Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ἢ ΟΧΙ; Καὶ ποιά ἔννοια εἶχαν οἱ πειρασμοί Του;

ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ἢ ΟΧΙ;

Ἀνδρέου Θεοδώρου,
Καθηγ. Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ
«Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα Δογματικά»,
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος»

.           Ὡς γνωστόν, στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία εἶχαν διαμορφωθεῖ καὶ λειτουργήσει δύο διαφορετικὲς θεολογικὲς σχολές, ἡ ἀλεξανδρινὴ καὶ ἀντιοχειανή. Ἡ πρώτη, ἐπηρεαζόμενη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία (κυρίως τὸν Πλατωνισμὸ) ἀσκοῦσε θεωρητικὴ θεολογία, ἑρμήνευε ἀλληγορικὰ τὶς Γραφὲς καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόνιζε τὴ θεία φύση, ἀφήνοντας στὸ περιθώριο τὴν ἀνθρώπινη. Ἡ δεύτερη, ἐμφορούμενη ἀπὸ τὸ πρακτικό, πραγματιστικὸ καὶ κριτικὸ πνεῦμα τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἀσκοῦσε θεολογία πρακτικὴ καὶ κριτική, ἑρμήνευε τὶς Γραφὲς μὲ τὴν ἱστορικὴ κριτικὴ μέθοδο καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου τόνιζε κυρίως τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐγκαταλείπουσα στὴ σκιὰ τὴ θεία.
.           Οἱ τάσεις αὐτὲς εἶχαν καὶ συνέπειες. Σὲ ἀκραῖες τοποθετήσεις, ἀπὸ μὲν τὴν ἀλεξανδρινὴ σχολὴ προῆλθαν οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀπολλιναρίου, ἐπισκόπου Συρίας τῆς Λαοδικείας (ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶχε λογικὸ νοῦ), τῶν Μονοφυσιτῶν (ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν μόνον Θεός, διότι ἡ ἀνθρώπινή του φύση εἶχε ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ τὴ θεία), τοῦ μονοθελητισμοῦ καὶ μονοενεργητισμοῦ (δίδασκαν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε δύο φυσικὰ θελήματα καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες, ἀλλὰ μία μόνο)· ἀπὸ δὲ τὴν ἀντιοχειανὴ Σχολή, προῆλθε κυρίως ὁ Νεστοριανισμὸς (ὁ Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διασποῦσε τὸ ἑνιαῖο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δεχόμενος δύο φυσικὰ πρόσωπα, ἐνούμενα στὸ ἕνα ἠθικὸ πρόσωπο τῆς ἑνώσεως, δεχόταν ἐξωτερικὴ καὶ χαλαρὴ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων καὶ τὸ δυνατόν της ἁμαρτίας στὸ Χριστό, ποὺ τονίζοντας κυρίως ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δεχόταν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐνοχλεῖτο ἀπὸ κακὲς ἐπιθυμίες καὶ ψυχικὰ πάθη καὶ ὅτι τελειοποιήθηκε  βαθμηδὸν κατόπιν ἠθικοῦ ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας).
.           Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη λυδία λίθος ἐξιχνιάσεως τῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων καὶ καθορισμοῦ τῆς ἀλήθειας τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν φύσεων. Στὸ Χριστὸ ὑπῆρχαν δύο πλήρεις καὶ τέλειες φύσεις, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη. Ὁ Χριστὸς ἦταν πλήρης καὶ τέλειος Θεός. Μὲ τὴν πρόταση αὐτὴ καταπολεμοῦνται ἀμέσως ὅλες οἱ αἱρέσεις ἐκεῖνες ποὺ ἠρνοῦντο τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ-Λόγου (δυναμικοὶ μοναρχιανοί, υἱοθετιστές, Ἀρειανοὶ κ.α). Ἦταν ὅμως καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Εἶχε σῶμα καὶ ψυχὴ λογική. Εἶχε ὅλα τὰ ἀδιάβλητα πάθη τῆς φύσεως (πείνα, δίψα, κάματο, ψυχικὲς συγκινήσεις κ.λ.π.) χωρὶς ἁμαρτία. Εἶχε δὲ δύο φυσικὰ θελήματα (γνωμικὸ ἀνθρώπινο θέλημα δὲν εἶχε) καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες.
.           Μὲ τὶς προτάσεις αὐτὲς πλήττονται εὐθέως οἱ αἱρέσεις ἐκεῖνες ποὺ δὲν δέχονταν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πληρότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Κυρίου (Ἀπολλιναρισμός, Μονοφυσιτισμός, Μονοθελητισμός, Μονοενεργητισμός). Οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκαν ὑποστατικῶς, δηλαδὴ στὸ πρόσωπο καὶ τὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶχε δικό του φυσικὸ πρόσωπο, δικό του ἐγώ. Αὐτὸ ἐγγυᾶται ἡ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» ἕνωση τῶν φύσεων. Δηλαδή, μόλις συνελήφθη ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴ μήτρα τῆς Παρθένου, τότε ἀκριβῶς ἑνώθηκε μαζί της ἡ θεία φύση. Ὁ Χριστὸς δὲν πρόλαβε νὰ ζήσει, ἔστω καὶ μία χρονικὴ στιγμή, ἔξω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων, ὡς ἄνθρωπος ἀνεξάρτητος καὶ ξεχωριστός, ἔχων ἴδιο προσωπικὸ ἐγώ. Ἡ ἀνθρώπινη φύση του ἦταν ἀνυπόστατη, ἀπρόσωπη.
.           Ὡς πρόσωπον αὐτῆς ἔλαβε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸ ὁποῖον ἦταν ὁ φορέας καὶ τ νιαο γεμονικ γ τν δύο του φύσεων. (Γιὰ νὰ στηρίξει τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ὁ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος χρησιμοποίησε τὸν φιλοσοφικὸ ὅρο «ἐνυπόστατον», ποὺ σημαίνει φύση, ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ ὑφίσταται σὲ μία ἄλλη φύση: ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴ θεία). Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων ἦταν ἕνωση πραγματικὴ καὶ ἀληθινή, καὶ ὄχι χαλαρὴ καὶ ἠθικὴ ἢ «κατὰ γνώμην» καὶ «εὐδοκίαν», ὅπως δογμάτιζε ὁ Νεστόριος. Ἡ ἕνωση αὐτή, καθὼς καὶ ἡ ἀπορρέουσα ἀπ’ αὐτὴ κοινοποίηση ἢ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων (Communicatio idiomatum), δὲν γίνεται ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν φύσεων (τοῦτο θὰ ἐπέφερε σύγχυση αὐτῶν καὶ θὰ ὁδηγοῦσε στὸ Μονοφυσιτισμό), ἀλλὰ στ νιαο πρόσωπο (τ νιαο γ) το Χριστο. Στὸν ἕνα Χριστό, τὸν Θεάνθρωπο, θεοποιήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ὄχι στὴν ἕνωσή της ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴ θεία φύση. Ὅπως καὶ ὁ Θεὸς ἔπαθε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ «σαρκί», λόγῳ τῆς ἑνότητας τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι καθ’ ὃ Θεὸς (ἡ θεία φύση εἶναι ἀπαθής). Χριστς παθε ς Θες συγχρόνως κα ς νθρωπος ατός.
.           Ἂς ἔλθουμε τώρα καὶ στὸ κρισιμότερο σημεῖο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ἀναμάρτητος καὶ ἂν ναί, ποιά ἡ φύση τῆς ἀναμαρτησίας του; Ὅτι ὁ Χριστὸς ἔζησε στὴ γῆ χωρὶς νὰ ἁμαρτήσει (ἐμπειρικὴ ἀναμαρτησία) εἶναι τόσο βέβαιο, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἀπὸ κανένα («Ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἐστιν» Α´ Ἰω. γ´ 5. «Ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» Α´ Πέτρ. β´ 22. «πεπειρασμένον κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας» Ἑβρ. δ´ 15). Μποροῦσε ὅμως νὰ ἁμαρτήσει ὁ Σωτήρας; Τὸ ἐρώτημα ἀγγίζει τὴν ὀντολογικὴ ἀναμαρτησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία διατυπώνεται ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει καὶ δὲν ἁμάρτησε (potuit peccare) ἢ δὲν μποροῦσε διόλου νὰ ἁμαρτήσει (non potuit peccare); Κατ τος ερος Πατέρες Χριστς δν μποροσε ν μαρτήσει. Τοῦτο δέ, ὄχι τόσο ἕνεκα τῆς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου συλλήψεώς του καὶ τῆς ἀπουσίας ἐξ αὐτοῦ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος (καὶ ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχε προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ὅμως ἁμάρτησε), ὅσο νεκα τς ποστατικς νώσεως τν φύσεων. Ὅπως εἴπαμε, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε προσωπικὸ ἐγώ, ποὺ εἶναι ὁ φορέας τῆς ἁμαρτίας. Τὸ ἐγώ του ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ ἕνας Χριστὸς ἤθελε καὶ ὡς Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος. Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει, εἶναι σὰν νὰ λέγαμε, ὅτι ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει, ὑπόθεση ἀσεβὴς καὶ βλάσφημη. Καὶ εἶναι μὲν ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος, ὡς πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος, εἶχε ἀκέραιο τὸ φυσικό του θέλημα, ποὺ εἶναι ἀναφαίρετη ἰδιότητα κάθε λογικῆς φύσεως. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ θέλημά του αὐτὸ δὲν ἦταν ἀπολελυμένο καὶ ἄσχετο (γνωμικὸ θέλημα), ἀλλ’ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἑνωμένο ὑποστατικὰ μὲ τὸ θέλημα τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθοῦσε ἀβίαστα καὶ ὑποτασσόταν —θεοποιηθέν— στὸ πανσθενὲς τοῦτο θεῖο θέλημα (ϛ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος). Ἂν δὲ πάλιν ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἐγωκεντρικὴ ἀπομάκρυνση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, τοῦτο μὴ ὑπάρχον στὴ θεωμένη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, καθιστᾶ τὴν ἁμαρτία ὅλως ἀδύνατη στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Σωτήρα.
.             Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα ἀρκετὰ σημαντικό. ν Χριστς δν μποροσε νμαρτήσει, τότε ποιά ννοια εχαν ο πειρασμοί του, γιὰ τοὺς ὁποίους μᾶς μιλᾶ ἡ Γραφή; Ἦταν πραγματικοὶ πειρασμοί, ἢ κατ’ ἐπίφαση μόνο καὶ κατὰ δόκηση; Ἐδῶ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ἐπειδὴ οἱ πειρασμοὶ τοῦ Χριστοῦ ἦταν στὴ βάση τους πειρασμοὶ ἐξωτερικοὶ (δὲν προέρχονταν δηλ. ἀπὸ μολυσμένο ἐσωτερικὸ βάθος τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Κυρίου, ὅπως δεχόταν ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας) μὲ ἀποκλειστικὸ εἰσηγητὴ τὸ διάβολο, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ὑποτίμηση τῆς πραγματικότητας τῶν πειρασμῶν τοῦ Σωτήρα. Ὁ Χριστὸς ἔζησε στὴν ἀλήθεια της τὴν ἱστορική Του στιγμή, χωρὶς ὅμως ἁμαρτία. Δοκιμάσθηκε πραγματικά, ὄχι διότι ἐνοχλεῖτο ἀπὸ πάθη ἁμαρτωλὰ καὶ εἶχε ἀμφιταλάντευση θελήματος καὶ κακῶν λογισμῶν καὶ ἐπιθυμιῶν (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἀλλὰ μόνο στὸ χῶρο τῶν ἀδιαβλήτων τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του παθῶν. Ὅταν, λ.χ., λίγο πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, ἀπωθοῦσε μὲ ἱκεσία πρὸς τὸν Πατέρα του τὸ πικρὸ ποτήρι τοῦ θανάτου («πάτερ μου, εἰ δυνατὸν ἔστιν, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» Ματθ. 26, 39), δοκιμασία ατ το Κυρίου ταν πραγματική, φειλόμενη στ φυσικ ποτροπιασμ τς ψυχς νώπιον τῆς φρικαλεότητας το θανάτου. Ἢ ὅταν στὴν ἔρημο, μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία του, πείνασε, ἡ πείνα ἦταν πραγματική, τὴν ὁποίαν ἐκμεταλλεύτηκε ὁ διάβολος, γιὰ νὰ πειράσει καὶ νὰ ὑποσκελίσει τὸν Ἰησοῦν. Τὰ παραδείγματα μποροῦν νὰ πολλαπλασιασθοῦν. Ἔχουμε, λοιπόν, πειρασμοὺς ἐξωτερικοὺς μέν, πλὴν ὅμως πραγματικούς, τοὺς ὁποίους ὁ Σωτήρας εὐχερῶς ἀπέκρουε καὶ κατανικοῦσε. Ἄλλωστε εἶναι δίδαγμα πατερικὸ καὶ τὸ ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἄφηνε σὲ ὁρισμένες στιγμὲς γυμνὴ καὶ ἔκθετη τὴν ἀνθρώπινη φύση του, γιὰ νὰ παλέψει μόνη της τὸν σατανᾶ, στε νίκη κατ το πειρασμο, πο λλοτε εχε νικήσει τν νθρωπο (δάμ), ν προέλθει π τν νθρωπο, ν εναι δηλαδ νίκη δίκαιη κα πραγματική. Διότι, ἂν ὁ Θεὸς μόνος του νικοῦσε τὸ διάβολο, θὰ μειωνόταν σημαντικὰ ἡ νίκη αὐτὴ καὶ ὁ διάβολος θὰ εἶχε κάποια δικαιολογία γιὰ τὴν ἥττα του, ὅτι δηλαδὴ νικήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπο. Διὰ τῶν παθημάτων καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν τελειώσεώς του εἰς ὑπακοὴν ὁ Χριστὸς ἔγινε αἴτιος σωτηρίας δι’ ὅλους τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτὸν ἀνθρώπους (Ἑβρ. 5, 7-9). Οἱ πειρασμοὶ ἑπομένως τοῦ Κυρίου δὲν ἦσαν πειρασμοὶ ἠθικοί, ἐξυπακούοντες τὴ δυνατότητα ἁμαρτίας καὶ πτώσεως τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον φυσικοὶ καὶ δοκιμασίες τοῦ Κυρίου στὸ χῶρο τῶν ἀδιαβλήτων τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του παθῶν, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Σωτήρας, ἀγωνιζόμενος καὶ προκόπτων εἰς ὑπακοή, ἔγινε πρότυπο μιμήσεως καὶ αἴτιος σωτηρίας διὰ τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτό.
.                     Κατακλείοντας σὰν συμπέρασμα παρατηροῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔφερε καὶ τὴν ἐμπειρικὴ καὶ τὴν ὀντολογικὴ ἀναμαρτησία. Δὲν ἁμάρτησε, ἀλλ’ οὔτε μποροῦσε ν’ ἁμαρτήσει.

