖ ἀγαθοὺς λογισμούς, ὅταν μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται, συγκινεῖται ἡ ψυχή του, μέσα του ὑπάρχει κίνηση καὶ ζωὴ πνευματική. Δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάσει κλέφτης. Δὲν μπορεῖ ὁ διάβολος νὰ σπείρει τοὺς δικούς του λογισμοὺς καὶ μὲ τὰ βέλη του τὰ πεπυρωμένα νὰ πυρπολήσει τὸν νοητὸ οἶκο τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸν ἔρχεται νὰ κατοικήσει ὁ Χριστός. Καὶ ὅταν ὁ Χριστὸς κατοικεῖ στὴν καρδιά μας, ὅλα μέσα μας γίνονται ἅγια καὶ φωτεινά, ὅλα καθαρὰ καὶ οὐράνια.

 ΠΗΓΗ: osotir.org

, , ,

Σχολιάστε

«ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΩΪΣΜΟ, ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ» (π. Παΐσιος)

Γέρων Παΐσιος: Τὰ ψυχιατρεῖα θὰ ἦταν ἄδεια,
ἂν οἱ χριστιανοὶ ἐξομολογοῦντο ὀρθόδοξα!

 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ,
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τεῦχ. 62-63,
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995, σ. 38.

Ἀκοῦστε. Τὰ ψυχιατρεῖα θὰ ἦταν ἄδεια, ἂν οἱ χριστιανοὶ ἐξομολογοῦντο ὀρθόδοξα, καθαρά, μὲ εἰλικρίνεια, ταπείνωση καὶ ὑπακοή, σὲ διακριτικὸ Πνευματικό, ἂς εἶναι καὶ λίγο αὐστηρός. Καὶ μετὰ νὰ κοινωνοῦν ἀξίως. Τότε κανεὶς δὲν θὰ εἶχε ἄγχος, προβλήματα καὶ μεγάλους πειρασμούς. Πρέπει νὰ ξέρετε, ὅτι, ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό, τὴν ἀνυπακοὴ καὶ τοὺς κακοὺς λογισμούς. Ὑπακοὴ εἶναι Ζωή, Παρακοὴ εἶναι Θάνατος.


ΠΗΓΗ: holyland2.blogspot.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΧΑΛΑΣΜΕΝΑ ΤΑ ΝΕΥΡA

ΚΑΛΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ
ΟΤΑΝ, ΓΕΡΟΝΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΧΑΛΑΣΜΕΝΑ ΤΑ ΝΕΥΡΑ;

Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου
Λόγοι Α´- Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο,

ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 1998, σελ. 185-186

-Ὅταν, Γέροντα, εἶναι χαλασμένα τὰ νεῦρα;

