Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-15 «Ἐνώπιόν Του φανερώνεται τὸ βαθύτερο μυστικὸ ἑκάστου ἀνθρώπου».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΕ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 6, Νοεμ.- Δεκ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »
Μέρος ΙΔ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου

.               Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως διατυπώνουμε τὴν πεποίθηση ὅτι κατὰ τοὺς ἔσχατους χρόνους ὁ Χριστὸς θὰ ἐπανέλθει στὴν ἱστορία ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου: «… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζώντας καὶ νεκρούς». Τί σημαίνει ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει; Ἡ γνώμη, ποὺ διαμορφώθηκε στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα, δὲν ἦταν πάντα αὐτονόητη, πολὺ περισσότερο δὲν ἦταν πάντοτε ἴδια στὶς διάφορες ὁμάδες πιστῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων ἑρμηνειῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν, ἀκόμη κι ὅταν ἡ βάση αὐτῶν τῶν ἑρμηνειῶν ἦταν βιβλικὲς περιγραφὲς καὶ ἀναφορές, ἴδιες τὶς περισσότερες φορὲς στὶς διαφορετικὲς ὁμάδες.
.               Ἐν συνεχείᾳ ἄρχισε νὰ προσδιορίζει τὴ νοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐλέγχει, νὰ κατατάσσει, νὰ ἀξιολογεῖ καὶ νὰ συμπεραίνει ἐνέργειες καὶ καταστάσεις τῶν ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων. Ὅταν οἱ λέξεις αὐτὲς χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀναπτύχθηκε τὸ πλαίσιο τῶν δικονομικῶν διαδικασιῶν: κρίση εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ δικαίου. Εἰσερχόμαστε πλέον στὴ δικανικὴ διαδικασία (καὶ ἀντίληψη) ποὺ προσδιορίζει τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ σημασία τους στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση.
.               Ὁ Μωυσῆς εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ ἡγέτη ποὺ γνωρίζει, ὡς προφήτης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει τὰ σημεῖα τῆς θείας δικαιοσύνης, εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ ἐπίσης εἶναι ὁ Κριτής. Στὴ γλῶσσα τῆς Βίβλου, saphat σημαίνει κρίση καὶ saphet σημαίνει κριτής. Μετὰ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὸν ρόλο αὐτὸ θὰ συνεχίσουν οἱ ἡγέτες τοῦ λαοῦ, Κριτὲς ἢ Βασιλεῖς. Καθολικὸ αἴτημα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ διασφάλισή της, οἱ προφῆτες εἰσάγουν τὸ πρότυπο ἑνὸς δικαίου ποὺ θὰ ἐμφανιστεῖ στὸ μέλλον καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Μεσσίας (=Σωτὴρ) ποὺ θὰ ἀποσταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ὁδηγήσει στὴ θεία Βασιλεία, ὄντας αὐτὸς πλέον βασιλιὰς καὶ Κριτής.
.               Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τὸν περιγράφει μὲ ἔξοχες διατυπώσεις: «Καὶ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται. Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾽ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Οὐ κατὰ τὸν δόξαν κρινεῖ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει, ἀλλὰ κρινεῖ ταπεινῷ κρίσιν καὶ ἐλέγξει τοῖς ταπεινοῖς τῆς γῆς· καὶ πατάξει γῆν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεῖ ἀσεβῆ. Καὶ ἔσται δικαιοσύνη ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἀληθείᾳ εἰλημμένος τὰς πλευράς» (Ἡσ. ια´15). Καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας ὑπογραμμίζει: «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἀναστήσω τῷ Δαυὶδ ἀνατολὴν δικαίαν, καὶ βασιλεύσει βασιλεὺς καὶ συνήσει καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἱερ. κγ´ 5).
.               Ὁ Ἰησοῦς τῆς Ναζαρὲτ ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ Χριστὸς Κυρίου (κατὰ τὴ βάπτισή του), καὶ συνεκδοχικὰ ὡς ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου. Οἱ ἀρχαῖες ἐπαγγελίες πραγματοποιήθηκαν στὸ πρόσωπό του.Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἐνεργεῖ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θάνατός του εἶναι τὸ σημεῖον τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχει σημασία ἡ εἰκόνα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀποκάλυψη: εἶναι τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τοῦ Σταυροῦ ἔχει προηγηθεῖ ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ (θρησκευτικὴ καὶ πολιτική), ἡ καταδίκη του σὲ θάνατο, ὁ βασανισμὸς καὶ ἡ σταύρωση. Ὁ κόσμος λοιπὸν κρίνεται διαρκῶς ἀπέναντι στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ κριθεῖ (ζῶντες καὶ τεθνεῶτες) στοὺς ἐσχάτους καιρούς.
.               Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἀντιλαμβανόμαστε τὸν Θεὸ (τὸν Χριστὸ) ὡς Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὡς τὸν ἐσχατολογικὸ Κριτή. Κατ᾽ ἀρχάς, ἡ Κ. Διαθήκη μᾶς παρέχει ἀρκετὲς προσεγγίσεις στὸ θέμα (συνοπτικὰ εὐαγγέλια, ἰωάννεια καὶ παύλεια θεολογία), ἂν καὶ μερικὲς φορὲς κατὰ τὸ φαινόμενον ἀντιφατικές. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει («οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ», Ἰωάν. γ´ 17), ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώνει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δεύτερη αὐτὴ εἰκόνα, ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔγινε κατανοητὴ ὡς ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὡς ἡ μόνη ἀλήθεια, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ χριστιανικὲς σέκτες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.               Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὁ ἐσχατολογικὸς Χριστὸς δικάζει καὶ ἀποφαίνεται γιὰ τὸ ποιοὺς θὰ βραβεύσει καὶ ποιοὺς θὰ καταδικάσει. Καὶ ὅμως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὸ γ´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του, μᾶς ξεδιπλώνει μὲ εὐκρίνεια τί σημαίνει «κρίσις»: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν [τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ] οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ´ 18-21). Ἡ τελικὴ Κρίση ἑπομένως θὰ φανερώσει τὴν κατάσταση τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ κατὰ τὴ δική της ἐπιλογή, δὲν θὰ εἶναι συνέπεια μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν εἶναι Κριτὴς τοῦ κόσμου ὁ Χριστός, γιατί νώπιόν Του φανερώνεται τ βαθύτερο μυστικ κάστου νθρώπου: εναι μ τ φς εναι μ τ σκότος. Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ συνοδεύεται ἀπὸ κρίση. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία Του εἶναι συγχρόνως καὶ κρίση: ὅσοι εἶναι δικοί του, ὅσοι δὲν εἶναι δικοί του. Χαρὰ γιὰ τοὺς πρώτους, θλίψη –ἢ μᾶλλον βασανισμός– γιὰ τοὺς δεύτερους. Ἢ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Καὶ τοῦτο εἰδέναι δεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ᾽ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔστιν ἡ μὲν μετοχὴ τοῦ Θεοῦ τρυφή, ἡ δὲ ἀμεθεξία αὐτοῦ κόλασις» (Κατὰ Μανιχαίων, PG 94, 1545D-1548A), μιὰ κατάσταση ποὺ ἀποτυπώνει ἀργότερα ὡς στοιχεῖο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὁ Κάλλιστος Ξανθόπουλος, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, στὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: «… τὰ ὁποῖα λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, οἴεται [= νομίζει] τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἐσομένην ἐκείνοις ἔλλαμψιν διηνεκῆ καὶ ἀνέβασιν· βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην». Τόσο μόνον: μετὰ τοῦ Θεοῦ οἱ μέν, χωρὶς τὸν Θεὸ οἱ δέ. Καὶ μάλιστα σὲ μιὰ προοπτικὴ ἄχρονη.
.               Ὑπάρχει ἕνα ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὴν ἱστορία, ἰδιαίτερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου: ἡ τελικὴ κρίση εἶναι τελεσίδικη ἢ πάντα ἀνοιχτὴ σὲ μιὰ ἄχρονη πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Τὸ ἐρώτημα δὲν ἔλαβε ποτὲ τελικὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας (βιβλική, πατερική, ἁγιολογικὴ) ἀφήνει παράθυρο γιὰ μιὰ συνεχῆ διαδικασία κρίσεως καὶ ἐπανακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει νὰ ἐπιλέγει στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν τελικὴ κρίση. Μνημονεύω τὴν ἐπιμονὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξης νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς τεθνεῶτες, γιὰ τὴ σωτηρία τους μέσῳ τῶν μνημοσύνων. Πρόκειται γιὰ πράξη ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λεγόμενη τελικὴ κρίση.
.               Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς μᾶς γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς ὡς δικό του θέλημα.Γι᾽ αὐτὸ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γίνεται κρίση τοῦ κόσμου, ἀφοῦ δι᾽ αὐτῆς ἀποκαθίσταται ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει διαταραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς σχέσης κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ὁ Υἱός, ὡς Χριστός, φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσά μας καὶ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ κρίση καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια, ὅσο καλὴ καὶ σπουδαία κι ἂν εἶναι αὐτή, ἀλλ᾽ ἐγκαθίστανται στὴν ἱστορία ὡς κρίση καὶ δικαιοσύνη ἐναρμονισμένη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι πλέον καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
.               Κρίμα σημαίνει διάκριση τῶν ὁρίων ἀνάμεσα στὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀδικία, διάκριση τῶν δικαίων ἀπὸ τοὺς ἀδίκους. Ὁ Χριστὸς γίνεται τὸ κρίμα τοῦ κόσμου, γιατί ἡ παρουσία του ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στάση, τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου: μὲ τὸν Χριστὸ ἢ χωρὶς τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποφασίζουν γιὰ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν σώσει. Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἡ κρίση, εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ παρουσία του στὴν ἱστορία γίνεται κρίση, ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ φωτὸς καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σκότους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Advertisements

