Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου

«ΦΤΟΥ! ΜΕ ΜΑΤΙΑΣΕΣ!» Ἡ Βασκανία τὴν … τρίτη χιλιετία μ.Χ. (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

”Φτο μ μάτιασες!”
Βασκανία τν … τρίτη χιλιετία μ.Χ.

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου,
δασκάλου, συγγραφέα

ΓΕΝΙΚΑ: Βασκανία ἢ μάτιασμα ὀνομαζεται ἡ πεποίθηση ὅτι εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀρνητικὰ ἕνας ἄνθρωπος ἐξ αἰτίας φθόνου ἢβλέμματος ἀπὸ ἄλλο ἄνθρωπο (ἔστω ἀκούσια). Ἡ πίστη στὸ “μάτι” εἶναι διαδεδομένη σὲ Μέση Ἀνατολή, δυτικὴ καὶ ἀνατολικὴ Ἀφρική, κεντρικὴ Ἀσία, ἀλλὰ καὶ στὴν Εὐρώπη, ἰδίως στὶς μεσογειακὲς χῶρες. Ἀναφορὲς στὴν βασκανία βρίσκονται στὸ Κοράνι καὶ σὲ Ἑβραϊκὰ ἱερὰ κείμενα (Ταλμούδ, Τανάκ). Στὸν πίνακα “Τὸ διαβολικὸ μάτι”, ὁ Τζὸν Φίλιπ (1859) ἀπεικονίζει τὸν ἑαυτό του, καθὼς φιλοτεχνεῖ τὸσκίτσο μίας Τσιγγάνας, ἡ ὁποία βλέποντάς τον νὰ τὴν κοιτάζει ἔντονα, πιστεύει ὅτι γίνεται “στόχος” βασκανίας. Ἡ ἀρχὴ τῆς βασκανίας ἀνάγεται στὴ Χαλδαία.

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ: Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ ἀργότερα οἰ Ρωμαῖοι πίστευαν στὴ βασκανία. Ὑπῆρχαν μέσα διαγνώσεως τῆς βασκανίας, ὅπως τὸκοίταγμα τοῦ λαδιοῦ τῆς καντήλας, σὰν τὸ σημερινὸ “ξεμάτιασμα”. Οἱ τρόποι ξεματιάσματος μεταφέρονταν ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μὲ συγκεκριμένους τρόπους, γιὰ νὰ μὴν χάσουν τὴν δύναμή τους. Ὁ Δημοσθένης καταγγέλλει τὴν βασκανία ὅτι προκαλεῖ δυστυχία. Ὁ Στράβων ἀναφέρει τὸν Τιμαῖο τὸν Ταυρομενέο, χαρακτηρίζοντάς τον κακόβουλο, ἀφοῦ μποροῦσε νὰ ματιάζει. Ὁ Πλούταρχος ἀναφέρει καὶ τὴν περίπτωση τῆς αὐτοβασκανίας. Ὁ Δημόκριτος ἀναφέρει ὅτι ἐκπέμπουν τὰ μάτια τοῦ βασκάνου μοχθηρία καὶ φθόνο, προκαλώντας διαταραχὲς στὸν βασκανόμενο. Ἡ παλαιότερη ἀναφορὰ γίνεται στὰ Ἀργοναυτικὰ τοῦ Ἀπολλώνιου τοῦ Ρόδιου, ποὺ περιγράφει πῶς ἡ Μήδεια κατάφερε νὰ σταματήσει τὸν Τάλω, τὸν χάλκινο ἄνδρα ποὺ φύλαγε τὴν Κρήτη. Ἡ Μήδεια τραγουδώντας μαγικὰ τραγούδια, κάλεσε θεὲς τοῦ θανάτου καὶ τὰ σκυλιὰ τοῦ Ἅδη. Ἔβαλε τὸ κακὸ στὸ νοῦ της καὶ μὲ τὸ μάτι της ἔριξε κατάρα στὰμάτια τοῦ Τάλω. Τὸ κακὸ μάτι μποροῦσε νὰ ἐπηρεάσει ὄχι μόνο τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ καὶ ὅ,τι εἶχε προσφιλές. Τὰ παιδιὰ θεωροῦνταν εὐκολότερα θύματα. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ πόσο ἀπαράλλακτες μεταφέρθηκαν κάποιες δοξασίες στὶς ἡμέρες μας. Το «ὀφθαλμίζειν», καὶ «ἐποφθαλμίζειν» σήμαιναν ἀκριβῶς ὅ,τι ἐννοοῦμε σήμερα «ματιάζω». Τὸ “ματιάστηκε μόνος του” περιγράφεται σὰν αὐτοβασκανία. Τὸ “μὴ λὲς μεγάλο λόγο” ἐλέχθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη: «μὴ μέγα λέγε, μή τις βασκανίᾳ περιτρέψῃ τὸν λόγον τὸν μέλλοντα». Ὁ Αριστοτέλης ἀναφέρει τὸ φτύσιμο στὸν κόρφο: «ἐμπτύει αὐτοῖς ὡς μὴ βασκανθῶσιν». Οἱ Ρωμαῖοι λάτρευαν ὡς προστάτη τῶν παιδιῶν τὴ θεά Cumina, ποὺ ἀπέτρεπε τὴν ἐπίδραση τοῦ κακοῦ ματιοῦ. Τὰ κατοικίδια ζῶα ἦταν ἐπίσης δυνατὸ νὰἐπηρεαστοῦν. Ὁ Βιργίλιος γράφει τὸ παράπονο βοσκοῦ, τοῦ ὁποίου καταστράφηκε τὸ κοπάδι.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ: Οἱ Ἀφρικανοὶ πιστεύοντας ὅτι τὸ κακὸ μάτι μπορεῖ νὰ σκοτώσει κοπάδια ἢ δέντρα, κατέφευγαν στὴν προστασία τοτέμ. Κατεξοχὴν “προστατευτικές” μορφὲς ἦταν τερατόμορφα ἀπεχθῆ πλάσματα, ἢ ζῶα (ποντικός, ὕαινα, σκορπιός, λύκος, κόρακας). Ἀκόμη, ἀντιβασκανικὰ θεωροῦνται ὁ μαγνήτης, ὁ σίδηρος, ὁ ὀρείχαλκος, ἡ γαλαζόπετρα. Ἀπὸ αὐτὰ κατασκευάζονταν διαφορα χαϊμαλιά. Οἱ Αἰγύπτιοι μεταχειρίζονταν φύλλα παπύρου μὲ μυστηριώδεις γραφὲς ποὺ φοροῦσαν στὰ ἐσώρουχά τους. Οἱ Πέρσες χρησιμοποιοῦσαν λωρίδες, πάνω στὶς ὁποῖες χάραζαν ξόρκια καὶ δένονταν μὲ αὐτὲς κατάσαρκα. Οἱ Ἑβραῖοι σὲ ἀνάλογα φυλακτὰ ἔγραφαν κομμάτια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὰ φοροῦσαν στὸ χέρι, ἢ στὸ κεφάλι. Στὰ φυλαχτὰ τῶν μωαμεθανῶν συναντᾶμε ρητὰ τοῦ κορανίου. Τὸ βάσκαμα στὴν Θεσσαλία τὸ ἀκοῦμε συχνὰ ὡς ἀρμένιασμα, στὰ Δωδεκάνησα ὡς ματικό, στὴν Κρήτη ὡς λάβωμα ἢ θιάρισμα καὶ στὴ Μάνη ὡς ἀποσκασμό.

“ΦΥΛΑΚΤΗΡΙΑ” – “ΞΕΜΑΤΙΑΣΜΑΤΑ”: Ἀπὸ παλιὰ οἱ ἄνθρωποι ζητοῦσαν μέσα γιὰ τὴν ἐξουδετέρωση τῆς βασκανίας. Στοὺς Ἕλληνες ἀναφέρονται: ἀποτρόπαια, φυλακτήρια, ἐγκόλπια, περίαπτα, τελέσματα, στοὺς Λατίνους amuletum, στοὺς Γάλλους amulette, fetiche, στοὺς Ἰταλοὺς ligature, alligatura. Ἀπὸ ἀποτρεπτικὲς πράξεις γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα τὸ φτύσιμο: «Ὡς μὴ βασκανθῶ τρὶς εἰς ἐμὸν ἔπτυσα κόλπον» (Θεόκριτος). Ἐπίσης ἡ μούντζα ἢ φασκάλωμα, ἡ fica τῶν Ἰταλῶν. Οἱ χειρονομίες συνοδεύονταν μὲ φράσεις ὅπως: «Εἰς τὴν κεφαλήν σοι», «Καὶ σύ», «Ἔρρε». Στὴ Ρώμη κρεμοῦσαν τὸ “fascinum”, φαλλικὸ σύμβολο, στὸ λαιμὸ τῶν παιδιῶν γιὰ προστασία ἀπὸ κακὸ μάτι, ἀλλὰ καὶ γιὰ γονιμότητα. Βουδισμός, Βραχμανισμός, καὶ Ταοϊσμὸς καλλιέργησαν τὴν πίστη στὰ φυλακτήρια. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν κατόρθωσε νὰ καταργήσει τὴ χρήση τῶν φυλακτηρίων. Μάλιστα, ὑπάρχουν “χριστιανοί”, ποὺ μὲ τὴν διακατέχουσα δεισιδαιμονία, προσπαθοῦν νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὸν σατανᾶ καὶ τοὺς ὁμοίους του μὲ διάφορα φυλακτήρια, ἢ “ἁγιωτικὰ – χαϊμαλιά”, προσμένοντας ἀπὸ αὐτὰ προστασία. Ἡ Ἕκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (κανόνας 61) ὁρίζει καθαίρεση γιὰ κληρικοὺς καὶ ἑξαετῆ ἀφορισμὸ γιὰ λαϊκοὺς ποὺ ἔδιναν στὶς γυναῖκες δεμάτια ἀπὸ μεταξένια («σηρικὰ») νήματα, ὡς ἀντιβασκανικά. Σήμερα διαδεδομένα εἶναι τὰ ματόχαντρα (μπλὲ χάντρες ποὺ μοιάζουν μὲ μάτι), τὰ ὁποῖα, ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, τὰ χρησιμοποιοῦν ἀκόμη καὶ στὶς Βαπτίσεις(!). Τ τί λέγεται, π τν λλη, στ ξεματιάσματα, στς εχς καγητειές”, μόνο χριστιανικ δν εναι κα εναι, φυσικά, νυπόστατο θεολογικς. Συνδυάζονται δεισιδαιμονίες μεχς πρς τν Χριστπ τος ξεβασκανιστς καί, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, αὐτοεξαπατῶνται θεωρώντας ὅτι προσευχήθηκαν πράττοντας τὸ καλύτερο. Ἄλλοτε πάλι, ἀνακατεύοντας “ἁγιωτικὰ” καὶ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, “ξαποστέλνουν τὸ “κακό”, στὰ “ὄρη στ’ ἄγρια βουνά, στὰ ξύλα στὰ λιθάρια”. Σὲ ἄλλες περιπτώσεις, παίρνουνἁλάτι, δένουν κόμπους σὲ πανιὰ καὶ κάνουν τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας δέχεται.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Στὴ Βίβλο διαβάζουμε: “Μὴ συνδείπνει (νὰ μὴ δειπνεῖς μαζὶ) ἀνδρὶ βασκάνῳ” (Παρ. κγ΄6), ἐνῶ ἀλλοῦ: “ἀνδρὶ μικρολόγῳ οὐ καλὸς ὁ πλοῦτος καὶ ἀνθρώπῳ βασκάνῳ ἵνα τί χρήματα;” (Σ. Σειρ., ιδ΄ 3). Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀναφορὰ στὴ βασκανία κάνει ὁ Ἄπ. Παῦλος: “Ὦ ἀνόητοι Γαλᾶται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθε;” (Γαλ. γ΄1), θεωρώντας τὴ δυσκολία τῶν Γαλατῶν νὰἐγκολπωθοῦν τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου ὀφειλόμενη στὴ βασκανία.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ: Χρήση φυλακτηρίου, σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπέχουν ὁ ἁγιασμὸς καὶ ὁ Σταυρός, τὸ”τρόπαιον τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ Διαβόλου”, (Μέγας Φώτιος). Ὁ Εὐσέβιος Ἀλεξ. λέγει ὅτι ἔχουμε τὸ Σταυρὸ “φυλακτήριον” ἐναντίον τῆς “βασκανίας καὶ τοῦ μισόκαλου”. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: “τοῦ σταυροῦ γενομένου” κάθε εἰδωλολατρία καθαιρεῖται καὶ κάθε δαιμονικὴ φαντασία ἐξαφανίζεται. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀποδίδουν τὴ βασκανία σὲ ἐπέμβαση τοῦ πονηροῦ πνεύματος, ἔργο διαβόλου, ταυτίζοντάς την μὲ τὸ φθόνο, ἐνῶ θεωροῦν τὴ βασκανία κακὴ καὶ γιὰ αὐτὸν ποὺ τὴν προκαλεῖ. Λόγο καὶ εὐχὴ γιὰ τὴ βασκανία ἔγραψε ὀ Μέγας Βασίλειος. Ἐκεῖ διαβάζουμε: “Κύριε (…) Σοῦ δεόμεθα ἀποστησον, φυγάδευσον καὶ ἀπέλασον πάσαν διαβολικὴν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικὴν ἕφοδο καὶ πᾶσαν ἐπιβουλήν, (…) καὶ ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν καὶ πονηρῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τοῦδούλου σου (…).” Εἴπαμε ὅτι οἱ Πατέρες ἀποδίδουν τὸ μάτι σὲ “δαιμόνιο”. Αὐτὸς ποὺ ματιάζει ἔχει “δαιμόνιο”. Ἀκούγεται βαρύ. Κι ὅμως αὐτὸς ποὺ ματιάζει, κατὰ τοὺς Πατέρες, ἀπέχει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ μυστήριά της. Δὲν ἐξομολογεῖται, δὲν κοινωνεῖ, δὲν κάνει τὸν Σταυρό του ἢ ἁπλῶς ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία ἐπιφανειακά, ἀπέχοντας τῶν μυστηρίων της, ὅπως μᾶλλον οἱ περισσότεροι: “ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσι μὲ τιμᾶ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ΄ ἐμοῦ” (Ματθ. ιε,8). Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, διευκολύνει τὸν διάβολο μὲ ὅ,τι μπορεῖ νὰ συνεπάγεται. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πάντως, προσευχόμενη γιὰ τὴν προφύλαξη τῶν παιδιῶν της, καθιέρωσε πνευματικὰ ὅπλα γιὰ τὸν καθημερινὸ ἀγώνα. Ἔτσι, ὅταν κάποιος περνάει δοκιμασία, ἡ Ἐκκλησία ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καθιερωμένες εὐχές, χρίει τὸν δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο μὲ τὸ λάδι τοῦ μυστηρίου τοῦ Ἁγίου Εὐχελαίου. Ὁ Διάβολος ὅμως, κατάφερε νὰ βάλει τὸν (δεισιδαίμονα) χριστιανὸ ὄχι νὰ χρισθεῖ μὲ ἁγιασμένο λάδι, ἀλλὰ νὰ πάει στὸν “εἰδικό”, ὁ ὁποῖος ρίχνει τὸ λάδι καὶ ἀντὶ νὰχρίσει μὲ τὸ νικηφόρο σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τὸ ρίχνει σὲ πιάτο μὲ νερὸ καὶ στὴν συνέχεια νὰ πλατσουρίζει τὸν δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο. Ἔτσι, οὔτε ὁ χριστιανὸς χρίεται, οὔτε ἀντλεῖ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ ἁγιαστικοῦ μυστηρίου τοῦ Ἱεροῦ Εὐχελαίου. Ἕνα Μυστήριο ποὺ ὁ Ἱερεὺς εὔχεται μεταξὺ ἄλλων: “Δέσποτα, ἁγίασαν τὸ ἔλαιον τοῦτο, ὥστε γενέσθαι τοῖς χριομένοις ἐξ αὐτοῦ εἰς θεραπείαν καὶἀπαλλαγὴν παντὸς πάθους, μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, καὶ παντὸς κακοῦ”.

Διαφήμιση

,

Σχολιάστε

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ, Πολιοῦχος Μυτιλήνης (καὶ τὸ θαῦμα τῆς λύτρωσης τοῦ νησιοῦ ἀπὸ τὴν πανούκλα)

θαυματουργς νεομάρτυρας
Θεόδωρος
ν Μυτιλήνῃ [ Βυζάντιος] 17.2.1795
Πολιο
χος Μυτιλήνης κα τ θαμα τς λύτρωσης το νησιο πὸ τν πανούκλα

Κωνσταντῖνος Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλος

ΚΑΤΑΓΩΓΗ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ὁ Θεόδωρος γεννήθηκε τὸ 1774 στὸ Νεοχώρι τῆς Ἀνατ. Θράκης, κοντὰ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἐπώνυμο «Βυζάντιος». Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἀναστάσιος καὶ Σμαραγδή, ἐνῶ εἶχε ἄλλα δύο ἀδέρφια, τὸν Ἀντώνιο καὶ τὸν Γεώργιο, τὸν μετέπειτα μητροπολίτη Ἀδριανουπόλεως, Γρηγόριο.

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ-ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ὁ Θεόδωρος ἀπὸ πολὺ νέος μαθήτευσε ζωγράφος στὸ πλευρὸ ἑνὸς χριστιανοῦζωγράφου ποὺ ἐργαζόταν στὰ ἀνάκτορα τοῦ σουλτάνου. Ἐκεῖ ἐπηρεάστηκε ἀπὸ κάποιους συνομηλίκους του καὶ παρασύρθηκε γινόμενος ἐξομώτης [Μωαμεθανὸς δηλαδή].