– Χαλασμένα τὰ νεῦρα; Τί θὰ πῆ αὐτό; Μήπως εἶναι χαλασμένος ὁ λογισμός; Τὸ πιὸ καλὸ ἀπ’ ὅλα εἶναι ὁ καλὸς λογισμός.
.             Κάποιος κοσμικὸς εἶχε φτιάξει σπίτι σὲ ἕνα ἥσυχο μέρος. Ἀργότερα ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἔγινε γκαράζ, ἀπὸ τὴν ἄλλη δρόμος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἕνα κοσμικὸ κέντρο. Μέχρι τὰ μεσάνυχτα νταούλια. Δὲν μποροῦσε ὁ καημένος νὰ κοιμηθῆ· ἔβαζε ὠτασπίδες στ’ αὐτιά, ἄρχισε νὰ παίρνη καὶ χάπια. Κόντευε νὰ τρελλαθῆ. Ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε. «Γέροντα, αὐτὸ καὶ αὐτό, μοῦ λέει, δὲν μποροῦμε νὰ ἡσυχάσουμε. Τί νὰ κάνω; Σκέφτομαι νὰ φτιάξω ἄλλο σπίτι».
.           Νὰ βάλης καλὸ λογισμό, τοῦ λέω. Νὰ σκέφτεσαι, ἂν γινόταν πόλεμος καὶ στὸ γκαρὰζ ἔφτιαχναν τὰ τάνκς, δίπλα ἦταν νοσοκομεῖο καὶ ἔφερναν τὰ ἀσθενοφόρα τοὺς τραυματίες καὶ ἐσένα σοῦ ἔλεγαν: “Κάθησε ἐδῶ. Σοῦ ἐξασφαλίζουμε τὴν ζωή, δὲν θὰ σὲ πειράξουμε. Μπορεῖς νὰ βγαίνης ἀπὸ τὸ σπίτι σου ἐλεύθερα μόνο στὴν ἀκτίνα ποὺ εἶναι κτισμένα αὐτά, γιατί ἐκεῖ δὲν θὰ πέση σφαίρα” ἢ “νὰ μείνης στὸ σπίτι σου καὶ δὲν θὰ σὲ ἐνοχλήση κανείς”, μικρὸ πράγμα θὰ ἦταν αὐτό; Δὲν θὰ τὸ θεωροῦσες εὐλογία; Γι’ αὐτὸ τώρα νὰ πῆς: «Δόξα σοι ὁ Θεός, δὲν γίνεται πόλεμος, ὁ κόσμος εἶναι καλὰ καὶ κάνει τὶς δουλειές του. Στὸ γκαρὰζ ἀντὶ τὰ τάνκς φτιάχνουν τὰ αὐτοκίνητά τους οἱἄνθρωποι. Δόξα σοιὁ Θεός, δὲν ὑπάρχει νοσοκομεῖο, τραυματίες κ.λπ. Δὲν περνοῦν τάνκς· αὐτοκίνητα περνοῦν καὶ οἱ ἄνθρωποι τρέχουν στὶς δουλειὲς τους”. Ἂν φέρης ἔτσι καλὸ λογισμό, θὰ ἔρθη ἡ δοξολογία μετά».
.               Κατάλαβε ὁ καημένος ὅτι ὅλη ἡ βάση εἶναι ἡ σωστὴ ἀντιμετώπιση καὶ ἔφυγε ἀναπαυμένος. Τὰ ἀντιμετώπισε σιγὰ-σιγὰ μὲ καλοὺς λογισμούς, πέταξε καὶ τὰ χάπια καὶ κοιμόταν χωρὶς δυσκολία. Βλέπεις μὲ ἕναν καλὸ λογισμὸ πῶς τακτοποιεῖται κανείς;
.           Μιὰ φορὰ ταξίδευα μὲ τὸ λεωφορεῖο καὶὁ εἰσπράκτορας ἔβαλε τὸ ράδιο δυνατά. Μερικοὶ νεαροὶ ποὺ θρήσκευαν, εἶπαν ὅτι εἶναι καὶ ἕνας μοναχὸς καὶ τοῦ ἔκαναν ἐπανειλημμένως νόημα νὰ τὸ κλείση. Μιὰ-δυό, τίποτε αὐτός· τὸ ἔβαλε πιὸ δυνατά. «Ἀφῆστε τον, τοὺς εἶπα, δὲν πειράζει· μοῦ κάνει ἰσοκράτημα στὴν ψαλμωδία μου». Μὲ τὸν λογισμό μου ἔλεγα: «Ἄν, Θεὸς φυλάξοι, γινόταν ἕνα ἀτύχημα λίγο πιὸ πέρα καὶ ἀναγκάζονταν νὰ βάλουν στὸ δικό μας αὐτοκίνητο ἀνθρώπους σακατεμένους, ἄλλος νὰ εἶναι μὲ σπασμένο πόδι, ἄλλος μὲ σπασμένο κεφάλι, πῶς θὰ ἄντεχα αὐτὴν τὴν σκηνή; Δόξα σοιὁ Θεός, οἱἄνθρωποι εἶναι καλὰ καὶ τραγουδοῦν κιόλας».
.       Ἔτσι ταξίδευα μιὰ χαρὰ ψάλλοντας…!!!