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;

τοῦ Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκη

  • Σιωπή καί διάλογοι. Ὁ Χριστός σιωπᾶ. Ὁ κατηγορούμενος δέν ἀπολογεῖται. Οἱ ἄλλοι κάνουν διάλογο γι’ Αὐτόν.

—Πιλᾶτος: «Τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; Βαρραβᾶν ἤ Ἰησοῦν τόν λεγόμενον Χριστόν;» (Ματθ. κζ’ 17)
Μέσα του κάποιος τοῦ μιλάει: «Διά φθόνον παρέδωκαν αὐτόν» (Ματθ. κζ´ 18).
Διά φθόνον ἐκεῖνοι, διά θρόνον ἐκεῖνος…
Μεσολαβεῖ ἄλλος διάλογος. Με τή γυναῖκα του. Νά κι ἕνα ὄνειρο ἀληθινό! Προειδοποιητικό. Προεξαγγελτικό.

—Γυναίκα Πιλάτου: «Μηδέν σοι καί τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ. Πολλά γάρ ἔπαθον σήμερον κατ’ ὄναρ δι᾽ αὐτόν» (Ματθ. κζ´ 19).

—Πιλᾶτος: «Τίνα ἀπολύσω;».

  • Φανατίζουν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι τόν ὄχλο.

—Πιλάτος (τρίτη φορά): «Τίνα θέλετε ἀπό τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν;» (Ματθ. κζ´ 26).

—’Όχλος: Βαρραβᾶν!

—Πιλᾶτος: «Τί ποιήσω Ἰησοῦν τόν λεγόμενον Χριστόν;».

—’Όχλος (ὑποκινούμενος): «Σταυρωθήτω!».

—Πιλᾶτος: «Πλένω τά χέρια μου! Εἶμαι ἀθῶος γιά τό αἷμα τοῦ δικαίου, πού θά χυθῆ!».

—’Όχλος: «Τό αἷμά Του πάνω μας καί πάνω στά παιδιά μας!». ’Όχι, βέβαια, εἰς ἄφεσιν, ἀλλά εἰς κρίσιν καί κατάκρισιν. Καταριοῦνται τούς ἑαυτούς τους καί τούς ἀπογόνους τους!

  • Πῶς τελειώνει ὁ διάλογος; Μέ βία καί μέ βούλα!

Ὁ διάλογος ἐξελίχθηκε ὑπέρ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἀπόφασις ὅμως ἦταν κατά τοῦ Ἰησοῦ! Φραγγέλιο γιά τόν ’Αθῶο!

  • Καί οἱ δύο ὑπογραφές (βοῦλες): Ἐλεύθερος ὁ κακοῦργος! ’Ένοχος θανάτου ὁ ’Αθῶος!

  • Ἐμεῖς δέν ἔχουμε δικαίωμα νά σοῦ ἀπαντήσουμε, Πιλᾶτε;

  • Ἐμείς, κύριοι ἀρχιερεῖς, δέν ἔχουμε δικαίωμα ψήφου; Τί εἴμαστε ἐμεῖς; Βουβά πρόσωπα; ’Ανελεύθερα ὄντα; Θά βλέπουμε καί δέν θά μιλᾶμε; Θά σοῦ ποῦμε, λοιπόν, Πιλᾶτε, κι ἄς εἶσαι ἡγεμόνας! Ἐμεῖς θά σοῦ ποῦμε. ’Ή μᾶλλον θά ἀπαντήσουμε στό συνειδησιακό σου ἐρώτημα: «Τί ποιήσω τόν λεγόμενον Χριστόν;».

  • Τί νά Τόν κάνης τόν Χριστό; Ὅ,τι λέει ἡ δικαιοσύνη! «Ἀπό τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου…». Ἔτσι δέν εἶπες; Νά Τόν ἀποδώσης, λοιπόν, Καθαρό τόν Ἄμωμο. Γιατί πνίγεις τό δίκαιο; Γιατί στραγγαλίζεις τή Δικαιοσύνη;

Πόσο αἷμα δικαίων χύνεται, ἀπό τό αἷμα τοῦ Ἄβελ μέχρι τό αἷμα τῶν παιδιῶν τῆς Βηθλεέμ, μέχρι τό αἷμα τοῦ ἀνυπεράσπιστου βρέφους, πού καί σήμερα, Μ. Παρασκευή, σφαγιάζεται μέ τήν ἔκτρωσι;

  • Τί νά Τόν κάνης τόν Χριστό, Πιλᾶτε; Ὅ,τι σοῦ λέει ἡ συνείδησίς σου! Ρωτᾶς: «Τί κακό ἔκανε;» καί ἡ συνείδησίς σου φωνάζει: «Μόνο καλά ἔκανε ὁ ’Ιησοῦς!». Πνίγεις τή συνείδησί σου, Πιλᾶτε; Τί νά κάνης, καί σύ, ἀδελφέ; Ὅ,τι σοῦ ὑπαγορεύει ἡ συνείδησις, πρίν τήν ἀφήσης καί ἀρρωστήση σαπισμένη!

