Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου

ΠΡΟΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ τοῦ Κυρίου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

Προτυπώσεις το Σταυρο το Κυρίου
στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

.                   Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες, ἐρευνώντας τὸ ἱερὸ κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐντόπισαν πλῆθος προτυπώσεων ποὺ ἀφοροῦν σὲ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ἐμφανίζονται ἄλλοτε ξεκάθαρα καὶ ἄλλοτε σκιωδῶς-συμβολικῶς. Τὸ ἴδιο παρατηρεῖται καὶ στὸ θέμα τῆς Σταύρικης θυσίας τοῦ Κυρίου. Ἀκολουθοῦν ἐδάφια, ὅπου ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, μάλιστα ἡ Πεντάτευχος, προτυπώνει τὸ ὄργανο τῆς θυσίας τοῦ Σωτῆρος μας.

.                  A΄ (Γένεσις, κέφ. α΄, β΄): Τὸ “ξύλον” τοῦ Παραδείσου εἶναι ἀντί-τυπος τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Μάλιστα κατ᾽ ἀντιδιαστολὴν τὸ “ξύλον τοῦ Παραδείσου” ἔκανε γυμνὸ τὸν Ἀδὰμ κάνοντας τὸν νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ὁδηγώντας αὐτὸν καὶ κατ᾽ ἐπέκταση τὴν ἀνθρωπότητα στὸ θάνατο (Φιλόθεος Κων/λεως). Ὅμως ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου πάνω στὸ νέο “ξύλον” ἀνέστησε τὴν ἀπὸ αἰώνων νεκρὴ ἀνθρωπότητα. Ἔτσι, τὸ “ξύλον” τοῦ παραδείσου ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τῆς “βρώσεως” ὁδήγησε στὸ σκότος τοῦ θανάτου, ἐνῶ τὸ “τιμωρητικὸν ξύλον” τοῦ Γολγοθᾶ ἀπὸ τὴν ὀδύνη τοῦ Πάσχοντος ὁδήγησε στὸ φῶς τῆς αἰώνιας ζωῆς.

.                       Β΄ (Γέν. κβ΄1,2): Ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβράαμ νὰ θυσιάσει τὸ μοναχογιό του Ἰσαάκ. Ὁ Ἀβραὰμ ὑπάκουσε. Μάλιστα ὁ Ἰσαὰκ κουβάλησε στοὺς ὤμους τὰ ξύλα τῆς θυσίας στὸν ἀνηφορικὸ τόπο προσφορᾶς τοῦ “ὁλοκαρπώματος”. Ὁ Ἰσαὰκ θεωρεῖται τύπος Κυρίου καὶ τὰ ξύλα τύπος Σταυροῦ. “Σταυροῦ τύπον ἐκπλήρου Ἰσαάκ” (Ἀνδρέας Κρήτης). “Ἐν τῷ Ἀβραάμ, τὸ μυστήριον ἐνεργεῖται τοῦ Σταυροῦ, ὁ δὲ αὐτοῦ υἱὸς ἦν τύπος τοῦ σταυρωθέντος ὕστερον Χριστοῦ” (Γρηγόριος Παλαμᾶς,). Σημειωτέον: ὁ υἱὸς τοῦ Ἀβραὰμ δὲν πεθαίνει, ἐνῶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πεθαίνει στὸ Σταυρό.

.                     Γ΄(Ἔξοδος, ιδ΄15-25): Ὁ Μωυσῆς, φθάνοντας μὲ τὸ διωκόμενο ἀπὸ τὸν Φαραὼ λαὸ τοῦ Θεοῦ μπροστὰ στὴν Ἐρυθρά Θάλασσα, σήκωσε τὴ ράβδο του καὶ “ἐξέτεινε τὴν χείρα ἐπὶ τὴν θάλασσαν καὶ (…) ἐσχίσθη τὸ ὕδωρ καὶ εἰσῆλθον οἱ λαοὶ Ἰσραήλ”. Κατὰ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνό: “Ράβδος σταυροτύπως τὴν θάλασσαν πλήξασα”. Δηλαδή, κατὰ τὸν μεγάλο Πατέρα, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, ἡ μωσαϊκὴ ράβδος προτυπώνει τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

.                             Δ΄ (Ἔξ., ιε΄22-25): Ὁ Ἰσραὴλ στὸ Σινὰ δοκιμάστηκε ἀπὸ λειψυδρία. Βρίσκοντας πηγὴ στὴν Μερρά, ἀπογοητεύτηκαν. Τὸ νερό της ἦταν πικρό. Τότε ὁ Μωυσῆς προσευχήθηκε καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδειξε ἕνα ξύλο. “Και ἐνέβαλε αὐτὸ εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ἐγλυκάνθη τὸ ὕδωρ”. Τὸ “ξύλον” διὰ τοῦ ὁποίου τὸ νερὸ ἔγινε πόσιμο εἶναι τύπος τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου (Δαμασκηνός).

.                     Ε΄ (Ἀριθμοὶ κ΄1-13): Ἀνάλογο περιστατικὸ συνέβη στὴν ἔρημο Σίν, ὅπου λόγῳ λειψυδρίας οἱ Ἰσραηλίτες γόγγυζαν κατὰ τοῦ Μωυσῆ. Τότε ὁ Μωυσῆς “προσευχηθεὶς … ἐπάταξε τὴν πέτραν”. Ἀφοῦ χτύπησε μὲ τὴ ράβδο του ὁ Μωυσῆς τὸ βράχο “ἐξῆλθεν ὕδωρ πολύ”. Καὶ ἐδῶ ἡ ράβδος θεωρεῖται τύπος τοῦ Σταυροῦ (Χρυσόστομος), ἐνῶ ὁ βράχος συμβολίζει τὸν Γολγοθὰ, ὅπου στήθηκε ὁ τοῦ Κυρίου Σταυρός.

.                           Ϛ΄( Ἔξ. ιζ΄8-16): Τὶς κρίσιμες στιγμές, ποὺ ὁ Ἰσραὴλ δέχθηκε ἐπίθεση Ἀμαληκιτῶν, ὁ Μωυσῆς ἀνέβηκε σὲ ὕψωμα καὶ ἐξέτεινε τὰ χέρια τοῦ πλαγίως, δίνοντας στὸ σῶμα τοῦ σχῆμα σταυροῦ. Ὅσο ἔμενε ἔτσι, οἱ Ἰσραηλίτες νικοῦσαν. Ὅταν ὅμως κατέβαζε τὰ χέρια λόγῳ κόπωσης, ἐκεῖνοι νικοῦνταν. Ἔτσι οἱ Ὢρ καὶ Ἀαρὼν στήριζαν τὰ χέρια τοῦ Μωυσῆ. Τελικὰ οἱ Ἀμαληκίτες κατατροπώθηκαν. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει: “ἀναζωγράφησον παρ᾽ ἑαυτῷ χείρας ἡπλωμένας, ἵνα ἴδῃς τοῦ προσκυνητοῦ Σταυροῦ λάμπουσαν τὴν εἰκόνα”. Ὅπως οἱ Ἰσρηλίτες μὲ τὸν τύπο σταυροῦ νικοῦσαν, ἔτσι καὶ ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, ὁ Χριστιανός, πολεμούμενος ἀπὸ τὸν νοητὸ ἐχθρὸ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ ἐξέρχεται νικητής.

.                           Ζ΄ (Ἀριθμ. κα΄ 6-15): Ὅταν, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀαρών, οἱ Ἰσραηλίτες στράφηκαν καὶ πάλι κατὰ τοῦ Μωυσῆ, δέχθηκαν τὴν τιμωρία: “Ὄφεις ἔδακνον τὸν λαόν, καὶ ἀπέθανεν λαὸς πολύς”. Τότε ὁ Μωυσῆς κατασκεύασε χάλκινο ὁμοίωμα φιδιοῦ ὑψώνοντάς το σὲ κοντάρι πάνω σὲ κοντινὸ ὕψωμα. Ὅσοι ἔπεφταν θύματα φιδιῶν δὲν πάθαιναν τίποτε, ἐὰν κοιτοῦσαν ψηλά, στὸ χάλκινο ὁμοίωμα. Τὴν προτύπωση αὐτὴ τοῦ Σταυροῦ ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: “Καθὼς Μωυσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον” (Ἰωάν. γ΄14-15).

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ: Γράφει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: “Σ᾽ ἕνα δέντρο, στὸν Παράδεισο, νίκησε ὁ διάβολος τὸν Ἀδάμ. Στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ νίκησε τὸ διάβολο ὁ Χριστός. Τὸ πρῶτο ἄνοιξε στοὺς ἀνθρώπους τὶς πύλες τοῦ Ἅδου. Τὸ δεύτερο, ὁ Σταυρός, κι αὐτοὺς ποὺ εἶχαν πάει στὸν Ἅδη τοὺς ἀνακάλεσε. Κι ὅπως ἕνας γενναῖος βασιλιάς, (…) ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς νικητὴς στὸν πόλεμο ἐναντίον τοῦ διαβόλου, ὅλα τὰ ὄπλα τοῦ ἀντιπάλου καὶ τὸ θάνατο καὶ τὴν κατάρα τὰ κρέμασε ψηλά, στὸ Σταυρό, σὰν σὲ τρόπαιο, γιὰ νὰ τὸ βλέπουν ὅλοι, καὶ οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις στὸν οὐρανό, καὶ οἱ ἄνθρωποι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ οἱ νικημένοι πονηροὶ δαίμονες.”

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΑΤAΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΙΜIΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓIΑΣ ΘΕΟΤOΚΟΥ

Κατάθεση τς Τιμίας Ζώνης τς περαγίας Θεοτόκου [31.8]

τοῦ Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου,
Δασκάλου

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Στὶς 31 Αὐγούστου ἑορτάζουμε τὴν Κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ ἱερὸ κειμήλιο ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου καὶ διασώζεται μέχρι σήμερα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Βατοπαιδίου στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος τὴν ὕφανε ἀπὸ τρίχες καμήλας.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου εἶναι λιγοστὲς καὶ προέρχονται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀπὸ τὴν παράδοση ποῦ διασώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους. Ἡ Θεοτόκος μέχρι τὴν Κοίμησή της παρέμεινε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Τὴ φροντίδα της εἶχε ἀναλάβει ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς της εἶναι θαυμαστὲς καὶ συγκινητικές. Κοντά της βρέθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τρόπο θαυμαστό, «ἐπὶ νεφελῶν». Καὶ τότε, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε θριαμβευτικὰ «ἐπὶ νεφελῶν», μὲ τὴ συνοδεία πλήθους ἀγγέλων. Ἡ Θεοτόκος προσευχήθηκε στὸν Υἱό της, παρηγόρησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι πάντα κοντὰ στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της καὶ παρέδωσε τὴν πανάμωμη ψυχή της στὸν Κύριο. Οἱ Ἀπόστολοι ἐναπέθεσαν τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου σὲ «καινὸν μνημεῖον» στὴ Γεθσημανή. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀργότερα ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως. Τρεῖς μέρες μετὰ τὴν κοίμηση κατέβηκε ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ πλήθους ἀγγέλων. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ μὲ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου παρέλαβε τὴν Ἁγία Σορὸ τῆς Θεοτόκου καὶ μαζί της ἀνῆλθαν στοὺς οὐρανούς. Ἡ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεομήτορος εἶχε συντελεστεῖ. Τὸ ἱερὸ Σῶμα της ἐνώθηκε πάλι μὲ τὴν ἁγνὴ ψυχή της.

