Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

Διαφημίσεις

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝΟΝΤΑΙ ΤΑ «12 ΤΣΕΚΟΥΡΙΑ».

Στήνονται τ «12 τσεκούρια»

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

ἀρ. τ. 2199, 15.05.2019
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ὅταν ἐπέστρεψε ντυμένος μὲ κουρέλια, φανερώθηκε μόνο σὲ τρεῖς ἔμπιστους καὶ ἀγαπητούς: στὸν ἴδιο τὸν Τηλεμαχο, στὸν χοιροβοσκὸ Εὔμαιο καὶ στὸν βουκόλο Φιλοίτιο.
.               Τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε ἄγνωστος μέσα στὸ παλάτι του, ὁ σκύλος του Ἄργος τὸν ἀναγνώρισε, κούνησε εὐτυχισμένος τὴν οὐρά του καὶ ἔσβησε γιὰ πάντα. Δάκρυσε ὁ Ὀδυσσέας. Στὴν Πηνελόπη παρουσιάστηκε ὡς γνωστὸς τοῦ Ὀδυσσέα, γιὰ τὸν ὁποῖο μάλιστα εἶχε ἀκούσει τελευταῖα ὅτι σύντομα ἐπιστρέφει στὴν Ἰθάκη. Ἡ πονεμένη πιστὴ σύζυγος δὲν χόρταινε νὰ ἀκούει καὶ νὰ κλαίει. Παρήγγειλε δὲ σὲ μία ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες, τὴν γερόντισσα Εὐρύκλεια, νὰ πλύνει τὰ πόδια τοῦ ξένου. Ἐκείνη ἦταν ἡ τροφὸς τοῦ Ὀδυσσέα καὶ ἀπὸ ἕνα νεανικὸ τραῦμα τοῦ ποδιοῦ του τὸν ἀναγνώρισε. Πῆγε νὰ φωνάξει χαρούμενη. Ὅμως ὁ Ὀδυσσέας τῆς ἐπέβαλε αὐστηρὰ σιωπή.
.               Οἱ μνηστῆρες τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ γέλια, εἰρωνεῖες καὶ χλευασμούς. Γιὰ αὐτοὺς ἦταν ἕνα καινούργιο ἐνδιαφέρον στὴν διασκέδασή τους. Ὅταν ζητοῦσε ἕνα κομμάτι κρέας, τοῦ πετοῦσαν κόκαλα καὶ σκαμνιά, γιὰ νὰ τὸν χτυπήσουν.
.               Ὥσπου ἔφτασε ἡ κρισιμη ἡμέρα. Ἡ Πηνελόπη, περιμένοντας νὰ φανεῖ ὁ Ὀδυσσέας, εἶχε ἐξαντλήσει ὅλα τὰ τεχνάσματά της, γιὰ νὰ κερδίσει χρόνο. Μὴ ἔχοντας πλέον ἄλλον τρόπο νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀσφυκτικὴ πίεση τῶν μνηστήρων, κατέφυγε σ’ ἕνα τελευταῖο τέχνασμα: κατέβασε τὸ μεγάλο τόξο τοῦ Ὀδυσσέα στὴν αὐλή, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ στήσουν σὲ εὐθεία γραμμὴ 12 τσεκούρια ποὺ εἶχαν 1 τρύπα στὴν κορυφή τους. Ὅποιος ἀπὸ σᾶς, εἶπε στοὺς μνηστῆρες, κατορθώσει νὰ τεντώσει τὸ μεγάλο τόξο τοῦ Ὀδυσσέα, καὶ πετύχει σὰν τὸν Ὀδυσσέα νὰ στείλει τὸ βέλος μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες τῶν 12 τσεκουριῶν, αὐτὸς θὰ γίνει ἄντρας μου καὶ βασιλιὰς τῆς Ἰθάκης. Καὶ ἀνέβηκε στὸ δωμάτιό της.
.               Οἱ κακότροποι σφετεριστὲς πῆραν τὸ τόξο. Ὅμως τὰ χέρια τους, μαθημένα μόνο στὸ φαγοπότι, ἀδυνατοῦσαν ἀκόμη καὶ νὰ τὸ τεντώσουν.
.               Τότε ὁ κουρελὴς γερο-ζητιανος ζήτησε νὰ τὸ δώσουν καὶ σὲ αὐτόν. «Δῶστε μου καὶ ἐμένα τὸ τόξο, παλικάρια», εἶπε· «νὰ δῶ, μοῦ ἔχει μείνει καθόλου δύναμη ἀπ’ αὐτὴν ποὺ εἶχα στὰ νιάτα μου;». Ἐκεῖνοι τὸν περιγέλασαν καὶ τὸν ἀποπῆραν. Ὅμως ὁ Τηλέμαχος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ὁ Εὔμαιος τοῦ ἔδωσε τὸ τόξο.
.               Ὁ Ὀδυσσέας τὸ πῆρε καὶ τὸ ἐξέτασε προσεκτικά. Ἔπειτα χωρὶς βία τὸ τέντωσε. «Ὡς ἄρ’ ἄτερ σπουδῆς τάνυσεν μέγα τόξον Ὀδυσσεύς. Δεξιτερῇ δ’ ἄρα χειρὶ λαβὼν πειρήσατο νευρῆς»· μὲ τὸ δεξί του χέρι δοκίμασε τὴν χορδή του. Καὶ αὐτή, γράφει ὁ Ὅμηρος, γλυκοτραγούδησε ἁπαλὰ σὰ νά ’ταν χελιδόνι: «ἡ δ’ ὑπὸ καλὸν ἄεισε, χελιδόνι εἰκέλη αὐδήν». Τὴν ἑπομένη στιγμὴ τὸ βέλος ἔφυγε σφυρίζοντας καὶ πέρασε μεμιᾶς μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες τῶν 12 τσεκουριῶν. Οἱ μνηστῆρες πάγωσαν!
.               «Σκυλιά!», τοὺς φώναξε τότε ὁ Ὀδυσσέας. «Νομίζατε λοιπὸν ὅτι δὲν θὰ γυρίσω ποτέ, καὶ γι’ αὐτὸ κατασπαταλᾶτε τὸ βιός μου; Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πληρώσετε γιὰ ὅλα τὰ ἀνομήματά σας».
.               Καὶ μαζὶ μὲ τὸν Τηλέμαχο, τὸν Εὔμαιο καὶ τὸν Φιλοίτιο τοὺς ἐξόντωσε… (βλ. Ραψωδία Φ).
.               Πολλοὶ ἄνομοι «μνηστῆρες» στὴν ἐποχή μας ἐπιβουλεύονται τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν πατρίδα μας καὶ τὸν κόσμο, καὶ κατασπαταλοῦν τὸ βιός Του, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς. Ἀνεβαίνουν θρασεῖς στοὺς θρονίσκους τῆς ἐξουσίας, αὐθαδιάζουν, μεγαλαυχοῦν, ὑψώνουν τὸ σπιθαμιαῖο ἀνάστημά τους καὶ βλασφημοῦν ἀλλάζοντας τοὺς αἰώνιους νόμους τοῦ Θεοῦ.
.               Ἄλλοι παραληροῦν αὐτοανακηρυσσόμενοι πλανητάρχες.
.               Ἄφρονες! Δὲν σκέφτονται ὅτι κάποια μέρα θὰ λογοδοτήσουν ὅλοι αὐστηρά. Ἀσεβοῦν οἱ ἴδιοι καὶ παρασύρουν καὶ τοὺς λαούς τους σὲ ἀσέβεια καὶ καταπάτηση τῶν ἠθικῶν νόμων. Μύωπες, βαρήκοοι, ἀναίσθητοι.
.               Γιὰ πόσο ἀκόμη θὰ ἁλωνίζουν; Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀναγκαστοῦν νὰ ὑποστοῦν τὶς συνέπειες τῆς ἀποστασίας τους καὶ νὰ πιοῦν τὸν «τρυγίαν», τὸ πικρὸ κατακάθι ἀπὸ τὸ «ἐν χειρὶ Κυρίου» «ποτήριον» (Ψαλ. ΟΔ´ [74] 9).
.               Τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν δείχνουν ὅτι ἤδη στήνονται τὰ «12 τσεκούρια». Ἔρχεται ἡ ὥρα, ποὺ ὁ μόνος Κυβερνήτης τοῦ κόσμου θὰ ἐπέμβει δραστικὰ καὶ θὰ σώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ κακοῦ. Ἤδη τέντωσε τὴ χορδὴ τοῦ τόξου του, τὸ ἔχει ἕτοιμο νὰ ρίξει. Καὶ πάνω σ’ αὐτὸ ἔχει βέλη πύρινα, θανατηφόρα. Φτάνει ἡ ὥρα ποὺ Ἐκεῖνος, ὁ μόνος Κύριος τῆς Ἱστορίας, θὰ μεταβάλει τὴν πορεία της.
.               Θὰ ἔρθεις, Κύριε! Ἔρχεσαι! «Ἐντείνων ἐντενεῖς τὸ τόξον σου ἐπὶ σκῆπτρα»· τεντώνεις τέρμα τὸ τόξο σου ἐναντίον τῶν «μνηστήρων» τῆς ἐξουσίας σου, τῶν παράνομων ἐξουσιαστῶν τῆς γῆς (Ἀββ. Γ´ 9).
.               Ἔρχεται ὁ κύριος τῶν πάντων! Σύντομα, μέσα ἀπὸ τὴν πικρὴ ἐμπειρία τῆς ἀνθρωποκτόνου σατανικῆς κυριαρχίας, θὰ ὁδηγηθεῖ ἡ ἀποστατημένη ἀνθρωπότητα στὴν ἀναζήτησή Του. Καὶ τότε θὰ φανερωθεῖ ἡ ἀλήθεια στὸν κόσμο. Θὰ ἀνοίξουν οἱ καρδιὲς στὸ φῶς τοῦ εὐαγγελίου. Θὰ τὸ δεχθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλοι οἱ λαοί, κάθε φυλὴ καὶ γλῶσσα.
.               Καὶ ὁ Σταυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ λάμψει σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, σὲ Βορρᾶ καὶ Νότο. Παντοῦ! Ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς γῆς!