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-2 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) «Οἱ ὑλιστές: Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους –τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ.– προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους»

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
–2–

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου
Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ Z´ Λουκᾶ
(
Λουκ. η´ 41-56)
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες
Ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 13-40.

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-1 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

.             «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲν πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ» (Λουκ. η´ 45,46). Γιατί ρώτησε ὁ Κύριος, ἀφοῦ γνώριζε ποιὰ ἦταν αὐτὴ ποὺ τὸν ἄγγιξε, ἀλλὰ καὶ πῶς δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ρώτησε, ἀφοῦ δὲν ἤξεραν; Γιὰ νὰ φανερώσει τὴν πίστη τῆς γυναίκας ποὺ θεραπεύτηκε, νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσει μία καὶ καλὴ τόσο στὴν ἴδια ὅσο καὶ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ γιὰ ν’ ἀποκαλύψει τὴ θεϊκὴ δύναμή Του σὲ κείνους ποὺ ἦταν μπροστά, καθὼς καὶ σ’ ἐμᾶς.
.             Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ δέχεται κάθε θεϊκὸ δῶρο μὲ εὐχαριστία κι εὐγνωμοσύνη. Ὁ Κύριος θέλησε νὰ δώσει ἔμφαση στὴν πίστη τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πὼς ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς κάθε καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι ἀλήθεια πὼς μὲ τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Του ὁ Θεός, συχνὰ κάνει τὸ καλὸ στοὺς ἀνθρώπους χωρὶς προαπαιτούμενο τὴν πίστη τους. Ὅταν ὅμως ζητάει τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων, δίνει ἔμφαση στὴν ὀντότητά τους, ὡς ἐλευθέρων καὶ λογικῶν πλασμάτων. Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι ἐλεύθερος καὶ λογικὸς ὁ ἄνθρωπος ἄν, ἀπὸ τὴν πλευρά του, δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχτεῖ τὴ σωτηρία του; Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἐλάχιστο ποὺ μπορεῖ νὰ ζητήσει: πίστη στὸ ζωντανὸ Θεό, στὴν ἀγάπη Του, στὴ διαρκῆ ἑτοιμότητά Του νὰ δώσει καὶ νὰ κάνει στοὺς ἀνθρώπους ὅλα ὅσα συντελοῦν στὸ καλό του.
.             Μὲ τὴ διακήρυξη τῆς πίστης τῆς γυναίκας αὐτῆς ὅμως, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐνισχύσει καὶ τὴν πίστη τοῦ Ἰαείρου. Νὰ τοῦ δείξει πὼς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο ν’ ἀπαιτήσει ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ πάει στὸ σπίτι του γιὰ ν’ ἀγγίξει μὲ τὸ χέρι Του τὸ νεκρὸ κορίτσι. Ἔχει τὴ δύναμη νὰ θεραπεύσει μὲ πολλοὺς τρόπους κι ὄχι μόνο μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χεριῶν. Μπορεῖ νὰ θεραπεύσει μὲ τὰ ροῦχα Του ὅπως καὶ μὲ τὰ χέρια Του, ἀπὸ ἀπόσταση σὰν νὰ βρίσκεται κοντά, ἀπὸ τὸ δρόμο ὅπως καὶ μέσα στὸ σπίτι.
.             Ὁ Κύριος θέλει νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὴ θεϊκή Του δύναμη, δὲν ἐπιδιώκει τὸν ἔπαινό τους. Οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἐντελῶς μάταιοι, ἕνα τίποτα. Ἤθελε ὅμως νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια οἱ ἄνθρωποι, νὰ κάνουν χρήση τῆς ἀλήθειας. Κι ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς κάθε ἀγαθό, ποὺ δέχονται οἱ ἄνθρωποι, ἔρχεται ἀπευθείας ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ δὲν θεράπευσε τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα χωρὶς τὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς τὴν ἄμεση δύναμη ποὺ πήγαζε ἀπ’ Αὐτόν. Εἶναι ἡ ἴδια ζωντανὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ποὺ θαυματουργεῖ στὸν πιστὸ ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ τὶς εἰκόνες. Ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν ἔχει τίποτα μαγικό. Κανένα δημιούργημα δὲν μπορεῖ μὲ μόνη τὴ δύναμή του νὰ κάνει ὁποιοδήποτε καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζει ὁ Θεὸς τὴ θεϊκὴ δύναμη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν Ἴδιο.
.             Αὐτὸ γίνεται μὲ ὅλα τὰ ἐγκόσμια μέσα θεραπείας, αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὰ μεταλλικὰ νερά. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὰ γιατρικὰ καὶ τὰ μεταλλικὰ νερὰ περισσότερο, ἀπ’ ὅσο ἀπέχει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὰ ἱμάτιά Του. Ὅποιος χρησιμοποιεῖ φάρμακα καὶ μεταλλικὰ νερὰ μὲ τέτοια πίστη καὶ τέτοια συστολή, φόβο καὶ σεβασμό, ποὺ εἶχε κι ἡ γυναίκα αὐτὴ ὅταν ἄγγιζε τὰ ροῦχα τοῦ Χριστοῦ, θὰ θεραπευτεῖ. Ὅποιος ὅμως χρησιμοποιεῖ φάρμακα καὶ μεταλλικὰ νερὰ χωρὶς Θεό, ἢ ἀκόμα περισσότερο ἀντίθετα στὸν Θεό, σπάνια θεραπεύεται. Ἂν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς θεραπεύεται, δέχεται τὴ θεραπεία του ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ γνωρίσει καὶ νὰ ὁμολογήσει κάποια στιγμὴ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν δοξάσει. Ὁ Χριστὸς θεράπευσε τὸν δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα χωρὶς ἐκεῖνος νὰ διαθέτει τὴν πίστη αὐτή, χωρὶς νὰ τὴν ὁμολογεῖ. Γιὰ νὰ γίνει γνωστὸ γιὰ ποιὸ λόγο τὸν θεράπευσε ὅμως, τοῦ εἶπε: «ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ ἀναγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ Κύριος πεποίηκε καὶ ἠλέησέ σὲ» (Μάρκ. ε´ 19).
.             Πολλοὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸ Χριστὸ τὸν ἄγγιζαν, δὲν ἔλαβαν ὅμως τὴ θεραπεία ποὺ δέχτηκε ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, γιατί αὐτὴ τὸν ἄγγιξε μὲ πίστη καὶ φόβο. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σήμερα σὲ πολλοὺς ποὺ προσκυνοῦν χωρὶς πίστη καὶ φόβο τὶς εἰκόνες, τὰ λείψανα τῶν ἁγίων, τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως γινόταν καὶ μὲ τὸ μεγάλο πλῆθος μὲ τὰ περίεργα μυαλὰ καὶ τὶς παγωμένες καρδιὲς ποὺ ἄγγιζαν τὸν Χριστό. Μὲ τοὺς ἀληθινοὺς πιστοὺς ὅμως γίνεται αὐτὸ ποὺ ἔγινε μὲ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, ποὺ θεραπεύτηκε. Ὅποιος ἔχει μάτια, ἂς δεῖ. Ὅποιος ἔχει αὐτιά, ἂς ἀκούσει!
.                 «Ἰδοῦσα δὲν ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. η´ 47,48). Ἡ γυναίκα ἔνιωσε ἀπὸ τὴ φωνὴ καὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, πὼς Ἐκεῖνος γνώριζε τὸ μυστικό της, πὼς ἡ ἴδια δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ τὸ κρύψει. Ἔτρεμε ἀπὸ φόβο καὶ στάθηκε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μ’ Ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὶς πιὸ καλοκρυμμένες πράξεις τῶν ἀνθρώπων, τὰ πιὸ μύχια μυστικὰ ποὺ κρύβουν στὴν καρδιά τους. Εἶχε νιώσει τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, τὴ θαυματουργικὴ θεραπευτικὴ δύναμή Του, γι’ αὐτὸ κι ἔτρεμε ἀπὸ φόβο μπροστά Του. Τώρα ὅμως ποὺ ἄκουσε πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς γνώριζε τὸ βαθὺ μυστικό της, ὁ φόβος μπροστὰ στὸν παντογνώστη διπλασιάστηκε. Μαζὶ μὲ τὴν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τῆς φανερώθηκε κι ἡ πανσοφία Του. Προχώρησε μπροστὰ καὶ τὰ ὁμολόγησε ὅλα. Ἡ ντροπή της μεταβλήθηκε σὲ φόβο. Ἡ ντροπὴ γιὰ τὴν ἀρρώστια της ἐξαφανίστηκε, ἀφοῦ θεραπεύτηκε. Στὴ θέση τῆς ντροπῆς ἦρθε τώρα ὁ φόβος μπροστὰ στὴν παντοδυναμία καὶ τὴν πανσοφία Του.
.               Τὴν εἶδε ἔτσι φοβισμένη ὁ στοργικὸς Κύριος καὶ τὴν παρηγόρησε μὲ τὰ πατρικά Του λόγια: θάρσει, θύγατερ! Ὑπάρχει ἆραγε πιὸ γλυκιὰ παρηγοριὰ στὸν κόσμο, ἀπὸ τὸ ν’ ἀκούσει κανεὶς τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ τὸν ἀθάνατο Βασιλιὰ καὶ Κύριο; Τῆς δίνει θάρρος, τὴν ὀνομάζει «θυγατέρα» Του. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὸ καὶ διαρκὲς θάρρος, ἔξω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ ἀφοβία, ἂν δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ Θεό. δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ παρηγοριὰ καὶ συμπάθεια, ὡσότου γνωρίσει κι ὁμολογήσει τὸ Θεὸ ὡς Πατέρα του καὶ τὸν ἴδιο ὡς παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει τὰ λόγια αὐτὰ μέσα του, ὡσότου ἀνακαινιστεῖ κι ἀναγεννηθεῖ πνευματικά. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔδειξε πὼς ἀναγεννήθηκε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Σωματικά, ἐπειδὴ τὸ μισοπεθαμένο σῶμα της γιατρεύτηκε, ἀναζωογονήθηκε. Πνευματικά, ἐπειδὴ γνώρισε κι ἔνιωσε τὴν παντοδυναμία καὶ πανσοφία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.                 Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Αὐτὰ εἶναι λόγια διδαχῆς, ἀλλὰ καὶ θάρρους. Ἂν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν εἶχε φανερώσει τὴν ταπείνωσή Του μὲ τὸ νὰ νηστέψει καὶ νὰ πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του· ἂν τὴ δύναμή Του δὲν τὴν εἶχε ἀποδώσει στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του, κι ἂν τὴ δόξα Του δὲν τὴν εἶχε μοιραστεῖ μὲ ἀνθρώπους, ἀποδίδοντας τὰ δικά Του σ’ ἐκείνους, τότε σίγουρα ἡ γῆ θὰ ἔτρεμε συνέχεια σὲ κάθε βηματισμό Του· σὲ κάθε λόγο Τοῦ ὁ κόσμος ὁλόκληρος θὰ φλεγόταν. Ποιὸς θὰ τολμοῦσε νὰ τὸν κοιτάξει κατάματα; Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ καθήσει δίπλα Του καὶ νὰ τὸν ἀγγίξει; Ποιός θὰ μποροῦσε ν’ ἀκούσει τὸ λόγο Του καὶ νὰ μὴ διαλυθεῖ, νὰ ἐξαφανιστεῖ; Ὁ Κύριος ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἀδελφὸς μὲ ἀδελφό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ταπεινώθηκε τόσο πολύ. Γι’ αὐτὸ ἔδινε κουράγιο στοὺς ἀνθρώπους σὲ κάθε τους βῆμα. Γι’ αὐτὸ κι ἀπέδιδε ὅλα τὰ ἔργα Του στὴν πίστη τους.
.             Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος τελείωνε μὲ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, ἡ κατάσταση τοῦ Ἰαείρου εἶχε χειροτερέψει. «Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται» (Λουκ. η´ 49, 50). Γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ πὼς ἡ κόρη τοῦ Ἰαείρου δὲν εἶχε πεθάνει, ὅταν ἐκεῖνος κάλεσε τὸν Χριστὸ στὸ σπίτι του. Βρισκόταν στὴ νεκρικὴ κλίνη της, ἔπνεε «τὰ λοίσθια», γι’ αὐτὸ καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ὀνομάσουν νεκρή.
.             Μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ Χριστὸς ἦταν γνωστὸς ὡς Διδάσκαλος. Τὸν ὀνόμαζαν ἔτσι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔνιωθαν τὴν ἀπεριόριστη δύναμή Του. Προσέξτε ὅμως πόσο πράος καὶ σπλαχνικὸς ἦταν ὁ Κύριος! Προτοῦ ὁ ἄρχοντας Ἰάειρος ξεσπάσει σὲ δάκρυα κι ἐκφράσει τὸν πατρικό του πόνο, Ἐκεῖνος τὸν στήριξε μὲ λόγια παρηγορητικὰ κι ἐνθαρρυντικά: Μὴ φοβοῦ! Αὐτὸ βέβαια δὲν ἀλλάζει μὲ τίποτα τὴν κατάσταση. Μισοπεθαμένο ἢ πεθαμένο τὸ κορίτσι, δὲν ἔχει διαφορά. Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ πάρει ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἀπέμενε στὸ δύστυχο πατέρα ἦταν ν’ ἀκολουθήσει αὐτὰ ποὺ τοῦ ἔλεγε ὁ Κύριος, τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ κάνει ἦταν τὸ μόνον πίστευε! Εἶδες πρίν, ἀπὸ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ μία μόνο σκέψη μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν αἱμορραγία της, ποὺ τὴν ταλαιπωροῦσε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, μπορεῖ νὰ ἑνώσει ξανὰ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα τῆς κόρης σου. Ἐσὺ νὰ πιστεύεις μόνο καὶ σωθήσεται!
