Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ὁ ἐν Χίῳ τελειωθείς

γιος Νεομάρτυς Θεόφιλος Ζακύνθου, ν Χίῳ τελειωθείς
[24 Ἰουλίου]

Κωνσταντῖνος Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλος

Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο καὶ ἦταν ναυτικός. Συνέβη κάποτε, κατὰ συνέργεια τοῦ μισανθρώπου, νὰ μαλώσει μὲ τὸν καπετάνιο του καί, ἐνῶ βρισκόντουσαν στὴν Χίο, νὰ ἀποχωρήσει δυσαρεστημένος ἀπὸ τὸ καράβι.

Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ: Ἕνας τοῦρκος καπετάνιος ποὺ τὸ ἔμαθε, ἤθελε νὰ τὸν πάρει νὰ ἐργαστεῖ στὸ δικό του καράβι. Ὅμως ὁ ἅγιος μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελε νὰ δουλέψει σὲ τούρκικο πλοῖο, διότι ἀποστρεφόταν τὸ γένος τῶν ἀγαρηνῶν καὶ ἀντιδροῦσε ἔντονα στὶς πιέσεις του. Προσβλήθηκε τότε καὶ ὀργίστηκε ὁ τοῦρκος καί, γιὰ νὰ τὸ ἐκδικηθεῖ, τὸν συκοφάντησε λέγοντας πῶς φορᾶ τούρκικο φέσι, ἐνῶ εἶναι Ρωμιός. Ἔτσι μὲ ἄλλους τούρκους τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν κριτὴ [καδή].

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΔΗ ΚΑΙ Ο ΒΙΑΙΟΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ὁ ὀθωμανὸς δικαστὴς ἀποφάσισε πὼς πρέπει νὰ γίνει Τοῦρκος. Ὁ ἅγιος φώναζε: “Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου ποτέ, Αὐτὸν πιστεύω, Αὐτὸν ὁμολογῶ”. Ἐκεῖνοι προσπαθοῦσαν, ὅπως σὲ τόσες ἄλλες περιπτώσεις νεομαρτύρων, μὲ κολακεῖες, μὲ ταξίματα, μὲ φοβέρες νὰ τὸν καταφέρουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει, χωρὶς ἀποτέλεσμα ὅμως. Τότε τὸν ἐπίασαν πολλοὶ μαζὶ καὶ τοῦ ἔκαναν περιτομὴ διὰ τῆς βίας. Κάποιος μάλιστα ἄνθρωπος τῆς Αὐλῆς τοῦ Σουλτάνου, ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκεται στὴν Χίο, τὸν πῆρε μαζί του γιὰ νὰ τὸν κάνει δῶρο στὸν Σουλτάνο, διότι ἦταν ὄμορφος καὶ νέος.

Η ΦΥΓΗ: Ὁ εὐλογημένος Θεόφιλος παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει δρόμο νὰ φύγει ἀπὸ τὰ χέρια τους. Πράγματι κάποια νύχτα ποὺ πῆγαν στὸ τζαμὶ νὰ προσκυνήσουν, τὸν ἄφησαν μόνο στὸ σπίτι. Ὁπλίστηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἔφυγε καὶ κρύφτηκε κάπου. Μόλις ἐπέστρεψαν ἐκεῖνοι, ἀμέσως κατάλαβαν τὴν ἀπουσία του. Ἔτσι, ἄναψαν φανάρια κι ἄρχισαν νὰ τὸν ψάχνουν παντοῦ. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν σκέπαζε καὶ δὲν τὸν βρῆκαν παρὰ τὶς ἐπίμονες προσπάθειές τους. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες πείνασε καὶ βγῆκε τὰ μεσάνυχτα καὶ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ καπετάνιου του, ὅπου του ἔδωσαν τροφὴ καὶ πάλι κρύφτηκε σὲ μία ἐκκλησία. Βρίσκοντας μία εὐκαιρία διέφυγε μὲ κάποιο μπρίκι στὴ Σάμο ἀλλὰ πάλι ἐπέστρεψε, ζητώντας τὸν καπετάνιο του γιὰ νὰ ταξιδέψει μαζί του.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΕ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΡΚΩΝ: Τὸν ἀντιλήφθηκαν ὅμως κάποιοι Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι ὅρμησαν, τὸν ἅρπαξαν, τὸν ὁδήγησαν στὸν δικαστὴ ὅπου καὶ βεβαίωναν μὲ ὅρκους πὼς ὁ Θεόφιλος εἶχε γίνει μουσουλμάνος. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Ἅγιος μὲ τὸ δίκιο του ἀρνοῦνταν φωνάζοντας: “Χριστιανός εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω ν’ ἀποθάνω”, ὁ κριτὴς τὸν καταδίκασε στὸν διὰ πυρᾶς θάνατο.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Φορτωμένο μὲ τὰ ξύλα τῆς φωτιᾶς ποὺ θὰ τὸν ἔκαιγε τὸν ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης. Ἀκόμα καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν ν᾽ ἀλλάξει γνώμη. Ὅμως ὁ ἅγιος φώναζε μὲ ἐπιμονή: “Δεν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου, Χριστιανὸς εἶμαι, Χριστιανὸς ἐπιθυμῶ νὰ ἀποθάνω, τί χασομερᾶτε;” Τότε ἄναψαν μία τεράστια φωτιά, γιὰ νὰ τὸν κάψουν. Ὁ ἅγιος μάρτυς κάνοντας τὴν προσευχή του καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ λέγοντας: “Εἰς χεῖρας Σου , Χριστέ μου, παραδίδω τὴν ψυχήν μου”, μπῆκε μόνος του μέσα στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι τελειώθηκε, σὲ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν. Ἦταν ἡ 24η Ἰουλίου τοῦ 1635.

Ὅταν ἔσβησε ἡ φωτιά,  οἱ Χριστιανοὶ ζήτησαν, δίνοντας πολλὰ χρήματα, νὰ πάρουν ὅσα λείψανα τοῦ ἁγίου μάρτυρος εἶχαν μείνει καὶ τὰ κατέθεσαν στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὴ Χίο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´.

Θεὸν τὸν σαρκωθέντα εὐθαρσῶς ὡμολόγησας, τὰ Ἀγαρηνῶν καταπτύσας, ἀπιστίας διδάγματα. Πυρὶ δὲ ὑπ’ αὐτῶν κατακαείς, ἀρώμασιν ἐπλήρωσας τὴν γῆν, ὦ Θεόφιλε τρισμάκαρ, τοῦ Θεοῦ φίλε γνήσιε. Χαίροις οὖν Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, χαίροις Ἐκκλησίας τὸ καύχημα, τῆς Ζακύνθου χαίροις ὁ γόνος, καὶ τῆς Χίου ἐγκαλλώπισμα..

Κοντάκιον. Ἦχος γ´.

Χριστοῦ δῆμος ᾄσμασιν, ἀνευφημεῖ ἐπαξίως, τοὺς λαμπροὺς ἀγῶνάς σου, Μάρτυς Θεόφιλε θεῖε, ἤνεγκας, καὶ γὰρ γενναίως εἱρκτὴν ζοφώδη, ἔφερας, πικρὰς αἰκίας καὶ ἀνυποίστους, καὶ τὸν θάνατον ἐδέξω, πυρὸς ἐν μέσῳ, ὡς φίλος ὄντως Θεοῦ.

 

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΕΥΦΗΜΙΑ

γία Εφημία [11 ουλίου]

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΔΙΩΓΜΟΙ: Ἡ Ἁγία ἔζησε στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 303. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Χαλκηδόνα. Ἦταν κόρη τοῦ πλουσίου Συγκλητικοῦ Φιλόφρονα καὶ τῆς εὐσεβοῦς Θεοδοσιανῆς. Ἡ Ἁγία παιδαγωγήθηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» γι’ αὐτὸ ἀγάπησε τὸν Χριστό, τὴν ἁγνεία καὶ τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ. O ἔπαρχος τῆς Ἀνατολῆς Πρίσκος μαζὶ μὲ τὸν φιλόσοφο καὶ ἱερέα τοῦ Ἄρη Ἀπελιανὸ κήρυξε, μὲ τὴ συμφωνία τοῦ Διοκλητιανοῦ, διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ θεοῦ Ἄρη ζήτησε ὅλοι οἱ κάτοικοι νὰ προσέλθουν στὴ γιορτή. Ὄσoι δὲν θὰ προσέρχονταν θὰ τιμωροῦνταν μὲ φοβερὰ κολαστήρια. Οἱ χριστιανοὶ κρύφτηκαν ἄλλοι σὲ σπίτια καὶ ἄλλοι στὶς ἐρημιές. Ἡ Ἁγία Εὐφημία ἦταν ἐπικεφαλῆς μίας τέτοιας ὁμάδας στηρίζοντας τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ φλογερό της λόγο.

ΣΥΛΛΗΨΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Τελικὰ συνελήφθη ἡ Ἁγία μαζὶ μὲ σαράντα ἐννιὰ ἄλλα ἄτομα. Ὅταν ὁ Πρίσκος ζήτησε νὰ θυσιάσουν στὸ εἴδωλο τοῦ Ἄρη καὶ οἱ πενήντα συλληφθέντες ἀρνήθηκαν μὲ παρρησία. Ὁ Πρίσκος ὀργίστηκε ἀπὸ τὴν ἄρνησή τους καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ δείρουν ἐπὶ εἴκοσι μέρες τοὺς Ἁγίους καὶ νὰ τοὺς φυλακίσουν. Μετὰ τὸ εἰκοσαήμερο αὐτὸ δοκίμασε πάλι νὰ πείσει τοὺς μάρτυρες νὰ θυσιάσουν. Μετὰ τὴν νέα ἄρνηση, τοὺς ἔδειραν τόσο πολύ, ὥστε κουράστηκαν οἱ στρατιῶτες ποὺ τοὺς ἔδερναν. Τότε ὁ Πρίσκος, ἀφοῦ φυλάκισε τοὺς ὑπολοίπους, κάλεσε κατὰ μόνας τὴν Ἁγία καὶ προσπάθησε νὰ τὴν πείσει νὰ θυσιάσει. Μετὰ τὴ νέα ἄρνηση καὶ ὁμολογία της, τὴν ἔβαλαν στὸ βασανιστικὸ τροχὸ κατακόπτοντας τὸ σῶμα της. Τὴν ὥρα τοῦ μαρτυρίου της ἡ Ἁγία προσευχόταν διαρκῶς. Μετὰ τὴν προσευχή της καὶ τὸ θαυματουργὸ λύσιμό της ἀπὸ τὸν τροχὸ καὶ τὴ θεραπεία τῶν τραυμάτων της, ρίχτηκε ἡ Ἁγία σὲ πυρακτωμένο καμίνι. Οἱ ὑπηρέτες Σωσθένης καὶ Βίκτωρ ἀρνήθηκαν νὰ τὴν ρίξουν στὸ καμίνι, γιατί ἔβλεπαν νὰ στέκονται στὸ πλευρὸ τῆς Ἁγίας δύο φοβεροὶ ἄνδρες, ποὺ ἀπειλοῦσαν ὅτι θὰ σκόρπιζαν τὴ φωτιά. Ὁ Σωσθένης καὶ ὁ Βίκτωρ βλέποντας τὸ θαῦμα ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ μαρτύρησαν. Ἐν τέλει ἡ Ἁγία ρίχτηκε στὸ καμίνι. Ὅμως, ἡ φλόγα δὲν ἄγγιζε τὴν Ἁγία, ἀλλὰ σκορπίστηκε ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι κι ἔκαψε πολλούς. Μετὰ ἀπὸ πολλῶν εἰδῶν ἄλλα μαρτύρια ποὺ ἐπακολούθησαν καὶ ἀντίστοιχες θαυματουργικὲς διασώσεις τῆς Ἁγίας, τελικὰ ὁ Πρίσκος διέταξε καὶ τὴν ἔριξαν στὰ θηρία, ὅπου καὶ τελικὰ ἡ Ἁγία μετὰ ἀπὸ προσευχὴ παρέδωσε τὴν ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Νυμφίου της. Οἱ γονεῖς τῆς Ἁγίας ἔθαψαv μὲ τιμὴ τὸ πάνσεπτό της λείψανο στὴ Χαλκηδόνα καὶ δόξαζαν τὸv Κύριο, διότι ἀξιώθηκαν τῆς τιμῆς νὰ ἔχουν τὴv θυγατέρα τοὺς Μεγαλομάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρέσβειρά τους κοντά Του.

Η ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΚΑΙ Η Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Ὁ Κύριος τίμησε τὴν καλλίνικο παρθένον καὶ μάρτυρα Εὐφημία μὲ τὴν δωρεὰ τῆς ἀφθαρσίας τοῦ πολυάθλου παρθενικοῦ της σώματος. Τὸ 451 στὴ Χαλκηδόνα συνῆλθαν οἱ 630 θεοφόροι Πατέρες ποὺ συγκρότησαν τὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἐπὶ βασιλέων Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ καταδίκασε τὸν αἱρετικὸν Εὐτυχῆ, ποὺ κήρυττε τὴν πλάνη, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μόνον μίαν φύση καὶ μία ἐνέργεια, αὐτὴ τῆς Θεότητος. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δογμάτισαν τὴν πίστιv τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο τέλειες φύσεις, θελήσεις καὶ ἐνέργειες, τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρωπίνη, σὲ μίαν Ὑπόσταση. Καὶ οἱ δύο φύσεις εἶναι ἑνωμένες ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀναλλοιώτως καὶ ἀδιαιρέτως. Στὴ Σύνοδο οἱ Ὀρθόδοξοι Πατέρες συνέταξαν Τόμο, ὁ ὁποῖος περιεῖχε τὴν πίστιν τὴν ἀληθῆ, τὴν ὁποίαν πάντοτε πίστευε καὶ κήρυττε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ αἱρετικοὶ Μονοφυσίτες συνέταξαν ἀντίστοιχο τόμο, ποὺ περιεῖχε τὶς πλάνες τους. Τότε ὁμόφωνα ὀρθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ ἀπεφάσισαν νὰ τεθοῦν καὶ τὰ δύο κείμενα στὸ στῆθος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Εὐφημίας καί, ἀφοῦ ἄνοιξαν τὴ λειψανοθήκη, ἔκαναν αὐτὸ καὶ τὴν σφράγισαν πάλι. Ὅταν, λίγο ἀργότερα, ἄνοιξαν τὴ θήκη βρῆκαν τὸν Τόμο τῶν Ὀρθοδόξωv στὰ χέρια της ἐνῶ αὐτὸ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν στὰ πόδια της. Ἔτσι ἡ Μεγαλομάρτυς Εὐφημία μὲ τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ θαῦμα ἐπικύρωσε καὶ ὑπέγραψε τὸν ὀρθόδοξο Τόμο διασαλπίζοντας τὸ Χριστολογικὸ δόγμα περὶ τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἀποδεικνύοντας τὴν διδασκαλία τοῦ Εὐτυχῆ καὶ τῶν ὀπαδῶν του Μονοφυσιτῶν πλάνη.