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ καὶ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ τοῦ ΣΚΟΤΟΥΣ «Τότε ἔρχεται ἕνα σκοτάδι, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, φθάνουμε σέ ἕνα σημεῖο νά ἔχουμε διάφορους λογισμούς, καί μία ἀπελπισία καταλαμβάνει τήν ψυχή μας, ἕνα σκοτάδι ὄχι διανοητικό, ἀλλά ψυχικό, καρδιακό σκοτάδι, σκοτιζόμαστε ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση, δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε σέ πειρασμούς καί δυσκολίες».

Ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας μέχρι τῆς ἐνάτης
Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Λόγος ἀπομαγνητοφωνημένος στήν Ἀποκαθήλωση.
Μεγάλη Παρασκευή 2019, Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ναυπάκτου.

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

*

.           Τά Πάθη, ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάστασή τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δημιουργοῦν πολύ μεγάλη ἔμπνευση σέ αὐτούς πού τά μελετοῦν καί τά διαβάζουν. Εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δέν συνδέονται μόνο μέ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί μέ τήν δική μας ζωή.

Τά γεγονότα τῆς Σταυρώσεως

.           Ὅταν διαβάζη κανείς τά ἅγια καί ἱερά Εὐαγγέλια, τότε βλέπει συνολικά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ. Τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ὁ Χριστός συνελήφθη ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους καί ὅλη τήν νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης προσήγετο ἀπό τόν Ἄννα στόν Καϊάφα καί γίνονταν ἀνακρίσεις, ἀκολούθησαν τά κολαφίσματα πού ὑπέστη ὁ Χριστός, ἡ πτώση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου μέ τήν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καί πολλά ἄλλα.
.           Τό πρωΐ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς συνῆλθε τό Μεγάλο Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων, διότι σύμφωνα μέ τήν νομοθεσία δέν ἔπρεπε νά συνεδριάζουν κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας. Ἔλαβαν ἀπόφαση νά θανατώσουν τόν Χριστό καί τόν ὁδήγησαν στόν Πιλάτο γιά νά ἐκδώση τήν ἀπόφαση. Ἔγινε ἡ σχετική ἀνάκριση ἀπό τόν Πιλάτο καί περίπου στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωί τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἐξεδόθη ἡ καταδικαστική ἀπόφαση νά θανατωθῆ ὁ Χριστός διά τοῦ Σταυροῦ.
.           Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος γράφει: «ἦν δέ ὥρα τρίτη καί ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Μάρκ. ιε΄, 25), δηλαδή αὐτό ἔγινε στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωΐ, ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφαση καί ἄρχισε ἡ διαδικασία τῆς σταυρώσεως καί τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη μέχρι τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι, ἔγιναν ὅλα τά γεγονότα τά ὁποῖα περιγράφουν οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές.
.           Ἀμέσως μετά, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως στό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, «ἀπό δέ ἕκτης ὥρας μέχρι ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45), δηλαδή ἀπο τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, σκοτείνιασε ὁ ἥλιος.
.           Στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι, τήν ἐνάτη ὥρα, ὅπως τήν ἔλεγαν τότε, ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του καί ἀμέσως ἔγινε μέγας σεισμός, τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σκίσθηκε στά δύο, ἄνοιξαν τά μνήματα καί βγῆκαν ἀπό αὐτά πολλοί κεκοιμημένοι καί ἐμφανίστηκαν στήν πόλη μετά τήν ἔγερσή Του. Στήν συνέχεια ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τήν Θεότητά Του κατέβηκε στόν Ἅδη γιά νά νικήση τόν θάνατο καί τό Σῶμα Του παρέμεινε στόν Τάφο μαζί μέ τήν θεότητα. Μέχρι τό πρωΐ τῆς Ἀναστάσεως ὑπῆρχε σιγή, σαββατισμός.
.           Θά ἤθελα σήμερα νά περιορίσω τόν λόγο μου κυρίως σέ αὐτό τό σκοτάδι, τό ὁποῖο ἔγινε στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι καί κράτησε μέχρι τίς 3 ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὅπως λέει ὁ Εὐαγγελιστής: «Ἀπό δέ τῆς ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπί πᾶσαν τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45). Τό ἴδιο λένε καί οἱ δύο ἄλλοι Εὐαγγελιστές, ἰδίως ὁ δέ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς γράφει «τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος» (Λουκ. κγ΄, 44).
.           Πρέπει νά δοῦμε λίγο τήν θεολογία αὐτοῦ τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, ὅπως τήν χαρακτηρίζουμε σήμερα.

Τί ἦταν τό σκοτάδι αὐτό

.           Ὅπως εἴδαμε αὐτό τό σκοτάδι κράτησε τρεῖς ὧρες, ἀπό τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι πού ὁ Χριστός παρέδωσε τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του. Κράτησε τρεῖς ὧρες αὐτό τό σκοτάδι. Τί ἦταν αὐτό τό σκοτάδι τό ὁποῖο ἔγινε πρίν ὁ Κύριος παραδώσει τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του;
.           Ἐκεῖνο πού φαίνεται ἀπό τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅτι δέν ἦταν ἕνα σκοτάδι, τό ὁποῖο ἦταν ἀποτέλεσμα ἐκλείψεως τοῦ ἡλίου ἀπό τήν παρεμβολή τῆς σελήνης, ἀλλά ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό γεγονός.
.           Ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος, τοῦ ἑνδεκάτου αἰῶνος μ.Χ., ἑρμηνεύει: «Τό γενόμενον σκότος οὐκ ἦν κατά φυσικήν ἀκολουθίαν, οἷον ἀπό τῆς ἐκλείψεως ἡλίου φυσικῶς γενομένης». Δέν ἦταν, δηλαδή, κάποιο φυσικό φαινόμενο, ὅπως γίνεται μέ τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου, γιατί ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι. Καί ὅπως ἐξηγεῖ στήν συνέχεια, τήν ἡμέρα ἐκείνη πού γινόταν τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων ἡ σελήνη ἦταν δεκατεσσάρων ἡμερῶν καί δέν μποροῦσε νά συμβῆ αὐτό τό φυσικό φαινόμενο.
.           Συνεχίζοντας λέει: «Ὥστε ὑπέρ φύσιν τό πάθος», δηλαδή τό σκοτάδι τοῦ ἡλίου, ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό φαινόμενο, ὄχι φυσικό. Καί συνεχίζει ὅτι δέν ἦταν ἕνα μερικό γεγονός, ἕνα γεγονός πού συνέβη στά Ἱεροσόλυμα, στήν Παλαιστίνη, ἀλλά «κοσμικόν ἐστί γεγονός», ἦταν ἕνα γεγονός πού συνέβη σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ πού κράτησε τρεῖς ὧρες.
.           Ἔχουμε μία μαρτυρία πού προέρχεται ἀπό τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἐθνικός, ἦταν μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου στήν Ἀθήνα, καί ἐκείνη τήν ἡμέρα βρέθηκε στήν Αἴγυπτο. Σέ μία ἐπιστολή πού στέλλει ἀργότερα στόν ἅγιο Πολύκαρπο, τόν Ἐπίσκοπο Σμύρνης ἀναφέρεται σέ αὐτό τό γεγονός. Τοῦ γράφει νά πῆ σέ κάποιον πού ὀνομαζόταν Ἀπολλοφάνης: «Τί λέγεις γιά τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου πού συνέβη τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως τοῦ Σωτῆρος; Διότι τότε ἤμασταν καί οἱ δύο παρόντες στήν Ἡλιούπολη (τῆς Αἰγύπτου) καί βρισκόμασταν μαζί καί βλέπαμε παραδόξως τήν σελήνη νά ἐμπίπτη στόν ἥλιο, ἐνῶ δέν ἦταν καιρός συνόδου. Ἔπειτα, ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα (στίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι) ἕως τήν ἑσπέρα νά ὑποκαθίσταται ὑπερφυῶς στή διάμετρο τοῦ ἡλίου. Νά τοῦ ὑπενθυμίσης καί κάτι ἄλλο. Γνωρίζει καλά ὅτι εἴδαμε αὐτήν τήν συσκότιση νά ἀρχίζη ἀπό τήν ἀνατολή καί νά φθάνη ἕως τό ἡλιακό τέρμα καί ἔπειτα νά ξαναγυρίζη, ὥστε τό καθάρισμα δέν ἔγινε ἀπό τό ἴδιο σημεῖο τῆς συσκοτίσεως, ἀλλά ἀπό τό ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο. Αὐτά εἶναι τά ὑπερφυῆ γεγονότα πού εἶναι δυνατά μόνο στόν Χριστό, τόν παναίτιο, ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖ ἀναρίθμητα μεγάλα καί ἐξαίσια θαύματα».
.           Στήν βιογραφία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γράφεται ὅτι, ὅταν εἶδε αὐτό τό σκοτάδι τήν ὥρα πού βρισκόταν στήν Αἴγυπτο τό μεσημέρι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶπε: «Ἤ Θεός πάσχει ἤ τό πᾶν ἀπόλλυται». Δύο πράγματα μπορεῖ νά συμβαίνουν: «Ἤ Θεός ὑποφέρει ἤ ὅλα καταστρέφονται». Γι’ αὐτό ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἀργότερα ἄκουσε τόν Ἀπόστολο Παῦλο στήν Ἀθήνα νά ὁμιλῆ στόν Ἄρειο Πάγο γιά τόν θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀμέσως πίστευσε αὐτός καί ἡ οἰκογένειά του καί εἶναι ὁ μέγας ἐκεῖνος θεολόγος πού μᾶς ἄφησε τά συγγράμματα, στά ὁποῖα μιλᾶ γιά τόν γνόφο καί τό φῶς, γιά ὅλη αὐτή τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.
.           Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅλα αὐτά προέρχονται ἀπό τό θαῦμα, τό ὁποῖο εἶδε ὁ ἅγιος Διονύσιος, τό θαῦμα καί τήν θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δηλαδή στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Γιατί ἔγινε σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη.

