Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Λειμωνάριον

«ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΟΠΩΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ» γιὰ τὴν ὑπακοή

ἀπὸ τὸ «ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ»
κεφάλαιο 65
Γιὰ τὸν ἀββά Στέφανο,
πρεσβύτερο τῆς λαύρας τῶν Αἰλιωτῶν

(P.G. 87)

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ἐπίκλην Μολυβάς, διηγήσατο ἡμῖν περὶ τοῦ γέροντος, λέγω δὴ τοῦ ἀββᾶ Στεφάνου, λέγων, ὅτι χαλεπῶς ἐν ἀσθενείᾳ καὶ νόσῳ ὑπῆρχεν· τοῦτον ἰατροὶ ἠνάγκασαν θύματος μεταλαβεῖν. Εἶχε δὲ ὁ μακάριος οὗτος ἀδελφὸς κοσμικὸν πάνυ εὐλαβῆ, καὶ κατὰ Θεὸν ζῶντα. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐσθίειν τὸν πρεσβύτερον τὸ θῦμα, ἐλθεῖν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν κοσμικόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσκανδαλίσθη, καὶ ἐλυπήθη πάνυ, ὅτι, φησίν, ἀπὸ τῆς τοσαύτης ἀσκήσεως καὶ ἐγκρατείας, εἰς τὴν τελευτὴν αὐτοῦ θυτοῦ μετέλαβεν. Καὶ εὐθέως γίνεται ἐν ἐκστάσει, καὶ θεωρεῖ τινα λέγοντα αὐτῷ· Τί ἐσκανδαλίσθης εἰς τὸν πρεσβύτερον, ὅτι εἶδες αὐτὸν ἐσθίοντα θυτοῦ; Οὐκ οἶδας ὅτι δι’ ἀνάγκην μετέλαβεν καὶ δι’ ὑπακοήν; Ὄντως οὐκ ὤφειλες σκανδαλισθῆναι. Εἰ δὲ θέλεις ἰδεῖν ἐν ποίᾳ δόξῃ ἐστὶν ὁ ἀδελφός σου, στράφηθι εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ βλέπε. Καὶ στραφείς, φησίν, εἶδεν τὸν πρεσβύτερον ἐσταυρωμένον, ὡς ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ λέγει, φησίν, ὁ φανείς· Ἰδὲ ἐν ποίᾳ δόξῃ ἐστίν. Δόξαζε οὖν τὸν δοξάζοντα τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ.

Ὁ ἀββάς Ἰωάννης ὁ ὀνομαζόμενος Μολυβάς μᾶς διηγήθηκε γιὰ τὸν γέροντα -λέω δηλαδὴ τὸν ἀββά Στέφανο- ὅτι εἶχε πέσει σέ βαριὰ ἀδυναμία καί ἀρρώστια. Τὸν ἀνάγκασαν λοιπόν οἱ γιατροὶ νὰ φάει σφαχτό. Εἶχε ὁ μακάριος ἕνα ἀδελφὸ κοσμικὸ πολὺ εὐλαβῆ καὶ ποὺ ζοῦσε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτυχε λοιπόν, ὅταν ἔτρωγε ὁ πρεσβύτερος τὸ κρέας, νὰ ἔλθει ὁ ἀδελφός του ὁ κοσμικός, ὁ ὁποῖος, ὅταν τὸν εἶδε, σκανδαλίστηκε πολύ, γιατί -λέει- μετὰ ἀπὸ τόση ἄσκηση καὶ ἐγκράτεια στὰ τελευταῖα του γεύτηκε κρέας. Κι ἀμέσως ἔρχεται σὲ ἔκσταση καὶ βλέπει κάποιο νὰ τοῦ λέει: «Γιατί σκανδαλίσθηκες ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο, ποὺ τὸν εἶδες νὰ τρώει κρέας; Δὲν τὸ ξέρεις ὅτι γεύθηκε ἀπὸ ἀνάγκη καὶ γιὰ τὴν ὑπακοή; Ἀναμφισβήτητα δὲν ἔπρεπε νὰ σκναδαλισθεῖς. Ἂν ὅμως θέλεις νὰ δεῖς σὲ ποιὰ δόξα βρίσκεται ὁ ἀδελφός σου, γύρνα πίσω καὶ βλέπε». Καὶ μὲ τὸ ποὺ γύρισε πίσω, -λέει- εἶδε τὸν πρεσβύτερο σταυρωμένο ὅπως ὁ Χριστός. Καὶ τοῦ λέει αὐτὸς ποὺ τοῦ φανερώθηκε: «Δὲς σὲ ποιὰ δόξα βρίσκεται. Δόξαζε λοιπὸν αὐτὸν ποὺ δοξάζει ὅσους Τὸν ἀγαποῦν ἀληθινά».

, ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Ε´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Ε´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/27/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-δ´/