.             «Ἐλθὼν δὲν εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα» (Λουκ. η´ 51). Πέντε μάρτυρες εἶναι ἀρκετοί. Δύο μάρτυρες δὲν φτάνουν στὰ ἐγκόσμια δικαστήρια, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο; Πῆρε μαζί Του τρεῖς μαθητές Του, ἐκείνους ποὺ ἀργότερα θὰ μαρτυροῦσαν τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωσή Του στὸ Θαβὼρ καὶ τὴν προσευχὴ τῆς ἀγωνίας Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Πῆρε ἐκείνους ποὺ τότε ἦταν πιὸ ὥριμοι πνευματικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐννιά, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν τὸ βαθύτερο μυστήριο τῆς δύναμης καὶ τῆς ὕπαρξής Του. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ μαθητὲς θὰ ἔβλεπαν τὴν πρώτη ἀνάσταση νεκροῦ ποὺ θὰ κατόρθωνε μὲ τὴ δύναμή Του ὁ Κύριος καὶ στὴ συνέχεια θὰ τὸ διηγοῦνταν στοὺς συντρόφους τους, διδάσκοντάς τους ἔτσι νά ᾽χουν καὶ κεῖνοι πίστη. Ἀργότερα ποὺ ὁ Κύριος θ’ ἀνάσταινε τὸ γιὸ τῆς χήρας στὴ Ναΐν καὶ τὸ Λάζαρο, θὰ παρευρίσκονταν ὅλοι οἱ μαθητές. Εἶναι προφανὲς γιατί πῆρε καὶ τοὺς γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ μαζί Του. Ἡ νεκρὴ κόρη τους θὰ βοηθοῦσε στὴν ἀνάσταση τῶν ψυχῶν τους. Ποιὸς θά ᾽χε τὸ δικαίωμα νὰ βοηθηθεῖ ἀπὸ τὴν κόρη, περισσότερο ἀπὸ τοὺς γονεῖς της;
.             Μπῆκε στὸ σπίτι ὁ Κύριος κι ἡ σκέψη Του ἦταν σὲ κείνους ποὺ ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν τὸ νεκρὸ κορίτσι. «Ἔκλαιον δὲν πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν, ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει· καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν» (Λουκ. η´ 52, 53). Ὁ Ματθαῖος κι ὁ Μάρκος δίνουν μεγαλύτερη ἔμφαση στὴ σκηνὴ αὐτή. Γράφουν πὼς εἶχαν κληθεῖ ἀπὸ τὴ γειτονιὰ μουσικοὶ καὶ ἐπαγγελματίες θρηνωδοί. Αὐτὸ ἦταν ἔθιμο στοὺς πλούσιους Ἰουδαίους, ὅπως καὶ στοὺς εἰδωλολάτρες. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔκλαιγαν, θορυβοῦσαν καὶ μοιρολογοῦσαν (βλ. Μάρκ. ε´ 38). Ὁ Ἰάειρος ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ σπουδαίους, ἂν ὄχι ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος τοῦ τόπου. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μισθωμένους μουσικοὺς καὶ θρηνωδοῦς, πρέπει νὰ παρευρίσκονταν στὸ σπίτι του καὶ πολλοὶ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γείτονες, ποὺ ἔκλαιγαν πραγματικὰ τὸ κορίτσι ποὺ ἔφυγε πρόωρα.
.             Γιατί εἶπε στοὺς ἀνθρώπους ὁ Κύριος, πὼς οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει; Ἤξερε καλὰ πὼς εἶχε πεθάνει. Πρῶτα, λοιπόν, τὸ εἶπε γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅλοι οἱ παριστάμενοι πὼς τὸ κορίτσι ἦταν πραγματικὰ πεθαμένο. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ βεβαιώσουν καλύτερα αὐτό, παρὰ μὲ τὸν περιφρονητικὸ καγχασμό τους, ἐπειδὴ ὁ Κύριος δὲν ἤξερε πὼς τὸ κορίτσι ἦταν νεκρό. Δεύτερο, γιὰ νὰ φανερώσει πὼς μπροστά Του ὁ θάνατος εἶχε χάσει τὴν ὀσμὴ καὶ τὴ δύναμή του στοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἦταν παρὰ ἁπλὰ ἕνα ὄνειρο. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐκμηδένιση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως δὲν εἶναι κι ὁ ὕπνος. Θάνατος εἶναι τὸ πέρασμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴν ἄλλη. Καὶ Κύριος τόσο αὐτῆς τῆς ζωῆς ὅσο καὶ τῆς ἄλλης εἶναι Ἕνας. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι στηριγμένος στὴ σωματικὴ ζωή, ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ αὐτὴ σημαίνει ἀναχώρηση ἀπὸ τὴ ζωὴ γενικά. Ὅταν ἕνα αὐτοκίνητο συντρίβεται στὸ δρόμο, μαζί του συντρίβονται κι οἱ ἐπιβάτες, δὲν γίνεται ἀλλιῶς, ὅπως σκέφτονται οἱ ἀνόητοι, οἱ αἰσθησιακοὶ ἄνθρωποι. Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ὅμως βλέπουν πὼς ὅταν ἕνα αὐτοκίνητο συντρίβεται, οἱ ἐπιβάτες βγαίνουν ἀπὸ τὰ συντρίμμια, τ’ ἀφήνουν ἐκεῖ καὶ συνεχίζουν τὸ ταξίδι τοὺς χωρὶς τ’ αὐτοκίνητο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔφτιαξε τόσο τὸ αὐτοκίνητο ὅσο καὶ τοὺς ἐπιβάτες δὲν μπορεῖ νὰ ἐπισκευάσει τὸ αὐτοκίνητο καὶ νὰ πεῖ στοὺς ἐπιβάτες νὰ ξαναμποῦν μέσα; Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν: τὸ ἀβοήθητο σῶμα θεραπεύεται καὶ ἡ ψυχὴ ξαναγυρίζει μέσα του.
.             Ὁ Κύριος σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν χρησιμοποίησε ὑπερβολή, ὅταν παρομοίασε τὸ θάνατο μὲ ὕπνο. Τὸ ἀπέδειξε αὐτὸ μὲ τὴν ἀνάστασή Του, μετὰ ἀπὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ τρεῖς μέρες στὸν τάφο, μὲ τὴν ἀνάσταση πολλῶν νεκρῶν τὴν ὥρα τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου, ἀλλὰ κι ἀργότερα, σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ὅταν νεκροὶ ξαναγύρισαν στὴ ζωὴ μὲ τὶς προσευχὲς ἁγίων καὶ θεάρεστων ἀνθρώπων. Κι ἐδῶ τὸ φανέρωσε μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου.
.             Ὅταν λοιπὸν ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μία ἐπαρκῆ ὁμάδα μαρτύρων, τί ἔκανε μετά; «Αὐτὸς δὲν ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου» (Λουκ. η´ 54). Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν γεμίσει πρὶν τὸ δωμάτιο ὅπου κείτονταν ἡ κόρη, εἶχαν πειστεῖ γιὰ τὸ θάνατό της κι ἑπομένως δὲν χρειάζονταν ἐκεῖ. Θ’ ἄκουγαν ἀργότερα γιὰ τὸ θαῦμα καὶ θὰ τὴν ἔβλεπαν ζωντανή. Τώρα ὁ Κύριος ἔπρεπε νὰ στηρίξει τὸν ἄρχοντα τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς τρεῖς μαθητές Του στὴν πίστη τους. Σκοπός Του σὲ κάθε θαῦμα ἦταν νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀποκάλυψη καὶ στὴ χαρά, μὲ τὴ σοφὴ πρόνοια ποὺ ἦταν ὁλοφάνερη μὲ κάθε λεπτομέρεια. Ἀρχικά τους ἔβγαλε ὅλους ἔξω κι ἔμειναν μέσα στὸ δωμάτιο οἱ ἑπτά: πέντε ζωντανοί, μία νεκρὴ κι ὁ Ζωοδότης. Δὲν εἶναι ἕνα μεγάλο μυστήριο αὐτό, ποῦ φανερώνει τὴν κρυμμένη ἢ μᾶλλον τὴν ἀποκαλυμμένη ψυχή; Ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πεθαίνει, ἐκεῖνος συνεχίζει νὰ ζεῖ μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις του μία ζωὴ σαρκική, ἄδεια, σὲ ἀπόγνωση. Ἁπλώνει τὰ χέρια του πρὸς κάθε κατεύθυνση ζητώντας βοήθεια. Αὐτοὶ εἶναι οἱ σημερινοὶ «ὑλιστές». Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους – τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ. – προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους. Ὅταν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς ὅμως, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γνωρίσει τὸ Χριστό, κράζει σ’ Ἐκεῖνον γιὰ βοήθεια. Ὁ Χριστὸς τότε προσεγγίζει τὴ νεκρὴ ψυχὴ καὶ τὴν ξαναφέρνει στὴ ζωή, πρὸς κατάπληξη καὶ θαυμασμὸ τοῦ ἐπιπόλαιου κι αἰσθησιακοῦ ἀνθρώπου. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀναφέρει τὰ ἴδια ἀκριβῶς λόγια ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἀραμαϊκή, καθὼς ἄγγιζε τὴν κόρη μὲ τὸ χέρι Του: «Ταβιθᾶ, κούμι!». Αὐτὸ σημαίνει τὸ ἴδιο ποὺ λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: ἡ παῖς, ἐγείρου!
.             Τί ἔγινε μὲ τὴ νεκρὴ κόρη, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶπε τὰ λόγια αὐτά; «Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν» (Λουκ. η´55). Νὰ λοιπὸν ποὺ ὁ θάνατος μοιάζει μὲ τὸν ὕπνο! Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς. Τὸ πνεῦμα της εἶχε ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ σῶμα, εἶχε πάει στὸν τόπο τὸν προορισμένο γιὰ τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν. Μὲ τὸ ἄγγιγμα καὶ τὰ λόγια Του ὁ Κύριος ἐδῶ ἔκανε δύο θαύματα: Πρῶτα θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ δεύτερο, ἔφερε ἀπὸ τὸ βασίλειο τῶν πνευμάτων τὸ πνεῦμα της καὶ τὸ ἔβαλε σ’ ἕνα ὑγιὲς σῶμα. Ἂν δὲν εἶχε θεραπεύσει τὸ σῶμα, τί καλὸ θὰ εἶχε προκύψει γιὰ τὴν κόρη, ἂν ξαναγύριζε τὸ πνεῦμα της σ’ ἕνα ἄρρωστο κορμί; Θὰ εἶχε ξαναγυρίσει στὴ ζωὴ ἄρρωστη, γιὰ νὰ πεθάνει ξανά. Τέτοια μισο-ἀνάσταση δὲν θά ᾽ταν ἐπαναφορὰ στὴ ζωή, ἀλλὰ στὰ βάσανα. Ὁ Κύριος δὲν δίνει μισὰ δῶρα, ἀλλ’ ὁλόκληρα. δὲν δίνει ἀτελῆ δῶρα, ἀλλὰ τέλεια. Δὲν ἔδωσε τὴν ὅραση στὸ ἕνα μάτι τοῦ τυφλοῦ, μὰ στὰ δύο. Δὲν ἔδωσε στὸ ἕνα αὐτὶ τὴν ἀκοὴ τοῦ κωφοῦ, ἀλλὰ καὶ στὰ δύο. Δὲν θεράπευσε τὸ ἕνα πόδι τοῦ παράλυτου, μὰ καὶ τὰ δύο. Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ἐδῶ. Ἀποκατέστησε τὸ πνεῦμα σ’ ἕνα ὑγιὲς σῶμα, ὄχι σὲ ἄρρωστο, ὥστε ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος νά ᾽ναι ὑγιής.
.             Μετὰ ὁ Κύριος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τῆς δώσουν νὰ φάει. Διέταξεν αὐτὴ δοθῆναι, φαγεῖν. Πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε ξανὰ πὼς τὸ κορίτσι δὲν ξαναγύρισε ἁπλὰ στὴ ζωή, ἀλλὰ ἀπόλυτα ὑγιές. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος γράφει πὼς «καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ κοράσιον καὶ περιεπάτει» (ε´ 42). Θά ᾽δινε ἔτσι τὴ μαρτυρία πὼς τὸ κορίτσι ἦταν ἐντελῶς καλὰ σωματικά. Τὸ ὅτι ἀναστήθηκε ἐντελῶς καλά, ἔπρεπε νὰ φανεῖ ὅσο πιὸ ξεκάθαρα γινόταν. Τὸ κορίτσι σηκώθηκε, περπάτησε κι ἔφαγε. Ὁ Κύριος γνώριζε μὲ τί ἄπιστο λαὸ εἶχε νὰ κάνει. Ἔτσι, μαζὶ μὲ τὰ θαύματα, φρόντιζε νὰ ὑπάρχουν καὶ ἀποδείξεις, ὥστε νὰ φανερωθεῖ πὼς τὸ θαῦμα ἦταν ἀπαραίτητο καὶ ὠφέλιμο στοὺς ἀνθρώπους. Ἔπειτα, ἔπρεπε ν’ ἀποδειχτεῖ πὼς μόνο Αὐτὸς μποροῦσε νὰ θαυματουργεῖ. Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος. Καὶ τρίτο, ὥστε τὸ θαῦμα νὰ ἔχει ἐπαρκῆ μαρτυρία καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ὡς ἀναμφισβήτητο γεγονός. Ἀλήθεια, πόσο καλὰ γνώριζε ὁ Κύριος αὐτὸ τὸ πονηρὸ καὶ ἄπιστο γένος τῶν ἀνθρώπων!
.             «Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς, ὁ δὲν παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονὸς» (Λουκ. η´ 56). Μὲ τὴν ἐντολή Του αὐτὴ ὁ Κύριος ἤθελε νὰ διδάξει τοὺς γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ ποὺ ἀνάστησε, πὼς πρῶτο καὶ κύριο μέλημά τους ἦταν νὰ εὐχαριστήσουν καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεό. Τὸ σπουδαῖο ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν ἦταν νὰ τρέξουν καὶ νὰ πληροφορήσουν τὸν κόσμο γιὰ τὸ θαῦμα, ἀλλὰ νὰ γονατίσουν μπροστὰ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν τὶς θερμές τους εὐχαριστίες. Τὸ θαῦμα θὰ διαδοθεῖ μόνο του, χωρὶς τὴ βοήθειά σας. Μὴ νοιάζεστε γι’ αὐτό. Δὲν εἶναι δική σας δουλειὰ τὴν ἱερὴ καὶ φοβερὴ αὐτὴ στιγμὴ νὰ ἐπικεντρωθεῖτε στὸ πὼς θὰ ἱκανοποιήσετε τὴν περιέργεια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ ἐκτελέσετε τὸ χρέος σας στὸν Θεό.