Ο ΑΠ. ΘΩΜΑΣ ΚΑΙ Η ΤΙΜΙΑ ΖΩΝΗ: Ὁ Ἀπόστολος Θωμὰς ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ εἶδε τὴ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Δὲν εἶχε μπορέσει νὰ παρευρεθεῖ στὴν κηδεία της εὐρισκόμενος στὶς Ἰνδίες. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, καὶ ἐνῶ τελοῦσε τὴ Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στὴ Γεθσημανὴ μὲ θαυμαστὸ τρόπο καὶ εἶδε ὅλα ὅσα συνέβησαν. Τότε παρακάλεσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ δώσει γιὰ εὐλογία τὴ Ζώνη της. Καὶ ἐκείνη, καθὼς ἀνέβαινε στοὺς οὐρανούς, τοῦ ἔριξε τὸ Ἱερὸ κειμήλιο «πρὸς δόξαν ἀκήρατον, ἀνερχομένη Ἁγνή, χειρί σου δεδώρησαι τῷ ἀποστόλῳ Θωμᾷ τὴν πάνσεπτον Ζώνην σου», ψάλλουμε στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης. Ὁ Ἀπόστολος Θωμὰς στὴ συνέχεια πληροφόρησε καὶ τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους γιὰ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ γεγονότα καὶ τοὺς ἔδειξε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας.Ἐκεῖνοι δοξολόγησαν τὸν Θεὸ καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς εὐλογήσει, καθὼς ἦταν ὁ μόνος ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἔνδοξη Μετάσταση τῆς Θεοτόκου. Τὴ διαφύλαξη τῆς Ἁγίας Ζώνης ἀνέλαβαν δύο φτωχὲς καὶ εὐσεβεῖς γυναῖκες στὰ Ἱεροσόλυμα, οἱ ὁποῖες φρόντιζαν τὴν Θεοτόκο. Παρέλαβαν μὲ εὐλάβεια τὸ ἱερὸ κειμήλιο καὶ ἀπὸ τότε τὸ ἔργο τῆς διαφύλαξής του συνέχιζε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μία εὐλαβὴς παρθένος καταγομένη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια αὐτή.

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΗΣ Τ. ΖΩΝΗΣ: Ἡ ἀνακομιδὴ τῆς Τιμίας Ζώνης καὶ ἡ μεταφορά της στὴν Κωνσταντινούπολη ἔγινε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο (395-408). Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου στὴ Βασιλεύουσα ἦταν λαμπρότατη. Ὁ αὐτοκράτορας κατέθεσε τὴν Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου σὲ λειψανοθήκη ποῦ ὀνόμασε «ἁγίαν σορόν». Ἡ κατάθεση ἔγινε στὶς 31 Αὐγούστου, τελευταία μέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Στὴν πόλη τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τῆς ὁποίας Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς καὶ Προστάτις ἦταν ἡ Θεοτόκος, θὰ φυλασσόταν πλέον ἡ Ἁγία Ζώνη τῆς Θεομήτορος. Ἡ κόρη τοῦ Ἀρκαδίου, ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀνήγειρε λαμπρὸ ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας, τὸν περίφημο ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων. (Χαλκοπράτεια ὀνομαζόταν ἡ συνοικία ὅπου κτίστηκε ὁ ναὸς τὸ ὄνομά της ἡ συνοικία τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖ πρὶν κατασκευάζονταν καὶ πωλοῦνταν χάλκινα ἀντικείμενα).Στὸ ναὸ αὐτὸ ἡ αὐτοκράτειρα κατέθεσε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ Πουλχερία κέντησε μὲ χρυσὴ κλωστὴ τὴν Τιμία Ζώνη διακοσμώντας την. Ἡ χρυσὴ αὐτὴ κλωστὴ εἶναι εὐδιάκριτη καὶ σήμερα στὸ τμῆμα ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος Β΄ καὶ ἡ σύζυγός του Σοφία ἀνακαίνισαν τὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Χαλκοπρατείων καὶ ἀνήγειραν ἐκεῖ καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σοροῦ. Ἐκεῖ, μέσα σὲ λειψανοθήκη καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, φυλασσόταν ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου.

ΘΑΥΜΑΤΑ: Πλῆθος πιστῶν συνέρρεαν γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν μὲ εὐλάβεια ζητώντας ἀπὸ τὴν Παναγία νὰ μεσιτεύσει μὲ τὶς πρεσβεῖες της στὸν Κύριο. Πλῆθος θαυμάτων ἐπιτέλεσε ἡ Τιμία Ζώνη. Ἄνθρωποι δυστυχισμένοι καὶ πονεμένοι βρῆκαν λύτρωση μὲ τὴ θαυματουργὴ δύναμη τοῦ ἁγίου λειψάνου. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὑμνήθηκε ἀπὸ φημισμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς. Μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας καθαγιάζει τοὺς πιστοὺς ποῦ προσέρχονται εὐλαβικὰ γιὰ νὰ τὸ προσκυνήσουν τοὺς ἀνυψώνει ἀπὸ τὴ φθορά, τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ ἀσθένειες καὶ θλίψεις.

Ο ΤΕΜΑΧΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ: Στὴ συνέχεια ἡ Ἁγία Ζώνη τεμαχίστηκε καὶ τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σὲ διάφορους ναοὺς τῆς Κωνσταντινούπολης. Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204, κάποια τεμάχια ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τοὺς βάρβαρους καὶ ἀπολίτιστους κατακτητὲς καὶ μεταφέρθηκαν στὴ Δύση. Ἕνα μέρος ὅμως διασώθηκε καὶ παρέμεινε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλης ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν. Ἡ τελευταία ἀναφορὰ γιὰ τὸ ἅγιο λείψανο εἶναι ἑνὸς ἀνώνυμου Ρώσου προσκυνητῆ στὴν Κωνσταντινούπολη μεταξύ τοῦ 1424 καὶ 1453.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΣΤΟ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙ: Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1453, εἶναι ἄγνωστο τί ἀπέγινε τὸ ὑπόλοιπο μέρος τῆς Ἁγίας Ζώνης στὴ συνέχεια. Ἔτσι τὸ μοναδικὸ σωζόμενο τμῆμα εἶναι αὐτὸ ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου καθὼς μὲ ἐξαιρετικὰ περιπετειώδη τρόπο ἔφτασε ἐκεῖ.

ΛΑΒΑΡΟ ΝΙΚΗΣ: Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος εἶχε κατασκευάσει ἕναν χρυσὸ σταυρὸ γιὰ νὰ τὸν προστατεύει στὶς ἐκστρατεῖες. Στὴ μέση του σταυροῦ εἶχε τοποθετηθεῖ τεμάχιο Τιμίου Ξύλου. Ὁ σταυρὸς ἔφερε ἐπίσης θῆκες μὲ ἅγια λείψανα Μαρτύρων, καὶ ἕνα τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης. Ὅλοι οἱ βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἔπαιρναν αὐτὸν τὸν σταυρὸ στὶς ἐκστρατεῖες. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἰσαάκιος Β΄ Ἄγγελος (1185-1195) σὲ μιὰ ἐκστρατεία ἐναντίον τοῦ ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Ἀσάν. Νικήθηκε ὅμως καὶ μέσα στὸν πανικὸ ἕνας ἱερέας τὸν πέταξε στὸ ποτάμι γιὰ νὰ μὴν τὸν βεβηλώσουν οἱ ἐχθροί. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες ὅμως οἱ Βούλγαροι τὸν βρῆκαν καὶ ἔτσι πέρασε στὰ χέρια τοῦ Ἀσάν.Οἱ Βούλγαροι ἡγεμόνες μιμούμενοι τοὺς Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορες ἔπαιρναν μαζί τους στὶς ἐκστρατεῖες τὸν σταυρό. Σὲ μία μάχη ὅμως ἐναντίον τῶν Σέρβων ὁ βουλγαρικὸς στρατὸς νικήθηκε ἀπὸ τὸν Σέρβο ἡγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ὁ Λάζαρος ἀργότερα δώρισε τὸ σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου μαζὶ μὲ τὸ τεμάχιο τῆς Τιμίας Ζώνης.

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ Ϛ΄ ΚΑΝΤΑΚΟΥΖΗΝΟ: Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς διασώζουν καὶ μία παράδοση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου ἀφιερώθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνὸ (1341-1354), ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ καὶ μόνασε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου.

ΘΕΙΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΣΤΕΙΡΟΤΗΤΑΣ: Τὰ θαύματα ποῦ πραγματοποίησε καὶ πραγματοποιεῖ ἡ Τιμία Ζώνη εἶναι πολλά. Βοηθᾶ εἰδικὰ τὶς στεῖρες γυναῖκες νὰ ἀποκτήσουν παιδί. Ἂν ζητήσουν μὲ εὐλάβεια τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, τοὺς δίδεται τεμάχιο κορδέλας ποῦ ἔχει εὐλογηθεῖ στὴν λειψανοθήκη τῆς Ἁγίας Ζώνης καὶ προσευχόμενες μὲ πίστη, καθίστανται ἔγκυες.

,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΜΗΣΗ τῆς ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

