Ἄρθρα σημειωμένα ὡς λογική

«ΟΛΟΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΛΟΙ»

Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Ὁ λογικὸς καὶ ὁ τρελλὸς

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»
ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
2003, σελ. 13

 –Γέροντα, βλέποντας ὅσα συμβαίνουν γύρω μας, ἀναρωτιέμαι ἂν τελικὰ οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε λογικοί.

–Θὰ ἀπαντήσω μὲ μία φράσι τοῦ Μ. Ἀντωνίου: Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικῶς λέγονται λογικοί. «Οὐκ εἰσὶ δὲ λογικοὶ οἱ τοὺς λόγους καὶ τὰ βιβλία τῶν πάλαι σοφῶν ἐκμαθόντες». Δὲν εἶναι λογικοὶ κάποιοι, ἐπειδὴ ἁπλῶς διάβασαν τὰ βιβλία τῶν παλαιῶν σοφῶν καὶ ἔχουν γνώσεις τεράστιες. «Ἀλλ’ οἱ λογικὴν ἔχοντες ψυχὴν… καὶ τὰ μὲν πονηρὰ καὶ ψυχοβλαβῆ φεύγοντες, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ σπουδαίως διὰ μελέτης ἔχοντες – καὶ ταῦτα πράττοντες μετὰ πολλῆς τῆς πρὸς Θεὸν εὐχαριστίας» (Φιλοκαλία, ἐκδ. “Ἀστέρος”, τόμ. Α´, Ἀθῆναι 1957, 4). Λοιπόν, γιὰ τὸν Μ. Ἀντώνιο, λογικοὶ λεγόμεθα καταχρηστικῶς. Κατὰ κυριολεξίαν λογικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπέχουν ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ ἐργάζονται τὸ ἀγαθό.
.           Ὁ Μ. Ἀντώνιος λέγει πάλι, ὅτι θὰ ἔλθη ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ τρελλαθοῦν. Καὶ ἂν βροῦν κάποιον νὰ εἶναι σώφρων, θὰ τοῦ λένε: «Μαίνῃ», εἶσαι τρελλός. πειδ λοι ο λλοι θ εναι τρελλοί, ἐὰν βλέπουν ἕνα σώφρονα, θὰ εἶναι κάτι διάφορο ἀπὸ αὐτοὺς καὶ θὰ τοῦ λένε: «Τρελλάθηκες». Αἴ, πλησιάζουμε τν ποχ ατή, ν δν τν ζομε δη.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Γ´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Mέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Mέρος Β´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

.           Τρίτον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ ἀπομακρύνθηκε πρῶτα νοητῶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔπειτα πραγματικῶς, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει ὅτι ὅταν ἀπομακρύνεται κανεὶς ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔπειτα εἶναι ζήτημα χρόνου νὰ προσχωρήση σὲ ἄλλη χριστιανικὴ-αἱρετικὴ παράδοση.
.           Ὁ Βαρλαὰμ ἦταν ἕνας οὐνίτης μοναχὸς ποὺ ἦλθε στὴν ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία χωρὶς νὰ γνωρίζη τὸν ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, ἀφοῦ γνώριζε τὸν δυτικὸ σχολαστικισμὸ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀντέδρασε ὀξύτατα μόλις πληροφορήθηκε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον προσεύχονταν οἱ ἁγιορεῖτες μοναχοί. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐντόπισε ἀμέσως αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μάλιστα ἑρμήνευσε καὶ τὸ πῶς ξεκίνησε καὶ πῶς τελείωσε τὴν ζωή του ὁ Βαρλαάμ.
.           Ἀναιρώντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὶς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ποὺ ὑποστήριζε ὅτι ἡ τελειότης ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν γνώση τῶν ἑλληνικῶν μαθημάτων καὶ τῆς φιλοσοφίας, γράφει ὅτι θὰ προσπαθήση νὰ ἐκθέση «τὴν αἰτίαν τῆς νόσου» καὶ νὰ συνθέση «τὸ φάρμακον σὺν Θεῷ». Ἐκφράζει δὲ τὸν πόνο του γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀσθένεια τοῦ Βαρλαάμ, γράφοντας: «Τί γὰρ οὐκ ἂν πάθοι τὴν ψυχήν, οὕτω καλὸν μέλος τῆς Ἐκκλησίας νοητῶς ὁρῶν ταύτης ἀπορρηγνύμενον;». Μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ «καλὸν μέλος τῆς Ἐκκλησίας» ὁ ἁγιορείτης Ἅγιος ἐπιδιώκει νὰ διατηρήση μερικὲς γέφυρες μὲ τὸν Βαρλαάμ, γιὰ νὰ μὴν ἀπομακρυνθῆ τελείως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Πάντως, ἐπισημαίνει ὅτι ἤδη ὁ Βαρλαὰμ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «νοητῶς», διότι δὲν δέχεται τὴν διδασκαλία της, ἀφοῦ ὑποτιμᾶ τὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν ἐξαίροντας τὴν διδασκαλία τῶν φιλοσόφων.
.           Ὅμως, πιὸ κάτω ἀντιμετωπίζοντας τὴν ἄποψη τοῦ Βαρλαὰμ ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι κτιστὴ –προφανῶς ἐδῶ κρύπτεται ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τῶν Λατίνων περὶ actus purus– γράφει ὅτι μὲ αὐτὸ ὁ Βαρλαὰμ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήση «δολίως» καὶ «βιαίως» στὸ φρόνημα τῶν Λατίνων. «Τοῖς ὁμοφύλοις Λατίνοις ᾗ δυνάμεως ἔχει χαρίζεται, πρὸς τὸ ἐκείνων φρόνημα δολίως ἅμα καὶ βιαίως ἡμᾶς ὑφελκόμενος».
.           Στὴν συνέχεια γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ὁ Βαρλαὰμ τελικὰ προσχώρησε στὸν Πάπα, τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ δώση τὶς σωτήριες εὐχές, ἀσπάσθηκε μὲ ἡδονὴ καὶ σεβασμὸ τὸ γόνατό του, ἀπέθεσε τὴν κεφαλή του στὰ χέρια τοῦ Πάπα καὶ δέχθηκε «τὴν ἐκεῖθεν σφραγίδα χαίρων».
.           Ἐπισημαίνει ἀκόμη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ἡ ὅλη παρουσία τοῦ Βαρλαὰμ στὸν χῶρο τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἦταν μιὰ σκηνοθεσία, ἀφοῦ διακωμώδησε καὶ περιέπαιξε τὰ ἰδικά μας. Μάλιστα, ὅπως γράφει, δὲν δέχθηκε κανέναν ἁγιασμὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, κανεὶς δὲν τὸν εἶδε νὰ κοινωνῆ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, οὔτε δέχθηκε μοναχικὴ κουρά, κατὰ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔτσι ἦταν «αὐτόπλαστος μοναχὸς» καὶ «ἐπίπλαστος».
.           Τὸ σημαντικὸ ἐδῶ εἶναι, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὅτι πρῶτα ἀποχωρεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «νοητῶς», ἀφοῦ δὲν ἀποδέχεται ὅλα τὰ δόγματα καὶ τὶς παραδόσεις της, ἔπειτα προσπαθεῖ «δολίως» καὶ «βιαίως» νὰ κάνη τοὺς ὀρθοδόξους νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς λατινικὲς παραδόσεις καὶ ἀκόμη ἀποδέχεται ἢ ἐπιδιώκει νὰ δεχθῆ τὶς «εὐχὲς» τοῦ Πάπα, ὁπότε καὶ προσχωρεῖ ὁλοκληρωτικῶς στὴν αἵρεση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων, ἀφοῦ πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Β´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Μέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

γ) Σημαντικὲς βαρλααμικὲς ἀπόψεις

.             Διαβάζοντας κανεὶς τὴν θεολογικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Βαρλαὰμ βλέπει καὶ μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα, τὰ ὁποῖα δείχνουν τὴν μοιότητα πο πάρχει μεταξ διαφόρων συγχρόνων θεολόγων κα το Βαρλαάμ.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούοντας τὸν Βαρλαὰμ τοῦ ἀποδίδει πολλοὺς χαρακτηρισμούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι «αὐτόπλαστος μοναχός», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔγινε μοναχὸς ὕστερα ἀπὸ νόμιμη ἄθληση σὲ κάποιον Πνευματικὸ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθη τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Αὐτὸ φαίνεται σὲ ὅλες τὶς ἀπόψεις του, οἱ ὁποῖες διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Θὰ ὑποδειχθοῦν μερικὰ σημαντικὰ σημεῖα.
.           Πρῶτον, ὁ Βαρλαὰμ ὄχι μόνον δὲν γνώριζε ἐπακριβῶς τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, ἀλλὰ ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἱερὰ ἡσυχία, ὅπως τὴν βίωναν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ σύγχρονοί του μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γι᾽ αὐτὸ στρεφόταν ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ὁμολογητοῦ Νικηφόρου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπερασπιζόταν τὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν ὁποία γνώρισε στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν παρέλαβε ἀπὸ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες καὶ ἀσκητὲς καὶ τὴν ἀσκοῦσε στὴν προσωπική του ζωή. Ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου του «Τρεῖς Τριάδες» ἀναφέρεται στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιτλοφορεῖται «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων». Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση, ὅπως ἀναλύεται διεξοδικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι τῶν θεωριῶν τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο μετέχει τῆς θείας Χάριτος, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, ἡ θέα-θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ.
.           Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Νικηφόρο τὸν Μονάζοντα λέγει ὅτι μετὰ τὴν καταδίκη τῆς κακοδοξίας τῶν Ἰταλῶν (Παπικῶν) προσῆλθε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δέχθηκε πλήρως τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ζωή της. Προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι τὸ μεθόριον «κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων», «τῆς ἀρετῆς ἑστία», καὶ ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους Πατέρες. Ἀφοῦ γιὰ πολὺ χρόνο ἔδωσε σὲ ἐκείνους τὴν πείρα τῆς ταπεινώσεώς του, παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα «τῆς τῶν τεχνῶν εἰρήνης, δηλαδὴ τῆς ἡσυχίας τὴν πείραν». Ἐδῶ συχία χαρακτηρίζεται π τν γιο Γρηγόριο ς «τέχνη τς ερήνης», γιατί μ τν μέθοδο ατ ερηνεύει σωτερικς κόσμος το νθρώπου π τν ταραχ τν λογισμν, τς φαντασίας κα τν παθν. λλ ατ συχία μανθάνεται μλλον μυσταγωγεται π πεπειραμένους Πατέρες σ κείνους πο μαθητεύουν μακροχρονίως σ ατούς.
.           Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ἔτσι, ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀπέκτησε τὴν ἱερὰ ἡσυχία καὶ ἔγινε «ἀρχηγὸς» ἐκείνων ποὺη ἀγωνίζονται στὸν κατὰ διάνοια κόσμο, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ὁ ἴδιος συνέλεξε πολλὰ πατερικὰ χωρία τῶν νηπτικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἔκβασή τους. Μάλιστα ἐπειδὴ πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν «τὴν ἀστασίαν τοῦ νοῦ» οὔτε κὰν μετρίως, προέτεινε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες αὐτοῦ», δηλαδὴ τὶς ψυχοτεχνικὲς μεθόδους.
.           Οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστὲς καὶ βαρλααμίζοντες δὲν ἀποδέχονται στὴν πράξη τὸν ἡσυχασμό, τὴν ἱερὰ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στὶς λογικὲς ἀναλύσεις καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ στοχασμούς. Ὄχι μόνον δὲν ἀποδέχονται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται ὅλην αὐτὴν τὴν μέθοδο, πολλὲς φορὲς εἰρωνεύονται αὐτοὺς ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Μ τν τρόπο ατ διακυβεύεται λη ρθόδοξη θεολογία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, χρησιμοποίησε τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» του ὡσὰν πῦρ ποὺ κατακαίει κάθε ἀντίθετο. Τὸ ἴδιο πράττουν καὶ οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ἐναντίον τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, μὲ τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» τους, μὲ τὶς γνώσεις τους, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς λογικῆς καὶ τῆς φαντασίας τους.

