Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου

Ο ΑΓ. ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ

γιος ερομάρτυς Πολύκαρπος

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος γεννήθηκε γύρω στὸ 80 Μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴ Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν φυλακιστεῖ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία. Ὑπῆρξε, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο, μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Ἀργότερα, ὁ Ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης, μαζὶ μὲ Ἀποστόλους χειροτόνησαν ὡς διάδοχο τοῦ πρώτου στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο, τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο. Ὁ Ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ τὴ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, τὸν ὁποῖο καὶ ἐπισκέφθηκε στὴ διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του, ἐνῶ τοῦ συμπαραστάθηκε στὰ μαρτύριά του. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ ποὺ ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ συγχαίρει τοὺς Φιλιππησίους γιὰ τὴν φιλοξενία, ποὺ παρεῖχαν στὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Ἡ ἐπιστολὴ διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ χαρακτήρα της. Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴ θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Ἦταν γνήσιος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Ὁ μαθητής του, Ἅγιος Εἰρηναῖος, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ τοῦ Μαρκίωνος ποὺ τότε εἶχαν σχηματιστεῖ.

ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἐπιτυχῆ ἀποστολικὴ δράση, προκαλώντας τὴ μῆνι τῶν εἰδωλολατρῶν. Ὅλα ἄρχισαν ὅταν κάποιος Κόιντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ποὺ ἦλθε στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πράγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ προοιώνιζε θάνατο. Τελικά, ἡ ἐπιδίωξή τους πραγματοποιήθηκε καὶ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κόιντο, ποὺ δειλιάζοντας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ «ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, θεωρούμενος ἀπὸ τὴν ὀργισμένη μάζα τῶν εἰδωλολατρῶν αἴτιος τῆς αὔξησης τοῦ χριστεπώνυμου πληρώματος στὴν περιοχή. Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος ὅμως, πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Ἐν τέλει ὁ Ἅγιος συνελήφθη λίγο ἀργότερα, τὸ ἔτος 168, ἐπὶ Μάρκου Αὐρηλίου, καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἀνθύπατο. Ὁ γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ λαμπερό. Κάποιος φρουρός, ὀνόματι Ἡρώδης, καὶ ὁ πατέρας ἐκείνου Νικήτας προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει. Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ: Ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ,(…) εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσάς με ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν με μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἷς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτῇ, καθὼς προητοίμασας καὶ προεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀψευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ καὶ ἐπουρανίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ».
Ἡ φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης-ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ Ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, ἐνῶ κάποιο θαρραλέοι πιστοὶ συνέλεξαν τμήματα τῶν λειψάνων.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ: Ἀπὸ τὸ ἔργο του σώζεται ἡ Ἐπιστολὴ πρὸς Φιλιππησίους, ἐνῶ στὸν 2ο μ.Χ. αἰώνα ἀνάγεται τὸ “Μαρτύριον Πολυκάρπου”, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα κείμενα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Γραμματείας, ποὺ γράφηκε ἀπὸ τὸν Γάιο, μαθητὴ τοῦ Ἁγίου. Τὸ “Μαρτύριον” αὐτό, ποὺ εἶναι οὐσιαστικὰ μία ἐπιστολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης πρὸς τὴν Ἐκκλησία Φιλομηλίου τῆς Φρυγίας, συμπεριλαμβάνεται καὶ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας.

 

 

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. νέος ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΗΤΑΣ ὁ Ἁγιορείτης

Ὁ ἁγιορείτης ἅγιος Νικήτας [Ἀρβανίτης]
ὁ Ἠπειρώτης νέος Ἱερομάρτυρας [19.2.1806]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

Ο ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Ὁ Ἅγιος Νικήτας καταγόταν ἀπὸ τὴ σκλάβα Βόρειο Ἤπειρο, ὅπου καὶ γεννήθηκε κοντὰ στὸ 1760. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸ Χριστὸ ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ἄφησε τὰ ἐγκόσμια καὶ πῆγε στὸ “Περιβόλι τῆς Παναγίας”, στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ συγκεκριμένα στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐκάρη καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα τοῦ μοναχοῦ. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, λίγα χρόνια ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τέλος ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης στὴν Ἱερὰ Μονὴ Παντελεήμονος.

ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΛΟΓΟ ΘΕΟΥ: Μετὰ ἀπὸ πολλὴ προσευχὴ καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν Πατέρων τῆς Σκήτης, ξεκίνησε γιὰ τὸν μεγάλο ἀγώνα νὰ βοηθήσει τοὺς σκλαβωμένους ἀδελφοὺς τῶν Σερρῶν καὶ τῆς Δράμας, νὰ μείνουν σταθεροὶ στὴν πίστη πρὸς τὸν ἀληθινὸ Θεό. Βλέποντας οἱ Τοῦρκοι στὸ πρόσωπό του τὸν μεγάλο ἀντίπαλο ἐνάντια στὴν ἐξάπλωση τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ τῶν Σερρῶν μὲ τὴν κατηγορία ὅτι κηρύττοντας τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὸ Μωαμεθανισμὸ σὰν λαθεμένη θρησκεία, χαρακτήριζε τὸν ἱδρυτή της, Μωάμεθ, πλάνο.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στὴ σκοτεινὴ φυλακὴ τῶν Σερρῶν ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, ὅπως ὄσφρηση φωτιᾶς ἀπὸ τὴ μύτη, ἀκάνθινο στεφάνι στὸ κεφάλι, καλαμένιες ἀκίδες στὰ νύχια του καὶ τὸ πιὸ βασανιστικό: κάψιμο στὰ ἀπόκρυφα μέλη του. Ὁ Νικήτας ὅμως, μὲ θαυμαστὴ σταθερότητα, συνεχῶς ὁμολογοῦσε τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Τελικά, στὶς 19 Φεβρουαρίου 1806 μ.Χ., τὸν κρέμασαν καὶ ἔτσι δέχτηκε τὸ στεφάνι τῆς ἀφθαρσίας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ ἡ Ἀθηναία

γία Φιλοθέη (19.2.1589)

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΜΟΝΑΧΗ: Ἡ Φιλοθέη ἦταν κόρη τοῦ Ἀθηναίου λογίου Ἀγγέλου Μπενιζέλου. Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1522 καὶ τὸ βαπτιστικό της ὄνομα ἦταν Ρηγούλα. Μετὰ ἀπὸ ἐπιμονὴ τῶν γονέων της νυμφεύτηκε ἕνα ἀρχοντόπουλο τῆς ἀθηναϊκῆς οἰκογένειας τῶν Χειλάδων (1536). Ὅμως ὁ σύζυγός της πέθανε τρία ἔτη ἀργότερα. Ἔτσι ἡ Ἁγία, χωρὶς οἰκογενειακὰ βάρη, ἐπιδόθηκε σὲ πλήρη ἀγαθοεργιῶν ἀσκητικὸ βίο. Ὅταν μάλιστα πέθαναν καὶ οἱ γονεῖς της, ἡ Ρηγούλα μετέτρεψε ἕνα γειτονικό της ναΐσκο (Ἅγ. Ἀνδρέα) σὲ Μοναστήρι, στὸ ὁποῖο κληροδότησε τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς περιουσίας της. Ἡ ἴδια ἐκάρη μοναχὴ παίρνοντας τὸ ὄνομα Φιλοθέη. Ἐν συνεχείᾳ εἰσῆλθε πρώτη στὴ μονή, ὡς ἡγουμένη, ἀκολουθούμενη ἀπὸ ὑπηρέτριές της.

ΙΔΡΥΜΑΤΑ “ΟΑΣΕΙΣ” ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ: Μέσα στὸ μοναστήρι ἵδρυσε καὶ βιοτεχνικὸ ἐργαστήριο, στὸ ὁποῖο παρακολουθοῦσαν μαθήματα ἢ ἐργάζονταν πλῆθος κοριτσιῶν τῆς Ἀθήνας. Ἐν συνεχείᾳ ἵδρυσε ἕναν Παρθενώνα, στὸν ὁποῖο προσείλκυσε πλῆθος εὐσεβῶν κοριτσιῶν, καθιστώντας ἔτσι τὸ ἵδρυμα κέντρο πνευματικῆς προστασίας καὶ φιλοξενίας. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου τὸ μοναστήρι καὶ τὰ ἱδρύματα πλούτισαν ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν εὐσεβῶν καὶ ἔτσι ἡ Φιλοθέη μπόρεσε νὰ ἱδρύσει σχολεῖα καὶ παραρτήματα τοῦ Παρθενώνα. Μάλιστα ἡ Μονὴ καὶ τὰ ἐξαρτημένα ἀπ᾽ αὐτὴ ἱδρύματα λειτούργησαν σὰν κυματοθραῦστες στὸ κύμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, ποὺ εἶχαν ἐξαπολύσει οἱ Ὀθωμανοὶ κατὰ τὸν πρῶτο αἰώνα τῆς Τουρκοκρατίας στὴν Ἑλλάδα. Ἀκόμη, ἡ Φιλοθέη ἐκτὸς τοῦ ὅτι παρεῖχε στὶς μονάστριες ἀλλὰ καὶ στὶς κοπέλες ἐργασία στὰ ἐργαστήρια, ἀσκοῦσε παράλληλα ἄοκνα τὴ φιλανθρωπία, καθιστάμενη προστάτιδα τῶν φτωχῶν καὶ τῶν γερόντων.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ – ΚΟΙΜΗΣΗ: Οἱ Ὀθωμανικὲς ἀρχὲς τῆς Ἀθήνας βλέποντας ὅτι ἡ Φιλοθέη μὲ τὴν πίστη της καὶ τὸν τρόπο ζωῆς της ἐνέπνεε τοὺς ραγιάδες, ἔδωσαν ἐντολὴ νὰ συλληφθεῖ καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴ φυλακή, ὅπου ὑπέφερε τὰ πάνδεινα. Χάρις σὲ συντονισμένες προσπάθειες τῆς Δημογεροντίας τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀθήνας, ὅμως, ἡ Φιλοθέη ἀπελευθερώθηκε. Σύντομα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ 1588, συνελήφθη ἐκ νέου κατὰ τὴ διάρκεια μίας ἀγρυπνίας ποὺ ἐτελεῖτο στὴ Μονὴ ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Οἱ Τοῦρκοι, ποὺ τὴν συνέλαβαν, τὶς προξένησαν σοβαρὲς πληγὲς μὲ ραβδισμοὺς καὶ μαστιγώσεις, καθιστώντας την μισοπεθαμένη. Ἔπειτα ἀπ᾽ αὐτὸ οἱ συμμονάστριές της τὴν παρέλαβαν καὶ τὴν ὁδήγησαν στὸ μετόχι τῆς Μονῆς στὴν Καλογρέζα, ἐκεῖ ὅπου σήμερα βρίσκεται ὁ Ἱ. Ναὸς τῆς Ἁγ. Φιλοθέης. Ἐκεῖ τελικὰ δὲν κατόρθωσε ποτὲ νὰ συνέλθει ἀπὸ τοὺς βασανισμοὺς καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της τὴν 19η Φεβρουαρίου τοῦ 1589.
.             Τὴν ἑπομένη μόλις δεκαετία ἔγινε ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἁγιότητάς της ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπὶ δεύτερης πατριαρχίας Ματθαίου Β΄(1595-1600).

“ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ” ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Τὸ ἅγιο λείψανο τῆς Φιλοθέης φυλάσσεται μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν ἐντὸς λάρνακας. Κάθε ἔτος, τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ἕνα μέλος τῆς οἰκογένειας Μπενιζέλου ἀνοίγει τὴ λάρνακα γιὰ νὰ προσκυνήσουν οἱ πιστοί. Πρὸς τιμὴ τῆς Ἁγίας ὀνομάστηκε ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὸ κτίριο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, καθὼς καὶ μία ὁλόκληρη συνοικία (Νέα Φιλοθέη). Ἡ γειτονικὴ συνοικία τοῦ Ψυχικοῦ, ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε, ὀνομάστηκε ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς ἀναψυχῆς ποὺ προσέφερε στοὺς περιπατητὲς ἕνα πηγάδι στὴν περιοχή, τὸ ὁποῖο διάνοιξε μὲ δικές της δαπάνες ἡ Ἁγία Φιλοθέη. Κάθε χρόνο, ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας, πλήθη πιστῶν συρρέουν στὴ βραχώδη κρύπτη τῆς περιοχῆς τῆς Φιλοθέης, ὅπου ἀσκήτεψε αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐργάτιδα τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς ἰδέας.

Ἀπολυτίκιο
Ἀθηναίων ἡ πόλις ἡ περιώνυμος,
Φιλοθέην τιμᾶ τὴν ὁσιομάρτυρα
καὶ ἀσπάζεται αὐτῆς τὸ θεῖον λείψανον,
ὅτι ἐβίωσε σεμνῶς
καὶ μετήλλαξε τὸ ζῆν ἀθλήσει καὶ μαρτυρίῳ,
καὶ πρεσβεύει πρὸς τὸν Σωτήρα
διδόναι πᾶσι τὸ θεῖον ἔλεος.

,

Σχολιάστε

Η ΑΣΩΤΙΑ

σωτία

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ: Κατὰ τὸ Σόλωνα ὁ ἀπότομος πλουτισμὸς μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀσωτία: “Ἡ χόρταση γεννᾶ τὴν ὕβριν, ὅταν πολλὰ πέσουν πλούτη, σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουνε τὸ νοῦ τους μετρημένο”. Καὶ ἀλλοῦ γενικεύει: “Ὁ πλοῦτος φέρνει τὸν κορεσμὸ καὶ ὁ κορεσμὸς τὴν ὕβριν”. Ὅπου ὕβρις ἐννοεῖται ἡ ἀλαζονία ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν ἀσωτία μὲ κατάληξη τὴν πτώση. Σ᾽ αὐτὸ τὸ συλλογισμὸ συμφωνεῖ καὶ ὁ Πλούταρχος: “Οὐδέποτε ἀπορία (ἔλλειψη) χρημάτων ἐγέννησεν ἀσωτίαν”. Κατὰ τὸν Πλάτωνα: “Ἡ ζωὴ ποὺ ἔχει στὸ μερτικό της τὴν ἐγκράτεια, εἶναι πιὸ εὐχάριστη ἀπὸ ἐκείνη ὅπου βρίσκεται ἡ ἀσωτία”.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΡΟΥ: «Ἄσωτος» εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ ἔκλυτη ζωή, ὁ διεφθαρμένος, αὐτὸς ποὺ σπαταλᾶ χρήματα γιὰ νὰ ζήσει μιὰ τέτοια ζωή, αὐτὸς ποὺ φέρνει συμφορὰ στὸν ἑαυτόν του, στὴν οἰκογένειά του καὶ στὴν εὐρύτερη κοινωνία. Τελικὰ ὁ «ἄσωτος» εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας, αὐτὸς ποὺ θὰ φτάσει τελικὰ σὲ ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωση. Ἔτσι ἡ ἀσωτία ἐκφράζεται ὡς ὑπερβολικὴ στροφὴ πρὸς τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις, ποὺ τὴν συνοδεύει ἡ σπατάλη. Πολλὲς φορὲς συμβαίνει νὰ ἔχουμε ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ᾽ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου καὶ πάλι νὰ μὴ εἴμαστε εὐχαριστημένοι, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς τοῦ Εὐαγγελίου.

Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ: Στὸ πρόσωπο τοῦ ἄσωτου τῆς Παραβολῆς ἀναγνωρίζουμε τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ μὲ τὴν ἁμαρτία ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐνοχλεῖ καὶ πιέζει τὸν ἄσωτο. Νομίζει ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ κάνει τὴ ζωὴ μονότονη καὶ κουραστική. Ἔτσι προσπαθεῖ νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν σκέψη του τὸν Θεὸν ἐξορίζοντάς τον ἀπὸ τὴν καρδιά του. Βλέπει τὴν ἐλευθερία ὡς ἀσυδοσία. Ὁ ἄσωτος λησμονεῖ ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία συνδέεται μὲ τὸ δεσμὸ τῆς ἀγάπης. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν ἐμπιστεύεται τὸν Θεό, οὔτε τὴν οἰκογένειά του. Ἐμπιστεύεται τὶς δικές του δυνάμεις. Ἡ αὐτονομία κι ἡ αὐτάρκειά του ἐκφράζουν καὶ ἀλαζονεία, τὴν πηγὴ κάθε ἁμαρτίας. Ὁ ἄσωτος ἐπιλέγει μία νέα “προοπτική”, ποὺ τὸν ὁδηγεῖ σὲ στέρηση καὶ μοναξιά. Τελικὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν οἰκογένειά του γίνεται καὶ ἄσημος. Τότε ἀρχίζει νὰ συναισθάνεται τὴν προσωπική του ἐνοχή, παραδεχόμενος τὴν ἀποτυχία τῆς ἐπιλογῆς του. Ἡ παραδοχὴ εἶναι σημαντικὴ γιατί μπορεῖ νὰ φθάσει κανεὶς στὴ συνειδητοποίηση, ἀλλὰ ὁ ἐγωισμὸς νὰ μὴ τὸν ἀφήνει νὰ προχωρήσει σὲ παραδοχὴ ἐνοχῆς. Ὁ ἄσωτος παραδέχεται τὴν ἐνοχή του καὶ ἡ στροφή του πρὸς τὴν μετάνοια ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ἐπιλογὴ μίας νέας προοπτικῆς. Ἡ ἐπιλογὴ θεμελιώνεται στὴ παραδοχὴ τῆς ἀναξιότητάς του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ζητεῖ νὰ γίνει ἰσότιμος μὲ ὑπηρέτη τοῦ πατέρα του. Ὁ ἄσωτος μετανοεῖ πραγματικά, γιατί δὲν ζητᾶ νὰ γίνει πάλι υἱὸς ἀλλὰ δοῦλος, ἐπειδὴ ἡ πλήρης συναίσθηση τῆς ἐνοχῆς του τὸν κάνει ταπεινό. Ὁ ἄσωτος γύρισε στὸ σπίτι τοῦ πατέρα του, ὅταν «ἦλθε εἰς ἑαυτόν», ἐπειδὴ εἶχε καλὲς κι ἄριστες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ σπίτι του. Θυμήθηκε στὴν ἐρημιά του τὴν ἀγάπη καὶ τὶς θυσίες τοῦ πατέρα καὶ γύρισε νὰ τὶς ξαναζήσει. Ἂν εἶχε κακὲς ἀναμνήσεις δὲν θὰ γύριζε. Ὅσοι ἔχουμε τὴν εὐθύνη τῆς δημιουργίας περιβάλλοντος, στὴν οἰκογένεια, στὴν κοινωνία, στὴν Ἐκκλησία, στὸ Σχολεῖο πρέπει νὰ προσέξουμε. Τὸ περιβάλλον, ποὺ δημιουργοῦμε, πρέπει νὰ ἔχει τέτοια μορφή, ποὺ νὰ κάνει καὶ τὸν ἄσωτον τῆς ἐποχῆς μόλις «ἔλθη εἰς ἑαυτόν», νὰ τὸ θυμᾶται καὶ νὰ ξαναγυρίζει στὸ σπίτι του γιὰ νὰ βρεῖ στοργή. Πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἔχουν τὴ τάση νὰ συμπεριφέρονται ὡς ἀμετανόητοι ἄσωτοι. Ἀλλὰ μακρυὰ ἀπὸ τὴν μετάνοια, ἀκολουθοῦν δρόμο καταστροφῆς, τῆς ἀπώλειας, τοῦ Ἰούδα. Ἡ ἀμετανοησία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται ὡς ἄρνηση στὴ κλήση τοῦ Θεοῦ γιὰ σωτηρία, ἀποτελεῖ κατὰ τοὺς Πατέρες τὸ περιεχόμενο τῆς βλασφημίας κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΣ ΤΗΣ “ΑΣΩΤΙΑΣ”: Μὲ βάση τὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἀμετανόητου ἄσωτου ἀνθρώπου μποροῦμε νὰ μιλήσουμε καὶ γιὰ τὴν ἀσωτία τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν ἄδικη κατανομὴ τῆς παγκόσμιας παραγωγῆς ἀγαθῶν. Τὸ 5% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς νέμεται τὸ 95% τῆς παγκόσμιας παραγωγῆς. Ἡ ἀδικία αὐτὴ ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καὶ ὀξύμωρο σχῆμα, γιατί τὸ τὸ 5% τοῦ πληθυσμοῦ συμβαίνει νὰ εἶναι σχεδὸν ὅλοι χριστιανοί. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σύγχρονης “χριστιανικῆς” ἀσωτίας, εἶναι: To ἕνα τρίτο τῶν παιδιῶν τῆς Ἀφρικῆς ὑποσιτίζονται. Ἀκόμη ἐτησίως: “13 ἑκατομμύρια παιδιὰ πεθαίνουν στὶς ἀναπτυσσόμενες χῶρες, ἀπὸ ἀφυδάτωση, λιμό, κ.α, στερούμενα ἀγαθῶν ποὺ ἔχουν τὰ παιδιὰ τῶν χριστιανῶν. 300.000 παιδιὰ τυφλώνονται ἀπὸ ἔλλειψη βιταμίνης Α. Στὴν Ἀσία 1.000.000 παιδιά, ἐκπορνεύονται ἀπὸ πλούσιους Εὐρωπαίους καὶ Ἀμερικανοὺς “χριστιανούς” τουρίστες. Γύρω στὰ 10.000.000 παιδιὰ ὑποφέρουν ἀπὸ aids λόγῳ ἀνευθυνότητας τῶν ἐνηλίκων. 10.000.000 παιδιὰ εἶναι ὀρφανά, ἐπειδὴ οἱ γονεῖς τους πεθαίνουν ἀπὸ φτώχεια καὶ ἀσθένειες, ἐνῶ 130.000.000 παιδιὰ δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ φοιτοῦν σὲ Σχολεῖο. Οἱ περισσότεροι θάνατοι τῶν παιδιῶν θὰ μποροῦσαν νὰ προληφθοῦν μὲ χορήγηση βασικῶν ἐμβολίων ποὺ κοστίζουν μόλις 15 εὐρὼ ἀνὰ παιδί. Τέλος στὸν Τρίτο κόσμο 1,5 δισεκατομμύρια ἄνθρωποι δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ γευθοῦν καθαρὸ νερὸ καὶ 2 δισεκατομμύρια δὲν ἔχουν πρόσβαση σὲ συστήματα ὑγιεινῆς.” (Γιούνισεφ). Ἡ ἀσωτία τῆς ἐποχῆς μας θὰ περιορισθεῖ μὲ τὴν μετάνοια τῶν ἀσώτων ἀνθρώπων τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἰσοκατανομὴ τῶν ἀγαθῶν τῆς γῆς. Οἱ “πολιτισμένοι” τῆς Δύσης ἄνοιξαν τὶς χωματερές, ἀδειάζοντας τὸ γάλα στοὺς δρόμους καὶ πετώντας τοὺς καρποὺς τῆς παραγωγῆς τους σὲ σκουπιδότοπους. Ἡ ἀσωτία τῆς Δύσης δὲν εἶναι ἁπλῶς μία κοινωνικὴ ἀδικία σὲ βάρος συνανθρώπων μας, ποὺ στεροῦνται ὅσα οἱ ἄλλοι πετᾶνε καὶ κατασπαταλοῦν, εἶναι μία ἀσωτία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφὴ αὐτοὺς ποὺ ἀδικοῦνται. Ἡ ἀσωτία εἶναι ἡ ἁμαρτία σὲ ὅλες της τὶς μορφές. Εἶναι σκλαβιὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅποιος πιάστηκε στὸ δόκανό της ἔχει ἕναν ἄγριο καὶ βάρβαρο δυνάστη, ποὺ τὸν ἐξαναγκάζει νὰ κάνει ἀξιοκατάκριτα ἔργα. Ὁ δυνάστης αὐτὸς εἶναι ἀδίστακτος καὶ ἀνηλεὴς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος χάνοντας τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο φτάνει στὴν ἀσωτία.

ΑΣΩΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΓΝΩΣΗ: Χειρότερη συνέπεια εἶναι ἡ ἀπόγνωση. Εἶναι τὸ ἁμάρτημα ποὺ περιέχει ὅλα τὰ ἄλλα. Εἶναι καρπὸς ἀμετανοησίας. Ἡ παραδοχὴ τοῦ λάθους δρόμου ὁδηγεῖ στὴν ἀλλαγὴ ζωῆς καὶ στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἡ ἀμετανοησία ὅμως δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ συνέλθει καὶ ἡ ἀπόγνωση κλείνει κάθε δρόμο ἀληθινῆς ἐπιστροφῆς καὶ μετάνοιας. Ἀκόμα ὅμως καὶ στὴν ἔσχατη κατάπτωση ὑπάρχουν καὶ τότε περιπτώσεις ἐπιστροφῆς καὶ διόρθωσης. Αὐτὸ συμβαίνει, ὅταν στὴν πικρή του μεταμέλεια ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐγκαταλείπει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀπόγνωση. Συνέρχεται καὶ ἀποφασίζει νὰ ἐπιστρέψει. Τότε ἀρχίζει ἡ πορεία του πρὸς τὴν σωτηρία. Μετάνοια εἶναι τὸ αἴσθημα τὴν ἀνακούφισης ποὺ νοιώθει ὁ ἄνθρωπος στὴν καρδιά του. Εἶναι νοσταλγία ἐπιστροφῆς, ἐλπίδα σωτηρίας.

“ΤΙΜΗΤΕΣ” ΑΣΩΤΙΑΣ: Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ “δίκαιοι”, ποὺ προβάλλουν τὸν ἑαυτό τους σὰν κριτὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Αὐτοὶ εἶναι ἀπάνθρωποι καὶ σκληροὶ ἀπέναντι στοὺς ἁμαρτωλούς. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὄντως δίκαιοι, πειθαρχικοὶ καὶ ἐργατικοί. Ἂν ὅμως τοὺς λείπει ἡ ἀγάπη, τότε ἡ πίστη τους μετατρέπεται σὲ ἄγριο καὶ ἀνεξέλεγκτο φανατισμὸ καὶ ἡ ἐλπίδα τους σὲ ψυχρὸ ὑπολογισμό. Ἡ ἐλεημοσύνη τους καταντᾶ ἁπλὴ ἐπίδειξη «πρὸς τὸ θεαθῆναι». Ὅλη ἡ ζωή τους εἶναι μία ὑποκρισία.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δωρίζεται καὶ γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅποιον θέλει νὰ τὴν δεχτεῖ. Περιμένει ὁ Θεὸς τὸ ἐλάχιστό της προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου, τὴν μετάνοια. Καὶ τὴν ἀλλαγὴ τὴν δίνει ὁ ἴδιος, σὰν δῶρο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγάπης Του γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ διεσώθη. Τὸ νὰ μὴν ὑπολογίζουμε τόσο στὰ ἀσήμαντα δικά μας ἔργα ἀλλὰ στὴν ἄπειρη χάρη καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ Θεό, ὅπου ὑπάρχει γιὰ ὅλους σωτηρία, χαρὰ καὶ εὐφροσύνη.