  • Τί νά Τόν κάνης τόν Χριστό, Πιλᾶτε; Ὅ,τι σέ συμβουλεύει ἡ γυναίκα σου! Νά μιά γυναίκα, πού σπεύδει νά σώση τόν ἄντρα της ἀπό ἀνοσιούργημα. Γιατί δέν ἀκοῦς τή γυναίκα σου, Πιλᾶτε;

  • Tί νά Τόν κάνης τόν Χριστό, Πιλᾶτε; Νά Τόν δεχθῆς, ὄχι ὡς «λεγόμενον» Χριστόν, ἀλλ’ ὡς τόν πραγματικό Χριστό, ὡς Σωτῆρα τοῦ κόσμου!

  • Τί νά Τόν κάνης τόν Χριστό, Πιλᾶτε; Νά Τόν ἀγαπήσης! Νά Τόν ζυγίσης σωστά! Ἐσύ ζύγισες προτιμώντας τόν ἄγριο Βαρραβᾶ καί ὄχι τόν Ἅγιο Ἰησοῦν, τόν Θεάνθρωπο Κύριο! Τί κάνει ἡ πολιτική; Προτιμᾶ τό συμφέρον…

  • Τί νά Τόν κάνης τόν Χριστό, Πιλᾶτε; Τί ρωτᾶς τήν ὀχλοκρατία; ’Αφοῦ ξέρεις καλά, ὅτι «διά φθόνον παρέδωκαν αὐτόν»! Ἀπ᾽ τό φθόνο τό δικό τους γίνεται ὁ φόνος ὁ δικός σου!

  • Τί νά Τόν κάνης τόν Χριστό, Πιλᾶτε; Ἔκανες ὅ,τι ἔκανες!

  • Κάνε τώρα ὅ,τι ἔκανε τό ὄργανό σου, ὁ ἑκατόνταρχος. Κι αὐτός δέν ἦταν μαζί μέ σένα φονευτής τοῦ ’Αθώου; Τώρα εἶναι θαυμαστής Του. Μπορεῖς καί σύ νά γίνης, μά δέν σ’ ἀφήνει ἡ δειλία καί ἡ ἐξουσία!

  • Ἔκανες ὅ,τι ἔκανες! Κάνε τώρα ὅ,τι ἔκανε κι ἐκεῖνος. Γονάτισε μπροστά στόν Ἰησοῦ. Γονάτισε καί σύ, μά δέν σ’ ἀφήνει ὁ ἐγωισμός σου! Καί ὅπως ὡμολόγησε ἐκεῖνος, ὁμολόγησε καί σύ!

  • Καί τότε θά γίνης σάν τή γυναῖκα σου, τήν Πρόκλα. Ἐκείνη ἔγινε ἁγία, ἐσύ ἔμεινες μέ τό στίγμα τοῦ Χριστοκτόνου.

  • Τί κρῖμα! Νά μήν ξέρης καί σύ, φίλε μου, τί νά κάνης τό Χριστό! Νά Τόν ἀγαπήσης! Νά Τόν λατρέψης. Νά Τόν ὁμολογήσης. Νά Τόν ἀγκαλιάσης μές στά φυλλοκάρδια σου! Νά Τοῦ παραδοθῆς ὁλότελα! Καί νά Τοῦ πῆς καί σύ καί μεῖς καί ὅλος ὁ λαός: Μαζί Σου, Χριστέ, γιά πάντα!

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΟΣ

Σχολιάστε

«ΝΑ ΕΜΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΗΡΩΔΗ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 62-63,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             […] Ἀφοῦ προσκυνοῦμε τὸ μεγάλο τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως καὶ κυρίως ἀφοῦ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸν Ἡρώδη, ὅπως ἔκαναν οἱ Μάγοι. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι οἱ μάγοι «χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β´ 12).
.             Ἡ λέξη Ἡρώδης στὴν ἑβραϊκὴ γλώσσα σημαίνει τὸν δερμάτινο. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸ φρόνημα καὶ τὶς ἡδονὲς τῆς σαρκός. Ἀκόμη, πρέπει νὰ περιπαίξουμε τὸν νοητὸ διάβολο, ὁποῖος μᾶς ἐμποδίζει νὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ ἄλλη ὁδό, διὰ τῶν ἀρετῶν, στὴν χώρα μας, ποὺ εἶναι ὁ παράδεισος.
.             Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀπαιτεῖται μυστηριακὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή. Ὅσοι ζοῦν ἀσκητικά, ἀξιώνονται νὰ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστό, στὰ μυστήρια. Ὅταν ζῆ κανεὶς μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, τότε ζῆ πνευματικὰ τὰ γεγονότα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μέσα στὴν καρδιὰ καὶ γενικότερα σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του. Τότε, δὲν αἰσθάνεται τὰ γεγονότα ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἐσωτερικά. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος θὰ πῆ ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρίση τὴν καρδιὰ καὶ φωτισθῆ, τότε μέσα του δέχεται τὸν Χριστὸ καὶ καταλαβαίνει τὰ βρεφοπρεπῆ σκιρτήματά του. Ὁ Χριστὸς συλλαμβάνεται ὡς βρέφος μέσα του, γεννᾶται μὲ τὶς ἀρετές, καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος ζῆ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα στὴν ὕπαρξή του. Βέβαια, μόνο στὸν Χριστὸ ἑνώθηκε ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὑποστατικά. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεούμενος δέχεται στὴν φύση του τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι καταλαβαίνει πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη μέσα στὴν φύση του, τί εἶναι κένωση, τί εἶναι θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπέβλεπε στὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρέπει ὅμως νὰ θεωθῆ καὶ ἡ ὑπόσταση καθενὸς ἀπὸ μᾶς. Ἂν ἐμεῖς δὲν βρισκόμαστε στὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως, τότε γιὰ μᾶς εἶναι σὰν νὰ μὴν ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστός.

