Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ὁ ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ (Κων. Οἰκονόμου)

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ οἱ ἀρνητὲς
τῆς ἁγιότητάς του

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου
δασκάλου τοῦ 16ου Δ. Σχολείου Λαρίσης

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ: Οἱ ἄμεσες πηγὲς ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴν περίοδο τοῦ Μ. Κων/νου εἶναι οἱ ἱστορικοὶ Εὐσέβιος (ἐκκλησιαστικός), Λακτάντιος καὶ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἔχουμε ἀκόμη τὸν εἰδωλολάτρη Ζώσιμο (425-518), ποὺ ἔγραψε τὴν Ἱστορία του 150 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κων/νου, βασιζόμενος σὲ εἰδωλολατρικὲς πηγές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ἄλλη πηγή. Ἔτσι, παρ᾽ ὅλο ποὺ δὲν εἶναι σύγχρονος τοῦ Κων/νου, λιβελογραφεῖ καὶ ἐμφανίζεται ἀπορριπτικὸς ἀπέναντί του, ἀποδίδοντάς του τὴν παρακμὴ τῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ἐποχὴ μάλιστα ποὺ τὸ κράτος εἶχε τὴ μεγαλύτερη ἔκταση τῆς Ἱστορίας του. Τέτοιες “πληροφορίες” του χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ συγχρόνους ἀρνητὲς τῆς ἁγιότητος τοῦ Μεγάλου Αὐτοκράτορα. Βασιζόμενοι στὰ ἔργα τοῦ Ζώσιμου πολλοὶ νεοπαγανιστές, χιλιαστὲς ἢ ἀθεϊστὲς (Βολταῖρος, Μοντεσκιὲ) τοποθετοῦνται ἀρνητικὰ ἔναντι τοῦ Κωνσταντίνου. Στὴν προσπάθεια ἀναίρεσης τῆς προσφορᾶς τοῦ Μ. Κων/νου συνετέλεσε καὶ ἡ παπικὴ ἀρχὴ ἀποστρεφόμενη τὸν Μ. Κωνσταντῖνο, ἐπειδὴ μετέφερε τὴν πρωτεύουσα στὴ Νέα Ρώμη ὁδηγώντας στὴν ἀφάνεια τὴν Παλαιὰ Ρώμη. Μάλιστα, μετὰ τὸ Σχίσμα, κανένας πάπας ἢ δυτικὸς ἡγεμόνας, δὲν ὀνομάσθηκε Κωνσταντῖνος!

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος μὲ τὸ ἔργο τοῦ ἀνέτρεψε τὸν ροῦ τῆς Ἱστορίας μὲ σημαντικὲς θρησκευτικὲς καὶ κοινωνικὲς παρεμβάσεις. Ἔτσι:  Ἔδωσε τὴ δυνατότητα στοὺς δούλους νὰ γίνουν ἀπελεύθεροι, τιμωροῦσε ἐκείνους ποὺ θανάτωναν τοὺς σκλάβους περιορίζοντας τὴ σωματικὴ τιμωρία. Ἀπαγόρευσε τὸ στιγματισμό, μὲ καμένο σπαθί, στὰ πρόσωπα τῶν σκλάβων. Ὑπῆρξε ἀήτηττος ἐν πολέμοις. Κατήργησε τὴν ποινὴ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, ἀνανέωσε τὸ οἰκογενειακὸ δίκαιο, καταδίκασε τὴ μοιχεία, ἀνύψωσε τὴ θέση τῆς μητέρας, προστάτεψε τὰ παιδιὰ ἀπὸ καταχρήσεις τῆς πατρικῆς ἐξουσίας. Ρύθμισε ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας. Θέσπισε εὐεργετήματα γιὰ ἀνάκληση ἐξορίστων, ἀπελευθέρωση καταδικασμένων τῶν προηγούμενων διωγμῶν, νομοθέτησε γιὰ τὴν τιμὴ τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν κατασχεθέντων κτημάτων, ἐνῶ προήγαγε Χριστιανοὺς σὲ ἀξιώματα καὶ ἐπιχορήγησε τὴν ἀνοικοδόμηση ἢ ἀνακαίνιση ναῶν. Ἀκόμη, προέτρεπε, χωρὶς ἐξαναγκασμό, τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ γίνουν Χριστιανοί, προστάζοντας νὰ μὴν ἐνοχλεῖται κανεὶς γιὰ τὴν πίστη του. Θεσμοθέτησε τὴν Κυριακὴ ἡμέρα προσευχῆς καὶ ἡμέρα ἀργίας. Τὰ κυριότερα ὅμως ἔργα του εἶναι: 1. Ἡ σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 2. Ἡ ἀποστολὴ τῆς μητέρας του, Ἁγίας Ἑλένης, στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἡ ἀνεύρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. 3. Ἡ ὁλοκλήρωσή του στὴ χριστιανικὴ πίστη μὲ τὴ βάπτισή του καὶ 4. Εἶναι ὁ πρῶτος Ρωμιὸς-Ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας στὴν Ἱστορία, γιατί καταλαβαίνοντας ὅτι τὸ μέλλον τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν στὴν Ἀνατολή, ἔχτισε τὴ νέα πρωτεύουσα, στὸ μέσο τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου, ἀποστρεφόμενος τὴ λατινόφωνη Δύση.

ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἡ Ἐκκλησία ἀνέδειξε τὸν Ἅγιο Κων/νο Ἰσαπόστολο, γιατί χάρη σὲ ἐνέργειές του φωτίστηκαν γειτονικὰ ἔθνη, ὅπως οἱ Ἰνδοὶ (ἀπὸ τὸ φιλόσοφο Μερόπιο καὶ τοὺς Αἰδέσιο καὶ Φρουμέντιο), οἱ Ἴβηρες (Γεωργιανοὶ) καὶ οἱ Ἀρμένιοι. Ἀκόμη, ἀνησυχώντας γιὰ τὴν τύχη τῶν Περσῶν χριστιανῶν, ἀπέστειλε ἐπιστολὲς στὸ βασιλιὰ τῆς χώρας (οἱ ἀνησυχίες του ἐπαληθεύτηκαν, καθὼς ἀπὸ τὸ 343 ὁ Σαβὼρ ἐξαπέλυσε διωγμοὺς σ᾽ ὅλη τὴν Περσία, ἀναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων). Ἑτοιμάστηκε μάλιστα, γιὰ ἐκστρατεία κατὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς Περσίας, μὰ περνώντας ἀπὸ τὴ Νίκαια ἀσθένησε καὶ κατέφυγε στὴν Ἑλενόπολη. Ὅμως ἡ ἀσθένεια αὐτὴ τὸν ὁδήγησε στὸ θάνατο, λίγους μῆνες ἀργότερα, (22/5/337, ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς) ἔχοντας ὁ ἴδιος βαπτισθεῖ.

ΤΑ “ΜΕΛΑΝΑ” ΣΗΜΕΙΑ: Ο ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΣ: Ὁ Μαξιμιανὸς ἤθελε νὰ γίνει αὔγουστος, καὶ διώχθηκε ἀπὸ τὸν γιό του Μαξέντιο. Ἔτσι κατέφυγε στὴν κόρη του, Φαύστα, σύζυγο τοῦ Κων/νου, ζητώντας προστασία ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Τὸ 310, ὅμως, πῆρε μέρος τοῦ στρατοῦ μαζί του αὐτοανακηρυσσόμενος αὐτοκράτορας. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Γερμανία, ὅπου πολεμοῦσε, καὶ ὁ Μαξιμιανὸς ἔντρομος κλείστηκε στὸ φρούριο τῆς Μασσαλίας. Ὁ Κωνσταντῖνος τὸν συνέλαβε, ἀλλὰ τὸν συγχώρησε. Ἀκολούθησε νέα συνωμοσία τοῦ Μαξιμιανοῦ καὶ τῆς Φαύστας, γιὰ νὰ δολοφονηθεῖ ὁ Κωνσταντῖνος. Ἡ προσπάθεια ἀπέτυχε. Ἡ Φαύστα ἐνοχοποίησε τὸν πατέρα της. Ὁ Μαξιμιανὸς ἀναγκάστηκε νὰ αὐτοαπαγχονιστεῖ. Κατηγοροῦν γι’ αὐτὸ τὸν Κωνσταντῖνο. Ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς (Pontifex maximus) καὶ ὁ ἀνώτατος ἀρχιερεύς. Ἑπομένως, κάθε πράξη ἔπρεπε νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τὸν ἀνώτατο δικαστή. Καὶ οἱ ποινὴ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἦταν ἡ ἐκτέλεση τοῦ στασιαστῆ.