«ΠΑΤΕΡ ΑΓΑΘΕ»
ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ τοῦ ΑΣΩΤΟΥ
[Ψάλλει χορὸς ἀπὸ τὸ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ]:

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ὁ ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ

  γιος Νεομάρτυς Νικόλαος Κορίνθιος [14.2.1554]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΟΡΦΑΝΙΑ: Ὁ Νεομάρτυς Νικόλαος γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν τὸ 1510-1520 μ.Χ., ἀπὸ φτωχοὺς γονεῖς, στὸ Ψάρι Κορινθίας, ἕνα μικρὸ ἄσημο χωριό, στὸ βουνὸ Ζάρηκα. Τὸν πατέρα του τὸν λέγανε Ἰωάννη καὶ τὴν μητέρα του Καλή. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς Χριστιανοὶ καὶ ξεχώριζαν στὸ χωριὸ γιὰ τὴν πίστη τους. Ὁ Νικόλαος, ἀπὸ μικρὸς ἀνετρέφετο ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς του μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστη. Ὅταν ὅμως ἔγινε δώδεκα χρονῶν, πέθαναν καὶ οἱ δύο του γονεῖς καὶ ὁ Νικόλαος ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ μόνος. Γιὰ νὰ ζήσει ἀναγκάστηκε νὰ ξενιτευτεῖ καὶ πῆγε στὴ Σηλυβρία τῆς Θράκης.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ: Ἐκεῖ ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια καὶ κατόπιν μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη. Κάποιος Σηλυβρινὸς τὸν ἐκτίμησε βαθύτατα καὶ λόγῳ ἐμπιστοσύνης, τοῦ ἀνέθεσε τὴν φροντίδα τοῦ σπιτιοῦ του. Ὁ Νικόλαος ἐκεῖ στὴν Πόλη ἐργάστηκε εὐσυνείδητα. Ὅταν ὅμως ἔφτασε στὴν κατάλληλη ἡλικία, ἀποφάσισε νὰ κάμει οἰκογένεια. Νυμφεύθηκε λοιπὸν μία φτωχή, ἀλλὰ καλὴ γυναίκα. Ἀπέκτησε μάλιστα ἀρκετὰ παιδιά. Γιὰ νὰ θρέψει τὴν οἰκογένειά του ἐργαζότανε στὴν ἀγορὰ ὡς παντοπώλης. Εἶχε ἀνοίξει μαγαζὶ τροφίμων σὲ καλὴ θέση, στὴν ἀγορὰ σὲ κεντρικὸ δρόμο. Κι ἐνῶ ἔβγαζε χρήματα πολλά, δὲν ξεχνοῦσε τὴ σωτηρία του καὶ τὴν πρόοδο τῆς ψυχῆς του ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ ὑγεία τῆς οἰκογενείας του.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟ ΦΘΟΝΟ: Κατὰ τὸ 34ο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Σουλτάνου Σουλεϊμὰν [1553-4] τοῦ λεγομένου καὶ “Μεγαλοπρεποῦς”, κι ἀφοῦ ὁ σουλτάνος αὐτὸς φόνευσε τὸν μεγαλύτερο υἱό του, ἐξεστράτευσε κατὰ τῶν Περσῶν. Κατὰ τὴν ἀπουσία του ἄφησε στὴν Κωνσταντινούπολη ἕναν Ἔπαρχο, Σινὰν ὀνομαζόμενο. Ἀλλὰ αὐτὸς ἤτανε θηρίο ἀνήμερο καὶ ὄχι ἄνθρωπος. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ κάθε Ὀθωμανός, ὅταν μισοῦσε ἕνα Χριστιανό, μποροῦσε νὰ τὸν καταγγείλει στὸν Σινάν. Αὐτὸ ἔκαμαν καὶ στὸν Νικόλαο. Μερικοὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὴ Σηλυβρία, ποὺ ἦταν γείτονες καὶ ἀνταγωνιστές του στὴν ἴδια ὁδό, ποὺ εἶχε τὸ μαγαζί του ὁ Νικόλαος, κινούμενοι ἀπὸ φθόνο, διότι ὁ Νικόλαος ἦταν τίμιος καὶ ὁ κόσμος τὸν προτιμοῦσε, τὸν συκοφάντησαν στὶς Ἀρχές, ὅτι ὕβρισε τὸν Προφήτη τους, τὸν Μωάμεθ.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΒΕΖΥΡΗ: Ὁ Ἔπαρχος, ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό του καὶ ζήτησε νὰ συλλάβουν τὸν Νικόλαο. Ὅταν τὸν φέρανε μπροστά του, τὸν ρώτησε: «Ὥστε εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ μοῦ εἴπανε γιὰ σένα, ὅτι δηλαδὴ παραδέχεσαι τὸν Χριστὸ ὡς Θεό, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ Κοράνιό μας; Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι τὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεώς μας, τὸν ἀληθινὸ Προφήτη τὸν ἀποκαλεῖς, ἀθεόφοβε, παιδὶ τοῦ διαβόλου;» «Μάλιστα, Ἔπαρχε», τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἅγιος, «ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πῶ τὸν ἥλιο, ὅτι εἶναι σκοτεινός. Οὔτε τὴν νύκτα, ὅτι εἶναι φωτεινή. Ἔτσι καὶ τὸν Χριστό μου. Εἶναι -καὶ τὸ λέγω παντοῦ- Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι φῶς καὶ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμο. Ἐνῶ ὁ δικός σας Μωάμεθ εἶναι σκότος ἀφεγγές, καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦν τοὺς γκρεμίζει σὲ βάραθρα ἀπώλειας. Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ εἶπε καὶ ὁ Χριστός μου: “Τυφλὸς τυφλόν, ἐὰν ὁδηγῆ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται”. Καὶ σεῖς ἑπομένως, ὅσοι ἀκολουθεῖτε ἕνα τυφλὸν ἄνθρωπο, τὸν Μωάμεθ, θὰ πέσετε εἰς βυθὸ ἀπώλειας. Ἀλλοίμονό σας, δύστυχοι»!

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Μετὰ ἀπὸ τὴ γενναία ἀπάντηση τοῦ Μάρτυρα, ὁ Ἔπαρχος ἔγινε ἔξω φρενῶν καὶ διέταξε νὰ ρίξουν στὸ ἔδαφος τὸν Νικόλαο καὶ μὲ σκληρὰ ραβδιὰ νὰ τὸν κτυπήσουν ἀλύπητα στὰ πόδια, ὥσπου νὰ τὰ ματώσουν καὶ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ βαδίσει. Οἱ στρατιῶτες, γιὰ νὰ ἀρέσουν στὸν Ἔπαρχο, τὸν κτυποῦσαν μὲ ὅλη τους τὴν δύναμη. Πονοῦσε ὁ Μάρτυς ἀφόρητα. Γιὰ νὰ τοῦ προξενήσουν ἀκόμη περισσοτέρους πόνους, βάζανε στὰ νύχια τῶν ποδιῶν του ἀγγίδες. Ἔτρεχε τὸ αἷμα σὰν αὐλάκι. Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος παρ’ ὅλον τὸν πόνο, ποὺ ὑπέφερε, δὲν ἔβγαζε μιλιά. Μόνο προσευχότανε. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Ὁ Ἔπαρχος διέταξε κατόπιν καὶ τὸν κλείσανε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ στὸ σκοτάδι, μὲ χειροπέδες κι ἁλυσίδες στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, τὸν ἄφησαν τέσσερις μέρες. Αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Νικόλαος προσευχόταν συνεχῶς καὶ εὐχαριστοῦσε δοξολογώντας τὸ Θεό, ποὺ τὸν ἀξίωνε νὰ πάθει γι’ Αὐτόν. Ἐκεῖ ὅμως, μέσα στὴ νύκτα ποὺ προσευχόταν, ξαφνικὰ ἔλαμψε τὸ κελὶ τῆς φυλακῆς, ἀπὸ ὑπέρλαμπρο φῶς. Τότε τοῦ παρουσιάστηκε ὁ Χριστὸς λέγοντάς του: «Νικόλαε, ἔχε θάρρος. Παρακολουθῶ τὸν ἀγώνα σου. Νὰ ὑποφέρεις μέχρι τέλους». Μετὰ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ φυλακισμένου ὁ Κύριος. Ὁ Ἅγιος πῆρε μεγάλο θάρρος ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Χριστοῦ. Πετοῦσε ἀπὸ τὴ χαρά του καὶ φτερούγιζε ἡ καρδιά του.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΟ: Τὴν πέμπτη μέρα μετὰ τὸν ἐγκλεισμὸ τοῦ μάρτυρα, διέταξε ὁ Ἔπαρχος νὰ τὸν παρουσιάσουν μπροστά του στὸ δικαστήριο. Ἀλλὰ τὴ φορὰ αὐτὴ ὁ ἄγριος καὶ αἱμοβόρος Ἔπαρχος, ἄλλαξε ὄψη καὶ “ντύθηκε” μὲ γλυκύτητα καὶ καλοσύνη, μὲ ὑποσχέσεις καὶ προσφορὲς ἀξιωμάτων, γιὰ νὰ δελεάσει τὸν Ἅγιο. Ὅμως ὁ Νικόλαος κατατρόπωσε τὸν Ἔπαρχο. Δὲν φανταζότανε ποτέ, ὅτι βρισκόταν ἄνθρωπος μὲ τόσο θάρρος καὶ γενναιότητα νὰ τοῦ τὰ πεῖ κατὰ πρόσωπον. Ὁ τύραννος ἀγρίεψε ἀκόμη περισσότερο. Γι’ αὐτὸ διέταξε τοὺς δήμιους νὰ τὸν γδύσουν καὶ νὰ τὸν ντύσουν μία φόρμα κατάσαρκα. Τοῦ κρέμασαν κατόπιν δύο βαριὲς ἁλυσίδες στὸ λαιμὸ καὶ τὸν περιέφεραν σὲ ὅλη τὴν κεντρικὴ ὁδὸ τῆς ἀγορᾶς. Φώναζαν δὲ καὶ ἔλεγαν: «Αὐτὰ παθαίνει, ὅποιος βρίζει τὸν Μωάμεθ». Ὁ Ἅγιος πήγαινε χαρούμενος σ’ αὐτὴν τὴν διαπόμπευσή του.

ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ: Ὑπάρχει νόμος στοὺς Μωαμεθανοὺς -δυστυχῶς ἰσχύει ἀκόμη καὶ σήμερα σὲ πιστοὺς τηρητὲς τῆς “σαρίας”, ὅπως στοὺς Τζιχαντιστὲς καὶ σὲ “θεο”κρατικὰ καθεστῶτα τοῦ Ἰσλὰμ- ποὺ ἐπιτάσσει νὰ καίγεται στὴ φωτιά, ὅποιος βρίζει τὴν θρησκεία τους. Αὐτὴ ἡ τιμωρία ὁρίστηκε καὶ γιὰ τὸν Νικόλαο. Ἄναψαν λοιπὸν στὸν Ἱππόδρομο μεγάλη φωτιά. Τραβούσανε τὸν Ἅγιο οἱ ἄπιστοι νὰ τὸν κάψουν. Αὐτὸς ὅμως ὁ μακάριος ἀτάραχος, σὰν ἀρνὶ ἄκακο, πήγαινε κοντά τους πρόθυμα. Ὁ Ἔπαρχος κάλεσε κοντά του τὸν Ἅγιο, μακριὰ ἀπὸ τὴν πυρὰ καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν πείσει ν’ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὅταν ὅμως εἶδε ὅτι καὶ πάλι τὸν ἐλέγχει καὶ παραμένει στὴν πίστη του, διέταξε τοὺς δήμιους νὰ σύρουν τὸν Ἅγιο κοντὰ στὴ φωτιά. Οἱ τύραννοι ἕσφιξαν τὰ χέρια του δένοντάς τα πισθάγκωνα. Κι ἐνῶ ἡ φωτιὰ ἔκαιγε καὶ τριζοβολοῦσαν ἀπειλητικὰ κοντὰ στὸν ἀμίλητο Μάρτυρα, ποὺ θερμὰ προσευχόταν στὸν Κύριο, τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων ἀπίστων ἀλάλαζε μὲ ἀγριότητα. Τὸ μαρτύριο, ποὺ ἀκολούθησε ἦταν φοβερό. Οἱ δήμιοι ἔβαλαν τὸ ἡμίγυμνο σῶμα τοῦ Μάρτυρος Νικολάου στὴν ἄκρη τῆς φωτιᾶς. Τὸ ξεροψήνανε καγχάζοντας καὶ βρίζοντας τὴν Χριστιανικὴ Πίστη. Ἤθελαν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ παρατείνουν τοὺς φρικτοὺς πόνους του, γιατί ἔτσι πίστευαν πὼς ὁ Νικόλαος θὰ ἐγκατέλειπε τὸν ἀγώνα. Ἤλπιζαν ἀκόμη νὰ τὸν γελοιοποιήσουν τὴν στιγμὴ ποὺ θ’ ἄρχιζε νὰ ζητεῖ βοήθεια. Ἡ φωτιὰ συγκλόνιζε τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος. Πόνοι φοβεροὶ τὸν σπάθιζαν. Ἡ φωτιὰ ἄρχισε νὰ τὸν λειώνει, νὰ τὸν παραμορφώνει, νὰ τοῦ προκαλεῖ ἀτέλειωτη ὀδύνη. Ἄδικα περίμεναν οἱ δήμιοι καὶ τὸ πλῆθος τῶν Μωαμεθανῶν, ποὺ παρακολουθοῦσε τὸ μαρτύριο, νὰ διαμαρτυρηθεῖ ἢ νὰ κλονισθεῖ ἡ πίστη τοῦ Ἁγίου. Πονοῦσε, φλεγόταν, συγκλονιζόταν, ἀλλὰ μὲ προσευχὴ προχωροῦσε στὸ στάδιο τοῦ Μαρτυρίου του. Τὸ πλῆθος τῶν Τούρκων τοῦ φώναζε νὰ ἀκούσει καὶ ὑποχωρήσει στὰ λόγια τοῦ Ἐπάρχου, ἀλλὰ ὁ Νικόλαος ἔμενε ἀνένδοτος καὶ σταθερὸς σὰ βράχος. Μάλιστα, ὅσο εἶχε ἀκόμη πνοὴ προσευχόταν στὸν Θεὸ καὶ ἤλεγχε τὸν Ἔπαρχο γιὰ τὴν ἀσέβεια καὶ τὸ ψεῦδος τῆς θρησκείας του. Κήρυττε δὲ τὸν Χριστὸ μὲ θέρμη μέχρι, ποὺ δὲν μποροῦσε πλέον νὰ ἀρθρώσει λέξη. Καὶ ὅταν ἡ φωτιὰ σχεδὸν κατέφαγε τὸ σῶμα καὶ τὶς αἰσθήσεις του, τότε ὁ Μάρτυς ἔκλινε τὸ κεφάλι του πρὸς τὰ δεξιὰ εὐτυχισμένα καὶ νικητήρια. Πλησίασε κατόπιν βουβὸς καὶ βλοσυρὸς ὁ δήμιος, τράβῆξε τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρα ἔξω ἀπὸ τὶς φλόγες, ἔβγαλε τὶς ἁλυσίδες ἀπὸ τὸ λαιμὸ τοῦ Ἁγίου καὶ τοῦ ἔκοψε τὴν ἁγία του κεφαλήν. Ἦταν ἡ 14 Φεβρουαρίου τοῦ 1554. Ἦταν ἡμέρα Πέμπτη καὶ ὥρα 12 τὸ μεσημέρι. Γιὰ νὰ μὴ πάρουν οἱ Χριστιανοὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ Ἁγίου καὶ τὰ ἔχουν γιὰ ἁγιασμό, καθὼς ἔκαναν πάντοτε μὲ τοὺς μάρτυρες, ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ κόκκαλα σκυλιῶν, καὶ πτώματα ἄλλων ζώων(!), γιὰ νὰ γίνουν στάχτη καὶ γιὰ νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὰ διακρίνουν οἱ Χριστιανοί. Ὁ Θεὸς ὅμως φρόντισε νὰ μείνει στοὺς πιστοὺς ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου. Διότι, μόλις τὴν ἔκοψε ὁ δήμιος, ἕνας Χριστιανὸς τὴν ἀγόρασε ἀμέσως ἀντὶ εἴκοσι χρυσῶν νομισμάτων. Ἔτσι διασώθηκε ἀπὸ τὴ φωτιά. Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη τὴ στείλανε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στὰ Μετέωρα [Μεγάλο Μετέωρο].

ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ: Τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση καὶ ὠφέλησε ἀφάνταστα τοὺς σκλαβωμένους Χριστιανούς. Τοὺς τόνωσε τὸ ἠθικὸ καὶ τοὺς κράτησε στὴν πίστη. Ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀνεγνώρισε ἀμέσως Ἅγιο. Μετὰ τέσσαρα μόλις ἔτη, τὸ 1558, γράφτηκε καὶ ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου. Τὴν ἔγραψε ὁ σπουδαῖος καὶ λογιώτατος Ἱερομόναχος Δαμασκηνὸς Στουδίτης, ὁ Θεσσαλονικεύς.

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΓΝΩΣΤΟΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ἦταν καὶ ἴσως ἀκόμη εἶναι, ἄγνωστος στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Πολλοὶ ὣς καὶ σήμερα δὲν ἔχουν ἀκούσει γι’ αὐτόν. Εἶναι μόνον γνωστὸς στὴν πατρίδα του. Ἔγινε ὅμως, γνωστὸς τελευταίως καὶ ὡς ἑξῆς: Τὸ 1930, ὁ λόγιος, φιλομάρτυς Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος καὶ Φαναριοφερσάλων Ἰεζεκιήλ, περιοδεύοντας τὴν Πίνδο, ἔφτασε στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Σιάμου. Τὸ Μοναστήρι ἦταν ἐρημωμένο. Ἦταν ἀπὸ τὰ τετρακόσια εἴκοσι(!) Μοναστήρια ποὺ διέλυσαν οἱ Προτεστάντες Βαυαροί, ὅταν ἔφθασαν μαζὶ μὲ τὸν νεαρὸ βασιλέα Ὄθωνα. Ψάχνοντας, λοιπόν, ὁ Δεσπότης στὸ Ἱερὸ Βῆμα τοῦ ἐρειπωμένου Μοναστηριοῦ, βρῆκε σὲ ἕνα σαρακοφαγωμένο συρτάρι ἕναν ἀπρόσμενο θησαυρό: ἕναν χειρόγραφο κώδικα, ποὺ περιεῖχε καὶ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νεοφανοῦς, ὁ ὁποῖος ἑορτάζεται τὴν 14 Φεβρουαρίου. Στὸν ἴδιον κώδικα ὑπάρχει καὶ ἐγκωμιαστικὸς λόγος τοῦ ἴδιου Ἁγίου. Τὸν ἔγραψε ὁ Ἱερομόναχος Δαμασκηνός, ὁ Στουδίτης. Εὐτυχῶς, στὶς ἡμέρες μας ἔχει ἀρχίζει νὰ τιμᾶται ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Κορίνθιος. Στὸ χωριό του, τὸ Ψάρι τῆς Κορινθίας, κτίστηκε πρὶν λίγα χρόνια μὲ τὴν προθυμία τῶν συμπατριωτῶν του, μεγαλοπρεπὴς Ναὸς εἰς τιμὴν τοῦ Ἁγίου τούτου.

Δοξαστικό.