, , ,

Σχολιάστε

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΑ (ταπεινό) ΘΕΟ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

ΣΤΗ ΒΑΣΙ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

Ποιοί γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα; Οἱ ταπεινὲς καὶ ἁπλές ψυχές. Ὅλο τό μεγαλεῖο τό σερβίρει στὸ Χριστουγεννιάτικο πνευματικὸ τραπέζι μιὰ κόρη. Τὴν λένε Ταπείνωσι.
• Ὅποιος κυττάζει ψηλά, δὲν βλέπει τὴ σάρκωσι· βλέπει τὴν ὑπερηφάνεια…
Ὅποιος σκύβει χαμηλά, αὐτὸς βλέπει τὸν Ὑψηλὸ Θεό, πού ἔγινε ἄνθρωπος.
Ποῦ εἶσαι, Χριστέ;
Στὴ φάτνη, πού λέγεται ταπείνωσις. Ἐσύ ἔγινες ἄνθρωπος ταπεινός, γιὰ νὰ μπορέσω ἐγώ, ὁ μικρὸς καὶ ταπεινωμένος ἄνθρωπος, νὰ γίνω Θεός!
Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ταπεινός. Ὁ Ταπεινούμενος. Ὁ Ταπεινωθείς. Ποτὲ ὅμως δὲν ἔγινε καὶ δὲν εἶναι ὁ ταπεινωμένος! Μόνος Του σκύβει καὶ κατεβαίνει. Ἡ ἁμαρτία ποτὲ δὲν Τὸν ταπεινώνει καὶ δὲν Τὸν κατεβάζει.
Ἀπό ποιόν γεννήθηκες, Χριστέ;
Ἀπὸ μιὰ ταπεινὴ Κόρη. Ἡ Παρθένος Μαρία εἵλκυσε τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ταπείνωσί της. Πίστευε στὴν εὐτέλειά της, στὴν ἀναξιότητά της. «Ἐπέβλεψεν ἐπί τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ», λέει (Λουκ. α´ 48). Τί εἶμαι ἐγώ; Ἕνα τίποτε! Ἕνα μηδέν! Στὸ μηδὲν (Ο) ὅμως, ἡ ταπείνωσις, βάζει ἕνα (Υ) καὶ τὸ κάνει Οὐ-ρανό! Καὶ ἀκόμα τὸ μηδὲν, μὲ τὴν ταπείνωσι γίνεται Ω καὶ τήν κάνει Ὡραία. Ἡ μικρὴ Μαρία, μὲ τὴν ταπείνωσί της, δέχτηκε τὸν Οὐράνιο καὶ ἔγινε ἡ Ὡραία!
Ποῦ γεννήθηκες, Χριστέ;
“Μέσα στὴν ἄσημη, τὴν ταπεινὴ φάτνη”! «Καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι» (Λουκ. β´ 7). Φάτνη! Λιτότητα καὶ ἁπλότητα, ἀντίθεσις στὴν ὑπερηφάνεια τῆς πολυτέλειας. «Τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων; ἐν οἷς διέλαμψεν ὁ τῆς Θεότητός σου πλοῦτος…» (Ὑπακοή ὄρθρου Χριστουγέννων). Καταδέχτηκε νὰ γεννηθῆ μέσα σ’ ἕνα σταῦλο!
Σταῦλος καὶ Σταυρός, τὰ δύο ξενοδοχεῖα, πού φιλοξένησαν τὸν Θεάνθρωπο! Σπήλαιο καί σπάργανα. Οἱ ταπεινώσεις τοῦ Χριστοῦ. Μπῆκε στὴ σπηλιὰ τῆς ἁμαρτίας, γιὰ νὰ βγάλη στὸ Φῶς τῆς σωτηρίας τὸν ἄνθρωπο. Περιτυλίχτηκε σπάργανα, γιὰ νὰ δείξη ὅτι εἶναι ὁ τυλιγμένος ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύσι.
Πῶς γεννήθηκες, Χριστέ;
Ὡς βρέφος. Ὁ «Παλαιός τῶν ἡμερῶν» (Δαν. ζ´ 9) ἔδωσε σημεῖο παρουσίας μὲ τὴ βρεφοποίησι: «Τοῦτό ἐστι τὸ σημεῖον: Εὐρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον καὶ κείμενον ἐν φάτνῃ» (Λουκ. β´ 12).
Ὁ ἰσχυρὸς Θεὸς ἐφάνη βρέφος μικρὸ καὶ ταπεινό! Στὰ βρέφη κρύβεται καί τὸ μέλλον τοῦ κόσμου. Στὸ βρέφος τῆς Βηθλεὲμ ἀποκαλύπτεται ὁ Παντοδύναμος ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν αἰώνων!
Σέ ποιούς φανερώθηκες, Χριστέ;
Στὴν ταπείνωσι τῶν ποιμένων. Ἡ καλύτερη κεραία, πού συλλαμβάνει τά οὐράνια μηνύματα, εἶναι ἡ ταπείνωσις.
Γιατί ὁ ἄγγελος δὲν εὐαγγελίστηκε τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων στοὺς τρανοὺς καὶ μεγάλους τῆς γῆς;
Ἡ ὑπερηφάνειά τους εἶναι πυκνὴ νέφωσις. Οὔτε ἄγγελος δὲν μπορεῖ νὰ περάση ἀπό τα σύννεφα τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ νὰ μιλήση σὲ ὑπερφίαλα ὄντα. Εὐαγγελίζεται τὴ σάρκωσι, τὴ γέννησι τοῦ Θεανθρώπου, σὲ ἁπλές ψυχές.
Ἀνακοινώνει στὸν κόσμο τῆς ἁπλότητας, τῆς ταπεινώσεως καὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ μοναδικὸ μήνυμα: «Ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ» (Λουκ. β´ 10). Οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεὲμ ἦσαν ἀγραυλοῦντες. Ἀγρυπνοῦσαν, φύλαγαν καλὰ τὸ κοπάδι τους. Ὁ κόσμος κοιμᾶται, ὁ Οὐρανὸς ξαγρυπνᾶ! Μεσάνυχτα ἔχει ὁ κόσμος…
Διανυκτερεύει ὁ Θεός! Διανυκτερεῦον φαρμακεῖο τὸ σπήλαιο! Διανυκτερεύουν καί οἱ ἄγγελοι! Διανυκτερεύουν οἱ ποιμένες! Σήμερα δυστυχῶς οἱ χριστιανοὶ κοιμοῦνται, κι ὁ διάβολος μέ τὰ ὄργανά του ξαγρυπνοῦν…
Ποῦ θά βροῦμε, σήμερα, τὸν Χριστό;
Στὴν ταπεινὴ μορφὴ πού λαμβάνει. «Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων ἔλαβε δούλου μορφήν» (Φιλιπ. β´ 6). Στὴν παιδικότητα. «Ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπό σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. ια΄ 25).
Στὸ σχολεῖο τοῦ Χριστοῦ δὲν πηγαίνουν τύποι μὲ διανοητικὴ ὑπερπλασία, δηλαδή μὲ ὑπερηφάνεια, οὔτε τύποι μὲ καθυστέρησι, δηλαδὴ προσκολλημένοι σὲ νεκροὺς θρησκευτικοὺς τύπους. Φοιτοῦν ὅσοι ἔχουν φρόνημα ταπεινό. «Μακάριοι oἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε´ 3).
«Σημεῖο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη», λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος.
Πῶς θά ἀνεβῶ στὸν Χριστό;
Ὅταν κατεβῶ! Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ οὐράνια σκάλα. Κατέβηκε ὁ Θεός! «Ἐκένωσεν ἐαυτόν…» (Φιλιπ. β´ 7).
Κατάβασις τοῦ Θεοῦ σημαίνει συγκατάβασις, ὄχι μετάβασις (τοπικά). Γιὰ τὸν Θεὸ Λόγο, ἡ «σκάλα», ἡ ταπείνωσις, εἶναι οὐράνια. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ ταπείνωσις εἶναι σκάλα στὰ μέτρα του. Ἁπλούστατα, ξέρει τὰ μέτρα του ὁ ταπεινός. Ὅσο πιὸ σύμμετρη εἶναι ἡ σκάλα τῆς ταπεινώσεως, τόσο πιὸ πολὺ ἑλκύει ὁ ἄνθρωπος τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «ταπεινοῖς δίδωσι χαριν» (Ἰακ. δ´ 6).
Τί θέλω σήμερα, Χριστέ;
Θέλω τὴν ἡμέρα τῆς Γιορτῆς Σου, νὰ σκύψω νὰ Σέ προσκυνήσω, νὰ ἀσπαστῶ τὰ θεῖα Σου σπάργανα, πού τυλίχτηκες.
Θέλω καὶ κάτι ἀκόμα: Νὰ μὲ ντύσης μὲ τὰ σπάργανα τῆς ταπεινώσεως.
Νὰ σκύβω βαθειὰ καὶ νὰ θάβω τὸν ἐγωισμό μου. Νὰ σκύβω καὶ νὰ προσκυνῶ τὴ γέννησί Σου χωρὶς λογισμούς.
Νὰ σκύβω ὑποχωρώντας στοὺς συνανθρώπους μου. Νὰ σκύβω καὶ νὰ τούς διακονῶ.
Μάθε μας τὴν ταπείνωσι Ἐσύ, πού ἔκλινες Οὐρανοὺς καὶ κατέβης. Ἐσύ, ποὺ τυλίχτηκες τὰ σπάργανα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐσύ, ποὺ ἔκρυβες τὴ Θεότητά σου στὴ μορφὴ τοῦ δούλου. Ἐσύ, «ὁ Πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια´ 29).

