Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κ. Καραστάθης

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Κ. Καραστάθης)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη
«Μέγας Κωνσταντίνος, Κατηγορίες καί Ἀλήθεια»
[Ἱστορικὴ Μελέτη]
Ἀθῆναι 2012, Ἐκδ. «Ἄθως», σελ. 89-114

.               Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Π. Τρεμπέλας γράφει: «Τό θαῦμα ὀφείλεται μέν σέ ὑπερφυσική αἰτία, ἀφ’ ἧς ὅμως συντελεσθεῖ καθίσταται πλέον ἱστορικό  γεγονός καί ἀνήκει στήν Ἱστορία. Διότι καί τό θαῦμα γίνεται σέ τόπο καί σέ χρόνο, ὅπως ὅλα τά ἱστορικά γεγονότα, καί διενερ­γεῖται ἐνώπιον αὐτοπτῶν, τῶν ὁποίων ἡ μαρτυρία καταγράφεται στίς δέλτους τῆς Ἱστορίας. Ἐντεῦθεν ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Leibniz (System theol. init.), ὅτι “’ἐάν τά εἰς προγενεστέρας ἐποχάς συντελεσθέντα θαύματα ἀναφέρονται μεθ’ ὅλων τῶν ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς χρησιμεύουν συνήθως διά νά στηρίξουμε τήν ἀλήθεια προγενεστέρων γεγονότων, ὀφείλουμε νά πιστεύουμε ταῦτα, ὡς ἐάν εἶχαν λάβει χώρα ἐπί τῶν ἡμερῶν μας”.»[i] Τά ὁράματα δέν ἀναφέρονται σπάνια στή Ἐκκλησιαστική Ἱστορία.*

* Ὁράματα ἔχουν ἰδεῖ οἱ Προφῆτες Ἰεζεκιήλ, Ἠσαΐας καί Δανιήλ, οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, ὁ Ἅγιος Νήφων, ὁ Ἅγιος Μηνᾶς καί ἄλλοι πολλοί ἀκόμα Ἅγιοι. Ὁ Νewman ὑπενθυ­μίζει τά θεϊκά σημεῖα, πού ἀναφέρονται στήν Ἁγία Γραφή, καί πού προηγήθηκαν τῆς καταστροφῆς τῆς Βαβυλώνας καί τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς πρώτης μέ τή σημείωση στόν τοῖχο τῆς αἴθουσας συμποσίων καί τῆς δεύτερης μέ τούς οἰωνούς πάνω ἀπό τόν οὐρανό της. (Richardson, Prolegomena on Eus., Section 4. Appearance of the Cross in the sky to Constantine)

.               Ἀλλά τί εἶναι ἱστορικότητα; «Ἱστορικότητα εἶναι α) ἡ ἰδιότητα ἑνός γεγονότος νά ἀποτελεῖ μέρος ἤ νά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στή διαμόρ­φωση τῆς Ἱστορίας καί β) τό νά ἀποτελεῖ κάτι πραγματικό γεγονός, νά μαρτυρεῖται ἀπό πηγές (Λεξικό Μπαμπινιώτη).
.               Μολονότι σύμφωνα μέ τόν παραπάνω ὁρισμό, τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου ἔχει διαδραματίσει ὕψιστο ρόλο στή διαμόρφωση τῆς Ἱστορίας, ἄρα διαθέτει ἱστορικότητα, ἐμεῖς, μή ἀρκούμενοι στήν κάλυψη πού παρέχει τό πρῶτο μέρος τοῦ ὁρισμοῦ, ἀναζητήσαμε καί μαρτυρίες ἔγκυρων πηγῶν, διότι οἱ ἄθεοι ἤ οἱ ὀρθολογιστές τῆς Δύσης, καθώς διδάχτηκαν ἀπό τούς παγανιστές, ἀμφισβητοῦν ἔντονα τό ὅραμα, ἤ τό ἐξηγοῦν ὡς δῆθεν πολιτικό ἑλιγμό τοῦ Αὐτοκράτορα νά προσεταιριστεῖ τούς χριστιανούς, ἤ κάνουν λόγο γιά ἕνα τυχαῖο σχηματισμό τῶν νεφῶν, ἤ γιά «παραήλιο», ἤ γιά «ἅλω» τοῦ φεγγαριοῦ, ἤ γιά θέση ἀστεριῶν (μέσα στό καταμεσήμερο), ἤ γιά φωτεινούς δακτυλίους τοῦ ἡλίου κ.ο.κ.
.               Οἱ μαρτυρίες εἶναι οἱ ἑξῆς:

.               α. Ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας Εὐσέβιος ὁ Παμφί­λου, φίλος τοῦ Κωνσταντίνου, πού ἔγραψε μετά τό θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος τό βιβλίο του «Εἰς Βίον μακαρίου Κωνταντίνου τοῦ Βασιλέως», ἀναφέ­ρει ὅτι ὁ Κωνστα­ντίνος ἐ π ι β ε β α ί ω σ ε τ ό π ε ρ ι σ τ α τ ι κ ό τ ο ῦ ὁ ρ ά μ α τ ο ς στόν ἴδιο ἐ ν ό ρ κ ω ς[ii]. Ὁ ἴδιος ἱστορικός δίνει τήν πληροφορία ὅτι τό ὅραμα τό ε ἶ δ ε κ α ί ὁ σ τ ρ α τ ό ς τοῦ Κωνσταντίνου[iii]. Ὁ ἴδιος ἐπίσης παρέχει πολλές καί χαρακτη­ριστικές πληρο­φορίες γιά τό ὅραμα, καί σημειώνει ὅτι τό μήνυμα «ἐν τούτῳ νίκα» ἦταν στά ἑλληνικά. Μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμα ὅτι ὁ Θεός πολλές φορές ἀξίωσε τόν Κωνσταντίνο νά ἰδεῖ θεϊκά σημεῖα, τά ὁποῖα τοῦ παρεῖχαν πρόγνωση, γιά ὅσα ἔμελλε νά συμβοῦν[iv].

.               β. Λακτάντιος, χριστιανός ρήτορας, πού ὡς ὁ δάσκαλος τοῦ Κρίσπου, πρωτότοκου γιοῦ τοῦ Κωνστα­ντίνου, εἶχε στενές σχέσεις μέ τό παλάτι, ἀναφέρει ὅτι «ὁ Κωνσταντίνος προειδοποιήθηκε σέ ἕνα ὄνειρο νά χαράξει τό ο ὐ ρ ά ν ι ο σ η μ ε ῖ ο τ ο ῦ Θ ε ο ῦ (caeleste signum dei) πάνω στίς ἀσπίδες τῶν στρατιωτῶν του καί ἔτσι νά ἐνταχθοῦν στή μάχη»[v]. Ποιό εἶναι τό «οὐράνιο σημεῖο» ἄν ὄχι τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου;

.               γ. Σέ ἕνα ἀπό τά διασωζόμενα «σπαράγματα» ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλοστόργιου, πού ἀναφέρονται στό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου καί πού διασώζει ὁ Ἰωάννης ὁ Μοναχός, τοῦτ’ἔστιν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στό βιβλίο του «Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου», (passio Sancti Artemii), ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος, συνδιαλεγόμενος λίγο πρό τοῦ μαρτυρίου του μέ τόν φονέα του Ἰουλιανό τόν Παραβάτη, τοῦ δίνει τήν ἑξῆς ἀπόκριση σέ κατηγορία του κατά τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου: «Ἀπέκλινε δέ (ὁ Κωνσταντίνος) πρός τόν Χριστόν, οὐρανόθεν ἐκείνου καλέσαντος, ὅτε τήν πρὸς τόν Μαξέντιον δριμεῖάν τε καί βαρυτάτην διηγω­νίσατο μάχην, δείξας αὐτῷ τό τοῦ σταυροῦ σημεῖον μεσούσης ἡμέρας, ὑπέρ τόν ἥλιον ταῖς αὐγαῖς ἐξαστράπτον, καί γράμμασιν ἀστροτύπως Ῥωμαϊκοῖς διασημήνας αὐτῷ τήν τοῦ πολέμου νίκην· ἡμεῖς τε γάρ αὐτοὶ τό σημεῖον ἐθεασάμεθα τῷ πολέμῳ παρόντες, καί τά γράμματα ὑπανέγνωμεν· ἀλλά καί τό στρατόπεδον ἅπαν τεθέατο, καί πολλοὶ τούτου μάρτυρες ἐν τῷ σῷ στρατοπέδῳ τυγχάνουσιν, εἴ γε ἄρα ἐρωτῆσαι θελή­σειας.»[vi]
.               Ὁ Φιλοστόργιος, πού γεννήθηκε τό 368 μ.Χ., δηλαδή μόλις ἑπτά χρόνια μετά τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ἔχει ἀρυσθεῖ τίς πληροφορίες του ἀπό ἀνθρώπους πού ἔζησαν τά παραπάνω γεγονότα καί ἑπομένως αὐτές δέον νά θεωρῦνται ἔγκυρες.

.               δ. Ὁ ποιητής Ὀπτατιανός (σύγχρονος τοῦ Κωνστα­ντίνου) σέ πανηγυρικό του λόγο πρός τιμήν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου τό 326 στά Vicenalia ὀνομάζει καί αὐτός τό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ caeleste signum «ο ὐ ρ ά ν ι ο σ η μ ε ῖ ο»[vii].

.               ε. Ναζάριος, ἕνας ὁμιλητής σύγχρονος τοῦ Κωνσταντίνου, σέ ὁμιλία του πρός τιμήν τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου, πού δέν ἦταν παρών, κάνει λόγο γιά ὁρισμένο ἀπροσδιόριστο οἰωνό, πού γέμισε τούς στρατιῶτες τοῦ Κωνσταντίνου μέ φόβο καί ἀνησυχία, ἀλλά καί τούς ἐνθάρρυνε στόν ἀγώνα: «Ποιός Θεός, ποιά θεία παρουσία ἐνθάρρυνε ἐσένα, ὥστε ὅταν ὅλοι οἱ σύντροφοί σου στά ὅπλα καί οἱ διοικητές ὄχι μονάχα μυστικές ἀνησυχίες, ἀλλ’ ἀνοιχτούς φόβους εἶχαν τοῦ οἰωνοῦ, ἀκόμα ἐνάντια στίς συμβουλές τῶν ἀνθρώπων, ἐνάντια στίς προειδοποιήσεις τῶν ἱερέων, ἐσύ ἔπραξες σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψή σου, ὥστε νά ἔρθει ἡ ὥρα τῆς παρά­δοσης;»[viii].

.              ϛ´. Ρουφίνος (345 – 410 μ.Χ.) συγγραφέας καί αὐτός τοῦ 4ου αἰώνα, ἀναφέρει τήν ἐμφάνιση τοῦ Σταυροῦ.