Ο ΚΡΙΣΠΟΣ: Ἐπειδὴ ὁ Κων/νος ἀγαποῦσε πολὺ τὸ γιό του ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο, Κρίσπο, ἡ Φαύστα τὸν μίσησε πιστεύοντας πὼς θὰ ἐπεσκίαζε τοὺς δικούς της γιούς. Ἔτσι κατήγειλε πὼς εἶχε ἐπιχειρήσει νὰ τὴν ἀτιμάσει καὶ πὼς σχεδίαζε νὰ δολοφονήσει τὸν Κων/νο! Ὁ Κωνσταντῖνος τὴν πίστεψε, διατάζοντας ἐπιπόλαια νὰ θανατωθεῖ ὁ γιός του. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ταράχτηκε καὶ ἤλεγξε αὐστηρὰ τὸν Κων/νο. Ἐκεῖνος, μετανοιωμένος, διέταξε ἀνακρίσεις. Ὅταν ἀποδείχθηκε ἡ σκευωρία, ἡ Φαύστα τιμωρήθηκε μὲ θάνατο. Τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα τὸν ἔκαναν νὰ θρηνεῖ σ᾽ ὅλη του τὴ ζωὴ ἐπιδιώκοντας τὴ μετάνοια. Γι᾽ αὐτὰ τὰ συμβάντα, ἐπικριτὲς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ξιφούλκησαν ἐναντίον του. Ὅμως, ὅταν συνέβησαν αὐτά, ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἦταν Χριστιανός. Ἀκόμη, δὲν ἐνέργησε ἐμπαθῶς, ἀλλὰ ἔπεσε θύμα συκοφαντίας, ἐνῶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχαν δικαστήρια γιὰ τὴν ἀπονομὴ δικαιοσύνης. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἦταν στὰ χέρια τῶν αὐτοκρατόρων, ποὺ δίκαζαν σύμφωνα μὲ καταθέσεις μαρτύρων, χωρὶς νὰ ἀποκλειστεῖ τὸ λάθος. Πολλοὶ τῶν Ἁγίων ὑπῆρξαν προηγουμένως ἁμαρτωλοὶ καὶ χάρις στὴν ἔμπρακτη μετάνοιά τους συγχωρέθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀναδείχτηκαν Ἅγιοι, μάλιστα θαυματουργοί. Ἔπραξαν ἔργα γνήσιας μετάνοιας, συγχωρέθηκαν, εὐαρέστησαν τὸν Θεό, ἀναδεικνυόμενοι τελικὰ καὶ μεγάλοι Ἅγιοι! Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει πὼς ὁ βαπτιζόμενος καθαρίζεται ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλο προσωπικὸ ἁμάρτημα (ἂν εἶναι ἐνήλικας).

“ΔΙΩΚΤΗΣ” ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩΝ: Κατὰ τὸν Ζώσιμο, ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος προκάλεσε τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι βεβήλωσαν τὰ ἀγάλματά του. Ὅμως ἐκεῖνος δὲν καταδίωξε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ οὔτε καὶ τήρησε φιλικὴ στάση ἀπέναντί τους. Συμβούλευε κατοίκους εἰδωλολατρικῶν περιοχῶν νὰ στραφοῦν πρὸς τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀλλὰ δὲν ἀδίκησε τὴν ἐθνικὴ θρησκεία. Ἄλλωστε, κατὰ τὸν Ζώσιμο, ἐπέβλεψε τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἐθνικῶν ναῶν. Προσπαθοῦσε νὰ τηρήσει ἰσορροπία ἐξασφαλίζοντας ἰσονομία. Δὲν ἀνακήρυξε τὸ Χριστιανισμὸ ἐπίσημη κρατικὴ θρησκεία, ἐξασφάλισε ἐλευθερία σὲ κάθε θρήσκευμα. Ἡ πρὶν τὸ θάνατό του βάπτιση καὶ ἡ εὐμενὴς ἀντιμετώπιση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἦταν καιροσκοπική. Διότι κανεὶς πολιτικὸς δὲν στηρίζεται στὴ μειοψηφία καί, τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔδειχνε τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν Χριστιανισμό, οἱ πιστοὶ ἀποτελοῦσαν τὸ 10% τῆς Αὐτοκρατορίας (Α. Χάρμερ: Ἡ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες)!

Ο Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ: Ἡ κηδεία τοῦ Ἁγίου ἔγινε στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ χῶρο ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ἑτοιμάσει, δίπλα σὲ ἱερὰ λείψανα Ἀποστόλων, ὅπως ἐπιθυμοῦσε. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα! Πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸ Θεό, ποὺ ἀνέδειξε τὸν Κων/νο αὐτοκράτορα σὲ μία ἐποχὴ κρίσης ἀξιῶν, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες διωγμῶν καὶ θανατώσεων ἑκατομμυρίων ἀθώων γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀσπάσθηκε τὸν χριστιανισμό, ὄχι μόνο ὡς ἕνας ἁπλὸς πολίτης της, ἀλλ᾽ ὡς ὁ αὐτοκράτοράς της! Τὸ ὅτι βαπτίσθηκε στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποδεικνύει γνήσια ἐσωτερικὴ ἀνάγκη. «Τοὺς δοξάζοντάς με, δοξάσω», λέγει ὁ Θεός. Μόνο ὁ Θεός, στὴν Ὀρθοδοξία, ἀνακηρύσσει δοξάζοντας τοὺς Ἁγίους Του. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀξιώθηκε, ζῶν, ἄμεσης θεϊκῆς καθοδήγησης, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ὁράματος μὲ τὸ Σταυρό, (Τούτῳ Νίκα) καθιστάμενος “σκεῦος ἐκλογῆς” στὰ χέρια τῆς θείας Προνοίας γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς λατρείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον τὸν δόξασε ὁ Κύριος! Δὲν πρέπει νὰ παραβλέπεται πὼς μετὰ τὴν κοίμησή του οἱ προσευχὲς καὶ μεσιτεῖες του πρὸς τὸν Θεὸ θαυματουργοῦν. Σημαντικὸ στοιχεῖο ἀκόμη εἶναι τὸ ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος «ἐκράτυνε τὴν πίστιν τῆς Νικαίας», διότι συνέβαλε στὸ νὰ συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος καὶ νὰ ἀποφασίζει ἡ Σύνοδος, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Συμπερασματικά: δὲν ὑπάρχει ἁγιοποίηση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀλλὰ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος.

,

Σχολιάστε

Ο ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ

Νεοφανς σιομάρτυς φραμ [5 Μαΐου]

Ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο στὸ 16ο Δ. Σ. Λάρισας

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος καὶ Ὁσιομάρτυς Ἐφραὶμ γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1384 στὰ Τρίκαλα τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ πολύτεκνους γονεῖς καὶ εἶχε 7 ἀδέλφια. Τὸ βαφτιστικό του ὄνομα ἦταν Κωνσταντῖνος Μορφής1. Σὲ ἡλικία 14 χρόνων, τὸ 1398, μὲ τὴν προτροπὴ τῆς μητέρας του, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸ παιδομάζωμα καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴ στράτευση ἀπὸ τοὺς Τούρκους πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸ Ὄρος τῶν Ἀμώμων τῆς Ἀττικῆς, πρῶτα ὡς μοναχὸς καὶ μετὰ ὡς Ἱερέας. Τὸ 1416 οἱ Τοῦρκοι εἰσέβαλαν καὶ λεηλάτησαν τὴν Ἀττικὴ καὶ ἀνάγκασαν τὸν Δούκα τῶν Ἀθηνῶν [Λατινοκρατία, τότε] νὰ δηλώσει ὑποταγὴ στὸν Σουλτάνο. Τὸ 1424 οἱ ἄξεστοι Ὀθωμανοὶ εἰσέβαλαν βιαίως στὴν Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔσφαξαν ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς. Ὁ Ἅγιος ἀπουσίαζε στὴν σπηλιά του, πάνω στὸ βουνό, γιὰ προσευχὴ καὶ μόλις ἐπέστρεψε, ἀντίκρυσε τὰ πτώματα τῶν Πατέρων καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔθαψε, θρήνησε γοερῶς. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὴν 14η Σεπτεμβρίου 1425, ἐπανῆλθαν οἱ βάρβαροι καὶ βρῆκαν τὸν Ἅγιο. Τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν βασάνιζαν ἐπὶ 8 1/2 μῆνες μὲ μεγάλη μανία καὶ βαρβαρότητα, γιὰ νὰ τοὺς ἀποκαλύψει τοὺς δῆθεν θησαυροὺς τῆς Μονῆς. Στὸ τέλος τὸν κρέμασαν ἀνάποδα ἀπὸ μία παλαιὰ μουριὰ ποὺ ὑπῆρχε στὸν περίβολο τοῦ μοναστηριοῦ καὶ τὸν τρύπησαν μὲ ἕνα μεγάλο ἀναμμένο ξύλο στὴν κοιλιά, στὴν περιοχὴ τοῦ ἀφαλοῦ, μετὰ τὸν κάρφωσαν στὸ δέντρο μὲ μεγάλα σουβλερὰ καρφιά. Ὁ Ἅγιος φλεγόμενος συνέχισε νὰ προσεύχεται, ὥσπου τελείωσε μαρτυρικῶς τὴ ζωή του ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 5 Μαίου 1426, στὶς 9 ἡ ὥρα τὸ πρωί… Ἦταν μόλις 42ετῶν.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΚΑΙ Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα μοναστήρια τῆς Ἀττικῆς εἶναι αὐτὸ στὸ Ὄρος τῶν Ἀμώμων (τοποθεσία γνωστὴ σήμερα ὡς Νέα Μάκρη). Γιὰ αἰῶνες, πολλοὶ μοναχοὶ καὶ ἱερεῖς ἔμειναν ἐκεῖ καὶ προσευχήθηκαν στὸν Κύριο. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας ἔγιναν μεγάλες καὶ βάρβαρες σφαγὲς μέχρις ξεκληρίσματος τοῦ μοναστηριοῦ, ἕνα ἀπὸ τὰ θύματα, ἄλλωστε, ἦταν καὶ ὁ ἅγιός μας. Τὸ 1945, ἡ τότε Μοναχὴ Μακαρία πῆγε στὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἄλλοτε ὀνομαζόμενης ὡς Σταυροπηγιακῆς, τοῦ Ὄρους Ἀμώμων, στὶς βορειανατολικὲς ὑπώρειες τοῦ Πεντελικοῦ. Ἀπὸ θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ἕνα κελάκι ἐκεῖ καὶ ἄρχιζε νὰ καθαρίζει τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ τὸν ἀνακατασκευάσει. Ἐκεῖ πολλὲς φορὲς ἀναλογιζόταν μὲ συγκίνηση ὅτι σὲ ἐκεῖνα τὰ χώματα εἶχαν ζήσει κατὰ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων ἅγιοι Μοναχοὶ καὶ προσευχόταν νὰ γνωρίσει ἢ νὰ τῆς φανερωθεῖ κάποιος ἀπὸ αὐτούς. Μία φωνὴ στὴν ἀρχὴ σιγανή, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρὸ δυνατότερη στὴν ψυχή της, τῆς ἔλεγε: “Σκάψε καὶ θὰ βρεῖς αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖς”, ἐνῶ θαυμαστῶς τῆς εἶχε φανερωθεῖ ἕνα σημεῖο στὸ προαύλιο τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἔτσι στὶς 3 Ἰανουαρίου 1950 ἔχοντας ἕναν ἐργάτη γιὰ ἄλλες ἐργασίες στὸ μοναστήρι τὸν ἔβαλε νὰ σκάψει στὸ σημεῖο ὅπου τῆς ὑποδείκνυε ἡ ψυχή της. Ὁ ἐργάτης ἀρνητικὸς στὴν ἀρχή, μιᾶς καὶ ἤθελε νὰ σκάψει ὁπουδήποτε ἀλλοῦ παρὰ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, τελικά, μετὰ ἀπὸ τὶς ἐκκλήσεις καὶ τὶς προσευχές, ὁ ἐργάτης πείστηκε καὶ ξεκίνησε νὰ σκάβει. Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἕνα μισογκρεμισμένο τζάκι καὶ ἕνα ἐρείπιο παλαιοῦ τοίχου, πράγματα ποὺ ἔδειχναν ὅτι ἐκεῖ κάποτε ὑπῆρχε ἴσως κελὶ κάποιου μοναχοῦ. Φτάνοντας σὲ 1,70 μ. βάθος, ἡ σκαπάνη ἔφερε στὸ φῶς τὸ πρῶτο εὕρημα: Μία κάρα. Συγχρόνως, ὅλος ἐκεῖνος ὁ τόπος ἄρχισε νὰ εὐωδιάζει. Τότε, μὲ προσοχὴ ἡ Ἡγουμένη Μακαρία ἔβγαλε ὅλο τὸ ὑπόλοιπο σκήνωμα καὶ τὸ τοποθέτησε σὲ μία θυρίδα ποὺ ἦταν πάνω ἀπὸ τὸν τάφο. Ἦταν φανερὸ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ κληρικὸ γιατί, θαυματουργῶς, τὸ ράσο του εἶχε παραμείνει ἄθικτο. Τὸ βράδυ, διαβάζοντας τὸν ἑσπερινό, ἡ Ἡγουμένη ἄκουσε βήματα. Ὁ ἦχος ἐρχόταν ἀπὸ τὸν τάφο, μετὰ ἀπὸ τὸν περίβολο καὶ ἔφτανε ὣς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Ἐκεῖ πρωτοαντίκρυσε τὸν ἅγιο, ψηλὸ μὲ μάτια μικρὰ στρογγυλά, μὲ μακριὰ μαῦρα γένια ποὺ ἔφταναν ὣς τὸ λαιμό, ντυμένο μὲ τὴ μοναχικὴ ἀμφίεση. Στὸ ἕνα χέρι εἶχε μία φλόγα καὶ μὲ τὸ ἄλλο εὐλογοῦσε. Ὁ ἅγιος ζήτησε νὰ τὸν βγάλουν ἀπὸ τὴ θυρίδα ποὺ τὸν εἶχαν. Τὴν ἑπόμενη κιόλας μέρα ἡ Ἡγουμένη καθάρισε τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ τοποθέτησε σὲ μία θυρίδα στὸ Ἱερό τοῦ Ναοῦ, τὴ φορὰ αὐτή. Τὸ ἴδιο βράδυ φανερώθηκε στὸν ὕπνο της ὁ ἅγιος καὶ τὴν εὐχαρίστησε, ἐνῶ τῆς φανέρωσε καὶ τὸ ὄνομά του, “Ἐφραίμ”.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Ἐν ὄρει τῶν Ἀμώμων ὥσπερ ἥλιος ἔλαμψας, καὶ μαρτυρικῶς, θεοφόρε, πρὸς θεὸν ἐξεδήμησας, βαρβάρων ὑποστὰς ἐπιδρομάς, Ἐφραὶμ Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἀναβλύζεις χάριν ἀεί, τοῖς εὐλαβῶς βοῶσί σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ: Βίῳ διαλάμπων ἀσκητικῷ, ἐν ὄρει Ἀμώμων, ἠγωνίσω μαρτυρικῶς, καὶ θαυμάτων χάριν, θεόθεν ἐκομίσω, Ἐφραὶμ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.

,

Σχολιάστε

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ καὶ οἱ ὁμώνυμοι ναοὶ τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Λάρισας

Ζωοδόχος Πηγ κα ο μώνυμοι ναο
τ
ς Κωνσταντινούπολης κα τς Λάρισας

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΣΥΝΑΞΑΡΙ: Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ὀνόματα τῆς Θεοτόκου εἶναι καὶ τὸ “Ζωοδόχος Πηγή”, ἀφοῦ γέννησε τὴν Ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀποδόθηκε στὴν Παναγία ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ τὸν Ὑμνογράφο (9ος αἰ.). Ἡ γιορτὴ ἀναφέρεται στὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας, γνωστοῦ ὡς «Ζωοδόχος Πηγὴ στὸ Μπαλουκλί», ἔξω ἀπὸ τὰ θεοδοσιανὰ τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου καὶ τὰ λεγόμενα “παλάτια τῶν πηγῶν”, θέρετρα Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἁγίασμα ποὺ ἐπιτελοῦσε καὶ ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα.

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Ὁ Ἱερὸς Ναὸς Ζωοδόχου Πηγῆς στὴν Πόλη ἀνεγέρθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα τὸν Θράκα, πού, πρὶν γίνει αὐτοκράτορας, ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, συνάντησε ἕναν τυφλὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Χρυσὴ Πύλη τῆς Βασιλεύουσας. Ὁ τυφλός τοῦ ζήτησε νερὸ νὰ πιεῖ καὶ ὁ Λέων ἀναζήτησε τὴν πηγὴ τοῦ νεροῦ στὴν κατάφυτη περιοχή, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ τὴν ἀνακαλύψει. Ἡ διήγηση προσθέτει πὼς ὁ Λέων λυπήθηκε ποὺ δὲν βρῆκε νερὸ νὰ δώσει στὸν τυφλό. Ἄκουσε τότε φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Βασιλιᾶ Λέοντα», ἐνῶ ἀκόμη ἦταν στρατιώτης, “εἴσελθε βαθύτερα στὸ δάσος, καὶ ἀφοῦ λάβεις μὲ τὶς χοῦφτες σου τὸ θολερὸ αὐτὸ νερό, νὰ ξεδιψάσεις τὸν τυφλὸ καὶ νὰ τοῦ πλύνεις τὰ μάτια. Τότε θὰ γνωρίσεις ποιὰ εἶμαι ἐγὼ ποὺ κατοικῶ στὸ μέρος αὐτό”. Ὁ Λέων ἔκανε ἀμέσως ὅπως τὸν διέταξε ἡ φωνὴ καὶ ὁ τυφλὸς εἶδε τὸ φῶς του. Ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦταν τῆς Παναγίας. Ὅταν ὁ Λέων ἔγινε αὐτοκράτορας (457-474), μὲ εὐγνωμοσύνη ἔκτισε στὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ἁγιάσματος Ἱερὸ Ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας. Ὅταν κατέρρευσε ὁ Ναὸς ἀπὸ τὸν χρόνο, ὁ Ἰουστινιανὸς ἀνοικοδόμησε τὴ Ζωοδόχο Πηγή, καθιστώντας τὸ ναὸ μεγαλοπρεπέστερο, ἐνῶ ἀργότερα ὁ Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών, μετὰ ἀπὸ σεισμό, ἀνέλαβε τὴν ἀνακαίνισή του (869). Ὁ Ναὸς αὐτὸς κατέρρευσε τὸν 15ο αἰώνα. Ὁ Pierre Gylles σημειώνει ὅτι ἐκείνη τὴν περίοδο (16ος αἰ.), ἡ ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε πιά, ἀλλὰ οἱ ἀσθενεῖς ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπισκέπτονται τὴν Πηγή. Τὸ 1825 τὸ ἁγίασμα καταστράφηκε ἀπὸ γενιτσάρους κατὰ τὴν ἐξέγερσή τους. Τὸ 1833 ὁ Πατριάρχης Κωνστάντιος Α΄ ξαναέκτισε τὸν Ναὸ πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ. Τὰ ἐγκαίνια ἔγιναν τὴν 2/2/1835 ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πατριάρχη στὸ Μπαλουκλί. Μπαλουκλὶ σημαίνει τόπος μὲ ψάρια, ἀφοῦ στὴν δεξαμενὴ τῆς Πηγῆς ὑπάρχουν ψάρια. Σήμερα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐκκλησία, λατρευτικὸ κέντρο τοῦ συγκροτήματος ἀποτελεῖ ὁ ὑπόγειος ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅπου βρίσκονται ἡ δεξαμένη μὲ τὸ ἁγίασμα καὶ τὰ ψάρια. Ἀκόμη καὶ Τοῦρκοι πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία αὐτή, παίρνουν ἁγιασμένο νερὸ καὶ θεραπεύονται. Νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ 1955 ὁ ναὸς βεβηλώθηκε ἀπὸ ὄχλο Τούρκων ποὺ ὅρμησαν διαλύοντας τὰ πάντα στὴν περίοδο τῶν Σεπτεμβριανῶν, τοῦ ξεσπάσματος δηλαδὴ τῶν βαρβάρων κατὰ κάθε τί χριστιανικοῦ καὶ ἑλληνικοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸν ναὸ αὐτὸ θεραπεύθηκαν ἡ αὐτοκράτειρα Ζωή, οἱ αὐτοκράτορες Ἰουστινιανός, Λέοντας Σοφός, Ρωμανὸς Λεκαπηνός, ὁ Ἀνδρόνικος Γ΄, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Στέφανος, ὁ Ἱεροσολύμων Ἰωάννης, πλῆθος κληρικῶν, μοναχῶν καὶ ἁπλῶν πιστῶν. Τὸν 14ο αἰώνα ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει ἕναν κατάλογο 63 θαυμάτων.

