Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Λειτουργικὴ Θεολογία

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[3]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[3]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]
Μέρος Β´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

.               Πρῶτον, νὰ ὁρισθεῖ ἕνα χρονικὸ ὅριο εὐχαριστιακῆς νηστείας βάσει ἰατρικο-φυσιολογικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ προκαθορίζουν τὸν χρόνο λήψεως τροφῆς πρὸ τῆς θείας λειτουργίας-κοινωνίας, οὕτως ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι «νήστεις», δηλαδὴ μὲ κενὸ τὸν στόμαχο κατ’ αὐτήν. Δεύτερον, νὰ ἰσχύει ὁ παραδοσιακὸς κανὼν τῆς ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου ἀφαγίας γιὰ τοὺς προαιρουμένους νὰ κοινωνήσουν, ὅσο βαρὺς καὶ ἂν φαίνεται ὁ ὅρος αὐτός. Καὶ οἱ δύο λύσεις εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτες. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ἔχει ἐπιχειρηθεῖ κάτι ἀνάλογο στὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ξεκίνησε μὲν ἀπὸ ἀγαθὸ σκοπό, τὴν διευκόλυνση δηλαδὴ κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ τὴν τέλεση ἑσπερινῶν λειτουργιῶν καὶ τὴν προσέλευση στὴν κοινωνία, κατέληξε δὲ στὴν κατάλυση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Τὸ νὰ ὁρισθοῦν βάσει τῶν ἰατρικῶν δεδομένων εἴδη τροφῶν καὶ ποτῶν, εἰδικὲς περιπτώσεις γιὰ παιδιά, γέροντες ἢ ἀσθενεῖς καὶ ὁδοιπόρους καὶ ὁ ἀνάλογος χρόνος γιὰ τὴν λειτουργία τῆς πέψεως, εἶναι πράγματα σχολαστικὰ καὶ ἀλλότρια πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Εἶναι, νομίζω, ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγήσουν σὲ φθορὰ τῆς τάξεως καὶ σὲ ἀνεπιθύμητες καὶ ἀντιπαραδοσιακὲς ἐκτροπές.
.               Καὶ δεύτερον, ἴσως καὶ κυριότερο. Ἡ ἐπέκταση τῆς νηστείας σὲ μὴ νήστιμες ἡμέρες κωλύεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράδοση καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται κατὰ τὰ ἀπογεύματα ἢ κατὰ τὶς πρὸ τοῦ μεσονυκτίου ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν καὶ τηρεῖται κατ’ αὐτὲς ἀπόλυτος εὐχαριστιακὴ νηστεία, οἱ χαρμόσυνες ἡμέρες μεταβάλλονται σὲ ἡμέρες πένθους καὶ κατανύξεως, ὄχι παρουσίας τοῦ νυμφίου, ἀλλὰ ἀναμονῆς καὶ προετοιμασίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐπιτάχυνση τῆς ὥρας τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ κοινωνίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν, ἡ ἐπιβράδυνση κατὰ τὶς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες καὶ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπέκταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζουν καὶ ὄχι τὴν φυσιολογικὴ λειτουργία τοῦ πεπτικοῦ μας συστήματος. Αὐτὴ εἶναι, τρόπον τινά, αὐτονόητος. «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην (τὴν κοιλίαν) καὶ ταῦτα (τὰ βρώματα) καταργήσει» (Α´ Κορ. ϛ´ 13).

.               Ὁ γράφων δὲν εἶναι οὔτε σὲ θέση οὔτε καὶ ἁρμόδιος νὰ σταθμίσει ἂν οἱ ποιμαντικοὶ λόγοι, ποὺ προβάλλονται γιὰ τὴν δικαίωση τῶν ἑσπερινῶν λειτουργιῶν, εἶναι τόσο ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀνάγκες γιὰ τὴν τέλεσή τους ἀναπόδραστες. Ἴσως καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν τὶς ὑποτιμᾶ, νομίζοντας ὅτι στὴν γνωστὴ σ’ ἐμᾶς περιοχὴ δὲν δικαιώνονται. Ἴσως σὲ ἄλλα μέρη ὅπου οἱ συνθῆκες ζωῆς εἶναι διαφορετικές, ἡ δὲ συμβίωση μὲ ἀλλοθρήσκους ἢ ἀλλοδόξους λαοὺς ἐπιβάλλει τὴν ἐξεύρεση παρομοίων λύσεων, τὸ ζήτημα παίρνει ἄλλες διαστάσεις καὶ χρήζει ἄλλης ἀντιμετωπίσεως. Πάντως οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοβαρὸ θέμα, ποὺ ἡ ἀντιμετώπισή του εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει ἐγκαίρως καὶ σοβαρῶς ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα, μετὰ ἀπὸ ἐπισταμένη μελέτη τῆς παραδόσεως καὶ τῶν εἰδικῶν ποιμαντικῶν συνθηκῶν καὶ ἀπαιτήσεων κάθε περιοχῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ μόνο νὰ ἐπιμείνω ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος. Ταπεινὰ δὲ κλείνοντας νὰ σημειώσω, κατὰ τὴν προσωπική μου πάντα κρίση, ὅτι οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες δὲν εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ κατάλυση ἤ, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερο, ἡ ἀλλαγὴ μιᾶς ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ὑφισταμένης πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ ἑσπερινῆς τελείας Λειτουργίας σὲ μὴ νήστιμες, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἑορτάσιμες ἡμέρες. Οἱ ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐπαρκῶς θεραπεύονται μὲ τὶς θεῖες λειτουργίες τῶν ἡμερῶν ἀργίας, τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν, καὶ μάλιστα μὲ τὶς λεγόμενες «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἢ καὶ ἐκτάκτως ὑπὸ τῶν ὅρον πάντοτε νὰ μὴν λειτουργοῦν, τρόπον τινά, ἀνταγωνιστικῶς πρὸς τὴν μεγάλη σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[2]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

(Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.           Ἔτσι κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι συνδεδεμένη ὄχι πιὰ μὲ τὸ λειτουργικὸ τέλος τῆς νήστιμης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία δηλαδὴ τῆς Θ´ Ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτη ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ μόνη τράπεζα, τὸ δεῖπνο. Σὲ ἡμέρες δὲ ἀκόμη αὐστηροτέρας νηστείας, ὅπως εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ Πάσχα (τὸ Μέγα Σάββατο), ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ἂν δὲν συμπίπτουν πρὸς Σάββατο ἢ Κυριακή, τότε παραμένει μὲν ὁ σύνδεσμος Λειτουργίας-Κοινωνίας καὶ Ἑσπερινοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἑσπερινὸς αὐτὸς συνάπτεται στὴν ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας ὡς τὸ πρῶτο μέρος της. Ἔτσι ἡ λειτουργία τελειώνει, κατὰ τὶς σαφεῖς διατάξεις τῶν Τυπικῶν, τὴν δευτέραν ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδὴ κατὰ τὶς 9-10 μ.μ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἀνάλογη παράταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας.
.             Ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ καὶ ἀκριβὲς σύστημα διασαλεύθηκε σὲ χρόνους δυσκόλους, ποὺ εἶχαν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις ἀκόμη καὶ στὰ λειτουργικὰ ἔθη τῶν χριστιανῶν καὶ ἐν μέρει καὶ αὐτῶν τῶν μοναχῶν. Στὴν προηγουμένη ἀπάντηση εἴδαμε πὼς ἡ Προηγιασμένη τῶν νηστίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μετετέθη τὸ πρωΐ καὶ πὼς ἡ εὐχαριστιακή της νηστεία ἐξομοιώθηκε μὲ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὶς ἑσπερινὲς συνάξεις, τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καὶ τὴν κοινωνία κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο καὶ κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Κατὰ δὲ τὶς Κυριακὲς ἡ σύνδεση τῆς θείας Λειτουργίας μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου προκάλεσε τὴν ἐπιτάχυνση τῆς τελέσεώς της πρὶν ἀπὸ τὴν παραδεδομένη τρίτη ὥρα. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Δὲν ἦταν ἐξυπηρετικὴ γιὰ τὸν λαὸ ἢ καὶ δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἢ καὶ δυνατὴ πλέον ἡ τέλεση δύο χωριστῶν συνάξεων, μιᾶς γιὰ τὸν ὄρθρο, τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς νυκτός, καὶ μιᾶς δευτέρας γιὰ τὴν θεία Λειτουργία, μετὰ τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὄρθρος καὶ Λειτουργία ἀπετέλεσαν οὐσιαστικὰ μία ἀκολουθία, ποὺ ἐτελεῖτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὰ μέρη μας μέχρι σήμερα, κατὰ τὶς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας. Οἱ Σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἀκολούθησαν ἄλλη πρακτικὴ πιὸ σύμφωνη πρὸς τὴν παλαιὰ παράδοση καὶ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ καταλληλότερη γιὰ τὶς ἰδιαιτερότητες τῶν βορείων κλιμάτων. Τὰ μοναστήρια ἂν δὲν κράτησαν πάντοτε τὴν παλαιὰ πρακτική, ἐπετάχυναν καὶ αὐτὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀκόμη καὶ τῆς Προηγιασμένης, διατήρησαν ὅμως τὸν λειτουργικὸ τύπο, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν θεία λειτουργία διαβάζουν τὶς ἀκολουθίες τῆς Γ´ καὶ ϛ´ Ὥρας. Ὁ τύπος ὑπενθυμίζει τὸ δέον, κάποτε, γενέσθαι. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σ’ ὅλες τὶς ὡς ἄνω κατ’ οἰκονομίαν μεταθέσεις παρέμεινε ὁ ἀρχικὸς σύνδεσμος εὐχαριστιακῆς νηστείας καὶ Λειτουργίας, ἔστω καὶ ἀρκετὰ συντετμημένος, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν.
.             Ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες ἐπιχειρεῖται στὴν πράξη, ἰδίως στὶς μεγάλες πόλεις, μία ἀλλαγὴ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ σπουδαιότητα καὶ ἡ ἔκταση τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ἴσως δεόντως ἀκόμη ἀξιολογηθεῖ. Εἶναι κάτι ἀνάλογο καὶ παράλληλο πρὸς τὴν ἐπαναφορὰ τῆς Προηγιασμένης τῆς Τετάρτης στὴν παλαιὰ καὶ ὀρθὴ ἑσπερινὴ τέλεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν ὁ λόγος στὴν προηγουμένη ἀπάντηση. Τὶς πρωτοβουλίες ἔλαβον κληρικοὶ μὲ ἔντονα ποιμαντικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ αἴσθηση τῶν νέων συνθηκῶν ζωῆς, ἰδίως τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν διευκολύνονται ἀπὸ τὶς θεωρούμενες καὶ ἐπικρατοῦσες ὡς παραδοσιακὲς ὧρες λατρείας, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, ὄχι μόνο ὅλες οἱ μνῆμες τῶν ἑορταζομένων μεγάλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ὅσες ἀπὸ τὶς πρῶτες δὲν ἑορτάζονται σταθερὰ σὲ ἡμέρα Κυριακή, εἶναι ἡμέρες ἐργάσιμες. Γιὰ νὰ μείνουμε μόνο στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, κατὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντή, τὴν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τὴν Μεταμόρφωση, γεμίζουν μὲν ἴσως οἱ ἐκκλησίες μας στὶς πολυάνθρωπες ἐνορίες τῶν μεγάλων πόλεων καὶ μᾶς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τοῦ «καλὰ λίαν», στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἐκκλησίασμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας, δηλαδὴ μὴ ἐργαζομένους. Ἡ μὴ δυνατότητα συμμετοχῆς στὶς ἑόρτιες αὐτὲς συνάξεις νέων ἀνθρώπων εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερα σοβαρὸ γιὰ σήμερα, ἐγκυμονεῖ δὲ μακροπροθέσμως ἐμφανεῖς κινδύνους γιὰ τὸ μέλλον τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμη μερικῶς καὶ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Κυριακῶν.
.             Ἡ λύση ὑπῆρχε καὶ ἀναζητήθηκε ὀρθὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση καὶ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς μοναχικῆς πράξεως τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἡ μοναστηριακὴ παράδοση πάντοτε ἐπηρέαζε τὴν ἐνοριακὴ πράξη, σήμερα δὲ τὴν ἐπηρεάζει ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς ἀνθήσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου κατὰ τὴν ἐποχή μας. Ἐξ ἄλλου οἱ ὧρες τῆς νυκτερινῆς λατρείας ἦσαν καὶ εἶναι προσφιλεῖς στοὺς μοναχοὺς καὶ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, οἱ νέες δὲ συνθῆκες ζωῆς τὶς ἔκαναν καὶ πιὸ ἐξυπηρετικὲς καὶ διευκολυντικὲς γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους, περισσότερο τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσο τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῶν παραδοσιακῶν ἐνοριακῶν συνάξεων. Ἔτσι, μέσα σὲ λογικὰ γιὰ τὶς συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐργαζομένων πιστῶν τῶν πόλεων χρονικὰ ὅρια, τελοῦνται «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἢ καὶ ἀσχέτως πρὸς αὐτές, μὲ τὴν πρόνοια πάντοτε ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας νὰ ἐμπίπτει χρονικῶς στὴν νέα ἡμέρα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀναπαύσεως μετὰ τὴν λήξη τῆς ὅλης ἀκολουθίας στοὺς μετέχοντες σ’ αὐτὴν πιστούς.
.                 Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν τέλεση δηλαδὴ «μικρῶν ἀγρυπνιῶν», οὔτε ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία θίγεται οὔτε ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στὴν θεία κοινωνία παρακωλύεται. Ἀντιθέτως κατὰ τὸ πρότυπο τῆς πασχαλινῆς ἀγρυπνίας καὶ κοινωνίας, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Τυπικοῦ του ἁγίου Σάβα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», αἰσθητῶς διευκολύνεται.
.             Ἀντιθέτως ἡ ἄλλη λύση ποὺ προτείνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς προωθεῖται, ἡ τέλεση δηλαδὴ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς προηγιασμένης, τελείας Λειτουργίας κατὰ τὶς ἀπογευματινὲς ἢ πρῶτες νυκτερινὲς ὧρες, μπορεῖ μὲν νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ καὶ νὰ μὴν ἀντιφάσκει πρὸς τὸν ἀδέσμευτο χρονικῶς χαρακτήρα τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ σαφῶς συγκρούεται καὶ ἀνατρέπει τὶς περὶ εὐχαριστιακῆς νηστείας ἀρχαιότατες παραδόσεις. Γιὰ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια ἰσχύει ἀπαραιτήτως ἡ διάταξη ὅτι τελοῦνται «ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων». Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ ΜΗ´ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης τῆς Ἀφρικῆς, ποὺ προκειμένου νὰ γίνει ἡ ἐκφορὰ χριστιανῶν, ἀκόμη καὶ ἐπισκόπων, ποὺ πέθαναν «κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν» καὶ ἔπρεπε λόγῳ τῆς θερμότητος τοῦ κλίματος, νὰ ταφοῦν ἀμέσως, νὰ μὴν τελεῖται, ὅπως ἐπέβαλλε ἡ τάξη, τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἡ κηδεία νὰ γίνεται «μόναις εὐχαῖς», ἂν οἱ μετέχοντες καὶ μέλλοντες νὰ τελέσουν αὐτὴν «ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». Ὁ ὅρος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας ἰσχύει ἀπολύτως καὶ ἰσχύει καὶ σήμερα. Τέλεση δὲ λειτουργίας χωρὶς συμμετοχὴ σ’ αὐτὴν διὰ τῆς θείας κοινωνίας τῶν λειτουργῶν, κατὰ δύναμιν δὲ καὶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι τελείως ἀδιανόητη.
.      Βεβαίως γιὰ τὴν παράκαμψη τοῦ σκοπέλου αὐτοῦ προβάλλονται δύο δυνατότητες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Παρατυπίες πο παρατηρήθηκαν
κατ
τν ορτ τῶν Θεοφανείων