.                   Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἑορτάζουμε στὶς 15 Αὐγούστου, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς Θεομητερικὲς ἑορτές, τὶς ἑορτές, δηλαδή, ποὺ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου μας, καὶ πιθανότατα ἡ παλαιότερη ἀπὸ ὅλες. Οἱ πρῶτες ἱστορικὲς ἀναφορὲς στὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ ἐμφανίζονται στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ συγκλήθηκε ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ἡ θέση τῆς Παναγίας μέσα στὸ λατρευτικὸ κύκλο τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπιβεβαιώθηκε ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι πολὺ νωρίτερα εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἡ ἀποδοχὴ τῆς τιμῆς της ἀπὸ τὶς τοπικὲς χριστιανικὲς κοινότητες. Πληροφορίες γιὰ τὸ βίο τῆς Θεοτόκου, πρὶν τὸν Εὐαγγελισμό της καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, μιᾶς καὶ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ γνωρίζουμε κάποια στοιχεῖα αὐτῶν τῶν περιόδων τῆς ζωῆς της. Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση οἱ πληροφορίες αὐτὲς πέρασαν στὰ λεγόμενα ἀπόκρυφα ἢ ψευδεπίγραφα βιβλία. Ἔτσι θὰ λέγαμε ὅτι ὁ Δεκαπενταύγουστος εἶναι ἕνα ἱστορικὸ κληροδότημα αὐτῶν τῶν βιβλίων. Τέτοια, λοιπὸν κύρια πηγὴ εἶναι: “Ἡ Ἀπόκρυφος διήγησις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μαρίας» ἐνῶ συμπληρωματικὲς πληροφορίες παίρνουμε ἀπὸ τὸ σύγγραμμα «Περὶ θείων ὀνομάτων» τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη, ἀπὸ τὰ «Ἐγκώμια εἰς τὴν Κοίμησιν» διαφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τῶν ἁγίων Μόδεστου Ἱεροσολύμων, Ἀνδρέα Κρήτης, Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ κ.ἄ., καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. Στὰ κείμενα αὐτὰ διασώζεται ἡ «ἀρχαία καὶ ἀληθεστάτη» παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γι᾽ αὐτὸ τὸ Θεομητορικὸ γεγονός. Ἕνα κομμάτι τῆς παράδοσης εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία.
.                   Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾶς δίνουν τὰ παραπάνω κείμενα, ἡ Θεοτόκος εἰδοποιήθηκε ἀπὸ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἐπικείμενο θάνατό της. Ἀφοῦ στὴ συνέχεια ἀνέβηκε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ, κατέβηκε στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ γνωστοποίησε στοὺς γνωστούς της τὴν ἀναχώρησή της ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἑτοίμασε τὰ τῆς ταφῆς της. Γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς Θεοτόκου συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θωμᾶ. Ἡ Δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ σχῆμα νεφέλης τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τῆς οἰκουμένης, ὅπου κήρυσσαν, καὶ τοὺς συγκέντρωσε στὰ Ἱεροσόλυμα. «Τὸ δὲ θεοδόχον αὐτῆς σῶμα μετὰ ἀγγελικῆς καὶ ἀποστολικῆς ὑμνωδίας (μὲ ὕμνους ἀπὸ Ἀποστόλους καὶ ἀγγέλους) ἐκκομισθὲν καὶ κηδευθὲν (μεταφέρθηκε καὶ κηδεύτηκε), ἐν σορῷ τῇ ἐν Γεσθημανῇ κατετέθη, ἐν ᾧ τόπῳ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἡ τῶν ἀγγέλων χοροστασία καὶ ὑμνωδία διέμεινεν ἄπαυστος (γιὰ τρεῖς μέρες ἡ ὑμνωδία τῶν ἀγγέλων ἦταν ἀκατάπαυστη). Μετὰ δὲ τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς ἀγγελικῆς ὑμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οἱ ἀπόστολοι, ἑνὸς αὐτοῖς ἀπολειφθέντος (τοῦ Θωμᾶ ποὺ ἔλειπε) καὶ μετὰ τὴν τρίτην ἐλθόντος καὶ τὸ θεοδόχον σῶμα προσκυνῆσαι βουληθέντος (ὅταν μετὰ τὸν ἐρχομό του ὁ Θωμὰς θέλησε νὰ προσκυνήσει τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου), ἤνοιξαν τὴν σορόν. Καὶ τὸ μὲν σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον οὐδαμῶς εὐρεῖν ἠδυνήθησαν, μόνα δὲ αὐτῆς τὰ ἐντάφια κείμενα εὑρόντες καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν ἀφάτου εὐωδίας ἐμφορηθέντες (γέμισαν ἀπὸ τὴν ἀνείπωτη εὐωδία ποὺ ἔβγαζαν) ἠσφάλισαν τὴν σορὸν»1. Ὁ Υἱός της ποὺ εἶχε σαρκωθεῖ ἀπὸ αὐτήν, εἶχε δεχτεῖ στοὺς οὐρανοὺς τὸ ἄχραντο σῶμα της καὶ τὴν ἁγία της ψυχή. Τὴν παράδοση αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας συνοψίζει ἄριστα τὸ ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεσθημανῇ τῷ χωρίῶ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σὺ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».
.                   Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου περιλαμβάνει τὸν θάνατο καὶ τὴν ταφή της ἀλλὰ καὶ τὴ μετάστασή της στοὺς οὐρανούς. Ὅπως λέει τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε (τὴ Θεοτόκο), ὡς γὰρ ζωῆς μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον». Δηλαδὴ ὁ τάφος καὶ ἡ νέκρωση δὲν κράτησαν τὴ Θεοτόκο, γιατί ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, πῆρε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα στὴν κοιλιὰ τῆς Θεοτόκου καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτήν. Ἔτσι ἔκαμε τὴν Παναγία Μητέρα του, μητέρα τῆς ζωῆς, πηγὴ τῆς ζωῆς.
.                   Ἀφοῦ ὁ Κύριος μὲ τὸ σταυρικό του θάνατο πάτησε καὶ κατάργησε τὸ θάνατο, ἦταν φυσικὸ νὰ ἀνεβάσει στοὺς οὐρανοὺς τὴ Μητέρα του καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴ δόξα τῆς αἰωνιότητας. Ὅπως λένε τὰ τροπάρια τῆς Κοιμήσεως, ὁ θάνατός της προμνηστεύεται τὴ ζωή. Αὐτὴ ποὺ γέννησε τὴ ζωή, ἔχει μεταβεῖ στὴ ζωή. Ἔτσι ὁ θάνατός της ὀνομάζεται «ἀθάνατος Κοίμησις». Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί ἡ Παναγία πρώτη μεταξὺ τῶν ἀνθρωπίνων πλασμάτων πραγματοποίησε τὴ θεοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς σάρκωσης. Στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἡ ἀνθρωπότητα προσέφερε τὴ Νέα Εὕα, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ πραγματοποιοῦνταν αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶχε ὑποσχεθεῖ στοὺς Πρωτοπλάστους (Πρωτευαγγέλιο) μετὰ τὴν πτώση τους: Τὴ συμφιλίωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶπαν οἱ Πατέρες «Ὁ Θεὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθώμεν»2. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεὸς ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται»3. Αὐτὴν τὴ θεοποίηση ἔδειξε ἡ Θεοτόκος, γιατί, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Καβάσιλας, φανέρωσε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἦταν στὴν ἀρχὴ στὸν Παράδεισο, καὶ ὅπως ἔπρεπε στὴ συνέχεια νὰ γίνει. Μὲ τὴν Κοίμησή της προπορεύτηκε στὴ δόξα ποὺ μᾶς περιμένει. Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης προσθέτει: «αὐτὴ εἶναι δόξα μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς δόξες, ὁπού ἔλαβε ἡ Θεοτόκος, νὰ ἀναστηθεῖ πρωτύτερα ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς ἀφθαρσίας, νὰ δοξασθῆ, προτοῦ νὰ γίνει ἡ κρίσις καὶ ἡ ἐξέτασις, νὰ λάβη τὴν ἀνταπόδοσιν προτοῦ νὰ ἔλθη ἡ ἡμέρα τῆς ἀνταποδόσεως, νὰ τιμηθῆ τέλος πάντων μὲ προνόμια, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα τοῦ υἱοῦ της». Ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ θὰ ἀπολαύσουν οἱ πιστοὶ μετὰ τὴ δεύτερη ἔλευση τοῦ Κυρίου καὶ γενικὴ κρίση, προαπολαμβάνει κατ᾽ ἐξοχὴν ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως εἶναι στὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα δεύτερο Πάσχα. Τῆς «ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου, τὴν ἀπαρχὴν» ποὺ ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα, ὁ πρῶτος καρπὸς εἶναι ἡ δόξα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
.               Ἐφ᾽ ὅσον γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἡ Θεοτόκος εἶναι «τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις»4, ἂς ἀφήσουμε τὸν ἐπίλογο στὸν μεγάλο Πατέρα Ἰωάννη Δαμασκηνό: “Ἡ Θεοτόκος βοήθησε στὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, ἐξυπηρέτησε τὴν παγκόσμια σωτηρία γιατί μ᾽ αὐτὴν πραγματοποιήθηκε ἡ προαιώνια ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ: ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ἡ δική μας σωτηρία.”

 

1. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Β´ Ἐγκώμιον εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Θεομήτορος, 18.
2. Μ. Ἀθανάσιος, ΒΕΠ 30, 119
3. Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας: Δοξαστικό Αἴνων, 25 Μαρτίου
4. Ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ τοῦ ΚΥΡΙΟΥ

Μεταμόρφωση το Κυρίου

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

 ΓΕΝΙΚΑ: Στὶς 6 Αὐγούστου ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἀνάμνηση τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ Μεταμόρφωση ἔλαβε χώρα σὲ ὄρος ὑψηλὸν σύμφωνα καὶ μὲ τοὺς τρεῖς λεγόμενους Συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστές, Ματθαῖο, Μάρκο καὶ Λουκᾶ, μάλιστα δὲ κατὰ τὴν Ἱερὰ Παράδοση στὸ ὄρος Θαβώρ, ποὺ στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει «ἔλευση φωτός». Ἔγινε, κατὰ τοὺς περισσότερους Πατέρες, 40 ἡμέρες περίπου πρὸ τῆς Σταυρώσεως, δηλαδὴ κατὰ τὸν μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ὅτι ἡ Σταύρωση ἔγινε τὴν 14η Νισάν (Μαρτίου). Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἑορτασμὸς τῆς ἑορτῆς θὰ συνέπιπτε μέσα στὴν πένθιμη Μεγάλη καὶ Ἁγία Τεσσαρακοστή, μεταφέρθηκε στὶς 6 Αὐγούστου ποὺ ἀπέχει ἀπὸ τὶς 14 Σεπτεμβρίου, ποὺ γιορτάζεται ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ λογαριάζεται σὰν δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ἡμέρες. Ἡ γιορτὴ καθιερώθηκε ἐπίσημα νὰ γιορτάζεται γύρω στὸ 600-630 μ.Χ., σὲ ἀντικατάσταση τῆς ἑβραϊκῆς γιορτῆς τοῦ ἐξιλασμοῦ.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ: Ὁ Κύριος σαράντα ἡμέρες περίπου πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωσή Του, παρέλαβε τρεῖς ἀπὸ τοὺς Μαθητές του, τὸν Πέτρο γιὰ τὴ μεγάλη πίστη καὶ ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Χριστό, τὸν Ἰωάννη ἐπειδὴ τὸν ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα ὁ Κύριος, γιὰ τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸ πρόσωπό Του καὶ τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη, γιὰ νὰ τοὺς ἀνεβάσει στὸ ὄρος Θαβώρ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς προσθέτει ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη ὀκτὼ μέρες μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Κύριος διδάσκοντας τοὺς μαθητές του, ἔλεγε ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴ δόξα τοῦ Πατέρα Του. Γι᾽ αὐτὴ τὴν ὄγδοη μέρα, ποὺ ὁ Κύριος ἀνέβασε τοὺς μαθητές του στὸ Θαβώρ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει: «Τὸ μέγα θέαμα τοῦ φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, δηλαδὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ποὺ ἀναφαίνεται μετὰ τὴν κατάπαυση τοῦ κόσμου». Ἕνας λόγος, κατὰ τοὺς Πατέρες, ποὺ δὲν παρέλαβε ὅλους τοὺς μαθητές Του, ἦταν ὅτι θὰ ἀναγκαζόταν νὰ παραλάβει μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν Ἰούδα, ποὺ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ «γευθεῖ» τοῦ μυστηρίου τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐκεῖ, στὸ ὄρος Θαβώρ, ξαφνικά, ἐνῶ προσευχόταν ὁ Κύριος, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του, ὑπὲρ τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. «Ἄνοιξε», λέγει ὁ Χρυσόστομος, «λίγο ἀπὸ τὴ Θεότητά του, ἐνῶ προσευχόταν καὶ ἔλαμψε σὰν ἥλιος». Σὰν ἥλιος, εἶπε ὁ εὐαγγελιστὴς γιὰ νὰ μὴ νομίσουμε αἰσθητὸ αὐτὸ τὸ φῶς. Γιατί αὐτὸ τὸ φῶς εἶναι τῆς Θεότητος καὶ εἶναι ἄκτιστο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει: «Ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε, ὄχι προσλαμβάνοντας ὅ,τι δὲν ἦταν, ἀλλὰ φανερώνοντας στοὺς μαθητές του ὅ,τι ἦταν, ἀφοῦ τοὺς ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ἀπὸ τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ φῶς δὲν εἶναι αἰσθητό, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετασκευάσθηκαν τὰ μάτια τους, μεταμορφώθηκαν ἐκεῖνοι». Τὰ ἱμάτια τοῦ Κυρίου ἔγιναν λευκὰ «ὡς χιών», γιὰ νὰ μᾶς δείξει, μέσῳ τῶν μαθητῶν Του, ποιὲς εἶναι οἱ στολὲς τῆς δόξης ποὺ θὰ φορέσουν κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα ὅσοι προσεγγίσουν τὸ Θεό. Ταυτόχρονα ἐμφανίστηκαν, ὁ Προφήτης Μωυσῆς σὰν ἐκπρόσωπος τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῶν νεκρῶν καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας σὰν ἐκπρόσωπος τῶν προφητῶν καὶ τῶν ζωντανῶν (διότι ὁ Προφήτης αὐτὸς δὲν πέθανε ἀλλὰ ἀναλήφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωντανὸς «ἐν πυρίνῳ ἅρματι» στοὺς οὐρανοὺς) καὶ ἄρχισαν νὰ συνομιλοῦν μαζί Του γιὰ τὶς προφητεῖες ποὺ ἀναφέρονταν στὸ σωτήριο Πάθος Του. Αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ δείξει στοὺς μαθητὲς πὼς ὁ ἴδιος εἶναι ὁ Κύριος τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὁ Πέτρος ἀπὸ τὴν ταραχή του μὴ γνωρίζοντας τί ἔλεγε, εἶπε στὸν Κύριο ὅτι καλὸ θὰ ἦταν νὰ μείνουν στὸ ὅρος Θαβὼρ καὶ νὰ φτιάξουν τρεῖς σκηνές, φοβούμενος ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Κύριος θὰ ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν Του. Ἐνῶ ἀκόμα μιλοῦσε ὁ Πέτρος, ἐμφανίστηκε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο καὶ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς μέσα ἀπὸ αὐτό, ποὺ βεβαίωνε πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱός Του ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο ἀναπαύεται ὅλη ἡ Πατρικὴ εὔνοιά Του καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, σὲ αὐτὸν πρέπει νὰ ὑπακοῦμε καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς σωτήριες ἐντολές Του. Οἱ μαθητὲς τότε ἔπεσαν κατὰ πρόσωπο, ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἀλλὰ «γιὰ τὴ μετατροπὴ καὶ τὸ ὑπερφυὲς τοῦ φωτὸς» (Γρ. Παλαμᾶς). Αὐτοῦ τοῦ φωτὸς μετέχουν καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἅγιοι. Ἀλλὰ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ἔχουν αὐτὴ τὴ δόξα καὶ τὴ βασιλεία φυσικῶς, οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι τὴν ἀποκτοῦν κατὰ χάρη, δεχόμενοι ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἔλλαμψη. Ὅμως ὁ Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δὲν ἀφήνει ἄλλο τοὺς μαθητές Του, μέσα στὴν ἀγωνία καὶ τὸν φόβο καὶ ἀφοῦ τοὺς ἄγγιξε, τοὺς εἶπε νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ μὴν φοβοῦνται, γιατί θὰ εἶναι μαζί τους, μέχρι τὸ Θεῖο Πάθος Του, ὅπως καὶ πρῶτα, δηλαδὴ μὲ τὸ ταπεινὸ σχῆμα ἑνὸς ἁπλοῦ ἀνθρώπου, γιατί ὁ Κύριος ἦταν «ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον ἀλλὰ Θεὸς τὸ κρυπτόμενον» (Γρ. Παλαμᾶς). Ἀκόμη τοὺς εἶπε νὰ μὴν ποῦν σὲ κανένα τὸ θεῖο αὐτὸ γεγονὸς ποὺ ἔζησαν, μέχρι τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του.
.           Γιατί ὅμως ὁ Κύριος διάλεξε, αὐτὴ τὴ χρονικὴ στιγμή, δηλαδὴ λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ Ἅγια Πάθη Του γιὰ νὰ δείξει στοὺς Μαθητές Του, μία ἀμυδρὴ ἀκτίνα τῆς Θείας μεγαλειότητος καὶ δόξης Του; Τὴν ἀπάντηση δίνει πολὺ εὔστοχα τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς: «Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης Χριστὲ ὁ Θεός, ὅνα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμῳ κηρύξωσιν ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα». Δηλαδή, ὅταν σὲ δοῦν οἱ μαθητὲς ἐπάνω στὸ Σταυρό, γυμνὸ καὶ καταματωμένο μὲ τὸν ἀκάνθινο στέφανο νὰ ὑποφέρεις καὶ νὰ πεθαίνεις γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, νὰ μὴ φοβηθοῦν, ἀλλὰ νὰ καταλάβουν πὼς τὸ Πάθος Σου τὸ ὑπέμεινες, ἐπειδὴ τὸ ἤθελες, ἑκούσια καὶ ὄχι ἀπὸ ἀδυναμία, ἀφοῦ εἶσαι ὁ παντοδύναμος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ γεμάτος ἀγάπη γιὰ τὸ ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στὴ γῆ, γιὰ νὰ τὸ ἐλευθερώσεις ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι ὅταν σὲ δοῦν, μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἔνδοξο Νικητὴ τοῦ θανάτου, νὰ κηρύξουν σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ ὁμοούσιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτήρας τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτός, κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἦταν ὁ σκοπὸς ποὺ ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση. Κι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἐμφάνιση στὸ Θαβὼρ τῶν δύο πιὸ μεγάλων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή Του, νὰ κλείσει γιὰ πάντα τὰ βδελυρὰ χείλη τῶν γραμματέων καὶ τῶν φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι μισοῦσαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ τὸν θεωροῦσαν παραβάτη τοῦ νόμου τοῦ Μωυσῆ, συνέβη τὸ ἀντίθετο. Μάλιστα ἀκόμη καὶ σήμερα βλέπουμε πὼς οἱ Ἑβραῖοι, ὁ πάλαι ποτὲ περιούσιος λαός, δὲν πιστεύουν ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Καὶ ὄχι μόνο οἱ Ἑβραῖοι δὲν τὸν πιστεύουν, ἀλλὰ ὅπως προσθέτει ὁ ἅγιοςς Λουκᾶς ὁ Ἀρχιεπ. Κριμαίας, «καὶ γιὰ πολλοὺς χριστιανοὺς ὅλο καὶ περισσότερο θαμπώνει τὸ θεῖο φῶς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμα μικρότερο γίνεται τὸ μικρὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸ θεῖο φῶς τοῦ Χριστοῦ λάμπει μὲ τὴν ἴδια δύναμη, μὲ τὴν ὁποίαν ἔλαμψε στοὺς ἀποστόλους Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη τότε στὸ ὄρος Θαβώρ. Ὅμως νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, ἐπειδὴ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: “Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον. ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν” (Λουκ. ιβ´ 32). Ἡ ἀπιστία μεταξὺ τῶν λαῶν ἔλαβε ἀνησυχητικὲς διαστάσεις καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ἐπισκιάστηκε ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ νέφος τῆς ἀθεΐας. Σήμερα πιὸ συχνὰ ἀπὸ ποτὲ ἐνθυμούμαστε τὸ φοβερὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Πλὴν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. ιη´ 8). Νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε ὅμως, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, λέγοντας γιὰ τὰ σημεῖα τῆς δευτέρας παρουσίας του, εἶπε: «Ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν» (Λκ. κα´ 28). Νὰ εἶναι, λοιπόν, ἡ ζωή σας τέτοια ὥστε τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς Κρίσεως νὰ μπορέσουμε νὰ σηκώσουμε τὸ κεφάλι μας καὶ ὄχι νὰ τὸ σκύψουμε βαθειὰ ἀπελπισμένοι..» (ἀπὸ ὁμιλία τοῦ Ἁγίου τὸ 1956).