 

 

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΚΝΑΝΑΣ ὁ Κηπουρὸς

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ Πακνανᾶς ὁ Κηπουρὸς
[30 Ἰουνίου ἢ 9 Ἰουλίου 1770 (ἢ 1771)]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: Ὁ ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ φτωχούς, μὰ εὐσεβεῖς γονεῖς, γύρω στὸ 1750. Ζοῦσε στὴ συνοικία τῆς Βλασσαρούς, ἡ ὁποία βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, στὸ σημερινὸ χῶρο τῆς Ἀρχαίας Ἀγορᾶς. Ἡ φτώχεια δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μάθει γράμματα κι ἔτσι, ἀγράμματος κι ἁπλοϊκός, μὲ πολλὴ ὅμως πίστη στὸν Χριστό, μεγάλωνε ὁ Μιχαὴλ κοντὰ στοὺς εὐλογημένους γονεῖς του. Ὅταν ἔγινε ἔφηβος, ὁ πατέρας του τὸν πῆρε κοντά του νὰ τὸν βοηθάει στοὺς κήπους, ὅπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια ἔτσι, δίπλα στὸν πατέρα του. Μετά, σὰν ἔχασε τὸν πατέρα του, ἀγόρασε ἕνα γαϊδουράκι καὶ μ’ αὐτὸ ἔβγαινε στὰ γύρω χωριά, καὶ κουβαλοῦσε κοπριὰ γιὰ τοὺς κήπους, ποὺ καλλιεργοῦσε παλιότερα ὁ πατέρας του. Καμμιὰ φορὰ ψώνιζε ἀπ’ τὴν πολιτεία πράγματα ποὺ δὲν εἶχαν οἱ χωρικοὶ στὸν τόπο τους, κι ὅταν πήγαινε στὰ χωριά, τοὺς τὰ πουλοῦσε. Κάπως ἔτσι ἦταν ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαήλ, μὲ πολὺν κόπο καὶ ἱδρώτα, πότε στοὺς κήπους τῶν πλουσίων Ἀθηναίων, πότε στὰ δύσβατα τότε χωριὰ γύρω ἀπ’ τὴν Ἀθήνα, δοξάζοντας τὸν Θεὸ ποὺ τὸν φύλαγε πιστὸ ὀρθόδοξο χριστιανό, ἀνάμεσα στοὺς ἄπιστους ἀγαρηνούς, στοὺς ὁποίους τότε ἦταν σκλάβοι οἱ Ἕλληνες.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μία μέρα, ὅμως, καθὼς γυρνοῦσε ἀπὸ τὰ χωριά, στὴν εἴσοδο τῆς Ἀθήνας, συνάντησε τοὺς φύλακες τῆς χώρας, ποὺ ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Βοεβόδα τῆς πόλης, Μωαμεθανοὶ κι αὐτοί. Ἀπὸ καιρὸ τὸν εἶχαν βάλει στὸ μάτι, καὶ καθὼς τὸν ἔβλεπαν ἁπλοϊκὸ κι ἀγράμματο, νόμιζαν πὼς θὰ τὸν ἔκαμναν ν’ ἀλλαξοπιστήσει. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πὼς πῆγε μπαρούτι στοὺς κλέφτες, τοὺς ἁρματωμένους Ἕλληνες, ποὺ ἦταν πάνω στὰ βουνά, καὶ τὸν φυλάκισαν. Ἔτσι οἱ Ἀγαρηνοὶ ἔρχονταν καθημερινὰ καὶ τὸν ἀνάγκαζαν μὲ χίλιους τρόπους νὰ τουρκέψει, δηλαδὴ ν’ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Μὰ αὐτός, παρόλο ποὺ δὲν ἤξερε καὶ πολλὰ γράμματα, δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσει τὸ Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσει ψευδοπροφῆτες, δὲν θὰ ἄφηνε τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, γιὰ χάρη τοῦ Κορανίου. Ἡ Ὀρθοδοξία τῶν πατέρων του εἶχε χαράξει πολὺ βαθιὰ τὴν πίστη μέσα του, καὶ τίποτα μποροῦσε νὰ τὴν ξεριζώσει.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρὶς νὰ φέρουνε ἀποτέλεσμα οἱ πιέσεις τῶν Ὀθωμανῶν. Ὅταν πιὰ τελείωσε ἡ ὑπομονή τους, ἄρχισαν νὰ τὸν φοβερίζουν πώς, ἂν δὲν ἀλλάξει τὴν πίστη του, ἔχουν ἀπόφαση καὶ διαταγὴ νὰ τὸν θανατώσουν. Αὐτὴ τὴν ἀπόφαση τὴν ἄκουσε κι ἕνας ζηλωτὴς ὀρθόδοξος, ὀνόματι Γεώργιος, καὶ φοβήθηκε μήπως ὁ εὐλογημένος Μιχαήλ, ποὺ ἦταν μόλις δεκαοχτὼ χρονῶν, νέος πολὺ γιὰ νὰ μὴ λογαριάζει τὴ ζωὴ καὶ τὶς χαρές της, κλονιστεῖ καὶ ἀλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπὸν στὴ φυλακή, δίνει μὲ τρόπο «ἄσπρα» στοὺς φύλακες, γιὰ νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ δεῖ τὸν Μιχαήλ. Τὸν βρῆκε νὰ προσεύχεται γονατιστός, μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἔμειναν οἱ δύο τους ὥρα πολλὴ μαζί, πότε κάνοντας προσευχὴ καὶ πότε ψέλνοντας τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὕστερα προσπάθησε, μὲ ὅση δύναμη ἔχουν τὰ λόγια ἑνὸς πιστοῦ, νὰ τὸν στερεώσει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνει στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου, ποὺ ἀνοιγόταν ἤδη μπροστά του. Ὕστερα σηκώθηκε, ἀγκάλιασε τὸ Μιχαήλ, τὸν ἀσπάστηκε κι ἔφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχῆς.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τὰ βασανιστήρια τοῦ Μιχαὴλ συνεχίζονταν ἀπ’ τοὺς ἀπίστους ἀσταμάτητα. Ὅμως, ὅσο τὸν βασανίζανε, τόσο ἐκεῖνος γινόταν πιὸ σταθερὸς στὴν ἄρνησή του: “δὲν τουρκίζω· εἶμαι χριστιανός!”, ἔλεγε συνέχεια. Κάποτε, τὸν ἔβγαλαν ἀπ’ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν παρουσίασαν στὸ Βοεβόδα, ἐλπίζοντας πὼς μὲ κολακεῖες καὶ ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θὰ λύγιζε τὸν ἅγιο. Ὁ Νεομάρτυς ὅμως ἔμενε ἀσάλευτος στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Βοεβόδας τότε ἄρχισε τὶς ἀπειλὲς γιὰ τὰ ἐρχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πὼς στὸ τέλος θὰ τὸν θανατώσει, ἂν δὲν ἀλλαξοπιστήσει. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε καὶ ξανάλεγε τὶς δύο λέξεις (δὲν τουρκεύω), δίχως νὰ λιποψυχήσει. Τότε ὁ Βοεβόδας τὸν ἔστειλε στὸν ὀνομαστὸ Καλοπασσιὰ ἀπὸ τὰ Γιάννενα, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖνες τὶς μέρες στὴν Ἀθήνα. Ἔλπιζε πὼς ἐκεῖνος, φόβος καὶ τρόμος καθὼς ἦταν, γιὰ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσε σ’ ὅλους τοὺς φυλακισμένους, θὰ γύριζε τὸν Μιχαὴλ στὴν πίστη τους. Μὰ κι ὁ Καλοπασσιᾶς, μ’ ὅ,τι κι ἂν τοῦ ᾽ταξε καὶ μ’ ὅσες ἀπειλὲς καὶ βάσανα κι ἂν τὸν φοβέρισε τὸν Μιχαήλ, δὲν κατάφερε νὰ πάρει ἄλλη λέξη ἀπ’ τὸ στόμα του, ἐκτὸς ἀπὸ τό: «δὲν τουρκίζω»! Τότε ὁ Καλοπασσιᾶς τοῦ λέει μὲ πονηριά: “Μπρὲ λωλέ, ἀρνήσου κατὰ τὸ παρὸν τὴν πίστη σου, γιὰ νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου, κι ὕστερα πήγαινε σ’ ἄλλον τόπο, καὶ ἔχε πάλι τὴν πίστη σου”. Ἀλλὰ ὁ Μάρτυς δὲν πειθόταν μὲ κανέναν τρόπο, ἀλλὰ φώναζε ἀκατάπαυστα: “δὲν τουρκίζω, δὲν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπὸν τὸν ἅγιο Μιχαὴλ ὁ φοβερὸς Καλοπασσιᾶς ἀσάλευτο στὴν πίστη του, τὸν ἔστειλε στὸ δικαστὴ πιὰ γιὰ νὰ τὸν δικάσει. Κι ἐκεῖνος, βέβαια, πάσχισε νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσει μὲ τοὺς δικούς του τρόπους, πρὶν νὰ τὸν δικάσει, ἀλλὰ εἶχε κι αὐτὸς τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα. Ὁ Ἅγιος τοῦ πετοῦσε κατάμουτρα τὸ “δὲν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε καὶ ἐκεῖνος, κι ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ὁ Ἅγιος ἀτάραχος ἄκουσε τὴν καταδίκη του καὶ ἀκολούθησε τοὺς ὁπλισμένους ὑπηρέτες, ποὺ τὸν πήγαιναν στὸν τόπο τῆς καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι ἐξουθενωμένος ἀπὸ τὰ μαρτύρια, ὁ Ἅγιος δὲν δείλιαζε, παρὰ ἔτρεχε μὲ προθυμία στὸ μαρτύριο. Κι ὅταν στὸ δρόμο, ποὺ περνοῦσαν, ἀπαντοῦσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, ἀδέλφια, κι ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρέσει”! Σὰν ἔφτασε στὸν ὁρισμένο τόπο, γονάτισε, ἔκαμε τὴν προσευχή του, κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι του μὲ χαρά, σὰ νὰ περίμενε ζωὴ ἀπ’ τὸ σπαθί, καὶ ὄχι θάνατο. Ὁ ἀγαρηνὸς τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὰ μαλλιὰ καὶ τὸν ἐχτύπησε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ λαιμό, μὰ διπλαριστὰ κι ὄχι μὲ τὴν κόψη, γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ δειλιάσει καὶ ν’ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό. Μὰ ὁ ἅγιος μὲ θάρρος τοῦ ἔλεγε: “Χτύπα γιὰ τὴν πίστη”! Ὁ φονιὰς τότε γύρισε τὴ μαχαίρα του ἀπὸ τὸ κοφτερὸ μέρος, κι ἄρχισε νὰ τοῦ κόβει τὸ λαιμὸ λίγο-λίγο, γιὰ νὰ προλάβει, ἂν πονέσει, νὰ μετανιώσει καὶ ν’ ἀλλοξοπιστήσει, ἀλλὰ μάταια, γιατί ὁ ἅγιος ὁλοένα καὶ δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, γιὰ τὴν πίστη”! Τότε ὁ δήμιος χτύπησε τὸν Ἅγιο μὲ ὅλη του τὴ δύναμη κι ἔκοψε τὴν τιμία κεφαλή του, ἐνῶ ἡ ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου, ἀνέβαινε ν’ ἀναπαυθεῖ στὶς αἰώνιες σκηνὲς τῶν δικαίων τοῦ Θεοῦ1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΑ: Στὴν πρώτη κολώνα τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς στὴν Ἀθήνα, διακρινόταν τὸ ἀκόλουθο ἐπιγραφικὸ χάραγμα: «1771 Ἰουλίου 9 ἀπεκεφαλίσθη ὁ Πακνανᾶς Μιχάλης». Τὸ μοναδικὸ παρεκκλήσι σ’ ὅλη τὴν Πρωτεύουσα ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο νεομάρτυρα Μιχαὴλ βρίσκεται στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἀναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζῆ καὶ Ντελακρουά), ὅπου κατὰ τὴν παράδοση στὴν περιοχὴ αὐτὴ βρίσκονταν οἱ κῆποι τοῦ Ἁγίου. Τὸ 2003 ὁ Μιχαὴλ ὁ Κηπουρὸς ἀνακηρύχθηκε προστάτης τῶν διαιτολόγων καὶ διατροφολόγων. Πρὸς τιμήν του, ἕνας ἀπὸ τοὺς κεντρικότερους δρόμος στὴ συνοικία τῆς Ἀθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει τὸ ὄνομά του (Ὁδὸς Μπακνανᾶ), καθὼς καὶ ἡ παρακείμενη στάση τοῦ τράμ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´

Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξα τῷ ποιητῇ σου καὶ Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σε στερρὸν ἡμῖν δωρήσαντι.”