ΜΕΤΑΝΟΙΑ-ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ: Τρία χρόνια ἀργότερα, ὅταν μία ἐπιδημία πανώλους θέριζε τὸν πληθυσμὸτῆς Πόλης, μεταμελήθηκε καὶ ἐπιχείρησε νὰ φύγει κρυφά, δραπετεύοντας ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα πηδώντας τὸν ψηλὸ τοῖχο. Ἀλλὰ ἔγινε ἀντιληπτὸς καὶ ἔκτοτε τελοῦσε ὑπὸ τὴν προσοχὴ τῶν φρουρῶν. Ὅμως, ὁ Θεόδωρος εἶχε πιὰ πάρει τὴν ἀπόφασή του. Μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς φίλου του, ποὺ ἦταν βοηθὸς σὲ γουναράδικο, προμηθεύτηκε ναυτικὰ ροῦχα καὶ προσποιούμενος ὅτι μεταφέρει σταμνιὰ βγῆκε ἀπὸ τὴν πύλη χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν οἱ φρουροί. Πῆγε στὴν παραλία καὶ μὲ πλοιάριο μετέβη στὸ σπίτι κάποιας θείας του. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ἐξομολογήθηκε σὲ κάποιον ἱερέα καὶ ἔλαβε ξανὰ τὸ χρίσμα μὲ τὸ ἅγιο μύρο ”σβήνοντας” ἀπὸ πάνω του τὸ λεκὲτῆς ἐξομωσίας. Ὕστερα ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, μεταμφιεσμένος καὶ κρυφὰ ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς ποὺ τὸν καταζητοῦσαν, δραπέτευσε στὴ Χίο, ὅπου βρῆκε καταφύγιο σὲ ἕνα μοναστήρι στὰ βόρεια τοῦ νησιοῦ κοντὰ στὸ Βροντάδο. Ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸν πρώην ἐπίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρὰ καὶ τὸ μοναχὸ Νεόφυτο, τοὺς ἀποκαλούμενους «κολλυβάδες», ζηλωτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας.

ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ἔχοντας τύψεις γιὰ τὴν ἀρνησιθρησκία του ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴ γειτονικὴ Λέσβο καὶνὰ ὁμολογήσει στὶς τουρκικὲς ἀρχὲς ὅτι ξανάγινε Χριστιανός. Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ντύθηκε μὲ τούρκικα ροῦχα καὶ ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση τοῦ τί τὸν περιμένει, ἀποχαιρέτησε μὲ δάκρυα τὸ Νεόφυτο ποὺ τὸν εἶχε συνοδεύσει ὣς τὴ Μυτιλήνη. Παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ τῆς πόλης καὶ ἀποκήρυξε τὸν μουσουλμανισμὸ πετώντας ἀπὸ πάνω του τὰ ροῦχα καὶ τὸ ὀθωμανικὸ σαρίκι. Ἀμέσως συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Προσπάθησαν ἀρχικὰ νὰ τὸν δωροδοκήσουν, ἀλλὰ μάταια. Βασανίστηκε ἔπειτα φρικτά, ἀλλὰἐκεῖνος ἔμεινε πιστὸς στὴν ἀπόφασή του. Τελικὰ ἀπαγχονίστηκε, παίρνοντας τὸν οὐράνιο στέφανο, στὶς 17 Φεβρουαρίου τοῦ 1795.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ: Τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ ἔμεινε κατὰ διαταγὴ τῶν Τούρκων τρεῖς ἡμέρες κρεμασμένο στὴν ἀγχόνη. Κατόπιν μὲ ἄδεια τῶν τουρκικῶν ἄρχων τὸ παρέλαβαν πρόκριτοι Μυτιληναῖοι καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ προαύλιο τῆς Παναγίας Χρυσομαλλούσας. Ἔπειτα ἀπὸ τρία χρόνια, ὅταν θέλησαν νὰ κάνουν τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, εἶδαν μὲ ἔκπληξη καὶ θαυμασμὸ ὅτι τὸ σῶμα εἶχε διατηρηθεῖ ἀκέραιο. Τὸ παρέλαβαν τότε μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ τὸ ἔκρυψαν στὴν κρύπτη τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ, ὅπου βρισκόταν μέχρι τὸ1832. Ὁ νεομάρτυρας Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος εἶναι πολιοῦχος τῆς Μυτιλήνης καὶ στὴν πόλη αὐτὴ φυλάσσεται τὸ λείψανό του. Ἡμνήμη του ἑορτάζεται στὶς 17 Φεβρουαρίου, ἐνῶ ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του τὴν Κυριακή του Παραλύτου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

1. Τῷ Θεῷ ὥσπερ δῶρον φερωνύμως, Θεόδωρε, δι’ ἀθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον, καὶ ἄμωμον θύμα καὶ δεκτή, παμμάκαρ, ἐγένου προσφορά· ὅθεν πόθῳ συνελθόντες, τοὺς σοὺς ἀγώνας ἐν ὕμνοις γεραίρομεν· καὶ δόξαν προσάγομεν Θεῷ τῷ θαυμαστῶς σὲἐνισχύσαντι κατ’ ἐχθρῶν δρωμένων καὶ ἀοράτων, πολύαθλε.

2. Τὸ πάντιμον λείψανον τοῦ Θεοδώρου, πιστοί, ἐνδόξως τιμήσωμεν ὡς θησαυρῶν τιμαλφῆ, καὶ πάντες βοήσωμεν: Σῶσον ἐκ τῶν κινδύνων τοὺς πιστῶς σὲ ὑμνοῦντας, ὠς πότε σὺ ἐῤῥύσω ἐκ πανώλους τὴν πόλιν καὶ πάντας περιφρούρησον ταῖς ἱκεσίαις σου.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ ΠΑΝΩΛΟΥΣ: Ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τὴν ὑπογραμμισμένη φράση τοῦ δευτέρου ἀπολυτικίου, ὁ Ἅγιος ἔσωσε τὴν Μυτιλήνη ἀπὸ ἐπιδημία πανούκλας. Πράγματι, τὸ ἔτος 1832 μάστιζε φοβερὴ θανατηφόρος ἀρρώστια, ἡπανώλης, τὸν πληθυσμὸ τῆς Μυτιλήνης. Οἱ θάνατοι κάθε μέρα γίνονταν καὶ περισσότεροι. Οἱ κάτοικοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀρχὲς τῆς πόλης, ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ σπίτια τους καὶ νὰ σκορπιστοῦν στοὺς γύρω λόφους ἐλπίζοντας ὅτι ἔτσι θὰ ἀποφύγουν τὴμετάδοση τῆς ἀρρώστιας. Ὅλα τὰ μέτρα ὅμως, ποὺ ἔπαιρναν, ἦταν ἀνίσχυρα νὰ σταματήσουν τὴν ἀρρώστια καὶ τὸ θάνατο. Ἡὀθωμανικὴ κυβέρνηση ἔστειλε συνεργεῖα γιατρῶν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ φάρμακα, ποὺ πάλι δὲν ἔφεραν κανένα ἀποτέλεσμα.

.                    Ἀλλὰ ὅ,τι δὲν κατόρθωσαν οἱ ἀνθρώπινες προσπάθειες, τὸ ἔκαμε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Σ’ αὐτὲς τὶς κρίσιμες μέρες καὶ μάλιστα τὴ νύχτα τῆς Παρασκευῆς τῆς α΄ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, φανερώθηκε ὁ ἅγιος στὸν τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο, τὸν μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης καὶ ἀργότερα οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, καὶ τοῦ παρήγγειλε νὰ πεῖστὸ Μητροπολίτη νὰ μαζέψει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὶς ἐξοχές, ὅπου εἶχαν καταφύγει, νὰ κάνουν ἀγρυπνία στὸ Μητροπολιτικὸ ναό, νὰβγάλουν δὲ καὶ τὸ λείψανό του ἀπὸ τὴν κρύπτη τοῦ ναοῦ. Ὁ Πρωτοσύγκελλος δὲν ἔδωσε σημασία στὸ ὄνειρο, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα, καὶ πάλι νύχτα τῆς Παρασκευῆς, βλέπει τὸ ἴδιο ὄνειρο ζωηρότερα, καὶ αὐστηρότερο τὸν ἅγιο. Ἀμέσως τότε ἔτρεξε καὶἀνακοίνωσε στὸ Μητροπολίτη τὴν ἐντολὴ τοῦ ἁγίου. Ὁ Μητροπολίτης ἀμέσως συνάντησε τὸν Τοῦρκο Διοικητὴ καὶ τοῦ ζήτησε τὴν ἄδεια νὰ ἐπιτρέψει νὰ εἰδοποιήσει μὲ κάθε μέσο τοὺς χριστιανούς, νὰ ἔρθουν στὸ ναὸ καὶ νὰ παρακαλέσουν ὅλοι τὸν Θεό. Οἱ Τοῦρκοι γιατροί, ποὺ ἦρθαν ἀπ’ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀντέδρασαν. Δὲν ἤθελαν νὰ γίνει συγκέντρωση ἀπὸ φόβο νὰ μὴ μεταδοθεῖ ἡ ἀρρώστια περισσότερο. Ὅμως ὁ Διοικητὴς βλέποντας ὅτι ὁ κόσμος πέθαινε, παρ’ ὅλα τὰ μέτρα ποὺ εἶχαν πάρει οἱ γιατροί, ἔστω καὶ ἂν εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὰ σπίτια τους οἱ κάτοικοι, ἔδωσε τὴν ἄδεια γιὰ συγκέντρωση καὶ ἀγρυπνία. Ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα ἔτρεξαν στὸ ναό, ποὺ γέμισε μέσα, ἔξω καὶ τοὺς γύρω δρόμους. Ἔκλαψαν, παρακάλεσαν τὸ Θεό, καὶ ζήτησαν καὶ τὴ βοήθεια τοῦ ἁγίου, ποὺ ἔμαθαν ὅτι φανερώθηκε μὲ ὄνειρο στὸν Πρωτοσύγκελλο. Ἀκολούθησε ἀγρυπνία. Τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες ὁ Μητροπολίτης καὶ ὁΠρωτοσύγκελλος κατέβηκαν στὴν κρύπτη τοῦ ναοῦ, ἔβγαλαν μὲ εὐλάβεια τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου καὶ ἔκαμαν μία σύντομη λιτανεία γύρω στὸ ναό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα δὲν πέθανε κανεὶς Χριστιανὸς ἢ Τοῦρκος ἀπὸ τὴν πανούκλα. Ἡ πόλη ὀνόμασε τὸν ἅγιο Θεόδωρο «Πολιοῦχο», δηλαδὴ προστάτη τῆς πόλεως καὶ τοῦ νησιοῦ. Τοῦρκοι καὶ Ἕλληνες μὲ κάθε τρόπο ὁμολογοῦσαν τὸ θαῦμα καὶφανέρωναν τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸ Θεὸ καὶ τὸν προστάτη ἅγιο. Ἀπὸ τότε (1832) τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ ἁγίου δὲν τὸ ξανάβαλαν στὴν κρύπτη τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ τὸ τοποθέτησαν φανερά, ἀκόμη καὶ στὰ μάτια τῶν Τούρκων, στὴ θέση τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ, ποὺβρίσκεται σήμερα καὶ ἀποτελεῖ, ὅπως λέγει καὶ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου, «θησαυρὸν τιμαλφῆ» γιὰ τὴν ἀκριτικὴ νῆσο.