Ο ΟΜΩΝΥΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ: Ὣς τὸ τέλος τῆς Τουρκοκρατίας οἱ κάτοικοι στὴ συνοικία Ταμπάκικα ἐκκλησιάζονταν στὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου, ὅσο αὐτὸς λειτουργοῦσε. Τὸ 1877 οἰκοδομήθηκε σὲ κεντρικὸ σημεῖο τῆς συνοικίας ἕνα παρεκκλήσι τῆς Παναγίας Φανερωμένης ὅπου ὑπῆρχε καὶ παλαιὸ κοιμητήριο. Τὴν ἴδια χρονιά, ἐμφανίστηκε μία μοναχὴ ὀνόματι Θεοφανία, ποὺ ἐργάσθηκε ἀμισθὶ στὸ παρεκκλήσιο τοῦ μικροῦ κοιμητηρίου. Ἡ Θεοφανία ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στὸ μικρὸ ναΐσκο, σὲ ἕνα μικρὸ κελλάκι, ζώντας ἀσκητικά. Ὁ Κύριος βλέποντας τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς της, τῆς ἀποκάλυψε σὲ ὄνειρο ὅτι στὸ σημεῖο ποὺ ὑπάρχει τὸ μαγγανοπήγαδο, στὸ βάθος του, βρίσκεται παλαιὰ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ἡ μοναχὴ ξαναεῖδε σὲ ὄνειρο αὐτὴ τὴ φορὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, νὰ τὴν ὁδηγεῖ στὸ μαγγανοπήγαδο καὶ νὰ τῆς δείχνει ὅτι στὸ βυθὸ τοῦ βρίσκεται ἡ εἰκόνα της. Τότε ἡ μοναχὴ ἀνέφερε τὰ θαυμαστὰ ὄνειρα στὸν τότε ἱερέα τοῦ Ναΐσκου καὶ κατόπιν στὸν Ἐπίσκοπο Λαρίσης Νεόφυτο. Ἡ μοναχὴ Θεοφανία ἔνδακρυς διηγήθηκε στὸν Ἐπίσκοπο τὰ ὄνειρά της καὶ ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βρεθεῖ συνεργεῖο γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Μὲ ἐγκύκλιό του μάλιστα κάλεσε ἱερεῖς καὶ πιστοὺς νὰ παραστοῦν στὴν τελετή. Ἔτσι, μία μέρα σχηματίστηκε πομπὴ γύρω ἀπὸ τὸ πηγάδι μὲ τοὺς ἱερεῖς ἐνδεδυμένους τὰ ἱερά τους ἄμφια, τὸν Ἐπίσκοπο ἐπικεφαλῆς, παρουσία πλήθους κόσμου καὶ ἀφοῦ προηγήθηκε παράκληση στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἄρχισε ἡ ἄντληση τοῦ νεροῦ ὅποτε στὸ βυθὸ ἐμφανίστηκε ἡ εἰκόνα. Μεγάλη ἡ συγκίνηση καὶ ἡ χαρὰ ὅλων, ἐνῶ ἀμέσως ἤχησε ἡ καμπάνα τοῦ κωδωνοστασίου τοῦ Ναΐσκου. Ὁ Μητροπολίτης Νεόφυτος καθάρισε ἀπὸ τὶς λάσπες τὴν εἰκόνα καὶ μὲ πομπὴ τὴν ὁδήγησε στὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἁγίου Ἀχιλλίου ὅπου ἐναποτέθηκε πρὸς προσκύνηση γιὰ σαράντα ἡμέρες. Τὴν εἰκόνα αὐτή, ἡ ὁποία ἀπεικονίζει τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν Κύριο, τὴν ὀνόμασε ὁ Ἐπίσκοπος, Ζωοδόχο Πηγή, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φιλοξενηθεῖ στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ μέχρι ἀνεγέρσεως Ἱεροῦ Ναοῦ. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα στὸν Ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς χαρίζοντας, εὐλογία, παραμυθία καὶ θαύματα στοὺς πιστούς. Μετὰ τὴν κατάρτιση ἐρανικῆς ἐπιτροπῆς ἀνεγέρσεως Ἱεροῦ Ναοῦ, ὁ Μητροπολίτης Νεόφυτος διόρισε τὸν ἱερέα Δημήτρη Σακελλαρίου ἐπικεφαλῆς στὴ διενέργεια ἐράνου σὲ ὅλη τὴ Θεσσαλία, ποὺ εἶχε πλέον ἐνσωματωθεῖ μὲ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Ἔτσι χτίστηκε ὁ πρῶτος ναὸς Βασιλικοῦ ρυθμοῦ. Ὁ Ι. Ναὸς αὐτὸς κατεδαφίστηκε καὶ στὴ θέση του ἀνηγέρθη νέος μεγαλοπρεπὴς Ναὸς τὴ δεκαετία τοῦ 1990.

Η ΕΟΡΤΗ: Ἡ σημερινὴ ἑορτὴ εἶναι:
Α΄ Κινητὴ ἑορτή, διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ὅπως καὶ ἄλλες μεγάλες ἑορτὲς (Ἀνάληψη, Πεντηκοστή, κ.α.) Ἑορτάζεται τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, δηλαδὴ τὴν ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετὰ τὸ Πάσχα.
Β΄ Εἶναι Θεομητορικὴ ἑορτὴ γιατί εἶναι μία ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας. Ἡ ἑορτὴ αὐτή, ἀντίθετα μὲ τὶς ὑπόλοιπες Θεομητορικές, ἔχει σχέση μὲ τὶς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τῆς Παναγίας πρὸς σωτηρίαν ἀνθρώπων ποὺ τὴν ἐπικαλέσθηκαν μὲ πίστη. Ὅπως στὸ Μπαλουκλὶ ἑορτάζουν τὴν Ζωοδόχο Πηγὴ καὶ ὁ ναὸς ἐκεῖνος τῆς Θεοτόκου εἶναι πηγὴ θείων δωρεῶν, ἔτσι καὶ κάθε ἐκκλησία μὲ ὀρθόδοξο ἱερέα ποὺ λειτουργεῖ καὶ τελοῦνται τὰ ἅγια μυστήρια, εἶναι μία ζωοδόχος πηγή. “Στήν Ἐκκλησία τρέχει τὸ ἀθάνατο νερὸ τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου. Τὸ νερὸ αὐτὸ ποὺ ξεδιψᾶ, πηγάζει ἀπὸ τὴν ὑπερτάτη θυσία τοῦ Κυρίου. Τὸ νερὸ αὐτὸ θεραπεύει, δίνοντας ὑγεία στὶς ἀνάπηρες καὶ τραυματισμένες ψυχές, διὰ πρεσβειῶν τῆς Παναγίας” (Αὐγ. Καντιώτης).