.              ζ´. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός (329 – 390 μ.Χ.) στό Δεύτερο Στηλιτευτικό του κατά τοῦ Ἰουλιανοῦ Λόγο σαφῶς ὑπαινίσ­σεται τό ὅραμα τοῦ Μ. Κωνστα­ντίνου. Ἀναλυτικά τά πράγματα ἔχουν ὡς ἑξῆς:
Ὁ Ἀποστάτης αὐτοκράτορας, προ­φανῶς γιά νά ἱκανοποιήσει τούς Ἑβραίους, συμμάχους του στόν ἀγώνα του κατά τῶν χριστιανῶν, διέταξε νά ξαναχτιστεῖ ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος. Οἱ ἐργασίες ἐκσκαφῆς θεμελίων προχωροῦσαν, ὅταν αἰφνιδίως φλόγες ἀναπήδησαν μέσα ἀπό τά ἀνασκαμμένα θεμέλια τοῦ Ναοῦ, πού ἄλλους ἀπό τούς ἐκεῖ ἐργαζόμενους κατέκαψαν καί ἄλλους ἀκρωτηρίασαν, βάζοντας τελικά ἄδοξο καί ὁριστικό τέλος στίς ἐργασίες. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁμιλεῖ γιά θαῦμα καί εὐθύς ἀμέσως κάνει λόγο καί γιά ἕνα ἄλλο προγενέστερο θαῦμα, «ὃ δέ ἔτι τούτου παραδοξότερον καί περιφα­νέστερον, ἔστη φῶς ἐν τῷ οὐρανῷ τόν σταυρὸν περι­γράφον, καί τό πρότερον ἐπί γῆς ἀτιμαζόμενον τοῖς ἀθέοις καί σχῆμα καί ὄνομα νῦν ἐν οὐρανῷ δείκνυται πᾶσιν ἐπίσης, καί γίνεται τρόπαιον τῷ Θεῷ τῆς κατά τῶν ἀσεβῶν νίκης, τροπαίου παντός ὑψηλότερον[ix]Δηλαδή: «Ἀπό αὐτό (τό θαῦμα τῶν φλογῶν) πιό παράδοξο ἀκόμα καί πιό ξακουστό στάθηκε τό φῶς στόν οὐρανό, πού σχηματίζει τόν Σταυρό, καί ἐκεῖνο, πού πρωτύτερα ἀτιμαζόταν ἀπό τούς ἄθεους καί ὡς σχῆμα καί ὡς ὄνομα, τώρα στόν οὐρανό δείχνεται ἀπ’ ὅλους ἐπίσης, καί ὑπό τοῦ Θεοῦ γίνεται τρόπαιον νίκης κατά τῶν ἀσεβῶν, ὑψηλότερο κάθε ἄλλου τροπαίου.»
.               Τά γεγονότα τοῦ Ναοῦ συνέβησαν κατά τό 361. Τίθεται τώρα τό ἐρώτημα: Ἄραγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος θυμίζει στούς ἀκροατές του τό φωτεινό Σταυρό πού ὁ Κωνσταντίνος εἶχε δεῖ σέ ὅραμα καί πού ὅλοι τῆς ἐποχῆς τους εἶχαν ἀκουστά ἀπό τίς διηγήσεις τῶν παλαιοτέρων, ἤ τό φωτεινό Σταυρό πού εἶχαν δεῖ στόν οὐρανό οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ λίγα χρόνια νωρίτερα (τό 346, βλέπε στή σελίδα …);
.               Ἀλλά ὁ Σταυρός κατέστη «τρόπαιον τῷ Θεῷ τῆς κατὰ τῶν ἀσεβῶν νίκης, τροπαίου παντὸς ὑψηλό­τερον» στή μάχη τῆς Μουλβίας καί στούς μετέπειτα πολέμους τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ μεγάλος Ἱεράρχης λοιπόν ὑπαινίσ­σεται τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου. Καί τούτη ἡ πληροφορία του ἔχει ξεχωριστή σημασία γιά τήν ἔρευνα, ἐπειδή ὁ Γρηγόριος ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς κοντινότερους χρονικά πρός τόν Κωνσταντίνο συγγρα­φεῖς, μετά τό Λακτάντιο, τόν Εὐσέβιο, τόν Ὀπτατιανό καί τό Ναζάριο καί σύγχρονος τοῦ Ἰουλιανοῦ.*

* Γιά τά γεγονότα τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος κάνουν λόγο στά βιβλία τους καί οἱ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, Θεοδώρητος, Φιλοστόργιος, ὁ Ἑβραίος ραββίνος Γεδαλίας καί ὁ φίλος τοῦ Ἰουλιανοῦ παγανιστής Ἀμμιανός Μαρκελλίνος (332-400). Οἱ ὀρθολογιστές πάντως ἀποδίδουν τίς φλόγες τοῦ ἀνασκαφέντος τόπου σέ ἀέρια τῆς γῆς.

 .               η´.Σωζομενός (πέθανε τό 433 μ.Χ.) ἀρχικά ἀναφέρει ὅτι ὁ Κωνσταντίνος εἶδε στ’ ὄνειρό του τό σημεῖο τοῦ Σταυ­ροῦ (ὄναρ εἶδε ἐν τῷ οὐρανῷ σελαγίζειν), καί ἔπειτα, ἴσως ἀπό ἐπιρροή τοῦ Εὐσεβίου, τόν ὁποῖο ἀναφέρει, μιλάει γιά τήν ἐμφάνιση στόν οὐρανό[x].

.               θ´.Σωκράτης ὁ Σχολαστικός (380 – 439 μ.Χ.) ἀφοῦ κάνει λόγο γιά τό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ, προσθέτει: «Αὐτός τε (δηλαδή ὁ Κωνσταντίνος) τοῖς οἰκείοις σχεδόν ἀπιστῶν ὀφθαλμοῖς, ἠρώτα καί τούς παρόντας, εἰ καί αὐτοί τῆς αὐτῆς ἀπολαύουσιν ὄψεως. Τῶν δέ συμφω­νησάντων, ἀνερρώνυτο μέν ὁ βασιλεύς ἐπί τῇ θείᾳ καί θαυμαστῇ φαντασίᾳ»[xi].

.               ι´.Γελάσιος Καισαρείας (β´ μισό τοῦ 5ου αἰώνα μ.Χ.) ἀναφέρει τά ἑξῆς γιά τό ὅραμα: «Οὕτω δέ κεκριμένης τῆς μάχης καί τῆς παρατάξεως ἰσορρόπῳ οὔσης, οὐρανόθεν ὁ Θεός Κωνστατῖνον ὁπλίζει, δείξας αὐτῷ τό σωτήριον τοῦ Σταυροῦ σύμβολον φωτοειδῶς ἐν οὐρανῷ. Γράμματα δέ ἐμήυσε(;) τῆς ὄψεως τήν δύναμιν, λέγοντα «τούτῳ νίκα». Τοῦτο τό διήγημα τοῖς μέν ἀπίστοις μῦθος εἶναι δοκεῖ καί πλάσμα, τοῖς δέ ἡμετέροις δόγμασι κεχαρισμένον. Τοῖς δέ ἀληθῆ πιστεύειν συνειθισμένοις, ἐναργής τοῦ πράγματος ἡ ἀπόδειξις.»[xii]

.               Ἀλλά στό ὅραμα τοῦ Σταυροῦ ἀναφέρονται ἀκό­μη καί μεταγενέστεροι συγγραφεῖς:

.               Ὁ Ζωναρᾶς (1042 – 1130 μ.Χ.) ἀναφέρεται σέ τρεῖς ἄλλες θεοσημίες τοῦ Κωνσταντίνου: Κατά τή διάρκεια τῶν συγκρούσεων πού εἶχε μέ τό Λικίνιο ἤ μέ τό Μαξέντιο, πρόσεξε κάποιον ὁπλισμένο καβαλάρη, πού ἀντί γιά σημαία, κρατοῦσε τό σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καί προπορευόταν μπροστά ἀπό τήν παράταξή του. Ἄλλη μιά φορά εἶδε στήν Ἀδριανούπολη δύο νεαρούς νά θερίζουν τίς φάλαγγες τῶν ἐχθρῶν. Κάποτε στήν περιοχή τοῦ Βυζαντίου, ἐνῶ ἦταν νύχτα καί ὅλοι κοιμούνταν, τοῦ φάνηκε πώς ἄστραψε γύρω ἀπό τό στρατόπεδό του. Ἀπό τά σημάδια αὐτά ὁδηγήθηκε στό συμπέρασμα ὅτι οἱ ἐπιτυχίες καί οἱ νίκες του εἶχαν θεϊκή προέλευση[xiii].
.               Καί ὁ βυζαντινός λόγιος Νικηφόρος Κάλλιστος (1250 –1330 μ.Χ.) κάνει λόγο γιά τό Ὅραμα[xiv].
.               Πέρα ἀπό τίς μαρτυρίες, ὑπάρχουν καί κάποια λογικά συμπεράσματα ἑνός κοινοῦ νοῦ, πού ὁδηγοῦν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα, στό ὅτι δηλαδή τό Ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου ὑπῆρξε ἕνα πραγματικό γεγονός:

.               α. πλήρης μεταστροφή τοῦ Κωνσταντίνου στό Χριστιανισμό μετά τή μάχη τῆς Μουλβίας (γιά τήν ὁποία γίνεται ἐκτενής λόγος στό ἑπόμενο κεφάλαιο) εἶναι, κατά τήν ταπεινή γνώμη μας, ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἱστορικότητας τοῦ ὁράματος.

.               β. Ποτέ ἕνας ἐχέφρων αὐτοκράτορας δέν θά ἐπεδίωκε νά προσεταιρισθεῖ γιά στήριξή του μιά μικρή μειοψηφία χριστιανῶν στρατιωτῶν του, προκαλώντας συγχρόνως ἐναντίον του τήν ἐχθρότητα τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν παγανιστῶν, ἄν δέν συνέβαινε κάτι πολύ συνταρακτικό, πού νά ὠθοῦσε τόν Κωνσταντίνο σ’ αὐτή τήν ἀπόφαση. Ὁ εὐφυέστατος καί συνετός Κωνσταντίνος ποτέ δέν θά διακινδύνευε τήν πειθαρχία στό στράτευμά του διατάζοντας τούς στρατιῶτες του νά ἀναγράψουν στίς ἀσπίδες τους τό Μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ἥν στιγμήν τό 85-90% αὐτῶν ἦταν παγα­νιστές, ἄν δέν ἀντλοῦσε δύναμη καί ἐλπίδα ἀπό αὐτό τό θεϊκό σημάδι. Τό φαινόμενο ἦταν πέραν τῶν ὁρίων τῆς φύσης, ἦταν ἕνα θαῦμα, καί ἐπηρέασε βαθύτατα τόν Αὐτοκράτορα.