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ καὶ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

«Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη».

Ὁμιλία τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱεροθέου στὸ Διορθόδοξο Συνέδριο μέ θέμα «Εὑρήκαμε τόν Μεσσίαν: Τό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στόν σύγχρονο κόσμο»[Συνδιοργάνωση Ἱ. Μητρ. Πατρῶν καὶ Ἵδρυμα «Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας τῆς Μόσχας, στό πλαίσιο τῶν Πρωτοκλητείων, Παρασκευή 17.11.2017 καί Σάββατο 18.11.2017]

.         Μιά ἀπό τίς βασικές φράσεις πού συνδέονται μέ τόν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο εἶναι ἡ φράση πού εἶπε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν Ἀπόστολο Πέτρο: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν· ὅ ἐστι ἑρμηνευόμενον Χριστός» (Ἰω. α΄, 42).
.         Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Πῶς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας κατάλαβε τήν λέξη Μεσσίας καί τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε; Πρόκειται γιά μιά μεσσιανική προσδοκία πού ὑπῆρχε στήν ἐποχή του μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, γιά τήν ἐμφάνιση ἑνός πολιτικοῦ ἄρχοντος γιά νά τούς ἐλευθερώση ἀπό τήν κυριαρχία στούς Ρωμαίους ἤ πρόκειται γιά τήν ἐμπειρική πίστη πού συνδέεται μέ τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό πού σαρκώθηκε;
.         Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἤδη πρίν πῆ αὐτήν τήν φράση παρευρισκόταν μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο πλησίον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τόν ἄκουσε νά λέγη γιά τόν Ἰησοῦ, «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α΄, 36) καί Τόν ἀκολούθησε. Σέ κάποια στιγμή «στραφείς ὁ Ἰησοῦς καί θεασάμενος αὐτούς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς∙ τί ζητεῖτε;». Ἐκεῖνοι ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. Ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί «ἦλθον οὖν καί εἶδον ποῦ μένει, καί παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τήν ἡμέραν ἐκείνην» (Ἰω. α´ 38-40).
.         Κατά τήν ἑρμηνευτική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἦταν μιά θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί οἱ δύο αὐτοί μαθητές παρέμειναν τήν ἡμέρα ἐκείνη μέσα στήν δόξα Του, καί κατάλαβαν ὅτι αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: «Πρός τούς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ στρέφεται ὁ Ἰησοῦς, καί δεικνύει αὐτοῖς τό ἑαυτοῦ πρόσωπον. Εἰ μή γάρ διά τῆς ἀγαθῆς πράξεως ἀκολουθήσῃς τῷ Ἰησοῦ, οὐκ ἄν φθάσῃς εἰς θεωρίαν τοῦ προσώπου Κυρίου, οὐδέ ἀπελεύσῃ πρός τήν παραμονήν αὐτοῦ, τοὐτέστιν, οὐ φθάσεις εἰς τόν τῆς θείας γνώσεως φωτισμόν· οἰκία γάρ τοῦ Χριστοῦ τό φῶς. “Φῶς γάρ, φησίν, οἰκῶν ἀπρόσιτον”. Ὁ γάρ τοι μή καθάρας ἑαυτόν, καί διά τῆς καθάρσεως ἀκολουθήσας, πῶς ἐν γνώσει φωτισθήσεται;».
Ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης ἔλεγε: «Οἱ δύο μαθητές τοῦ Προδρόμου, ὅταν ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, Τόν ρώτησαν “ποῦ μένεις;” (Ἰω. α´, 39). Αὐτό σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν τόν Χριστό νά δείξη τό διαμέρισμά Του; Ὄχι. Ἀλλά νά δείξη ποῦ μένει. Σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν οἱ Ἀπόστολοι τόν Χριστό νά ἀποκαλύψη τήν μονή Του, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπί μία ὁλόκληρη ἡμέρα συμμετεῖχαν αὐτοί οἱ Ἀπόστολοι στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὁπότε, ἔχουμε, δηλαδή, τήν πρώτη ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μετά τόν Πρόδρομο. Ὅπως ὁ Πρόδρομος εἶχε τήν ἐμπειρία αὐτή ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί οἱ Μαθητές Του ἔχουν τήν ἐμπειρία».
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε καί τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Ἔτσι πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ἑρμήνευσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν λέξη Μεσσίας.