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ – 20 Ἰουνίου (Ἀθ. Οἰκονόμου)

γιος Νικόλαος Καβάσιλας

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας γεννήθηκε τὸ 1322 στὴ Θεσσαλονίκη, σὲ μία ἐποχὴ πολιτικῆς παρακμῆς τοῦ Βυζαντίου, ἀλλά, ἀντιθέτως, καὶ σὲ μία ἐποχὴ ἀνόδου καὶ ἄνθισης τῶν θεολογικῶν γραμμάτων. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία βρισκόταν σὲ πολὺ μεγάλη ἀκμὴ μέσα ἀπὸ τὶς λεγόμενες ἡσυχαστικὲς ἔριδες. Ἡ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ποὺ τότε ἄρχισε νὰ κυριαρχεῖ, ἑστίαζε στὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ γίνει κοινωνὸς τοῦ ἄκτιστου Θείου φωτός, διὰ τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειές Του, χάρη στὴν καθαρὴ καρδιὰ καὶ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Ἡ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία συμπύκνωνε τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ὀρθόδοξης πίστης περὶ τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν διδασκαλία αὐτὴ ἐκπροσώπησε, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστότερος καὶ ὡς «ὁ τελευταῖος τῶν Μυστικῶν». Γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἦταν ἀνιψιὸς τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νείλου Καβάσιλα. Τὸ πατρικό του ἐπώνυμο ἦταν Χαμαετός, ἀλλὰ ὁ Νικόλαος κράτησε τελικὰ τὸ ἐπώνυμό του ἀδερφοῦ τῆς μητέρας του. Ἔκανε σπουδὲς Ρητορικῆς, Θεολογίας, Φιλοσοφίας καὶ φυσικῶν Ἐπιστημῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔμεινε γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα κοντὰ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ ἀναμείχθηκε καὶ σὲ θέματα πολιτικῆς καὶ δικαιοσύνης. Γιὰ ἕνα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος τοῦ Κατακουζηνοῦ, ὁ ὁποῖος στὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του, ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ τῶν Μαγγάνων. Ἀνέπτυξε σπουδαῖο συγγραφικὸ ἔργο καὶ κατάφερε νὰ ἀποκτήσει καθολικὸ σεβασμὸ καὶ ἀναγνώριση. Ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας ἀξιολογότατων θεολογικῶν, ἑρμηνευτικῶν, λειτουργικῶν, ἀσκητικῶν καὶ διδακτικῶν ἔργων, ὡς καὶ πανηγυρικῶν λόγων, ἐπιστολῶν, ἐπιγραμμάτων καὶ κειμένων κοινωνικοῦ περιεχομένου. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες γιὰ τὶς ἀπόψεις του περὶ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ποὺ τὸν ἔφεραν σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τῶν Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου, ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ λίγο μετὰ τὸ 1391 μ.Χ. Ἡ κατάταξή του στὴ χορεία τῶν Ἁγίων ἔγινε, σχετικὰ πρόσφατα, στὶς 19 Ἰουλίου τοῦ 1983. Ἡ μνήμη του γιορτάζεται στὶς 20 Ἰουνίου.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ἐμπνεύστηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο καὶ τὴ νηπτικὴ διδασκαλία του. Τὸ σπουδαιότερο ἔργο του εἶναι ἡ «ἐν Χριστῷ Ζωή». Τὸ ἁπλό, ἀλλὰ βαθύ, λυρικὸ καὶ μυστικὸ ὕφος του ἀποπνέει τὴ “δροσιὰ” τῶν πρώτων ἀποστολικῶν χρόνων. Ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος Καβάσιλας: “Ὁ νόμος τοῦ πνεύματος, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ Θεό, εἶναι νόμος φιλίας καὶ εὐγνωμοσύνης. Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κανεὶς αὐτὸ τὸ νόμο δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταβάλει κόπους, οὔτε ἔξοδα, οὔτε νὰ χύσει ἱδρώτα […]. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφήσεις τὴ δουλειά σου, ἢ νὰ ἀποσυρθεῖς σὲ ἀπόμερα μέρη, νὰ διάγεις μία παράξενη ζωὴ καὶ νὰ φορᾶς ἕνα παράξενο ἔνδυμα. Δὲ χρειάζεται νὰ κάμεις ὅλα αὐτά. Μπορεῖς νὰ μείνεις στὸ σπίτι σου, καί, χωρὶς νὰ χάσεις τὰ ἀγαθά σου, νὰ βρίσκεσαι πάντα στὴ μελέτη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, στὴ μελέτη τῆς συγγενείας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θεῖο καὶ σὲ κάθε ἄλλη τέτοιας λογῆς μελέτη”. Καὶ προσθέτει ὁ μεγάλος νηπτικὸς πατέρας ἀλλοῦ: “Πρῶτα πρῶτα, δὲν χρειάζονται προετοιμασίες γιὰ τὴν προσευχή μας, οὔτε εἰδικοὶ τόποι, οὔτε φωνὲς ὅταν ἐπικαλούμαστε τὸν Θεό. Γιατί δὲν ὑπάρχει τόπος ἀπὸ ὅπου λείπει ὁ Θεός, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν εἶναι μαζί μας, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι πάντα πιὸ κοντὰ σὲ κείνους ποὺ τὸν καλοῦν, ἀπὸ ὅσο εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά τους. Θὰ ἔλθει πρὸς ἡμᾶς, ἀκόμη κι ἂν εἴμαστε κακοί, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός”. Στὸν Ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα δὲν τονίζεται τόσο ἡ ἀντιδικία μὲ τὴ σάρκα, ἐνῶ κρίνονται οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες καὶ μορφὲς τῆς ζωῆς (ἀναχωρητισμός, ἔνδυμα κλπ.) ὄχι ἀπαραίτητες. Ἡ εὐσέβεια εἶναι ἀποκλειστικὰ ἔργο τῆς δικῆς μας ἐσωτερικῆς διαθέσεως, τῆς δικῆς μας θέλησης. Ἄρα, σημαντικὸ στὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι ὅτι δὲν θεωρεῖται ἀπαραίτητο ἐπακόλουθο τοῦ μυστικισμοῦ ὁ ἀναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στὴν καθημερινή, κοινωνική του ζωὴ ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ τὴν μετουσιώνει μὲ τὴ μελέτη ὑψηλῶν πνευματικῶν θεμάτων, κατὰ μόνας, ποὺ θὰ διευκολύνουν τὴ μεταστροφὴ τῆς βουλήσεώς του πρὸς τὸ πνευματικότερο. Σκοπός του εἶναι νὰ περιγράψει τὴ θεία χάρη, ὅσο γίνεται ἁπλούστερα, καὶ πῶς αὐτὴ θὰ φτάσει στὸν κοινὸ χριστιανό. Καὶ αὐτὸ τὸ κάνει μὲ ἐξαιρετικὰ δυνατὴ θεολογικὴ πνοή. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μπαίνει μέσα στὸν καθένα μας μὲ ἕνα μυστήριο οἰκειότητας. “Εἶναι φυσικό”, γράφει, “κάθε πράγμα νὰ εἶναι δεμένο μὲ τὸν ἑαυτόν του περισσότερο παρὰ μὲ κάθε ἄλλο. Καὶ ὅμως ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀκόμα πιὸ δυνατή. Οἱ μακάριοι ἄνδρες νοιώθουν τὸν ἑαυτό τους δεμένο περισσότερο μὲ τὸ Σωτήρα παρὰ μὲ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὴν ἴδια ὥρα ξένος μας καὶ ἐνδιαίτημά μας. Ἀναπνέουμε τὸ Χριστό. Σὲ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρει ἡ Καινὴ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὴν παρουσία, ἐντός μας, τοῦ Κυρίου, ποὺ διαθέτει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν μεταπλάθει”. Χρέος μας ἱερό, κατὰ τὸν ἅγιο Πατέρα, εἶναι νὰ μὴ σβήσουμε τὴ μέσα μας ἀναμένη λαμπάδα, ἀλλὰ νὰ ψάξουμε μέσα μας καὶ νὰ ἀνακαλύψωμε τὴν καθαρὴ οὐσία τῆς ἀρετῆς, τὴν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Γράφει σχετικὰ ὁ Ἅγιος: “Οὔτε οἱ ναοί, οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο ἱερό, εἶναι τόσο ἅγιο ὅσο ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴ φύση τοῦ ὁποίου κοινωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἔλθει καθήμενος ἐπὶ τῶν νεφῶν εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι ἀσφαλῶς Θεός. Καθένας μας μπορεῖ νὰ λάμψει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, νὰ ἀνέβει στὰ σύννεφα, νὰ πετάξει πρὸς τὸν Θεό, νὰ τὸν πλησιάσει, νὰ κάμει ὥστε ὁ Θεὸς νὰ τὸν κυττάξει μὲ γλυκύτητα”. Ἀκόμη, μεγάλη σημασία γιὰ τὸν πιστὸ ἔχει ἡ αὐτογνωσία, γιατί μ᾽ αὐτή: “ἂν ἀναλογισθεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν φτώχεια μέσα στὴν ὁποία ζεῖ, ἐνῶ ἔχει τόσο πλούσια φύση, ἐπειδὴ ἄφησε τὴν ὀκνηρία καὶ τὸν ὕπνο νὰ τὸν περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη καὶ δάκρυα πολλὰ θὰ τὸν συνοδεύουν σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Ἀλλὰ τὴν ἡμέρα ὅμως ποὺ θὰ κάμει τὴ ζωή του ὅπως ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπὸ πηγὴ θλίψεως καὶ δακρύων ποὺ ἤτανε, θὰ γίνει τότε ἡ ζωή του πηγὴ εὐδαιμονίας καὶ πνευματικῆς χαρᾶς”. Μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του ὁ Καβάσιλας κατορθώνει νὰ ἀνακαλύψει τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο ὄχι μόνο στὸν ἀναχωρητή, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φύση, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπικοινωνεῖ ὁ Θεός, ἐνῶ καλεῖ κάθε Χριστιανὸ νὰ κάνει τὴν ἴδια ἀνακάλυψη. Ἔτσι, ἀπὸ τὸν ἀσκητισμὸ τοῦ σώματος, τὸν πόλεμο κατὰ τῆς σάρκας τῶν ἐρημιτῶν τῆς Νιτρίας στὴν Αἴγυπτο, ἀνεβαίνουμε στὴν κορυφὴ τῆς καθαρῆς πνευματικῆς χώρας τoῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη πνευματικὴ νίκη τοῦ Βυζαντίου.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ὁ Καβάσιλας, ἐνῶ ἐξαίρει τὸ βάθος καὶ τὴ σημασία τοῦ μυστηρίου γιὰ τὴ ζωὴ τoυ Χριστιανοῦ δὲν εἶναι ἐν τούτοις ἐχθρός τῆς ἐπιστήμης. Μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο καλλιέργησε τὴν ἀστρονομία, ἐνῶ ἀσχολήθηκε καὶ μὲ ἄλλες ἐπιστῆμες. Ἡ ἐκτίμησή του γιὰ τὴν ἐπιστήμη ἦταν, τόση, ὥστε φτάνει στὸ σημεῖο νὰ ὀνομάσει τοὺς ἁγίους ἀτελῆ ὄντα, “γιατί δὲν δέχτηκαν σὲ τοῦτο τὸν κόσμο ἕνα ἀνθρώπινο ἀγαθό, ἐνῶ μποροῦσαν νὰ τὸ ἀποκτήσουν. Καὶ κάθε ὂν ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑψώσει σὲ ἐνέργεια ὅ,τι ἔχει μέσα του δυνάμει εἶναι ἀτελές”, προσθέτει ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Συνεπῶς, μὲ τὴ διδασκαλία του συμφιλιώνει τὸ θρησκευτικὸ μυστικισμὸ μὲ τὴ σοφία τοῦ κόσμου τούτου.

Ἀπολυτίκιο: “Ὡς θεῖος διδάσκαλος, καὶ ὑποφήτης σοφός, δογμάτων τῆς πίστεως, καὶ ἀρετῶν ἱερῶν, Νικόλαε Ὅσιε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ βίου καὶ λόγου. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τῇ σῇ δόξῃ καυχᾶται, καὶ πόθῳ ἑορτάζει, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου”.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1.Ἀνδρόνικος Δημητρακόπουλος (1872). Ὀρθόδοξος Ἑλλάς: ἤτοι περὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν γραψάντων κατὰ Λατίνων καὶ περὶ τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν. Ἐν Λειψίᾳ: Μετζγερ καὶ Βίττιγ. 2.Νικόλαος Καβάσιλας, κείμενο, μετάφραση Παναγώτη Χρήστου, Φιλοκαλία ἀσκητικῶν καὶ νηπτικῶν, τόμ 22, Πατερικὲς ἐκδόσεις, Γρηγόριος Παλαμᾶς, Θεσ/κη, 1979. 3.B. N. Τατάκη, Ὁ Βυζαντινὸς Μυστικισμός.

,

Σχολιάστε

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Κυριακ τν γίων Πάντων

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΓΕΝΙΚΑ: Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ τελευταία Κυριακή τοῦ «Πεντηκοσταρίου». Μὲ αὐτὴν τελειώνει ὁ κινητὸς κύκλος τῶν ἑορτῶν ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὴν Α΄Κυριακή τοῦ Τριωδίου (Τελώνου καὶ Φαρισαίου). Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς ἑορταστικῆς αὐτῆς περιόδου, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς Ἁγίους Πάντες. Εἶναι ἀπόδειξη τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας καὶ παρουσιάζει ὅσους ἀγαθὰ ἁγίασε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὸν κόσμο.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων τους πρώτους αἰῶνες ἦταν ἑορτὴ μόνο τῶν Μαρτύρων. Τὸ Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸν Ι´αἰώνα, προβλέπει σύναξη καὶ παννυχίδα στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Ἡ ἑορτὴ ὀνομάζεται “τῶν Ἁγίων Παντων” καὶ τὸ συναξάρι ἐπισημαίνει ὅτι κατ᾽ αὐτὴν ἐπιτελεῖται ἡ μνήμη «τῶν ἁγίων καὶ καλλινίκων μαρτύρων τῶν ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ κατὰ διαφόρους καιροὺς μαρτυρησάντων ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων θεσπίσθηκε ἐπὶ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Μετὰ τὸ θάνατο τῆς εὐλαβοῦς συζύγου του Θεοφανοῦς, ἔκτισε ναὸ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν τιμήσει στὸ ὄνομά της. Ὅταν ἀνακοίνωσε στὴν Ἐκκλησία τὸ σκοπό του, τοῦ ὑποδείχθηκε ὅτι πρέπει νὰ περάσει χρόνος γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴ τὸ «τίμιον καὶ σεβάσμιον». Ὁ Βασιλεὺς ὑποτάχθηκε καὶ ἀφιέρωσε τὸ ναὸ στὴ μνήμη καὶ τιμὴ πάντων τῶν Ἁγίων τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς.

ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ: Ἔστω κι ἂν ἡ ἑορτὴ ξεκίνησε γιὰ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες καὶ ἐπεκτάθηκε στὴ συνέχεια γιὰ Πάντες τοὺς Ἁγίους, οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴ συλλογικὴ αὐτὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς δείξουν ὅτι κατεβαίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸν κόσμο καὶ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος. Οἱ πρὶν ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸ Θεὸ γίνονται “ἕνα” μὲ αὐτόν, ἔχοντας τὴ δυνατότητα νὰ γίνουν Ἅγιοι. Καὶ ἔτσι ἡ ἀνθρωπότητα διὰ τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναπλήρωνει τὸ πεπτωκὸς ἐκεῖνο τάγμα τῶν Ἀγγέλων. Ἀκόμη, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄγνωστοι καὶ ἀφανεῖς ἅγιοι, γνωστοὶ στὸ Θεό, «νέφος μαρτύρων», αὐτοὺς τοὺς ἀγνώστους τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι, θὰ λέγαμε, τὸ μνημεῖο τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτη τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ παροῦσα ἑορτή. Ἡ ἑορτὴ καθιερώθηκε ἀκόμη, διότι κρίθηκε ἐπιβεβλημένο νὰ συναθροισθοῦν ὅλοι οἱ γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι Ἅγιοι σὲ μία κοινὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι ὅλοι μαζὶ ἀγωνίσθηκαν γιὰ ἕνα Χριστό, σὲ ἕνα κοινὸ στάδιο τῆς ἀρετῆς καὶ ὑπὸ ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ στεφανώθηκαν καὶ συνέστησαν τὴν «μίαν Ἐκκλησίαν», προτρέποντας καὶ ἐμᾶς νὰ ἀγωνιστοῦμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις «τὸν ἴσον ἀγώνα» μὲ αὐτούς, ὥστε καὶ ἐμεῖς νὰ μπορέσουμε νὰ συναριθμηθοῦμε μετὰ τῶν Ἁγίων του. Τέλος ἡ ἑορτὴ συνεστήθη ἀκόμη γιὰ τοὺς “ἐπιγενησομένους ἁγίους”, αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ θὰ γίνουν στὴ συνέχεια ἅγιοι. Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ ἑορτὴ ἔχει καὶ προληπτικὸ χαρακτήρα ἐφόσον ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νὰ περιλαμβάνει κάθε πιστό του σήμερα καὶ τοῦ αὔριο.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἅγιοι δὲν εἶναι μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μάρτυρες εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀγωνίσθηκαν καὶ ἀγωνίζονται τὸν ἀγώνα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς μὲ ἀκρίβεια καὶ συνέπεια. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀναδεικνύουν τὸ μαρτύριο τοῦ πνεύματος, αὐτοὶ ποὺ καθημερινὰ βιώνουν τὴ χαρμολύπη τοῦ λόγου τοῦ Σταυροῦ, αὐτοὶ ποὺ σταυρώνουν τὰ πάθη τους καὶ τὴν κακία τους.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα, ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη, δι᾽ αὐτῶν βοᾶ σοι, Χριστὲ ὁ Θεός. Τῷ λαῷ σου τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἠμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στὴν εἰκόνα τῆς σύναξης τῶν Ἁγίων Πάντων, τὸ ἄνω τμῆμα τὸ καταλαμβάνει σὲ κυκλικὴ διάταξη ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ στὸ κέντρο, καὶ γύρω οἱ χοροὶ τῶν δικαίων. Ἡ Ἑτοιμασία τοῦ θρόνου βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὴ δόξα καὶ οἱ δύο προφῆτες Δαβὶδ καὶ Σολομὼν παρουσιάζονται γονατιστοὶ μὲ ἀνοιχτὰ εἰλητάρια. Κάτω εἰκονίζεται ὁ παράδεισος καὶ οἱ προπάτορες Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καθισμένοι σὲ θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ὁ ληστής, ντυμένος μόνο μὲ περίζωμα καὶ κρατώντας τὸ σταυρό. Δηλαδή, γυμνὸς ἀπὸ ἀρετές, ἀλλὰ πρῶτος στὸν παράδεισο.

,

Σχολιάστε

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΗΜΕΡΑ

Γενέθλιος τῆς κκλησίας μέρα
ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

τοῦ Κωνσταντίνου  Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ: Οἱ Ἰουδαῖοι γιόρταζαν τὴν Πεντηκοστή, ἢ ἑορτὴ τῶν 7 ἑβδομάδων, ποὺ ὀνομαζόταν ἀκόμη “ἑορτὴ θερισμοῦ τῶν πρωτογεννημάτων” (Ἐξ. κγ΄16), διότι, κατὰ παράδοση, ὁ Δεκάλογος δόθηκε στὸ Μωυσῆ τὴν 50η μέρα μετὰ τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα. Κατὰ τὴ γιορτὴ προσφέρονταν στὸ Θεὸ θυσίες πρωτογεννημάτων (καρπῶν σιτηρῶν, οἰκιακῶν ζώων). Κατ᾽ ἀντιστοιχία, ὅπως κατὰ τὴν ἑβραϊκὴ Πεντηκοστὴ ἐκφράζονταν εὐχαριστίες γιὰ τὰ πρωτογεννήματα, ἔτσι στὴν χριστιανικὴ Πεντηκοστὴ ἐκφράζονται εὐχαριστίες γιὰ “τὰς ἀπαρχὰς τοῦ Πνεύματος”.

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ: Τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, Πεντηκοστὴ ὀνομαζόταν ὁλόκληρο τὸ διάστημα τῶν 50 ἡμερῶν ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μέχρι τὴν ἕβδομη Κυριακὴ μετὰ ἀπὸ αὐτή. “Πάσα ἡ Πεντηκοστή της ἐν τῷ αἰώνι προσδοκώμενης ἀναστάσεως ἐστὶ ὑπόμνημα.” (Μ. Βασίλειος). Αὐτὲς τὶς πενήντα μέρες ἀπαγορεύονταν γονυκλισίες καὶ νηστεῖες, λόγῳ τοῦ χαρμοσύνου τῶν ἡμερῶν. Ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Χρυσοστόμου, ἀποκλειστικὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἦταν περικοπὲς τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων, ποὺ ἀφοροῦσαν στὴ γέννηση καὶ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἀποκτᾶ σπουδαιότερη σημασία, γιατί θεωρεῖται δικαίως ὡς ἡμέρα “ἡ τελειώσασα τὴν Ἐκκλησίαν αἰτία”. Ἡ Ἐκκλησία, βεβαίως, ὡς σύνολο πιστῶν ὑπῆρχε καὶ πρὶν τὴν Πεντηκοστή, ἐφ᾽ ὅσον ὑπῆρχε ἱεραρχία, ὀργανωτικὲς βάσεις, παράδοση Μυστηρίων, ἀλλὰ ἔλειπε ἡ κινῶσα ζωτικὴ πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς τρίτης ὑποστάσεως τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. “Εορτάζουμε καὶ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν πραγματοποίηση τῆς ὑποσχέσεως καὶ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐλπίδας”, γράφει ὁ Γρηγόριος Θεολόγος. Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος προσθέτει: “Εἰ (ἐὰν) μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἂν συνέστη ἡ Ἐκκλησία. Εἰ δὲ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία εὔδηλον ὅτι Πνεῦμα πάρεστιν”. Ἡ Πεντηκοστή, “μητρόπολις τῶν ἑορτῶν”, κατέστη ἡ ἀφετηρία τῆς Ἐκκλησίας ἢ καλύτερα ἡ γενέθλιος μέρα τοῦ ἔργου της, διότι ἐκείνη τὴ μέρα κατῆλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς πρώτους Μαθητές.“Η φύσις ἡ ἡμετέρα πρὸ δέκα ἡμερῶν (διὰ τῆς Ἀναλήψεως) εἰς τὸν θρόνον ἀνέβη τὸν βασιλικόν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κατέβη σήμερον πρὸς τὴν φύσιν τὴν ἡμετέραν. Ἀνήνεγκεν ὁ Κύριος τὴν ἀπαρχὴν τὴν ἡμετέραν καὶ κατήνεγκε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.” (Ι. Χρυσόστομος)

ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ: Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει: “Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πάντοτε ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει, (…) εἶναι πάντοτε ἑνωμένο καὶ συναριθμεῖται μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Πάντοτε καὶ αἰώνια μεταλαμβάνεται [μὲ τὶς θεῖες ἐνέργειές Του], δὲν μεταλαμβάνει, ὁδηγεῖ στὴν τελείωση [τοὺς ἀνθρώπους], δὲν τελειώνεται, παρέχει τὴν πνευματικὴ πλήρωση, δὲν ἔχει ἀνάγκη πληρώσεως, ἁγιάζει, δὲν ἁγιάζεται, κάνει [τοὺς ἀνθρώπους] θεούς, (…) εἶναι πάντοτε τὸ ἴδιο καὶ ἀπαράλλακτο, ἀόρατο, ἄχρονο, ἀχώρητο, ἀναλλοίωτο, ὑπεράνω ἀπὸ κάθε ἔννοια ποιότητας, ποσότητας καὶ μορφῆς, ἀψηλάφητο, κινούμενο ἀφ’ Ἑαυτοῦ, κινούμενο συνεχῶς, ἔχοντας ἀφ᾽ Ἑαυτοῦ ἐξουσία, ἔχοντας ἀφ᾽ Ἑαυτοῦ δύναμη, παντοδύναμο (…). Πνεῦμα εὐθές, ἡγεμονικό, κύριο (…) κάνει τοὺς ἀνθρώπους ναοὺς οἴκους Του, ὁδηγεῖ, ἐνεργεῖ ὅπως θέλει, διανέμει χαρίσματα”.

ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ: Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα: “Πάντα χορηγεῖ: βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας” (Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον). Τὰ Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, κορυφαῖες δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τελοῦνταν τοὺς πρώτους αἰῶνες κατὰ τὴν ἑορταστικὴ ἀγρυπνία τῆς Πεντηκοστῆς (ὅπως καὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Ἀναστάσεως). Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ σήμερα πρέπει νὰ ἐμψυχώνει τοὺς ὀρθοδόξους λειτουργούς του Ὑψίστου, διότι κατὰ τὸν Χρυσόστομο “δυνάμεθα ἀεὶ Πεντηκοστὴν ἐπιτελεῖν”. Ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι: “Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τοῦ ἀνακαθαρμοῦ, τῆς ἀναγέννησης καὶ ἐξαγιασμοῦ τῶν πιστῶν.” (Π. Ν. Τρεμπέλας). Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς μυστικῆς ἐπικοινωνίας τὴ ψυχῆς τοῦ πιστοῦ μὲ Αὐτό, ἡ ψυχὴ δέχεται καὶ ἀντανακλᾶ δόξα Κυρίου, μεταμορφούμενη σὲ ὅμοια εἰκόνα μὲ τὸν Κύριο, προχωρώντας βαθμηδὸν ἀπὸ “δόξης εἰς δόξαν” (Β΄Κόρ. γ΄18), προοριζόμενη νὰ φτάσει στὸ “καθ’ ὁμοίωσιν” μὲ τὸν Δημιουργό, ποὺ ἦταν καὶ ὁ κορυφαῖος σκοπὸς τοῦ ἔργου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Τὸ Θεῖο Πνεῦμα φέρνει στὴν ψυχὴ ἀτμόσφαιρα Παραδείσου, μέσα στὴν ὁποία γονιμοποιοῦνται ὅλα τὰ ἄνθη της καὶ ὡριμάζουν οἱ καρποὶ τοῦ Πνεύματος: “ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια”.

ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ: Ἐπισφράγιση τῶν δωρεῶν τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ υἱοθεσία ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἀρραβώνα τῆς αἰώνιας κληρονομίας τοῦ Θεοῦ. “Όσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοι εἰσὶν υἱοὶ Θεοῦ (…) εἰ δὲ τέκνα καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ.” (Ρώμ. ἡ΄14-17). Ὅλη αὐτὴ ἡ ἁγιοπνευματικὴ βιοτὴ ἐπιτυγχάνεται μόνο διὰ τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῆς γεννημένης διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστὸς τηρώντας τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔστειλε στοὺς μαθητὲς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐπεδήμησε στοὺς Ἀποστόλους, στὴν Ἐκκλησία καί, δὶ’ αὐτῶν, σ’ ὅλους ὅσους ἀνοίγουν σ’ Αὐτὸ τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς τους. Δία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «πάσα ψυχὴ ζωοῦται». Δία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «πάσα ἡ κτίσις καινουργεῖται», δι᾽ αὐτοῦ «ὁ πᾶς πλοῦτος τῆς δόξης, ἐξ οὗ χάρις καὶ ζωὴ πάση τὴ κτίσει» δι᾽ αὐτοῦ «πάσα ψυχὴ ζωοῦται». (Ἀναβαθμοὶ Ὄρθρου). Μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα “δουλείας ἁπαλλαττόμεθα, εἰς υἱοθεσίαν ἀναγόμεθα, ἄνωθεν ἀναπλαττόμεθα, τὸ βαρὺ καὶ δυσῶδες τῶν ἁμαρτημάτων φορτίων ἀποτιθέμεθα. Διὰ τῆς τούτου δυνάμεως ἐξ ἀνθρώπων ἄγγελοι γεγόναμεν οἱ τῇ χάριτι προσδραμόντες”. (Ἰωάννης Χρυσόστομος).

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ὁ ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ (Κων. Οἰκονόμου)

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ οἱ ἀρνητὲς
τῆς ἁγιότητάς του

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου
δασκάλου τοῦ 16ου Δ. Σχολείου Λαρίσης

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ: Οἱ ἄμεσες πηγὲς ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴν περίοδο τοῦ Μ. Κων/νου εἶναι οἱ ἱστορικοὶ Εὐσέβιος (ἐκκλησιαστικός), Λακτάντιος καὶ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἔχουμε ἀκόμη τὸν εἰδωλολάτρη Ζώσιμο (425-518), ποὺ ἔγραψε τὴν Ἱστορία του 150 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κων/νου, βασιζόμενος σὲ εἰδωλολατρικὲς πηγές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ἄλλη πηγή. Ἔτσι, παρ᾽ ὅλο ποὺ δὲν εἶναι σύγχρονος τοῦ Κων/νου, λιβελογραφεῖ καὶ ἐμφανίζεται ἀπορριπτικὸς ἀπέναντί του, ἀποδίδοντάς του τὴν παρακμὴ τῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ἐποχὴ μάλιστα ποὺ τὸ κράτος εἶχε τὴ μεγαλύτερη ἔκταση τῆς Ἱστορίας του. Τέτοιες “πληροφορίες” του χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ συγχρόνους ἀρνητὲς τῆς ἁγιότητος τοῦ Μεγάλου Αὐτοκράτορα. Βασιζόμενοι στὰ ἔργα τοῦ Ζώσιμου πολλοὶ νεοπαγανιστές, χιλιαστὲς ἢ ἀθεϊστὲς (Βολταῖρος, Μοντεσκιὲ) τοποθετοῦνται ἀρνητικὰ ἔναντι τοῦ Κωνσταντίνου. Στὴν προσπάθεια ἀναίρεσης τῆς προσφορᾶς τοῦ Μ. Κων/νου συνετέλεσε καὶ ἡ παπικὴ ἀρχὴ ἀποστρεφόμενη τὸν Μ. Κωνσταντῖνο, ἐπειδὴ μετέφερε τὴν πρωτεύουσα στὴ Νέα Ρώμη ὁδηγώντας στὴν ἀφάνεια τὴν Παλαιὰ Ρώμη. Μάλιστα, μετὰ τὸ Σχίσμα, κανένας πάπας ἢ δυτικὸς ἡγεμόνας, δὲν ὀνομάσθηκε Κωνσταντῖνος!