.               γ. Ἡ ἀναμνηστική ἐπιγραφή τῆς μεγάλης νίκης του κατά τοῦ Μαξέντιου, πού γράφηκε στήν ἁψίδα (γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος παρακάτω) καθ’ ὑπόδειξη τοῦ ἰδίου, περιλαμβάνει τήν ἔκφραση «Instinctu Divinitatis et magnitudine mentis» (Μέ θεία παρώθηση καί τή μεγάλη φρόνησή του).

.               δ. Ὁ στυγερός διώκτης τῶν χριστιανῶν Λικίνιος, διαδίδοντας ὅτι μίλησε μέ Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος τοῦ δίδαξε τάχα μιά προσευχή πρίν ἀπό τή μάχη του μέ τό Μαξιμίνο, καθώς μᾶς ἐνημερώνει ὁ Λακτάντιος[xv], φανερώνει πώς ἦταν ἐνημερωμένος γιά τό ὅραμα τοῦ Κωνσταντίνου, ὅτι γνώριζε γιά τή βαθύτατη ἀπήχηση, πού εἶχε αὐτό τό ὑπερκόσμιο γεγονός στό λαό καί στό στράτευμα τοῦ Κωνσταντίνου, καί ὅτι θέλησε ἀντιγράφοντάς τον, νά κλέψει λίγη δόξα ἀπό ἐκεῖνον…

.               Ἀλλά καί ἀπό τους συγγραφεῖς τῶν νεωτέρων χρόνων πολλοί ἀποδέχονται τό ὅραμα ὡς πραγματικό γεγονός. Ἕνας σημαντικός θεολόγος τῆς Δύσης, ὁ Schaff, σέ μιά σειρά σκέψεων καί προβληματισμῶν πάνω στό θέμα τοῦ συγκεκριμένου ὁράματος, ὅπου διαλαμβάνει καί μιά σειρά ἐνστάσεων τῶν ὀρθολογιστῶν ἐπί τοῦ θέματος, ἔναντι τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖ νά ἀρθρώσει συμβιβαστικές λύσεις, τελικά καταλήγει: «Ὅτι τό ὅραμα ἐπισημάνθηκε ὡς ὑπερφυσικῆς προελεύσεως, εἰδικά μετά ἀπό τήν εὐτυχή ἐπιτυχία, εἶναι φυσικό καί συμβατό μέ τίς ἐπικρατοῦσες ἰδέες τῆς ἐποχῆς. Ὁ Τερτυλλιανός καί ἄλλοι Πατέρες πρίν ἀπό τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας καί μετά ἀπό αὐτή άπέδωσαν πολλές μεταβολές στά νυχτερινά ὄνειρα καί ὁράματα. Ὁ Κωνσταντίνος καί οἱ φίλοι του ἀναφέρουν τά σημα­ντικότερα γεγονότα τῆς ζωῆς του, ὅπως τή γνώση τῆς προσέγγισης τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων, τήν ἀνακάλυψη τοῦ Παναγίου Τάφου, τήν ἵδρυση τῆς Κωνσταντινου­πόλεως, στή θεία ἀποκάλυψη μέσῳ ὀραμάτων καί ὀνείρων. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε διατεθειμένοι ν’ ἀρνηθοῦμε στό ἐλάχιστο τή σύνδεση τοῦ ὁράματος τοῦ σταυροῦ μέ τήν ἐπέμβαση τῆς Θείας Πρόνοιας, ἡ ὁποία ἔλεγξε αὐτή τήν ἀξιοπρόσεκτη κρίσιμη καμπή τῆς Ἱστορίας. Ἡ ἴδια ἡ Βίβλος ἐπικυρώνει τή γενική θεωρία τῶν θεόσταλτων καί προφητικῶν ὀνείρων καί τά νυκτερινά ὁράματα, μέσῳ τῶν ὁποίων οἱ θεῖες ἀποκαλύψεις γνωστοποιοῦνται στούς ἀνθρώπους.»[xvi]

.               Πολλοί ἀκόμα ἱστορικοί ἀποδέχονται τήν ἱστορικότητα τοῦ ὁράματος, ἀλλά καί πολλοί τήν ἀρνοῦνται.*

 * Ὁ Βέλγος ἱστορικός Grégoire βλέπει τό ὅραμα καί τή μεταστροφή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὡς μεταθανάτιο ξαναγράψιμο τῶν γεγονότων ἀπό τόν Εὐσέβιο.

.              Ὁ Murdock (στίς σημειώσεις του στή μετάφραση τοῦ Mosheim) προβάλλει καί τούτη τήν ἀξιοπρόσεκτη παρατήρηση: «Ἐάν τό θαῦμα τοῦ φωτεινοῦ Σταυροῦ εἶναι μιά πραγματικότητα, ὁ Θεός ὁ ἴδιος ἔχει ἐγκρίνει τή χρήση τοῦ Σταυροῦ ὡς ὁρισμένο σύμβολο τῆς θρησκείας μας, ἔτσι ὥστε δέν ὑπάρχει καμιά δεισιδαιμονία στή χρήση ἀπό αὐτό, ἀλλά οἱ Καθολικοί εἶναι σωστοί, καί οἱ Προτεστάντες σ’ ἕνα λάθος σ’ αὐτό τό θέμα»! Ὁ Murdock λησμόνησε μονάχα ν’ ἀναφέρει ὅτι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν στή λατρεία τους τό Σταυρό. Καί ὅτι ὁ Σταυρός – γι’ αὐτούς κατ’ ἐξοχήν – εἶναι τό κορυφαῖο σύμβολο πίστεως, θυσίας καί ἁγιασμοῦ, καί κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο «τοῖς σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ» (Α΄ Κορ. α´ 17).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Π. Τρεμπέλα, «Τα θαύματα, ἐν Αλεξανδρείᾳ», 1917, «Ἰησούς ὁ ἀπό Ναζαρέτ, σελ. 193 – 221.

[ii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1 κεφ. 28

[iii] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1 κεφ. 28

[iv] Εὐσ. Β. Κ. Λόγ. 1, κεφ.47, καί Εὐσ. Τριακονταετηρικός κεφ.11

[v] Λακτ. Περί τῶν θαν. τῶν διωκτῶν κεφ. 44

[vi] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Artemii Passio, P.G.96, σελ. 1293

[vii] Oπτατ. Panegyr. 6 (326),caelestis = ὁ ἐξ οὐρανοῦ, θεϊκός

[viii] Ναζάρ. Panegyr.Λατ. 10

[ix] Γρηγ.Θεολ. Β΄Στηλ. 4.P.G. (Κ.Π.Ε.) 35

[x] Σωζομ. Ἐκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 3

[xi] Σωκρ. Ἐκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 2

[xii] Γελάσ. ’Εκκλ. Ἱστ. βιβλ. 1, κεφ. 4 ( P.G. J. P. τόμος 85, σελ. 1204)

[xiii] Ζων. βιβλ. 13, κεφ, 1, σελ. 56

[xiv] P.G. 146, σελ. 16

[xv] Λακτ. Περί τῶν θανάτων τῶν διωκτῶν, Κεφ. 46

[xvi] Schaff, Philip: History of the Christian Church, Volume III: Nicene and Post-Nicene Christianity. A.D. 311-600 , Vol. III, Chapt, I , p. 19-23

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓ. ΦΩΤΟΣ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ

Κ. Β. Καραστάθης

.             Στά ὅσα ἐνδιαφέροντα περί τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Φωτός δημοσιεύθηκαν ἀπό τόν Δρ. Χαρ. Μ. Μπούσια στήν Χ. Β. [βλ. ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ], ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά προσθέσω τά παρακάτω, πού ἀναφέρονται ἀπό τόν Ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Ἀ. Παπαδόπουλο, μετέπειτα Μητροπολίτη καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, στό περίφημο σύγγραμμά του «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» (Γ΄ Εκδοση, 2010, σελ. 342 καί 343).
.              Στή μεγάλη τελετή τοῦ Ἁγίου Φωτός ἐλιτάνευαν μαζί Ἕλληνες καί Λατίνοι. Ὅμως κατά τό ἔτος 1101 συνέβη κάποιο περίεργο γεγονός, πού συνετάραξε τούς Λατίνους: Τό ἅγιο Φῶς δέν φάνηκε, παρ’ ὅλες τίς λιτανεῖες πού τελέσθηκαν! Διηγεῖται ὁ Λατίνος αὐτόπτης μάρτυρας Πουλχέριος, ὁ μετέπειτα Πατριάρχης: «Κατελήφθημεν ὑπό μεγίστης λύπης καί θλίψεως. Πόσαι ἀνακραυγαί πρός τόν Κύριον! πόσοι στεναγμοί, πόσοι ὀδυρμοί! Διότι ἐν ὀδυρμοῖς πάντες ἐψάλλομεν “Κύρε ἐλέησον”, ἵνα διά τῆς ψαλμωδίας ἐκζητήσωμεν τό ἔλεος τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί καθικετεύοντες αὐτόν οὐδαμῶς ἐλαμβάνομεν τό ζητούμενον…»
.              
Τό Ἅγιο Φῶς δέν φάνηκε οὔτε κατά τό πρωί τοῦ Πάσχα. Ἀπελπισμένος ὁ βασιλιάς Βαλδουΐνος προσευχόταν μπροστά στόν Ἅγιο Τάφο καί οἱ Λατίνοι ἱερεῖς βρέθηκαν σέ πολύ δυσάρεστη θέση, μή γνωρίζοντας ἄν ἔπρεπε νά τελέσουν ἤ ὄχι τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα, δίχως τό Ἅγιον Φῶς. Τελικά ἀποφάσισαν νά φύγουν ἀπό τόν Ἱερό Ναό τῆς Ἀναστάσεως.
.               Ἐναπόμειναν ὅμως στόν Ναό οἱ Ἕλληνες ἱερεῖς, ἀκολουθούμενοι ἀπό Ἰακωβίτες καί Ἀρμενίους, καί ἀποφάσισαν νά συνεχίσουν μέ μεγαλύτερη θέρμη τίς προσευχές καί τίς λιτανεῖες. Καί τό Ἅγιο Φῶς ἔκανε τήν ἐμφάνισή του καί πλημμύρισε ὅλον τόν Ναό! Μέ ἀλλαλαγμούς οἱ Λατίνοι ἔτρεξαν νά λάβουν τό Ἅγιο Φῶς ἀπό τούς Ἕλληνες.
.                Καί ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος καί περίφημος ἐκκλησιαστικός συγγραφέας καταλήγει: «Ὅπως δ’ κἄν θελήσῃ νά ἐξηγήσῃ τις αὐτό, ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι οἱ ταπεινωθέντες καί περιφρονηθέντες ὑπό τῶν σταυροφόρων Ἕλληνες ἐξυψώθησαν δι’ αὐτοῦ· ἔκτοτε δέ ἡ τελετή τοῦ Ἁγίου Φωτός καί ἐπί τῶν σταυροφόρων ἔτι παρέμεινεν ὡς καθαρῶς ἑλληνική τελετή».