.            Τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον καί ἀσχολήθηκαν οἱ βιβλικοί θεολόγοι, ἀλλά καί οἱ ἑρμηνευτές τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά Διαθήκη

.             Ἡ ἑβραϊκή λέξη Μεσσίας καί ἡ μεταγραμμένη λέξη στά ἑλληνικά Χριστός, δηλώνουν τόν κεχρισμένο, αὐτόν πού ἔχει χρισθῆ. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια στήν Παλαιά Διαθήκη Μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πού χρίεται ἀπό ἕναν Προφήτη. Στήν ἀρχή εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὅπως ὁ Σαούλ, ὁ Δαυίδ, πού χρίσθηκαν ἀπό τόν Σαμουήλ τόν Προφήτη, ἀλλά καί ἄλλοι Βασιλεῖς. Στήν συνέχεια ἡ λέξη Μεσσίας ἀναφέρεται στόν βασιλικό Μεσσία πού θά βασίλευε στόν Ἰσραηλιτικό λαό. Ἔτσι, ἡ βασιλεία ἀναφέρεται μέσα στούς θεοκρατικούς θεσμούς καί πάντα τονίζεται ὁ πολιτικός ρόλος του.
.             Μετά τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία πού δέν ὑπῆρχε Βασιλεύς, Μεσσίες, δηλαδή κεχρισμένοι, γίνονται οἱ Ἱερεῖς καί βασικά ὁ Ἀρχιερεύς γίνεται ἐπικεφαλῆς τῆς Ἰσραηλινῆς κοινότητος. Ὁ Ἀρχιερεύς χρίεται, τό ἴδιο καί οἱ Ἱερεῖς καί αὐτοί εἶναι κεχρισμένοι Κυρίου.
.             Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχαν μερικοί κύκλοι πού περίμεναν στούς ἐσχάτους καιρούς τήν ἔλευση δύο Μεσσιῶν, ὁ ἕνας Μεσσίας θά εἶναι ὁ Ἱερεύς, πού ἔχει τήν πρώτη θέση, καί ὁ ἄλλος Μεσσίας θά εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος θά ἔχη τίς ἐγκόσμιες φροντίδες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στόν βασιλικό Μεσσία, μερικοί δέ κύκλοι περίμεναν τόν ἱερατικό Μεσσία. Ἑπομένως, φαίνεται ὅτι ὅλα τά χωρία στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται στό ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ἄνθρωπος πού χρίεται.
.             Παράλληλα, ὅμως, στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος καί γιά τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, πού εἶναι Θεός καί ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες μέσα στήν δόξα Του, ἀλλά φαίνεται ἡ σαφέστατη διαφορά μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου ἐπίγειου Μεσσία καί τοῦ Ἄσαρκου Λόγου, τοῦ Γιαχβέ πού εἶναι ἀληθινός Θεός. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, δέν ἦταν Μεσσίας, δηλαδή Χριστός, ἀλλά ἦταν τό χρίσμα, διά τοῦ ὁποίου ἐχρίονταν οἱ Μεσσίες-ἄνθρωποι.
.             Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ οἱ Μαθητές Του, βλέποντας τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουν ὅτι στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν τά δύο ὀνόματα, ὁ Κύριος τῆς δόξης, δηλαδή ὁ Γιαχβέ, καί ὁ Μεσσίας. Τό πρῶτο (Κύριος τῆς δόξης) δηλώνει τήν θεία φύση, τόν ἀληθινό Θεό, τό δεύτερο (Μεσσίας) δηλώνει τήν ἀνθρώπινη φύση πού χρίσθηκε ἀπό τήν θεία φύση.
.             Ἔτσι, ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση τῆς δόξης Του, πού ἀξιώθηκε νά δῆ προηγουμένως στήν πρώτη κλήση του στό Ἀποστολικό ἀξίωμα, δηλώνει ὅτι ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, πού ἦταν τό Χρίσμα μέ τό ὁποῖο χρίονταν οἱ Βασιλεῖς καί οἱ Ἀρχιερεῖς-Ἱερεῖς, ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Γιαχβέ καί Κύριος τῆς δόξης ἔγινε Χριστός, δηλαδή χρίσθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση τήν ὁποία προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία Θεοτόκο.
.             Ἄλλωστε, ὁ Χριστός ἀμέσως μετά τό περιστατικό πού ἔγινε μέ τόν Ἀνδρέα καί τόν Ἰωάννη στήν ἀπάντηση τοῦ Ναθαναήλ «Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» εἶπε: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 50-52).
.             Ἔτσι, τώρα στήν Καινή Διαθήκη ἑνώνονται τά δύο ὀνόματα, ἤτοι τό ὄνομα Χριστός καί τό ὄνομα Κύριος (Λουκ, β´ 11. Β´ Κορ. δ´, 5 κ.ἑξ.), καί γίνεται λόγος γιά τό «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. ιε´, 26). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁμιλήση γιά τόν Χριστό, πού σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε καί ἔχει μεγάλη δόξα, γι’ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Χριστός Ἰησοῦς, ὁ Κύριος ἡμῶν (Α´ Κορ. ιε´, 12- 34).

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Καινή Διαθήκη, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας

.             Προηγουμένως εἴδαμε πῶς ἡ λέξη Μεσσίας-Χριστός πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά συγχρόνως εἴδαμε ποιά ἦταν ἡ πίστη πού εἶχαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γιά τόν Χριστό. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος Μεσσίας, πού συνδέεται μέ τήν βασιλική καί ἱερατική ἐξουσία τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά εἶναι τό Χρίσμα, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός στόν ὁποῖο ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, στό πρόσωπό Του.
.             Αὐτό ἐκφράσθηκε καθαρά ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἑρμήνευσαν τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη στήν προσπάθειά τους νά ἀντιμετωπίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονταν στήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τούς Ἰουδαΐζοντας, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν τόν Μεσσία εἴτε ὡς πολιτικό Ἄρχοντα-Βασιλέα, εἴτε ὡς Ἱερέα-Ἀρχιερέα, τελικά ὅμως ὡς πολιτικό ἐλευθερωτή.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, θεολόγησαν γιά τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁμολόγησαν γιά τόν Χριστό ὅτι εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀναπτύσσοντας ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη καί ὁμολογία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως καταγράφηκε στά κείμενά τους καί περιελήφθησαν στήν Καινή Διαθήκη.
.             Θά ἤθελα, ὅμως, στήν συνέχεια νά παρουσιάσω τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τόν Μεσσία στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, γιατί αὐτός γνώριζε πολύ καλά τήν προτεσταντική βιβλική ἑρμηνευτική παράδοση, ἀλλά γνώριζε ἀκόμη περισσότερο ὅλη τήν πατερική παράδοση γιά τό θέμα αυτό.
.             Δίδασκε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Στήν Παλαιά Διαθήκη τό ὄνομα Μεσσίας φαίνεται πέντε φορές στό Λευϊτικό μόνο. Φαίνεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περί ἐπιγείου ἀνθρώπου, δηλαδή ὁ κεχρισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει τό χρίσμα, τίποτα ἄλλο. Βέβαια ὁ Χριστός χρίσθηκε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι τό χρίσμα, δηλαδή ὁ Λόγος εἶναι τό χρίσμα. Ὁπότε, ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τοῦ χρίσματος, διότι εἶναι τό χρίσμα καί εἶναι καί Χριστός, δηλαδή κεχρισμένος. Εἶναι τό χρίσμα ὡς Θεός καί χρισμένος ὡς ἄνθρωπος. Ἔχει αὐτήν τήν διπλή πάντοτε ἰδιότητα ὁ Χριστός».
.             «Ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἀναφέρεται στόν Χριστό, δέν ἀναφέρεται στόν Χριστό ὡς Μεσσία. Καί ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ περί Μεσσία, υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐξ ἐπόψεως ἑτεροδόξου. Ἔχουν κοσκινίσει ὅλα τά χωρία περί Χριστοῦ, Μεσσία στήν Παλαιά Διαθήκη. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν πῶς αὐτός ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος – μεσσίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν Καινή Διαθήκη ἐμφανίζεται ὡς προϋπάρχων καί ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στήν χριστιανική παράδοση.
.             Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ χριστός εἶναι ὁ μεσσίας, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χρίεται. Καί μεσσίες στήν Παλαιά Διαθήκη λέγονται καί οἱ Προφῆτες καί οἱ διάφοροι ἀρχηγοί τοῦ Ἰσραήλ κ.ο.κ. Γιατί εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι κεχρισμένος ἀπό τόν Θεό γιά μιά ὁρισμένη ἀποστολή. Ἐάν θέλουμε πραγματικά νά δοῦμε τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως τόν γνωρίζουμε στήν χριστιανική παράδοση, δέν θά ψάξουμε στά χωρία περί Μεσσία, ἀλλά στίς θεοφάνειες στήν Παλαιά Διαθήκη».
.             «Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση∙ εἶναι μόνον ὁ Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού λέγεται στήν Παλαιά Διαθήκη Κύριος τῆς δόξης καί Γιαχβέ. Εἶναι Ἄγγελος Κυρίου, Ἄγγελος τῆς δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες».
.             «Τό ὄνομα Χριστός ἀναφέρεται στήν ἀνθρωπίνη φύση καί εἶναι ὁ κεχρισμένος. Ὁπότε, ὁ Λόγος, πρίν ἀποκτήσει ἀνθρωπίνη φύση, δέν εἶναι ὁ Λόγος κεχρισμένος. Ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Λόγος εἶναι τό Χρίσμα. Ὁ Θεός εἶναι τό Χρίσμα. Γιατί μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ τήν ἄκτιστη χρίεται ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρίεται δέν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χρίεται.
.             Καί ἐπειδή ὁ Λόγος ὡς ἄνθρωπος ἐχρίσθη, ἄν καί εἶναι καί πηγή τοῦ χρίσματος συγχρόνως καί κεχρισμένος, καί αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, ὅτι τό κατά φύση χρίσμα, χρίει τόν ἑαυτό Του ὡς ἄνθρωπο. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔχει χρίσμα κατά χάρη. Ἔχει κατά φύση τό χρίσμα. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ κατά φύση κεχρισμένος. Αὐτή εἶναι ἡ πιό βασική διαφορά μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης».
.             Ἔτσι ὑπάρχει μιά βασική παρερμηνεία ὡς πρός τό ὄνομα Μεσσίας-Χριστός τόσο στούς Ἑβραίους ὅσο καί στούς βιβλικούς ἑρμηνευτές πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Προτεστάντες.
.             «Οἱ Ἑβραῖοι προτίμησαν τόν Χριστό νά τόν βλέπουν ὡς Μεσσία, ὁ ὁποῖος ἀνήχθη σέ Θεό, δηλαδή. Ἀλλά δέν λέει ἡ Καινή Διαθήκη ὅτι ὁ Μεσσίας ἔγινε Θεός· λέει ὅτι ὁ Θεός ἔγινε Μεσσίας, δηλαδή αὐτός ὁ Κύριος τῆς δόξης, αὐτός ἔγινε Μεσσίας καί γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο».
.             «Οἱ δογματικοί προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν πῶς ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει μέσα περί Ἁγίας Τριάδος πού δέν ἔχει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Φαντάσθηκαν μερικοί τήν θεωρία ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπάρχει ἐπίγειος Μεσσίας, ἐνδοκοσμικός Μεσσίας, μετά κάπου μέσα στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἐμφανίζεται ἕνας οὐράνιος Μεσσίας καί γίνεται μεγάλη συζήτηση πότε ἐμφανίζεται ὁ Μεσσίας στήν ἑβραϊκή παράδοση. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι εἶναι ὁ “Παλαιός τῶν ἡμερῶν” τοῦ Δανιήλ δηλαδή, καί αὐτός ὁ δανιήλειος Μεσσίας μπῆκε στήν Καινή Διαθήκη καί ἀναδείχθηκε οὐράνιος Μεσσίας κλπ.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔβλεπαν στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Χριστό ὡς Μεσσία, ἀλλά ὡς τόν Κύριο τῆς δόξης, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου πού ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες, ὁπότε ὁ Προφήτης βλέπει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό ἐν τῷ Ἀγγέλῳ δηλαδή, καί αὐτός ὁ Ἄγγελος εἶναι ὁ Χριστός».
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν διαφορετικά πράγματα, καί ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, ἀπό τούς βιβλικούς θεολόγους πού ἐπηρεάσθηκαν ἀπό προτεσταντικές παρερμηνεῖες.
.             «Ὅταν οἱ Πατέρες διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν ψάχνουν κανέναν Μεσσία γιά νά ταυτίσουν τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁπότε, δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ὑπάρχη κανένας ὑπερβατικός, οὐράνιος Μεσσίας, ὅπως ψάχνουν ὁρισμένοι ἐσχατολόγοι πού ἦρθαν ἀπό τήν Ἀμερική σπουδαγμένοι, γιά νά μᾶς μάθουν αὐτήν τήν μέθοδο. Ἐμεῖς τήν μαθαίνουμε αὐτήν τήν μέθοδο ἀπό πιτσιρίκια στήν Ἀμερική».
.             «Λοιπόν, αὐτή εἶναι μιά ἑρμηνεία, πού βέβαια εἶναι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε φορά πού ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σέ Προφήτη, ἔχουμε ἐδῶ θεοπτία».
.             Ἀπό ὅλα αὐτά ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ἐκεῖνος πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες ἦταν τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὄχι ὁ Μεσσίας, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναφερόταν στούς ἀνθρώπους, στόν ἐπίγειο βασιλέα, καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα πού ἐχρίοντο. Ὁ Ἄγγελος Κυρίου ὡς Θεός εἶναι τό Χρίσμα πού ἔχριε τόν Βασιλέα καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα. Ἔτσι, ὁ Ἄγγελος Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη σαρκώθηκε, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔχρισε, ὁπότε ἔγινε Χριστός. Ἀλλά καί ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη εἶναι κατά φύση Χριστός καί ὄχι κατά Χάρη.
.             Συνεπῶς, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μέ τήν γνωστή φράση του «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», πού τήν εἶπε ὕστερα ἀπό τήν ἐμπειρική ἀποκαλυπτική θεωρία πού εἶχε, δέν ἐννοοῦσε ὡς Μεσσία τόν ἐπίγειον ἄνθρωπο καί Ἀρχιερέα, ἀλλά τόν Ἄγγελο Κυρίου, τόν Γιαχβέ, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἔγινε Μεσσίας μέ τήν ἐνανθρώπηση.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ὁ πρῶτος Ἀπόστολος πού πέρασε ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη καί ἀργότερα μέ τήν σταύρωση καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν Πεντηκοστή βεβαιώθηκε ἀκόμη περισσότερο γι’ αὐτό. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιά τό ὅτι ἔγινε μάρτυρας γιά τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Κύριο τῆς δόξης πού ἐνηνθρώπησε, ἀφοῦ τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας-θέας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Δυστυχῶς, στήν σύγχρονη ἐποχή, οἱ ἄνθρωποι στήν πλειοψηφία τους, δέν δέχονται τόν Χριστό ὡς Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλά ἀναζητοῦν ἄλλους Μεσσίες πού δέν χρίονται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τήν φιλοσοφία, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομολογία, τούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τίς λεγόμενες «ἀγορές τοῦ χρήματος», πού ὅλα αὐτά εἶναι σάν μιά ὀργανωμένη θρησκεία μέ τό ἰδιαίτερο «ἱερατεῖο» της, τούς «λειτουργούς» της, τό «εὐαγγέλιό» της καί τούς «ναούς» της, πού εἶναι οἱ τραπεζίτες καί τά κέντρα τοῦ χρήματος. Ἔχει ἐκβληθῆ ὁ Χριστός ἀπό τήν ζωή πολλῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν σήμερα στόν πλανήτη τῆς γῆς.
.             Ἀλλά καί σέ πολλούς θρησκευτικούς καί Χριστιανικούς κύκλους, Ὀρθοδόξους καί μή, δέν γίνεται ἀποδεκτός ὁλοκαρδίως ὁ Ἄσαρκος Λόγος πού ἔγινε Θεάνθρωπος Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, ἀλλά ἀνυψώνουν ἄλλους μεσσίες, γι’ αὐτό καί δημιουργοῦνται διενέξεις, προβλήματα, διαιρέσεις, πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί διαιροῦν τόν Χριστιανικό κόσμο στήν Δύση.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μᾶς διδάσκει σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ τόν μοναδικό Μεσσία.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ, ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ἕνας Κύριος, μία Ἐκκλησία, ἕνα Εὐαγγέλιο