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος μὲ τὸ ἔργο τοῦ ἀνέτρεψε τὸν ροῦ τῆς Ἱστορίας μὲ σημαντικὲς θρησκευτικὲς καὶ κοινωνικὲς παρεμβάσεις. Ἔτσι:  Ἔδωσε τὴ δυνατότητα στοὺς δούλους νὰ γίνουν ἀπελεύθεροι, τιμωροῦσε ἐκείνους ποὺ θανάτωναν τοὺς σκλάβους περιορίζοντας τὴ σωματικὴ τιμωρία. Ἀπαγόρευσε τὸ στιγματισμό, μὲ καμένο σπαθί, στὰ πρόσωπα τῶν σκλάβων. Ὑπῆρξε ἀήτηττος ἐν πολέμοις. Κατήργησε τὴν ποινὴ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, ἀνανέωσε τὸ οἰκογενειακὸ δίκαιο, καταδίκασε τὴ μοιχεία, ἀνύψωσε τὴ θέση τῆς μητέρας, προστάτεψε τὰ παιδιὰ ἀπὸ καταχρήσεις τῆς πατρικῆς ἐξουσίας. Ρύθμισε ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας. Θέσπισε εὐεργετήματα γιὰ ἀνάκληση ἐξορίστων, ἀπελευθέρωση καταδικασμένων τῶν προηγούμενων διωγμῶν, νομοθέτησε γιὰ τὴν τιμὴ τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν κατασχεθέντων κτημάτων, ἐνῶ προήγαγε Χριστιανοὺς σὲ ἀξιώματα καὶ ἐπιχορήγησε τὴν ἀνοικοδόμηση ἢ ἀνακαίνιση ναῶν. Ἀκόμη, προέτρεπε, χωρὶς ἐξαναγκασμό, τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ γίνουν Χριστιανοί, προστάζοντας νὰ μὴν ἐνοχλεῖται κανεὶς γιὰ τὴν πίστη του. Θεσμοθέτησε τὴν Κυριακὴ ἡμέρα προσευχῆς καὶ ἡμέρα ἀργίας. Τὰ κυριότερα ὅμως ἔργα του εἶναι: 1. Ἡ σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 2. Ἡ ἀποστολὴ τῆς μητέρας του, Ἁγίας Ἑλένης, στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἡ ἀνεύρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. 3. Ἡ ὁλοκλήρωσή του στὴ χριστιανικὴ πίστη μὲ τὴ βάπτισή του καὶ 4. Εἶναι ὁ πρῶτος Ρωμιὸς-Ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας στὴν Ἱστορία, γιατί καταλαβαίνοντας ὅτι τὸ μέλλον τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν στὴν Ἀνατολή, ἔχτισε τὴ νέα πρωτεύουσα, στὸ μέσο τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου, ἀποστρεφόμενος τὴ λατινόφωνη Δύση.

ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἡ Ἐκκλησία ἀνέδειξε τὸν Ἅγιο Κων/νο Ἰσαπόστολο, γιατί χάρη σὲ ἐνέργειές του φωτίστηκαν γειτονικὰ ἔθνη, ὅπως οἱ Ἰνδοὶ (ἀπὸ τὸ φιλόσοφο Μερόπιο καὶ τοὺς Αἰδέσιο καὶ Φρουμέντιο), οἱ Ἴβηρες (Γεωργιανοὶ) καὶ οἱ Ἀρμένιοι. Ἀκόμη, ἀνησυχώντας γιὰ τὴν τύχη τῶν Περσῶν χριστιανῶν, ἀπέστειλε ἐπιστολὲς στὸ βασιλιὰ τῆς χώρας (οἱ ἀνησυχίες του ἐπαληθεύτηκαν, καθὼς ἀπὸ τὸ 343 ὁ Σαβὼρ ἐξαπέλυσε διωγμοὺς σ᾽ ὅλη τὴν Περσία, ἀναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων). Ἑτοιμάστηκε μάλιστα, γιὰ ἐκστρατεία κατὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς Περσίας, μὰ περνώντας ἀπὸ τὴ Νίκαια ἀσθένησε καὶ κατέφυγε στὴν Ἑλενόπολη. Ὅμως ἡ ἀσθένεια αὐτὴ τὸν ὁδήγησε στὸ θάνατο, λίγους μῆνες ἀργότερα, (22/5/337, ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς) ἔχοντας ὁ ἴδιος βαπτισθεῖ.

ΤΑ “ΜΕΛΑΝΑ” ΣΗΜΕΙΑ: Ο ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΣ: Ὁ Μαξιμιανὸς ἤθελε νὰ γίνει αὔγουστος, καὶ διώχθηκε ἀπὸ τὸν γιό του Μαξέντιο. Ἔτσι κατέφυγε στὴν κόρη του, Φαύστα, σύζυγο τοῦ Κων/νου, ζητώντας προστασία ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Τὸ 310, ὅμως, πῆρε μέρος τοῦ στρατοῦ μαζί του αὐτοανακηρυσσόμενος αὐτοκράτορας. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Γερμανία, ὅπου πολεμοῦσε, καὶ ὁ Μαξιμιανὸς ἔντρομος κλείστηκε στὸ φρούριο τῆς Μασσαλίας. Ὁ Κωνσταντῖνος τὸν συνέλαβε, ἀλλὰ τὸν συγχώρησε. Ἀκολούθησε νέα συνωμοσία τοῦ Μαξιμιανοῦ καὶ τῆς Φαύστας, γιὰ νὰ δολοφονηθεῖ ὁ Κωνσταντῖνος. Ἡ προσπάθεια ἀπέτυχε. Ἡ Φαύστα ἐνοχοποίησε τὸν πατέρα της. Ὁ Μαξιμιανὸς ἀναγκάστηκε νὰ αὐτοαπαγχονιστεῖ. Κατηγοροῦν γι’ αὐτὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς (Pontifex maximus) καὶ ὁ ἀνώτατος ἀρχιερεύς. Ἑπομένως, κάθε πράξη ἔπρεπε νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τὸν ἀνώτατο δικαστή. Καὶ οἱ ποινὴ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἦταν ἡ ἐκτέλεση τοῦ στασιαστῆ.

Ο ΚΡΙΣΠΟΣ: Ἐπειδὴ ὁ Κων/νος ἀγαποῦσε πολὺ τὸ γιό του ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο, Κρίσπο, ἡ Φαύστα τὸν μίσησε πιστεύοντας πὼς θὰ ἐπεσκίαζε τοὺς δικούς της γιούς. Ἔτσι κατήγειλε πὼς εἶχε ἐπιχειρήσει νὰ τὴν ἀτιμάσει καὶ πὼς σχεδίαζε νὰ δολοφονήσει τὸν Κων/νο! Ὁ Κωνσταντῖνος τὴν πίστεψε, διατάζοντας ἐπιπόλαια νὰ θανατωθεῖ ὁ γιός του. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ταράχτηκε καὶ ἤλεγξε αὐστηρὰ τὸν Κων/νο. Ἐκεῖνος, μετανοιωμένος, διέταξε ἀνακρίσεις. Ὅταν ἀποδείχθηκε ἡ σκευωρία, ἡ Φαύστα τιμωρήθηκε μὲ θάνατο. Τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα τὸν ἔκαναν νὰ θρηνεῖ σ᾽ ὅλη του τὴ ζωὴ ἐπιδιώκοντας τὴ μετάνοια. Γι᾽ αὐτὰ τὰ συμβάντα, ἐπικριτὲς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ξιφούλκησαν ἐναντίον του. Ὅμως, ὅταν συνέβησαν αὐτά, ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἦταν Χριστιανός. Ἀκόμη, δὲν ἐνέργησε ἐμπαθῶς, ἀλλὰ ἔπεσε θύμα συκοφαντίας, ἐνῶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχαν δικαστήρια γιὰ τὴν ἀπονομὴ δικαιοσύνης. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἦταν στὰ χέρια τῶν αὐτοκρατόρων, ποὺ δίκαζαν σύμφωνα μὲ καταθέσεις μαρτύρων, χωρὶς νὰ ἀποκλειστεῖ τὸ λάθος. Πολλοὶ τῶν Ἁγίων ὑπῆρξαν προηγουμένως ἁμαρτωλοὶ καὶ χάρις στὴν ἔμπρακτη μετάνοιά τους συγχωρέθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀναδείχτηκαν Ἅγιοι, μάλιστα θαυματουργοί. Ἔπραξαν ἔργα γνήσιας μετάνοιας, συγχωρέθηκαν, εὐαρέστησαν τὸν Θεό, ἀναδεικνυόμενοι τελικὰ καὶ μεγάλοι Ἅγιοι! Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει πὼς ὁ βαπτιζόμενος καθαρίζεται ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλο προσωπικὸ ἁμάρτημα (ἂν εἶναι ἐνήλικας).

“ΔΙΩΚΤΗΣ” ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩΝ: Κατὰ τὸν Ζώσιμο, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος προκάλεσε τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι βεβήλωσαν τὰ ἀγάλματά του. Ὅμως ἐκεῖνος δὲν καταδίωξε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ οὔτε καὶ τήρησε φιλικὴ στάση ἀπέναντί τους. Συμβούλευε κατοίκους εἰδωλολατρικῶν περιοχῶν νὰ στραφοῦν πρὸς τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀλλὰ δὲν ἀδίκησε τὴν ἐθνικὴ θρησκεία. Ἄλλωστε, κατὰ τὸν Ζώσιμο, ἐπέβλεψε τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἐθνικῶν ναῶν. Προσπαθοῦσε νὰ τηρήσει ἰσορροπία ἐξασφαλίζοντας ἰσονομία. Δὲν ἀνακήρυξε τὸ Χριστιανισμὸ ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία, ἐξασφάλισε ἐλευθερία σὲ κάθε θρήσκευμα. Ἡ πρὶν τὸ θάνατό του βάπτιση καὶ ἡ εὐμενὴς ἀντιμετώπιση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἦταν καιροσκοπική. Διότι κανεὶς πολιτικὸς δὲν στηρίζεται στὴ μειοψηφία καί, τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔδειχνε τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν Χριστιανισμό, οἱ πιστοὶ ἀποτελοῦσαν τὸ 10% τῆς Αὐτοκρατορίας (Α. Χάρμερ: Ἡ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες)!

Ο Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ: Ἡ κηδεία τοῦ Ἁγίου ἔγινε στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ χῶρο ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ἑτοιμάσει, δίπλα σὲ ἱερὰ λείψανα Ἀποστόλων, ὅπως ἐπιθυμοῦσε. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα! Πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸ Θεό, ποὺ ἀνέδειξε τὸν Κων/νο αὐτοκράτορα σὲ μία ἐποχὴ κρίσης ἀξιῶν, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες διωγμῶν καὶ θανατώσεων ἑκατομμυρίων ἀθώων γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀσπάσθηκε τὸν χριστιανισμό, ὄχι μόνο ὡς ἕνας ἁπλὸς πολίτης της, ἀλλ᾽ ὡς ὁ αὐτοκράτοράς της! Τὸ ὅτι βαπτίσθηκε στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποδεικνύει γνήσια ἐσωτερικὴ ἀνάγκη. «Τοὺς δοξάζοντάς με, δοξάσω», λέγει ὁ Θεός. Μόνο ὁ Θεός, στὴν Ὀρθοδοξία, ἀνακηρύσσει δοξάζοντας τοὺς Ἁγίους Του. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀξιώθηκε, ζῶν, ἄμεσης θεϊκῆς καθοδήγησης, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ὁράματος μὲ τὸ Σταυρό, (Τούτῳ Νίκα) καθιστάμενος “σκεῦος ἐκλογῆς” στὰ χέρια τῆς θείας Προνοίας γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς λατρείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον τὸν δόξασε ὁ Κύριος! Δὲν πρέπει νὰ παραβλέπεται πὼς μετὰ τὴν κοίμησή του οἱ προσευχὲς καὶ μεσιτεῖες του πρὸς τὸν Θεὸ θαυματουργοῦν. Σημαντικὸ στοιχεῖο ἀκόμη εἶναι τὸ ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος «ἐκράτυνε τὴν πίστιν τῆς Νικαίας», διότι συνέβαλε στὸ νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος καὶ νὰ ἀποφασίζει ἡ Σύνοδος, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Συμπερασματικά: δὲν ὑπάρχει ἁγιοποίηση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀλλὰ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος.