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

γιος Μάξιμος μολογητς 

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Ὁ ἅγιος Μαξιμος ὁ Ὁμολογητὴς γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη το 580 καὶ πέθανε στὴ Λαζικὴ τοῦ Πόντου τὸ 662. Ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες φωτισμένες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες τῆς μεσοβυζαντινῆς περιόδου1. Κατὰ τὴ νεότητά του, ὡς λαϊκός, διετέλεσε στέλεχος κρατικῶν διοικητικῶν θέσεων ἐνῶ ἀργότερα ἐκάρη μοναχός. Ὡς μοναχὸς πρωτοστάτησε στὴν ὑπεράσπιση τῶν ὀρθοδόξων θέσεων κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἔριδα τοῦ μονοθελητισμοῦ. Μάλιστα ἡ ὅλη θεολογική του θέση ὑπῆρξε κεντρικὸς πυλώνας τῆς ἀντίδρασης τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὶς βασιλικὲς ἐπιδιώξεις γιὰ θεολογικὸ συμβιβασμὸ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Μονοφυσιτῶν ποὺ ἐξυπηρετοῦσαν ἁπλῶς τὰ σχέδια γιὰ μία ὅπως-ὅπως ἑνότητα στὴν αὐτοκρατορία τὴν δύσκολη ἐκείνη ἐποχὴ ἀνόδου καὶ ἐξάπλωσης τοῦ Μωαμεθανισμοῦ. Ἐξέφρασε ἀκόμη μὲ ἀγωνιστικότητα καὶ αὐταπάρνηση τὴ διδασκαλία τῶν προηγούμενων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πράγμα ποὺ τελικὰ ὁδήγησε τὸν ἴδιο στὸ μαρτύριο καὶ τὴν ἐξορία. Τὸ θεολογικὸ συγγραφικό του ἔργο ἐκτιμᾶται γιὰ τὴν ἀρτιότητα καὶ τὴν ἰδιαιτερότητά του, ὡς ἕνα κορυφαῖο δεῖγμα ὑψηλῆς θεολογίας ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀκόμη καὶ σήμερα νὰ συναρπάζει τοὺς σημαντικότερους θεολόγους, ἐρευνητὲς ἀλλὰ καὶ φιλοσόφους της ἐποχῆς μας. Ὁ Μάξιμος συναριθμήθηκε στοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας [ἀλλὰ καὶ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς καὶ διαφόρων προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν]. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 21η Ἰανουαρίου ἀλλὰ καὶ τὴν 13η Αὐγούστου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Λίγα πράγματα γνωρίζουμε γιὰ τὴ νεανικὴ περίοδο τῆς ζωή του. Κάποιες πληροφορίες ἀντλοῦμε κυρίως ἀπὸ ἕναν ἀνώνυμο βιογράφο2 του καὶ κάποια ἀποσπασματικὰ βιογραφικὰ κείμενα3. Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 580 προφανῶς ἀπὸπλούσιους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τοῦ παρεῖχαν σπουδαία ἐγκύκλια καὶ θεολογικὴ παιδεία. Γράφει σχετικὰ ὁ π. Γ. Φλορόφσκι: “αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἐκπαίδευσή του θὰ διήρκησε ἀπὸ τὸ 6ο ἢ 7ο ἔτος τῆς ἡλικίας του ἕως τὸ 21ο καὶ περιελάμβανε γραμματική, κλασσικὴ φιλολογία, ρητορικὴ καὶ φιλοσοφία (συμπεριλαμβανομένων ἀριθμητικῆς, μουσικῆς, γεωμετρίας, ἀστρονομίας, μουσικῆς, ἠθικῆς, δογματικῆς, μεταφυσικῆς) καὶ ἐπίσης πρέπει νὰ συμπεριελάμβανε τὴν πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τοὺς νεοπλατωνικοὺς (μέσῳ ὑπομνημάτων τοῦ Πρόκλου καὶ τοῦ Ἰάμβλιχου)”. Σύντομα ἔγινε ἀρχιγραμματέας στὴν διοικητικὴ θέση τοῦ πρώτου ὑπογραφέα τῶν βασιλικῶν ὑπομνημάτων, στὴν αὐλὴ τοῦ Αὐτοκράτορα Ἡρακλείου. Τὸ κλίμα, ὅμως, τοῦ παλατιοῦ ὅσο καὶ τῶν διοικητικῶν καθηκόντων, φαίνεται πὼς τελικὰ δὲν τὸν γοήτευσε καὶ στράφηκε πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῆς Χρυσουπόλεως [Σκούταρι], στὴν ἀσιατικὴ πλευρὰ τῆς Κων/λης, κοντὰ στὴν Χαλκηδόνα. Ἐκεῖ ὁ Μάξιμος δὲν ἐπιζήτησε κάποιο ἱερατικὸ βαθμό, ἀλλὰ παρέμεινε ἁπλὸς μοναχὸς στὸ μοναστήρι περὶ τὰ 10 ἔτη, διακρινόμενος γιὰ τὸ ἀσκητικό του φρόνημα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πνεῦμα του καὶ τὴ σοφία τουἀνάμεσα στοὺς συμμοναστές του. Γύρω στὸ 624 ὑποχρεώθηκε νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἐξ αἰτίας Περσικῶν ἐπιδρομῶν. Ἡπεριπλάνησή του θὰ διαρκέσει ἀρκετὰ χρόνια μέχρι νὰ καταλήξει στὴ Ρώμη, ὅπου θὰ ὀργανώσει τὸν ἀγώνα τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦμονοθελητισμοῦ. Ἀργότερα πέρασε ἀπὸ τὴν Κύζικο, τὴν Κρήτη, τὴν Κύπρο, ἴσως τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴν Καρθαγένη. Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸδιάστημα γνώρισε καὶ μελέτησε ἐπισταμένως τὴ θεολογία τῆς αἵρεσης τοῦ μονοθελητισμοῦ, ἡ ὁποία προσπάθησε νὰ ἐπιβληθεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία, μὲ βασιλικὴ συνέργεια.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟΣ: Στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰώνα τὸ Βυζάντιο βρισκόταν σὲ δυσχερῆ θέση. Οἱ ἐπιθέσεις τῶν Περσῶν ἀλλὰ κυρίως ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη ἄνοδος τῶν Ἰσλαμιστῶν Ἀράβων, εἶχαν θέσει σὲ κίνδυνο ζωτικὰ τμήματα τῆς Αὐτοκρατορίας στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴν Ἀφρική. Συγχρόνως ἡ μονοφυσιτικὴ ἔριδα εἶχε ἀφήσει σημάδια μίσους στὴν πλειοψηφία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων αἱρετικῶν κατοίκων τῶν νότιων καὶ ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν σὲ βάρος τῆς κεντρικῆς διοίκησης τοῦ κράτους. Μία σειρὰαὐτοκρατόρων ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ καὶ ἔπειτα πίστεψαν πὼς μὲ τὴν ὑποχωρητικότητα πρὸς τοὺς ἀραβικοὺς αὐτοὺς μονοφυσίτες λαοὺς θὰ διατηροῦνταν τὰ κεκτημένα τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι προσπάθησαν μὲ χρήση ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς, μᾶλλον ἀνορθόδοξα, νὰσυμβιβάσουν τὶς δύο ἀντίπαλες ὁμάδες τῶν μονοφυσιτῶν καὶ τῶν ὀρθοδόξων. Οἱ περιοχὲς τῆς Συρίας, τῆς Παλαιστίνης καὶ τῆς Αἰγύπτου, ἦταν καὶ οἱ περιοχὲς οἱ ὁποῖες εἶχαν περισσότερο ἀσπαστεῖ τὸ μονοφυσιτισμό. Αὐτὸ εἶχε ἐπιφέρει αὐξανόμενη δυσφορία, σὲσημεῖο οἱ Περσικὲς ἢ ἀραβικὲς ἐπιθέσεις στὶς περιοχὲς αὐτὲς νὰ ἀντιμετωπίζονται στὴν καλύτερη περίπτωση μὲ ἀπάθεια ἀπὸ τὴν τοπικὸπληθυσμό, ἢ συχνὰ μὲ ἀνοιχτὴ στήριξη τῶν Μωαμεθανῶν ἀπὸ τοὺς τοπικοὺς μονοφυσίτες ἡγέτες! Ἡ βασιλικὴ προσπάθεια στὰ χρόνια τοῦ Μαξίμου ἀφοροῦσε στὸ ζήτημα τῆς ἕνωσης τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς μονοφυσίτες τῶν περιοχῶν αὐτῶν, ὑπὸ τὸν [ἐπίσης αἱρετικὸ] θεολογικὸ ὄρο τῆς “μίας ἐνέργειας καὶ μίας θέλησης στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ”. Σύμφωνα μὲ τὸν ὅρο τῆς Χαλκηδόνιας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχε δύο φύσεις ἀσύγχυτες καὶ ἄτρεπτες μέν, σὲ κοινωνία ὅμως στὴν ὑπόσταση τοῦ ἑνὸς προσώπου. Θεολογικὴ συνέπεια ἦταν πὼς κάθε φύση ἐνεργεῖ καὶ θέλει. Ἡ προσπάθεια λοιπὸν τότε ἀπὸ τὸ ἐπίσημο κράτος, ποὺἐπιθυμοῦσε ἄμεσα μία συμβιβαστικὴ λύση, ἐπικεντρώθηκε στὴν ἀποσαφήνιση τῶν ὅρων τῆς μίας ἐνέργειας καὶ θέλησης τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ, παρακάμπτοντας τὸ ζήτημα τῆς ἄμεσης ἕνωσης τῶν φύσεων καὶ τῶν συνεπειῶν της. Τελικὰ μὲ τὴν προσπάθεια τοῦ πατριάρχη Σεργίου ἡ λεγόμενη “Ἔκθεση” ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μίας διαπραγμάτευσης μὲ τοὺς μετριοπαθεῖς μονοφυσίτες, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπετεύχθη σὲ πρώτη φάση σύγκλιση, ἡ ὁποία ἐπικυρώθηκε μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση (τὴν ἐπονομαζόμενη “Ψῆφο”). Ὁ Σέργιος, σὲσυνεργασία μὲ τὸν Ἡράκλειο, πέτυχε νὰ πείσει καὶ τοὺς ἄλλους Πατριάρχες [καὶ τὸν πάπα Ὀνώριο στὴ Ρώμη] ξεπερνώντας τὸν σκόπελο τοῦ “μονοενεργητισμοῦ”, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ὑπέρμαχος, μὲ τὴν θεολογία τῆς “μίας θελήσεως στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου”. Ἔτσι τὰ πατριαρχεῖα εὐθυγραμμίστηκαν στὴν Κωνσταντινουπολίτικη Σύνοδο τοῦ 638, παρὰ τὶς διαφωνίες τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει. Ὁ θάνατος ὅμως τῶν πατριαρχῶν Ἱεροσολύμων, Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ρώμης καὶ ἡ ἀπώλεια τῶν ἐπαρχιῶν στὶς ὁποῖες εἶχαν καταφύγει οἱ ὑπέρμαχοι τῶν δογμάτων τῆς Χαλκηδόνας, δὲν ἐπέτρεψε τὴν αὐτοκρατορικὴ καταστολὴ τῶν ἀντιδράσεων[!], μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ὑποβόσκουσα τάση τῆς θεολογίας τῶν δύο θελήσεων νὰ ἀντιδράσει καὶ νὰ ἔλθει δυναμικὰ στὸ προσκήνιο μὲ ἡγέτη τὸν Μάξιμο.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ: Ὁ Μάξιμος, στὸ μεταξὺ εἶχε κατευθυνθεῖ στὴ Δύση. Στὸν ἀγώνα ἐνάντια στὸ μονοενεργετισμὸ καὶ τὸ μονοθελητισμὸ συναγωνιστής του θὰ ἀποβεῖ ὁ Σωφρόνιος4, ἡγέτης τοῦ μοναστικοῦ κινήματος καὶμετέπειτα πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Οἱ δύο τους θὰ μεταβοῦν στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 633, γιὰ νὰ ἐνημερωθοῦν ἀναλυτικότερα γιὰ τὴν σχετικὴ κακοδοξία. Ὁ Μάξιμος, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψιν του τὴν συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ψήφου (634), ἐπαινεῖ ἀρχικὰ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ζητώντας ὅμως πρόσθετες ἐξηγήσεις, κι αὐτὸ ἴσως κερδίζοντας χρόνο, γιὰ νὰ διατρανώσει ἀργότερα τὴν εὐθεία ἀντίθεσή του στὶς ἀπόψεις τοῦ μονοθελητισμοῦ, τὸν ὁποῖο θεωρεῖ πὼς εἶναι ξένος πρὸς τὴν βιβλικὴ διδασκαλία καὶ τὶςἀποφάσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μάξιμος θὰ μεταβεῖ τελικὰ στὴ Ρώμη τὸ 646, ἀλλὰ εἶναι βέβαιο πώς, ἀπὸ τὸ 638 καὶ μετά, ὁἀγώνας του βρίσκεται σὲ πλήρη ἐξέλιξη, κάτι ποὺ γίνεται φανερὸ καὶ ἀπὸ τὸ συγγραφικό του ἔργο. Ἡ “Ἔκθεση”, στὴν ὁποία στράφηκε πολέμιος ὁ Μάξιμος, στὴν οὐσία ἐπιχειροῦσε συμβιβαστικὰ νὰ ἀμβλύνει τοὺς Χαλκηδόνιους ὅρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἄρεσαν στοὺς μονοφυσίτες καὶ ὁμολογοῦσε πὼς στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ “ὑπάρχει ἐνέργεια τόσο στὴν ἀνθρώπινη ὅσο καὶ τὴ θεϊκὴ φύση, ἀλλὰ στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου παρουσιάζεται μόνο ἕνα θέλημα”, μία καθαρὰ αἱρετικὴ ἄποψη δηλαδή. Ὁ Μάξιμος, ὡς ἡγέτης τῆς Χαλκηδόνιας θεολογίας ἀπορρίπτει τὴν ἔκθεση καὶ μὲ δεινὴ ἐπιχειρηματολογία, πείθει γιὰ λίγο διάστημα καὶ τὸν πατριάρχη Πύρρο Κωνσταντινουπόλεως, πὼς ἡ ἔννοια τοῦ μονοθελητισμοῦ εἶναι αἱρετικὴ ἀπόκλιση. Ἀργότερα ἔπεισε καὶ τὸν Πάπα Ρώμης Μαρτίνο νὰσυγκαλέσει Σύνοδο (Λατερανό, 649), ποὺ καταδίκαζε τὸ μονοθελητισμὸ καὶ ἀπέκοβε τὴν κοινωνία μὲ τὶς ἐκκλησίες ποὺ ὑποστήριζαν τὴν Ἔκθεση τοῦ Αὐτοκράτορα Ἡρακλείου. Στὸ μεταξὺ ὁ νέος αὐτοκράτορας, ὁ Κώνστας, τὸ 648 θὰ ἐπιχειρήσει νὰ ἐπιβάλλει γιὰεἰρήνευση στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐκκλησίας τὸ λεγόμενο Τύπο (ποὺ προσυπογράφηκε καὶ ἀπὸ τὸν Σέργιο), διατάσσοντας τὴν ἀπαγόρευση τῆς χρήσης τῶν ὅρων ἐνεργείας καὶ θελήσεως στὸ ἐν λόγῳ ζήτημα. Ὅμως, ἡ μὴ συμμόρφωση τοῦ Πάπα Μαρτινου καὶ τοῦ Μαξίμου ἐπέφερε τὶς διώξεις τους καὶ τὸ μαρτύριό τους.

ΔΙΚΗ – ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ὁ Μάξιμος συνελήφθη τὸ 653 καὶ φυλακίστηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ δίκη του διενεργήθηκε τὸ 655, ὑπὸ τὴν κατηγορία τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἐγκληματία τοῦ κράτους καὶ τοῦ ἀνατροπέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτειακῆς εἰρήνης[!!] Ἡ δίκη του, ὄχι ἄδικα, χαρκτηρίστηκε “φονική”, ἐνῶ τὰ πρακτικὰ τῆς διασώζονται μέχρι καὶ σήμερα. Οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς λεγόμενης “ἑνωτικῆς συνθεσης” μὲ τοὺς μονοφυσίτες καὶ ἰδίως οἱ ἄρχοντες εἶχαν ἐκνευριστεῖ ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Μαξίμου καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀνεξαρτησία καὶ ἀδιάλλακτη ἄρνησή του στὰ αὐτοκρατορικὰ διατάγματα. Ὁ Μάξιμος γενναία κατηγοροῦσε τὴν πολιτεία γιὰ ἀνάμιξη στὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη5, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταδικαστεῖ σὲ ἐξορία σὲ πρώτη φάση στὴ θρακικὴ Βιζύη. Ὅμως, ἡἐκκλησιαστικὴ εἰρήνευση καὶ ἡ ἐπιτυχία τῶν αὐτοκρατορικῶν ἐπιδιώξεων ἦταν φανερὸ πλέον πὼς περνοῦσαν ἀπὸ τὴν πλήρη ὑποταγὴτοῦ Μαξίμου. Ἔτσι ὁδηγήθηκε τὸ 656 ἐνώπιον ἐπισκοπικοῦ δικαστηρίου, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιτευχθεῖ τὸ ζητούμενο ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του ἀποτέλεσμα. Ἔτσι ἐξορίστηκε ξανά, στὸ Ρήγιο τῆς Ἰταλίας τὴ φορὰ αὐτή, ὅπου οἱ διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν. Ὁ ἴδιος ἀμετακίνητος ἐξορίστηκε ἀκόμα πιὸ μακριὰ στὴ βόρεια Θράκη. Τὸ 662 τὸν ὁδήγησαν μαζὶ μὲ τὸ μαθητή του Ἀναστάσιο σὲ σύνοδο ἐπισκόπων στὴν Κων/πολη. Ἐδῶ ἡ ἀπόφαση τοῦ “δικαστηρίου” ὁδήγησε σὲ αἱματηρὸ μαρτύριο γιὰ τὸν Μάξιμο: ἀποκοπὴ τοῦ δεξιοῦ του χεριοῦ, γιὰ νὰ μὴν γράφει, καὶ τῆς γλώσσας του, γιὰ νὰ μὴν ὁμιλεῖ! Τέλος, ἐξορίστηκε στὴ Λαζικὴ τοῦ Πόντου. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁὉμολογητὴς ὑπέκυψε ἀπὸ τὶς κακουχίες στὶς 13 Αὐγούστου τὸ 662.

ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ: Τὸ μαρτύριο τοῦ Μάξιμου προκάλεσε στὴ Βυζαντινὴ κοινωνία ἰδιαίτερη ἐντύπωση. Χαρακτηριστικὲς εἶναι οἱ ἱστορίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ποὺ μαρτυροῦν τὴν ἀγάπη καὶ τὸ σεβασμὸ γιὰ τὴν προσωπικότητα τοὺ καὶ τὴν ἐπίδρασή του στὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Μετὰ τὴν ὁριστικὴ καταδίκη τοῦ μονοθελητισμοῦ ἀπὸ τὴν Ϛ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπου ἡ διδασκαλία τοῦΜαξίμου ὑπῆρξε θεμέλιο τῆς ἀπόφασης τῆς συνόδου, τιμήθηκε ὡς Ἅγιος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μάρτυρας, μεγάλος ἐκλησιαστικὸς Πατέρας καὶ κήρυκας τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκτιμήθηκε ἐπίσης ὡς φιλόσοφος, μυστικὸς καὶ ἀσκητής. Τὰ βιβλία του μάλιστα ἀποτέλεσαν καὶ ἀποτελοῦν ἀγαπημένα ἀναγνώσματα λαϊκῶν καὶ μοναχῶν.

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ: Ὁ Μάξιμος ἀναδείχθηκε γόνιμος καὶ πολυγραφότατος συγγραφέας, ὅμως τὸ ἔργο του εἶναι κάπως “δυσνόητο καὶδυσανάγνωστο”, κατὰ τὸν Μ. Φώτιο, γεμάτο ἀλληγορίες καὶ λογοτεχνικὰ σχήματα, ἐνῶ γιὰ τὴν κατανόησή του ἀπαιτεῖται μία βαθύτερη γνωριμία μὲ τὸ σύστημα καὶ τὸν κόσμο τοῦ συγγραφέα. Μέσα ἀπὸ τὴ ἐργογραφία του ἐπίσης γίνεται φανερὸ πὼς προτιμᾶ νὰ ἐμβαθύνει παρὰ νὰ πλατειάζει, εἰσερχόμενος βαθύτερα, στὸν πυρήνα τοῦ θέματος, μὲ τὴ πολὺ γνωστὴ σὲ αὐτὸν διαλεκτικὴ μέθοδο. Ἡ θεολογία του ἐπηρέασε ὅσο κανενὸς ἄλλου τὴ μεταγενέστερη σκέψη καὶ τὴ βυζαντινὴ φιλολογία. Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση, ἐπηρεασμένη ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες μεγάλους Πατέρες, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀσκητικὰ ἔργα τοῦ Εὐαγρίου Ποντικοῦ καὶ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτη εἶναι ἡ βάση ποὺ στηρίχθηκε τὸ ἔργο του. Τὸ ἔργο τοῦ Μάξιμου διαχωρίζεται σὲ ἕξι κατηγορίες: ἑρμηνευτικὰ τῶν Γραφῶν, ἑρμηνευτικὰ τῶν Πατέρων, ἀπολογητικὰ ἢ ἐπιστολές, λειτουργιολογικὰ-πνευματικὰ καὶ τέλος μυστικά [ἀσκητικά]. Κυριότερα ἔργα του εἶναι οἱ Ἀπορίες, Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις πρὸς Θαλάσσιον, Πεύσεις καὶ ἀποκρίσεις, ἡ ἐπιστολὴ πρὸς Θεόπεμπτον σχολαστικόν, τέσσερις ἑκατοντάδες κεφάλαια περὶ ἀγάπης, Ἀσκητικὸς Λόγος, Μυσταγωγία, τὸ ὁποῖο ἐκτιμᾶται σήμερα γιὰ τὴ φιλολογικὴ καὶ θεολογική του ἐπιρροὴ στοὺς μετέπειτα συγγραφεῖς καὶ τὰ ἀπολογητικά του ἔργα, τὰ ὁποῖα μᾶς δίνουν πλήρη εἰκόνα τῆς δογματικῆς του σκέψης καὶ θεολογίας.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ: Ἡ θεολογία τοῦ Μάξιμου χαρακτηρίζεται ὡς ἀποκαλυπτική, ἀφοῦ στηρίζεται κυρίως στὴ θεία Ἀποκάλυψη καὶἀποτελεῖ διδασκαλία στὴν ὁποία στηρίχτηκαν ἀπὸ πολὺ νωρὶς [2ος αἰ.] καὶ οἱ πρῶτοι ἀπολογητὲς ἀλλὰ καὶ ἀργότερα οἱ μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες. Τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος, στὸ σύστημα τοῦ Μάξιμου, γνωρίζεται μέσω τοῦ Λόγου. Ὁ Θεὸς εἶναι τριάδα καὶσυνάμα μονάδα. [Τριὰς ἐν Μονάδι καὶ Μονὰς ἐν Τριάδι]. Τὰ πρόσωπα ἀποτελοῦν μὲν ἑτερότητες, ἀλλὰ εἶναι ἀδιάσπαστα ἑνωμένες σὲμία μονάδα, χωρὶς συγχώνευση ἢ μίξη. Ταυτόχρονα ἐνεργοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν πάντοτε τὸ ἴδιο πράγμα. Ὁ Λόγος, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἶναι ὁ ἴδιος Λόγος ὁ ὁποῖος ἐνδημοῦσε στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ἴδιος Λόγος ὁ ὁποῖος ἐνσαρκώθηκε γὶ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Η σάρκωση τοῦ Λόγου, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, εἶναι τὸ μυστήριο τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ σχέδιο ἐξαγιασμοῦ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ ἴδια ὁδηγεῖ σὲ λύτρωση, ποὺ ὀφείλει τὸ γεγονός της στὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Γὶ αὐτὸ ὁ Λόγος προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀκέραιη καὶ ἀμόλυντη ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς πτώσης [ὅπως ἦταν δηλαδὴ προπτωτικά]. Λαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὅπως οἱ πρωτόπλαστοι καὶ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὴ θέλησή Του καὶ ὄχι λόγω φυσικῆς ἀναγκαιότητας. Τὸ θέλημα τῆς φύσεώς Του, κατὰ τὸ Μάξιμο, δὲ γνωρίζει διαφθορὰ καὶ δὲν ἀντιμάχεται τὰἀνθρώπινα πάθη. Ἡ θέληση τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του, εἶναι ἐναρμονισμένη μὲ τὸ Θεῖο θέλημα, γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δημιουργήθηκε κὰτ΄ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Ὁ Θεὸς Λόγος, κατὰ τὸν μεγάλο Ὁμολογητὴ Πατέρα, προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἡὁποία εἶναι πλήρης καὶ ἀκέραια, μὲ τὸ δικό της θέλημα καὶ τὴ δική της ἐλευθερία, πράγμα ποὺ ἀποκλείει ὁποιαδήποτε σύγχυση, μίξη ἢἐξαφάνισή της. Ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν ἐνσάρκωση, ὁδηγεῖται διὰ τῆς θεώσεως σὲ μία νέα ἰδιαίτερη μορφὴ ὑπάρξεως. Ἡ ὕπαρξη αὐτή, ἡκατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση πλέον, κινεῖται στὸ δρόμο τῆς ἴδιας της ὕπαρξης τοῦ δημιουργοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Ἰησοῦ, νὰ θέλει καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ τὴν ἀχώριστη μὲ τὸν Θεὸ κοινωνία καὶ νὰ μιμεῖται τὴν ἴδια τὴ θεία ζωὴ [ἁγιασμός]. Τὸθέλημα τοῦ Θεοῦ, οἱ θεῖες δηλαδὴ ἐνέργειες διορθώνουν καὶ διαμορφώνουν τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, δίχως αὐτὸ νὰ αἴρει τὴν ἀνθρώπινη ἰδιαιτερότητα ἢ νὰ ἐξαφανίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ὅλες τὶς ἐκφράσεις της ἢ ἐκφάνσεις της. Οἱ μονοθελῆτες δέχονταν πώς, ἐφ᾽ ὅσον μιλᾶμε γιὰ ἕνα πρόσωπο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, πρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ μία θέληση καὶ μία βούληση. Ὁ Μάξιμος ἐντοπίζει τὸπρόβλημα τῆς θεολογικῆς σκέψης τῶν μονοφυσιτῶν. Ἀφ᾽ ἑνὸς μήπως, ὅταν ἀναφέρουμε μία θέληση στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ,ἐννοεῖται ἀπορρόφηση τῆς ἀνθρώπινης θέλησης καὶ ἄρα καὶ κατάργηση τῆς φύσεως μὲ ἔμμεσο τρόπο ἢ μήπως ἐννοεῖται μία σύνθετη, τρίτη θέληση, σύνθετη τῶν δύο φύσεων[!!] Ἐφ᾽ ὅσον, ὅμως, ὁ Λόγος προσλαμβάνει σάρκα, γιὰ τὴ μόνη θέληση ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰμιλήσουμε εἶναι θέληση τοῦ Θεοῦ Λόγου, σύμφωνα μὲ τὸ Μάξιμο. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση θὰ ὁδηγοῦσε ἄμεσα στὸ δοκητικὸμονοφυσιτισμό, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ Χαλκηδόνεια Σύνοδο εἶχε ἀπορριφθεῖ, καθὼς ἀπομειώνει τὴ σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, διὰμέσου τῆς ἑνώσεώς τους ἢ τῆς φαινομενικῆς ὕπαρξής της.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟ: Τρεῖς εἶναι οἱ βασικοὶ ἄξονες τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸ Μάξιμο. Ὑπερηφάνεια, μίσος καὶ ἄγνοια, τέρψη καὶ δόξα, ἀντίστοιχα. Παράλληλα οἱ δαίμονες προσπαθοῦν νὰ δελεάσουν τὶς ψυχὲς ἀποκοιμίζοντάς τες, προβάλλοντας στὴν ψυχὴεἰκόνες αἰσθησιακὲς πρὸς ἐπίτευξη τῶν στόχων τους. Ἀλλὰ ἡ νίκη ἀνήκει στὴ βούληση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δική του ἐκλογή. Στὴ δοκιμασία αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὀργανώσει τὴ ψυχή του. Θὰ πρέπει πρῶτα μὲ τὴν ἄσκηση νὰ ἐκριζώσει καὶ νὰ μεταμορφώσει τὰπάθη του, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπέλθει ἡ κάθαρση, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς θέωσης. Ἔτσι ὁ νοῦς γίνεται ἡγεμονικός, ὑπερνικᾶ τὶς κατώτερες αἰσθήσεις, ἐγκρατεύει ἀπὸ τὴ φιληδονία καὶ τὴν ἐπιθυμία. Ἄλλοτε ὀφείλει νὰ ὑπερνικᾶ καὶ τὸ ἀκούσιο πάθος, τὸ ὁποῖο συμβαίνει κατὰ τὴν ἀποκοπὴ τῶν παθῶν. Τὴ θλίψη, γιὰ παράδειγμα, ποὺ ἐπακολουθεῖ κατὰ τὴ μὴ τέλεση τῶν παθῶν αὐτῶν. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Μαξίμου θυμίζουν καὶ τοὺς νεότερους Νηπτικοὺς Πατέρες ἀλλὰ καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος.

Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: Ὁ Θεὸς κατὰ Μάξιμο θὰ ἀποκαταστήσει τὴ φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὴ Μέλλουσα αἰώνια ζωή. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀνακαίνιση, δὲ σημαίνει παράλληλα ὅτι ἡ θέληση θὰ μεταλλαχτεῖ ἢ θὰ βιασθεῖ. Ὁ Λόγος τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θὰἀποτελέσει γιὰ τοὺς σωσμένους διαφωτιστικὸ πῦρ, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς καίουσα φλόγα. Ὁ Θεὸς θὰ ἀγκαλιάσει ὅλη τὴ δημιουργία, ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα τόσο τὸ καλὸ ὅσο καὶ τὸ κακό. Ἀλλὰ τὸ μέτρο τῆς μετοχῆς μας θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὸ βαθμὸ τῆς δοκιμασίας καθενός. Ὅσοι δὲν θὰ βρεθοῦν μέσα στὴ ζωοποιητικὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς κάτι τέτοιο τὸ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι δὲ θὰἐπιθυμήσουν τὴ σωτηρία αὐτή. Ὁ Θεὸς θὰ ἀποκαταστήσει ἡ φύση τους, ἴσως δὲ καὶ τὶς ψυχικές τους δυνάμεις, σὲ σημεῖο νὰἀναγνωρίζουν τὸ Θεὸ ἢ ἀκόμα καὶ νὰ ἀπολέσουν τῆς μνήμη τῆς ἁμαρτίας τους. Ἀλλὰ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν μὲ ἐπιθυμίες μακριὰ ἀπὸτὴν πραγματική τους φύση καὶ ἄρα τοῦ θεραπευμένου θελήματος, ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ βασανίζονται, γιατί ἀνέβαλαν τὴ μετάνοιά τους, θὰ βασανίζονται ἀπὸ τὴ συνειδητοποίηση τῆς παράλογης ὁδοῦ ποὺ πῆραν.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸ Μάξιμο, ἀποτελεῖ τὸ μέσο γνωριμίας καὶ συνειδητῆς μετοχῆς τῶν λογικῶν ὄντων στὴ ὕπαρξή του. Γιὰ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ Μάξιμο ταυτόχρονα μὲ τὴ δημιουργία ὁ Θεὸς οἰκοδομεῖ καὶ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ δική Του εἰκόνα. ὉΜάξιμος, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ παραβολικὸ λόγο. Δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Μάξιμο ἡ Ἐκκλησία κάτι τὸ στατικό, τὸταυτισμένο ἢ τὸ ἀπομονωμένο, περιχαρακωμένο, σὲ κλειστὰ περιγράμματα. Γι αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ εἶναι εἰκόνα τόσο τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου, τοῦ ἴδιου τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρώπου ἢ μόνο τῆς ψυχῆς του. Ἡ Ἐκκλησία παράλληλα ὡς ψυχὴ ἔχει τὸ ἱερατεῖο, νοῦ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ σῶμα τὸ ναό, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα βρίσκονται σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ δὲν καταργεῖ τὴν διάκριση, ἀλλὰ καὶ ἡ διάκριση, στὰ πλαίσια κλήρου καὶ λαοῦ δὲν νοεῖται σὲ μία σχέση ἀνωτερότητας καὶκατωτερότητας ἢ κυριαρχικότητας, ὅπως ἴσως, ἐν πολλοῖς, παρατηρεῖται σήμερα, ἀλλὰ διαφοροποίησης τῆς ὀργανικῆς ἑνότητας ποὺεἶναι ὁ κόσμος. Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸ Μάξιμο, ἀποτελεῖ μυστήριο μέσα στὴ φυσικὴ καὶ ἱστορικὴ πραγματικότητα, τὸ ὁποῖο ὡς σκοπὸ ἔχει νὰ ἐπιτελέσει μία συγκεκριμένη ἀποστολή. Τὴν βαθμιαία ἐξαφάνιση τοῦ κακοῦ μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν τελείωση τῶν λογικῶν καὶ νοερῶν ὄντων. Σκοπὸς δηλαδὴ εἶναι ἡ κοινωνία τῶν ὄντων μὲ τὸν Θεό, διὰ μέσου τὴ συμφιλίωσης καὶ τῆς συνάντησης κτιστῆς δημιουργίας καὶ τοῦ Θεοῦ-δημιουργοῦ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Νίκος Ματσούκας, “Κόσμος, Κοινωνία, Ἄνθρωπος κατὰ τὸ Μάξιμο Ὁμολογητή”, Γρηγόρης, Ἀθήνα 1980. Γεώργιος Φλορόφσκι, “Οἱ Βυζαντινοὶ πατέρες τοῦ 6ου-7ου-8ου αἰώνα”, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2007. Βλάσσιος Φειδᾶς, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τ. Α’, Διήγηση, Ἀθήνα 2002. Παναγιώτης Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τ. Ε´, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2006. ΘΗΕ, λῆμμα Μάξιμος Ὁμολογητής, τ. 8ος, σελ. 614-623, Μαρτίνος, Ἀθήνα 1964.  PG 91.

,

Σχολιάστε

Η ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ καὶ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

Ἡ ἀχαριστία καὶ ὁ Χριστός: Τῶν δέκα λεπρῶν [ΙΒ΄Λουκᾶ]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ Χριστὸς εὐεργετεῖ θεραπεύοντας μία ὁμάδα δέκα ἀνθρώπων, ποὺ ἡ κοινωνία εἶχε περιθωριοποιήσει λόγῳ τῆς λέπρας. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ἀποκλεισμένοι ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια καὶ συμπαράσταση, ἐναπόθεσαν ὅλες τὶς ἐλπίδες στὸν Κύριο. «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς», φωνάζουν. Ὁ Κύριος, φιλεύσπλαχνος καὶ ἐλεήμων, ἀνταποκρίνεται στὶς παρακλήσεις τους καὶ τοὺς θεραπεύει ἐπανεντάσσοντάς τους στὴν κοινωνία, στέλνοντάς τους στοὺς ἱερεῖς, ποὺ κατὰ τὸ Νόμο ἐπιβεβαίωναν τὴν ἀποκατάσταση τῆς συγκεκριμένης ἀρρώστιας.

ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ: Ὁ ἕνας τῶν λεπρῶν, ποὺ τελικὰ ἔδειξε καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του, ἦταν Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρεῖτες θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀκάθαρτοι καὶ αἱρετικοί. Κι ὅμως οἱ δέκα αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶναι μαζί, ὅταν συναντᾶνε τὸν Χριστὸ παρὰ τὶς διαφορές τους. Τοὺς ἑνώνει ἡ ἀρρώστια καὶ ἡ ἀπόρριψη! Ἡ λέπρα ἦταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους σημάδι ἁμαρτίας καὶ τιμωρίας καὶ ὁ λεπρὸς ἀπόβλητος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἀντιλαμβάνονται τὸν Χριστό, στέκονται «πόρρωθεν», ἐκεῖ ποὺ τοὺς εἶχε θέσει ἡ “καθαρὴ” κοινωνία. Κι ἐνῶ ἡ λέπρα συνέδεε αὐτοὺς τοὺς δέκα ἄνδρες, ἡ πίστη τοὺς φέρνει ἀκόμη πιὸ κοντά.

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ: Τοὺς θεραπεύει ὅμως μ’ ἕνα περίεργο τρόπο. Τοὺς στέλνει στοὺς ἱερεῖς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἦταν ἁρμόδιοι νὰ βεβαιώσουν τὸν καθαρισμό τους. Μὲ τὴ μικρὴ αὐτὴ ὑπακοή, τοὺς ζητάει νὰ κάνουν πράξη τὴν πίστη ποὺ φανέρωσαν. Συγχρόνως στέλνει κι ἕνα διττὸ μήνυμα στὸ ἱερατεῖο: ὅτι ὁ Ἴδιος σέβεται τὸ μωσαϊκὸ νόμο καὶ ὅτι ὁ νόμος δὲν μπορεῖ νὰ σώσει! Κι αὐτό, γιατί ὁ νόμος ἔχει μέσα του τὴ δουλεία στὴν ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ πίστη, ὁδηγεῖ στὴν ἐλευθερία καὶ τὴ μετάνοια. Αὐτὴ ἡ πίστη ἐπιτρέπει τὴ δράση τῆς θαυματουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Οἱ δέκα ὑπακούουν στὴν ἐντολή Του καὶ ἡ πίστη τους καρποφορεῖ! Ὅπως πηγαίνουν πρὸς τοὺς ἱερεῖς, καθαρίζονται! Ἐντυπωσιάζει, ὅμως, ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποία οἱ ἐννέα, καθαροὶ πιὰ ἀπὸ τὴ λέπρα, λησμόνησαν τὸν Εὐεργέτη, ἐπικαλούμενοι ἴσως διατάξεις περὶ καθαρμῶν καὶ δὲν ἐπιστρέφουν νὰ Τὸν εὐχαριστήσουν. Ἀδημονώντας, ἴσως, γιὰ τὴν ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ἱερατεῖο, ἀπορρίπτουν Αὐτόν, ποὺ δὲν τοὺς ἀπέκλεισε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του. Ἀκόμη, oἱ ἐννέα, χθεσινὰ θύματα τοῦ νόμου, ποὺ ὑφίσταντο διωγμοὺς καὶ ἀποκλεισμό, μὲ τὴ σειρά τους ἀρνοῦνται νὰ παραδεχθοῦν, ὅτι στὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν οἱ ἴδιοι περιφρονημένοι καὶ ἀσθενεῖς. Ἔτσι γρήγορα ξεχνοῦν τί ἔκανε γι’ αὐτοὺς ὁ Θεός, καὶ πόσο φέρονται σκληρὰ σ΄ ἐκείνους ποὺ χαρακτηρίζονται περιθωριακοί. Ἀνήκουν τώρα κι’ αὐτοὶ στοὺς «καθὼς πρέπει» καὶ τοὺς «καθαρούς»! Συνεπῶς, οἱ ἐννέα δὲν διδάχθηκαν τίποτε. Αἰσθάνονται ταπεινωτικὰ νὰ ἐπιστρέψουν ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ξεκίνησαν, μειωτικὰ νὰ παραδεχθοῦν ὅτι ἦταν ἄρρωστοι καὶ ὅτι θεραπεύθηκαν μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Κι ἀντὶ νὰ φανοῦν μεγαλόψυχα εὐγνώμονες, κατάντησαν μικρόψυχα ἀχάριστοι. Ἀρνήθηκαν νὰ γευθοῦν τὸ μυστήριο τῆς εὐχαριστίας καὶ τὴ χαρὰ τῆς θαυματουργικῆς ἀποκατάστασης.