Τοῦ π. Δημ. Ἀθανασίου

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ εὑρηματικότητα πρὸς ἐντυπωσιασμό, ἡ λειτουργικὴ ἡμιμάθεια καὶ ἡ ἠθελημένη παραποίηση τῶν λειτουργικῶν διατάξεων φανερώνονται πιὸ ἔκδηλα στὶς μεγάλες Ἑορτές.

.               Μὲ ἀφορμὴ δημοσιεύματα, μὲ φωτογραφικὰ στιγμιότυπα, ποὺ ἀναρτήθηκαν στὰ ἠλεκτρονικὰ μέσα ἐνημέρωσης ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων  σὲ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν τέλεση τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ τῶν Ὑδάτων (ἀκολουθία συναρπαστικὴ καὶ ἀποκαλυπτικὴ τῶν κοσμολογικῶν διαστάσεων τῆς σωτηρίας) διαπιστώνεται ὅτι ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς τελοῦντες τὸν Ἁγιασμὸ τῆς ἑορτῆς, ὑπερβαίνουν τὶς ὑποστατικὲς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας μὲ πολλὲς προχειρότητες καὶ αὐτοσχεδιασμούς. Καταγράφοντας τὶς διάφορες παρεκτροπὲς δὲν ἀποσκοποῦμε στὸν ἔλεγχο ἀλλὰ στὴν ὑπενθύμιση, στὸν προβληματισμὸ καὶ στὸν ἐπανατροχιασμὸ στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