 .           Δεύτερον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ δὲν συντονίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση στὸ θέμα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς.
.           Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀσκεῖται ἡ ἱερὰ ἡσυχία, καθαρίζονται οἱ αἰσθήσεις, κυρίως ἡ καρδιά, δηλαδὴ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπελευθερώνεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσή του στὶς αἰσθήσεις, τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον, καὶ στὴν συνέχεια προσεύχεται καθαρῶς καὶ ἀθολώτως στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἔτσι γίνεται ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ περὶ τῆς ὁποίας κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. ε´, 17).
.           Ὁ Βαρλαὰμ δὲν μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ τὴν ἑρμήνευε ἐντελῶς ἐπιφανειακά, ἐξωτερικά, στοχαστικά. Ἰσχυριζόταν ὅτι τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» δὲν δηλώνει τὸ «ἐνεργεῖν τὴν προσευχήν, ἀλλὰ τὸ τὴν ἕξιν ἔχειν αὐτῆς». Δηλαδή, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούει μιὰ τέτοια ἑρμηνεία γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως γράφει, Βαρλαμ εναι νας φιλόσοφος «διαλείπτως κα μηδέποτε προσευχόμενος». Ὁ Βαρλαὰμ δὲν γνώριζε οὔτε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ οὔτε τὴν «ἐκ διαλειμμάτων», δηλαδὴ τὴν διακεκομμένη, τὴν κατὰ καιροὺς προσευχή. Μιᾶς τέτοιας ὅμως προσευχῆς, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ Βαρλαάμ, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀμέτοχος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δὲν εἶχε ἐξουσία οὔτε στοὺς χοίρους, ἂν δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός.
.           Στὴν συνέχεια ὁ ἡσυχαστὴς Ἅγιος κάνει μιὰ περίφημη ἀνάλυση γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔχω ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια σημεῖα, ὁ Ἅγιος ἐκφράζει ἔντονα τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Ἄλλωστε, αὐτὴ εἶναι μιὰ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ οἱ δύο χρησιμοποιοῦσαν πατερικὰ χωρία, ἀλλὰ ὁ μὲν Βαρλαὰμ τὰ ἑρμήνευε φιλοσοφικὰ-στοχαστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὰ παρερμήνευε, ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὰ ἑρμήνευε μέσα ἀπὸ τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Τὸ χωρίο αὐτὸ περὶ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς εἶναι σημαντικότατο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ θὰ παραθέσω μόνο τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενό του.
.           Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι μιλώντας γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, στὴν πραγματικότητα ἐννοοῦμε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς «μυστικοῦ καὶ ἀπορρήτου πνευματικοῦ δώρου» τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο καταξιώνονται νὰ λάβουν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς κατέλαβε ὁ θεῖος ἔρως νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Κύριο τοῦ παντός, οἱ ὁποῖοι μένουν χωρὶς τροφὴ καὶ πνοὴ κατὰ τὴν προσευχή, ἐπιστρέφουν τὸν νοῦ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἑνώνονται μὲ τὸν Θεό. Ἔπειτα, αὐτὸ τὸ πνευματικὸ δῶρο τῆς προσευχῆς, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, ἄλλοτε ἑλκύει «τὸν κατηξιωμένον νοῦν» πρὸς τὴν ἄρρητη ἕνωση καὶ ἀπὸ αὐτὸ πηγάζει ἡ ἱερὰ εὐφροσύνη, καὶ ἄλλοτε ἐνῶ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται πρὸς τὸν Θεό, ὑπηχεῖ μέσα σὲ αὐτὸν ὠδήν, ὡσὰν μουσική. Δηλαδή, στὸν νοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται μιὰ λατρεία νοερά. Καὶ ὅσοι ἔγιναν μέτοχοι αὐτῆς τῆς ἀεικινήτου καὶ ἀκαμάτου Χάριτος, ἔχουν ἀδιάλειπτη ἐρριζωμένη στὴν ψυχὴ τὴν προσευχή, ἐνῶ ἀσκοῦν τὰ ἀναγκαῖα καθημερινὰ ἔργα, γίνεται δὲ αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀκόμη καὶ ὅταν κοιμοῦνται. Καὶ γιὰ τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας περὶ ἀδιαλείπτου προσευχῆς ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσκομίζει τὶς σχετικὲς ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς μαρτυρίες.
.           Ἔτσι, ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ μιὰ διαρκὴς ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καθαρὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ προσευχές, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἑφ. ε´, 18-19).
.           Αὐτὴν τὴν νοερὰ προευχὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ «λογικήν, μᾶλλον δὲ πνευματικὴν ἠμῶν λατρείαν», ποὺ γίνεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν τιμοῦν καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι σὲ αὐτὴν «μεθ᾽ ἡσυχίας ἀπεριμερίμνως διὰ βίου» καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀρχαρίους νὰ συμμετέχουν στὴν «ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν». Ἑπομένως, ἡ νοερὰ προσευχή, ποὺ γίνεται μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας εἶναι «πνευματικὴ λατρεία», ποὺ συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ «τὴν ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν».
.           Ο βαρλααμιστς κα ο βαρλααμίζοντες χι μόνον γνοον μπειρικς ατν τν πνευματικ κα γγελικ λειτουργία, λλ τν ρνονται, τν ποτιμον κα τν ερωνεύονται. Ταυτίζουν πόλυτα τν λατρεία μ τος μνους κα τς εχές, τς ποες θέλουν ν κατανοον λογικά, γιατί διαφορετικ δν ασθάνονται τι προσεύχονται. Μὲ ἄλλα λόγια στηρίζονται μόνον στὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπολυτοποιοῦν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ὅτι ν τσι σκέπτονται κα τσι πιθυμον ν προσεύχωνται, τότε πς θ μάθουν τν περκόσμια λειτουργία κα πς θ εσέλθουν σ ατν μετ τν θάνατό τους, φο τν γνοον κα τν πολεμον;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΑΥΤΗ ΝΑ ΚΑΜΨΟΥΜΕ ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ»

.        Ὁ µεγάλος ἐπιστήµονας καὶ ἐρευνητὴς Παστὲρ στὸ λόγο του κατὰ τὴν τελετὴ τῆς εἰσόδου του στὴν Γαλλικὴ Ἀκαδηµία µεταξὺ ἄλλων ἔθεσε καὶ µερικὰ ἐρωτήµατα, ποὺ δείχνουν τὸ βάρος τῆς ἐπιστηµονικῆς του γνώσεως ἀλλὰ καὶ τῆς σεµνότητος τοῦ ἐρευνητοῦ:
.       – Τί ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὰ ἄστρα; Ἕνας ἄλλος ἔναστρος οὐρανός. Καλά! καὶ πάρα πέρα; Τί ὑπάρχει πιὸ πέρα; Κάποια ἀκατανίκητη δύναµη µᾶς ἀναγκάζει νὰ ρωτᾶµε συνεχῶς: Τί ὑπάρχει παραπέρα;
.      Μερικοὶ εἶναι εὔκολοι καὶ ἀπαντοῦν ὅτι πάρα πέρα ἐκτείνεται τὸ ἄπειρο διάστηµα, ὁ ἄπειρος χῶρος καὶ ἐκτάσεις ἀµέτρητες καί, καὶ … Οἱ λέξεις ὅµως αὐτὲς δὲν µᾶς λένε τίποτε …
.     Καὶ ὁ µεγάλος ἐπιστήµονας καὶ µετριόφρων ἐρευνητὴς Παστὲρ καταλήγει:
.     -Νικηµένοι ἀπὸ τὴν σκέψη αὐτή, δὲν ἔχουµε νὰ κάνουµε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κάµψουµε τὰ γόνατά µας.
.     Καὶ οἱ δικές µας ὀλιγοπιστίες καὶ δυσκολίες τῆς λογικῆς µποροῦν νὰ ξεπεραστοῦν, ὅταν συνηθίσουµε νὰ γονατίζουµε µπροστὰ στὸν παντοδύναµο Δημιουργὸ καὶ πάνσοφο Κυβερνήτη ὁλοκλήρου τοῦ σύµπαντος κόσµου. Γιατί «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωµα» (Ψαλµ. ιη´2).

 ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2025, 15.06.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

[ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ὁ Παστέρ τὶς δυσκολίες τῆς “λογικῆς” τὶς ὑπερνικᾶ μὲ τὴν θερμὴ προσευχή. Σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι Εἰσηγητὲς μιᾶς νεοχριστιανικῆς ζωῆς εἰσηγοῦνται τὴν «μετάφραση» καὶ τὴν «διανοητικὴ διαπόρθμευση». Εἶναι ζήτημα ἐπιλογῆς!]


, , ,

Σχολιάστε

Ο ΜΗΤΡ. ΗΛΕΙΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΤΑ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΑ ΚΑΙ «ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ» ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: “ΜΕΘΕΞΗ Ἢ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ;”

ΕΙΣΑΓ. ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Νέος γύρος συζητήσεων γύρω ἀπὸ τὸ τεχνητὸ θέμα τῆς “μεταφράσεως” τῶν λειτουργικῶν κειμένων. Ἀφορμὴ ἕνα καινούργιο βιβλίο ὑπὸ τὸν τίτλο «Μέθεξη ἢ κατανόηση» (προφανέστατα  ἀπόπειρα  ἀπαντήσεως στὸν ὑπότιτλο «νοησιαρχία ἢ μέθεξι;» τοῦ Τόμου τῆς Ἡμερίδος «ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ», ποὺ διοργάνωσε ἠ ἐνορία τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 2010).
Ἂν καὶ θὰ ἐπανέλθει ἡ «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ» -ἐπειδὴ τὸ βιβλίο αὐτὸ ἔχει ἐγγενῆ προβλήματα, ὥστε ἀντὶ νὰ βοηθᾶ στὸν διάλογο, τὸν βυθίζει, ἐν ὀνόματι τῆς “κατανοήσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων”, σὲ περαιτέρω παρανοήσεις- παραθέτει κατωτέρω τὴν Ἀπάντηση τοῦ Μητροπολίτου Ἠλείας Γερμανοῦ, ὅπου ἀναδεικνύεται ἡ ἀντιφατικότητά του καὶ ἡ ἀναπαραγωγὴ “τρικυμίας ἐν κρανίῳ”.

Κριτικὴ στὸ βιβλίο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Μελετίου:
“Μέθεξη ἢ Κατανόηση;”

Τοῦ Μητροπολίτου Ἠλείας κ. ΓΕΡΜΑΝΟΥ

Ἱστορικόν.