* * *

.             Μὲ τὴ θεραπεία τῆς αἱμορροούσας γυναίκας καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου, ὁ Κύριος συνέχισε τὸ ἔργο Του γιὰ τὴ θεραπεία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν κακὴ περιέργεια. Ἡ περιέργεια εἶναι πραγματικὰ ἕνα κακό. Χωρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴν πνίγει στὴ θάλασσα τῶν ἐφήμερων ὑποθέσεων καὶ τῶν κοσμικῶν πραγμάτων. Ἡ περιέργεια εἶναι ἕνα κακό, περισσότερο ἀπὸ κακό, γιατί πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖ στὸ σωματικὸ καὶ συχνὰ στὸν ψυχικὸ θάνατο. Πολλὲς ἁμαρτίες καὶ πάθη, σωματικὰ καὶ ψυχικά, ἔχουν τὶς ρίζες τους στὴν περιέργεια. Ὅπως μία ὄμορφη παπαρούνα κρύβει μέσα τῆς δηλητήριο, ἔτσι κι ἡ περιέργεια κρύβει μέσα τῆς ἕνα δυνατὸ δηλητήριο ποὺ καταστρέφει ψυχὴ καὶ σῶμα. Ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε τὸν κόσμο αὐτὸν γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν περιέργεια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τὶς ψυχές τους. Λέει ὁ Ἐκκλησιαστής: «Οὐ πλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν, καὶ οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάσεως» (α´ 8).
.             Ὁ Κύριος δὲν θεράπευσε τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα ἐπειδὴ ἄγγιξε τὰ ἱμάτιά Του ἀπὸ περιέργεια, ἀλλ’ ἐπειδή, στὸν πόνο καὶ τὴ δυστυχία της, ἔτρεξε νὰ τὸν ἀγγίξει μὲ πίστη. Μάταια οἱ περίεργοι περιμένουν θαῦμα ἀπὸ τὸν Θεό. δὲν θὰ τοὺς κάνει ποτὲ τὸ χατήρι. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ θαύματα γίνονται γιὰ νὰ καλύψουν κάποια ἀνθρώπινη ἀνάγκη, οἱ περίεργοι δὲν ἔχουν καμιὰ βοήθεια ἀπ’ αὐτά. Περισσότερη βοήθεια θὰ περιμένουν οἱ νεκροὶ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ, παρὰ οἱ περίεργοι. Μήπως ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς, ποὺ εἶναι ἱκανοποιημένοι μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ δὲν τὸν καλοῦν;
.             Μήπως ὁ Κύριος εἶναι λιγότερο σοφὸς ἀπὸ τοὺς γιατρούς, γιὰ νὰ γυρίζει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ καὶ νὰ κάνει ἐπίδειξη τῆς δύναμης καὶ τῶν ἱκανοτήτων Του; Γι’ αὐτό, ἄρχοντα Ἰάειρε, μὴ νοιάζεσαι ποιὸς θὰ διαδώσει τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης σου. Μὴ νοιάζεσαι ἀκόμα, ἁμαρτωλέ, ποιὸς θὰ διαδώσει τὸ θαῦμα τῆς ψυχικῆς καὶ σωματικῆς θεραπείας σου. Ὁ Θεὸς γνώριζε τὸ ἀσύρματο τηλέφωνο καὶ τὸν τηλέγραφο, προτοῦ ἀκόμα οἱ ἄνθρωποι μποροῦσαν ν’ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους καὶ χρησιμοποιήσουν τὴ γλῶσσα τους γιὰ νὰ πληροφορήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ τὶς νέες εἰδήσεις. Ὁ Κύριος γνωρίζει πιὸ ἀξιόπιστα καὶ τελειότερα μέσα γιὰ νὰ πληροφορήσει τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μάθουν ὅλα τὰ καλὰ νέα ποὺ μεταδίδονται ἀπὸ τὸ τηλέφωνο καὶ τὸν τηλέγραφο. Ὁ Δημιουργός τοῦ λόγου, τῆς γλώσσας καὶ τῆς ἀτμόσφαιρας ἔχει τὰ δικά Του μέσα ἐπικοινωνίας μὲ κάθε πλάσμα Του, τρόπους ποὺ πληρώνουν ὁλόκληρο τὸ διάστημα, κάθε χρονικὴ στιγμή.
.           Νὰ μνημονεύετε τὸ χρέος σας στὸν Θεό, τὸ χορηγὸ κάθε «δόσης ἀγαθῆς». Μὴν ὀλιγωρήσετε νὰ προσφέρετε προσευχὲς εὐχαριστίας καὶ ὑπακοῆς στὸ θεϊκό Του θέλημα. Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-1 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
–1–

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου
Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ Z´ Λουκᾶ
(
Λουκ. η´ 41-56)
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες
Ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 13-40.

.               Ὅταν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πέφτουν σ’ ἕνα βράχο, τὸν κάνουν νὰ λάμπει. Ὅταν ἡ φλόγα ἀγγίξει ἕνα ἄκαφτο κερί, τὸ ἀνάβει. Ὅταν ὁ μαγνήτης ἀγγίξει ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο, τὸ μαγνητίζει. Ὅταν τὸ ἠλεκτροφόρο καλώδιο ἀγγίξει ἕνα συνηθισμένο σύρμα, καὶ τὰ δύο τους ἠλεκτρίζονται.
.               Ὅλες αὐτὲς οἱ φυσικὲς ἐνέργειες δὲν εἶναι παρὰ εἰκόνες ἢ πνευματικὰ φαινόμενα. Ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, εἶναι ἁπλὰ ἡ εἰκόνα ὅσων γίνονται στὸν ἐσωτερικό. Ὁλόκληρη ἡ ἐφήμερη φύση εἶναι σὰν ἕνα ὄνειρο, σὲ σχέση μὲ τὴν ἐσωτερικὴ πραγματικότητα, σὰν ἕνα παραμύθι, ὅταν μιλᾶμε μὲ ὅρους αἰώνιας ζωῆς.
.               Ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα τοῦ σώματος. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς ψυχῆς. Ὅταν ὁ Θεὸς ἀγγίζει τὴν ψυχή, τὴν ζωοποιεῖ, τῆς μεταδίδει τὴν δράση. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀγγίζει τὸ σῶμα, κάνει τὸ ἴδιο. Τὸ σῶμα λαβαίνει φῶς, ζεσταίνεται, δέχεται μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ὂλ’ αὐτὰ χάνονται, ἐξαφανίζονται. Ἡ ψυχὴ δέχεται ἀπὸ τὸ Θεὸ ἕναν εἰδικὸ φωτισμό, θέρμη, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση. Κι ὅλ’ αὐτὰ χάνονται, ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ Θεό.
.               Ὑπάρχει ἆραγε ἄνθρωπος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο πού, ὅταν ἀγγίζει μία νεκρὴ ψυχή, τὴν ἐπαναφέρει στὴ ζωή, τῆς μεταδίδει φῶς καὶ θερμότητα, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς; Ὑπάρχει ἆραγε κάποιος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ὅταν ἄγγιξε ἕνα νεκρὸ σῶμα τὸ ἔκανε νὰ σηκωθεῖ, νὰ μιλήσει καὶ νὰ περπατήσει; Σίγουρα πρέπει νά ᾽χει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνήτης κι ὁ ἠλεκτρισμὸς κι ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο, θὰ ἦταν ἡ φαντασία κάποιου ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἡ σκιὰ κάποιου ἀνύπαρκτου ὄντος, ἕνα ὄνειρο, μακριὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Πρέπει νὰ ἔχει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ γῆ. Ἐμφανίστηκε γιὰ νὰ παρουσιάσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν πραγματικότητα· πὼς ἡ φύση ὁλόκληρη, μὲ ὅλα ὅσα συμβαίνουν μέσα της, δὲν εἶναι παρὰ μία εἰκόνα, ἕνα ὄνειρο, ἕνα παραμύθι. Ὁ Κύριος ἦρθε γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ἀλήθεια ὅσων φανερώνουν ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνητισμὸς κι ὁ ἠλεκτρισμός, ἡ φύση ὁλόκληρη. Ἡ φύση ποὺ δημιουργήθηκε καὶ τοποθετήθηκε μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν ἕνα ἀνοιχτὸ βιβλίο, ποὺ ὅμως αὐτὸς δὲν μπόρεσε ἀκόμα νὰ τὸ διαβάσει σωστά.
.               Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πύρινη στήλη στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἀπὸ Ἐκεῖνον οἱ νεκρὲς ψυχὲς παίρνουν ζωὴ καὶ θερμότητα, κίνηση καὶ ὀμορφιά. Εἶναι τὸ Δέντρο τῆς Ζωῆς, ποὺ ὅταν ἀγγίζει τὰ νεκρὰ σώματα τοὺς μεταδίδει ζωή, τ’ ἀνασταίνει, τοὺς δίνει κίνηση καὶ λόγο. Εἶναι τὸ ἁγνὸ καὶ εὐωδιαστὸ θεραπευτικὸ βάλσαμο, ποὺ ὅταν τὸ ἀγγίζουν οἱ τυφλοὶ ξαναβρίσκουν τὸ φῶς, οἱ κουφοὶ τὴν ἀκοή τους, οἱ παράλυτοι τὴν κίνηση, οἱ ἄλαλοι τὴ λαλιά τους, οἱ παράφρονες τὴ λογική τους, οἱ λεπροὶ καθαρίζονται, κάθε ἀρρώστια θεραπεύεται.