.               Α. Καινοφανὴς συνήθεια ποὺ εἰσῆλθε στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ τέλεση τοῦ Ἁγιασμοῦ πρὸς δυσμᾶς, ἐνῶ ἡ ἀρχαιότατη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ βασίζεται στὴν Ἁγία Γραφή, στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους  καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλει νὰ προσευχόμαστε πρὸς «ἀνατολάς». Αὐτὸ ἔπραττε ὅλος ὁ χριστιανικὸς κόσμος μέχρι τὴν Β´ Βατικάνειο Σύνοδο. (1962). Ἡ ξαφνικὴ ἐμφάνιση τῆς τελέσεως τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν πρὸς δυσμάς, τυγχάνει ἀθεολόγητη  καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ἄρα πρέπει νὰ ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ τὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας.
.               Ἀλλ’ ἂς ἐκθέσουμε ἐν συντομίᾳ τὸ γιατί ἡ Ἐκκλησία ἔχει αὐτὴ τὴν πρακτική.
.               Ὁ Θεὸς δὲν ὀνομάζεται μόνον ἀγάπη, ἐλπίς, δικαιοσύνη, εἰρήνη, ἀλλὰ καὶ φῶς, ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ «Ἀνατολή». Μᾶς τὸ ἀναφέρουν οἱ προφῆτες  Ἱερεμίας καὶ Ζαχαρίας. Στὸ βιβλίο  τῆς Γενέσεως διαβάζουμε πὼς ὁ Θεὸς «ἐφύτευσεν  τὸν Παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον ὃν ἔπλασε» [Γέν., Β´ 8]).
.               Καὶ ὄχι τυχαία ἐπειδὴ  Ἀνατολή, φῶς καὶ ἥλιος τυγχάνουν σύμβολα τοῦ Θεοῦ, τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ζωῆς, ἐνῶ ἡ Δύση  τυγχάνει σύμβολο τοῦ Διαβόλου, τοῦ σκότους, τοῦ θανάτου. «Ὁ  τῆς Καισαρείας φωστὴρ  Βασίλειος ὁ Μέγας», στὸν λόγο  του περὶ Ἁγίου Πνεύματος γράφει:,«τούτου χάριν πάντες μὲν ὁρῶμεν κατ’ ἀνατολὰς ἐπὶ τῶν προσευχῶν ὀλίγοι δὲ ἴσμεν, ὅτι τὴν ἀρχαίαν ἐπιζητοῦμεν πατρίδα, τὸν Παράδεισον, ὃν ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολάς» (P.G., T 138, σ.839-841).  ). Ἀλλὰ καὶ ἐξ Ἀνατολῶν θὰ γίνει καὶ ἡ Β´ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὄπως  τονίζει ἡ Ἁγία Γραφή: «Ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμάς, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». (Ματθ., ΚΔ´ 27). Καὶ προλέγει καὶ ὁ προφήτης Ζαχαρίας σχετικῶς: «Καὶ στήσονται οἱ πόδες αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐπὶ τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν τὸ κατέναντι Ἱερουσαλὴμ ἐξ ἀνατολῶν». (Ζαχ., ΙΔ´ 4).
.              Στὴν ἀκολουθία τῆς Κατηχήσεως, πρὶν τελεστεῖ τὸ Βάπτισμα «ὁ μέλλων βαπτισθῆναι, πρὸς δυσμὰς στρεφόμενος ἀποτάσσεται τῷ σατανᾷ. Κατ’ ἀνατολὰς δὲ μεταστρεφόμενος, συντάσσεται τῷ Χριστῷ».

.               Β. Ἡ  τυπικὴ διάταξη τῆς Ἐκκλησίας προβλέπει καθαγιασμὸ τοῦ ὕδατος μὲ ἐμβαπτισμὸ τῆς δεξιᾶς χειρὸς τοῦ ἱερέα ἐντὸς αὐτοῦ καὶ μάλιστα στὴν Ἀκολουθία τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ «δύο φοράς, ἐκ τριῶν καθ’ ἑκάστην». Μὲ ἔκπληξη ὅμως παρατηρήσαμε ὅτι μερικοὶ ἱερεῖς καθαγιάζουν «ἄνευ ἐμβαπτισμοῦ τῆς χειρός των ἐντὸς αὐτοῦ ἀλλὰ ἐξ ἀποστάσεως»

.               Γ. Ἡ  τυπικὴ διάταξη, σαφῶς ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἐμβαπτισμοῦ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐντὸς τοῦ ὕδατος κατὰ τὴν ψαλμωδία τοῦ ἀπολυτικίου, ὅτι ὁ ἱερεὺς «βαπτίζει τὸν Τίμιον Σταυρόν, ὄρθιον αὐτὸν κατάγων ἐν τῷ ὕδατι καὶ ἀνάγων» (Μ. Εὐχολόγιον). Τὰ γινόμενα στὴν  πράξη  ὅμως προκαλοῦν πέραν τῆς θλίψεως καὶ θυμηδία. Εἴδαμε  πολιοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς νὰ ἐμβαπτίζουν τὸν Τίμιο  Σταυρὸ  ἀντίστροφα καὶ μάλιστα κρατοῦντες Αὐτὸν μὲ τὸ ἕνα χέρι  μαζὶ μὲ τοὺς κλάδους τῶν φυτῶν, γιὰ τὸν ραντισμό. Ἀλήθεια σὲ ποιά τυπικὴ διάταξη προβλέπεται ὁ ἐμβαπτισμὸς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μαζὶ μὲ τοὺς κλάδους τῶν φυτῶν;

.               Οἱ κλάδοι ἔχουν σκοπὸ τὸν ραντισμὸ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡ συνήθεια αὐτὴ τὸ μόνο, ποὺ κατορθώνει νὰ κάνει, εἶναι νὰ ἐνισχύει τὶς ἀμφιβολίες τῶν ὀλιγοπίστων καὶ ἀπίστων ὅτι ὁ ἁγιασμὸς παραμένει ἀναλλοίωτος ἐξ αἰτίας τῶν ἀντισηπτικῶν ἰδιοτήτων τοῦ βασιλικοῦ ἢ τοῦ δενδρολίβανου ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ λειτουργὸς γιὰ τὸν ραντισμὸ τοῦ λαοῦ.