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ: Ἐδῶ πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ λαμπρὴ ἀκτινοβολία τοῦ Θείου ἀκτίστου φωτός, ποὺ παρουσίασε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν Μεταμόρφωση καὶ εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ διανοίχτηκαν μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ψυχικὰ μάτια τους, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία εἶναι ἡ ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ ἐπίσης ἄκτιστη Οὐσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα, ἀκόμα καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους εἶναι παντελῶς ἀκατάληπτη (ἀκατανόητη) καὶ ἀόρατη. Ἡ Θεία αὐτὴ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ποὺ χαριτώνει καὶ ἁγιάζει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ μποροῦμε νὰ τὴ δοῦμε μὲ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμούς μας. Φυσικὰ γιὰ νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὸ τὸ ὕψος τῆς Θεώσεως, πρέπει νὰ κάνουμε σκληρὸ ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ἀφοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας εἶπε στὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8 ). Αὐτὴν τὴν κάθαρση καὶ τὸν ἀγώνα τῶν πιστῶν ἐξ ἄλλου συμβολίζει καὶ ἡ ἀνάβαση στὸ ὄρος Θαβὼρ ποὺ ἔκαναν οἱ μαθητές, γιὰ νὰ δοῦν τὴ Θεία δόξα τοῦ Ἰησοῦ. Ἐμεῖς ἂν τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του, μὲ τὴ βοήθεια τῆς Θείας Χάριτος καὶ τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγώνα, θὰ μπορέσουμε, ἂν ὄχι στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε στὴν ἄλλη, τὴν ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ζωή, τὴν ὄγδοη μέρα, ποὺ δὲν θὰ βλέπουμε τὸν Θεὸ «δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. ιγ´ 12), δηλαδὴ σὰν μέσα ἀπὸ μεταλλικὸ καθρέπτη θαμπὰ καὶ ἀτελῶς, ὥστε νὰ μᾶς μένουν πολλὰ αἰνίγματα, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε, ἀλλὰ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12) καὶ «καθώς ἔστι» (Α´ Ἰωάν. γ´ 2). Αὐτὸ βέβαια θὰ γίνει, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ φθαρτὸ περικάλυμμα τῆς σαρκός, καὶ θὰ ἔχουμε ἐνδυθεῖ τὰ νέα ἀφθαρτοποιημένα σώματά μας, ὥστε νὰ μποροῦμε εὔκολα, ὅσο φυσικὰ ἀντέχει ἡ πεπερασμένη φύση μας, νὰ βλέπουμε τὸ Θεῖο μεγαλεῖο καὶ νὰ κοινωνοῦμε ὡς θεωμένοι, πιά, πιστοὶ στὴ γνώση τοῦ ἄπειρου καὶ ὑπερτέλειου Θεοῦ. Ἂς ἀφήσουμε τὸν ἐπίλογο στὰ γραφόμενα στὸν μεγάλο Νηπτικὸ Πατέρα ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ: «Ὅποιος θέλει νὰ παραστεῖ σὲ αὐτὴ τὴ δόξα, ἂς μιμῆται κατὰ τὸ δυνατὸ καὶ ἂς βαδίζει τὴν ὁδὸ καὶ τὴν πολιτεία ποὺ ὑπέδειξε ὁ Κύριος πάνω στὴ γῆ. Ἀφοῦ ἀποβάλουμε τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ποὺ λόγῳ τῆς παραβάσεως ἔχουμε ἐνδυθεῖ, τὰ γαιώδη καὶ σαρκικὰ φρονήματα, ἂς σταθοῦμε σὲ ἁγία γῆ, ἀποδεικνύοντας ὁ καθένας ἁγία τὴ γῆ του διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀνατάσεως, ἔτσι ὥστε νὰ λάβωμε παρρησία νὰ φωτισθοῦμε καὶ φωτιζόμενοι νὰ συμβιώσουμε αἰώνια πρὸς δόξα τῆς τρισηλίου καὶ μοναρχικωτάτης λαμπρότητος, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο1».

Ἀπολυτίκιον.

«Μετεμορφώθης ἐν τῷ Ὄρει, Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδύναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι».

 

  1. Πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγ. Παλαμᾶς» τ.10

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ πρὸς ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ

 

Ο Παρακλήσεις πρς τν περαγία Θεοτόκο [1-14 Αγούστου]

Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου
Δάσκαλος

Ὁ Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας. Μαζὶ μὲ τὴ νηστεία ποὺ ξεκινᾶ τὴν 1η Αὐγούστου καὶ διαρκεῖ μέχρι καὶ τὶς 14 τοῦ μήνα, ξεκινοῦν καὶ οἱ Παρακλήσεις πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴ στοργικὴ μητέρα ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Ἡ νηστεία καὶ οἱ παρακλήσεις μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὴν μεγάλη γιορτὴ τῆς Κοίμησης τῆς Παναγίας.

ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ: Κάθε ἀπόγευμα τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου τελεῖται στοὺς ναοὺς ἡ ἀκολουθία τοῦ παρακλητικοῦ κανόνος, ἢ ἀλλιῶς τῆς παράκλησης. Ὑπάρχει ὁ μικρὸς καὶ ὁ μεγάλος παρακλητικὸς κανὼν πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ μικρή, δηλαδή, καὶ ἡ μεγάλη παράκληση. Πρόκειται γιὰ δύο διαφορετικὲς ἀκολουθίες, μὲ πολλὰ κοινὰ τροπάρια κι εὐχὲς μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες τελοῦνται ἐναλλὰξ κάθε ἀπόγευμα ἀπὸ τὴν 1η μέχρι καὶ τὶς 13 Αὐγούστου, ἐκτὸς Σαββάτου καὶ τῆς παραμονῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.

«Πρὸς Σὲ καταφεύγω σωτηρίαν ἐπιζητῶν»: Ἡ παράκληση πρὸς τὴν Παναγία περιλαμβάνει ὑπέροχα τροπάρια, στὰ ὁποῖα περιέχονται δεήσεις καὶ ἱκεσίες πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ συνδράμει τοὺς πιστοὺς στοὺς καιροὺς τῶν πειρασμῶν, τῶν πόνων, τῶν θλίψεων καὶ τῶν κάθε εἴδους δοκιμασιῶν. Ἀκόμη, ζητοῦμε ἀπὸ τὴν Παναγία νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Μὲ τὶς δεήσεις μας, τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὶς καθημερινές μας δυσκολίες καὶ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὶς ἀσθένειες ποὺ μᾶς ταλαιπωροῦν. Ἡ Παναγία πόνεσε πολὺ ψυχικὰ γιὰ τὴν ἄδικη καὶ βάναυση μεταχείριση καὶ τὴ σταύρωση τοῦ Υἱοῦ της. Γι’ αὐτὸ γίνεται ἡ προστάτρια τῶν θλιβομένων καὶ τῶν ἀδικουμένων ὅταν τὴν παρακαλοῦμε «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς».