.     1. Ὡς γνωστὸν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως κ. Μελέτιος ἀπὸ ὀλίγου χρόνου προέβη εἰς τὴν μεταγλώττισι τῶν κειμένων (εὐχῶν, ὕμνων καὶ ἁγιογραφικῶν περικοπῶν) τῆς ἔκπαλαι  χρησιμοποιουμένης  θείας Λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ αὐτοβούλως τὰ εἰσήγαγε ἐντὸς τῆς δημοσίας θείας Λατρείας στὴν Ἐπαρχία του. Τοῦτο, ὡς ἦτο φυσικόν, ἐδημιούργησε ποικίλες ἀντιδράσεις Πιστῶν, Θεολόγων, ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, Ἀρχιερέων καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις καὶ κατὰ τὴν Συνεδρία  τῆς 14-4-2010 ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς· «Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, ὕστερα ἀπὸ διάφορα κείμενα ποὺ κατατέθηκαν στὴν Ἱερὰ Σύνοδο γιὰ τὴν μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων, ἄκουσε τὴν εἰσήγηση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ. Ἀνδρέα, ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ προηγούμενη Συνεδρία, καὶ ἐν συνεχείᾳ δέχθηκε διευκρινήσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης κ. Μελετίου γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἀπὸ τὴν πρακτικὴ ποὺ γίνεται στὴν Ἱερὰ Μητρόπολή του. Ἀκολούθως ἔγινε εὐρύτατη συζήτηση, κατὰ τὴν ὁποία, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, τοποθετήθηκαν ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὶς ἀπόψεις τους μέσα ἀπὸ τὴν θεολογική τους γνώση καὶ τὴν ποιμαντική τους ἀγωνία. Τὸ θέμα ἀποδεσμεύθηκε ἀπὸ τὴν πρακτικὴ ποὺ τηρεῖται στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης καὶ ἀντιμετωπίσθηκε γενικά, ἀπὸ πλευρᾶς θεολογικῆς, λειτουργικῆς καὶ ποιμαντικῆς. Κοινὸ σημεῖο τῶν συζητήσεων ἦταν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Λατρεία καὶ δὴ ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἕνας μεγάλος λειτουργικὸς πλοῦτος, τὸν ὁποῖο μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ ὅλη ἡ διαχρονικὴ παράδοση, ὅπως θαυμάζεται ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ποιμαντικὴ προσπάθεια μυήσεως τῶν πιστῶν στὰ γινόμενα καὶ τελούμενα τῆς Θείας Λατρείας. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν συζητήσεων ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος κατέληξε στὰ ἑξῆς:
.     Ἡ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἡ θεία Λειτουργία, ἀποτελοῦν τὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τὴν καρδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτὸ καὶ κάθε προσέγγιση σὲ αὐτὴν πρέπει νὰ γίνεται μὲ βαθύτατο σεβασμό. Δὲν πρόκειται μόνο γιὰ μία λογικὴ κατανόηση, ἀλλὰ γιὰ μύηση στὸ “πνεῦμα” της, γιὰ ἕνωση τῶν Χριστιανῶν μὲ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος ἐμμένει στὴν παράδοση τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τοῦ παραδεδομένου τρόπου τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων. Οἱαδήποτε μετάφραση λειτουργικῶν κειμένων μπορεῖ νὰ δημιουργήσει προβλήματα στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.     Ἐπειδὴ στὴν Ἐκκλησία ὅλα πρέπει νὰ γίνονται “εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν” καὶ τὸν ἁρμόδιο λόγο ἔχει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, γι’ αὐτὸ ὁ Ἀρχιερεὺς ποὺ ἐνδεχομένως ἔχει ἕναν εἰδικὸ λόγο ἀναγνώσεως κάποιων κειμένων σὲ μετάφραση, θὰ πρέπει νὰ λαμβάνει ἄδεια ἀπὸ τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο.
.     Τὸ θέμα ὅμως αὐτὸ θὰ συνεχισθεῖ νὰ συζητεῖται στὶς ἁρμόδιες Συνοδικὲς Ἐπιτροπές, σὲ Συνέδρια ποὺ θὰ διοργανωθοῦν γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτόν, σὲ συνεργασία μὲ τὶς Θεολογικὲς Σχολὲς καὶ ὅταν ὡριμάσει ἡ συζήτηση, καὶ κριθεῖ ἀναγκαῖο, θὰ εἰσαχθεῖ στὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἀνώτατο ὄργανο διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθεῖ Συνοδικῶς».

.       Παρ τατα Σεβ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως κ. Μελέτιος χωρς τν δεια τς ερς Συνόδου συνεχίζει τν τέλεσι τς δημοσίας Λατρείας μ μεταγλωττισμένα κείμενα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συνεχίζωνται καὶ οἱ κατὰ τῆς πράξεως αὐτῆς ἀντιδράσεις.

.     2. Πρὸς ὑπεράσπισι τῆς ἀκολουθουμένης αὐτῆς πράξεώς του ὁ ἅγιος Νικοπόλεως ἐξέδωκε τὸ  κρινόμενο  σήμερα  βιβλίο  του,  ποὺ  εὐγενῶς  μοῦ ἀπέστειλε ΤΙΜΗΣ  ΕΝΕΚΕΝ, καὶ ὅπως ὁ ἴδιος γράφει στὸ πρὸς ἐμὲ Σημείωμά του, τὸ βιβλίο του τοῦτο σκοπὸ ἔχει νὰ δώση ἀπάντησι στὰ ἐρωτήματα· «-Χρειάζεται νὰ κατανοοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἢ ΟΧΙ;- Τί τὸ ζητούμενο; Μέθεξη ἢ κατανόηση;».
.    Ὅμως τὸ δημιουργηθὲν μὲ τὶς πράξεις τοῦ ἁγίου Νικοπόλεως ἐκκλησιαστικὸν πρόβλημα δὲν εἶναι τὸ περιεχόμενο τῶν παραπάνω ἐρωτημάτων. Αὐτὰ εἶναι θέματα,  στὰ  ὁποῖα δὲν διαφωνοῦμε. Καὶ μέθεξη χρειάζεται καὶ κατανόηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ  τῶν λειτουργικῶν κειμένων καλὸν εἶναι νὰ ὑπάρχη. Τὸ πρόβλημα εἶναι  ἂν στὶς ἡμέρες  μας πρέπει νὰ γίνουν μεταγλωττίσεις τῶν  κειμένων τῆς Λατρείας μας (εὐχῶν, ὕμνων καὶ ἁγιογραφικῶν περικοπῶν) καὶ ἐὰν ναί, ποῖον ἐκκλησιαστικὸν ὄργανον εἶναι ἁρμόδιον νὰ  ἐγκρίνη τὴν εἰσαγωγὴ τῶν μεταγλωττισμένων κειμένων στὴν δημόσια λατρεία. Σ’ αὐτὰ τὰ ζητήματα πρέπει νὰ μᾶς δώση σαφῆ ἀπάντησι ὁ ἅγιος Νικοπόλεως καὶ ὄχι στὸ ψευτοδίλημμα Μέθεξη ἢ κατανόηση.

.        3. Ὅμως καὶ τ βιβλίο  τοτο το γίου Νικοπόλεως κινεται σ μ ρθ  βάσι. Διὰ τοῦτο προβαίνω σὲ μία σύντομη ἀντίκρουσι τῶν κυριωτέρων λανθασμένων θέσεων  τοῦ βιβλίου τούτου τοῦ Σεβασμιωτάτου, διὰ νὰ γίνη  διάλογος [ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἄραγε τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο –τὸ ὁποῖο βρίσκεται εἰς χεῖρας μας– διατηρεῖ τὴν αὐταπάτη ὅτι διαλέγεται; Μονόλογος εἶναι.] καὶ  διὰ νὰ μὴ γράφει· «Μὲ ρώτησαν ποτέ, ἂν αὐτὰ ποὺ μοῦ ἀποδίδουν μὲ ἐκφράζουν» (Πρόλογος, σελ. 51) Πάντως ἐγὼ καὶ ἄλλοτε τοῦ ἔχω γραπτῶς ἐκφράσει τὶς ἀντιρρήσεις μου στὰ κείμενά του καὶ στὶς ἐνέργειές του (Περίπτωσις τῆς ἐκδόσεως ἀπὸ τὸν ἴδιο τῆς λεγομένης «ἁγίας Ἐπιστολῆς» [ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Αὐτὴ κι ἂν ἦταν… «λογικὴ ἐπεξεργασία» !] καὶ στὶς ἀπόψεις καὶ τὶς ἐνέργειες τοῦ π. Κων/νου Μπέη).

Β΄. Κριτικὴ ἀπόψεων τινῶν τοῦ ἁγίου Νικοπόλεως στὸ βιβλίο του: «Μέθεξη ἢ κατανόηση»;

.     1. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν τίτλον τοῦ βιβλίου του· «Μέθεξη ἢ κατανόηση;» διὰ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀπ’ ὅσα γνωρίζω ΟΥΔΕΙΣ ἀπὸ τοὺς σοβαροὺς μελετητὲς τοῦ ἐμφανισθέντος προβλήματος ἔθεσε εἰς τὸν ἅγιον Νικοπόλεως τὰ ἐρωτήματα, ὡς ὁ ἴδιος τὰ ἀναγράφει: «Μέθεξη ἢ κατανόηση; ! Λατρεία ἢ νοησιαρχία; ( ! ) Καὶ μὲ τὸ ἀκόμη πιὸ ἄθλιο δίλημμα, τάχα ἀπάντησή τους: «Μέθεξη, ΟΧΙ νοησιαρχία!». Αὐτὰ εἶναι συμπεράσματα τοῦ ἁγίου Νικοπόλεως. [ΣΧΟΛΙΟΝ: Δὲν εἶναι συμπεράσματα. Ἀντιθέτως εἶναι μιὰ ἔμμεση, εἰρωνικὰ κακότεχνη καὶ ἐπὶ στρεβλῆς κατανοήσεως ἀπάντηση στὸν ὑπότιτλο «νοησιαρχία ἢ μέθεξι;» τοῦ Τόμου τῆς Ἡμερίδος «ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ», ποὺ διοργάνωσε ἡ ἐνορία τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 2010].  Ὅμως τὸ πρόβλημα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι τὸ ψευτοδίλημμα «Μέθεξη ἢ κατανόηση;», -αὐτὰ χρειάζονται καὶ τὰ δύο – ἀλλ’ ἐὰν στὶς ἡμέρες μας εἶναι πρέπον [ΣΧΟΛΙΟΝ: Μὰ τί σημαίνει «πρέπον»; Τὸ «πρέπον» δὲν πρέπει ἄραγε νὰ διευκρινισθεῖ καὶ νὰ τεκμηριωθεῖ θεολογικῶς ἂν εἶναι ἢ ὄχι «πρέπον», ὁπότε δηλαδὴ δὲν χρειάζεται ἄραγε συνολική, σφαιρικὴ ἐξέταση τοῦ θέματος, γιὰ νὰ φανεῖ ἂν εἶναι «πρέπον» ἢ ὄχι; Τὸ θέμα τῆς “μεταφράσεως” δὲν εἶναι μόνον διαδικαστικῆς φύσεως.] καὶ ποιμαντικῶς ὠφέλιμον [ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ ποιμαντικὴ ὠφελιμότητα εἶναι ἕνα ἐπικίνδυνο καὶ δυσεξιχνίαστο μέγεθος, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει ἀκόμα βρεθεῖ μετρητής!] νὰ γίνη μεταγλώττισις τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν (εὐχῶν, ὕμνων καὶ ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων) καὶ εἰσαγωγῆς αὐτῶν σήμερα στὴν κοινὴ λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

.    2. Ο  Σεβασμιώτατος ἅγιος Νικοπόλεως ἰσχυρίζεται, ὅτι προέβη στὴν μεταγλώττισι τῶν κειμένων τῆς Λατρείας μας, διότι ὁ Λαός μας δὲν κατανοεῖ στὶς ἡμέρες μας τὶς ἑλληνικὲς λέξεις τῆς ὀρθοδόξου Λατρείας μας, καίτοι εἶναι  λέξεις τὶς ὁποῖες ὁ Λαός μας  χρησιμοποιεῖ στὴν ὁμιλία του καὶ σήμερα, ὅπως ὁμολογεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Νικοπόλεως. Γράφει· «ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι μία» ( σελίδα 43). Ἐν τούτοις ὅμως στὸ βιβλίο του ὁ ἅγιος Νικοπόλεως  χρησιμοποιεῖ τὸν διὰ πολλοὺς ἀκατανόητον ξενόγλωσσο ὅρο expressis verbis καὶ μάλιστα τὸν θέτει στὸ στόμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (σελίδα 69). Ἐρωτῶ τὸν ἅγιον Νικοπόλεως· Διατ χρησιμοποίησε τν ξενόγλωσσον τοτον ὅρον; Πῶς συμβιβάζεται προσπάθειά του ν μεταγλωτίσση τὰ γραμμένα στὰ ἑλληνικὰ κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας μας διὰ νὰ τὰ καταλαβαίνη ὁ Λαός μας καὶ συγχρόνως αὐτὸς ἑλληνικὰ γράφοντας νὰ χρησιμοποιῆ ξενόγλωσσον ὅρον, ἀκατανόητον διὰ τοὺς πολλούς;

.     3. Στὸν Πρόλογό του  ὁ ἅγιος Νικοπόλεως γράφει· «… ἀπαντῶ μὲ βάσι μόνο τὰ ὁδηγητικὰ λόγια τῶν ἁγίων μας» (Σελίδα 6). Ὄμως  διὰ νὰ στηρίξη τὶς ἀπόψεις του ὁ ἅγιος Νικοπόλεως:
.     Ἐπικαλεῖται πολλάκις τὸν Ὠριγένη (σελίδες 9,10,13, κ.λ.π.). Ἀλλὰ ὁ Ὠριγένης, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε,  ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ ἔχουν καταδικασθεῖ ὑπὸ τῆς Ε´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπισήμως καὶ οἱ κακοδοξίες του. Καὶ
.      Διὰ νὰ στηρίξη τὶς ἀπόψεις του παρερμηνεύει κείμενα Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς ἐν συνεχείᾳ θὰ παρατηρήσω.