.               Δ. Ἡ ἐκκοσμικευμένη καὶ ἀποϊεροποιημένη κατάδυση  τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σὲ κολυμβητήρια καὶ πισίνες κ.α. Ἐκκλησιαστικὸς ἀρθρογράφος ὡς ἑξῆς περιγράφει τὸ γεγονὸς αὐτό. «. … μορφὴν ἐπιδημίας ἔχει λάβει καὶ ἡ πλήρως ἐκκοσμικευμένη καὶ ἀποϊεροποιημένη κατάδυσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, εἰς κολυμβητήρια, πισίνας, ὑποτυπώδη καὶ κακόγουστα συντριβάνια, χάριν ἐντυπωσιασμοῦ καὶ θεάματος, ἐν μέσῳ χριστιανῶν(;), οἵτινες δὲν ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκκλησιασθοῦν τὴν Δεσποτικὴν αὐτὴν ἡμέραν, νὰ μεταλάβουν Ἁγιασμοῦ, νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρό, νὰ φωτιστοῦν. Τοὐναντίον, αἰσθάνονται ἀδήριτον τὴν ἀνάγκην νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν φολκλορικὴν αὐτὴν τελετήν, καπνίζοντες, χαριεντιζόμενοι, χειροκροτοῦντες καὶ ἀσεβοῦντες. Καὶ ταῦτα πάντα νὰ εὑρίσκουν ὑποστηρικτὴν ἐμμέσως ἢ ἀμέσως τοὺς ἔχοντας διακονίαν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Ὄντως, ἡ ἐξ ἀποκαλύψεως πίστις, ΘΡΗΣΚΕΙΑ…!
.               Εἴδομεν αὐτοσχεδιασμούς, αὐθορμητισμούς, ἀπροσεξίας, προχειρότητας, λαϊκισμούς, ἅτινα ἐγγίζουν τὴν ἀσέβειαν. … Μέγιστον προβληματισμὸν φέρει καὶ ὁ τρόπος ρίψεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς τὰ ὕδατα θαλασσῶν, ποταμῶν, λιμνῶν κ.λπ….. Καὶ ὄντως εἶναι γεγονὸς ὅτι καὶ σὲ αὐτὴν τὴν πράξιν κυριαρχεῖ ἡ προχειρότης καὶ ὁ αὐτοσχεδιασμός. Δύναται ὁ Τίμιος Σταυρὸς νὰ ρίπτεται ἐκ τοῦ λειτουργοῦ εἰς τὰ ὕδατα δίκην δίσκου, σφαίρας ἢ λίθου, καταβάλλων δύναμιν διὰ τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν μακρύτερον ἐκ τῆς ξηρᾶς κατάδυσίν Του; Εἴδομεν εἰς τὸ διαδίκτυον (youtube) κατάδυσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς θαλάσσας, λίμνας καὶ ποταμοὺς καὶ ὄντως ἐντυπωσιάζεταί τις ἀρνητικότατα ἐκ τοῦ τρόπου, τῆς ἐφευρετικότητος καὶ προχειρότητος τῆς καταδύσεως».

 

ΠΗΓΗ: fdathanasiou.wordpress.com

 

 

,

Σχολιάστε

«Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΟΥΤΕ ΑΚΡΟΑΜΑ ΕΙΝΑΙ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΜΑ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ» (Ἀλλὰ ὅλο καὶ καθαρότερα γιὰ ὅλο καὶ περισσότερους εἶναι θεατρικὴ παράσταση!).

 Γι τν μυστικ νάγνωση τν εχν τς γίας ναφορς

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Δημήτρη Μαυρόπουλου
«ΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ 
– Προσεγγίσεις στὴ Θεία Λειτουργία»,
Ἐκδόσεις «Δόμος»,
Ἀθῆναι, 2013
σελ. 149-151

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» ἔχει καὶ ἄλλοτε ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ λειτουργιολογικὸ θέμα αὐτό (βλ. σχετ.: «Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ» (Εἰσαγωγή),  ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗ Β´ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΟΛΟΓΙΚΗ «ΔΙΑΘΛΑΣΗ» (Ἀνάγκη ἐμμονῆς στὴν παράδοση τοῦ “ἀπορρήτου” τῶν Εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας) ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΑΡΘΡΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ «ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ»), στὸ ὁποῖο τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα δίνει τὶς δέουσες (συνοπτικές) θεολογικὲς ἐξηγήσεις. Βέβαια δὲν ὑπάρχουν ἐλπίδες νὰ τὶς «ἀκούσουν» καὶ νὰ τὶς καταλάβουν πολλοί. Ἔχει γίνει μεγάλη ζημιά. 
.               Παρεμπιπτόντως, εἶναι πολὺ ἐντυπωσιακὲς οἱ ἐπιδείξεις θεατρικοῦ ἢ κυβιστικοῦ ταλέντου ἐκείνων τῶν κύκλων οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ εἰσηγοῦνται καὶ μετὰ πάθους ὑποστηρίζουν τὴν «δυνατή», μεγαλόφωνη ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας, τὴν ἴδια στιγμὴ ὑποβαθμίζουν τὸ θέμα σὰν ἥσσονος σημασίας (ὅτι δηλ. δὲν εἶναι σπουδαῖο ζήτημα αὐτό…!- αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι ἤδη ἔχουν προκαλέσει καὶ ἀναγάγει σὲ θέμα αἰχμῆς), προκειμένου νὰ ἀποφύγουν νὰ ἀπαντήσουν στὶς  ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ ἐνστάσεις τῶν συνομιλητῶν τους. Τέτοια συνέπεια! Θεολογική!
.            «Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΟΥΤΕ ΑΚΡΟΑΜΑ ΕΙΝΑΙ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΜΑ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ» ἀλλὰ ἡ μετανεωτερικὴ νοοτροπία (μὲ τὴν σύμπλοό της μεταπατερικὴ «θεολογία») σαρώνει καὶ ἤδη ἡ λειτουργικὴ ἐκτροπὴ τῆς «εἰς ἐπήκοον πάντων» ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας ἔχει λάβει ἀνησυχητικὲς διαστάσεις. Φαίνεται ὅλο καὶ καθαρότερα ὅτι 
γιὰ ὅλο καὶ περισσότερους ἡ θεία Εχαριστία, ναί, εἶναι θεατρικὴ παράσταση. Τὸ βεβαιώνουν ἐξ ἄλλου οἱ ἐκτυφλωτικὲς φωταψίες, οἱ φωτογράφοι, οἱ μαγνητοσκόποι, οἱ πολυ-φεστιβαλικοὶ ἀστέρες, ἡ ὅλο καὶ συχνότερη παρουσία ἀμφιεσμένων ἀλλοδόξων, οἱ οἰκουμενιστικοὶ ἐναγκαλισμοί, οἰ ἀκατάσχετοι πολυ-χρονισμοί, τὰ ἐνοχλητικὰ ἀλληλολιβανίσματα, τὸ πολυτελῶς φροντισμένο ντεκόρ καὶ ἄλλα φαντασμογορικά…! 