,

Σχολιάστε

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

κάθιστος μνος

ἀπὸ τὸν Κωνσταντίνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλo

ΓΕΝΙΚΑ: Ἀκάθιστος ὕμνος ὀνομάζεται ἕνας ὕμνος, γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἕνα Κοντάκιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ψάλλεται στοὺς ναοὺς τὶς πέντε πρῶτες Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τὶς πρῶτες τέσσερις τμηματικά, καὶ τὴν πέμπτη ὁλόκληρος. Εἶναι ἕνας ὕμνος ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ προοίμιο καὶ 24 οἴκους σὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, ἀπὸ τὸ Α ὣς τὸ Ω, δηλαδὴ κάθε «οἶκος», ἢ στροφή, ξεκινᾶ μὲ τὸ ἀντίστοιχο κατὰ σειρὰ ἑλληνικὸ γράμμα. Θεωρεῖται δίκαια ὡς ἀριστούργημα τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας. Εἶναι γραμμένος πάνω στοὺς κανόνες τῆς ὁμοτονίας, ἰσοσυλλαβίας καὶ ἐν μέρει τῆς ὁμοιοκαταληξίας. Ἡ γλῶσσα του εἶναι ποιητική, ἐμπλουτισμένη ἀπὸ κοσμητικὰ ἐπίθετα καὶ πολλὰ σχήματα λόγου. Τὸ θέμα του εἶναι ἡ ἐξύμνηση τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς Θεοτόκου. Ὁ ὕμνος αὐτὸς ὀνομάζεται «Ἀκάθιστος» ἀπὸ τὴν ὄρθια στάση, ποὺ τηροῦν οἱ πιστοὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ψαλμωδίας της1. Οἱ πιστοὶ ἔψαλαν παλαιότερα τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο ὄρθιοι, ὑπὸ τὶς συνθῆκες ποὺ θεωρεῖται ὅτι ἐψάλη γιὰ πρώτη φορά. Σύμφωνα μὲ ἀναφορὲς Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἦταν στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Τὸ 626, ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἡγεῖτο ἐκστρατείας τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ κατὰ τῶν Περσῶν, ἡ Βασιλεύουσα πολιορκήθηκε αἰφνιδιαστικά, κατόπιν συνεργασίας ἀντιπερισπασμοῦ μὲ τοὺς Περσες, ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους. Γνωρίζοντας τὴν ἀπουσία στρατοῦ, οἱ Ἄβαροι ἀπέρριψαν κάθε πρόταση ἐκεχειρίας καὶ στὶς 6 Αὐγούστου Αὐγούστου κατέλαβαν τὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν. Τὴ νύχτα τῆς 7ης πρὸς 8η Αὐγούστου, ἑτοιμάζονταν γιὰ τὴν τελικὴ ἐπίθεση, ἐνῶ ὁ Σέργιος, Πατριάρχης Κων/λεως, περιέτρεχε τὰ τείχη τῆς Πόλης μὲ τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καὶ ἐνεθάρρυνε τὸ λαό. Λίγη ὥρα ἀργότερα, μέσα στὴ νύχτα, φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος, δημιούργησε τρικυμία καὶ κατέστρεψε τὸν ἀποτελούμενο ἀπὸ ἐλαφρὰ μονόξυλα ἐχθρικὸ στόλο, ἐνῶ μία ἀντεπίθεση τῶν ἀμυνόμενων προξένησε τεράστιες ἀπώλειες στοὺς Ἀβάρους καὶ τοὺς συνεργαζόμενους Πέρσες, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάστηκαν νὰ λύσουν τὴν πολιορκία καὶ νὰ ἀποχωρήσουν ἄπρακτοι. Τὴν 8η Αὐγούστου, ἡ Πόλη εἶχε πιὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴ μεγαλύτερη ὣς τότε ἀπειλή. Ὁ λαός, θέλοντας νὰ πανηγυρίσει τὴ σωτηρία του, τὴν ὁποία ἀπέδωσε στὴ συνδρομὴ τῆς Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Τότε, ὄρθιο τὸ πλῆθος τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἔψαλε τὸν ἀπὸ τότε λεγόμενο «Ἀκάθιστο Ὕμνο» στὴν Παναγία, ἀποδίδοντας τὰ «νικητήρια» καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ: Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατέστερη ἄποψη, ὁ ὕμνος εἶχε συντεθεῖ νωρίτερα καὶ μάλιστα θεωρεῖται ὅτι ψαλλόταν στὸ συγκεκριμένο ναὸ στὴν ἀγρυπνία τῆς 15ης Αὐγούστου κάθε ἔτους. Ἁπλῶς, ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ ὕμνος ἐψάλη «ὀρθοστάδην», ἐνῶ ἀντικαταστάθηκε τὸ ὣς τότε προοίμιο, “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει”, μὲ τὸ ὡς σήμερα χρησιμοποιούμενο “Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια”, τὸ ὁποῖο ἔδωσε δοξολογικὸ καὶ ἐγκωμιαστικὸ τόνο στὸν ὣς τότε διηγηματικὸ καὶ περισσότερο δογματικὸ ὕμνο. Σύμφωνα ὅμως μὲ ἄλλες πηγές, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος συνδέεται καὶ μὲ ἄλλα παρόμοια γεγονότα, ὅπως τὶς πολιορκίες καὶ τὴν σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἐπὶ τῶν Αὐτοκρατόρων Κων/νου Πωγωνάτου [673], Λέοντος Ἰσαύρου [717-8] καὶ Μιχαὴλ Γ΄[860].

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ἐνῶ εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι ὁ ὕμνος ψαλλόταν ὡς εὐχαριστήρια ὠδὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο, τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, ἐν τούτοις τὸ πρόβλημα τῆς σύνθεσης τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου παραμένει μέχρι καὶ σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ δυσκολοτέρα φιλολογικὰ προβλήματα, καθὼς οἱ μελετητὲς δὲν ἔχουν ἀκόμη καταλήξει στὸ ποιός, πότε καὶ γιατί συνέθεσε τὸν ὕμνο αὐτό. Πάντως σὲ ὅλα τὰ χειρόγραφα ὁ ὕμνος φέρεται ὡς ἀνώνυμος, ἐνῶ ὁ Συναξαριστής, ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 626, δὲν ἀναφέρει οὔτε τὸ χρόνο σύνθεσης, οὔτε τὸν μελωδό του. Τὸ περιεχόμενό του πάντως ἀπηχεῖ τὶς δογματικὲς θέσεις τῆς Τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου [431], ἑπομένως ὁ Ὕμνος δὲν συνετέθη νωρίτερα ἀπὸ τὴ χρονιὰ αὐτή. Κάποιοι ἐρευνητὲς θεωροῦν ὅτι ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του συνάγεται ὅτι ὁ ὕμνος ἀναφέρεται σὲ κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τῶν Χριστουγέννων, ἑορτὲς οἱ ὁποῖες χωρίστηκαν ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ [527-565], πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ὕμνος γράφτηκε τὸ ἀργότερο ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη βυζαντινὴ παράδοση ὅμως ἀποδίδει τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο στὸν μεγάλο βυζαντινὸ ὑμνογράφο τοῦ 6ου αἰώνα, Ρωμανὸ τὸ Μελωδό.Τὴν ἄποψη αὐτὴ ὑποστηρίζουν πολλοὶ ἐρευνητές, ὅπως οἱ: P. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Εὐστρατιάδης, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι οἱ ἐκφράσεις τοῦ ὕμνου, ἡ ποιητική του ἀρτιότητα καὶ ἡ δογματική του πληρότητα ὁδηγοῦν στὸ Ρωμανό. Τέλος, σὲ ἕναν κώδικα τοῦ 13ου αἰώνα, ὑπάρχει σημείωση, τοῦ 16ου, ὅμως, αἰώνα, ἡ ὁποία ἀναφέρει τὸν Ρωμανὸ ὡς ποιητὴ τοῦ ὕμνου. Ἡ ἄποψη αὐτή, πάντως, ἀντικρούεται ἀπὸ πολλοὺς μελετητὲς ποὺ βρίσκουν στὴ δομή, στὸ ὕφος καὶ τὸ περιεχόμενό του πολλὰ στοιχεῖα τῆς μεταρωμανικῆς ἐποχῆς2. Σύμφωνα, λοιπὸν μὲ μία ἐκδοχή, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Βυζαντινῆς Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη, ἀλλὰ καὶ τὸν O. Bardenhewer, ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ Α΄[716-730], ὁ ὁποῖος ἔζησε τὰ γεγονότα τῆς θαυμαστῆς λύτρωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τὴν πολιορκία τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸ 718, ἐπὶ Λέοντος Ἰσαύρου. Ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μία λατινικὴ μετάφραση τοῦ Ὕμνου, ποὺ ἔγινε περὶ τὸ 800, ἀπὸ τὸ Βενατσιάνο ἐπίσκοπο Χριστόφορο, τὸν ἀναφέρει ὡς δημιουργὸ τοῦ ὕμνου3. Μία ἄλλη ἐκδοχή, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ τὸν Θ. Δετοράκη, βασίζεται σὲ μία ἀχρονολόγητη εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα Ἱεροσολύμων, ὅπου εἰκονίζεται ἕνας μοναχός, ποὺ κρατάει εἰλητάριο, ὅπου ἀναγράφεται: “Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη4”. Στὸ κεφάλι τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ γράφει “ὁ ἅγιος Κοσμᾶς”. Πρόκειται γιὰ τὸν Κοσμᾶ τὸ Μελωδό, ὁ ὁποῖος ἔζησε καὶ αὐτὸς τὰ γεγονότα τοῦ 718 [κοιμήθηκε τὸ 752]. Τέλος, ἄλλοι ἐραυνητὲς θεωροῦν ὅτι ὁ Ὕμνος συνετέθη ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο [K. Krumbacher, W. Christ, M. Paranikas, C. Del Grande, Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου), τὸν σύγχρονο μὲ τὴν πολιορκία Γεώργιο Πισίδη, τὸν Ἱερὸ Φώτιο, τὸν Ἀπολινάριο τὸν Ἀλεξανδρέα, τὸν Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.ἄ. Πάντως μὲ βεβαιότητα, οἱ εἱρμοὶ τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ἐνῶ τὰ τροπάρια τοῦ Ἰωσὴφ Ξένου του Ὑμνογράφου.

