Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός

ΧΡΙΣΤΟΣ καὶ ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ὁ θεολογικὸς Αὔγουστος

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου  καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
Ἐγκύκλιος γιά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

.                      Στό κέντρο τοῦ Καλοκαιριοῦ, καί μάλιστα στό κέντρο τοῦ μηνός Αὐγούστου, ἑορτάζουμε τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀπό τήν ὁποία Θεοτόκο ὁ Χριστός προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί εἰσῆλθε στήν ἱστορία ὡς Θεάνθρωπος Χριστός.
.                      Τίς πρῶτες ἡμέρες τοῦ Αὐγούστου μέχρι τήν προπαραμονή τῆς 15ης Αὐγούστου ψάλλουμε στούς Ἱερούς Ναούς τίς Παρακλήσεις στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν Μικρή καί τήν Μεγάλη Παράκληση, πού εἶναι γεμάτες ἀπό θεολογικά καί πνευματικά νοήματα. Μέ θεολογικές λέξεις καί θαυμαστές εἰκόνες παρουσιάζεται ὅλο τό παγκόσμιο ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Μητέρας Του.
.                      
Μέσα στίς Παρακλήσεις διεκτραγωδεῖται κατά ἕναν ἔντονο τρόπο ὁ πόνος στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πόνος σωματικός, πόνος ἐσωτερικός καί μυστικός, πόνος πνευματικός, πόνος πρόσκαιρος καί διαχρονικός. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος ἀπό τόν πόνο πού προέρχεται ἀπό τό θνητό καί παθητό σῶμα του, καί ἐκφράζεται μέ τίς ἀσθένειες, τίς ἁμαρτίες, τά πάθη, τήν ὀρφάνια, τήν μοναξιά, τήν προδοσία ἀπό τούς ἀνθρώπους, τήν στέρηση τῆς ἀγάπης, τήν ἀπελπισία, τήν ἀβεβαιότητα τοῦ μέλλοντος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι βουτηγμένος μέσα στόν πόνο ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα τῆς γεννήσεώς του μέχρι τό τέλος τῆς βιολογικῆς του ζωῆς.
.                      
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ὡς ἄνθρωπος καί Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, δοκίμασε τόν πόνο στήν ζωή της, ἀπό τήν καχυποψία τῶν ἀνθρώπων πού συνέλαβε χωρίς νά παντρευτῆ, ἀπό τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ μέσα στό σπήλαιο, τόν φόβο τῆς σφαγῆς τοῦ νεογνοῦ της, τήν μετακίνησή της στήν Αἴγυπτο ὡς πρόσφυγας, ἐνῶ ἦταν μητέρα μικροῦ παιδιοῦ, τήν ἐπιστροφή της ἀπό τήν ἐξορία στήν Ναζαρέτ, τίς δυσκολίες ἀπό τήν στέρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, καί ἀργότερα ἔζησε μέ πόνο ἀπό τά Πάθη καί τόν Σταυρό τοῦ υἱοῦ της, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέσα στίς δοκιμασίες τῆς Παναγίας μας βλέπουμε καί ἐμεῖς τίς δικές μας δοκιμασίες, καί γι’ αὐτό τήν καταλαβαίνουμε, ἀλλά καί αἰσθανόμαστε ὅτι καί αὐτή μᾶς καταλαβαίνει
.                      Καί μετά τίς Παρακλήσεις, κατά τίς ὁποῖες ἐξάγουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας τόν δικό μας πόνο καί τίς δικές μας περιπέτειες, ἔρχεται στό μέσον τοῦ Δεκαπενταυγούστου ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἐδῶ πιά δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ συνηθισμένες καθημερινές καταστάσεις, ἤτοι τόν πόνο, τήν στέρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τήν προσφυγιά, τίς συκοφαντίες, τίς ἀδικίες, ἀλλά μέ τόν ἴδιο τόν θάνατο.
.                      Εἶναι ὄντως φοβερός ὁ θάνατος, ὁ «ἔσχατος ἐχθρός» τοῦ ἀνθρώπου (Α΄ Κορ. ιε΄, 26) πού μᾶς στερεῖ τήν ἐπικοινωνία μέ ἀγαπητούς μας ἀνθρώπους, πού προξενεῖ τήν διάσπαση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, ὁπότε τό σῶμα κατεβαίνει στόν τάφο καί ἡ ψυχή κάνει τήν δική της πορεία, θετική ἤ ἀρνητική. Ὁ Σοφός Σειράχ στήν Παλαιά Διαθήκη γράφει: «Ὤ θάνατε, ὡς πικρόν σου τό μνημόσυνόν ἐστιν ἀνθρώπῳ εἰρηνεύοντι ἐν τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ» (Σ. Σειράχ μα΄, 1).
.                      
Ἐάν γιά τά καθημερινά προβλήματα πού μᾶς βασανίζουν ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ παρηγοριά καί ἡ ἐλπίδα μας, γιά τό φοβερό τοῦ θανάτου γίνεται φάρος φωτεινός. Δείχνει ὅτι ἐν Χριστῷ ὁ θάνατος ἔχει νικηθῆ, δέν εἶναι πορεία στό μηδέν, ὅπως λένε ὅσοι δέν πιστεύουν, ἀλλά συνάντηση μέ τόν Χριστό καί τούς ἁγίους, εἶναι «ἔνδοξη κοίμηση», γιά τήν ὁποία χαίρονται οἱ ἄγγελοι, ἀφοῦ γιά ὅσους πιστεύουν καί ζοῦν ἐν Χριστῷ, εἶναι συνάντηση μαζί Του, εἶναι ζωή ὑπερτέρα τῆς βιολογικῆς ζωῆς.
.                      Καί μετά τήν 15η Αὐγούστου συνεχίζεται ἡ ἑορταστική πανήγυρη μέχρι τήν 23η Αὐγούστου, πού ἑορτάζουμε πανηγυρικότατα τήν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, καί ἀκόμη φθάνουμε μέχρι τήν 31η Αὐγούστου πού ἑορτάζουμε τήν κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού εἶναι ὑπόμνηση τῆς συνεχοῦς προστασίας της στήν ζωή μας.
.                      
Ἔτσι, ἀπό τίς Παρακλήσεις τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Δεκαπενταυγούστου, πού ἐκφράζουμε στήν Παναγία ὅλους τούς καθημερινούς μας πόνους, ἀλλά καί τήν σημερινή ἡμέρα τῆς ἐνδόξου Κοιμήσεώς της, μαθαίνουμε στήν πράξη ὅτι ὁ θάνατος εἶναι θυμηδία καί χαρά, εἶναι ἕνας ἁπλός ὕπνος, ὅτι, δηλαδή, ὁ βραδινός ὕπνος εἶναι ἕνας μικρός θάνατος, καί αὐτό πού ὀνομάζουμε θάνατο εἶναι ἕνας μεγάλος ὕπνος μέχρι τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καί αὐτό τό πανηγυρίζουμε μέχρι τήν τελευταία ἡμέρα τοῦ Αὐγούστου.
.                      Ὅμως, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι τήν 6η Αὐγούστου, τίς ἡμέρες πού προηγοῦνται ἀπό αὐτήν, καί τίς ἡμέρες πού ἀκολουθοῦν μέχρι τήν 13η Αὐγούστου, ἑορτάζουμε τό μεγάλο γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Ἐκκλησία μᾶς δείχνει ποιός νίκησε τόν θάνατο, τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, ποιός ἔδωσε στήν Παναγία αὐτήν τήν μεγάλη δόξα, ποιός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς σωτηρίας μας. Αὐτός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
.                      Στήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό κατ’ εἰκόνα νά φθάση στό καθ’ ὁμοίωση, βλέπουμε τό ἔνδοξο Φῶς τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ, τήν δόξα τῆς Παναγίας καί τήν θέωσή μας. Τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στό ὄρος Θαβώρ ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος καί τά ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκά ὡς τό Φῶς, πού δείχνει ὅτι, ὅταν ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό, λάμπει ὅλη μας ἡ ὕπαρξη καί ὅλα τά αἰσθητά γίνονται λευκά, φωτοφόρα.
.                      Αὐτό σημαίνει ὅτι γιά τήν Ἐκκλησία ὁ μήνας Αὔγουστος, μέ τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, δείχνει καθαρότατα τό λυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, καί τήν οὐσιαστική προσφορά σέ αὐτό τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Χριστός καί Παναγία εἶναι ἑνωμένοι καί δείχνουν τήν ὑπέρβαση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου, τήν νίκη τῆς αἰώνιας ζωῆς ἐπάνω στήν θνητότητα καί παθητότητα τοῦ ἀνθρώπου. Εὐλογημένος εἶναι αὐτός ὁ μήνας, γιατί μέσα στήν φλόγα τοῦ Καλοκαιριοῦ μᾶς δείχνει τήν ἀναψυχή τῆς αἰώνιας ζωῆς.
.                      Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ὅτι αὐτές οἱ ἡμέρες δέν προσφέρονται μόνον γιά μιά ξεκούραση σωματική, γιά μιά ἐναλλαγή ἐντυπώσεων καί καθημερινοῦ τρόπου ζωῆς, ἀλλά δείχνουν τόν ὑψηλό σκοπό τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, τό ὑψηλό νόημα τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ὅτι ὅλες οἱ δυσκολίες καί οἱ πειρασμοί, οἱ ἀσθένειες καί ὁ θάνατος ὑπερβαίνονται ἐν Χριστῷ.
[…]

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἡ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.              .               Ὁ Χριστός εἶναι ἡ βάση τῆς πίστεώς μας καί τό κέντρο τῆς ζωῆς μας. Διά τοῦ Χριστοῦ ἔχουμε κοινωνία μέ τόν Τριαδικό Θεό. Μέ τό Βάπτισμα γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί μέ τήν θεία Κοινωνία κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό γίνεται μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα, καί διά τοῦ Χριστοῦ ἐρχόμαστε στόν Πατέρα.
.               Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέ­λαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν θέωσε «ἅμα τῇ προσλήψει», καί μέ τήν Σταύρωση καί τήν Ἀνάστασή Του νίκησε τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο καί προσφέρεται σέ μᾶς, ὥστε καί ἐμεῖς διά τοῦ Χριστοῦ νά νικήσουμε στήν ζωή μας τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.
.               Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος γράφει: «Καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καί τοῦτό ἐστι τό τοῦ ἀντιχρίστου ὅ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καί νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστίν ἤδη. ῾Υμεῖς ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστε, τεκνία, καί νενικήκατε αὐτούς, ὅτι μείζων ἐστίν ὁ ἐν ὑμῖν ἤ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ» (Α΄ Ἰω. δ΄, 3-4).
.               Ὁ Χριστός ἔχει δύναμη ἀσυγκρίτως ὑπέρτερη τοῦ ἀντιχρίστου, καί ὅσοι ἑνώνονται μέ τόν Χριστό νικοῦν τόν ἀντίχριστο καί κάθε ἄλλη δύναμη, ἀκόμη καί τόν θάνατο. Ἄλλωστε, τό βαθύτερο νόημα τῆς Ἱερᾶς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ νίκη καί ὁ θρίαμβος τοῦ Ἀρνίου (Χριστοῦ) ἔναντι τοῦ ἀντιχρίστου.
.               Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης γράφει στήν Ἐπιστολή Του: «Ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει. εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου. Πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει· καί οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται. ἐν τούτῳ φανερά ἐστι τά τέκνα τοῦ Θεοῦ καί τά τέκνα τοῦ διαβόλου» (Ἰω. γ΄, 8-9).
.               Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. β΄, 20) καί γι’ αὐτό «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ» (Φιλ. δ΄, 13).
.               Αὐτό εἶναι τό θεμέλιο τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς μας. Ὅποιος πιστεύει ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔχει μεγαλύτερη δύναμη ἀπό τόν Χριστό, δέν ἔχει καταλάβει τήν δύναμη τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ἔχει αἰσθανθῆ τήν ἕνωσή Του μέ τόν Χριστό. Ὁ ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε: «Πολλοί ἄνθρωποι, καί μάλιστα Χριστιανοί, δέν δέχονται καθόλου τήν ὕπαρξη τοῦ δαίμονα. Τό δαιμόνιο, ὅμως, δέν μπορεῖς νά τό ἀρνηθεῖς. Πιστεύω ὅτι ὑπάρχει διάβολος καί λέω μάλιστα ὅτι, ἄν βγάλουμε ἀπ’ τό Εὐαγγέλιο τήν πίστη στήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου, τί γίνεται; Πάει τό Εὐαγγέλιο… Δέν μποροῦμε νά ἀγνοήσουμε τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου, τοῦ ὁποίου τά ἔργα ἦλθε νά καταργήσει ὁ Χριστός.
.               Ἐγώ ὅμως σᾶς λέω, ἀντί νά ἀσχολεῖσθε μέ τόν διάβολο καί τίς πονηρίες του, ἀντί νά ἀσχολεῖσθε μέ τά πάθη, νά στραφεῖτε στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ… Ὅταν ντυθοῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, τά πάντα θά κατορθώσουμε· καί μάλιστα πολύ εὔκολα. Εἶναι εὔκολα ὅλα ὅταν μποῦμε στήν θεία Χάρι. Τότε εἴμαστε πιό ἐλεύθεροι, πιό δυνατοί. Μᾶς προστατεύει ἡ θεία Χάρις. Ἄν ἀγωνισθοῦμε, ἐρωτευθοῦμε τόν Χριστό, τότε ἀποκτοῦμε τήν θεία Χάρι. Ὁπλισμένοι μέ τήν θεία Χάρι, δέν διατρέχουμε κίνδυνο κι ὁ διάβολος μᾶς βλέπει καί φεύγει».

.               Ἑπομένως, πρέπει νά σφραγισθοῦμε μέ τήν δύναμη τοῦ ὀνό­μα­τος τοῦ Χριστοῦ. Σέ αὐτό ἀναφέρεται τό ἑπόμενο κείμενο:

* * *

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος  γιά τήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.               Γίνεται συχνά λόγος γιά τό σφράγισμα τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλά δέν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος γιά τό σφράγισμα τοῦ Ἀρνίου τῆς Ἀποκαλύψεως.
.               Στήν Ἀποκάλυψη γράφεται: «Καὶ εἶδον, καί ἰδού τό ἀρνίον ἑστηκός ἐπί τό ὄρος Σιών, καί μετ᾿ αὐτοῦ ἑκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, ἔχουσαι τό ὄνομα αὐτοῦ καί τό ὄνομα τοῦ πατρός αὐτοῦ γεγραμμένον ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν» (Ἀπ. ιδ΄, 1).
.               Κατά τούς ἑρμηνευτές, Ἀνδρέα Καισαρείας καί Ἀρέθα Καισαρείας τό Ἀρνίον εἶναι ὁ Χριστός, τό ὄρος Σιών εἶναι ἡ Νέα Σιών «ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ ζῶντος», δηλαδή ἡ Ἐκκλησία, οἱ ἑκατόν σαράντα τέσσερες χιλιάδες εἶναι ὁ τέλειος ἀριθμός, καί εἶναι οἱ Χριστιανοί τῆς Καινῆς Διαθήκης πού εἶναι παρθένοι «κατά τε τόν ἔσω, κατά τε τόν ἔξω ἄνθρωπο, εἶναι ἐσφραγισμένα τά μέτωπά τους «τῷ φωτί τοῦ θείου προσώπου», καί ἐπειδή εἶναι ἐσφραγισμένοι μέ τό ὄνομα τοῦ Ἀρνίου καί τοῦ Πατρός Του «τοῖς ὀλοθρευταῖς ἄγγελοι αἰδέσιμοι φαίνονται» καί «τοῖς ὀλεθρίοις δαίμοσι φοβεροί γίνονται».
.               Ἑπομένως, ἔχει μεγάλη σημασία νά σφραγισθοῦμε ἀπό τόν Χριστό, καί αὐτό συνδέεται μέ τό νά ἀνήκη κανείς στόν Χριστό, νά εἶναι γραμμένος στό βιβλίο τῆς ζωῆς. Ὅταν δέ θά ἐμφανισθῆ τό θηρίο πού θά ἀνεβαίνη ἀπό τήν θάλασσα «προσκυνήσουσιν αὐτόν πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐπί τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τό ὄνομα ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου τοῦ ἐσφαγμένου ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ἀπ. ιγ΄, 8).
.               Στό παρόν ἄρϑρο ϑά ἐπιδιώξω νά ἀναλύσω τό τί εἶναι ἡ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ κατά τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, διότι ὅποιος ἔχει τήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ θά ἀνήκη σέ Αὐτόν καί δέν θά ἔχη ἐξουσία πάνω του ὁ ἀντίχριστος καί ὁ διάβολος.
.               Ὁ ἅγιος Συμεών εἶναι ἕνας θαυμαστός διδάσκαλος καί τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἔχει προσδώσει τήν ἐπωνυμία τοῦ Θεολόγου εἶναι γεγονός πού δείχνει τήν μεγάλη του ἀξία. Τό ὅτι ὁ ἅγιος Συμεών ἀναφέρεται στήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ καί ἀναλύει τί στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ σφράγιση τοῦ Χριστοῦ καί ποιά εἶναι τά γνωρίσματα ὅτι ἔχουμε σφραγισθῆ, εἶναι ἐχέγγυο γνησιότητος.