ΕΙΣ ΠΝ. ΑΓ. ΚΟΙΝ.               Θὰ ἤθελα νὰ πῶ δύο λόγια γιὰ τὴν μυστικὴ ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, ἀλλὰ καὶ ἄλλων εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας. Τὸ θέμα ἀνακινεῖται συχνὰ σὲ θεολογικὲς καὶ λειτουργικὲς συζητήσεις, εἴτε γραπτῶς σὲ ἄρθρα, εἴτε προφορικῶς σὲ ὁμιλίες καὶ εἰσηγήσεις σὲ Συνέδρια. Καὶ ἡ μὲν συζήτηση δὲν θὰ ἐνοχλοῦσε, ὡς καλοπροαίρετη ἐνασχόληση μὲ τὸ θεολογικὸ περιεχόμενο τῶν εὐχῶν, στὴν πράξη ὅμως δημιουργεῖ μία ἀταξία, γιὰ νὰ μὴν πῶ σύγχυση, ὄχι ἁπλῶς ὡς πρὸς τὴ λατρεία, ἀλλὰ ὡς λανθασμένη προσέγγιση τοῦ μυστηρίου.
.               θεία Εχαριστία οτε κρόαμα εναι, οτε θέαμα, οτε θεατρικ δρώμενο. Μπορεῖ φαινομενικὰ νὰ δείχνει ὅτι ἔχει αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν τὴν προσδιορίζει. Εἶναι πράξη. Καὶ μάλιστα εἶναι μυστηριακὴ πράξη, ἀφοῦ ἐνεργεῖται μὲ τὴν παρουσία καὶ διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγγίσουμε, πολὺ περισσότερο νὰ κατανοήσουμε τὸ περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ἱερῆς πράξης. Μόνον νὰ τὴν ζήσουμε ἔχουμε τὴ δυνατότητα, καὶ αὐτὸ μὲ τὴ δύναμη  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια τὸ καθαυτὸ μυστικὸ στοιχεῖο τῆς θείας ἱερουργίας φυλασσόταν, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀμύητους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀτελεῖς ὡς πρὸς τὴν πίστη, ἀκόμη καὶ ἀπὸ ὅσους δὲν λάμβαναν μέρος στὴ θεία Κοινωνία, δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς μετανοοῦντες ὅπως τοὺς ὀνόμαζαν, οἱ ὁποῖοι παρέμεναν στὸ Νάρθηκα τοῦ ναοῦ. Τὰ κείμενα αὐτὰ τὰ ἔλεγαν καὶ τὰ ἄκουγαν μόνον ὅσοι εἶχαν τὴ δωρεὰ τῆς χειροτονίας, δηλαδὴ οἱ ἱερεῖς. Θέλω νὰ πῶ τι μυστικς χαρακτήρας ατν τν εχν τς θείας Λειτουργίας, ἰδιαίτερα τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατὰ τὴν ὁποία συντελεῖται ὁ καθαγιασμὸς τῶν τιμίων δώρων, ταν πάντοτε οσιδες στοιχεο τς λειτουργικῆς  παράδοσης. Τὸ μαρτυροῦν ἀρκετὰ κείμενα Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.               Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἕκτου αἰώνα, ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ἐπεχείρησε νὰ ἀνατρέψει αὐτὴ τὴν παράδοση, μὲ μία ἀπὸ τὶς λεγόμενες «Νεαρές», ὅπως λέγονταν τὰ ἄρθρα τῆς νομοθεσίας ποὺ κατάρτισε. Ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν ἴσχυσε γιὰ πολύ, γιατί τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἐπέστρεψε στὰ πρὸ τῆς Νεαρᾶς ἰσχύοντα. Οἱ μέχρι καὶ τὸν 18ο αἰώνα κατὰ καιροὺς ὑπομνήσεις ποὺ ὑπάρχουν σὲ πατερικὰ κείμενα γιὰ μυστικὴ ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, δείχνει ἀσφαλῶς ὅτι ἐμφανίζονταν περιπτώσεις ἀντίθετης πρακτικῆς, ἀλλὰ πάντως ποτὲ δὲν παγιώθηκαν.
.               Ο πι νησυχητικς μως περιπτώσεις πόπειρας καταργήσεως τς μυστικς ναγνώσεως τν εχν μφανίστηκαν π τ 18ο αώνα κα μετά, κα μάλιστα ς πρακτικ στς κκλησίες τν Ονιτν. Ἔχουν προηγηθεῖ οἱ ἀπαιτήσεις μιᾶς λογικοκρατούμενης κατανοήσεως τῶν μυστηρίων ποὺ ἀναπτύχθηκαν σὲ προτεσταντικὰ περιβάλλοντα. Πάντως, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἀπαιτήσεις ἐκφωνήσεως τῶν μυστικῶν εὐχῶν σὲ κύκλους θρησκευτικῶν  ὀργανώσεων, φαινόμενο ποὺ ἀπετέλεσε κύρια πρακτικὴ ὅλων σχεδὸν τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων ποὺ ἐμφανίστηκαν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα καὶ ἔπειτα.
.               Ἀλήθεια, τί θὰ σήμαινε μία κατάργηση τῆς μυστικότητας τῶν εὐχῶν; Ὅσοι γνωρίζουν τὸ περιεχόμενό τους, ὅσοι τὶς μελετοῦν, ἀντλοῦν θεολογικὸ λόγο ἐξαιρετικῆς πυκνότητας καὶ ἀκρίβειας. Δὲν θὰ ἦταν ἐπωφελέστερο, διερωτῶνται ἀρκετοί, νὰ μπορεῖ τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν νὰ παρακολουθεῖ τὰ τεκταινόμενα στὴ θεία Λειτουργία, ἀκούγοντας αὐτὲς τὶς εὐχές; Καὶ ἐπίσης, κανένας δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι πράξη κλήρου καὶ λαοῦ. Δὲν πρέπει ὁ λαὸς νὰ γνωρίζει σὲ ποιές προτάσεις καλεῖται νὰ πεῖ τὸ «Ἀμήν»; Ἐνστάσεις καὶ ἐρωτήματα ἐκ πρώτης ὄψεως εὔλογα. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στοὺς Κορινθίους νὰ γνωρίζουν οἱ πιστοὶ σὲ πιὰ πρόταση ἀπαντοῦν μὲ τὸ «Ἀμὴν» (βλ. Α´ Κορ. ιδ´ 16). Ὅμως, δ δν πρόκειται γι κείμενα, ὅπως εἶπα καὶ παραπάνω, λογικοῦ περιεχομένου, λλ μυσταγωγικο. διαφορ εναι σημαντική. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, προσεγγίζοντας αὐτὴ τὴ μυσταγωγικὴ διάσταση τοῦ περιεχομένου τῆς θείας Λειτουργίας, ἔγραψε ἕνα ἀπὸ τὰ ἐξοχότερα κείμενα ἑρμηνείας της, τὸ ἔργο ποὺ φέρει τὸν τίτλο Μυσταγωγία, στὸ ὁποῖο, ἐνῶ προσεγγίζει βῆμα βῆμα ὅλα τὰ τεκταινόμενα καὶ λεγόμενα τῆς θείας Λειτουργίας, δὲν ἀγγίζει τὸ τμῆμα τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς. Εἶχε συνείδηση ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶχε χειροτονία ἱερωσύνης δὲν ἔπρεπε νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ κοινοποιήσει τὸ περιεχόμενό της, ὥστε μηδένα μαθεῖν τὴν ἁγίαν ἀναφοράν, μὴ ἔχοντα χειροτονίαν (Λειμωνάριον, PG 87, 2872). Ξαναλέω: ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ λογικὴ καὶ στὴ μυσταγωγικὴ σχέση μὲ τὰ κείμενα τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι σημαντική. γνοια ατς τς διαφορς μετατρέπει τ θεία Λειτουργία σ πλ θρησκευτικ πράξη κα τς φαιρε τ περουράνιο περιεχόμενο πο χει ς παρουσία τς Βασιλείας το Θεο. Στ θεία Λειτουργία δν πεξεργαζόμαστε ννοιες δεολογήματα, λλ ψηλαφομε θαμα. Εἶναι ὑπεραρκετὲς οἱ ἐκφωνούμενες νύξεις στὸ διάλογο διακόνου ἢ ἱερέα καὶ λαοῦ, ὥστε ὁ λαὸς νὰ καταθέτει τὴ συμμετοχή του μὲ τὸ «Ἀμήν». Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, πρέπει σιωπὴ τιμάσθαι τὰ ἅγια καὶ μυστικῶς τὰ μυστικὰ φθέγγεσθαι καὶ ἁγίως τὰ ἅγια (Λόγος κζ´, ε´, ΒΕΠΕΣ 59, 215).