 Τοῦ Περιοδ. “Ὁ Σωτήρ”,
ἀρ. τ. 2163, 15.10. 2017

.           Τό μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ σωτηρία ποὺ δίνει αὐτὴ στοὺς πιστούς.
.           Πάντοτε λοιπόν, ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὴ σωτηρία ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ἀπαραίτητα πρέπει νὰ ἀναφέρουμε καὶ τὴν ἀλήθεια ὅτι αὐτὴ ἡ σωτηρία βιώνεται καὶ ἐπιτυγχάνεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.           Πρωτίστως, πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅτι «δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ σωτηρία, οὔτε ὑπάρχει ὄνομα τὸ δεδομένο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὸ ὁποῖο σωζόμαστε, παρὰ μόνο τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» (Πράξ. δ´ 12). Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁμολογοῦμε εὐθαρσῶς ὅτι μόνο διὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σώζεται ὁ ἄνθρωπος. «Ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία», λέγει ὁ ἅγιος Κυπριανός, Ἐπίσκοπος Καρθαγένης.
.           Αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ δια­κηρύσσεται σὲ ὅλους τοὺς τόνους, διότι πολλοὶ λέγουν ὅτι πιστεύουν στὸν Χριστὸ καὶ «θρησκεύουν» μὲ ἕνα δικό τους ἰδιαίτερο τρόπο. Ἀναπτύσσουν μία ἰδιόρρυθμη σχέση μὲ τὸν Κύριο, συναισθηματική, φιλοσοφική, ἐ­­θιμοτυπική, λαϊκὴ καὶ ἀφήνουν στὴν ἄκρη καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Ξεχνοῦν τὴ θεία ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ´ [14] 6). Ἑρμηνεύουν τὸ ἅγιο παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἰδεολογία τους… Προσ­­αρμόζουν «στὰ μέτρα τους» τὶς ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουν ἐξασφαλισμένη τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.           Γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο», ὅπως λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (α´ 17). Αὐτὴ ὅμως ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βρίσκεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ ἡ μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου ἐπαναπαύεται πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα τῶν Ὀρθοδόξων Ναῶν. Δὲν μπορεῖ ἑπομένως νὰ ζεῖ κάποιος ἐκτὸς Ἐκκλησίας – ἐν γνώσει του καὶ μὲ ἐπιλογή του – καὶ νὰ σωθεῖ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας. Μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει κάποιος τὸ Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθεῖ τὰ ἴχνη Του, ἐφαρμόζει τὶς ἐντολές Του, κατανοεῖ τὸν λόγο Του, καθαίρεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του, κληρονομεῖ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.           Αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας, ποὺ χορηγεῖ ὅλα αὐτὰ τὰ θεῖα δωρήματα, εἶναι μετὰ πάσης βεβαιότητος ἡ Ὀρθόδοξη. Δὲν ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες, ὅπως καὶ δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ «Χριστοί», πολλὲς Κεφαλές, πολλὰ Εὐαγγέλια. «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα», λέγει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφ. δ´ 5). Οἱ λεγόμενες καταχρηστικὰ καὶ τεχνικὰ “Ἐκκλησίες” εἶναι αἱρέσεις καὶ ἀνθρώπινες ἀπόψεις, ποὺ ἀπὸ τὸ ὅλο Εὐαγγέλιο διάλεξαν καὶ ἀπομόνωσαν ἕνα μέρος, ἕνα ἀπόσπασμα ἢ νόθευσαν καὶ ἀλλοίωσαν τὸ ὄλο μὲ παρερμηνεῖες.
.           Βασικὴ ἀσφαλῶς προϋπόθεση γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ πίστη. Τί εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ πίστη; Εἶναι σχέση ἐμπιστοσύνης, ἀγάπης καὶ ἀκολουθίας τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ἀποδοχὴ τῶν θείων ἀληθειῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπακοὴ στὶς ἅγιες ἐντολές Του. Αὐτὸς ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἀσφαλῶς δὲν θὰ πέσει ἔξω. Ἔχει ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεωρητικὴ πίστη καὶ τὴν ἔμπρακτη καθημερινὴ ἐφαρμογή. Ἡ ἀλήθεια δηλαδὴ τῆς πίστεως συνοδεύεται ἀπὸ τὴ Μυστηριακὴ ζωὴ καὶ τὸν προσωπικὸ ἀγώνα καὶ ἁγιασμό.
.           Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ γνωρίζουμε ὅτι ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ καὶ ἡ εἴσοδος στὴν Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀρχίζουν μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε στοὺς ἁγίους Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. ιϛ´ [16] 15-16).
.           Ἂς δοξάσουμε λοιπὸν τὸν Ἅγιο Θεό, ὁ Ὁποῖος εὐδόκησε διὰ τῶν γονέων μας καὶ τῶν ἀναδόχων μας νὰ μᾶς κάνει μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Του. Ἂς κρατήσουμε τὴν Πίστη τοῦ Εὐαγγελίου ἀναλλοίωτη στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας καὶ ἄς μείνουμε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἀρχηγὸ καὶ Τελειωτὴ τῆς Πίστεώς μας Ἰησοῦ Χριστὸ μέχρι τῆς ἐσχάτης ἀναπνοῆς μας.

 

, ,

Σχολιάστε