Ο ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ: Ἕνας ὅμως ἀπ’ αὐτούς, ἐνῶ τὸν χωρίζουν ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς διαφορές, ἐπιστρέφει εὐγνωμονῶν μὲ πίστη ἀνιδιοτελῆ, ἔμπλεη ἀγάπης. Μπορεῖ ἡ κοινωνία νὰ τοῦ στέρησε πολλὰ ἀποκλείοντάς τον ἀπὸ τὴ φυσιολογικὴ ἀνθρώπινη ζωή, μὰ ἐκεῖνος ξεπερνάει ἐγωισμοὺς καὶ ντροπές, βάζει σὲ δεύτερη μοίρα τὴν «ἀξιοπρέπειά του» καὶ τὴ γνώμη τῶν ἄλλων γιὰ τὸ πρόσωπό του. Ἦταν δὶς ἀποκλεισμένος ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του, καὶ γιὰ τὴν καταγωγή του καὶ γιὰ τὸ κατάντημά του. Γίνεται δύο φορὲς ἀποκατεστημένος: καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑγεία του καὶ ὡς πρὸς τὴ σωτηρία του. Κι ἐδῶ ἔγκειται ἡ μέγιστη θεραπεία ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός. Τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεών μας μὲ τὸν Θεό. Μόνον ἕνας λοιπὸν ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὸν εὐεργέτη, δίδοντας τὴν εὐκαιρία στὸ Χριστὸ νὰ ἐπαινέσει τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἑνὸς καὶ νὰ ἐπικρίνει τὴν ἀχαριστία τῶν ἄλλων. Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐπιζητᾶ ἀνταπόδοση οὔτε ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δοξολογίες. Τί θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ προσθέσει σὲ Ἐκεῖνον ἡ ἀπόδοση τῆς εὐγνωμοσύνης μας; Διδάσκει, ὅμως, αὐτὴ τὴ συμπεριφορά, διότι ἡ ἔκφραση τῆς εὐγνωμοσύνης συντελεῖ στὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ-ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Εὐγνωμοσύνη εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς εὐεργεσίας καὶ ἡ ἔκφραση τῆς εὐχαριστίας γι’ αὐτήν. Μάλιστα, ὅσο περισσότερο εὐχαριστοῦμε γιὰ τὰ καλὰ ποὺ δεχόμαστε, τόσο ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ νὰ δεχτοῦμε περισσότερα. “Η εὐχαριστία τοῦ λαμβάνοντος ἐρεθίζει τὸν δίδοντα νὰ δώσει δωρήματα μεγαλύτερα” [ἅγ. Ἰσαὰκ ὁ Σύρος]. Εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ ἀποδίδουμε πάντοτε στὸ Θεὸ γιὰ ὅλα ὅσα ἔχουμε, γιὰ ὁποιαδήποτε κατάσταση ἔρχεται στὴ ζωή μας, γιὰ ὁτιδήποτε μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε καλά! Ἡ εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ εἶναι στάση ζωῆς τῆς ὀρθὰ βιουμένης χριστιανικῆς πίστης, γιὰ νὰ ἀνοίξει τὶς πόρτες τοῦ παραδείσου καὶ σὲ ἐμᾶς, ὅπως ἄνοιξαν γιὰ τὸν γιατρεμένο λεπρό τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὁ ὁποῖος δείχνοντας τὴν εὐγνωμοσύνη του, ἔλαβε τὴν Χάρη καὶ τὴν εὐλογία ἀπὸ Ἐκεῖνον, καθὼς τοῦ εἶπε: «ἀναστὰς πορεύου, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε»! Ἔτσι ὁ λεπρός τῆς περικοπῆς δείχνοντας εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν ἴαση τοῦ σώματος κερδίζει κάτι ἀσύγκριτα σπουδαιότερο: Τὴ σωτηρία τῆς Ψυχῆς του! Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἔλεγε: “Ἂς εὐχαριστοῦμε γιὰ ὅλα, ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ, αὐτὸ εἶναι εὐχαριστία. Διότι τὸ νὰ τὸ κάνεις αὐτό, ὅταν ὅλα πηγαίνουν ὁμαλά, δὲν εἶναι σπουδαῖο […]. Ἐὰν ὅμως εὐχαριστοῦμε, ἐνῶ εὑρισκόμεθα στὸ βάθος τῶν κακῶν, αὐτὸ εἶναι θαυμαστόν. Ὅταν ἐσὺ εὐχαριστεῖς γιὰ ἐκεῖνα ποὺ ἄλλοι βλασφημοῦν: Πρῶτον, εὔφρανες τὸν Θεόν. Δεύτερον, ἐντρόπιασες τὸν διάβολο. Τρίτον, αὐτὸ ποὺ συνέβη τὸ ἀπέδειξες μηδαμινό. Ἅγια ἡ γλῶσσα, ποὺ μέσα στὰ κακὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν! Δὲν ὑστερεῖ ἀπὸ τὴν γλῶσσα τοῦ μάρτυρος. Διότι καὶ αὐτὴ ἕναν δήμιον ἔχει ἐνώπιόν της, ποὺ τὴν ἀναγκάζει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Θεὸν διὰ τῆς βλασφημίας. Τὸν διάβολον ἔχει, ὁ ὁποῖος μὲ δημίους λογισμοὺς τὴ σκοτίζει μὲ τὴ λύπη. Ἂν κάποιος ὑπομείνει τὰ βάσανα καὶ εὐχαριστήσει, ἔλαβε στέφανον μαρτυρίου. Κι ὁ Μ. Βασίλειος ἔλεγε: “εἶναι αἰσχρὸν ὅταν μὲν τὰ πράγματα ἔρχονται εὐνοϊκὰ νὰ εὐλογοῦμε τὸν Θεόν, στὰ δὲ στενόχωρα καὶ ἐπίπονα νὰ σιωποῦμε”. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαάκ, αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο «εἶναι ἡ καρδία ἡ κινουμένη πρὸς εὐχαριστίαν ἀδιάλειπτον». Συνεπῶς, ἐὰν ὑγιαίνουμε, δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὑγεία, ἐὰν ἀσθενοῦμε, ἡ ἀσθένεια τοῦ σώματος εἶναι σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ἂς μὴ λείπει λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ τὸ στόμα μας ἡ εὐχαριστία-δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Εἶδα στὸν ὕπνο μου πὼς ἐπισκέφθηκα τὸν Παράδεισο καὶ ἕνας ἄγγελος μὲ ξεναγοῦσε. Περπατούσαμε σὲ μία τεράστια αἴθουσα γεμάτη ἀγγέλους. Ὁ ὁδηγός μου σταμάτησε μπροστὰ στὸν πρῶτο σταθμὸ ἐργασίας καὶ εἶπε: “Νὰ τὸ Τμῆμα Παραλαβῆς. Ἐδῶ παραλαμβάνουμε ὅλες τὶς αἰτήσεις-προσευχὲς ποὺ φτάνουν στὸν Θεό. Ὁ χῶρος ἔσφυζε ἀπὸ κίνηση, μὲ πολλοὺς ἀγγέλους νὰ ταξινομοῦν αἰτήσεις σὲ ὀγκώδεις στοῖβες ἀπὸ χαρτιὰ καὶ σημειώματα, ἀπὸ ἀνθρώπους σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Μετὰ προχωρήσαμε σὲ ἕνα μακρὺ διάδρομο καὶ φτάσαμε στὸ δεύτερο σταθμό. “Τμῆμα συσκευασίας καὶ Παράδοσης”, ἔγραφε ἡ πινακίδα. “Ἐδῶ τὰ αἰτήματα, ποὺ ἔχουν ζητηθεῖ προωθοῦνται καὶ παραδίδονται σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ ζήτησαν”. Κι ἐδῶ ἀμέτρητοι ἄγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, ἀφοῦ τόσες πολλὲς ἐπιθυμίες εἶχαν ζητηθεῖ καὶ συσκευάζονταν γιὰ νὰ παραδοθοῦν. Τέλος, στὴν ἄκρη ἑνὸς μικροῦ σταθμοῦ, μόνο ἕνας ἄγγελος βρισκόταν, χωρὶς νὰ κάνει οὐσιαστικὰ τίποτα. “Εἶναι τὸ Τμῆμα τῶν Εὐχαριστιῶν”, μοῦ εἶπε σιγανὰ ὁ φίλος ἄγγελός μου. Ἔδειχνε ντροπιασμένος. “Πῶς γίνεται αὐτό; Δὲν ὑπάρχει δουλειὰ ἐδῶ”; ρώτησα. “Εἶναι λυπηρό”, ἀναστέναξε ἐκεῖνος. “Ἀφοῦ παραλάβουν τὶς χάρες τους οἱ ἄνθρωποι, ἐλάχιστοι στέλνουν εὐχαριστήρια”. “Πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ γιὰ τὶς εὐλογίες ποὺ παρέλαβε”; ρώτησα πάλι. Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: “Χρειάζεται μόνο νὰ πεῖς: Εὐχαριστῶ, Θεέ μου!”. “Για τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ εὐχαριστήσουμε”; ἐπέμεινα ἐγώ. “Αν ἔχεις τρόφιμα στὸ ψυγεῖο, ροῦχα στὴν πλάτη σου, μία στέγη πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι σου καὶ ἕνα μέρος νὰ κοιμηθεῖς, εἶσαι πλουσιότερος ἀπὸ τὸ 75% αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἂν ἔχεις χρήματα στὴν τράπεζα, στὸ πορτοφόλι σου καὶ λίγα κέρματα σ’ ἕνα πιατάκι εἶσαι στὸ 8% τῶν ἀνθρώπων ποὺ εὐημεροῦν. Ἂν ξύπνησες σήμερα μὲ περισσότερη ὑγεία ἀπὸ ὅ,τι ἀρρώστια, εἶσαι πιὸ εὐλογημένος ἀπὸ ὅσους δὲν θὰ ἐπιζήσουν κἂν αὐτὴ τὴ μέρα. Ἂν ποτὲ δὲν βίωσες φόβο πολέμου, μοναξιὰ φυλακῆς, ἀγωνία βασανισμοῦ καὶ σουβλιὰ πείνας, εἶσαι μπροστὰ ἀπὸ 700 ἑκατομμύρια ἀνθρώπους τῆς γῆς. Ἂν μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς σὲ ἕνα ναὸ χωρὶς φόβο ἐπίθεσης, σύλληψης, ἐκτέλεσης, θὰ σὲ ζηλεύουν σίγουρα 3 δισεκατομμύρια ἄνθρωποι! Ἂν οἱ γονεῖς σου εἶναι ἀκόμα ζωντανοὶ καὶ εἶναι ἀκόμα παντρεμένοι, εἶσαι σπάνιος. Ἂν μπορεῖς νὰ κρατᾶς τὸ κεφάλι σου ψηλὰ καὶ νὰ χαμογελᾶς, δὲν εἶσαι ὁ κανόνας, εἶσαι ἡ ἐξαίρεση γιὰ ὅλους ὅσους ζοῦν στὴν ἀπόγνωση. Καὶ ἂν διαβάζεις τώρα αὐτὲς τὶς ἀράδες, μόλις ἔλαβες διπλὴ εὐλογία, γιατί σοῦ τὸ ἔγραψε κάποιος ποὺ σ’ ἀγαπάει καὶ γιατί εἶσαι πιὸ τυχερὸς ἀπὸ δύο δισεκατομμύρια ἀνθρώπους, ποὺ δὲν ξέρουν κὰν νὰ διαβάζουν”. “Πῶς μπορῶ νὰ ἀρχίσω”; ρώτησα πάλι. “Να πεῖς καλημέρα”, μοῦ χαμογέλασε ὁ ἄγγελός μου, “νὰ μετρήσεις τὶς εὐλογίες σου καὶ νὰ περάσεις αὐτὸ τὸ μήνυμα καὶ σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς θυμίσεις πόσο εὐλογημένοι εἶναι. Καὶ μὴν ξεχάσεις νὰ στείλεις τὸ εὐχαριστήριό σου”!

, ,

Σχολιάστε

ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ καὶ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

Καταλαλιὰ καὶ κατάκριση

Κων/νου Ἀθ. Οἰκονόμου
 δασκάλου -συγγραφέα

ΤΑ “ΦΙΛΤΡΑ” ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ: Κάποτε, ἐνῶ ὁ Σωκράτης βάδιζε στὴν Ἀγορά, κάποιος γνωστός, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι ἔχει νὰ τοῦ πεῖ κάτι σημαντικὸ γιὰ κάποιον μαθητή του. Ὁ Σωκράτης τοῦ ζήτησε, νὰ κάνουν πρῶτα τὸ τέστ τῆς “τριπλῆς διύλισης”. “Τριπλή διύλιση;” ρώτησε ἀπορώντας ἐκεῖνος. “Ναί, πρὶν πεῖς τί ἄκουσες γι᾽αὐτόν, θὰ ἤθελα νὰ φιλτράρουμε αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Τὸ πρῶτο, λοιπόν, φίλτρο εἶναι τῆς ἀλήθειας. Εἶσαι σίγουρος ὅτι αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια;” “Ὄχι ἀκριβῶς, ἁπλὰ τὸ ἄκουσα καί…”, ψέλλισε ὁ συνομιλητής του. Κι ὁ Σωκράτης συνέχισε: “Μάλιστα. Ἄρα δὲν ἔχεις ἰδέα ἂν αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια ἢ ψέματα. Ἂς δοκιμάσουμε τὸ δεύτερο φίλτρο, αὐτὸ τῆς καλοσύνης. Αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πεῖς γιὰ τὸν μαθητή μου εἶναι κάτι καλό;” “Καλό; Ὄχι· τὸἀντίθετο μᾶλλον”, ἀπάντησε θορυβημένος ἐκεῖνος. “Ἄρα”, εἶπε ὁ Σωκράτης, “θέλεις νὰ πεῖς κάτι κακὸ γι᾽αὐτόν, ἂν καὶ δὲν εἶσαι καθόλου σίγουρος ὅτι εἶναι ἀλήθεια.” Ὁ γνωστός του ἔσκυψε τὸ κεφάλι ἀπὸ ἀμηχανία. “Παρόλα αὐτά”, προσέθεσε ὁ μεγάλος φιλόσοφος, “μπορεῖς ἀκόμα νὰ περάσεις τὴ δοκιμασία, γιατί ὑπάρχει καὶ τὸ τρίτο φίλτρο, τῆς χρησιμότητας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰμοῦ πεῖς γι’ αὐτὸν κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ μοῦ φανεῖ χρήσιμο (ὠφέλιμο);” “Ὄχι· δὲν νομίζω”, ἀπάντησε ὁ “πληροφοριοδότης”. “Ἄρα, λοιπόν, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς δὲν εἶναι οὔτε ἀλήθεια οὔτε καλὸ οὔτε ὠφέλιμο, γιατί θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσω;”, κατέληξε ὁ Σωκράτης. Κι ἐκεῖνος ἔφυγε ντροπιασμένος, παίρνοντας ἕνα καλὸ μάθημα.

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ “ΥΛΙΚΟ” ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Μὲ τὴν κακολογία συκοφαντοῦμε ἀνθρώπους, τοὺς διασύρουμε ἐξευτελίζοντάς τους, ἔχοντας δηλητήριο μίσους καὶ ζηλοφθονίας, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε ὅτι αὐτὸ μειώνει τὴν ὑπόληψη κάποιων ἀνθρώπων. Μὲ τὴν καταλαλιὰφανερώνει κανεὶς ἐλαττώματα τοῦ ἀδελφοῦ του. Μὲ τὴν κατάκριση καταδικάζει τὰ φανερά. Δὲν ὑπάρχει ποτὲ καταλαλιά, ποὺ νὰγίνεται ἀπὸ εὐθύτητα καρδίας. Τὸ πάθος τῆς φιλοκατηγορίας εἶναι ἀφύσικο ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ψυχολογίας, γιατί στρέφεται κατὰ ἄλλου χωρὶς προσδοκία κέρδους γιὰ τὸν φιλοκατήγορο, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι ἡ “μείωση” αὐτοῦ ποὺ κατηγορεῖ, σὲἀντίθεση μὲ ἄλλες πράξεις, π.χ. τὴν κλοπή, ὅπου ὁ διαπράττων στερεῖ κάτι ἀπὸ κάποιον, ἀλλὰ τὸ κερδίζει ὁ ἴδιος. Μὲ τὴν καταλαλιὰ-κακόηθες κουτσομπολιὸ ἔχει δαιμονικὸ κέρδος παρὰ ἀνθρώπινο: τὴν ἐξουδένωση τοῦ πλησίον.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Κατὰ ἕναν ἄλλο ὁρισμὸ ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καὶ ἡ ἐξουδένωση εἶναι τρία στάδια τῆς ἴδιας κακότητας. Ἔτσι: Καταλαλιά εἶναι ἡ διάδοση μὲ λόγια ἁμαρτιῶν καὶ σφαλμάτων τοῦ πλησίον. Με τὴ διάδοση αὐτή, κάποιος «καταλαλεῖ», μιλάει ἐμπαθῶς, ἐναντίον κάποιου, σχετικὰ μὲ ὑπαρκτὸ ἢ ἀνύπαρκτο – καὶ τότε πρόκειται γιὰ συκοφαντία – ἁμάρτημά του.  Κατάκριση είναι ἡκατηγορία κατὰ τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου, λέγοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ψεύτης, ὀργίλος, κλέφτης, κατακρίνοντας τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς του, βγάζοντας γενικὰ συμπεράσματα. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ κακό. Γιατί εἶναι ἄλλο νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κάποιος ὀργίστηκε καὶ ἄλλο νὰ πεῖ ὅτι κάποιος εἶναι ὀργίλος βγάζοντας γενικὸ συμπέρασμα. Ὁ Κύριος λέει γιὰ τοὺς κατακρίνοντες: «ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου.” (Λουκ. ϛ΄ 42). Βαρύτερο παράπτωμα ἀπὸ τὴν κατάκριση εἴναι η ἐξουδένωση, ὅταν, ὄχι μόνον κατακρίνει κανεὶς κάποιον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκμηδενίζει, ἀποστρεφόμενος αὐτὸν σὰν κάτι ἀηδιαστικό.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διαβάζουμε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψλμ. ρ΄ 5). Ἡ Καινὴ Διαθήκη λέει: «ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις», ἐνῶ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τονίζει: «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ´ 2). Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς προσθέτει: “Δὲν εἶναι, ἀλήθεια, ν᾽ ἀπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀφαιροῦν τὸ δικαίωμα τοῦ Υἱοῦ νὰ κρίνει καί, σὰν ἀναμάρτητοι, κρίνουν οἱ ἴδιοι καταδικάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;” Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, τονίζει πὼς γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κατηγορήσαμε τὸν πλησίον θὰ πέσουμε καὶ ἐμεῖς στὰ ἴδια. Ἀκόμη γράφει: Γιὰ τὴν προέλευσή της: “Καταλαλιά, ἀποκύημα μίσους. Λεπτὴ νόσος, κεκρυμμένη καὶ λανθάνουσα βδέλλα, ἀγάπης ἐκδαπανῶσα καὶἐξαφανίζουσα αἷμα· ἀγάπης ὑπόκρισις· καρδίας ρύπου καὶ βάρους πρόξενος· ἀφανισμὸς ἁγνείας.” Ὁ Ἰωάννης πιστεύει ὅτι ἡ κατάκριση: “εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ποὺ κατακρίνει”, δίνοντας στὸ πάθος προέλευση φαρισαϊκή. Γιὰ τὴν ὠφέλεια τῆς ἀποφυγῆς τῆς κατάκρισης διηγεῖται τὸ Γεροντικό: “Ἕνας μοναχὸς σ᾽ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελὴς στὰπνευματικά, ἔπεσε βαριὰ ἄρρωστος. Κι ἐνῶ βρισκόταν στὴν ἐπιθανάτια κλίνη, ἔχαιρε. Στοὺς συμμοναστές του, ποὺ ἀποροῦσαν γιὰ τὴν παρρησία του, διευκρίνισε: “Ἤμουν πάντα ἀμελὴς στὰ πνευματικά, ὅμως ἕνα πράγμα τήρησα μὲ ἀκρίβεια: Δὲν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ σκοπεύω νὰ πῶ στὸ Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μὲ κρίνει αὐστηρά”. Κι ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀπάντησε μὲ θαυμασμό: “Πήγαινε εἰρηνικὰ στὰ αἰώνιο ταξίδι σου, ἀδελφέ. Ἐσὺκατόρθωσες, χωρὶς κόπο νὰ σωθεῖς”. Ἀλλοῦ διαβάζουμε γιὰ ἕναν γέροντα ποὺ κρίνοντας γιὰ κάποιο σφάλμα ἕναν ἀδελφό του εἶχε πεῖ: “πολὺ ἄσχημα ἔκανε”. Ὅταν αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς πέθανε, Ἄγγελος Κυρίου πῆγε στὸ γέροντα κρατώντας τὴν ψυχὴ ἐκείνου λεγοντας: “Αὐτὸς ποὺ κατέκρινες, πέθανε. Ποῦ ὁρίζεις νὰ τὸν κατατάξω;” “Ἥμαρτον”, ἐφώναξε ἔνδακρυς ὁ Γέροντας. Καὶ ἔκτοτε παρακαλοῦσε καθημερινὰ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ συγχωρήσει ἐκείνη τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν τόλμησε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του νὰ κατακρίνει ἄνθρωπο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ἡ κακολογία ἑδρεύει στὴν ὑποκριτικὴ ἀγάπη. Ἔτσι κρίνουμε κάποιον, δῆθεν, γιὰ νὰ τὸν διορθώσουμε. Ὅμως μὲ τὴν κατάκριση γινόμαστε ἐμπαθεῖς, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ κοροϊδεύουμε τὸν πλησίον μας χαιρέκακα, εἰσερχόμενοι ἔτσι στὸ “τέναγος” τοῦ παραλόγου πάθους τῆς καταλαλιᾶς. Ἡ καταλαλιὰ καὶ ἡ κατάκριση ἀντιμετωπίζονται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συμπόνοια πρὸς τὸν πλησίον διότι “ἡ ἀγάπη σκεπάζει πλῆθος ἁμαρτιῶν” (Α’ Πέτρ. δ΄8.). Ὁ φιλοκατήγορος δὲν σταματᾶ στὴ ζημιὰ ποὺ κάνει στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ περνᾶ τὶς κακολογίες καὶ σὲ ἄλλους “ἐνημερώνοντάς” τους γιὰ “γεγονότα” ἢ ὑποψίες, βάζοντας στὴν καρδιὰ τῶν ἀκροατῶν ἁμαρτίες. Ἂν ὅμως ὁ ἐμπαθὴς ἄνθρωπος εἶχε ἀγάπη, ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη θὰ σκέπαζε κάθε σφάλμα. Ὁ πατὴρ Παΐσιος τόνιζε: “Ὅταν δὲν ἔχεις ἀγάπη, δὲν βλέπεις μὲ ἐπιείκεια τὰ λάθη τῶν ἄλλων, ὁπότε τοὺς ταπεινώνεις μέσα σου καὶ τοὺς κατακρίνεις.” Ἄρα ἡ λύση εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη. Λέει πάλι ὁ ἅγιος τῶν καιρῶν μας: “Μὴν κρίνετε κανέναν. Ὁ πονηρὸς παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ κάνουν ἀταξίες, καὶ βάζει λογισμοὺς σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ κρίνουν καὶ νὰ κατακρίνουν, καὶ ἔτσι νικάει καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Καὶ αὐτοὶ μὲν ποὺνικιοῦνται καὶ κάνουν ἀταξίες, αἰσθάνονται μετὰ ἐνοχὴ καὶ μετανοοῦν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ποὺ κατακρίνουν δικαιώνουν τὸν ἑαυτό τους, ὑπερηφανεύονται καὶ καταλήγουν στὴν ἴδια πτώση μὲ τὸν πονηρό, τὴν ὑπερηφάνεια.”

ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Οἱ ἅγιοι πῶς ἁγίασαν; Εἶχαν στραφεῖ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἔβλεπαν μόνον τὰ δικά τους πάθη. Μὲαὐτοκριτικὴ καὶ αὐτομεμψία, καθάρισαν τοὺς ψυχικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἔφτασαν νὰ βλέπουν καθαρὰ καὶ βαθιά. Ἔβλεπαν τὸν ἑαυτότους κάτω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θεωρώντας τους καλύτερους ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Εἶχαν ἀποκτήσει διάκριση, ὥστε νὰ δίνουν στοὺς ἄλλους ἐλαφρυντικὰ δικαιολογώντας τους. Οἱ Πατέρες λένε πὼς πρέπει, μιμούμενοι τοὺς ἁγίους, νὰ βλέπουμε μὲ πόνο αὐτὸν ποὺ σφάλλει. Ἂς σκεφτόμαστε τὸ παρελθὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὶς εὐκαιρίες ποὺ τοῦ δόθηκαν νὰ καλλιεργήσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἀναξιοποίητες εὐκαιρίες ποὺ εἴχαμε ἐμεῖς. Αὐτὸ θὰ μᾶς φέρει σὲ κατάνυξη καὶ θὰ ταπεινωθοῦμε βλέποντας πὼς δὲν ἀνταποκριθήκαμε, στὶς δωρεὲς ποὺ μᾶς δόθηκαν. Τότε, κατὰ τοὺς Πατέρες, θὰ νοιώσουμε μόνο ἀγάπη καὶ πόνο γιὰ τὸν ἀδελφὸ ποὺ δὲν εἶχε τὶς δικές μας εὐκαιρίες καὶ θὰ προσευχηθοῦμε γι’ αὐτόν.

, ,

Σχολιάστε

ΦΛΥΑΡΙΑ καὶ ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ (ὅταν ὁ φίλος μας μᾶς κουράζει)

Φλυαρία κα ργολογία: ταν φίλος μας μς κουράζει

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου
δασκάλου  – συγγραφέα

Φλυαρία εἶναι ἡ κουραστική, γιὰ τοὺς ἀκροατές, πολυλογία κάποιου, κενὴ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ἐνῶ ἀργολογία εἶναι ἡ ἀδρανής, τεμπέλικη, ἀνούσια, ὁμιλία.

ΑΡΧΑΙΑ ΣΟΦΙΑ: Ὁ Θουκιδίδης διασώζει μία χαρακτηριστικὴ ἀπάντηση τῶν Σπαρτιατῶν, σὲ μία φλύαρη ἀντιπροσωπεία-πρεσβεία τῶν Σαμίων: “Τὸ πρῶτο μισὸ τῆς ὁμιλίας σας ξεχάσαμε, ἐνῶ τὸ δεύτερο δὲν καταλάβαμε, ἀφοῦ ξεχάσαμε τὸ πρῶτο!” Ὁ Πλούταρχος ἔλεγε πώς: “Ἡ πολυλογία εἶναι μάστιγα ποὺ συνδέεται μὲ τὴν περιέργεια, γιατί οἱ φλύαροι θέλουν ν’ ἀκοῦνε πολλά, γιὰ νὰ ἔχουν νὰ λένε πολλά.” Στὰ ἀρχαιότατα Δελφικὰ Παραγγέλματα τονίζεται:“ συγκράτησε τὴ γλῶσσα καὶ κυριάρχησε σ’ αὐτή”. Ὁ Πυθαγόρας συμβούλευε: “πρέπει νὰ σιωπᾶς ἢ νὰ λὲς λόγια ἀνώτερα τῆς σιωπῆς”. Ὁ Σόλων δίνοντας σημασία περισσότερο στὰ ἔργα, ἔλεγε: “Τὰἔργα εἶναι ὁ καθρέφτης τῶν λόγων”. Ὁ Θαλὴς ἔδειχνε πίσω ἀπὸ τὴ φλυαρία τὸν ἄφρονο ἄνθρωπο: “Τὰ πολλὰ λόγια δὲν εἶναι ἀπόδειξη φρονιμάδας”. Κατὰ τὸν Δημόκριτο, ἡ ἀλήθεια δίνεται πάντα μὲ λίγα λόγια, ἐνῶ τόνιζε: “Ὅσοι μὲ τὰ λόγια κάνουν τὰ πάντα ἀλλὰ μὲ τὰἔργα τίποτε, εἶναι ψεύτικοι καὶ κατ΄ ἐπίφαση ἐνάρετοι”. Τέλος ὁ Πλάτων σημείωνε τὴν σημασία αὐτῶν ποὺ ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν: “Αὐτὰποὺ πρέπει νὰ εἰπωθοῦν, πρέπει νὰ συμφέρουν καὶ τὸν ὁμιλητὴ καὶ τὸν ἀκροατή”.

ΝΕΟΤΕΡΗ ΣΟΦΙΑ: Μία γερμανικὴ παροιμία λέει πὼς “τὸ ψέμα συνήθως φλυαρεῖ”, δείχνοντας ὅτι συχνὰ φλυαρία σημαίνει δικαολόγηση ἑνὸς ψέματος. Ὁ Σίλλερ πίστευε στὴ στενὴ σχέση μέθης καὶ φλυαρίας. Ὁ Λαφονταὶν διακωμωδώντας ἔγραψε: “Κάθε φλύαρος ζεῖ μὲδαπάνες ἐκείνου ποὺ τὸν ἀκούει¨, ἀποδίδοντας εὐθύνη καὶ στοὺς ἀκροατὲς τῆς φλυαρίας. Ὁ Μοντεσκιὲ πίστευε πὼς τὸ πάθος εὐθύνεται στὴν ἔλλειψη βαθύτητας τοῦ ὁμιλητῆ, ἐνῶ ὁ Νίτσε, ἀλαζονικότερα, τόνιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του: “Φιλοδοξία μου εἶναι νὰ πῶ σὲδέκα προτάσεις αὐτὸ ποὺ ἄλλοι λένε σὲ ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο”. Ἀκόμη, ὁ ὠμὸς Γκαῖμπελς τόνιζε σὲ στελέχη τῆς ὁμάδας του: “Δὲ μιλᾶμε γιὰ νὰ ποῦμε κάτι, ἀλλὰ γιὰ νὰ πετύχουμε ἀποτέλεσμα”. Τὸ Ταλμούδ, ἱερὸ βιβλίο τῶν , τονίζει σοφά: “Σιωπᾶς καλύτερα, παρὰ μιλᾶς!”

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ: Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία σημαντικότατη εἶναι ἡ κατανυκτικὴ εὐχὴ τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, στὴν ὁποία μεταξὺἄλλων αἰτημάτων ὁ προσευχόμενος ζητᾶ: “Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μήμοι δος”. Ἡ εὐχὴ αὐτὴ “ξυπνᾶ” καὶ προτρέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνέβει τὶς βαθμίδες τῆς πνευματικότητας. Ἕνα, λοιπόν, ἀπὸ τὰ βασικὰαἰτήματα τῆς Εὐχῆς αὐτῆς εἶναι νὰ βοηθήσει ὁ Θεὸς στὴν ἀπομάκρυνση τοῦ πνεύματος τῆς ἀργολογίας. “Ἡ ἀργολογία-φλυαρίαὁλοκληρώνει τὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς καταστροφῆς μας μὲ τὴν πνευματικὴ δολοφονία τῶν ἀδελφῶν μας” (Ι. Κορναράκης). Τὸ λόγο τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεκτίμητο θεῖο δῶρο, ποὺ μᾶς κάνει νὰ διαφέρουμε ἀπὸ τὰ ζῶα, εἶναι κρίμα νὰ τὸν ἀφήνουμε χαλαρό, παραποιημένο, ἀναιδῶς ψεύτικο. Ἄλλωστε τὰ λόγιά μας μένουν πάντα στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων. Τὰ ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη τους σὲ ὧρες ἡσυχίας καὶλυποῦνται ἢ χαίρονται ἀναλόγως. Πόσο προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ ἐκφράσεις, χαρακτηρισμοὺς καὶ κρίσεις! Ὁ σκανδαλισμός, ἡσυκοφαντία, ἡ καταλαλιά, ἀρχίζουν πάντα ἀπὸ τὴ φλυαρία καὶ τὴν περιττολογία. “Θρόνο ματαιοδοξίας, σημάδι ἀγνωσίας, εἴσοδο κατάκρισης, πρόξενο ψεύδους, διάλυση πνευματικῆς εὐφορίας τῆς προσευχῆς”, χαρακτηρίζει τὴν πολυλογία ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, προσθέτοντας: “δημιουργεῖ ἀδιαφορία γιὰ τὶς ἁμαρτίες, ποὺ ἐξαφανίζει τὴν προφύλαξη τοῦ νοῦ κατὰ τῶν παθῶν, ψυχραίνει τὴν πνευματικὴ θερμότητα καὶ σκοτίζει τὴν προσευχή”. Ὁ Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, τὴν ὀνομάζει ὀξύμωρα: “ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητος”. Ὁ ἀββὰς Δωρόθεος παρατηρεῖ: “συχνὰ συζητᾶμε ἀπὸ διάθεση ἀργολογίας. Κάτι θὰ μᾶς ξεφύγει, καὶ θὰ λυπήσουμε τὸνὀδελφό μας”. Ἡ ἀργία “ἀδιαφορεῖ” γιὰ τὸν Θεό, ἡ περιέργεια διαστρέφει τὴν πραγματικὴ γνώση, ἡ φιλαρχία, “σκοτώνει” τὴν συνείδηση ἔναντι τοῦ πλησίον καὶ ἡ ἀργολογία στρέφεται κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας διὰ τῆς σπατάλης τοῦ λόγου. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὰ τριακόσια πάθη, ποὺγράφει ὁ Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ἐπέλεξε αὐτὰ τὰ τέσσερα στὴν προσευχὴ ποὺ προαναφέραμε. Γιατί ἔχουν τόση δύναμη, ὥστε εὔκολα νὰ νεκρώνουν “σιωπηλὰ” τὴν ψυχή.

Η ΣΙΩΠΗ ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ἀντὶ τοῦ κυριαρχοῦντος μεστοῦ ὕβρεως, ψεύδους, κολακείας, σαρκασμοῦ λόγου, ὑπάρχει καὶ ἡ διακριτικὴσιωπή. Λέμε “διακριτική”, διότι μποροῦμε νά ᾽χουμε σιωπὴ ἀπὸ δειλία ἢ ἀπὸ ἀλαζονικὴ οἴηση καὶ ξιπασιά. Ὅμως, ἡ ἐνσυνείδητη ἀπόρριψη φλυαρίας καὶ κουτσομπολιοῦ ἀποτελεῖ ἀρετή, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀποφυγὴ φιλονικιῶν. Οἱ σιωπηλοὶ μιλοῦν μὲ τὴ σοβαρὴ σιωπή τους. Σιωποῦν ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινῆς αἴσθησης ὅτι δὲν ἔχουν κάτι σημαντικὸ νὰ ποῦν. Οἱ σιωπηλοὶ ἀπὸ διάκριση ἄνθρωποι, δὲν εἶναι συνηθισμένοι, ἀρεστοί, προτιμητέοι. Ὁ κόσμος ἀναζητᾶ τολμηροὺς συζητητές, θεωρώντας συχνά τοὺς σιωπῶντες νοσηρούς, μειονεκτικούς, δειλούς. Ὅταν ὅμως μιλοῦν, καταθέτουν μεστὸ περιεχομένου λόγο. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν μᾶς θέλει πάντοτε σιωπῶντες. Μᾶς καλεῖ συχνὰ σὲ ἱεραποστολή, ὁμολογία, νουθεσία. Ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν ἀπόστολο Παῦλο: “Μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσης διότι ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ”. Ὅμως, τὰ μυστήρια τῆς Ὀρθοδοξίας γεννῶνται ἀπὸ τὴ σιωπή. Μετὰ ἀπὸ μακρὰ σιγὴ στὴν ἔρημο μίλησε ὁΧριστός. Τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατανοεῖται καλύτερα σιωπηλά. Ἡ σιωπὴ “δηλώνει ταπείνωση νοῦ, ὅραση καρδιᾶς, εὐχαριστία ψυχῆς” (Μωυσῆς ὁ Ἁγιορείτης).

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ: Διαβάζουμε στὸ Εὐαγγέλιο: “Ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐδὲν ἀπεκρίνατο”. Δὲν ἀπαντᾶ, στοὺς “δικαστές” του. Θεωρεῖ ὅτι δὲν βγαίνει τίποτε μὲ τὰ λόγια, θὰ ἔπεφταν οἱ λόγοι του στὸ κενὸ ἐξ αἰτίας τῆς ἑκούσιας κώφευσης τῶν ἀνθρώπων, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν προφήτη Ἠσαΐα ποὺ λέει: «Δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα του καθόλου κι ἔμεινε ἄφωνος μπροστὰ στοὺς διῶκτες του». Ἀκόμη, ὁλόκληρος ὁ βίος τῆς Θεοτόκου εἶναι μία ἀπέραντη σιωπή. Ἐλάχιστοι λόγοι τῆς Θεοτόκου διασώθηκαν. Ἠθελημένα σιωποῦσε ἀπὸ ταπείνωση. Ἄφηνε νὰ μιλᾶ ὁ Υἱός Της, μένοντας στὴ σκιά Του. Ἡ “ἠχηρὴ” σιωπὴ τῆς Θεοτόκου εἶναι αὐστηρὸ κήρυγμα ἐλέγχου κάθε γυναικείας φλυαρίας. 

“ΚΕΡΔΗ” ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΟΓΙΑΣ: Οἱ πνευματικὲς ἐμπειρίες ἀδυνατοῦν νὰ ἀποδοθοῦν μὲ λόγια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ἀδυνατώντας νὰ ἐκφράσει τὴν ἐμπειρία του μὲ λόγια: “ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι”. Κατὰ τὸν ὅσιο Ἐφραὶμ τὸν Σύρο, τὰ λόγια εἶναι τὰ φύλλα καὶ τὰ ἔργα οἱ καρποί. Ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητὴς ἔγραψε: «Ἡ γλῶσσα πολλοὺς κενόδοξους κατέστρεψε». Ἀκόμη, ὁ τελώνης τῆς παραβολῆς δικαιώθηκε γιὰ τὴ σιωπηλὴ προσευχή του, ὅπως καὶ ἡαἱμορροοῦσα. Ὅταν κάποιος προκαλούμενος, ταπεινὰ σιωπᾶ, γιὰ νὰ μὴ γίνουν τὰ πράγματα χειρότερα, ὑποχωρεῖ, ἀποποιοιούμενος τῶν δικαιωμάτων του, χάριν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, τότε κερδίζει ἐνῶ φαίνεται ὅτι χάνει. Κι ἐνῶ πολυλογία, κενολογία, περιττολογία, ἀργολογία, δηλώνουν ἀδιάκριτη κενοδοξία, ἀντιθέτως ἡ διακριτικὴ ἡσυχία γεννᾶ τὴ σιωπή. Ὁ κόσμος κουράστηκε ἀπὸ τὰ πολλά, τὰπαχειά, τ’ ἀδιαφανῆ, τὰ ὑποκριτικὰ λόγια. Ἀντιθέτως: “Ἡ σιωπὴ ποὺ ἀσκεῖται μ΄ ἐπίγνωση καὶ διάκριση εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς, ἀνάκληση ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν, ἐπιστάτης λογισμῶν, (…) φίλη καρδιακῶν δακρύων, καλλιεργητὴς μνήμης θανάτου, ἐχθρὸς τοῦ ἀδιάκριτου θάρρους, σύζυγος ἡσυχίας, κρυφὴ πνευματικὴ ἀνάβαση” (Κλίμαξ).