1.Ἡ ἀποφυγή τοῦ φόβου τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου

.               Σέ μιά Κατήχησή του, ἀναφερόμενος μεταξύ τῶν ἄλλων στήν προ­σπάϑεια νά συναντήσουμε τόν Χριστό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του, ὑπογραμμίζει καί τό πῶς μποροῦμε νά ξεφύγουμε τόν φόβο τοῦ θανάτου, ἀλλά καί πῶς μποροῦμε νά ἀντιμετωπίσουμε τήν ἐνέργεια καί τήν δύναμη τοῦ νοητοῦ λύκου, δηλαδή τοῦ διαβόλου. Αὐτό μπορεῖ νά γίνη μόνον ἄν σφραγισθοῦμε μέ τήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ.
.               Ἐρωτᾶ ὁ ἅγιος: «Τί δειλοί ἐσμέν καί τήν ἐκ τοῦ σώματος δειλαινόμεϑα ἔξοδον; … Μή γάρ θάνατος ἐξουσιάζει τῶν ἐσφραγισμένων ψυχῶν τῇ χάριτι τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ;». Μέ ἄλλα λόγια ἐκεῖνος πού σφραγίζεται μέ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ δέν φοβᾶται τόν θάνατο, δέν ἔχει καμμιά ἐξουσία ὁ θάνατος πάνω του, καί ἑπομένως αὐτός ὑπερβαίνει τόν θάνατο.
.               Ἀλλά ὅσοι εἶναι ἐσφραγισμένοι μέ τήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ ξεφεύγουν ἀπό τήν ἐξουσία καί τήν κυριαρχία καί τοῦ διαβόλου. Ὁ νοητός λύκος δέν μπορεῖ νά ἔχη καμμία ἐξουσία ἐπάνω στούς ἐσφραγισμένους ἀπό τόν Χριστό. «Μή ἀντιβλέψαι τολμᾷ ὁ νοητός λύκος τῇ τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ σφραγῖδι, ᾗ σφραγίζει τά ἴδια πρόβατα»; Ὁ Ποιμήν ὁ καλός σφραγίζει τά δικά του πρόβατα καί αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι ἀπρόσβλητα ἀπό τόν διάβολο, πού δέν ἔχει καμμία ἐξουσία ἐπάνω τους.

2.Ἡ ἀναζήτηση τῆς σφραγίσεως τοῦ Χριστοῦ

.               Ἀλλά τί εἶναι αὐτή ἡ σφράγιση ὑπό τοῦ Χριστοῦ; Τί ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Συμεών μέ τόν ὅρο σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ; Γράφει: «Καταμάϑετε, ἀδελφοί, τῆς σφραγῖδος Χριστοῦ τό ἀληθές ἐκτύπωμα… Μία σφραγίς ἀληθῶς ἡ ἔλλαμψις ὑπάρχει τοῦ Πνεύματος, εἰ καί πολλαί τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς αἱ ἰδέαι καί πολλά τῶν ἀρετῶν αὐτῆς τά γνωρίσματα».
.               Αὐτό τό χωρίο εἶναι σημαντικότατο γιατί δείχνει ὅτι ἡ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Μέ αὐτήν τήν ἐνέργεια ὁ Θεός σφραγίζει τούς δικούς Του καί σ᾽ αὐτούς, ἑπομένως, δέν ἔχει καμμία ἐξουσία ὁ διάβολος. Γι’ αὐτό ἡ σφράγιση τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τοῦ Χριστοῦ στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ ἔλευση τῆς θείας Χάριτος μέσα στήν καρδιά του, ὁπότε ὁ ἄνϑρωπος καθίσταται ναός τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
.               Ἔχοντας αὐτά ὑπ᾽ ὄψη του ὁ ἅγιος Συμεών προτρέπει τούς μοναχούς καί τούς Χριστιανούς: «Ὅσοι τοίνυν ἀσφράγιστοι, δράμετε· ὅσοι ἀσημείωτοι, σπεύσατε τῷ σημείῳ σημειωϑῆναι τοῦ Πνεύματος». Δηλαδή, ὅσοι Χριστιανοί, Κληρικοί καί μοναχοί, γιατί σέ αὐτούς ὁμιλεῖ, δέν ἔχουν σφραγισθῆ ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα καί εἶναι «ἀσημείωτοι», ἀσφράγιστοι, θά πρέπει νά σπεύσουν νά σφραγισθοῦν ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα.
.               Ὑπάρχουν ὅμως καί μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα πού δείχνουν ποιός εἶναι ἀσφράγιστος. Ἀσφράγιστος εἶναι «ὁ δειλαινόμενος ϑάνατον». Καί ἀσημείωτος εἶναι «ὁ μή ἀκριβῶς τό εἶδος τῆς σφραγῖδος γινώσκων», αὐτός πού δέν γνωρίζει τό εἶδος τῆς σφραγίσεως.
.               Ἀλλά ἡ ἀναζήτηση τῆς σφραγίσεως ὑπό τοῦ Χριστοῦ εἶναι συγκεκριμένη. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν εἰδικοί τρόποι διά τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος σφραγίζεται καί γίνεται πρόβατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι τό ἅγιον Βάπτισμα. Διά τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ἐνδυόμαστε τόν Χριστό. Μέ τό ἅγιον Βάπτισμα καί τό ἅγιον Χρῖσμα γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, καί μέ τό ἅγιον Χρῖσμα λαμβάνουμε τό Ἅγιον Πνεῦμα, γι᾿ αὐτό ὁ Ἱερεύς λέγει: «Σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Ἀλλά ἐπειδή μέ τίς πράξεις μας, πού διαπράξαμε ὕστερα ἀπό τό ἅγιο Βάπτισμα πού δεχθήκαμε σέ βρεφική ἡλικία, ἀρνηθήκαμε τόν Χριστό, γι᾿ αὐτό χρειάζεται μετάνοια. «Διά τοῦτο οὖν πάλιν ἑαυτούς διά τῆς σωτηρίου μετανοίας ἀνακαλεσώμεθα, πάντα ποϑοῦντες καί πράττοντες ὅσα Χριστῷ ὑπάρχει εὐάρεστα, ἵνα καί παρ᾽ αὐτοῦ σφραγισθέντες τοῦ λοιποῦ ἄφοβοι βιωσώμεθα».
.               Μέ τό ἅγιον Βάπτισμα, μαζί μέ τό βάπτισμα τῆς μετανοίας πού ἀκολουθεῖ, σφραγιζόμαστε ἀπό τόν Χριστό καί λαμβάνουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά μας. Ἔτσι, λοιπόν, μυστήρια καί ἄσκηση εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά ἀποδειχϑοῦμε γνήσιοι δοῦλοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ αὐτόν τόν τρόπο θά λάβουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ «καί ἄξιοι γενέσθαι ἀξιωθῶμεν τῆς γνώσεως τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ». Ὅταν ὅμως μιλᾶ ὁ ἅγιος γιά τήν γνώση τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ δέν ἐννοεῖ τήν γνώση διά τοῦ λόγου καί τῆς ἀκοῆς, «ἀλλά τῆς ἔργῳ καί πράξει θεωρουμένης».

3.Οἱ Μακαρισμοί τοῦ Χριστοῦ

.               Ποιά ὅμως εἶναι ἡ γνώση τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ ἐν ἔργῳ καί πράξει, πού στήν πραγματικότητα εἶναι δεῖγμα ὅτι ἔχουμε σφραγισθῆ ἀπό τόν Χριστό καί ἔχουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος δέν εἶναι στοχαστής θεολόγος, ἀλλά ἐμπειρικός. Γνωρίζει ἐκ πείρας τήν κατάσταση αὐτή καί γι᾿ αὐτό τήν περιγράφει ἀσφαλῶς καί ἀπταίστως.
.               Ἡ ἔλλαμψη τοῦ Παναγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται μέ τήν βίωση τῶν μακαρισμῶν τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό στήν συνέχεια τῆς Κατηχήσεώς του ὁ ἅγιος Συμεών ἀναλύει τούς Μακαρισμούς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά κυρίως περιγράφει τό πῶς ὁ ἄνθρωπος διά τῶν Μακαρισμῶν δέχεται τήν σφραγίδα τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
.               Ὁ πρῶτος Μακαρισμός εἶναι ὁ Μακαρισμός τῆς πτωχείας: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε΄, 3). Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅταν ἑρμηνεύουν τήν πτωχεία τοῦ πνεύματος, ἐννοοῦν κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλῆς καταστάσεώς μας. Ὅποιος γνωρίζει τήν κατάστασή του, ὅποιος διακρίνεται γιά τήν αὐτογνωσία, καί κυρίως γιά τήν αὐτομεμψία, δείχνει ὅτι ἐμπνέεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γι᾿ αὐτό μέσα του μπορεῖ νά πληροφορηθῆ τήν ὕπαρξη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός «βεβαίαν ἐν αἰσθήσει ψυχῆς τήν κτῆσιν ἔχειν αὐτῆς».
.               Ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως μέσα του τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν εἶναι ὅτι δέν ἐπιϑυμεῖ τῶν ὁρωμένων καί φθειρομένων, δηλαδή ὅλων τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, τοῦ πλούτου, τῆς δόξης, τῆς τρυφῆς καί τῆς βιωτικῆς καί σωματικῆς ἀπολαύσεως. Καί ὄχι μόνον δέν ἐπιθυμεῖ αὐτά, ἀλλά «πρός ταῦτα ἀηδῶς διακεῖσϑαι κατά ψυχήν καί προαίρεσιν», ὅπως ἀκριβῶς ἀηδία αἰσθάνονται οἱ ἐν ἐξουσίᾳ καί βασιλικῇ τιμῇ ζῶντες «πρός τούς ἐπί σκηνῆς πορνικῆς διατρίβοντας». Πάντως, ἄν κάποιος ἑλκύεται ἀπό ἕνα ἀπό ὅσα προαναφέρθησαν, σημαίνει ὅτι «τήν βασιλείαν ἐκείνην τῶν οὐρανῶν οὔτε εἶδεν οὔτε ὠσφράνθη οὔτε ἐγεύσατο αὐτῆς τῆς θυμηδίας τε καί γλυκύτητος».
.               Ὁ δεύτερος Μακαρισμός εἶναι, «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε΄, 4). Πένθος ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ἔχει καμμία προσπάθεια γιά τά παρόντα τοῦ βίου, δηλαδή δέν ἐκδηλώνει καμμία ἐπιθυμία γιά νά ἀποκτήση τά ἐγκόσμια, καί μάλιστα ἐκεῖνος πού δέν ἔχει λογισμό συνδυαζόμενο μέ αὐτά. Δέν εἶναι δυνατόν ὁ ἄνϑρωπος νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀνθρώπινης δόξης, τοῦ πλούτου καί τῆς ἡδονῆς καί νά ἔχη συγχρόνως πένθος στήν καρδιά του. Ὅποιος ἀγωνίζεται νά ζήση σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτός κατά φυσικό τρόπο ἀποκτᾶ τό πένϑος στήν καρδιά του.
.               Αὐτό σημαίνει ὅτι, ὅταν προσπαθῆ νά τηρήσῃ στό ἔπακρο τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά φθάση στήν καθαρότητα καί τήν ἄμωμο πολιτεία πού ὑπαγορεύουν οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί τότε ἐρευνήση τόν ἑαυτό του, θά τόν βρῆ ἐντελῶς ἀσθενῆ καί μή ἔχοντα δυνάμεις νά φθάση στό ὕψος τῶν ἐντολῶν, ἀλλά καί πολύ πτωχό καί ἀνάξιο γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας αὐτά «πενθήσει πάντως πένθος τό ὄντως μακαριώτατον». Καρπός τοῦ πένϑους εἶναι ἡ παράκληση ἡ ὁποία «ἀρραβών ἐστι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν».
.               Ἔτσι τό πένθος καί ἡ παράκληση εἶναι καρπός τῆς πτωχείας τοῦ πνεύματος πού εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, «ὅπου ταπείνωσις ἀψευδής, ἐκεῖ καί ταπεινοφροσύνης βυθός· καί ὅπου ταπεινοφροσύνη, ἐκεῖ καί ἐλλάμψεις τοῦ Πνεύματος. Ὅπου δέ ἐλλάμψεις τοῦ Πνεύματος ἐκεῖ φωτοχυσία Θεοῦ καί Θεός ἐν σοφίᾳ καί γνώσει τῶν μυστηρίων αὐτοῦ. Ἔνθα δέ ταῦτα, ἐκεῖ βασιλεία οὐρανῶν καί βασιλείας ἐπίγνωσις καί οἱ ἀποκεκρυμμένοι θησαυροί τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἐν οἷς καί ἡ φανέρωσις, ἔστι τῆς πτωχείας τῆς πνευματικῆς. Ὅπου δέ πτωχείας πνευματικῆς αἴσθησις, ἐκεῖ καί τό χαρμόσυνον πένθος, ἐκεῖ καί τά ἀενάως ρέοντα δάκρυα, τά τήν φιλοῦσαν ταῦτα ψυχήν ἐκκαθαίροντα καί τελείως αὐτήν ἀπεργαζόμενα φωτεινοτάτην».
.               Ἔτσι, ἀπό τήν πνευματική πτωχεία ἔρχεται τό πένθος καί τά δάκρυα, τά ὁποῖα αὐξάνουν τήν ταπείνωση καί ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ ἐμπειρική γνώση τῆς παρακλήσεως καί τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
.               Οἱ δυό πρῶτοι Μακαρισμοί εἶναι ἡ βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιατί ἀπό ἐκεῖ προέρχονται ὅλες οἱ ἄλλες πνευματικές καταστάσεις, δηλαδή ἡ βίωση τῶν ἐλλάμψεων τῶν ἐνεργειῶν τῆς θείας Χάριτος. Ὁπότε ὅλοι οἱ ἑπόμενοι Μακαρισμοί τοῦ Χριστοῦ εἶναι συνέπεια καί συνέχεια τῶν δυό πρώτων Μακαρισμῶν.
.               Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀπό τήν πνευματική πτωχεία καί τά δάκρυα, πού προχέονται ἀενάως, ἡ ψυχή ἀποσβενύει καί καθαρίζει τό θυμικό της μέρος, «πραεῖα καί ἀκίνητος ὅλη πρός ὀργήν γίνεται», ὁπότε βιώνει τόν Μακαρισμό, «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσι τήν γῆν»· πεινᾶ καί διψᾶ γιά νά μάθη τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή της, καί ἔτσι βιώνει τόν Μακαρισμό, «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται· γίνεται ἐλεήμων καί συμπαθής πρός ὅλους καί ἔτσι ἐφαρμόζει τόν Μακαρισμό, «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται»· καθαρίζει τήν καρδιά καί βλέπει τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ, κατά τόν Μακαρισμό «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».

.               Ἔπειτα, ὅσοι ζοῦν αὐτές τίς καταστάσεις γίνονται εἰρηνοποιοί, καί ὀνομάζονται υἱοί τοῦ Ὑψίστου, ὁπότε βιώνουν τόν Μακαρισμό, «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται», καί φυσικό ἐπακόλουϑο εἶναι ὁ διωγμός ἕνεκεν τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ γνωρίζει τόν Θεό καί ἀγαπᾶ τόν Θεό, στήν συνέχεια ὑπομένει «πάντα πόνον καί πᾶσαν θλῖψιν δι᾽ αὐτόν», ὑπομένει τίς ὕβρεις, τίς λοιδορίες καί τίς στενοχωρίες, τούς διωγμούς καί ὅλα τά πονηρά ρήματα ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος Αὐτοῦ, καί ἀκόμη μέ μεγάλη χαρά ὑπομένει ὅλες τίς ἀδικίες, διότι ἀξιώθηκε νά ἀτιμασθῆ ὑπέρ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο βιώνει καί τόν τελευταῖο Μακαρισμό πού εἶναι «Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσι καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ρῆμα καθ᾽ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

4.Ἡ πορεία στήν πνευματική ζωή

.               Ὅπως εἴδαμε προηγουμένως, ἀλλά καί ὅπως ἀναλύει στήν συνέχεια τῆς Κατηχήσεώς του ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὑπάρχει μιά σειρά στήν πνευματική ζωή. Ἄλλωστε, ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι ἀφηρημένη καί στοχαστική κατάσταση, ἀλλά ἔχει συγκεκριμένους πνευματικούς σταθμούς. Καί ὅπως στήν ἀνθρώπινη γνώση ὑπάρχει μιά πρόοδος, ἀνάλογα μέ τά διάφορα στάδια, τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν πνευματική ζωή.
.               Ἀρχή καί θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ταπείνωση, ἔπειτα εἶναι «τό πένθος καί ἡ τῶν δακρύων πηγή». Διά τῶν δακρύων καθαρίζεται ἡ ψυχή καί ἐκδιώκονται οἱ δαίμονες. Γι᾿ αὐτό ὁ ἅγιος Συμεών λέγει: «Ὦ δάκρυα, τά ἐκ θείας ἐλλάμμεως βλύζοντα καί αὐτόν τόν οὐρανόν διανοίγοντα καί προξενοῦντά μοι θείαν παράκλησιν».
.               Σέ ἄλλο λόγο του ὁ ἅγιος Συμεών λέγει ὅτι τά δάκρυα εἶναι σημεῖο ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί, ὅπως τό βρέφος ὅταν ἐξέρχεται ἀπό τήν κοιλία τῆς μητέρας του, τό πρῶτο πού κάνει εἶναι νά κλαίη καί μέ αὐτό δείχνει ὅτι εἶναι ζωντανό, ἔτσι καί ὁ Χριστιανός ὅταν κλαίη ἀπό τήν αἴσθηση τῆς πνευματικῆς του πτωχείας, πράγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἐμπνέεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι σημεῖο ἀναγεννήσεώς του καί ἀπόδειξη ὅτι ἀρχίζει νά εἰσέρχεται σέ νέο κόσμο, σέ νέα ζωή. Δέν εἰσέρχεται ἁπλῶς σέ νέα ζωή, ἀλλά ὁ ἴδιος ζῆ κατά Θεόν. Γιατί, πραγματικά, «ὅπου δακρύων πληθύς μετά γνώσεως ἀληθοῦς, ἐκεῖ καί θείου φωτός αὔγασις. Ὅπου δέ φωτός αὐγή, πάντων ἐκεῖ τῶν καλῶν χορηγία καί ἡ σφραγίς τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ἐμπεφυτευμένη ἐν τῇ καρδίᾳ, ἐξ οὗ καί πάντες οἱ καρποί τῆς ζωῆς».
.               Βλέπουμε ἐδῶ τήν μεγάλη ἀξία τῶν δακρύων πού εἶναι στενά συνδεδεμένα μέ τό κατά Θεόν πένϑος. Ἀλλά τά δάκρυα γιά νά εἶναι εὐλογημένα καί νά προξενοῦν ὠφέλεια στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά εἶναι «δάκρυα μετά γνώσεως ἀληθοῦς», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν πολλά εἴδη δακρύων, ἤτοι δάκρυα συναισθηματικά, ἐγωϊστικά, διαβολικά κλπ. Μόνο τά δάκρυα τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό τό ἀληϑινό πένθος εἶναι ἀληθινά, εὐλογημένα ἀπό τόν Θεό καί πρόξενα πολλῶν ἀγαθῶν, ὅπως περιγράφονται ἐδῶ ἀπό τόν ἅγιο Συμεών.
.               Ἀπό τά «μετά γνώσεως ἀληθοῦς» δάκρυα ἔρχονται ὅλοι οἱ καρποί τῆς ζωῆς, πού εἶναι οἱ ἑπόμενοι Μακαρισμοί τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ πραότης, ἡ εἰρήνη, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ συμπάθεια, ἡ χρηστότης, ἡ ἀγαθωσύνη, ἡ πίστη, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς καί ἡ προσευχή ὑπέρ αὐτῶν, τό νά χαιρόμαστε στούς πειρασμούς, τό νά καυχόμαστε στίς θλίψεις, τό νά θεωροῦμε τά πταίσματα τῶν ἄλλων ὡς δικά μας πταίσματα καί νά κλαῖμε ὑπέρ αὐτῶν, τό νά θέτουμε τήν ψυχή μας ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν καί προθύμως νά δεχόμαστε τόν θάνατο ὑπέρ αὐτῶν.
.               Φαίνεται ἐδῶ καθαρά ὅτι ἀπό τήν ταπείνωση καί τό κατά Θεόν πένθος πού φανερώνεται διά τῶν δακρύων προέρχονται ὅλοι οἱ καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅλα τά σημεῖα τῆς ἀναγεννηθείσης ζωῆς.