 

,

Σχολιάστε

ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ: ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ (Κων. Καραστάθης)

 ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ : ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΜΙΝΩΙΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Προσφάτως ἐκδόθηκε ἡ ἱστορικο-γλωσσική μελέτη τοῦ κ. Κώστα Β. Καραστάθη «Ἀρβανίτες – Ἀπόγονοι Μινωιτῶν Κρητῶν» ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ἰνφογνώμων». Παραθέτουμε ἕνα ἀπό τά πολλά ἐπιχειρήματα, μέ τά ὁποῖα ὁ κ. Καραστάθης ἑδραιώνει τήν ἱστορική θέση του. Γιά τήν κατανόηση τοῦ κειμένου ἀναφέρουμε ὅτι Κρῆτες τῆς Μινωικῆς ἐποχῆς ἵδρυσαν στήν Κάτω Ἰταλία τήν ἀποικία Ἰ α π υ γ ί α καί ὅτι μέρος αὐτῶν, ὁδοιπορώντας ὁλόγυρα στίς ἀκτές τῆς Ἀδριατικῆς δημιούργησαν νέα ἀποικία στή Νότια Ἰλλυρία. Τούς Ἰάπυγες αὐτούς οἱ γείτονές τους Ἰλλυριοί ὀνόμασαν Λιάπηδες, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἔδωσαν στή νέα πατρίδα τους τήν ὀνομασία Ἄ ρ β ω ν (πού μέ τήν πάρδο τοῦ χρόνου ἐξελίχθηκε σέ Ἄ ρ β α ν ο ν , ἐνῶ οἱ ἴδιοι αὐτοαποκλήθηκαν Ἀ ρ β α ν ί τ ε ς.arvanites_raxi-front

.           Ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος παρέχει πληροφορία τοῦ Ἑκαταίου (6ος αἰώνας π. Χ.) ὡς ἑξῆς: «Ἰαπυγία: δύο πόλεις, μία ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καί ἑτέρα ἐν τῇ Ἰλλυρίδι, ὡς Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος. Τό ἐθνικόν Ἰάπυξ καί Ἰαπύγιος καί Ἰαπυ­γία».[i]
.               Οἱ ἀρχαῖοι ἱστορικοί, κάνοντας λόγο γιά μετανάστευση Ἰαπύγων Κρητῶν στή Μακεδονία, εἴτε ἀγνοοῦν, εἴτε θεωροῦν περιττό νά διευκρινίσουν ὅτι μέρος αὐτῶν βρέθηκαν στή Νότια Ἰλλυρία καί στά παράλια κοντά στά Κεραύνια, περιοχές, οἱ ὁποῖες λογίζονταν ὡς Μακεδονία, σύμφωνα μέ τίς ἀναφορές πολλῶν ἀρχαίων συγγραφέων. Δέν ἀποκλείεται διόλου ὅτι οἱ ἔποικοι Ἰάπυγες τῆς Ἠπείρου καί τῆς Νότιας Ἰλλυρίας ἦσαν τμῆμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, κατά τούς ἱστορικούς Κόνωνα καί Στράβωνα, ἐπαναστάτησαν καί διώχτηκαν ἀπό τήν Ἰαπυγία. Οἱ Ἰάπυγες αὐτοί, ὁδοιπορώντας γύρω ἀπό τήν Ἀδριατική, ἔφθασαν στή Λιβουρνία (ἀκτές τῆς σημερινῆς Κροατίας). Στήν περιοχή αὐτή, κατά τόν γεωγράφο Πτολεμαῖο ὑπῆρξαν τρεῖς νησίδες μέ δύο πόλεις ἡ καθεμιά,[ii] καί γεννᾶται τό ἐρώτημα μήπως οἱ πόλεις αὐτές μέ τά ἑλληνικἀ ὀνόματα ἱδρύθηκαν ἀπό τούς κάποιους Ἰάπυγες ἐποίκους.
.             Στή νησίδα Σκαρδώνα ἀναφέρει ὁ Πλίνιος τήν ὕπαρξη τῆς πόλης Arba[iii]. Γιά τήν πόλη A r b a ἔχει γίνει πολύς λόγος ἀπό τούς ἱστορικούς. Ἄλλοι ἐτυμολογοῦν τή λέξη ἀπό τήν ἀλβανική λέξη arbë (στά ἀρχαιότατα Ἀρβανίτικα bαρë), πού σημαίνει χορτάρι ἤ τή λατινική arbor, -oris (δέντρο, ἱστός, ναῦς κλπ.). Καί ὁ Κοσμᾶς ὁ Θεσπρωτός ἀναζητάει τήν προέλευση τοῦ ὅρου ἀπό τό ἀλβανικό arbα (=χορτάρι), ἤ ἀπό τήν παλαιά Ἀμαντία στά βορινά τῆς Χιμάρας Ἄρμπερ,[iv] ἤ τό ἰταλικό alberi (δέντρο), δηλαδή τόπο δεντρώδη.[v] Kαί ὁ Π. Φουρίκης, ἐπιχειρεῖ νά συσχετίσει τή λέξη Ἄρβανον μέ τήν ἰλλυριοαλβανική λέξη arbë, «ἐκ τοῦ πληθυντικοῦ Arbëna, τό ὁποῖον κατά τούς βυζαντινούς χρόνους, ὑπό τῶν Ἑλλήνων μετεβλήθη εἰς Ἄρβανα καί, μετ’ ἀλλαγήν τοῦ ἀριθμοῦ, εἰς Ἄρβανον», ἀλλά λησμονεῖ ὅτι προγενέστερος τύπος τοῦ Ἄρβανον, τοὐλάχιστον μέχρι τόν 4ο αἰώνα π. Χ., πού τό ἀναφέρει ὁ Πολύβιος γιά τούς πολιορκητές τῆς Ἴσσας, ἦταν Ἄρβων,ἔφυγον εἰς τόν Ἄρβωνα σκεδασθέντες»[vi].
.            Ὁ Φαλμεράϋερ, πιστεύοντας ὅτι οἱ Ἀλβανοί ἦλθαν ἀπό τόν Καύκασο, προσπαθεῖ νά βρεῖ κοινά τοπωνύμια σέ Ἀλβανία καί Καύκασο, τά ὁποῖα φανερώνουν πανάρχαιη συγγένεια τῶν δύο ὁμωνύμων φύλων, «τῶν ἐν τῇ Ἠπείρῳ καί Ἰλλυρίᾳ Ἀλβανῶν ἤ Ἀρβανιτῶν ἤ Ἀρβέρων πρός τούς ἐν Καυκάσῳ Ἀλβανούς καί τούς Ἄρβιας», πού ἀναφέρει ὁ Στράβων»: [vii] «Οἰκοῦσι δέ Ἄρβιες πρῶτον, ὁμώνυμοι τῷ ποταμῷ Ἄρβει τῷ ὁρίζοντι αὐτούς ἀπό τῶν ἑξῆς Ὠριτῶν, ὅσων χιλίων σταδίων ἔχοντες παραλίαν, ὥς φησι Νέαρχος: Ἰνδῶν δ’ ἐστί μερίς καί αὕτη: εἶτ’ Ὠρῖται ἔθνος αὐτόνο­μον…»[viii] Διέλαθε τῆς προσοχῆς τοῦ Φαλμεράϋερ ὅτι ἄλλοι Ἄ ρ β ι ο ι προϋπῆρξαν πολλούς αἰῶνες πρίν ἀπό τούς Καυκάσιους Ἄρβιες, καί μάλιστα ἦσαν Κρῆτες, καθώς ἀναφέρει ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος στό λῆμμα Ἄρβις τοῦ Λεξικοῦ του: « Ἄρβις ποταμός τῆς Ἰνδικῆς. ἔθνος Ἄρβιος ἤ Ἀρβίται. ἔστι καί ἐν Κρήτῃ Ἄ ρ β ι ο ν ὄρος, ἔνθα τιμᾶται Ἄ ρ β ι ο ς Ζεύς. Ἄ ρ β ι ο ς οὖν καί ὁ κατοικῶν τό ὄρος».[ix]
.            Ὁ Κ. Παπαρρηγόπουλος, ἀναφερόμενος στήν πόλη Arba, τήν δέχεται ὡς ἑλληνική Ἄ ρ β α καί συμπε­ραίνει: «Ἀρβανίτης, ὅν μεταχειρίζεται σήμερον ὁ κοινός λαός, Ἀρβενία, ὅστις εἶναι ἐν χρήσει παρά τοῖς Γκέκοις καί ἐν ταῖς ἱεραῖς βίβλοις τῶν καθολικῶν Ἀλβανῶν καί Ἀρβερία, ὅν ἀπαντῶμεν παρά τοῖς Τόσκοις. Καί πάλι πάντα τά ὀνόματα ταῦτα ἀνακαλοῦσι εἰς τήν μνήμην ἡμῶν τήν παρά τῷ Πλινίῳ Ἰλλυρικήν νῆσον Ἄρβαν».[x] Ὁ μεγάλος ἱστορικός μας ὑπαινίσσεται στήν παραπάνω τελευταία φράση του, ὅτι ἀπό τόν ὅρο Ἄ ρ β α ἔχουν δημιουργηθεῖ ὅλοι οἱ ὅροι ἑλληνικοί καί ἀρβανίτικοι, πού ἀναφέρει: Ἄρβανον, Ἀρβανίτης, Ἀρβενία, Ἀρbερία, Ἄρbεν, Ἀρbαρέσσοι κλπ. Συμβαίνει ὄντως αὐτό, ἀλλά γεννᾶται μεγάλο ἐρώτημα ἄν ἡ λατινική ὀνομασία Arba, πού δίνει ὁ Πλίνιος στήν πόλη ἀποδίδεται σωστά στήν Ἑλληνική γλώσσα: Εἶναι ἌρβαἌρβη;
.           Δίχως ν’ἀποσιωπήσουμε τίποτε ἀπό τά κρατοῦντα μέχρι σήμερα ἐπί τοῦ θέματος στήν Ἱστορία, τολμοῦμε νά ἐκφράσουμε μιάν ἄλλη ἄποψη:
Ἔχουμε τή γνώμη ὅτι ἡ σωστή ὀνομασία τῆς πόλεως αὐτῆς εἶναι Ἄ ρ β η καί ἔγινε στή Λατινική γλώσσα Arba, ὅπως ἡ Ρώμη ἔγινε Roma, ἡ Κύμη Cuma, ἡ Καπύη Kapua κ.ο.κ. Ἡ ὀνομασία Ἄρβη ὑποδηλώνει ἱδρυτές καί κατοίκους της Ἰάπυγες μέ καταγωγή καί προέλευση τῶν γονέων ἤ προπατόρων τους ἀπό τήν Ἄρβη τῆς Κρήτης, ἀπό Ἄρβιους, οἱ ὁποῖοι κατά πάσα πιθανότητα θά ἦσαν μεταξύ ἐκείνων πού ἔφθασαν στήν Ἰλλυρία. Συνεπῶς ἡ λέξη Ἄρβη (λατινικά Arba) δέν προσδιορίζει χορταρικά οὔτε δέντρα, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἱστορικοί, ἀλλά ἐκφράζει πόνο καί νόστο γιά τή χαμένη προγονική πατρίδα, τήν πανάρχαιη Κρητική πόλη Ἄ ρ β η, πού ἦταν χτισμένη ἀπό τόν 19ο αἰώνα π. Χ. στή θέση τοῦ σημερινοῦ ὁμώνυμου χωριοῦ στά νότια παράλια τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου, κοντά στό Ἄρβιον ὄρος, πάνω στόν ὁποῖο ἦταν χτισμένος ναός πρός τιμήν τοῦ Ἀρβίου Διός. Προφανῶς οἱ ἔποικοι Ἰάπυγες ἔδωσαν τό ὄνομα αὐτό στή νέα τους πατρίδα γιά νά τιμήσουν τόν πολυσέβαστο γιά τούς Κρῆτες «συντοπίτη» τους θεό, τόν Κρηταγενῆ Ἄ ρ β ι ο ν  Δ ί α, πού γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε στήν Κρήτη, γιά νά τιμήσουν τήν πατρίδα τῶν προγόνων τους καί γιατί στή νέα πατρίδα τους βρῆκαν τούς γείτονές τους Ἠπειρῶτες καί Πελασγούς νά τιμοῦν τόν «Δωδωναῖο Δία», ὅπως οἱ ἴδιοι τόν «Κρηταγενῆ τους Δία» καί αὐτό ἦταν ἕνα ἐξαιρετικῶς θετικό στοιχεῖο στήν ὁμαλή γειτονική συμβίωσή τους.
.              Εἶναι δύσκολο νά πιστέψουμε ὅτι ἡ τοπωνυμία αὐτή δέν ἔχει σχέση μέ τούς Ἰάπυγες Κρῆτες, πού ἔφθασαν στήν Ἰλλυρία καί οἱ ὁποῖοι εἴτε ὅλοι εἴτε τό μεγαλύτερο μέρος τους ἦσαν Κρῆτες Ἄρβιοι· ὅτι στήν πορεία τους στήν ἀνατολική ἀκτή τῆς Ἀδριατικῆς, φθάνοντας στή Λιβουρνία γοητεύτηκαν ἀπό τήν ὀμορφιά τῶν νησίδων· καί ὅτι μέρος αὐτῶν, ἵδρυσαν στή νῆσο Σκαρδώνα πόλη, στήν ὁποία ἔδωσαν τό ὄνομα τῆς Κρητικῆς πόλης τῶν παππούδων τους: Ἄ ρ β η (καί ὄχι Ἄρβα, οὔτε Arba). Μέ ἄλλα λόγια ἡ πόλη μέ τό λατινικό ὄνομα A r b a ἦταν ἑλληνική καί προϊστορική· καί ἡ ἀρχική της ὀνομασία ἦταν Ἄ ρ β η, δημιούργημα τῶν Ἀρβίων Κρητῶν ἀποίκων τῆς Ίαπυγίας. Ἐκφράζουμε τήν ὑπόνοια ὅτι ἀπό Ἰάπυγες ἱδρύθηκε στή γειτονική νησίδα καί ἡ πόλη Ἄψορρος. Ἡ ὁμηρική λέξη ἄψορρος (Ἰλ. Γ΄313) σημαίνει τόν «πρός τά πίσω πορευόμενο», πού ἴσως ἐκφράζει τήν ποθητή ἐπιστροφή τῶν Ἀρβίων Ἰαπύγων σ’ ἑλληνικούς τόπους. Κατά πάσαν πιθανότητα λοιπόν οἱ δύο αὐτές πόλεις ἱδρύθηκαν ἀπό Ἰάπυγες καί κατοικήθηκαν ἀπό τούς ἴδιους.
.              Ὁ κύριος ὄγκος τῶν ἐποίκων Ἰαπύγων ἔφθασε καί ἐγκαταστάθηκε στά παράλια τῶν Κεραυνίων, ἀλλά καί στήν εὐρύτερη περιοχή πού ἐκτείνεται στήν ἀριστερή ὄχθη τοῦ Αἴαντος ἤ Ἀώου ποταμοῦ. Ἀπό τή πατρογονική τοπωνυμία Ἄρβη, ὀνόμασε καί τή νέα πατρίδα του Ἄρβων (πιθανότατα ἀπό τόν ἀρχικό, περιεκτικό καί ἀμάρτυρο τύπο Ἀρβιών), ἡ ὁποία ἐξελισσόμενη στούς αἰῶνες πού ἀκολούθησαν, ἔγινε Ἄ ρ β α ν ο ν.
.             Ἡ προϊστορικότητα τῶν τοπωνυμιῶν Ἄρβη καί Ἄψορρος, ἐνισχύει τήν ἄποψή μας ὅτι ἡ Ἄρβη μέ τή ρίζα της (αρβ καί αrb) ἀποτελεῖ τή μητρική λέξη δεκάδων ἄλλων λέξεων τόσο στήν Ἑλληνική, ὅσο καί στήν Ἀρβανίτικη γλώσσα καί ὅτι οὐδεμία σχέση ἔχει ὁ ὅρος Ἄρβανον μέ τά arba, arbë, arbëνα καί τή λοιπή χλωρίδα τῆς περιοχῆς. Καί τά ἐπιχειρήματα πού παρατίθενται στό βιβλίο ἑδραιώνουν τήν ἱστορική αὐτή θέση, ὅτι οἱ Ἀρβανίτες εἶναι ἀπόγονοι Μινωιτῶν Κρητῶν .