Τάδε λέγει Κύριος τῷ ἀθλοφόρῳ: γενναῖε, τί ἐποίησάν σοι, ἀδίκως οἱ παράνομοι· ταῖς πληγαῖς σε κατέστιξαν, τῇ φρουρᾷ ἐπανέκλεισαν, ὥσπερ θύμα ἐπὶ φλόγα ὡλοκαυτώθης, γενναῖε, νῦν ἐγώ σοι ταῦτα πλουσίως ἀνταμείψομαι· ἀντὶ τῶν πόνων τρυφήν, ἀντὶ τῶν ἄθλων σου στέφος, ἀντὶ τῶν ἐπικήρων, τὰ ἄφθαρτα δωρήσομαι, καὶ χαίρων ἴθι λοιπόν, εἰς δόξαν τὴν ἀγείρω· κἀκεῖ με ἀνευφήμησον, ἐν τῷ Πατρὶ καὶ Πνεύματι γνῶθι μοι τοῖς ἔργοις μου Θεὸν ἀληθέστατον.

 

 

,

Σχολιάστε

Ο «ΜΑΡΤΥΣ τῆς ΚΥΡΙΑΚΗΣ» ΔΑΜΙΑΝΟΣ ὁ ΝΕΟΣ

σιομάρτυρας Δαμιανς Νέος (14.02.1568)
[Ὁ μάρτυρας τῆς Κυριακῆς]
τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ὁ Δαμιανὸς γεννήθηκε στὸ Μυρίχοβο τῶν Ἀγράφων γύρω στὸ 1500. Νέος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχὸς στὴν ἁγιορείτικη Ἱ. Μ. Φιλοθέου, ἀναχώρησε γιὰ ἔρημους τόπους τοῦ Ὄρους. Ἐκεῖ, ὑποτασσόμενος σὲ κάποιον πατέρα Δομέτιο, ἔζησε ἄκρως ἀσκητικὸ βίο, προετοιμαζόμενος γι’ αὐτὸ ποὺ ὁ Κύριος τὸν προόριζε. Τρία ἔτη ἀργότερα, ὁ Ὅσιος ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Δὲν πρέπει νὰ ἀναζητᾶς μόνο τὸ συμφέρον σου ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἀναχώρησε στὰ χωριὰ τοῦ Ὀλύμπου καὶ κήρυττε ἐπανευαγγελίζοντας τοὺς «ραγιάδες». Κάποιοι ὅμως «Χριστιανοὶ» τὸν ἀποκαλοῦσαν πλάνο καὶ τὸν κατέτρεχαν. Ὁ ἴδιος δὲν ἀπαντοῦσε στὶς κατηγορίες καί, γιὰ νὰ εἰρηνεύσουν οἱ ἀμφισβητίες, ἀναχώρησε περιοδεύοντας σὲ χωριὰ τῆς Ὄσσας, κηρύττοντας θεῖο Λόγο. Κυνηγημένος ὅμως κι ἀπὸ ᾽κεῖ δίδαξε στὰ χωριὰ τῶν Ἀγράφων, ἀπ᾽ ὅπου καὶ καταγόταν. Ἐκεῖ, κατὰ τὴν παράδοση, ἔκτισε τὴν Μονὴ Παναγίας Πελεκητῆς. Ὅμως οὔτε καὶ ἐκεῖ, συνεργεῖα τοῦ διαβόλου, ἔγινε δεκτός. Τότε ἀναχώρησε ξανὰ γιὰ τὴν Ὄσσα. Στὸ χωριὸ Σελίτσανη (Ἀνατολὴ) βρῆκε ὁ Ἱεραπόστολος ἐπιδεκτικὲς ψυχές. Ἐκεῖ, παρέμεινε ἐργαζόμενος, ἐνῶ βρῆκε πόρους, ὥστε νὰ κτίσει ἕνα μοναστήρι, τὸν Τίμιο Πρόδρομο. Στὴ Μονὴ καὶ στὸ ἀσκηταριό του, ποὺ σώζεται ὣς σήμερα, πήγαιναν πολλοὶ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ κηρύγματά του καὶ νὰ πάρουν τὴ συμβουλή του.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ – ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ: Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1568, ἐνῶ δίδασκε στὴ Βουλγαρινὴ (Ἔλαφο) συνελήφθη ἀπὸ Ὀθωμανούς, ποὺ τὸν ἔστειλαν στὸ μουλὰ (δικαστὴ) τῆς Λάρισας μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἐμπόδιζε τοὺς Χριστανοὺς νὰ πουλᾶνε καὶ νὰ ἀγοράζουν τὶς Κυριακές, (ἡ Κυριακὴ γιὰ τὸ ὀθωμανικὸ κράτος δὲν ἦταν ἀργία, ἀντίθετα Σάββατα καὶ Παρασκευές, ἱερὲς μέρες γιὰ Ἑβραίους καὶ Μουσουλμάνους, δὲν ὀργανώνονταν ἀγορὲς) καθὼς καὶ ὅτι τοὺς στερέωνε στὴν πίστη. Κα ποῦ νά ᾽ξερε σιος τι σήμερα, χωρς Τουρκοκρατία, καταργήθηκε ργία τς Κυριακς, τσι πλά! Κι αὐτὸ εἶναι ἕνα μέτρο ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν ἀποδόμηση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, στὴν ἀποϊεροποίηση τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν κατάργηση τῆς Κυριακῆς ὡς ἡμέρας ἀφιερωμένης στὸ Θεό. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πιστὸς στὴ διδασκαλία τοῦ Δαμιανοῦ, ἔλεγε δύο αἰῶνες ἀργότερα: «Πρέπει νὰ χαιρώμεθα περισσότερο τὴν Κυριακή, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ μας. Νὰ ἐργαζώμεθα τὶς ἕξι ἡμέρες γιὰ τὰ μάταια, γήινα καὶ ψεύτικα, καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ πηγαίνουμε στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ στοχαζώμεθα ἁμαρτίες, θάνατο, κόλαση, παράδεισο, τὴν ψυχήν μας καὶ ὄχι νὰ ἐργαζόμεθα καὶ νὰ πραγματευόμεθα. Τὸ κέρδος τῆς Κυριακῆς εἶναι κατηραμένο, βάνετε φωτιὰ καὶ κατάρα στὸ σπίτι σας καὶ ὄχι εὐλογίαν» (Διδαχ.Δ´). Ὅμως οἱ κοσμικοὶ στὸ φρόνημα ἄρχοντες, σήμερα οὔτε κὰν προβληματίζονται, ἀφοῦ ἡ ζωή τους περιστρέφεται γύρω ἀπὸ δεῖκτες καὶ ἀδιαφοροῦν ἂν ὁ λαὸς λιμοκτονεῖ. Χρηματιστήρια, τράπεζες, χρυσός, μοναδικὴ μέριμνά τους. Ἐγκλωβισμένοι στὴν παγίδα τοῦ κακοῦ ἐκλαμβάνουν τὸν πλοῦτο ὡς δρόμο εὐτυχίας. Σήμερα, τύποις «χριστιανοὶ» ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου διαγράφουν ἀπὸ τὴ ζωή μας τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στὴ Λάρισα ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς ξυλοκοπήθηκε ἄγρια, τοῦ φόρεσαν βαριὲς ἁλυσίδες σὲ λαιμὸ καὶ πόδια, ἐνῶ ρίχτηκε στὴ σκοτεινὴ φυλακή. Γιὰ 15 μέρες ὑποβαλλόταν σὲ συνεχῆ βασανιστήρια γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Τελικά, ὁ δικαστής, ἐξαγριωμένος ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ τοῦ Ἁγίου, διέταξε τὴν 14η Φεβρουαρίου 1568, νὰ τὸν κρεμάσουν στὴ “φούρκα”. Οἱ δήμιοι τὸν κρέμασαν στὴν περιοχὴ Ξυλοπάζαρο τῆς Λάρισας (στὴν ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ Βενιζέλου, πρὸς τὸ ποτάμι). Καθὼς ὅμως κάποιος βάρβαρος Ὀθωμανὸς τὸν χτύπησε μὲ τσεκούρι στὸ κεφάλι, κόπηκε τὸ σκοινί. Στὴ συνέχεια, ἡμιθανής, ρίχτηκε στὴν πυρά. Τὸ μεσημέρι τῆς ἴδιας μέρας, ὅλα εἶχαν τελειώσει. Τὴ στάχτη του τὴν ἔριξαν στὸν Πηνειό. Φοβοῦνταν οἱ Ὀθωμανοὶ καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἐπειδὴ γνώριζαν τὴν τιμὴ ποὺ ἀπονέμουν οἱ Χριστιανοὶ στὰ Ἅγια Λείψανα. Ἤξεραν ὅτι ἡ ὕπαρξή τους θὰ διαιώνιζε τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου. Κι αὐτὴ τὴν μνήμη ἤθελαν νὰ ἐξαλείψουν. Δὲν τὸ κατόρθωσαν. Ἔτσι ἔλαβε ὁ Ὁσιομάρτυρας Δαμιανὸς τὸν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιο
Εὐφράνθητι σήμερον, ἡ ἐν Κισσάβῳ Μονή,
καὶ Λάρισα σκίρτησον, Δαμιανοῦ ἡ σεπτὴ πανήγυρις, πάρεστι,
δεῦτε οὖν καὶ συμφώνως, ἐν αὐτῇ τῷ Σωτῆρι,
ἄσωμεν ἐν αἰνέσει, τοῦτον ἀνευφημοῦντες, αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις,
ὅπως σωζώμεθα.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Διβόλης ὁ ἐξ Ἀλικιανοῦ Κυδωνίας [7.2.1867]

γιος Νεομάρτυς Γεώργιος Διβόλης,
ὁ ἐξ Ἀλικιανοῦ Κυδωνίας Κρήτης [7.2.1867]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο, συγγραφέα

“Ἀθλήσει γεώργιον καινὸν ἐδείχθης Κυρίῳ, Γεώργιε, ᾧ συναγάλλῃ.
Ἑβδομάτη Γεώργιος μελεϊσθεὶς Κυρίῳ ἔστη.”