.     Εἰς τὰ συμπεράσματά του συμπεραίνει ὁ ἅγιος Νικοπόλεως· «πρῶτα ἀποκτᾶμε γνώση καὶ ἐπίγνωση· καὶ μετὰ ἀκολουθεῖ – καρπός της ἡ πίστη· ἡ βαθειὰ καὶ δυνατὴ πίστη». «Ἡ ζωὴ τῆς πίστης, ἡ ζωὴ ἐν Χριστῷ, ἀπαιτεῖ σὲ κάθε μας βῆμα πιὸ δυνατὴ καὶ πιὸ δυναμικὴ ἀναφορὰ στὸ ἀρχικὸ «σημεῖον εἰς ἔκπληξιν» καὶ μία ὅλο καὶ πιὸ βαθειὰ λογικὴ ἀναζήτηση». «Τότε ἡ πίστη γίνεται λογικὴ , δυνατή, ἀκλόνητη, ριζωμένη  πίστη στὸν καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρίναι ζώντας καὶ νεκρούς· Οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος». (Συμπεράσματα, σελίδες 106 καὶ 107).
.    Ταῦτα θεωρῶ λανθασμένες θέσεις τοῦ ἁγίου Νικοπόλεως. Διότι ἄλλο  εἶναι πίστις, ἄλλο  λογικὴ  ἐπεξεργασία  καὶ  κατανόησις ἐννοιῶν ἢ πραγμάτων καὶ ἄλλο γνῶσις – ἐμπειρία. Ὅπως ἐπίσης· Πρῶτα πιστεύεις στὸ «σημεῖον» τοῦ Θεοῦ, μετὰ τὸ ζεῖς καὶ ἔπειτα ἔρχεται κάποια γνώση. Δηλαδὴ στὴν ζωὴ τοῦ θεουμένου ἀνθρώπου πρῶτα εἶναι ἡ  πίστις· Ἔπειτα ἀκολουθοῦν ἡ μέθεξις καὶ ἡ μερικὴ γνῶσις, καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετον, ὡς ἀνωτέρω  ὑποστηρίζει ὁ ἅγιος Νικοπόλεως. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διαβεβαιοῖ· «Βλέπομεν γὰρ  ἄρτι δι’  ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι. Τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ  μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθη»  (Α´ Κορινθίους ιγ´  12-13).
.     Θὰ περιορισθῶ σὲ δύο μόνο ἐπίκαιρα παραδείγματα· Ὁ εὐγνώμων ληστής, σ’αὐτὴν τὴν θέσι ποὺ εὑρίσκετο, ποίαν λογικὴν ἐπεξεργασία πρόλαβε νὰ κάνη  στὰ «σημεῖα» τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ πῆ τὸ «Μνήσθητί μου Κύριε ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου» καὶ νὰ εἰσέλθῃ αὐθημερὸν πρῶτος  στὸν Παράδεισο; Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἑκατόνταρχος. Ποιά λογικὴ ἐπεξεργασία πρόλαβε νὰ κάνη; Ἁπλῶς ἐπίστευσαν στὴν Θεότητα τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ καὶ ἡ πίστις τους ἐλογίσθη εἰς δικαιοσύνην. Τότε ἦλθε ἡ μέθεξις καὶ κάποια γνῶσις. Ἀντιθέτως· Ἡ λογική τοὺς ἄλλους, ἀκόμη καὶ αὐτοὺς τοὺς Μαθητάς, τοὺς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τοὺς διεσκόρπισε.

.       5. Ὁ ἅγιος Νικοπόλεως διὰ νὰ στηρίξη  τὴν ἄποψί του, ὅτι ὁ ἀνθρωπος  πρῶτα κάνη λογικὴ ἐπεξεργασία τοῦ «σημείου» καὶ μετὰ τὸ ἀποδέχεται, χρησιμοποιεῖ χωρίον τοῦ Μ. Βασιλείου περὶ τῆς οὐσίας καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ (σελίδα 14). Ὅμως τοῦτο οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ τεθὲν καὶ ἐρευνώμενον θέμα: “Μέθεξη ἢ κατανόηση”. Διὰ τὸν ἴδιο  λόγο λανθασμένα χρησιμοποιεῖ  καὶ τὸ γνωστὸ χωρίον τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου περὶ τῆς προσλήψεως ὑπὸ τοῦ Σαρκωθέντος προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ ὅλου τοὺ  ἀνθρώπου (ψυχῆς ,νοῦ καὶ σώματος). Καὶ τοῦτο πράττει διὰ νὰ ἀποδείξη τάχα ὅτι αὐτὰ ἰσχύουν καὶ δι’ ὅσους στὶς «ἡμέρες μας κατηγοροῦν τὴν κατανόηση καὶ ψάχνουν γιὰ μιὰ «δίχα λόγου καὶ νοημάτων μέθεξη . . .» (σελίδα 23).  Χρησιμοποιῆ δὲ λανθασμένα τὸ χωρίον τοῦτο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ὁ ἅγιος Νικοπόλεως, διότι τὸ θιγόμενο ἀπὸ τὸν ἅγιον Γρηγόριον ζήτημα στὸ ἀναφερόμενον χωρίον δὲν εἶναι πῶς ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στὸν Θεό, ἀλλὰ τί ὁ Θεὸς Λόγος Σαρκωθεὶς προσέλαβε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Καὶ βεβαίως προσέλαβε ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον (ψυχήν, νοῦν  καὶ σῶμα), ἀφοῦ «τὸ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον».

.        6. Ὁ Σεβασμιώτατος ἰσχυρίζεται ὅτι «χωρὶς γνώση σαφῆ καὶ βαθειά, πίστη ΔΕΝ γίνεται» (σελίδα 20). Καὶ διὰ νὰ στηρίξη τὴν ἄποψί του αὐτὴ φέρει ὡς παραδείγματα·

α´ . Τὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ. Γράφει ὁ ἅγιος Νικοπόλεως· «Ἐδέχθη ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος τοῦ μίλησε. Καὶ τοῦ ἔδωκε “σημεῖον εἰς ἔκπληξιν”. Ὁ Ἀβραὰμ τὸ ἀντιμετώπισε θετικά. Καὶ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ. Δηλαδὴ ὑπάκουσε. Αὐτὸ ἔχει ἐξαιρετικὴ σημασία. Γιατί ὁ Θεὸς μετὰ τοῦ ζήτησε θυσία μὲ πολὺ ὀδυνηρὲς γι’ αὐτὸν συνέπειες. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ τὸ ζύγισε καὶ ἐνῶ εἶχε τὴν εὐχέρεια νὰ διακριθῆ “τῇ ἀπιστίᾳ”, νὰ τὸ ἀφήσει στὴν ἄκρη, ἐκεῖνος “ἐνεδυναμώθη τῇ πίστει” (Ρωμ. 4,20 )· καὶ ἐπίστευσε (ὑπάκουσε ) στὸν Θεό· δηλαδὴ ἐδέχθη τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀπὸ λογικὴ ἐκ μέρους του κατανόησή της» (σελίδα 20).

Ὅμως ἐμεῖς διαβάζουμε στὴν Ἁγία Γραφή·

«Πίστει προσήνεγκεν Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ πειραζόμενος … Πίστει περὶ τῶν μελλόντων εὐλόγησεν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ… Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνήσκων … Πίστει Ἰωσὴφ … Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ…οὗτοι πάντες διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός , ἔφυγον  στόματα μαχαίρας , ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι  δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς·  ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον,  περιηλθον  ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις  δέρμασιν,  ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἠμῶν κρεῖττον τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι». Τί δὲ εἶναι πίστις, μᾶς τὸ διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, στὴν ἀρχὴ τούτων τῶν λόγων του, λέγων· «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβραίους ια´ 1).

.      Τώρα ποία λογικ κατανόησι δειξε βραμ στν λόγο το Θεο στ «σημεο» – ντολή Του ν θυσιάση τ μονάκριβο παιδί του κα ο λλοι ναφερθέντες γιοι, δν τ καταλαβαίνω. ς μς τ ξηγήση περισσότερον γιος Νικοπόλεως κα ς τ στηρίξη ρθ στν γία Γραφ κα τος Πατέρας.

.       7. Ὁ ἅγιος Νικοπόλεως διὰ νὰ στηρίξη τὴν ἄποψί του, ὅτι ὁ Ἀβραὰμ «ἐδέχθη τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀπὸ λογικὴ ἐκ μέρους τοῦ κατανόησή της. Τὸ ἀποδέχθηκε σὰν προσωπική του ἐπιλογή. Τὸ δέχθηκε μὲ νοῦ, κρίση, βούληση, καρδιά, ἐπιλογή,  ἀπόφασή …»,  παραπέμπει στὸ Ρωμαίους 4,1-24 (σελίδα 20 τέλος καὶ ἀρχὴ τῆς 21).
.    μως λόκληρο τ κεφάλαιον τοτο ντιθέτως περτονίζει χι τν λογικν πεξεργασίαν τς ντολς το Θεο, λλ τν πίστιν το βραμ σ’ ατήν. Ὁ ἀείμνηστος Παναγιώτης Τρεμπέλας στὸ Ὑπόμνημα τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ ἔχει τὴν ἑξῆς ἐπικεφαλίδα διὰ τὰ Κεφάλαια Α 18-ΙΑ 36: “ΔΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ”. Διὰ δὲ τὸ Κεφάλαιον Δ  1-25 ἔχει τὴν ἐπικεφαλίδα: “β.  Ἡ πίστις ἀρχὴ τῆς δικαιώσεως καὶ τοῦ Ἀβραάμ”. Μὲ ἀστερίσκον δὲ σὲ ὑποσημείωσι ἐπεξηγῆ τὰ ἑξῆς: «Ἀποδεικνύει εἰς τοὺς σ. 1-12 ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ὀφείλει τὴν δικαίωσίν του εἰς τὴν πίστιν· εἰς τοὺς σ. 13-16 ὅτι ἡ κληρονομιὰ τοῦ κόσμου ἐδόθη ὡς ἐπαγγελία εἰς τὸν Ἀβραὰμ ἀνεξαρτήτως τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου· καὶ εἰς τοὺς σ. 17-22 ὅτι καὶ τὸ σπέρμα αὐτὸ εἶναι καρπὸς τῆς πίστεως. Οὕτω δικαίωσιν, κληρονομίαν καὶ ἀπογόνους ἔλαβεν ὁ Ἀβραὰμ διὰ τῆς πίστεως.» (Ὑπόμνημα στὴν πρὸς Ρωμαίους, σελίδες 40 καὶ 72).