* * *

.               Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει ἕνα ἀκόμα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβουμε πώς, ὅταν κάποιος ἔρχεται σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, ἂν εἶναι ἄρρωστος, θεραπεύεται κι ἂν εἶναι νεκρός, ἀνασταίνεται. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ λοιπόν, «ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεςὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν» (Λουκ. η´ 41, 42). Γιὰ ποιόν καιρὸ μᾶς μιλάει ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστής; Πότε ἔγιναν αὐτά; Τότε ποὺ ὁ Κύριος διέσχισε τὴ λίμνη καὶ γύρισε μὲ τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, τότε ποὺ θεράπευσε τοὺς δύο δαιμονισμένους καὶ νωρίτερα εἶχε γαληνέψει τὴν καταιγίδα στὴ λίμνη. Ἀφοῦ εἶχε κάνει τὰ δύο μεγάλα αὐτὰ θαύματα, τὸν καλοῦν τώρα νὰ κάνει ἕνα τρίτο. Ν’ ἀναστήσει ἕνα νεκρό. Κι ὅλ’ αὐτὰ μέσα σὲ πολὺ περιορισμένο χρόνο, λὲς καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσα περισσότερα καλὰ μποροῦσε στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ζοῦσε στὴ γῆ, καὶ νὰ μᾶς δώσει ἔτσι παράδειγμα πὼς πρέπει νὰ βιαζόμαστε νὰ κάνουμε τὸ καλό, πὼς πρέπει νὰ περπατᾶμε ὅσο ἔχουμε τὸ φῶς (πρβλ. Ἰωάν. ιβ´ 35).
.               Ἂν καὶ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα δὲν φαίνονται νὰ μοιάζουν μεταξύ τους, ὅλα ἔχουν ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικό. Ὅλα ἀποκαλύπτουν τὴν κυριαρχικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ – τὴν κυριαρχία Του στὴ φύση, στοὺς δαίμονες καὶ στὸν θάνατο, στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι δύσκολο νὰ πεῖ κανεὶς ποιὸ ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα εἶναι πιὸ φοβερὸ καὶ πιὸ συγκλονιστικό. Τί εἶναι πιὸ δύσκολο: νὰ τιθασσεύσεις τὴν καταιγίδα σὲ θάλασσα καὶ ἀέρα, νὰ θεραπεύσεις τοὺς ἀνίατα δαιμονισμένους ἢ ν’ ἀναστήσεις νεκρό; γιὰ ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο καὶ τὰ τρία αὐτὰ εἶναι ἐξ ἴσου δύσκολα. Γιὰ τὸν Χριστὸ ὅμως εἶναι καὶ τὰ τρία ἐξ ἴσου εὔκολα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμβαθύνει στὸ καθένα ἀπὸ τὰ τρία θαύματα, ἡ ψυχή του τρέμει, γιατί βλέπει τὴ μεγαλοσύνη καὶ τὴν παντοδυναμία τῆς πνοῆς, ποὺ ἐν ἀρχῇ, δημιούργησε τὸν κόσμο. «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός…καὶ ἐγένετο οὕτως» (Γέν. α´ 11).
.             Ὁ Ματθαῖος ὀνομάζει ἄρχοντα τὸν Ἰάειρο. Τί εἴδους ἄρχοντας ἦταν τὸ ἐξηγοῦν ὁ Μάρκος κι ὁ Λουκᾶς: Ἦταν ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, ὅπου ρυθμίζονται τὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐθνικὰ θέματα. Τὸ μονάκριβο παιδί του βρισκόταν στὸ νεκροκρέββατο. Αὐτὸ ἦταν κάτι τρομερὸ γι’ αὐτὸν πού, ὅπως κι οἱ ἄλλοι Ἰουδαῖοι, εἶχαν μία ἀμυδρὴ κι ἀκαθόριστη πίστη στὴ μετὰ θάνατον ζωή. Γιὰ ἕναν ἄνθρωπο τῆς ἐξουσίας αὐτὸ ἦταν διπλὸ χτύπημα: πρῶτο ἦταν ἡ θλίψη του ὡς γονιοῦ καὶ δεύτερο τὸ αἴσθημα ντροπῆς καὶ ταπείνωσης μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, καθὼς τέτοια φοβερὴ ἀπώλεια φαινόταν σὰν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἀπόγνωσή του ἦρθε στὸ Χριστὸ «καὶ πεςὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ’ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρα σου ἐπ’ αὐτὴν καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ´ 18).
.             Γιατί γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πῶς ἡ κόρη τοῦ ἄρχοντα «ἀπέθνησκεν», ἐνῶ ὁ Ματθαῖος γράφει πὼς «ἄρτι ἐτελεύτησεν»; Ὁ Λουκᾶς περιγράφει τὸ περιστατικὸ ὅπως ἔγινε, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος μεταφέρει τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ἱκέτη. Δὲν συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑπερβάλουν τὴ δυστυχία τους; Ἡ ὑπερβολὴ προέρχεται πρῶτα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν ἡ δυστυχία ἔρχεται ξαφνικά, ἀναπάντεχα, φαίνεται πολὺ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅ,τι πραγματικὰ εἶναι. Δεύτερο, ἐπειδὴ ἐκεῖνος, ποὺ ζητάει βοήθεια, γενικὰ παρουσιάζει τὸ πρόβλημά του μεγαλύτερο ἀπ’ ὅ,τι εἶναι πραγματικά, ὥστε νὰ λάβει τὴ βοήθεια ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα. Ὅταν καίγεται ἕνα σπίτι, δὲν ἀκοῦμε συχνά: «Τρέξτε, βοηθῆστε, τὸ σπίτι μου κατακάηκε»; Τὸ σπίτι βέβαια δὲν ἔχει κατακαεῖ, καίγεται. Τὸ ὅτι τὸ κορίτσι δὲν εἶχε πεθάνει ἀκόμα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ πατέρας του μιλοῦσε στὸν Κύριο, θὰ τ’ ἀκούσουμε λίγο ἀργότερα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Ἰάειρου.
.             Μ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰάειρος αὐτὸς εἶχε κάποια πίστη στὸν Χριστό, αὐτὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ κείνην τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ τελευταῖος ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ μὴν πάει στὸ σπίτι του, ἐπειδὴ ἦταν ἁμαρτωλός, ἀρκοῦσε νὰ πεῖ ἕνα λόγο: «μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η´ 8). Ὁ Ἰάειρος κάλεσε τὸν Κύριο στὸ σπίτι του, γιὰ ν’ ἀκουμπήσει τὸ χέρι Του στὴ νεκρὴ θυγατέρα του. Ἡ πίστη του εἶχε καὶ κάτι ὑλικὸ μέσα της. Ἐπίθες τὴν χείρα σου ἐπ’ αὐτήν! Ὁ Ἰάειρος ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο ἕνα χειροπιαστὸ τρόπο θεραπείας. Λὲς κι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶχε λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὸ χέρι Του! Λὲς κι ἡ φωνὴ ποὺ γαλήνευε τὰ κύματα καὶ τὴν καταιγίδα, ποὺ ἔβγαζε τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους κι ἀργότερα ἀνάστησε τὸ Λάζαρο, τέσσερις μέρες μετὰ τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφή του, δὲν μποροῦσε ν’ ἀναστήσει τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου! Ὁ Κύριος ἦταν πολὺ φιλεύσπλαχνος. Δὲν θ’ ἀρνιόταν τὴ βοήθειά Του πρὸς τὸ θλιμμένο πατέρα, ἐπειδὴ ἡ πίστη του δὲν ἦταν τέλεια. Ἔτσι ξεκίνησε ἀμέσως γιὰ νὰ βοηθήσει.
.             Στὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ἰάειρου ἔγινε κι ἕνα θαῦμα σὲ μία γυναίκα ποὺ εἶχε πολὺ μεγαλύτερη πίστη ἀπὸ τὸν Ἰάειρο. Κι αὐτὸ βοήθησε τὸν Ἰάειρο, τὸν ἔπεισε πὼς ὁλόκληρος ὁ Χριστὸς ἔχει θαυματουργικὴ δύναμη, ὄχι μόνο τὰ χέρια Του. Μ’ ὁποιοδήποτε τρόπο κι ἂν ἔρθει κανεὶς σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν παντοδύναμο Χριστό, θεραπεύεται. Αὐτὸ εἶναι πηγὴ θάρρους σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστὸ μὲ τὸν ἕνα τρόπο, μποροῦν ὅμως μὲ κάποιον ἄλλο. Ὁ Κύριος ἅπλωσε τὰ χέρια Του στὸ σταυρὸ γιὰ ν’ ἀγκαλιάσει ὅλους ἐκείνους ποὺ προστρέχουν κοντά Του, ἀπὸ ὅποια πλευρὰ κι ἂν ἔρχονται.
.             Προσέξτε τώρα τί ἔγινε ὅταν ὁ Χριστὸς πορεύτηκε μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ἰάειρου. «Ἐν δὲν τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν, καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἤψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» (Λουκ. η´ 42-44). Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς πάτησε τὸ πόδι Του στὴ στεριά, ἐρχόμενος ἀπὸ τὰ Γάδαρα, συνοδευόταν ἀπὸ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀνθρώπων. «Συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ’ αὐτόν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος (ε´ 21). Ὅλοι ἤθελαν νὰ βρεθοῦν κοντά Του, ν’ ἀκούσουν τὰ σπάνια λόγια Του καὶ νὰ δοῦν τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του. Μερικοὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ πείνα καὶ δίψα πνευματικὴ κι ἄλλοι ἀπὸ περιέργεια. Μέσα στὸ πλῆθος βρισκόταν κι ἡ ἄρρωστη γυναίκα, ἄρρωστη ἀπὸ μία ἀκάθαρτη ἀρρώστια. Ἡ ρύση αἵματος σὲ μία γυναίκα, ἀκόμα κι ὅταν εἶναι φυσιολογική, εἶναι ἕνα δύσκολο καὶ ταπεινωτικὸ πράγμα. Μία διαρκὴς ρύση αἵματος ὅμως, ποὺ διαρκεῖ δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ἦταν σὰν μία ζωντανὴ κόλαση βασάνων, ντροπῆς κι ἀκαθαρσίας. Ἡ γυναίκα αὐτὴ εἶχε ἀναζητήσει θεραπεία κι εἶχε δαπανήσει ὅλα ὅσα εἶχε σὲ γιατροὺς καὶ φάρμακα. Τίποτα ὅμως δὲν βοήθησε, κανένας γιατρὸς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν γιατρέψει. Φανταστεῖτε τὸ καθημερινὸ πλύσιμό της, τὸ καθάρισμά της, τὴ στενοχώρια καὶ τὴν ντροπή της. Ἔμοιαζε σὰ νὰ τὴ δημιούργησε ὁ Θεὸς γι’ αὐτὸ μόνο τὸν λόγο: γιὰ νὰ τρέχει τὸ αἷμα της καὶ κείνη νὰ περνᾶ τὶς μέρες της στὴ γῆ σὲ μία προσπάθεια νὰ σταματήσει τὴ ρύση, ποὺ δὲν σταματοῦσε, Μ’ ἕναν πόνο ποὺ δὲν γιατρευόταν καὶ μὲ μία ντροπὴ ἀνέκφραστη. Ἔτσι πιστεύουμε πὼς γίνεται μὲ κάθε χρόνια ἀσθένεια. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶχε προβλέψει γι’ αὐτήν, ὅπως προβλέπει καὶ γιὰ κάθε πλάσμα Του. Ἡ ἀρρώστια της συνετέλεσε στὴν ψυχική της σωτηρία καὶ στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
.             «Ἐὰν μόνον ἄψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτόν, σωθήσομαι» (Ματθ. θ´ 21), εἶπε μέσα της καὶ πίεζε τὸ πλῆθος, γιὰ νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸν Χριστό. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς. Νωρίτερα εἶχε στηρίξει τὴν πίστη της στοὺς γιατροὺς ποὺ εἶχε ἐπισκεφτεῖ. Ἡ πίστη της αὐτὴ ὅμως ἀποδείχτηκε ἄκαρπη. Ἀπὸ μόνη της ἡ πίστη δὲν εἶναι ἀρκετή, ἂν αὐτὸς ποὺ πιστεύεις δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ βοηθήσει. Γι’ αὐτὸ ἂς σιωπήσουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἰσχυρίζονται (εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ ἔλλειψη πίστης) πὼς τὰ θαύματα τοῦ εὐαγγελίου ἔγιναν ἀπὸ ὑποβολὴ ἢ αὐθυποβολή. Ἡ ταπεινὴ καὶ βασανισμένη αὐτὴ γυναίκα δὲν εἶχε οὔτε τὴν τόλμη οὔτε τὴν ἐλπίδα νὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στὸν Χριστό, νὰ τοῦ ἐξηγήσει τὸ πρόβλημά της καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ μπροστὰ σ’ ἕνα τεράστιο πλῆθος, ὅταν μάλιστα ντρεπόταν γιὰ τὴν κατάστασή της; Ἡ φύση τῆς «ἀκάθαρτης» ἀρρώστιας της ἦταν τέτοια, ὥστε ἂν τὴν εἶχε δημοσιοποιήσει, θὰ εἰσέπραττε τὴ δημόσια ἀποστροφή, τὴν κατακραυγὴ καὶ τὴν καταδίκη. Γι’ αὐτὸ καὶ προσέγγισε τὸν Κύριο κρυφά, ἀπὸ πίσω, καὶ ἄγγιξε τὸ ἱμάτιό Του.
.             Καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Πῶς κατάλαβε πὼς ἔπαψε ἡ ρύση τοῦ αἵματος; «Ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἰᾶται ἀπὸ τῆς μάστιγος», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος (ε´ 29). Ὅπως ἕνα ζωντανὸ σκουλήκι ποὺ σπαρταρᾶ ἀκατάπαυστα γύρω ἀπὸ μία διαπυημένη πληγή, ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ νιώθει κι ἡ δύστυχη αὐτὴ γυναίκα τὴν ἀσταμάτητη ρύση τοῦ αἵματος. Ὅταν ὅμως ἄγγιξε τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ, ἔνιωσε πὼς ἡ αἱμορραγία σταμάτησε. Δὲν ἔνιωθε τὴν αἱμορραγία μέσα της, ὅπως δὲν τὴ νιώθει καὶ κάθε ὑγιὴς ἄνθρωπος. Μέσα της μπῆκε ἡ ὑγεία, ὅπως ὁ μαγνητισμὸς σ’ ἕνα μαγνήτη ἢ τὸ φῶς σ’ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο.
.             Δὲν ἦταν αὐτὸ τὸ μοναδικὸ περιστατικὸ ἀνθρώπου ποὺ γιατρεύτηκε μόνο μὲ τὸ ἄγγιγμα τῶν ἱματίων τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν εὐαγγελίων διαβάζουμε πὼς πολλοὶ ἤθελαν ἁπλὰ ν’ ἀγγίξουν τὸ κράσπεδο τῶν ἱματίων Του «καὶ ὅσοι ἤψαντο διεσώθησαν» (Ματθ. ιδ´ 36).
.             Πόσα τέτοια ἀνήκουστα θαύματα ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔμειναν ἀκαταχώρητα! Κι αὐτὸ ὄχι μόνο στὰ τριάντα χρόνια ποὺ ἦρθε γιὰ νὰ κηρύξει τὸ σωστικό Του εὐαγγέλιο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἴδια μέρα καὶ ὥρα τῆς σύλληψής Του στὴν πάναγνη κοιλία τῆς Μητέρας Του. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὰ θαύματά Του εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς».
.             Πόσο ἄλλαξε μυστηριωδῶς ὅλη ἡ κτίση μὲ τὴν κατὰ σάρκα παρουσία Του στὴ γῆ! Πόσα θαύματα γίνονται καὶ σήμερα στοὺς πιστοὺς ποὺ συμμετέχουν στὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας! Εἶναι ἀμέτρητα κι ἀκατανόητα. Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα δὲν ἄγγιξε τὸ σῶμα Του, ἀλλὰ τὸ ἱμάτιό Του μόνο. Κι ἀμέσως θεραπεύτηκε ἡ μακρόχρονη πάθησή της, ποὺ γιὰ χρόνια πολλὰ προσπαθοῦσαν οἱ γιατροὶ νὰ γιατρέψουν χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ὅλα ὅσα εἶχε τὰ σκόρπισε σὲ γιατροὺς καὶ σὲ φάρμακα, γιὰ νὰ βρεῖ τὴ θεραπεία της. Νὰ ὅμως ποὺ μπροστά της βρέθηκε ὁ Κύριος, ὁ γιατρὸς ποὺ δὲν ἀποβλέπει σὲ χρήματα, ποὺ δὲν τῆς ζητάει τίποτα, ἀλλὰ τῆς δίνει ὅλα ὅσα ἐκείνη ἐπιθυμοῦσε. Κι αὐτὸ χωρὶς καμιὰ προσπάθεια, μόχθο ἢ καθυστέρηση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πληρότητα καὶ τελειότητα κάθε ἄνωθεν δωρεᾶς, ποὺ ἔρχεται «ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων» (Ἰακ. α´ 17).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-2 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) «Οἱ ὑλιστές: Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους –τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ.– προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους»

, ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝΟΝΤΑΙ ΤΑ «12 ΤΣΕΚΟΥΡΙΑ».

Στήνονται τ «12 τσεκούρια»

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

ἀρ. τ. 2199, 15.05.2019
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ὅταν ἐπέστρεψε ντυμένος μὲ κουρέλια, φανερώθηκε μόνο σὲ τρεῖς ἔμπιστους καὶ ἀγαπητούς: στὸν ἴδιο τὸν Τηλεμαχο, στὸν χοιροβοσκὸ Εὔμαιο καὶ στὸν βουκόλο Φιλοίτιο.
.               Τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε ἄγνωστος μέσα στὸ παλάτι του, ὁ σκύλος του Ἄργος τὸν ἀναγνώρισε, κούνησε εὐτυχισμένος τὴν οὐρά του καὶ ἔσβησε γιὰ πάντα. Δάκρυσε ὁ Ὀδυσσέας. Στὴν Πηνελόπη παρουσιάστηκε ὡς γνωστὸς τοῦ Ὀδυσσέα, γιὰ τὸν ὁποῖο μάλιστα εἶχε ἀκούσει τελευταῖα ὅτι σύντομα ἐπιστρέφει στὴν Ἰθάκη. Ἡ πονεμένη πιστὴ σύζυγος δὲν χόρταινε νὰ ἀκούει καὶ νὰ κλαίει. Παρήγγειλε δὲ σὲ μία ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες, τὴν γερόντισσα Εὐρύκλεια, νὰ πλύνει τὰ πόδια τοῦ ξένου. Ἐκείνη ἦταν ἡ τροφὸς τοῦ Ὀδυσσέα καὶ ἀπὸ ἕνα νεανικὸ τραῦμα τοῦ ποδιοῦ του τὸν ἀναγνώρισε. Πῆγε νὰ φωνάξει χαρούμενη. Ὅμως ὁ Ὀδυσσέας τῆς ἐπέβαλε αὐστηρὰ σιωπή.
.               Οἱ μνηστῆρες τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ γέλια, εἰρωνεῖες καὶ χλευασμούς. Γιὰ αὐτοὺς ἦταν ἕνα καινούργιο ἐνδιαφέρον στὴν διασκέδασή τους. Ὅταν ζητοῦσε ἕνα κομμάτι κρέας, τοῦ πετοῦσαν κόκαλα καὶ σκαμνιά, γιὰ νὰ τὸν χτυπήσουν.
.               Ὥσπου ἔφτασε ἡ κρισιμη ἡμέρα. Ἡ Πηνελόπη, περιμένοντας νὰ φανεῖ ὁ Ὀδυσσέας, εἶχε ἐξαντλήσει ὅλα τὰ τεχνάσματά της, γιὰ νὰ κερδίσει χρόνο. Μὴ ἔχοντας πλέον ἄλλον τρόπο νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀσφυκτικὴ πίεση τῶν μνηστήρων, κατέφυγε σ’ ἕνα τελευταῖο τέχνασμα: κατέβασε τὸ μεγάλο τόξο τοῦ Ὀδυσσέα στὴν αὐλή, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ στήσουν σὲ εὐθεία γραμμὴ 12 τσεκούρια ποὺ εἶχαν 1 τρύπα στὴν κορυφή τους. Ὅποιος ἀπὸ σᾶς, εἶπε στοὺς μνηστῆρες, κατορθώσει νὰ τεντώσει τὸ μεγάλο τόξο τοῦ Ὀδυσσέα, καὶ πετύχει σὰν τὸν Ὀδυσσέα νὰ στείλει τὸ βέλος μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες τῶν 12 τσεκουριῶν, αὐτὸς θὰ γίνει ἄντρας μου καὶ βασιλιὰς τῆς Ἰθάκης. Καὶ ἀνέβηκε στὸ δωμάτιό της.
.               Οἱ κακότροποι σφετεριστὲς πῆραν τὸ τόξο. Ὅμως τὰ χέρια τους, μαθημένα μόνο στὸ φαγοπότι, ἀδυνατοῦσαν ἀκόμη καὶ νὰ τὸ τεντώσουν.
.               Τότε ὁ κουρελὴς γερο-ζητιανος ζήτησε νὰ τὸ δώσουν καὶ σὲ αὐτόν. «Δῶστε μου καὶ ἐμένα τὸ τόξο, παλικάρια», εἶπε· «νὰ δῶ, μοῦ ἔχει μείνει καθόλου δύναμη ἀπ’ αὐτὴν ποὺ εἶχα στὰ νιάτα μου;». Ἐκεῖνοι τὸν περιγέλασαν καὶ τὸν ἀποπῆραν. Ὅμως ὁ Τηλέμαχος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ὁ Εὔμαιος τοῦ ἔδωσε τὸ τόξο.
.               Ὁ Ὀδυσσέας τὸ πῆρε καὶ τὸ ἐξέτασε προσεκτικά. Ἔπειτα χωρὶς βία τὸ τέντωσε. «Ὡς ἄρ’ ἄτερ σπουδῆς τάνυσεν μέγα τόξον Ὀδυσσεύς. Δεξιτερῇ δ’ ἄρα χειρὶ λαβὼν πειρήσατο νευρῆς»· μὲ τὸ δεξί του χέρι δοκίμασε τὴν χορδή του. Καὶ αὐτή, γράφει ὁ Ὅμηρος, γλυκοτραγούδησε ἁπαλὰ σὰ νά ’ταν χελιδόνι: «ἡ δ’ ὑπὸ καλὸν ἄεισε, χελιδόνι εἰκέλη αὐδήν». Τὴν ἑπομένη στιγμὴ τὸ βέλος ἔφυγε σφυρίζοντας καὶ πέρασε μεμιᾶς μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες τῶν 12 τσεκουριῶν. Οἱ μνηστῆρες πάγωσαν!
.               «Σκυλιά!», τοὺς φώναξε τότε ὁ Ὀδυσσέας. «Νομίζατε λοιπὸν ὅτι δὲν θὰ γυρίσω ποτέ, καὶ γι’ αὐτὸ κατασπαταλᾶτε τὸ βιός μου; Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πληρώσετε γιὰ ὅλα τὰ ἀνομήματά σας».
.               Καὶ μαζὶ μὲ τὸν Τηλέμαχο, τὸν Εὔμαιο καὶ τὸν Φιλοίτιο τοὺς ἐξόντωσε… (βλ. Ραψωδία Φ).
.               Πολλοὶ ἄνομοι «μνηστῆρες» στὴν ἐποχή μας ἐπιβουλεύονται τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν πατρίδα μας καὶ τὸν κόσμο, καὶ κατασπαταλοῦν τὸ βιός Του, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς. Ἀνεβαίνουν θρασεῖς στοὺς θρονίσκους τῆς ἐξουσίας, αὐθαδιάζουν, μεγαλαυχοῦν, ὑψώνουν τὸ σπιθαμιαῖο ἀνάστημά τους καὶ βλασφημοῦν ἀλλάζοντας τοὺς αἰώνιους νόμους τοῦ Θεοῦ.
.               Ἄλλοι παραληροῦν αὐτοανακηρυσσόμενοι πλανητάρχες.
.               Ἄφρονες! Δὲν σκέφτονται ὅτι κάποια μέρα θὰ λογοδοτήσουν ὅλοι αὐστηρά. Ἀσεβοῦν οἱ ἴδιοι καὶ παρασύρουν καὶ τοὺς λαούς τους σὲ ἀσέβεια καὶ καταπάτηση τῶν ἠθικῶν νόμων. Μύωπες, βαρήκοοι, ἀναίσθητοι.
.               Γιὰ πόσο ἀκόμη θὰ ἁλωνίζουν; Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀναγκαστοῦν νὰ ὑποστοῦν τὶς συνέπειες τῆς ἀποστασίας τους καὶ νὰ πιοῦν τὸν «τρυγίαν», τὸ πικρὸ κατακάθι ἀπὸ τὸ «ἐν χειρὶ Κυρίου» «ποτήριον» (Ψαλ. ΟΔ´ [74] 9).
.               Τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν δείχνουν ὅτι ἤδη στήνονται τὰ «12 τσεκούρια». Ἔρχεται ἡ ὥρα, ποὺ ὁ μόνος Κυβερνήτης τοῦ κόσμου θὰ ἐπέμβει δραστικὰ καὶ θὰ σώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ κακοῦ. Ἤδη τέντωσε τὴ χορδὴ τοῦ τόξου του, τὸ ἔχει ἕτοιμο νὰ ρίξει. Καὶ πάνω σ’ αὐτὸ ἔχει βέλη πύρινα, θανατηφόρα. Φτάνει ἡ ὥρα ποὺ Ἐκεῖνος, ὁ μόνος Κύριος τῆς Ἱστορίας, θὰ μεταβάλει τὴν πορεία της.
.               Θὰ ἔρθεις, Κύριε! Ἔρχεσαι! «Ἐντείνων ἐντενεῖς τὸ τόξον σου ἐπὶ σκῆπτρα»· τεντώνεις τέρμα τὸ τόξο σου ἐναντίον τῶν «μνηστήρων» τῆς ἐξουσίας σου, τῶν παράνομων ἐξουσιαστῶν τῆς γῆς (Ἀββ. Γ´ 9).
.               Ἔρχεται ὁ κύριος τῶν πάντων! Σύντομα, μέσα ἀπὸ τὴν πικρὴ ἐμπειρία τῆς ἀνθρωποκτόνου σατανικῆς κυριαρχίας, θὰ ὁδηγηθεῖ ἡ ἀποστατημένη ἀνθρωπότητα στὴν ἀναζήτησή Του. Καὶ τότε θὰ φανερωθεῖ ἡ ἀλήθεια στὸν κόσμο. Θὰ ἀνοίξουν οἱ καρδιὲς στὸ φῶς τοῦ εὐαγγελίου. Θὰ τὸ δεχθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλοι οἱ λαοί, κάθε φυλὴ καὶ γλῶσσα.
.               Καὶ ὁ Σταυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ λάμψει σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, σὲ Βορρᾶ καὶ Νότο. Παντοῦ! Ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς γῆς!