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΝΕΟΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε στὴν Κρήτη, στὸ χωριὸ Ἀλικιανὸς Κυδωνίας, τὴν 24η Μαΐου τοῦ 1846 ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς, τὸν ἱερέα Νικόλαο Διβόλη, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ Φολέγανδρο, καὶ τὴν Αἰκατερίνη Μπουζιανοπούλου, καταγόμενη ἀπὸ τὴν σημαντικότερη οἰκογένεια τοῦ Θέρισσου τῆς Κυδωνίας. Στὸ Θέρισσο μετέβη καὶ ὁ πατέρας του ὡς ἐφημέριος. Ἐκεῖ ὁ Γεώργιος ἀνετράφη ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. Ὁ Γεώργιος ἔμαθε καὶ λίγα γράμματα, ἴσα-ἴσα νὰ μπορεῖ νὰ διαβάζει. Κι ὅμως ἐκεῖνα τὰ λίγα τὸν ὠφέλησαν ἰδιαίτερα. Ὁ Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἐργαζόταν ὡς γεωργός. Μετὰ τὴ σκληρὴ ὁλοήμερη δουλειὰ στὰ ἀμπέλια καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ δεῖπνο, διάβαζε συναξάρια τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν Μαρτύρων. Αὐτὸ τὸ ἔκανε κάθε βράδυ, μέχρι τὰ μεσάνυχτα. Τοῦ ἔλεγαν μάλιστα συχνὰ οἱ γονεῖς του: “Παιδί μου πρέπει νὰ κοιμηθεῖς, νὰ ξεκουραστεῖς, αὔριο πάλι ἔχεις ἐργασία”. Καὶ ὁ Γεώργιος συνήθιζε νὰ τοὺς ἀπαντᾶ: “Δὲν ἀναπαύομαι οὔτε κοιμοῦμαι εὐχάριστα, ἐὰν πρῶτα δὲν χορτάσω ἀπὸ θεία ἀναγνωση”.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΑΔΕΛΦΟ: Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1865, ἕνα βράδυ, διάβασε τὸν βίο ἑνὸς Μάρτυρα καὶ γέμισε ἡ καρδιά του ἀπὸ θεῖο ἔρωτα. Τότε, στέναξε βαθειὰ καὶ εἶπε μὲ κατάνυξη: “Χριστέ μου, ἀξίωσε κι ἐμένα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὴν ἀγάπη σου”. Ὁ ἀδελφός του Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἦταν τυφλὸς καὶ ἄκουγε τὴν ἀνάγνωση, τοῦ εἶπε: “Τί λὲς ἐκεῖ ἀδελφέ μου; Δὲν ξέρεις ὅτι, γιὰ νὰ γίνει αὐτό, ποὺ εἶπες, πρέπει νὰ ἐγερθεῖ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν; Καὶ ἐσὺ μπορεῖ νὰ ὑποφέρεις τὰ μαρτύρια, ἀλλὰ πόσοι θὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό μας καὶ θὰ χαθοῦν;” Ὁ Γεώργιος ἀναστέναξε βαθειὰ καὶ εἶπε: “Ναὶ Χριστέ μου, ἂν εἶναι θέλημά σου, ἀξίωσέ με νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὴν ἀγάπη σου, ὅπως κι Ἐσὺ ἔχυσες τὸ αἷμα Σου γιὰ τὴ δική μου ἀγάπη”. Ὁ ἀδελφός του φύλαξε στὴν καρδιά του τοὺς λόγους του αὐτούς, μυστικούς. Καὶ νὰ λοιπὸν πῶς τελικὰ ἐκπληρώθηκε ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου.

ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866: Ὅταν στὰ 1866, ξεκίνησε ἡ γνωστὴ ἐπανάσταση στὴν Κρήτη, ὁ Γεώργιος βοηθοῦσε τὸν ἀγώνα ὡς ἀγγελιαφόρος μεταφέροντας ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν ἕναν ὁπλαρχηγὸ στὸν ἄλλο, ἢ ὅπως ἀλλιῶς μποροῦσε. Τὴν Κυριακὴ 5η Φεβρουαρίου τοῦ 1867, βρέθηκε στὸ χωριὸ Φουρνὲ τῆς ἐπαρχίας Κυδωνίας, μαζὶ μὲ πολλοὺς ἐπαναστάτες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐπροδόθηκαν ἀπὸ ἕναν “Χριστιανό”, στὸν Τοῦρκο πασά. Ὁ τελευταῖος ἔστειλε πολυάριθμο στρατό, ποὺ περιέζωσε τὸ χωριὸ καὶ συνέλαβε πολλούς, ὁδηγώντας τους στὸ στρατόπεδό του. Μάλιστα, δύο ἐπαναστάτες ἀπ’ τὸ Φουρνὲ τοὺς βασάνιζαν ἀνηλεῶς, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν ἀπὸ ποιὸ χωριὸ καταγόταν ὁ καθένας. Ἔπειτα, φυλάκισε τοὺς κατοίκους τῶν ὀρεινῶν χωριῶν, ἐνῶ τοὺς ὑπόλοιπους τοὺς ἔστειλε στὰ Χανιὰ στὸ Μουσταφὰ πασά, ὁ ὁποῖος παρακληθεὶς ἀπὸ τὸν φίλο του Ἰωάννη Τσαπάκη ἢ Γιάννακα, ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν πασά, ποὺ τοὺς συνέλαβε, γιὰ νὰ ἀπολύσει ὅσους κρατοῦσε. Αὐτὸς ὅμως ὁ αἱμοβόρος, διέταξε τὸν σκοπὸ τοῦ στρατοπέδου του νὰ κρατήσει τὸν ἀγγελιοφόρο τοῦ Μουσταφᾶ μὲ διάφορες δικαιολογίες, μέχρι νὰ ἐκτελέσει τὴν ἀπάνθρωπη ἀπόφασή του, καθὼς τὴν νύχτα τῆς Κυριακῆς πρὸς τὴν Δευτέρα τοὺς κατέσφαξε ὅλους! Καὶ δὲν τοὺς σκότωνε ἁπλῶς, ἀλλὰ κατέκοβε πρῶτα τὰ αὐτιά, τὴν μύτη, τὴ γλῶσσα, τὰ χέρια, τὰ πόδια, τὰ ἀπόκρυφα μέλη, ἐξώρυσσε τὰ μάτια καὶ τελευταία ἔκοβε καὶ τὴν κεφαλή! Αὐτὸ τὸ τέλος ἔλαβαν ὅλοι ἀδιακρίτως οἱ γενναῖοι ἐκεῖνοι ἀγωνιστὲς τῆς Κρήτης.

ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΕΞΩΜΟΤΗ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ: Κάποιος Μουλατζίμπαχρης, ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἁλικιανοῦ, ποὺ γνώριζε ἀπὸ παιδὶ τὸν Γεώργιο, πλησίασε καὶ τοῦ λέει: “Ἔλα μωρὲ Γιωργάκη, νὰ κάμεις μία δουλειὰ ποὺ θὰ σοῦ πῶ, γιὰ νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου, ἐὰν θέλεις, διότι σὲ γνωρίζω ἀπὸ μικρὸ παιδί, καὶ σὲ λυποῦμαι νὰ ἀποθάνεις”. Τότε ὁ Γεώργιος τὸν ρώτησε: “τί δουλειὰ εἶναι αὐτή, Μπαχρὴ Ἀγά”; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: “Νὰ γίνεις Τοῦρκος. Ἔτσι θὰ σωθεῖς”! Ὁ Γεώργιος γέλασε καὶ τοῦ λέει: “Δὲν ἀλλάζω τὴν Πίστη μου, ὄχι μόνο ἄν μου χαρίσετε τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο”. Τότε ὁ Ἀγὰς πρόσθεσε: “Ἐγὼ ἤθελα νὰ σοῦ κάμω αὐτὸ τὸ καλό, διότι, ὅταν ἤμουν μικρὸς ἀκόμη θυμοῦμαι ὅτι ἔσπασε τὸ πόδι του ὁ ἀδελφός μου Ἀρὶφ καὶ τοῦ τὸ θεράπευσε ὁ πατέρας σου. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν δέχεσαι τὴ συμβουλή μου, μ’ ἄλλον τρόπο δὲν μπορῶ νὰ σὲ σώσω κι ἂς εἶναι ἡ ἁμαρτία τοῦ θανάτου σου δική σου. Ὅμως, δὲν λυπᾶσαι τουλάχιστον τοὺς γονεῖς σου ἢ τὴν ἀδελφή σου καὶ τὸν τυφλὸ ἀδελφό σου, ποὺ θὰ μείνουν ἀπροστάτευτοι; Ὁ πατέρας σου εἶναι γέρος κι ἅμα ἐσὺ πεθάνεις μὲ τέτοιο σκληρὸ θάνατο, ὁπωσδήποτε θὰ πεθάνει κι αὐτὸς ἀπ’ τὴ λύπη του”. Ὅμως, ὁ εὐλογημένος Γεώργιος ἔκλεισε τὸ διάλογο ὡς ἑξῆς: “Ἂν εἶναι καλὸ αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ μοῦ κάμεις, ἔχε το γιὰ τὸν ἑαυτό σου, κι ἐγὼ Τοῦρκος δὲν γίνομαι. Χριστιανὸς γεννήθηκα, χριστιανὸς εἶμαι καὶ χριστιανὸς θὰ ἀποθάνω! Μάθε δὲ ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐπεθύμησα τὸ Μαρτύριο καὶ ζήτησα ἀπ’ τὸν Χριστό μου νὰ μὲ ἀξιώσει νὰ ἀπολαύσω τὸ Ματύριο. Καὶ τώρα -ἂς εἶναι δοξασμένος- ποὺ μὲ ἀξίωσε, νὰ φανῶ τόσο ἄφρων, νὰ καταφρονήσω τὴ θεία δωρεά; Μάθε μάλιστα πὼς ἐσὺ ἔπρεπε νὰ γίνεις Χριστιανὸς ποὺ εἶσαι γεννημένος ἀπὸ μητέρα Χριστιανὴ καὶ γνωρίζεις ἀπ’ αὐτὴν πολὺ καλὰ τὰ τῆς ἁγίας μας Πίστεως. Γιὰ τοὺς γονεῖς, τὸν ἀδελφὸ καὶ τὴν ἀδελφή μου μὴ σὲ μέλει, διότι ἴσα-ἴσα, ἅμα πεθάνω γιὰ τὸν Χριστό, θὰ εὕρω παρρησία πρὸς Αὐτὸν καὶ τότε θὰ τοὺς προστατεύω περισσότερο καὶ καλύτερα”! Τότε τὸν παρέλαβε κατ’ ἰδίαν ἕνας Χριστιανὸς ἀξιωματικός, ὀνομαζόμενος Χατζηεμμανουὴλ Φουγλανάκης καὶ τοῦ λέει: “Βρὲ Γιωργάκη, κάνε αὐτὸ ποὺ σοῦ λέει ὁ Μπαχρὴ Ἀγάς, ἔστω γιὰ νὰ τὸν ξεγελάσεις, νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου καὶ ὅταν ἐπιστρέψεις στὸ σπίτι σου, πάλι Χριστιανὸς εἶσαι καὶ ὁ Θεὸς σὲ συγχωρεῖ, διότι βλέπει τὴν ἀνάγκη”. Τότε τοῦ λέει καὶ ὁ Γεώργιος: “Δὲν φοβᾶσαι τὸν Θεὸ Καπετὰν Μανώλη, νὰ μοῦ λὲς αὐτὰ τὰ λόγια; Ἂν καὶ δὲν τὰ λὲς ἀπὸ κακία ἀλλὰ ἀπὸ πλάνη, δὲν ξέρεις τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ αὐτὲς τὶς περιστάσεις; Ἄκουσε τί λέει ὁ Χριστός: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς. Ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς». Λοιπόν, ἐὰν πράξω, ὅπως μοῦ λέγεις, πρέπει ὕστερα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ ἀποπλύνω τὴν ἄρνηση καὶ μάλιστα ἐὰν πράξω αὐτὸ τώρα, θὰ ὀργισθεῖ ὁ Χριστὸς καὶ θὰ μὲ καταδικάσει ὡς καταφρονητὴ τῆς μεγάλης Χάριτός του, τὴν ὁποία μοῦ ἔδωσε καθὼς τοῦ ζήτησα. Λοιπὸν ἂς μὴν ἔχει ἐλπίδα ὁ Μπαχρὴς ὅτι θὰ γίνει τὸ θέλημά του”.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Μετὰ ἀπ᾽ αὐτά, οἱ στρατιῶτες ὁδήγησαν τὸν Ἅγιο στὸν Ἀγά, ὁ ὁποῖος τὸν ρώτησε τί ἀποφάσισε. Ὁ Γεώργιος ἀπάντησε μὲ χαρὰ καὶ θάρρος: “Ὅ,τι σοῦ εἶπα καὶ πρίν, αὐτὸ σοῦ λέω καὶ τώρα καὶ αὐτὸ θὰ λέω καὶ μέχρι τελευταίας μου ἀναπνοῆς. Χριστιανὸς γεννήθηκα, Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ ἀποθάνω. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου, δὲν γίνομαι Τοῦρκος, δὲν ἀφήνω τὴν ὑπέρλαμπρη Πίστη μου, γιὰ νὰ πιστεύσω στὴν ζωώδη καὶ σκοτεινὴ δική σας σατανικὴ πλάνη”. Ὁ Μπαχρὴ Ἀγάς, ἀπελπισμένος, παρέδωσε τὸν Ἅγιο στοὺς δημίους, οἱ ὁποῖοι τὸν παρακινοῦσαν νὰ πιεῖ μία φιάλη ρούμι, ἴσως γιὰ νὰ μὴν ὑποφέρει, ἀλλὰ αὐτὸς γέλασε καὶ τοὺς εἶπε: “σᾶς εὐχαριστῶ, δὲν θέλω ρούμι νὰ πιῶ, διότι ἔχω νὰ βαδίσω μεγάλο δρόμο καὶ πρέπει νὰ ἔχω σώας τὰς φρένας μου”. Τότε ἄρχισαν νὰ τὸν κακοποιοῦν μαζὶ μὲ ἄλλους αἰχμαλώτους. Κι ὅπως τὸν βασάνιζαν, οἱ ἄλλοι Χριστιανοὶ ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν, ὁ ἕνας τὴ ζωή του, ὁ ἄλλος τὴν γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του, αὐτὸς ὁ εὐλογημένος στεκόταν σὰν πέτρα καὶ ὄχι μόνο δὲν ἐφώναζε ἀλλὰ οὔτε καθόλου στέναζε ἢ δάκρυζε. Ἀντιθέτως, τὸ γενναῖο κρητικόπουλο, ἔχαιρε σὰν νὰ στεκόταν γαμπρὸς στὴν ὥρα τῆς στέψης καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε, διότι τὸν ἀξίωσε νὰ φθάσει σ’ αὐτὴ τὴν ὥρα καὶ νὰ πάθει γιὰ τὴν ἀγάπη του. Εὐχαριστοῦσε καὶ τοὺς δημίους γιατί μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ προξενοῦσαν μεγάλη δόξα καὶ χαρά, μ’ αὐτοὺς τοὺς λίγους πόνους. Τοὺς παρακαλοῦσε μάλιστα νὰ τοῦ αὐξήσουν τὴν βάσανο διότι ἔλεγε, “ὅσο πιὸ πολὺ ὑποφέρει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερη τιμὴ θὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεό”. Ἀφοῦ πρῶτα τοῦ ἔκοψαν κι αὐτοῦ ὅλα του τὰ μέλη, τέλος τοῦ ἔκοψαν καὶ τὴν τιμία του κεφαλή, καὶ ἔτσι ἔλαβε ὁ ἀνδρεῖος Γεώργιος, τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ἦταν ἡ 7η Φεβρουαρίου τοῦ 1867. Τὸ τίμιο καὶ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ἔριξαν οἱ Ἀγαρηνοὶ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα λείψανα τῶν φονευθέντων Χριστιανῶν, ὅλα μαζί, σὲ τόπο ἄγνωστο, μέχρι σήμερα.

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ: Τὸ μαρτύριο τοῦ Γεωργίου καὶ τοὺς διαλόγους ποὺ προηγήθηκαν τὰ διηγήθηκαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι ἀξιόπιστοι μάρτυρες. Αὐτὰ κατορθώνει ἡ δυνατὴ πίστη. Οἱ πιστοὶ ἅγιοι τοῦ Κυρίου Μάρτυρες θυσιάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὴ τὴ ζωή τους, ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας τοῦ ἀγαπημένου Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀξίζει νὰ προσθέσουμε, πὼς οἱ Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, μάλιστα οἱ Νεομάρτυρες, εἶναι οἱ πλησιέστεροι σ’ ἐμᾶς, μεταξὺ ὅλων τῶν Ἁγίων. Στὴν συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ ἁγίου Γεωργίου, χαίρουν μαζὶ μὲ τὴν Μεγαλόνησο καὶ ἡ Φολέγανδρος καὶ ἡ Σίκινος καθὼς ὑπάρχουν ἀπόγονοι τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος ποὺ φέρουν καὶ τὸ ἴδιο ἐπώνυμο.

Εἴθε οἱ βίοι τῶν Ἁγίων Μαρτύρων νὰ φαιδρύνουν τὴν ψυχή μας καὶ νὰ φωτίζουν μὲ τὸ παράδειγμά τους τὶς δύσκολες ἀτραποὺς τῆς ζωῆς μας γιατί: «Ζήτησε νὰ εὕρης τὸν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Θὰ τὸν εὕρεις ὁπωσδήποτε μέσα εἰς αὐτούς. Ἀκόμη θὰ εὕρης ἐκεῖ καὶ τὰ “φάρμακα”, μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖς νὰ τὸν θεραπεύσης ἀπὸ ὅλας τὰς πνευματικὰς ἀρρωστίας καὶ νὰ τὸν κάνης ὑγιῆ διὰ παντός. Ὑγιῆ καὶ εἰς τοὺς δύο κόσμους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴν ἠμπορέσει νὰ σὲ βλάψη κανένας θάνατος. Θὰ εὕρης ἀκόμη μέσα εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς σέ, ὦ ἄνθρωπε, ποὺ εἶσαι μία ἀθάνατος ὕπαρξις, μία αἰωνία ὕπαρξις, μία θεανθρωπίνη ὕπαρξις, ἄνθρωπε! Ἄνθρωπε! Ἄνθρωπε!” [Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος», ἐκδ. «Ἀστήρ», δ´ ἔκδ., Ἀθῆναι 1981, σελ. 97].

,

Σχολιάστε