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἕνας ἀδόκιμος νοῦς μπορεῖ νὰ νομίζει πὼς εἶναι σοφὸς μὲ τὸ νὰ λέει ὅτι θέλει παντοῦ καὶ πάντα. Ὅμως “ἠ υπεροψία τῆς φλυαρίας ἀποτελεῖ ἀνόητη προσπάθεια ἐπιβολῆς ἐπὶ πάντων” (π. Μωυσῆς Ἁγιορ.). Ἡ ἐκκοσμίκευση σήμερα τοῦ ἀνθρώπου συμπορεύεται μὲ τὴ φλυαρία. Ἔτσι, ὁ λόγος, τελικά, ἀποσυνδέει τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ κατάκτηση τῆς σιωπῆς εἶναι δύσκολη, ἀποτελεῖὅμως μορφὴ ἀσκήσεως, ὅπως ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια. Τὰ τροπάρια τῆς Μ. Σαρακοστῆς μιλοῦν συχνὰ καὶ γιὰ ἐγκράτεια γλώσσης. Ἡσιωπὴ πηγάζει ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς εἰρήνης τῆς καρδιᾶς καὶ συνδέεται μὲ τὶς ἄλλες ἀρετές. Σπουδαῖο ἀντίδοτο στὴ φλυαρία καὶ τὴν ἀργολογία ἀποτελεῖ ἡ καρδιακὴ προσευχή. “Η προσευχὴ ἀποτελεῖ βίωμα μυστικό, δύσκολο -ἔκφραση, αἴσθηση καὶ ἀλάλητο στεναγμὸτῆς καρδιᾶς. Ὁ Θεὸς δὲν ἀνακαλύπτεται ἀλλὰ ἀποκαλύπτεται. Τότε σιγᾶ πάσα σάρκα βροτεία..” (Μωυσῆς Ἁγιορείτης).

, , ,

Σχολιάστε

Ο AΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

γιος πόστολος νδρέας

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου 

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, ἀδελφός τοῦ Σίμωνος Πέτρου, ποὺ φέρει ἑλληνικὸ ὄνομα, σύμφωνα μὲ τὴν κοινὴ συνήθεια πολλῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς, καταγόταν ἀπὸ τὴ Γαλιλαία (Βηθσαϊδά). Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἰωνᾶς ἢ Ἰωάννης καὶ Ἰωάννα. Μαζὶ μὲτὸν Πέτρο ἐργαζόταν ὡς ἁλιέας στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Ἡ Βίβλος δὲν μᾶς δίνει πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὸ πρόσωπό του, ἐνῶ οἱπαραδόσεις ἐμφανίζονται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 3ου αἰώνα καὶ ἔπειτα. Γνωρίζουμε πάντως ἀπὸ τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ὅτι διετέλεσε πρωτύτερα μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστῆ. Ἡ παλαιότερη εξωβιβλική πληροφορία γιὰ τὸν Ἀπόστολο προέρχεται ἀπὸ τὸν Ὠριγένη (254 μ.Χ.), ποὺ ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀνδρέας κήρυξε στὴ Σκυθία (Νότια Ρωσία). Ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ κλήθηκαν καὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό. Ἔτσι, ὁ Ἀνδρέας ἀποκαλεῖται «Πρωτόκλητος».

ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΕΙΕΣ: Μετὰ τὴν Πεντηκοστή, μὲ τὸν Πέτρο καὶ ἄλλους μαθητὲς κήρυξε στὴ Σινώπη τοῦ Πόντου σὲ Ἕλληνες καὶ Ἰουδαίους τῆς διασπορᾶς, ἔχοντας ὁρμητήριο μία νησίδα κοντὰ στὴ Σινώπη. Ἀργότερα ὁ Ἀνδρέας μὲ τὸν Ἀπόστολο Ματθία πῆγαν στὴ Σαμψούντα (Ἀμισό), ὅπου ἵδρυσαν Ἐκκλησία. Ἀπὸ ἐκεῖ περιπλανήθηκε κηρύσσοντας σὲ ἄλλες περιοχὲς τοῦ Πόντου, τῆς Ἰβηρίας (Γεωργίας) καὶ τῆς χώρας τῶν Πάρθων (Ἰράν). Τὸ 34 μ.Χ., πιθανόν, ἐπέστρεψε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ ἑορτάσει τὸ Πάσχα μὲ τοὺς ὑπολοίπους μαθητές. Ἔπειτα ἀκολούθησε δεύτερη περιοδεία μὲ σταθμοὺς τὴν Ἀντιόχεια, τὴν Ἔφεσο, τὴ Λαοδίκεια, τὴ Νίκαια Βιθυνίας, τὴ Χαλκηδόνα, μὲκατάληξη στὴ Σινώπη. Στὴν τρίτη του περιοδεία πέρασε στὸ Βυζάντιο, τὴν θρακικὴ Ἡράκλεια, τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Πελοπόννησο. Τελικὸς σταθμός του ὑπῆρξε ἡ Πάτρα.

ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ: Στοιχεῖα γιὰ τὴ δράση τοῦ Ἀποστόλου στὴν περιοχὴ μᾶς δίδει τὸ ἀπόκρυφο κείμενο “Πράξεις Ἀνδρέου” (250 μ.Χ.). Μὲκέντρο τὴν Πάτρα ὁ Ἀνδρέας κήρυττε σὲ ὅλη τὴν Ἀχαϊα τὴν ἐποχὴ τῶν ἀνθυπάτων Λεσβίου καὶ Αἰγεάτη. Ἐκεῖ ἡ διδασκαλία τοῦκαρποφόρησε ἰδιαίτερα, ἐνῶ μὲ τὴν προσευχή του ἔκανε πολλὰ θαύματα, κυρίως θεραπεῖες ἀσθενῶν. Μάλιστα ἡ Μαξιμίλλα, σύζυγος τοῦ Αἰγεάτη, ἀφοῦ τὴ θεράπευσε ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ βαρειὰ ἀρρώστια, πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔκανε τὸν ἀνθύπατο νὰὀργιστεῖ καί, μὲ τὴν παρότρυνση εἰδωλολατρῶν ἱερέων, συνέλαβε τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ μαρτύριο τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τοῦ παρανοϊκοῦ Νέρωνα. Τὸ λείψανό του ἔθαψε μὲ εὐλάβεια ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος Πατρῶν, Στρατοκλής. Στὰχρόνια του Κωνσταντίου, γιοῦ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ Ἀνδρέα, μαζὶ μὲ τὰ ἅγια λείψανα τοῦ Τιμοθέου καὶ τοῦΕὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, ἀποθησαυρίστηκαν στὸν Ναὸ Ἁγίων Ἀποστόλων τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἡ παράδοση γιὰ τὸν χιαστὶ σταυρὸ τοῦμαρτυρίου τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα εἶναι μεταγενέστερη (9ος ἢ 10ος αἰ.) καὶ προέρχεται ἀπὸ δυτικὲς πηγές. Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας εἶναι πολιοῦχος καὶ προστάτης τῆς Πάτρας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη του στὶς 30 Νοεμβρίου.

Ο ΑΠ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΛΑΩΝ: Ἡ παράδοση τῆς Σκωτίας θεωρει τὸν Ἀνδρέα προστάτη ἅγιό της ἀπὸ τὸ 750 καὶ θέλει το λείψανό του νὰ μετακομίστηκε στὴ Σκωτία. Ἡ σημαία τῶν Σκώτων ἔφερε τὸν χιαστὸ σταυρό, σύμβολο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν (ἀναγκαστικὴ) ἕνωση τῆς Σκωτίας μὲ τὴν Ἀγγλία συμπεριελήφθη καὶ στὴν βρετανικὴ σημαία. Ὑπάρχει ἐπίσηςἀρχαία ρωσικὴ παράδοση γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ χριστιανισμοῦ στὴ Ρωσία ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα, καθὼς πιστεύεται ὅτι ἔφτασε κηρύττοντας μέχρι τὸ Κίεβο, ἀρχαιότατη κοιτίδα τῶν Ρώσων.

Ἀπολυτίκιο: Ὡς τῶν Ἀποστόλων Πρωτόκλητος καὶ τοῦ κορυφαίου αὐτάδελφος τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, Ἀνδρέα, ἱκέτευε, εἰρήνην, τῇοἰκουμένῃ δωρήσασθαι καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

γιος Εστάθιος1 ὁ Μεγαλομάρτυς (20.9)

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΠΛΑΚΙΔΑΣ: Ἡ ἱστορία τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου, εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ περίφημες τῆς χριστιανικῆς φιλολογίας, ἑλληνικῆς, λατινικῆς καὶ μεσαιωνικῆς γαλλικῆς. Κατὰ τὴν ἱστορία αὐτή, ὁ στρατηγὸς Πλακίδας, ἐνῶ κυνηγοῦσε, εἶδε ἕνα ἐλάφι ποὺ μεταξὺ τῶν κεράτων του ἔφερε τὸ Σταυρό, ἐνῶ μία ὑπερκόσμια φωνή, τοῦ Ἴδιου τοῦ Κυρίου, καλοῦσε τὸ στρατηγὸ νὰ γίνει Χριστιανός. Ἐν συνεχείᾳ ὁ Πλακίδας καὶ ἡ οἰκογένειά του βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Λουσμένος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πλέον ὁ Εὐστάθιος ἔτρεξε ξανὰπρὸς τὸ σημεῖο, ὅπου εἶχε δεῖ τὸ ὅραμα. Ἐκεῖ, γονάτισε εὐχαριστώντας τὸν Θεό. Ἄκουσε τότε πάλι τὴν γνώριμη φωνή: “Εὐτυχὴς εἶσαι Εὐστάθιε, διότι δέχθηκες τὸ σωτήριο Βάπτισμα. Νὰ ξέρεις ὅμως ὅτι ὁ διάβολος θὰ σοῦ κηρύξει πόλεμο. Θὰ πάθεις ὅσα ὁ Ἰώβ, ὅμως θὰ νικήσεις τὸν διάβολο. Ἀγωνίσου μὲ ἀνδρεία. Ἡ χάρη μου θὰ συνοδεύει ἐσένα καὶ τὴν συντροφιά σου καὶ θὰ φυλάξει τὶς ψυχές σας”.

ΙΩΒΙΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ: Ὁ φθονερὸς Σατανᾶς ἄρχισε τὸ “ἔργο” του. Χολέρα ἔπεσε στὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ δοῦλοι καὶ συγγενεῖς του πέθαναν, ἐνῶ τὸ θανατικὸ ἐξαπλώθηκε καὶ στὰ ζωντανά του. Ἐκεῖνος, ἐμψυχώνοντας τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του, τοὺς ὁδήγησε στὴν ἐξοχή. Στὴ διάρκεια τῆς ἀπουσίας τους, ὅμως, κλέφτες ρήμαξαν τὸ σπίτι τους. Ἔτσι ἀπὸ πλούσιοι ἔγιναν φτωχοὶ καὶ ἀξιολύπητοι! Ἔπειτα η οἰκογένεια κατευθύνθηκε μὲ πλοῖο στὴν Αἴγυπτο. Ὁ πλοίαρχος ὅμως, μὲ πρόσχημα τὴν ἀξία τῶν ναύλων, κατέβασε βιαίως αὐτὸν καὶ τὰ παιδιά του στὸ πρῶτο λιμάνι, κρατώντας τὴ σύζυγό του, Θεοπίστη. Τότε ἡ οἰκογένεια ἔκλαψε γοερὰ γιὰ τὸν φοβερὸ χωρισμό. Στὴν ἄγνωστη χώρα, θηριὰ ἅρπαξαν τὰ δύο του παιδιὰ (Ἀγάπιος καὶ Θεόπιστος). Ο Εὐστάθιος κλαίγοντας, ἀλλὰ μὲθέρμη προσευχήθηκε στὸν Κύριο λέγοντας: “Κύριε, δός μου θάρρος καὶ ὑπομονή, μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις. Βοήθησε νὰ ξαναβρῶ τὴν οἰκογένεια μού”. Περπατώντας μέρες ὁλόκληρες, νηστικός, ἄυπνος ἔφτασε στὴν πόλη Βάδησσο. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐργαζόταν γιὰ νὰ βγάζει τὸ ψωμί του. Στο μεταξὺ τὰ δύο του παιδιὰ εἶχαν ἀπελευθερωθεῖ ἀπ’ τὰ δόντια τῶν θηρίων ἀπὸ κάποιους βοσκοὺς τῆς περιοχῆς τὸ ἕνα, καὶ ἀπὸ ἁπλοὺς ἀγρότες τὸ ἄλλο. Αλλά καὶ ἡ γυναίκα τοῦ Ἁγίου γλίτωσε ἀπὸ τὴν ἀτίμωση, διότι ὁ πλοίαρχος ἀρρώστησε βαριὰ τὴν ἡμέρα ποῦ κατέβασαν τὸν ἅγιο καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ καράβι καὶ ἔτσι δὲν ἔθιξε τὴ Θεοπίστη. Ὅταν μάλιστα ἐκεῖνος ἐπέστρεψε στὴν Πατρίδα τοῦ πέθανε. Ὁ Αὐτοκράτορας Τραϊανός, χρόνια ἀργότερα, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βροῦν τὸν Πλακίδα γιὰ νὰ εἶναι ἐπικεφαλῆς στὸν πόλεμο κατὰ ἀπειλητικῶν βαρβάρων, πράγμα ποὺ ἔγινε. Ὁ ἅγιος ἔδωσε διαταγὴ νὰ στρατολογηθοῦν καὶ νέοι στρατιῶτες. Ἀνάμεσά τους ἦταν καὶ οἱ δύο γιοί του. Ὁ Ἅγιος σημείωσε μεγάλες ἐπιτυχίες στὴν ἐκστρατεία τοῦ ἐκείνη. Μάλιστα περνώντας τὸν ποταμὸΧρύσπη, ἔφθασε στὴν πόλη, ποῦ ζοῦσε ἡ Θεοπίστη. Ἔστησε, κατὰ θεία συγκυρία, τὴν σκηνή του στὸν κῆπο τῆς Θεοπίστης, διότι αὐτὸἦταν κτῆμα τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ νεκροῦ ἤδη, πλοιάρχου, ποῦ εἶχε κατακρατήσει τὴν Θεοπίστη. Ἐκεῖ, κατὰ Θεία Οἰκονομία ἡ οἰκογένεια ξαναέσμιξε μὲ χαρά.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Μετὰ τὸ ἐπιτυχὲς τέλος τῶν ἐπιχειρήσεων, ὁ Ἅγιος γύρισε θριαμβευτὴς στὴν Ρώμη, ὅπου στὸ θρόνο ἀνέβηκε ὁχριστιανομάχος Ἀδριανός. Ἐκεῖνος τὸν ὑποδέχθηκε μὲ τιμὲς καὶ ζήτησε νὰ θυσιάσει στὸν Ἀπόλλωνα. Τότε ὁ Εὐστάθιος, θαρρετά, ἀρνήθηκε νὰ ὑπακούσει ὁμολογώντας τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ἀδριανὸς διέταξε ὀργισμένος νὰ τοῦ βγάλουν τὴν στολὴ τοῦ στρατηγοῦ ἐνῶ καὶ ἡ οἰκογένειά του ἔμενε σταθερὴ στὴν πίστη. Ἔπειτα, τοὺς ἔβαλε σὲ μία πεδιάδα κι ἄφησαν ἕνα λιοντάρι πεινασμένο. Τὸλιοντάρι τρέχοντας, τοὺς ἔφθασε, ἀλλὰ γύριζε χαρούμενο γύρω τους σὰν ἥμερο σκυλάκι. Στὴ συνέχεια ὁ Αὐτοκράτορας διέταξε καὶτοὺς ἔβαλαν μέσα σὲ ἕνα διάπυρο χάλκινο βόδι. Προηγουμένως οἱ Ἅγιοι προσευχήθηκαν στὸ Θεὸ νὰ τοὺς δώσει δύναμη, ἐνῶ ὁ Εὐστάθιος ζήτησε ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες νὰ θάψουν τὰ σώματά τους ὅλα μαζί. Μετὰ τρεῖς μέρες ἄνοιξαν τὸ χάλκινο βόδι κι εἶδαν ἔκπληκτοι ὅτι οἱ μὲν ψυχές τους εἶχαν ταξιδέψει στὶς οὐράνιες σκηνὲς τῶν δικαίων, ἀλλὰ οὔτε μία τρίχα δὲν εἶχε θιγεῖ ἀπὸ τὰ λείψανά τους. Ὁ κόσμος, βλέποντας τὸ θαῦμα, φώναξε: “Μεγάλος ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν.”! Οἱ χριστιανοὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὴ σύγχυση, πῆραν τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων καὶ τοὺς ἐνταφίασαν, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τους, μαζί2.

Μεγαλυνάριο: “Οὐρανόθεν μάκαρ καταυγασθεῖς, στήλη τῆς ἀνδρείας ἀνεδείχθης ἐν πειρασμοῖς, καὶ πανοικεσία, Εὐστάθιε, ἀθλήσας, τῆς ἄνω βασιλείας ἀξίως ἔτυχες.”

  1. Ἑλληνικά μαρτύρια τοῦ Ἁγίου δημοσιεύθηκαν στην P. G. 105 (376-417), ἐνῶ ἡ διασκευὴ τοῦ Συμεὼν Μεταφραστοῦ στὰ Analecta Bollandiana, 3 (1884), σ. 66-112.
  2. Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Εὐστάθιο διαδόθηκε εὐρέως σὲ Ρώμη, Βυζάντιο, Βενετία, Παρίσι καὶ ὅλη τὴ χριαστιανοσύνη. Πάντως, οἱμάρτυρες δὲν ἐμφανίζονται στὰ ἀρχαιότερα καλενδάρια, οὔτε κανεὶς γνωρίζει ποῦ βρίσκονται τὰ λείψανά τους.

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τ Γενέσιον τς Θεοτόκου [8 Σεπτεμβρίου] 

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου,
δασκάλου τοῦ 16ου Δημ. Σχ. Λαρίσης

ΓΕΝΙΚΑ: Σήμερα ἑορτάζουμε τὴν γέννηση τῆς ἀειπαρθένου Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ ἄνθους «ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί». Ἑορτάζουμε «παγκοσμίου εὐφροσύνης γενέθλιον καὶ τὸ προοίμιο τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ» (Ἀνδρέας Κρήτης). Εἶναι ἡ κορύφωση, ἡὁλοκλήρωση τῆς παλαιοδιαθηκικῆς παιδαγωγικῆς προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ μεταίχμιο Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποτελοῦσε κήρυγμα προφητῶν, προσδοκία δικαίων, ἐνῶ στὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται γλυκασμὸς ἀγγέλων, δόξα Ἀποστόλων, θάρρος μαρτύρων, καύχημα τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ Παναγία μας εἶναι «ὁ καρπὸς τῶν κτισμάτων» κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδὴ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο κατατείνει ὁλόκληρη ἡ κτίση. Ἡ Θεοτόκος ἦταν ἡ μοναδικὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κατεβάσει τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ, νὰ κάνει τὸν Θεὸἄνθρωπο. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» θὰ χωρέσει στὴν παρθενικὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου, ὥστε ἡ Παναγία μητέρα Του νὰ καταστεῖ ἡ «χώρα τοῦἈχωρήτου». Σήμερα λύνεται ἡ στειρότητα τῆς Ἄννας καὶ γεννᾶται «τὸ κειμήλιον τῆς Οἰκουμένης», (Κύριλλος Ἀλεξανδρείας).