,

Σχολιάστε

Ο ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ

Νεοφανς σιομάρτυς φραμ [5 Μαΐου]

Ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο στὸ 16ο Δ. Σ. Λάρισας

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος καὶ Ὁσιομάρτυς Ἐφραὶμ γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1384 στὰ Τρίκαλα τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ πολύτεκνους γονεῖς καὶ εἶχε 7 ἀδέλφια. Τὸ βαφτιστικό του ὄνομα ἦταν Κωνσταντῖνος Μορφής1. Σὲ ἡλικία 14 χρόνων, τὸ 1398, μὲ τὴν προτροπὴ τῆς μητέρας του, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸ παιδομάζωμα καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴ στράτευση ἀπὸ τοὺς Τούρκους πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸ Ὄρος τῶν Ἀμώμων τῆς Ἀττικῆς, πρῶτα ὡς μοναχὸς καὶ μετὰ ὡς Ἱερέας. Τὸ 1416 οἱ Τοῦρκοι εἰσέβαλαν καὶ λεηλάτησαν τὴν Ἀττικὴ καὶ ἀνάγκασαν τὸν Δούκα τῶν Ἀθηνῶν [Λατινοκρατία, τότε] νὰ δηλώσει ὑποταγὴ στὸν Σουλτάνο. Τὸ 1424 οἱ ἄξεστοι Ὀθωμανοὶ εἰσέβαλαν βιαίως στὴν Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔσφαξαν ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς. Ὁ Ἅγιος ἀπουσίαζε στὴν σπηλιά του, πάνω στὸ βουνό, γιὰ προσευχὴ καὶ μόλις ἐπέστρεψε, ἀντίκρυσε τὰ πτώματα τῶν Πατέρων καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔθαψε, θρήνησε γοερῶς. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὴν 14η Σεπτεμβρίου 1425, ἐπανῆλθαν οἱ βάρβαροι καὶ βρῆκαν τὸν Ἅγιο. Τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν βασάνιζαν ἐπὶ 8 1/2 μῆνες μὲ μεγάλη μανία καὶ βαρβαρότητα, γιὰ νὰ τοὺς ἀποκαλύψει τοὺς δῆθεν θησαυροὺς τῆς Μονῆς. Στὸ τέλος τὸν κρέμασαν ἀνάποδα ἀπὸ μία παλαιὰ μουριὰ ποὺ ὑπῆρχε στὸν περίβολο τοῦ μοναστηριοῦ καὶ τὸν τρύπησαν μὲ ἕνα μεγάλο ἀναμμένο ξύλο στὴν κοιλιά, στὴν περιοχὴ τοῦ ἀφαλοῦ, μετὰ τὸν κάρφωσαν στὸ δέντρο μὲ μεγάλα σουβλερὰ καρφιά. Ὁ Ἅγιος φλεγόμενος συνέχισε νὰ προσεύχεται, ὥσπου τελείωσε μαρτυρικῶς τὴ ζωή του ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 5 Μαίου 1426, στὶς 9 ἡ ὥρα τὸ πρωί… Ἦταν μόλις 42ετῶν.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΚΑΙ Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα μοναστήρια τῆς Ἀττικῆς εἶναι αὐτὸ στὸ Ὄρος τῶν Ἀμώμων (τοποθεσία γνωστὴ σήμερα ὡς Νέα Μάκρη). Γιὰ αἰῶνες, πολλοὶ μοναχοὶ καὶ ἱερεῖς ἔμειναν ἐκεῖ καὶ προσευχήθηκαν στὸν Κύριο. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας ἔγιναν μεγάλες καὶ βάρβαρες σφαγὲς μέχρις ξεκληρίσματος τοῦ μοναστηριοῦ, ἕνα ἀπὸ τὰ θύματα, ἄλλωστε, ἦταν καὶ ὁ ἅγιός μας. Τὸ 1945, ἡ τότε Μοναχὴ Μακαρία πῆγε στὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἄλλοτε ὀνομαζόμενης ὡς Σταυροπηγιακῆς, τοῦ Ὄρους Ἀμώμων, στὶς βορειανατολικὲς ὑπώρειες τοῦ Πεντελικοῦ. Ἀπὸ θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ἕνα κελάκι ἐκεῖ καὶ ἄρχιζε νὰ καθαρίζει τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ τὸν ἀνακατασκευάσει. Ἐκεῖ πολλὲς φορὲς ἀναλογιζόταν μὲ συγκίνηση ὅτι σὲ ἐκεῖνα τὰ χώματα εἶχαν ζήσει κατὰ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων ἅγιοι Μοναχοὶ καὶ προσευχόταν νὰ γνωρίσει ἢ νὰ τῆς φανερωθεῖ κάποιος ἀπὸ αὐτούς. Μία φωνὴ στὴν ἀρχὴ σιγανή, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρὸ δυνατότερη στὴν ψυχή της, τῆς ἔλεγε: “Σκάψε καὶ θὰ βρεῖς αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖς”, ἐνῶ θαυμαστῶς τῆς εἶχε φανερωθεῖ ἕνα σημεῖο στὸ προαύλιο τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἔτσι στὶς 3 Ἰανουαρίου 1950 ἔχοντας ἕναν ἐργάτη γιὰ ἄλλες ἐργασίες στὸ μοναστήρι τὸν ἔβαλε νὰ σκάψει στὸ σημεῖο ὅπου τῆς ὑποδείκνυε ἡ ψυχή της. Ὁ ἐργάτης ἀρνητικὸς στὴν ἀρχή, μιᾶς καὶ ἤθελε νὰ σκάψει ὁπουδήποτε ἀλλοῦ παρὰ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, τελικά, μετὰ ἀπὸ τὶς ἐκκλήσεις καὶ τὶς προσευχές, ὁ ἐργάτης πείστηκε καὶ ξεκίνησε νὰ σκάβει. Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἕνα μισογκρεμισμένο τζάκι καὶ ἕνα ἐρείπιο παλαιοῦ τοίχου, πράγματα ποὺ ἔδειχναν ὅτι ἐκεῖ κάποτε ὑπῆρχε ἴσως κελὶ κάποιου μοναχοῦ. Φτάνοντας σὲ 1,70 μ. βάθος, ἡ σκαπάνη ἔφερε στὸ φῶς τὸ πρῶτο εὕρημα: Μία κάρα. Συγχρόνως, ὅλος ἐκεῖνος ὁ τόπος ἄρχισε νὰ εὐωδιάζει. Τότε, μὲ προσοχὴ ἡ Ἡγουμένη Μακαρία ἔβγαλε ὅλο τὸ ὑπόλοιπο σκήνωμα καὶ τὸ τοποθέτησε σὲ μία θυρίδα ποὺ ἦταν πάνω ἀπὸ τὸν τάφο. Ἦταν φανερὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ κληρικὸ γιατί, θαυματουργῶς, τὸ ράσο του εἶχε παραμείνει ἄθικτο. Τὸ βράδυ, διαβάζοντας τὸν ἑσπερινό, ἡ Ἡγουμένη ἄκουσε βήματα. Ὁ ἦχος ἐρχόταν ἀπὸ τὸν τάφο, μετὰ ἀπὸ τὸν περίβολο καὶ ἔφτανε ὣς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Ἐκεῖ πρωτοαντίκρυσε τὸν ἅγιο, ψηλὸ μὲ μάτια μικρὰ στρογγυλά, μὲ μακριὰ μαῦρα γένια ποὺ ἔφταναν ὣς τὸ λαιμό, ντυμένο μὲ τὴ μοναχικὴ ἀμφίεση. Στὸ ἕνα χέρι εἶχε μία φλόγα καὶ μὲ τὸ ἄλλο εὐλογοῦσε. Ὁ ἅγιος ζήτησε νὰ τὸν βγάλουν ἀπὸ τὴ θυρίδα ποὺ τὸν εἶχαν. Τὴν ἑπόμενη κιόλας μέρα ἡ Ἡγουμένη καθάρισε τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ τοποθέτησε σὲ μία θυρίδα στὸ Ἱερό τοῦ Ναοῦ, τὴ φορὰ αὐτή. Τὸ ἴδιο βράδυ φανερώθηκε στὸν ὕπνο της ὁ ἅγιος καὶ τὴν εὐχαρίστησε, ἐνῶ τῆς φανέρωσε καὶ τὸ ὄνομά του, “Ἐφραίμ”.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Ἐν ὄρει τῶν Ἀμώμων ὥσπερ ἥλιος ἔλαμψας, καὶ μαρτυρικῶς, θεοφόρε, πρὸς θεὸν ἐξεδήμησας, βαρβάρων ὑποστὰς ἐπιδρομάς, Ἐφραὶμ Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἀναβλύζεις χάριν ἀεί, τοῖς εὐλαβῶς βοῶσί σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ: Βίῳ διαλάμπων ἀσκητικῷ, ἐν ὄρει Ἀμώμων, ἠγωνίσω μαρτυρικῶς, καὶ θαυμάτων χάριν, θεόθεν ἐκομίσω, Ἐφραὶμ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.

,

Σχολιάστε

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ καὶ οἱ ὁμώνυμοι ναοὶ τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Λάρισας

Ζωοδόχος Πηγ κα ο μώνυμοι ναο
τ
ς Κωνσταντινούπολης κα τς Λάρισας

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΣΥΝΑΞΑΡΙ: Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ὀνόματα τῆς Θεοτόκου εἶναι καὶ τὸ “Ζωοδόχος Πηγή”, ἀφοῦ γέννησε τὴν Ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀποδόθηκε στὴν Παναγία ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ τὸν Ὑμνογράφο (9ος αἰ.). Ἡ γιορτὴ ἀναφέρεται στὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας, γνωστοῦ ὡς «Ζωοδόχος Πηγὴ στὸ Μπαλουκλί», ἔξω ἀπὸ τὰ θεοδοσιανὰ τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου καὶ τὰ λεγόμενα “παλάτια τῶν πηγῶν”, θέρετρα Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἁγίασμα ποὺ ἐπιτελοῦσε καὶ ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα.

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Ὁ Ἱερὸς Ναὸς Ζωοδόχου Πηγῆς στὴν Πόλη ἀνεγέρθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα τὸν Θράκα, πού, πρὶν γίνει αὐτοκράτορας, ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, συνάντησε ἕναν τυφλὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Χρυσὴ Πύλη τῆς Βασιλεύουσας. Ὁ τυφλός τοῦ ζήτησε νερὸ νὰ πιεῖ καὶ ὁ Λέων ἀναζήτησε τὴν πηγὴ τοῦ νεροῦ στὴν κατάφυτη περιοχή, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ τὴν ἀνακαλύψει. Ἡ διήγηση προσθέτει πὼς ὁ Λέων λυπήθηκε ποὺ δὲν βρῆκε νερὸ νὰ δώσει στὸν τυφλό. Ἄκουσε τότε φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Βασιλιᾶ Λέοντα», ἐνῶ ἀκόμη ἦταν στρατιώτης, “εἴσελθε βαθύτερα στὸ δάσος, καὶ ἀφοῦ λάβεις μὲ τὶς χοῦφτες σου τὸ θολερὸ αὐτὸ νερό, νὰ ξεδιψάσεις τὸν τυφλὸ καὶ νὰ τοῦ πλύνεις τὰ μάτια. Τότε θὰ γνωρίσεις ποιὰ εἶμαι ἐγὼ ποὺ κατοικῶ στὸ μέρος αὐτό”. Ὁ Λέων ἔκανε ἀμέσως ὅπως τὸν διέταξε ἡ φωνὴ καὶ ὁ τυφλὸς εἶδε τὸ φῶς του. Ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦταν τῆς Παναγίας. Ὅταν ὁ Λέων ἔγινε αὐτοκράτορας (457-474), μὲ εὐγνωμοσύνη ἔκτισε στὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ἁγιάσματος Ἱερὸ Ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας. Ὅταν κατέρρευσε ὁ Ναὸς ἀπὸ τὸν χρόνο, ὁ Ἰουστινιανὸς ἀνοικοδόμησε τὴ Ζωοδόχο Πηγή, καθιστώντας τὸ ναὸ μεγαλοπρεπέστερο, ἐνῶ ἀργότερα ὁ Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών, μετὰ ἀπὸ σεισμό, ἀνέλαβε τὴν ἀνακαίνισή του (869). Ὁ Ναὸς αὐτὸς κατέρρευσε τὸν 15ο αἰώνα. Ὁ Pierre Gylles σημειώνει ὅτι ἐκείνη τὴν περίοδο (16ος αἰ.), ἡ ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε πιά, ἀλλὰ οἱ ἀσθενεῖς ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπισκέπτονται τὴν Πηγή. Τὸ 1825 τὸ ἁγίασμα καταστράφηκε ἀπὸ γενιτσάρους κατὰ τὴν ἐξέγερσή τους. Τὸ 1833 ὁ Πατριάρχης Κωνστάντιος Α΄ ξαναέκτισε τὸν Ναὸ πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ. Τὰ ἐγκαίνια ἔγιναν τὴν 2/2/1835 ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πατριάρχη στὸ Μπαλουκλί. Μπαλουκλὶ σημαίνει τόπος μὲ ψάρια, ἀφοῦ στὴν δεξαμενὴ τῆς Πηγῆς ὑπάρχουν ψάρια. Σήμερα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐκκλησία, λατρευτικὸ κέντρο τοῦ συγκροτήματος ἀποτελεῖ ὁ ὑπόγειος ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅπου βρίσκονται ἡ δεξαμένη μὲ τὸ ἁγίασμα καὶ τὰ ψάρια. Ἀκόμη καὶ Τοῦρκοι πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία αὐτή, παίρνουν ἁγιασμένο νερὸ καὶ θεραπεύονται. Νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ 1955 ὁ ναὸς βεβηλώθηκε ἀπὸ ὄχλο Τούρκων ποὺ ὅρμησαν διαλύοντας τὰ πάντα στὴν περίοδο τῶν Σεπτεμβριανῶν, τοῦ ξεσπάσματος δηλαδὴ τῶν βαρβάρων κατὰ κάθε τί χριστιανικοῦ καὶ ἑλληνικοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸν ναὸ αὐτὸ θεραπεύθηκαν ἡ αὐτοκράτειρα Ζωή, οἱ αὐτοκράτορες Ἰουστινιανός, Λέοντας Σοφός, Ρωμανὸς Λεκαπηνός, ὁ Ἀνδρόνικος Γ΄, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Στέφανος, ὁ Ἱεροσολύμων Ἰωάννης, πλῆθος κληρικῶν, μοναχῶν καὶ ἁπλῶν πιστῶν. Τὸν 14ο αἰώνα ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει ἕναν κατάλογο 63 θαυμάτων.