5.Ἡ ἐξέταση ἄν σφραγισθήκαμε

.               Ἀφοῦ ἀνέλυσε ὅλα αὐτά ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, στήν συνέχεια προτρέπει τούς ἀκροατές του νά ἐξετάσουν ἄν ἔχουν σφραγισϑῆ ὑπό τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Γιατί ἡ βίωση τῶν Μακαρισμῶν στήν ζωή μας εἶναι ἀπόδειξη ὅτι ἔχουμε σφραγισϑῆ ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. «Ἀκριβῶς ἑαυτούς ἐξετάσωμεν καί καταμάθωμεν τάς ψυχάς ἡμῶν, εἰ ἐν ἡμῖν ἐστιν αὕτη ἡ σφραγίς. Ἐπιγνωσώμεθα εἰ ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός ἐστιν, ἐκ τῶν εἰρημένων σημείων». Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά μας, πού συνδέεται μέ τήν πνευματική σφράγιση, δέν εἶναι ἀφηρημένη καί συναισθηματική κατάσταση, ἀλλά εἶναι γεγονός πού γίνεται φανερό, ὅπως εἴδαμε προηγουμένως.
.               Γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει ἡ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά μας, ἐάν μέσα μας ζοῦμε τό πῦρ διά τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί ἐάν βλέπουμε τό Φῶς τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα, ἐάν νομίζουμε ὅτι λάβαμε τήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἀφ᾽ ἑνός μέν δέν γνωρίζουμε τά σημεῖα πού ἀναφέραμε προηγουμένως, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ μέσα μας ζῆ ὁ κόσμος τῶν παθῶν, τότε «ὄντως ἐλεεινοί καί πανάθλιοι καί αὐτῆς τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας ἀλλότριοι ἐσμέν, μηκέτι ἐν ἑαυτοῖς κτησάμενοι τόν Χριστόν, ἀλλά καί τόν κόσμον ζῶντα ἐν ἑαυτοῖς ἔχοντες ὡς ἐν αὐτῷ ζῶντες, καί φρονοῦντες τά γήϊνα». Καί ὄχι μόνον μέσα μας δέν κατοικεῖ ὁ Χριστός, ἀλλά διακατεχόμενοι ἀπό τά πάθη, ἔστω κι ἄν εἴμαστε βαπτισμένοι, εἴμαστε ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος πού διακατέχεται ἀπό τίς ἀντίϑετες καταστάσεις πού καθορίζουν οἱ Μακαρισμοί τοῦ Χριστοῦ αὐτός «ἐχθρός ἐστιν ἄντικρυς τοῦ Θεοῦ· ἔχθρα γάρ ἐστιν εἰς Θεόν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια».
.               Ἔτσι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τήν δόξα τῶν ἀνθρώπων, πού διακατέχεται ἀπό τό πάθος τοῦ πλούτου καί ἀσχολεῖται μέ τήν ἱκανοποίηση τῶν ἡδονῶν τῆς σαρκός, δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ταπεινός, νά ἔχη πένθος, νά εἶναι συμπαϑής πρός τούς ἄλλους, νά εἶναι καϑαρός στήν καρδιά καί νά εἶναι εἰρηνοποιός. Μάλιστα γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος ὅτι, ὅποιος παραβαίνει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί πολεμᾶ τόν Θεό «οὗτος κἄν εἰρηνεύειν ἅπαντας πρός ἀλλήλους ποιῇ, ἐχθρός ἐστι τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή οὐδέ αὐτούς, οὕς εἰρηνεύειν πρός ἀλλήλους ποιεῖ, ὡς ἀρέσκει τῷ Θεῷ ποιεῖ τοῦτο. Ἐχθρός γάρ αὐτός πρῶτος ὤν ἑαυτοῦ καί τοῦ Θεοῦ, ἐχθροί καθεστήκασιν αὐτοῦ καί οἱ διά τῶν τοιούτων εἰρηνεύοντες».
.               Αὐτός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Συμεών εἶναι ἐκφραστικότατος, γιατί δείχνει ὅτι καί αὐτή ἀκόμη ἡ συμφιλίωση μεταξύ τῶν ἀνϑρώπων ὅταν δέν γίνεται κατά Θεόν καί κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἔχθρα πρός τόν Θεό.
.               Ἡ σφράγιση ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνδέεται στενότατα μέ τόν φωτισμό τοῦ νοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει φωτισμένο νοῦ ἔχει τήν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα του. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου πού βιώνει τούς Μακαρισμούς τοῦ Χριστοῦ «ὁρᾷ ξένα τινά θεάματα καί ὅλος φωτίζεται καί φωτοειδής γίνεται… αὐτός μέν γάρ ὁ νοῦς φῶς ἐστι καί βλέπει τά πάντα φῶς, καί τό φῶς ζῶν ἐστι καί ζωήν τῷ ὁρῶντι παρέχει».
.               Ἀπό αὐτά φαίνεται καθαρά τί εἶναι τό σφράγισμα τοῦ Χριστοῦ γιά τό ὁποῖο κάνει λόγο ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, καί ὅτι δέν σφραγίζει μόνον τό θηρίον «τό ἀναβαῖνον ἐκ τῆς γῆς», ἀλλά καί τό Ἀρνίον τῆς Ἀποκαλύψεως, ὁ Χριστός, καί ὅσοι σφραγίζονται ἀπό τόν Χριστό ζοῦν μαζί Του αἰωνίως.
.               Θά ἤθελα νά ἐπαναλάβω τήν προτροπή τοῦ ἁγίου Συμεών: «Ὅσοι τοίνυν ἀσφράγιστοι, δράμετε· ὅσοι ἀσημείωτοι, σπεύσατε τῷ σημείῳ σημειωθῆναι τοῦ Πνεύματος». Θά πρέπει νά σφραγισθοῦμε μέ τήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ αὐτό τό γεγονός ἀποβλέπει ὅλη ἡ Χριστιανική ζωή. Καί ἐπειδή αὐτή ἡ σφράγιση τῆς καρδίας εἶναι στήν πραγματικότητα ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, γι᾿ αὐτό πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά ἀποκτήσουμε φωτισμένο νοῦ. Ὁ δρόμος καί ὁ τρόπος τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καί τῆς σφραγίσεως ὑπό τῆς σφραγίδος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ δρόμος τῆς τηρήσεως τῶν Μακαρισμῶν τοῦ Χριστοῦ.
.               Ἑπομένως, ὅσοι σφραγίζονται ὑπό τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί θά ἀποφύγουν τόν ἀντίχριστο, δέν θά φοβοῦνται τόν θάνατο, ὁ ἀντίχριστος δέν θά ἔχη καμμία ἐξουσία πάνω τους καί θά εἶναι ἐλεύθεροι Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί θά διακρίνουν τίς ἐνέργειες τοῦ ἀντιχρίστου ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ καί αὐτοί θά στέκονται μετά τοῦ Ἀρνίου τῆς Ἀποκαλύψεως, μετέχοντες τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ἡ μυστική ζωή τῆς Ὀρθοδοξίας
Γραπτό Θεῖο Κήρυγμα Κυριακῆς Α´ Νηστειῶν  (13.03.22)

Τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

«Ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 52)

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

.                          Σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, καί τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα κάνει λόγο γιά τήν συνάντηση τοῦ Ναθαναήλ μέ τόν Χριστό.
.                          Ὁ Ναθαναήλ ἐξεπλάγη ἐπειδή ὁ Χριστός ἀποκάλυψε τό ἄδολο τῆς καρδίας του καί τόν τόπο στόν ὁποῖο βρισκόταν. Ἀπαντώντας ὁ Χριστός στήν ἐρώτησή του προσφέρει μιά καινούρια ἀποκάλυψη: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεῳγότα καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 52). Αὐτό μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά κάνουμε ἕνα μικρό σχολιασμό καί νά παρουσιάσουμε πολύ σύντομα τό μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                          Προφανῶς μέ τήν ἀπάντησή Του αὐτή ὁ Χριστός θέλει νά τονίση τήν μεγάλη ἀλήθεια ὅτι Αὐτός, ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ μεγαλύτερη καί κατ᾿ ἐξοχήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Πράγματι, οἱ μαθητές Του καί γενικά οἱ ἅγιοι ἀξιώθηκαν νά δοῦν πολλές φορές τό ἄνοιγμα τῶν οὐρανῶν καί τήν δόξα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Αὐτό ἔγινε πρό τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλά καί μετά τήν Πεντηκοστή. Ἀκόμη καί ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος στό Συνέδριο ὁμολόγησε: «Θεωρῶ τούς οὐρανούς ἀνεῳγμένους καί τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα» (Πράξ. ζ´, 56).
.                          Ἀλλά ξέρουμε καλά ἀπό τήν ἐμπειρία ὅλων τῶν ἁγίων ὅτι ἡ θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ γίνεται διά τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή διά τῆς ἐσωτερικῆς του μεταμορφώσεως, καί ἑπομένως δέν εἶναι μιά ἁπλῆ θεωρία μέ τά σωματικά μάτια. Ἐπάνω στό Θαβώριο Ὄρος, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «μετασκευάζονται οἱ ὀφθαλμοί τῶν Ἀποστόλων τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος» καί ἀξιώνονται νά δοῦν τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Προφήτης Ἠλίας «οὐκ αἰσθητῶς ἐκεῖνος εἶδεν» τόν ἄσαρκο Λόγο, ἀφοῦ τό πρόσωπό του ἦταν κεκαλυμμένο μέ τήν μηλωτή. Ἄρα διά τῆς ἐσωτερικῆς καθάρσεως καί μέ τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς, πού μεταμορφώνονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, βλέπει κανείς τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ Ἴδιος ἀποκάλυψε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε´, 8).
.                          Αὐτά δείχνουν ἕνα χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μυστική, δηλαδή ὅλη ἡ θεολογία καί ἡ ζωή της εἶναι μυστική. Ὅταν λέμε μυστική ζωή δέν ἐννοοῦμε τήν ὕπαρξη διαφόρων «μυστικῶν» ἤ μιά ἀφηρημένη καί ἄγνωστη ζωή, δέν ὑπονοοῦμε ἀκόμη τόν μυστικισμό ὁ ὁποῖος συνδέεται μέ πλατωνικές ἀπόψεις γιά τήν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλά τήν ζωή ἐκείνη πού κινεῖται πέρα ἀπό τήν ἐπιφάνεια, πέρα ἀπό αὐτά πού βλέπουμε. Αὐτό φαίνεται καθαρά σέ τρία σημεῖα.
.                          Πρῶτον. Ἡ Ὀρθοδοξία χωρίς νά παραγνωρίζη τήν λογική κινεῖται πέρα ἀπό αὐτήν. Ὁ ἄνθρωπος λέμε συνήθως ὅτι εἶναι λογικό ὄν. Αὐτό εἶναι σωστό κυρίως γιατί ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ Λόγου. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν παραθεωρεῖ τήν λογική τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί δέν τήν  ἀπολυτοποιεῖ. Γνωρίζει ὅτι ἡ λογική λειτουργία εἶναι μιά ἀπό τίς λειτουργίες τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ ἡ ψυχή εἶναι ἑνιαία καί πολυδύναμη. Ἐκτός ἀπό τήν  λογική ὑπάρχουν καί ἄλλες ψυχικές ἐνέργειες ὅπως ἡ ἐπιθυμία, ὁ νοῦς, ἡ θέληση, ἡ φαντασία κλπ.
.                          Γι´ αὐτό ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει ἀνέκαθεν στραμμένη τήν προσοχή της σέ αὐτόν τόν μυστικό καί κεκρυμμένο θησαυρό πού λέγεται καρδιά καί εἶναι τό κέντρο ὅλου τοῦ πνευματικοῦ κόσμου καί αὐτήν ἐπιδιώκει νά καθαρίση καί νά ἐλευθερώση. Ὁ Προφήτης Δαυΐδ ψάλλει: «Καρδίαν καθαράν κτῖσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός» (Ψαλμ. ν´, 12). Ἡ καρδιά ζῆ τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἡ λογική διατυπώνει τίς ἐμπειρίες της. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος θέλη νά τά καταλαβαίνη ὅλα μέ τήν λογική του, τότε παύει νά εἶναι ὀρθόδοξος. Γίνεται σχολαστικός, δηλαδή αἱρετικός.
.                          Δεύτερον. Ἡ Ὀρθοδοξία, χωρίς νά παραγνωρίζη τίς σωματικές αἰσθήσεις, κινεῖται πέρα ἀπό αὐτές. Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό σῶμα καί ψυχή. Ὅπως τό σῶμα ἔχει αἰσθήσεις, τό ἴδιο ἔχει καί ἡ ψυχή. Εἶναι οἱ λεγόμενες νοερές ἤ ψυχικές αἰσθήσεις. Μέ τήν μυστηριακή ὀρθόδοξη ζωή οἱ σωματικές αἰσθήσεις μεταμορφώνονται, δηλαδή γίνονται αἰσθήσεις τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως ἀναπτύσσονται οἱ νοερές ἐσωτερικές αἰσθήσεις. Οἱ ἅγιοι Πατέρες λένε ὅτι τό ἀληθινό στοιχεῖο τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀνάπτυξη τῶν νοερῶν αἰσθήσεων. Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ λέγει ὅτι «ἡ ζωή ἐν Θεῷ, ἡ κατάπτωσις τῶν αἰσθήσεων ἐστίν. Ὅτε δέ ζήσει ἡ καρδία, καταπίπτουσιν αἱ αἰσθήσεις. Ἡ ἀνάστασις τῶν αἰσθήσεων, ἐστίν ἡ νέκρωσις τῆς καρδίας».
.                          Πέρα ἀπό τήν προσπάθεια γιά τήν ἀνακάλυψη αὐτῶν τῶν ψυχικῶν, πνευματικῶν αἰσθήσεων πρέπει νά καταλαβαίνουμε μέσα στήν λατρεία καί τήν γλώσσα τῶν συμβόλων. Τό ἄναμμα τοῦ κεριοῦ, ἡ καύση τῆς κανδήλας, τό κερί πρό τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ τρόπος τῆς εὐλογίας θέλουν νά δείξουν  κάτι ἐσωτερικό. Ἐπίσης, ἡ Ὀρθοδοξία μέ τήν εἰκόνα της, δέν θέλει ἁπλῶς νά στολίση τούς Ναούς ἤ νά ἰκανοποιήση τήν ὅραση, ἀλλά νά μεταδώση ἄλλες ἐμπειρίες στόν προσευχόμενο Χριστιανό. Στήν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία φαίνεται ἡ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί τοῦ κόσμου, ἡ ἔκχυση τοῦ Θαβωρίου Φωτός πάνω στό ἀνθρώπινο σῶμα, ἡ μεγάλη ἀγάπη καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη τῶν ἁγίων στόν Θεό καί ὅλα τά ἐσωτερικά βιώματά τους. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξέρη νά βλέπη τίς εἰκόνες, μπορεῖ νά ἐκτιμήση τήν μεγάλη ἀξία τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας.
.                          Τρίτον. Ἡ Ὀρθοδοξία χωρίς νά παραθεωρῆ τά φαινόμενα, κινεῖται πέρα ἀπό αὐτά. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός δέν βλέπει ἤ δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τά ἐξωτερικά πράγματα, ἀλλά βλέπει τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πού βρίσκεται κάτω ἀπό ὅλα τά ἱστορικά καί φυσικά γεγονότα. Αὐτό γίνεται διά τῆς ἐσωτερικῆς μεταμορφώσεως. Συνήθως ἐμεῖς, ἐπειδή εἴμαστε ἀκάθαρτοι, ἀγνοοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀποδίδουμε σέ Αὐτόν ὅλα τά πάθη καί τούς στοχασμούς μας μέ ἀποτέλεσμα νά παλεύουμε μέ τόν Θεό. Οἱ Ὀρθόδοξοι σταυρώνουν ὅλα αὐτά τά φαινόμενα. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει κάπου ὅτι «τά φαινόμενα πάντα δεῖται σταυροῦ… καί τά νοούμενα χρήζει ταφῆς» καί τότε ἀνασταίνεται ὁ ἐν ἡμῖν λόγος καί ἔρχεται ἡ σωτηρία. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά σταυρώνουμε καθημερινά τά πάθη μας καί νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐλευθέρωση τοῦ νοῦ ἀπό τήν θανατηφόρα ἐνέργεια τῶν ἐξωτερικῶν ἐρεθισμάτων.  Σταυρωμένοι μποροῦμε νά γνωρίσουμε τό μακάριο πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας μας καί νά δοῦμε τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ.
.                          Ἀπαιτεῖται ἀγώνας μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά μπορέσουμε νά βιώσουμε τήν μυστική αὐτή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπαιτεῖται ἀγώνας ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, κάθαρση τῶν αἰσθήσεων, καί τότε θά γνωρίσουμε αὐτήν τήν μυστική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού, δυστυχῶς, εἶναι ἄγνωστη σέ πολλούς Ὀρθοδόξους. Τότε τά ἀκατάληπτα γίνονται γνωστά καί ὅσα φαίνονται πολύ μπερδεμένα, εἶναι πολύ ἁπλά.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-7 («Διὰ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων ὑψώθη ἐν τῇ Εἰκόνι καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς εἰκόνα»)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ζ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»
Μέρος Ε´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)
Μέρος ϛ´:

3) Συνέπειαι

.                               Ὑπεγραμμίσαμεν ἀρκούντως εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐρεύνης μας τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν ὕπαρξιν τῆς χριστολογικῆς διαστάσεως ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ ἀνθρωπολογίᾳ. Θὰ ἦτο ἀναγκαία μία ἰδιαιτέρα ἔρευνα διὰ νὰ ὑπογραμμισθῇ, ὅσον χρειάζεται, καὶ ἡ δευτέρα σημαντικωτάτη πλευρὰ τοῦ θέματος, ἡ ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ ὕπαρξις τῆς ἀνθρωπολογικῆς διαστάσεως ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ χριστολογίᾳ. Εἰς τὰ περιωρισμένα ὅρια τοῦ παρόντος δοκιμίου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νύξεις μόνον σχετικὰς νὰ κάνωμεν.

