Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                      Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου, ποὺ ἑορτάσαμε προχθές, εἶναι τὸ σημαντικότερο γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Εἶναι τὸ πιὸ παρήγορο μήνυμα, ἡ πιὸ ζωντανὴ διαβεβαίωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ  εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση γιὰ τὸ ἀβάσιμο τῆς λογικῆς τῶν ὑλιστῶν καὶ τῶν ἡδονιστῶν.
.                      Μέσα στὰ συμπυκνωμένα δρώμενα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἀνατρέπει τὶς ἀνθρώπινες λογικές, ὅσες κυριαρχοῦσαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Του καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν ἕως καὶ σήμερα. Μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις Του μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ  ἐξουσία δὲν εἶναι ἰσχύος καὶ συμφερόντων, ἀλλὰ διακονίας, ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν στηρίζεται στὰ ὅπλα καὶ στὴ βία, ἀλλὰ στὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα, ὅτι ἡ ἰσότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη, ὄχι ἀπὸ τὴ λογικὴ τῶν κάθε ἐποχῆς ἰσχυρῶν.
.                      Ἀνατρέπει ἐπίσης τὴν κοινωνικὴ ἠθική. Στὴ δικαιοσύνη Του ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡμετάνοια νικᾶνε τὶς γνώσεις, τὴν τυπολατρία, τὶς ὑλικὲς ἀπολαβές. Οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες – οἱ«ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ»– εἶναι γιὰ τὸν Χριστὸ πρόσωπα σημαντικότερα ἀπὸ τοὺς ἀλαζόνες τηρητὲς τοῦ Νόμου καὶ τοὺς πλουσίους ἄρχοντες. Ὡς μαθητές Του δὲν ἐπιλέγει τοὺς σοφούς τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ ἁπλοϊκοὺς ψαράδες… Ὅπως γράφει στοὺς Κορινθίους ὁ Παῦλος, ὁ Θεάνθρωπος διάλεξε τοὺς θεωρούμενους ἀνόητους γιὰ νὰ ντροπιάσει τοὺς σοφούς, καὶ τοὺς ἀνίσχυρους, γιὰ νὰντροπιάσει τοὺς ἰσχυρούς. Αὐτά, ποὺ  ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου ἐθεωροῦντο ἀνοησίες, παραμένουν ἀκλόνητα σὲ ἀξία μηνύματα γιὰ μία βιώσιμη ἀνθρωπότητα.
.                      Τὰ διδάγματα, ποὺ ἔδωσε πρὸ τῆς Σταυρώσεώς Του ὁ Χριστὸς δὲν ἔγιναν ἀμέσως ἀντιληπτὰ  καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, αὐτοὺς ποὺ ἦσαν συνέχεια μαζί Tου. Αὐτοὶ θεώρησαν ὅτι θὰ βοηθοῦσαν νὰ ἐγκαταστήσει τὸ βασίλειο τοῦ Δαυίδ. Μάλιστα δύο ἀπὸ αὐτοὺς ἔβαλαν μέσο τὴμητέρα τους νὰ τοὺς δώσει καλὲς θέσεις, ὅταν ἀναλάβει τὴν ἐξουσία… Οἱ μαθητές Του ἐπίσης δὲνἀντιλήφθηκαν ὅτι πῆγε νὰ προσευχηθεῖ πρὸς τὸν Πατέρα Του ἐν ὄψει τῆς συλλήψεώς Του. Ἐνῶ περνοῦσε τὴν κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀγωνία Του, ἐκεῖνοι κοιμοῦνταν… Ὅταν συνελήφθη, ἐκεῖνοι ἔντρομοι διασκορπίστηκαν… Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός, τὴν παρουσία Του ἀνάμεσά τους, τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν Πεντηκοστὴ μετέστρεψε τοὺς φοβισμένους μαθητὲς σὲ ἀτρόμητουςἱεραποστόλους καὶ μάρτυρες τῆς Πίστης τους πρὸς Αὐτόν.

.                       Ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἀπόλυτη ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο καὶ αὐτὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰΤὸν ὑβρίζει, νὰ Τὸν φυλακίζει, νὰ Τὸν διώκει, νὰ Τὸν ἀπαρνεῖται, νὰ Τὸν προδίδει. Ἡ μετὰΧριστὸν ἱστορία ἔχει καταγράψει ἑκατοντάδες προσωπικότητες ποὺ θέλησαν καὶ θέλουν μὲ τὶς δικές τους ἀρχὲς νὰ σώσουν τὴν ἀνθρωπότητα. Πολιτικοί, στρατιωτικοί, φιλόσοφοι προσπάθησαν καὶ οἱπερισσότεροι τὴν ἔβλαψαν… Ἡ ἀνθρωπότητα πάντα κινεῖται μὲ βάση τὸν ὑλισμό, τὸν ὠφελιμισμὸ καὶ τὸν ἡδονισμό. Ἐπιλέγει νὰ μιμηθεῖ τὶς Δαναΐδες, ἤ, χειρότερα, νὰ ἔχει τὴ μοίρα τοῦ Ταντάλου. Ὁ Ἀναστὰς  Χριστὸς ὑπομένει. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!-

, ,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ («Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία».)

 

Ὁ Χριστός ὡς φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου  Ἱεροθέου

.                         Ἐπειδή ὁ Χριστός ὁμιλοῦσε καί καυτηρίαζε τούς Φαρισαίους καί ἀπεκάλυπτε τήν πονηρία καί τήν ὑποκρισία τους, γι’ αὐτό καί αὐτοί εὕρισκαν διάφορες ἀφορμές γιά νά Τόν κατηγορήσουν καί νά Τόν συκοφαντήσουν. Ἔλεγαν, δηλαδή, ὅτι ἔχει δαιμόνιο καί ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων» ἐκβάλλει τά δαιμόνια (Ματθ. θ΄, 34). Ἔλεγαν ἀκόμη ὅτι εἶναι πλάνος (πρβλ. Ματθ. κζ΄, 63 – 64, Ἰω. ζ΄, 12) καί πλανᾶ τούς ἀνθρώπους καί πολλά ἄλλα.
.                         Μεταξύ τῶν ἄλλων συκοφαντιῶν πού ἀπηύθυναν στόν Χριστό ἦταν καί ἕνας λόγος πού καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὅτι εἶναι «ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν» (Λουκ. ζ΄, 34). Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἔλεγαν, δέν εἶναι ὅπως τόν νομίζει ὁ λαός, ἀλλά εἶναι φάγος καί οἰνοπότης, τρώει καί πίνει καί εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν.
.                         Ὁ Χριστός πήγαινε στά σπίτια τῶν ἀνθρώπων πού τόν καλοῦσαν, ἀλλά δέν ἔτρωγε καί δέν ἔπινε, ὅπως τό κατηγοροῦν οἱ Φαρισαῖοι. Ἄλλωστε, τό ξέρουμε ἀπό τήν συζήτηση πού ἔκανε μέ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα ὅτι, ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ Μαθητές «ραββί, φάγε», ἐκεῖνος εἶπε «ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰω. δ΄, 31-34).
.                         Ἑπομένως, δέν ἴσχυε αὐτό πού τόν κατηγοροῦσαν, ἀλλά ἐπειδή οἱ Φαρισαῖοι ἀπομονώνονταν ἀπό τόν λαό, ὁ Χριστός πήγαινε μαζί μέ τόν λαό καί συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, ὅπως καί στόν γάμο τῆς Κανά, γι’ αὐτό τόν κατηγοροῦσαν ὅτι εἶναι «φάγος καί οἰνοπότης».
.                         Ἐπίσης, ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστός «εἶναι φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν», πού ἦταν μεγάλοι ἁμαρτωλοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς φοροεισπράκτορες, καί ἁμαρτωλοί. Ἀλλά τελικά αὐτή ἡ συκοφαντία τήν ὁποία ἔλεγαν γιά τόν Χριστό, εἶναι τίτλος τιμῆς, ὅτι, δηλαδή, εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅτι ἀγαπᾶ τούς ἁμαρτωλούς, τούς τελῶνες καί τίς πόρνες.
.                         Στά ἱερά Εὐαγγέλια βλέπουμε, ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, καταδικάζει τούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονταν ὡς εὐσεβεῖς καί βεβαίως ἀγαποῦσε πάρα πολύ τούς τελῶνες. Εἶναι ὁ Ζακχαῖος πού μετανόησε καί σέ ὅσους ἀδίκησε τούς τά ἐπέστρεψε παρά πάνω. Εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὁ ὁποῖος ἦταν τελώνης καί ἔγινε Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι διάφορες ἄλλες ἁμαρτωλές γυναῖκες στίς ὁποῖες ὁ Χριστός ἔδειξε πολύ μεγάλη ἀγάπη καί ἄλλαξαν τρόπο ζωῆς.
.                         Μάλιστα, ὁ Χριστός ἔλεγε στούς Φαρισαίους, ὁμιλώντας γιά διάφορα θέματα, ὅτι «οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα΄, 31), δηλαδή οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες πού ἐσεῖς κατηγορεῖτε, θά προηγηθοῦν ἀπό σᾶς στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                         Θά ἀναφερθοῦν δύο γεγονότα, πού φανερώνουν αὐτήν τήν ἀλήθεια.
Τό πρῶτο γεγονός ἔχει σχέση μέ τήν πόρνη γυναίκα, τῆς ὁποίας συγχώρεσε τίς ἁμαρτίες καί τό δεύτερο γεγονός ἀναφέρεται σέ μιά μοιχαλίδα γυναίκα, τήν ὁποία παρουσίασαν οἱ Φαρισαῖοι, προκειμένου ὁ Χριστός νά δώση ἐντολή νά τήν λιθοβολήσουν, ὅπως προέβλεπε ὁ νόμος.

1. Ὁ Χριστός καί ἡ πόρνη γυναίκα
.                         Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει τήν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν πόρνη γυναίκα τῆς ὁποίας συγχώρησε τίς ἁμαρτίες (Λουκ. ζ΄, 36-50). Ὑπάρχουν τρεῖς περιπτώσεις στά Εὐαγγέλια πού γυναῖκες, κατά τήν διάρκεια τοῦ δείπνου, πλησίασαν τόν Χριστό καί τοῦ ἔριξαν μύρα στά πόδια Του καί ἔπειτα τά καθάρισαν μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς τους.
Ἡ πρώτη περίπτωση ἀναφέρεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο καί τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο. Ὁ Χριστός λίγο πρίν τό Πάθος Του ἦταν στό σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶχε θεραπευθῆ ἀπό τόν Χριστό, καί Τόν εἶχε προσκαλέσει στό τραπέζι. Ἐκεῖ πλησίασε μιά γυναίκα, ἡ ὁποία ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ γυναίκα δέν φαίνεται ὅτι ἦταν ἁμαρτωλός, ἀλλά προσῆλθε στόν Χριστό καί ἄλειψε τήν κεφαλή Του μέ μύρο.
.                         Ὅταν οἱ ἄλλοι διαμαρτυρήθηκαν ὅτι τό χρηματικό ποσό πού χρειάστηκε γιά νά ἀγοραστῆ τό μύρο, θά μποροῦσε νά δοθῆ στούς φτωχούς, τότε ὁ Χριστός τούς εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε μιά καλή πράξη, γιατί ἦταν προετοιμασία γιά τήν ταφή Του. Ἄλλωστε, τούς πτωχούς θά τούς ἔχουν πάντοτε, Ἐκεῖνον, ὅμως, δέν θά τόν ἔχουν. Ἦταν μιά μυροφόρα πρίν τίς μυροφόρες (Ματθ. κστ΄, 6-13). Αὐτό τό περιστατικό δέν ἀναφέρεται σέ πόρνη γυναίκα.
.                         Τό δεύτερο περιστατικό περιγράφεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὅταν ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τόν Λάζαρο, γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, τοῦ ἔκαναν ἕνα δεῖπνο καί ὁ Λάζαρος ἦταν δίπλα στόν Χριστό καί ἡ Μάρθα διακονοῦσε. Τότε ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, πῆρε τό πιό ἀκριβό ἄρωμα καί ἄλειψε ἀπό εὐγνωμοσύνη τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ὅλο τό σπίτι γέμισε ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου. Ὁ Ἰούδας διαμαρτυρήθηκε γιά τήν σπατάλη, ἐπειδή τά χρήματα θά μποροῦσαν νά δοθοῦν στούς πτωχούς καί ὁ Χριστός ἀπάντησε ὅτι αὐτό τό ἔκανε γιά τήν ἡμέρα τό ἐνταφιασμοῦ Του. (Ἰω. ιβ΄, 1- 8). Καί ἐδῶ δέν πρόκειται γιά ἁμαρτωλή γυναίκα.
.                         Τό τρίτο περιστατικό μέ τήν ἁμαρτωλή γυναίκα τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του στό ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς ἁμαρτωλούς, στήν πόρνη γυναίκα, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς τελῶνες, στούς ἀλλοεθνεῖς. Εἶναι ἕνα Εὐαγγέλιο πού θά μποροῦσαν νά τό διαβάσουν οἱ ἐθνικοί γιά νά δοῦν τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ὑπάρχει τό περιστατικό τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν πόρνη γυναίκα καί συνέβη ὄχι πρίν τό Πάθος Του, ὅπως ἔγιναν τά ἄλλα δύο πού ἀνέφερα, δηλαδή τό μέν πρῶτο στά Ἱεροσόλυμα, τό δέ δεύτερο στήν Βηθανία, ἀλλά αὐτό τό περιστατικό ἔγινε σχεδόν στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του στήν πόλη Καπερναούμ.
.                         Κάποιος πού ἦταν Φαρισαῖος παρεκάλεσε τόν Χριστό νά πάη στό σπίτι του νά τοῦ κάνη ἕνα δεῖπνο καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίθηκε σέ αὐτήν τήν πρόσκληση. Γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του:
«Κάποιος Φαρισαῖος προσκάλεσε τόν Ἰησοῦ σέ γεῦμα. Ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου καί κάθισε στό τραπέζι. Στήν πόλη ἦταν κάποια ἁμαρτωλή γυναίκα· ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς γευματίζει στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἔφερε ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο μέ μύρο, στάθηκε πίσω κοντά στά πόδια του καί κλαίγοντας ἔβρεχε μέ τά δάκρυά της τά πόδια του καί τά σκούπιζε μέ τά μαλλιά της· τά φιλοῦσε καί τά ἄλειφε μέ τό μύρο» (Λουκ. ζ΄, 36-38).
.                         Εἶναι ἕνα πολύ ὡραῖο περιστατικό πού δίνει μιά εἰκόνα ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἐκφραστική. Λέγει ὅτι ὁ Χριστός «εἰσελθών εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη». Τότε δέν εἶχαν τραπέζι καί καρέκλες, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλά ὡς τραπέζι εἶχαν ἕναν σοφρά, ὅπως ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Ἔτσι ἦταν καθήμενοι, λίγο γυριστοί πρός τά ἀριστερά γιά νά τρῶνε μέ τό δεξιό χέρι. Καί καθώς κάθονταν μέ τόν τρόπο αὐτό, τά πόδια τους ἐξεῖχαν λίγο πρός τά ἔξω. Ὁπότε αὐτή ἡ γυναίκα πῆγε πίσω ἀπό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τά ἄλειψε μέ μύρο.
.                         Εἶναι, δηλαδή, μιά κίνηση, χωρίς φωνή, δέν εἶπε τίποτα αὐτή ἡ γυναίκα, ἦταν μιά κίνηση τοῦ σώματος, μιά μή λεκτική πράξη καί μή λεκτική ἐνέργεια. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε τρεῖς πράξεις.
.                         Πρῶτα ἄρχισε νά κλαίη καί μέ τά δάκρυά της ἔπλυνε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆έν ἔχουμε ἁπλῶς ἕνα δάκρυ, δέν ἔχουμε μιά συγκίνηση, ἔχουμε πάρα πολλά δάκρυα τά ὁποῖα ἔπεφταν ἐπάνω στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆εύτερον, σφούγγισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Αὐτό ἦταν πάρα πολύ ταπεινωτικό γιά μιά γυναίκα. Τήν ἐποχή ἐκείνη τό νά παρουσιάζεται μιά γυναίκα νά ἔχη ξέπλεκα τά μαλλιά της καί μέ αὐτά νά σκουπίζη τά πόδια ἑνός ἀνθρώπου, αὐτό ἐθεωρεῖτο μιά πολύ ταπεινωτική πράξη. Ἔτσι, ἔβρεξε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά δάκρυά της, ὄχι μέ νερό, μετά τά καθάρισε μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός πιό κάτω, ὅταν διαμαρτυρήθηκαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ ἄλλοι συνδαιτυμόνες, εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε δέν σταμάτησε νά μοῦ φιλάη τά πόδια. Ἔπλυνε, λοιπόν, τά πόδια μέ τά δάκρυά της, τά καθάρισε, τά φιλοῦσε, τά ἀσπαζόταν. Καί τρίτον ἔριξε τό μύρο στά πόδια καί γέμισε ὅλος ὁ οἶκος ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου.
.                         Τότε ὁ Φαρισαῖος πού τόν κάλεσε στό τραπέζι εἶπε μέσα του ὅτι, ἄν ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν Προφήτης θά γνώριζε τί εἴδους γυναίκα εἶναι αὐτή πού τόν ἀγγίζει καί δέν θά τό ἐπέτρεπε. Ὁ Χριστός εἶδε αὐτές τίς σκέψεις τοῦ Φαρισαίου πού τίς ἔκανε μέσα του μυστικά καί τοῦ εἶπε ὅτι αὐτός ὅταν εἰσῆλθε στό σπίτι, δέν τοῦ ἔπλυνε τά πόδια -γιατί τότε βάδιζαν μέσα ἀπό τούς σκονισμένους δρόμους καί τό πρῶτο πού ἔκαναν, ὅταν εἰσέρχονταν στό σπίτι, ἦταν νά πλένουν τά πόδια τοῦ ἐπισκέπτου- ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἔπλυνε τά πόδια μέ τά δάκρυά της· αὐτός δέν τοῦ ἔδωσε ἕνα φίλημα, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή δέν σταμάτησε νά φιλᾶ τά πόδια Του· αὐτός δέν ἄλειψε τό κεφάλι Του μέ λάδι, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια Του. Γι’ αὐτό καί συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της. Καί τότε ὁ Χριστός εἶπε: «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δέ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾶ». Καί εἶπε στήν γυναίκα: «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», δηλαδή συγχωροῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες σου.
.                         Ἡ γυναίκα αὐτή δέν εἶπε τίποτα στόν Χριστό, δέν ζήτησε ἀπό τόν Χριστό ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀλλά μέ ὅλη τήν στάση της καί τήν ὅλη ἐνέργειά της αὐτό ἔδειχνε, ὅτι ζητοῦσε συγγνώμη ἀπό τόν Χριστό γιά τίς πολλές της ἁμαρτίες. Ἄρα εἶχε μιά ἀγάπη πού ἐκφράστηκε μέ ὅλες αὐτές τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
Καί ὅταν διερωτῶντο οἱ συνδαιτυμόνες, γιά τό ποιός εἶναι Αὐτός πού συγχωρεῖ ἀκόμη καί ἁμαρτίες, ὁ Χριστός γιά νά δείξη ὅτι εἶναι Θεός, εἶπε στήν γυναίκα: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην», δηλαδή σέ ἔσωσε ἡ πίστη σου, νά πορευθῆς μέ εἰρήνη στήν καρδιά σου. Δηλαδή, μιά γνωστή πόρνη τῆς πόλεως Καπερναούμ πιστεύει ὅτι Αὐτός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ἐκφράζει τήν ἀγάπη της. Ὑπάρχει, λοιπόν, μιά πίστη καί μιά μεγάλη ἀγάπη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τόν τρόπο αὐτόν, γι’ αὐτό συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της καί πορεύθηκε μέ εἰρήνη στήν καρδιά της (Λουκ. ζ΄, 39-50).
.                         Θά λέγαμε, τρόπον τινά, ὅτι αὐτή ἡ σκηνή θυμίζει λίγο τήν θεία Λειτουργία. Πηγαίνουμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό, χύνουμε τά δάκρυά μας, προσφέρουμε τά δῶρα μας, τά μῦρα μας, ἐκφράζουμε τήν ἀγάπη μας στόν Χριστό καί τήν πίστη. Ἐκεῖνος συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας καί φεύγουμε ἀπό τόν Ναό ἔχοντας εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας.