.           Τό ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Γιατί ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι ὅταν ὁ Χριστός βρισκόταν πάνω στόν Σταυρό, πρίν παραδώση τό πνεῦμα Του; Γιατί ἐπέτρεψε ὁ Θεός ἐκείνη τήν ὥρα νά γίνη σκότος σέ ὅλη τήν γῆ;
.           Τήν ἑρμηνεία τήν δίνει πάλι ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος. Λέγει ὅτι αὐτό ἔγινε γιά τέσσερεις λόγους.
.           Πρῶτον, «ἵνα δειχθῇ ὅτι πενθεῖ ἡ κτίσις ἐπί τῷ πάθει τοῦ Κτίστου». Δηλαδή, καί ἡ κτίση ἔπρεπε να πενθήση γι’ αὐτό τό φοβερό πάθος τοῦ Κτίστου καί δημιουργοῦ τοῦ κόσμου. Καί αὐτό τό ἀκούσαμε σέ πολλά τροπάρια πού ψάλλαμε σήμερα.
.           Δεύτερον, γιά νά δειχθῆ «ὅτι ἀπό τῶν Ἰουδαίων ἀπέστη τό φῶς». Δηλαδή, οἱ Προφῆτες προμήνυαν καί προφήτευαν ὅτι ὁ Γιαχβέ θά γίνη ἄνθρωπος, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως τί εἶπε γιά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ ὁ Προφήτης Ἡσαΐας πού ἔζησε ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν Χριστό. Καί ὅμως ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων πού διάβαζε αὐτές τίς προφητεῖες ὅτι θά ἔρθη ὁ Γιαχβέ γιά νά σαρκωθῆ γιά νά σώση τό ἀνθρώπινο γένος, τόν καταδίκασε σέ θάνατο. Δέν μπόρεσαν οἱ ἀπόγονοι τῶν Προφητῶν ἐκείνων νά καταλάβουν αὐτό τό γεγονός, ὅτι ἦλθε ὁ Χριστός, ὁπότε ἀπομακρύνθηκε τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Ἰουδαίους καί πῆγε στά ἔθνη.
.           Τρίτον, ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι γιατί τήν ἐποχή ἐκείνη, ὅπως διαβάζουμε στά Εὐαγγέλια, ὅταν μιλοῦσε ὁ Χριστός, τοῦ ζήτησαν σημεῖο ἀπό τόν οὐρανό, ἄν αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἔλεγαν: Ὡραῖα, ἀκοῦμε αὐτά πού λές, δός μας ἕνα σημεῖο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑπενθύμισε τό σημεῖο τοῦ Προφήτου Ἰωνᾶ πού βρισκόταν τρεῖς ἡμέρες καί νύκτες στήν κοιλία τοῦ κήτους. Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος ὅτι αὐτό τό σημεῖο πού ζητοῦσαν τότε ἀπό τόν οὐρανό, ἐδόθη τήν ὥρα τῆς Σταυρώσεως, ὅταν σκοτίσθηκε ὁ ἥλιος καί ἑπομένως «οἱ αἰτοῦντες ἐξ οὐρανοῦ σημεῖον ἰδεῖν Ἰουδαῖοι, νῦν βλεπέτωσαν τόν ἥλιον σκοτιζόμενον».
.           Τέταρτη αἰτία γιά τήν ὁποία ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι εἶναι ὅτι τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, καί τήν ἕκτη ὥρα τῆς ἕκτης ἡμέρας ὁ Ἀδάμ ἔφαγε τόν ἀπαγορευμένο καρπό καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό φῶς τό ἀληθινό καί ἔπεσε σέ βαθύτατο σκοτάδι. Δηλαδή, ἐπῆλθε ὁ σκοτασμός τοῦ νοῦ του καί ἔχασε τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό καί μετά, ὅταν ἐξῆλθε ἀπό τόν Παράδεισο, ἄρχισε νά λατρεύη τά εἴδωλα, εὑρισκόμενος μέσα στό σκοτάδι. Καί τώρα ἦλθε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, καί ἔπειτα τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, τήν Παρασκευή, καί τήν ἕκτη ὥρα τό μεσημέρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ὅπως μετροῦσαν τότε, δηλαδή τήν δωδεκάτη τό μεσημέρι σταυρώθηκε γιά νά ἀναγεννήση τόν ἄνθρωπο.
.           Καί ὅπως ὅλος ὁ κόσμος δημιουργήθηκε μέσα ἀπό τό σκοτάδι, μέσα ἀπό τήν ἄβυσσο, ἀφοῦ ὅπως λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη ἦταν στήν ἀρχή σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπιφερόταν ἐπάνω ἀπό τήν ἄβυσσο, ἔτσι καί τώρα γίνεται σκοτάδι καί ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου.
.           Τελικά, τό σκότος ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο, ὅπως καί ἡ νύκτα ἔχει ἕνα μυστήριο καί περιμένουμε τήν ἀνατολή τῆς ἄλλης ἡμέρας, περιμένουμε νά ἔρθη πάλι τό φῶς. Ἔτσι, καί ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σκοτεινές ὧρες, ὅταν ὑπομένη θά ἀποκτήση κοινωνία μέ τόν Θεό καί θά γίνη φωτεινός κατά Χάριν.
.           Μποροῦμε, βέβαια, νά σκεφτοῦμε λίγο αὐτό τό γεγονός; Τέτοια ὥρα νά ὑπάρχη πολύς ἥλιος, ἐπειδή εἶναι μεσημέρι καί ἀμέσως νά σκοτεινιάσουν τά πάντα, σάν νά εἶναι δώδεκα ἡ ὥρα τά μεσάνυκτα καί νά μή βλέπουμε τίποτα, ὅταν μάλιστα δέν ἔχουμε ἠλεκτρικό ρεῦμα.
.           Γνωρίζουμε ὅτι στόν Γολγοθᾶ πρίν γίνη σκοτάδι ὁ ἕνας ἀπό τούς ληστές εἶπε στόν Χριστό νά κατεβῆ ἀπό τόν Σταυρό, ὥστε νά πιστεύσουν ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός δέν κατέβηκε ἀπό τόν Σταυρό. Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τοῦ γάρ καταβῆναι ἀπό τοῦ σταυροῦ τοῦτο (δηλαδή τό σκότος) θαυμασιώτερον». Δηλαδή, τό σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη ἦταν πιό θαυμάσιο ἀπό τοῦ νά κατέβαινε ὁ Χριστός ἀπό τόν Σταυρό γιά νά δείξη τήν θεότητά Του. Ἔτσι, αὐτό πού ζητοῦσε ὁ ληστής ἔγινε, ἀλλά μέ ἕναν ἄλλο τρόπο.
.           Καί ἐμεῖς ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ μέ τόν τρόπο πού ἐμεῖς θέλουμε, καί ὁ Θεός μᾶς ἀποκαλύπτει τήν δύναμή Του καί τήν παρουσία Του μέ ἕναν ἄλλο διαφορετικό τρόπο. Γιατί ἐμεῖς εἴμαστε κοντόφθαλμοι καί δέν μποροῦμε νά δοῦμε ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὑπάρχουν στήν πραγματικότητα.
.           Αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Τό σκοτάδι στήν ζωή μας

.           Ὅμως, αὐτό τό γεγονός ἔχει πολύ μεγάλο νόημα στήν ζωή μας. Γιατί καί ἐμεῖς ὡς Χριστιανοί ἀκολουθοῦμε τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἀκοῦμε τόν Χριστό νά μᾶς διδάσκη καί ἐπειδή ἀκριβῶς θέλουμε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ αὐτά πού διδάσκει ὁ Χριστός, πολλές φορές δεχόμαστε καί τόν σταυρό, σταυρωνόμαστε ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ καί γιά τόν Χριστό.
.           Πολλές φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τά πάθη μας καί ἀκολουθεῖ τό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας. Ἄλλες φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι δέν μᾶς καταλαβαίνουν, μᾶς συκοφαντοῦν καί μᾶς διαβάλλουν. Δέν καταλαβαίνουν τήν ζωή τήν ὁποία ζοῦμε, τό τί σημαίνει νά εἶναι κανείς Χριστιανός Ὀρθόδοξος. Καί ἔτσι πολλοί ἀπό ἐμᾶς ὅλα αὐτά τά Πάθη, τά ὁποῖα ὑπέστη ὁ Χριστός, τά ζοῦμε ποικιλοτρόπως στήν ζωή μας.
.           Ζοῦμε τήν διαδικασία τῆς πορείας ὅλων τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, μέ μετριότερη προσαρμογή, ἀκόμη καί τῶν ἀνακρίσεων ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τους Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς μας, ζοῦμε καί τήν ἀνάκριση πολλές φορές ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία, ὅπως ἦταν ὁ Πιλάτος τήν ἐποχή ἐκείνη. Ζοῦμε τόν διωγμό, τήν σταύρωση, τήν φραγγέλωση, τά πάθη, τούς ἐμπτυσμούς καί τά παθήματα. Καί βεβαίως δεχόμαστε καί τόν σταυρό. Εἶναι ὅλα φυσιολογικά γεγονότα στήν χριστιανική ζωή.
.           Καί ὅταν πολλές φορές εἴμαστε ἐπάνω στόν σταυρό, ὅπως ὁ Χριστός τήν δωδεκάτη ὥρα τήν μεσημβρινή, τότε ἔρχεται ἕνα σκοτάδι, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, φθάνουμε σέ ἕνα σημεῖο νά ἔχουμε διάφορους λογισμούς, καί μία ἀπελπισία καταλαμβάνει τήν ψυχή μας, ἕνα σκοτάδι ὄχι διανοητικό, ἀλλά ψυχικό, καρδιακό σκοτάδι, σκοτιζόμαστε ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση, δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε σέ πειρασμούς καί δυσκολίες.
.           Μερικές φορές ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά γίνεται αὐτό κατά τήν πορεία τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, εἶναι αὐτό πού ὀνομάζουν οἱ ἅγιοι ὡς ἄρση τῆς θείας Χάριτος ἤ ὡς Θεοεγκατάλειψη, γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο οἱ ἀσκητικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Ἀρχίζει κανείς τόν πνευματικό του ἀγώνα, διαβάζει χριστιανικά βιβλία, ζῆ χριστιανικά καί κάποια στιγμή ὄχι μόνο βλέπει τούς ἀνθρώπους νά εἶναι ἀπέναντί του, ἀλλά συγχρόνως δέν αἰσθάνεται καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί συμβαίνει περίπου αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλειπες;». Βέβαια, δέν ἐγκατέλειψε ὁ Πατέρας τόν Υἱό Του, ποτέ δέν ἐγκαταλείφθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση, πάντοτε ὁ Χριστός ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα Του, ἀλλά αὐτό τό εἶπε, γιατί ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «τυποῖ τό ἡμέτερον», δηλαδή οὐσιαστικά τυπώνει αὐτό πού ἐμεῖς ζούσαμε στήν ζωή μας, ὅταν φύγαμε ἀπό τόν Θεό.
.           Καί τότε φωνάζει κανείς καί λέει: «Ὅλοι μέ ἐγκατέλειψαν. Ὁ Προφητάναξ Δαυίδ λέγει “ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δέ Κύριος προσελάβετό με”» (Ψαλμ. 26, 10). Ἀλλά ἔρχονται στιγμές πού δέν βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Ποῦ εἶσαι Θεέ; Ἐάν ὑπάρχης, βοήθησέ με. Γιατί ἐξαφανίστηκες, γιατί ἔφυγες ἀπό μένα, γιατί μέ ἐγκατέλειψες μέσα στό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογνώσεως;». Ζοῦμε αὐτήν τήν θεολογία καί τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας. Ἀλλά, ἀδελφοί, δέν πρέπει νά ἀπογοητευόμαστε καί τίς ὧρες ἐκεῖνες, γιατί θά ἀκολουθήσουν καί ἄλλα γεγονότα στήν ζωή μας.
.           Τρεῖς ὧρες κράτησε τό σκοτάδι, κατά τήν διάρκεια τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔπειτα στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του. Ἔγινε σεισμός, ἀκολούθησαν μεγάλα γεγονότα, καί μετά σιγή, καί ὕστερα ἔλλαμψε τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἡ διαδικασία γίνεται καί σέ μᾶς, τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἄρα τότε πού περνᾶμε αὐτό τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, τότε διενεργεῖται ἐσωτερικά καί μυστικά ἡ ἀναγέννησή μας. Αὐτό τό σκοτάδι τῆς συστολῆς τῆς θείας Χάριτος, κρύβει ἕνα μεγάλο μυστήριο, τότε κυοφορεῖται ἠ ἀνάστασή μας.
.           Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, μήν ἀπελπίζεστε. Ὅσα γεγονότα καί ἄν ἔλθουν στήν ζωή σας, ὅσες δυσκολίες, ὅσοι κατατρεγμοί, ὅσα κολαφίσματα, ὅσοι ἐμπτυσμοί, ὅσες καταδιώξεις καί ἄν ἔλθουν, καί ὅταν ἀκόμη ἔλθη ἀπελπισία καί ἀπόγνωση, μήν πτοεῖσθε. Αὐτή ἡ κατάσταση εἶναι ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ σκότους, καί θά ἀκολουθηση καί ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ φωτός. Γιατί μέσα ἀπό τό σκοτάδι αὐτό, ὅταν κάνουμε ὑπομονή καί προσευχόμαστε ἐκεῖνες τίς δύσκολες ὧρες, θά ἀνατείλη ὁ Ἀναστάς Χριστός μέσα στήν καρδιά μας καί θά γεμίσουμε ἀπό ἐλπίδα καί αἰώνια ζωή.
.           Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς, τό ὁποῖο μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν προσευχή μας μπορεῖ νά μετατραπῆ σέ μυστήριο ἐλπίδας καί ἀναστάσιμης ζωῆς. Ἀμήν.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΛΗΘΕΙΑ καὶ ὁ ΠΙΛΑΤΟΣ