.                               α) Ἡ δημιουργικὴ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, συζητῶν μὲ τοὺς ἀνθρωπιστᾶς τοῦ ιδ΄ αἰῶνος, ὑποστηρίζει εἰς τὰς θεομητορικὰς ὁμιλίας του μερικὰς ἑξαιρετικῶς χρησίμους, διὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, θέσεις. Ἡ προαιώνιος βουλὴ τοῦ Θεοῦ, λέγει, συμφώνως πρὸς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Παύλου, ἦτο «ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην»· ὁ παντοκράτωρ ὅμως Λόγος τοῦ Θεοῦ, πρὶν τὸν δεχθῇ ἐντός της καὶ τοῦ δώσῃ σάρκα ἡ Παρθένος, ἦτο ὡς πρὸς τὴν κτίσιν «ἄοικος».
Ὁ ἄνθρωπος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς Παρθένου προσέφερεν ἐλευθέρως εἰς τὸν Θεὸν τὴν σάρκα του καὶ δι’ αὐτῆς ὁ ἄκτιστος Θεὸς ἐνεδύθη τὴν κτίσιν Του. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ Θεὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἠδυνήθη νὰ δράσῃ ἐκ τῶν ἔνδον εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς ὡς Θεάνθρωπος. Διὰ τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός, τὴν ὁποίαν ἐθέωσεν, ὁ Θεὸς ἐνίκησε τὸν Διάβολον καὶ τὸν θάνατον, κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ἐφ’ ὅσον ἦτο κανονικὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἠλευθέρωσε δικαίως καὶ ἀβιάστως τὸν ἄνθρωπον.
.                               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος ἦτο, κατὰ τοὺς Πατέρας, ἀδύντον νὰ ἴδῃ τὸν ἄκτιστον Θεόν, ὁ Θεὸς ἐδανείσθη τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα καὶ δι’ αὐτῆς ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἡ σὰρξ ὅμως αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐδανείσθη ὁ Θεὸς διὰ νὰ τὴν κάμῃ κατοικητήριον, ἔνδυμα καὶ δόξαν Του, ἦτο ἀνάγκη νὰ εἶναι καθαρὰ καὶ ἀναμάρτητος. Καὶ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν σάρκα ἡτοίμασε ἐντός του καὶ τοῦ τὴν προσέφερεν ἐξ ὀνόματος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἷς ἄνθρωπος ἡ Παρθένος.
.                           Ἀλλ’ ἡ σάρκωσις τοῦ Λόγου, ὅπως ἤδη εἴδομεν, ἀπετέλεσεν, ἐκ τρίτου, τὴν τελείωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐνυποστασιαζομένη εἰς τὸν Λόγον, ὡλοκληρώθη. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ὅμως αὐτὴ ἡ συνάντησις καὶ ἕνωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μὲ τὸν Θεόν, ἦτο ἀνάγκη ὅπως ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἀκολουθήση μίαν ἀνοδικὴν πορείαν. Διὰ νὰ κατέλθῃ ὑποστατικῶς ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀνέλθει μέχρις ἑνὸς ἱκανοποιητικοῦ σημείου, ἀξιοποιῶν τὸ «κατ’ εἰκόνα» καὶ βοηθούμενος ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ πράγματι τὸ κτιστόν, κατὰ τὴν ὀρθόδοξον παράδοσιν, «αὐξάνον τὴν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ», ὑψώθη ἕως τὴν Παρθένον. Εἰς τὴν ἀπολύτως δὲ καθαρὰν σάρκα τῆς Παρθένου ἐπεδήμησε διὰ τοῦ Πνεύματος ὁ Λόγος καί, προσλαβὼν τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα, εἰσήχθη εἰς τὴν «οἰκουμένην ὁ πρωτότοκος» καὶ ἐπραγματοποιήθη τοιουτοτρόπως ἡ προαιώνιος βουλὴ τοῦ Πατρός, τὸ μέγα μυστήριον τῶν γάμων Δημιουργοῦ καὶ δημιουργίας. Οὕτω διὰ τῆς παιδαγωγίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἐκαθαρίσθη καί, κατὰ τινα τρόπον, ἀποκατεστάθη ἐν τῇ Παρθένῳ. Διὰ τῆς ὑποστατικῆς δὲ ἑνώσεως τῶν φύσεων ὑψώθη ἐν τῇ Εἰκόνι καὶ αὐτὸς εἰς εἰκόνα.
.                               Ἡ κεντρικὴ θέσις τῆς αἱρέσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ οὑμανισμοῦ, ὅπως οὗτος κηρύττεται σήμερον, εἶναι ὅτι ὁ Θεός, φυλακισμένος εἰς τὰ πράγματα καὶ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον διὰ νὰ Τὸν «σώσῃ». Εἰς τὴν αἱρετικὴν αὐτὴν θέσιν ἠμπορεῖ νὰ ἀπαντήσῃ ἀποτελεσματικῶς ἡ ὀρθόδοξος πραγματικότης τῆς «Εἰκόνος».
.                               Εἰς κάθε αἵρεσιν, πράγματι, εὑρίσκεται πάντοτε κρυμμένον ἓν σπέρμα ἀληθείας καὶ ἡ ὀρθόδοξος θεολογία ἔχει σκοπὸν νὰ τὸ διακρίνῃ καὶ νὰ τὸ προσλάβῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ διεστραμμένον, εἶναι ὀρθὸν εἰς τὴν οὑμανιστικὴν ἀναζήτησιν εἶναι τὸ ὅτι ὁ Θεὸς τόσον σέβεται καὶ ἐκτιμᾷ τὸν ἄνθρωπον, ὥστε νὰ μὴ ἀποκαλύπτεται καὶ νὰ μὴ ἐνεργῇ –ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἐξαρτωμένην κτίσιν– ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀνθρώπου, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν Αὐτὸς τοῦ ἐχάρισεν.
.                       Τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου», πράγματι, ἡ χρονικὴ δηλαδὴ ἐκείνη στιγμή, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἀνέμενε καὶ προητοίμαζεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ πλήρως εἰς τὴν κτίσιν Του καί, προσλαμβάνων ὑποστατικῶς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν δυνατότητα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἀρχικόν του προορισμόν, νὰ ὑψωθῇ εἰς Θεάνθρωπον, ἡ κεντρικὴ αὐτὴ στιγμή, μετὰ τὴν μακραίωνα παιδαγωγίαν τοῦ Θεοῦ, ἦλθε διὰ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς ἀνθρώπου, τῆς Παρθένου. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐπραγματοποίησε τοιουτοτρόπως ἐν τῇ Παρθένῳ καὶ διὰ τῆς Παρθένου τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον, ὅπως ἤδη εἴδομεν, ἐξ ἀρχῆς ἐδημιουργήθη, ἔγινεν ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς Θεοτόκος.
.                               Τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχει τεραστίας ἀνθρωπολογικὰς συνεπείας. Δι’ ἕνα δὲ διάλογον μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ ἀθεϊσμοῦ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ κυριολεκτικῶς ἀνυπολόγιστον σημασίαν. Μερικοὶ μεγάλοι ἄθεοι ὑπεστήριξαν, πράγματι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ θεός. Οὐδεὶς ὅμως ποτέ, πλὴν τῶν ὀρθοδόξων πατέρων, ἐτόλμησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ γεννήσῃ τὸν Θεόν. Τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀπολυτότητα, μὲ τὴν ὁποίαν καταξιώνει τὸν ἄνθρωπον ἡ ὀρθόδοξος αὐτὴ ἀλήθεια, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἠμπόρεσε νὰ τὴν φθάσῃ ποτὲ ἡ ἔπαρσις οἱουδήποτε ἀθέου οὑμανισμοῦ.

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-6 («Τὸ “κατ’ εἰκόνα” εἶναι τὸ θεολογικὸν Α καὶ Ω τοῦ ἀνθρώπου»)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος ϛ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»
Μέρος Ε´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

.                       Ἡ κεντρικὴ αὐτὴ θέσις καθιστᾷ φανερὸν ὅτι ὁ Παῦλος, παροτρύνων τοὺς πιστοὺς νὰ ἀποκτήσουν «νοῦν Χριστοῦ» καὶ «καρδίαν Χριστοῦ», δὲν τὸ κάμνει διὰ λόγους ἐξωτερικῆς εὐλαβείας ἢ συναισθηματικότητος, ἀλλὰ διὰ λόγους ὀντολογίας. Ὁ μετὰ Χριστὸν ἄνθρωπος καλεῖται πράγματι νὰ χριστοποιηθῇ διὰ τοῦ βαπτίσματος, τῆς εὐχαριστίας καὶ τῆς ὑπολοίπου ἐν μυστηρίῳ ἠθικῆς ζωῆς, διότι ἀρχικῶς ἐδημιουργήθη μὲ αὐτὸν τὸν προορισμόν.
.                       Ἡ ἰδία αὐτὴ θέσις βοηθεῖ νὰ συνειδητοποιήσωμεν τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ὀντολογικῶς, καὶ ὄχι μεταφορικῶς, τὰς πραγματικὰς διαστάσεις τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ ἀληθὲς κάλλος τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ παναγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τὴν πραγματικὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου.

2) Συμπέρασμα

α) Ἡ ἄνομος αὐτονομία πραγματικὴ ἄρνησις τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἄρνησις δὲ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πραγματικότητα αὐτήν, νὰ τελειωθῇ, ἀποκτῶν αὐτὰς τὰς χριστολογικὰς διαστάσεις, αὐτὸ τὸ χριστολογικὸν κάλλος καὶ αὐτὴν τὴν ἐν Χριστῷ ζωήν, καθίσταται φανερὸν ὅτι εἶναι εἰς τὴν οὐσίαν ἄρνησις τοῦ ἰδίου του τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ἀποτελεῖ τὴν πτῶσιν.
.                       Ὁ Ἀδάμ, πράγματι, μὴ θέλων νὰ φθάσῃ εἰς τὸν Θεὸν ἀπὸ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς τοῦ ἐχάραξεν, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ, προετίμησε νὰ ἀκολουθήσῃ ἰδίαν ὁδόν, νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀποκλειστικῶς τὴν ἰδικὴν του δύναμιν, νὰ θεωθῇ κατὰ τρόπον αὐτόνομον. Ἡ οὐσία ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως εἴδομεν, συνίσταται εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα». Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου ἄρνησις τοῦ «κατ’ εἰκόνα» συμπίπτει μὲ τὴν ἄρνησιν τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του, δηλαδὴ μὲ τὸν θάνατον. Ἐφ’ ὅσον ὁ Ἀδὰμ δὲν ἠθέλησε νὰ λαμβάνῃ τὴν ζωὴν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ προετίμησε νὰ ὑψωθῇ ὁ ἴδιος κατὰ τρόπον αὐτόνομον καὶ αὐθαίρετον εἰς αὐτοζωήν, δὲ ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ εὕρῃ τὸν θάνατον ἐν τῇ θνητῇ ὕλη του. Δι’ αὐτὸ τὸ φυσικὸν ἀποτέλεσμα παντὸς ἀθέου οὐμανισμοῦ εἶναι ὁ μηδενισμός. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἐλαχιστότερον ἴχνος αὐτονομίας εἶναι διὰ μίαν ὀρθόδοξον θεολογικὴν σκέψιν ἀπαράδεκτον. Ἡ αὐτονομία, ὡς ἄρνησις τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀσυγχώρητος ἁμαρτία, διότι ἀπὸ τὴν ἰδίαν της τὴν φύσιν ἀρνεῖται τὴν μετάνοιαν, εἶναι ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη θεμελιώδης συνέπεια τοῦ δόγματος τοῦ «κατ’ εἰκόνα» εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖο μᾶς ἀπασχολεῖ.

β) Τὸ «κατ’ εἰκόνα» πραγματικὴ ὁλοκλήρωσις τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἀλήθεια ὅμως αὐτή, ἐνῷ εἶναι «μωρία» καὶ «σκάνδαλον» διὰ τοὺς ἀθέους ἀνθρωπιστάς, εἶναι σωτηρία διὰ τοὺς πιστούς. Διότι ἀποτελεῖ τὸ ἀρραγὲς θεμέλιον ἑνὸς μεγαλειώδους χριστοκεντρικοῦ ἀνθρωπισμοῦ.
.                       Ὁ ἀνθρωπισμὸς αὐτὸς ἔχει βεβαίως πολλὰς φορὰς παρεξηγηθῆ, μέχρις τοῦ σημείου νὰ θεωρῆται ἀνύπαρκτος. Διότι ἔχει ἐπανειλημμένως προδοθῆ. Συχνά, πράγματι, οἱ πιστοὶ θεωροῦμεν τὴν σωτηρίαν ὑπόθεσιν τῆς ἥσσονος προσπαθείας. Νομίζομεν ὅτι εἶναι μία ἁπλῆ ἀτομικὴ διάσωσις. Ἐνώπιον ἑνὸς ἐπερχομένου κινδύνου φανταζόμεθα ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἱστορίαν, τὴν κτίσιν, τὸ σῶμά μας, ἀρκεῖ νὰ σώσωμεν τὴν ψυχήν μας. Τίποτε ὅμως δὲν εἶναι περισσότερον ξένον πρὸς τὴν ἀληθῆ ὀρθόδοξον παράδοσιν ἀπὸ τὴν πλατωνικὴν αὐτὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἠθέλησε νὰ συντρίψῃ εἰς τὴν ρίζαν της ὁ ἀπόστολος Παῦλος, κηρύττων ἐπὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ μεγαλύτερον σκάνδαλον διὰ τὴν ἑλληνικὴν σκέψιν, τὴν ἀνάστασιν τῶν σωμάτων.
.                       Διὰ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιθέτως, σωτηρία εἶναι ἡ ὁλοκλήρωσις, ἡ πλήρης ἀνάπτυξις, ἡ ἀποκάλυψις καὶ ἡ πραγμάτωσις ὅλων τῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου. Αἱ δὲ δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπεριόριστοι, διότι πηγάζουν ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα», τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ παρουσία τοῦ Θεοῦ.
.                       Τὸ «κατ’ εἰκόνα» συνεπῶς, ὡς τὸ θεολογικὸν Α καὶ Ω τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἡ χριστολογικὴ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, καταξιώνει, δίδει συνέχειαν καὶ αἰωνιοποιεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν ἴδιον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κάθε πρᾶξιν καὶ δημιουργίαν ἀνθρωπίνην. Οὕτω 1) μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν θετικῶς τὸ πρόβλημα τοῦ ἀθέου ἀνθρωπισμοῦ καὶ 2) δημιουργεῖ τὰς προϋποθέσεις διὰ νὰ σκιαγραφήσωμεν μίαν ὀρθόδοξον θεολογικὴν λύσιν εἰς τὸ πρόβλημα τῆς ἐκκοσμικεύσεως.