[i] Lexicon Stephanus Byzantinus, L. Holstenii – A. Berkelii, 1825, σελ. 231

[ii] Πτολεμαῖος, Γεωγραφία , 2.15.8

[iii] Πλίνιος, Βιβλίο ΙΙΙ, κεφ. 129

[iv] Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ἐλευθερουδάκη, λῆμμα Λιαπουριά

[v] Λαζάρου Ἀχ. Προσωπογραφία τῶν Ἀρβανιτῶν, Πρακτικά Ἑταιρείας Βοιωτικῶν Μελετῶν

       σελ. 651

[vi] Πολύβιος, Ἱστορία, Βιβλίο 2, κεφ. 11

[vii] Κουπιτώρης Π. Ἱστορική καί φιλολογική μελέτη περί τοῦ Ἀλβανικοῦ ἔθνους», σελ. 9

[viii] Στράβων 15, 1

[ix] Στέφανος Βυζάντιος, Ἐθνικά, λῆμμα Ἄρβις

[x] Παπαρρηγόπουλος Κ. Ἱστορία τοῦ Ἑλλ. Ἔθνους, 1955, τόμ. Δ΄, σελ. 277

,

Σχολιάστε

Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ

Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ

τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη

.         Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ξαναβρίσκει τόν ὀρθό δρόμο του, καταυγασμένον αὐτή τή φορά ἀπό τό ἀνέσπερο “φῶς τῆς ἄνω φρυκτω­ρίας”. ‘Αναγεννᾶται. Γι᾽ αὐτό καί “ἡ κτίσις ἀγάλλεται”, καί “ἡ γῆ σύν τοῖς ἀνθρώποις εὐφραίνεται” καί “αἱ φύσεις καινοτομοῦνται”, καθώς ψάλλει ὁ ἱερός ὑμνωδός. Φυσικά, κανείς δέν ἀμφιβάλλει ὅτι στά δυό χιλιάδες χρόνια μετά τή Γέννηση δέν ἔλειψαν οἱ καταστρεπτικοί πόλεμοι, οἱ φόνοι, οἱ ἀδικίες καί τά λοιπά δεινά, ἀλλά καί κανείς δέν παραγνωρίζει ὅτι τό ποτάμι τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας κυλάει πιά σέ ἠρεμότερη καί ἀσφαλέστερη κοίτη. Ὅτι ὅλα ἀλλάξανε πρός τό δικαιότερο καί τό ἀνθρωπινότερο. Ἡ ἀνθρωπότητα βιώνει τά σωτήρια ἀποτελέσματα τοῦ θείου Λόγου. Σήμερα πράγματι “οὐκ ἔνι ‘Ιουδαῖος, οὐδέ Ἕλλην· οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος· οὐκ ἔστι ἄρσεν καί θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰη­σοῦ” (Γαλ. γ´). Ὁ καταστατικός χάρτης κάθε ὀργανω­μένης κοινωνίας, γιά νά ἀναφέρουμε δυό – τρία ἁπτά παραδείγματα, ἔχει καθιερώσει σήμερα ἰσονομία καί ἰσοπολιτεία μεταξύ τῶν πολιτῶν της, πλουσίων καί πενήτων, δούλων καί ἀφεντάδων, λευκῶν καί ἐγχρώμων. Ἡ κοινωνική πολιτική πολλῶν κρατῶν γιά τά ἀσθενέστερα οἰκονομικῶς κοινωνικά στρώματα γίνεται ὁλοένα καί οὐσιαστικότερη. Οἱ διανθρώπινες καί διακρατι­κές σχέσεις ὁμαλοποιοῦνται. Ἡ εἰρήνη ἑδραιώνεται στόν κόσμο γιά χρονικά διαστήματα ὁλοένα καί μεγαλύτερα. Φυσικά, κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι τό μήνυμα τοῦ Μεγάλου ‘Ερχομοῦ ὑλοποιεῖται μέ γοργούς ρυθμούς, οὔτε ὅτι λαβαίνει σάρκα καί ὀστά συγχρόνως σέ ὅλες γενικά τίς γωνιές τοῦ πλανήτη, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, καί οἱ δυνάμεις τοῦ Κακοῦ δέν ἐξέλιπαν αὐτούς τούς εἴκοσι αἰῶνες, ἀλλά πάντως γίνεται πραγματικότητα καί γενικεύεται σ’ ὁλόκληρο τόν πλανήτη. Σταθερά καί ἀμετάκλητα ἡ ἀνθρωπό­τητα βγαίνει ἀπό τά τενάγη τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, τῶν καταπιέσεων, τῆς ἐκμετάλλευσης ἀνθρώπου ἀπό ἄνθρωπο καί τῆς δυστυχίας, πού πηγή καί αἰτία εἶχαν (καί ἔχουν) τό συνάνθρωπο. Σταθερά καί ἀμετάκλητα ὁ κόσμος ὁδεύει τό δρόμο γιά “ἐπί γῆς εἰρήνη καί ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία”.