.      Χαρακτηριστικοὶ εἶναι ἐπίσης οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὸ Α´ Κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς. Γράφει διὰ τοὺς Ἐθνικούς· «γνόντες τὸν Θεὸν οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν ἢ εὐχαρίστησαν, ἀλλ’ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία· φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν, καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν. Διὸ καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεός  ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τὰ σώματα αὐτῶν ἐν αὐτοῖς, οἵτινες μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας · ἀμὴν» (Ρωμαίους α´ 21-25).Τὴν μετοχὴν «γνόντες» τὸν Θεόν, ὡς ἑξῆς ἐπεξηγεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· «οχ γνναι δυνηθέντες, λλ σον π τς ρωμένης κτίσεως κα διδασκαλίας γνωσαν» (Π. Ν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Ἐπιστολὰς τῆς Κ. Διαθήκης, Τόμος Α´, σελίδα 42). Πράγματι δι τς λογικς νθρωπος δν μπορε ν δηγηθ στν Θεό.

.   Ἀλλ’ γιος Νικοπόλεως προχωράει τι περισσότερον. χι μόνον παρερμηνεύει τ νόημα τν λόγων το ποστόλου Παύλου, λλ συγχρόνως παραχαράσσει κα λλοιώνει κα τ διο τ κείμενο τς πρς Ρωμαίους πιστολς. Ἀλλοιώνει τὸ συμπέρασμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Δηλαδή· Ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμπεραίνει, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Ἀβραὰμ ἐπίστευσε στὸν Θεό, ὁ Θεὸς τὸν ἐδικαίωσε, ὁ ἅγιος Νικοπόλεως  ἀλλάζει τὸ  ρῆμα «ἐπίστευσε» καὶ βάζει τὸ ρῆμα «δέχτηκε μὲ νοῦ, διάνοια, κρίση, βούληση, καρδιά, ἐπιλογή, ἀπόφασί του» καὶ ὅτι τοῦτο «ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην». Διὰ νὰ φανῆ καλύτερα ἡ παρανόησις, ἀλλὰ καὶ ἡ παραχάραξις τοῦ κειμένου, παραθέτω κατωτέρω τὰ δύο κείμενα:
.    Ὁ Ἀποστόλος Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Ρωμαίους· «Τί γὰρ ἡ γραφὴ λέγει; πίστευσε δ βραμ τ Θε καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην» (Ρωμαίους δ´ 3). μως γιος Νικοπόλεως ν γνώσει του πλέον, ντιστρέφων τ χωρίον κα τ νόημα ατο, γράφει· «Δηλαδ δέχθη ( βραμ)  τν δωρε το Θεο, μετ π λογικ κ μέρους το κατανόησή της. Καὶ τὸ ἀποδέχθηκε σὰν προσωπική του ἐπιλογή. Τὸ δέχθηκε μὲ νοῦ, διάνοια, κρίση, βούληση, καρδιά, ἐπιλογή, ἀπόφασή του. Καὶ “ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην”» (Ρωμ. δ´1 -24)».

.     8. Ὁ ἅγιος Νικοπόλεως διὰ νὰ στηρίξη τὴν γνώμη του, ὅτι ἡ λογικὴ κατανόησι ὁδηγεῖ στὴν πίστι, ἀναφέρει καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ   Σαούλ  – Ἀποστόλου Παύλου. Γράφει καὶ πάλιν ὁ ἅγιος Νικοπόλεως· «Πορευόμενος εἰς Δαμασκόν, “εἶδεν οὐρανόθεν φῶς περιλάμψαν αὐτόν”. Καὶ εἶδε τὸν Χριστό. Καὶ ἄκουσε τὸν λόγο Του. Καὶ τοῦ ἔγινε δίλημμα! Καὶ τὸν ἐπεξεργάστηκε. Καὶ κατέληξε στὸ συμπέρασμα – πορεία ζωῆς: “οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ” ( Πράξ. κϛ´ 19). Ἐπάλαιψε ἀνάμεσα στὴν πίστη  (=ὑπακοὴ ) καὶ στὴν “ἀπείθεια” (=ἀνυπακοή). Καὶ σὰν λογικὸ ὄν, ἔκαμε λογικὴ ἀνατομία στὴν οὐράνια ὀπτασία – ἐμπειρία του· καὶ τὴν ἐδέχθη, κατὰ ἐπιλογή του, θετικά. (Πράξ. κϛ´12- 19)» (σελίδα 21).
.    Ὅμως τι πόστολος Παλος πεδέχθη λευθέρως τν πρόσκλησι το Θεο, εναι ρθόν. λλ’ χι κα τι «σν λογικ ν, καμε λογικ νατομία στν οράνια πτασία – μπειρία του ….». Γιατ  ελόγως θ  διερωτηθ  κανείς· φο Παλος εναι λογικν ν, τν δια «λογικ πεξεργασία»  θ κανε κα νωρίτερα, ταν κρατοσε τ μάτια τν λιθοβολούντων τν πρωτομάρτυρα Στέφανον. Ὅμως πῶς  αὐτὴ ἡ  λογικὴ  ἐπεξεργασία τότε δὲν τὸν ὡδήγησε εἰς μετάνοιαν, ἀλλὰ στὸ νὰ ζητήση ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα του Ἱερὲς ἐπιστολὲς νὰ μεταβῆ στὴν Δαμασκό, διὰ νὰ συλλάβη πάντας τοὺς χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήση δεσμίους στὰ Ἱεροσόλυμα; Πς συμβαίνει, λοιπόν,  λογικ πεξεργασία τν μία φορ ν δηγ τν Παλον ες κακότητα κα χθροπραξίες κα τν λλην ες μετάνοιαν κα γαθοεργίες; ρα κάτι λλο, πέραν π τν λογικ πεξεργασία, εναι ατ πο δήγησε στν μεταστροφ τν πόστολον Παλον. Κα ατ εναι χι λογικ πεξεργασία, λλ πίστις ες τ «σημεον». Εἶναι αὐτὸ ποὺ γράφει σ’ ἄλλη σελίδα τοῦ βιβλίου του  ὁ ἅγιος Νικοπόλεως· «Ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ πρὸς τὴν σωτηρία ἀρχίζει μὲ μιὰ πρώτη μέσα του ἔλλαμψη θείου φωτὸς ….» (σελίδα 76). ΝΑΙ, λλαμψη το θείου φωτς κα πίστις ες ατ εναι ατ  πο δηγον τν νθρωπον στν μετάνοια κα τν σωτηρία. Κα ατ εναι τ ληθιν νόημα τς εχς «λλαμψον ν τας καρδίαις μν … τ τς Σς θεογνωσίας κήρατον Φς κα τος τς διανοίας μν διάνοιξον φθαλμος ες τν τν εαγγελικν Σου κηρυγμάτων κατανόησιν», ποὺ μαζὶ μὲ ἄλλες σχετικὲς εὐχὲς μνημονεύει ὁ ἅγιος Νικοπόλεως στὴν σελίδα 22 τοῦ βιβλίου του, ἀλλὰ μὲ ἄλλο νόημα. Ἄλλωστε ὁ Παῦλος πρὶν ἀκόμη καλὰ – καλὰ καταλάβει τί συμβαίνει καὶ πρὶν νὰ ἀποδεχθῆ καὶ ὑπακούση εἰς τὴν ἐξ  οὐρανοῦ φωνὴν τοῦ Χριστοῦ, ὠνόμασε τὸν Ἰησοῦν «Κύριον» καὶ ἄρα «ἑαυτὸν δοῦλον» τοῦ Χριστοῦ, ἐπεξηγεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. (Π. Ν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, σελ. 291.)

.       9. Θὰ κάνω καὶ  μερικὲς ἀκόμη παρατηρήσεις στὰ γραφόμενα τοῦ ἁγίου Νικοπόλεως. Γράφει στὴν συνέχεια τῶν παραπάνω λόγων του· «Μὲ ἴδιο τρόπο ἀντιμετωπίζει ὁ κάθε ἄνθρωπος τὸ ὅποιο “σημεῖον εἰς ἔκπληξιν”, ποὺ τοῦ προσφέρει ὁ Κύριος. Τὸ ἀναλύει λογικά. Καί, ἢ τὸ ἀποδέχεται, ἢ τὸ ἀπορρίπτει· κατὰ ἐπιλογὴ δική του! Ὅπως ἔκαμαν καὶ οἱ «εἰς Ἐμμαοὺς πορευόμενοι». Καὶ ἂς μὴ ξεχνᾶμε ποτέ, ὅτι οἱ ἐμπειρίες, (τόσο οἱ μυστικὲς-πνευματικές, θείας προέλευσης, ὅσο καὶ οἱ ἐπίγειες), σὰν γεγονότα, προκαλοῦν τὸν δέκτη τους σὲ μία ἐπεξεργασία λογική, ποὺ ἀπαιτεῖ, καὶ μᾶς ἐπιβάλλει, νὰ στρωθοῦμε μὲ ρωμαλεότητα στὴν δουλειά, νὰ στραφοῦμε πρὸς τὸν Θεό. Ἡ Στροφή μας πρὸς τὸν Θεό, εἶναι, καὶ λέγεται “μετάνοια”, δηλαδὴ σωστὰ μυαλά, σωτηρία. Ἡ στροφή μας πρὸς τὸν Θεό, ἡ μετάνοια, εἶναι ἡ πιὸ λογική μας ἐνέργεια» (σελίδα 21).

.       Σ’ αὐτὰ  θὰ κάνω τὶς ἑξῆς παρατηρήσεις·

Πρώτη παρατήρησι. Ὁ ἅγιος Νικοπόλεως μεταξὺ αὐτῶν ποὺ «ἀναλύουν λογικὰ τὸ σημεῖον εἰς ἔκπληξιν καὶ ἢ τὸ ἀποδέχεται ἢ τὸ ἀπορρίπτει· κατὰ ἐπιλογὴ δική του», συγκαταλέγει καὶ τοὺς εἰς Ἐμμαοὺς πορευομένους δύο μαθητὰς τοῦ Κυρίου. μως ο ες μμαος πορευόμενοι δύο μαθητα το Κυρίου ν σκέπτονται κα συζητον τ γενόμεναστὴν Ἱερουσαλήμ· νῶ χουν τν Κύριον συνομιλοντα μαζί τους καὶ ρμηνεύοντα τὰ τῶν Γραφῶν διὰ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Ἰησοῦ· ν καίεται   καρδιά τους, τν ησον δν τν ναγνωρίζουν οτε πιστεύουν στν νάστασί Του.  Τν νεγνώρισαν  μόνον «ν τῇ κλάσει τοῦ ρτου». Τότε, κα ΟΧΙ μετὰ π τς λογικς πεξεργασίες, «διηνοίχθησαν ατν οἱ φθαλμοί», πίστευσαν στν νάστασί Του κα «ναστάντες ατ τ ρ ὑπέστρεψαν ες ερουσαλμ» (Λουκ. κδ´13-35).