«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω»: Στὴν ἀκολουθία τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα, παρακαλοῦμε τὴν Παναγία νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της γιὰ νὰ ἐξαλείψει τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας. «Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων», ψάλλουμε καὶ παρακαλοῦμε τὴν Παναγία νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ μετάνοια.

Ἡ Παράκληση πρὸς τὴν Παναγία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου, τελεῖται στοὺς ναοὺς στὶς θεομητορικὲς ἑορτὲς ἀλλὰ καὶ σὲ διάφορες περιόδους μέσα στὸν χρόνο, ἀνάλογα μὲ τὸ πρόγραμμα ἀκολουθιῶν κάθε ἐνορίας. Ἐκτός, ὅμως, ἀπὸ τοὺς ναούς, παράκληση μπορεῖ νὰ κάνει κάθε πιστὸς μόνος του, διαβάζοντάς την ἀπὸ τὸ σχετικὸ βιβλιαράκι. Ἡ σύντομη ἀκολουθία τῆς παράκλησης γαληνεύει τὸν ἄνθρωπο, τὸν ὁπλίζει μὲ δύναμη καὶ θάρρος ἀπέναντι στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ χαρίζει ἐλπίδα.

Ἡ Παναγία μᾶς δείχνει τὸν δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό. Μὲ τὶς ἀρετές της γίνεται τὸ φωτεινὸ παράδειγμα. Ἡ ἀγκαλιά της χωρᾶ ὅλον τὸν κόσμο, εἰδικὰ ὅσους τὴν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη.

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ὁ ἐν Χίῳ τελειωθείς

γιος Νεομάρτυς Θεόφιλος Ζακύνθου, ν Χίῳ τελειωθείς
[24 Ἰουλίου]

Κωνσταντῖνος Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλος

Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο καὶ ἦταν ναυτικός. Συνέβη κάποτε, κατὰ συνέργεια τοῦ μισανθρώπου, νὰ μαλώσει μὲ τὸν καπετάνιο του καί, ἐνῶ βρισκόντουσαν στὴν Χίο, νὰ ἀποχωρήσει δυσαρεστημένος ἀπὸ τὸ καράβι.

Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ: Ἕνας τοῦρκος καπετάνιος ποὺ τὸ ἔμαθε, ἤθελε νὰ τὸν πάρει νὰ ἐργαστεῖ στὸ δικό του καράβι. Ὅμως ὁ ἅγιος μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελε νὰ δουλέψει σὲ τούρκικο πλοῖο, διότι ἀποστρεφόταν τὸ γένος τῶν ἀγαρηνῶν καὶ ἀντιδροῦσε ἔντονα στὶς πιέσεις του. Προσβλήθηκε τότε καὶ ὀργίστηκε ὁ τοῦρκος καί, γιὰ νὰ τὸ ἐκδικηθεῖ, τὸν συκοφάντησε λέγοντας πῶς φορᾶ τούρκικο φέσι, ἐνῶ εἶναι Ρωμιός. Ἔτσι μὲ ἄλλους τούρκους τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν κριτὴ [καδή].

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΔΗ ΚΑΙ Ο ΒΙΑΙΟΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ὁ ὀθωμανὸς δικαστὴς ἀποφάσισε πὼς πρέπει νὰ γίνει Τοῦρκος. Ὁ ἅγιος φώναζε: “Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου ποτέ, Αὐτὸν πιστεύω, Αὐτὸν ὁμολογῶ”. Ἐκεῖνοι προσπαθοῦσαν, ὅπως σὲ τόσες ἄλλες περιπτώσεις νεομαρτύρων, μὲ κολακεῖες, μὲ ταξίματα, μὲ φοβέρες νὰ τὸν καταφέρουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει, χωρὶς ἀποτέλεσμα ὅμως. Τότε τὸν ἐπίασαν πολλοὶ μαζὶ καὶ τοῦ ἔκαναν περιτομὴ διὰ τῆς βίας. Κάποιος μάλιστα ἄνθρωπος τῆς Αὐλῆς τοῦ Σουλτάνου, ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκεται στὴν Χίο, τὸν πῆρε μαζί του γιὰ νὰ τὸν κάνει δῶρο στὸν Σουλτάνο, διότι ἦταν ὄμορφος καὶ νέος.

Η ΦΥΓΗ: Ὁ εὐλογημένος Θεόφιλος παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει δρόμο νὰ φύγει ἀπὸ τὰ χέρια τους. Πράγματι κάποια νύχτα ποὺ πῆγαν στὸ τζαμὶ νὰ προσκυνήσουν, τὸν ἄφησαν μόνο στὸ σπίτι. Ὁπλίστηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἔφυγε καὶ κρύφτηκε κάπου. Μόλις ἐπέστρεψαν ἐκεῖνοι, ἀμέσως κατάλαβαν τὴν ἀπουσία του. Ἔτσι, ἄναψαν φανάρια κι ἄρχισαν νὰ τὸν ψάχνουν παντοῦ. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν σκέπαζε καὶ δὲν τὸν βρῆκαν παρὰ τὶς ἐπίμονες προσπάθειές τους. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες πείνασε καὶ βγῆκε τὰ μεσάνυχτα καὶ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ καπετάνιου του, ὅπου του ἔδωσαν τροφὴ καὶ πάλι κρύφτηκε σὲ μία ἐκκλησία. Βρίσκοντας μία εὐκαιρία διέφυγε μὲ κάποιο μπρίκι στὴ Σάμο ἀλλὰ πάλι ἐπέστρεψε, ζητώντας τὸν καπετάνιο του γιὰ νὰ ταξιδέψει μαζί του.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΕ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΡΚΩΝ: Τὸν ἀντιλήφθηκαν ὅμως κάποιοι Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι ὅρμησαν, τὸν ἅρπαξαν, τὸν ὁδήγησαν στὸν δικαστὴ ὅπου καὶ βεβαίωναν μὲ ὅρκους πὼς ὁ Θεόφιλος εἶχε γίνει μουσουλμάνος. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Ἅγιος μὲ τὸ δίκιο του ἀρνοῦνταν φωνάζοντας: “Χριστιανός εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω ν’ ἀποθάνω”, ὁ κριτὴς τὸν καταδίκασε στὸν διὰ πυρᾶς θάνατο.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Φορτωμένο μὲ τὰ ξύλα τῆς φωτιᾶς ποὺ θὰ τὸν ἔκαιγε τὸν ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης. Ἀκόμα καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν ν᾽ ἀλλάξει γνώμη. Ὅμως ὁ ἅγιος φώναζε μὲ ἐπιμονή: “Δεν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου, Χριστιανὸς εἶμαι, Χριστιανὸς ἐπιθυμῶ νὰ ἀποθάνω, τί χασομερᾶτε;” Τότε ἄναψαν μία τεράστια φωτιά, γιὰ νὰ τὸν κάψουν. Ὁ ἅγιος μάρτυς κάνοντας τὴν προσευχή του καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ λέγοντας: “Εἰς χεῖρας Σου , Χριστέ μου, παραδίδω τὴν ψυχήν μου”, μπῆκε μόνος του μέσα στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι τελειώθηκε, σὲ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν. Ἦταν ἡ 24η Ἰουλίου τοῦ 1635.

Ὅταν ἔσβησε ἡ φωτιά,  οἱ Χριστιανοὶ ζήτησαν, δίνοντας πολλὰ χρήματα, νὰ πάρουν ὅσα λείψανα τοῦ ἁγίου μάρτυρος εἶχαν μείνει καὶ τὰ κατέθεσαν στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὴ Χίο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´.

Θεὸν τὸν σαρκωθέντα εὐθαρσῶς ὡμολόγησας, τὰ Ἀγαρηνῶν καταπτύσας, ἀπιστίας διδάγματα. Πυρὶ δὲ ὑπ’ αὐτῶν κατακαείς, ἀρώμασιν ἐπλήρωσας τὴν γῆν, ὦ Θεόφιλε τρισμάκαρ, τοῦ Θεοῦ φίλε γνήσιε. Χαίροις οὖν Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, χαίροις Ἐκκλησίας τὸ καύχημα, τῆς Ζακύνθου χαίροις ὁ γόνος, καὶ τῆς Χίου ἐγκαλλώπισμα..

Κοντάκιον. Ἦχος γ´.

Χριστοῦ δῆμος ᾄσμασιν, ἀνευφημεῖ ἐπαξίως, τοὺς λαμπροὺς ἀγῶνάς σου, Μάρτυς Θεόφιλε θεῖε, ἤνεγκας, καὶ γὰρ γενναίως εἱρκτὴν ζοφώδη, ἔφερας, πικρὰς αἰκίας καὶ ἀνυποίστους, καὶ τὸν θάνατον ἐδέξω, πυρὸς ἐν μέσῳ, ὡς φίλος ὄντως Θεοῦ.

 

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΕΥΦΗΜΙΑ

γία Εφημία [11 ουλίου]

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΔΙΩΓΜΟΙ: Ἡ Ἁγία ἔζησε στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 303. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Χαλκηδόνα. Ἦταν κόρη τοῦ πλουσίου Συγκλητικοῦ Φιλόφρονα καὶ τῆς εὐσεβοῦς Θεοδοσιανῆς. Ἡ Ἁγία παιδαγωγήθηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» γι’ αὐτὸ ἀγάπησε τὸν Χριστό, τὴν ἁγνεία καὶ τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ. O ἔπαρχος τῆς Ἀνατολῆς Πρίσκος μαζὶ μὲ τὸν φιλόσοφο καὶ ἱερέα τοῦ Ἄρη Ἀπελιανὸ κήρυξε, μὲ τὴ συμφωνία τοῦ Διοκλητιανοῦ, διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ θεοῦ Ἄρη ζήτησε ὅλοι οἱ κάτοικοι νὰ προσέλθουν στὴ γιορτή. Ὄσoι δὲν θὰ προσέρχονταν θὰ τιμωροῦνταν μὲ φοβερὰ κολαστήρια. Οἱ χριστιανοὶ κρύφτηκαν ἄλλοι σὲ σπίτια καὶ ἄλλοι στὶς ἐρημιές. Ἡ Ἁγία Εὐφημία ἦταν ἐπικεφαλῆς μίας τέτοιας ὁμάδας στηρίζοντας τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ φλογερό της λόγο.

ΣΥΛΛΗΨΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Τελικὰ συνελήφθη ἡ Ἁγία μαζὶ μὲ σαράντα ἐννιὰ ἄλλα ἄτομα. Ὅταν ὁ Πρίσκος ζήτησε νὰ θυσιάσουν στὸ εἴδωλο τοῦ Ἄρη καὶ οἱ πενήντα συλληφθέντες ἀρνήθηκαν μὲ παρρησία. Ὁ Πρίσκος ὀργίστηκε ἀπὸ τὴν ἄρνησή τους καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ δείρουν ἐπὶ εἴκοσι μέρες τοὺς Ἁγίους καὶ νὰ τοὺς φυλακίσουν. Μετὰ τὸ εἰκοσαήμερο αὐτὸ δοκίμασε πάλι νὰ πείσει τοὺς μάρτυρες νὰ θυσιάσουν. Μετὰ τὴν νέα ἄρνηση, τοὺς ἔδειραν τόσο πολύ, ὥστε κουράστηκαν οἱ στρατιῶτες ποὺ τοὺς ἔδερναν. Τότε ὁ Πρίσκος, ἀφοῦ φυλάκισε τοὺς ὑπολοίπους, κάλεσε κατὰ μόνας τὴν Ἁγία καὶ προσπάθησε νὰ τὴν πείσει νὰ θυσιάσει. Μετὰ τὴ νέα ἄρνηση καὶ ὁμολογία της, τὴν ἔβαλαν στὸ βασανιστικὸ τροχὸ κατακόπτοντας τὸ σῶμα της. Τὴν ὥρα τοῦ μαρτυρίου της ἡ Ἁγία προσευχόταν διαρκῶς. Μετὰ τὴν προσευχή της καὶ τὸ θαυματουργὸ λύσιμό της ἀπὸ τὸν τροχὸ καὶ τὴ θεραπεία τῶν τραυμάτων της, ρίχτηκε ἡ Ἁγία σὲ πυρακτωμένο καμίνι. Οἱ ὑπηρέτες Σωσθένης καὶ Βίκτωρ ἀρνήθηκαν νὰ τὴν ρίξουν στὸ καμίνι, γιατί ἔβλεπαν νὰ στέκονται στὸ πλευρὸ τῆς Ἁγίας δύο φοβεροὶ ἄνδρες, ποὺ ἀπειλοῦσαν ὅτι θὰ σκόρπιζαν τὴ φωτιά. Ὁ Σωσθένης καὶ ὁ Βίκτωρ βλέποντας τὸ θαῦμα ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ μαρτύρησαν. Ἐν τέλει ἡ Ἁγία ρίχτηκε στὸ καμίνι. Ὅμως, ἡ φλόγα δὲν ἄγγιζε τὴν Ἁγία, ἀλλὰ σκορπίστηκε ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι κι ἔκαψε πολλούς. Μετὰ ἀπὸ πολλῶν εἰδῶν ἄλλα μαρτύρια ποὺ ἐπακολούθησαν καὶ ἀντίστοιχες θαυματουργικὲς διασώσεις τῆς Ἁγίας, τελικὰ ὁ Πρίσκος διέταξε καὶ τὴν ἔριξαν στὰ θηρία, ὅπου καὶ τελικὰ ἡ Ἁγία μετὰ ἀπὸ προσευχὴ παρέδωσε τὴν ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Νυμφίου της. Οἱ γονεῖς τῆς Ἁγίας ἔθαψαv μὲ τιμὴ τὸ πάνσεπτό της λείψανο στὴ Χαλκηδόνα καὶ δόξαζαν τὸv Κύριο, διότι ἀξιώθηκαν τῆς τιμῆς νὰ ἔχουν τὴv θυγατέρα τοὺς Μεγαλομάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρέσβειρά τους κοντά Του.

Η ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΚΑΙ Η Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Ὁ Κύριος τίμησε τὴν καλλίνικο παρθένον καὶ μάρτυρα Εὐφημία μὲ τὴν δωρεὰ τῆς ἀφθαρσίας τοῦ πολυάθλου παρθενικοῦ της σώματος. Τὸ 451 στὴ Χαλκηδόνα συνῆλθαν οἱ 630 θεοφόροι Πατέρες ποὺ συγκρότησαν τὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἐπὶ βασιλέων Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ καταδίκασε τὸν αἱρετικὸν Εὐτυχῆ, ποὺ κήρυττε τὴν πλάνη, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μόνον μίαν φύση καὶ μία ἐνέργεια, αὐτὴ τῆς Θεότητος. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δογμάτισαν τὴν πίστιv τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο τέλειες φύσεις, θελήσεις καὶ ἐνέργειες, τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρωπίνη, σὲ μίαν Ὑπόσταση. Καὶ οἱ δύο φύσεις εἶναι ἑνωμένες ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀναλλοιώτως καὶ ἀδιαιρέτως. Στὴ Σύνοδο οἱ Ὀρθόδοξοι Πατέρες συνέταξαν Τόμο, ὁ ὁποῖος περιεῖχε τὴν πίστιν τὴν ἀληθῆ, τὴν ὁποίαν πάντοτε πίστευε καὶ κήρυττε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ αἱρετικοὶ Μονοφυσίτες συνέταξαν ἀντίστοιχο τόμο, ποὺ περιεῖχε τὶς πλάνες τους. Τότε ὁμόφωνα ὀρθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ ἀπεφάσισαν νὰ τεθοῦν καὶ τὰ δύο κείμενα στὸ στῆθος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Εὐφημίας καί, ἀφοῦ ἄνοιξαν τὴ λειψανοθήκη, ἔκαναν αὐτὸ καὶ τὴν σφράγισαν πάλι. Ὅταν, λίγο ἀργότερα, ἄνοιξαν τὴ θήκη βρῆκαν τὸν Τόμο τῶν Ὀρθοδόξωv στὰ χέρια της ἐνῶ αὐτὸ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν στὰ πόδια της. Ἔτσι ἡ Μεγαλομάρτυς Εὐφημία μὲ τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ θαῦμα ἐπικύρωσε καὶ ὑπέγραψε τὸν ὀρθόδοξο Τόμο διασαλπίζοντας τὸ Χριστολογικὸ δόγμα περὶ τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἀποδεικνύοντας τὴν διδασκαλία τοῦ Εὐτυχῆ καὶ τῶν ὀπαδῶν του Μονοφυσιτῶν πλάνη.

 

 

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΚΝΑΝΑΣ ὁ Κηπουρὸς

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ Πακνανᾶς ὁ Κηπουρὸς
[30 Ἰουνίου ἢ 9 Ἰουλίου 1770 (ἢ 1771)]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: Ὁ ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ φτωχούς, μὰ εὐσεβεῖς γονεῖς, γύρω στὸ 1750. Ζοῦσε στὴ συνοικία τῆς Βλασσαρούς, ἡ ὁποία βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, στὸ σημερινὸ χῶρο τῆς Ἀρχαίας Ἀγορᾶς. Ἡ φτώχεια δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μάθει γράμματα κι ἔτσι, ἀγράμματος κι ἁπλοϊκός, μὲ πολλὴ ὅμως πίστη στὸν Χριστό, μεγάλωνε ὁ Μιχαὴλ κοντὰ στοὺς εὐλογημένους γονεῖς του. Ὅταν ἔγινε ἔφηβος, ὁ πατέρας του τὸν πῆρε κοντά του νὰ τὸν βοηθάει στοὺς κήπους, ὅπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια ἔτσι, δίπλα στὸν πατέρα του. Μετά, σὰν ἔχασε τὸν πατέρα του, ἀγόρασε ἕνα γαϊδουράκι καὶ μ’ αὐτὸ ἔβγαινε στὰ γύρω χωριά, καὶ κουβαλοῦσε κοπριὰ γιὰ τοὺς κήπους, ποὺ καλλιεργοῦσε παλιότερα ὁ πατέρας του. Καμμιὰ φορὰ ψώνιζε ἀπ’ τὴν πολιτεία πράγματα ποὺ δὲν εἶχαν οἱ χωρικοὶ στὸν τόπο τους, κι ὅταν πήγαινε στὰ χωριά, τοὺς τὰ πουλοῦσε. Κάπως ἔτσι ἦταν ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαήλ, μὲ πολὺν κόπο καὶ ἱδρώτα, πότε στοὺς κήπους τῶν πλουσίων Ἀθηναίων, πότε στὰ δύσβατα τότε χωριὰ γύρω ἀπ’ τὴν Ἀθήνα, δοξάζοντας τὸν Θεὸ ποὺ τὸν φύλαγε πιστὸ ὀρθόδοξο χριστιανό, ἀνάμεσα στοὺς ἄπιστους ἀγαρηνούς, στοὺς ὁποίους τότε ἦταν σκλάβοι οἱ Ἕλληνες.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μία μέρα, ὅμως, καθὼς γυρνοῦσε ἀπὸ τὰ χωριά, στὴν εἴσοδο τῆς Ἀθήνας, συνάντησε τοὺς φύλακες τῆς χώρας, ποὺ ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Βοεβόδα τῆς πόλης, Μωαμεθανοὶ κι αὐτοί. Ἀπὸ καιρὸ τὸν εἶχαν βάλει στὸ μάτι, καὶ καθὼς τὸν ἔβλεπαν ἁπλοϊκὸ κι ἀγράμματο, νόμιζαν πὼς θὰ τὸν ἔκαμναν ν’ ἀλλαξοπιστήσει. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πὼς πῆγε μπαρούτι στοὺς κλέφτες, τοὺς ἁρματωμένους Ἕλληνες, ποὺ ἦταν πάνω στὰ βουνά, καὶ τὸν φυλάκισαν. Ἔτσι οἱ Ἀγαρηνοὶ ἔρχονταν καθημερινὰ καὶ τὸν ἀνάγκαζαν μὲ χίλιους τρόπους νὰ τουρκέψει, δηλαδὴ ν’ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Μὰ αὐτός, παρόλο ποὺ δὲν ἤξερε καὶ πολλὰ γράμματα, δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσει τὸ Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσει ψευδοπροφῆτες, δὲν θὰ ἄφηνε τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, γιὰ χάρη τοῦ Κορανίου. Ἡ Ὀρθοδοξία τῶν πατέρων του εἶχε χαράξει πολὺ βαθιὰ τὴν πίστη μέσα του, καὶ τίποτα μποροῦσε νὰ τὴν ξεριζώσει.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρὶς νὰ φέρουνε ἀποτέλεσμα οἱ πιέσεις τῶν Ὀθωμανῶν. Ὅταν πιὰ τελείωσε ἡ ὑπομονή τους, ἄρχισαν νὰ τὸν φοβερίζουν πώς, ἂν δὲν ἀλλάξει τὴν πίστη του, ἔχουν ἀπόφαση καὶ διαταγὴ νὰ τὸν θανατώσουν. Αὐτὴ τὴν ἀπόφαση τὴν ἄκουσε κι ἕνας ζηλωτὴς ὀρθόδοξος, ὀνόματι Γεώργιος, καὶ φοβήθηκε μήπως ὁ εὐλογημένος Μιχαήλ, ποὺ ἦταν μόλις δεκαοχτὼ χρονῶν, νέος πολὺ γιὰ νὰ μὴ λογαριάζει τὴ ζωὴ καὶ τὶς χαρές της, κλονιστεῖ καὶ ἀλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπὸν στὴ φυλακή, δίνει μὲ τρόπο «ἄσπρα» στοὺς φύλακες, γιὰ νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ δεῖ τὸν Μιχαήλ. Τὸν βρῆκε νὰ προσεύχεται γονατιστός, μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἔμειναν οἱ δύο τους ὥρα πολλὴ μαζί, πότε κάνοντας προσευχὴ καὶ πότε ψέλνοντας τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὕστερα προσπάθησε, μὲ ὅση δύναμη ἔχουν τὰ λόγια ἑνὸς πιστοῦ, νὰ τὸν στερεώσει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνει στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου, ποὺ ἀνοιγόταν ἤδη μπροστά του. Ὕστερα σηκώθηκε, ἀγκάλιασε τὸ Μιχαήλ, τὸν ἀσπάστηκε κι ἔφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχῆς.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τὰ βασανιστήρια τοῦ Μιχαὴλ συνεχίζονταν ἀπ’ τοὺς ἀπίστους ἀσταμάτητα. Ὅμως, ὅσο τὸν βασανίζανε, τόσο ἐκεῖνος γινόταν πιὸ σταθερὸς στὴν ἄρνησή του: “δὲν τουρκίζω· εἶμαι χριστιανός!”, ἔλεγε συνέχεια. Κάποτε, τὸν ἔβγαλαν ἀπ’ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν παρουσίασαν στὸ Βοεβόδα, ἐλπίζοντας πὼς μὲ κολακεῖες καὶ ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θὰ λύγιζε τὸν ἅγιο. Ὁ Νεομάρτυς ὅμως ἔμενε ἀσάλευτος στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Βοεβόδας τότε ἄρχισε τὶς ἀπειλὲς γιὰ τὰ ἐρχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πὼς στὸ τέλος θὰ τὸν θανατώσει, ἂν δὲν ἀλλαξοπιστήσει. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε καὶ ξανάλεγε τὶς δύο λέξεις (δὲν τουρκεύω), δίχως νὰ λιποψυχήσει. Τότε ὁ Βοεβόδας τὸν ἔστειλε στὸν ὀνομαστὸ Καλοπασσιὰ ἀπὸ τὰ Γιάννενα, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖνες τὶς μέρες στὴν Ἀθήνα. Ἔλπιζε πὼς ἐκεῖνος, φόβος καὶ τρόμος καθὼς ἦταν, γιὰ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσε σ’ ὅλους τοὺς φυλακισμένους, θὰ γύριζε τὸν Μιχαὴλ στὴν πίστη τους. Μὰ κι ὁ Καλοπασσιᾶς, μ’ ὅ,τι κι ἂν τοῦ ᾽ταξε καὶ μ’ ὅσες ἀπειλὲς καὶ βάσανα κι ἂν τὸν φοβέρισε τὸν Μιχαήλ, δὲν κατάφερε νὰ πάρει ἄλλη λέξη ἀπ’ τὸ στόμα του, ἐκτὸς ἀπὸ τό: «δὲν τουρκίζω»! Τότε ὁ Καλοπασσιᾶς τοῦ λέει μὲ πονηριά: “Μπρὲ λωλέ, ἀρνήσου κατὰ τὸ παρὸν τὴν πίστη σου, γιὰ νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου, κι ὕστερα πήγαινε σ’ ἄλλον τόπο, καὶ ἔχε πάλι τὴν πίστη σου”. Ἀλλὰ ὁ Μάρτυς δὲν πειθόταν μὲ κανέναν τρόπο, ἀλλὰ φώναζε ἀκατάπαυστα: “δὲν τουρκίζω, δὲν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπὸν τὸν ἅγιο Μιχαὴλ ὁ φοβερὸς Καλοπασσιᾶς ἀσάλευτο στὴν πίστη του, τὸν ἔστειλε στὸ δικαστὴ πιὰ γιὰ νὰ τὸν δικάσει. Κι ἐκεῖνος, βέβαια, πάσχισε νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσει μὲ τοὺς δικούς του τρόπους, πρὶν νὰ τὸν δικάσει, ἀλλὰ εἶχε κι αὐτὸς τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα. Ὁ Ἅγιος τοῦ πετοῦσε κατάμουτρα τὸ “δὲν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε καὶ ἐκεῖνος, κι ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ὁ Ἅγιος ἀτάραχος ἄκουσε τὴν καταδίκη του καὶ ἀκολούθησε τοὺς ὁπλισμένους ὑπηρέτες, ποὺ τὸν πήγαιναν στὸν τόπο τῆς καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι ἐξουθενωμένος ἀπὸ τὰ μαρτύρια, ὁ Ἅγιος δὲν δείλιαζε, παρὰ ἔτρεχε μὲ προθυμία στὸ μαρτύριο. Κι ὅταν στὸ δρόμο, ποὺ περνοῦσαν, ἀπαντοῦσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, ἀδέλφια, κι ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρέσει”! Σὰν ἔφτασε στὸν ὁρισμένο τόπο, γονάτισε, ἔκαμε τὴν προσευχή του, κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι του μὲ χαρά, σὰ νὰ περίμενε ζωὴ ἀπ’ τὸ σπαθί, καὶ ὄχι θάνατο. Ὁ ἀγαρηνὸς τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὰ μαλλιὰ καὶ τὸν ἐχτύπησε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ λαιμό, μὰ διπλαριστὰ κι ὄχι μὲ τὴν κόψη, γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ δειλιάσει καὶ ν’ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό. Μὰ ὁ ἅγιος μὲ θάρρος τοῦ ἔλεγε: “Χτύπα γιὰ τὴν πίστη”! Ὁ φονιὰς τότε γύρισε τὴ μαχαίρα του ἀπὸ τὸ κοφτερὸ μέρος, κι ἄρχισε νὰ τοῦ κόβει τὸ λαιμὸ λίγο-λίγο, γιὰ νὰ προλάβει, ἂν πονέσει, νὰ μετανιώσει καὶ ν’ ἀλλοξοπιστήσει, ἀλλὰ μάταια, γιατί ὁ ἅγιος ὁλοένα καὶ δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, γιὰ τὴν πίστη”! Τότε ὁ δήμιος χτύπησε τὸν Ἅγιο μὲ ὅλη του τὴ δύναμη κι ἔκοψε τὴν τιμία κεφαλή του, ἐνῶ ἡ ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου, ἀνέβαινε ν’ ἀναπαυθεῖ στὶς αἰώνιες σκηνὲς τῶν δικαίων τοῦ Θεοῦ1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΑ: Στὴν πρώτη κολώνα τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς στὴν Ἀθήνα, διακρινόταν τὸ ἀκόλουθο ἐπιγραφικὸ χάραγμα: «1771 Ἰουλίου 9 ἀπεκεφαλίσθη ὁ Πακνανᾶς Μιχάλης». Τὸ μοναδικὸ παρεκκλήσι σ’ ὅλη τὴν Πρωτεύουσα ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο νεομάρτυρα Μιχαὴλ βρίσκεται στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἀναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζῆ καὶ Ντελακρουά), ὅπου κατὰ τὴν παράδοση στὴν περιοχὴ αὐτὴ βρίσκονταν οἱ κῆποι τοῦ Ἁγίου. Τὸ 2003 ὁ Μιχαὴλ ὁ Κηπουρὸς ἀνακηρύχθηκε προστάτης τῶν διαιτολόγων καὶ διατροφολόγων. Πρὸς τιμήν του, ἕνας ἀπὸ τοὺς κεντρικότερους δρόμος στὴ συνοικία τῆς Ἀθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει τὸ ὄνομά του (Ὁδὸς Μπακνανᾶ), καθὼς καὶ ἡ παρακείμενη στάση τοῦ τράμ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´

Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξα τῷ ποιητῇ σου καὶ Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σε στερρὸν ἡμῖν δωρήσαντι.”

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ – 20 Ἰουνίου (Ἀθ. Οἰκονόμου)

γιος Νικόλαος Καβάσιλας

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας γεννήθηκε τὸ 1322 στὴ Θεσσαλονίκη, σὲ μία ἐποχὴ πολιτικῆς παρακμῆς τοῦ Βυζαντίου, ἀλλά, ἀντιθέτως, καὶ σὲ μία ἐποχὴ ἀνόδου καὶ ἄνθισης τῶν θεολογικῶν γραμμάτων. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία βρισκόταν σὲ πολὺ μεγάλη ἀκμὴ μέσα ἀπὸ τὶς λεγόμενες ἡσυχαστικὲς ἔριδες. Ἡ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ποὺ τότε ἄρχισε νὰ κυριαρχεῖ, ἑστίαζε στὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ γίνει κοινωνὸς τοῦ ἄκτιστου Θείου φωτός, διὰ τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειές Του, χάρη στὴν καθαρὴ καρδιὰ καὶ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Ἡ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία συμπύκνωνε τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ὀρθόδοξης πίστης περὶ τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν διδασκαλία αὐτὴ ἐκπροσώπησε, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστότερος καὶ ὡς «ὁ τελευταῖος τῶν Μυστικῶν». Γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἦταν ἀνιψιὸς τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νείλου Καβάσιλα. Τὸ πατρικό του ἐπώνυμο ἦταν Χαμαετός, ἀλλὰ ὁ Νικόλαος κράτησε τελικὰ τὸ ἐπώνυμό του ἀδερφοῦ τῆς μητέρας του. Ἔκανε σπουδὲς Ρητορικῆς, Θεολογίας, Φιλοσοφίας καὶ φυσικῶν Ἐπιστημῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔμεινε γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα κοντὰ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ ἀναμείχθηκε καὶ σὲ θέματα πολιτικῆς καὶ δικαιοσύνης. Γιὰ ἕνα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος τοῦ Κατακουζηνοῦ, ὁ ὁποῖος στὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του, ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ τῶν Μαγγάνων. Ἀνέπτυξε σπουδαῖο συγγραφικὸ ἔργο καὶ κατάφερε νὰ ἀποκτήσει καθολικὸ σεβασμὸ καὶ ἀναγνώριση. Ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας ἀξιολογότατων θεολογικῶν, ἑρμηνευτικῶν, λειτουργικῶν, ἀσκητικῶν καὶ διδακτικῶν ἔργων, ὡς καὶ πανηγυρικῶν λόγων, ἐπιστολῶν, ἐπιγραμμάτων καὶ κειμένων κοινωνικοῦ περιεχομένου. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες γιὰ τὶς ἀπόψεις του περὶ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, ποὺ τὸν ἔφεραν σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τῶν Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου, ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ λίγο μετὰ τὸ 1391 μ.Χ. Ἡ κατάταξή του στὴ χορεία τῶν Ἁγίων ἔγινε, σχετικὰ πρόσφατα, στὶς 19 Ἰουλίου τοῦ 1983. Ἡ μνήμη του γιορτάζεται στὶς 20 Ἰουνίου.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ἐμπνεύστηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο καὶ τὴ νηπτικὴ διδασκαλία του. Τὸ σπουδαιότερο ἔργο του εἶναι ἡ «ἐν Χριστῷ Ζωή». Τὸ ἁπλό, ἀλλὰ βαθύ, λυρικὸ καὶ μυστικὸ ὕφος του ἀποπνέει τὴ “δροσιὰ” τῶν πρώτων ἀποστολικῶν χρόνων. Ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος Καβάσιλας: “Ὁ νόμος τοῦ πνεύματος, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ Θεό, εἶναι νόμος φιλίας καὶ εὐγνωμοσύνης. Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κανεὶς αὐτὸ τὸ νόμο δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταβάλει κόπους, οὔτε ἔξοδα, οὔτε νὰ χύσει ἱδρώτα […]. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφήσεις τὴ δουλειά σου, ἢ νὰ ἀποσυρθεῖς σὲ ἀπόμερα μέρη, νὰ διάγεις μία παράξενη ζωὴ καὶ νὰ φορᾶς ἕνα παράξενο ἔνδυμα. Δὲ χρειάζεται νὰ κάμεις ὅλα αὐτά. Μπορεῖς νὰ μείνεις στὸ σπίτι σου, καί, χωρὶς νὰ χάσεις τὰ ἀγαθά σου, νὰ βρίσκεσαι πάντα στὴ μελέτη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, στὴ μελέτη τῆς συγγενείας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θεῖο καὶ σὲ κάθε ἄλλη τέτοιας λογῆς μελέτη”. Καὶ προσθέτει ὁ μεγάλος νηπτικὸς πατέρας ἀλλοῦ: “Πρῶτα πρῶτα, δὲν χρειάζονται προετοιμασίες γιὰ τὴν προσευχή μας, οὔτε εἰδικοὶ τόποι, οὔτε φωνὲς ὅταν ἐπικαλούμαστε τὸν Θεό. Γιατί δὲν ὑπάρχει τόπος ἀπὸ ὅπου λείπει ὁ Θεός, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν εἶναι μαζί μας, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι πάντα πιὸ κοντὰ σὲ κείνους ποὺ τὸν καλοῦν, ἀπὸ ὅσο εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά τους. Θὰ ἔλθει πρὸς ἡμᾶς, ἀκόμη κι ἂν εἴμαστε κακοί, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός”. Στὸν Ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα δὲν τονίζεται τόσο ἡ ἀντιδικία μὲ τὴ σάρκα, ἐνῶ κρίνονται οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες καὶ μορφὲς τῆς ζωῆς (ἀναχωρητισμός, ἔνδυμα κλπ.) ὄχι ἀπαραίτητες. Ἡ εὐσέβεια εἶναι ἀποκλειστικὰ ἔργο τῆς δικῆς μας ἐσωτερικῆς διαθέσεως, τῆς δικῆς μας θέλησης. Ἄρα, σημαντικὸ στὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι ὅτι δὲν θεωρεῖται ἀπαραίτητο ἐπακόλουθο τοῦ μυστικισμοῦ ὁ ἀναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στὴν καθημερινή, κοινωνική του ζωὴ ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ τὴν μετουσιώνει μὲ τὴ μελέτη ὑψηλῶν πνευματικῶν θεμάτων, κατὰ μόνας, ποὺ θὰ διευκολύνουν τὴ μεταστροφὴ τῆς βουλήσεώς του πρὸς τὸ πνευματικότερο. Σκοπός του εἶναι νὰ περιγράψει τὴ θεία χάρη, ὅσο γίνεται ἁπλούστερα, καὶ πῶς αὐτὴ θὰ φτάσει στὸν κοινὸ χριστιανό. Καὶ αὐτὸ τὸ κάνει μὲ ἐξαιρετικὰ δυνατὴ θεολογικὴ πνοή. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μπαίνει μέσα στὸν καθένα μας μὲ ἕνα μυστήριο οἰκειότητας. “Εἶναι φυσικό”, γράφει, “κάθε πράγμα νὰ εἶναι δεμένο μὲ τὸν ἑαυτόν του περισσότερο παρὰ μὲ κάθε ἄλλο. Καὶ ὅμως ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀκόμα πιὸ δυνατή. Οἱ μακάριοι ἄνδρες νοιώθουν τὸν ἑαυτό τους δεμένο περισσότερο μὲ τὸ Σωτήρα παρὰ μὲ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὴν ἴδια ὥρα ξένος μας καὶ ἐνδιαίτημά μας. Ἀναπνέουμε τὸ Χριστό. Σὲ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρει ἡ Καινὴ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὴν παρουσία, ἐντός μας, τοῦ Κυρίου, ποὺ διαθέτει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν μεταπλάθει”. Χρέος μας ἱερό, κατὰ τὸν ἅγιο Πατέρα, εἶναι νὰ μὴ σβήσουμε τὴ μέσα μας ἀναμένη λαμπάδα, ἀλλὰ νὰ ψάξουμε μέσα μας καὶ νὰ ἀνακαλύψωμε τὴν καθαρὴ οὐσία τῆς ἀρετῆς, τὴν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Γράφει σχετικὰ ὁ Ἅγιος: “Οὔτε οἱ ναοί, οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο ἱερό, εἶναι τόσο ἅγιο ὅσο ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴ φύση τοῦ ὁποίου κοινωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἔλθει καθήμενος ἐπὶ τῶν νεφῶν εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι ἀσφαλῶς Θεός. Καθένας μας μπορεῖ νὰ λάμψει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, νὰ ἀνέβει στὰ σύννεφα, νὰ πετάξει πρὸς τὸν Θεό, νὰ τὸν πλησιάσει, νὰ κάμει ὥστε ὁ Θεὸς νὰ τὸν κυττάξει μὲ γλυκύτητα”. Ἀκόμη, μεγάλη σημασία γιὰ τὸν πιστὸ ἔχει ἡ αὐτογνωσία, γιατί μ᾽ αὐτή: “ἂν ἀναλογισθεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν φτώχεια μέσα στὴν ὁποία ζεῖ, ἐνῶ ἔχει τόσο πλούσια φύση, ἐπειδὴ ἄφησε τὴν ὀκνηρία καὶ τὸν ὕπνο νὰ τὸν περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη καὶ δάκρυα πολλὰ θὰ τὸν συνοδεύουν σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Ἀλλὰ τὴν ἡμέρα ὅμως ποὺ θὰ κάμει τὴ ζωή του ὅπως ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπὸ πηγὴ θλίψεως καὶ δακρύων ποὺ ἤτανε, θὰ γίνει τότε ἡ ζωή του πηγὴ εὐδαιμονίας καὶ πνευματικῆς χαρᾶς”. Μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του ὁ Καβάσιλας κατορθώνει νὰ ἀνακαλύψει τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο ὄχι μόνο στὸν ἀναχωρητή, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φύση, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπικοινωνεῖ ὁ Θεός, ἐνῶ καλεῖ κάθε Χριστιανὸ νὰ κάνει τὴν ἴδια ἀνακάλυψη. Ἔτσι, ἀπὸ τὸν ἀσκητισμὸ τοῦ σώματος, τὸν πόλεμο κατὰ τῆς σάρκας τῶν ἐρημιτῶν τῆς Νιτρίας στὴν Αἴγυπτο, ἀνεβαίνουμε στὴν κορυφὴ τῆς καθαρῆς πνευματικῆς χώρας τoῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη πνευματικὴ νίκη τοῦ Βυζαντίου.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ὁ Καβάσιλας, ἐνῶ ἐξαίρει τὸ βάθος καὶ τὴ σημασία τοῦ μυστηρίου γιὰ τὴ ζωὴ τoυ Χριστιανοῦ δὲν εἶναι ἐν τούτοις ἐχθρός τῆς ἐπιστήμης. Μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο καλλιέργησε τὴν ἀστρονομία, ἐνῶ ἀσχολήθηκε καὶ μὲ ἄλλες ἐπιστῆμες. Ἡ ἐκτίμησή του γιὰ τὴν ἐπιστήμη ἦταν, τόση, ὥστε φτάνει στὸ σημεῖο νὰ ὀνομάσει τοὺς ἁγίους ἀτελῆ ὄντα, “γιατί δὲν δέχτηκαν σὲ τοῦτο τὸν κόσμο ἕνα ἀνθρώπινο ἀγαθό, ἐνῶ μποροῦσαν νὰ τὸ ἀποκτήσουν. Καὶ κάθε ὂν ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑψώσει σὲ ἐνέργεια ὅ,τι ἔχει μέσα του δυνάμει εἶναι ἀτελές”, προσθέτει ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Συνεπῶς, μὲ τὴ διδασκαλία του συμφιλιώνει τὸ θρησκευτικὸ μυστικισμὸ μὲ τὴ σοφία τοῦ κόσμου τούτου.