.           Παλιότερα οἱ χριστιανοί φτάνανε στόν ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων ὕστερα ἀπό γενικότερη ψυχική προετοιμασία καί ἀνάταση (νηστεία, προσευχή, κατανυκτικός ἐκκλησιασμός μέσα στή νύχτα, ἅγια κοινωνιά, φιλανθρωπικές πράξεις κλπ.). Φρόντιζαν τέτοιες μέρες νά κάνουν ταπεινές φάτνες τίς καρδιές τους, γιά νά ὑποδεχτοῦν τό νεογέννητο Θεό. Ἡ καθαρά θρησκευτική πλευρά τοῦ ἑορτασμοῦ ὑπερεῖχε τῆς ὑλικῆς. Ἡ δεύτερη, ὅσο καί ἄν ἦταν περιστασιακά ξεχωριστή καί πλούσια, ἦταν ἁπλά τό ἀπαραίτητο συμπλήρωμα τοῦ ἑορτασμοῦ. Ἀλλά δέ γίνεται τό ἴδιο καί στίς ἡμέρες μας. Τά τελευταῖα χρόνια τά πράγματα ἔχουν ἀντιστραφεῖ. Σήμερα τόν ἑορτασμό συνιστοῦν κυρίως τά ἐξωτερικά στοιχεῖα του, τά καθαρῶς ὑλικά καί τά στίλβοντα, τά ἐντυπωσιακά. Ἡ τυφλή ὑλοκρατία, δυστυχῶς, καί ὁ παχυδερμικός εὐδαιμονισμός, ἀγκάθια δυσθεώρατα, τείνουν νά καταπνίξουν ὁλότελα τήν πνευματική πλευρά τοῦ ἑορτασμοῦ καί νά καλύψουν τό χῶρο της μέ τήν τάση γιά ἀπόλαυση κατά τό δυνατόν περισσότερων καί ποικιλότερων ἀγαθῶν. Οἱ ἀντιλήψεις αὐτές μετατρέπουν τή μεγάλη αὐτή θρησκευτική γιορτή σέ ἐτήσια φολκλορική φιέστα μέ καταστόλιστα χριστουγεννιάτικα δέντρα (πραγματικά ἤ πλαστικά ἤ καί …σιδερένια ἐσχάτως!…), φάτνες, πολύχρωμα λαμπιόνια, μουσικές, χορούς, φαγοπότια, μεθύσια καί ἄλλα παρόμοια, πού ὄχι μονάχα καμιά σχέση δέν ἔχουν μέ τό μεγάλο γεγονός, ἀλλ’ οὔτε καί πραγματική χαρά προσφέρουν στούς ἑορταστές, οὔτε καί λιγοστεύουν κάν τό αἴσθημα τοῦ κενοῦ ἤ τοῦ ἀνικανοποίητου, πού δυναστεύει τήν ψυχή τους. Τέτοιος ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων ἀποστερεῖ τήν ψυχή ἀπό τήν τροφή της καί τήν ἐμποδίζει νά βιώνει τό ρίγος τῆς Θείας Γέννησης καί τό νόημα τῶν ἡμερῶν. “Τά Χριστούγεννα περνοῦν καί δέ μ᾽ ἀγγίζουν πιά”, ἀκοῦμε συχνά γύρω μας σέ τόνους δυσδιόρατης διαμαρτυρίας καί θλίψης, ἀλλά καί κάποιας ἀπόμακρης νοσταλγίας. Καί πῶς νά γίνει διαφορετικά, ἀφοῦ κρατᾶμε τό περιτύλιγμα τοῦ δώρου καί πετᾶμε τό ἴδιο τό δῶρο στά σκουπίδια; Ἀφοῦ γιορτάζουμε Χριστούγενα χωρίς Χριστό; Τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἕνας τέτοιος ἑορτασμός μ᾽ ἐκεῖνον πού περιγράφεται στά διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη καί πού βίωσαν στά νιάτα τους καί μολογᾶνε οἱ γεροντότεροί μας, δηλαδή τόν ἑλληνορθόδοξο ἑορτασμό; Τί ἀπόγιναν τά ὡραῖα χριστουγεννιάτικα ἔθιμά μας; Καί αὐτά τά τρισχαριτωμένα κάλλαντα πῶς ἔγινε καί ἀκούγονται κάθε χρόνο καί λιγότερο; Ἀργοσβήνουνε καί αὐτά. Οἱ πόρτες μας μέ τήν τόση θωράκιση ἀπόγιναν ἀπροσπέλαστες ἀκόμα καί στά παιδάκια τῆς γειτονιᾶς, πού φτάνουν στό κατώφλι μας μέ τά τρίγωνα στά χέρια… Καί τό τραγικό τῶν ἡμερῶν μας εἶναι ὅτι ἐνῶ θωρακίζουμε τίς πόρτες τῶν σπιτιῶν μας, γιά νά διαφυλάξουμε τά λίγα ἤ πολλά ὑπάρχοντά μας ἀπό κάποιους λιμώττοντες καί ἁρπακτικούς μετανάστες, λησμονοῦμε τίς κερκόπορτες τῆς ψυχῆς μας ὀρθάνοιχτες καί προσπελάσιμες σέ κάθε ξένη πολιτι­στική εἰσβολή. Ἀποκοβόμαστε ἀργά καί ἀνεπαίσθητα ἀπό τά πατροπαράδοτά μας. Ἀπαρνιόμαστε τά ἔθιμά μας, ἀντικαθιστοῦμε τά ἤθη μας, περιφρονοῦμε τά τραγούδια μας, λησμονοῦμε τίς παραδόσεις μας, ἀμφισβητοῦμε – γίνεται καί αὐτό! – καί σνομπάρουμε τήν ἱστορία μας, μακελεύουμε σκόπιμα τή γλώσσα μας. Χάνουμε τίς πολιτιστικές ἀντιστάσεις καί ἄμυνές μας. Μένουμε ἀνυπεράσπιστοι στόν ξένο πολιτιστικό ἰμπεριαλισμό. Ἄκριτα καί ἀδίστακτα υἱοθετοῦμε καθετί τό ξενόφερτο. Πετᾶμε τά προαιώνια χρυσάφια καί διαμάντια τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσής μας καί στολίζουμε τή ζωή μας μέ τίς γυαλιστερές “χάντρες” κάποιας ξένης εἰσαγόμενης παράδοσης, πού δέν ἔχει ρίζες καί πού δέ μᾶς ταιριάζει. Παραδινόμαστε ἀμαχητί στόν ξένο τρόπο ζωῆς, σκέψης καί συμπεριφορᾶς. Ἀλλοτριωνό­μαστε. Φραγκεύουμε ὁλοταχῶς. Εἶναι νά λυπᾶται κανείς: Ἐπιβιώσαμε ὡς Ἕλληνες μέσα ἀπό σκληρότατες καί μακροχρόνιες δουλεῖες καί κινδυνεύουμε μέ ἀφανισμό τώρα ὡς ἐλεύθεροι. Θά εἴμαστε, φοβοῦμαι, ὁ πρῶτος στόχος καί τό πρῶτο θύμα τοῦ ὁδοστρωτήρα τῆς παγκοσμιοποίησης. Καί ὄχι τυχαῖα… Καί δέ μᾶς σώζει, παρά μονάχα ἡ ἀνάκτηση τῆς ρωμέικης αὐτοσυνειδησίας μας, ὁ αὐτοέλεγχος, καί ἡ ἔγκαιρη καί δυναμική ἐπιστροφή μας στήν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση.

,

Σχολιάστε

ΓΙ᾽ ΑΥΤΟ ΥΛΑΚΤΟΥΜΕ [«Οὐάου!»]

Μήπως φραγκέψαμε;

 τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Καὶ γι᾽ αὐτὸ τελικῶς ὑλακτοῦμε;