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΣΕ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ

  • Σημείωση «Χριστ. Βιβλιογρ.» : Τὸ κατωτέρω ἐνδεικτικὸ ἀπόσπασμα εἶναι μιὰ διεισδυτικὴ θεώρηση τῶν λειτουργιολογικῶν ἀπόψεων, ἔνας ἀναστοχασμὸς τῶν λειτουργιολογικῶν ἀναθεωρήσεων καὶ «ἀναδιατάξεων» ποὺ ἔχει εἰσηγηθεῖ ὁ πανορθοδόξως γνωστὸς μακαριστὸς π. Ἀλεξ. Schmemann(+), ὁ ὁποῖος μὲ τὴν θεολογική του κατάθεση σφράγισε τὴν ἐποχή μας. Ἂν καὶ αὐτὴ ἡ κριτικὴ ἔχει δημοσιευθεῖ πρὶν ἀπὸ 40 χρόνια, καθίσταται πάλι  ἐξαιρετικῶς ἐπίκαιρη, καθὼς ἀνατέμνει ἰδέες ποὺ σὰν ἀμετακίνητοι ὀγκόλιθοι στὴν περιοχὴ τῆς σύγχρονης θεολογίας παράγουν μιὰ σειρὰ ἀπὸ παρανοήσεις στὰ θέματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας καὶ εὐνοοῦν ριψοκίνδυνους θεολογικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικοὺς ἀκροβατισμούς (π. χ. «ἱεροκρατία», «κληρικαλισμός», «λειτουργικὴ καὶ μυστηριολογικὴ εὐσέβεια», «ἀτομικὸς ἁγιασμός», «ἐξω-χρονικότης τῆς Εὐχαριστίας», καὶ εὐθεία ἀπόρριψη τῆς Κωνσταντινείου «ψευδονίκης»). Ὁ συγγραφεύς π. Μ. Πομαζάνσκυ ἀποκωδικοποιεῖ τὸ ὑπόγειο προτεσταντικὸ ρεῦμα (καὶ πνεῦμα) ποὺ διατρέχει (καὶ διαπνέει) τὸ βιβλίο τοῦ π. Ἀλεξ. Σμέμαν ὑπὸ τὸν τίτλο «Εἰσαγωγὴ στὴν Λειτουργικὴ Θεολογία». Ἡ τεκμηριωμένη ἐπαναθεώρηση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τοῦ π. Ἀλεξ. Σμέμαν δίνει γενικότερα μιὰ εὐκαιρία νὰ φανεῖ πὼς ὁ διαφημιζόμενος «ἀναστοχασμός» καὶ ὁ περιλάλητος «ἐπαναπροσδιορισμός» δὲν μποροῦν νὰ συνιστοῦν μονόδρομο ἢ ἀδιαφιλονίκητο προνόμιο μιᾶς θεολογικῆς ἐλίτ.