Ἀπολυτίκιο: “Ὡς θεῖος διδάσκαλος, καὶ ὑποφήτης σοφός, δογμάτων τῆς πίστεως, καὶ ἀρετῶν ἱερῶν, Νικόλαε Ὅσιε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ βίου καὶ λόγου. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τῇ σῇ δόξῃ καυχᾶται, καὶ πόθῳ ἑορτάζει, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου”.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1.Ἀνδρόνικος Δημητρακόπουλος (1872). Ὀρθόδοξος Ἑλλάς: ἤτοι περὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν γραψάντων κατὰ Λατίνων καὶ περὶ τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν. Ἐν Λειψίᾳ: Μετζγερ καὶ Βίττιγ. 2.Νικόλαος Καβάσιλας, κείμενο, μετάφραση Παναγώτη Χρήστου, Φιλοκαλία ἀσκητικῶν καὶ νηπτικῶν, τόμ 22, Πατερικὲς ἐκδόσεις, Γρηγόριος Παλαμᾶς, Θεσ/κη, 1979. 3.B. N. Τατάκη, Ὁ Βυζαντινὸς Μυστικισμός.

,

Σχολιάστε

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Κυριακ τν γίων Πάντων

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΓΕΝΙΚΑ: Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ τελευταία Κυριακή τοῦ «Πεντηκοσταρίου». Μὲ αὐτὴν τελειώνει ὁ κινητὸς κύκλος τῶν ἑορτῶν ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὴν Α΄Κυριακή τοῦ Τριωδίου (Τελώνου καὶ Φαρισαίου). Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς ἑορταστικῆς αὐτῆς περιόδου, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς Ἁγίους Πάντες. Εἶναι ἀπόδειξη τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας καὶ παρουσιάζει ὅσους ἀγαθὰ ἁγίασε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὸν κόσμο.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων τους πρώτους αἰῶνες ἦταν ἑορτὴ μόνο τῶν Μαρτύρων. Τὸ Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸν Ι´αἰώνα, προβλέπει σύναξη καὶ παννυχίδα στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Ἡ ἑορτὴ ὀνομάζεται “τῶν Ἁγίων Παντων” καὶ τὸ συναξάρι ἐπισημαίνει ὅτι κατ᾽ αὐτὴν ἐπιτελεῖται ἡ μνήμη «τῶν ἁγίων καὶ καλλινίκων μαρτύρων τῶν ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ κατὰ διαφόρους καιροὺς μαρτυρησάντων ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων θεσπίσθηκε ἐπὶ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Μετὰ τὸ θάνατο τῆς εὐλαβοῦς συζύγου του Θεοφανοῦς, ἔκτισε ναὸ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν τιμήσει στὸ ὄνομά της. Ὅταν ἀνακοίνωσε στὴν Ἐκκλησία τὸ σκοπό του, τοῦ ὑποδείχθηκε ὅτι πρέπει νὰ περάσει χρόνος γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴ τὸ «τίμιον καὶ σεβάσμιον». Ὁ Βασιλεὺς ὑποτάχθηκε καὶ ἀφιέρωσε τὸ ναὸ στὴ μνήμη καὶ τιμὴ πάντων τῶν Ἁγίων τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς.

ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ: Ἔστω κι ἂν ἡ ἑορτὴ ξεκίνησε γιὰ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες καὶ ἐπεκτάθηκε στὴ συνέχεια γιὰ Πάντες τοὺς Ἁγίους, οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴ συλλογικὴ αὐτὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς δείξουν ὅτι κατεβαίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸν κόσμο καὶ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος. Οἱ πρὶν ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸ Θεὸ γίνονται “ἕνα” μὲ αὐτόν, ἔχοντας τὴ δυνατότητα νὰ γίνουν Ἅγιοι. Καὶ ἔτσι ἡ ἀνθρωπότητα διὰ τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναπλήρωνει τὸ πεπτωκὸς ἐκεῖνο τάγμα τῶν Ἀγγέλων. Ἀκόμη, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄγνωστοι καὶ ἀφανεῖς ἅγιοι, γνωστοὶ στὸ Θεό, «νέφος μαρτύρων», αὐτοὺς τοὺς ἀγνώστους τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι, θὰ λέγαμε, τὸ μνημεῖο τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτη τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ παροῦσα ἑορτή. Ἡ ἑορτὴ καθιερώθηκε ἀκόμη, διότι κρίθηκε ἐπιβεβλημένο νὰ συναθροισθοῦν ὅλοι οἱ γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι Ἅγιοι σὲ μία κοινὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι ὅλοι μαζὶ ἀγωνίσθηκαν γιὰ ἕνα Χριστό, σὲ ἕνα κοινὸ στάδιο τῆς ἀρετῆς καὶ ὑπὸ ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ στεφανώθηκαν καὶ συνέστησαν τὴν «μίαν Ἐκκλησίαν», προτρέποντας καὶ ἐμᾶς νὰ ἀγωνιστοῦμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις «τὸν ἴσον ἀγώνα» μὲ αὐτούς, ὥστε καὶ ἐμεῖς νὰ μπορέσουμε νὰ συναριθμηθοῦμε μετὰ τῶν Ἁγίων του. Τέλος ἡ ἑορτὴ συνεστήθη ἀκόμη γιὰ τοὺς “ἐπιγενησομένους ἁγίους”, αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ θὰ γίνουν στὴ συνέχεια ἅγιοι. Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ ἑορτὴ ἔχει καὶ προληπτικὸ χαρακτήρα ἐφόσον ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νὰ περιλαμβάνει κάθε πιστό του σήμερα καὶ τοῦ αὔριο.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἅγιοι δὲν εἶναι μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μάρτυρες εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀγωνίσθηκαν καὶ ἀγωνίζονται τὸν ἀγώνα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς μὲ ἀκρίβεια καὶ συνέπεια. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀναδεικνύουν τὸ μαρτύριο τοῦ πνεύματος, αὐτοὶ ποὺ καθημερινὰ βιώνουν τὴ χαρμολύπη τοῦ λόγου τοῦ Σταυροῦ, αὐτοὶ ποὺ σταυρώνουν τὰ πάθη τους καὶ τὴν κακία τους.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα, ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη, δι᾽ αὐτῶν βοᾶ σοι, Χριστὲ ὁ Θεός. Τῷ λαῷ σου τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἠμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στὴν εἰκόνα τῆς σύναξης τῶν Ἁγίων Πάντων, τὸ ἄνω τμῆμα τὸ καταλαμβάνει σὲ κυκλικὴ διάταξη ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ στὸ κέντρο, καὶ γύρω οἱ χοροὶ τῶν δικαίων. Ἡ Ἑτοιμασία τοῦ θρόνου βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὴ δόξα καὶ οἱ δύο προφῆτες Δαβὶδ καὶ Σολομὼν παρουσιάζονται γονατιστοὶ μὲ ἀνοιχτὰ εἰλητάρια. Κάτω εἰκονίζεται ὁ παράδεισος καὶ οἱ προπάτορες Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καθισμένοι σὲ θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ὁ ληστής, ντυμένος μόνο μὲ περίζωμα καὶ κρατώντας τὸ σταυρό. Δηλαδή, γυμνὸς ἀπὸ ἀρετές, ἀλλὰ πρῶτος στὸν παράδεισο.

,

Σχολιάστε