 .             Γιά δύο πράγματα ἀνησυχοῦσαν πάνω ἀπ’ ὅλα οἱ βυζαντινοί προπάτορές μας: Νά μήν ἐκλατινισθοῦν καί νά μή φραγκέψουν. Ὁ πρῶτος κίνδυνος μᾶλλον ἐξέλιπε, ἀφοῦ ἔδωσε τή θέση του σ’ ἄλλη, μεγαλύτερη ἀπειλή, τήν ἀθεΐα.
.             Οἱ ἐπιστήμονες κατά τόν 19ο αἰώνα (ὅπως οἱ ἱστορικοί Παπαρρηγόπουλος, Σάθας κ. ἄ.) δέν δίσταζαν νά ὁμολογοῦν τήν χριστιανική πίστη τους μέσα ἀπό τά κείμενά τους. Σήμερα κάποιοι ἀπό τούς ἐπιστήμονές μας ἀποφεύγουν νά κάνουν ἀκόμη καί ὑπαινιγμό γιά χριστιανική πίστη τους, ἀκόμη καί ὅταν πιστεύουν, γιά νά μή χαρακτηρισθοῦν ἀπό τούς συναδέλφους τους ὡς … θρησκόληπτοι! Καί ἄλλοι – εὐτυχῶς λίγοι – ἰδίως ἀπό τούς σπουδαγμένους στήν Ἑσπερία, θεωροῦν τόν λίαν περιορισμένο γνωστικό κύκλο τῆς ἐπιστημονικῆς ἐξειδίκευσής τους ὡς ὅλη τή σοφία τοῦ κόσμου τούτου, καί θεωροῦν παρωχημένα τά πάντα στόν τόπο τους, ἀκόμα καί τήν πίστη τῶν προγόνων τους καί ἐπαίρονται γιά τό καινούργιο πνεῦμα πού φέρνουν.
.              Πρός τί ἄραγε αὐτή ἡ ἔπαρση; Ἐκεῖ, σέ κάποιες εὐρωπαϊκές χριστιανικές χῶρες, πού οἱ χριστιανοί εὐτύχησαν νά μήν ἔχουν στόν τράχηλό τους τόν ἄθεο Στάλιν καί τούς ὁμοίους του, πουλιοῦνται σήμερα οἱ χριστιανικοί ναοί γιά ἀλλότριους σκοπούς, ἐξαιτίας παντελοῦς σχεδόν ἐλλείψεως πιστῶν! Δέν πληροφορήθηκαν ὅτι σέ Ὀρθόδοξες εὐρωπαϊκές χῶρες, πού εἶχαν ὥς λίγο πρίν τέτοιους ἡγέτες, οἱ ἐκκλησίες πλημμυρίζουν σήμερα ἀπό τούς καταπιεσμένους χριστιανούς;
.             Ἡ δεύτερη ἀπειλή, ὁ ἐκφραγκισμός, ἀφοροῦσε τόν τρόπο τῆς ζωῆς, τῆς ἐνδυμα­σίας καί τῆς κουρᾶς, τά ἤθη, τά ἔθιμα, τούς χορούς, τά τραγούδια καί πάνω ἀπ’ ὅλα τήν ἑλληνική γλώσσα. Πράγματι καινούργια ἤθη, χοροί, τραγούδια, ἀλλά διόλου καλύτερα τῶν ἑλληνικῶν, ἀπό μιμητισμό καί μόνον ἦρθαν καί ἐπιβλήθηκαν στά ἀστικά κέντρα τῆς χώρας, ἀπωθώντας τά ἡμέτερα στά χωριά μας.
.             Ἡ προθυμία μας αὐτή στήν κατάλυση τῆς Παράδοσής μας ἦταν ἀδιανόητη γιά τίς προηγούμενες γενιές. Ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ τό παρακάτω ἱστορικό γεγονός: Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἦσαν τόσο προσηλωμένοι πρός τήν ἐπίσημη παραδοσιακή ἐνδυμασία τους, τήν ἱστορική φουστανέλλα, καθώς καί στή μακριά κόμη, ὥστε ὅταν κατά τό 1821 ὁ φιλλέληνας Γάλλος Φαβιέρος ζήτησε ἀπό μερικούς νά καταταγοῦν στό στράτευμά του μέ τήν προϋπόθεση νά φορέσουν εὐρωπαϊκή ἐνδυμασία (παντελόνια κλπ.) καί νά κουρέψουν τά μακριά μαλλιά τους, ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν μέ φρίκη ὅτι προτιμοῦσαν νά τουρκέψουν, παρά νά ὑποβληθοῦν σ’ αὐτόν τόν ἐξευτελισμό!
.             Τό γεγονός μοιάζει μέ ἀστεῖο, ἀλλά δέν εἶναι, διότι σήμερα ἔχουμε φτάσει στήν ἄλλη ἄκρη: Διακωμωδεῖται ἡ φουστανέλλα συχνά στήν ἑλληνική τηλεόραση, γιά νά βγάζει γέλιο… Ντύνουν συνήθως κωμικούς ἠθοποιούς μέ ὁμοιώματα φουστανέλλας, φροντίζοντας ὥστε ἡ ὅλη ἐμφάνισή τους νά γίνεται κωμικότερη. Ἀλλά τέτοιες συμπεριφορές ἀπάδουν πρός τήν ἔνδυση τοῦ Διάκου, τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Καραϊσκάκη, τῶν προπαππούδων μας, ἀλλά καί τῶν σημερινῶν ἐντυπωσιακῶν εὐζώνων μας, πού τόσο θαυμάζουν οἱ ξένοι τουρίστες.
.             Στήν Ἑλλάδα παλιά μαθαίναμε νά μιλοῦμε καί νά γράφουμε σωστά τά Ἑλληνικά μας. Σήμερα ἐπιτρέψαμε στά παιδιά νά βολεύουνται μέ τά «γκρίκλις». Ἤ μαθαίνουν Ἀγγλικά, Γαλλικά, Κινέζικα, ἀλλά τραυλίζουν τά Ἑλληνικά. Ὅλα πῆραν τόν κατήφορο, ἀφότου βάλαμε μαχαίρι στή μητέρα τῶν γλωσσῶν, τήν Ἑλληνική, καί καταργήσαμε τούς νόμους της… Λιτός καί λακωνικός στήν ἔκτασή του ἦταν ὁ πρῶτος κανόνας πού μαθαίναμε: «Μακρόν πρό βραχέος περισπᾶται». Ἦταν καί ὁ πρῶτος νόμος τῆς γλώσσας μας, τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς μας, πού ὀφείλαμε νά τηρήσουμε. Καί τόν τηρούσαμε, ἀλλιῶς προκαλούσαμε τό γέλιο καί τήν εἰρωνεία τῶν ἄλλων, τήν ἀπαξίωσή μας. Ἡ τήρηση τῶν νόμων τῆς γλώσσας ἦταν ἡ προπαιδεία στήν τήρηση τῶν νόμων τῆς πολιτείας, πού σήμερα ὁλοένα γίνεται λιγότερη… Καταργήσαμε τούς νόμους τῆς γλώσσας μας, γιά νά διευκολύνουμε – τάχα – τούς ξένους στήν ἐκμάθησή της, ἀλλά δέ λογαριάσαμε τίς πολλαπλές ζημιές, πού ἐπιφέραμε στίς νεότερες γενιές, μιά ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι ἡ ἀγλωσσία, καθώς διαπιστώνεται καθημερινά στό λόγο τῶν Μ.Μ.Ε. Γιατί ἄραγε δέν πειράζουν τήν ὄντως δύσκολη γραφή τῶν γλωσσῶν τους οἱ προοδευμένοι Ἰάπωνες, οἱ Κινέζοι καί ἄλλοι λαοί; Ἕνα εἶδος περισπωμένης πῆγαν νά καταργήσουν οἱ Γάλλοι καί ἔγινε σεισμός στή χώρα τους ἀπό τίς διαμαρτυρίες.
.             Ἀκόμη καί τά ἐπιφωνήματα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας παραμερίστηκαν γιά χάρη τῶν εὐρωπαϊκῶν. Μέ τό «ἄ!» καί τό «ὤ!» ἐκφράζαμε μέχρι χθές τόν θαυμασμό ἤ τήν ἔκπληξή μας. Σήμερα ἀκοῦμε ἀπό τά παιδιά μας τήν ὑλακή: «Οὐάου!»…

,

Σχολιάστε

ΑΛΛΟ ΑΛΒΑΝΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ

ΑΛΛΟ ΑΛΒΑΝΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ

(Ἡ ἀπάντησή μου στόν Ἀλβανό Πρωθυπουργό)