Στὴν παρατεθεῖσα ἐδῶ περιγραφὴ τῆς Κωνσταντινείου ἐποχῆς καὶ ἐντεῦθεν, εἶναι προφανὴς ἡ Προτεσταντικὴ διαπραγμάτευσις: ἡ χρυσῆ ἐποχὴ τῆς Χριστιανικῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐποχὴ τῶν μεγάλων ἱεραρχῶν, ἡ ἐποχὴ τῆς ἀνθήσεως τῆς Χριστιανικῆς γραμματείας, ἐμφανίζεται ἀπὸ τὴν ἀρνητικὴ πλευρά – σὰν μία ὑποτιθεμένη παρείσφρυσις στὴν Ἐκκλησία παγανιστικῶν στοιχείων – παρὰ ἀπὸ τὴν θετική. Ὅμως, πότε στὴν Ἐκκλησία, ἔλαβαν πράγματι οἱ πιστοὶ τὸν καταδικαστικὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ «ἀμυήτου»; Ἀπὸ τὶς Κατηχήσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων εἶναι ἀπολύτως ξεκάθαρον ὅτι αὐτὸς προειδοποιεῖ νὰ μὴν κοινολογοῦνται τὰ μυστήρια τῆς πίστεως στοὺς ἐθνικούς. Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος γράφει περὶ αὐτοῦ: «Ἃ γὰρ οὐδὲ ἐποπτεύειν ἔξεστι τοῖς ἀμυήτοις, τούτων πῶς ἂν ἦν εἰκὸς τὴν διδασκαλίαν ἐκθριαμβεύειν ἐν γράμμασιν;» (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κζ ́ 66). Χρειάζεται νὰ παραθέσουμε τὸ πλῆθος τῶν μαρτυριῶν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὰ συγγράμματα τῶν Ἀποστόλων, ὅσον ἀφορᾷ στὴν διαίρεσι μεταξὺ ποιμένων καὶ «ποιμνίου», τὶς προειδοποιήσεις πρὸς τοὺς ποιμένας περὶ τοῦ καθήκοντός τους, τῆς εὐθύνης τους, τῆς ὑποχρεώσεώς τους νὰ δώσουν λόγο γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ τοὺς ἐνεπιστεύθησαν, τὶς αὐστηρὲς ἐπιτιμήσεις τῶν ἀγγέλων τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι καταγεγραμμένες στὴν Ἀποκάλυψι; Δὲν μιλοῦν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ οἱ ποιμαντικὲς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ μίαν εἰδικὴ καθιέρωσι στοὺς ἱεραρχικοὺς βαθμοὺς διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν; Ὁ συγγραφεὺς αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ὁμολογεῖ ὅτι ἡ κλεῖσις τοῦ ἱεροῦ ἐχώρισε τὸν κλῆρο ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἐκφράζει ὅμως μίαν ἐσφαλμένη ἀντίληψι περὶ τοῦ ἱεροῦ. Θὰ πρέπῃ κανεὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ ἱερὸν καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα χρησιμεύουν μόνον γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς Ἀναιμάκτου Θυσίας κατὰ τὴν Λειτουργία. Οἱ ὑπόλοιπες ἱερὲς Ἀκολουθίες, συμφώνως πρὸς τὸ Τυπικόν, τελοῦνται στὸ μέσον τῆς ἐκκλησίας. Ἔνδειξις τούτου εἶναι ἡ παπικὴ λειτουργία. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν τέλεσι τῆς Λειτουργίας ὁ ἐπίσκοπος εἰσέρχεται στὸ ἱερὸν μόλις στὴν «Μικρὰ Εἴσοδο», προκειμένου νὰ ἀκούσῃ τὸ Εὐαγγέλιον καὶ νὰ τελέσῃ τὸ μυστήριον τῆς Εὐχαριστίας· ὅλες τὶς λοιπὲς ἱερὲς Ἀκολουθίες ὁ ἐπίσκοπος τὶς τελεῖ στὸ μέσον τῆς ἐκκλησίας. Οἱ δεήσεις ἀπαγγέλλονται ὑπὸ τοῦ διακόνου ὅλες τὶς ἀκολουθίες, συμπεριλαμβανομένης τῆς Λειτουργίας, ἐκτὸς τοῦ ἱεροῦ· καὶ τὸ Τυπικὸν συνιστᾷ στοὺς ἱερεῖς, ποὺ τελοῦν Ἑσπερινοὺς καὶ Ὄρθρους ἄνευ διακόνου, νὰ ἀπαγγέλουν τὶς δεήσεις πρὸ τῆς Ὡραίας Πύλης. Ὅλες οἱ ἀκολουθίες τοῦ Εὐχολογίου καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς τῆς Εὐχαριστίας καὶ τῆς Χειροτονίας, τελοῦνται ἐκτὸς τοῦ ἱεροῦ. Μόνον γιὰ νὰ τονίσουμε τὴν ἐπισημότητα τῆς ἀκολουθίας στοὺς ἑορταστικοὺς Ἑσπερινοὺς καὶ Ὄρθρους ἐπιτρέπεται νὰ ἀνοίγουμε τὶς θύρες τοῦ ἱεροῦ γιὰ ὀλίγη ὥρα, καὶ τοῦτο μόνον χάριν τῆς ἐξόδου τῶν λειτουργούντων σὲ ἐπίσημες στιγμὲς προκειμένου νὰ ὑπάγουν στὸ μέσον τῆς ἐκκλησίας. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν καθημερινῶν καὶ σαρακοστιανῶν ἀκολουθιῶν τὸ ἱερόν, θὰ μποροῦσε νὰ εἰπῇ κανείς, ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν σφαῖρα προσοχῆς τῶν πιστῶν· καὶ ἐὰν ὁ τελῶν τὴν ἀκολουθία ἀποσύρεται στὸ ἱερὸν ἀκόμη καὶ τότε, αὐτὸ συμβαίνει μᾶλλον γιὰ νὰ μὴ ἐφελκύῃ ἄνευ λόγου τὴν προσοχή, καὶ καθόλου πρὸς τονισμὸν τοῦ ἱεραρχικοῦ του κύρους.

Τὸ πλῆρες ἄρθρο (ἀπ᾽ ὅπου καὶ τὸ ἀνωτέρω ἀπόσπασμα) παρουσιάζει ἡ «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ». Τῆς πρέπει δίκαιος ἔπαινος γιὰ τὴν παρουσίαση. Ἀξίζει νὰ διαβασθεῖ ὁλόκληρο. Δεῖτε το ἐδῶ: http://www.alopsis.gr/alopsis/Schmeman.pdf

,

Σχολιάστε