.     Γιὰ τὸν ἅγ. Ἀνδρέα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἄλλο διὰ Χριστὸν σαλὸ λατρεμένο στὸν Βορρᾶ, δὲν διαθέτομε τὶς ἴδιες ἱστορικὲς βεβαιότητες ἀφορῶσες εἴτε στὴν χρονολογία γεννήσεώς του εἴτε σ’ αὐτὴν τοῦ θανάτου του. Ἡ καταγωγὴ του πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι καθαρή: οἱ μὲν τὸν ἔλεγαν Σκύθη, οἱ δὲ τὸν θέλουν Σλάβο. Ἡ προσωπικότητα ἀκόμα τοῦ βιογράφου του ἐγείρει ἀμφιβολίες. Καλεῖται Νικηφόρος, ἱερεὺς χάριτι Θεοῦ τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων, ἐπονομαζομένης Ἁγίας Σοφίας, καὶ φέρεται πὼς ἔχει γράψει τὸν ἔνδοξο βίο τοῦ σεβαστοῦ Ἀνδρέου, ὅπως τὸν παρατήρησε μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια καὶ ὅπως τὸν γνώρισε ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἐνδόξου ἐπισκόπου Ἐπιφανίου. Παραδίδει ὡς ἡμέρα τελευτῆς τοῦ Ἁγίου τὴν 28 Μαΐου, συγχρόνως ὑπόσχεται νὰ ἀναφέρει τὸ ἔτος, λέγοντας μόνον πὼς ὁ μεγάλος βυζαντινὸς κύριος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε δοῦλος, ζοῦσε ἐπὶ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) καὶ πὼς ὁ Δανιὴλ ὁ Στυλίτης († 489) ἦταν σύγχρονός του˙ κάτι ποὺ φέρνει ἀντίρρηση στὸν ἰσχυρισμό, πὼς ὁ Ἀνδρέας, ἀφ’ ὅτου «τρελάθηκε», ἄρχισε νὰ «παιδιαρίζει» μιμούμενος τὸν Συμεὼν τὸν Σαλό, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει, ὅπως γνωρίζομε, στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ. Ἡ εἰσβολὴ ξένου λεξιλογίου στὴν γλώσσα, ἡ συχνὴ ἀναφορὰ τῶν «σαρακηνῶν» καὶ «ἀγαρηνῶν», οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν 5ο ἀκόμη αἰώνα δὲν ἐνοχλοῦσαν τὴν εἰρήνη τῶν κατοίκων τῆς Πόλεως, καθὼς καὶ ἡ καθυστερημένη ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἀνδρέα ἔκαναν τοὺς Βολλανδιστές, καὶ τοὺς Ἕλληνες νὰ πιστεύουν, πὼς ὁ νεαρὸς Ἀνδρέας, «τῷ γένει Σκύθης», εἶχε ἀγοραστεῖ ὡς σκλάβος ἀπὸ ἕνα μεγάλο βυζαντινὸ κύριο ὀνόματι Θεογνωστό, πρωτοσπαθάριο τοῦ Λέοντος τοῦ Στ΄ τοῦ Σοφοῦ (886-911) καὶ ὄχι τοῦ Λέοντος τοῦ Μεγάλου˙ ὑπῆρξε «πρωτονοτάριος» τοῦ κυρίου του, ὕστερα μοναχὸς καὶ ἐκοιμήθη στὰ 946, 66 χρονῶν μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια ἁγίας τρέλας.
.      Ἡ βιογραφία, δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε, κυρίως ὅταν πρόκειται γιὰ τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς, εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο λογοτεχνικὸ εἶδος. Θὰ ἔχομε τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναμιλήσομε γι’ αὐτό. Ὁ Ρῶσος ἱστορικὸς Γκολουμπίνσκυ τὸ καταλάβαινε καλά, ὅταν στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἔγραφε χωρὶς νὰ συγκινεῖται: «Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ζοῦσε στοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) ἢ ἀργότερα, δὲν ξέρομε πότε ἀκριβῶς». Οἱ ἀναχρονισμοὶ καὶ οἱ ἀντιδράσεις, τὶς ὁποῖες ἀναφέραμε, θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγηθοῦν μὲ μιὰ κρατοῦσα μέθοδο, κατὰ τὴν ὁποία ἕνα χειρόγραφο θὰ ἀντιγραφεῖ, θὰ ἀναδιασκευασθεῖ καὶ θὰ ξαναστολισθεῖ ἕνα ἢ δυὸ αἰῶνες ἀργότερα. Δὲν ἐνδιαφέρει τόσο ἡ ἱστορικὴ προσωπικότητα ἑνὸς μακαρίου τὸν βιογράφο του, ὅσο ἡ εἰκόνα ποὺ αὐτὸς παρουσιάζει, θέμα θαυμασμοῦ καὶ ἅμιλλας στὸν 5ο ὅπως καὶ στὸν 6ο αἰώνα. Οἱ ἱστορικὲς ἀσάφειες δὲν βλάπτουν ποτέ, στοὺς Ὀρθόδοξους, τὴν πρὸς τὸν ἅγιο εὐλάβεια τοῦ λαοῦ. Γιὰ τοὺς Ρώσους, ὁ Ἀνδρέας ὁ Κωνσταντινουπολίτης εἶναι ὁ πρῶτος σαλὸς ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν μητρικὴ στοργὴ τῆς Θεοτόκου. Στὴν Σκέπη της ὀφείλει ὁ Ἀνδρέας τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ προσφέρουν.
.     Ὁ ναὸς τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὰ βορειοανατολικὰ τῆς πόλεως, ἦταν αὐτὸς ποὺ ὁ μακάριος προτιμοῦσε. Χτίστηκε στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Νέου (Μικροῦ). Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Μέγας ἦρθε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐναπέθεσε ἐκεῖ τὴν ἄρραφη ἐσθήτα τῆς Παρθένου Μαρίας. Κάθε Σάββατο ἐτελεῖτο ἐκεῖ ἀγρυπνία. Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν φίλο του, τὸν νεαρὸ εὐγενὴ Ἐπιφάνιο, στὸν ὁποῖον καὶ εἶχε προείπει πὼς θὰ γινόταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παρευρισκόταν ὁ Ἀνδρέας, ὅταν, γύρω στὶς τρεῖς το πρωί, ἡ Παναγία συμπαραστατουμένη δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ συγγενή της καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, τὸν θετὸ υἱό της, διέσχισε τὸν νάρθηκα ἀκολουθούμενη ἀπὸ πλῆθος ψαλλόντων ἁγίων. Ὁ Ἀνδρέας γύρισε πρὸς τὸν Ἐπιφάνιο: «Βλέπεις τὴν Δέσποινά μας, τὴν Παντάνασσα», τὸν ρώτησε. – «Ναί, πάτερ μου, τὴν βλέπω».
.     Ἡ Θεοτόκος γονάτισε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη καὶ προσευχήθηκε γιὰ πολὺ «ποτίζοντας τὸ θεῖο Πρόσωπό της μὲ δάκρυα». Προχωρώντας ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ θυσιαστήριο προσευχήθηκε πάλι γιὰ τὸν λαό. Τέλος, γυρνώντας πρὸς τοὺς πιστοὺς ἔβγαλε τὸ μαφόριό της ποὺ σκέπαζε τὸ κεφάλι της καὶ τὸ ἅπλωσε πάνω ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα. Ἄστραφτε σὰν ἀστραπὴ καὶ δὲν χάθηκε παρὰ πολλὲς ὧρες ἀργότερα, ἀφ’ ὅτου ἔφυγε ἡ Παναγία.
.     Ἡ Κωνσταντινούπολη, κατὰ μία διαδεδομένη στὴν Ρωσία παράδοση, ἐπολιορκεῖτο τότε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, ἴσως Σλάβους. Ἡ κατάσταση ἦταν σοβαρή. Ἀλλὰ ἐνδυναμωμένοι ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση αὐτή, ποὺ ἔγινε γνωστὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς πόλεως, οἱ Ἕλληνες ξαναπῆραν κουράγιο καὶ ἀπέκρουσαν τοὺς πολεμίους. Μία ἑορτὴ καθιερώθηκε εἰς ἀνάμνησιν τοῦ γεγονότος.

«Ἡ παρθένος σήμερον στὸν ναὸ παραμένει
καὶ ἀόρατη προσεύχεται γιὰ μᾶς μὲ τοὺς ἁγίους.
Οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἐπίσκοποι προσκυνοῦν
οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆτες ἀγάλλονται
γιὰ μᾶς παρακαλεῖ ἡ Παναγία τὸν Αἰώνιο».

ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Σχεδὸν ξεχασμένη* στὴν Ἑλλάδα ἡ γιορτὴ αὐτὴ ἐπιτελεῖται εὐλαβῶς τὴν 1η Ὀκτωβρίου ἀπὸ τοὺς Ρώσους ὀρθοδόξους. Συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στὶς πιὸ λαοφιλεῖς. Ὀνομάζεται ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης.

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Δ´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Δ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/

.      Δὲν θὰ μιλήσομε λεπτομερῶς οὔτε γιὰ τὸν αἱρετικὸ ταβερνιάρη καὶ τὴν γυναίκα του, τοὺς ὁποίους ὁ Συμεὼν μετέστρεψε στὴν ὀρθὴ πίστη παίρνοντας ἀναμμένα κάρβουνα μέσα στὰ χέρια του γιὰ νὰ κάψει λιβάνι˙ οὔτε γιὰ ἕνα δαίμονα τὸν ὁποῖο ἔδιωξε ἀπὸ μιὰ κρασοστάμνα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ ταβερνιάρη (θέμα ποὺ βρίσκεται σὲ πολλὲς ἄλλες βιογραφίες ἁγίων)˙ οὔτε γιὰ τὴν μυστηριώδη ἐπίσκεψη ποὺ ἔκανε σὲ μιὰ πόρνη, ἐπίσκεψη ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ στὶς πιὸ κακὲς ὑποψίες, πρὶν μαθευτεῖ ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῆς τῆς ἴδιας, πὼς ὁ ἅγιος γεροντάκος ἀνακαλύπτοντας, ὅτι αὐτὴ εἶχε μείνει τρεῖς μέρες χωρὶς τροφή, τῆς ἔφερε κρυφὰ ψωμί, κρασὶ καὶ κρέας.
.     Πόσους ἀνθρώπους, λέει ὁ βιογράφος του, δὲν ἔπεισε μὲ τὴν προσποιητὴ τρέλα του, γιὰ τὶς ἀνομολόγητες ἁμαρτίες των. Τοὺς μὲν γιὰ τὴν ἀκαθαρσία, τοὺς δὲ γιὰ κλεψιὰ κι ἄλλους πάλι γιὰ ψευδορκίες. Τοὺς μὲν παίρνοντάς τους κατὰ μέρος, τοὺς δὲ δημοσίᾳ ἀλλὰ μὲ παραβολικὲς ἀναφορὲς πρὸς αὐτούς, ὥστε νὰ ξυπνήσει τὶς συνειδήσεις των, ἢ πάλι στ’ ἀνοιχτὰ προφυλάσσοντας ἔτσι τὴν πόλη ἀπὸ τὰ ἐγκλήματά των.
.   Ὁ Συμεὼν εἶναι ἕνας τέλειος σαλός. Πότε σκωπτικὸς ἠθοποιός, πότε προορατικός, πότε προφήτης. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε πὼς ἡ διορατικότητα ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς γνήσιας καθαρότητος. Στὰ 588, ὁ Συμεὼν προεῖπε τὸν φοβερὸ σεισμὸ ὁ ὁποῖος συγκλόνισε τὶς πόλεις τῆς Βηρυττοῦ, Βίβλου καὶ Τριπόλεως. Ἐφοδιασμένος μ’ ἕνα μαστίγιο διάβαινε ἀνάμεσα στοὺς στύλους τῶν κτιρίων λέγοντας σὲ μερικούς: «Κρατᾶτε καλά. Ὁ Θεὸς σᾶς τὸ προστάζει». Σ’ ἄλλους: «Μὴ πέφτετε, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ μένετε ὄρθιοι». Οἱ πρῶτοι ἀντιστάθηκαν στὸν σεισμό, οἱ ἄλλοι ἂν καὶ ραγισμένοι, δὲν κατέρρευσαν, παρ’ ὅλο ποὺ τὰ ὑπόλοιπα βούλιαξαν».
.    Ὁ σαλὸς εἶχε στὴν Ἔμεσα μία καλύβα καλυμμένη ἀπὸ κληματίδες, μέσα στὴν ὁποία περνοῦσε τὶς νύχτες του προσευχόμενος καὶ ἀρδεύοντας τὴν γῆ μὲ δάκρυα. «Ἂν ὁ διάβολος, γράφει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, βλέπει ἕνα ἀσκητὴ ἔνδακρυ, δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ κοντά του, ἐπειδὴ δὲν ὑποφέρει τὴν ταπείνωση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ δάκρυα». Μόνος ἐνώπιον Θεοῦ ὁ Συμεὼν δὲν ἦταν πιὰ ἕνας γελοῖος γέρος γελωτοποιός, ἀλλὰ ἕνα μικρὸ παιδί, ποὺ δὲν εἶχε στὴν γῆ παρὰ τὸν διάκονο Ἰωάννη ὡς ἔμπιστο.
.   Λίγες μέρες πρὸ τοῦ θανάτου του, τοῦ ἐμπιστεύθηκε: «Εἶδα κάποιον ἔνδοξο πού μοῦ ’λεγε: “Ἔλα σαλέ, ἔλα νὰ λάβεις ὄχι μόνον ἕνα στέφανο, ἀλλὰ περισσότερους, γιατί ἔχεις σώσει πολλὲς ἀνθρώπινες ψυχές”». Ἔκτοτε δὲν ἄφησε τὴν τρώγλη του. Ἀνήσυχοι οἱ φίλοι του οἱ ζητιάνοι πήγαιναν νὰ δοῦν, ἂν ἦταν ἄρρωστος. Τὸν βρῆκαν κεκοιμημένο, ξαπλωμένο σ’ ἕνα στρῶμα ἀπὸ σχοῖνο. Δυὸ ἀπ’ αὐτοὺς πῆραν τὸ σῶμα του γιὰ νὰ τὸ μεταφέρουν «χωρὶς ψαλμωδίας, καὶ χωρὶς κηρίων καὶ θυμιάματος» στὸ «ξενοτάφιον». Καθὼς περνοῦσαν μπροστὰ ἀπ’ τὸ σπίτι ἑνὸς Ἑβραίου, προσφάτως μετεστραμμένου στὴν πίστη, καὶ ἄκουσε αὐτὸς ὁ νεοφώτιστος ὕμνους ἀσυγκρίτου ὡραιότητος, πλησίασε στὸ παράθυρο καὶ πρὸς μεγάλη του ἔκπληξη δὲν εἶδε παρὰ δυὸ ἐπαῖτες νὰ κουβαλοῦν τὸ σῶμα τοῦ Συμεών. «Μακάριος εἶ, Σαλέ!» φώναξε αὐτός, «ὅτι μὴ ἔχων ἀνθρώπους ψάλλοντάς σοι ἔχεις οὐρανίας δυνάμεις, ἐν ὕμνοις τιμῶσας σε». Κατέβηκε καὶ βοήθησε τοὺς ζητιάνους νὰ μεταφέρουν καὶ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ σῶμα. Δύο ἡμέρες ἀργότερα ἔφθασε ὁ διάκονος Ἰωάννης καὶ ἔκλαψε πικρῶς. Πῆγε στὸ κοιμητήριο μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐνταφιάσει τὸν φίλο του «σὲ τόπο ταιριαστό», ἀλλὰ ἀνοίγοντας τὸν τάφο τὸν βρῆκε ἄδειο. Οἱ Ἄγγελοι, σκέφτηκε, εἶχαν πάρει τὰ λείψανα τοῦ Συμεών. Ὅσο γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Ἐμέσης, κατάλαβαν, πὼς ὁ σαλὸς δὲν ἦταν ἕνας τρελός, ἀλλὰ ἕνας μεγάλος ἅγιος.
.    Ὁ Συμεὼν κοιμήθηκε, πιστεύεται, στὶς 21 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 590. Ἦταν περίπου ἑξήντα ἐτῶν, ὅταν ἀφήνοντας τὴν ἔρημο ἐμφανίστηκε στὰ 582 στὴν Ἔμεσα. Ὁ Εὐάγριος, τοῦ ὁποίου ἡ Ἱστορία τελειώνει στὰ 594, χρόνο τοῦ μεγάλου σεισμοῦ τὸν ὁποῖο προφήτευσε καὶ στὸν ὁποῖο βρέθηκε, καὶ στὸν χρόνο, ποὺ ὁ Εὐάγριος τελείωσε τὴν Ἱστορία του, χάθηκε ὁ σαλός, γύρω στὰ ἑξῆντα ὀκτὼ ὑπολογίζεται. Ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ σαλοί, εἶχε ἕνα φίλο συγχρόνως κι ἔμπιστο, ἐγγυημένον γιὰ τὴν ψυχική του ὑγεία, στὸ πρόσωπο τοῦ διακόνου Ἰωάννου καί, πράγμα πολὺ πιὸ σπάνιο, δύο βιογράφους διακεκριμένους καὶ ἀξιοπίστους γιὰ νὰ παρακαταθέσει τὸν βίο καὶ τὴν πολιτείαν του. Ἡ ζωή του μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες ἀνάμεσά των καὶ στὰ σλαβονικά, ποὺ ἐξηγεῖ τὴν δημοτικότητά του στὴν Ρωσία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Γ´]