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Πληροφορίες γιὰ τὴ Γέννηση τῆς Θεοτόκου ἔχουμε ἀπὸ τὸ Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου, ἕνα ἱερὸ κείμενο, ἐκτός του κανόνος τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Αὐτὲς οἱ πληροφορίες πέρασαν στὸν ἐκκλησιαστικὸ κύκλο καὶ ἔγιναν ἀποδεκτὲς ἀπὸ τὸπλήρωμα τῶν πιστῶν διὰ τῆς θείας λατρείας. Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση ὁ εὐσεβὴς καὶ πλούσιος Ἰωακεὶμ καὶ ἡ σύζυγός του, Ἄννα, θλίβονταν καθότι, λόγῳ τῆς στειρότητας τῆς Ἄννας, δὲν εἶχαν ἀποκτήσει τέκνο. Ὅταν μάλιστα, ἐξ αἰτίας τῆς ἀτεκνίας, ἀπαγορεύτηκε στὸν Ἰωακεὶμ νὰ προσφέρει πρῶτος θυσίες σὲ κάποια ἑορτή, ἀναχώρησε γιὰ τὴν ἔρημο, ὅπου σαράντα μέρες νήστευε προσευχόμενος, ζητώντας νὰ ἀποκτήσει ἕνα παιδί. Ἡ Ἄννα παρέμεινε στὸ σπίτι της καὶ παρὰ τὶς ταπεινώσεις ποὺ δεχόταν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρέτριά της γιὰ τὴ στειρότητά της, προσευχόταν συνεχῶς στὸν Κύριο νὰ εἰσακουστεῖ τὸ αἴτημα γιὰ “καρπὸ κοιλίας”. Μερικὲς ἡμέρες ἀργότερα ἐμφανίστηκε στὴν Ἄννα, ἄγγελος Κυρίου, ποὺ τῆς ὑποσχέθηκε ὅτι σύντομα θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία της. Κι ἐκείνη, περιχαρής, ὑποσχέθηκε ὅτι τὸ τέκνο θὰ τὸ ἀφιέρωνε στὸ Θεό. Ἄλλος ἄγγελος, στὸ μεταξύ, εἶχε ἐμφανισθεῖ στὸ Ἰωακεὶμ στὴν ἔρημο ὑποσχόμενος τὰ ἴδια. Τότε ὁ Ἰωακεὶμ ἱκανοποιημένος ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του. Πραγματικὰ ἐννέα μῆνες ἀργότερα ἡ Ἄννα ἔφερε στὴ ζωὴ μία κόρη, τὴν ὁποία ὀνόμασε Μαριὰμ καὶ τὴν ἀνέθρεψε μὲ μεγάλη προσοχή, ἐνῶ ἀργότερα τὴν ἀφιέρωσε στὸν Θεό.

Η ΕΟΡΤΗ: Μετὰ τὴν τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀποφασίστηκε νὰ ἑορτάζονται οἱ Θεομητορικὲς ἑορτὲς σὲ διαφορετικὸ χρόνο. Μέχρι τότε ἡ Θεοτόκος ἐτιμᾶτο κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς. Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ε´αἰώνα ὁρίστηκε ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου κατὰ τὴν 8η Σεπτεμβρίου. Τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς περιελήφθη στοὺς Συναξαριστές.

ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνὸς διακρίνει πολλὲς προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἔτσι, ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ κιβωτὸς ποὺ διὰ τῆς γέννησης τοῦ Κυρίου, σώζει τὸν κόσμο κατασιγάζοντας τὰ κύματα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι φλεγόμενη, ἀλλὰ ὄχι καιόμενη, ἄφθαρτη βάτος. Λέει ἀκόμη ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας: “Ἐσένα προεζωγράφισε ἡ κιβωτὸς τοῦνόμου καὶ Σένα εἶχαν φανερὰ προτυπώσει ἡ στάμνα ἡ χρυσὴ καὶ ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν ποὺ εἶχε βλαστήσει. Ἀπὸ Σένα προῆλθε ἡ φλόγα τῆς θεότητος, ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, τὸ οὐράνιο μάννα, τὸ ὄνομα πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, τὸ φῶς τὸαἰώνιο καὶ ἀπρόσιτο, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ οὐράνιος, ὁ ἀγεώργητος καρπός, ποὺ βλάστησε ἀπὸ Σένα μὲ σῶμα ἀνθρώπινο. (…) Ὅπως ὁἸακὼβ εἶδε τὴ σκάλα νὰ ἑνώνει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ γῆ καὶ νὰ ἀνεβοκατεβαίνουν σ᾽ αὐτὴν Ἄγγελοι, ἔτσι κι ἐσὺ ἕνωσες αὐτὰ ποὺ ἦσαν πρὶν χωρισμένα, ἀφοῦ μπῆκες στὴ μέση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων κι ἔγινες σκάλα, γιὰ νὰ κατεβεῖ σὲ ἐμᾶς ὁ Θεός, ποὺ πῆρε τὸ ἀδύναμο προζύμι μας καὶ τὸ ἔνωσε μὲ τὸν ἑαυτό Του (…) Ποιό εἶναι τὸ Δαβιτικὸ μαλλὶ τοῦ προβάτου ποὺ πάνω του ἔπεσε σὰν βροχὴ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺεἶναι συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα; Δὲν εἶσαι Σὺ ὁλοφάνερα; Ποιὰ εἶναι ἐπίσης ἡ Παρθένος, ποὺ ὁ Ἠσαΐας προφήτευσε ὅτι θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Καὶ ποιό εἶναι τὸ βουνὸ τοῦ Δανιήλ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κόπηκε πέτρα, ἀγκωνάρι, ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ ὑποκύψει σὲ ἀνθρώπινο ἐργαλεῖο; Ἂς ἔρθει ὁ Ἰεζεκιὴλ ὁ θεϊκότατος κι ἂς δείξει πύλη ποὺ ἔχει κλειστεῖ καὶ ποὺ πέρασε ἀπὸ μέσα της μόνο ὁ Κύριος καὶ παραμένει κλειστή. Ἐσένα, λοιπόν, κηρύττουν οἱ Προφῆτες. Ἐσένα διακονοῦν οἱ Ἄγγελοι καὶ ὑπηρετοῦν οἱ Ἀπόστολοι.”

Ἀπολυτίκιοn: “Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν· καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.”

,

Σχολιάστε

Η ΑΠΟΤΟΜΗ τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννoυ

Ἡ ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς
τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννoυ

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

Μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, τὴν «ἀποτομὴ τῆς τιμίας κεφαλῆς» τοῦ Ἰωάννου Προδρόμου ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ τὴν ἑορτὴ μέρα νηστείας, διότι ὁ Ἰωάννης θανατώθηκε ἐξ αἰτίας τῆς οἰνοποσίας καὶ τοῦ ἡδονισμοῦ ἑνὸς βασιλιᾶ σὲ συμπόσιο τῆς ἑορτῆς τῶν γενεθλίων του. Πρόκειται γιὰ τὸν τελευταῖο προφήτη, στὸ μεταίχμιο δύο ἐποχῶν, ποὺ συνδέει Καινὴ καὶ Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τοῦ ὁποίου σκοπὸς τῆς ζωῆς ὑπῆρξε ἡ ἀναγγελία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ ΠΥΡΙΝΟ ΚΗΡΥΓΜΑ: Ὁ ταπεινός, δίκαιος, ἅγιος, γιὸς τοῦ ἱερέα Ζαχαρία, ζεῖ ἁπλὰ καὶ φτωχικὰ στὴν ἔρημο (ὡς Ναζιραῖος, ἀσκητὴς δηλαδὴ) κηρύσσοντας τὴ μετάνοια στὸν Ἰσραὴλ καὶ μεταφέροντας τὸ ἐλπιδοφόρο μήνυμα τῆς ἔλευσης τοῦ Θεανθρώπου. Προετοιμάζει τὴν «ὁδὸν τοῦ Κυρίου», ἐξ οὗ καὶ Πρόδρομος. Βαπτίζει στὸν Ἰορδάνη ὅσους προσέρχονται ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες τους. Διδάσκει τὸν λόγο καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τονίζοντας τὴ λύτρωση ποὺ φέρνει ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καλώντας ὅλους σὲ μετάνοια. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν διστάζει νὰ ἐλέγχει καὶ τὸν Ἡρώδη, ποὺ συζοῦσε μὲ τὴν Ἡρωδιάδα, γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου: “Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου”. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἡ Ἡρωδιάδα κατόρθωσε νὰπείσει τὸν Ἡρώδη νὰ τὸν φυλακίσει, ὥστε νὰ μὴν ἀκούγεται ὁ ἐνοχλητικὸς ἔλεγχός του. Ὡστόσο, κι ἀπὸ τὴ φυλακὴ ὁ ἀσυμβίβαστος Ἰωάννης δὲν ἔπαψε νὰ κηρύττει τὸ θεῖο λόγο, ἐλέγχοντας τοὺς ἐν “ἁμαρτίᾳ συζευχθέντας”. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ Ἡρώδης τὸν διατηροῦσε ζωντανό. Ἦταν «δίκαιος» καὶ «ἅγιος». Ὁ λαὸς τὸν ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν τὴ διδαχή του. Πίστευε στὸ προφητικό του κήρυγμα γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Σωτήρα. Γι’ αὐτὸ κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας δὲν τολμοῦσε νὰ τὸν θανατώσει. Ἡ Ἡρωδιάδα ὅμως δὲν ἀνεχόταν τὴν κατάσταση αὐτή, ποὺ τὴν ἔκανε νὰ νιώθει ταπεινωμένη, μεταξὺ τῶν καθὼς πρέπει κυριῶν τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἔψαχνε εὐκαιρία. Κι ὅταν ὁ ἐπιπόλαια φερόμενος Ἡρώδης, στὴ γενέθλιο ἑορτή του, “γλεύκους μεμεστωμένος” ὑποσχέθηκε νὰ χαρίσει ὁτιδήποτε, «ἕως ἡμίσεως τῆς βασιλείας» του, στὴν κόρη της καὶ ἀνιψιά του, μετὰ ἀπὸ ἕναν ὡραῖο χορό, βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδικηθεῖ. Συμβούλεψε τὴν κόρη της νὰ ζητήσει «τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου». Κι ὁ Ἡρώδης, ποὺ μὲ τόση εὐκολία ἔδωσε μία τόσο σοβαρὴ ὑπόσχεση, δὲν κατάφερε τώρα, ἂν καὶ «περίλυπος γενόμενος», νὰ ἀρνηθεῖ, βοηθώντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ πετύχει τὴν ἐκδίκησή της ἡ Ἡρωδιάδα. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν ἅγιο, ταπεινό, ἀλλὰ ἀσυμβίβαστο Ἰωάννη, παρουσιάζεται ὁ ἡδονιστής, ἀπερίσκεπτος Ἡρώδης, ποὺ ἐπιπόλαια δίνει σοβαρὲς ὑποσχέσεις. Καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ποὺ συζεῖ μὲ τὴν μαινόμενη Ἡρωδιάδα, σκανδαλίζοντας. Καὶ ἐνῶ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ κηρυγματικοῦἐλέγχου τοῦ Ἰωάννη, τοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία μετανοίας, αὐτός, δοῦλος τοῦ σαρκίου, ἐθελοτυφλώντας, προβαίνει στὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ Ἰωάννη γιὰ χάρη τῆς κόρης τῆς παράνομης γυναίκας του.

“ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΕΣ” ΣΚΕΨΕΙΣ: Τὸ γεγονὸς τῆς ἀποτομῆς ἔχει σχέση μὲ τὸ σφοδρὸ Προδρομικὸ ἔλεγχο, ἀλλὰκαὶ μὲ τὴν ἐποχή μας. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Προδρόμου, μὲ τὰ σημερινὰ κοσμικὰ δεδομένα καὶ τὴ λεγόμενη «νεοπατερικὴ» σκέψη τῶν ”Καιρῶν” μας, [ἂς φανταστοῦμε ὅτι ὁ Ἰωάννης ζοῦσε σήμερα] χαρακτηρίζεται ἀκραία, γραφική, φανατικὴ καὶ τελικὰ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν. Γιατί ὅμως; Τὸ τί ἔκανε ὁ Ἡρώδης στὴν προσωπική του ζωὴ ἐντάσσεται, σήμερα, στὰ «ἀπόρρητα προσωπικὰ δεδομένα» καὶ συνεπῶς ὄχι μόνο δὲν εἶχε δικαίωμα ἐλέγχου ὁ Βαπτιστής, ἀλλὰ μὲ τὴν πράξη αὐτή, παρανομεῖ, προσκρούοντας στὸ νόμο περὶ«ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τῆς προσωπικῆς ζωῆς». Μὲ τὸν ἔλεγχό του, συνεχίζει ἡ “νεοπατερικὴ σκέψη”, ξεπέφτει ἀπὸ τὸ ὑψηλό του ἔργο. Εἶναι ἀσκητὴς καὶ συνεπῶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνει τὸ χῶρο ἄσκησής του καὶ νὰκατεβαίνει στὰ κοσμικά, σὲ ἐπίπεδο ποὺ μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ «κοσμικὸ κουτσομπολιό». Κάνει, κατὰ τὴν ἴδια σκέψη, ὑπέρβαση καθήκοντος, καὶ μάλιστα, μὲ τὴν ἀδιακρισία του, θίγει τὴν «Ἱερὰ Σύνοδο» τῆς ἐποχῆς, τὸ «Μέγα Συνέδριον», ἀφοῦ δὲν ἔχει ἐξουσιοδοτηθεῖ σχετικὰ ἀπὸ τοὺς ἐπιχώριους Ἀρχιερεῖς. Δηλαδή, λειτουργεῖ ἀντιδεοντολογικά, ἀπρεπῶς, αὐθαιρέτως. Ἐπιτέλους, ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ “Ναζιραῖος”, ὁ”καλόγερος” ποὺ ἐλέγχει, ἐνῶ τὸ σῶμα τῶν ταγῶν-ἀρχιερέων καὶ τῶν “δοκούντων ὅτι εἶναι τί”, ἔστω καὶ ἀπὸ«διάκριση», ἀνέχεται αὐτὴν τὴν κατάσταση, δηλ. τὴν παρανομία τοῦ Ἡρώδη; Δημιουργεῖ μὲ τὸν πύρινο λόγο του «κοινωνικὴ ἀναταραχή», στὴν «εὐνομούμενη πολιτεία» καὶ μάλιστα γιὰ ἕναν τόπο ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς κυρίαρχης Ρώμης. Εἶναι δυνατὸν «ἡσυχαστές», «ζηλωτὲς ἐρημίτες», νὰ γίνονται αἰτία συγχύσεων καὶ ταραχῶν, προσβάλλοντας “κεφαλές”, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν «ταχθεῖ παρὰ Θεοῦ» στὸ ἔργο τοῦτο; Λησμονοῦσε ὁ Βαπτιστὴς ὅτι ὁ Ἡρώδης, παρὰ τὰ πάθη καὶ τὶς ἰδιορρυθμίες του, ἔκανε ἔργα, ἀνέπτυσσε τὴν «πολιτισμικὴ παράδοση» καὶ τὴν «ἰουδαϊκὴ κουλτούρα», κρατοῦσε «λεπτὲς ἰσορροπίες» μὲ τὴν Ρώμη ἀλλὰκαὶ τὸ ἑλληνιστικὸ ὑπόβαθρο τῆς κατ᾽ ἀνάγκην τότε πολυπολιτισμικῆς Ἰουδαίας, καὶ τὸ σημαντικότερο, εἶχε προσφέρει χρήματα τοῦ δημόσιου κορβανᾶ γιὰ τὸ κτίριο τοῦ Ναοῦ. Κυρίως ὅμως μὲ τὸν ἔλεγχό του, διατάρασσε τὴν «ἀγαστὴ συνεργασία» μεταξὺ «θρησκείας καὶ πολιτείας». Ἀποδεικνύει τὸν ἑαυτόν τουἀκραῖο, φανατικό, μονοκόμματο, ἀδιάκριτο, ἀφοῦ ἀφήνει τὸ ἔργο τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ κηρύγματος καὶ ἐγκαταλείπει τὸν κόσμο ποὺ προσέτρεχε στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ. Θὰ μπορούσαμε βέβαια νὰ σημειώσουμε καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα βγαίνουν ὡς συμπεράσματα ἀπὸ τὴν σύγχρονη «νεοθεολογικὴ-ἐπιστημονικὴ» σκέψη.

Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ: Ὅμως, δόξα τῷ Θεῷ, ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Πρόδρομος, ὁ ἀσυμβίβαστος τῶν Προφητῶν, ζοῦσε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὑπογράφοντας τὴν ἀγάπη του μὲ τὴν ἴδια του τὴν κεφαλή. Ὁ Πρόδρομος, ὡς γνήσιος Προφήτης, ἀνυποχώρητος, ἀρνεῖται νὰ καλύψει τὴν δειλία, μὲ ἕνα διάτρητο «θεολογικὸ» μανδύα καὶ μὲ ἐπιχειρήματα «νεοπατερικά». Ἀρνεῖται τὴν διαστροφὴ τῆς ἀποκτηνώνουσας ἁμαρτίας καὶ ἐπικυρώνει τὴν ἀλήθεια: οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες, πόσο μᾶλλον οἱἐκκλησιαστικοί, μὲ τὴ ζωή τους, πρέπει νὰ ἀποτελοῦν παράδειγμα. Τὸ δὲ αἷμα του, εἶναι ἡ μεγαλύτερη μαρτυρία τῆς συνέπειας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἂς πρεσβεύει ὁ Μάρτυρας τοῦ Εὐαγγελικοῦ ἤθους, ὥστε νὰδεχθοῦμε τὴν χάρη καὶ τὴν εὐλογία, γιὰ μία συνειδητὴ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ ζωή.

, ,

Σχολιάστε