Δεύτερη παρατήρησι. Ὁ ἅγιος Νικοπόλεως δέχεται ὅτι  «οἱ  μυστικὲς – πνευματικές, θείας προελεύσεως, ὅσο καὶ οἱ  ἐπίγειες ἐμπειρίες προκαλοῦν τὰ ἴδια ἀποτελέσματα στὸν ἄνθρωπον»! ! Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀπαράδεκτον. Οὔτε ὁ ἴδιος δὲν δέχεται αὐτό. Διότι γράφει ὁ ἅγιος Νικοπόλεως σὲ ἄλλη σελίδα τοῦ βιβλίου του· «Γνῶσις δὲν εἶναι μόνο ἡ ψευδώνυμος γνῶσις. Ὀρθοδόξως δὲν ἀποβάλλεται ἡ γνώση καὶ ἡ νόηση, ἀλλὰ οἱ ἐσφαλμένες νοησιαρχικὲς μέθοδοι τῶν ἀπίστων» (σελίδα 41). ρα λογικ πεξεργασία δν δηγε πάντοτε στν ληθιν γνσι, λλ κα στν ψευδώνυμη τοιαύτη, στς σφαλμένες νοησιαρχικς μεθόδους τν πίστων!

Τρίτη παρατήρησι. Γράφει ὁ ἅγιος Νικοπόλεως·  Καὶ «οἱ θείας προελεύσεως  ἐμπειρίες καὶ οἱ γήινες προκαλοῦν  τὸν δέκτη τους σὲ μία ἐπεξεργασία λογική, ποὺ ἀπαιτεῖ καὶ μᾶς ἐπιβάλλει … νὰ στραφοῦμε πρὸς τὸν Θεό». Σ’ αὐτὰ παρατηρῶ:

Πρῶτον· Ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Νικοπόλεως στὴν ἀρχὴ τούτων τῶν λόγων του γράφει, ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει λογικὰ «τὸ ὅποιο σημεῖον εἰς ἔκπληξη ποὺ τοῦ προσφέρει ὁ Θεός».  Ἑπομένως ΟΧΙ καὶ τὶς γήινες ἐμπειρίες, ὅπως γράφει ἐδῶ.
Δεύτερον· Ἐὰν ἡ λογικὴ ἐπεξεργασία ἐπιβάλλει στροφὴ πρὸς τὸν Θεό, τότε ποῦ πάει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου «νὰ  ἀποδεχθῆ  τὸ σημεῖον ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψη κατὰ ἐπιλογὴ δική του», ὅπως πάλιν  μόλις λίγο παραπάνω  γράφει  ὁ ἅγιος Νικοπόλεως;
Τρίτον· Πς συμβαίνει λογικ πεξεργασία νς κα το ατο «σημείου» λλους ν δηγ στν πιστία κα λλους στν πίστι στν ληθιν Θεό, πως συνέβη στν Σταυρό; Δηλαδὴ τὸν μὲν βλάσφημον ληστήν, τοὺς Γραμματεῖς κ.λ.π. νὰ ὁδηγῆ σὲ ἀπιστία, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα ληστή, τὸν ἑκατόνταρχον κ.λ.π. εἰς τὴν πίστιν στὸν ἀληθινὸ  Θεό;

Τετάρτη παρατήρησι. Ὁ ἅγιος Νικοπόλεως γράφει·  «ἡ στροφὴ πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι καὶ λέγεται μετάνοια, δηλαδὴ σωστὰ μυαλά, σωτηρία». Σὰν νὰ λέει δηλαδή· Ὅποιος κάνει λογικὴ ἐπεξεργασία τῶν «σημείων»,  ὁδηγῆται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἑπομένως μετανοεῖ καὶ σώζεται.  Τότε μως  θ πρέπει ν συμπεράνουμε, τι λοι ο λλοι, ο μ σωζόμενοι, δν κάνουν λογικ πεξεργασία τν σημείων; λλ τοτο οτε γιος  Νικοπόλεως  δέχεται.  Γιατί διος γράφει, τι  σοι  πορρίπτουν  τ σημεα, κάνουν «δική τους πιλογή»,  μετ π λογικ πεξεργασία. ρα πάρχει κα δ μεταξ τν λεγομένων το γίου Νικοπόλεως ντίφασις.

Πέμπτη  παρατήρησι. Ναί, μετάνοια εναι πι ρθ κα πι φέλιμη πράξι το νθρώπου. Κα εναι ντως πράξις λευθερίας. χι μως τι εναι ποτέλεσμα λογικς πεξεργασίας. Θ λεγα, εναι κόντρα στν λογική, φο δηγε πολλάκις κα σ’ ατν τν θάνατον το σώματος. Ἔτσι ἡ μεταστροφὴ τοῦ Παύλου τὸν κάνει ἀπὸ διώκτη τῶν χριστιανῶν σὲ διωκόμενον, ὥστε ἀμέσως νὰ κινδυνεύση καὶ ἡ ζωή του στὴν Δαμασκό. Ἡ μετάνοια τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας τὴν ὠδήγησε νὰ χάση τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς καὶ νὰ  φθείρη διὰ τῆς ἀσκήσεως τὸ ὡραῖο σῶμα της. Οἱ ἅγιοι τεσσαράκοντα μάρτυρες μὲ τὸ μαρτύριό τους πᾶνε κόντρα στὴν ἀνθρώπινη λογικὴ  καὶ τὴν φυσικὴ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου διὰ τὴν ζωή.

.    10. Τέλος, διὰ νὰ μείνω σ’ αὐτά, ὁ ἅγιος Νικοπόλεως στὸ Δ’ Κεφάλαιον τοῦ βιβλίου του, “ΤΙ  ΕΙΝΑΙ ΜΕΘΕΞΗ;” γράφει· «Συμπέρασμα. Ἡ ὅποια ἐμπειρία, ὅπως καὶ ἂν ἐπῆλθε, ΔΕΝ ἀρκεῖ. Χρειάζεται νοητικὴ  ἐπεξεργασία καὶ ἐμβάθυνση. Αὐτὴ ὁδηγεῖ στὸ μεγαλεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς προκοπῆς» (σελίδα 59).
.    Ὅμως αὐτὰ τὰ ἐξάγει ὡς συμπέρασμα ἀπὸ λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοὺς ὁποίους παραπάνω ἔχει παραθέσει. Τοὺς  ξαναπαραθέτω καὶ ἐγώ, διὰ νὰ κρίνετε ἂν τὸ παραπάνω συμπέρασμα τοῦ ἁγίου Νικοπόλεως μπορεῖ νὰ ἑξαχθῆ ἀπὸ τοὺς παρατιθεμένους λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
.    Γράφει ὁ ἅγιος Νικοπόλεως· «4. Ὁ ἄλλος κολοσσὸς θεολογίας καὶ ὀρθοδοξίας ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει ἐπιγραμματικά: “Ἐν τῇ μεταλήψει τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀληθὴς γνῶσις· διὰ τῆς γνώσεως, ἡ ἀγάπη· …καὶ γινωσκομένη, γνῶσιν ἀπόρρητον ποιεῖ”». (σελίδες 58-59).  Στοὺς παραπάνω λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ βλέπετε ἐσεῖς νὰ διδάσκεται, ὅτι «χρειάζεται νοητικὴ ἐπεξεργασία καὶ ἐμβάθυνση»; Ἐγὼ δὲν διαπιστώνω κάτι τέτοιο.
.    Γι’ αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ τί ἔχη νὰ μᾶς εἴπη ὁ ἅγιος Νικοπόλεως;

Πύργος 2 Μαΐου 2011

Ἑορτὴ τῆς Ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν Λειψάνων
τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου

 ΠΗΓΗ: http://www.imilias.gr/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΤΥΑ ΗΛΕΚΤΡ. ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ. ΕΧΟΥΝ ΝΟΥ, ΚΑΡΔΙΑ.»

Γι τν 28η κτωβρίου 1940
(Οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες δὲν εἶναι δίκτυα ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν.
Ἔχουν νοῦ, ἀλλὰ ἔχουν καὶ καρδιά)

Τοῦ Χρυσάνθου Λαζαρίδη

Τὸ 1895, ὁ Λόρδος Κέλβιν, κατὰ κόσμον William Thomson, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους φυσικούς της ἐποχῆς του, διακήρυξε τὸ ἑξῆς ἐκπληκτικό: «μηχανὲς ποὺ πετᾶνε, βαρύτερες ἀπὸ τὸν ἀέρα, εἶναι ἀδύνατο νὰ κατασκευαστοῦν»! Ὀκτὼ χρόνια ἀργότερα διαψεύστηκε πανηγυρικὰ ἀπὸ δύο ἐρασιτέχνες μηχανικούς, τοὺς ἀδελφοὺς Wright, οἱ ὁποῖοι κατασκεύασαν τὴν πρώτη ἱπτάμενη μηχανή. Ἦταν βαρύτερη ἀπὸ τὸν ἀέρα. Καὶ κατάφερε νὰ πετάξει….
Τὸ 1900, ὁ Λόρδος Κέλβιν ἔκανε μία ἀκόμα βαρυσήμαντη ἐπισήμανση: «Δὲν ὑπάρχει πιὰ τίποτε καινούργιο νὰ ἀνακαλύψουμε στὴ Φυσική», εἶπε. «Τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει εἶναι νὰ βελτιώσουμε τὶς μετρήσεις μας μὲ ἀκρίβεια περισσοτέρων δεκαδικῶν ψηφίων». Πέντε χρόνια ἀργότερα κι αὐτὴ ἡ διαπίστωση διαψεύστηκε ἐξ ἴσου πανηγυρικά. Ἕνας νεαρὸς ὑποψήφιος διδάκτορας, ὁ Ἀλβέρτος Ἀϊνστάϊν, ἀνέτρεψε τὴν Νευτώνεια Φυσικὴ μὲ τὴν Θεωρία τῆς Σχετικότητος.
Λίγα χρόνια ἀργότερα, μία πλειάδα ἀκόμα νεώτερων φυσικῶν, ὁ ντὲ Μπρολί, ὁ Σρέντιγκερ, ὁ Χάϊζεμπεργκ καὶ ὁ Ντυρὰκ θὰ ἀνέτρεπαν ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὸ Νευτώνειο κόσμο, μὲ τὴν Κβαντικὴ θεωρία. Ὁ Λόρδος Κέλβιν εἶχε πέσει ἔξω, γιὰ μίαν ἀκόμα φορά. Αὐτό, ἀσφαλῶς, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ συγκαταλέγεται, μέχρι σήμερα, μεταξὺ τῶν μεγαλυτέρων φυσικῶν. Βρίσκεται μάλιστα θαμμένος στὸ ἀββαεῖο τοῦ Westminster, δίπλα στὸν Νεύτωνα… Ἀλλὰ ἡ Νευτώνεια Φυσική, τὴν ὁποία θεωροῦσε «αἰώνια, παγκόσμια κι ἀδιαμφισβήτητη ἀλήθεια», εἶχε πολλαπλὰ ἀνατραπεῖ. Τί ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ; Πολὺ λίγα χρόνια μετὰ τὶς βαρύγδουπες διαπιστώσεις τοῦ Λόρδου Κέλβιν, ἡ ἐπιστήμη τῆς Φυσικῆς μπῆκε σὲ μία νέα φάση ὡριμότητας, ὅπου ξεπέρασε τὸ αὐτονόητο καὶ προχώρησε στὸ ἀδιανόητο. Ὁ καμπυλωμένος χωροχρόνος τοῦ Ἀϊνστάϊν, τὰ κβάντα τοῦ Ντὲ Μπρολί, ποὺ ἦταν κυματοσωματίδια – κύματα καὶ σωματίδια ταυτόχρονα – ἡ ἀπροσδιοριστία τῆς κβαντικῆς φυσικῆς τοῦ Σρέντιγκερ καὶ τοῦ Χάιζεμπεργκ, ὅλα αὐτὰ ἦταν ἔννοιες ἀδιανόητες γιὰ τὸ εὐρὺ κοινό. Ἀδιανόητες ἀκόμα καὶ γιὰ πολλοὺς φυσικούς. Καὶ σήμερα ἀκόμα, δὲν ὑπάρχει πλήρης συμφωνία γιὰ τὸ τί σημαίνουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κάθε Ἐπιστήμη κάθε κλάδος τῆς Γνώσεως, ἔρχεται κάποια στιγμὴ ποὺ ὡριμάζει καὶ προχωρᾶ πέρα ἀπὸ τὸ προφανές, πέρα ἀπὸ τὴν συμβατικὴ λογική, πέρα ἀπὸ τὰ «αὐτονόητα» τῆς ἐποχῆς της.