Ἡ ἀλήθεια καὶ ὁ Πιλάτος

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.           Ὁ Κύριος, μετὰ τὴν ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ καὶ τὶς ἐξαντλητικὲς ὁλονύχτιες ἀνακρίσεις ἐνώπιον τῶν ἀρχιερέων Ἄννα καὶ Καϊάφα, ὁδηγεῖται μπροστὰ στὸν Ρωμαῖο ἡγεμόνα, τὸν Πιλάτο.
.           Κατὰ τὴν ἀνακριτικὴ διαδικασία ὁ Κύριος διαβεβαιώνει τὸν Πιλάτο ὅτι δὲν εἶναι κανένας ἐπικίνδυνος δημεγέρτης, ποὺ ξεσηκώνει σὲ ἐπανάσταση τὸν λαὸ γιὰ ἀνατροπὴ τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας. Ἀποστολή Του στὸν κόσμο εἶναι νὰ γνωστοποιήσει τὴν ἀλήθεια. «Δὲν εἶ­­μαι Βασιλιὰς μιᾶς κοσμικῆς βασιλείας, ὅ­πως ἐσὺ τὴν ἀντιλαμβάνεσαι. Ἐγὼ γι᾿ αὐ­τὸ γεννήθηκα καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦλθα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἀποκαλύψω καὶ νὰ κηρύξω τὴν ἀλήθεια, καὶ μ᾿ αὐτὴν νὰ κατακτήσω πνευματικῶς τὸν κόσμο: «Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ» (Ἰω. ιη´ [18] 37). Πράγματι, ὁ Κύριος κατὰ τὴ δημόσια δράση Του δίδαξε τὴν ἀλήθεια καὶ φανέρωσε μὲ τὴν ὅλη ζωή Του ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, ἡ Αὐτοζωή.
.           Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ὁ Πιλάτος ἔθεσε μὲ διάθεση μᾶλλον ἀδιάφορη ἕνα ἐρώτημα: «Τί ἐστιν ἀλήθεια;». Τὸ ἐρώτημα ἦταν σημαντικό, ὁ Πιλάτος ὅμως τὸ ἔθεσε χωρὶς ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον νὰ μάθει, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ Πραιτώριο, τὸ δικαστικὸ μέγαρο. Μὲ τὸ βιαστικὸ ἐρώτημά του ἁπλῶς ἐξέφραζε σκεπτικισμὸ καὶ ἀπογοήτευση, ἀφοῦ, κατὰ τὴ γνώμη του καὶ τὴν ἀντίληψη τῶν πολλῶν, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὁρίσει τί εἶναι ἡ ἀλήθεια.
.           Κι ὅμως, ἐκείνη τὴν ὥρα βρισκόταν μπροστὰ στὸν μοναδικὸ συνομιλητή του ποὺ ἦταν σὲ θέση νὰ τοῦ δώσει πλήρη καὶ σωστὴ ἀπάντηση. Ἀλλὰ δὲν ἐκμεταλλεύθηκε τὴν εὐκαιρία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος σιωπᾶ. Δὲν δίνει ἀπάντηση στὸ ἀδιάφορο ἐρώτημα τοῦ Πιλάτου. Σιωπᾶ, γιατὶ στὴν πραγματικότητα ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι κάποια ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί, ἂν μποροῦσε κάπως ὁ Πιλάτος νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ αὐτό, δὲν θὰ ρωτοῦσε: «Τί ἐστιν ἀλήθεια;», ἀλλά: «Τίς ἐστιν ἡ ἀλήθεια;», «Ποιός εἶναι ἡ ἀλήθεια;». Καὶ τότε θὰ ἐλάμβανε τὴ μόνη σωστὴ ἀπάντηση: «Ἐγώ εἰμι ἡ… ἀλήθεια» (Ἰω. ιδ´ [14] 6).
.           Πράγματι, ἡ σωστὴ ἀπάντηση εἶναι ὅτι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν», ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεὸς γιὰ νὰ φέρει στὸν κόσμο τὴν Ἀλήθεια ποὺ εἶναι ὁ Ἴδιος. «Ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ἰω. α´ 17). Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅλη ἡ ἀλήθεια. Δὲν εἶναι μισὴ ἀλήθεια ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ δῆθεν ἄλλες ἀλήθειες ἄλλων συστημάτων καὶ θρησκειῶν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξισωθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη μας μὲ ἄλλες θρησκεῖες, ὁμολογίες καὶ φιλοσοφικὲς ἀντιλήψεις. Κάτι ποὺ δυστυχῶς ἐπιδιώκεται στὶς μέρες μας μὲ τὸ σύνθημα: «Πίστευε ὅ,τι θέλεις, μόνο μὴ διεκδικεῖς ἀποκλειστικότητα. Μὴ θεωρεῖς δηλαδὴ ὅτι μόνο ἡ δική σου πίστη εἶναι ἡ σωστή».
.           Οἱ πιστοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ τὸ κατανοήσουμε καλὰ ὅτι «ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ἰω. α´ 17). Νὰ ριζώσει μέσα μας βαθιὰ ἡ Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη μας ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἐνανθρώπησε γιὰ νὰ εἰσηγηθεῖ μιὰ νέα φιλοσοφικὴ πρόταση γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἢ ἔστω καὶ μιὰ νέα ἠθικὴ συμπεριφορά, ἢ μιὰ νέα θρησκεία μεταξὺ τῶν ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλὰ γιὰ νὰ φέρει στὸν κόσμο σαρκωμένη τὴν Ἀλήθεια, τὸν Ἑαυτό του. Γι᾿ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία Του, τὴν ταμιοῦχο τῆς ἀπολυτρωτικῆς καὶ ἁγιαστικῆς θείας Χάριτος. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτό του ὡς τὴ μοναδικὴ ἀλήθεια, καὶ μᾶς παρέδωσε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ φανερώνει σὲ κάθε σελίδα του ὅτι Αὐτός, ὁ Χριστός, εἶναι ἡ μόνη Ἀλήθεια καὶ ὁ ἀληθινὸς καὶ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
.           Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας Φ. Ντοστογιέφσκι ἔγραψε τοῦτο τὸν τολμηρὸ λόγο: «Πιστεύω ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἀλλὰ ἐὰν μὲ πείσει κανεὶς ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἐγὼ θὰ προτιμοῦσα νὰ εἶμαι μὲ τὸν Χριστὸ παρὰ μὲ τὴν ἀλήθεια».
.           Τοῦτες τὶς μέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ποὺ θὰ ξανακούσουμε τὸ περιστατικὸ αὐτὸ στὸ Πραιτώριο τοῦ Πιλάτου, ἂς ἀνανεώσουμε μέσα μας τὴ σταθερὴ καὶ ἀπόλυτη πεποίθηση ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε καὶ κανεὶς ἄλλος ποὺ μπορεῖ νὰ διεκδικήσει τὴν Ἀλήθεια. Ἡ Ἀλήθεια εἶναι μόνο ὁ Χριστός, Αὐτὸς ποὺ παρέδωσε τὸν Ἑαυτό του στὸν σταυρικὸ θάνατο γιὰ νὰ ἑλκύσει τοὺς πλανεμένους ἀνθρώπους κοντά Του, στὴν αἰώνια Ἀλήθεια καὶ Ζωή.

, ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Δ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Σκοπὸς καὶ τέρμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὁ Χριστὸς

.             Ἀναφέραμεν ἤδη ὅτι, διὰ τοὺς Εἰρηναῖον, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον καὶ ἄλλους πατέρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ὁ Χριστός. Ἓν κείμενον τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολίαν. Ὁμοιάζει χαρακτηριστικῶς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τὸ ὁποῖον ἀναφέραμεν ἀνωτέρω, ταυτοχρόνως δὲ τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικῶς: «Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν’ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργουμένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καιροῦ, ἀλλ’ ὁ νέος Ἀδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα».
.           Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος. Ὁ «ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, ἣ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ Χριστὸς ἱστορικῶς κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Ἀδάμ. Ἀποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴν διδασκαλίαν τὸ ὅτι ὁ Χριστός, εἰς τὴν ὑπερχρόνον πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ «πρωτότοκος πάσης κτίσεως… ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς… τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Ἡ «εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην» ἀποτελεῖ τὴν προαιώνιον βουλὴν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστον μυστήριον «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὄψει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίσις, «ὕστατος ἁπάντων τῆς γῆς ἐξελήλυθεν», εἶναι ἀσφαλῶς λογικὸν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁλοκλήρου τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Ἀδάμ, διότι ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται εἰς τὴν τελειότητα. Ὁ Χριστὸς ὡς ὑψίστη πραγμάτωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποτελῇ τὸ τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.               Ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς ἀληθείας περικλείεται μία δευτέρα, ἐξ ἴσου σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐδημιουργήθη «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ σημαίνει ὅτι ὤφειλε νὰ ὑψωθῇ ἕως τὸ ἀρχέτυπον ἢ ἀκριβέστερον νὰ καθαρθῇ καὶ νὰ ἀγαπήσῃ τόσον τὸν Θεόν, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ σκηνώσῃ ἐν αὐτῷ ὁ Θεός, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν ἄνθρωπον ὑποστατικῶς ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῇ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῇ ὁ Θεάνθρωπος. Διότι ὁ Χριστὸς «ἦν ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός». Αὐτὸς ἦτο ὁ προορισμὸς καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ φυσιολογικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Πρὸς τὸν Χριστὸν ὁ ἄνθρωπος «ὥσπερ εἰς κανόνα τινὰ καὶ ὅρον κατεσκευάσθη τὸ ἐξ ἀρχῆς…, ὥστε Θεὸν ὑποδέξασθαι δυνηθῆναι». Ὁ ἐκτροχιασμὸς δὲ ἐκ τῆς πορείας αὐτῆς ἀπετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν πτῶσιν.
.             «Οὐκοῦν ἡ ἀπ’ ἀρχῆς παραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, δι’ αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) κατ’ εἰκόνα πλασθέντος τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῇ ποτὲ χωρῆσαι τὸ ἀρχέτυπον· καὶ ὁ ἐν τῷ παραδείσῳ παρὰ Θεοῦ νόμος δι’ αὐτὸν» (τὸν Χριστόν, διὰ νὰ βοηθήσῃ δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν Χριστόν), λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος: «Τοῦτο ἐστὶ τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον μυστήριον· τοῦτο ἐστὶ τὸ μακάριον, δι’ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος· τοῦτο ἐστὶν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμὲν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστόν), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας».
.             Καὶ ἀκόμη σαφέστερον ὁ ἱερὸς Καβάσιλας: «Ἐπεὶ μηδ’ ἔκτισε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ Θεὸς πρὸς ἄλλο τι βλέπων… ἀλλὰ τοῦτο ζητῶν ἐποίησεν, ἵνα γεννηθῆναι δεῆσαν, τὴν μητέρα παρ’ αὐτῆς λάβῃ· καὶ ταύτην ὑποθέμενος πρότερον, καθάπερ τινὰ κανόνα τὴν χρείαν (τὸν Χριστόν, τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν) εἰς αὐτὴν ἔπειτα πλάττει τὸν ἄνθρωπον».
.             Τὸ ὅτι συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα» σημαίνει εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, ὅτι τὸν ἔπλασε, τείνοντας πρὸς τὴν Εἰκόνα, ὅτι τοῦ ἔδωσε χάριτι, ἀλλὰ πραγματικῶς, ὅλας τὰς δυνατότητας καὶ τὸν σκοπὸν νὰ διακονήσῃ ἐνεργητικῶς εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ τελεία καὶ μοναδικὴ «Εἰκὼν τοῦ Πατρός». Καὶ οὕτω ὁ ἄνθρωπος, ἐνυποστασιαζόμενος εἰς τὸν Λόγον, νὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἴδιος εἰς «Εἰκόνα», νὰ ἀναδειχθῇ καὶ ὁ ἴδιος «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ».
.             Τοῦτο καθιστᾷ φανερὸν τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὸ «κατ’ εἰκόνα» πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐν τῷ ἀνθρώπων ὡς δῶρον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ὡς σκοπός, ὡς περιουσία, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὡς προορισμός, ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς ὡς μία δυνατότης. Εἶναι ὁ ἀληθὴς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν «γάμον», τὴν ὑποστατικὴν δηλαδὴ ἕνωσιν τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ μόνον μετὰ τὸν γάμον τὸ «κατ’ εἰκόνα» ὁλοκληροῦται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐνδεικνύεται «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» ἐν τῷ Χριστῷ, δηλαδὴ πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους;»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