Κωνσταντῖνος Χολέβας
Πολιτικός Ἐπιστήμων

.               Ὁ Ἀλβανός Πρωθυπουργός Ἔντι Ράμα κατασκευάζει τη δική του Ἱστορία προωθῶντας τίς ἐπιδιώξεις τοῦ Ἀλβανικοῦ ἐθνικισμοῦ. Δήλωσε προσφάτως ὅτι ἐπί Τουρκοκρατίας στή μικρή –τότε- Ἀθήνα κατοικοῦσαν Ἀλβανοί. Γίνεται σύγχυση μέ τούς Ἀρβανίτες, τούς ἀρβανιτόφωνους Ἕλληνες. Ἄλλοι, ὅμως, ἦσαν οἱ Ἀλβανοί καί ἄλλοι οἱ Ἀρβανίτες. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Καί ἐξηγούμεθα:
.               Ὁ Μᾶρκος Μπότσαρης, στήν μνήμη τοῦ ὁποίου ἀσεβοῦν πολλοί, ἦταν Ἕλλην ἀρβανιτόφωνος, ὅπως ὅλοι οἱ Σουλιῶτες. Ἡ ἑλληνική του συνείδηση φαίνεται καί ἀπό τήν περίφημη φράση πού εἶπε ὅταν πρωτοπάτησε στά Ἑπτάνησα: «Ὁ Ἕλλην δέν μπορεῖ νά αἰσθάνεται ἐλεύθερος ἐκεῖ ὅπου κυματίζει ἡ Βρεταννική σημαία». Τό δέ Λεξικό πού ἔγραψε ἦταν «τῆς ἀρβανίτικης -ὄχι ἀλβανικῆς – καί ρωμαίικης ἁπλῆς» (νεοελληνικῆς). Ἄλλωστε δέν θά μποροῦσε νά ἔχει ἀλβανική ἐθνική συνείδηση, διότι τέτοια συνείδηση ἐμφανίζεται μόλις τό 1878 μέ τήν Λίγκα τῆς Πριζρένης –Κοσσυφοπεδίου καί μάλιστα ὡς τεχνητό κατασκεύασμα ξένων δυνάμεων καί θρησκευτικῶν προπαγανδῶν. Κατά τήν Τουρκοκρατία δέν ὑπῆρχε ἔθνος Ἀλβανῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς σημερινῆς Ἀλβανίας διεκρίνοντο μέ κριτήριο τήν θρησκεία τους. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἦσαν Ρωμηοί, ἐντεταγμένοι στό ἴδιο Γένος μέ τούς ὑπόλοιπους Ἕλληνες. Οἱ Μουσουλμάνοι ἔνοιωθαν Τοῦρκοι, ἐξ οὗ καί ὁ ὅρος Τουρκαλβανοί. Ἐάν μιλοῦμε γιά ἀλβανική συμμετοχή στήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση δέν πρέπει νά ἀναφερόμαστε στούς Μποτσαραίους, τήν Μπουμπουλίνα καί τούς Κουντουριώτηδες, ἀλλά στούς Τουρκαλβανούς πού χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὡς σφαγεῖς τῶν Ἑλλήνων.
.               Οἱ Βυζαντινοί πρόγονοί μας δέν ἀνέφεραν Ἀλβανούς στήν Βαλκανική. Ὁ Κωνσταντῖνος Πορφυρογέννητος ὀνομάζει Ἀλβανούς μία φυλή τοῦ ….. Καυκάσου. Ὁ Γεώργιος Καστριώτης –Σκεντέρμπεης, πού θεωρεῖται ἐθνικός ἥρως τῶν σημερινῶν Ἀλβανῶν, ὀνόμαζε ἑαυτόν Ὀρθόδοξον Ἠπειρώτη (15ος αἰών). Σέ ἔγγραφα τῆς Γαληνοτάτης Δημοκρατίας τῆς Βενετίας στά τέλη τοῦ 15ου αἰῶνος ἡ λέξη Ἀλβανός ἑρμηνεύεται «Ἕλληνες ἀπό τήν Ἤπειρο καί τήν Πελοπόννησο» χωρίς νά ἀμφισβητεῖται ἡ ἑλληνική συνείδησή τους.
.               Ἡ ἀλβανική ἐθνική συνείδηση εἶναι ἀναμφισβήτητα ξενόφερτο κατασκεύασμα ὅπως ἀποδεικνύουν καί μαρτυρίες τῶν ἰδίων τῶν ἐνδιαφερομένων, τίς ὁποῖες κατέγραψε ὁ σύγχρονός μας διαπρεπής βαλκανιολόγος Ἀχιλλεύς Λαζάρου. Ὅταν ἡ Ἰταλία καί ἡ Αὐστρουγγαρία- γιά δικούς τους λόγους- προσπαθοῦσαν νά κατασκευάσουν ἀλβανικό κράτος ὥστε νά ἐλέγχουν τήν εἴσοδο τῆς Ἀδριατικῆς, οἱ Τουρκαλβανοί ὕψωναν στό Δυρράχιο τήν Ὀθωμανική σημαία! Προτιμοῦσαν τήν τουρκική παρά τήν ἄγνωστη σ’ αὐτούς ἀλβανική ἐθνική συνείδηση. Ἄλλωστε καί στούς Βαλκανικούς πολέμους οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Ἀλβανίας πολέμησαν καί μάλιστα δυναμικά στίς τάξεις τοῦ Ὀθωμανικοῦ στρατοῦ. Μετά τό 1908 πολλά ἀπό τά μέλη τοῦ Νεοτουρκικοῦ κομιτάτου, τό ὁποῖο σχεδίασε καί ξεκίνησε τόν διωγμό τῶν Ἑλλήνων, ἦσαν Τουρκαλβανοί.
.               Ἡ λέξη Ἀλβανία σημαίνει Λευκή Χώρα ἀπό τό λατινικό ΑΛΜΠΑ =λευκή. Εἶναι ὅρος μέ γεωγραφική καί ὄχι ἐθνολογική σημασία. Ὁ ὅρος Ἀρβανίτης πού ἀφορᾶ τούς Σουλιῶτες, τούς Ὑδραίους, τούς Σπετσιῶτες καί πολλούς κατοίκους τῆς Ἀττικῆς, προέρχεται ἀπό τελείως διαφορετική ρίζα. Συγκεκριμένα ἀπό τήν λέξη Ἄρβανον, τοπωνύμιο τῆς Βορείου Ἠπείρου, πού τό βρίσκουμε ἤδη ἀπό τόν 11ο αἰῶνα στά κείμενα τῆς Ἄννας Κομνηνῆς. Ἀπό τό Ἄρβανον, δηλαδή ἀπό ἑλληνοκατοικημένη βόρεια περιοχή τῆς Ἠπείρου, κατέβηκαν σέ πόλεις καί νησιά τῆς Νοτίου Ἑλλάδος ἑλληνικοί πληθυσμοί πού μιλοῦσαν τά ἀρβανίτικα. Δηλαδή μία διάλεκτο ἀνάμικτη μέ ἀρχαῖα ἑλληνικά, λατινικά, τουρκικά καί ἐντόπια βαλκανικά γλωσσικά στοιχεῖα. (Βλέπε σχετικά τό βιβλίο τοῦ Κώστα Καραστάθη: Ἕλληνες ἀπό τό Ἄρβανον, ἐκδ. Ἄθως, Ἀθήνα 2014).
.               Οἱ ἀρβανιτόφωνοι Ἕλληνες οὐδέποτε εἶχαν διαφορετική συνείδηση ἀπό τούς ὑπόλοιπους Ἕλληνες. Παρεμφερές παράδειγμα μᾶς δίδουν οἱ σλαβόφωνοι Μακεδονομάχοι Κώττας, Κύρου, Νταλίπης κ.ἄ., οἱ ὁποῖοι πολέμησαν ὑπέρ τῆς Ἑλλάδος κατά τῶν Βουλγάρων κομιτατζήδων. Καθώς καί οἱ τουρκόφωνοι Ὀρθόδοξοι τῆς Καππαδοκίας πού κράτησαν μέσω τῆς Ἐκκλησίας τήν ἑλληνικότητά τους ἄν καί ἔχασαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Οἱ δίγλωσσοι Ἕλληνες, ἀρβανιτόφωνοι, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι κ.λ.π. μᾶς προσφέρουν χαρακτηριστικές ἀποδείξεις ὅτι στά Βαλκάνια κατά τούς τελευταίους πέντε τοὐλάχιστον αἰῶνες ἡ Ὀρθόδοξη πίστη –καί γενικότερα ἡ θρησκεία- διαμορφώνει τήν ἐθνική συνείδηση πολύ περισσότερο καί ἀπό τό γλωσσικό ἰδίωμα.
.               Ἡ σύγχυση μεταξύ τῶν λέξεων Ἀλβανός καί Ἀρβανίτης δημιουργεῖται μόνον στήν ἑλληνική γλῶσσα, διότι φαίνονται νά μοιάζουν οἱ δύο ὅροι ἠχητικά. Ἡ ὁμοιότης εἶναι μόνον ἐπιφανειακή. Στήν οὐσία διαφέρουν κατά πολύ. Ἄλλωστε οἱ ἴδιοι οἱ Ἀλβανοί ἀποκαλοῦν ἑαυτούς Σκιπετάρ καί τήν χώρα τους Σκιπερία =χώρα τῶν Ἀετῶν. Τί κοινό μποροῦν νά ἔχουν ἕνας Σκιπετάρ καί ἕνας Ἕλλην ἀρβανιτόφωνος; Ἴσως ὁ ἕνας νά μπορεῖ νά καταλαβαίνει κάποιες λέξεις ἀπό τόν ἄλλο. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἶχαν ἤ ἔχουν τήν ἴδια ἐθνική συνείδηση. Μήν ξεχνοῦμε ὅτι Σέρβοι, Κροάτες καί Βοσνιομουσουλμάνοι μιλοῦν ἀκριβῶς τήν ἴδια γλῶσσα, παρά ταῦτα συγκρούσθηκαν πρό 20 ἐτῶν μεταξύ τους μέ ὀδυνηρές συνέπειες.
.               Ἀρβανιτόφωνοι Ἕλληνες, λοιπόν, καί ὄχι Ἀλβανοί κατοικοῦσαν στήν Ἀθήνα καί γενικότερα στήν Ἀττική ἐπί Τουρκοκρατίας. Ἀντί νά διαστρεβλώνει τήν Ἱστορία ὁ Ἀλβανός Πρωθυπουργός ἄς δεῖ κατάματα τήν ἀλήθεια. Ὅτι, δηλαδή, συνέβαινε τό ἀντίθετο. Δέν ὑπῆρχαν Ἀλβανοί στήν Ἑλλάδα, ἀλλά Ἕλληνες μέ ἑλληνικά σχολεῖα στά ἐδάφη τοῦ σημερινοῦ ἀλβανικοῦ κράτους. Ἄς μάθει γιά τή Μοσχόπολη τοῦ 18ου αἰῶνος, ἡ ὁποία ἦταν ἡ πολιτιστική πρωτεύουσα τῆς Ἠπείρου μέ Ἀκαδημίες ἑλληνικῶν σπουδῶν καί ἑλληνικά τυπογραφεῖα. Ἄς μάθει ὅτι τήν κατέστρεψαν οἱ Τουρκαλβανοί καί κατήντησε σήμερα νά εἶναι ἕνα μικρό χωριό βλαχοφώνων Ἑλλήνων κοντά στήν Κορυτσᾶ, μέ τό ὄνομα Βοσκοπόγιε.

 

.               Εἶναι καθῆκον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καί τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων νά προβάλλουν τήν Ἑλληνορθόδοξη κληρονομιά τῆς Βορείου Ἠπείρου. Στίς ἀνιστόρητες προπαγάνδες ἀπαντοῦμε μέ ἱστορικά τεκμήρια.

 

Κ.Χ. 2.11.2016

 

, , ,

Σχολιάστε

ΜΥΡΙΠΝΟΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ [Νέο βιβλίο]

ΜΥΡΙΠΝΟΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
Ἀνθολόγιο κειμένων,
πού ἀναφέρονται στόν
Μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Δημήτριο,
τόν Μυροβλήτη

Παρουσίαση  βιβλίου τοῦ Κωνσταντίνου Ἰ. Χολέβα
ἀπό τόν Κώστα Β. Καραστάθη

.            «Μυρίπνοος Εὐχαριστία» τιτλοφορεῖται τό νέο βιβλίο τοῦ γνωστοῦ πολιτικοῦ ἐπιστήμονος, ἀρχισυντάκτου τοῦ περιοδικοῦ «Ἐκκλησία», συνεργάτου ἐφημερίδων, περιοδικῶν, ραδιοφωνικῶν σταθμῶν καί ἱστολογίων τοῦ Διαδικτύου κ. Κωνσταντίνου Χολέβα. Προσκαλούμενος ὡς χαρισματικός ὁμιλητής ὁ κ. Χολέβας σέ ἐθνικές ἤ ἄλλες τοπικές ἱστορικές ἐπετείους ἔχει περιέλθει ὅλες σχεδόν τῆς ἑλληνικές πόλεις. Τούτη τή φορά, ἀνταποκρινόμενος σέ μιά διαφορετική πρόσκληση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου Ἀττικῆς (Μπραχαμίου), ἀφιέρωσε πρόθυμα πολύ χρόνο στή μελέτη πολλῶν βιβλίων, γιά νά ἐπιλέξει κείμενα ἀναφερόμενα στή ζωή, τή δράση, τό μαρτύριο καί τά ἄπειρα θαύματα τοῦ Μυροβλήτου Ἁγίου καί νά καταρτίσει τό ἐν λόγῳ περισπούδαστο Ἀνθολόγιο, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ ὄντως μυρίπνοο εὐχαριστία πρός τόν προστάτην τῆς συπρωτεύουσας Θεσσαλονίκης. Τά κείμενα τῆς συλλογῆς εἶναι Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ (10ος αἰώνας), Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου (12ος αἰώνας), Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (14ος αἰώνας) καί πολλῶν συγχρόνων μας συγγραφέων, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τοῦ Κ. Σαρδελῆ καί τοῦ Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης κ. Παντελεήμονος. Ὁ πρῶτος ἀντλεῖ τά ἐνδιαφέροντα ἱστορικά στοιχεῖα ἀπό τό «Βιβλίο τῶν Θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου», πού ἔχει συγγράψει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἰωάννης (610-640), καθώς καί ἀπό τά μεταγενέστερα «Μαρτυρολόγια» ἀνώνυμου συγγραφέα. Ὁ δεύτερος δίνει ἐπίσης ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέροντα ἱστορικά στοιχεῖα περί τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους. Καί ὅλα μαζί τά κείμενα τοῦ Ἀνθολογίου συνθέτουν τήν ἄρτια βιογραφία, τά σχετικά πρός τό μαρτύριο καί τά ἀναρίθμητα διαμέσου τῶν αἰώνων θαύματα τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ διά Χριστόν Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου.
.             Τό βιβλίο ἐκδόθηκε ἀπό τόν ἐν λόγῳ Ἱερό Ναό διά τῶν Ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ» μέ εὐγενική χορηγία τῆς φιλαγίου οἰκογενείας Ἠλία καί Εὐαγγελίας Δούκα. Πρόκειται γιά μιά θαυμάσια ἔκδοση μέ χρυσή, ἀπαστράπτουσα εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καί τά γράμματα χρυσά στό ἐξώφυλλο.
.              Μεγάλο μέρος τῶν ἀντιτύπων δωρήθηκε σέ πολλές ἑκατοντάδες πιστούς πού εἶχαν κατακλύσει τήν τεράστια αἴθουσα πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων τοῦ Ναοῦ τό ἀπόγευμα τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 2016, γιά νά μετάσχουν σέ μιά ὄντως λαμπρή ἐκδήλωση, πού εἶχε ὀργανώσει τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, γιά τά «20 χρόνια Δημήτρια», δηλαδή τήν εἰκοστή ἐπέτειο ἀφότου ὁ ἱερός ναός ἀπέκτησε ἱερό τεμάχιο λειψάνου τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου (1997). Στήν ἐκδήλωση αὐτή ὁμιλητές ἦσαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαγκαδᾶ Λητῆς καί Ρεντίνης κ. Ἰωάννης, ὁ Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Κ. Κορναράκης, ὁ ὁποῖος παρουσίασε τό βιβλίο, καί ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ἐνῶ ἡ κ. Σοφία Χατζῆ συντόνισε τή συζήτηση.

,

Σχολιάστε