Ο ΟΜΩΝΥΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ: Ὣς τὸ τέλος τῆς Τουρκοκρατίας οἱ κάτοικοι στὴ συνοικία Ταμπάκικα ἐκκλησιάζονταν στὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου, ὅσο αὐτὸς λειτουργοῦσε. Τὸ 1877 οἰκοδομήθηκε σὲ κεντρικὸ σημεῖο τῆς συνοικίας ἕνα παρεκκλήσι τῆς Παναγίας Φανερωμένης ὅπου ὑπῆρχε καὶ παλαιὸ κοιμητήριο. Τὴν ἴδια χρονιά, ἐμφανίστηκε μία μοναχὴ ὀνόματι Θεοφανία, ποὺ ἐργάσθηκε ἀμισθὶ στὸ παρεκκλήσιο τοῦ μικροῦ κοιμητηρίου. Ἡ Θεοφανία ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στὸ μικρὸ ναΐσκο, σὲ ἕνα μικρὸ κελλάκι, ζώντας ἀσκητικά. Ὁ Κύριος βλέποντας τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς της, τῆς ἀποκάλυψε σὲ ὄνειρο ὅτι στὸ σημεῖο ποὺ ὑπάρχει τὸ μαγγανοπήγαδο, στὸ βάθος του, βρίσκεται παλαιὰ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ἡ μοναχὴ ξαναεῖδε σὲ ὄνειρο αὐτὴ τὴ φορὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, νὰ τὴν ὁδηγεῖ στὸ μαγγανοπήγαδο καὶ νὰ τῆς δείχνει ὅτι στὸ βυθὸ τοῦ βρίσκεται ἡ εἰκόνα της. Τότε ἡ μοναχὴ ἀνέφερε τὰ θαυμαστὰ ὄνειρα στὸν τότε ἱερέα τοῦ Ναΐσκου καὶ κατόπιν στὸν Ἐπίσκοπο Λαρίσης Νεόφυτο. Ἡ μοναχὴ Θεοφανία ἔνδακρυς διηγήθηκε στὸν Ἐπίσκοπο τὰ ὄνειρά της καὶ ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βρεθεῖ συνεργεῖο γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Μὲ ἐγκύκλιό του μάλιστα κάλεσε ἱερεῖς καὶ πιστοὺς νὰ παραστοῦν στὴν τελετή. Ἔτσι, μία μέρα σχηματίστηκε πομπὴ γύρω ἀπὸ τὸ πηγάδι μὲ τοὺς ἱερεῖς ἐνδεδυμένους τὰ ἱερά τους ἄμφια, τὸν Ἐπίσκοπο ἐπικεφαλῆς, παρουσία πλήθους κόσμου καὶ ἀφοῦ προηγήθηκε παράκληση στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἄρχισε ἡ ἄντληση τοῦ νεροῦ ὅποτε στὸ βυθὸ ἐμφανίστηκε ἡ εἰκόνα. Μεγάλη ἡ συγκίνηση καὶ ἡ χαρὰ ὅλων, ἐνῶ ἀμέσως ἤχησε ἡ καμπάνα τοῦ κωδωνοστασίου τοῦ Ναΐσκου. Ὁ Μητροπολίτης Νεόφυτος καθάρισε ἀπὸ τὶς λάσπες τὴν εἰκόνα καὶ μὲ πομπὴ τὴν ὁδήγησε στὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἁγίου Ἀχιλλίου ὅπου ἐναποτέθηκε πρὸς προσκύνηση γιὰ σαράντα ἡμέρες. Τὴν εἰκόνα αὐτή, ἡ ὁποία ἀπεικονίζει τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν Κύριο, τὴν ὀνόμασε ὁ Ἐπίσκοπος, Ζωοδόχο Πηγή, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φιλοξενηθεῖ στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ μέχρι ἀνεγέρσεως Ἱεροῦ Ναοῦ. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα στὸν Ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς χαρίζοντας, εὐλογία, παραμυθία καὶ θαύματα στοὺς πιστούς. Μετὰ τὴν κατάρτιση ἐρανικῆς ἐπιτροπῆς ἀνεγέρσεως Ἱεροῦ Ναοῦ, ὁ Μητροπολίτης Νεόφυτος διόρισε τὸν ἱερέα Δημήτρη Σακελλαρίου ἐπικεφαλῆς στὴ διενέργεια ἐράνου σὲ ὅλη τὴ Θεσσαλία, ποὺ εἶχε πλέον ἐνσωματωθεῖ μὲ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Ἔτσι χτίστηκε ὁ πρῶτος ναὸς Βασιλικοῦ ρυθμοῦ. Ὁ Ι. Ναὸς αὐτὸς κατεδαφίστηκε καὶ στὴ θέση του ἀνηγέρθη νέος μεγαλοπρεπὴς Ναὸς τὴ δεκαετία τοῦ 1990.

Η ΕΟΡΤΗ: Ἡ σημερινὴ ἑορτὴ εἶναι:
Α΄ Κινητὴ ἑορτή, διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ὅπως καὶ ἄλλες μεγάλες ἑορτὲς (Ἀνάληψη, Πεντηκοστή, κ.α.) Ἑορτάζεται τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, δηλαδὴ τὴν ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετὰ τὸ Πάσχα.
Β΄ Εἶναι Θεομητορικὴ ἑορτὴ γιατί εἶναι μία ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας. Ἡ ἑορτὴ αὐτή, ἀντίθετα μὲ τὶς ὑπόλοιπες Θεομητορικές, ἔχει σχέση μὲ τὶς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τῆς Παναγίας πρὸς σωτηρίαν ἀνθρώπων ποὺ τὴν ἐπικαλέσθηκαν μὲ πίστη. Ὅπως στὸ Μπαλουκλὶ ἑορτάζουν τὴν Ζωοδόχο Πηγὴ καὶ ὁ ναὸς ἐκεῖνος τῆς Θεοτόκου εἶναι πηγὴ θείων δωρεῶν, ἔτσι καὶ κάθε ἐκκλησία μὲ ὀρθόδοξο ἱερέα ποὺ λειτουργεῖ καὶ τελοῦνται τὰ ἅγια μυστήρια, εἶναι μία ζωοδόχος πηγή. “Στήν Ἐκκλησία τρέχει τὸ ἀθάνατο νερὸ τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου. Τὸ νερὸ αὐτὸ ποὺ ξεδιψᾶ, πηγάζει ἀπὸ τὴν ὑπερτάτη θυσία τοῦ Κυρίου. Τὸ νερὸ αὐτὸ θεραπεύει, δίνοντας ὑγεία στὶς ἀνάπηρες καὶ τραυματισμένες ψυχές, διὰ πρεσβειῶν τῆς Παναγίας” (Αὐγ. Καντιώτης).

,

Σχολιάστε

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

κάθιστος μνος

ἀπὸ τὸν Κωνσταντίνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλo

ΓΕΝΙΚΑ: Ἀκάθιστος ὕμνος ὀνομάζεται ἕνας ὕμνος, γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἕνα Κοντάκιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ψάλλεται στοὺς ναοὺς τὶς πέντε πρῶτες Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τὶς πρῶτες τέσσερις τμηματικά, καὶ τὴν πέμπτη ὁλόκληρος. Εἶναι ἕνας ὕμνος ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ προοίμιο καὶ 24 οἴκους σὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, ἀπὸ τὸ Α ὣς τὸ Ω, δηλαδὴ κάθε «οἶκος», ἢ στροφή, ξεκινᾶ μὲ τὸ ἀντίστοιχο κατὰ σειρὰ ἑλληνικὸ γράμμα. Θεωρεῖται δίκαια ὡς ἀριστούργημα τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας. Εἶναι γραμμένος πάνω στοὺς κανόνες τῆς ὁμοτονίας, ἰσοσυλλαβίας καὶ ἐν μέρει τῆς ὁμοιοκαταληξίας. Ἡ γλῶσσα του εἶναι ποιητική, ἐμπλουτισμένη ἀπὸ κοσμητικὰ ἐπίθετα καὶ πολλὰ σχήματα λόγου. Τὸ θέμα του εἶναι ἡ ἐξύμνηση τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς Θεοτόκου. Ὁ ὕμνος αὐτὸς ὀνομάζεται «Ἀκάθιστος» ἀπὸ τὴν ὄρθια στάση, ποὺ τηροῦν οἱ πιστοὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ψαλμωδίας της1. Οἱ πιστοὶ ἔψαλαν παλαιότερα τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο ὄρθιοι, ὑπὸ τὶς συνθῆκες ποὺ θεωρεῖται ὅτι ἐψάλη γιὰ πρώτη φορά. Σύμφωνα μὲ ἀναφορὲς Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἦταν στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Τὸ 626, ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἡγεῖτο ἐκστρατείας τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ κατὰ τῶν Περσῶν, ἡ Βασιλεύουσα πολιορκήθηκε αἰφνιδιαστικά, κατόπιν συνεργασίας ἀντιπερισπασμοῦ μὲ τοὺς Περσες, ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους. Γνωρίζοντας τὴν ἀπουσία στρατοῦ, οἱ Ἄβαροι ἀπέρριψαν κάθε πρόταση ἐκεχειρίας καὶ στὶς 6 Αὐγούστου Αὐγούστου κατέλαβαν τὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν. Τὴ νύχτα τῆς 7ης πρὸς 8η Αὐγούστου, ἑτοιμάζονταν γιὰ τὴν τελικὴ ἐπίθεση, ἐνῶ ὁ Σέργιος, Πατριάρχης Κων/λεως, περιέτρεχε τὰ τείχη τῆς Πόλης μὲ τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καὶ ἐνεθάρρυνε τὸ λαό. Λίγη ὥρα ἀργότερα, μέσα στὴ νύχτα, φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος, δημιούργησε τρικυμία καὶ κατέστρεψε τὸν ἀποτελούμενο ἀπὸ ἐλαφρὰ μονόξυλα ἐχθρικὸ στόλο, ἐνῶ μία ἀντεπίθεση τῶν ἀμυνόμενων προξένησε τεράστιες ἀπώλειες στοὺς Ἀβάρους καὶ τοὺς συνεργαζόμενους Πέρσες, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάστηκαν νὰ λύσουν τὴν πολιορκία καὶ νὰ ἀποχωρήσουν ἄπρακτοι. Τὴν 8η Αὐγούστου, ἡ Πόλη εἶχε πιὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴ μεγαλύτερη ὣς τότε ἀπειλή. Ὁ λαός, θέλοντας νὰ πανηγυρίσει τὴ σωτηρία του, τὴν ὁποία ἀπέδωσε στὴ συνδρομὴ τῆς Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Τότε, ὄρθιο τὸ πλῆθος τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἔψαλε τὸν ἀπὸ τότε λεγόμενο «Ἀκάθιστο Ὕμνο» στὴν Παναγία, ἀποδίδοντας τὰ «νικητήρια» καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ: Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατέστερη ἄποψη, ὁ ὕμνος εἶχε συντεθεῖ νωρίτερα καὶ μάλιστα θεωρεῖται ὅτι ψαλλόταν στὸ συγκεκριμένο ναὸ στὴν ἀγρυπνία τῆς 15ης Αὐγούστου κάθε ἔτους. Ἁπλῶς, ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ ὕμνος ἐψάλη «ὀρθοστάδην», ἐνῶ ἀντικαταστάθηκε τὸ ὣς τότε προοίμιο, “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει”, μὲ τὸ ὡς σήμερα χρησιμοποιούμενο “Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια”, τὸ ὁποῖο ἔδωσε δοξολογικὸ καὶ ἐγκωμιαστικὸ τόνο στὸν ὣς τότε διηγηματικὸ καὶ περισσότερο δογματικὸ ὕμνο. Σύμφωνα ὅμως μὲ ἄλλες πηγές, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος συνδέεται καὶ μὲ ἄλλα παρόμοια γεγονότα, ὅπως τὶς πολιορκίες καὶ τὴν σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἐπὶ τῶν Αὐτοκρατόρων Κων/νου Πωγωνάτου [673], Λέοντος Ἰσαύρου [717-8] καὶ Μιχαὴλ Γ΄[860].

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ἐνῶ εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι ὁ ὕμνος ψαλλόταν ὡς εὐχαριστήρια ὠδὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο, τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, ἐν τούτοις τὸ πρόβλημα τῆς σύνθεσης τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου παραμένει μέχρι καὶ σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ δυσκολοτέρα φιλολογικὰ προβλήματα, καθὼς οἱ μελετητὲς δὲν ἔχουν ἀκόμη καταλήξει στὸ ποιός, πότε καὶ γιατί συνέθεσε τὸν ὕμνο αὐτό. Πάντως σὲ ὅλα τὰ χειρόγραφα ὁ ὕμνος φέρεται ὡς ἀνώνυμος, ἐνῶ ὁ Συναξαριστής, ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 626, δὲν ἀναφέρει οὔτε τὸ χρόνο σύνθεσης, οὔτε τὸν μελωδό του. Τὸ περιεχόμενό του πάντως ἀπηχεῖ τὶς δογματικὲς θέσεις τῆς Τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου [431], ἑπομένως ὁ Ὕμνος δὲν συνετέθη νωρίτερα ἀπὸ τὴ χρονιὰ αὐτή. Κάποιοι ἐρευνητὲς θεωροῦν ὅτι ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του συνάγεται ὅτι ὁ ὕμνος ἀναφέρεται σὲ κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τῶν Χριστουγέννων, ἑορτὲς οἱ ὁποῖες χωρίστηκαν ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ [527-565], πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ὕμνος γράφτηκε τὸ ἀργότερο ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη βυζαντινὴ παράδοση ὅμως ἀποδίδει τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο στὸν μεγάλο βυζαντινὸ ὑμνογράφο τοῦ 6ου αἰώνα, Ρωμανὸ τὸ Μελωδό.Τὴν ἄποψη αὐτὴ ὑποστηρίζουν πολλοὶ ἐρευνητές, ὅπως οἱ: P. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Εὐστρατιάδης, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι οἱ ἐκφράσεις τοῦ ὕμνου, ἡ ποιητική του ἀρτιότητα καὶ ἡ δογματική του πληρότητα ὁδηγοῦν στὸ Ρωμανό. Τέλος, σὲ ἕναν κώδικα τοῦ 13ου αἰώνα, ὑπάρχει σημείωση, τοῦ 16ου, ὅμως, αἰώνα, ἡ ὁποία ἀναφέρει τὸν Ρωμανὸ ὡς ποιητὴ τοῦ ὕμνου. Ἡ ἄποψη αὐτή, πάντως, ἀντικρούεται ἀπὸ πολλοὺς μελετητὲς ποὺ βρίσκουν στὴ δομή, στὸ ὕφος καὶ τὸ περιεχόμενό του πολλὰ στοιχεῖα τῆς μεταρωμανικῆς ἐποχῆς2. Σύμφωνα, λοιπὸν μὲ μία ἐκδοχή, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Βυζαντινῆς Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη, ἀλλὰ καὶ τὸν O. Bardenhewer, ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ Α΄[716-730], ὁ ὁποῖος ἔζησε τὰ γεγονότα τῆς θαυμαστῆς λύτρωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τὴν πολιορκία τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸ 718, ἐπὶ Λέοντος Ἰσαύρου. Ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μία λατινικὴ μετάφραση τοῦ Ὕμνου, ποὺ ἔγινε περὶ τὸ 800, ἀπὸ τὸ Βενατσιάνο ἐπίσκοπο Χριστόφορο, τὸν ἀναφέρει ὡς δημιουργὸ τοῦ ὕμνου3. Μία ἄλλη ἐκδοχή, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ τὸν Θ. Δετοράκη, βασίζεται σὲ μία ἀχρονολόγητη εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα Ἱεροσολύμων, ὅπου εἰκονίζεται ἕνας μοναχός, ποὺ κρατάει εἰλητάριο, ὅπου ἀναγράφεται: “Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη4”. Στὸ κεφάλι τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ γράφει “ὁ ἅγιος Κοσμᾶς”. Πρόκειται γιὰ τὸν Κοσμᾶ τὸ Μελωδό, ὁ ὁποῖος ἔζησε καὶ αὐτὸς τὰ γεγονότα τοῦ 718 [κοιμήθηκε τὸ 752]. Τέλος, ἄλλοι ἐραυνητὲς θεωροῦν ὅτι ὁ Ὕμνος συνετέθη ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο [K. Krumbacher, W. Christ, M. Paranikas, C. Del Grande, Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου), τὸν σύγχρονο μὲ τὴν πολιορκία Γεώργιο Πισίδη, τὸν Ἱερὸ Φώτιο, τὸν Ἀπολινάριο τὸν Ἀλεξανδρέα, τὸν Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.ἄ. Πάντως μὲ βεβαιότητα, οἱ εἱρμοὶ τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ἐνῶ τὰ τροπάρια τοῦ Ἰωσὴφ Ξένου του Ὑμνογράφου.

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀποτελεῖται ἀπὸ 24 “οἴκους”, στροφὲς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι εἶναι δύο εἰδῶν. Οἱ περιττοὶ (Α-Γ-Ε., κ.τ.λ.), ποῦ εἶναι ἐκτενεῖς, ἀποτελοῦνται ἀπὸ δεκαοκτὼ στίχους. Οἱ πέντε πρῶτοι περιλαμβάνουν τὴ διήγηση, οἱ δώδεκα ἑπόμενοι ἀποτελοῦν χαιρετισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ ὁ δέκατος ὄγδοος εἶναι τὸ ἐφύμνιο “χαῖρε νύμφη Ἀνύμφευτε”. Οἱ ἄρτιοι οἶκοι (Β-Δ-Ζ, κ.τ.λ..), ποὺ εἶναι σύντομοι, ἀποτελοῦνται μόνο ἀπὸ πέντε στίχους διήγησης καὶ τὸ ἐπίσης σύντομο ἐφύμνιο “Ἀλληλούια”. Ἀπὸ τοὺς ἄρτιους οἴκους, οἱ περισσότεροι ἀναφέρονται στὸν Χριστὸ καὶ κάποιοι στὴν Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω). Γενικὸ θέμα τοῦ ὕμνου εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. Μὲ πηγές του τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος περιγράφει τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ σὲ θεολογικὴ καὶ δογματικὴ ἀνάλυσή τους. Ὁ πρῶτοι δώδεκα οἶκοι του (Α ἕως Μ) ἀποτελοῦν τὸ ἱστορικὸ μέρος, ὅπου ἐξιστοροῦνται τὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου μέχρι τὴν Ὑπαπαντή, ἀκολουθώντας τὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ. Ἔτσι, ἀναφέρεται ὁ Εὐαγγελισμὸς (Α-Δ), ἡ ἐπίσκεψη τῆς ἐγκύου Παρθένου στὴν Ἐλισάβετ (Ε), οἱ ἀμφιβολίες τοῦ Ἰωσὴφ (Ζ), ἡ προσκύνηση τῶν ποιμένων (Η) καὶ τῶν Μάγων (Θ-Κ), ἡ Ὑπαπαντὴ (Μ) καὶ ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο (Λ) [ὁ μόνος οἶκος ποὺ ἔχει πηγὴ τὸ ἀπόκρυφο πρωτευαγγέλιο τοῦ Ματθαίου. Οἱ τελευταῖοι δώδεκα (Ν-Ω) ἀποτελοῦν τὸ θεολογικὸ ἢ δογματικὸ μέρος, στὸ ὁποῖο ὁ μελωδὸς ἀναλύει θεολογικὲς καὶ δογματικὲς προεκτάσεις τῆς Ἐνανθρώπησης τοῦ Κυρίου καὶ τὸ σκοπό της, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν. Ὁ μελωδὸς βάζει στὸ στόμα τοῦ ἀρχαγγέλου, τοῦ ἐμβρύου Προδρόμου, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καὶ τῶν πιστῶν τὰ 144 συνολικὰ “Χαῖρε” πρὸς τὴ Θεοτόκο, ποὺ ἀποτελοῦν ποιητικὸ ἐμπλουτισμὸ τοῦ χαιρετισμοῦ τοῦ Γαβριὴλ “Χαῖρε Κεχαριτωμένη”, ποὺ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς5

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἔρχεται καὶ φέρνει τὸ θεϊκὸ μήνυμα, τὸ “χαῖρε”, στὴ Θεοτόκο. Ἡ Θεοτόκος ἀπορεῖ γιὰ τὸν παράδοξο τρόπο τῆς συλλήψεως. Ὁ Γαβριὴλ τῆς ἐξηγεῖ τὴν ἀπόρρητη βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει τὴν Παρθένο καὶ συλλαμβάνει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴ συγγενῆ της Ἐλισάβετ, ποὺ κυοφορεῖ τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη, καὶ ἀνταλλάσσουν προφητικοὺς λόγους. Ὁ Ἰωσὴφ ἀμφιβάλλει, ἀλλὰ ἐνημερώνεται ἀπὸ τὸν ἄγγελο γιὰ τὸ μυστήριο τῆς συλλήψεως. Ὁ Χριστὸς γεννᾶται καὶ οἱ ποιμένες ἔρχονται καὶ Τὸν προσκυνοῦν. Τὸ ἀστέρι δείχνει τὸν δρόμο στοὺς μάγους τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ μάγοι προσκυνοῦν τὸ Θεῖο Βρέφο καὶ ἐπιστρέφουν ἀπὸ ἄλλο δρόμο στὴ Βαβυλώνα. Ἡ φυγὴ τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας στὴν Αἴγυπτο. Ὁ Συμεὼν δέχεται στὴν ἀγκάλη του ὡς βρέφος τὸν Χριστό. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σάρκωσή Του δημιουργεῖ νέα κτίση, ποὺ Τὸν δοξολογεῖ. Ὁ παράξενος [“ὁ ξενος”] τόκος προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀποξενωθοῦν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ ὑψώσουν τὸ νοῦ τους στὸν οὐρανό. Ὅλος ἦταν στὴν γῆ ὁ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ δὲν ἀπουσίαζε. Οἱ ἄγγελοι θαύμασαν τὸ ἔργο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία του μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου μένουν ἄφωνοι, μὴ μπορώντας νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριο τῆς γεννήσεως Ὁ Ποιμένας γίνεται πρόβατο γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ἡ Παρθένος γίνεται τεῖχος ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς πιστούς. Κανένας ὕμνος δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ ὑμνηθεῖ ὁ Σαρκωθεὶς Βασιλέας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ λαμπάδα, ποὺ καθοδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὴ Θεογνωσία. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸ κόσμο γιὰ νὰ δώσει χάρη. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἔμψυχος ναὸς στὸν ὁποῖο δοξάζεται ὁ Χριστός. Τέλος, Ὕμνος καὶ ἱκεσία πρὸς τὴν Παρθένο.

ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ: Παλαιότερα ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ψαλλόταν. Δὲν διασώθηκε ὅμως ὁ τρόπος μελωδικῆς του ἐκτέλεσης, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ψάλλεται μόνο τὸ προοίμιο σὲ ἦχο πλάγιο δ´. Στὴν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν, ψάλλεται ἀρχικὰ ὁ “Κανόνας” [Τροπάρια τῶν Χαιρετισμῶν], μὲ ἐννέα ὠδές, ξεκινώντας μὲ τοὺς ἀντίστοιχους εἱρμούς: Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος… Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε… Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ ἐπὶ θρόνου Θεότητος… Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου… Τὴν θείαν ταύτην καὶ παντιμον… Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες… Παίδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ… Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι… Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπαγγελία τῶν οἴκων τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου. Ὁ ἱερέας στέκεται στὸ μέσο τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ποὺ παλιὰ βρισκόταν ὁ ἄμβωνας, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ψαλλόταν τὸ κοντάκιο. Ἐκεῖ, μπροστὰ σὲ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἀπαγγέλλει τοὺς οἴκους. Τὶς πρῶτες τέσσερις Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπαγγέλλει ἀπὸ 6 οἴκους, δηλαδὴ τὴν πρώτη Παρασκευὴ (Α΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Α-Ζ, τὴ δεύτερη (Β΄ Χαιρετισμοί) τοὺς Η-Μ, τὴν τρίτη (Γ΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Ν-Σ, τὴν τέταρτη (Δ΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Τ-Ὢ καί, τέλος, τὴν πέμπτη Παρασκευὴ (Ἀκάθιστος Ὕμνος) ὅλους μαζί.
.              Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς στὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν γ΄ Παρασκευὴ τῶν Νηστειῶν, συνηθίζεται νὰ πηγαίνει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μὲ τοὺς πατριαρχικοὺς χοροὺς στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν καὶ νὰ ἀπαγγέλλει ἐκεῖ τοὺς οἴκους τοῦ Ἀκαθίστου. Ἡ παράδοση αὐτὴ ἀνακαλεῖ τὴ μνήμη τῶν γεγονότων τοῦ 626, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας τῆς Πόλης καὶ τῆς πρώτης ἐκτέλεσης τοῦ Ὕμνου. Ὁ ἱστορικὸς αὐτὸς συμβολισμὸς προσδίδει λαμπρότητα καὶ συναισθηματικὴ φόρτιση στὴν ἀκολουθία, τὴν ὁποία παρακολουθοῦν κάθε χρόνο πολλοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Πόλης.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ: Στὴν περίφημη εἰκόνα τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ἡ Παναγία εἰκονίζεται σὲ ὄρθια στάση, μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα σὲ δέηση, ἐνῶ σὲ ἐγκόλπιο, ποὺ ἔφερε στὸ στῆθος της, εἰκονιζόταν ὁ Χριστός. Ἡ εἰκόνα ἐξαφανίστηκε κατὰ τὴν Εἰκονομαχία καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἀνακαλύφθηκε τὸ 1030 πίσω ἀπὸ ἕναν τοῖχο, ὅταν ὁ Ρωμανὸς Γ΄ ὁ Ἀργυρὸς ἀνακαίνισε τὸ ναό6. Κατὰ καιροὺς ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ διάφορες εἰκόνες μὲ θέμα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, στὶς ὁποῖες παρουσιάζεται ἡ Παναγία καὶ γύρω της μικρὲς εἰκόνες ποὺ ἀναφέρονται σὲ κάθε οἶκο τοῦ ὕμνου. Ὑπάρχουν ἐπίσης σχετικὲς τοιχογραφίες μὲ τὸ θέμα αὐτὸ σὲ διάφορους ναούς. Ἀπὸ τὶς φορητὲς εἰκόνες, οἱ πιὸ γνωστὲς εἶναι: Α΄ τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, ποὺ εἶναι μία μικρὴ καὶ δυσδιάκριτη φορητὴ εἰκόνα καὶ ἡ ὁποία, κατὰ τὴν παράδοση, εἶναι αὐτή, μπροστὰ στὴν ὁποία ἐψάλη γιὰ πρώτη φορὰ ὁ ὕμνος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο. Αὐτὸ γράφει καὶ ἀργυρὴ πλάκα στὸ πίσω μέρος της. Ἡ παράδοση ἀναφέρει θαύματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν εἰκόνα αὐτή. Φυλάσσεται σὲ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο καὶ ἐκεῖ διαβάζονται οἱ Χαιρετισμοὶ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως. Β΄τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου. Στὸ Καθολικὸ αὐτῆς τῆς μονῆς φυλάσσεται ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ποὺ ὅταν, κατὰ τὴν παράδοση, τὸ 1837 ξέσπασε πυρκαγιά, καὶ οἱ μοναχοὶ ἔψαλλαν τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, ἡ εἰκόνα παρέμεινε ἄθικτη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑορτάζεται στὶς 12 Ἰανουαρίου. Γ΄ τῆς Μονῆς Ζωγράφου. Μπροστὰ στὴν εἰκόνα αὐτὴ τοῦ Ἀκαθίστου, κατὰ τὴν παράδοση, ἕνας γέροντας διάβαζε καθημερινὰ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο μέχρι ποὺ κάποια μέρα ἡ εἰκόνα μίλησε καὶ προανήγγειλε ὅτι πλησιάζουν λατινόφρονες στὸ μοναστήρι. Ἔκτοτε ἡ εἰκόνα ὀνομάζεται Προαναγγελόμενη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια Ἃ΄1130-1156. Ι. Φουντούλης, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ἰστότοπος τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. mountathow.gr Γρηγόριος Παπαγιαννάκης. Ἀκάθιστος Ὕμνος: ἄγνωστες πτυχὲς ἑνὸς πολὺ γνωστοῦ κειμένου. Ἐκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006. O Ἀκάθιστος Ὕμνος [κείμενο], Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος [Μυριόβιβλος]. Α. Φιλιππίδης, Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὰ χρόνια του Ἀκαθίστου Ὕμνου, περιοδικὸ Παρέμβασις, Μάρτιος 2006. Παναγιώτης Ἀραμπατζής, «Ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα: ποιὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τῶν 24 οἴκων τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου ἐκ τῆς μυστικῆς ἀκροστιχίδος του», Ἑλληνικὴ Ἱστορικὴ Ἑταιρεία, Η´ Πανελλήνιο Ἱστορικὸ Συνέδριο-Πρακτικά, Ἀθήνα, 1987, σελ.137-140. Ἀκάθιστος Ὕμνος, λῆμμα στὸ Orthodoxwiki καὶ στὴ Wikipedia. Μπορίσοβα, Τατιάνα, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ἡ μετάφρασή του στὴν ἐκκλησιαστικὴ σλαβικὴ γλώσσα, Πανεπιστήμιο Κρήτης. Σχολὴ Φιλοσοφική. Τμῆμα Φιλολογίας, 2007.

 

 

1.Διαβάζουμε στὸ Συναξαριστή: “ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς Θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα”.

2.Ἀν. Φιλιππίδης, Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὰ χρόνια του Ἀκαθίστου, περιοδικὸ Παρέμβασις, Μάρτιος 2006 καὶ Θ. Σαμαρᾶς, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ἐφημερίδα «Ἐλεύθερο Βῆμα», Κομοτηνή, 9/3/2001

3.Ἐκεῖ γράφει ὁ Χριστόφορος: “Incipit Hymnus de Sancta Dei Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano Patriarcha Constantinopolitano”.

4.Αυτό εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ α΄ οἴκου τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

5.Λουκ. α΄ 28.

6.Σοφία Ν. Σφυρόερα, Κωνσταντινούπολη, Πόλη τῆς Ἱστορίας, Ἀθήνα 2006, σελ. 231.

,

Σχολιάστε