[Γ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

Μέρος Β´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

.         Σὲ κείνους ποὺ θὰ βρεθοῦν ἀριστερά Του θὰ πεῖ ὁ Κριτής: «πορεύεσθε ἂπ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλω καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 41). Φύγετε μακριὰ ἀπὸ μένα ἐσεῖς οἱ καταραμένοι, πηγαίνετε στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του. Ὁ Κριτὴς εἶναι φοβερός, ἀλλὰ δίκαιος. Ὁ Βασιλιὰς καλεῖ τοὺς δικαίους κοντά Του καὶ τοὺς δίνει τὴ βασιλεία Του, ἐνῶ ἀπομακρύνει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ, στὴν πονηρὴ συντροφιὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑπηρετῶν του. Στὸ ἔργο τοῦ «Περὶ Τελικῆς Κρίσεως» ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει: «Ἂν ὑπάρχει κάποιο τέλος στὰ αἰώνια βάσανα, σημαίνει πὼς ὑπάρχει τέλος στὴν αἰώνια ζωή. Καθὼς ὅμως εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖς τὸ τέλος τῆς αἰώνιας ζωῆς, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ σκεφτεῖς ὅτι θὰ ὑπάρξει τέλος στὰ αἰώνια βάσανα;»
.             Κάτι ὅμως δὲν λέει ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι πολὺ σπουδαῖο. Ὅτι τὸ αἰώνιο πῦρ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ὅπως κι ἡ βασιλεία Του γιὰ τοὺς δικαίους. Τί σημαίνει αὐτό; Εἶναι πεντακάθαρο πὼς ὁ Κύριος ἑτοίμασε τὰ αἰώνιο πῦρ μόνο γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του, ἐνῶ τὴ βασιλεία Του τὴν ἑτοίμασε γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ὁ Θεὸς θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´ 4), νὰ μὴ χαθεῖ κανένας. Ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε νὰ κολαστοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ νὰ σωθοῦν. Οὔτε καὶ ἑτοίμασε προκαταβολικὰ γι᾽ αὐτοὺς τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης ἀλλὰ τὴ βασιλεία Του, μόνο αὐτή. Ἀπὸ αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια πὼς ἐκεῖνοι ποὺ λένε γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ὅτι «εἶναι προορισμένος νὰ γίνει ἁμαρτωλός», ἔχουν λαθεμένη ἀντίληψη. Ἂν πραγματικὰ εἶναι προορισμένος ἁμαρτωλός, αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει προοριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἑτοίμασε προκαταβολικὰ κανένα εἶδος βασάνων γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸ διάβολο. Ἑπομένως στὴν Τελικὴ Κρίση ὁ δίκαιος κριτὴς δὲν θὰ ἔχει τόπο γιὰ νὰ στείλει τοὺς ἁμαρτωλούς, παρὰ στὸ σκοτεινὸ βασίλειο τῶν δαιμόνων. Κι ὅτι εἶναι στὴ δικαιοσύνη τοῦ Κριτῆ νὰ τοὺς στείλει ἐκεῖ εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνοι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους, εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ κι εἶχαν παραδοθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πονηροῦ.
.         Κρίνοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ βρίσκονται ἀριστερά Του ὁ βασιλιὰς τοὺς ἐξηγεῖ ἀμέσως γιατί εἶναι καταραμένοι καὶ γιατί τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ: «ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με» (Ματθ. κε´ 42-43). Πείνασα καὶ δὲν μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ δὲν μὲ ποτίσατε. Ἤμουν ξένος καὶ δὲν μὲ πήρατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ντύσατε, ἤμουν ἄρρωστος ἢ φυλακισμένος καὶ δὲν μὲ ἐπισκεφθήκατε.
.         Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶχαν κάνει οἱ δίκαιοι δὲν ἔκαναν οἱ ἁμαρτωλοί. Καὶ σὰν ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου οἱ ἁμαρτωλοί, ρώτησαν, ὅπως καὶ οἱ δίκαιοι: «Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα…;» Κι ὁ Κύριος ἀπάντησε: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 45). Ἀλήθεια σᾶς λέω: ἀφοῦ δὲν ἐκάματε τίποτα στοὺς ἀδελφούς μου τοὺς ἐλαχίστους, οὔτε καὶ σὲ μένα κάματε.
.         Ἡ ἑρμηνεία ποὺ ἔκανε ὁ Βασιλιὰς στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἔχει ἐπίσης δυὸ σημασίες, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική, ὅπως καὶ στὴν πρώτη περίπτωση μὲ τοὺς δικαίους. Ὁ νοῦς τῶν ἁμαρτωλῶν ἦταν σκοτισμένος, ἡ καρδιά τους σκληρὴ κι ἡ ψυχή τους εἶχε κακὴ διάθεση πρὸς ἐκείνους ποὺ πεινοῦσαν, διψοῦσαν, ἦταν γυμνοί, ἄρρωστοι καὶ φυλακισμένοι στὴ γῆ. Μὲ τὸ σκοτισμένο τους νοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν πὼς ὁ Χριστὸς τοὺς καλοῦσε νὰ ἐλεήσουν τοὺς φτωχοὺς καὶ βασανισμένους ἀδελφούς τους. Ἡ σκληρὴ καρδιά τους δὲν μαλάκωνε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ἄλλων. Οὔτε καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του ἄλλαζε τὴν κακοπροαίρετη ψυχή τους, γιὰ νὰ ἐπιθυμήσουν τὸ καλὸ καὶ νὰ τὸ κάνουν. Ἔτσι ὅπως ἦταν ἄσπλαχνοι στὸν Χριστό, μέσῳ τῶν ἀδελφῶν Του, ἦταν ἄσπλαχνοι καὶ στὸν Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτό τους. Μὲ τὸ ποὺ τοὺς ἐρχόταν κάποια ἁγνὴ σκέψη, τὴν ἐξαφάνιζαν θεληματικὰ καὶ τὴν ἀντικαθιστοῦσαν μὲ ἄλλες σκέψεις, ἀκάθαρτες καὶ βλάσφημες. Ξερίζωσαν κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα ἀπὸ τὴν καρδιά τους καὶ τὸ ἀντικατέστησαν μὲ ἀσπλαχνία, λαγνεία καὶ ἰδιοτέλεια. Κάθε ἐπιθυμία ποὺ ἐκδηλωνόταν μέσα τους, γιὰ νὰ κάνουν κάποια καλὴ πράξη, ἀκολουθώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τὴν καταπίεζαν ἀμέσως καὶ στὴ θέση της ἔβαζαν ἄλλη, πῶς νὰ κάνουν κακὸ στοὺς ἄλλους ἢ ν᾽ ἁμαρτήσουν, γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸν ἐλάχιστο ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ βρισκόταν μέσα τους, τὸν σταύρωναν, τὸν σκότωναν, καὶ τὸν ἔθαβαν. Ὁ σκοτεινὸς Γολιὰθ ποὺ εἶχαν θρέψει, δηλαδὴ ὁ ἄδικος ἄνθρωπος μέσα τους ἢ ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, παρέμενε νικητὴς στὸ πεδίο τῆς μάχης.
.         Τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ Θεὸς σὲ τέτοιους ἀνθρώπους; Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους; Μπορεῖ νὰ καλέσει κοντά Του αὐτοὺς ποὺ ξερίζωσαν μέσα τους τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, αὐτοὺς ποὺ διακήρυξαν μυστικὰ στὴν καρδιά τους ἀλλὰ κι ἀνοιχτά, μπροστὰ σ᾽ ὅλον τὸν κόσμο, πὼς εἶναι ἐχθροί τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου; Ὄχι! Αὐτοὶ ἔγιναν μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Κι ὁ Κύριος στὴν τελική Του κρίση θὰ τοὺς στείλει νὰ συντροφέψουν ἐκείνους ποὺ εἶχαν παρέα σ᾽ ὁλόκληρη τὴ ζωή τους. Θὰ τοὺς στείλει δηλαδὴ στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του.
.         Ἀμέσως μετὰ ἀπ’ αὐτό, φτάνει στὸ τέλος της ἡ πιὸ σύντομη ἀλλὰ κι ἡ μέγιστη διαδικασία στὴν ἱστορία τοῦ κτιστοῦ κόσμου. «καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ματθ. κε´ 46). Καὶ τότε θὰ πορευτοῦν (οἱ ἁμαρτωλοὶ) στὴν αἰώνια κόλαση, οἱ δὲ δίκαιοι στὴν αἰώνια ζωή.
.         Ἡ ζωὴ καὶ ἡ κόλαση ἐδῶ στέκονται ἡ μία ἀπέναντι στὴν ἄλλη. Ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ζωή, δὲν ὑπάρχει κόλαση, δὲν ὑπάρχουν βάσανα. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ κόλαση, δὲν ὑπάρχει ζωή. Ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς ἀποκλείει τὴν κόλαση. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν παρέχει τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς. Ὁ τόπος τοῦ διαβόλου παράγει κόλαση καὶ βασανιστήρια, μακριὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ ποὺ δίνει ὁ Χριστός.