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Γ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

.     Γιὰ ὅλους τοὺς διὰ Χριστὸν σαλοὺς ἔχει εἰπωθεῖ πὼς εἶναι γυμνοί, ἄστεγοι, πὼς ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν ζέστη καὶ τὸ κρύο, ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα. Κάτι συγγενὲς τοὺς συνδέει σ’ ὅλες τὶς ἐποχές. Ἡ γυμνότητα κυρίως, ποὺ ξαφνιάζει καὶ προκαλεῖ τοὺς «καθαρούς», ὑπογραμμίζεται ὡς εἰδικὴ σταθερά. Συχνὰ τὰ ἐνδύματα ἀντὶ νὰ προφυλάττουν τὴν αἰδώ, ὑπηρετοῦν τὴν ματαιοδοξία. Κρύβουν τὶς δυσάρεστες σωματικὲς διαμαρτυρίες, τονίζουν τὶς διακρίσεις ἀνάμεσα στὶς κοινωνικὲς τάξεις. Ἡ γυναίκα πάντοτε τὰ χρησιμοποίησε γιὰ τοὺς σκοπούς της. Κι ὁ ἄνδρας ἐπίσης, ἄλλωστε. Ἀρκεῖ νὰ ξαναδοῦμε μὲ τὸν νοῦ τὴν στρατιωτικὴ στολὴ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο μέχρι τὶς μέρες μας, ὥστε νὰ πεισθοῦμε περὶ τῆς σπουδαιότητός τους γιὰ τὴν πολεμικὴ ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀνδρικὴ γοητεία. Γυμνὸς ὁ σαλὸς δὲν ἀνήκει σὲ καμιὰ χωριστὴ ἱστορικὴ ἐποχή. Τὸ παρουσιαστικό του δὲν ἐγείρει τὴν ἡδυπάθεια. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν ἔκανε ὁ Θεός. Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος.
.   Ὅλη τὴν ζωὴ του ὁ Σεραπίων πέρασε μὲ τὸ νὰ συντρέχει τὸν πλησίον του. Πουλήθηκε μόνος του σὲ σκλαβοπάζαρο σὲ κάποιους πλανόδιους κωμικούς, τοὺς ὁποίους καὶ μετέστρεψε στὴν πίστη˙ σὲ ἕνα μανιχαῖο τὸν ὁποῖο ἐπανέφερε στὸν ὀρθὸ δρόμο τῆς καθολικῆς πίστεως. Γιὰ νὰ ἐμποδίσει νὰ πουλᾶν τὸ σῶμα τους, ἔδινε χρήματα στὶς πόρνες.
.    «Πολλὲς παρόμοιες πράξεις πραγματοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν δοῦλο τοῦ Χριστοῦ Σεραπίωνα», μᾶς πληροφορεῖ ὁ συγγραφέας τῆς Λαυσαϊκῆς Ἱστορίας. «Ἀπ’ τὸ πλῆθος αὐτὸ λίγες ἀναφέρομε».
.     Ἀλλ’ αὐτὲς οἱ λίγες ἀρκοῦσαν. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, πατριάρχης Ἀλεξανδρείας διάβαζε συχνὰ κλαίγοντας στοὺς οἰκονόμους καὶ φοροεισπράκτορες τῆς ἐπαρχίας του, ὅπως καὶ στοὺς διακόνους, τὴν ζωὴ τοῦ Σεραπίωνος τοῦ Σινδονίτου, γιὰ νὰ τοὺς δείξει πόσο κατώτερη ἀπὸ τοῦ σαλοῦ ἦταν ἡ ἀγάπη των γιὰ τοὺς φτωχούς. «Σκεφτόμουν, ἔλεγε, πὼς μοιράζοντας τὰ χρήματά μου στοὺς ἀποκλήρους εἶχα κάνει κάτι. Ἀλλὰ ἀγνοοῦσα, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ συμπάθεια φτάνουν νὰ πουληθοῦν οἱ ἴδιοι».
.     Ἡ πρώτη προσωπογραφία ἑνὸς «ἀληθινοῦ» σαλοῦ, τοῦ Συμεών, μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ δύο συγχρόνους του: τὸν ἅγιο Λεόντιο ἐπίσκοπο Κύπρου, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ διακόνου Ἰωάννου, φίλου τοῦ σαλοῦ˙ κι ἕνα δικηγόρο τῆς Ἀντιοχείας, τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε στὸν Συμεὼν ἕνα ὁλόκληρο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας, λυπούμενος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀφιερώσει μόνον σὲ ἐκεῖνον ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο. Ἡ Ἀντιόχεια δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἔμεσα, ὅπου δροῦσε ὁ «τρελός», κάτι ποὺ διευκόλυνε τὴν ἐργασία τοῦ βιογράφου του.