.                       Ἂς ἐπισημάνωμεν ἐν συντομίᾳ τὴν σπουδαιότητα τῶν δύο αὐτῶν θέσεων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-7 («Διὰ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων ὑψώθη ἐν τῇ Εἰκόνι καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς εἰκόνα»)

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΥΠΕΡ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΓΕΓΟΝΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» (Πατριαρχικὴ Ἀπόδειξις ἐπὶ τοῖς Χριστουγέννοις 2021)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀδελφοί συλλειτουργοί καί εὐλογημένα τέκνα,

.                         Φθάσαντες καί πάλιν εἰς τήν πάμφωτον ἑορτήν τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος Χριστοῦ, δοξάζομεν ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις τό ὑπερουράνιον ὄνομα Αὐτοῦ. Ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι «τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον», τό ὑπέρλογον «ἀεὶ μυστήριον» τῆς θεανθρωπίνης κοινωνίας. Ὁ Θεός, ὡς λέγει μέ ὑπέροχον τρόπον ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ὡς φιλάνθρωπος ἐκ τῆς ἀνθρώπου οὐσίας ἀληθῶς ἄνθρωπος γεγονώς, τὸν τοῦ πῶς ἄνθρωπος γέγονε τρόπον μένει διὰ παντὸς ἔχων ἀνέκφαντον· ὑπὲρ ἄνθρωπον γὰρ γέγονεν ἄνθρωπος»[1].
.                         Ἡ θεία Ἐνσάρκωσις, ὁμοῦ μετά τῆς φανερώσεως τῆς ἀληθείας περί τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτει καί τήν ἀλήθειαν καί τόν τελικόν προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου, τήν κατά χάριν θέωσιν. Θεολογικώτατα, ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας διακηρύσσει ὅτι ὁ Χριστός «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν»[2]. Ἔκτοτε, ὁ τιμῶν τόν Θεόν ὀφείλει νά σέβεται καί τόν ἄνθρωπον, καί ὁ ὑποτιμῶν τόν ἄνθρωπον ἀσεβεῖ πρός τόν Θεόν, τόν προσλαβόντα τήν ἡμετέραν φύσιν. Ἐν Χριστῷ, ὁ λόγος τῆς θεολογίας περί τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐν ταὐτῷ καί λόγος περί τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἔνσαρκος Θεία Οἰκονομία ἀναιρεῖ ὁριστικῶς τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὡς δυνάστου, τιμωροῦ καί ἀντιπάλου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός εἶναι πανταχοῦ, πάντοτε καί ἐν παντί ἡ ἄρνησις τῆς ἀρνήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ ὑπερασπιστής τῆς ἐλευθερίας του. Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἡ σάρξ τήν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ[3], ἐκπροσωπεῖ, ἐκφράζει καί διακονεῖ αὐτό τό πανσωστικόν μυστήριον τῆς θεανθρωπινότητος.
.                         Μέ λάβαρον τήν ἐν Χριστῷ «ἄλλην πλᾶσιν» τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἀνακαίνισιν συμπάσης τῆς κτίσεως, ἡ Ἐκκλησία δίδει καί σήμερον τήν καλήν μαρτυρίαν ἔναντι ὅλων τῶν ἐξελίξεων, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας, βιοῦσα καί κηρύττουσα τήν ἀλήθειαν τῆς γνησίας πνευματικῆς ζωῆς καί τόν πολιτισμόν τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλληλεγγύης. Διδοῦσα λόγον «περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»[4], οὐδόλως θεωρεῖ τόν σύγχρονον πολιτισμόν ὡς τήν νέαν ἁμαρτόζωον Νινευί, ἐπικαλουμένη ὡς ὁ Ἰωνᾶς τήν θείαν μῆνιν ἐπ᾿ αὐτόν καί τόν ἀφανισμόν του, ἀλλά ἀγωνίζεται διά τήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσιν αὐτοῦ. Ἀπαιτεῖται εἰς τήν ἐποχήν μας ποιμαντική φαντασία, διάλογος ὄχι ἀντίλογος, μετοχή ὄχι ἀποχή, συγκεκριμένη πρᾶξις ὄχι ἀπόκοσμος θεωρία, δημιουργική πρόσληψις ὄχι γενική ἀπόρριψις. Ὅλα αὐτά δέν λειτουργοῦν εἰς βάρος τῆς πνευματικότητος καί τῆς λατρευτικῆς ζωῆς, ἀλλά ἀναδεικνύουν τήν ἀδιάσπαστον ἑνότητα τῆς λεγομένης «καθέτου» καί «ὁριζοντίου» διαστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας καί μαρτυρίας. Πιστότης εἰς τήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἐγκλωβισμός εἰς τό παρελθόν, ἀλλά ἀξιοποίησις τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος προσφυῶς ἐν τῷ παρόντι.
.                         Καί κατά τό παριππεῦον ἔτος, ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ Covid – 19 ἐταλάνισε τήν ἀνθρωπότητα. Δοξάζομεν τόν Θεόν τοῦ ἐλέους, τόν κρατύναντα τούς εἰδικούς ἐπιστήμονας εἰς τήν ἀνάπτυξιν ἀποτελεσματικῶν ἐμβολίων καί ἄλλων φαρμάκων διά τήν ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως καί καλοῦμεν ὅσους πιστούς δέν ἔχουν ἀκόμη ἐμβολιασθῆ νά τό πράξουν, πάντας δέ νά ἀκολουθοῦν τά προτεινόμενα ὑπό τῶν ὑγειονομικῶν ἀρχῶν μέτρα προστασίας. Ἡ ἐπιστήμη, ἐφ᾿ ὅσον λειτουργεῖ ὡς διάκονος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι πολύτιμον δῶρον τοῦ Θεοῦ. Ὀφείλομεν νά δεχώμεθα εὐγνωμόνως τό δῶρον καί νά μή παρασυρώμεθα ἀπό τάς ἀνευθύνους φωνάς τῶν μή ἐπαϊόντων καί τῶν αὐτοανακηρυχθέντων εἰς ἐκπροσώπους τοῦ Θεοῦ καί τῆς γνησίας πίστεως «πνευματικῶν συμβούλων», αὐτοαναιρουμένων ὅμως οἰκτρῶς, λόγῳ τῆς ἀπουσίας ἀγάπης πρός τόν ἀδελφόν, τήν ζωήν τοῦ ὁποίου ἐκθέτουν εἰς μέγαν κίνδυνον.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα,

.                         Μέ ἀμετακίνητον πίστιν ὅτι τήν ζωήν ἑκάστου ἐξ ἡμῶν καί τήν πορείαν τῆς ἀνθρωπότητος ὅλης κατευθύνει ὁ Θεός τῆς σοφίας καί τῆς ἀγάπης, προσβλέπομεν εἰς ἕν αἴσιον 2022, τό ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐξωτερικῶν δεδομένων καί τῶν ἐξελίξεων, θά εἶναι δι᾿ ἡμᾶς πάντας ἔτος σωτήριον, ἐφ᾿ ὅσον καί κατ᾿ αὐτό τήν πορείαν τῶν πραγμάτων κατευθύνει ὁ φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν Χριστός, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» [5].
.                         Τοῦ Κυρίου εὐδοκοῦντος, κατά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Ἑβδομάδα τοῦ ἐπερχομένου ἔτους, θά πραγματοποιηθῇ ἐν τῷ πανσέπτῳ καθ᾿ ἡμᾶς Κέντρῳ, ἡ τελετή Καθαγιασμοῦ τοῦ Ἁγίου Μύρου. Θεωροῦμεν ἀνεπανάληπτον θείαν δωρεάν πρός τήν ἡμῶν Μετριότητα, ὅτι θά ἀξιωθῶμεν νά προστῶμεν τῆς πανηγυρικῆς καί κατανυκτικῆς αὐτῆς τελετουργίας διά τετάρτην φοράν κατά τήν διάρκειαν τῆς ταπεινῆς ἡμῶν Πατριαρχίας. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!
.                         Μέ αὐτά τά αἰσθήματα, προσκυνοῦντες εὐσεβοφρόνως τό ἐν Βηθλεέμ τεχθέν παιδίον Ἰησοῦν, στρέφομεν τήν σκέψιν ἡμῶν πρός τούς ἐκεῖσε ἀδελφούς Χριστιανούς μας καί προσευχόμεθα διά τήν εἰρηνικήν καί ἁρμονικήν συνύπαρξιν ὅλων τῶν διαβιούντων εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν.
.                         Ἐπί δέ τούτοις, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν, τοῖς ἐγγύς καί τοῖς μακράν, εὐλογημένον τό Ἅγιον Δωδεκαήμερον, ὑγιηρόν δέ, καλλίκαρπον ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καί μεστόν θείων δωρημάτων τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, ᾯ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Χριστούγεννα ‚βκα’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

——————————————–

[1] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα Θεολογικὰ καὶ Οἰκονομικὰ περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, ἑκατοντὰς πρώτη, ΙΒ´, PG 90, 1184.
[2] Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 150, 680-81.
[3] Πρβλ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρὸ τῆς ἐξορίας, PG 52, 429.
[4] Πρβλ. Α’ Πέτρ. γ’, 15.
[5]  Α’ Τιμ. β’, 4.

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                      Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου, ποὺ ἑορτάσαμε προχθές, εἶναι τὸ σημαντικότερο γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Εἶναι τὸ πιὸ παρήγορο μήνυμα, ἡ πιὸ ζωντανὴ διαβεβαίωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ  εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση γιὰ τὸ ἀβάσιμο τῆς λογικῆς τῶν ὑλιστῶν καὶ τῶν ἡδονιστῶν.
.                      Μέσα στὰ συμπυκνωμένα δρώμενα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἀνατρέπει τὶς ἀνθρώπινες λογικές, ὅσες κυριαρχοῦσαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Του καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν ἕως καὶ σήμερα. Μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις Του μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ  ἐξουσία δὲν εἶναι ἰσχύος καὶ συμφερόντων, ἀλλὰ διακονίας, ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν στηρίζεται στὰ ὅπλα καὶ στὴ βία, ἀλλὰ στὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα, ὅτι ἡ ἰσότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη, ὄχι ἀπὸ τὴ λογικὴ τῶν κάθε ἐποχῆς ἰσχυρῶν.
.                      Ἀνατρέπει ἐπίσης τὴν κοινωνικὴ ἠθική. Στὴ δικαιοσύνη Του ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡμετάνοια νικᾶνε τὶς γνώσεις, τὴν τυπολατρία, τὶς ὑλικὲς ἀπολαβές. Οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες – οἱ«ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ»– εἶναι γιὰ τὸν Χριστὸ πρόσωπα σημαντικότερα ἀπὸ τοὺς ἀλαζόνες τηρητὲς τοῦ Νόμου καὶ τοὺς πλουσίους ἄρχοντες. Ὡς μαθητές Του δὲν ἐπιλέγει τοὺς σοφούς τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ ἁπλοϊκοὺς ψαράδες… Ὅπως γράφει στοὺς Κορινθίους ὁ Παῦλος, ὁ Θεάνθρωπος διάλεξε τοὺς θεωρούμενους ἀνόητους γιὰ νὰ ντροπιάσει τοὺς σοφούς, καὶ τοὺς ἀνίσχυρους, γιὰ νὰντροπιάσει τοὺς ἰσχυρούς. Αὐτά, ποὺ  ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου ἐθεωροῦντο ἀνοησίες, παραμένουν ἀκλόνητα σὲ ἀξία μηνύματα γιὰ μία βιώσιμη ἀνθρωπότητα.
.                      Τὰ διδάγματα, ποὺ ἔδωσε πρὸ τῆς Σταυρώσεώς Του ὁ Χριστὸς δὲν ἔγιναν ἀμέσως ἀντιληπτὰ  καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, αὐτοὺς ποὺ ἦσαν συνέχεια μαζί Tου. Αὐτοὶ θεώρησαν ὅτι θὰ βοηθοῦσαν νὰ ἐγκαταστήσει τὸ βασίλειο τοῦ Δαυίδ. Μάλιστα δύο ἀπὸ αὐτοὺς ἔβαλαν μέσο τὴμητέρα τους νὰ τοὺς δώσει καλὲς θέσεις, ὅταν ἀναλάβει τὴν ἐξουσία… Οἱ μαθητές Του ἐπίσης δὲνἀντιλήφθηκαν ὅτι πῆγε νὰ προσευχηθεῖ πρὸς τὸν Πατέρα Του ἐν ὄψει τῆς συλλήψεώς Του. Ἐνῶ περνοῦσε τὴν κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀγωνία Του, ἐκεῖνοι κοιμοῦνταν… Ὅταν συνελήφθη, ἐκεῖνοι ἔντρομοι διασκορπίστηκαν… Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός, τὴν παρουσία Του ἀνάμεσά τους, τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν Πεντηκοστὴ μετέστρεψε τοὺς φοβισμένους μαθητὲς σὲ ἀτρόμητουςἱεραποστόλους καὶ μάρτυρες τῆς Πίστης τους πρὸς Αὐτόν.

.                       Ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἀπόλυτη ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο καὶ αὐτὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰΤὸν ὑβρίζει, νὰ Τὸν φυλακίζει, νὰ Τὸν διώκει, νὰ Τὸν ἀπαρνεῖται, νὰ Τὸν προδίδει. Ἡ μετὰΧριστὸν ἱστορία ἔχει καταγράψει ἑκατοντάδες προσωπικότητες ποὺ θέλησαν καὶ θέλουν μὲ τὶς δικές τους ἀρχὲς νὰ σώσουν τὴν ἀνθρωπότητα. Πολιτικοί, στρατιωτικοί, φιλόσοφοι προσπάθησαν καὶ οἱπερισσότεροι τὴν ἔβλαψαν… Ἡ ἀνθρωπότητα πάντα κινεῖται μὲ βάση τὸν ὑλισμό, τὸν ὠφελιμισμὸ καὶ τὸν ἡδονισμό. Ἐπιλέγει νὰ μιμηθεῖ τὶς Δαναΐδες, ἤ, χειρότερα, νὰ ἔχει τὴ μοίρα τοῦ Ταντάλου. Ὁ Ἀναστὰς  Χριστὸς ὑπομένει. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!-

, ,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ («Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία».)

 

Ὁ Χριστός ὡς φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου  Ἱεροθέου

.                         Ἐπειδή ὁ Χριστός ὁμιλοῦσε καί καυτηρίαζε τούς Φαρισαίους καί ἀπεκάλυπτε τήν πονηρία καί τήν ὑποκρισία τους, γι’ αὐτό καί αὐτοί εὕρισκαν διάφορες ἀφορμές γιά νά Τόν κατηγορήσουν καί νά Τόν συκοφαντήσουν. Ἔλεγαν, δηλαδή, ὅτι ἔχει δαιμόνιο καί ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων» ἐκβάλλει τά δαιμόνια (Ματθ. θ΄, 34). Ἔλεγαν ἀκόμη ὅτι εἶναι πλάνος (πρβλ. Ματθ. κζ΄, 63 – 64, Ἰω. ζ΄, 12) καί πλανᾶ τούς ἀνθρώπους καί πολλά ἄλλα.
.                         Μεταξύ τῶν ἄλλων συκοφαντιῶν πού ἀπηύθυναν στόν Χριστό ἦταν καί ἕνας λόγος πού καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὅτι εἶναι «ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν» (Λουκ. ζ΄, 34). Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἔλεγαν, δέν εἶναι ὅπως τόν νομίζει ὁ λαός, ἀλλά εἶναι φάγος καί οἰνοπότης, τρώει καί πίνει καί εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν.
.                         Ὁ Χριστός πήγαινε στά σπίτια τῶν ἀνθρώπων πού τόν καλοῦσαν, ἀλλά δέν ἔτρωγε καί δέν ἔπινε, ὅπως τό κατηγοροῦν οἱ Φαρισαῖοι. Ἄλλωστε, τό ξέρουμε ἀπό τήν συζήτηση πού ἔκανε μέ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα ὅτι, ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ Μαθητές «ραββί, φάγε», ἐκεῖνος εἶπε «ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰω. δ΄, 31-34).
.                         Ἑπομένως, δέν ἴσχυε αὐτό πού τόν κατηγοροῦσαν, ἀλλά ἐπειδή οἱ Φαρισαῖοι ἀπομονώνονταν ἀπό τόν λαό, ὁ Χριστός πήγαινε μαζί μέ τόν λαό καί συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, ὅπως καί στόν γάμο τῆς Κανά, γι’ αὐτό τόν κατηγοροῦσαν ὅτι εἶναι «φάγος καί οἰνοπότης».
.                         Ἐπίσης, ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστός «εἶναι φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν», πού ἦταν μεγάλοι ἁμαρτωλοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς φοροεισπράκτορες, καί ἁμαρτωλοί. Ἀλλά τελικά αὐτή ἡ συκοφαντία τήν ὁποία ἔλεγαν γιά τόν Χριστό, εἶναι τίτλος τιμῆς, ὅτι, δηλαδή, εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅτι ἀγαπᾶ τούς ἁμαρτωλούς, τούς τελῶνες καί τίς πόρνες.
.                         Στά ἱερά Εὐαγγέλια βλέπουμε, ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, καταδικάζει τούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονταν ὡς εὐσεβεῖς καί βεβαίως ἀγαποῦσε πάρα πολύ τούς τελῶνες. Εἶναι ὁ Ζακχαῖος πού μετανόησε καί σέ ὅσους ἀδίκησε τούς τά ἐπέστρεψε παρά πάνω. Εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὁ ὁποῖος ἦταν τελώνης καί ἔγινε Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι διάφορες ἄλλες ἁμαρτωλές γυναῖκες στίς ὁποῖες ὁ Χριστός ἔδειξε πολύ μεγάλη ἀγάπη καί ἄλλαξαν τρόπο ζωῆς.
.                         Μάλιστα, ὁ Χριστός ἔλεγε στούς Φαρισαίους, ὁμιλώντας γιά διάφορα θέματα, ὅτι «οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα΄, 31), δηλαδή οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες πού ἐσεῖς κατηγορεῖτε, θά προηγηθοῦν ἀπό σᾶς στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                         Θά ἀναφερθοῦν δύο γεγονότα, πού φανερώνουν αὐτήν τήν ἀλήθεια.
Τό πρῶτο γεγονός ἔχει σχέση μέ τήν πόρνη γυναίκα, τῆς ὁποίας συγχώρεσε τίς ἁμαρτίες καί τό δεύτερο γεγονός ἀναφέρεται σέ μιά μοιχαλίδα γυναίκα, τήν ὁποία παρουσίασαν οἱ Φαρισαῖοι, προκειμένου ὁ Χριστός νά δώση ἐντολή νά τήν λιθοβολήσουν, ὅπως προέβλεπε ὁ νόμος.