.         Στὴν ἐπίγεια ζωή μας βλέπουμε πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ποὺ ἔχει λίγη ζωὴ μέσα της (δηλ. λίγο Θεό), εἶναι γεμάτη μὲ πολὺ μεγαλύτερα βάσανα ἀπ’ ὅσα ἔχει ἡ ψυχὴ τοῦ δικαίου ἀνθρώπου ποὺ ἔχει μέσα του περισσότερη ζωὴ (δηλ. περισσότερο Θεό). Ὅπως εἰπώθηκε μὲ σοφία τοὺς ἀρχαίους χρόνους: «πᾶς ὁ βίος ἀσεβοῦς ἐν φροντίδι, ἔτη δὲ ἀριθμητὰ δεδομένα δυνάστῃ, ὁ δὲ φόβος αὐτοῦ ἐν ὠσὶν αὐτοῦ…μὴ πιστευέτω ἀποστραφῆναι ἀπὸ σκότους· ἐντέταλται γὰρ ἤδη εἰς χεῖρας σιδήρου…ἀνάγκη δὲ καὶ θλῖψις αὐτὸν καθέξει ὥσπερ στρατηγὸς πρωτοστάτης πίπτων. ὅτι ἦρκε χεῖρας ἐναντίον τοῦ Κυρίου» (Ἰώβ ιε´ 20-25). Ὁλόκληρος ὁ βίος τοῦ ἀσεβοῦς, λέει, δαπανᾶται καὶ βρίσκεται συνέχεια μὲ φροντίδες καὶ ἀγωνία. Ἀκόμα καὶ τοῦ ἰσχυροῦ καὶ κυριάρχου ἀνθρώπου, τὰ χρόνια εἶναι μετρημένα. Ὁ φόβος ποὺ τὸν συνέχει καὶ τὸν κάνει ν’ ἀγωνιᾶ, ἠχεῖ πάντοτε στ’ αὐτιά του…ἂς μὴν ἀπατᾶται πὼς κάποτε θὰ γλιτώσει ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς ὀδύνης, γιατί ἔχει δοθεῖ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ περιπέσει στὴν ἐξουσία σιδερένιου μαχαιριοῦ… θὰ τὸν κυριεύσει ὁπωσδήποτε ἡ θλίψη καὶ θὰ πέσει, ὅπως ὁ στρατηγὸς ποὺ πρωτοστατεῖ στὴ μάχη, ἀλλὰ δὲν βρίσκει τρόπο νὰ ξεφύγει.
.         Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι κόλαση μεγάλη γιὰ τὸν ἁμαρτωλό. Κι ὁ ἁμαρτωλὸς τὸ βρίσκει πολὺ πιὸ δύσκολο νὰ ὑπομένει τὰ βάσανα σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀπ’ ὅ,τι ὁ δίκαιος. Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ζωὴ μέσα του μπορεῖ νὰ ὑπομείνει βάσανα, νὰ τὰ περιφρονήσει, νὰ ξεπεράσει ὅλα τὰ κακὰ τοῦ κόσμου καὶ νὰ νιώθει χαρούμενος. Ἡ ζωὴ κι ἡ χαρὰ εἶναι ἀδιαίρετες. Ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος λέει στὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ ὁ κόσμος ἀποκλείει, καταδιώκει καὶ ταπεινώνει: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε» (Ματθ. ε´ 12).
.         Ὁλόκληρη ἡ ἐπίγεια ζωή μας δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῆς πραγματικῆς, τῆς πλήρους ζωῆς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ βάσανά μας στὴ γῆ δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῶν τρομερῶν βασάνων, ποὺ θὰ ὑποστοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ στὴν κόλαση. Στὰ ἀποφθέγματα τῶν ἁγίων πατέρων διαβάζουμε τὸ ἑξῆς: «Ρώτησαν κάποιο μεγάλο γέροντα: Πατέρα, πῶς ὑπομένεις τόσο καρτερικὰ τέτοιους ἀγῶνες; Κι ὁ γέροντας ἀπάντησε: Ὅλοι οἱ ἀγῶνες μου ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι μικρότεροι ἀπὸ τὰ βάσανα μίας μέρας στὴν κόλαση».
.         Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ, ὅσο ὑπέροχη κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύεται μὲ βάσανα. Δὲν ὑπάρχει πληρότητα ζωῆς ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ τὰ βάσανα στὴ γῆ, ὅσο μεγάλα κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύονται μὲ τὴ ζωή. Στὴν τελικὴ κρίση ὅμως τὰ βάσανα θ’ ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὴ ζωή. Καὶ τὰ δυό τους βέβαια θὰ εἶναι αἰώνια. Τί σημαίνει ἡ αἰωνιότητα αὐτή, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει. Σὲ κεῖνον ποὺ θά ᾽χει τὴ χαρὰ ν’ ἀτενίσει ἔστω καὶ γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, θὰ τοῦ φανεῖ πὼς ἡ στιγμὴ αὐτὴ κράτησε χιλιάδες χρόνια. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ βασανιστεῖ ἀπὸ τὸ διάβολο στὴν κόλαση γιὰ μία στιγμή, αὐτὴ ἡ στιγμὴ θὰ τοῦ φανεῖ ὅτι κράτησε αἰῶνες. Ὁ χρόνος, ὁ ρυθμὸς τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας, δὲν θὰ εἶναι ὅπως τὸν ξέραμε, ἀλλὰ θὰ εἶναι «μία ἡμέρα, καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ γνωστὴ τῷ Κυρίῳ» λέει ὁ προφήτης Ζαχαρίας (ιδ´ 7. βλ. Ἀποκ. κβ´ 5). Ἥλιος δὲν θὰ ὑπάρχει πιά, παρὰ μόνο ὁ Θεός. Κι ὁ ἥλιος αὐτὸς δὲν θ’ ἀνατέλλει καὶ θὰ δύει ὅπως τώρα. Ἡ αἰωνιότητα θὰ μετριέται μὲ μέρες, ὅπως γίνεται τώρα μὲ τὸ χρόνο. Οἱ εὐλογημένοι θὰ μετρᾶνε τὴν αἰωνιότητα μὲ τοὺς ὅρους τῆς εὐφροσύνης τους κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ θὰ βασανίζονται μὲ τοὺς ὅρους τῶν βασάνων τους.
.         Ἔτσι μίλησε κι αὐτὰ εἶπε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὸ τελευταῖο καὶ μέγιστο γεγονὸς ποὺ θὰ λάβει χώρα στὰ ὅρια τοῦ τέλους τοῦ χρόνου καὶ τῆς αἰωνιότητας. Καὶ πιστεύουμε πὼς ὅλ᾽ αὐτὰ θὰ γίνουν, ἀκριβῶς ὅπως τὰ εἶπε. Πρῶτα ἐπειδὴ ὅλα ὅσα προεῖπε ὁ Χριστὸς ἐπαληθεύτηκαν ἀπόλυτα καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φίλος μας, ὁ Μόνος ποὺ ἀγαπᾶ πραγματικὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη ἐμπεριέχει μόνο τὴν τέλεια ἀλήθεια. Ἂν αὐτὰ δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνουν, δὲν θὰ μᾶς τά ᾽λεγε ὁ Κύριος. Ὅμως μᾶς τὰ εἶπε, καὶ θὰ γίνουν. Κι αὐτὰ βέβαια δὲν μᾶς τὰ εἶπε γιὰ νὰ κάνει ἐπίδειξη τῶν γνώσεων στοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι! Ὁ Χριστὸς δὲν ζητοῦσε τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων (βλ. Ἰωάν. ε´ 41). Ὅλα μᾶς τὰ εἶπε γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας μας. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀντίληψη καὶ ὁμολογεῖ Χριστό, τὸν Κύριο, θὰ συνειδητοποιήσει πὼς ἡ ἀνάγκη γιὰ νὰ τὰ γνωρίζει αὐτὰ εἶναι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία του. Ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τίποτα, δὲν εἶπε οὔτε λέξη, οὔτε καὶ ἐπέτρεψε νὰ τοῦ συμβεῖ κάτι στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς Του, ποὺ δὲν ἀφοροῦσε τὴ σωτηρίας μας.
.         Ἂς γίνουμε συνετοὶ καὶ φρόνιμοι, λοιπόν, κι ἂς ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ πνευματικά μας μάτια τὴν εἰκόνα τῆς Τελικῆς Κρίσης. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔχει κάνει ἤδη πολλοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ γυρίσουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἡ ζωή μας εἶναι μικρή. Κι ὅταν τελειώνει, δὲν θὰ ὑπάρχουν περιθώρια γιὰ μετάνοια. Στὴ σύντομη ἐπίγεια ζωή μας πρέπει ν᾽ ἀποφασίσουμε ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἶναι κρίσιμο γιὰ μᾶς στὴν αἰωνιότητα: Θὰ σταθοῦμε στὰ δεξιὰ ἢ στ᾽ ἀριστερὰ τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Δόξας; Ὁ Θεὸς μᾶς ἀνέθεσε ἕνα μικρὸ κι ἁπλὸ καθῆκον, ἀλλὰ ἡ ἀνταπόδοση ἢ ἡ τιμωρία εἶναι πελώρια, ξεπερνοῦν τὴ δύναμη, κάθε ἀνθρώπινης γλώσσας γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουν.
.         Ἂς μὴν ὀλιγωρήσουμε λοιπόν, ἂς μὴ χάσουμε οὔτε μία μοναδικὴ μέρα. Κάθε μέρα μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία μας, ἡ ἀποφασιστική. Κάθε μέρα εἶναι δυνατὸ νὰ φέρει τὴν καταστροφὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, νὰ γίνει ἡ αὐγὴ τῆς πολυαναμενόμενης Ἡμέρας. Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος: «οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν;» (Ἰακ. δ΄ 4). Ἑπομένως ἐκεῖνος ποὺ δὲν χαίρεται, ὅταν ἐγγίζει τὸ τέλος τοῦ κόσμου, δείχνει πὼς εἶναι φίλος του καὶ ἑπομένως ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Τέτοιες σκέψεις ὅμως δὲν κάνουν οἱ πιστοί, ποὺ γνωρίζουν διὰ πίστεως πὼς ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζωή, τὴν ὁποία καὶ ἐπιθυμοῦν εἰλικρινά».
.         Εἴθε νὰ μὴ ντροπιαστοῦμε τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, μπροστὰ στὸν Κύριο, στὴ χορεία τῶν ἀγγέλων Του καὶ στὰ δισεκατομμύρια τῶν δικαίων καὶ τῶν ἁγίων. Εἴθε νὰ μὴ χωριστοῦμε αἰώνια ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους Του, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μας ποὺ θὰ βρίσκονται στὰ δεξιά Του. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὰ ἀμέτρητα πλήθη τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων νὰ ψάλλουμε τὸν ἐπινίκιο ὕμνο: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ! Ἀλληλούια!». Εἴθε νὰ δοξάζουμε μαζὶ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις τὸν Σωτήρα Κύριό μας, τὸν Υἱό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