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ καὶ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ τοῦ ΣΚΟΤΟΥΣ «Τότε ἔρχεται ἕνα σκοτάδι, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, φθάνουμε σέ ἕνα σημεῖο νά ἔχουμε διάφορους λογισμούς, καί μία ἀπελπισία καταλαμβάνει τήν ψυχή μας, ἕνα σκοτάδι ὄχι διανοητικό, ἀλλά ψυχικό, καρδιακό σκοτάδι, σκοτιζόμαστε ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση, δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε σέ πειρασμούς καί δυσκολίες».

Ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας μέχρι τῆς ἐνάτης
Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Λόγος ἀπομαγνητοφωνημένος στήν Ἀποκαθήλωση.
Μεγάλη Παρασκευή 2019, Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ναυπάκτου.

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»

*

.           Τά Πάθη, ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάστασή τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δημιουργοῦν πολύ μεγάλη ἔμπνευση σέ αὐτούς πού τά μελετοῦν καί τά διαβάζουν. Εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα δέν συνδέονται μόνο μέ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί μέ τήν δική μας ζωή.

Τά γεγονότα τῆς Σταυρώσεως

.           Ὅταν διαβάζη κανείς τά ἅγια καί ἱερά Εὐαγγέλια, τότε βλέπει συνολικά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ. Τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης ὁ Χριστός συνελήφθη ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους καί ὅλη τήν νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης προσήγετο ἀπό τόν Ἄννα στόν Καϊάφα καί γίνονταν ἀνακρίσεις, ἀκολούθησαν τά κολαφίσματα πού ὑπέστη ὁ Χριστός, ἡ πτώση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου μέ τήν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καί πολλά ἄλλα.
.           Τό πρωΐ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς συνῆλθε τό Μεγάλο Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων, διότι σύμφωνα μέ τήν νομοθεσία δέν ἔπρεπε νά συνεδριάζουν κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας. Ἔλαβαν ἀπόφαση νά θανατώσουν τόν Χριστό καί τόν ὁδήγησαν στόν Πιλάτο γιά νά ἐκδώση τήν ἀπόφαση. Ἔγινε ἡ σχετική ἀνάκριση ἀπό τόν Πιλάτο καί περίπου στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωί τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἐξεδόθη ἡ καταδικαστική ἀπόφαση νά θανατωθῆ ὁ Χριστός διά τοῦ Σταυροῦ.
.           Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος γράφει: «ἦν δέ ὥρα τρίτη καί ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Μάρκ. ιε΄, 25), δηλαδή αὐτό ἔγινε στίς ἐννέα ἡ ὥρα τό πρωΐ, ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφαση καί ἄρχισε ἡ διαδικασία τῆς σταυρώσεως καί τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη μέχρι τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι, ἔγιναν ὅλα τά γεγονότα τά ὁποῖα περιγράφουν οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές.
.           Ἀμέσως μετά, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως στό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, «ἀπό δέ ἕκτης ὥρας μέχρι ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45), δηλαδή ἀπο τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, σκοτείνιασε ὁ ἥλιος.
.           Στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι, τήν ἐνάτη ὥρα, ὅπως τήν ἔλεγαν τότε, ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του καί ἀμέσως ἔγινε μέγας σεισμός, τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σκίσθηκε στά δύο, ἄνοιξαν τά μνήματα καί βγῆκαν ἀπό αὐτά πολλοί κεκοιμημένοι καί ἐμφανίστηκαν στήν πόλη μετά τήν ἔγερσή Του. Στήν συνέχεια ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τήν Θεότητά Του κατέβηκε στόν Ἅδη γιά νά νικήση τόν θάνατο καί τό Σῶμα Του παρέμεινε στόν Τάφο μαζί μέ τήν θεότητα. Μέχρι τό πρωΐ τῆς Ἀναστάσεως ὑπῆρχε σιγή, σαββατισμός.
.           Θά ἤθελα σήμερα νά περιορίσω τόν λόγο μου κυρίως σέ αὐτό τό σκοτάδι, τό ὁποῖο ἔγινε στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι καί κράτησε μέχρι τίς 3 ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι, ὅπως λέει ὁ Εὐαγγελιστής: «Ἀπό δέ τῆς ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπί πᾶσαν τήν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. κζ΄, 45). Τό ἴδιο λένε καί οἱ δύο ἄλλοι Εὐαγγελιστές, ἰδίως ὁ δέ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς γράφει «τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος» (Λουκ. κγ΄, 44).
.           Πρέπει νά δοῦμε λίγο τήν θεολογία αὐτοῦ τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, ὅπως τήν χαρακτηρίζουμε σήμερα.

Τί ἦταν τό σκοτάδι αὐτό

.           Ὅπως εἴδαμε αὐτό τό σκοτάδι κράτησε τρεῖς ὧρες, ἀπό τίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι μέχρι τίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι πού ὁ Χριστός παρέδωσε τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του. Κράτησε τρεῖς ὧρες αὐτό τό σκοτάδι. Τί ἦταν αὐτό τό σκοτάδι τό ὁποῖο ἔγινε πρίν ὁ Κύριος παραδώσει τό πνεῦμα Του στόν Πατέρα Του;
.           Ἐκεῖνο πού φαίνεται ἀπό τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅτι δέν ἦταν ἕνα σκοτάδι, τό ὁποῖο ἦταν ἀποτέλεσμα ἐκλείψεως τοῦ ἡλίου ἀπό τήν παρεμβολή τῆς σελήνης, ἀλλά ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό γεγονός.
.           Ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος, τοῦ ἑνδεκάτου αἰῶνος μ.Χ., ἑρμηνεύει: «Τό γενόμενον σκότος οὐκ ἦν κατά φυσικήν ἀκολουθίαν, οἷον ἀπό τῆς ἐκλείψεως ἡλίου φυσικῶς γενομένης». Δέν ἦταν, δηλαδή, κάποιο φυσικό φαινόμενο, ὅπως γίνεται μέ τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου, γιατί ὑπῆρξε ἀπόλυτο σκοτάδι. Καί ὅπως ἐξηγεῖ στήν συνέχεια, τήν ἡμέρα ἐκείνη πού γινόταν τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων ἡ σελήνη ἦταν δεκατεσσάρων ἡμερῶν καί δέν μποροῦσε νά συμβῆ αὐτό τό φυσικό φαινόμενο.
.           Συνεχίζοντας λέει: «Ὥστε ὑπέρ φύσιν τό πάθος», δηλαδή τό σκοτάδι τοῦ ἡλίου, ἦταν ἕνα ὑπερφυσικό φαινόμενο, ὄχι φυσικό. Καί συνεχίζει ὅτι δέν ἦταν ἕνα μερικό γεγονός, ἕνα γεγονός πού συνέβη στά Ἱεροσόλυμα, στήν Παλαιστίνη, ἀλλά «κοσμικόν ἐστί γεγονός», ἦταν ἕνα γεγονός πού συνέβη σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ πού κράτησε τρεῖς ὧρες.
.           Ἔχουμε μία μαρτυρία πού προέρχεται ἀπό τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἐθνικός, ἦταν μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου στήν Ἀθήνα, καί ἐκείνη τήν ἡμέρα βρέθηκε στήν Αἴγυπτο. Σέ μία ἐπιστολή πού στέλλει ἀργότερα στόν ἅγιο Πολύκαρπο, τόν Ἐπίσκοπο Σμύρνης ἀναφέρεται σέ αὐτό τό γεγονός. Τοῦ γράφει νά πῆ σέ κάποιον πού ὀνομαζόταν Ἀπολλοφάνης: «Τί λέγεις γιά τήν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου πού συνέβη τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως τοῦ Σωτῆρος; Διότι τότε ἤμασταν καί οἱ δύο παρόντες στήν Ἡλιούπολη (τῆς Αἰγύπτου) καί βρισκόμασταν μαζί καί βλέπαμε παραδόξως τήν σελήνη νά ἐμπίπτη στόν ἥλιο, ἐνῶ δέν ἦταν καιρός συνόδου. Ἔπειτα, ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα (στίς τρεῖς ἡ ὥρα μετά τό μεσημέρι) ἕως τήν ἑσπέρα νά ὑποκαθίσταται ὑπερφυῶς στή διάμετρο τοῦ ἡλίου. Νά τοῦ ὑπενθυμίσης καί κάτι ἄλλο. Γνωρίζει καλά ὅτι εἴδαμε αὐτήν τήν συσκότιση νά ἀρχίζη ἀπό τήν ἀνατολή καί νά φθάνη ἕως τό ἡλιακό τέρμα καί ἔπειτα νά ξαναγυρίζη, ὥστε τό καθάρισμα δέν ἔγινε ἀπό τό ἴδιο σημεῖο τῆς συσκοτίσεως, ἀλλά ἀπό τό ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο. Αὐτά εἶναι τά ὑπερφυῆ γεγονότα πού εἶναι δυνατά μόνο στόν Χριστό, τόν παναίτιο, ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖ ἀναρίθμητα μεγάλα καί ἐξαίσια θαύματα».
.           Στήν βιογραφία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γράφεται ὅτι, ὅταν εἶδε αὐτό τό σκοτάδι τήν ὥρα πού βρισκόταν στήν Αἴγυπτο τό μεσημέρι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶπε: «Ἤ Θεός πάσχει ἤ τό πᾶν ἀπόλλυται». Δύο πράγματα μπορεῖ νά συμβαίνουν: «Ἤ Θεός ὑποφέρει ἤ ὅλα καταστρέφονται». Γι’ αὐτό ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἀργότερα ἄκουσε τόν Ἀπόστολο Παῦλο στήν Ἀθήνα νά ὁμιλῆ στόν Ἄρειο Πάγο γιά τόν θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀμέσως πίστευσε αὐτός καί ἡ οἰκογένειά του καί εἶναι ὁ μέγας ἐκεῖνος θεολόγος πού μᾶς ἄφησε τά συγγράμματα, στά ὁποῖα μιλᾶ γιά τόν γνόφο καί τό φῶς, γιά ὅλη αὐτή τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.
.           Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅλα αὐτά προέρχονται ἀπό τό θαῦμα, τό ὁποῖο εἶδε ὁ ἅγιος Διονύσιος, τό θαῦμα καί τήν θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δηλαδή στίς δώδεκα ἡ ὥρα τό μεσημέρι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Γιατί ἔγινε σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη.