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀποτελεῖται ἀπὸ 24 “οἴκους”, στροφὲς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι εἶναι δύο εἰδῶν. Οἱ περιττοὶ (Α-Γ-Ε., κ.τ.λ.), ποῦ εἶναι ἐκτενεῖς, ἀποτελοῦνται ἀπὸ δεκαοκτὼ στίχους. Οἱ πέντε πρῶτοι περιλαμβάνουν τὴ διήγηση, οἱ δώδεκα ἑπόμενοι ἀποτελοῦν χαιρετισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ ὁ δέκατος ὄγδοος εἶναι τὸ ἐφύμνιο “χαῖρε νύμφη Ἀνύμφευτε”. Οἱ ἄρτιοι οἶκοι (Β-Δ-Ζ, κ.τ.λ..), ποὺ εἶναι σύντομοι, ἀποτελοῦνται μόνο ἀπὸ πέντε στίχους διήγησης καὶ τὸ ἐπίσης σύντομο ἐφύμνιο “Ἀλληλούια”. Ἀπὸ τοὺς ἄρτιους οἴκους, οἱ περισσότεροι ἀναφέρονται στὸν Χριστὸ καὶ κάποιοι στὴν Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω). Γενικὸ θέμα τοῦ ὕμνου εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. Μὲ πηγές του τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος περιγράφει τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ σὲ θεολογικὴ καὶ δογματικὴ ἀνάλυσή τους. Ὁ πρῶτοι δώδεκα οἶκοι του (Α ἕως Μ) ἀποτελοῦν τὸ ἱστορικὸ μέρος, ὅπου ἐξιστοροῦνται τὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου μέχρι τὴν Ὑπαπαντή, ἀκολουθώντας τὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ. Ἔτσι, ἀναφέρεται ὁ Εὐαγγελισμὸς (Α-Δ), ἡ ἐπίσκεψη τῆς ἐγκύου Παρθένου στὴν Ἐλισάβετ (Ε), οἱ ἀμφιβολίες τοῦ Ἰωσὴφ (Ζ), ἡ προσκύνηση τῶν ποιμένων (Η) καὶ τῶν Μάγων (Θ-Κ), ἡ Ὑπαπαντὴ (Μ) καὶ ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο (Λ) [ὁ μόνος οἶκος ποὺ ἔχει πηγὴ τὸ ἀπόκρυφο πρωτευαγγέλιο τοῦ Ματθαίου. Οἱ τελευταῖοι δώδεκα (Ν-Ω) ἀποτελοῦν τὸ θεολογικὸ ἢ δογματικὸ μέρος, στὸ ὁποῖο ὁ μελωδὸς ἀναλύει θεολογικὲς καὶ δογματικὲς προεκτάσεις τῆς Ἐνανθρώπησης τοῦ Κυρίου καὶ τὸ σκοπό της, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν. Ὁ μελωδὸς βάζει στὸ στόμα τοῦ ἀρχαγγέλου, τοῦ ἐμβρύου Προδρόμου, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καὶ τῶν πιστῶν τὰ 144 συνολικὰ “Χαῖρε” πρὸς τὴ Θεοτόκο, ποὺ ἀποτελοῦν ποιητικὸ ἐμπλουτισμὸ τοῦ χαιρετισμοῦ τοῦ Γαβριὴλ “Χαῖρε Κεχαριτωμένη”, ποὺ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς5

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἔρχεται καὶ φέρνει τὸ θεϊκὸ μήνυμα, τὸ “χαῖρε”, στὴ Θεοτόκο. Ἡ Θεοτόκος ἀπορεῖ γιὰ τὸν παράδοξο τρόπο τῆς συλλήψεως. Ὁ Γαβριὴλ τῆς ἐξηγεῖ τὴν ἀπόρρητη βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει τὴν Παρθένο καὶ συλλαμβάνει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴ συγγενῆ της Ἐλισάβετ, ποὺ κυοφορεῖ τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη, καὶ ἀνταλλάσσουν προφητικοὺς λόγους. Ὁ Ἰωσὴφ ἀμφιβάλλει, ἀλλὰ ἐνημερώνεται ἀπὸ τὸν ἄγγελο γιὰ τὸ μυστήριο τῆς συλλήψεως. Ὁ Χριστὸς γεννᾶται καὶ οἱ ποιμένες ἔρχονται καὶ Τὸν προσκυνοῦν. Τὸ ἀστέρι δείχνει τὸν δρόμο στοὺς μάγους τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ μάγοι προσκυνοῦν τὸ Θεῖο Βρέφο καὶ ἐπιστρέφουν ἀπὸ ἄλλο δρόμο στὴ Βαβυλώνα. Ἡ φυγὴ τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας στὴν Αἴγυπτο. Ὁ Συμεὼν δέχεται στὴν ἀγκάλη του ὡς βρέφος τὸν Χριστό. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σάρκωσή Του δημιουργεῖ νέα κτίση, ποὺ Τὸν δοξολογεῖ. Ὁ παράξενος [“ὁ ξενος”] τόκος προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀποξενωθοῦν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ ὑψώσουν τὸ νοῦ τους στὸν οὐρανό. Ὅλος ἦταν στὴν γῆ ὁ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ δὲν ἀπουσίαζε. Οἱ ἄγγελοι θαύμασαν τὸ ἔργο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία του μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου μένουν ἄφωνοι, μὴ μπορώντας νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριο τῆς γεννήσεως Ὁ Ποιμένας γίνεται πρόβατο γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ἡ Παρθένος γίνεται τεῖχος ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς πιστούς. Κανένας ὕμνος δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ ὑμνηθεῖ ὁ Σαρκωθεὶς Βασιλέας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ λαμπάδα, ποὺ καθοδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὴ Θεογνωσία. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸ κόσμο γιὰ νὰ δώσει χάρη. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἔμψυχος ναὸς στὸν ὁποῖο δοξάζεται ὁ Χριστός. Τέλος, Ὕμνος καὶ ἱκεσία πρὸς τὴν Παρθένο.

ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ: Παλαιότερα ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ψαλλόταν. Δὲν διασώθηκε ὅμως ὁ τρόπος μελωδικῆς του ἐκτέλεσης, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ψάλλεται μόνο τὸ προοίμιο σὲ ἦχο πλάγιο δ´. Στὴν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν, ψάλλεται ἀρχικὰ ὁ “Κανόνας” [Τροπάρια τῶν Χαιρετισμῶν], μὲ ἐννέα ὠδές, ξεκινώντας μὲ τοὺς ἀντίστοιχους εἱρμούς: Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος… Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε… Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ ἐπὶ θρόνου Θεότητος… Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου… Τὴν θείαν ταύτην καὶ παντιμον… Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες… Παίδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ… Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι… Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπαγγελία τῶν οἴκων τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου. Ὁ ἱερέας στέκεται στὸ μέσο τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ποὺ παλιὰ βρισκόταν ὁ ἄμβωνας, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ψαλλόταν τὸ κοντάκιο. Ἐκεῖ, μπροστὰ σὲ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἀπαγγέλλει τοὺς οἴκους. Τὶς πρῶτες τέσσερις Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπαγγέλλει ἀπὸ 6 οἴκους, δηλαδὴ τὴν πρώτη Παρασκευὴ (Α΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Α-Ζ, τὴ δεύτερη (Β΄ Χαιρετισμοί) τοὺς Η-Μ, τὴν τρίτη (Γ΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Ν-Σ, τὴν τέταρτη (Δ΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Τ-Ὢ καί, τέλος, τὴν πέμπτη Παρασκευὴ (Ἀκάθιστος Ὕμνος) ὅλους μαζί.
.              Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς στὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν γ΄ Παρασκευὴ τῶν Νηστειῶν, συνηθίζεται νὰ πηγαίνει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μὲ τοὺς πατριαρχικοὺς χοροὺς στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν καὶ νὰ ἀπαγγέλλει ἐκεῖ τοὺς οἴκους τοῦ Ἀκαθίστου. Ἡ παράδοση αὐτὴ ἀνακαλεῖ τὴ μνήμη τῶν γεγονότων τοῦ 626, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας τῆς Πόλης καὶ τῆς πρώτης ἐκτέλεσης τοῦ Ὕμνου. Ὁ ἱστορικὸς αὐτὸς συμβολισμὸς προσδίδει λαμπρότητα καὶ συναισθηματικὴ φόρτιση στὴν ἀκολουθία, τὴν ὁποία παρακολουθοῦν κάθε χρόνο πολλοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Πόλης.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ: Στὴν περίφημη εἰκόνα τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ἡ Παναγία εἰκονίζεται σὲ ὄρθια στάση, μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα σὲ δέηση, ἐνῶ σὲ ἐγκόλπιο, ποὺ ἔφερε στὸ στῆθος της, εἰκονιζόταν ὁ Χριστός. Ἡ εἰκόνα ἐξαφανίστηκε κατὰ τὴν Εἰκονομαχία καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἀνακαλύφθηκε τὸ 1030 πίσω ἀπὸ ἕναν τοῖχο, ὅταν ὁ Ρωμανὸς Γ΄ ὁ Ἀργυρὸς ἀνακαίνισε τὸ ναό6. Κατὰ καιροὺς ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ διάφορες εἰκόνες μὲ θέμα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, στὶς ὁποῖες παρουσιάζεται ἡ Παναγία καὶ γύρω της μικρὲς εἰκόνες ποὺ ἀναφέρονται σὲ κάθε οἶκο τοῦ ὕμνου. Ὑπάρχουν ἐπίσης σχετικὲς τοιχογραφίες μὲ τὸ θέμα αὐτὸ σὲ διάφορους ναούς. Ἀπὸ τὶς φορητὲς εἰκόνες, οἱ πιὸ γνωστὲς εἶναι: Α΄ τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, ποὺ εἶναι μία μικρὴ καὶ δυσδιάκριτη φορητὴ εἰκόνα καὶ ἡ ὁποία, κατὰ τὴν παράδοση, εἶναι αὐτή, μπροστὰ στὴν ὁποία ἐψάλη γιὰ πρώτη φορὰ ὁ ὕμνος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο. Αὐτὸ γράφει καὶ ἀργυρὴ πλάκα στὸ πίσω μέρος της. Ἡ παράδοση ἀναφέρει θαύματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν εἰκόνα αὐτή. Φυλάσσεται σὲ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο καὶ ἐκεῖ διαβάζονται οἱ Χαιρετισμοὶ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως. Β΄τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου. Στὸ Καθολικὸ αὐτῆς τῆς μονῆς φυλάσσεται ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ποὺ ὅταν, κατὰ τὴν παράδοση, τὸ 1837 ξέσπασε πυρκαγιά, καὶ οἱ μοναχοὶ ἔψαλλαν τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, ἡ εἰκόνα παρέμεινε ἄθικτη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑορτάζεται στὶς 12 Ἰανουαρίου. Γ΄ τῆς Μονῆς Ζωγράφου. Μπροστὰ στὴν εἰκόνα αὐτὴ τοῦ Ἀκαθίστου, κατὰ τὴν παράδοση, ἕνας γέροντας διάβαζε καθημερινὰ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο μέχρι ποὺ κάποια μέρα ἡ εἰκόνα μίλησε καὶ προανήγγειλε ὅτι πλησιάζουν λατινόφρονες στὸ μοναστήρι. Ἔκτοτε ἡ εἰκόνα ὀνομάζεται Προαναγγελόμενη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια Ἃ΄1130-1156. Ι. Φουντούλης, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ἰστότοπος τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. mountathow.gr Γρηγόριος Παπαγιαννάκης. Ἀκάθιστος Ὕμνος: ἄγνωστες πτυχὲς ἑνὸς πολὺ γνωστοῦ κειμένου. Ἐκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006. O Ἀκάθιστος Ὕμνος [κείμενο], Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος [Μυριόβιβλος]. Α. Φιλιππίδης, Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὰ χρόνια του Ἀκαθίστου Ὕμνου, περιοδικὸ Παρέμβασις, Μάρτιος 2006. Παναγιώτης Ἀραμπατζής, «Ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα: ποιὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τῶν 24 οἴκων τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου ἐκ τῆς μυστικῆς ἀκροστιχίδος του», Ἑλληνικὴ Ἱστορικὴ Ἑταιρεία, Η´ Πανελλήνιο Ἱστορικὸ Συνέδριο-Πρακτικά, Ἀθήνα, 1987, σελ.137-140. Ἀκάθιστος Ὕμνος, λῆμμα στὸ Orthodoxwiki καὶ στὴ Wikipedia. Μπορίσοβα, Τατιάνα, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ἡ μετάφρασή του στὴν ἐκκλησιαστικὴ σλαβικὴ γλώσσα, Πανεπιστήμιο Κρήτης. Σχολὴ Φιλοσοφική. Τμῆμα Φιλολογίας, 2007.