.         «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 31). Ὅπως στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ὁ Θεὸς παρουσιάζεται σὰν ἄνθρωπος, ἔτσι κι ἐδῶ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Εἶναι Ἐκεῖνος, κανένας ἄλλος. Ὅταν ἔρθει γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν κόσμο, ἡ ἔλευσή Του δὲν θὰ εἶναι ἄγνωστη καὶ ταπεινή, ὅπως ἦταν πρώτη φορά, ἀλλὰ φανερὴ ἐν δόξη. Ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι ἡ ἴδια ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς προαιώνια, προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος (βλ. Ἰωάν. ιζ´ 5), ἀλλὰ εἶναι κι ἡ δόξα τῆς νίκης κατὰ τοῦ Σατανᾶ, τοῦ παλιοῦ κόσμου καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν θὰ ἔρθει μόνος Του, μὰ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀμέτρητους ἀγγέλους Του. Θὰ ἔρθει μαζί τους ἐπειδή, σὰν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ καὶ στρατιῶτες Του ποὺ ἦταν, ἔλαβαν μέρος στὸν πόλεμο κατὰ τοῦ πονηροῦ καὶ στὴ νίκη ἐναντίον του. Χαίρεται νὰ μοιράζεται τὴ δόξα Του μαζί τους. Γιὰ νὰ δοθεῖ ἔμφαση στὴ μεγαλειώδη φύση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀναφέρεται ἰδιαίτερα πὼς ὅλοι οἱ ἄγγελοι θὰ ἔρθουν μαζὶ μὲ τὸν Κύριο. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο γεγονὸς ποὺ ν’ ἀναφέρεται πὼς ἦταν παρόντες ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ἐμφανίζονται πάντα σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο πλῆθος. Στὴν τελικὴ Κρίση ὅμως θὰ εἶναι ὅλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸ Βασιλιὰ τῆς δόξης.
Πολλοὶ προφῆτες, εἴτε ἀρχαῖοι εἴτε μεταγενέστεροι, εἶδαν τὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ (Ἡσ. ϛ´ 1, Δαν. ζ´ 9, Ἀποκ. δ´ 2, κ´ 4). Ὁ θρόνος αὐτὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, πάνω στὶς ὁποῖες ἐπικάθεται ὁ Κύριος. Εἶναι θρόνος τῆς δόξας, τῆς νίκης, ὅπου κάθεται ὁ οὐράνιος Πατέρας καὶ ὅπου πῆρε τὴ θέση Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς μετὰ τὴ νίκη Τοῦ (Ἀποκ. γ΄ 21).
.         Πόσο μεγαλόπρεπη θὰ εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ περιβάλλεται ἀπὸ τόσο ἰδιαίτερα καὶ φοβερὰ γεγονότα! Ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶχε προφητεύσει: «Ἰδοὺ γὰρ Κύριος ὡς πῦρ ἥξει καὶ ὡς καταιγὶς τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐν θυμῷ ἐκδίκησιν αὐτοῦ καὶ ἀποσκορακισμὸν αὐτοῦ ἐν φλογὶ πυρὸς» (Ἡσ. ξϛ´ 15). Ὁ Δανιὴλ εἶδε καὶ εἶπε πὼς «ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεώχθησαν» (Δαν. Ζ´ 10).
.         Ὅταν ὁ Κύριος ἔρθει μὲ δόξα πολλὴ καὶ καθίσει στὸ θρόνο Του, τότε «συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε´ 32-33). Τότε θὰ συναχθοῦν μπροστά Του ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς καὶ θὰ τοὺς χωρίσει, ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Τὰ πρόβατα θὰ τὰ βάλει στὰ δεξιά Του καὶ τὰ ἐρίφια στ’ ἀριστερά Του.
.         Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες προβληματίστηκαν σχετικὰ μὲ τὸ χῶρο ὅπου ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀναφερόμενοι στὸν προφήτη Ἰωήλ, συμπεραίνουν πὼς ἡ κρίση θὰ γίνει στὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, ὅπου ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος χωρὶς νὰ πολεμήσει, χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, εἶχε ἐνάντια στοὺς Μωαβίτες καὶ τοὺς Ἀμμωνίτες μία πολὺ σπουδαία νίκη, σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μὴ μείνει κανένας τοὺς ζωντανός. «ἐξεγειρέσθωσαν καὶ ἀναβαινέτωσαν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ καθιῶ τοῦ διακρίναι πάντα τὰ ἔθνη κυκλόθεν», εἶπε ὁ προφήτης Ἰωὴλ (δ´ 12).
.         Ἴσως ὁ θρόνος τοῦ Κυρίου νὰ στηθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν κοιλάδα αὐτή, μὰ δὲν ὑπάρχει κοιλάδα στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ποὺ βέβαια θὰ εἶναι πολλὰ δισεκατομμύρια. Ὁλόκληρη ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς, μαζὶ μὲ τοὺς ὠκεανούς, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δώσει τόσο χῶρο, ὥστε νὰ συγκεντρωθοῦν ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου στὴ γῆ. Ἂν αὐτὴ ἦταν ἁπλὰ συγκέντρωση ψυχῶν, τότε ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς μαζέψει ὅλους κανεὶς στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ. Ἀφοῦ ὅμως θὰ συγκεντρωθοῦν ἄνθρωποι μὲ τὰ σώματά τους (γιατί οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν καὶ σωματικά), τότε τὰ λόγια τοῦ προφήτη θὰ πρέπει νὰ τὰ κατανοήσουμε συμβολικά. Ἡ κοιλάδα Ἰωασαφὰτ εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἀπὸ τὴ μακρινὴ ἀνατολὴ ὣς τὴ μακρινὴ δύση. Κι ὅπως ὁ Θεὸς κάποτε ἔδειξε τὴ δύναμή Του στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ, ἔτσι καὶ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ δείξει τὴν ἴδια δύναμη καὶ θὰ κρίνει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
.         Καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ συγκεντρώθηκαν θὰ διαχωριστοῦν σὲ μία στιγμή, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ τσοπάνος στέλνει μὲ τὴ φωνή του τὰ πρόβατα ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τὰ ἐρίφια ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους θὰ πᾶνε ἀριστερὰ καὶ ἄλλοι δεξιά. Κι ὅλα θὰ γίνουν ξαφνικά, σὰ νὰ τοὺς σπρώχνει μία ἀκαταμάχητη μαγνητικὴ δύναμη μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ ἀπὸ τὰ δεξιὰ πρὸς τ᾽ ἀριστερά.
.         «Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34). Τότε ὁ βασιλιὰς θὰ στραφεῖ πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὰ δεξιά του καὶ θὰ τοὺς πεῖ: ἐλᾶτε ἐσεῖς, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατέρα μου, νὰ κληρονομήσετε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος.
.         Στὴν ἀρχὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τὸν ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, δηλαδὴ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ τὸν ἑαυτό Του Βασιλιᾶ, γιατί τοῦ δόθηκαν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα. Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου. Ἐκεῖνοι ποὺ ὁ Χριστὸς καλεῖ ἔτσι, εἶναι πραγματικὰ εὐλογημένοι. Γιατί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ περιέχει μέσα της ὅλα τ’ ἀγαθά, καθὼς τὴ χαρὰ καὶ τὴ χάρη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ὁ Κύριος δὲν λέει «εὐλογημένοι μου», ἀλλὰ «εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα Μου»; Γιατί εἶναι ὁ μοναδικὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Μονογενὴς καὶ ἄκτιστος προαιωνίως καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Κι οἱ δίκαιοι εἶναι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ ἐξ υἱοθεσίας.
.         Ὁ Θεὸς καλεῖ τοὺς δικαίους νὰ μποῦν στὴν βασιλεία ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γί᾽ αὐτοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Θεός, προτοῦ ἀκόμα δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, εἶχε προετοιμάσει τὴν Βασιλεία γι᾽ αὐτόν. Προτοῦ πλάσει τὸν Ἀδάμ, ἦταν ὅλα φτιαγμένα γιὰ τὴ ζωή του στὸν παράδεισο. Ὁλόκληρη Βασιλεία, ὑπέροχη κι ὁλοφώτεινη, ποὺ περίμενε τὸ Βασιλιά της. Μετὰ ὁ Θεὸς ὁδήγησε τὸν Ἀδὰμ στὴ Βασιλεία αὐτή, κι ἡ Βασιλεία συμπληρώθηκε. Ὁ Θεὸς προετοίμασε τὴ βασιλεία γιὰ τοὺς δικαίους ἀπὸ τὴν ἀρχή. Μόνο τοὺς ἀφέντες τῆς περίμενε, μὲ τὸ Χριστὸ ὡς βασιλιὰ ἀρχηγό.
.         Ὁ Κριτὴς κάλεσε τοὺς δικαίους στὴ βασιλεία Του κι ἀμέσως μετὰ ἐξήγησε γιατί τοὺς τὴ χάριζε: «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατά μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε´ 35-37). Γιατί πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νερό, ἤμουν ξένος καὶ σεῖς μὲ φιλοξενήσατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἀρρώστησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν στὴν φυλακὴ καὶ σεῖς ἤρθατε νὰ μὲ δεῖτε.
.         Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ θαυμάσια ἐξήγηση, οἱ δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικὰ καὶ ταπεινὰ ἀπὸ τὸ βασιλιὰ νὰ τοὺς πεῖ πότε τὸν εἶδαν πεινασμένο καὶ διψασμένο, γυμνὸ καὶ ἄρρωστο καὶ πότε τὰ ἔκαναν ὅλ’ αὐτὰ σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ βασιλιὰς ἔδωσε πάλι τὴ θαυμάσια αὐτὴ ἀπάντηση: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 40). Ἀφοῦ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐκάματε στοὺς ἐλαχίστους καὶ ταπεινοὺς ἀδελφούς μου, εἶναι σὰ νὰ τὰ ἐκάματε σ’ ἐμένα τὸν ἴδιο.
.         Ὅλη αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἔχει δύο ὄψεις, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική. Ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία εἶναι σαφὴς στὸν καθένα. Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει τὸν πεινασμένο, ξεδιψάει τὸ διψασμένο, ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ στεγάζει τὸν ἄστεγο, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει ὅλ’ αὐτὰ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀρρώστους ἢ τοὺς φυλακισμένους, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει αὐτὰ στὸν Κύριο. Ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη σχετικὰ πὼς «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατὰ δὲ τὸ δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ» (Παρ. ιθ´ 17). Ἐκεῖνος ποὺ ἐλεεῖ τὸν φτωχό, εἶναι σὰν νὰ δανείζει τὸν Θεό, ποὺ ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἔδωσε, θὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσει.
.         Ὁ Κύριος, μέσα ἀπὸ κείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βοήθειά μας, δοκιμάζει τὶς καρδιές μας. Ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τίποτα δικό μας γιὰ λογαριασμό Του. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ ψωμί, δὲν μπορεῖ νὰ πεινάσει. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ νερό, δὲν γίνεται νὰ διψάσει. Αὐτὸς ποὺ ντύνει τὴν κτίση ὁλόκληρη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γυμνός, οὔτε καὶ ν᾽ ἀρρωστήσει αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας. Οὔτε καὶ γίνεται νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ὁ Κύριος τῶν κυρίων.
.         Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ δίνουμε ἐλεημοσύνη, ὥστε μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ μαλακώσουν οἱ καρδιές μας, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικές. Θὰ μποροῦσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν παντοδυναμία Του νὰ κάνει διὰ μιᾶς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι εὐχαριστημένους. Ἀλλ᾽ ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δοκιμάσουν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, τὴν ἀρρώστια, τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία γιὰ δύο λόγους. Πρῶτα, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι νὰ μαλακώσουν τὴν καρδιά τους, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικοὶ καὶ νὰ ἔρθουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ τὸν προσκυνήσουν μὲ πίστη καὶ προσευχή. Δεύτερο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὰ δικά του βάσανα νὰ κατανοήσει καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν ταπείνωσή του νὰ κατανοήσει τὴν ταπείνωση τῶν ἄλλων. Ἔτσι θὰ καταλάβει τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων μέσα ἀπὸ τὸν Ζῶντα Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ δοτήρα ὅλων τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν. Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ γίνουμε ἐλεήμονες, νὰ ἔχουμε πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἔλεος. Γνωρίζει πὼς τὸ ἔλεος εἶναι ὁ τρόπος γιὰ ν᾽ ἀποκαταστήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν πίστη στὸν Θεό, τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.
.         Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία. Ἡ δεύτερη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν Χριστὸ μέσα μας. Σὲ κάθε καθαρὴ σκέψη ποὺ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, σὲ κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα τῆς καρδιᾶς μας καὶ σὲ κάθε ὑψηλὴ φιλοδοξία κι ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτεται μέσα μας μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτὲς τὶς ἁγνὲς σκέψεις, τὰ εὐγενικὰ συναισθήματα καὶ τὶς ὑψηλὲς φιλοδοξίες, τὶς ὀνομάζει ἐλαχίστους ἀδελφούς Του. Τὰ ὀνομάζει ἔτσι ὅλ᾽ αὐτά, ἐπειδὴ βρίσκονται μέσα μας σὲ μία ἀσήμαντη μειονότητα σὲ σύγκριση μὲ τοὺς μεγάλους ἐσωτερικοὺς ἀγροὺς ποὺ εἶναι γεμάτοι ἀπορρίμματα καὶ κακία. Ἂν ὁ νοῦς μας πεινάει γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ταΐσουμε, εἶναι σὰν νὰ τρέφουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ ψυχή μας εἶναι ἄρρωστη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὴν κακή μας ὕπαρξη καὶ τὰ κακά μας ἔργα καὶ τὸ ἀντιληφθοῦμε αὐτὸ καὶ τὴν ἐπισκεφτοῦμε, τότε εἶναι σὰ νὰ ἐπισκεφτήκαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας.
.         Μὲ λίγα λόγια, ἂν αὐτὸς ὁ δεύτερος ἑαυτὸς ποὺ ἔχουμε μέσα μας καὶ ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸ δίκαιο ἄνθρωπο, ὑποδουλωθεῖ καὶ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν πονηρὸ κι ἁμαρτωλὸ ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο καὶ μεῖς τὸν προστατεύσουμε, εἶναι σὰν νὰ προστατεύουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα μας εἶναι πολὺ μικρός, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς μέσα μας εἶναι ἕνας πραγματικὸς Γολιάθ. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα ὅμως εἶναι ὁ μικρὸς ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐλάχιστος, κι ὁ ἁμαρτωλὸς Γολιὰθ μέσα μας εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τότε προστατέψουμε τὸ δίκαιο ἄνθρωπο μέσα μας, ἂν τὸν ἐλευθερώσουμε, τὸν ἐνισχύσουμε καὶ τὸν βγάλουμε στὸ φῶς· ἂν τὸν σηκώσουμε ψηλότερα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό, ὥστε νὰ τὸν κυριεύσει καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20), τότε θὰ κληθοῦμε εὐλογημένοι καὶ στὴν τελευταία Κρίση θὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Βασιλιᾶ: δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους;»

, , , , , , ,

Σχολιάστε