1. Ὁ Χριστός καί ἡ πόρνη γυναίκα
.                         Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει τήν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν πόρνη γυναίκα τῆς ὁποίας συγχώρησε τίς ἁμαρτίες (Λουκ. ζ΄, 36-50). Ὑπάρχουν τρεῖς περιπτώσεις στά Εὐαγγέλια πού γυναῖκες, κατά τήν διάρκεια τοῦ δείπνου, πλησίασαν τόν Χριστό καί τοῦ ἔριξαν μύρα στά πόδια Του καί ἔπειτα τά καθάρισαν μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς τους.
Ἡ πρώτη περίπτωση ἀναφέρεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο καί τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο. Ὁ Χριστός λίγο πρίν τό Πάθος Του ἦταν στό σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶχε θεραπευθῆ ἀπό τόν Χριστό, καί Τόν εἶχε προσκαλέσει στό τραπέζι. Ἐκεῖ πλησίασε μιά γυναίκα, ἡ ὁποία ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ γυναίκα δέν φαίνεται ὅτι ἦταν ἁμαρτωλός, ἀλλά προσῆλθε στόν Χριστό καί ἄλειψε τήν κεφαλή Του μέ μύρο.
.                         Ὅταν οἱ ἄλλοι διαμαρτυρήθηκαν ὅτι τό χρηματικό ποσό πού χρειάστηκε γιά νά ἀγοραστῆ τό μύρο, θά μποροῦσε νά δοθῆ στούς φτωχούς, τότε ὁ Χριστός τούς εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε μιά καλή πράξη, γιατί ἦταν προετοιμασία γιά τήν ταφή Του. Ἄλλωστε, τούς πτωχούς θά τούς ἔχουν πάντοτε, Ἐκεῖνον, ὅμως, δέν θά τόν ἔχουν. Ἦταν μιά μυροφόρα πρίν τίς μυροφόρες (Ματθ. κστ΄, 6-13). Αὐτό τό περιστατικό δέν ἀναφέρεται σέ πόρνη γυναίκα.
.                         Τό δεύτερο περιστατικό περιγράφεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὅταν ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τόν Λάζαρο, γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, τοῦ ἔκαναν ἕνα δεῖπνο καί ὁ Λάζαρος ἦταν δίπλα στόν Χριστό καί ἡ Μάρθα διακονοῦσε. Τότε ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, πῆρε τό πιό ἀκριβό ἄρωμα καί ἄλειψε ἀπό εὐγνωμοσύνη τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ὅλο τό σπίτι γέμισε ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου. Ὁ Ἰούδας διαμαρτυρήθηκε γιά τήν σπατάλη, ἐπειδή τά χρήματα θά μποροῦσαν νά δοθοῦν στούς πτωχούς καί ὁ Χριστός ἀπάντησε ὅτι αὐτό τό ἔκανε γιά τήν ἡμέρα τό ἐνταφιασμοῦ Του. (Ἰω. ιβ΄, 1- 8). Καί ἐδῶ δέν πρόκειται γιά ἁμαρτωλή γυναίκα.
.                         Τό τρίτο περιστατικό μέ τήν ἁμαρτωλή γυναίκα τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του στό ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς ἁμαρτωλούς, στήν πόρνη γυναίκα, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς τελῶνες, στούς ἀλλοεθνεῖς. Εἶναι ἕνα Εὐαγγέλιο πού θά μποροῦσαν νά τό διαβάσουν οἱ ἐθνικοί γιά νά δοῦν τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ὑπάρχει τό περιστατικό τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν πόρνη γυναίκα καί συνέβη ὄχι πρίν τό Πάθος Του, ὅπως ἔγιναν τά ἄλλα δύο πού ἀνέφερα, δηλαδή τό μέν πρῶτο στά Ἱεροσόλυμα, τό δέ δεύτερο στήν Βηθανία, ἀλλά αὐτό τό περιστατικό ἔγινε σχεδόν στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του στήν πόλη Καπερναούμ.
.                         Κάποιος πού ἦταν Φαρισαῖος παρεκάλεσε τόν Χριστό νά πάη στό σπίτι του νά τοῦ κάνη ἕνα δεῖπνο καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίθηκε σέ αὐτήν τήν πρόσκληση. Γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του:
«Κάποιος Φαρισαῖος προσκάλεσε τόν Ἰησοῦ σέ γεῦμα. Ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου καί κάθισε στό τραπέζι. Στήν πόλη ἦταν κάποια ἁμαρτωλή γυναίκα· ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς γευματίζει στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἔφερε ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο μέ μύρο, στάθηκε πίσω κοντά στά πόδια του καί κλαίγοντας ἔβρεχε μέ τά δάκρυά της τά πόδια του καί τά σκούπιζε μέ τά μαλλιά της· τά φιλοῦσε καί τά ἄλειφε μέ τό μύρο» (Λουκ. ζ΄, 36-38).
.                         Εἶναι ἕνα πολύ ὡραῖο περιστατικό πού δίνει μιά εἰκόνα ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἐκφραστική. Λέγει ὅτι ὁ Χριστός «εἰσελθών εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη». Τότε δέν εἶχαν τραπέζι καί καρέκλες, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλά ὡς τραπέζι εἶχαν ἕναν σοφρά, ὅπως ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Ἔτσι ἦταν καθήμενοι, λίγο γυριστοί πρός τά ἀριστερά γιά νά τρῶνε μέ τό δεξιό χέρι. Καί καθώς κάθονταν μέ τόν τρόπο αὐτό, τά πόδια τους ἐξεῖχαν λίγο πρός τά ἔξω. Ὁπότε αὐτή ἡ γυναίκα πῆγε πίσω ἀπό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τά ἄλειψε μέ μύρο.
.                         Εἶναι, δηλαδή, μιά κίνηση, χωρίς φωνή, δέν εἶπε τίποτα αὐτή ἡ γυναίκα, ἦταν μιά κίνηση τοῦ σώματος, μιά μή λεκτική πράξη καί μή λεκτική ἐνέργεια. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε τρεῖς πράξεις.
.                         Πρῶτα ἄρχισε νά κλαίη καί μέ τά δάκρυά της ἔπλυνε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆έν ἔχουμε ἁπλῶς ἕνα δάκρυ, δέν ἔχουμε μιά συγκίνηση, ἔχουμε πάρα πολλά δάκρυα τά ὁποῖα ἔπεφταν ἐπάνω στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆εύτερον, σφούγγισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Αὐτό ἦταν πάρα πολύ ταπεινωτικό γιά μιά γυναίκα. Τήν ἐποχή ἐκείνη τό νά παρουσιάζεται μιά γυναίκα νά ἔχη ξέπλεκα τά μαλλιά της καί μέ αὐτά νά σκουπίζη τά πόδια ἑνός ἀνθρώπου, αὐτό ἐθεωρεῖτο μιά πολύ ταπεινωτική πράξη. Ἔτσι, ἔβρεξε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά δάκρυά της, ὄχι μέ νερό, μετά τά καθάρισε μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός πιό κάτω, ὅταν διαμαρτυρήθηκαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ ἄλλοι συνδαιτυμόνες, εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε δέν σταμάτησε νά μοῦ φιλάη τά πόδια. Ἔπλυνε, λοιπόν, τά πόδια μέ τά δάκρυά της, τά καθάρισε, τά φιλοῦσε, τά ἀσπαζόταν. Καί τρίτον ἔριξε τό μύρο στά πόδια καί γέμισε ὅλος ὁ οἶκος ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου.
.                         Τότε ὁ Φαρισαῖος πού τόν κάλεσε στό τραπέζι εἶπε μέσα του ὅτι, ἄν ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν Προφήτης θά γνώριζε τί εἴδους γυναίκα εἶναι αὐτή πού τόν ἀγγίζει καί δέν θά τό ἐπέτρεπε. Ὁ Χριστός εἶδε αὐτές τίς σκέψεις τοῦ Φαρισαίου πού τίς ἔκανε μέσα του μυστικά καί τοῦ εἶπε ὅτι αὐτός ὅταν εἰσῆλθε στό σπίτι, δέν τοῦ ἔπλυνε τά πόδια -γιατί τότε βάδιζαν μέσα ἀπό τούς σκονισμένους δρόμους καί τό πρῶτο πού ἔκαναν, ὅταν εἰσέρχονταν στό σπίτι, ἦταν νά πλένουν τά πόδια τοῦ ἐπισκέπτου- ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἔπλυνε τά πόδια μέ τά δάκρυά της· αὐτός δέν τοῦ ἔδωσε ἕνα φίλημα, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή δέν σταμάτησε νά φιλᾶ τά πόδια Του· αὐτός δέν ἄλειψε τό κεφάλι Του μέ λάδι, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια Του. Γι’ αὐτό καί συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της. Καί τότε ὁ Χριστός εἶπε: «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δέ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾶ». Καί εἶπε στήν γυναίκα: «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», δηλαδή συγχωροῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες σου.
.                         Ἡ γυναίκα αὐτή δέν εἶπε τίποτα στόν Χριστό, δέν ζήτησε ἀπό τόν Χριστό ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀλλά μέ ὅλη τήν στάση της καί τήν ὅλη ἐνέργειά της αὐτό ἔδειχνε, ὅτι ζητοῦσε συγγνώμη ἀπό τόν Χριστό γιά τίς πολλές της ἁμαρτίες. Ἄρα εἶχε μιά ἀγάπη πού ἐκφράστηκε μέ ὅλες αὐτές τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
Καί ὅταν διερωτῶντο οἱ συνδαιτυμόνες, γιά τό ποιός εἶναι Αὐτός πού συγχωρεῖ ἀκόμη καί ἁμαρτίες, ὁ Χριστός γιά νά δείξη ὅτι εἶναι Θεός, εἶπε στήν γυναίκα: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην», δηλαδή σέ ἔσωσε ἡ πίστη σου, νά πορευθῆς μέ εἰρήνη στήν καρδιά σου. Δηλαδή, μιά γνωστή πόρνη τῆς πόλεως Καπερναούμ πιστεύει ὅτι Αὐτός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ἐκφράζει τήν ἀγάπη της. Ὑπάρχει, λοιπόν, μιά πίστη καί μιά μεγάλη ἀγάπη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τόν τρόπο αὐτόν, γι’ αὐτό συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της καί πορεύθηκε μέ εἰρήνη στήν καρδιά της (Λουκ. ζ΄, 39-50).
.                         Θά λέγαμε, τρόπον τινά, ὅτι αὐτή ἡ σκηνή θυμίζει λίγο τήν θεία Λειτουργία. Πηγαίνουμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό, χύνουμε τά δάκρυά μας, προσφέρουμε τά δῶρα μας, τά μῦρα μας, ἐκφράζουμε τήν ἀγάπη μας στόν Χριστό καί τήν πίστη. Ἐκεῖνος συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας καί φεύγουμε ἀπό τόν Ναό ἔχοντας εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας.

2. Ὁ Χριστός καί ἡ μοιχαλίδα γυναίκα

.                         Θά δοῦμε τό δεύτερο περιστατικό πού ὁ Χριστός συγχώρησε τήν μοιχαλίδα γυναίκα.
.                         Εἶναι καταπληκτικό αὐτό τό γεγονός καί ἔγινε, ὅταν ὁ Χριστός στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του εἶχε πάει στά Ἱεροσόλυμα στήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας καί τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.
.                         Ὁ Χριστός εἶχε μία σκληρή σύγκρουση μέ τούς Ἰουδαίους. Τόν εἶχαν ἀποκαλέσει πλανεμένο, δαιμονισμένο, τόν μισοῦσαν καί ἤθελαν νά Τόν συλλάβουν καί νά Τόν σκοτώσουν. Ἦταν ἡ ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας.
.                         Τό βράδυ ὁ Χριστός ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τό πρωΐ ἐπέστρεψε στά Ἱεροσόλυμα. Τότε, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅτι οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι βρῆκαν μιά μοιχαλίδα, ἡ ὁποία δημοσίως εἶχε ἁμαρτήσει. Καί ὁ Μωσαϊκός Νόμος καθόριζε ὅτι ἡ γυναίκα πού ἁμαρτάνει δημοσίως πρέπει νά λιθοβοληθῆ, νά τήν σκοτώνουν. Αὐτό γράφεται στό Λευϊτικό (Λευτ. κ΄, 10) καί στό ∆ευτερονόμιο (∆ευτ. κβ΄, 22). Καί ἐπειδή τόν νόμο τόν ἔδωσε ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ, καί ἐκεῖνος τόν κατέγραψε, κατ’ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, ἤθελαν νά φέρουν τόν Χριστό σέ μιά ἀντιπαράθεση μέ τόν Μωσαϊκο Νόμο. Ἦταν μέσα στά σχέδιά τους νά δημιουργήσουν πειρασμό καί νά προκαλέσουν τόν Χριστό.
Ποιό, ὅμως, ἦταν τό πρόβλημα; Τό πρόβλημα ἦταν ὅτι τήν ἔφεραν μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εἶπαν: «∆ιδάσκαλε, αὐτήν τήν γυναίκα τήν ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νά διαπράττη μοιχεία. Ὁ Μωϋσῆς στόν νόμο μᾶς ἔχει δώσει ἐντολή νά λιθοβολοῦμε τέτοιου εἴδους γυναῖκες· ἐσύ τί γνώμη ἔχεις; Αὐτό τό ἔλεγαν γιά νά τοῦ στήσουν παγίδα» (Ἰω. η΄, 4-6).
.                         Σέ ποιό σημεῖο φαίνεται αὐτή ἡ παγίδα; Ὁ Χριστός παρουσιαζόταν ἀπό τόν κόσμο ὅτι εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί στοργή καί φιλανθρωπία, καί γι’ αὐτό ὁ κόσμος ἔλεγε ὅτι αὐτός δείχνει ἀγάπη ὄχι σάν τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους πού εἶναι σκληροί. Γι’ αὐτό οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ὁδήγησαν αὐτήν τήν γυναίκα στόν Χριστό γιά νά τόν φέρουν σέ ἕνα δίλημμα. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε, βάσει τοῦ νόμου, νά τήν λιθοβολήσουν, τότε θά ἔλεγαν στόν κόσμο ὅτι αὐτός πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τήν σκοτώσουμε, πού σημαίνει εἶναι ὑποκριτής. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε νά τήν ἀφήσουν ἐλεύθερη, τότε θά τόν παρουσίαζαν ὅτι εἶναι παραβάτης τοῦ Νόμου τόν ὁποῖο ἔδωσε ὁ Θεός, ἄρα δέν εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί τόν Νόμο πού ἔδωσε ὁ Θεός στήν Παλαιά ∆ιαθήκη Αὐτός νά τόν παραβαίνη; Αὐτή ἦταν ἡ παγίδα, αὐτή ἦταν ἡ πρόκληση τήν ὁποία ἔκαναν στόν Χριστό.
.                         Πῶς ὁ Χριστός ἀντιμετώπισε αὐτό τό θέμα; Ἔσκυψε κάτω καί ἄρχισε νά γράφη στό ἔδαφος. «Ὁ δέ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τήν γῆν». Ἐπειδή ἐπέμεναν νά τόν ἐρωτοῦν ὁ Ἰησοῦς σηκώθηκε καί εἶπε: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν» (Ἰω. η΄, 6-7).
.                         Οἱ ἑρμηνευτές προσπαθοῦν νά ἐντοπίσουν τήν αἰτία τῆς πράξεως αὐτῆς πού ἔκανε ὁ Χριστός. Μερικοί λένε ὅτι ἐνδεχομένως ἦταν μιά στιγμή πού ἤθελε νά τήν ξεπεράση μέ κάποια «ἀδιαφορία». Κάποιος ἄλλος ἑρμηνευτής λέγει ὅτι κάτω ἔγραφε τίς ἁμαρτίες πού ἔκαναν αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ὥστε νά τίς βλέπουν καί νά αἰσθανθοῦν ἐνοχή. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε τά ὀνόματα τῶν γυναικῶν μέ τίς ὁποῖες εἶχαν ἁμαρτήσει καί αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ἄρα καί αὐτοί εἶχαν πέσει στό ἴδιο παράπτωμα. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε αὐτό τό ὁποῖο εἶπε μετά στήν συνέχεια, τό: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν», δηλαδή αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει κάνει τέτοιες ἁμαρτίες καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἐντελῶς καθαρό, καί θέλει νά τηρήση τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἄς πετάξει πρῶτος τόν λίθο. Εἶναι σάν νά τούς ἔλεγε: «Ἀρχίστε νά τήν λιθοβολῆτε, ἀλλά θά τήν λιθοβολήση πρῶτος αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμάρτητος καί δέν ἔχει διαπράξει αὐτές τίς ἁμαρτίες». Αὐτό σήμαινε ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦταν ἔνοχοι καί ἔφεραν τήν γυναίκα αὐτή γιά νά βάλουν παγίδα στόν Χριστό.
Μετά ἀπό αὐτόν τόν λόγο ἔσκυψε πάλι κάτω καί συνέχισε νά γράφη. Μετά ἀπό λίγο σήκωσε τά βλέμματά του καί εἶχαν φύγει ὅλοι, ἀλλά ἔμεινε μόνο ἡ γυναίκα. Εἶπε τότε στήν γυναίκα: «Γυναίκα, ποῦ εἶναι οἱ κατήγοροί σου; Κανένας δέν σέ καταδίκασε;». Ἐκείνη ἀπάντησε: «Κανένας, Κύριε». Καί τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε: «Οὔτε ἐγώ σέ καταδικάζω, πήγαινε καί ἀπό ἐδῶ καί πέρα μήν ἁμαρτάνης πιά» (Ἰω. η΄, 8-11). ∆έν τῆς εἶπε «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», ὅπως εἶπε στήν προηγούμενη γυναίκα πού εἴδαμε, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Ἡ προηγούμενη πόρνη μέ τήν ὅλη ἐνέργεια τήν ὁποία ἔκανε, μέ τήν πράξη τήν ὁποία ἔκανε, μέ τά μῦρα μέ τά ὁποῖα ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔλεγε τίποτα μέ τό στόμα της, ἀλλά ὁλόκληρη μέ τό σῶμα της ἔδειχνε αὐτήν τήν μετάνοια. Ἐδῶ, ὅμως, στήν μοιχαλίδα γυναίκα δέν τό λέγει αὐτό, δέν τῆς εἶπε σέ συγχωρῶ, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε».
.                         Ἀμέσως μετά -καί αὐτό εἶναι τό σημαντικό- ἀφοῦ ἔφυγε ἡ γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε πάλι νά λέη ἐκεῖνον τόν περίφημο λόγο: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω, η΄, 12). Αὐτός ὁ λόγος εἶναι σημαντικός, γιατί ὑπάρχει μιά συνάρτηση μεταξύ τῶν χωρίων αὐτῶν, δηλαδή δέν μποροῦμε νά διαβάζουμε τά κείμενα ἐντελῶς ξεχωριστά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά πρέπει νά βλέπουμε τό τί προηγήθηκε, τί ἀκολούθησε γιά νά καταλάβουμε τό νόημά τους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε αὐτό τό περιστατικό μέ τήν μοιχαλίδα γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε νά διακηρύττη ὅτι Αὐτός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου καί ἐκεῖνος πού τόν ἀκολουθεῖ δέν θά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός θέλει νά πῆ ὅτι Αὐτός ὡς φῶς τοῦ κόσμου βλέπει τά πάντα καί καθορίζει τά πάντα καί βλέπει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, βλέπει τήν ὑποκρισία τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, βλέπει τί ἔχουν μέσα στήν καρδιά τους. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού Τόν ἀκολουθοῦν δέν θά περπατοῦν στό σκοτάδι.
.                         Σκοτάδι εἶναι καί οἱ ψυχές τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, σκοτάδι εἶναι καί ἡ καρδιά αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἔπεσε σέ αὐτό τό παράπτωμα, ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἀκολουθῆ τόν Χριστό δέν πρόκειται ποτέ νά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς, θά ἔχη σέ ὅλη τήν ζωή του τό φῶς, θά ζῆ μέσα στό φῶς καί δέν θά διαπράττη τέτοια παραπτώματα, τέτοια ἁμαρτήματα, δέν θά πέφτη ἀκόμη καί στήν πνευματική μοιχεία, πού εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Χριστό πού εἶναι τό Φῶς.
.                         Ἡ μοιχεία δέν εἶναι μόνο ἕνα σαρκικό ἁμάρτημα, ἀλλά στήν Ἁγία Γραφή ἡ μοιχεία εἶναι καί πνευματικό ἁμάρτημα, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ὁ ἰσραηλιτικός λαός ἔφευγε ἀπό τήν ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό καί λάτρευε τά εἴδωλα, διέπραττε πνευματική μοιχεία. Καί ἐμεῖς πού βαπτισθήκαμε καί πιστεύουμε στόν ἀληθινό Θεό, ὅταν διαπράττουμε κάποια ἁμαρτία ἤ ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία, τότε ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Θεό καί διαπράττουμε μιά πνευματική μοιχεία. Ὑπάρχει καί σαρκική ἁμαρτία, ἀλλά ὑπάρχει καί πνευματική μοιχεία, ὅταν διασπᾶται ἡ σχέση καί ἡ κοινωνία μας μέ τόν Θεό.
.                         Ἀπό τά προηγούμενα μποροῦμε νά καταλήξουμε σέ δύο συμπεράσματα.
Τό πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, ὅπου κι ἄν τήν συναντήση. Στήν πρώτη περίπτωση ἦταν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ συνδαιτυμόνες πού κάλεσαν τόν Χριστό στό σπίτι γιά φαγητό καί μιλοῦσαν περιφρονητικά γιά τήν πόρνη γυναίκα πού ἔδειξε τήν ἀγάπη της στόν Χριστό. Καί στό δεύτερο περιστατικό καταδικάζει τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν στόν Χριστό μιά γυναίκα πού ἔπεσε στήν μοιχεία γιά νά τήν καταδικάση, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἦταν ἔνοχοι σέ ἄλλα παραπτώματα. Ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία καί μάλιστα τήν ὑποκρισία αὐτῶν οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὅτι εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ.
Τό δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι περιπίπτουν σέ ψυχικά καί σωματικά ἁμαρτήματα. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ὑποκρισία εἶναι ψυχικά ἁμαρτήματα καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία εἶναι σωματικά ἁμαρτήματα πού γίνονται μέ τήν συγκατάθεση τῆς ψυχῆς.
.                         Συνήθως ὅσοι πέφτουν σέ ψυχικά ἁμαρτήματα εἶναι ὑποκριτές. Ἀντίθετα, ὅσοι πέφτουν σέ σαρκικά ἁμαρτήματα καί ἔχουν μιά ἐσωτερική εὐαισθησία, συνήθως εἶναι ἄνθρωποι πονεμένοι, βασανισμένοι, ἄνθρωποι πού ἔχουν δοκιμάσει μιά κακή ἀγάπη, βλέπουν μιά διεστραμμένη κατάσταση καί μιά βιαιότητα πού γίνεται ἐπάνω τους ἀπό ἐμπαθεῖς ἀνθρώπους.
Ἑπομένως, αὐτοί εἶναι πονεμένοι ἄνθρωποι καί αἰσθάνονται ἕναν βιασμό ἐπάνω στήν ὕπαρξή τους, καταστρέφονται τά πάντα καί τό σῶμα τους καί ἡ ψυχή τους καί οἱ σκέψεις τους καί τό ὅραμα γιά τήν ζωή κλπ. Εἶναι ἄνθρωποι τραυματισμένοι. Καί ἐπειδή εἶναι στραπατσαρισμένοι, ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε αὐτήν τήν ἔκφραση, γι’ αὐτό αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ὅταν βλέπουν κάποιον νά τούς δείχνη μιά ἀγάπη ἄλλης φύσεως, ὅπως ὁ Χριστός ἔδειχνε μία ἀγάπη μέ διαφορετικό τρόπο, πού προερχόταν ἀπό τήν καθαρότητά Του, ἀπό τό Φῶς Του, τότε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι συγκινοῦνται πάρα πολύ, ξεχωρίζουν αὐτόν ὁ ὁποῖος τούς ἀγαπᾶ πραγματικά καί προσφέρονται ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν.
.                         Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔχοντας αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, θά αἰσθανθοῦμε καθαρά αὐτήν τήν πραγματική ἀγάπη πού μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτά εἶναι τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς μας. Πρέπει νά ἀποβάλουμε τήν ὑποκρισία καί νά βλέπουμε τήν ἀλήθεια, τό Φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστός.