 

 

1.Διαβάζουμε στὸ Συναξαριστή: “ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς Θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα”.

2.Ἀν. Φιλιππίδης, Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὰ χρόνια του Ἀκαθίστου, περιοδικὸ Παρέμβασις, Μάρτιος 2006 καὶ Θ. Σαμαρᾶς, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ἐφημερίδα «Ἐλεύθερο Βῆμα», Κομοτηνή, 9/3/2001

3.Ἐκεῖ γράφει ὁ Χριστόφορος: “Incipit Hymnus de Sancta Dei Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano Patriarcha Constantinopolitano”.

4.Αυτό εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ α΄ οἴκου τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

5.Λουκ. α΄ 28.

6.Σοφία Ν. Σφυρόερα, Κωνσταντινούπολη, Πόλη τῆς Ἱστορίας, Ἀθήνα 2006, σελ. 231.

,

Σχολιάστε

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΑΠΟΨΕ ΣΤΙΣ 7 μ.μ. (Ὁ Μεγάλος Κανόνας παρουσιάζει τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους)

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΑΠΟΨΕ ΣΤΙΣ 7 μ.μ.

Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου
Δάσκαλος-Συγγραφεύς

ΣΤΙΣ 6.45 Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ: https://www.youtube.com/watch?v=SQIiYu447BI

.               Πότε ψάλλεται ὁ Μεγάλος Κανόνας; Ὁ Μεγάλος Κανόνας ψάλλεται τμηματικὰ στὰ ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων ἡμερῶν τῆς Α´ Ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν καὶ ὁλόκληρος στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Πέμπτης τῆς Ε´ ἑβδομάδας. Στὶς ἐνορίες, ὡστόσο, ψάλλεται καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν ὄρθρο, ὡς μικρὴ ἀγρυπνία, τὸ βράδυ τῆς Τετάρτης μαζὶ μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου. Ἐξαίρεση βέβαια ἡ φετινὴ συγκυρία!
Μεγαλύτερος κανὼν δὲν μποροῦσε νὰ ὑπάρξει· καὶ τοῦτο γιατί ὁ ποιητὴς θέλησε νὰ συνθέσει ὄχι τρία ἢ τέσσερα τροπάρια γιὰ τὴν κάθε ὠδή, ὅπως συνήθως ἔχουν οἱ ἄλλοι κανόνες, ἀλλὰ πολὺ περισσότερα: τόσα, ὅσα εἶναι καὶ ὅλοι οἱ στίχοι τῶν ὠδῶν, ἔτσι ὥστε στὸν καθένα στίχο νὰ ἀντιστοιχεῖ καὶ νὰ παρεμβάλλεται κατὰ τὴν ψαλμωδία ἀπὸ ἕνα τροπάριο. 250 εἶναι οἱ στίχοι τῶν ὠδῶν, 250 καὶ τὰ τροπάρια τοῦ Μ. Κανόνα, ἐνῶ οἱ συνήθης κανόνες ἔχουν γύρω στὰ 30. Σήμερα τὰ τροπάρια τοῦ Μ. Κανόνα εἶναι κατὰ 30 περίπου περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀρχικά. Μεταγενέστεροι ὑμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια γιὰ τὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἀνδρέα. Τὸν Μεγάλο Κανόνα συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης ποὺ γύρω στὸ 711 ἢ 712 ἐκλέγεται ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης.

.              Ποιό εἶναι τὸ περιεχόμενο τοῦ Μεγάλου Κανόνα; Ὁ Μεγάλος Κανόνας παρουσιάζει τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ποὺ κατέστρεψε τὴ δυνατότητα τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό. Στὸν Μεγάλο Κανόνα ὁ ποιητὴς θεωρεῖ καὶ βιώνει τὸ γεγονὸς τῆς πτώσεως προσωπικά. Μὲ τὴν καθημερινὴ ἁμαρτία τοῦ ταυτίζεται μὲ τὸν πρωτόπλαστο Ἀδὰμ τοῦ ὁποίου γίνεται μιμητής. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀκολουθεῖ τὴ πορεία τῆς Εὔας. «Ἀλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες τὴν πρώτη Εὔα; Κοίταξες πονηρὰ καὶ πληγώθηκες πικρά». Ὁ ἅγιος ἀναφέρεται στὴν ὕπαρξη ποὺ κληρονομήσαμε μετὰ τὴν πτώση ποὺ συνδέεται μὲ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Μὲ τοὺς πρωτόπλαστους ἔχουμε ὀντολογικὴ ἀλληλεγγύη. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ ἡ ὁμολογία της σφραγίζει ὁλόκληρο τὸν Μ. Κανόνα.
.                 Εἶναι ἕνα κύκνειο ἄσμα, ἕνας θρῆνος προθανάτιος, ἕνας μακρὺς θρηνητικὸς μονόλογος, εἶναι ὁ Ἀδαμιαῖος θρῆνος. Ὁ ποιητὴς βρίσκεται στὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Αἰσθάνεται ὅτι οἱ ἡμέρες του εἶναι πιὰ λίγες, ὁ βίος του ἔχει περάσει. Ἀναλογίζεται τὸν θάνατο καὶ τὴν κρίση τοῦ δίκαιου κριτῆ, ποὺ τὸν ἀναμένει. Καὶ ἔρχεται νὰ κάνει μία ἀναδρομή, μία ἀνασκόπηση τοῦ πνευματικοῦ του κόσμου. Κάθεται νὰ συζητήσει μὲ τὴν ψυχή του. Ὁ ἀπολογισμὸς ὅμως δὲν εἶναι ἐνθαρρυντικός. Ὁ βαρὺς κλοιὸς τῆς ἁμαρτίας τὸν συμπνίγει. Ἡ συνείδηση τὸν ἐλέγχει. Καὶ ὁ ποιητὴς θρηνεῖ διαρκῶς γιὰ τὴν ἄβυσσο τῶν κακῶν του πράξεων. Στὸν θρῆνο αὐτὸ συμπλέκεται ἡ ἀναδρομὴ στὴν Ἁγία Γραφή. Αὐτὸ κυρίως δίνει τὴν μεγάλη ἔκταση στὸ ποίημα. Ὁ σύνδεσμος ὅμως τοῦ θρήνου μὲ τὴν Γραφὴ εἶναι πολὺ φυσικός. Σὰν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ποιητής, ἀνοίγει τὸ βιβλίο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἀξιολογήσει τὰ πεπραγμένα του. Ἐξετάζει ἕνα πρὸς ἕνα τὰ παραδείγματα τοῦ ἱεροῦ βιβλίου. Στὶς ὀκτὼ πρῶτες ὠδὲς παίρνει τὰ παραδείγματά του ἀπὸ τὴ Παλαιὰ Διαθήκη. Στὴ ἐννάτη ὠδὴ ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως εἶναι κάθε φορᾶ τρομερὸ καὶ αἰτία νέων θρήνων. Ἔχει μιμηθεῖ ὅλες τὶς κακὲς πράξεις ὅλων τῶν ἡρώων της ἱερᾶς ἱστορίας, ὄχι ὅμως καὶ τὶς καλὲς πράξεις τῶν ἁγίων. Δὲν τοῦ μένει παρὰ ἡ μετάνοια, ἡ συντριβὴ καὶ ἡ καταφυγὴ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐδῶ ἀνοίγει ἡ αἰσιόδοξη προοπτική τοῦ ποιητῆ. Βρῆκε τὴν πόρτα τοῦ παραδείσου, τὴν μετάνοια. Καρποὺς μετανοίας δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσει· προσφέρει ὅμως στὸν Θεὸ τὴ συντετριμμένη του καρδιὰ καὶ τὴν πνευματική του φτώχια. Τὰ βιβλικὰ παραδείγματα τοῦ Δαυίδ,τοῦ προφήτη Ἱερεμία, τῶν βασιλέων Μανασσῆ καὶ Ἐζεκία ἀπὸ τὴν Π. Δ καὶ τοῦ Πέτρου, τῆς Μάρθας καὶ τῆς Μαρίας, τῆς Χαναναίας, τοῦ τελώνη, τῆς πόρνης καὶ τοῦ ληστῆ τὸν ἐνθαρρύνουν. Πολλὲς φορὲς ἐπανέρχεται χρησιμοποιώντας τὸ παράδειγμα τῆς μετάνοιας τῆς πόρνης καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ δεχθεῖ τὰ δικά του δάκρυα, ὅπως δέχθηκε καὶ τὰ δικά της καὶ νὰ τοῦ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες του. Ὁ κριτὴς θὰ εὐσπλαχνισθεῖ καὶ αὐτόν, ποὺ ἁμάρτησε πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.