.    Ὁ Συμεὼν ἦταν περίπου ἑξήντα χρονῶν, ὅταν ἔγινε «κωμικὸς» καὶ γελωτοποιὸς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Τὰ πρῶτα τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε στὸ σπίτι τῶν γονέων του, «εὐγενῶν καὶ πλουσίων». Ἐν συνεχείᾳ ἀποτραβήχθηκε στὴν ἔρημο, ὅπου, κοντὰ στὴν Νεκρὰ Θάλασσα, γιὰ ἄλλη μιὰ τριακονταετία ἀφιερώθηκε μαζὶ μὲ τὸν φίλο του διάκονο Ἰωάννη στὴν τραχύτητα μιᾶς αὐστηρὰ ἀσκητικῆς ζωῆς. Γνωρίζομε τοὺς γεμάτους δυσπιστία λόγους, τοὺς ὁποίους τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Ἰωάννης πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του: «Προφύλαξε τὴν καρδιά σου…». Ἀλλὰ γιὰ τὸν Συμεὼν ἡ παραμονὴ στὴν ἔρημο δὲν ἦταν παρὰ μιὰ προετοιμασία σὲ μιὰ διακονία χάριτος. «Δὲν μᾶς εἶναι χρήσιμο, ἀδελφέ, νὰ μείνομε ἐδῶ», ἀπαντᾶ. Γυρίζει στὸν κόσμο. «Ἂς γνωρίζει ἡ ἀγάπη σου, πὼς ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν στὶς πόλεις καὶ καλλιεργοῦν τὴν γῆ, χωρὶς νὰ κάνουν κακὸ σὲ κανέναν καὶ τρῶνε τὸ ψωμί των μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου των, βρίσκονται μεγάλοι ἅγιοι». Γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει, θὰ γίνει περισσότερο κι ἀπὸ ἁπλός, θὰ καμωθεῖ ἐκεῖνον ποὺ σὰν τὸν μίμο τοῦ τσίρκου, δέχεται τὰ χαστούκια. Γιατί ἐκ τῶν λεγομένων τοῦ διακόνου Ἰωάννου, ποὺ μᾶς μεταφέρει ὁ Λεόντιος Νεαπόλεως, ὁ Συμεὼν μποροῦσε νὰ παίξει κωμωδία, νὰ κάνει φάρσες, νὰ εἶναι γελοῖος, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης αὐτὸς δὲν μποροῦσε. Γιατί; Διότι ὁ σαλὸς κατεῖχε σ’ ἕνα πιὸ ὑψηλὸ βαθμὸ τὴν ἁπλότητα καὶ καθαρότητα τῆς περιστερᾶς.
.    Ἡ εἴσοδός του στὴν Ἔμεσα ὑπῆρξε θριαμβευτική. «Ὁ μακάριος», διαβάζομε στὴν σλαβονικὴ μετάφραση τοῦ Βίου του, «βρῆκε σ’ ἕνα κοπρώνα ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη ἕνα ψόφιο σκύλο. Ἔβγαλε τὴν ζώνη του, ἔδεσε τὸν σκύλο ἀπ’ τὰ πόδια καὶ τὸν μετέφερε ἔτσι μέσα στὴν πόλη. Κάποια ἀλητάκια τὸν εἶδαν καὶ βάλθηκαν νὰ φωνάζουν: “Ἕνας μοναχὸς σαλός! Ἕνας μοναχὸς σαλός!”, καὶ νὰ τοῦ πετᾶν πέτρες καὶ νὰ τὸν κτυπᾶνε μὲ μπαστούνια». Τὸ περιστατικὸ θυμίζει αὐτὸ ποὺ διηγεῖται ἡ Ἁγ. Γραφὴ στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν. Ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος πηγαίνοντας στὴν Βαιθὴλ συνάντησε μιὰ ὁμάδα παιδιῶν ποὺ τὸν πῆραν ἀπὸ πίσω φωνάζοντας: «Ἀναβαῖνε, φαλακρέ, ἀναβαῖνε». Ἔστριψε πίσω το πρόσωπό του καὶ τὰ καταράστηκε. Δύο ἀρκοῦδες βγῆκαν ἀπ’ τὸν δρόμο καὶ σκότωσαν μιὰ σαρανταριὰ ἀπ’ αὐτά. Τιμωρία δυσανάλογη μὲ τὸ λάθος φαίνεται. Ὁ Συμεὼν δὲν καταρᾶται κανέναν. Ἀντιθέτως. Μὲ τὴν στάση του δείχνει νὰ ἐνθαρρύνει αὐτοὺς ποὺ τὸν κτυπᾶν καὶ τὸν σπρώχνουν. «Λίγο ἀργότερα κουτσαίνοντας, ἕρποντας κατὰ γῆς καὶ ἀρπάζοντας τοὺς περαστικοὺς ἀπ’ τὰ πόδια, ἢ κλωτσώντας στὴν γῆ τὰ πόδια, κατὰ τὸν χρόνο τῆς νέας σελήνης κυρίως, ἔμοιαζε δαιμονισμένος, κάνοντας πολλὰ δυσάρεστα πράγματα καὶ συμπεριφερόμενος σὰν φρενοβλαβής, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τὸν πιστέψει γιὰ ἅγιο». Σύχναζε στὶς ταβέρνες, περιπατοῦσε γυμνὸς δίχως ντροπὴ στὴν ἀγορά, τρώγοντας λουκάνικα τὴν Μεγάλη Παρασκευή. Κατὰ τὴν θ. Λειτουργία πετοῦσε φουντούκια στὶς γυναῖκες μέσα στὶς ἐκκλησίες, ἔμπαινε δῆθεν ἀπὸ ἀπροσεξία μέσα στὰ θερμὰ λουτρά, ποὺ προορίζονταν γι’ αὐτές. «Καὶ πῶς αἰσθάνθηκες ἐκεῖ μέσα;» ρωτοῦσε ὁ διάκονος Ἰωάννης, πάντα δύσπιστος καὶ λιγάκι πονηρός. – «Σὰν δένδρο ἀνάμεσα σὲ δένδρα. Δὲν αἰσθανόμουν τὸ σῶμα μου. Τὸ πνεῦμα μου εἶχε ἁρπαγεῖ ἀπὸ τὸν Θεό».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Β´]