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

,

Σχολιάστε

ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο

Ἕνα μάθημα γιὰ τὸν Χριστό  ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο

Τοῦ  Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.                      Εἶχε δίκαιο, ὁ ἐθνικός μας ἱστορικός, ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος, ὅταν ἔγραφε, ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, «ἀπέβη ὁ ἁγιώτερος τῶν ἡρώων ἤ μᾶλλον ὁ ἡρωϊκώτερος τῶν ἁγίων» (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τ. 2, σελ. 510), καί πολύ περισσότερο εἶχε δίκαιο, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν ἔλεγε: «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν ἀρετήν ἐπαινέσομαι˙ ταὐτόν γάρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καί ἀρετήν ἐπαινέσαι» (ΒΕΠΕΣ 59, 148). Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, εἶναι ἀναντιρρήτως μία ἐκ τῶν περιφανεστέρων προσωπικοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Φλογερός μαχητής καί ὁμολογητής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἔλυσε θεμελιώδη προβλήματα καί θέματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς τήν φοβερή αἵρεση τοῦ Ἀρείου καί θεμελίωσε πολύ οὐσιαστικά τήν ὀρθόδοξη χριστιανική τριαδολογία, ἤδη ἀπό τόν 4ο αἰῶνα. Ὑπέστη βέβαια πολλές διώξεις καί ἐξορίες, ἀλλά πάντοτε παρέμενε μέ ἀκατάβλητο θάρρος, μέ ἀδαμάντινο χαρακτῆρα, μέ ἀκλόνητη πίστη, μέ ἀκάματη σταθερότητα στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ἐκοιμήθη τό 373, δράσας ὡς Ἐπίσκοπος 45 ὁλόκληρα ἔτη, ἐκ τῶν ὁποίων διῆλθε πλέον τῶν 15 στήν ἐξορία. Στίς 18 Ἰανουαρίου τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ μνήμη του καί στίς 2 Μαΐου ἡ ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

* * *

.                       Ὡστόσο, στίς ἡμέρες μας ἑλκύει τήν προσοχή μας ἕνα θέμα στό ὁποῖο χρειάζεται πολλή καθοδήγηση καί χριστιανική μόρφωση καί αὐτό τό θέμα εἶναι τό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό Πανάγιον Πρόσωπον, τό ὁποῖο συνεχῶς βάλλεται ἤ κακοποιεῖται ἤ ἐμπαίζεται ἤ δέχεται τά πυρά τῆς τυραννίας τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ἐπί πλέον κυκλοφορεῖ καί μία ἀντιευαγγελική ρητορική καί φρασεολογία περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί πολύς κόσμος ἐξακολουθεῖ νά βρίσκεται σέ ἄγνοια ἤ ἡμιμάθεια ἤ καί σέ ἀποξένωση ἀπό τό θεανδρικό Πανάγιον Πρόσωπο τοῦ Κυρίου.
.                       Κατά συνέπειαν, τυγχάνει ἀρήδιλος ἀνάγκη νά ἀναθερμανθεῖ ἡ ἀλήθεια περί τοῦ Χριστοῦ, ὡς τοῦ Μοναδικοῦ Λυτρωτοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο. Πλεῖστοι λησμονοῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό Α καί τό Ω πάσης θεωρίας καί πάσης ζωῆς, ὅτι εἶναι γιά τόν καθένα μας τό Φῶς, ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ζωή, τό Ὕδωρ, ἡ Ἀνάστασις, ἡ Ἀγάπη, ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς μας. Λησμονοῦμε ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον τοῖς ἀνθρώποις, ἐν ὧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’,12). Καί τό Ὄνομα, «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα» εἶναι ὁ Χριστός. Ἔπειτα ἔχει διαπιστωθεῖ καί τοῦτο, ὅτι λόγος περί Θεοῦ ἤ περί θρησκείας ἀσφαλῶς καί γίνεται. Ἀλλά λόγος περί τοῦ Χριστοῦ ἀποφεύγεται. Ὁδηγούμεθα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον σέ μία ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή θεωρεῖται πολλάκις ἐμπόδιο γιά τήν ἀνομία μας, γιά τήν ἐπιβολή τῆς πολύμορφης ἁμαρτίας. Ὁ Χριστός βρίσκεται σέ ἐξορία, μακράν τοῦ ἰδιωτικοῦ, οἰκογενειακοῦ, ἐπαγγελματικοῦ καί δημόσιου βίου. Ὁ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένος καί ὑλόφρων ἄνθρωπος διαπιστώνουμε ὅτι δέν θέλει τόν Χριστό στή ζωή του.

* * *

.                       Γι’ αὐτό, ἀξίζει νά ἀφήσουμε τόν Μέγα Ἀθανάσιο νά μᾶς ὁδηγήσει καί πάλιν στή ζῶσα χριστοκεντρικότητα. Ὁδηγός εἶναι τά σπουδαιότατα συγγράμματά του. Σ’ αὐτά, κυρίως στό «Περί ἐνανθρωπήσεως», στό «Κατά ἀρειανῶν Α´ – Γ´», στό  «Περί τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου» ἀλλά καί σέ ὁμιλίες του ὅπως «Εἰς τό πάθος τοῦ Κυρίου καί εἰς τόν Σταυρόν», ὁ σοφός Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀληθῶς, ἔρχεται καί μᾶς καθοδηγεῖ στήν σώζουσα ἀλήθεια περί τοῦ Προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ μέγας αὐτός Ἱεράρχης στηρίζεται στήν Ἁγία Γραφή καθ’ ὅτι γράφει: «Οἱ Γραφές διά θεολόγων ἀνδρῶν παρά Θεοῦ ἐλαλήθησαν καί ἐγράφησαν˙ ἡμεῖς δέ παρά τῶν αὐταῖς ἐντυγχανόντων θεοπνεύστων διδασκάλων, οἵ καί μάρτυρες τῆς Χριστοῦ θεότητος γεγόνασι, μαθόντες μεταδίδομεν» (Περί ἐνανθρωπήσεως, PG 25, 196).

* * *

.                         Ἔπειτα, ἄν στήν αἱρετική του δοξασία, ὁ δυσσεβής ἐκεῖνος Ἄρειος, διεκήρυττε ὅτι, «ὅπως ὅλα τά κτίσματα, ἔτσι καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα καί ποίημα καί ὅπως ὅλα δέν ἦσαν πρότερον ἐξ  ἀρχῆς, ἀλλ’ ἔγιναν ὕστερον, ἔτσι καί Αὐτός, ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ἦτο κάποτε καιρός, κατά τόν ὁποῖον δέν ὑπῆρχε, ἀλλ’ ἔχει καί Αὐτός ἀρχή», ὁ θεοφόρος Μέγας Ἀθανάσιος ἔρχεται καί ἀντικρούει, θεολογεῖ καί θεμελιώνει τήν Χριστολογία, ὅπως τήν ἐξέφρασε καί διετύπωσε κατόπιν ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Χρησιμοποίησε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος τίς σπουδαιότατες ἐκφράσεις «γέννημα τῆς οὐσίας», «Υἱός φύσει μονογενής», «φύσει καί ἀληθινός Υἱός», «Λόγος ἐστίν ἀΐδιος φύσει τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ ὁ Υἱός» τίς ὁποῖες καί διαβάζουμε στό «Κατά ἀρειανῶν», δεύτερο ἔργο του. Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τελικά, μέ τήν θεολογική συνδρομή τοῦ Μεγ. Ἀθανασίου δογμάτισε τά σχετικά γνωστά ἄρθρα στό Σύμβολο τῆς Πίστεως περί τοῦ Χριστοῦ καί περαιτέρω ἀπεφάνθη τόν ἀφορισμόν εἰς τούς λέγοντας: «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν» καί «πρίν γεννηθῆναι οὐκ ἦν» καί ὅτι «ἐξ οὐκ ὄντων» ἐγένετο, ἤ «ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως» ἤ «οὐσίας» ἤ «κτιστόν» ἤ «τρεπτόν» ἤ «ἀλλοιωτόν» τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Ὁ θεόπνευστος Ἀθανάσιος μέ τήν ὅλη του παιδεία, πραγματικά θεολόγησε γιά νά κατανοηθοῦν σαφῶς οἱ δύσκολες ἔννοιες καί λέξεις: Θεός καί Υἱός, γέννησις καί αἰωνιότητα, ὁμοούσιον καί ὑπόστασις, ἡ ἐκ Πατρός γέννησις καί ἡ ἐν χρόνῳ γέννησις, ἡ ἐνανθρώπησις, ἡ ἐν Χριστῷ κένωσις κ.ἄ.

* * *

.                         Ἕνα ἀκόμη σημαντικό σημεῖο τῆς χριστολογίας τοῦ Ἀθανασίου, τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἀναφέρουμε εἶναι ἡ σύναψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, ἄλλως ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας του. Δηλαδή, γράφει, πολύ χαρακτηριστικά, ὁ ἱερός Πατήρ καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι: «Εἰ κτίσμα ἦν ὁ Υἱός, ἔμενεν ἄνθρωπος οὐδέν ἧττον θνητός, μή συναπτόμενος τῷ Θεῷ. Οὐ γάρ κτίσμα συνῆπτε τά κτίσματα τῷ Θεῷ, ζητοῦν καί αὐτό τόν συνάπτοντα˙ οὐδέ τό μέρος τῆς κτίσεως σωτηρία τῆς κτίσεως ἄν εἴη, δεόμενον καί αὐτό σωτηρίας… κατά τήν συγγένειαν τῆς σαρκός ἠλευθερώθημεν καί λοιπόν συνήφθημεν καί ἡμεῖς τῷ Λόγῳ» (Κατά ἀρ. Β’ 69) καί ἔπειτα: «Οὐκ ἄν ἐθεοποιήθη ὁ ἄνθρωπος, εἰ μή φύσει ἐκ τοῦ Πατρός καί ἀληθινός καί ἴδιος αὐτοῦ ἦν ὁ Λόγος ὁ γενόμενος σάρξ. Διά τοῦτο γάρ τοιαύτη γέγονεν ἡ συναφή, ἵνα τῷ κατά φύσιν τῆς θεότητος συνάψῃ τόν φύσει ἄνθρωπον καί βέβαια γένηται ἡ σωτηρία καί ἡ θεοποίησις αὐτοῦ» (ὅπ. παρ. 70).
.                      Ἔτσι ἔχει παραμείνει στή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τό μέγα ἀπόφθεγμά του ὅτι: «ὁ Λόγος ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (PG 25, 192). Αὐτά τά λόγια σαφῶς καί καταφάσκουν τήν σωτηριολογική χριστολογία τοῦ θεοφόρου πατρός.

* * *

.                        Ἕνα δέ τελευταῖο σημεῖο, ἄξιο προσοχῆς, τῆς διδασκαλίας τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου εἶναι καί ἐκεῖνο, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στό θέμα τοῦ θανάτου, διότι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐννοεῖται ὅτι ἔχει ὡς προϋπόθεση τόν θάνατο τῆς μεταπτωτικῆς φθορᾶς. Ἔτσι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «συνιδών ὅτι ἄλλως οὐκ ἄν λυθείη τῶν ἀνθρώπων ἡ φθορά, εἰ μή διά τοῦ πάντως ἀποθανεῖν, οὐχ οἷον τε δέ ἦν τόν Λόγον ἀποθανεῖν, ἀθάνατον ὄντα καί τοῦ Πατρός Υἱόν, τούτου ἕνεκεν τό δυνάμενον ἀποθανεῖν ἑαυτῷ λαμβάνει σῶμα, ἵνα τοῦτο τοῦ ἐπί πάντων Λόγου μεταλαβόν, ἀντί πάντων ἱκανόν γένηται τῷ θανάτῳ καί διά τόν ἐνοικίσαντα Λόγον ἄφθαρτον διαμεῖναι καί λοιπόν ἀπό πάντων ἡ φθορά παύσηται τῇ τῆς ἀναστάσεως χάριτι» (PG 25, 112). Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησίν Του «ἠφάνισε τόν θάνατον» καί θά γράψει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ὅθεν, ὁ Χριστός, εἰκότως ἔλαβε σῶμα θνητόν, ἵνα καί ὁ θάνατος ἐν αὐτῷ λοιπόν ἐξαφανισθῆναι δυνηθεῖ καί οἱ κατ’ εἰκόνα πάλιν ἀνακαινισθῶσιν ἄνθρωποι» (ὅπ. παρ. 120). Ἐπέτυχε τελικά τήν ἀφθαρσία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, καθ’ ὅτι ὁ Χριστός «εἰ καί ἀπέθανε (τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ) διά τό ὑπέρ πάντων λύτρον, ἀλλ’ οὐκ οἶδε φθοράν. Ὁλόκληρον γάρ ἀνέστη, ἐπεί μηδέ ἄλλου τινός ἀλλ’ αὐτῆς τῆς ζωῆς ἦν τό σῶμα» (ὅπ. παρ. 133). Ὁ Κύριος εἶναι, λοιπόν, ἡ αὐτοζωή, ἡ Ἀνάστασις καί δώρησε στόν ἄνθρωπο τήν ἀνάσταση. Συγκεκριμένα γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ὕστερον ἐπί σωτηρίᾳ τῶν πάντων ἔλαβε σῶμα καί τήν μέν οἰκουμένην περί Πατρός ἐδίδαξε, τόν δέ θάνατον κατήργησε, πᾶσι δέ τήν ἀφθαρσίαν ἐχαρίσατο διά τῆς ἐπαγγελίας τῆς ἀναστάσεως, ἀπαρχήν ταύτης τό ἴδιον ἐγείρας σῶμα, καί τρόπαιον αὐτό κατά θανάτου καί τῆς τούτου φθορᾶς ἐπιδειξάμενος τῷ σημείῳ τοῦ σταυροῦ». (ὅπ. παρ. 152). Καί σ’ ἄλλο σημεῖο ὑπογραμμίζει: «Οὐκ ἀπολλύμεθα διαλυόμενοι, ἀλλ’ ὡς σπειρόμενοι ἀναστησόμεθα, καταργηθέντος τοῦ θανάτου κατά τήν τοῦ Σωτῆρος χάριν» (ὅπ. παρ. 132). Καί γι’ αὐτόν τόν θάνατον, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, θά τονίσει: «Πάλαι μέν γάρ πρίν τήν θείαν ἐπιδημίαν γενέσθαι τοῦ Σωτῆρος, φοβερός ἦν καί αὐτοῖς τοῖς ἁγίοις ὁ θάνατος, καί πάντες τούς ἀποθνήσκοντας ὡς φθειρομένους ἐθρήνουν˙ ἄρτι δέ τοῦ Σωτῆρος ἀναστήσαντος τό σῶμα, οὐκέτι μέν ὁ θάνατος ἐστι φοβερός, πάντες δέ οἱ τῷ Χριστῷ πιστεύοντες, ὡς οὐδέν αὐτόν ὄντα πατοῦσι».