2. Ὁ Χριστός καί ἡ μοιχαλίδα γυναίκα

.                         Θά δοῦμε τό δεύτερο περιστατικό πού ὁ Χριστός συγχώρησε τήν μοιχαλίδα γυναίκα.
.                         Εἶναι καταπληκτικό αὐτό τό γεγονός καί ἔγινε, ὅταν ὁ Χριστός στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του εἶχε πάει στά Ἱεροσόλυμα στήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας καί τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.
.                         Ὁ Χριστός εἶχε μία σκληρή σύγκρουση μέ τούς Ἰουδαίους. Τόν εἶχαν ἀποκαλέσει πλανεμένο, δαιμονισμένο, τόν μισοῦσαν καί ἤθελαν νά Τόν συλλάβουν καί νά Τόν σκοτώσουν. Ἦταν ἡ ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας.
.                         Τό βράδυ ὁ Χριστός ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τό πρωΐ ἐπέστρεψε στά Ἱεροσόλυμα. Τότε, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅτι οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι βρῆκαν μιά μοιχαλίδα, ἡ ὁποία δημοσίως εἶχε ἁμαρτήσει. Καί ὁ Μωσαϊκός Νόμος καθόριζε ὅτι ἡ γυναίκα πού ἁμαρτάνει δημοσίως πρέπει νά λιθοβοληθῆ, νά τήν σκοτώνουν. Αὐτό γράφεται στό Λευϊτικό (Λευτ. κ΄, 10) καί στό ∆ευτερονόμιο (∆ευτ. κβ΄, 22). Καί ἐπειδή τόν νόμο τόν ἔδωσε ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ, καί ἐκεῖνος τόν κατέγραψε, κατ’ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, ἤθελαν νά φέρουν τόν Χριστό σέ μιά ἀντιπαράθεση μέ τόν Μωσαϊκο Νόμο. Ἦταν μέσα στά σχέδιά τους νά δημιουργήσουν πειρασμό καί νά προκαλέσουν τόν Χριστό.
Ποιό, ὅμως, ἦταν τό πρόβλημα; Τό πρόβλημα ἦταν ὅτι τήν ἔφεραν μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εἶπαν: «∆ιδάσκαλε, αὐτήν τήν γυναίκα τήν ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νά διαπράττη μοιχεία. Ὁ Μωϋσῆς στόν νόμο μᾶς ἔχει δώσει ἐντολή νά λιθοβολοῦμε τέτοιου εἴδους γυναῖκες· ἐσύ τί γνώμη ἔχεις; Αὐτό τό ἔλεγαν γιά νά τοῦ στήσουν παγίδα» (Ἰω. η΄, 4-6).
.                         Σέ ποιό σημεῖο φαίνεται αὐτή ἡ παγίδα; Ὁ Χριστός παρουσιαζόταν ἀπό τόν κόσμο ὅτι εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί στοργή καί φιλανθρωπία, καί γι’ αὐτό ὁ κόσμος ἔλεγε ὅτι αὐτός δείχνει ἀγάπη ὄχι σάν τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους πού εἶναι σκληροί. Γι’ αὐτό οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ὁδήγησαν αὐτήν τήν γυναίκα στόν Χριστό γιά νά τόν φέρουν σέ ἕνα δίλημμα. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε, βάσει τοῦ νόμου, νά τήν λιθοβολήσουν, τότε θά ἔλεγαν στόν κόσμο ὅτι αὐτός πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τήν σκοτώσουμε, πού σημαίνει εἶναι ὑποκριτής. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε νά τήν ἀφήσουν ἐλεύθερη, τότε θά τόν παρουσίαζαν ὅτι εἶναι παραβάτης τοῦ Νόμου τόν ὁποῖο ἔδωσε ὁ Θεός, ἄρα δέν εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί τόν Νόμο πού ἔδωσε ὁ Θεός στήν Παλαιά ∆ιαθήκη Αὐτός νά τόν παραβαίνη; Αὐτή ἦταν ἡ παγίδα, αὐτή ἦταν ἡ πρόκληση τήν ὁποία ἔκαναν στόν Χριστό.
.                         Πῶς ὁ Χριστός ἀντιμετώπισε αὐτό τό θέμα; Ἔσκυψε κάτω καί ἄρχισε νά γράφη στό ἔδαφος. «Ὁ δέ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τήν γῆν». Ἐπειδή ἐπέμεναν νά τόν ἐρωτοῦν ὁ Ἰησοῦς σηκώθηκε καί εἶπε: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν» (Ἰω. η΄, 6-7).
.                         Οἱ ἑρμηνευτές προσπαθοῦν νά ἐντοπίσουν τήν αἰτία τῆς πράξεως αὐτῆς πού ἔκανε ὁ Χριστός. Μερικοί λένε ὅτι ἐνδεχομένως ἦταν μιά στιγμή πού ἤθελε νά τήν ξεπεράση μέ κάποια «ἀδιαφορία». Κάποιος ἄλλος ἑρμηνευτής λέγει ὅτι κάτω ἔγραφε τίς ἁμαρτίες πού ἔκαναν αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ὥστε νά τίς βλέπουν καί νά αἰσθανθοῦν ἐνοχή. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε τά ὀνόματα τῶν γυναικῶν μέ τίς ὁποῖες εἶχαν ἁμαρτήσει καί αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ἄρα καί αὐτοί εἶχαν πέσει στό ἴδιο παράπτωμα. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε αὐτό τό ὁποῖο εἶπε μετά στήν συνέχεια, τό: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν», δηλαδή αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει κάνει τέτοιες ἁμαρτίες καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἐντελῶς καθαρό, καί θέλει νά τηρήση τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἄς πετάξει πρῶτος τόν λίθο. Εἶναι σάν νά τούς ἔλεγε: «Ἀρχίστε νά τήν λιθοβολῆτε, ἀλλά θά τήν λιθοβολήση πρῶτος αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμάρτητος καί δέν ἔχει διαπράξει αὐτές τίς ἁμαρτίες». Αὐτό σήμαινε ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦταν ἔνοχοι καί ἔφεραν τήν γυναίκα αὐτή γιά νά βάλουν παγίδα στόν Χριστό.
Μετά ἀπό αὐτόν τόν λόγο ἔσκυψε πάλι κάτω καί συνέχισε νά γράφη. Μετά ἀπό λίγο σήκωσε τά βλέμματά του καί εἶχαν φύγει ὅλοι, ἀλλά ἔμεινε μόνο ἡ γυναίκα. Εἶπε τότε στήν γυναίκα: «Γυναίκα, ποῦ εἶναι οἱ κατήγοροί σου; Κανένας δέν σέ καταδίκασε;». Ἐκείνη ἀπάντησε: «Κανένας, Κύριε». Καί τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε: «Οὔτε ἐγώ σέ καταδικάζω, πήγαινε καί ἀπό ἐδῶ καί πέρα μήν ἁμαρτάνης πιά» (Ἰω. η΄, 8-11). ∆έν τῆς εἶπε «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», ὅπως εἶπε στήν προηγούμενη γυναίκα πού εἴδαμε, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Ἡ προηγούμενη πόρνη μέ τήν ὅλη ἐνέργεια τήν ὁποία ἔκανε, μέ τήν πράξη τήν ὁποία ἔκανε, μέ τά μῦρα μέ τά ὁποῖα ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔλεγε τίποτα μέ τό στόμα της, ἀλλά ὁλόκληρη μέ τό σῶμα της ἔδειχνε αὐτήν τήν μετάνοια. Ἐδῶ, ὅμως, στήν μοιχαλίδα γυναίκα δέν τό λέγει αὐτό, δέν τῆς εἶπε σέ συγχωρῶ, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε».
.                         Ἀμέσως μετά -καί αὐτό εἶναι τό σημαντικό- ἀφοῦ ἔφυγε ἡ γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε πάλι νά λέη ἐκεῖνον τόν περίφημο λόγο: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω, η΄, 12). Αὐτός ὁ λόγος εἶναι σημαντικός, γιατί ὑπάρχει μιά συνάρτηση μεταξύ τῶν χωρίων αὐτῶν, δηλαδή δέν μποροῦμε νά διαβάζουμε τά κείμενα ἐντελῶς ξεχωριστά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά πρέπει νά βλέπουμε τό τί προηγήθηκε, τί ἀκολούθησε γιά νά καταλάβουμε τό νόημά τους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε αὐτό τό περιστατικό μέ τήν μοιχαλίδα γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε νά διακηρύττη ὅτι Αὐτός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου καί ἐκεῖνος πού τόν ἀκολουθεῖ δέν θά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός θέλει νά πῆ ὅτι Αὐτός ὡς φῶς τοῦ κόσμου βλέπει τά πάντα καί καθορίζει τά πάντα καί βλέπει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, βλέπει τήν ὑποκρισία τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, βλέπει τί ἔχουν μέσα στήν καρδιά τους. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού Τόν ἀκολουθοῦν δέν θά περπατοῦν στό σκοτάδι.
.                         Σκοτάδι εἶναι καί οἱ ψυχές τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, σκοτάδι εἶναι καί ἡ καρδιά αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἔπεσε σέ αὐτό τό παράπτωμα, ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἀκολουθῆ τόν Χριστό δέν πρόκειται ποτέ νά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς, θά ἔχη σέ ὅλη τήν ζωή του τό φῶς, θά ζῆ μέσα στό φῶς καί δέν θά διαπράττη τέτοια παραπτώματα, τέτοια ἁμαρτήματα, δέν θά πέφτη ἀκόμη καί στήν πνευματική μοιχεία, πού εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Χριστό πού εἶναι τό Φῶς.
.                         Ἡ μοιχεία δέν εἶναι μόνο ἕνα σαρκικό ἁμάρτημα, ἀλλά στήν Ἁγία Γραφή ἡ μοιχεία εἶναι καί πνευματικό ἁμάρτημα, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ὁ ἰσραηλιτικός λαός ἔφευγε ἀπό τήν ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό καί λάτρευε τά εἴδωλα, διέπραττε πνευματική μοιχεία. Καί ἐμεῖς πού βαπτισθήκαμε καί πιστεύουμε στόν ἀληθινό Θεό, ὅταν διαπράττουμε κάποια ἁμαρτία ἤ ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία, τότε ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Θεό καί διαπράττουμε μιά πνευματική μοιχεία. Ὑπάρχει καί σαρκική ἁμαρτία, ἀλλά ὑπάρχει καί πνευματική μοιχεία, ὅταν διασπᾶται ἡ σχέση καί ἡ κοινωνία μας μέ τόν Θεό.
.                         Ἀπό τά προηγούμενα μποροῦμε νά καταλήξουμε σέ δύο συμπεράσματα.
Τό πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, ὅπου κι ἄν τήν συναντήση. Στήν πρώτη περίπτωση ἦταν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ συνδαιτυμόνες πού κάλεσαν τόν Χριστό στό σπίτι γιά φαγητό καί μιλοῦσαν περιφρονητικά γιά τήν πόρνη γυναίκα πού ἔδειξε τήν ἀγάπη της στόν Χριστό. Καί στό δεύτερο περιστατικό καταδικάζει τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν στόν Χριστό μιά γυναίκα πού ἔπεσε στήν μοιχεία γιά νά τήν καταδικάση, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἦταν ἔνοχοι σέ ἄλλα παραπτώματα. Ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία καί μάλιστα τήν ὑποκρισία αὐτῶν οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὅτι εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ.
Τό δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι περιπίπτουν σέ ψυχικά καί σωματικά ἁμαρτήματα. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ὑποκρισία εἶναι ψυχικά ἁμαρτήματα καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία εἶναι σωματικά ἁμαρτήματα πού γίνονται μέ τήν συγκατάθεση τῆς ψυχῆς.
.                         Συνήθως ὅσοι πέφτουν σέ ψυχικά ἁμαρτήματα εἶναι ὑποκριτές. Ἀντίθετα, ὅσοι πέφτουν σέ σαρκικά ἁμαρτήματα καί ἔχουν μιά ἐσωτερική εὐαισθησία, συνήθως εἶναι ἄνθρωποι πονεμένοι, βασανισμένοι, ἄνθρωποι πού ἔχουν δοκιμάσει μιά κακή ἀγάπη, βλέπουν μιά διεστραμμένη κατάσταση καί μιά βιαιότητα πού γίνεται ἐπάνω τους ἀπό ἐμπαθεῖς ἀνθρώπους.
Ἑπομένως, αὐτοί εἶναι πονεμένοι ἄνθρωποι καί αἰσθάνονται ἕναν βιασμό ἐπάνω στήν ὕπαρξή τους, καταστρέφονται τά πάντα καί τό σῶμα τους καί ἡ ψυχή τους καί οἱ σκέψεις τους καί τό ὅραμα γιά τήν ζωή κλπ. Εἶναι ἄνθρωποι τραυματισμένοι. Καί ἐπειδή εἶναι στραπατσαρισμένοι, ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε αὐτήν τήν ἔκφραση, γι’ αὐτό αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ὅταν βλέπουν κάποιον νά τούς δείχνη μιά ἀγάπη ἄλλης φύσεως, ὅπως ὁ Χριστός ἔδειχνε μία ἀγάπη μέ διαφορετικό τρόπο, πού προερχόταν ἀπό τήν καθαρότητά Του, ἀπό τό Φῶς Του, τότε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι συγκινοῦνται πάρα πολύ, ξεχωρίζουν αὐτόν ὁ ὁποῖος τούς ἀγαπᾶ πραγματικά καί προσφέρονται ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν.
.                         Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔχοντας αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, θά αἰσθανθοῦμε καθαρά αὐτήν τήν πραγματική ἀγάπη πού μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτά εἶναι τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς μας. Πρέπει νά ἀποβάλουμε τήν ὑποκρισία καί νά βλέπουμε τήν ἀλήθεια, τό Φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστός.

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

,

Σχολιάστε

ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο

Ἕνα μάθημα γιὰ τὸν Χριστό  ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο

Τοῦ  Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.                      Εἶχε δίκαιο, ὁ ἐθνικός μας ἱστορικός, ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος, ὅταν ἔγραφε, ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, «ἀπέβη ὁ ἁγιώτερος τῶν ἡρώων ἤ μᾶλλον ὁ ἡρωϊκώτερος τῶν ἁγίων» (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τ. 2, σελ. 510), καί πολύ περισσότερο εἶχε δίκαιο, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν ἔλεγε: «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν ἀρετήν ἐπαινέσομαι˙ ταὐτόν γάρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καί ἀρετήν ἐπαινέσαι» (ΒΕΠΕΣ 59, 148). Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, εἶναι ἀναντιρρήτως μία ἐκ τῶν περιφανεστέρων προσωπικοτήτων τῆς Ἐκκλησίας. Φλογερός μαχητής καί ὁμολογητής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἔλυσε θεμελιώδη προβλήματα καί θέματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς τήν φοβερή αἵρεση τοῦ Ἀρείου καί θεμελίωσε πολύ οὐσιαστικά τήν ὀρθόδοξη χριστιανική τριαδολογία, ἤδη ἀπό τόν 4ο αἰῶνα. Ὑπέστη βέβαια πολλές διώξεις καί ἐξορίες, ἀλλά πάντοτε παρέμενε μέ ἀκατάβλητο θάρρος, μέ ἀδαμάντινο χαρακτῆρα, μέ ἀκλόνητη πίστη, μέ ἀκάματη σταθερότητα στήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ἐκοιμήθη τό 373, δράσας ὡς Ἐπίσκοπος 45 ὁλόκληρα ἔτη, ἐκ τῶν ὁποίων διῆλθε πλέον τῶν 15 στήν ἐξορία. Στίς 18 Ἰανουαρίου τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ μνήμη του καί στίς 2 Μαΐου ἡ ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

* * *

.                       Ὡστόσο, στίς ἡμέρες μας ἑλκύει τήν προσοχή μας ἕνα θέμα στό ὁποῖο χρειάζεται πολλή καθοδήγηση καί χριστιανική μόρφωση καί αὐτό τό θέμα εἶναι τό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό Πανάγιον Πρόσωπον, τό ὁποῖο συνεχῶς βάλλεται ἤ κακοποιεῖται ἤ ἐμπαίζεται ἤ δέχεται τά πυρά τῆς τυραννίας τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ἐπί πλέον κυκλοφορεῖ καί μία ἀντιευαγγελική ρητορική καί φρασεολογία περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί πολύς κόσμος ἐξακολουθεῖ νά βρίσκεται σέ ἄγνοια ἤ ἡμιμάθεια ἤ καί σέ ἀποξένωση ἀπό τό θεανδρικό Πανάγιον Πρόσωπο τοῦ Κυρίου.
.                       Κατά συνέπειαν, τυγχάνει ἀρήδιλος ἀνάγκη νά ἀναθερμανθεῖ ἡ ἀλήθεια περί τοῦ Χριστοῦ, ὡς τοῦ Μοναδικοῦ Λυτρωτοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο. Πλεῖστοι λησμονοῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό Α καί τό Ω πάσης θεωρίας καί πάσης ζωῆς, ὅτι εἶναι γιά τόν καθένα μας τό Φῶς, ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ζωή, τό Ὕδωρ, ἡ Ἀνάστασις, ἡ Ἀγάπη, ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς μας. Λησμονοῦμε ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον τοῖς ἀνθρώποις, ἐν ὧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’,12). Καί τό Ὄνομα, «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα» εἶναι ὁ Χριστός. Ἔπειτα ἔχει διαπιστωθεῖ καί τοῦτο, ὅτι λόγος περί Θεοῦ ἤ περί θρησκείας ἀσφαλῶς καί γίνεται. Ἀλλά λόγος περί τοῦ Χριστοῦ ἀποφεύγεται. Ὁδηγούμεθα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον σέ μία ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή θεωρεῖται πολλάκις ἐμπόδιο γιά τήν ἀνομία μας, γιά τήν ἐπιβολή τῆς πολύμορφης ἁμαρτίας. Ὁ Χριστός βρίσκεται σέ ἐξορία, μακράν τοῦ ἰδιωτικοῦ, οἰκογενειακοῦ, ἐπαγγελματικοῦ καί δημόσιου βίου. Ὁ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένος καί ὑλόφρων ἄνθρωπος διαπιστώνουμε ὅτι δέν θέλει τόν Χριστό στή ζωή του.

* * *

.                       Γι’ αὐτό, ἀξίζει νά ἀφήσουμε τόν Μέγα Ἀθανάσιο νά μᾶς ὁδηγήσει καί πάλιν στή ζῶσα χριστοκεντρικότητα. Ὁδηγός εἶναι τά σπουδαιότατα συγγράμματά του. Σ’ αὐτά, κυρίως στό «Περί ἐνανθρωπήσεως», στό «Κατά ἀρειανῶν Α´ – Γ´», στό  «Περί τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου» ἀλλά καί σέ ὁμιλίες του ὅπως «Εἰς τό πάθος τοῦ Κυρίου καί εἰς τόν Σταυρόν», ὁ σοφός Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀληθῶς, ἔρχεται καί μᾶς καθοδηγεῖ στήν σώζουσα ἀλήθεια περί τοῦ Προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ μέγας αὐτός Ἱεράρχης στηρίζεται στήν Ἁγία Γραφή καθ’ ὅτι γράφει: «Οἱ Γραφές διά θεολόγων ἀνδρῶν παρά Θεοῦ ἐλαλήθησαν καί ἐγράφησαν˙ ἡμεῖς δέ παρά τῶν αὐταῖς ἐντυγχανόντων θεοπνεύστων διδασκάλων, οἵ καί μάρτυρες τῆς Χριστοῦ θεότητος γεγόνασι, μαθόντες μεταδίδομεν» (Περί ἐνανθρωπήσεως, PG 25, 196).