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Β´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»
(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/

.     Ἡ ἱστορία τῆς νεαρῆς νεκρῆς, τῆς ὁποίας τὰ πλούσια στολίδια ἕνας κλέφτης ἤθελε νὰ συλήσει, περιγράφεται, ἐφαρμοζομένη σὲ διαφορετικοὺς ἁγίους, μέσα στὸν Πρόλογο τῆς Λαυσαϊκῆς Ἱστορίας καθὼς ἐπίσης καὶ στὸν βίο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Σαλοῦ τοῦ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ τελευταῖος ἔχοντας συναντήσει τὸν κακοποιό, τοῦ ἔχει προείπει τὴν τύφλωσή του, στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία θὰ πραγματοποιήσει τὸ σχέδιό του. Ἀλλὰ τὸ ἀπαίσιο ὑποκείμενο τὸν περιγελᾶ, κατεβαίνει στὸν τάφο, παίρνει τὰ ἀντικείμενα ἀξίας, ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ μέσα, κατόπιν ἐνθουσιασμένος ἐπιστρέφει γιὰ νὰ ἁρπάξει τὸ μεσοφόρι τῆς κοπέλας ἀπογυμνώνοντας τὸ σῶμα της. Ἡ κόρη τότε σὰν νὰ ξυπνᾶ ἀπὸ ἕνα βαθὺ ὕπνο, σηκώνεται καὶ καταφέρει μὲ ὁρμὴ ἕνα χαστούκι στὸν τυμβωρύχο, τὸν ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴν πρόρρηση τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, τὸν τύφλωσε γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του.
.   Ἐνθαρρυνόμενος ὅλο καὶ περισσότερο ὁ σαλὸς σ’ ἀντίθεση μὲ τὸν μοναχό ἀλλάζει δρόμο στὴν πρόκληση. Ἡ χλιαρότητα, μητέρα τῆς ἀδιαφορίας, ἐγκαθίσταται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, κερδίζει τὰ μοναστήρια. Χρειάζεται ἄραγε νὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ μεγάλα μέσα, ὥστε νὰ ἀνασυρθοῦν ἀπὸ τὴν νάρκη τους;
.    Ὁ Σεραπίων, τοῦ ὁποίου τὴν ζωὴ μᾶς διηγεῖται ἡ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, ὁ ἐπονομαζόμενος «Σινδονίτης», διότι μία σινδόνη, ἕνα λινὸ πουκάμισο, τοῦ χρησίμευε γιὰ μοναδικὸ ροῦχο, εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ περιβάλλεται τὴν στολὴ τῆς διὰ Χριστὸν μωρίας: τὴν γυμνότητα. Μοναχὸς στὴν νεότητά του, ἀσκήθηκε μὲ πολλὴ ζέση στὴν μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τὶς ὁποῖες μποροῦσε νὰ ἀπαγγέλλει ἀπὸ στήθους. Ἀλλὰ προτιμώντας ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια ἑνὸς μοναστηριακοῦ κελλιοῦ τὴν πείνα, τὴν δίψα καὶ τὴν ἀνασφάλεια τῶν πέντε δρόμως διάλεξε τὸν πλανόδιο βίο καὶ πέρασε τὸν χρόνο του ταξιδεύοντας. Καθισμένος μιὰ μέρα στὴν ἄκρη ἑνὸς δρόμου εἶδε ἕνα ζητιάνο νὰ τρέμει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ «σεντόνι» του. «Ποιός σ’ ἔγδυσε ἔτσι;» ρώτησε ἕνας περαστικός. – «Αὐτό», ἀπάντησε ὁ Σεραπίων δείχνοντας τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του. Ἐν συνεχείᾳ φτάνει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ συρόταν πρὸς τὴν φυλακὴ γιὰ χρέη. Ὁ Σεραπίων πουλᾶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοῦ δίνει τὰ χρήματα νὰ πληρώσει. «Ποῦ εἶναι τὸ Εὐαγγέλιό σου;», τὸν ρωτᾶ ὁ ὑποτακτικός του. – «Ἀδιαλείπτως, ἀπαντᾶ ὁ σαλός, μοῦ ἐπανελάμβανε: πώλησε ὅ,τι ἔχεις καὶ δῶσ’ τα στοὺς φτωχούς. Τὸ ἄκουσα».
.    Στὴν Ρώμη ἄκουσε νὰ μιλᾶν γιὰ μιὰ παρθένο, ποὺ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ζοῦσε ἔγκλειστη, χωρὶς νὰ δέχεται κανέναν, χωρὶς νὰ μιλᾶ σὲ κανέναν. Κατόρθωσε νὰ τὴν δεῖ.
— «Τί καθέζη;» τῆς εἶπε.
— «Οὐ καθέζομαι, ἀλλὰ ὁδεύω», ἀπάντησε.
— «Ποῦ ὁδεύεις;»
— «Πρὸς τὸν Θεόν».
— «Ζῆς ἢ ἀπέθανες;»
— Λέγει αὐτῷ˙ «Πιστεύω εἰς τὸν Θεὸν ὅτι ἀπέθανον· ζῶν γὰρ σαρκί τίς οὐ μὴ ὁδεύσῃ;».
— Λέγει αὐτῇ˙ «Οὐκοῦν ἵνα με πληροφορήσῃς ὅτι ἀπέθανες ποίησον ὃ ποιῶ, ἔξελθε καὶ πρόελθε».

.     Αὐτὴ διαμαρτυρήθηκε. Ἀλλὰ ὁ «τρελὸς» ἔχοντας φθάσει στὴν κατάσταση τῆς ἀπαθείας, τῆς πλήρους «ἀδιαφορίας», τῆς ἔδωσε νὰ καταλάβει πὼς λέγοντας νεκρὴ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδείξει. Ὑποχώρησε στὰ ἐπιχειρήματά του καὶ βγῆκε. Φθάνοντας κοντὰ σὲ μιὰ ἐκκλησία λέει ὁ Σεραπίων: «Καὶ τώρα, ἂν θέλεις νὰ μὲ πείσεις πὼς εἶσαι νεκρὴ γιὰ τὸν κόσμο, “ἐκδυσαμένη κατ’ ἐμὲ πάντα σου τὰ ἱμάτια ἐπὶ τῶν ὤμων θὲς καὶ πάρελθε μέσην τὴν πόλιν ἐμοῦ προλαμβάνοντος τῷ σχήματι τούτων”». Σκανδαλισμένη ἡ παρθένος ἀρνήθηκε. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ μὲ περάσουν γιὰ τρελή». – «Καὶ λοιπόν; Ἂν εἶσαι νεκρὴ γιὰ τὸν κόσμο, τί σὲ νοιάζει τί σκέφτονται;». Ἐκείνη ἀρνήθηκε. «Ἴδε οὖν, μηκέτι μέγα φρόνει ἐπὶ σεαυτῇ ὡς πάντων εὐλαβεστέρα καὶ ἀποθανοῦσα τῷ κόσμῳ», λέει ὁ Σεραπίων. «Εἶμαι ἴσως πιὸ νεκρὸς ἀπὸ σένα καὶ ἀπεδείχθη, καθὼς περπατοῦσα γυμνὸς δίχως ντροπή». Τὸ μάθημα, παρατηρεῖ ὁ Παλλάδιος, ὑπῆρξε πολὺ ὠφέλιμο γιὰ τὴν παρθένο αὐτή, καθ’ ὅτι τὴν παρεκίνησε σὲ περισσότερη ταπείνωση.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Α´]