* * *

.                        Μετά ἀπ’ ὅλα αὐτά, οὐδόλως θά πρέπει, οὔτε νά μυθολογοῦμε, οὔτε νά χλευάζουμε «γελῶντες μέ τά ἀχλεύαστα», οὔτε νά λέγουμε ἄτοπα καί ἀθεολόγητα ρήματα, ἀλλά καί οὔτε νά παραβαίνουμε τίς θεῖες ἐντολές. Πρός τόν Σωτῆρα Χριστόν νά προσβλέπουμε, γιατί ὅπως πάλιν γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Τά ψυχικά πάθη περιεῖλε (=καθάρισε) τῶν ἀνθρώπων ὁ Χριστός, ὥστε τούς μέν πόρνους σωφρονεῖν, τούς δέ ἀνδροφόνους μηκέτι ξίφους κρατεῖν, τούς δέ δειλία προκατεχομένους ἀνδρίζεσθαι» (ὅπ. παρ. 185). Καί ὡς ἐπίσης διακηρύττει ὁ ἱερός πατήρ, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ὁ «ἕλκων εἰς εὐσέβειαν, πείθων εἰς ἀρετήν, διδάσκων περί ἀθανασίας, εἰς πόθον τῶν οὐρανίων ἐνάγων, ἀποκαλύπτων τήν περί τοῦ Πατρός γνῶσιν, τήν κατά τοῦ θανάτου δύναμιν ἐμπνέων, ἑκάστῳ δεικνύων ἑαυτόν καί τήν τῶν εἰδώλων ἀθεότητα καθαιρῶν». (ὅπ. παρ. 149).

* * *

.                             Πλήν ὅμως, διαπιστώνουμε, μετά πολλῆς θλίψεως, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, καί σήμερα ἔπειτα ἀπό 20 αἰῶνες ἀγνοοῦν καί ἐπισωρεύουν ἀρνητικούς λογισμούς καί δέν κατανοοῦν τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Εὑρίσκονται μακράν ἀπό τήν ὀρθή ἀπάντηση στό κορυφαῖο ἐρώτημα: Τί εἶναι ὁ Χριστός; Κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ φαινομένου αὐτοῦ καί αὐτή ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας καθίσταται ἀκατανόητη. Καί ἀκόμη περισσότερο, ἡ ὅλη συμπεριφορά ἀλλά καί ἡ διαλεκτική εἶναι ὡς «υἱῶν ἀπειθείας», ἀσεβείας καί ἀνυπακοῆς ὡς πρός τήν τοῦ Χριστοῦ διδασκαλία. Ἔτσι τό Εὐαγγέλιον παραμένει κλειστό, ἡ θεία ἀποκάλυψη περίεργον τι καί ἡ κατά Χριστόν μάθηση ἀποβαίνει ἐξοβελιστέα. Εἶναι δέ γνωστόν, ὅτι κατά διάφορα χρονικά διαστήματα κυκλοφοροῦν πολλά βιβλία στή κατηγορία τῶν ἔργων fiction (μυθοπλασία). Εἶναι ἀποκυήματα τῆς φαντασίας τῶν συγγραφέων μέ ἐντυπωσιακούς ἐμπορεύσιμους τίτλους, πού θέλουν, αὐτά τά βιβλία, νά παρουσιάσουν τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δυστυχῶς τό ἀλλοιώνουν καί τό παραμορφώνουν. Καθίστανται ἔτσι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἀσεβεῖς καί ἀνίεροι.
.                         Καλούμεθα, λοιπόν, σέ μία βαθύτερη ἐκ νέου κατανόηση τοῦ θεανδρικού Προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη ἐπανακατήχησης καί ἐπανευαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ μας. Ὡς ὡραιότατα ἔχει λεχθεῖ «δέν ὑπάρχουν πολλά ἤ ὀλίγα, οὔτε μικρά ἤ μεγάλα προβλήματα. Τό μόνο πρόβλημα εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ζωή μας». Καί βέβαια, ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ, ἡ προσέγγιση τοῦ Παναγίου Προσώπου Του δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἱστορία τοῦ παρελθόντος, οὔτε μία θεωρητική ἐνατένιση. Εἶναι μία βιωματική προσέγγιση, ἕνας τρόπος ζωῆς, μία μυστηριακή κοινωνία μαζί Του. Μόνον τότε, θά αἰσθανθεῖ ὑπαρξιακά ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό «Φῶς τοῦ κόσμου», ὁ «Ποιμήν ὁ καλός», ὁ «Ἄρτος ὁ ζῶν», ἡ «Ἀνάστασις», ὁ «Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος». Καί ὁ Κύριος συνεχῶς ἔρχεται στή ζωή τοῦ καθενός. Εἶναι ὁ εὐγενέστερος ἐπισκέπτης τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτός ὁ Χριστός, διαβεβαιώνει: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω˙ ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ’, 20).
.                     Ἐξερχόμενοι, λοιπόν, ἀπό τό τῆς Ἀλεξανδρείας σπουδαστήριον, τοῦ πανσόφου Ἱεράρχου, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου «ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ» πολιτευσώμεθα.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΙΟΣ, Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΙΟΣ καὶ Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΥΙΟΣ καὶ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ποὺ ἐνηνθρώπησε γιὰ νὰ γίνη γιὰ μᾶς φάρμακο καὶ ἐμβόλιο

Ποι­μα­ντορι­κή Ἐ­γκύ­κλιος
τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου


Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
.                 Ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἡ σημερινή ἑορτή, πανή­γυ­ρη λαμπρά, ἀπό πλευρᾶς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως διασώζεται στίς ὁμιλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί στούς ὕμνους τῶν ἁγίων ὑμνογράφων. Τί καί ἄν ὅλα τά ἐξωτερικά εἶναι θλιβερά; Ἐμεῖς πανηγυρίζουμε «τά τῆς Θεοφανείας» καί τά τῆς δικῆς μας ἀνακλήσεως καί ἐπανόδου στόν Θεό. Ἐάν ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη τρέμη μπροστά στόν θάνατο ἀπό τήν πανδημία τοῦ ἰοῦ, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πανη­γυ­ρίζουμε βλέποντας τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λό­γου τοῦ Θεοῦ καί τίς συνέπειες πού ἔχει γιά τόν ἄνθρωπο.
.                Ἐπειδή ἡ σημερινή ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι διαποτισμένη ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία, γι’ αὐτό, συντονι­ζό­μενος μέ τήν ἱερά ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς, θά σᾶς προ­σφέρω ἕναν λόγο πνευματικῆς ἰάσεως ἀπό τόν μεγάλο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος σέ ὁμιλία του στά «Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος» παρουσιάζει ὅλο τό θεολογικό νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τόν λόγο αὐτόν θά ἀποσπάσω μερικά χωρία, τά ὁποῖα θά σᾶς τά παρουσιάσω ὡς ἕνα ἑόρτιο πανηγυρικό καί θεολογικό «γεῦμα», γιά νά ἀναθαρρήση ἡ ψυχή μας, ἀπό τίς θλίψεις ὅλων αὐτῶν τῶν ἡμερῶν.
.                    Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ἡ Εὔα στόν Παράδεισο «τῆς ἐντολῆς ἐπελάθετο τῆς δοθείσης καί ἡττή­θη τῆς μικρᾶς γεύσεως», δηλαδή ξέχασε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή φάγουν ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί νικήθηκε ἀπό τήν μικρή γεύση. Ἔτσι ἐξορίσθηκε ἀπό τόν Παράδεισο «καί τούς δερματίνους ἀμ­φιέννυται χιτῶνας», «ἴσως τήν παχυτέραν σάρκαν καί θνη­τήν καί ἀντίτυπον», δηλαδή ἐνδύθηκε τούς δερμάτινους χιτῶνες, πού εἶναι ἡ πιό βαρειά σάρκα, ἡ φθαρτή καί ἀντί­θετη, καί ὁμολογεῖ: «φεῦ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας». Ἀδυνάτησε, ἀσθένησε ἡ ἀνθρώπινη φύση καί μέσα σέ αὐ­τήν εἰσέρρευσε ὁ θάνατος ὡς μέγα θηρίον, γιά νά κατατρώγη τά πάντα.
.                    Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τά πολλά ἁμαρτή­ματα παιδεύτηκε μέ τόν νόμο, τούς Προφῆτες, τίς εὐεργεσίες, τίς ἀπειλές, τίς τιμωρίες, τίς πλημμύρες, τίς πυρκαϊές, τούς πολέμους, τίς νίκες, τίς ἧττες, τά σημεῖα ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τόν ἀέρα, τήν γῆ, τήν θάλασσα, μέ τίς ἀνέλπιστες μεταβολές ἀν­θρώπων, πόλεων καί λαῶν, τά ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν στό νά ἐξαφανισθῆ ἡ κακία, τελικά «ἰσχυροτέρου δεῖται φαρμά­κου ἐπί δεινο­τέροις τοῖς ἀρρωστήμασιν», δηλαδή ὁ ἄνθρω­πος εἶχε ἀνάγκη ἀπό κάποιο ἰσχυρότατο φάρμακο γιά νά θεραπευθῆ. Καί ἕνα τέτοιο ἰσχυρότατο φάρμακο, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἦταν ἀπαραίτητο γιά τίς φοβερότερες ἀσθένειες, δηλαδή τίς ἀδελφοκτονίες, τίς μοι­χεῖες, τίς ἐπιορκίες, τίς ἀνώμαλες ἐπιθυμίες, καί τό χειρό­τερο καί μεγαλύτερο ἀπό ὅλα τά κακά, τήν εἰδωλολατρεία καί τήν μετατόπιση τῆς προσκυνήσεως ἀπό τόν Δημιουργό στά δημιουργήματα.
.                   Αὐτό τό ἰσχυρότατο φάρμακο γιά τίς μεγάλες ἀσθέ­νειες εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ πρωταρχική μας εἰκόνα. Γι’ αὐτό ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός «ἐπί τήν ἰδίαν εἰκόνα χωρεῖ», δηλαδή εἰσέρχεται στήν δική του εἰ­κόνα, τόν ἄνθρωπο, ἐνδύεται σάρκα πρός χάρη τῆς σαρκός καί μέ ψυχή πνευματική πρός χάρη τῆς ψυχῆς μας, καθαρίζοντας ἔτσι τό ὅμοιο μέ τό ὅμοιό του, καί γίνεται τέλειος ἄνθρωπος, ὅμοιος μέ ἐμᾶς, χωρίς τήν ἁμαρτία.
.                    Ἔτσι, ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του γίνεται ἰατρός γιά τήν πεπτωκυῖα φύση μας, καί συγχρόνως γίνεται πνευματικό φάρμακο καί πνευματικό ἐμβόλιο. Προσέλαβε τήν φύση μας γιά νά τήν θεραπεύση, εἰσέρχεται μέσα μας γιά νά μᾶς ἀναπλάση, νά δώση ὑγεία στήν ἄρρωστη θνητή φύση μας, ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς.
.               Ὁ Χριστός, ὡς ἰατρός, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «συγκύπτει ἐπί τά πάθη, καί δυσωδίας ἀνέχεται, ἵνα δῷ τήν ὑγιείαν τοῖς κάμνουσι», δηλαδή σκύβει μέ κατανόηση ἐπάνω στίς πληγές μας καί ἀνέχεται τήν δυσωδία, γιά νά δώση τήν ὑγεία σέ ἐκείνους πού ἀσθενοῦν. Καί συνεχίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος γιά νά πῆ ὅτι ὁ Χριστός σκύβει ἐπάνω στόν βόθρο, γιά νά βγάλη τό ζῶο πού ἔχει πέσει μέσα σέ αὐτόν.
.                    Αὐτό εἶναι τό βαθύτερο νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χρι­στου­γέννων. Ἑορτάζουμε τήν πνευματική μας ἀναγέν­νηση, τήν πνευματική μας ἀνάπλαση. Γι’ αὐτό συνιστᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Ἑορτάσωμεν, μή πανηγυρι­κῶς, ἀλλά θεϊκῶς· μή κοσμικῶς, ἀλλ’ ὑπερκοσμίως· μή τά ἡμέτερα, ἀλλά τά τοῦ ἡμετέρου, μᾶλλον δέ τά τοῦ Δεσπό­του! μή τά τῆς ἀσθενείας, ἀλλά τά τῆς ἰατρείας· μή τά τῆς πλάσεως, ἀλλά τά τῆς ἀναπλάσεως». Δηλαδή νά ἑορτάσουμε ὄχι μέ δημόσιες πανηγύρεις, ἀλλά μέ τρόπο θεϊκό, ὄχι μέ τρόπο κοσμικό, ἀλλά μέ ὑπερκόσμιο, ὄχι τά δικά μας, ἀλλά τοῦ δικοῦ μας, τοῦ Δεσπότου μας, ὄχι τά σχετικά μέ τήν ἀσθένεια, ἀλλά τά σχετικά μέ τήν θεραπεία, ὄχι τά τῆς δημιουργίας μας, ἀλλά τά τῆς ἀναδημιουργίας μας.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
.                          Ὁ διάβολος στόν Παράδεισο πέταξε τόν δικό του δη­λη­τη­­ριώ­δη ἰό μέσα στήν ψυχή μας καί αὐτός ὁ ἰός ἀπό τότε κατατρώγει τήν ψυχή καί τό σῶμα μας. Ὅμως, δέν ὑπῆρχαν ἀποτε­λε­­σμα­τικά καί κατάλληλα πνευματικά φάρμακα καί πνευ­ματικά ἐμβόλια γιά νά ἀντιμετωπίσουν τό κατα­στρε­πτικό του ἔργο. Παντοῦ ἐπικρατοῦσαν οἱ συνέπειες τῆς ἀσθένειας αὐτῆς, πού εἶναι οἱ ἁμαρτίες, τά πάθη, ὁ θάνατος. Βασανι­ζόταν ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος. Ὅταν ἔφθασε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἦλθε ὁ πραγματικός Ἰατρός, ὁ Χριστός, πού εἶναι τό ἰσχυρότατο φάρμακο καί τό ἰσχυρό­τατο πνευματικό ἐμβόλιο, τό ὁποῖο λαμβάνουμε μέ τά Μυστήρια, ἰδιαιτέρως τό λαμβάνουμε κατά δόσεις μέ τό Μυστήριο τῆς θείας Μεταλήψεως τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά νά νικήσουμε τόν θάνατο, τόν πνευ­ματικό καί σωματικό.
.                              Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Πνευματικό Νοσοκομεῖο, ὅπου δρᾶ Αὐτός ὁ μεγάλος Ἰατρός, ὁ Χριστός, μέσα στό ὁποῖο ὑπάρχουν οἱ πνευματικοί ἰατροί, τά πνευματικά φάρμακα καί τά πνευματικά ἐμβόλια γιά νά νικήσουμε τόν μεγα­λύτερο ἐχθρό μας πού εἶναι ὁ πνευματικός θάνατος. Εἶναι δέ πολύ ἐπικίνδυνο νά χωρίζη κανείς τήν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο καί ὡς κοινωνία θεώσεως, ἀπό τόν ἱερό θεσμό της. Ὅπως εἶναι δύσκολο καί ἐπικίνδυνο νά χωρίζη κανείς ἕνα Νοσοκομεῖο, πού ἀσχολεῖται μέ τήν θεραπεία τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν, ἀπό τήν διοικητική του λει­τουρ­γία. Μπορεῖ σέ ἕνα Νοσοκομεῖο τά διοικητικά του ὄργανα νά κάνουν κάποιο λάθος, ἀκόμη καί κάποιος ἰατρός νά μή θεραπεύη σωστά, ἀλλά δέν καταργοῦμε τό Νοσοκομεῖο, οὔτε ἀπομακρυνόμαστε ἀπό αὐτό, οὔτε ἀναζητᾶμε θεραπεία ἐκτός τοῦ Νοσοκομείου.
.                       Τήν περίοδο αὐτήν πού διερχόμαστε τούς περισ­σότερους ἀνθρώπους ἔχει καταλάβει θλίψη, ἀπελπι­σία, ἀπό­γνωση ἀπό τήν μεγάλη ὑγειονομική κρίση, καί ὅλοι ἀνα­μένουν κάποιο νέο φάρμακο καί κάποιο νέο ἐμβόλιο κατά τοῦ νέου ἰοῦ, καί εὐχόμαστε στόν Θεό καί γι’ αὐτό. Ἀλλά πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει καί ἕνας χειρότερος ἰός, πού εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία θεραπεύεται ἀπό τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἐνηνθρώπησε γιά νά γίνη γιά μᾶς φάρμακο καί ἐμβόλιο, τά ὁποῖα χορηγοῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία, γιά νά νικήσουμε καί ἐμεῖς ἐν Χριστῷ τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.
Αὐτά ἑορτάζουμε αὐτές τίς ἡμέρες καί πρέπει νά πανηγυρίζουμε θεϊκῶς. Καί νά μή στενοχωρούμαστε γιά «τά τῆς ἀσθενείας», ἀλλά νά χαιρόμαστε γιά «τά τῆς ἰατρείας» ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τοῦ Ὁποίου τό ἄπειρο ἔλεος νά εἶναι μαζί σας.
Μέ πατρικές εὐχές
Ὁ Μητροπολίτης
Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , ,

Σχολιάστε