* * *

.                         Ἔπειτα, ἄν στήν αἱρετική του δοξασία, ὁ δυσσεβής ἐκεῖνος Ἄρειος, διεκήρυττε ὅτι, «ὅπως ὅλα τά κτίσματα, ἔτσι καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα καί ποίημα καί ὅπως ὅλα δέν ἦσαν πρότερον ἐξ  ἀρχῆς, ἀλλ’ ἔγιναν ὕστερον, ἔτσι καί Αὐτός, ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ἦτο κάποτε καιρός, κατά τόν ὁποῖον δέν ὑπῆρχε, ἀλλ’ ἔχει καί Αὐτός ἀρχή», ὁ θεοφόρος Μέγας Ἀθανάσιος ἔρχεται καί ἀντικρούει, θεολογεῖ καί θεμελιώνει τήν Χριστολογία, ὅπως τήν ἐξέφρασε καί διετύπωσε κατόπιν ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Χρησιμοποίησε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος τίς σπουδαιότατες ἐκφράσεις «γέννημα τῆς οὐσίας», «Υἱός φύσει μονογενής», «φύσει καί ἀληθινός Υἱός», «Λόγος ἐστίν ἀΐδιος φύσει τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ ὁ Υἱός» τίς ὁποῖες καί διαβάζουμε στό «Κατά ἀρειανῶν», δεύτερο ἔργο του. Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τελικά, μέ τήν θεολογική συνδρομή τοῦ Μεγ. Ἀθανασίου δογμάτισε τά σχετικά γνωστά ἄρθρα στό Σύμβολο τῆς Πίστεως περί τοῦ Χριστοῦ καί περαιτέρω ἀπεφάνθη τόν ἀφορισμόν εἰς τούς λέγοντας: «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν» καί «πρίν γεννηθῆναι οὐκ ἦν» καί ὅτι «ἐξ οὐκ ὄντων» ἐγένετο, ἤ «ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως» ἤ «οὐσίας» ἤ «κτιστόν» ἤ «τρεπτόν» ἤ «ἀλλοιωτόν» τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Ὁ θεόπνευστος Ἀθανάσιος μέ τήν ὅλη του παιδεία, πραγματικά θεολόγησε γιά νά κατανοηθοῦν σαφῶς οἱ δύσκολες ἔννοιες καί λέξεις: Θεός καί Υἱός, γέννησις καί αἰωνιότητα, ὁμοούσιον καί ὑπόστασις, ἡ ἐκ Πατρός γέννησις καί ἡ ἐν χρόνῳ γέννησις, ἡ ἐνανθρώπησις, ἡ ἐν Χριστῷ κένωσις κ.ἄ.

* * *

.                         Ἕνα ἀκόμη σημαντικό σημεῖο τῆς χριστολογίας τοῦ Ἀθανασίου, τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἀναφέρουμε εἶναι ἡ σύναψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, ἄλλως ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας του. Δηλαδή, γράφει, πολύ χαρακτηριστικά, ὁ ἱερός Πατήρ καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι: «Εἰ κτίσμα ἦν ὁ Υἱός, ἔμενεν ἄνθρωπος οὐδέν ἧττον θνητός, μή συναπτόμενος τῷ Θεῷ. Οὐ γάρ κτίσμα συνῆπτε τά κτίσματα τῷ Θεῷ, ζητοῦν καί αὐτό τόν συνάπτοντα˙ οὐδέ τό μέρος τῆς κτίσεως σωτηρία τῆς κτίσεως ἄν εἴη, δεόμενον καί αὐτό σωτηρίας… κατά τήν συγγένειαν τῆς σαρκός ἠλευθερώθημεν καί λοιπόν συνήφθημεν καί ἡμεῖς τῷ Λόγῳ» (Κατά ἀρ. Β’ 69) καί ἔπειτα: «Οὐκ ἄν ἐθεοποιήθη ὁ ἄνθρωπος, εἰ μή φύσει ἐκ τοῦ Πατρός καί ἀληθινός καί ἴδιος αὐτοῦ ἦν ὁ Λόγος ὁ γενόμενος σάρξ. Διά τοῦτο γάρ τοιαύτη γέγονεν ἡ συναφή, ἵνα τῷ κατά φύσιν τῆς θεότητος συνάψῃ τόν φύσει ἄνθρωπον καί βέβαια γένηται ἡ σωτηρία καί ἡ θεοποίησις αὐτοῦ» (ὅπ. παρ. 70).
.                      Ἔτσι ἔχει παραμείνει στή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας τό μέγα ἀπόφθεγμά του ὅτι: «ὁ Λόγος ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (PG 25, 192). Αὐτά τά λόγια σαφῶς καί καταφάσκουν τήν σωτηριολογική χριστολογία τοῦ θεοφόρου πατρός.

* * *

.                        Ἕνα δέ τελευταῖο σημεῖο, ἄξιο προσοχῆς, τῆς διδασκαλίας τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου εἶναι καί ἐκεῖνο, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στό θέμα τοῦ θανάτου, διότι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐννοεῖται ὅτι ἔχει ὡς προϋπόθεση τόν θάνατο τῆς μεταπτωτικῆς φθορᾶς. Ἔτσι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «συνιδών ὅτι ἄλλως οὐκ ἄν λυθείη τῶν ἀνθρώπων ἡ φθορά, εἰ μή διά τοῦ πάντως ἀποθανεῖν, οὐχ οἷον τε δέ ἦν τόν Λόγον ἀποθανεῖν, ἀθάνατον ὄντα καί τοῦ Πατρός Υἱόν, τούτου ἕνεκεν τό δυνάμενον ἀποθανεῖν ἑαυτῷ λαμβάνει σῶμα, ἵνα τοῦτο τοῦ ἐπί πάντων Λόγου μεταλαβόν, ἀντί πάντων ἱκανόν γένηται τῷ θανάτῳ καί διά τόν ἐνοικίσαντα Λόγον ἄφθαρτον διαμεῖναι καί λοιπόν ἀπό πάντων ἡ φθορά παύσηται τῇ τῆς ἀναστάσεως χάριτι» (PG 25, 112). Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησίν Του «ἠφάνισε τόν θάνατον» καί θά γράψει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ὅθεν, ὁ Χριστός, εἰκότως ἔλαβε σῶμα θνητόν, ἵνα καί ὁ θάνατος ἐν αὐτῷ λοιπόν ἐξαφανισθῆναι δυνηθεῖ καί οἱ κατ’ εἰκόνα πάλιν ἀνακαινισθῶσιν ἄνθρωποι» (ὅπ. παρ. 120). Ἐπέτυχε τελικά τήν ἀφθαρσία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, καθ’ ὅτι ὁ Χριστός «εἰ καί ἀπέθανε (τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ) διά τό ὑπέρ πάντων λύτρον, ἀλλ’ οὐκ οἶδε φθοράν. Ὁλόκληρον γάρ ἀνέστη, ἐπεί μηδέ ἄλλου τινός ἀλλ’ αὐτῆς τῆς ζωῆς ἦν τό σῶμα» (ὅπ. παρ. 133). Ὁ Κύριος εἶναι, λοιπόν, ἡ αὐτοζωή, ἡ Ἀνάστασις καί δώρησε στόν ἄνθρωπο τήν ἀνάσταση. Συγκεκριμένα γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Ὕστερον ἐπί σωτηρίᾳ τῶν πάντων ἔλαβε σῶμα καί τήν μέν οἰκουμένην περί Πατρός ἐδίδαξε, τόν δέ θάνατον κατήργησε, πᾶσι δέ τήν ἀφθαρσίαν ἐχαρίσατο διά τῆς ἐπαγγελίας τῆς ἀναστάσεως, ἀπαρχήν ταύτης τό ἴδιον ἐγείρας σῶμα, καί τρόπαιον αὐτό κατά θανάτου καί τῆς τούτου φθορᾶς ἐπιδειξάμενος τῷ σημείῳ τοῦ σταυροῦ». (ὅπ. παρ. 152). Καί σ’ ἄλλο σημεῖο ὑπογραμμίζει: «Οὐκ ἀπολλύμεθα διαλυόμενοι, ἀλλ’ ὡς σπειρόμενοι ἀναστησόμεθα, καταργηθέντος τοῦ θανάτου κατά τήν τοῦ Σωτῆρος χάριν» (ὅπ. παρ. 132). Καί γι’ αὐτόν τόν θάνατον, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, θά τονίσει: «Πάλαι μέν γάρ πρίν τήν θείαν ἐπιδημίαν γενέσθαι τοῦ Σωτῆρος, φοβερός ἦν καί αὐτοῖς τοῖς ἁγίοις ὁ θάνατος, καί πάντες τούς ἀποθνήσκοντας ὡς φθειρομένους ἐθρήνουν˙ ἄρτι δέ τοῦ Σωτῆρος ἀναστήσαντος τό σῶμα, οὐκέτι μέν ὁ θάνατος ἐστι φοβερός, πάντες δέ οἱ τῷ Χριστῷ πιστεύοντες, ὡς οὐδέν αὐτόν ὄντα πατοῦσι».

* * *

.                        Μετά ἀπ’ ὅλα αὐτά, οὐδόλως θά πρέπει, οὔτε νά μυθολογοῦμε, οὔτε νά χλευάζουμε «γελῶντες μέ τά ἀχλεύαστα», οὔτε νά λέγουμε ἄτοπα καί ἀθεολόγητα ρήματα, ἀλλά καί οὔτε νά παραβαίνουμε τίς θεῖες ἐντολές. Πρός τόν Σωτῆρα Χριστόν νά προσβλέπουμε, γιατί ὅπως πάλιν γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Τά ψυχικά πάθη περιεῖλε (=καθάρισε) τῶν ἀνθρώπων ὁ Χριστός, ὥστε τούς μέν πόρνους σωφρονεῖν, τούς δέ ἀνδροφόνους μηκέτι ξίφους κρατεῖν, τούς δέ δειλία προκατεχομένους ἀνδρίζεσθαι» (ὅπ. παρ. 185). Καί ὡς ἐπίσης διακηρύττει ὁ ἱερός πατήρ, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ὁ «ἕλκων εἰς εὐσέβειαν, πείθων εἰς ἀρετήν, διδάσκων περί ἀθανασίας, εἰς πόθον τῶν οὐρανίων ἐνάγων, ἀποκαλύπτων τήν περί τοῦ Πατρός γνῶσιν, τήν κατά τοῦ θανάτου δύναμιν ἐμπνέων, ἑκάστῳ δεικνύων ἑαυτόν καί τήν τῶν εἰδώλων ἀθεότητα καθαιρῶν». (ὅπ. παρ. 149).

* * *

.                             Πλήν ὅμως, διαπιστώνουμε, μετά πολλῆς θλίψεως, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, καί σήμερα ἔπειτα ἀπό 20 αἰῶνες ἀγνοοῦν καί ἐπισωρεύουν ἀρνητικούς λογισμούς καί δέν κατανοοῦν τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Εὑρίσκονται μακράν ἀπό τήν ὀρθή ἀπάντηση στό κορυφαῖο ἐρώτημα: Τί εἶναι ὁ Χριστός; Κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ φαινομένου αὐτοῦ καί αὐτή ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας καθίσταται ἀκατανόητη. Καί ἀκόμη περισσότερο, ἡ ὅλη συμπεριφορά ἀλλά καί ἡ διαλεκτική εἶναι ὡς «υἱῶν ἀπειθείας», ἀσεβείας καί ἀνυπακοῆς ὡς πρός τήν τοῦ Χριστοῦ διδασκαλία. Ἔτσι τό Εὐαγγέλιον παραμένει κλειστό, ἡ θεία ἀποκάλυψη περίεργον τι καί ἡ κατά Χριστόν μάθηση ἀποβαίνει ἐξοβελιστέα. Εἶναι δέ γνωστόν, ὅτι κατά διάφορα χρονικά διαστήματα κυκλοφοροῦν πολλά βιβλία στή κατηγορία τῶν ἔργων fiction (μυθοπλασία). Εἶναι ἀποκυήματα τῆς φαντασίας τῶν συγγραφέων μέ ἐντυπωσιακούς ἐμπορεύσιμους τίτλους, πού θέλουν, αὐτά τά βιβλία, νά παρουσιάσουν τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δυστυχῶς τό ἀλλοιώνουν καί τό παραμορφώνουν. Καθίστανται ἔτσι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἀσεβεῖς καί ἀνίεροι.
.                         Καλούμεθα, λοιπόν, σέ μία βαθύτερη ἐκ νέου κατανόηση τοῦ θεανδρικού Προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη ἐπανακατήχησης καί ἐπανευαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ μας. Ὡς ὡραιότατα ἔχει λεχθεῖ «δέν ὑπάρχουν πολλά ἤ ὀλίγα, οὔτε μικρά ἤ μεγάλα προβλήματα. Τό μόνο πρόβλημα εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ζωή μας». Καί βέβαια, ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ, ἡ προσέγγιση τοῦ Παναγίου Προσώπου Του δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἱστορία τοῦ παρελθόντος, οὔτε μία θεωρητική ἐνατένιση. Εἶναι μία βιωματική προσέγγιση, ἕνας τρόπος ζωῆς, μία μυστηριακή κοινωνία μαζί Του. Μόνον τότε, θά αἰσθανθεῖ ὑπαρξιακά ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό «Φῶς τοῦ κόσμου», ὁ «Ποιμήν ὁ καλός», ὁ «Ἄρτος ὁ ζῶν», ἡ «Ἀνάστασις», ὁ «Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος». Καί ὁ Κύριος συνεχῶς ἔρχεται στή ζωή τοῦ καθενός. Εἶναι ὁ εὐγενέστερος ἐπισκέπτης τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτός ὁ Χριστός, διαβεβαιώνει: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω˙ ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ’, 20).
.                     Ἐξερχόμενοι, λοιπόν, ἀπό τό τῆς Ἀλεξανδρείας σπουδαστήριον, τοῦ πανσόφου Ἱεράρχου, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου «ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ» πολιτευσώμεθα.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΙΟΣ, Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΙΟΣ καὶ Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΥΙΟΣ καὶ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ποὺ ἐνηνθρώπησε γιὰ νὰ γίνη γιὰ μᾶς φάρμακο καὶ ἐμβόλιο

Ποι­μα­ντορι­κή Ἐ­γκύ­κλιος
τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου


Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
.                 Ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἡ σημερινή ἑορτή, πανή­γυ­ρη λαμπρά, ἀπό πλευρᾶς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως διασώζεται στίς ὁμιλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί στούς ὕμνους τῶν ἁγίων ὑμνογράφων. Τί καί ἄν ὅλα τά ἐξωτερικά εἶναι θλιβερά; Ἐμεῖς πανηγυρίζουμε «τά τῆς Θεοφανείας» καί τά τῆς δικῆς μας ἀνακλήσεως καί ἐπανόδου στόν Θεό. Ἐάν ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη τρέμη μπροστά στόν θάνατο ἀπό τήν πανδημία τοῦ ἰοῦ, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πανη­γυ­ρίζουμε βλέποντας τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λό­γου τοῦ Θεοῦ καί τίς συνέπειες πού ἔχει γιά τόν ἄνθρωπο.
.                Ἐπειδή ἡ σημερινή ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι διαποτισμένη ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία, γι’ αὐτό, συντονι­ζό­μενος μέ τήν ἱερά ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς, θά σᾶς προ­σφέρω ἕναν λόγο πνευματικῆς ἰάσεως ἀπό τόν μεγάλο θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος σέ ὁμιλία του στά «Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος» παρουσιάζει ὅλο τό θεολογικό νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τόν λόγο αὐτόν θά ἀποσπάσω μερικά χωρία, τά ὁποῖα θά σᾶς τά παρουσιάσω ὡς ἕνα ἑόρτιο πανηγυρικό καί θεολογικό «γεῦμα», γιά νά ἀναθαρρήση ἡ ψυχή μας, ἀπό τίς θλίψεις ὅλων αὐτῶν τῶν ἡμερῶν.
.                    Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ἡ Εὔα στόν Παράδεισο «τῆς ἐντολῆς ἐπελάθετο τῆς δοθείσης καί ἡττή­θη τῆς μικρᾶς γεύσεως», δηλαδή ξέχασε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή φάγουν ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί νικήθηκε ἀπό τήν μικρή γεύση. Ἔτσι ἐξορίσθηκε ἀπό τόν Παράδεισο «καί τούς δερματίνους ἀμ­φιέννυται χιτῶνας», «ἴσως τήν παχυτέραν σάρκαν καί θνη­τήν καί ἀντίτυπον», δηλαδή ἐνδύθηκε τούς δερμάτινους χιτῶνες, πού εἶναι ἡ πιό βαρειά σάρκα, ἡ φθαρτή καί ἀντί­θετη, καί ὁμολογεῖ: «φεῦ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας». Ἀδυνάτησε, ἀσθένησε ἡ ἀνθρώπινη φύση καί μέσα σέ αὐ­τήν εἰσέρρευσε ὁ θάνατος ὡς μέγα θηρίον, γιά νά κατατρώγη τά πάντα.
.                    Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τά πολλά ἁμαρτή­ματα παιδεύτηκε μέ τόν νόμο, τούς Προφῆτες, τίς εὐεργεσίες, τίς ἀπειλές, τίς τιμωρίες, τίς πλημμύρες, τίς πυρκαϊές, τούς πολέμους, τίς νίκες, τίς ἧττες, τά σημεῖα ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τόν ἀέρα, τήν γῆ, τήν θάλασσα, μέ τίς ἀνέλπιστες μεταβολές ἀν­θρώπων, πόλεων καί λαῶν, τά ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν στό νά ἐξαφανισθῆ ἡ κακία, τελικά «ἰσχυροτέρου δεῖται φαρμά­κου ἐπί δεινο­τέροις τοῖς ἀρρωστήμασιν», δηλαδή ὁ ἄνθρω­πος εἶχε ἀνάγκη ἀπό κάποιο ἰσχυρότατο φάρμακο γιά νά θεραπευθῆ. Καί ἕνα τέτοιο ἰσχυρότατο φάρμακο, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἦταν ἀπαραίτητο γιά τίς φοβερότερες ἀσθένειες, δηλαδή τίς ἀδελφοκτονίες, τίς μοι­χεῖες, τίς ἐπιορκίες, τίς ἀνώμαλες ἐπιθυμίες, καί τό χειρό­τερο καί μεγαλύτερο ἀπό ὅλα τά κακά, τήν εἰδωλολατρεία καί τήν μετατόπιση τῆς προσκυνήσεως ἀπό τόν Δημιουργό στά δημιουργήματα.
.                   Αὐτό τό ἰσχυρότατο φάρμακο γιά τίς μεγάλες ἀσθέ­νειες εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ πρωταρχική μας εἰκόνα. Γι’ αὐτό ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός «ἐπί τήν ἰδίαν εἰκόνα χωρεῖ», δηλαδή εἰσέρχεται στήν δική του εἰ­κόνα, τόν ἄνθρωπο, ἐνδύεται σάρκα πρός χάρη τῆς σαρκός καί μέ ψυχή πνευματική πρός χάρη τῆς ψυχῆς μας, καθαρίζοντας ἔτσι τό ὅμοιο μέ τό ὅμοιό του, καί γίνεται τέλειος ἄνθρωπος, ὅμοιος μέ ἐμᾶς, χωρίς τήν ἁμαρτία.
.                    Ἔτσι, ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του γίνεται ἰατρός γιά τήν πεπτωκυῖα φύση μας, καί συγχρόνως γίνεται πνευματικό φάρμακο καί πνευματικό ἐμβόλιο. Προσέλαβε τήν φύση μας γιά νά τήν θεραπεύση, εἰσέρχεται μέσα μας γιά νά μᾶς ἀναπλάση, νά δώση ὑγεία στήν ἄρρωστη θνητή φύση μας, ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς.
.               Ὁ Χριστός, ὡς ἰατρός, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «συγκύπτει ἐπί τά πάθη, καί δυσωδίας ἀνέχεται, ἵνα δῷ τήν ὑγιείαν τοῖς κάμνουσι», δηλαδή σκύβει μέ κατανόηση ἐπάνω στίς πληγές μας καί ἀνέχεται τήν δυσωδία, γιά νά δώση τήν ὑγεία σέ ἐκείνους πού ἀσθενοῦν. Καί συνεχίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος γιά νά πῆ ὅτι ὁ Χριστός σκύβει ἐπάνω στόν βόθρο, γιά νά βγάλη τό ζῶο πού ἔχει πέσει μέσα σέ αὐτόν.
.                    Αὐτό εἶναι τό βαθύτερο νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χρι­στου­γέννων. Ἑορτάζουμε τήν πνευματική μας ἀναγέν­νηση, τήν πνευματική μας ἀνάπλαση. Γι’ αὐτό συνιστᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Ἑορτάσωμεν, μή πανηγυρι­κῶς, ἀλλά θεϊκῶς· μή κοσμικῶς, ἀλλ’ ὑπερκοσμίως· μή τά ἡμέτερα, ἀλλά τά τοῦ ἡμετέρου, μᾶλλον δέ τά τοῦ Δεσπό­του! μή τά τῆς ἀσθενείας, ἀλλά τά τῆς ἰατρείας· μή τά τῆς πλάσεως, ἀλλά τά τῆς ἀναπλάσεως». Δηλαδή νά ἑορτάσουμε ὄχι μέ δημόσιες πανηγύρεις, ἀλλά μέ τρόπο θεϊκό, ὄχι μέ τρόπο κοσμικό, ἀλλά μέ ὑπερκόσμιο, ὄχι τά δικά μας, ἀλλά τοῦ δικοῦ μας, τοῦ Δεσπότου μας, ὄχι τά σχετικά μέ τήν ἀσθένεια, ἀλλά τά σχετικά μέ τήν θεραπεία, ὄχι τά τῆς δημιουργίας μας, ἀλλά τά τῆς ἀναδημιουργίας μας.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
.                          Ὁ διάβολος στόν Παράδεισο πέταξε τόν δικό του δη­λη­τη­­ριώ­δη ἰό μέσα στήν ψυχή μας καί αὐτός ὁ ἰός ἀπό τότε κατατρώγει τήν ψυχή καί τό σῶμα μας. Ὅμως, δέν ὑπῆρχαν ἀποτε­λε­­σμα­τικά καί κατάλληλα πνευματικά φάρμακα καί πνευ­ματικά ἐμβόλια γιά νά ἀντιμετωπίσουν τό κατα­στρε­πτικό του ἔργο. Παντοῦ ἐπικρατοῦσαν οἱ συνέπειες τῆς ἀσθένειας αὐτῆς, πού εἶναι οἱ ἁμαρτίες, τά πάθη, ὁ θάνατος. Βασανι­ζόταν ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος. Ὅταν ἔφθασε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἦλθε ὁ πραγματικός Ἰατρός, ὁ Χριστός, πού εἶναι τό ἰσχυρότατο φάρμακο καί τό ἰσχυρό­τατο πνευματικό ἐμβόλιο, τό ὁποῖο λαμβάνουμε μέ τά Μυστήρια, ἰδιαιτέρως τό λαμβάνουμε κατά δόσεις μέ τό Μυστήριο τῆς θείας Μεταλήψεως τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά νά νικήσουμε τόν θάνατο, τόν πνευ­ματικό καί σωματικό.
.                              Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Πνευματικό Νοσοκομεῖο, ὅπου δρᾶ Αὐτός ὁ μεγάλος Ἰατρός, ὁ Χριστός, μέσα στό ὁποῖο ὑπάρχουν οἱ πνευματικοί ἰατροί, τά πνευματικά φάρμακα καί τά πνευματικά ἐμβόλια γιά νά νικήσουμε τόν μεγα­λύτερο ἐχθρό μας πού εἶναι ὁ πνευματικός θάνατος. Εἶναι δέ πολύ ἐπικίνδυνο νά χωρίζη κανείς τήν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο καί ὡς κοινωνία θεώσεως, ἀπό τόν ἱερό θεσμό της. Ὅπως εἶναι δύσκολο καί ἐπικίνδυνο νά χωρίζη κανείς ἕνα Νοσοκομεῖο, πού ἀσχολεῖται μέ τήν θεραπεία τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν, ἀπό τήν διοικητική του λει­τουρ­γία. Μπορεῖ σέ ἕνα Νοσοκομεῖο τά διοικητικά του ὄργανα νά κάνουν κάποιο λάθος, ἀκόμη καί κάποιος ἰατρός νά μή θεραπεύη σωστά, ἀλλά δέν καταργοῦμε τό Νοσοκομεῖο, οὔτε ἀπομακρυνόμαστε ἀπό αὐτό, οὔτε ἀναζητᾶμε θεραπεία ἐκτός τοῦ Νοσοκομείου.
.                       Τήν περίοδο αὐτήν πού διερχόμαστε τούς περισ­σότερους ἀνθρώπους ἔχει καταλάβει θλίψη, ἀπελπι­σία, ἀπό­γνωση ἀπό τήν μεγάλη ὑγειονομική κρίση, καί ὅλοι ἀνα­μένουν κάποιο νέο φάρμακο καί κάποιο νέο ἐμβόλιο κατά τοῦ νέου ἰοῦ, καί εὐχόμαστε στόν Θεό καί γι’ αὐτό. Ἀλλά πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει καί ἕνας χειρότερος ἰός, πού εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία θεραπεύεται ἀπό τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἐνηνθρώπησε γιά νά γίνη γιά μᾶς φάρμακο καί ἐμβόλιο, τά ὁποῖα χορηγοῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία, γιά νά νικήσουμε καί ἐμεῖς ἐν Χριστῷ τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.
Αὐτά ἑορτάζουμε αὐτές τίς ἡμέρες καί πρέπει νά πανηγυρίζουμε θεϊκῶς. Καί νά μή στενοχωρούμαστε γιά «τά τῆς ἀσθενείας», ἀλλά νά χαιρόμαστε γιά «τά τῆς ἰατρείας» ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τοῦ Ὁποίου τό ἄπειρο ἔλεος νά εἶναι μαζί σας.
Μέ πατρικές εὐχές
Ὁ Μητροπολίτης
Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΔΙΩΚΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Οἱ διῶκτες τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ Χριστούγεννα
Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                Ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκε, ὁ Χριστὸς διώκεται. Πρῶτος ὁ Ἡρώδης. Φόνευσε τόσα μωρά, μήπως καὶ τοῦ πάρει τὸν θρόνο. Μετὰ οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. Τρόμαξαν μήπως καὶ ἀποκαλυφθοῦν ἡ προσποίηση, τὰ ψέματα καὶ ἡ ὑποκρισία τους. Ὕστερα ὁ Πιλάτος. Ἀντελήφθη τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ προτίμησε νὰ φυλάξει τὸν «ἑαυτούλη» του καὶ Τὸν παρέδωσε «ἵνα σταυρωθῇ».
.                Ἀφοῦ σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, δὲν σταμάτησαν οἱ διωγμοί Του. ΟἱΡωμαῖοι αὐτοκράτορες ἐπιχείρησαν νὰ Τὸν ἐξαφανίσουν, μήπως καὶ ἀμφισβητοῦσε τὴν ἐξουσία τους. Κατόπιν ἦρθαν οἱ αἱρετικοὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία Του. Θέλησαν νὰ Τὸν βάλουν στὰ καλούπια τῆς λογικῆς τους καὶ νὰ Τὸν μικρύνουν…
. Οἱ αἰῶνες περνοῦν… Ὀνομαζόμενοι Χριστιανοὶ ἀποκτοῦν κρατικὴ ἐξουσία καὶ Τὸν πληγώνουν, ἀφοῦ οἱ περισσότεροι καταντοῦν ἕρμαια τῶν παθῶν τους καὶ ἀδικοῦν, βασανίζουν καὶσκοτώνουν, πολλὲς φορὲς ἐν ὀνόματί Του. Ἀκόμη χειρότερη πληγὴ Τοῦ ἐπιφέρει ὁ Πατριάρχης τῆς Δύσης, ὁ Πάπας. Ἀπὸ πνευματικὸς ταγὸς μεταβάλλεται σὲ κρατικὸ ἡγέτη καὶ κοιτάζει μὲ τὸν στρατό του νὰ ἐπεκτείνει τὸ κράτος του καὶ τὴν ἐπιρροή του. Φτάνει στὸ σημεῖο τῆς ὕβρεως ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ὅταν «ἐν ὀνόματι τῆς Πίστεως» καίει ζωντανοὺς ἀνθρώπους. Ὅπως γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι, ὁ ἱεροεξεταστὴς φυλακίζει τὸν Χριστό…
.                Ἔρχεται ὁ Λούθηρος. Βλέπει τὰ στραβὰ τοῦ παπισμοῦ καὶ θέλοντας νὰ τὰδιορθώσει πέφτει σὲ μία λογικοκρατία. Ὁ Γλυκὺς Ναζωραῖος, ποὺ δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴκλίνῃ», εἶναι ξένος μὲ τὸν προτεσταντικὸ τρόπο καταξίωσης διὰ τοῦ πλούτου καὶ τῆς μετατροπῆς τῆς Ἐκκλησίας σὲ εὐαγὲς ἵδρυμα, μὲ αὐστηροὺς εὐσεβιστικοὺς κανόνες.
.                Σὲ ἀντίδραση πρὸς τὰ προνόμια τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν στὴ Γαλλία καὶ τὴ συνεργασία τους μὲ τὴν ἀπόλυτη μοναρχία οἱ ἄθεοι Ἐπαναστάτες διώκουν τὸν Χριστὸ καὶἐπιχειροῦν καὶ αὐτοὶ νὰ Τὸν ἐξοντώσουν. Παίρνουν βασικὲς ἀρχὲς τῆς διδασκαλίας Του καὶ τὶς μετατρέπουν σὲ συνθήματά τους: Ἐλευθερία, Ἀδελφοσύνη, Ἰσότητα. Ἡ ἐλευθερία «ἐφαρμόζεται» μὲ τὴν γενοκτονία τῆς Βανδέας, ἡ ἀδελφοσύνη μὲ τὴν γκιλοτίνα καὶ ἡ ἰσότητα μὲ τὴ συνέχιση τῆς δουλείας στὶς ἀποικίες τῆς Γαλλίας.
.                Γιὰ νὰ «διορθώσουν τὰ λάθη» τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, ποὺ δὲν πέτυχε νὰ ἐξοντώσει τὸν Χριστό, οἱ Μπολσεβίκοι ἐφαρμόζουν ριζοσπαστικότερα μέτρα. Οἱ συστηματικοὶδιωγμοὶ καὶ τὰ μαρτύρια ἑκατομμυρίων χριστιανῶν συνοδεύονται μὲ συστηματικὴ ἄθεη προπαγάνδα. Ἀλλὰ ἐξέλιπε ὁ μπολσεβικισμός, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ προηγούμενοι διῶκτες τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ καταφέρει νὰ Τὸν ἐξαφανίσει.
.                Σήμερα ἐξακολουθεῖ νὰ διώκεται ὁ Χριστός. Ἡ ἐποχή μας εἶναι μία ἐπανάληψη τῆς belle epoque (1880 – 1914). Ἡδονισμός, ἀνεμελιά, μὲ παράλληλη ἔκρηξη τῆς τεχνολογίας καὶ μὲ αὔξηση τῆς ἀπόστασης στὸν τρόπο ζωῆς πλούσιων καὶ πτωχῶν. Ἰδανικὰ καὶ ἀρχές, ὅπως οἰκογένεια,ἀνθρώπινη ζωή, διάκριση τῶν φύλων δέχονται ἀμείλικτη ἐπίθεση, ἐνῶ οἱ χριστιανοὶ ἡγέτες δὲν μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν ἀποστολή τους.
.              Ὅμως ὁ Χριστὸς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πάντα Παρών, πόλος ἀγάπης, ἐλπίδας καὶ σωτηρίας. Αὐτὸ μᾶς τὸ θυμίζει καὶ ἐφέτος, ὅπως κάθε χρόνο, ἡ ἐπέτειος τῆς Γέννησής Του. ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.-   

, , ,

Σχολιάστε

«ΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ τῆς ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ»

ΑΠΑΤΗΛΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΗΓΕΤΑΙ
Γράφει ὁ ἱερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης,
Cambridge (U.K.)

ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος»,
ἀρ. τ. 2288/27.12.2019

.             Ἐλάχιστοι ἄνθρωποι συνειδητοποιοῦν ἀκόμα τὴν συγκλονιστικὴ σημασία ἑνὸς γεγονότος ποὺ διαμόρφωσε σχεδὸν ἀποκλειστικὰ τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Πολλοὶ Χριστιανοὶ οὔτε κἄν φαντάζονται τὸν ρόλο ποὺ ἔπαιξε τὸ “δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου” στὴν ἔλευση τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας σὲ συγκεκριμένο τόπο καὶ χρόνο. Τὸ διάταγμα γιὰ τὴν ἀπογραφὴ “πάσης τῆς Οἰκουμένης” ἀπετέλεσε τὴν πιὸ εὔστοχη πρόφαση πρὸς κάλυψη τῆς ἀφίξεως τοῦ Λόγου ὡς ἀνθρώπου  στὸν πλανήτη μας. Δὲν ὑπῆρχε πιὸ πολύτιμη εὐκαιρία ἀπ’ αὐτὴν γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ ἐπεδίωκε νὰ ἐμφανισθῆ ἀνάμεσά μας ὅσο γίνεται πιὸ ἀθόρυβα καὶ νὰ συναναστραφῆ μαζί μας ὄχι ἁπλῶς σὰν κάποιος ἀπό μᾶς, ὄχι σὰν ἕνα ἀκόμη ἄτομο μέσα στὴν κοσμοπλημμύρα, ἀλλὰ σὰν ὁ πραγματικὸς καὶ ἀδιαμφισβήτητος ἑαυτός μας, ἡ ἴδια μας ἡ ταυτότητα…
.             Ἀνέκαθεν μᾶς ἤθελε ἕνα μὲ τὸν Ἑαυτό Του. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα Του. Ὅπως ἀκριβῶς στὴν δική Του θεία φύση, ἡ πολλαπλότητα δὲν λυμαίνεται τὴν ἑνότητα, ἀλλ’ ὑποτάσσεται σ’ αὐτήν, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ πιστεύουμε σὲ τρεῖς Θεοὺς ἀλλὰ σ’ Ἕνα, ἀδιαίρετο καὶ ἀχώριστο στὶς ὑποστάσεις Θεό, ἐντελῶς ὅμοια αὐτὸς ὁ Ἕνας καὶ Μοναδικὸς Θεὸς ἔκτισε μία καὶ μόνη ἀνθρωπότητα, γιατί ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀποτυπώσει πάνω σ’ αὐτὴν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν Μία καὶ Μοναδικὴ Εἰκόνα τοῦ Ἑαυτοῦ Του προαναγγέλλοντας ἔτσι ἐξ ἀρχῆς ὅτι κάποτε θ’ ἀξίωνε τὴν ἐπιστροφὴ τῆς Εἰκόνας στὸ Ἀρχέτυπό της. Εὔλογα λοιπὸν διάλεξε τὴν ἀπογραφή, γιὰ νὰ ὑλοποιήσει αὐτή Του τὴν ἀξίωση: ἦταν ἡ πρώτη φορά στὴν ἱστορία μετὰ τὴν Βαβέλ, ποὺ αὐτὴ ἡ ἀνθρωπότητα ἀποπειράθηκε νὰ ὑπερβῆ τὸν θανατηφόρο ἰὸ τοῦ μερισμοῦ καὶ τῆς διάσπασης, νὰ ξανασυναρμολογηθῆ σὲ ἑνιαία Εἰκόνα, ὥστε νὰ μπορέσει ἐπιτέλους νὰ δῆ τὸν ἀληθινὸ Ἑαυτό της. Ἡ ἀπόπειρα βέβαια γινόταν ἀπὸ ἀναρμόδιο πρόσωπο, τὸν Καίσαρα, μὲ τὴν ἀφελῶς ἐπικρατοῦσα ἀντίληψη πὼς οἱ ὑπήκοοί του ἀποτελοῦ­σαν καὶ ἀναφαίρετη προσωπικὴ ἰδιοκτησία του.  Τότε ἀκριβῶς ἐμφανίστηκε Αὐτός, ποὺ ἀνέκαθεν ἦταν τὸ Ἀρχέτυπό μας καὶ ὑπενθύμισε ἔγκαιρα καὶ διακριτικὰ πὼς κάθε γνήσια ἰδιοκτησία φέρει ἀπαραιτήτως χαραγμένη ἐπάνω της τὴν Εἰκόνα καὶ Ἐπιγραφὴ τοῦ ἰδιοκτήτου της. (Ματθ. 22:20) Ἔγινε ὁρατὸς ἀνεπαίσθητα – ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ ἀπωλεσθῆ οὐδὲ εἷς τῶν μικρῶν τούτων –  τὴν στιγμὴ ποὺ ὅλοι  ἔσπευδαν νὰ προσδιορίσουν γενεαλογικὰ τὴν ἀνθρώπινη προέλευσή τους, ὥστε νὰ προκύπτει σὰν ἐντελῶς φυσιολογικὸ ἀποτέλεσμα ὅτι δῆθεν ἦσαν δοῦλοι τοῦ Καίσαρος μὲ μοναδικὸ κριτήριο τὸ ὅτι εἶχαν γεννηθῆ στὴν ἐπικράτειά του. Γεννήθηκε στὴν ἴδια ἐπικράτεια, γιὰ νὰ δείξει πόσο γνήσια εἶναι ἡ Εἰκὼν καὶ ἡ Ἐπιγραφὴ ποὺ κατὰ φύσιν φέρουν οἱ δικοί Του δοῦ­λοι, οἱ ὁποῖες καὶ τοὺς καθιστοῦν ἀναπαλλοτρίωτους ἀπὸ κάθε εἴδους σῳσίες Του: ἀπατηλοὺς κυριάρχους, πνευματικοὺς τυράννους-γνωστοὺς κοινῶς ὡς Χριστιανοὺς Ἡγέτες- ἢ Καίσαρες τῆς ἐποχῆς, αἰσθητοὺς ἤ νοητούς…
.             Αὐτὴν τὴν φαινομενικὰ φυσιολογικὴ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου ἐρχόταν ν’ ἀμφισβητήσει ὁ Θεάνθρωπος, μὲ μόνη τὴν σιωπηρὴ Παρουσία Του: “οὐκ ἐρίσει, οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνὴν Αὐτοῦ”, εἶχαν προαναγγείλει οἱ Προφῆτες. Ἡ λογική Του ἦταν ἁπλή: Μόλις ἐμφανισθῆ τὸ Ἀρχέτυπο, οἱ ἀπειράριθμες ψηφίδες τῆς πανανθρώπινης Εἰκόνας, θὰ ἀνανέωναν τὴν ἀρχέγονή τους ἰδιότητα: τὸ νὰ σπεύδουν ἀκάθεκτες νὰ βροῦν τὸ ἀληθινὸ πλήρωμά τους “ἐν Αὐτῷ” (Κολ.2, 10), ἀποβάλλοντας κάθε ἰδιαιτερότητα, ἰδιοτροπία καὶ ἰδιοπροσωπία ποὺ μέχρι τότε τὶς κρατοῦσε ἀσφυκτικὰ σὲ προσωπικὴ ἀπομόνωση καὶ ἀπονοημάτιζε ἐντελῶς τὴν πρὸς  φυσικὴ κοινωνία ροπὴ τῆς ὕπαρξής τους. Τί αὐτοσυνειδησία μπορεῖ νὰ ἀναπτύξει κάθε μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ψηφίδα, ἂν δὲν ὑποψιάζεται κἄν ὅτι ἀνήκει σὲ Εἰκόνα; Πῶς νὰ μὴ ποθεῖ τὴν ἕνωση ποὺ ἐπαληθεύει τὴν ἀληθινή της ταυτότητα; Πανανθρώπινος ὁ πόθος, ἀκαταμάχητη ἡ ἕλξη ἐπιστροφῆς στὸν Ἑαυτό μας, ἀφότου Ἐκεῖνος ὑψώθηκε “ἐκ τῆς γῆς” (Ἰω.12, 32) καρφωμένος πάνω σ᾽ ἕνα ξύλο: ὑπέρτατη ἔκφραση κενώσεως, ὥστε νὰ ἐπέλθει τὸ πλήρωμα…
.             Ὕστερα ἀπὸ μιὰ τόσο δυναμικὴ Παρουσία πάνω στὴ γῆ, ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀπ’ τὸν καιρὸ τῆς ἀπογραφῆς νὰ παραμένει ἐντελῶς ἀπαρατήρητη (Λουκ.17, 20), ἀθόρυβη καὶ ἀπόλυτα πραγματική, δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο πὼς ὑπάρχουν ἀκόμα σήμερα “Χριστιανοὶ” καὶ προπαντὸς “θεολόγοι”, ποὺ ἐξακολουθοῦν ν’ ἀναζητοῦν τὴν “χαμένη” ἀνθρώπινη ταυτότητα, μὰ καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ κρυμμένου μέσα στὴν ἀνθρώπινη σάρκα Θεοῦ – ποὺ παραμένει ἀδιάκοπα “κρύφιος καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει” – καὶ – ἀλλοίμονο –  ἀναζητοῦν ἀκόμα καὶ ταυτότητα Ἐκκλησίας, Ἔθνους, Πολιτισμοῦ, Παραδόσεως, δηλαδὴ κάθε φευγαλέας σκιᾶς, κάθε ἀπατηλοῦ ὀνείρου τοῦ παρόντος αἰῶνος. Εἶναι γιατί ἐπιμένουν νὰ φαντάζονται μέχρι σήμερα πώς κάθε εἴδους συλλογικὴ ταυτότητα δὲν εἶναι παρὰ μία ἐπὶ μέρους ἰδιαιτερότητα μὲ πολὺ συγκεκριμένα χαρακτηριστικὰ ποὺ μποροῦν καὶ πρέπει νὰ προσδιορισθοῦν, νὰ διακηρυχθοῦν παντοῦ καὶ νὰ βαλσαμωθοῦν ὡς ἱστορικὴ παρακαταθήκη ὑπερτάτης ἀξίας, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὴν σφετερίζονται οἱ βάρβαροι, οἱ ἐχθροὶ καὶ οἱ ἀνίδεοι…
.             Σίγουρα ὅλοι οἱ ἀναζητητὲς ταυτοτήτων δὲν κατάλαβαν τίποτε ἀπὸ τὸ συγκλονιστικὸ νόημα τῆς ἀπογραφῆς ἐπὶ Καίσαρος Αὐγούστου… Φοβοῦνται ἀκόμα καὶ τώρα ἀπώλεια ταυτότητος, σὰν νὰ μὴ ὑπῆρξε ποτὲ Χριστός, σὰν νὰ μὴ σαρκώθηκε ποτὲ δι’ ἡμᾶς: τοὺς ἀνθρώπους. Τρέμουν, μήπως ἐπέλθουν ἀλλοιώσεις στίς ἐθνικὲς ἢ ἐκκλησιαστικές τους ἰδιοπροσωπίες καὶ γι’ αὐτὸ ἐπιζητοῦν συχνὲς καὶ συνεχεῖς ἐπαληθεύσεις τους. Μεταβάλλονται σὲ στυγνοὺς ἱεροεξεταστὲς προκειμένου νὰ ὑπερασπισθοῦν ἀσύλληπτες ὁμαδικὲς ἢ ἀτομικὲς ἰδιαιτερότητες. Δὲν ὑποψιάζονται πὼς μόνον ὅταν καταργηθῆ τὸ “ἐκ μέρους” (Α΄Κορ.13, 10) θὰ ἐπικρατήσει ὁ Τέλειος καὶ Ἀμερὴς καὶ Ἀμέριστος. Ξεχνοῦν ἐντελῶς πὼς πρέπει νὰ παρέλθει ὁ κόσμος οὗτος, ὥστε νὰ ἔλθει ἡ ἄκτιστη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ νομίζουν – ὅπως ὁ Αὔγουστος Καίσαρας – πὼς ἂν καταγράψουν ἐπιμελῶς ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς παράδοσης ἢ τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς κράτους, θὰ ἐξασφαλίσουν αἰωνιότητα στὸ πολλαπλὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ παρέρχεται… Ἢ – τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα – πιστεύουν πώς ἡ τυπικὴ προσκόλληση σὲ θρησκευτικὲς φόρμουλες καὶ λατρευτικὲς συνάξεις μπορεῖ ἀπὸ μόνη της νὰ δώσει ἀληθινὴ ταυτότητα σὲ ἄτομα ἢ σὲ σύνολα, σὲ κάποια Ἐκκλησία ἢ κάποιο Γένος…
.             Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἐσχάτης παρακμῆς τὸ ν’ ἀποζητοῦν οἱ ἄνθρωποι ταυτότητες γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, ἀγνοώντας προκλητικὰ πὼς ἡ μόνη ἀληθινὴ ταυτότητά μας εἶναι χαραγμένη ἀνεξίτηλα ἐπάνω μας πρό καταβολῆς κόσμου: ὁ Θεὸς ἀνέκαθεν ἤθελε τὴν ἀνθρωπότητα νὰ ὑπάρχει ὡς δική Του Εἰκὼν καὶ Ἐπιγραφή, γιατί ἦταν ἀνέκαθεν ἀποφασισμένος νὰ σαρκωθῆ καὶ νὰ γίνει ταυτότητά μας, ἀπαραχάρακτη μὲ ὁποιοδήποτε μέσο χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Γι’ αὐτό, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρὶς νὰ καταγράφουμε – ὅπως ὁ Καίσαρας – τὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, γιατί δὲν φοβόμαστε καμμία ἀλλοτρίωση μέσα σ’ αὐτὸ τὸ Σῶμα – ἀντίθετα γνωρίζουμε ἀπὸ τώρα ἐμπειρικά, ὅτι “Χριστὸς διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος” καὶ προσδοκοῦμε καρτερικὰ τὸ χάραγμα τῆς ἀφθαρσίας Του πάνω στὰ θνητὰ σώματά μας.
.             Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ δεύτερη καὶ τελικὴ ἀπογραφή μας, ποὺ ἀπὸ τώρα χαρακτηριστικὰ ὀνομάζουμε Δευτέρα Παρουσία, καὶ ἐνῷ νομίζουμε ὅτι πρόκειται νὰ παρουσιασθοῦμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ κατ’ εἰκόνα Του ἐνώπιόν Του, ἐν τούτοις, Ἐκεῖνος μᾶλλον θὰ παρουσιασθῆ σέ μᾶς καὶ θὰ ἑνωθῆ μαζί μας δείχνοντας ἔτσι τὴν ἀληθινή Του παν­ανθρώπινη ταυτότητα ἐπάνω μας καὶ θὰ γίνει “τὰ πάντα ἐν πᾶσι.”

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ἢ ΟΧΙ; Καὶ ποιά ἔννοια εἶχαν οἱ πειρασμοί Του;

ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ἢ ΟΧΙ;

Ἀνδρέου Θεοδώρου,
Καθηγ. Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ
«Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα Δογματικά»,
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος»

.           Ὡς γνωστόν, στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία εἶχαν διαμορφωθεῖ καὶ λειτουργήσει δύο διαφορετικὲς θεολογικὲς σχολές, ἡ ἀλεξανδρινὴ καὶ ἀντιοχειανή. Ἡ πρώτη, ἐπηρεαζόμενη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία (κυρίως τὸν Πλατωνισμὸ) ἀσκοῦσε θεωρητικὴ θεολογία, ἑρμήνευε ἀλληγορικὰ τὶς Γραφὲς καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόνιζε τὴ θεία φύση, ἀφήνοντας στὸ περιθώριο τὴν ἀνθρώπινη. Ἡ δεύτερη, ἐμφορούμενη ἀπὸ τὸ πρακτικό, πραγματιστικὸ καὶ κριτικὸ πνεῦμα τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἀσκοῦσε θεολογία πρακτικὴ καὶ κριτική, ἑρμήνευε τὶς Γραφὲς μὲ τὴν ἱστορικὴ κριτικὴ μέθοδο καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου τόνιζε κυρίως τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐγκαταλείπουσα στὴ σκιὰ τὴ θεία.
.           Οἱ τάσεις αὐτὲς εἶχαν καὶ συνέπειες. Σὲ ἀκραῖες τοποθετήσεις, ἀπὸ μὲν τὴν ἀλεξανδρινὴ σχολὴ προῆλθαν οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀπολλιναρίου, ἐπισκόπου Συρίας τῆς Λαοδικείας (ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶχε λογικὸ νοῦ), τῶν Μονοφυσιτῶν (ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν μόνον Θεός, διότι ἡ ἀνθρώπινή του φύση εἶχε ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ τὴ θεία), τοῦ μονοθελητισμοῦ καὶ μονοενεργητισμοῦ (δίδασκαν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε δύο φυσικὰ θελήματα καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες, ἀλλὰ μία μόνο)· ἀπὸ δὲ τὴν ἀντιοχειανὴ Σχολή, προῆλθε κυρίως ὁ Νεστοριανισμὸς (ὁ Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διασποῦσε τὸ ἑνιαῖο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δεχόμενος δύο φυσικὰ πρόσωπα, ἐνούμενα στὸ ἕνα ἠθικὸ πρόσωπο τῆς ἑνώσεως, δεχόταν ἐξωτερικὴ καὶ χαλαρὴ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων καὶ τὸ δυνατόν της ἁμαρτίας στὸ Χριστό, ποὺ τονίζοντας κυρίως ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δεχόταν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐνοχλεῖτο ἀπὸ κακὲς ἐπιθυμίες καὶ ψυχικὰ πάθη καὶ ὅτι τελειοποιήθηκε  βαθμηδὸν κατόπιν ἠθικοῦ ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας).
.           Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη λυδία λίθος ἐξιχνιάσεως τῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων καὶ καθορισμοῦ τῆς ἀλήθειας τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν φύσεων. Στὸ Χριστὸ ὑπῆρχαν δύο πλήρεις καὶ τέλειες φύσεις, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη. Ὁ Χριστὸς ἦταν πλήρης καὶ τέλειος Θεός. Μὲ τὴν πρόταση αὐτὴ καταπολεμοῦνται ἀμέσως ὅλες οἱ αἱρέσεις ἐκεῖνες ποὺ ἠρνοῦντο τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ-Λόγου (δυναμικοὶ μοναρχιανοί, υἱοθετιστές, Ἀρειανοὶ κ.α). Ἦταν ὅμως καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Εἶχε σῶμα καὶ ψυχὴ λογική. Εἶχε ὅλα τὰ ἀδιάβλητα πάθη τῆς φύσεως (πείνα, δίψα, κάματο, ψυχικὲς συγκινήσεις κ.λ.π.) χωρὶς ἁμαρτία. Εἶχε δὲ δύο φυσικὰ θελήματα (γνωμικὸ ἀνθρώπινο θέλημα δὲν εἶχε) καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες.
.           Μὲ τὶς προτάσεις αὐτὲς πλήττονται εὐθέως οἱ αἱρέσεις ἐκεῖνες ποὺ δὲν δέχονταν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πληρότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Κυρίου (Ἀπολλιναρισμός, Μονοφυσιτισμός, Μονοθελητισμός, Μονοενεργητισμός). Οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκαν ὑποστατικῶς, δηλαδὴ στὸ πρόσωπο καὶ τὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶχε δικό του φυσικὸ πρόσωπο, δικό του ἐγώ. Αὐτὸ ἐγγυᾶται ἡ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» ἕνωση τῶν φύσεων. Δηλαδή, μόλις συνελήφθη ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴ μήτρα τῆς Παρθένου, τότε ἀκριβῶς ἑνώθηκε μαζί της ἡ θεία φύση. Ὁ Χριστὸς δὲν πρόλαβε νὰ ζήσει, ἔστω καὶ μία χρονικὴ στιγμή, ἔξω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων, ὡς ἄνθρωπος ἀνεξάρτητος καὶ ξεχωριστός, ἔχων ἴδιο προσωπικὸ ἐγώ. Ἡ ἀνθρώπινη φύση του ἦταν ἀνυπόστατη, ἀπρόσωπη.
.           Ὡς πρόσωπον αὐτῆς ἔλαβε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸ ὁποῖον ἦταν ὁ φορέας καὶ τ νιαο γεμονικ γ τν δύο του φύσεων. (Γιὰ νὰ στηρίξει τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ὁ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος χρησιμοποίησε τὸν φιλοσοφικὸ ὅρο «ἐνυπόστατον», ποὺ σημαίνει φύση, ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ ὑφίσταται σὲ μία ἄλλη φύση: ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴ θεία). Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων ἦταν ἕνωση πραγματικὴ καὶ ἀληθινή, καὶ ὄχι χαλαρὴ καὶ ἠθικὴ ἢ «κατὰ γνώμην» καὶ «εὐδοκίαν», ὅπως δογμάτιζε ὁ Νεστόριος. Ἡ ἕνωση αὐτή, καθὼς καὶ ἡ ἀπορρέουσα ἀπ’ αὐτὴ κοινοποίηση ἢ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων (Communicatio idiomatum), δὲν γίνεται ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν φύσεων (τοῦτο θὰ ἐπέφερε σύγχυση αὐτῶν καὶ θὰ ὁδηγοῦσε στὸ Μονοφυσιτισμό), ἀλλὰ στ νιαο πρόσωπο (τ νιαο γ) το Χριστο. Στὸν ἕνα Χριστό, τὸν Θεάνθρωπο, θεοποιήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ὄχι στὴν ἕνωσή της ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴ θεία φύση. Ὅπως καὶ ὁ Θεὸς ἔπαθε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ «σαρκί», λόγῳ τῆς ἑνότητας τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι καθ’ ὃ Θεὸς (ἡ θεία φύση εἶναι ἀπαθής). Χριστς παθε ς Θες συγχρόνως κα ς νθρωπος ατός.
.           Ἂς ἔλθουμε τώρα καὶ στὸ κρισιμότερο σημεῖο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ἀναμάρτητος καὶ ἂν ναί, ποιά ἡ φύση τῆς ἀναμαρτησίας του; Ὅτι ὁ Χριστὸς ἔζησε στὴ γῆ χωρὶς νὰ ἁμαρτήσει (ἐμπειρικὴ ἀναμαρτησία) εἶναι τόσο βέβαιο, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἀπὸ κανένα («Ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἐστιν» Α´ Ἰω. γ´ 5. «Ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» Α´ Πέτρ. β´ 22. «πεπειρασμένον κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας» Ἑβρ. δ´ 15). Μποροῦσε ὅμως νὰ ἁμαρτήσει ὁ Σωτήρας; Τὸ ἐρώτημα ἀγγίζει τὴν ὀντολογικὴ ἀναμαρτησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία διατυπώνεται ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει καὶ δὲν ἁμάρτησε (potuit peccare) ἢ δὲν μποροῦσε διόλου νὰ ἁμαρτήσει (non potuit peccare); Κατ τος ερος Πατέρες Χριστς δν μποροσε ν μαρτήσει. Τοῦτο δέ, ὄχι τόσο ἕνεκα τῆς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου συλλήψεώς του καὶ τῆς ἀπουσίας ἐξ αὐτοῦ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος (καὶ ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχε προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ὅμως ἁμάρτησε), ὅσο νεκα τς ποστατικς νώσεως τν φύσεων. Ὅπως εἴπαμε, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε προσωπικὸ ἐγώ, ποὺ εἶναι ὁ φορέας τῆς ἁμαρτίας. Τὸ ἐγώ του ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ ἕνας Χριστὸς ἤθελε καὶ ὡς Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος. Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει, εἶναι σὰν νὰ λέγαμε, ὅτι ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει, ὑπόθεση ἀσεβὴς καὶ βλάσφημη. Καὶ εἶναι μὲν ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος, ὡς πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος, εἶχε ἀκέραιο τὸ φυσικό του θέλημα, ποὺ εἶναι ἀναφαίρετη ἰδιότητα κάθε λογικῆς φύσεως. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ θέλημά του αὐτὸ δὲν ἦταν ἀπολελυμένο καὶ ἄσχετο (γνωμικὸ θέλημα), ἀλλ’ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἑνωμένο ὑποστατικὰ μὲ τὸ θέλημα τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθοῦσε ἀβίαστα καὶ ὑποτασσόταν —θεοποιηθέν— στὸ πανσθενὲς τοῦτο θεῖο θέλημα (ϛ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος). Ἂν δὲ πάλιν ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἐγωκεντρικὴ ἀπομάκρυνση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, τοῦτο μὴ ὑπάρχον στὴ θεωμένη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, καθιστᾶ τὴν ἁμαρτία ὅλως ἀδύνατη στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Σωτήρα.
.             Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα ἀρκετὰ σημαντικό. ν Χριστς δν μποροσε νμαρτήσει, τότε ποιά ννοια εχαν ο πειρασμοί του, γιὰ τοὺς ὁποίους μᾶς μιλᾶ ἡ Γραφή; Ἦταν πραγματικοὶ πειρασμοί, ἢ κατ’ ἐπίφαση μόνο καὶ κατὰ δόκηση; Ἐδῶ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ἐπειδὴ οἱ πειρασμοὶ τοῦ Χριστοῦ ἦταν στὴ βάση τους πειρασμοὶ ἐξωτερικοὶ (δὲν προέρχονταν δηλ. ἀπὸ μολυσμένο ἐσωτερικὸ βάθος τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Κυρίου, ὅπως δεχόταν ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας) μὲ ἀποκλειστικὸ εἰσηγητὴ τὸ διάβολο, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ὑποτίμηση τῆς πραγματικότητας τῶν πειρασμῶν τοῦ Σωτήρα. Ὁ Χριστὸς ἔζησε στὴν ἀλήθεια της τὴν ἱστορική Του στιγμή, χωρὶς ὅμως ἁμαρτία. Δοκιμάσθηκε πραγματικά, ὄχι διότι ἐνοχλεῖτο ἀπὸ πάθη ἁμαρτωλὰ καὶ εἶχε ἀμφιταλάντευση θελήματος καὶ κακῶν λογισμῶν καὶ ἐπιθυμιῶν (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἀλλὰ μόνο στὸ χῶρο τῶν ἀδιαβλήτων τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του παθῶν. Ὅταν, λ.χ., λίγο πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, ἀπωθοῦσε μὲ ἱκεσία πρὸς τὸν Πατέρα του τὸ πικρὸ ποτήρι τοῦ θανάτου («πάτερ μου, εἰ δυνατὸν ἔστιν, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» Ματθ. 26, 39), δοκιμασία ατ το Κυρίου ταν πραγματική, φειλόμενη στ φυσικ ποτροπιασμ τς ψυχς νώπιον τῆς φρικαλεότητας το θανάτου. Ἢ ὅταν στὴν ἔρημο, μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία του, πείνασε, ἡ πείνα ἦταν πραγματική, τὴν ὁποίαν ἐκμεταλλεύτηκε ὁ διάβολος, γιὰ νὰ πειράσει καὶ νὰ ὑποσκελίσει τὸν Ἰησοῦν. Τὰ παραδείγματα μποροῦν νὰ πολλαπλασιασθοῦν. Ἔχουμε, λοιπόν, πειρασμοὺς ἐξωτερικοὺς μέν, πλὴν ὅμως πραγματικούς, τοὺς ὁποίους ὁ Σωτήρας εὐχερῶς ἀπέκρουε καὶ κατανικοῦσε. Ἄλλωστε εἶναι δίδαγμα πατερικὸ καὶ τὸ ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἄφηνε σὲ ὁρισμένες στιγμὲς γυμνὴ καὶ ἔκθετη τὴν ἀνθρώπινη φύση του, γιὰ νὰ παλέψει μόνη της τὸν σατανᾶ, στε νίκη κατ το πειρασμο, πο λλοτε εχε νικήσει τν νθρωπο (δάμ), ν προέλθει π τν νθρωπο, ν εναι δηλαδ νίκη δίκαιη κα πραγματική. Διότι, ἂν ὁ Θεὸς μόνος του νικοῦσε τὸ διάβολο, θὰ μειωνόταν σημαντικὰ ἡ νίκη αὐτὴ καὶ ὁ διάβολος θὰ εἶχε κάποια δικαιολογία γιὰ τὴν ἥττα του, ὅτι δηλαδὴ νικήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπο. Διὰ τῶν παθημάτων καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν τελειώσεώς του εἰς ὑπακοὴν ὁ Χριστὸς ἔγινε αἴτιος σωτηρίας δι’ ὅλους τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτὸν ἀνθρώπους (Ἑβρ. 5, 7-9). Οἱ πειρασμοὶ ἑπομένως τοῦ Κυρίου δὲν ἦσαν πειρασμοὶ ἠθικοί, ἐξυπακούοντες τὴ δυνατότητα ἁμαρτίας καὶ πτώσεως τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον φυσικοὶ καὶ δοκιμασίες τοῦ Κυρίου στὸ χῶρο τῶν ἀδιαβλήτων τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του παθῶν, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Σωτήρας, ἀγωνιζόμενος καὶ προκόπτων εἰς ὑπακοή, ἔγινε πρότυπο μιμήσεως καὶ αἴτιος σωτηρίας διὰ τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτό.
.                     Κατακλείοντας σὰν συμπέρασμα παρατηροῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔφερε καὶ τὴν ἐμπειρικὴ καὶ τὴν ὀντολογικὴ ἀναμαρτησία. Δὲν ἁμάρτησε, ἀλλ’ οὔτε μποροῦσε ν’ ἁμαρτήσει.