 

,

Σχολιάστε

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ («Τὰ ψυχολογικὰ λεγόμενα προβλήματα σχετίζονται μὲ λανθασμένους τρόπους ἀντιμετώπισης τῶν λογισμῶν».)

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ

 (Ἐν ὄψει τῆς Πεντηκοστῆς)

.             Στὸν χριστιανισμό, ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν κατανοεῖται κατὰ τὴν συνήθη ἀντίληψη τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος θεωρεῖ πνευματικὴ ζωὴ συνήθως τὴν ζωὴ ποὺ σχετίζεται μὲ τὰ γράμματα, μὲ τὶς τέχνες, μὲ τὶς ἐπιστῆμες. Γι’  αὐτὸ καὶ χαρακτηρίζει ἀντιστοίχως πνευματικὸ ἄνθρωπο τὸν μορφωμένο ἄνθρωπο, τὸν καλλιτέχνη, τὸν ἐπιστήμονα, αὐτὸν δηλαδὴ ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Πνευματικὴ ζωὴ ὅμως κατὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη εἶναι ἡ ζωὴ πρωτίστως ποὺ σχετίζεται μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ τὴν χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι. Ὅποιος ἔχει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα του, αὐτὸς καὶ μόνο χαρακτηρίζεται πνευματικὸς ἄνθρωπος. «Ὅσοι Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται οὗτοι εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ» (ἀπόστολος Παῦλος).
.             Αὐτὴ ἡ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ζωὴ συνιστᾶ καὶ τὸν σκοπὸὅλης τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς. Ἀφήνοντας τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σημειώνουμε αὐτὸ ποὺὁ νεώτερος ἅγιος τῆς Ρωσικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς καθ’  ὅλου Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ εἶχε πεῖ: «Ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ὄχι ἁπλῶς νὰ γίνει ὁἄνθρωπος ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, ἕνας κοινωνικὸς ἐργάτης, ἕνας ἀλτρουϊστής, μὲ ἄλλα λόγια νὰ βρίσκεται στὸν κόσμο τοῦτο σ’  ἕνα καλὸ ὁριζόντιο ἐπίπεδο, ἀλλὰ νὰ μπορέσει νὰ ζήσει μέσα του τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Δὲν αὐθαιρετεῖ ὁ ἅγιος οὔτε ἐκφράζει κάτι ποὺ ἀνάγεται στὸν χῶρο τῆς φαντασίας. Ὁ ἰσχυρισμός του εἶναι ὅ,τι ἀποτελεῖ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅ,τι μὲἄλλα λόγια ἔφερε ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, Ἰησοῦς Χριστός. Διότι ὁ Χριστὸς ἦλθε, προκειμένου νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο Θεό, ἐντάσσοντας τὸν μέσα στὸν ἑαυτό Του καὶ κάνοντας τον ἑπομένως προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ Του. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα». «Μέλη Χριστοῦ ἐσμεν». Κι αὐτὸ πραγματοποιεῖται διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, διὰ τοῦ ἁγίου χρίσματος, διὰ τῆς μετοχῆς στὴ Θεία Εὐχαριστία, κι ὅλα αὐτὰ μέσα στὸ κλίμα τῆς μετάνοιας.