Ἀλήθεια, ὅμως, τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν 28η Ὀκτωβρίου;
Ἁπλούστατα: Ὑπάρχουν κάποια σημεῖα, κάποια ἐπίπεδα, κάποιες κλίμακες, κάποιες συγκυρίες, κάποιες ἀκραῖες καταστάσεις, ὅπου αὐτὸ ποὺ φαίνεται «ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες προφανὲς» καὶ λογικὸ παύει νὰ ἰσχύει. Ὅπως αὐτὸ συμβαίνει στὴν Φυσική, στὰ Μαθηματικά, καὶ στὴν Οἰκονομία, ἔτσι συμβαίνει καὶ στὴν Πολιτική, ἢ στὴν Ἱστορία τῶν λαῶν.
Ὑπάρχουν κάποιες μεγάλες στιγμές, ὅπου αὐτὸ ποὺ μοιάζει «ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες προφανές», «τετράγωνα λογικὸ» καὶ «αὐτονόητο», ἀνατρέπεται. Κι ἐνεργοποιοῦνται ὄχι ἁπλῶς κάποια ἄλλα κίνητρα, πέρα ἀπὸ τὴν κοινὴ λογική. Ἀλλὰ ἀρχίζουν νὰ ἰσχύουν κάποιοι ἄλλοι κανόνες, κάποιας ἄλλης λογικῆς. Γιὰ νὰ ἔλθουμε στὸν Πολιτική, λοιπόν, γνωρίζουμε ὅτι οἱ συσχετισμοὶ ἰσχύος ἐπιτρέπουν κάποιες ἐπιλογὲς σὲ ἕνα λαὸ καὶ τοῦ ἀπαγορεύουν κάποιες ἄλλες. Καὶ τὸ τίμημα γιὰ ὅποιον λαὸ ἀψηφᾶ τοὺς συσχετισμοὺς ἰσχύος εἶναι ἡ ἧττα, ἡ ὑποδούλωση καὶ ὁ ἀφανισμός. Αὐτὰ τὰ γνωρίζουμε καλά. Ἀλλὰ δὲν ἰσχύουν πάντα. Ὑπάρχουν στιγμές, ποὺ ἡ λογικὴ τῆς ἰσχύος καὶ τῶν συσχετισμῶν, ἀποδεικνύεται στείρα, λανθασμένη καὶ μυωπική. Εἶναι τότε ποὺ ἰδεολογικὰ προτάγματα ἀνατρέπουν τὴν λογικὴ τῆς ἰσχύος.

Νὰ μερικὰ πολὺ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ποὺ προσφέρει ἡ σύγχρονη Ἑλληνικὴ Ἱστορία:
Ἂς μεταφερθοῦμε στὸ φθινόπωρο τοῦ 1940:
Ἡ Γερμανία τοῦ Χίτλερ καὶ ἡ Ἰταλία τοῦ Μουσολίνι – οἱ δυνάμεις τοῦ Ἄξονα – εἶχαν σαρώσει τὴν Εὐρώπη. Νὰ προσέξουμε κάτι: Ἡ Ἑλλάδα τὸ 1940 δὲν ἔκανε ἐπιλογὴ «μὲ ποιά πλευρὰ θὰ μπεῖ στὸν Πόλεμο». Δὲν ὑπῆρχαν, τὴν στιγμὴ ἐκείνη, «δύο πλευρές». Ὑπῆρχε ὁ Ἄξονας ποὺ νικοῦσε παντοῦ, ἤλεγχε τὰ πάντα στὴν Εὐρώπη κι ἑτοιμαζόταν νὰ ἐπεκταθεῖ ἀκόμα παραπέρα. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὑπῆρχε ἡ Ἀγγλία, ἡττημένη, ταπεινωμένη καὶ καθημαγμένη, ποὺ ἀντιστεκόταν λυσσαλέα, ἀλλὰ δὲν εἶχε τίποτε νὰ προσφέρει σὲ ὅποιους δυνητικοὺς συμμάχους της. Μπορεῖ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση νὰ φοβόταν ὅτι σύντομα θὰ ἐρχόταν κι ἡ σειρά της, μπορεῖ νὰ ἑτοιμαζόταν μυστικὰ νὰ ἀντιμετωπίσει ἐνδεχόμενη Γερμανικὴ ἐπίθεση, ἀλλὰ τότε, τυπικὰ ἀκόμα, ἦταν «διπλωματικὸς φίλος» της Γερμανίας, κι ἔστελνε «συγχαρητήρια τηλεγραφήματα» στὸ Βερολίνο, μετὰ ἀπὸ κάθε σαρωτικὴ νίκη τῆς Βέρμαχτ. Μπορεῖ καὶ οἱ ΗΠΑ νὰ συμπαραστέκονταν ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ στὴν ἀγρίως δοκιμαζομένη Βρεττανία, ἀλλὰ τυπικὰ ἦταν οὐδέτερες ἀκόμα, καὶ δὲν φαινόταν εὔκολο τότε, πὼς θὰ ξεπερνοῦσαν αὐτὴ τὴν οὐδετερότητα. Ὁ νόμος περὶ ὑποχρεώσεως στρατιωτικῆς θητείας καὶ Γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, ψηφίστηκε στὸ Ἀμερικανικὸ Κογκρέσο, μόλις τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι, τοῦ 1941, μόλις μὲ μία ψῆφο διαφορά, μόλις τρεῖς μῆνες πρὶν ἀπὸ τὸ Πὲρλ Χάρμπορ. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1940, ἡ ἀνάμιξη τῆς Ἀμερικῆς στὸν Πόλεμο φαινόταν πολὺ μακρινὸ καὶ πολὺ ἀπίθανο ἐνδεχόμενο. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ὁ Πόλεμος ἔμοιαζε νὰ ἔχει τελειώσει… Κι ὅμως, ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἡ Ἑλλάδα, λαὸς καὶ ἡγεσία, καθεστὼς κι ἀντιπολίτευση, ἐπέλεξαν νὰ ἀντισταθοῦν. Νὰ ἀντισταθοῦν πλήρως, ἀποφασιστικά, ἀδιαπραγμάτευτα κι ἀνυποχώρητα. Πόσο «λογικ» ταν τότε κείνη πιλογή; Σύμφωνα μ τ συμβατικ μέτρα, καθόλου λογική, πολύτως «παράλογη». ν πρχαν τότε παγγελματίες ναλυτς κα τεχνοκράτες τς διαχειρίσεως κρίσεων, θ εσηγονταν μόφωνα, τν συνθηκολόγηση τς λλάδας! Θ πίεζαν ν διαπραγματευθε λλάδα, κόμα κα μείζονες θνικς παραχωρήσεις, προκειμένου ν ΜΗ βγε στν Πόλεμο, ν βγε μ τ μέρος τν τότε «νικητν»: Δηλαδ το ξονα. Ετυχς, δν πρχαν τότε τέτοια golden boys, ποὺ καταλαβαίνουν τὶς τεχνικὲς παραμέτρους τοῦ προβλήματος, ἀλλὰ συχνὰ δὲν καταλαβαίνουν τὴν φύση του καὶ τὴν δυναμικὴ τῶν βασικῶν μεγεθῶν του. Κι ἔτσι ἡ Ἑλλάδα δὲν πῆγε μὲ τοὺς «νικητές», ἀντιστάθηκε στοὺς «νικητές», ὑπέφερε τὰ πάνδεινα τὰ ἑπόμενα δέκα χρόνια, ἀλλὰ κατάφερε νὰ βγεῖ κερδισμένη ἀπὸ τὸν Πόλεμο.
λλάδα πγε μ τος τελικος νικητς το Πολέμου, γιατί πέλεξε ν ντισταθε στος «νικητς» τς στιγμς, τν ρα πο ξέσπαγε Πόλεμος.
Δν ταν πολογισμο σχύος, δν ταν κάποια σπάνια διορατικότητα, ταν προτάγματα λευθερίας πο καθόρισαν τὴν στάση της. Ἂς μεταφερθοῦμε, τώρα ἕνα χρόνο ἀργότερα. Μετὰ ἀπὸ τὴν νικηφόρα προέλαση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, καὶ τὴν ταπείνωση τῆς Μουσολινικῆς Ἰταλίας, ἡ Ἑλλάδα ὑφίσταται τὴν ἐπίθεση τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰ βόρεια σύνορά της, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, καὶ ὑποκύπτει. Βρίσκεται πλέον ὑπὸ τριπλῆ κατοχή. Κι ὅμως, ἕξη μῆνες ἀργότερα ξεσηκώνεται ἕνα ἀνεπανάληπτο κίνημα Ἐθνικῆς Ἀντίστασης, ποὺ ἀγκαλιάζει τότε ὁλόκληρο τὸν Ἑλληνικὸ χῶρο. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ ἐλεγχόμενος ἀπὸ τὶς κατοχικὲς δυνάμεις ἐπίσημος τύπος ἐπιχειρεῖ νὰ κάμψει τὸ ἀντιστασιακὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

Ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ παρακολουθήσoυμε σήμερα, τὰ δημοσιεύματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης:
«Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς Ἕλληνες», διαβάζουμε στὶς στῆλες τῶν τότε ἐφημερίδων, μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς.
«Θλιβόμεθα καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὴν κατοχὴν τῆς προσφιλοῦς ἡμῶν πατρίδος. Πλὴν κατανοοῦμεν ὅτι ὁ σήμερον διεξαγόμενος Πόλεμος θὰ κριθεῖ ἐκτὸς Ἑλλάδος. – Εἴτε οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Σύμμαχοι τvν θὰ νικήσωσιν εἰς τὸν Πόλεμον αὐτόν, ὁπότε πᾶσα «ἀντίστασις» ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ματαία. – Εἴτε οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Σύμμαχοί των θὰ χάσουν τὸν Πόλεμο, ὅποτε πᾶσα «ἀντίστασις» εἶναι περιττή. Εἴτε οἱ Γερμανοὶ θὰ νικήσουν καὶ δὲν θὰ φύγουν ποτέ, εἴτε θὰ χάσουν καὶ θὰ φύγουν ἔτσι κι ἀλλιῶς. Ὁπότε, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἡ λεγόμενη «Ἀντίστασις» ἐν Ἑλλάδι, εἴτε εἶναι ματαία εἴτε εἶναι περιττή. Καὶ μόνον θερμοκέφαλοι ἢ πράκτορες ξένων δυνάμεων προσπαθοῦν νὰ παρασύρουν τὴν ἀφρόκρεμα τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας εἰς παράφρονας πράξεις καταστροφῆς καὶ ὀλέθρου».
Αὐτὰ ἔγραφαν τότε, ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ ἐλεγχομένου τύπου, οἱ κονδυλοφόροι τῶν κατοχικῶν κυβερνήσεων καὶ τὰ «παπαγαλάκια» τῶν κατοχικῶν ἀρχῶν. Προσπαθῆστε νὰ δεῖτε αὐτὴ τὴν προπαγάνδα, ὄχι μὲ τὰ μάτια τοῦ σήμερα, ὄχι μὲ τὴν γνώση τοῦ τί ἔγινε ἀργότερα, ἀλλὰ μὲ τὰ μάτι τοῦ τότε. Παρατηρεστε τι προπαγάνδα ατ λογικ ταν «τετράγωνη», δν μπαζε π πουθενά. ποταγή, παθητικότητα, καιροσκοπισμς κα μοιρολατρία ἔμοιαζαν τότε πολύτως ρθολογικ θεμελιωμένες. Ἡ Ἀντίσταση ἔμοιαζε ἀπολύτως «παράλογη» καὶ «τυχοδιωκτική». Ετυχς, μως, λληνικς λας δν κουσε τότε «τὴν φων τς λογικς», λλ τὴν φων τς καρδις κα το φρονήματός του. Ετυχς, δν προσχώρησε στὴν «λογική της ποταγς», λλ «παρασύρθηκε» π τ προτάγματα λευθερίας κι ντίστασης. Σήμερα εἴμαστε ὅλοι ὑπερήφανοι γιὰ τὴν «παράλογη» ἐκείνη ἀντίσταση τῶν πατεράδων καὶ τῶν παππούδων μας. Κι ἀντιμετωπίζουμε μὲ περιφρόνηση τὴν «τετράγωνη λογικὴ» τῶν ἐντεταλμένων κονδυλοφόρων τῆς Κατοχῆς. Εἶναι, ἄραγε, σφάλμα νὰ ὑπολογίζει κανεὶς προσεκτικά τοὺς συσχετισμοὺς ἰσχύος; Εἶναι λάθος νὰ ἐπιλέγει κανεὶς τὴν πολιτικὴ ποὺ ἐλαχιστοποιεῖ τὶς ζημιὲς σὲ μία κρίση; Ἄραγε, δὲν εἶναι σωστό, δὲν τὸ ἀκοῦμε τόσο συχνὰ τριγύρω μας, δὲν τὸ ἐπαναλαμβάνουμε συνεχῶς κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ὅτι στὰ μεγάλα θέματα πολιτικῆς πρέπει νὰ ἀποφασίζουμε μὲ τὸ μυαλὸ κι ὄχι μὲ τὸ συναίσθημα; – Ὅμως, τί θὰ πεῖ αὐτό; – Ἀλήθεια τί θὰ πεῖ νὰ «νὰ ὑποτάσσουμε τὸ συναίσθημα στὴν λογική»; Ἀκόμα καὶ τὴν λογική τῆς ὑποταγῆς; Μόνο λογικὴ ἔχουν οἱ ἠλεκτρονικοὶ ὑπολογιστές! Αὐτοί, ἂν τοὺς προγραμματίσεις σωστά, μποροῦν νὰ μεγιστοποιοῦν τὸ ὄφελος, δεδομένων τῶν περιορισμῶν ποὺ τοὺς τίθενται κάθε φορά, καὶ νὰ ἀποφασίζουν τὸ μικρότερο κακό. λλ ο νθρώπινες κοινωνίες δν εναι δίκτυα λεκτρονικν πολογιστν. χουν νο, λλ χουν κα καρδιά, διαθέτουν σκέψη, λλ χουν κα κάτι πο ΔΕΝ χουν ο πολογιστές: Συναισθηματικ νοημοσύνη. Ἔχουν φόβους, ἔχουν ἐλπίδες, ἔχουν ὄνειρα, ἔχουν προσδοκίες, γιὰ τοὺς ἴδιους καὶ τὰ παιδιά τους, ἔχουν ἀξίες, ἔχουν αἰσθητική, ἔχουν ἐλαττώματα, ἔχουν μικρότητες, ἔχουν κι ἀρετές, ἔχουν σύνδρομα αὐτοκαταστροφῆς, ἀλλὰ κι ἐξάρσεις αὐτοθυσίας. Πς μπορον ν προγραμματιστον γραμμικ λες ατς ο νθρώπινες διότητες κα ν μπον σ μία μήτρα πολογιστικς βελτιστοποιήσεως; Οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες θὰ ἀποφασίζουν πάντα καὶ μὲ τὸ συναίσθημα. Ἰδιαίτερα σὲ συνθῆκες ὑπερτάτης κρίσεως, θὰ ἀποφασίζουν κυρίως μὲ τὸ συναίσθημα. Ἀλλιῶς θὰ χάσουν τὴν ἀνθρωπιά τους. ν φαιρέσετε τς ξίες, τ προτάγματα, τος φόβους, τς φιλοδοξίες κα τν ασθητική, δν μένει τίποτε «νθρώπινο» π μία κοινωνία. Οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες θὰ ἀποφασίζουν πάντα – σὲ κρίσιμες στιγμὲς – μὲ τὸ συναίσθημα. Καὶ θὰ ἀποφασίζουν σωστά, ἂν ἐλέγχουν τὸ συναίσθημα μὲ τὴν λογική τους. Ὄχι ἂν ὑποτάσσουν τὸ συναίσθημα στὴν λογική τους. ταν Λογικ λέγχει τ συναίσθημα, ταν χαλιναγωγε τς νστικτώδεις ντιδράσεις, τότε ξανθρωπίζεται κοινωνία. μως, ταν λογικ ποτάσσει τ συναίσθημα, τότε κοινωνία χάνει τν νθρωπιά της. Τὰ ἰδεολογικὰ προτάγματα εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ἡ λογικὴ – ἢ μᾶλλον ἡ ἰδεολογικὴ ἐπεξεργασία – τῶν συλλογικῶν συναισθηματικῶν ἀντιδράσεων μιᾶς κοινωνίας σὲ δύσκολες στιγμές, ὥστε ν μ κυριαρχήσει φόβος, τ μίσος, παράνοια. Ἀλλὰ ἀρχὲς καὶ ἀξίες, ποὺ διασώζουν μία κοινωνία καὶ τὴν ἀνθρωπιά της.
Τὰ ἰδεολογικὰ προτάγματα Ἐλευθερίας εἶναι οἱ ἁρμοὶ μὲ τοὺς ὁποίους οἰκοδομήθηκε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε σύγχρονος Πολιτισμός. Στὴν Δύση κι ὄχι μόνο… Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἄρνηση τῆς Λογικῆς. Εἶναι μία ἄλλη Λογική. Ὄχι ἡ λογικὴ τῆς καθημερινότητας. Ὄχι ἡ λογικὴ ὑπὸ «κανονικὲς συνθῆκες»… Εἶναι ἡ Λογικὴ σὲ ἀκραῖες καταστάσεις μεγάλων κρίσεων, μεγάλων στιγμῶν, ὅταν οἱ κοινωνίες ἀντιμετωπίζουν προβλήματα ἐπιβιώσεως. Ὅταν δὲν μετρᾶνε οἱ λεπτὲς ἰσορροπίες καὶ οἱ περίτεχνες ἐξισορροπήσεις. Ὅταν μετρᾶνε τὰ μεγάλα ἅλματα καὶ οἱ μεγάλες ὑπερβάσεις – τῆς μικρότητας, τῆς ἀτομικότητας, τῆς καθημερινότητας. Ὅταν ὁ Ἄνθρωπος ἀναμετρᾶται μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ξεπερνᾶ. Ὅταν ἀναμετρᾶται μὲ τὴν μοίρα του καὶ τὴν ὑποτάσσει στὴν θέλησή του. Ὅταν διαλέγει τὴν Ἐλευθερία του καὶ τὴν πραγματώνει, ἀκόμα κι ἂν αὐτή του τὴν ἐπιλογὴ τὴν πληρώνει ἀκριβά. Τὰ προτάγματα Ἐλευθερίας εἶναι ἡ ὑπέρτατη Λογικὴ ποὺ ἐπιλέγει μία κοινωνία στὶς μεγάλες, στὶς δύσκολες στιγμές της. Ὅπως ἀκριβῶς στὶς κλίμακες τῶν ὑποατομικῶν σωματιδίων παύει νὰ ἰσχύει ἡ Νευτώνεια Φυσικὴ καὶ ἰσχύει μία ἄλλη Φυσικὴ – ἡ Κβαντική. Ὅπως ἀκριβῶς στὶς κλίμακες τῶν μεγάλων γαλαξιακῶν μαζῶν καὶ τῶν ὑψηλῶν ταχυτήτων, κοντὰ στὴν ταχύτητα τοῦ φωτός, ἐπίσης παύει νὰ ἰσχύει ἡ Νευτώνεια Φυσικὴ καὶ ἰσχύει ἡ Γενικὴ Σχετικότητα τοῦ καμπυλωμένου χωροχρόνου. Ἔτσι ἀκριβῶς, στὶς μεγάλες, στὶς κρίσιμες ἱστορικὲς στιγμὲς τῶν λαῶν, παύουν νὰ ἰσχύουν οἱ προσεκτικοὶ ὑπολογισμοὶ ἰσχύος, ἐξισορρόπησης συσχετισμῶν καὶ ἐλαχιστοποίησης ζημιῶν, καὶ ἰσχύει μία ἄλλη λογική: Ἐκείνη ποὺ ὑπαγορεύουν τὰ προτάγματα Ἐλευθερίας. Εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ κάθε λαὸς κάνει τὸ ἀναπάντεχο ἅλμα, ἀνάμεσα στὶς συμβατότητες τῆς καθημερινότητάς του καὶ τὶς παρακαταθῆκες τῆς Ἱστορίας του. Ἀλλάζει κώδικα Λογικῆς. Δὲν γίνεται «παράλογος». Ἀλλάζει κανόνες συμπεριφορᾶς. Δὲν γίνεται «παρανοϊκός». Ἀνακαλύπτει τὸν ἑαυτό του. Δὲν «χάνει τὸ μυαλό του».

Εἴθε ποτὲ νὰ μὴ ξανα-χρειαστεῖ νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν πολὺ βολικὴ θαλπωρὴ τῆς καθημερινότητάς μας. Εἴθε ποτὲ νὰ μὴ ξανα-χρειαστεῖ νὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ τὴν Ἱστορία μας. λλ καλο-κακο, ς χουμε κάπου πρόχειρο στὴν βιβλιοθήκη μας τ ποίημα το δυσσέα λύτη: «σμα ρωϊκ κα πένθιμο γι τ χαμένο νθυπολοχαγ τς λβανίας»: Τ ποίημα ατ τελειώνει μ τ συγκλονιστικ στίχο, τὴν στιγμ πο ξεψυχάει ρωας:

Τώρα χτυπάει πι γρήγορα τνειρο μς στ αμα
Το κόσμου πι σωστ στιγμ σημαίνει:
λευθερία, λληνες, μς στ σκοτειν δείχνουν τ δρόμο:
EΛEYΘEPIA … Το κόσμου πι σωστ στιγμ σημαίνει! …
Μακρι χτυπον καμπάνες π κρύσταλλο
Αριο, αριο, αριο: τ Πάσχα το Θεο!

Ο στίχοι ατο το Νομπελίστα ποιητ μας, δν χουν τίποτε τ «ρθολογικ» χουν μως, προτάγματα λευθερίας, χουν λήθεια, χουν μεγαλοσύνη, χουν λα ατ πο φτιάχνουν Πολιτισμό. Καὶ σᾶς ἀγγίζουν, ἐπειδὴ δὲν ὑποτάξατε τὰ αἰσθήματά σας στὴν λογική σας, ἐπειδὴ εἶστε ἄνθρωποι, ὄχι ὑπολογιστικὲς συσκευές, ἐπειδὴ ἔχετε ψυχή, ἔχετε καρδιά, ἔχετε συναισθήματα, ἔχετε αἰσθητική.
Κι ὅσο ἔτσι εἶστε κι ἔτσι ἀντιδρᾶτε, τὸ Πνεῦμα ποὺ ἐκεῖνοι πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους, Ζεῖ.
Ὁ πολιτισμὸς ποὺ ἐκεῖνοι μπολίασαν μὲ τὴ θυσία τους, Ζεῖ.
Ἡ μεγάλη παράδοση ποὺ ἐκεῖνοι ἄφησαν πίσω τους, Ζεῖ. Καὶ θὰ Ζεῖ αἰώνια.

ΠΗΓΗ: «Ἀντίβαρο» (antibaro.gr)

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε