Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ τοῦ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ

Κυριακὴ ΙΑ΄ Λουκ
παραβολ το
Μεγάλου Δείπνου
(Λουκ.
ιδ΄ 16-24)

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ: Κάποιο Σάββατο, ὁ Κύριος προσκλήθηκε καὶ κάθισε στὸ σπίτι κάποιου Φαρισαίου γιὰ φαγητό. Ἐκεῖ ἕνας συνδαιτυμόνας τοῦ εἶπε: “Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ φάει γεῦμα στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!”. Ὁ Κύριος τότε, πῆρε ἀφορμὴ γιὰ νὰ πεῖ τὴν παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου: “Κάποιος ἀνθρωπος”, εἶπε, “ἔκανε μεγάλο βραδινὸ συμπόσιο καὶ κάλεσε πολλούς. Κι ἔστειλε τὸ δοῦλο του γιὰ νὰ πεῖ στοὺς προσκεκλημένους: Ἐλᾶτε, ὅλα πλέον εἶναι ἕτοιμα γιὰ τὸ μεγάλο δεῖπνο”. Κι ἐνῶ ὁ Κύριος ρωτήθηκε γιὰ γεῦμα, μιλάει γιὰ δεῖπνο, διότι συνήθως ἕνα βραδινὸ φαγητὸ ἔχει μεγαλύτερη διάρκεια ἀπὸ ἕνα μεσημεριανὸ τραπέζι καὶ ἔχει μεγαλύτερη εὐφροσύνη. Θέλει ἔτσι νὰ δείξει ὅτι τὸ πανηγύρι τῆς Βασιλείας Του καὶ τὸ πνευματικό, ποὺ δὲν θὰ δημιουργεῖ κορεσμό, δεῖπνο, θὰ εἶναι ἀτελεύτητο καὶ λαμπρό. Δὲν μποροῦμε, βεβαίως, οὔτε νὰ φαντασθοῦμε πῶς θὰ εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ εὐφρόσυνα στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Πῶς νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει ὅτι αἰωνίως θὰ συναναπαυόμαστε μὲ τοὺς δικαίους καὶ ὅλες τὶς ἀγγελικὲς θεῖες δυνάμεις καὶ θὰ γευόμαστε τὶς ἄπειρες πνευματικὲς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ; Πῶς νὰ κατανοήσουμε τί σημαίνει αἰώνια ἀναψυχὴ καὶ εὐφροσύνη, τί σημαίνει πνευματικὸς χορτασμὸς τῶν ψυχῶν μας στὴν ἐπουράνια Βασιλεία του; Ὅλα αὐτὰ ποὺ θὰ προσφερθοῦν στοὺς “κλητοὺς Κυρίου” εἶναι ἀγαθὰ ὕψιστα, ἀτίμητα καὶ αἰώνια. Δηλαδή, «ἁμαρτιῶν ἀπόθεσις, Πνεύματος Ἁγίου μέθεξις, υἱοθεσίας λαμπρότης» (Κύριλλος Ἀλεξ.). Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἑτοίμασε γιὰ μᾶς ἄπειρα καὶ ἀπερίγραπτα ἀγαθά, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε καὶ νὰ συλλάβουμε. Καὶ ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας, μέσα ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς μας, μὲ διάφορα πρόσωπα ποὺ στέλνει στὴ ζωή μας, μὲ τὴν Ἐκκλησία Του καὶ τὰ Μυστήριά της, μὲ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἀκρόαση τοῦ θείου λόγου, μὲ τὶς θεῖες ἐπισκέψεις στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά μας, μὲ θεία σκιρτήματα καὶ ἄρρητες καρδιακὲς νεύσεις, καλώντας μας στὴ Βασιλεία Του, γιὰ νὰ μᾶς καταστήσει αἰώνια εὐτυχισμένους. Μᾶς καλεῖ μὲ μία ἐσωτερικὴ φωνὴ στὴ συνείδησή μας, στὰ μύχια τῶν καρδιῶν μας. “Ἐλᾶτε”, μᾶς λέει, “τὸ οὐράνιο δεῖπνο εἶναι ἕτοιμο καὶ σᾶς περιμένει”. Μᾶς περιμένει δηλαδὴ μία ζωὴ αἰώνια, μία κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους, ἕνα πανηγύρι ποὺ δὲν θὰ τελειώσει ποτέ. Πλούσιο, λοιπόν, Δεῖπνο καὶ πρόσκληση συμμετοχῆς σ’ αὐτό, ὄχι μόνο γενικὴ καὶ καθολική, ἀλλὰ ἰδιαίτερα πρόσκληση προσωπική. Ὅπως ἕνας πρὸς ἕναν ἔχουν προσκληθεῖ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ συμμετάσχουν στὸ Δεῖπνο, ἔτσι καὶ ἕνας πρὸς ἕναν προσκαλοῦνται γιὰ νὰ παρακαθίσουν στὸ Δεῖπνο. Ὅπως ἡ πρόσκληση ἦταν προσωπική, ἔτσι καὶ ἡ συμμετοχὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν ἀπόφαση ὄχι μόνο προσωπική, ἀλλὰ καὶ συνειδητή, ὅμως….

“ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ”: Δυστυχῶς, ἡ ἀπάντηση ἦταν ἀρνητική, ἀλλὰ καὶ ἀποκαρδιωτική. Πρῶτον, γιατί ἦταν καθολική, ἀφοῦ «ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες»! Ἀκόμη, οἱ προσκεκλημένοι τῆς Παραβολῆς, σὰ συνεννοημένοι, ἄρχισαν νὰ ἀρνοῦνται τὸ κάλεσμα τοῦ οἰκοδεσπότη καὶ νὰ δικαιολογοῦν τὴν ἀπουσία τους. «Ἀγρὸν ἠγόρασα», εἶπε ὁ πρῶτος «καὶ ἔχω ἀνάγκη νὰ πάω νὰ τὸ δῶ». Μία ἀπάντηση ποὺ ἔγινε παροιμιώδης καὶ ποὺ ἐκφράζει διαχρονικὰ τὴν πλήρη ἀδιαφορία. Ὁ δεύτερος, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἄρνησή του, ἐπικαλεῖται ἐπαγγελματικοὺς λόγους. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἐπαγγελματικοὶ λόγοι ὄχι μόνο τὸν ἀπορρόφησαν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔκαναν ἄπληστο καί, πρὸ πάντων, ὑλόφρονα. Ὄχι ἕνα, οὔτε δύο, ἀλλὰ «ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε(!) καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά». Ὁ ἀριθμὸς «πέντε» δὲν ὑποδηλώνει μόνο ἐμπορικὴ δραστηριότητα καὶ ἀπληστία, ἀλλὰ ἀκόμη συμβολίζει τὴν πλήρη ὑποταγὴ τοῦ ἀνθρώπου στὶς πέντε αἰσθήσεις. Ἂν ὁ πρῶτος ἦταν ἀδιάφορος γιὰ πνευματικὰ θέματα, ὁ δεύτερος δὲν ἐκδηλώνει μόνο ἀδιαφορία, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὑποδουλωμένος στὴν ὕλη, τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ μὲ ὅλα του τὰ πάθη. Ὁ τρίτος θὰ προβάλει σὰν δικαιολογία τῆς ἄρνησής του τὸ γάμο καὶ τὴν οἰκογένεια. Σὰν ἄλλος Ἀδὰμ μεταθέτει τὴν εὐθύνη τῶν πράξεών του στὴ γυναίκα! «Γυναίκα ἔγημα». Εἶμαι νιόπαντρος. Δικαιολογία ποὺ φανερώνει ὄχι μόνο τὴν ἀπορρόφηση ἀπὸ τὶς οἰκογενειακὲς ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ καὶ στὸ ὅτι οἱ ἄλλοι –γυναίκα, παιδιά, συγγενεῖς– τὸν ἐμποδίζουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀσκήσει τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα! Σὰν νὰ λέει «φταῖνε ἄλλοι! Φταίει ἡ γυναίκα! Φταίει ἡ οἰκογένεια». Ξεχνᾶ ὅτι ἡ οἰκογένεια εἶναι ἡ «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία» (Ρωμ. ιϛ΄ 5). Ξεχνᾶ ὅτι ἡ οἰκογένεια εἶναι φυτώριο ἁγίων καὶ ἐργαστήριο ἀρετῆς. Μέσα στὸ χῶρο τῆς οἰκογένειας θὰ καλλιεργηθεῖ ἡ θρησκευτικότητα, θὰ θεμελιωθεῖ ἁγιότητα, καθὼς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν κοινωνία. Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ δοῦλος στὸν κύριό του καὶ τοῦ διηγήθηκε τὰ καθέκαστα, ἐκεῖνος θύμωσε καὶ τοῦ εἶπε: “Βγὲς γρήγορα στὶς πλατεῖες καὶ τὰ στενὰ καὶ φέρε ἐδῶ μέσα τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς σακάτηδες, τοὺς χωλοὺς καὶ τυφλούς”. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἐπέστρεψε πάλι ὁ δοῦλος καὶ εἶπε: “Κύριε, ἔγινε ὅπως διέταξες. Ὑπάρχει ὅμως ἀκόμη χῶρος στὸ σπίτι”. “Βγὲς λοιπὸν ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη στοὺς δρόμους καὶ παρακίνησε ἐπίμονα ὅσους βρεῖς νὰ ᾽ρθοῦν ἐδῶ, νὰ γεμίσει τὸ σπίτι μού”, τοῦ εἶπε ὁ οἰκοδεσπότης. Κι ἔκλεισε ὁ Κύριος τὴν παραβολὴ λέγοντας: “Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀρνήθηκαν τὸ κάλεσμα, δὲν θὰ γευθεῖ τὸ δεῖπνο μου”.

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΛΗΤΟΙ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ: Οἱ καλεσμένοι τῆς παραβολῆς πρόταξαν τρεῖς διαφορετικοὺς λόγους γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἄρνησή τους. Τὸ Δεῖπνο ὅμως δὲν ματαιώθηκε, οὔτε καὶ ἡ πρόσκληση ἀκυρώθηκε. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἀνθρώπινη θέληση ἢ διάθεση, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ζωοποιεῖ. Καλεῖ λοιπὸν τοὺς “πτωχοὺς τῷ πνεύματι”, δηλαδὴ τοὺς ταπεινοὺς καὶ τοὺς πλουτίζει μὲ τὴ θεϊκή Του σοφία. Καλεῖ ἀναπήρους καὶ τοὺς κάνει ὑγιεῖς. Καλεῖ χωλοὺς καὶ βαδίζουν τὸν ὀρθὸ δρόμο. Καλεῖ τυφλούς, ὥστε νὰ βλέπουν τὸ “ὄντως Φῶς”. Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἡ Ἐκκλησία, ὅπου τὸ πνευματικὸ δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ προσφέρεται σὲ ὅλους μας κάθε Κυριακή, εἶναι ὁ χῶρος ὅπου ὁ ἄνθρωπος θεραπεύεται ἀπὸ κάθε πνευματικὴ ἀσθένεια ἢ ἀναπηρία καὶ μεταμορφώνεται σὲ τέκνο Θεοῦ. Ἡ πρόσκληση τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωπικὴ καὶ διαχρονική. Ἀρνήθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ τὴν δεχθοῦν. Ἔτσι ὁ Θεὸς ἀπευθύνθηκε στὰ ἔθνη. Ἀπευθύνεται στοὺς Χριστιανούς, τὸ νέο Ἰσραὴλ τῆς Χάριτος, καὶ πάλι λίγο πρὶν τὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρώπησης. Ὅμως, σὰν Χριστιανοί, πόσοι καὶ πόσο βιώνουμε αὐτὸ τὸ γεγονός; Μήπως περιοριζόμαστε στὸν ἐξωτερικὸ διάκοσμο, ὅπως οἱ βιτρίνες τῶν ἡμερῶν, ἢ ἀρκούμαστε νὰ συμμετάσχουμε στὰ λεγόμενα «ρεβεγιὸν» γιὰ νὰ νιώθουμε Χριστούγεννα; Ἀλλὰ καὶ ὅσοι βρισκόμαστε στὴν Ἐκκλησία, ἀνταποκρινόμαστε στὴν πρόσκληση γιὰ συμμετοχὴ στὸ Δεῖπνο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὴ Θεία Κοινωνία καὶ ἀπαντᾶμε θετικὰ στὸ «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε»; Κι ἀκόμη περισσότερο, ὅσοι ἀνταποκρινόμαστε θετικά, μήπως ἡ συμμετοχή μας στὸ μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας ἔγινε ἁπλὴ συνήθεια; Πόσοι πλησιάζουμε στὸ μυστήριο μὲ συναίσθηση φόβου Θεοῦ, ἢ τὴν πίστη ὅτι ζοῦμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ καὶ ζοῦμε πραγματικὰ τὴ δική μας ἀνάσταση; Γιατί, γιὰ νὰ ζήσουμε τὴν ἀνάσταση, πέρα ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ σηκώσουμε καὶ τὸ δικό μας σταυρὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ Ι. Χρυσόστομος συμβουλεύει: “ἐννόησον ὢ ἄνθρωπε, ποίας μέλλεις ἀπτεσθαι θυσίας, ποία προσέρχεσαι τραπέζη”. Σκέψου, σὺ τὸ χῶμα καὶ ἡ στάχτη πῶς μεταλαμβάνεις Αἷμα καὶ Σῶμα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ! Ἀπαραίτητη, λοιπόν, εἶναι ἢ ψυχικὴ προετοιμασία μας πρὶν τὴ Θεία Μετάληψη. Ἂς μὴν ὑποτιμοῦμε τὴν ἀσύλληπτη τιμή του, ὅταν πλησιάζουμε τὸ Ἅγιο Ποτήριο. Ἂς προσερχόμαστε «ψυχαῖς καθαραῖς καὶ ἀρρυπώτοις χείλεσι», «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης». Ὁ Ἰησοῦς, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ «δούλου» τῆς παραβολῆς, μᾶς προσκαλεῖ καὶ σήμερα «ἔρχεσθαι ὅτι ἕτοιμά ἐστι πάντα». Μᾶς καλεῖ νὰ μετατρέψουμε τὸ σπήλαιο τῆς καρδιᾶς μας σὲ νέα Βηθλεὲμ ἀπ’ ὅπου θὰ διαλαλεῖται ἡ ἐνανθρώπηση καὶ θὰ ἀντανακλᾶ στὴν ὅλη μὰ ζωή.

ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ: Ἂν ὅλοι ἱεραρχούσαμε σωστὰ τὰ πράγματα καὶ ἐκτιμούσαμε τὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, θὰ λέγαμε: Μὲ καλεῖ ὁ Θεὸς στὴ Βασιλεία του. Κανένα ἐμπόδιο δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἱκανὸ νὰ μοῦ στερήσει τὸν Παράδεισο. Διαφορετικά, περιφρονώντας τὴν πρόσκληση καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ προβάλλοντας προφάσεις ποὺ ἁπλῶς δείχνουν πόσο περισποῦν καὶ δένουν οἱ φροντίδες μας τῆς ζωῆς, ἡ ἐργασία καὶ οἱ οἰκογενειακές μας ὑποχρεώσεις, κινδυνεύουμε νὰ τὴ χάσουμε γιὰ πάντα. “Ο Χριστὸς μᾶς προσκαλεῖ. Ὄχι ἀπὸ δική του ἀνάγκη, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱκανοποίησει δική μας ἀνάγκη. Μὴν ἀρνηθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὴν πρόσκληση. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε μὲ προθυμία κι ἂς τρέξουμε στὸ δεῖπνο τῆς θείας Λειτουργίας. Κι ἐκεῖ νὰ σταθοῦμε μὲ προσοχή”, συμβουλεύει ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Αὐγουστίνος Καντιώτης. Ἄλλωστε, κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε ὄχι κάτι μικρό, ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο, τὸ ἄπειρο, τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Κι ἂν χάσουμε τὸν Θεό, χάσαμε τὰ πάντα. Καμία πρόφαση λοιπὸν νὰ μὴ σταθεῖ ἐμπόδιο στὸ δρόμο μας πρὸς τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ ἔχουμε καμία δικαιολογία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

ΕΠΕ, Τ. 11, Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, σελ. 376 κ.ἐξ.

“Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον, σελὶς 403 κ.ἐξ.. Ἐπιμέλεια: Δημήτρης Δημουλᾶς

 Θεόδωρος Ἀντωνιάδης –Μητρόπολη Πάφου, Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγ. Δείπνου.

Αὐγουστίνος Ν. Καντιώτης, Ἄρνηση σὲ πρόσκληση.

Ἀρχ. Χ.Π.Α., “Φωνή Κυρίου”, 13 Δεκεμβρίου 1992”

,

Σχολιάστε

O ΑΓ. ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου

γιος ερομάρτυς Σεραφείμ,
ρχιεπίσκοπος Φαναρίου κα
Νεοχωρίου 4/12

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

.               Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ καταγόταν ἀπὸ τὴν Πεζούλα Ἀγράφων. Οἱ γονεῖς του, Σωφρόνιος καὶ Μαρία, τὸν ἀνέθρεψαν μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως, ἐγγράφοντάς τον στὸ σχολεῖο τῶν ἱερῶν γραμμάτων. Ὁ μικρὸς Σεραφείμ, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν πήγαινε στὸ σχολεῖο, τὸν περισσότερο καιρὸ τὸν περνοῦσε μὲ ἀνάγνωση γραφῶν καὶ βίων ἁγίων, ἐνῶ ποτὲ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, ψάχνοντας γιὰ τόπο ἡσυχίας καὶ ἄσκησης, κατέληξε στὴν Ι. Μονὴ τῆς Κρυερᾶς Πηγῆς ἢ Κυρίας Θεοτόκου (Κορώνης), ὅπου ἐκάρη μοναχός. Μὲ τὸν καιρό, βλέποντας οἱ συμμοναστές του τὶς ἀρετές του (νηστεία, ἀγρυπνία, ταπείνωση, ἀγάπη), πρότειναν καὶ ὁ ἅγιος δέχτηκε νὰ χειροτονηθεῖ, ἀρχικὰ ἀναγνώστης, μετέπειτα διάκονος καὶ ἐν τέλει πρεσβύτερος. Ἦταν τόση ἡ ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ στὸ πρόσωπό του, ποὺ μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ Μητροπολίτη Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου, ὁ Σεραφεὶμ ἐκλέχτηκε Ἐπίσκοπος. Ὁ Ἅγιος, ἀναλαμβάνοντας τὴ φροντίδα καὶ τὴν καθοδήγηση τόσων ψυχῶν, πολλαπλασίασε τοὺς ἀγῶνες του φροντίζοντας μὲ ταπείνωση τὸ ποίμνιό του, ἀποκαλώντας συχνὰ τὸν ἑαυτό του ἀχρεῖο δοῦλο. Τὴν περίοδο ἐκείνη, ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰ., ὁ μητροπολίτης Λαρίσης, Διονύσιος Φιλόσοφος κήρυξε τὴν ἐπανάσταση στὶς περιοχὲς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ποὺ ἀπέτυχε, ἐνῶ ὁ ἴδιος, ὡς ὑπαίτιος, φονεύτηκε βασανιζόμενος ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Σ᾽ αὐτὴ τὴ συγκυρία ὁ Σεραφεὶμ μετέβη στὸ Φανάρι Καρδίτσας, γιὰ νὰ δώσει τὰ καθιερωμένα πεσκέσια στοὺς ἀγάδες. Οἱ Ὀθωμανοί, πιστεύοντας ὅτι καὶ ὁ Σεραφεὶμ μετεῖχε στὴν ἐπανάσταση, τοῦ ἐπετέθησαν, στὴν ἀρχὴ λεκτικά, προτείνοντάς του νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν πίστη του γιὰ νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴν τιμωρία σβήνοντας τὶς ὑποψίες. Μετὰ τὴ θαρρετὴ ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, ὁ τουρκικὸς ὄχλος τὸν ὁδήγησε στὸν Χαμοὺζ μπέη, πασὰ τοῦ Φαναρίου. Ὁ πασὰς ἄρχισε μὲ ἤρεμο τρόπο νὰ μιλᾶ στὸν Ἅγιο λέγοντάς του ὅτι ἀκόμα κι ἂν ἀπατήθηκε ἀπὸ τὸν Διονύσιο, μποροῦσε νὰ γλυτώσει ἂν γινόταν μουσουλμάνος. Ὁ Ἅγιος ὑπερασπίστηκε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων του, ἐπιμένοντας ὅτι καὶ δὲν εἶχε ἀνάμιξη στὴν ἐπανάσταση καὶ ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ἀποχωρισθεῖ πότε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, προσθέτοντας: “κἂν μυρίους θανάτους ἤθελα λάβει διὰ τὸ ὄνομά Του τὸ ἅγιον, χαράν μου καὶ εὐφροσύνην τὸ ἔχω· πρὸς ταῦτα, ὦ ἡγεμών, παῖε, κόπτε, ποίει, ὅ,τι εἶναι τῆς ἐξουσίας σου”1 Τότε ὁ ἀγὰς διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀνηλεῶς καὶ νὰ τοῦ κόψουν τὴ μύτη. Ἐνῶ ὁ Ἅγιος ἔπασχε αὐτά, εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀξίωνε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του. Κατόπιν φυλακίστηκε χωρὶς φαγητὸ καὶ νερό. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἔχαιρε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεό, εὐχαριστώντας τον γιὰ τὰ παθήματα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ὑπομένει πρὸς δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, προσευχόμενος νὰ τοῦ δώσει δύναμη γιὰ νὰ ἀντέξει τὸ μαρτύριο. Τὴν ἑπομένη ὁ τύραννος διέταξε νὰ τοῦ ξαναφέρουν τὸν Σεραφείμ. Ὁ Χαμούζ, μὲ νέες ἀπειλές, προσπαθοῦσε νὰ κάμψει τὸ φρόνημα τοῦ Ἁγίου. Μὰ ἐκεῖνος ἐπαναλάμβανε ἀποφασιστικότερα τὴν ἀπόφασή του νὰ μὴν ἀρνηθεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ ἀγὰς διέταξε νὰ τὸν ξαναδείρουν ἀγριότερα. Οἱ βασανιστὲς συνέχισαν τὰ ἀπάνθρωπα κατορθώματά τους, τανώντας μὲ σχοινιὰ χέρια καὶ πόδια τοῦ Ἁγίου, ἐνῶ συγχρόνως τοῦ ἔβαλαν στὴν κοιλιὰ μία μεγάλη πέτρα καὶ τὸν κατέκοπταν μὲ μαχαίρια συνεχῶς. Ἔπειτα τοῦ ἔδωσαν νὰ πιεῖ νερὸ μὲ χῶμα καὶ χολή, ἐνῶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου ἔλαμπε δείχνοντας σὰν νὰ μετεῖχε σὲ εὐωχία κι ὄχι σὲ βασανισμό. Ἀκόμη καὶ οἱ βασανιστές του θαύμαζαν. Κοντὰ σ᾽ ἕνα κυπαρίσσι, στὸ χῶρο τοῦ φαναριώτικου παζαριοῦ, ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του πληγωμένος θανάσιμα στὰ σπλάχνα του. Ἦταν 4 Δεκεμβρίου. Τὸ ἅγιο σῶμα ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετὲς μέρες, καρφωμένο στὸ βασανιστικὸ ξύλο ἀλλὰ δὲν ἀλλοιώθηκε. Τὸ ἀντίθετο: φαινόταν σὰν σῶμα ζωντανοῦ καὶ ἔβγαζε ἄρρητη εὐωδία, προξενώντας θαυμασμὸ στοὺς πιστοὺς καὶ ἀπορία στοὺς Ὀθωμανούς. Μετὰ ἀπὸ ἡμέρες διετάχθη νὰ ἀποκοπεῖ ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου καὶ νὰ μεταφερθεῖ στὰ Τρίκαλα μαζὶ μὲ ἄλλα κεφάλια ἀγωνιστῶν τῆς ἐπανάστασης τοῦ Διονυσίου. Ἐκεῖ τοποθετήθηκαν ὅλα πάνω σὲ κοντάρια, δημιουργώντας ἕνα μακάβριο δάσος γιὰ νὰ παραδειγματιστοῦν οἱ “γκιαούρηδες” τῆς περιοχῆς. Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Δουσίκου, ποὺ βρέθηκε στὰ Τρίκαλα ἔδωσε σὲ κάποιον Ἀλβανὸ χριστιανὸ πενήντα γρόσια, γιὰ νὰ κλέψει τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου, μὲ σκοπὸ νὰ τὴν ἀποθησαυρίσει στὴ Μονή του. Τὴν προσπάθεια κλοπῆς τοῦ λειψάνου ἀντιλήφθηκαν φύλακες ποὺ ὅρμησαν κυνηγώντας τὸ χριστιανὸ ποὺ ἔτρεχε γρήγορα μαζὶ μὲ τὸ λείψανο. Κοντὰ σὲ γέφυρα τοῦ Πηνειοῦ, οἱ διῶκτες του τὸν πλησίασαν ἐπικίνδυνα. Τότε ἐκεῖνος ἔριξε τὸ ἅγιο λείψανο στὸ ποτάμι ξεφεύγοντας ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ποὺ σταμάτησαν βλέποντας τὴν προηγούμενη σκηνή. Λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα δύο ψαράδες ποὺ εἶχαν στήσει φράκτη στὴν κοίτη τοῦ Πηνειοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βρῆκαν τὸ ἅγιο λείψανο κι ἀφοῦ τὸ ἀναγνώρισαν, τὸ πῆραν εὐλαβικὰ καὶ τὸ παρέδωσαν στὸν ἡγούμενο, ποὺ προαναφέραμε. Ἀργότερα ὁ ἡγούμενος τῆς Ι. Μ. Κορώνης ζήτησε τὸ λείψανο ἀπὸ τοὺς Δουσικιῶτες, ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ ἐκεῖ εἶχε μονάσει, δίνοντάς τους καὶ τὰ πενήντα γρόσια ποὺ εἶχαν πληρώσει στὸν χριστιανό, ποὺ πῆγε νὰ τὸ κλέψει. Ἔκτοτε ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου βρίσκεται ἐκεῖ ἀποθησαυρισμένη καὶ μέχρι σήμερα εὐωδιάζει καὶ ἐλευθερώνει τοὺς προσφεύγοντας στὴ μεσιτεία τοῦ Ἁγίου ἀπὸ κάθε νόσο ἢ κακό.

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑ («Παρ᾽ ὅλο τὸν ἀποκλεισμό, ἐσωτερικὰ ἦταν ἤδη Χριστιανή»)

Μεγαλομάρτυς γία Βαρβάρα (4 Δεκεμβρίου)

τοῦ Κωνσταντίνου  Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΠΗΓΕΣ: Ὡς πρὸς τὸ χρόνο ποὺ αὐτὴ ἔζησε καὶ κυρίως γιὰ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου τῆς σπουδαίας αὐτῆς Ἁγίας ὑπάρχουν διαφωνίες μεταξὺ τῶν ἐρευνητῶν. Ὑπάρχουν συναξάρια τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας καὶ ὀρθόδοξοι συναξαριστές, ὅπως τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, τοῦ Ἀρσενίου καὶ τοῦ Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ. Πιθανότατη περίοδος δράσης τῆς Ἁγίας εἶναι ὁ 3ος αἰώνας, ἐνῶ τόπος μαρτυρίου της φαίνεται πὼς εἶναι ἡ Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἢ ἡ Ἡλιούπολη τῆς Αἰγύπτου. Οἱ ἀρχαιότεροι κώδικες βεβαιώνουν ὅτι ἡ Ἁγία Βαρβάρα ἔζησε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ ἀρχαιότερος βίος τῆς Ἁγίας (Ἄκτα) μαρτυρεῖ ὅτι ἡ Ἁγία ἄθλησε γύρω στὸ 237, ἐπὶ Μαξιμίνου.

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ: Ἡ Βαρβάρα ἦταν μοναχοκόρη ἑνὸς πλουσίου καὶ ἐπιφανῆ ἐθνικοῦ, τοῦ Διοσκόρου, καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐφυία καὶ τὴν ὀμορφιά της. Ὁ πατέρας της τὴν ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ καὶ φρόντιζε νὰ ἔχει τὴν καλύτερη ἐθνικὴ μόρφωση. Γιὰ νὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ ἐξωτερικοὺς κινδύνους, λόγῳ τῆς ὀμορφιᾶς της, κατασκεύασε μέσα στὸ σπίτι του ἕνα κλειστὸ διαμέρισμα, ἕνα εἶδος πύργου, ὅπου ὑπὸ τὴν ἐποπτεία διαλεγμένων ἀπὸ τὸν ἴδιο κοριτσιῶν ἔκλεισε τὴν κόρη του, πιστεύοντας ὅτι μέσα στὴν ἀπομόνωση αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὲ ὁλοκληρώσει τὴ μόρφωσή της. Ἡ Βαρβάρα, παρ᾽ ὅλο τὸν ἀποκλεισμό, ἐσωτερικὰ ἦταν ἤδη Χριστιανή. Διδάσκαλός της, γιὰ ὁρισμένους, ἦταν ὁ Ὠριγένης. Κατ᾽ ἄλλους, στὴν ἄποψη περὶ μηδαμινότητας τῶν εἰδώλων ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὴ θεία πρόνοια καὶ τὴ θεωρία τῶν ἀστέρων καὶ γενικότερα τῆς φύσης, δημιουργημάτων ποὺ ἀπὸ κάποιες γυναῖκες ποὺ τὴ συντρόφευαν ἔμαθε πὼς ποιητής τους ἦταν ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν. Ὅταν ὁ πατέρας της θέλησε νὰ τὴν παντρέψει μὲ κάποιον πλούσιο, ἐκείνη ἀρνήθηκε κατηγορηματικά. Τότε ὁ πατέρας της, πιστεύοντας ὅτι αὐτὸ ὀφείλετο στὴν ἀπομόνωσή της, ἀποφάσισε νὰ τὴν ἀφήσει νὰ βγαίνει ἐλεύθερα καὶ νὰ συναναστρέφεται μὲ οἱονδήποτε ἐκείνη ἐπιθυμοῦσε. Σύμφωνα μὲ ἄλλες διηγήσεις, τότε ἡ Βαρβάρα γνωρίστηκε μὲ νεαρὲς χριστιανὲς κοπέλες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες πῆρε τὰ πρῶτα οὐσιαστικὰ μαθήματα γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη. Μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἱερέα, ποὺ ἔφτασε τυχαία στὴν περιοχή, δέχθηκε τὸ βάπτισμα. Κάποια μέρα ὁ πατέρας τῆς Ἁγίας ἑτοιμάστηκε γιὰ ἕνα μακρινὸ ταξίδι. Πρὶν ἀναχωρήσει, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευασθεῖ νέο λουτρό, μετὰ ἀπὸ παράκληση τῆς κόρης του, σύμφωνα μὲ δικό του σχέδιο. Ὅμως, μετὰ τὴν ἀναχώρησή του, ἡ Βαρβάρα ἄλλαξε τὸ σχέδιο καὶ παρακάλεσε τοὺς ἐργάτες νὰ ἐπιταχύνουν τὴν ἐργασία τους. Ἔτσι ἀντὶ ἑνός, διέταξε νὰ γίνουν τρία παράθυρα ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνῶ ἡ ἴδια χάραξε σὲ τοῖχο τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ἀκόμη ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευασθεῖ μέσα στὸ λουτρὸ καὶ μεγάλη λεκάνη ὕδατος. Ἐκεῖ σ᾽ αὐτὸ τὸ λουτρὸ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν προαναφερθέντα ἱερέα.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Διόσκορος καὶ ἔμαθε τὰ μυστικὰ τῆς κόρης του ἐξεμάνη. Ὅταν δὲ ἡ ἴδια τοῦ ὁμολόγησε ὅτι εἶναι Χριστιανή, ἐκεῖνος τῆς ἐπέβαλε φρικτὰ βασανιστήρια. Βλέποντας ὅτι δὲν πετύχαινε τίποτα μ᾽ αὐτὰ τὴν παρέδωσε ὁ ἴδιος στὸν διοικητὴ τῆς ἐπαρχίας. Ὅταν ἡ Ἁγία, γεμάτη τραύματα, προσπάθησε νὰ δραπετεύσει, ὁ πατέρας της τὴν κυνήγησε καὶ τὴν προφθάσε σὲ κοντινὴ σπηλιά. Ἐκεῖ, τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν ἔσυρε, χτυπώντας την συνεχῶς, πρὸς τὸν ἡγεμόνα. Ὁ ἔπαρχος τὴν ὑπέβαλε ἐκ νέου σὲ βασανιστήρια, στὰ ὁποῖα συμμετεῖχε καὶ ὁ πατέρας της. Τέλος ὁ ἴδιος ὁ πατέρας της τὴν ἀποκεφάλισε μπροστὰ σὲ πλῆθος λαοῦ. Τὴν ὥρα τῶν βασάνων της ἡ Ἁγία παρηγορεῖτο, γιατί ἔβλεπε συνεχῶς τὸ Χριστό.

Η ΠΡΟΣΤΑΤΙΣ ΑΓΙΑ: Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Ἁγία Βαρβάρα θεωρεῖται προστάτης τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ τῶν παιδιῶν. Ἀκόμη, ἐπὶ σειρὰ αἰώνων, ἡ Ἁγία θεωροῦνταν προστάτης καὶ θεραπεύτρια τῶν νοσούντων ἀπὸ εὐλογιά. Οἱ ναοὶ καὶ τὰ ἐξωκλήσια πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας σ᾽ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, κυρίως δὲ τὴν Ἀττική, βεβαιώνουν πόσο θαυματουργὴ ὑπῆρξε ἡ Ἁγία, πολὺ πρὶν ἀνακαλυφθεῖ τὸ ἐμβόλιο γιὰ τὴν ἀσθένεια αὐτή.

,

Σχολιάστε

AΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

Ἁγία Αἰκατερίνη ἡ Μεγαλομάρτυς (25/11)
Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

“ΜΑΧΑΙΡΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ”: Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνη ἔζησε ἐπὶ ἐποχῆς Μαξιμίνου, ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου, καὶ ἦταν κόρη τοῦ ἀριστοκράτη Κώνστα. Σπούδασε φιλοσοφία, ρητορικὴ καὶ ξένες γλῶσσες τῆς ἐποχῆς της. Νεαρὴ ἑλκύστηκε ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία, τὴν ὁποία μελέτησε καὶ ἀφοῦ ἀσπάσθηκε τὸν Χριστιανισμό, ἐργάσθηκε γιὰ τὴν διάδοσή του, ἐπιτυγχάνοντας πολλὰ χάριν τῆς ρητορικῆς της ἱκανότητας καὶ τῶν πολλῶν γνώσεών της. Τὴν Αἰκατερίνη, ὅμως, ἐκτὸς τῆς σοφίας καὶ τῶν ἀρετῶν της, τὴν διέκρινε καὶ ἡ σπάνια ὀμορφιά της. Στὰ 18 της ἐπισκέφτηκε τὸν Ρωμαῖο αὐτοκράτορα, ποὺ ἦταν πιθανὸν ὁ Μαξιμίνος Β΄ἢ ὁ Μαξέντιος, καὶ προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ παύσει τοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, πετυχαίνοντας μάλιστα νὰ μεταστρέψει στὸν Χριστιανισμὸ τὴν γυναίκα τοῦ αὐτοκράτορα. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὅταν πληροφορήθηκε ὁ Αὐτοκράτορας ὅσα διαδίδονταν περὶ τῶν ἰδεῶν της καὶ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας, ἀνέθεσε σὲ ὁμάδα ρητόρων, συζητώντας μαζί της, νὰ τῆς ἀποδείξουν τὸ ἀβάσιμο τῶν ἰδεῶν της. Ἀποτέλεσμα ὅμως ὑπῆρξε τὸ ἀντίθετο. Ἡ Αἰκατερίνη μὲ τὸ λόγο της καὶ τὰ ἐπιχειρήματά της «ἐφίμωσε λαμπρῶς τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν, τοῦ πνεύματος τῇ δυνάμει». Ἀκόμη μὲ σοφὰ ἐπιχειρήματα, κατάφερε νὰ τοὺς προσηλυτίσει στὸ Χριστιανισμό. Ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας ἔμαθε τὸ ἀποτέλεσμα, ὀργίσθηκε διατάσσοντας τὴν θανατικὴ καταδίκη ὅλων στὴ πυρά, ἐνῶ στὴν Αἰκατερίνη ἐπέβαλε μαρτύρια μέχρι θανάτου.
ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στὴν ἀρχικὴ φυλάκιση, ἡ νεαρὴ Ἁγία ὑπέμεινε τὶς πιέσεις καὶ τὶς κακουχίες μὲ θάρρος ποὺ ἀντλοῦσε ἀπὸ τὴν δύναμη τῆς βαθιᾶς της πίστης. Ὅταν ἔμαθε ἡ Φαυστίνα, σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα, τὸν λόγο τῆς καταδίκης τῆς Ἁγίας, θαύμασε τὴν καρτερικότητά της καὶ ζήτησε νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ, πράγμα ποὺ ἔγινε μὲ συνοδεία στρατιωτῶν ὑπὸ τὸν Φρούραρχο Πορφυρίωνα. Ὅλοι αὐτοὶ τελικὰ κατηχήθηκαν στὴ νέα θρησκεία. Τότε ὁ Αὐτοκράτορας διέταξε τὸν ἀποκεφαλισμὸ τῆς Φαυστίνας καὶ τῆς ἀκολουθίας της καὶ τὴν θανάτωση τῆς Ἁγίας. Μέσον θανάτωσης ἦταν ὁ “βασανιστικὸς τροχός”, ἕνας τροχός, ἡ περιφέρεια τοῦ ὁποίου ἔφερε καρφιά, ποὺ ἐτίθετο σὲ κίνηση μὲ σχοινιὰ καὶ τροχαλίες πλησιάζοντας ἀργὰ τὸ δεμένο σῶμα τοῦ καταδίκου, μὲ συνέπεια τὶς ὅλο καὶ βαθύτερες ἐκδορὲς μέχρι διαμελισμοῦ. Ἡ παράδοση ἀναφέρει πὼς τὰ καρφιὰ τοῦ τροχοῦ, ὅταν πλησίασαν τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας ξεκολλοῦσαν ἢ ἔσπαζαν. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε τελικὰ ὁ ἀποκεφαλισμὸς τῆς Ἁγίας, ποὺ ὅταν συνέβη αὐτός, οἱ παριστάμενοι ἀντιλήφθηκαν νὰ ρέει γάλα ἀντὶ αἷμα.
ΣΤΟ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟ ΣΙΝΑ: Ἡ Ἱερὰ Παράδοση ἀναφέρει ὅτι τὸ πάναγνο σῶμα τῆς Ἁγίας μεταφέρθηκε ὑπὸ “πτερύγων ἀγγέλων” στὸ ὄρος Σινᾶ τῆς ὁμώνυμης χερσονήσου, ὅπου ἐπὶ αἰῶνες ἔμεινε ἄταφο, κατὰ τοὺς συναξαριστές, μέχρι τὸν 6ο αἰώνα, ὅταν ἐρημίτες μοναχοί τῆς περιοχῆς, μέσῳ ὁράματος, εἰδοποιήθηκαν καὶ κατέβασαν ἀπὸ τὸ ὄρος τὸ σῶμα τῆς Ἁγίας, τὸ ὁποῖο καὶ ἐναπέθεσαν σὲ μαρμάρινη θήκη. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ἔκτισε τὴν ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ καὶ τὸ καθολικό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος (548-565), ἐντὸς τῆς ὁποίας τοποθετήθηκε ἡ μαρμάρινη θήκη. Στὴ Μονὴ διασώζεται σημαντικὸ θησαυροφυλάκιο τῆς πρώιμης Χριστιανικῆς τέχνης, κυρίως εἰκονογραφημένων χειρογράφων, ἐνῶ οἱ μοναστές της καὶ σήμερα εἶναι Ἕλληνες.
ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ: Ἡ ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης θεωρεῖται ἡ 24 Νοεμβρίου, τῆς δὲ εὕρεσης τῶν λειψάνων της ἡ 25 Νοεμβρίου. Ὅλοι οἱ χριστιανοί, ἐκτὸς τῶν σλαβικῶν ἐκκλησιῶν, συνέπτυξαν σὲ μία καὶ τὶς δύο ἑορτὲς καὶ ὅρισαν τὴν 25 Νοεμβρίου ἡμέρα τιμώμενη τῆς ἱερῆς μνήμης της, συνεορταζόμενη μὲ τὴν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.

,

Σχολιάστε

ΛΟΥΚΑΣ ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ Ἀπόστολος

Λουκᾶς ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ Ἀπόστολος (18.10)
Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

Ο ΕΥ. ΛΟΥΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, συγγραφέας τοῦ ὁμωνύμου Εὐαγγελίου καὶ τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, καταγόταν πιθανότατα ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Γιὰ τὸν τόπο καταγωγῆς του συμφωνοῦν οἱ περισσότεροι Πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς (Εὐσέβιος, Ἱερώνυμος, κ.ἄ). Σὲ χωρία τῶν Πράξεων (ιϛ΄10-17, κ΄5-κα´ 8, κζ΄1-2), ὁ Λουκᾶς χρησιμοποιεῖ πρῶτο πληθυντικὸ πρόσωπο, κι αὐτὸ διότι ὁ Εὐαγγελιστὴς παρέλαβε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ἀπὸ τὴν Τρωάδα καὶ τὸν συνόδευσε κατὰ τὴ δεύτερη ἀποστολική του περιοδεία. Ἀκόμη ἦταν παρὼν στὸν Εὐαγγελισμὸ τῶν γυναικῶν τῆς πόλης τῶν Φιλίππων. Ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα τῶν Πράξεων καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὁμίλησε καὶ ὁ ἴδιος στὴ συνάντηση, λαμβάνοντας ἐνεργὸ ρόλο στὴν πρώτη ἐκείνη κατήχηση ποὺ ἔγινε ποτὲ στὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο. Ὁ Εὐαγγελιστὴς φαίνεται παρὼν καὶ στὸ ἐπεισόδιο μὲ τὴν παιδίσκη ποὺ εἶχε “πνεῦμα πύθωνος”, ἡ ὁποία καὶ τελικὰ ἀκολούθησε τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα, μὲ τελικὴ κατάληξη τὴ φυλάκιση αὐτῶν. Καὶ στὴν τρίτη ἀποστολικὴ πορεία ὁ Λουκᾶς συνόδεψε τὸν Ἀπ. Παῦλο ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴν Τρωάδα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μέσῳ Λέσβου στὴ Μίλητο, ἀπὸ ὅπου μέσῳ Κῶ, Ρόδου, κ.ἄ, ὁδηγήθηκαν τελικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα. Τέλος ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀκολούθησε τὸν Παῦλο καὶ στὴ Ρώμη, μέσω Κρήτης καὶ Μελίτης (Μάλτας). Ὁ Εὐαγγελιστὴς παρέμεινε πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος στὸν Ἀπ. Παῦλο μέχρι καὶ τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ δευτέρου. Ἄλλωστε τὸ ὄνομά του μνημονεύει μὲ ἀσπασμοὺς ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων, Παῦλος, σὲ Ἐπιστολὲς τῆς αἰχμαλωσίας (Κολασ. δ΄14 καὶ Φιλήμ. 24). Μάλιστα στὴ δεύτερη Πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολὴ ἀναφέρεται ὡς ὁ μόνος ἐναπομείνας κοντὰ στὸν Ἀπόστολο Παῦλο, πράγμα ποὺ μαρτυρεῖ τὸ στενὸ σύνδεσμο τοῦ Εὐαγγελιστῆ καὶ τοῦ Ἀποστόλου. Ἀκόμη, ὁ “Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητός” (Κολασ. δ΄14) θὰ ἦταν ὁπωσδήποτε χρήσιμος συνοδὸς γιὰ τὸν ἡλικιωμένο πιὰ Παῦλο ποὺ βασανιζόταν καὶ ἀπὸ κάποια ἀσθένεια, [“σκόλωψ τῇ σαρκὶ” (Β΄ Κόρ. ιβ΄7)].
ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ: Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀποστόλου, ὁ Λουκᾶς, σύμφωνα μὲ ἀρχαίους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, κήρυξε τὴ νέα πίστη στὴ Δαλματία, τὴ Γαλλία, τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Ἀχαΐα (Ἐπιφάνιος, Κατὰ Αἱρέσεων, PG 41, 907 καὶ Γρηγόριος Θεολόγος, PG 36, 228). Ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς (PG 115, 1136) μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς μετέβη ἔπειτα καὶ στὴν Ἀνατολή, ἀφοῦ διέσχισε τὴ Λιβύη καὶ ὅταν ἔφτασε στὴν Αἴγυπτο, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος στὴ Θηβαΐδα, ὅπου καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικά. Ἀντιθέτως, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ γιὰ μαρτύριο τοῦ Εὐαγγελιστῆ.
Ο ΛΟΥΚΑΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Ἀρχαιοτάτη παράδοση θέλει τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ζωγράφο, ποὺ φιλοτέχνησε μάλιστα τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος. Σχετικὴ εἶναι καὶ ἡ ὑμνολογία τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα πρὸς τὴ Θεοτόκο ποὺ ψάλλει: “Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου, τὴν Ὁδηγήτριαν”. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες τοῦ Μαξίμου Μαργουνίου, ὁ Κωνστάντιος, γιὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου μετέφερε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὸ ἔθεσε μαζὶ μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἀποστόλων Ἀνδρέα καὶ Τιμοθέου κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο συγγραφέα, ὁ Εὐαγγελιστὴς ζωγράφισε τρεῖς εἰκόνες τῆς Θεοτόκου ποὺ ἔφερε στὴν ἀγκαλιά της τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
ΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Κατὰ τὸν Ὠριγένη, ὁ Λουκᾶς ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιό του γιὰ τοὺς “ἐξ ἐθνῶν” πιστούς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς “ἐξ Ἰουδαίων πιστούς”. Ἄλλωστε ὁ ἀρχικὸς ἀποδέκτης τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ “κράτιστος Θεοφιλος” ἦταν ἐθνικός, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Εὐαγγελιστὴς τὸν στηρίζει στὴν κατήχησή του καὶ ἐκφράζεται τιμητικὰ γιὰ τοὺς ἐθνικούς, προβάλλοντας τὸν οἰκουμενικὸ χαρακτήρα τῆς νέας πίστης. Μάλιστα τὸ κήρυγμα τοῦ Βαπτιστοῦ στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο παρουσιάζεται ὡς ἰδιαίτερα ἐλεγκτικὸ πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτες ποὺ χαρακτηρίζονται “γεννήματα ἐχιδνῶν”. Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ “διεθνιστικὸ” πνεῦμα τοῦ Λουκᾶ εἶχε γενικὸ ἀντιιουδαϊκὸ χαρακτήρα. Ἄλλωστε μόνον ὁ Λουκᾶς διασώζει τὴ σκηνὴ ποὺ ὁ Κύριος ἀντικρίζοντας τὴν Ἱερουσαλήμ, πνευματικὴ καὶ ἐθνικὴ μητρόπολη τοῦ Ἰσραήλ, κλαίει. (ἲθ΄41). Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ σκέψη τοῦ Εὐαγγελιστῆ εἶναι ὅτι ὁ Κύριος καλεῖ “Πάντα τὰ ἔθνη καὶ τὸν Ἰσραὴλ ἑπομένως” (Θ.Η.Ε., Λουκᾶς 372). Τὸ “πνεῦμα” αὐτὸ τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ ἀντικατοπτρίζεται ἄριστα στὴ σύσταση ποὺ ἀπηύθυνε ὁ ἀναστὰς Κύριος στοὺς μαθητές Του, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἔπρεπε: “κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ” (κδ΄47).

,

Σχολιάστε

ΠΡΟΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ τοῦ Κυρίου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

Προτυπώσεις το Σταυρο το Κυρίου
στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

.                   Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες, ἐρευνώντας τὸ ἱερὸ κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐντόπισαν πλῆθος προτυπώσεων ποὺ ἀφοροῦν σὲ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ἐμφανίζονται ἄλλοτε ξεκάθαρα καὶ ἄλλοτε σκιωδῶς-συμβολικῶς. Τὸ ἴδιο παρατηρεῖται καὶ στὸ θέμα τῆς Σταύρικης θυσίας τοῦ Κυρίου. Ἀκολουθοῦν ἐδάφια, ὅπου ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, μάλιστα ἡ Πεντάτευχος, προτυπώνει τὸ ὄργανο τῆς θυσίας τοῦ Σωτῆρος μας.

.                  A΄ (Γένεσις, κέφ. α΄, β΄): Τὸ “ξύλον” τοῦ Παραδείσου εἶναι ἀντί-τυπος τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Μάλιστα κατ᾽ ἀντιδιαστολὴν τὸ “ξύλον τοῦ Παραδείσου” ἔκανε γυμνὸ τὸν Ἀδὰμ κάνοντας τὸν νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ὁδηγώντας αὐτὸν καὶ κατ᾽ ἐπέκταση τὴν ἀνθρωπότητα στὸ θάνατο (Φιλόθεος Κων/λεως). Ὅμως ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου πάνω στὸ νέο “ξύλον” ἀνέστησε τὴν ἀπὸ αἰώνων νεκρὴ ἀνθρωπότητα. Ἔτσι, τὸ “ξύλον” τοῦ παραδείσου ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τῆς “βρώσεως” ὁδήγησε στὸ σκότος τοῦ θανάτου, ἐνῶ τὸ “τιμωρητικὸν ξύλον” τοῦ Γολγοθᾶ ἀπὸ τὴν ὀδύνη τοῦ Πάσχοντος ὁδήγησε στὸ φῶς τῆς αἰώνιας ζωῆς.

.                       Β΄ (Γέν. κβ΄1,2): Ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβράαμ νὰ θυσιάσει τὸ μοναχογιό του Ἰσαάκ. Ὁ Ἀβραὰμ ὑπάκουσε. Μάλιστα ὁ Ἰσαὰκ κουβάλησε στοὺς ὤμους τὰ ξύλα τῆς θυσίας στὸν ἀνηφορικὸ τόπο προσφορᾶς τοῦ “ὁλοκαρπώματος”. Ὁ Ἰσαὰκ θεωρεῖται τύπος Κυρίου καὶ τὰ ξύλα τύπος Σταυροῦ. “Σταυροῦ τύπον ἐκπλήρου Ἰσαάκ” (Ἀνδρέας Κρήτης). “Ἐν τῷ Ἀβραάμ, τὸ μυστήριον ἐνεργεῖται τοῦ Σταυροῦ, ὁ δὲ αὐτοῦ υἱὸς ἦν τύπος τοῦ σταυρωθέντος ὕστερον Χριστοῦ” (Γρηγόριος Παλαμᾶς,). Σημειωτέον: ὁ υἱὸς τοῦ Ἀβραὰμ δὲν πεθαίνει, ἐνῶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πεθαίνει στὸ Σταυρό.

.                     Γ΄(Ἔξοδος, ιδ΄15-25): Ὁ Μωυσῆς, φθάνοντας μὲ τὸ διωκόμενο ἀπὸ τὸν Φαραὼ λαὸ τοῦ Θεοῦ μπροστὰ στὴν Ἐρυθρά Θάλασσα, σήκωσε τὴ ράβδο του καὶ “ἐξέτεινε τὴν χείρα ἐπὶ τὴν θάλασσαν καὶ (…) ἐσχίσθη τὸ ὕδωρ καὶ εἰσῆλθον οἱ λαοὶ Ἰσραήλ”. Κατὰ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνό: “Ράβδος σταυροτύπως τὴν θάλασσαν πλήξασα”. Δηλαδή, κατὰ τὸν μεγάλο Πατέρα, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, ἡ μωσαϊκὴ ράβδος προτυπώνει τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

.                             Δ΄ (Ἔξ., ιε΄22-25): Ὁ Ἰσραὴλ στὸ Σινὰ δοκιμάστηκε ἀπὸ λειψυδρία. Βρίσκοντας πηγὴ στὴν Μερρά, ἀπογοητεύτηκαν. Τὸ νερό της ἦταν πικρό. Τότε ὁ Μωυσῆς προσευχήθηκε καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδειξε ἕνα ξύλο. “Και ἐνέβαλε αὐτὸ εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ἐγλυκάνθη τὸ ὕδωρ”. Τὸ “ξύλον” διὰ τοῦ ὁποίου τὸ νερὸ ἔγινε πόσιμο εἶναι τύπος τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου (Δαμασκηνός).

.                     Ε΄ (Ἀριθμοὶ κ΄1-13): Ἀνάλογο περιστατικὸ συνέβη στὴν ἔρημο Σίν, ὅπου λόγῳ λειψυδρίας οἱ Ἰσραηλίτες γόγγυζαν κατὰ τοῦ Μωυσῆ. Τότε ὁ Μωυσῆς “προσευχηθεὶς … ἐπάταξε τὴν πέτραν”. Ἀφοῦ χτύπησε μὲ τὴ ράβδο του ὁ Μωυσῆς τὸ βράχο “ἐξῆλθεν ὕδωρ πολύ”. Καὶ ἐδῶ ἡ ράβδος θεωρεῖται τύπος τοῦ Σταυροῦ (Χρυσόστομος), ἐνῶ ὁ βράχος συμβολίζει τὸν Γολγοθὰ, ὅπου στήθηκε ὁ τοῦ Κυρίου Σταυρός.

.                           Ϛ΄( Ἔξ. ιζ΄8-16): Τὶς κρίσιμες στιγμές, ποὺ ὁ Ἰσραὴλ δέχθηκε ἐπίθεση Ἀμαληκιτῶν, ὁ Μωυσῆς ἀνέβηκε σὲ ὕψωμα καὶ ἐξέτεινε τὰ χέρια τοῦ πλαγίως, δίνοντας στὸ σῶμα τοῦ σχῆμα σταυροῦ. Ὅσο ἔμενε ἔτσι, οἱ Ἰσραηλίτες νικοῦσαν. Ὅταν ὅμως κατέβαζε τὰ χέρια λόγῳ κόπωσης, ἐκεῖνοι νικοῦνταν. Ἔτσι οἱ Ὢρ καὶ Ἀαρὼν στήριζαν τὰ χέρια τοῦ Μωυσῆ. Τελικὰ οἱ Ἀμαληκίτες κατατροπώθηκαν. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει: “ἀναζωγράφησον παρ᾽ ἑαυτῷ χείρας ἡπλωμένας, ἵνα ἴδῃς τοῦ προσκυνητοῦ Σταυροῦ λάμπουσαν τὴν εἰκόνα”. Ὅπως οἱ Ἰσρηλίτες μὲ τὸν τύπο σταυροῦ νικοῦσαν, ἔτσι καὶ ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, ὁ Χριστιανός, πολεμούμενος ἀπὸ τὸν νοητὸ ἐχθρὸ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ ἐξέρχεται νικητής.

.                           Ζ΄ (Ἀριθμ. κα΄ 6-15): Ὅταν, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀαρών, οἱ Ἰσραηλίτες στράφηκαν καὶ πάλι κατὰ τοῦ Μωυσῆ, δέχθηκαν τὴν τιμωρία: “Ὄφεις ἔδακνον τὸν λαόν, καὶ ἀπέθανεν λαὸς πολύς”. Τότε ὁ Μωυσῆς κατασκεύασε χάλκινο ὁμοίωμα φιδιοῦ ὑψώνοντάς το σὲ κοντάρι πάνω σὲ κοντινὸ ὕψωμα. Ὅσοι ἔπεφταν θύματα φιδιῶν δὲν πάθαιναν τίποτε, ἐὰν κοιτοῦσαν ψηλά, στὸ χάλκινο ὁμοίωμα. Τὴν προτύπωση αὐτὴ τοῦ Σταυροῦ ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: “Καθὼς Μωυσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον” (Ἰωάν. γ΄14-15).

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ: Γράφει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: “Σ᾽ ἕνα δέντρο, στὸν Παράδεισο, νίκησε ὁ διάβολος τὸν Ἀδάμ. Στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ νίκησε τὸ διάβολο ὁ Χριστός. Τὸ πρῶτο ἄνοιξε στοὺς ἀνθρώπους τὶς πύλες τοῦ Ἅδου. Τὸ δεύτερο, ὁ Σταυρός, κι αὐτοὺς ποὺ εἶχαν πάει στὸν Ἅδη τοὺς ἀνακάλεσε. Κι ὅπως ἕνας γενναῖος βασιλιάς, (…) ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς νικητὴς στὸν πόλεμο ἐναντίον τοῦ διαβόλου, ὅλα τὰ ὄπλα τοῦ ἀντιπάλου καὶ τὸ θάνατο καὶ τὴν κατάρα τὰ κρέμασε ψηλά, στὸ Σταυρό, σὰν σὲ τρόπαιο, γιὰ νὰ τὸ βλέπουν ὅλοι, καὶ οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις στὸν οὐρανό, καὶ οἱ ἄνθρωποι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ οἱ νικημένοι πονηροὶ δαίμονες.”

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΑΤAΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΙΜIΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓIΑΣ ΘΕΟΤOΚΟΥ

Κατάθεση τς Τιμίας Ζώνης τς περαγίας Θεοτόκου [31.8]

τοῦ Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου,
Δασκάλου

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Στὶς 31 Αὐγούστου ἑορτάζουμε τὴν Κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ ἱερὸ κειμήλιο ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου καὶ διασώζεται μέχρι σήμερα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Βατοπαιδίου στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος τὴν ὕφανε ἀπὸ τρίχες καμήλας.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου εἶναι λιγοστὲς καὶ προέρχονται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀπὸ τὴν παράδοση ποῦ διασώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους. Ἡ Θεοτόκος μέχρι τὴν Κοίμησή της παρέμεινε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Τὴ φροντίδα της εἶχε ἀναλάβει ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς της εἶναι θαυμαστὲς καὶ συγκινητικές. Κοντά της βρέθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τρόπο θαυμαστό, «ἐπὶ νεφελῶν». Καὶ τότε, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε θριαμβευτικὰ «ἐπὶ νεφελῶν», μὲ τὴ συνοδεία πλήθους ἀγγέλων. Ἡ Θεοτόκος προσευχήθηκε στὸν Υἱό της, παρηγόρησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι πάντα κοντὰ στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της καὶ παρέδωσε τὴν πανάμωμη ψυχή της στὸν Κύριο. Οἱ Ἀπόστολοι ἐναπέθεσαν τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου σὲ «καινὸν μνημεῖον» στὴ Γεθσημανή. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀργότερα ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως. Τρεῖς μέρες μετὰ τὴν κοίμηση κατέβηκε ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ πλήθους ἀγγέλων. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ μὲ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου παρέλαβε τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου καὶ μαζί της ἀνῆλθαν στοὺς οὐρανούς. Ἡ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεομήτορος εἶχε συντελεστεῖ. Τὸ ἱερὸ Σῶμα της ἐνώθηκε πάλι μὲ τὴν ἁγνὴ ψυχή της.

Ο ΑΠ. ΘΩΜΑΣ ΚΑΙ Η ΤΙΜΙΑ ΖΩΝΗ: Ὁ Ἀπόστολος Θωμὰς ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ εἶδε τὴ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Δὲν εἶχε μπορέσει νὰ παρευρεθεῖ στὴν κηδεία της εὐρισκόμενος στὶς Ἰνδίες. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, καὶ ἐνῶ τελοῦσε τὴ Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στὴ Γεθσημανὴ μὲ θαυμαστὸ τρόπο καὶ εἶδε ὅλα ὅσα συνέβησαν. Τότε παρακάλεσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ δώσει γιὰ εὐλογία τὴ Ζώνη της. Καὶ ἐκείνη, καθὼς ἀνέβαινε στοὺς οὐρανούς, τοῦ ἔριξε τὸ Ἱερὸ κειμήλιο «πρὸς δόξαν ἀκήρατον, ἀνερχομένη Ἁγνή, χειρί σου δεδώρησαι τῷ ἀποστόλῳ Θωμᾷ τὴν πάνσεπτον Ζώνην σου», ψάλλουμε στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης. Ὁ Ἀπόστολος Θωμὰς στὴ συνέχεια πληροφόρησε καὶ τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους γιὰ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ γεγονότα καὶ τοὺς ἔδειξε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας.Ἐκεῖνοι δοξολόγησαν τὸν Θεὸ καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς εὐλογήσει, καθὼς ἦταν ὁ μόνος ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἔνδοξη Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Τὴ διαφύλαξη τῆς Ἁγίας Ζώνης ἀνέλαβαν δύο φτωχὲς καὶ εὐσεβεῖς γυναῖκες στὰ Ἱεροσόλυμα, οἱ ὁποῖες φρόντιζαν τὴν Θεοτόκο. Παρέλαβαν μὲ εὐλάβεια τὸ ἱερὸ κειμήλιο καὶ ἀπὸ τότε τὸ ἔργο τῆς διαφύλαξής του συνέχιζε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μία εὐλαβὴς παρθένος καταγομένη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια αὐτή.

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΗΣ Τ. ΖΩΝΗΣ: Ἡ ἀνακομιδὴ τῆς Τιμίας Ζώνης καὶ ἡ μεταφορά της στὴν Κωνσταντινούπολη ἔγινε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο (395-408). Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου στὴ Βασιλεύουσα ἦταν λαμπρότατη. Ὁ αὐτοκράτορας κατέθεσε τὴν Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου σὲ λειψανοθήκη ποῦ ὀνόμασε «ἁγίαν σορόν». Ἡ κατάθεση ἔγινε στὶς 31 Αὐγούστου, τελευταία μέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Στὴν πόλη τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τῆς ὁποίας Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς καὶ Προστάτις ἦταν ἡ Θεοτόκος, θὰ φυλασσόταν πλέον ἡ Ἁγία Ζώνη τῆς Θεομήτορος. Ἡ κόρη τοῦ Ἀρκαδίου, ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀνήγειρε λαμπρὸ ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας, τὸν περίφημο ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων. (Χαλκοπράτεια ὀνομαζόταν ἡ συνοικία ὅπου κτίστηκε ὁ ναὸς τὸ ὄνομά της ἡ συνοικία τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖ πρὶν κατασκευάζονταν καὶ πωλοῦνταν χάλκινα ἀντικείμενα).Στὸ ναὸ αὐτὸ ἡ αὐτοκράτειρα κατέθεσε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ Πουλχερία κέντησε μὲ χρυσὴ κλωστὴ τὴν Τιμία Ζώνη διακοσμώντας την. Ἡ χρυσὴ αὐτὴ κλωστὴ εἶναι εὐδιάκριτη καὶ σήμερα στὸ τμῆμα ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος Β΄ καὶ ἡ σύζυγός του Σοφία ἀνακαίνισαν τὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Χαλκοπρατείων καὶ ἀνήγειραν ἐκεῖ καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σοροῦ. Ἐκεῖ, μέσα σὲ λειψανοθήκη καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, φυλασσόταν ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου.

ΘΑΥΜΑΤΑ: Πλῆθος πιστῶν συνέρρεαν γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν μὲ εὐλάβεια ζητώντας ἀπὸ τὴν Παναγία νὰ μεσιτεύσει μὲ τὶς πρεσβεῖες της στὸν Κύριο. Πλῆθος θαυμάτων ἐπιτέλεσε ἡ Τιμία Ζώνη. Ἄνθρωποι δυστυχισμένοι καὶ πονεμένοι βρῆκαν λύτρωση μὲ τὴ θαυματουργὴ δύναμη τοῦ ἁγίου λειψάνου. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὑμνήθηκε ἀπὸ φημισμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς. Μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας καθαγιάζει τοὺς πιστοὺς ποῦ προσέρχονται εὐλαβικὰ γιὰ νὰ τὸ προσκυνήσουν τοὺς ἀνυψώνει ἀπὸ τὴ φθορά, τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ ἀσθένειες καὶ θλίψεις.

Ο ΤΕΜΑΧΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ: Στὴ συνέχεια ἡ Ἁγία Ζώνη τεμαχίστηκε καὶ τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σὲ διάφορους ναοὺς τῆς Κωνσταντινούπολης. Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, κάποια τεμάχια ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τοὺς βάρβαρους καὶ ἀπολίτιστους κατακτητὲς καὶ μεταφέρθηκαν στὴ Δύση. Ἕνα μέρος ὅμως διασώθηκε καὶ παρέμεινε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλης ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν. Ἡ τελευταία ἀναφορὰ γιὰ τὸ ἅγιο λείψανο εἶναι ἑνὸς ἀνώνυμου Ρώσου προσκυνητῆ στὴν Κωνσταντινούπολη μεταξύ τοῦ 1424 καὶ 1453.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΣΤΟ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙ: Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1453, εἶναι ἄγνωστο τί ἀπέγινε τὸ ὑπόλοιπο μέρος τῆς Ἁγίας Ζώνης στὴ συνέχεια. Ἔτσι τὸ μοναδικὸ σωζόμενο τμῆμα εἶναι αὐτὸ ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου καθὼς μὲ ἐξαιρετικὰ περιπετειώδη τρόπο ἔφτασε ἐκεῖ.

ΛΑΒΑΡΟ ΝΙΚΗΣ: Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος εἶχε κατασκευάσει ἕναν χρυσὸ σταυρὸ γιὰ νὰ τὸν προστατεύει στὶς ἐκστρατεῖες. Στὴ μέση του σταυροῦ εἶχε τοποθετηθεῖ τεμάχιο Τιμίου Ξύλου. Ὁ σταυρὸς ἔφερε ἐπίσης θῆκες μὲ ἅγια λείψανα Μαρτύρων, καὶ ἕνα τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης. Ὅλοι οἱ βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἔπαιρναν αὐτὸν τὸν σταυρὸ στὶς ἐκστρατεῖες. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἰσαάκιος Β΄ Ἄγγελος (1185-1195) σὲ μιὰ ἐκστρατεία ἐναντίον τοῦ ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Ἀσάν. Νικήθηκε ὅμως καὶ μέσα στὸν πανικὸ ἕνας ἱερέας τὸν πέταξε στὸ ποτάμι γιὰ νὰ μὴν τὸν βεβηλώσουν οἱ ἐχθροί. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες ὅμως οἱ Βούλγαροι τὸν βρῆκαν καὶ ἔτσι πέρασε στὰ χέρια τοῦ Ἀσάν.Οἱ Βούλγαροι ἡγεμόνες μιμούμενοι τοὺς Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορες ἔπαιρναν μαζί τους στὶς ἐκστρατεῖες τὸν σταυρό. Σὲ μία μάχη ὅμως ἐναντίον τῶν Σέρβων ὁ βουλγαρικὸς στρατὸς νικήθηκε ἀπὸ τὸν Σέρβο ἡγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ὁ Λάζαρος ἀργότερα δώρισε τὸ σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου μαζὶ μὲ τὸ τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης.

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ Ϛ΄ ΚΑΝΤΑΚΟΥΖΗΝΟ: Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διασώζουν καὶ μία παράδοση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου ἀφιερώθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνὸ (1341-1354), ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ καὶ μόνασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου.

ΘΕΙΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΣΤΕΙΡΟΤΗΤΑΣ: Τὰ θαύματα ποῦ πραγματοποίησε καὶ πραγματοποιεῖ ἡ Τιμία Ζώνη εἶναι πολλά. Βοηθᾶ εἰδικὰ τὶς στεῖρες γυναῖκες νὰ ἀποκτήσουν παιδί. Ἂν ζητήσουν μὲ εὐλάβεια τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, τοὺς δίδεται τεμάχιο κορδέλας ποῦ ἔχει εὐλογηθεῖ στὴν λειψανοθήκη τῆς Ἁγίας Ζώνης καὶ προσευχόμενες μὲ πίστη, καθίστανται ἔγκυες.

,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΜΗΣΗ τῆς ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

.                   Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἑορτάζουμε στὶς 15 Αὐγούστου, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς Θεομητερικὲς ἑορτές, τὶς ἑορτές, δηλαδή, ποὺ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας, καὶ πιθανότατα ἡ παλαιότερη ἀπὸ ὅλες. Οἱ πρῶτες ἱστορικὲς ἀναφορὲς στὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ ἐμφανίζονται στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ συγκλήθηκε ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἡ θέση τῆς Παναγίας μέσα στὸ λατρευτικὸ κύκλο τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπιβεβαιώθηκε ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι πολὺ νωρίτερα εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἡ ἀποδοχὴ τῆς τιμῆς της ἀπὸ τὶς τοπικὲς χριστιανικὲς κοινότητες. Πληροφορίες γιὰ τὸ βίο τῆς Θεοτόκου, πρὶν τὸν Εὐαγγελισμό της καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, μιᾶς καὶ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ γνωρίζουμε κάποια στοιχεῖα αὐτῶν τῶν περιόδων τῆς ζωῆς της. Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση οἱ πληροφορίες αὐτὲς πέρασαν στὰ λεγόμενα ἀπόκρυφα ἢ ψευδεπίγραφα βιβλία. Ἔτσι θὰ λέγαμε ὅτι ὁ Δεκαπενταύγουστος εἶναι ἕνα ἱστορικὸ κληροδότημα αὐτῶν τῶν βιβλίων. Τέτοια, λοιπὸν κύρια πηγὴ εἶναι: “Ἡ Ἀπόκρυφος διήγησις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μαρίας» ἐνῶ συμπληρωματικὲς πληροφορίες παίρνουμε ἀπὸ τὸ σύγγραμμα «Περὶ θείων ὀνομάτων» τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη, ἀπὸ τὰ «Ἐγκώμια εἰς τὴν Κοίμησιν» διαφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τῶν ἁγίων Μόδεστου Ἱεροσολύμων, Ἀνδρέα Κρήτης, Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ κ.ἄ., καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. Στὰ κείμενα αὐτὰ διασώζεται ἡ «ἀρχαία καὶ ἀληθεστάτη» παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γι᾽ αὐτὸ τὸ Θεομητορικὸ γεγονός. Ἕνα κομμάτι τῆς παράδοσης εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία.
.                   Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾶς δίνουν τὰ παραπάνω κείμενα, ἡ Θεοτόκος εἰδοποιήθηκε ἀπὸ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἐπικείμενο θάνατό της. Ἀφοῦ στὴ συνέχεια ἀνέβηκε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ, κατέβηκε στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ γνωστοποίησε στοὺς γνωστούς της τὴν ἀναχώρησή της ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἑτοίμασε τὰ τῆς ταφῆς της. Γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς Θεοτόκου συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θωμᾶ. Ἡ Δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ σχῆμα νεφέλης τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τῆς οἰκουμένης, ὅπου κήρυσσαν, καὶ τοὺς συγκέντρωσε στὰ Ἱεροσόλυμα. «Τὸ δὲ θεοδόχον αὐτῆς σῶμα μετὰ ἀγγελικῆς καὶ ἀποστολικῆς ὑμνωδίας (μὲ ὕμνους ἀπὸ Ἀποστόλους καὶ ἀγγέλους) ἐκκομισθὲν καὶ κηδευθὲν (μεταφέρθηκε καὶ κηδεύτηκε), ἐν σορῷ τῇ ἐν Γεσθημανῇ κατετέθη, ἐν ᾧ τόπῳ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἡ τῶν ἀγγέλων χοροστασία καὶ ὑμνωδία διέμεινεν ἄπαυστος (γιὰ τρεῖς μέρες ἡ ὑμνωδία τῶν ἀγγέλων ἦταν ἀκατάπαυστη). Μετὰ δὲ τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς ἀγγελικῆς ὑμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οἱ ἀπόστολοι, ἑνὸς αὐτοῖς ἀπολειφθέντος (τοῦ Θωμᾶ ποὺ ἔλειπε) καὶ μετὰ τὴν τρίτην ἐλθόντος καὶ τὸ θεοδόχον σῶμα προσκυνῆσαι βουληθέντος (ὅταν μετὰ τὸν ἐρχομό του ὁ Θωμὰς θέλησε νὰ προσκυνήσει τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου), ἤνοιξαν τὴν σορόν. Καὶ τὸ μὲν σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον οὐδαμῶς εὐρεῖν ἠδυνήθησαν, μόνα δὲ αὐτῆς τὰ ἐντάφια κείμενα εὑρόντες καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν ἀφάτου εὐωδίας ἐμφορηθέντες (γέμισαν ἀπὸ τὴν ἀνείπωτη εὐωδία ποὺ ἔβγαζαν) ἠσφάλισαν τὴν σορὸν»1. Ὁ Υἱός της ποὺ εἶχε σαρκωθεῖ ἀπὸ αὐτήν, εἶχε δεχτεῖ στοὺς οὐρανοὺς τὸ ἄχραντο σῶμα της καὶ τὴν ἁγία της ψυχή. Τὴν παράδοση αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας συνοψίζει ἄριστα τὸ ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεσθημανῇ τῷ χωρίῶ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σὺ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».
.                   Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου περιλαμβάνει τὸν θάνατο καὶ τὴν ταφή της ἀλλὰ καὶ τὴ μετάστασή της στοὺς οὐρανούς. Ὅπως λέει τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε (τὴ Θεοτόκο), ὡς γὰρ ζωῆς μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον». Δηλαδὴ ὁ τάφος καὶ ἡ νέκρωση δὲν κράτησαν τὴ Θεοτόκο, γιατί ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, πῆρε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα στὴν κοιλιὰ τῆς Θεοτόκου καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτήν. Ἔτσι ἔκαμε τὴν Παναγία Μητέρα του, μητέρα τῆς ζωῆς, πηγὴ τῆς ζωῆς.
.                   Ἀφοῦ ὁ Κύριος μὲ τὸ σταυρικό του θάνατο πάτησε καὶ κατάργησε τὸ θάνατο, ἦταν φυσικὸ νὰ ἀνεβάσει στοὺς οὐρανοὺς τὴ Μητέρα του καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴ δόξα τῆς αἰωνιότητας. Ὅπως λένε τὰ τροπάρια τῆς Κοιμήσεως, ὁ θάνατός της προμνηστεύεται τὴ ζωή. Αὐτὴ ποὺ γέννησε τὴ ζωή, ἔχει μεταβεῖ στὴ ζωή. Ἔτσι ὁ θάνατός της ὀνομάζεται «ἀθάνατος Κοίμησις». Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί ἡ Παναγία πρώτη μεταξὺ τῶν ἀνθρωπίνων πλασμάτων πραγματοποίησε τὴ θεοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς σάρκωσης. Στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἡ ἀνθρωπότητα προσέφερε τὴ Νέα Εὕα, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ πραγματοποιοῦνταν αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶχε ὑποσχεθεῖ στοὺς Πρωτοπλάστους (Πρωτευαγγέλιο) μετὰ τὴν πτώση τους: Τὴ συμφιλίωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶπαν οἱ Πατέρες «Ὁ Θεὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθώμεν»2. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεὸς ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται»3. Αὐτὴν τὴ θεοποίηση ἔδειξε ἡ Θεοτόκος, γιατί, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Καβάσιλας, φανέρωσε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἦταν στὴν ἀρχὴ στὸν Παράδεισο, καὶ ὅπως ἔπρεπε στὴ συνέχεια νὰ γίνει. Μὲ τὴν Κοίμησή της προπορεύτηκε στὴ δόξα ποὺ μᾶς περιμένει. Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης προσθέτει: «αὐτὴ εἶναι δόξα μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς δόξες, ὁπού ἔλαβε ἡ Θεοτόκος, νὰ ἀναστηθεῖ πρωτύτερα ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς ἀφθαρσίας, νὰ δοξασθῆ, προτοῦ νὰ γίνει ἡ κρίσις καὶ ἡ ἐξέτασις, νὰ λάβη τὴν ἀνταπόδοσιν προτοῦ νὰ ἔλθη ἡ ἡμέρα τῆς ἀνταποδόσεως, νὰ τιμηθῆ τέλος πάντων μὲ προνόμια, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα τοῦ υἱοῦ της». Ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ θὰ ἀπολαύσουν οἱ πιστοὶ μετὰ τὴ δεύτερη ἔλευση τοῦ Κυρίου καὶ γενικὴ κρίση, προαπολαμβάνει κατ᾽ ἐξοχὴν ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως εἶναι στὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα δεύτερο Πάσχα. Τῆς «ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου, τὴν ἀπαρχὴν» ποὺ ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα, ὁ πρῶτος καρπὸς εἶναι ἡ δόξα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
.               Ἐφ᾽ ὅσον γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἡ Θεοτόκος εἶναι «τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις»4, ἂς ἀφήσουμε τὸν ἐπίλογο στὸν μεγάλο Πατέρα Ἰωάννη Δαμασκηνό: “Ἡ Θεοτόκος βοήθησε στὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, ἐξυπηρέτησε τὴν παγκόσμια σωτηρία γιατί μ᾽ αὐτὴν πραγματοποιήθηκε ἡ προαιώνια ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ: ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ἡ δική μας σωτηρία.”

 

1. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Β´ Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Θεομήτορος, 18.
2. Μ. Ἀθανάσιος, ΒΕΠ 30, 119
3. Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας: Δοξαστικό Αἴνων, 25 Μαρτίου
4. Ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ τοῦ ΚΥΡΙΟΥ

Μεταμόρφωση το Κυρίου

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

 ΓΕΝΙΚΑ: Στὶς 6 Αὐγούστου ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἀνάμνηση τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ Μεταμόρφωση ἔλαβε χώρα σὲ ὄρος ὑψηλὸν σύμφωνα καὶ μὲ τοὺς τρεῖς λεγόμενους Συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστές, Ματθαῖο, Μάρκο καὶ Λουκᾶ, μάλιστα δὲ κατὰ τὴν Ἱερὰ Παράδοση στὸ ὄρος Θαβώρ, ποὺ στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει «ἔλευση φωτός». Ἔγινε, κατὰ τοὺς περισσότερους Πατέρες, 40 ἡμέρες περίπου πρὸ τῆς Σταυρώσεως, δηλαδὴ κατὰ τὸν μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ὅτι ἡ Σταύρωση ἔγινε τὴν 14η Νισάν (Μαρτίου). Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἑορτασμὸς τῆς ἑορτῆς θὰ συνέπιπτε μέσα στὴν πένθιμη Μεγάλη καὶ Ἁγία Τεσσαρακοστή, μεταφέρθηκε στὶς 6 Αὐγούστου ποὺ ἀπέχει ἀπὸ τὶς 14 Σεπτεμβρίου, ποὺ γιορτάζεται ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ λογαριάζεται σὰν δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ἡμέρες. Ἡ γιορτὴ καθιερώθηκε ἐπίσημα νὰ γιορτάζεται γύρω στὸ 600-630 μ.Χ., σὲ ἀντικατάσταση τῆς ἑβραϊκῆς γιορτῆς τοῦ ἐξιλασμοῦ.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ: Ὁ Κύριος σαράντα ἡμέρες περίπου πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωσή Του, παρέλαβε τρεῖς ἀπὸ τοὺς Μαθητές του, τὸν Πέτρο γιὰ τὴ μεγάλη πίστη καὶ ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Χριστό, τὸν Ἰωάννη ἐπειδὴ τὸν ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα ὁ Κύριος, γιὰ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸ πρόσωπό Του καὶ τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη, γιὰ νὰ τοὺς ἀνεβάσει στὸ ὄρος Θαβώρ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς προσθέτει ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη ὀκτὼ μέρες μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Κύριος διδάσκοντας τοὺς μαθητές του, ἔλεγε ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴ δόξα τοῦ Πατέρα Του. Γι᾽ αὐτὴ τὴν ὄγδοη μέρα, ποὺ ὁ Κύριος ἀνέβασε τοὺς μαθητές του στὸ Θαβώρ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει: «Τὸ μέγα θέαμα τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, δηλαδὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ποὺ ἀναφαίνεται μετὰ τὴν κατάπαυση τοῦ κόσμου». Ἕνας λόγος, κατὰ τοὺς Πατέρες, ποὺ δὲν παρέλαβε ὅλους τοὺς μαθητές Του, ἦταν ὅτι θὰ ἀναγκαζόταν νὰ παραλάβει μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν Ἰούδα, ποὺ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ «γευθεῖ» τοῦ μυστηρίου τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐκεῖ, στὸ ὄρος Θαβώρ, ξαφνικά, ἐνῶ προσευχόταν ὁ Κύριος, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του, ὑπὲρ τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. «Ἄνοιξε», λέγει ὁ Χρυσόστομος, «λίγο ἀπὸ τὴ Θεότητά του, ἐνῶ προσευχόταν καὶ ἔλαμψε σὰν ἥλιος». Σὰν ἥλιος, εἶπε ὁ εὐαγγελιστὴς γιὰ νὰ μὴ νομίσουμε αἰσθητὸ αὐτὸ τὸ φῶς. Γιατί αὐτὸ τὸ φῶς εἶναι τῆς Θεότητος καὶ εἶναι ἄκτιστο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει: «Ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε, ὄχι προσλαμβάνοντας ὅ,τι δὲν ἦταν, ἀλλὰ φανερώνοντας στοὺς μαθητές του ὅ,τι ἦταν, ἀφοῦ τοὺς ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ἀπὸ τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ φῶς δὲν εἶναι αἰσθητό, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετασκευάσθηκαν τὰ μάτια τους, μεταμορφώθηκαν ἐκεῖνοι». Τὰ ἱμάτια τοῦ Κυρίου ἔγιναν λευκὰ «ὡς χιών», γιὰ νὰ μᾶς δείξει, μέσῳ τῶν μαθητῶν Του, ποιὲς εἶναι οἱ στολὲς τῆς δόξης ποὺ θὰ φορέσουν κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα ὅσοι προσεγγίσουν τὸ Θεό. Ταυτόχρονα ἐμφανίστηκαν, ὁ Προφήτης Μωυσῆς σὰν ἐκπρόσωπος τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῶν νεκρῶν καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας σὰν ἐκπρόσωπος τῶν προφητῶν καὶ τῶν ζωντανῶν (διότι ὁ Προφήτης αὐτὸς δὲν πέθανε ἀλλὰ ἀναλήφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωντανὸς «ἐν πυρίνῳ ἅρματι» στοὺς οὐρανοὺς) καὶ ἄρχισαν νὰ συνομιλοῦν μαζί Του γιὰ τὶς προφητεῖες ποὺ ἀναφέρονταν στὸ σωτήριο Πάθος Του. Αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ δείξει στοὺς μαθητὲς πὼς ὁ ἴδιος εἶναι ὁ Κύριος τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὁ Πέτρος ἀπὸ τὴν ταραχή του μὴ γνωρίζοντας τί ἔλεγε, εἶπε στὸν Κύριο ὅτι καλὸ θὰ ἦταν νὰ μείνουν στὸ ὅρος Θαβὼρ καὶ νὰ φτιάξουν τρεῖς σκηνές, φοβούμενος ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Κύριος θὰ ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν Του. Ἐνῶ ἀκόμα μιλοῦσε ὁ Πέτρος, ἐμφανίστηκε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο καὶ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς μέσα ἀπὸ αὐτό, ποὺ βεβαίωνε πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱός Του ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο ἀναπαύεται ὅλη ἡ Πατρικὴ εὔνοιά Του καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, σὲ αὐτὸν πρέπει νὰ ὑπακοῦμε καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς σωτήριες ἐντολές Του. Οἱ μαθητὲς τότε ἔπεσαν κατὰ πρόσωπο, ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἀλλὰ «γιὰ τὴ μετατροπὴ καὶ τὸ ὑπερφυὲς τοῦ φωτὸς» (Γρ. Παλαμᾶς). Αὐτοῦ τοῦ φωτὸς μετέχουν καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἅγιοι. Ἀλλὰ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ἔχουν αὐτὴ τὴ δόξα καὶ τὴ βασιλεία φυσικῶς, οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι τὴν ἀποκτοῦν κατὰ χάρη, δεχόμενοι ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἔλλαμψη. Ὅμως ὁ Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δὲν ἀφήνει ἄλλο τοὺς μαθητές Του, μέσα στὴν ἀγωνία καὶ τὸν φόβο καὶ ἀφοῦ τοὺς ἄγγιξε, τοὺς εἶπε νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ μὴν φοβοῦνται, γιατί θὰ εἶναι μαζί τους, μέχρι τὸ Θεῖο Πάθος Του, ὅπως καὶ πρῶτα, δηλαδὴ μὲ τὸ ταπεινὸ σχῆμα ἑνὸς ἁπλοῦ ἀνθρώπου, γιατί ὁ Κύριος ἦταν «ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον ἀλλὰ Θεὸς τὸ κρυπτόμενον» (Γρ. Παλαμᾶς). Ἀκόμη τοὺς εἶπε νὰ μὴν ποῦν σὲ κανένα τὸ θεῖο αὐτὸ γεγονὸς ποὺ ἔζησαν, μέχρι τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του.
.           Γιατί ὅμως ὁ Κύριος διάλεξε, αὐτὴ τὴ χρονικὴ στιγμή, δηλαδὴ λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ Ἅγια Πάθη Του γιὰ νὰ δείξει στοὺς Μαθητές Του, μία ἀμυδρὴ ἀκτίνα τῆς Θείας μεγαλειότητος καὶ δόξης Του; Τὴν ἀπάντηση δίνει πολὺ εὔστοχα τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς: «Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης Χριστὲ ὁ Θεός, ὅνα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμῳ κηρύξωσιν ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα». Δηλαδή, ὅταν σὲ δοῦν οἱ μαθητὲς ἐπάνω στὸ Σταυρό, γυμνὸ καὶ καταματωμένο μὲ τὸν ἀκάνθινο στέφανο νὰ ὑποφέρεις καὶ νὰ πεθαίνεις γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, νὰ μὴ φοβηθοῦν, ἀλλὰ νὰ καταλάβουν πὼς τὸ Πάθος Σου τὸ ὑπέμεινες, ἐπειδὴ τὸ ἤθελες, ἑκούσια καὶ ὄχι ἀπὸ ἀδυναμία, ἀφοῦ εἶσαι ὁ παντοδύναμος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ γεμάτος ἀγάπη γιὰ τὸ ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στὴ γῆ, γιὰ νὰ τὸ ἐλευθερώσεις ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι ὅταν σὲ δοῦν, μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἔνδοξο Νικητὴ τοῦ θανάτου, νὰ κηρύξουν σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ ὁμοούσιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτήρας τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτός, κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἦταν ὁ σκοπὸς ποὺ ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση. Κι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἐμφάνιση στὸ Θαβὼρ τῶν δύο πιὸ μεγάλων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή Του, νὰ κλείσει γιὰ πάντα τὰ βδελυρὰ χείλη τῶν γραμματέων καὶ τῶν φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι μισοῦσαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ τὸν θεωροῦσαν παραβάτη τοῦ νόμου τοῦ Μωυσῆ, συνέβη τὸ ἀντίθετο. Μάλιστα ἀκόμη καὶ σήμερα βλέπουμε πὼς οἱ Ἑβραῖοι, ὁ πάλαι ποτὲ περιούσιος λαός, δὲν πιστεύουν ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Καὶ ὄχι μόνο οἱ Ἑβραῖοι δὲν τὸν πιστεύουν, ἀλλὰ ὅπως προσθέτει ὁ ἅγιοςς Λουκᾶς ὁ Ἀρχιεπ. Κριμαίας, «καὶ γιὰ πολλοὺς χριστιανοὺς ὅλο καὶ περισσότερο θαμπώνει τὸ θεῖο φῶς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμα μικρότερο γίνεται τὸ μικρὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸ θεῖο φῶς τοῦ Χριστοῦ λάμπει μὲ τὴν ἴδια δύναμη, μὲ τὴν ὁποίαν ἔλαμψε στοὺς ἀποστόλους Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη τότε στὸ ὄρος Θαβώρ. Ὅμως νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, ἐπειδὴ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: “Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον. ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν” (Λουκ. ιβ´ 32). Ἡ ἀπιστία μεταξὺ τῶν λαῶν ἔλαβε ἀνησυχητικὲς διαστάσεις καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ἐπισκιάστηκε ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ νέφος τῆς ἀθεΐας. Σήμερα πιὸ συχνὰ ἀπὸ ποτὲ ἐνθυμούμαστε τὸ φοβερὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Πλὴν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. ιη´ 8). Νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε ὅμως, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, λέγοντας γιὰ τὰ σημεῖα τῆς δευτέρας παρουσίας του, εἶπε: «Ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν» (Λκ. κα´ 28). Νὰ εἶναι, λοιπόν, ἡ ζωή σας τέτοια ὥστε τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ μπορέσουμε νὰ σηκώσουμε τὸ κεφάλι μας καὶ ὄχι νὰ τὸ σκύψουμε βαθειὰ ἀπελπισμένοι..» (ἀπὸ ὁμιλία τοῦ Ἁγίου τὸ 1956).

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ: Ἐδῶ πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ λαμπρὴ ἀκτινοβολία τοῦ Θείου ἀκτίστου φωτός, ποὺ παρουσίασε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν Μεταμόρφωση καὶ εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ διανοίχτηκαν μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ψυχικὰ μάτια τους, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία εἶναι ἡ ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἐπίσης ἄκτιστη Οὐσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα, ἀκόμα καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους εἶναι παντελῶς ἀκατάληπτη (ἀκατανόητη) καὶ ἀόρατη. Ἡ Θεία αὐτὴ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ποὺ χαριτώνει καὶ ἁγιάζει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ μποροῦμε νὰ τὴ δοῦμε μὲ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμούς μας. Φυσικὰ γιὰ νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὸ τὸ ὕψος τῆς Θεώσεως, πρέπει νὰ κάνουμε σκληρὸ ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ἀφοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας εἶπε στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8 ). Αὐτὴν τὴν κάθαρση καὶ τὸν ἀγώνα τῶν πιστῶν ἐξ ἄλλου συμβολίζει καὶ ἡ ἀνάβαση στὸ ὄρος Θαβὼρ ποὺ ἔκαναν οἱ μαθητές, γιὰ νὰ δοῦν τὴ Θεία δόξα τοῦ Ἰησοῦ. Ἐμεῖς ἂν τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του, μὲ τὴ βοήθεια τῆς Θείας Χάριτος καὶ τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγώνα, θὰ μπορέσουμε, ἂν ὄχι στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε στὴν ἄλλη, τὴν ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ζωή, τὴν ὄγδοη μέρα, ποὺ δὲν θὰ βλέπουμε τὸν Θεὸ «δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. ιγ´ 12), δηλαδὴ σὰν μέσα ἀπὸ μεταλλικὸ καθρέπτη θαμπὰ καὶ ἀτελῶς, ὥστε νὰ μᾶς μένουν πολλὰ αἰνίγματα, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε, ἀλλὰ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12) καὶ «καθώς ἔστι» (Α´ Ἰωάν. γ´ 2). Αὐτὸ βέβαια θὰ γίνει, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ φθαρτὸ περικάλυμμα τῆς σαρκός, καὶ θὰ ἔχουμε ἐνδυθεῖ τὰ νέα ἀφθαρτοποιημένα σώματά μας, ὥστε νὰ μποροῦμε εὔκολα, ὅσο φυσικὰ ἀντέχει ἡ πεπερασμένη φύση μας, νὰ βλέπουμε τὸ Θεῖο μεγαλεῖο καὶ νὰ κοινωνοῦμε ὡς θεωμένοι, πιά, πιστοὶ στὴ γνώση τοῦ ἄπειρου καὶ ὑπερτέλειου Θεοῦ. Ἂς ἀφήσουμε τὸν ἐπίλογο στὰ γραφόμενα στὸν μεγάλο Νηπτικὸ Πατέρα ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ: «Ὅποιος θέλει νὰ παραστεῖ σὲ αὐτὴ τὴ δόξα, ἂς μιμῆται κατὰ τὸ δυνατὸ καὶ ἂς βαδίζει τὴν ὁδὸ καὶ τὴν πολιτεία ποὺ ὑπέδειξε ὁ Κύριος πάνω στὴ γῆ. Ἀφοῦ ἀποβάλουμε τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ποὺ λόγῳ τῆς παραβάσεως ἔχουμε ἐνδυθεῖ, τὰ γαιώδη καὶ σαρκικὰ φρονήματα, ἂς σταθοῦμε σὲ ἁγία γῆ, ἀποδεικνύοντας ὁ καθένας ἁγία τὴ γῆ του διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀνατάσεως, ἔτσι ὥστε νὰ λάβωμε παρρησία νὰ φωτισθοῦμε καὶ φωτιζόμενοι νὰ συμβιώσουμε αἰώνια πρὸς δόξα τῆς τρισηλίου καὶ μοναρχικωτάτης λαμπρότητος, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο1».

Ἀπολυτίκιον.

«Μετεμορφώθης ἐν τῷ Ὄρει, Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδύναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι».

 

  1. Πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγ. Παλαμᾶς» τ.10

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ πρὸς ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ

 

Ο Παρακλήσεις πρς τν περαγία Θεοτόκο [1-14 Αγούστου]

Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου
Δάσκαλος

Ὁ Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας. Μαζὶ μὲ τὴ νηστεία ποὺ ξεκινᾶ τὴν 1η Αὐγούστου καὶ διαρκεῖ μέχρι καὶ τὶς 14 τοῦ μήνα, ξεκινοῦν καὶ οἱ Παρακλήσεις πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴ στοργικὴ μητέρα ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Ἡ νηστεία καὶ οἱ παρακλήσεις μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὴν μεγάλη γιορτὴ τῆς Κοίμησης τῆς Παναγίας.

ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ: Κάθε ἀπόγευμα τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου τελεῖται στοὺς ναοὺς ἡ ἀκολουθία τοῦ παρακλητικοῦ κανόνος, ἢ ἀλλιῶς τῆς παράκλησης. Ὑπάρχει ὁ μικρὸς καὶ ὁ μεγάλος παρακλητικὸς κανὼν πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ μικρή, δηλαδή, καὶ ἡ μεγάλη παράκληση. Πρόκειται γιὰ δύο διαφορετικὲς ἀκολουθίες, μὲ πολλὰ κοινὰ τροπάρια κι εὐχὲς μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες τελοῦνται ἐναλλὰξ κάθε ἀπόγευμα ἀπὸ τὴν 1η μέχρι καὶ τὶς 13 Αὐγούστου, ἐκτὸς Σαββάτου καὶ τῆς παραμονῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.

«Πρὸς Σὲ καταφεύγω σωτηρίαν ἐπιζητῶν»: Ἡ παράκληση πρὸς τὴν Παναγία περιλαμβάνει ὑπέροχα τροπάρια, στὰ ὁποῖα περιέχονται δεήσεις καὶ ἱκεσίες πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ συνδράμει τοὺς πιστοὺς στοὺς καιροὺς τῶν πειρασμῶν, τῶν πόνων, τῶν θλίψεων καὶ τῶν κάθε εἴδους δοκιμασιῶν. Ἀκόμη, ζητοῦμε ἀπὸ τὴν Παναγία νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Μὲ τὶς δεήσεις μας, τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὶς καθημερινές μας δυσκολίες καὶ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὶς ἀσθένειες ποὺ μᾶς ταλαιπωροῦν. Ἡ Παναγία πόνεσε πολὺ ψυχικὰ γιὰ τὴν ἄδικη καὶ βάναυση μεταχείριση καὶ τὴ σταύρωση τοῦ Υἱοῦ της. Γι’ αὐτὸ γίνεται ἡ προστάτρια τῶν θλιβομένων καὶ τῶν ἀδικουμένων ὅταν τὴν παρακαλοῦμε «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς».

«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω»: Στὴν ἀκολουθία τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα, παρακαλοῦμε τὴν Παναγία νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της γιὰ νὰ ἐξαλείψει τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας. «Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων», ψάλλουμε καὶ παρακαλοῦμε τὴν Παναγία νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ μετάνοια.

Ἡ Παράκληση πρὸς τὴν Παναγία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου, τελεῖται στοὺς ναοὺς στὶς θεομητορικὲς ἑορτὲς ἀλλὰ καὶ σὲ διάφορες περιόδους μέσα στὸν χρόνο, ἀνάλογα μὲ τὸ πρόγραμμα ἀκολουθιῶν κάθε ἐνορίας. Ἐκτός, ὅμως, ἀπὸ τοὺς ναούς, παράκληση μπορεῖ νὰ κάνει κάθε πιστὸς μόνος του, διαβάζοντάς την ἀπὸ τὸ σχετικὸ βιβλιαράκι. Ἡ σύντομη ἀκολουθία τῆς παράκλησης γαληνεύει τὸν ἄνθρωπο, τὸν ὁπλίζει μὲ δύναμη καὶ θάρρος ἀπέναντι στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ χαρίζει ἐλπίδα.

Ἡ Παναγία μᾶς δείχνει τὸν δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό. Μὲ τὶς ἀρετές της γίνεται τὸ φωτεινὸ παράδειγμα. Ἡ ἀγκαλιά της χωρᾶ ὅλον τὸν κόσμο, εἰδικὰ ὅσους τὴν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη.

, , , ,

Σχολιάστε