.             Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ οὐσιαστικὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺὁἄνθρωπος θὰἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία, καὶ  παραπέμπει  πάντοτε σ’ αὐτὸ ποὺὀνομάζεται χριστιανικὴ ζωή. Πνευματικὴ ζωὴ καὶ χριστιανικὴ ζωὴ βρίσκονται σὲ σχέση ταύτισης. Κάθε ἄλλη συνεπῶς πνευματικότητα, ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, δὲν θεωρεῖται ὀρθή, δηλαδὴ σωτήρια γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πνευματικότητα, μᾶλλον παραπέμπει σὲ κάτι ἐπικίνδυνο, γιατί λαμβάνουν μέρος καὶ «ἄλλα πνεύματα», ξένα πρὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ὡς ἀπόκτησης τοῦ ἁγίου Πνεύματος ταυτίζεται μὲ τὴ φανέρωση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, χάρης τὴν ὁποία ἤδη ἔχει λάβει μὲ τὸ βάπτισμα καὶ μὲ τὸ χρίσμα. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδὴ καλεῖται νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ εἶναι, αὐτὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἤδη δοθεῖ.
.             Ἡ φανέρωση αὐτή, τὸ νὰ γίνεται ὁἄνθρωπος αὐτὸ ποὺ εἶναι, νὰ ἐπιβεβαιώνει μὲἄλλα λόγια ὅτι εἶναι μέλος Χριστοῦ, δὲν πραγματοποιεῖται εὔκολα καὶ μονομιᾶς. Ἀφ᾽ ὅτου ὁἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ ἡ ἁμαρτία ὡς τάση ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν τυραννᾶ, παρ’  ὅλη τὴν υἱοθεσία του ἀπὸ τὸν Χριστό, ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι εὔκολη. Ἀπαιτεῖται ἡ ἀδιάκοπη συνεργασία τῆς ἀνθρώπινης θέλησης μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, γι’  αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοί μας σημειώνουν ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἔχει δυναμικὸ καὶ ἐνεργητικὸ χαρακτήρα. Περιλαμβάνει δὲ τρία στάδια, ποὺ τὰ κατονομάζουν, χωρὶς πάντοτε νὰ δένονται μὲ τοὺς ἴδιους ὅρους: τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ θέωση.
.             Τὸ κρισιμότερο στάδιο ἀπὸ τὰ τρία γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι τὸ πρῶτο, τῆς κάθαρσης. Γιατί σ’  αὐτὸ κατ᾽ ἐξοχὴν φανερώνεται ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου νὰ συνεργαστεῖ μὲ τὸν Θεό. Σ’  αὐτὸ τὸ στάδιο ὁἄνθρωπος καθαρίζεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ καρδιά του νὰ γίνει κάτοπτρο ποὺ ἀντανακλᾶ τὶς ἀκτίνες τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Κατὰἀναλογία τῆς κάθαρσης τῆς καρδιᾶς του ἔρχεται ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση, ὁπότε ὁ πιστὸς ἀρχίζει νὰ φανερώνει τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, σὰν νὰ ἔχει πάρει μορφὴ μέσα του ὁ Χριστός. Ἔτσι πνευματικὸς ἄνθρωπος, ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πραγματοποιεῖ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ αὐτὸ ποὺ λέει ὁἀπόστολος Παῦλος: «μέχρις καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». «Ἄχρις οὐ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ἡμῖν».