.           Τό ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Γιατί ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι ὅταν ὁ Χριστός βρισκόταν πάνω στόν Σταυρό, πρίν παραδώση τό πνεῦμα Του; Γιατί ἐπέτρεψε ὁ Θεός ἐκείνη τήν ὥρα νά γίνη σκότος σέ ὅλη τήν γῆ;
.           Τήν ἑρμηνεία τήν δίνει πάλι ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος. Λέγει ὅτι αὐτό ἔγινε γιά τέσσερεις λόγους.
.           Πρῶτον, «ἵνα δειχθῇ ὅτι πενθεῖ ἡ κτίσις ἐπί τῷ πάθει τοῦ Κτίστου». Δηλαδή, καί ἡ κτίση ἔπρεπε να πενθήση γι’ αὐτό τό φοβερό πάθος τοῦ Κτίστου καί δημιουργοῦ τοῦ κόσμου. Καί αὐτό τό ἀκούσαμε σέ πολλά τροπάρια πού ψάλλαμε σήμερα.
.           Δεύτερον, γιά νά δειχθῆ «ὅτι ἀπό τῶν Ἰουδαίων ἀπέστη τό φῶς». Δηλαδή, οἱ Προφῆτες προμήνυαν καί προφήτευαν ὅτι ὁ Γιαχβέ θά γίνη ἄνθρωπος, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως τί εἶπε γιά τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ ὁ Προφήτης Ἡσαΐας πού ἔζησε ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν Χριστό. Καί ὅμως ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων πού διάβαζε αὐτές τίς προφητεῖες ὅτι θά ἔρθη ὁ Γιαχβέ γιά νά σαρκωθῆ γιά νά σώση τό ἀνθρώπινο γένος, τόν καταδίκασε σέ θάνατο. Δέν μπόρεσαν οἱ ἀπόγονοι τῶν Προφητῶν ἐκείνων νά καταλάβουν αὐτό τό γεγονός, ὅτι ἦλθε ὁ Χριστός, ὁπότε ἀπομακρύνθηκε τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Ἰουδαίους καί πῆγε στά ἔθνη.
.           Τρίτον, ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι γιατί τήν ἐποχή ἐκείνη, ὅπως διαβάζουμε στά Εὐαγγέλια, ὅταν μιλοῦσε ὁ Χριστός, τοῦ ζήτησαν σημεῖο ἀπό τόν οὐρανό, ἄν αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἔλεγαν: Ὡραῖα, ἀκοῦμε αὐτά πού λές, δός μας ἕνα σημεῖο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑπενθύμισε τό σημεῖο τοῦ Προφήτου Ἰωνᾶ πού βρισκόταν τρεῖς ἡμέρες καί νύκτες στήν κοιλία τοῦ κήτους. Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος ὅτι αὐτό τό σημεῖο πού ζητοῦσαν τότε ἀπό τόν οὐρανό, ἐδόθη τήν ὥρα τῆς Σταυρώσεως, ὅταν σκοτίσθηκε ὁ ἥλιος καί ἑπομένως «οἱ αἰτοῦντες ἐξ οὐρανοῦ σημεῖον ἰδεῖν Ἰουδαῖοι, νῦν βλεπέτωσαν τόν ἥλιον σκοτιζόμενον».
.           Τέταρτη αἰτία γιά τήν ὁποία ἔγινε αὐτό τό σκοτάδι εἶναι ὅτι τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, καί τήν ἕκτη ὥρα τῆς ἕκτης ἡμέρας ὁ Ἀδάμ ἔφαγε τόν ἀπαγορευμένο καρπό καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό φῶς τό ἀληθινό καί ἔπεσε σέ βαθύτατο σκοτάδι. Δηλαδή, ἐπῆλθε ὁ σκοτασμός τοῦ νοῦ του καί ἔχασε τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό καί μετά, ὅταν ἐξῆλθε ἀπό τόν Παράδεισο, ἄρχισε νά λατρεύη τά εἴδωλα, εὑρισκόμενος μέσα στό σκοτάδι. Καί τώρα ἦλθε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, καί ἔπειτα τήν ἕκτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, τήν Παρασκευή, καί τήν ἕκτη ὥρα τό μεσημέρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ὅπως μετροῦσαν τότε, δηλαδή τήν δωδεκάτη τό μεσημέρι σταυρώθηκε γιά νά ἀναγεννήση τόν ἄνθρωπο.
.           Καί ὅπως ὅλος ὁ κόσμος δημιουργήθηκε μέσα ἀπό τό σκοτάδι, μέσα ἀπό τήν ἄβυσσο, ἀφοῦ ὅπως λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη ἦταν στήν ἀρχή σκοτάδι σέ ὅλη τήν γῆ, καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπιφερόταν ἐπάνω ἀπό τήν ἄβυσσο, ἔτσι καί τώρα γίνεται σκοτάδι καί ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου.
.           Τελικά, τό σκότος ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο, ὅπως καί ἡ νύκτα ἔχει ἕνα μυστήριο καί περιμένουμε τήν ἀνατολή τῆς ἄλλης ἡμέρας, περιμένουμε νά ἔρθη πάλι τό φῶς. Ἔτσι, καί ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σκοτεινές ὧρες, ὅταν ὑπομένη θά ἀποκτήση κοινωνία μέ τόν Θεό καί θά γίνη φωτεινός κατά Χάριν.
.           Μποροῦμε, βέβαια, νά σκεφτοῦμε λίγο αὐτό τό γεγονός; Τέτοια ὥρα νά ὑπάρχη πολύς ἥλιος, ἐπειδή εἶναι μεσημέρι καί ἀμέσως νά σκοτεινιάσουν τά πάντα, σάν νά εἶναι δώδεκα ἡ ὥρα τά μεσάνυκτα καί νά μή βλέπουμε τίποτα, ὅταν μάλιστα δέν ἔχουμε ἠλεκτρικό ρεῦμα.
.           Γνωρίζουμε ὅτι στόν Γολγοθᾶ πρίν γίνη σκοτάδι ὁ ἕνας ἀπό τούς ληστές εἶπε στόν Χριστό νά κατεβῆ ἀπό τόν Σταυρό, ὥστε νά πιστεύσουν ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός δέν κατέβηκε ἀπό τόν Σταυρό. Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τοῦ γάρ καταβῆναι ἀπό τοῦ σταυροῦ τοῦτο (δηλαδή τό σκότος) θαυμασιώτερον». Δηλαδή, τό σκοτάδι τήν ὥρα ἐκείνη ἦταν πιό θαυμάσιο ἀπό τοῦ νά κατέβαινε ὁ Χριστός ἀπό τόν Σταυρό γιά νά δείξη τήν θεότητά Του. Ἔτσι, αὐτό πού ζητοῦσε ὁ ληστής ἔγινε, ἀλλά μέ ἕναν ἄλλο τρόπο.
.           Καί ἐμεῖς ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ μέ τόν τρόπο πού ἐμεῖς θέλουμε, καί ὁ Θεός μᾶς ἀποκαλύπτει τήν δύναμή Του καί τήν παρουσία Του μέ ἕναν ἄλλο διαφορετικό τρόπο. Γιατί ἐμεῖς εἴμαστε κοντόφθαλμοι καί δέν μποροῦμε νά δοῦμε ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὑπάρχουν στήν πραγματικότητα.
.           Αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας, δηλαδή τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς.

Τό σκοτάδι στήν ζωή μας

.           Ὅμως, αὐτό τό γεγονός ἔχει πολύ μεγάλο νόημα στήν ζωή μας. Γιατί καί ἐμεῖς ὡς Χριστιανοί ἀκολουθοῦμε τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἀκοῦμε τόν Χριστό νά μᾶς διδάσκη καί ἐπειδή ἀκριβῶς θέλουμε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ αὐτά πού διδάσκει ὁ Χριστός, πολλές φορές δεχόμαστε καί τόν σταυρό, σταυρωνόμαστε ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ καί γιά τόν Χριστό.
.           Πολλές φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τά πάθη μας καί ἀκολουθεῖ τό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας. Ἄλλες φορές σταυρωνόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι δέν μᾶς καταλαβαίνουν, μᾶς συκοφαντοῦν καί μᾶς διαβάλλουν. Δέν καταλαβαίνουν τήν ζωή τήν ὁποία ζοῦμε, τό τί σημαίνει νά εἶναι κανείς Χριστιανός Ὀρθόδοξος. Καί ἔτσι πολλοί ἀπό ἐμᾶς ὅλα αὐτά τά Πάθη, τά ὁποῖα ὑπέστη ὁ Χριστός, τά ζοῦμε ποικιλοτρόπως στήν ζωή μας.
.           Ζοῦμε τήν διαδικασία τῆς πορείας ὅλων τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, μέ μετριότερη προσαρμογή, ἀκόμη καί τῶν ἀνακρίσεων ἀπό τούς Γραμματεῖς καί τους Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς μας, ζοῦμε καί τήν ἀνάκριση πολλές φορές ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία, ὅπως ἦταν ὁ Πιλάτος τήν ἐποχή ἐκείνη. Ζοῦμε τόν διωγμό, τήν σταύρωση, τήν φραγγέλωση, τά πάθη, τούς ἐμπτυσμούς καί τά παθήματα. Καί βεβαίως δεχόμαστε καί τόν σταυρό. Εἶναι ὅλα φυσιολογικά γεγονότα στήν χριστιανική ζωή.
.           Καί ὅταν πολλές φορές εἴμαστε ἐπάνω στόν σταυρό, ὅπως ὁ Χριστός τήν δωδεκάτη ὥρα τήν μεσημβρινή, τότε ἔρχεται ἕνα σκοτάδι, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, φθάνουμε σέ ἕνα σημεῖο νά ἔχουμε διάφορους λογισμούς, καί μία ἀπελπισία καταλαμβάνει τήν ψυχή μας, ἕνα σκοτάδι ὄχι διανοητικό, ἀλλά ψυχικό, καρδιακό σκοτάδι, σκοτιζόμαστε ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση, δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε σέ πειρασμούς καί δυσκολίες.
.           Μερικές φορές ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά γίνεται αὐτό κατά τήν πορεία τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, εἶναι αὐτό πού ὀνομάζουν οἱ ἅγιοι ὡς ἄρση τῆς θείας Χάριτος ἤ ὡς Θεοεγκατάλειψη, γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο οἱ ἀσκητικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Ἀρχίζει κανείς τόν πνευματικό του ἀγώνα, διαβάζει χριστιανικά βιβλία, ζῆ χριστιανικά καί κάποια στιγμή ὄχι μόνο βλέπει τούς ἀνθρώπους νά εἶναι ἀπέναντί του, ἀλλά συγχρόνως δέν αἰσθάνεται καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί συμβαίνει περίπου αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλειπες;». Βέβαια, δέν ἐγκατέλειψε ὁ Πατέρας τόν Υἱό Του, ποτέ δέν ἐγκαταλείφθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση, πάντοτε ὁ Χριστός ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Πατέρα Του, ἀλλά αὐτό τό εἶπε, γιατί ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «τυποῖ τό ἡμέτερον», δηλαδή οὐσιαστικά τυπώνει αὐτό πού ἐμεῖς ζούσαμε στήν ζωή μας, ὅταν φύγαμε ἀπό τόν Θεό.
.           Καί τότε φωνάζει κανείς καί λέει: «Ὅλοι μέ ἐγκατέλειψαν. Ὁ Προφητάναξ Δαυίδ λέγει “ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δέ Κύριος προσελάβετό με”» (Ψαλμ. 26, 10). Ἀλλά ἔρχονται στιγμές πού δέν βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Ποῦ εἶσαι Θεέ; Ἐάν ὑπάρχης, βοήθησέ με. Γιατί ἐξαφανίστηκες, γιατί ἔφυγες ἀπό μένα, γιατί μέ ἐγκατέλειψες μέσα στό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογνώσεως;». Ζοῦμε αὐτήν τήν θεολογία καί τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς ἕκτης ὥρας. Ἀλλά, ἀδελφοί, δέν πρέπει νά ἀπογοητευόμαστε καί τίς ὧρες ἐκεῖνες, γιατί θά ἀκολουθήσουν καί ἄλλα γεγονότα στήν ζωή μας.
.           Τρεῖς ὧρες κράτησε τό σκοτάδι, κατά τήν διάρκεια τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔπειτα στίς τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι ὁ Χριστός παρέδωκε τό πνεῦμα Του. Ἔγινε σεισμός, ἀκολούθησαν μεγάλα γεγονότα, καί μετά σιγή, καί ὕστερα ἔλλαμψε τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή ἡ διαδικασία γίνεται καί σέ μᾶς, τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἄρα τότε πού περνᾶμε αὐτό τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης ὥρας, τότε διενεργεῖται ἐσωτερικά καί μυστικά ἡ ἀναγέννησή μας. Αὐτό τό σκοτάδι τῆς συστολῆς τῆς θείας Χάριτος, κρύβει ἕνα μεγάλο μυστήριο, τότε κυοφορεῖται ἠ ἀνάστασή μας.
.           Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, μήν ἀπελπίζεστε. Ὅσα γεγονότα καί ἄν ἔλθουν στήν ζωή σας, ὅσες δυσκολίες, ὅσοι κατατρεγμοί, ὅσα κολαφίσματα, ὅσοι ἐμπτυσμοί, ὅσες καταδιώξεις καί ἄν ἔλθουν, καί ὅταν ἀκόμη ἔλθη ἀπελπισία καί ἀπόγνωση, μήν πτοεῖσθε. Αὐτή ἡ κατάσταση εἶναι ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ σκότους, καί θά ἀκολουθηση καί ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ φωτός. Γιατί μέσα ἀπό τό σκοτάδι αὐτό, ὅταν κάνουμε ὑπομονή καί προσευχόμαστε ἐκεῖνες τίς δύσκολες ὧρες, θά ἀνατείλη ὁ Ἀναστάς Χριστός μέσα στήν καρδιά μας καί θά γεμίσουμε ἀπό ἐλπίδα καί αἰώνια ζωή.
.           Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τοῦ σκότους τῆς δωδεκάτης μεσημβρινῆς, τό ὁποῖο μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν προσευχή μας μπορεῖ νά μετατραπῆ σέ μυστήριο ἐλπίδας καί ἀναστάσιμης ζωῆς. Ἀμήν.

, , , , ,

Σχολιάστε