  • 21 Ἰουλίου: Μνήμη Ἁγ. Συμεὼν τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ καὶ Ἰωάννου ὁσίου

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Α´]

 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»
(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 .     Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρὸ ὑπῆρχε στὴν ἔρημο ἕνας ἐρημίτης, χαρισματοῦχος ἐξορκιστὴς τῶν δαιμονισμένων καὶ διώκτης δαιμονίων. Ρώτησε ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἐξέβαλε: «Ἡ νηστεία;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς νηστεύουμε ἐπίσης». –«Οἱ ἀγρυπνίες;» – «Ὄχι. Ξέρεις πὼς δὲν κοιμόμαστε καὶ πὼς εἴμαστε πολὺ δραστήριοι». – «Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς ἐπίσης συχνάζομε στὶς ἐρήμους». – «Ποιὰ ἀρετὴ λοιπὸν σᾶς ἀναγκάζει νὰ φεύγετε;» – «Ἡ ταπείνωση. Δὲν ὑποφέρομε τὴν ταπείνωση».
.    Θὰ μπορούσαμε, νὰ γεμίσουμε ἕνα βιβλίο μὲ χωρία ἀπὸ τὶς γραφὲς τῶν Πατέρων, ὅπου ἐξυμνεῖται ἡ ταπείνωση. Ἐκριζώνει τὰ πάθη, στερεώνει τὸ οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς τελειότητας, κάνει ν’ ἀναβλύζει, μέσα σὲ μία καρδιὰ ποὺ αὐτομέμφεται, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Οἱ πρῶτοι διὰ Χριστὸν σαλοὶ παραδίδονταν μὲ τέτοια θέρμη στὴν ἐξάλειψη τῆς ὑπερηφανείας, ὥστε μιὰ παρέμβαση ἀγγέλου ἀπέβαινε ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀρετή των.
.    Ὁ Ἅγ. Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος († 373), μεγάλος ἀσκητὴς καὶ φημισμένος συγγραφέας, δύο χρόνια πρὸ τοῦ θανάτου του ἐπισκέφθηκε τὸ γυναικεῖο μοναστήρι τοῦ Μὲν (ἢ Μὶν) ἱδρυθὲν ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Παχωμίου καὶ μέσα στὸ ὁποῖο τετρακόσιες μοναχὲς εἶχαν ἤδη συναχθεῖ. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν μὰ κόπτισσα, ἡ Ἰσιδώρα (ἢ Βρανκίς), τῆς ὁποίας τὴν ἱστορία μᾶς διηγεῖται. Θεωροῦσαν τὴν Ἰσιδώρα πτωχὴ τῷ πνεύματι καὶ γι’ αὐτὸ τῆς ἀνέθεταν νὰ ἐκτελέσει τὶς πλέον σκληρὲς ἐργασίες καὶ τὰ πιὸ ἀπεχθῆ διακονήματα. Ξυπόλητη, μὲ ἕνα κουρέλι στὸ κεφάλι ὑφίστατο χωρὶς γογγυσμὸ τὸν περίγελω, τὶς ἀδικίες, ἀκόμα καὶ τὰ χτυπήματα ποὺ τῆς δώριζαν οἱ συντρόφισσές της. Ποτὲ δὲν ἔτρωγε στὴν τράπεζα ἀλλὰ ἱκανοποιεῖτο μὲ τὰ ψίχουλα τοῦ τραπεζιοῦ μετὰ τὸ γεῦμα καὶ τὰ ὑπολείμματα τῶν καζανιῶν, ὅταν τὰ ἔτριβε στὴν κουζίνα. Καί, παράξενο πράγμα, ὅσο τὴν κακομεταχειρίζονταν, τόσο αὐτὴ φαινόταν εὐτυχισμένη. Μόνον ὁ Θεὸς γνώριζε τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας της. Αὐτὸς τὴν ἀπεκάλυψε στὸν ἐρημίτη Πιτιρούμ, ὑποτακτικὸ τοῦ Μ. Παχωμίου, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε πειρασθεῖ ἀπὸ ὑπερηφάνους λογισμούς. «Διὰ τί μέγα φρονεῖς ἐπὶ σεαυτῷ ὡς εὐλαβής, καὶ ἐν τοιούτῳ καθεζόμενος τόπῳ», τοῦ λέει φανερώνοντάς του ἕνα ἄγγελο, «ἄπελθε εἰς τὸ μοναστήριον τῶν γυναικῶν τῶν Ταβεννησιωτῶν, καὶ ἐκεῖ εὑρήσεις μίαν διάδημα ἔχουσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς˙ αὕτη σου ἀμείνων ἐστι. Τοσούτῳ γὰρ ὄχλῳ πυκτεύουσα, τὴν καρδίαν αὐτῆς οὐδέποτε ἀπέστησε τοῦ Θεοῦ˙ σὺ δὲ καθεζόμενος ὧδε, ἀνὰ τὰς πόλεις πλανᾶσαι τῇ διανοίᾳ».
.    Τιμημένες ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ φημισμένου ἀσκητῆ μαζεύτηκαν οἱ μοναχές, ἀλλὰ καμιὰ ἀπ’ αὐτὲς δὲν εἶχε τὴν «κόμμωση» ποὺ εἶχε περιγράψει ὁ ἄγγελος. «Εἶστε ὅλες ἐδῶ;» ρώτησε ὁ Πιτιρούμ. – «Ναί. Μόνον ἡ τρελὴ λείπει, ἡ Ἰσιδώρα, ποὺ ἔμεινε στὴν κουζίνα». Στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἐπισκέπτη ἔσπευσαν νὰ τὴν βροῦν. Μόλις αὐτὴ ἐμφανίστηκε, ἀνθισταμένη, συρομένη ἀπὸ δύο ἀδελφὲς ὁ Πιτιροὺμ προσέπεσε μπροστά της. «Εὐλόγησόν με, Ἀμμά!» ἀνεφώνησε. Ἡ Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ θέλησε νὰ παρέμβει – «Τί κάνεις ἐκεῖ; Δὲν αἰσχύνεσαι; Εἶναι μιὰ τρελή!» – «Ὑμεῖς ἐστὲ σαλαί», ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τοῦ ράκους ἔβλεπε ἕνα στεφάνι, νὰ λάμπει πάνω στὸ κεφάλι τῆς Ἰσιδώρας. «Αὐτὴ εἶναι καλύτερη ἀπ’ ὅλες σας, καλύτερη ἀπὸ μένα, καὶ ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ βρεθῶ στὸ ἐπίπεδό της τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως».