.             Στὴν κρισιμότητα τοῦ πρώτου σταδίου τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς κάθαρσης, καίρια θέση ἔχουν οἱ λογισμοὶ τοῦἀνθρώπου. Σκέψεις ἢ εἰκόνες ποὺ προερχόμενοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὸν πονηρὸ διάβολο ἀποπροσανατολίζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φυσιολογία τῆς ζωῆς, νὰ φανερώνει τὸν Χριστό. Ἂν ὁ πιστὸς δὲν ἔχει μάθει νὰἀντιμετωπίζει τοὺς λογισμοὺς αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς διακρίνει ἔναντι τῶν ἄλλων ποὺὑπάρχουν – ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του – τότε τὸ πιθανότερο δυστυχῶς εἶναι νὰ ἐπέλθει σὲ αὐτὸν σύγχυση καὶ νὰ ἀρχίζει νὰ ζεῖ σὲ ἕνα χάος ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς. Οἱ ἅγιοί μας εἶναι ἀρκετὰἀποκαλυπτικοὶ στὸ θέμα αὐτὸ τῆς σύγχυσης τῶν λογισμῶν, γι’ αὐτὸ καὶἀπὸ τὴν ἐμπειρία τους ἔχουν καταγράψει τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς κακῆς αὐτῆς καταστάσεως, ὁπότε ἂν κανεὶς ἀκολουθήσει τὴν ἐμπειρία τους, σχετικὰ εὔκολα θὰ μπορέσει νὰ ὑπερβεῖ τὴ σύγχυση καὶ νὰ ὀρθοποδήσει πνευματικά. Αὐτὴ ἡ ἀκολουθία τους πρὸς ἔλεγχο καὶ ὑπέρβαση τῶν λογισμῶν, καὶ μάλιστα τῶν κακῶν καὶ πονηρῶν λεγομένων, συνιστᾶ καὶ τὸ μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
.             Τὴ σημασία ἀποκτήσεως αὐτοῦ τοῦ μυστικοῦ καταλαβαίνει κανείς, ἂν σκεφτεῖὅτι κατ τ πλεστον τ ψυχολογικ λεγόμενα προβλήματα σχετίζονται μ λανθασμένους τρόπους ντιμετώπισης τν λογισμν. Οἱ περισσότεροι δὲν ξέρουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τοὺς λογισμούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν κακὴ διαχείρισή τους καὶ μὲ τὸ δεδομένο τῆς ὑποκίνησής τους ἀπὸ τὸν πονηρό, δυστυχῶς αὐξάνονται καὶ καθίστανται «τύραννοι» τοῦ ἀνθρώπου, κάνοντάς τον νὰ ζεῖ ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ ἤδη μία κόλαση.
.             Τί μᾶς διδάσκουν λοιπὸν σὲ γενικὲς γραμμὲς οἱἅγιοί μας στὸ θέμα αὐτό; Πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στοὺς λογισμούς. Δηλαδή, ὅταν κάποιος λογισμὸς μᾶς ταλαιπωρεῖ καὶ βλέπουμε ὅτι ἐρχόμενος μᾶς καταβάλλει, τὸ καλύτερο εἶναι νὰ τὸν θέσουμε ὑπ᾽ ὄψη διακριτικοῦ πνευματικοῦ πατέρα. Ἀλλὰ τὸ σημαντικότερο, πέραν αὐτοῦ, εἶναι νὰ μάθουμε νὰ περιφρονοῦμε τοὺς λογισμούς, τοὺς προερχομένους ἐκ τοῦ πονηροῦ. Πῶς θὰ ξέρουμε ποιός λογισμὸς εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ; Ἀπὸ τὸ τί διάθεση προκαλεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πονηρὸς λογισμὸς συνήθως προκαλεῖ φόβο, ταραχή, κακὴ διάθεση στὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ ὁ ἐκ Θεοῦ τὸἀντίθετο: ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλον, εἰρήνη, καλὴ ψυχικὴ διάθεση. Τὸ κριτήριο μᾶς τὸ δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ δένδρον ἐκ τοῦ καρποῦ γινώσκεται». Ὅ,τι λοιπὸν μᾶς προκαλεῖ ταραχὴ ξέρουμε τὴν προέλευσή του. Τὸ σημειώνουν καὶ οἱὅσιοι Βαρσανούφιος καὶἸωάννης: «Εἴ τι βλέπῃς εἴ τι ἀκούῃς εἴ τι λογίζῃ, κἂν μικρὸν ταραχθῆς, τῶν δαιμόνων ἐστὶ τοῦτο». Βλέπεις κάτι, ἀκοῦς κάτι, λογίζεσαι κάτι, καὶ βλέπεις ὅτι ταράζεσαι;  Ἀπὸ πίσω μᾶλλον κρύβεται ὁ διάβολος.

 

ΠΗΓΗ: pgdorbas.blogspot.gr

 

 

, ,

Σχολιάστε