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-2 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) «Οἱ ὑλιστές: Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους –τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ.– προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους»

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
–2–

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου
Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ Z´ Λουκᾶ
(
Λουκ. η´ 41-56)
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες
Ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 13-40.

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-1 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

.             «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲν πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ» (Λουκ. η´ 45,46). Γιατί ρώτησε ὁ Κύριος, ἀφοῦ γνώριζε ποιὰ ἦταν αὐτὴ ποὺ τὸν ἄγγιξε, ἀλλὰ καὶ πῶς δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ρώτησε, ἀφοῦ δὲν ἤξεραν; Γιὰ νὰ φανερώσει τὴν πίστη τῆς γυναίκας ποὺ θεραπεύτηκε, νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσει μία καὶ καλὴ τόσο στὴν ἴδια ὅσο καὶ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ γιὰ ν’ ἀποκαλύψει τὴ θεϊκὴ δύναμή Του σὲ κείνους ποὺ ἦταν μπροστά, καθὼς καὶ σ’ ἐμᾶς.
.             Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ δέχεται κάθε θεϊκὸ δῶρο μὲ εὐχαριστία κι εὐγνωμοσύνη. Ὁ Κύριος θέλησε νὰ δώσει ἔμφαση στὴν πίστη τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πὼς ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς κάθε καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι ἀλήθεια πὼς μὲ τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Του ὁ Θεός, συχνὰ κάνει τὸ καλὸ στοὺς ἀνθρώπους χωρὶς προαπαιτούμενο τὴν πίστη τους. Ὅταν ὅμως ζητάει τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων, δίνει ἔμφαση στὴν ὀντότητά τους, ὡς ἐλευθέρων καὶ λογικῶν πλασμάτων. Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι ἐλεύθερος καὶ λογικὸς ὁ ἄνθρωπος ἄν, ἀπὸ τὴν πλευρά του, δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχτεῖ τὴ σωτηρία του; Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ ἐλάχιστο ποὺ μπορεῖ νὰ ζητήσει: πίστη στὸ ζωντανὸ Θεό, στὴν ἀγάπη Του, στὴ διαρκῆ ἑτοιμότητά Του νὰ δώσει καὶ νὰ κάνει στοὺς ἀνθρώπους ὅλα ὅσα συντελοῦν στὸ καλό του.
.             Μὲ τὴ διακήρυξη τῆς πίστης τῆς γυναίκας αὐτῆς ὅμως, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐνισχύσει καὶ τὴν πίστη τοῦ Ἰαείρου. Νὰ τοῦ δείξει πὼς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο ν’ ἀπαιτήσει ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ πάει στὸ σπίτι του γιὰ ν’ ἀγγίξει μὲ τὸ χέρι Του τὸ νεκρὸ κορίτσι. Ἔχει τὴ δύναμη νὰ θεραπεύσει μὲ πολλοὺς τρόπους κι ὄχι μόνο μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χεριῶν. Μπορεῖ νὰ θεραπεύσει μὲ τὰ ροῦχα Του ὅπως καὶ μὲ τὰ χέρια Του, ἀπὸ ἀπόσταση σὰν νὰ βρίσκεται κοντά, ἀπὸ τὸ δρόμο ὅπως καὶ μέσα στὸ σπίτι.
.             Ὁ Κύριος θέλει νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὴ θεϊκή Του δύναμη, δὲν ἐπιδιώκει τὸν ἔπαινό τους. Οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἐντελῶς μάταιοι, ἕνα τίποτα. Ἤθελε ὅμως νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια οἱ ἄνθρωποι, νὰ κάνουν χρήση τῆς ἀλήθειας. Κι ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς κάθε ἀγαθό, ποὺ δέχονται οἱ ἄνθρωποι, ἔρχεται ἀπευθείας ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ δὲν θεράπευσε τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα χωρὶς τὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς τὴν ἄμεση δύναμη ποὺ πήγαζε ἀπ’ Αὐτόν. Εἶναι ἡ ἴδια ζωντανὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ποὺ θαυματουργεῖ στὸν πιστὸ ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ τὶς εἰκόνες. Ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν ἔχει τίποτα μαγικό. Κανένα δημιούργημα δὲν μπορεῖ μὲ μόνη τὴ δύναμή του νὰ κάνει ὁποιοδήποτε καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζει ὁ Θεὸς τὴ θεϊκὴ δύναμη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν Ἴδιο.
.             Αὐτὸ γίνεται μὲ ὅλα τὰ ἐγκόσμια μέσα θεραπείας, αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὰ μεταλλικὰ νερά. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὰ γιατρικὰ καὶ τὰ μεταλλικὰ νερὰ περισσότερο, ἀπ’ ὅσο ἀπέχει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὰ ἱμάτιά Του. Ὅποιος χρησιμοποιεῖ φάρμακα καὶ μεταλλικὰ νερὰ μὲ τέτοια πίστη καὶ τέτοια συστολή, φόβο καὶ σεβασμό, ποὺ εἶχε κι ἡ γυναίκα αὐτὴ ὅταν ἄγγιζε τὰ ροῦχα τοῦ Χριστοῦ, θὰ θεραπευτεῖ. Ὅποιος ὅμως χρησιμοποιεῖ φάρμακα καὶ μεταλλικὰ νερὰ χωρὶς Θεό, ἢ ἀκόμα περισσότερο ἀντίθετα στὸν Θεό, σπάνια θεραπεύεται. Ἂν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς θεραπεύεται, δέχεται τὴ θεραπεία του ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ γνωρίσει καὶ νὰ ὁμολογήσει κάποια στιγμὴ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν δοξάσει. Ὁ Χριστὸς θεράπευσε τὸν δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα χωρὶς ἐκεῖνος νὰ διαθέτει τὴν πίστη αὐτή, χωρὶς νὰ τὴν ὁμολογεῖ. Γιὰ νὰ γίνει γνωστὸ γιὰ ποιὸ λόγο τὸν θεράπευσε ὅμως, τοῦ εἶπε: «ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ ἀναγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ Κύριος πεποίηκε καὶ ἠλέησέ σὲ» (Μάρκ. ε´ 19).
.             Πολλοὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸ Χριστὸ τὸν ἄγγιζαν, δὲν ἔλαβαν ὅμως τὴ θεραπεία ποὺ δέχτηκε ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, γιατί αὐτὴ τὸν ἄγγιξε μὲ πίστη καὶ φόβο. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σήμερα σὲ πολλοὺς ποὺ προσκυνοῦν χωρὶς πίστη καὶ φόβο τὶς εἰκόνες, τὰ λείψανα τῶν ἁγίων, τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως γινόταν καὶ μὲ τὸ μεγάλο πλῆθος μὲ τὰ περίεργα μυαλὰ καὶ τὶς παγωμένες καρδιὲς ποὺ ἄγγιζαν τὸν Χριστό. Μὲ τοὺς ἀληθινοὺς πιστοὺς ὅμως γίνεται αὐτὸ ποὺ ἔγινε μὲ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, ποὺ θεραπεύτηκε. Ὅποιος ἔχει μάτια, ἂς δεῖ. Ὅποιος ἔχει αὐτιά, ἂς ἀκούσει!
.                 «Ἰδοῦσα δὲν ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. η´ 47,48). Ἡ γυναίκα ἔνιωσε ἀπὸ τὴ φωνὴ καὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, πὼς Ἐκεῖνος γνώριζε τὸ μυστικό της, πὼς ἡ ἴδια δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ τὸ κρύψει. Ἔτρεμε ἀπὸ φόβο καὶ στάθηκε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μ’ Ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὶς πιὸ καλοκρυμμένες πράξεις τῶν ἀνθρώπων, τὰ πιὸ μύχια μυστικὰ ποὺ κρύβουν στὴν καρδιά τους. Εἶχε νιώσει τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, τὴ θαυματουργικὴ θεραπευτικὴ δύναμή Του, γι’ αὐτὸ κι ἔτρεμε ἀπὸ φόβο μπροστά Του. Τώρα ὅμως ποὺ ἄκουσε πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς γνώριζε τὸ βαθὺ μυστικό της, ὁ φόβος μπροστὰ στὸν παντογνώστη διπλασιάστηκε. Μαζὶ μὲ τὴν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τῆς φανερώθηκε κι ἡ πανσοφία Του. Προχώρησε μπροστὰ καὶ τὰ ὁμολόγησε ὅλα. Ἡ ντροπή της μεταβλήθηκε σὲ φόβο. Ἡ ντροπὴ γιὰ τὴν ἀρρώστια της ἐξαφανίστηκε, ἀφοῦ θεραπεύτηκε. Στὴ θέση τῆς ντροπῆς ἦρθε τώρα ὁ φόβος μπροστὰ στὴν παντοδυναμία καὶ τὴν πανσοφία Του.
.               Τὴν εἶδε ἔτσι φοβισμένη ὁ στοργικὸς Κύριος καὶ τὴν παρηγόρησε μὲ τὰ πατρικά Του λόγια: θάρσει, θύγατερ! Ὑπάρχει ἆραγε πιὸ γλυκιὰ παρηγοριὰ στὸν κόσμο, ἀπὸ τὸ ν’ ἀκούσει κανεὶς τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ τὸν ἀθάνατο Βασιλιὰ καὶ Κύριο; Τῆς δίνει θάρρος, τὴν ὀνομάζει «θυγατέρα» Του. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὸ καὶ διαρκὲς θάρρος, ἔξω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ ἀφοβία, ἂν δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ Θεό. δὲν γνωρίζει τίποτα ἀπὸ παρηγοριὰ καὶ συμπάθεια, ὡσότου γνωρίσει κι ὁμολογήσει τὸ Θεὸ ὡς Πατέρα του καὶ τὸν ἴδιο ὡς παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει τὰ λόγια αὐτὰ μέσα του, ὡσότου ἀνακαινιστεῖ κι ἀναγεννηθεῖ πνευματικά. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἔδειξε πὼς ἀναγεννήθηκε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Σωματικά, ἐπειδὴ τὸ μισοπεθαμένο σῶμα της γιατρεύτηκε, ἀναζωογονήθηκε. Πνευματικά, ἐπειδὴ γνώρισε κι ἔνιωσε τὴν παντοδυναμία καὶ πανσοφία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.                 Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Αὐτὰ εἶναι λόγια διδαχῆς, ἀλλὰ καὶ θάρρους. Ἂν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν εἶχε φανερώσει τὴν ταπείνωσή Του μὲ τὸ νὰ νηστέψει καὶ νὰ πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του· ἂν τὴ δύναμή Του δὲν τὴν εἶχε ἀποδώσει στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του, κι ἂν τὴ δόξα Του δὲν τὴν εἶχε μοιραστεῖ μὲ ἀνθρώπους, ἀποδίδοντας τὰ δικά Του σ’ ἐκείνους, τότε σίγουρα ἡ γῆ θὰ ἔτρεμε συνέχεια σὲ κάθε βηματισμό Του· σὲ κάθε λόγο Τοῦ ὁ κόσμος ὁλόκληρος θὰ φλεγόταν. Ποιὸς θὰ τολμοῦσε νὰ τὸν κοιτάξει κατάματα; Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ καθήσει δίπλα Του καὶ νὰ τὸν ἀγγίξει; Ποιός θὰ μποροῦσε ν’ ἀκούσει τὸ λόγο Του καὶ νὰ μὴ διαλυθεῖ, νὰ ἐξαφανιστεῖ; Ὁ Κύριος ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἀδελφὸς μὲ ἀδελφό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ταπεινώθηκε τόσο πολύ. Γι’ αὐτὸ ἔδινε κουράγιο στοὺς ἀνθρώπους σὲ κάθε τους βῆμα. Γι’ αὐτὸ κι ἀπέδιδε ὅλα τὰ ἔργα Του στὴν πίστη τους.
.             Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος τελείωνε μὲ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, ἡ κατάσταση τοῦ Ἰαείρου εἶχε χειροτερέψει. «Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται» (Λουκ. η´ 49, 50). Γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ πὼς ἡ κόρη τοῦ Ἰαείρου δὲν εἶχε πεθάνει, ὅταν ἐκεῖνος κάλεσε τὸν Χριστὸ στὸ σπίτι του. Βρισκόταν στὴ νεκρικὴ κλίνη της, ἔπνεε «τὰ λοίσθια», γι’ αὐτὸ καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ὀνομάσουν νεκρή.
.             Μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ Χριστὸς ἦταν γνωστὸς ὡς Διδάσκαλος. Τὸν ὀνόμαζαν ἔτσι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔνιωθαν τὴν ἀπεριόριστη δύναμή Του. Προσέξτε ὅμως πόσο πράος καὶ σπλαχνικὸς ἦταν ὁ Κύριος! Προτοῦ ὁ ἄρχοντας Ἰάειρος ξεσπάσει σὲ δάκρυα κι ἐκφράσει τὸν πατρικό του πόνο, Ἐκεῖνος τὸν στήριξε μὲ λόγια παρηγορητικὰ κι ἐνθαρρυντικά: Μὴ φοβοῦ! Αὐτὸ βέβαια δὲν ἀλλάζει μὲ τίποτα τὴν κατάσταση. Μισοπεθαμένο ἢ πεθαμένο τὸ κορίτσι, δὲν ἔχει διαφορά. Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ πάρει ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἀπέμενε στὸ δύστυχο πατέρα ἦταν ν’ ἀκολουθήσει αὐτὰ ποὺ τοῦ ἔλεγε ὁ Κύριος, τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ κάνει ἦταν τὸ μόνον πίστευε! Εἶδες πρίν, ἀπὸ τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα, τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ μία μόνο σκέψη μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν αἱμορραγία της, ποὺ τὴν ταλαιπωροῦσε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, μπορεῖ νὰ ἑνώσει ξανὰ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα τῆς κόρης σου. Ἐσὺ νὰ πιστεύεις μόνο καὶ σωθήσεται!
.             «Ἐλθὼν δὲν εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα» (Λουκ. η´ 51). Πέντε μάρτυρες εἶναι ἀρκετοί. Δύο μάρτυρες δὲν φτάνουν στὰ ἐγκόσμια δικαστήρια, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο; Πῆρε μαζί Του τρεῖς μαθητές Του, ἐκείνους ποὺ ἀργότερα θὰ μαρτυροῦσαν τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωσή Του στὸ Θαβὼρ καὶ τὴν προσευχὴ τῆς ἀγωνίας Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Πῆρε ἐκείνους ποὺ τότε ἦταν πιὸ ὥριμοι πνευματικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐννιά, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν τὸ βαθύτερο μυστήριο τῆς δύναμης καὶ τῆς ὕπαρξής Του. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ μαθητὲς θὰ ἔβλεπαν τὴν πρώτη ἀνάσταση νεκροῦ ποὺ θὰ κατόρθωνε μὲ τὴ δύναμή Του ὁ Κύριος καὶ στὴ συνέχεια θὰ τὸ διηγοῦνταν στοὺς συντρόφους τους, διδάσκοντάς τους ἔτσι νά ᾽χουν καὶ κεῖνοι πίστη. Ἀργότερα ποὺ ὁ Κύριος θ’ ἀνάσταινε τὸ γιὸ τῆς χήρας στὴ Ναΐν καὶ τὸ Λάζαρο, θὰ παρευρίσκονταν ὅλοι οἱ μαθητές. Εἶναι προφανὲς γιατί πῆρε καὶ τοὺς γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ μαζί Του. Ἡ νεκρὴ κόρη τους θὰ βοηθοῦσε στὴν ἀνάσταση τῶν ψυχῶν τους. Ποιὸς θά ᾽χε τὸ δικαίωμα νὰ βοηθηθεῖ ἀπὸ τὴν κόρη, περισσότερο ἀπὸ τοὺς γονεῖς της;
.             Μπῆκε στὸ σπίτι ὁ Κύριος κι ἡ σκέψη Του ἦταν σὲ κείνους ποὺ ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν τὸ νεκρὸ κορίτσι. «Ἔκλαιον δὲν πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν, ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει· καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν» (Λουκ. η´ 52, 53). Ὁ Ματθαῖος κι ὁ Μάρκος δίνουν μεγαλύτερη ἔμφαση στὴ σκηνὴ αὐτή. Γράφουν πὼς εἶχαν κληθεῖ ἀπὸ τὴ γειτονιὰ μουσικοὶ καὶ ἐπαγγελματίες θρηνωδοί. Αὐτὸ ἦταν ἔθιμο στοὺς πλούσιους Ἰουδαίους, ὅπως καὶ στοὺς εἰδωλολάτρες. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔκλαιγαν, θορυβοῦσαν καὶ μοιρολογοῦσαν (βλ. Μάρκ. ε´ 38). Ὁ Ἰάειρος ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ σπουδαίους, ἂν ὄχι ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος τοῦ τόπου. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μισθωμένους μουσικοὺς καὶ θρηνωδοῦς, πρέπει νὰ παρευρίσκονταν στὸ σπίτι του καὶ πολλοὶ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γείτονες, ποὺ ἔκλαιγαν πραγματικὰ τὸ κορίτσι ποὺ ἔφυγε πρόωρα.
.             Γιατί εἶπε στοὺς ἀνθρώπους ὁ Κύριος, πὼς οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει; Ἤξερε καλὰ πὼς εἶχε πεθάνει. Πρῶτα, λοιπόν, τὸ εἶπε γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅλοι οἱ παριστάμενοι πὼς τὸ κορίτσι ἦταν πραγματικὰ πεθαμένο. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ βεβαιώσουν καλύτερα αὐτό, παρὰ μὲ τὸν περιφρονητικὸ καγχασμό τους, ἐπειδὴ ὁ Κύριος δὲν ἤξερε πὼς τὸ κορίτσι ἦταν νεκρό. Δεύτερο, γιὰ νὰ φανερώσει πὼς μπροστά Του ὁ θάνατος εἶχε χάσει τὴν ὀσμὴ καὶ τὴ δύναμή του στοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἦταν παρὰ ἁπλὰ ἕνα ὄνειρο. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐκμηδένιση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως δὲν εἶναι κι ὁ ὕπνος. Θάνατος εἶναι τὸ πέρασμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴν ἄλλη. Καὶ Κύριος τόσο αὐτῆς τῆς ζωῆς ὅσο καὶ τῆς ἄλλης εἶναι Ἕνας. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι στηριγμένος στὴ σωματικὴ ζωή, ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ αὐτὴ σημαίνει ἀναχώρηση ἀπὸ τὴ ζωὴ γενικά. Ὅταν ἕνα αὐτοκίνητο συντρίβεται στὸ δρόμο, μαζί του συντρίβονται κι οἱ ἐπιβάτες, δὲν γίνεται ἀλλιῶς, ὅπως σκέφτονται οἱ ἀνόητοι, οἱ αἰσθησιακοὶ ἄνθρωποι. Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ὅμως βλέπουν πὼς ὅταν ἕνα αὐτοκίνητο συντρίβεται, οἱ ἐπιβάτες βγαίνουν ἀπὸ τὰ συντρίμμια, τ’ ἀφήνουν ἐκεῖ καὶ συνεχίζουν τὸ ταξίδι τοὺς χωρὶς τ’ αὐτοκίνητο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔφτιαξε τόσο τὸ αὐτοκίνητο ὅσο καὶ τοὺς ἐπιβάτες δὲν μπορεῖ νὰ ἐπισκευάσει τὸ αὐτοκίνητο καὶ νὰ πεῖ στοὺς ἐπιβάτες νὰ ξαναμποῦν μέσα; Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν: τὸ ἀβοήθητο σῶμα θεραπεύεται καὶ ἡ ψυχὴ ξαναγυρίζει μέσα του.
.             Ὁ Κύριος σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν χρησιμοποίησε ὑπερβολή, ὅταν παρομοίασε τὸ θάνατο μὲ ὕπνο. Τὸ ἀπέδειξε αὐτὸ μὲ τὴν ἀνάστασή Του, μετὰ ἀπὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ τρεῖς μέρες στὸν τάφο, μὲ τὴν ἀνάσταση πολλῶν νεκρῶν τὴν ὥρα τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου, ἀλλὰ κι ἀργότερα, σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ὅταν νεκροὶ ξαναγύρισαν στὴ ζωὴ μὲ τὶς προσευχὲς ἁγίων καὶ θεάρεστων ἀνθρώπων. Κι ἐδῶ τὸ φανέρωσε μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου.
.             Ὅταν λοιπὸν ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μία ἐπαρκῆ ὁμάδα μαρτύρων, τί ἔκανε μετά; «Αὐτὸς δὲν ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου» (Λουκ. η´ 54). Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν γεμίσει πρὶν τὸ δωμάτιο ὅπου κείτονταν ἡ κόρη, εἶχαν πειστεῖ γιὰ τὸ θάνατό της κι ἑπομένως δὲν χρειάζονταν ἐκεῖ. Θ’ ἄκουγαν ἀργότερα γιὰ τὸ θαῦμα καὶ θὰ τὴν ἔβλεπαν ζωντανή. Τώρα ὁ Κύριος ἔπρεπε νὰ στηρίξει τὸν ἄρχοντα τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς τρεῖς μαθητές Του στὴν πίστη τους. Σκοπός Του σὲ κάθε θαῦμα ἦταν νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀποκάλυψη καὶ στὴ χαρά, μὲ τὴ σοφὴ πρόνοια ποὺ ἦταν ὁλοφάνερη μὲ κάθε λεπτομέρεια. Ἀρχικά τους ἔβγαλε ὅλους ἔξω κι ἔμειναν μέσα στὸ δωμάτιο οἱ ἑπτά: πέντε ζωντανοί, μία νεκρὴ κι ὁ Ζωοδότης. Δὲν εἶναι ἕνα μεγάλο μυστήριο αὐτό, ποῦ φανερώνει τὴν κρυμμένη ἢ μᾶλλον τὴν ἀποκαλυμμένη ψυχή; Ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πεθαίνει, ἐκεῖνος συνεχίζει νὰ ζεῖ μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις του μία ζωὴ σαρκική, ἄδεια, σὲ ἀπόγνωση. Ἁπλώνει τὰ χέρια του πρὸς κάθε κατεύθυνση ζητώντας βοήθεια. Αὐτοὶ εἶναι οἱ σημερινοὶ «ὑλιστές». Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους – τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ. – προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους. Ὅταν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς ὅμως, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γνωρίσει τὸ Χριστό, κράζει σ’ Ἐκεῖνον γιὰ βοήθεια. Ὁ Χριστὸς τότε προσεγγίζει τὴ νεκρὴ ψυχὴ καὶ τὴν ξαναφέρνει στὴ ζωή, πρὸς κατάπληξη καὶ θαυμασμὸ τοῦ ἐπιπόλαιου κι αἰσθησιακοῦ ἀνθρώπου. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀναφέρει τὰ ἴδια ἀκριβῶς λόγια ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἀραμαϊκή, καθὼς ἄγγιζε τὴν κόρη μὲ τὸ χέρι Του: «Ταβιθᾶ, κούμι!». Αὐτὸ σημαίνει τὸ ἴδιο ποὺ λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: ἡ παῖς, ἐγείρου!
.             Τί ἔγινε μὲ τὴ νεκρὴ κόρη, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶπε τὰ λόγια αὐτά; «Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν» (Λουκ. η´55). Νὰ λοιπὸν ποὺ ὁ θάνατος μοιάζει μὲ τὸν ὕπνο! Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς. Τὸ πνεῦμα της εἶχε ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ σῶμα, εἶχε πάει στὸν τόπο τὸν προορισμένο γιὰ τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν. Μὲ τὸ ἄγγιγμα καὶ τὰ λόγια Του ὁ Κύριος ἐδῶ ἔκανε δύο θαύματα: Πρῶτα θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ δεύτερο, ἔφερε ἀπὸ τὸ βασίλειο τῶν πνευμάτων τὸ πνεῦμα της καὶ τὸ ἔβαλε σ’ ἕνα ὑγιὲς σῶμα. Ἂν δὲν εἶχε θεραπεύσει τὸ σῶμα, τί καλὸ θὰ εἶχε προκύψει γιὰ τὴν κόρη, ἂν ξαναγύριζε τὸ πνεῦμα της σ’ ἕνα ἄρρωστο κορμί; Θὰ εἶχε ξαναγυρίσει στὴ ζωὴ ἄρρωστη, γιὰ νὰ πεθάνει ξανά. Τέτοια μισο-ἀνάσταση δὲν θά ᾽ταν ἐπαναφορὰ στὴ ζωή, ἀλλὰ στὰ βάσανα. Ὁ Κύριος δὲν δίνει μισὰ δῶρα, ἀλλ’ ὁλόκληρα. δὲν δίνει ἀτελῆ δῶρα, ἀλλὰ τέλεια. Δὲν ἔδωσε τὴν ὅραση στὸ ἕνα μάτι τοῦ τυφλοῦ, μὰ στὰ δύο. Δὲν ἔδωσε στὸ ἕνα αὐτὶ τὴν ἀκοὴ τοῦ κωφοῦ, ἀλλὰ καὶ στὰ δύο. Δὲν θεράπευσε τὸ ἕνα πόδι τοῦ παράλυτου, μὰ καὶ τὰ δύο. Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ἐδῶ. Ἀποκατέστησε τὸ πνεῦμα σ’ ἕνα ὑγιὲς σῶμα, ὄχι σὲ ἄρρωστο, ὥστε ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος νά ᾽ναι ὑγιής.
.             Μετὰ ὁ Κύριος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τῆς δώσουν νὰ φάει. Διέταξεν αὐτὴ δοθῆναι, φαγεῖν. Πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε ξανὰ πὼς τὸ κορίτσι δὲν ξαναγύρισε ἁπλὰ στὴ ζωή, ἀλλὰ ἀπόλυτα ὑγιές. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος γράφει πὼς «καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ κοράσιον καὶ περιεπάτει» (ε´ 42). Θά ᾽δινε ἔτσι τὴ μαρτυρία πὼς τὸ κορίτσι ἦταν ἐντελῶς καλὰ σωματικά. Τὸ ὅτι ἀναστήθηκε ἐντελῶς καλά, ἔπρεπε νὰ φανεῖ ὅσο πιὸ ξεκάθαρα γινόταν. Τὸ κορίτσι σηκώθηκε, περπάτησε κι ἔφαγε. Ὁ Κύριος γνώριζε μὲ τί ἄπιστο λαὸ εἶχε νὰ κάνει. Ἔτσι, μαζὶ μὲ τὰ θαύματα, φρόντιζε νὰ ὑπάρχουν καὶ ἀποδείξεις, ὥστε νὰ φανερωθεῖ πὼς τὸ θαῦμα ἦταν ἀπαραίτητο καὶ ὠφέλιμο στοὺς ἀνθρώπους. Ἔπειτα, ἔπρεπε ν’ ἀποδειχτεῖ πὼς μόνο Αὐτὸς μποροῦσε νὰ θαυματουργεῖ. Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος. Καὶ τρίτο, ὥστε τὸ θαῦμα νὰ ἔχει ἐπαρκῆ μαρτυρία καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ὡς ἀναμφισβήτητο γεγονός. Ἀλήθεια, πόσο καλὰ γνώριζε ὁ Κύριος αὐτὸ τὸ πονηρὸ καὶ ἄπιστο γένος τῶν ἀνθρώπων!
.             «Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς, ὁ δὲν παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονὸς» (Λουκ. η´ 56). Μὲ τὴν ἐντολή Του αὐτὴ ὁ Κύριος ἤθελε νὰ διδάξει τοὺς γονεῖς τοῦ κοριτσιοῦ ποὺ ἀνάστησε, πὼς πρῶτο καὶ κύριο μέλημά τους ἦταν νὰ εὐχαριστήσουν καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεό. Τὸ σπουδαῖο ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν ἦταν νὰ τρέξουν καὶ νὰ πληροφορήσουν τὸν κόσμο γιὰ τὸ θαῦμα, ἀλλὰ νὰ γονατίσουν μπροστὰ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν τὶς θερμές τους εὐχαριστίες. Τὸ θαῦμα θὰ διαδοθεῖ μόνο του, χωρὶς τὴ βοήθειά σας. Μὴ νοιάζεστε γι’ αὐτό. Δὲν εἶναι δική σας δουλειὰ τὴν ἱερὴ καὶ φοβερὴ αὐτὴ στιγμὴ νὰ ἐπικεντρωθεῖτε στὸ πὼς θὰ ἱκανοποιήσετε τὴν περιέργεια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ ἐκτελέσετε τὸ χρέος σας στὸν Θεό.