.    Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια οἱ ἀδελφὲς ξαφνικὰ φωτίστηκαν καὶ περικύκλωσαν τὴν «τρελή», γιὰ νὰ τῆς ζητήσουν συγχώρηση. Ἡ μιὰ κλαίγοντας ἐξομολογεῖτο, ὅτι τὴν περιγελοῦσε γιὰ τὸ συντετριμμένο ὕφος της˙ μιὰ ἄλλη ὁμολογοῦσε, ὅτι εἶχε ἀδειάσει πάνω της τὸ ἀπόπλυμα τοῦ πιάτου˙ μιὰ τρίτη θυμόταν ὅτι τὴν εἶχε γρονθοκοπήσει καὶ τῆς εἶχε μελανιάσει τὴν μύτη. Συγχωρημένες προσευχήθηκαν ὅλες μαζὶ καὶ ὁ πατὴρ Πιτιροὺμ γύρισε στὸ ἀσκητήριό του πολὺ ὠφελημένος. Ὅσο γιὰ τὴν Ἰσιδώρα, ἀρνουμένη ἀπὸ ταπείνωση νὰ παραχωρήσει θέση στὴν τιμή, ἡ ὁποία στὸ ἑξῆς τῆς ἀποδιδόταν, χάθηκε ἀπ’ τὸ μοναστήρι καὶ κανένας ἔμαθε ποτὲ ποῦ πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της, κανένας ποτὲ πῶς ἐτελεύτησε.
.   Ταπείνωση; Ναί. Ἀλλὰ ὑπακοή; Ἡ Ἰσιδώρα δὲν εἶχε ζητήσει τὴν εὐλογία τῆς Ἡγουμένης της, οὔτε γιὰ νὰ προσποιεῖται τὴν χαζή, οὔτε γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ μοναστήρι. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀνυπακοὴ –θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε ἀνωτέρα ἐλευθερία;– εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς ἕνα ἐνδεικτικὸ στοιχεῖο τῶν σαλῶν. Εἶναι πολὺ σημαντικό. Θὰ ἐπανέλθομε.
.    Ἕνα ἄλλο σημεῖο ὅπου διαφοροποιεῖται ὁ ἀνεύθυνος καὶ περιπλανώμενος σαλὸς ἀπὸ τὸν μοναχό, μέλος μιᾶς ὀργανωμένης κοινότητος, εἶναι ἡ ἁγία ἀπρονοησία. «Ἕνας ἄνθρωπος, διηγεῖται ὁ Ἰωάννης Μόσχος, συγγραφέας τοῦ Λειμωναρίου, μᾶς συνάντησε στὴν Ἀλεξάνδρεια ντυμένος ἕνα τσουβάλι, ποὺ τοῦ ’φτανε ἴσαμε τὰ γόνατα καὶ ἔμοιαζε μὲ τρελό. Τοῦ δώσαμε χρήματα. Τί θὰ τὰ ἔκανε; Τὸν ἀκολουθήσαμε. Ὅταν εἶχε στρίψει στὴν γωνία τοῦ δρόμου, ὕψωσε πρὸς τὸν οὐρανὸ τὸ δεξί του χέρι, ποὺ εἶχε τὰ χρήματα, τὰ κράτησε στὸν ἀέρα, ὕστερα ἔκανε μιὰ μετάνοια στὸν Θεὸ καί, ἀφοῦ ἄφησε τὰ χρήματα κατὰ γῆς, ἔφυγε».
.   Στὴν ἀρχή, παρ’ ὅλα αὐτά, στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ μοναχὸς τῆς ἐρήμου καὶ ὁ σαλὸς εἶχαν πιὸ πολλὰ σημεῖα κοινὰ παρὰ ἀνομοιότητες. Ὁ Σεραπίων († ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ.) ἄραγε εἶναι μοναχὸς ἢ σαλός, ἢ καὶ τὰ δυὸ συγχρόνως; Αὐτὸ ποὺ μᾶς μαθαίνει ἡ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία σχετικὰ μ’ αὐτόν, βρίσκεται σὲ ἕνα κείμενο μέσα στὸν πρόλογο καὶ στὸ ἡμερολόγιο ποὺ ἀναφέρεται σ’ ἕνα ἄλλον Αἰγύπτιο, τὸν Βησσαρίωνα –μεγάλο ἀσκητή, μοναχὸ ἢ σαλό;– ὁ ὁποῖος πέθανε στὰ τέλη τοῦ αἰώνα. Μὲ διακόσια χρόνια διαφορά, ὁ ἅγ. Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος καὶ ὁ Συμεὼν ὁ Σαλὸς ὑφίστανται τὴν ἴδια δοκιμασία τὴν ὁποία, καὶ οἱ δύο, ἀντιμετωπίζουν μὲ ταυτόσημο τρόπο: ἀδιαμαρτύρητα σηκώνουν τὴν μομφὴ ποὺ τοὺς προσάπτει μιὰ δούλα, ἡ ὁποία ἔμεινε ἔγκυος, καθὼς καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ συνοδεύει τὴν κατηγορία. Ἀφοῦ ἀποκαθίστανται, (ἡ δύστυχη κοπέλα γέννησε κανονικά, μόνον ἀφοῦ ὁμολόγησε τὸ ψέμα της καὶ κατονόμασε τὸν ἀληθινὸ διαφθορέα της) οἱ δύο ἅγιοι ἀποφεύγουν τὶς ἀποδείξεις μετανοίας, στὶς ὁποῖες τοὺς ὑποχρεώνουν, ὁ μὲν Μακάριος μακρυνόμενος στὴν ἔρημο τῆς Σκήτεως, ὁ δὲ Συμεὼν πηγαίνοντας νὰ κάνει τὸν γελωτοποιὸ μέσ’  στοὺς δρόμους τῆς Ἐμέσης.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

, , , , ,

Σχολιάστε