* * *

.             Μὲ τὴ θεραπεία τῆς αἱμορροούσας γυναίκας καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου, ὁ Κύριος συνέχισε τὸ ἔργο Του γιὰ τὴ θεραπεία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν κακὴ περιέργεια. Ἡ περιέργεια εἶναι πραγματικὰ ἕνα κακό. Χωρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴν πνίγει στὴ θάλασσα τῶν ἐφήμερων ὑποθέσεων καὶ τῶν κοσμικῶν πραγμάτων. Ἡ περιέργεια εἶναι ἕνα κακό, περισσότερο ἀπὸ κακό, γιατί πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖ στὸ σωματικὸ καὶ συχνὰ στὸν ψυχικὸ θάνατο. Πολλὲς ἁμαρτίες καὶ πάθη, σωματικὰ καὶ ψυχικά, ἔχουν τὶς ρίζες τους στὴν περιέργεια. Ὅπως μία ὄμορφη παπαρούνα κρύβει μέσα τῆς δηλητήριο, ἔτσι κι ἡ περιέργεια κρύβει μέσα τῆς ἕνα δυνατὸ δηλητήριο ποὺ καταστρέφει ψυχὴ καὶ σῶμα. Ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε τὸν κόσμο αὐτὸν γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν περιέργεια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τὶς ψυχές τους. Λέει ὁ Ἐκκλησιαστής: «Οὐ πλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν, καὶ οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάσεως» (α´ 8).
.             Ὁ Κύριος δὲν θεράπευσε τὴν αἱμορροοῦσα γυναίκα ἐπειδὴ ἄγγιξε τὰ ἱμάτιά Του ἀπὸ περιέργεια, ἀλλ’ ἐπειδή, στὸν πόνο καὶ τὴ δυστυχία της, ἔτρεξε νὰ τὸν ἀγγίξει μὲ πίστη. Μάταια οἱ περίεργοι περιμένουν θαῦμα ἀπὸ τὸν Θεό. δὲν θὰ τοὺς κάνει ποτὲ τὸ χατήρι. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ θαύματα γίνονται γιὰ νὰ καλύψουν κάποια ἀνθρώπινη ἀνάγκη, οἱ περίεργοι δὲν ἔχουν καμιὰ βοήθεια ἀπ’ αὐτά. Περισσότερη βοήθεια θὰ περιμένουν οἱ νεκροὶ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ, παρὰ οἱ περίεργοι. Μήπως ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς, ποὺ εἶναι ἱκανοποιημένοι μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ δὲν τὸν καλοῦν;
.             Μήπως ὁ Κύριος εἶναι λιγότερο σοφὸς ἀπὸ τοὺς γιατρούς, γιὰ νὰ γυρίζει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ καὶ νὰ κάνει ἐπίδειξη τῆς δύναμης καὶ τῶν ἱκανοτήτων Του; Γι’ αὐτό, ἄρχοντα Ἰάειρε, μὴ νοιάζεσαι ποιὸς θὰ διαδώσει τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης σου. Μὴ νοιάζεσαι ἀκόμα, ἁμαρτωλέ, ποιὸς θὰ διαδώσει τὸ θαῦμα τῆς ψυχικῆς καὶ σωματικῆς θεραπείας σου. Ὁ Θεὸς γνώριζε τὸ ἀσύρματο τηλέφωνο καὶ τὸν τηλέγραφο, προτοῦ ἀκόμα οἱ ἄνθρωποι μποροῦσαν ν’ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους καὶ χρησιμοποιήσουν τὴ γλῶσσα τους γιὰ νὰ πληροφορήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ τὶς νέες εἰδήσεις. Ὁ Κύριος γνωρίζει πιὸ ἀξιόπιστα καὶ τελειότερα μέσα γιὰ νὰ πληροφορήσει τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μάθουν ὅλα τὰ καλὰ νέα ποὺ μεταδίδονται ἀπὸ τὸ τηλέφωνο καὶ τὸν τηλέγραφο. Ὁ Δημιουργός τοῦ λόγου, τῆς γλώσσας καὶ τῆς ἀτμόσφαιρας ἔχει τὰ δικά Του μέσα ἐπικοινωνίας μὲ κάθε πλάσμα Του, τρόπους ποὺ πληρώνουν ὁλόκληρο τὸ διάστημα, κάθε χρονικὴ στιγμή.
.           Νὰ μνημονεύετε τὸ χρέος σας στὸν Θεό, τὸ χορηγὸ κάθε «δόσης ἀγαθῆς». Μὴν ὀλιγωρήσετε νὰ προσφέρετε προσευχὲς εὐχαριστίας καὶ ὑπακοῆς στὸ θεϊκό Του θέλημα. Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-1 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
–1–

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου
Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ Z´ Λουκᾶ
(
Λουκ. η´ 41-56)
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες
Ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 13-40.

.               Ὅταν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πέφτουν σ’ ἕνα βράχο, τὸν κάνουν νὰ λάμπει. Ὅταν ἡ φλόγα ἀγγίξει ἕνα ἄκαφτο κερί, τὸ ἀνάβει. Ὅταν ὁ μαγνήτης ἀγγίξει ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο, τὸ μαγνητίζει. Ὅταν τὸ ἠλεκτροφόρο καλώδιο ἀγγίξει ἕνα συνηθισμένο σύρμα, καὶ τὰ δύο τους ἠλεκτρίζονται.
.               Ὅλες αὐτὲς οἱ φυσικὲς ἐνέργειες δὲν εἶναι παρὰ εἰκόνες ἢ πνευματικὰ φαινόμενα. Ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, εἶναι ἁπλὰ ἡ εἰκόνα ὅσων γίνονται στὸν ἐσωτερικό. Ὁλόκληρη ἡ ἐφήμερη φύση εἶναι σὰν ἕνα ὄνειρο, σὲ σχέση μὲ τὴν ἐσωτερικὴ πραγματικότητα, σὰν ἕνα παραμύθι, ὅταν μιλᾶμε μὲ ὅρους αἰώνιας ζωῆς.
.               Ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα τοῦ σώματος. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς ψυχῆς. Ὅταν ὁ Θεὸς ἀγγίζει τὴν ψυχή, τὴν ζωοποιεῖ, τῆς μεταδίδει τὴν δράση. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀγγίζει τὸ σῶμα, κάνει τὸ ἴδιο. Τὸ σῶμα λαβαίνει φῶς, ζεσταίνεται, δέχεται μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση ἀπὸ τὴν ψυχή. Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ὂλ’ αὐτὰ χάνονται, ἐξαφανίζονται. Ἡ ψυχὴ δέχεται ἀπὸ τὸ Θεὸ ἕναν εἰδικὸ φωτισμό, θέρμη, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμό, δράση, ἀκοὴ καὶ κίνηση. Κι ὅλ’ αὐτὰ χάνονται, ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ Θεό.
.               Ὑπάρχει ἆραγε ἄνθρωπος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο πού, ὅταν ἀγγίζει μία νεκρὴ ψυχή, τὴν ἐπαναφέρει στὴ ζωή, τῆς μεταδίδει φῶς καὶ θερμότητα, μαγνητισμὸ καὶ ἠλεκτρισμὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς; Ὑπάρχει ἆραγε κάποιος σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ὅταν ἄγγιξε ἕνα νεκρὸ σῶμα τὸ ἔκανε νὰ σηκωθεῖ, νὰ μιλήσει καὶ νὰ περπατήσει; Σίγουρα πρέπει νά ᾽χει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνήτης κι ὁ ἠλεκτρισμὸς κι ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο, θὰ ἦταν ἡ φαντασία κάποιου ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἡ σκιὰ κάποιου ἀνύπαρκτου ὄντος, ἕνα ὄνειρο, μακριὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Πρέπει νὰ ἔχει ὑπάρξει. Διαφορετικὰ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ γῆ. Ἐμφανίστηκε γιὰ νὰ παρουσιάσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν πραγματικότητα· πὼς ἡ φύση ὁλόκληρη, μὲ ὅλα ὅσα συμβαίνουν μέσα της, δὲν εἶναι παρὰ μία εἰκόνα, ἕνα ὄνειρο, ἕνα παραμύθι. Ὁ Κύριος ἦρθε γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ἀλήθεια ὅσων φανερώνουν ὁ ἥλιος κι ἡ γῆ, ὁ χειμώνας κι ἡ ἄνοιξη, ὁ μαγνητισμὸς κι ὁ ἠλεκτρισμός, ἡ φύση ὁλόκληρη. Ἡ φύση ποὺ δημιουργήθηκε καὶ τοποθετήθηκε μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν ἕνα ἀνοιχτὸ βιβλίο, ποὺ ὅμως αὐτὸς δὲν μπόρεσε ἀκόμα νὰ τὸ διαβάσει σωστά.
.               Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πύρινη στήλη στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἀπὸ Ἐκεῖνον οἱ νεκρὲς ψυχὲς παίρνουν ζωὴ καὶ θερμότητα, κίνηση καὶ ὀμορφιά. Εἶναι τὸ Δέντρο τῆς Ζωῆς, ποὺ ὅταν ἀγγίζει τὰ νεκρὰ σώματα τοὺς μεταδίδει ζωή, τ’ ἀνασταίνει, τοὺς δίνει κίνηση καὶ λόγο. Εἶναι τὸ ἁγνὸ καὶ εὐωδιαστὸ θεραπευτικὸ βάλσαμο, ποὺ ὅταν τὸ ἀγγίζουν οἱ τυφλοὶ ξαναβρίσκουν τὸ φῶς, οἱ κουφοὶ τὴν ἀκοή τους, οἱ παράλυτοι τὴν κίνηση, οἱ ἄλαλοι τὴ λαλιά τους, οἱ παράφρονες τὴ λογική τους, οἱ λεπροὶ καθαρίζονται, κάθε ἀρρώστια θεραπεύεται.

* * *

.               Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει ἕνα ἀκόμα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβουμε πώς, ὅταν κάποιος ἔρχεται σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, ἂν εἶναι ἄρρωστος, θεραπεύεται κι ἂν εἶναι νεκρός, ἀνασταίνεται. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ λοιπόν, «ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεςὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν» (Λουκ. η´ 41, 42). Γιὰ ποιόν καιρὸ μᾶς μιλάει ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστής; Πότε ἔγιναν αὐτά; Τότε ποὺ ὁ Κύριος διέσχισε τὴ λίμνη καὶ γύρισε μὲ τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, τότε ποὺ θεράπευσε τοὺς δύο δαιμονισμένους καὶ νωρίτερα εἶχε γαληνέψει τὴν καταιγίδα στὴ λίμνη. Ἀφοῦ εἶχε κάνει τὰ δύο μεγάλα αὐτὰ θαύματα, τὸν καλοῦν τώρα νὰ κάνει ἕνα τρίτο. Ν’ ἀναστήσει ἕνα νεκρό. Κι ὅλ’ αὐτὰ μέσα σὲ πολὺ περιορισμένο χρόνο, λὲς καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσα περισσότερα καλὰ μποροῦσε στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ζοῦσε στὴ γῆ, καὶ νὰ μᾶς δώσει ἔτσι παράδειγμα πὼς πρέπει νὰ βιαζόμαστε νὰ κάνουμε τὸ καλό, πὼς πρέπει νὰ περπατᾶμε ὅσο ἔχουμε τὸ φῶς (πρβλ. Ἰωάν. ιβ´ 35).
.               Ἂν καὶ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα δὲν φαίνονται νὰ μοιάζουν μεταξύ τους, ὅλα ἔχουν ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικό. Ὅλα ἀποκαλύπτουν τὴν κυριαρχικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ – τὴν κυριαρχία Του στὴ φύση, στοὺς δαίμονες καὶ στὸν θάνατο, στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι δύσκολο νὰ πεῖ κανεὶς ποιὸ ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ θαύματα εἶναι πιὸ φοβερὸ καὶ πιὸ συγκλονιστικό. Τί εἶναι πιὸ δύσκολο: νὰ τιθασσεύσεις τὴν καταιγίδα σὲ θάλασσα καὶ ἀέρα, νὰ θεραπεύσεις τοὺς ἀνίατα δαιμονισμένους ἢ ν’ ἀναστήσεις νεκρό; γιὰ ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο καὶ τὰ τρία αὐτὰ εἶναι ἐξ ἴσου δύσκολα. Γιὰ τὸν Χριστὸ ὅμως εἶναι καὶ τὰ τρία ἐξ ἴσου εὔκολα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμβαθύνει στὸ καθένα ἀπὸ τὰ τρία θαύματα, ἡ ψυχή του τρέμει, γιατί βλέπει τὴ μεγαλοσύνη καὶ τὴν παντοδυναμία τῆς πνοῆς, ποὺ ἐν ἀρχῇ, δημιούργησε τὸν κόσμο. «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός…καὶ ἐγένετο οὕτως» (Γέν. α´ 11).
.             Ὁ Ματθαῖος ὀνομάζει ἄρχοντα τὸν Ἰάειρο. Τί εἴδους ἄρχοντας ἦταν τὸ ἐξηγοῦν ὁ Μάρκος κι ὁ Λουκᾶς: Ἦταν ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, ὅπου ρυθμίζονται τὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐθνικὰ θέματα. Τὸ μονάκριβο παιδί του βρισκόταν στὸ νεκροκρέββατο. Αὐτὸ ἦταν κάτι τρομερὸ γι’ αὐτὸν πού, ὅπως κι οἱ ἄλλοι Ἰουδαῖοι, εἶχαν μία ἀμυδρὴ κι ἀκαθόριστη πίστη στὴ μετὰ θάνατον ζωή. Γιὰ ἕναν ἄνθρωπο τῆς ἐξουσίας αὐτὸ ἦταν διπλὸ χτύπημα: πρῶτο ἦταν ἡ θλίψη του ὡς γονιοῦ καὶ δεύτερο τὸ αἴσθημα ντροπῆς καὶ ταπείνωσης μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, καθὼς τέτοια φοβερὴ ἀπώλεια φαινόταν σὰν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἀπόγνωσή του ἦρθε στὸ Χριστὸ «καὶ πεςὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ’ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρα σου ἐπ’ αὐτὴν καὶ ζήσεται» (Ματθ. θ´ 18).
.             Γιατί γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πῶς ἡ κόρη τοῦ ἄρχοντα «ἀπέθνησκεν», ἐνῶ ὁ Ματθαῖος γράφει πὼς «ἄρτι ἐτελεύτησεν»; Ὁ Λουκᾶς περιγράφει τὸ περιστατικὸ ὅπως ἔγινε, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος μεταφέρει τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ἱκέτη. Δὲν συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑπερβάλουν τὴ δυστυχία τους; Ἡ ὑπερβολὴ προέρχεται πρῶτα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν ἡ δυστυχία ἔρχεται ξαφνικά, ἀναπάντεχα, φαίνεται πολὺ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅ,τι πραγματικὰ εἶναι. Δεύτερο, ἐπειδὴ ἐκεῖνος, ποὺ ζητάει βοήθεια, γενικὰ παρουσιάζει τὸ πρόβλημά του μεγαλύτερο ἀπ’ ὅ,τι εἶναι πραγματικά, ὥστε νὰ λάβει τὴ βοήθεια ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα. Ὅταν καίγεται ἕνα σπίτι, δὲν ἀκοῦμε συχνά: «Τρέξτε, βοηθῆστε, τὸ σπίτι μου κατακάηκε»; Τὸ σπίτι βέβαια δὲν ἔχει κατακαεῖ, καίγεται. Τὸ ὅτι τὸ κορίτσι δὲν εἶχε πεθάνει ἀκόμα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ πατέρας του μιλοῦσε στὸν Κύριο, θὰ τ’ ἀκούσουμε λίγο ἀργότερα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Ἰάειρου.
.             Μ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰάειρος αὐτὸς εἶχε κάποια πίστη στὸν Χριστό, αὐτὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ κείνην τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ τελευταῖος ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ μὴν πάει στὸ σπίτι του, ἐπειδὴ ἦταν ἁμαρτωλός, ἀρκοῦσε νὰ πεῖ ἕνα λόγο: «μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η´ 8). Ὁ Ἰάειρος κάλεσε τὸν Κύριο στὸ σπίτι του, γιὰ ν’ ἀκουμπήσει τὸ χέρι Του στὴ νεκρὴ θυγατέρα του. Ἡ πίστη του εἶχε καὶ κάτι ὑλικὸ μέσα της. Ἐπίθες τὴν χείρα σου ἐπ’ αὐτήν! Ὁ Ἰάειρος ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο ἕνα χειροπιαστὸ τρόπο θεραπείας. Λὲς κι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶχε λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὸ χέρι Του! Λὲς κι ἡ φωνὴ ποὺ γαλήνευε τὰ κύματα καὶ τὴν καταιγίδα, ποὺ ἔβγαζε τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους κι ἀργότερα ἀνάστησε τὸ Λάζαρο, τέσσερις μέρες μετὰ τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφή του, δὲν μποροῦσε ν’ ἀναστήσει τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου! Ὁ Κύριος ἦταν πολὺ φιλεύσπλαχνος. Δὲν θ’ ἀρνιόταν τὴ βοήθειά Του πρὸς τὸ θλιμμένο πατέρα, ἐπειδὴ ἡ πίστη του δὲν ἦταν τέλεια. Ἔτσι ξεκίνησε ἀμέσως γιὰ νὰ βοηθήσει.
.             Στὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ἰάειρου ἔγινε κι ἕνα θαῦμα σὲ μία γυναίκα ποὺ εἶχε πολὺ μεγαλύτερη πίστη ἀπὸ τὸν Ἰάειρο. Κι αὐτὸ βοήθησε τὸν Ἰάειρο, τὸν ἔπεισε πὼς ὁλόκληρος ὁ Χριστὸς ἔχει θαυματουργικὴ δύναμη, ὄχι μόνο τὰ χέρια Του. Μ’ ὁποιοδήποτε τρόπο κι ἂν ἔρθει κανεὶς σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν παντοδύναμο Χριστό, θεραπεύεται. Αὐτὸ εἶναι πηγὴ θάρρους σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστὸ μὲ τὸν ἕνα τρόπο, μποροῦν ὅμως μὲ κάποιον ἄλλο. Ὁ Κύριος ἅπλωσε τὰ χέρια Του στὸ σταυρὸ γιὰ ν’ ἀγκαλιάσει ὅλους ἐκείνους ποὺ προστρέχουν κοντά Του, ἀπὸ ὅποια πλευρὰ κι ἂν ἔρχονται.
.             Προσέξτε τώρα τί ἔγινε ὅταν ὁ Χριστὸς πορεύτηκε μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ἰάειρου. «Ἐν δὲν τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν, καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἤψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» (Λουκ. η´ 42-44). Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς πάτησε τὸ πόδι Του στὴ στεριά, ἐρχόμενος ἀπὸ τὰ Γάδαρα, συνοδευόταν ἀπὸ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀνθρώπων. «Συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ’ αὐτόν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος (ε´ 21). Ὅλοι ἤθελαν νὰ βρεθοῦν κοντά Του, ν’ ἀκούσουν τὰ σπάνια λόγια Του καὶ νὰ δοῦν τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του. Μερικοὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ πείνα καὶ δίψα πνευματικὴ κι ἄλλοι ἀπὸ περιέργεια. Μέσα στὸ πλῆθος βρισκόταν κι ἡ ἄρρωστη γυναίκα, ἄρρωστη ἀπὸ μία ἀκάθαρτη ἀρρώστια. Ἡ ρύση αἵματος σὲ μία γυναίκα, ἀκόμα κι ὅταν εἶναι φυσιολογική, εἶναι ἕνα δύσκολο καὶ ταπεινωτικὸ πράγμα. Μία διαρκὴς ρύση αἵματος ὅμως, ποὺ διαρκεῖ δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ἦταν σὰν μία ζωντανὴ κόλαση βασάνων, ντροπῆς κι ἀκαθαρσίας. Ἡ γυναίκα αὐτὴ εἶχε ἀναζητήσει θεραπεία κι εἶχε δαπανήσει ὅλα ὅσα εἶχε σὲ γιατροὺς καὶ φάρμακα. Τίποτα ὅμως δὲν βοήθησε, κανένας γιατρὸς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν γιατρέψει. Φανταστεῖτε τὸ καθημερινὸ πλύσιμό της, τὸ καθάρισμά της, τὴ στενοχώρια καὶ τὴν ντροπή της. Ἔμοιαζε σὰ νὰ τὴ δημιούργησε ὁ Θεὸς γι’ αὐτὸ μόνο τὸν λόγο: γιὰ νὰ τρέχει τὸ αἷμα της καὶ κείνη νὰ περνᾶ τὶς μέρες της στὴ γῆ σὲ μία προσπάθεια νὰ σταματήσει τὴ ρύση, ποὺ δὲν σταματοῦσε, Μ’ ἕναν πόνο ποὺ δὲν γιατρευόταν καὶ μὲ μία ντροπὴ ἀνέκφραστη. Ἔτσι πιστεύουμε πὼς γίνεται μὲ κάθε χρόνια ἀσθένεια. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶχε προβλέψει γι’ αὐτήν, ὅπως προβλέπει καὶ γιὰ κάθε πλάσμα Του. Ἡ ἀρρώστια της συνετέλεσε στὴν ψυχική της σωτηρία καὶ στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
.             «Ἐὰν μόνον ἄψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτόν, σωθήσομαι» (Ματθ. θ´ 21), εἶπε μέσα της καὶ πίεζε τὸ πλῆθος, γιὰ νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸν Χριστό. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς. Νωρίτερα εἶχε στηρίξει τὴν πίστη της στοὺς γιατροὺς ποὺ εἶχε ἐπισκεφτεῖ. Ἡ πίστη της αὐτὴ ὅμως ἀποδείχτηκε ἄκαρπη. Ἀπὸ μόνη της ἡ πίστη δὲν εἶναι ἀρκετή, ἂν αὐτὸς ποὺ πιστεύεις δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ βοηθήσει. Γι’ αὐτὸ ἂς σιωπήσουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἰσχυρίζονται (εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ ἔλλειψη πίστης) πὼς τὰ θαύματα τοῦ εὐαγγελίου ἔγιναν ἀπὸ ὑποβολὴ ἢ αὐθυποβολή. Ἡ ταπεινὴ καὶ βασανισμένη αὐτὴ γυναίκα δὲν εἶχε οὔτε τὴν τόλμη οὔτε τὴν ἐλπίδα νὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στὸν Χριστό, νὰ τοῦ ἐξηγήσει τὸ πρόβλημά της καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ μπροστὰ σ’ ἕνα τεράστιο πλῆθος, ὅταν μάλιστα ντρεπόταν γιὰ τὴν κατάστασή της; Ἡ φύση τῆς «ἀκάθαρτης» ἀρρώστιας της ἦταν τέτοια, ὥστε ἂν τὴν εἶχε δημοσιοποιήσει, θὰ εἰσέπραττε τὴ δημόσια ἀποστροφή, τὴν κατακραυγὴ καὶ τὴν καταδίκη. Γι’ αὐτὸ καὶ προσέγγισε τὸν Κύριο κρυφά, ἀπὸ πίσω, καὶ ἄγγιξε τὸ ἱμάτιό Του.
.             Καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Πῶς κατάλαβε πὼς ἔπαψε ἡ ρύση τοῦ αἵματος; «Ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἰᾶται ἀπὸ τῆς μάστιγος», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος (ε´ 29). Ὅπως ἕνα ζωντανὸ σκουλήκι ποὺ σπαρταρᾶ ἀκατάπαυστα γύρω ἀπὸ μία διαπυημένη πληγή, ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ νιώθει κι ἡ δύστυχη αὐτὴ γυναίκα τὴν ἀσταμάτητη ρύση τοῦ αἵματος. Ὅταν ὅμως ἄγγιξε τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ, ἔνιωσε πὼς ἡ αἱμορραγία σταμάτησε. Δὲν ἔνιωθε τὴν αἱμορραγία μέσα της, ὅπως δὲν τὴ νιώθει καὶ κάθε ὑγιὴς ἄνθρωπος. Μέσα της μπῆκε ἡ ὑγεία, ὅπως ὁ μαγνητισμὸς σ’ ἕνα μαγνήτη ἢ τὸ φῶς σ’ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο.
.             Δὲν ἦταν αὐτὸ τὸ μοναδικὸ περιστατικὸ ἀνθρώπου ποὺ γιατρεύτηκε μόνο μὲ τὸ ἄγγιγμα τῶν ἱματίων τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν εὐαγγελίων διαβάζουμε πὼς πολλοὶ ἤθελαν ἁπλὰ ν’ ἀγγίξουν τὸ κράσπεδο τῶν ἱματίων Του «καὶ ὅσοι ἤψαντο διεσώθησαν» (Ματθ. ιδ´ 36).
.             Πόσα τέτοια ἀνήκουστα θαύματα ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔμειναν ἀκαταχώρητα! Κι αὐτὸ ὄχι μόνο στὰ τριάντα χρόνια ποὺ ἦρθε γιὰ νὰ κηρύξει τὸ σωστικό Του εὐαγγέλιο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἴδια μέρα καὶ ὥρα τῆς σύλληψής Του στὴν πάναγνη κοιλία τῆς Μητέρας Του. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὰ θαύματά Του εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς».
.             Πόσο ἄλλαξε μυστηριωδῶς ὅλη ἡ κτίση μὲ τὴν κατὰ σάρκα παρουσία Του στὴ γῆ! Πόσα θαύματα γίνονται καὶ σήμερα στοὺς πιστοὺς ποὺ συμμετέχουν στὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας! Εἶναι ἀμέτρητα κι ἀκατανόητα. Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα δὲν ἄγγιξε τὸ σῶμα Του, ἀλλὰ τὸ ἱμάτιό Του μόνο. Κι ἀμέσως θεραπεύτηκε ἡ μακρόχρονη πάθησή της, ποὺ γιὰ χρόνια πολλὰ προσπαθοῦσαν οἱ γιατροὶ νὰ γιατρέψουν χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ὅλα ὅσα εἶχε τὰ σκόρπισε σὲ γιατροὺς καὶ σὲ φάρμακα, γιὰ νὰ βρεῖ τὴ θεραπεία της. Νὰ ὅμως ποὺ μπροστά της βρέθηκε ὁ Κύριος, ὁ γιατρὸς ποὺ δὲν ἀποβλέπει σὲ χρήματα, ποὺ δὲν τῆς ζητάει τίποτα, ἀλλὰ τῆς δίνει ὅλα ὅσα ἐκείνη ἐπιθυμοῦσε. Κι αὐτὸ χωρὶς καμιὰ προσπάθεια, μόχθο ἢ καθυστέρηση. Αὐτὴ εἶναι ἡ πληρότητα καὶ τελειότητα κάθε ἄνωθεν δωρεᾶς, ποὺ ἔρχεται «ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων» (Ἰακ. α´ 17).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΘΕΟΥ καὶ Η ΠΙΣΤΗ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ-2 (Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) «Οἱ ὑλιστές: Σκιὲς σωματικὲς χωρὶς ψυχή. Ἀπελπισμένα πλάσματα, ποὺ μὲ τὶς αἰσθήσεις τους –τὰ μάτια, τ’ αὐτιά τους κλπ.– προσκολλῶνται στὸν κόσμο ὥστε, ἔστω καὶ πρόσκαιρα, ν’ ἀποφύγουν ὅσο μποροῦν νὰ κατέβουν στὸν τάφο, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται κιόλας ἡ ψυχή τους»

, ,

Σχολιάστε