,

Σχολιάστε

E.O.K.A 01.04.1955

θνικ ργάνωσις Κυπρίων γωνιστν 1.4.1955

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου,
δασκάλου στὸ 16ο Δ. Σχ. – συγγραφέα

ΓΕΝΙΚΑ: Ἡ Ἐθνικὴ Ὀργάνωσις Κυπρίων Ἀγωνιστῶν (ΕΟΚΑ) ἦταν ὀργάνωση Ἑλλήνων τῆς Κύπρου ποὺ ἔδρασε τὴν περίοδο 1955-9 γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ ἀπὸ τὸ βρετανικὸ ζυγὸ καὶ τὴν Ἕνωση μὲ τὴν Ἑλλάδα. Στρατιωτικὸς ἀρχηγὸς ἦταν ὁ Στρατηγὸς Γεώργιος Γρίβας Διγενής. Πολιτικὸς ἀρχηγὸς τῆς ἦταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος. Η ΕΟΚΑ ὑποστηρίχθηκε ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδας, πλὴν ΚΚΕ.
.             Ἡ ἔναρξη τοῦ ἀγώνα, τὴν 1η Ἀπριλίου σηματοδοτήθηκε μὲ ἐπίθεση σὲ κυβερνητικὰ κτίρια, ἀστυνομικοὺς σταθμούς, τὸν ραδιοσταθμὸ καὶ στὸ βρετανικὸ στρατόπεδο Ἀμμοχώστου. Ἡ δραστηριότητα συνεχίστηκε μὲ ἐπιθέσεις σὲ στρατιωτικὲς ἐγκαταστάσεις, ἐνέδρες σὲ βρετανικὰ ὀχήματα καὶ ἐκτελέσεις Βρετανῶν, καὶ Κυπρίων συνεργατῶν τῶν Βρετανῶν. Ἡ δραστηριότητα τῆς ΕΟΚΑ ἔληξε τὴν 24η/12/1959 μὲ τὴ συμφωνία τῆς Ζυρίχης. Τελικὰ ἡ ἀνεξαρτησία ἀλλὰ ὄχι ἡ Ἕνωση, κηρύχθηκε στὶς 15/8/1960. Ἡ ἀρχὴ εἶχε γίνει ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς ΕΟΚΑ. Ἡ ἕνωση μὲ τὴν Ἑλλάδα ἦταν ὁ ἀπώτερος στόχος. Ἂν καὶ ἡ ἀνεξαρτησία ἔφερε προσωρινὰ εἰρήνη στὸ νησί, ἐν τούτοις τὸ νέο Σύνταγμα ἀπαγόρευε τὴν ἕνωση τῆς Κύπρου μὲ ἄλλο κράτος καὶ κάθε πιθανὴ διχοτόμηση. Καθιστοῦσε ἐγγυήτριες δυνάμεις τὴν Ἑλλάδα, τὴν Τουρκία καὶ τὴ Βρετανία. Ἡ Βρετανία κατάφερε, μέσῳ τῆς συμφωνίας, νὰ διατηρήσει στρατιωτικὲς βάσεις στὸ νησὶ μειώνοντας τὸν βαθμὸ ἀνεξαρτησίας. Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι αὐτὲς οἱ περιοχὲς μετατράπηκαν ἀργότερα μὲ βρετανικὴ ἀπόφαση σὲ κτήση τοῦ βρετανικοῦ στέμματος καὶ ὄχι ἁπλῶς βάση (κάτι σὰν τὸ Γιβραλτάρ)!

Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Ἡ συνεισφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν προσπάθεια ἦταν καθοριστική. Ἡ ὀργάνωση ΟΧΕΝ ἦταν ὁ προθάλαμος εἰσόδου στὴν ΕΟΚΑ καὶ πολλοὶ ἀγωνιστὲς ξεκίνησαν ἀπὸ ἐκεῖ. Τὴ μεταλαμπάδευση τῆς ἐξέγερσης στοὺς νέους, εἶχε ἀναλάβει ἡ ΑΝΕ («Ἄλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ»). Μὲ “παράνομες” προκηρύξεις καθὼς καὶ τὸ ἔντυπο «Ἐγερτήριον Σάλπισμα» βοήθησε στὴ διάδοση τοῦ ἰδεολογικοῦ ὑποβάθρου τῆς ἐξέγερσης. Στὶς 15/1/1950, ἡ Ἐθναρχοῦσα Ἐκκλησία Κύπρου πραγματοποίησε Δημοψήφισμα, στὸ ὁποῖο ὁ Ἑλληνικὸς Κυπριακὸς λαὸς ψήφισε τὴν Ἕνωση μὲ τὴν Ἑλλάδα, σὲ ποσοστὸ 95,7%. Οἱ Ἄγγλοι, ὅμως, τήρησαν ἀρνητικὴ στάση. Στὶς 28/7/1954, ὁ Ὑφυπουργὸς Ἀποικιῶν, Χένρυ Χόπκινσον, ἀνέφερε: “ἡ Κύπρος ἔχει στρατηγικὴ ἀξία, καὶ γι’ αὐτὸ οὐδέποτε θὰ τύχει αὐτοδιάθεσης”. Ἡ Ἑλλάδα, τὸ 1954, ζήτησε ἀπὸ τὸν ΟΗΕ τὴν «Ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῶν ἴσων δικαιωμάτων καὶ τῆς αὐτοδιάθεσης τῶν λαῶν, στὴν περίπτωσιν τοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου». Στὶς 17/12/1954, ἡ Γ.Σ. τοῦ Ο.Η.Ε. ἀπέρριψε τὴν αἴτηση. Στὶς 9/3/1956, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος συνελήφθηκε στὸ ἀεροδρόμιο Λευκωσίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ μετέβαινε στὴν Ἀθήνα, γιὰ συνομιλίες μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση. Τὴν ἴδια μέρα συνελήφθηκαν καὶ οἱ: Μητροπολίτης Κερύνειας, Παπασταῦρος Παπαγαθαγγέλου καὶ Πολύκαρπος Ἰωαννίδης. Ὅλοι ἐξορίστηκαν στὶς Σεϋχέλλες.

ΗΡΩΩΝ ΠΑΝΘΕΟΝ: Στὶς 10 Μαΐου 1956, οἱ: Μιχαλάκης Καραολὴς καὶ Ἀνδρέας Δημητρίου ἀπαγχονίστηκαν στὶς φυλακὲς Λευκωσίας, γιὰ τὴ δράση τους, ὡς μέλη τῆς Ε.Ο.Κ.Α. Ἐνταφιάστηκαν στὶς κεντρικὲς φυλακές. Ἐκεῖ, ἀργότερα, θὰ ταφοῦν ἄλλα ἕντεκα μέλη τῆς Ε.Ο.Κ.Α. Στὶς 9/8/1956 ἀπαγχονίζονται οἱ: Ἀνδρέας Ζάκος, Χαρίλαος Μιχαὴλ καὶ Ἰάκωβος Πατάτσος. Ἄλλοι τρεῖς ἀγωνιστὲς ἀπαγχονίζονται στὶς 21/9, οἱ: Μιχαὴλ Κουτσόφτας, Ἀνδρέας Παναγίδης καὶ Στέλιος Μαυρομάτης. Ἀκολούθησε ἡ θυσία τοῦ Γρηγόρη Αὐξεντίου (3/3/1957), στὴ μονὴ Μαχαιρά, ὅταν οἱ Ἄγγλοι ἔριξαν βενζίνη κι ἐμπρηστικὲς βόμβες στὸ κρησφυγετό του, ὁπότε ὁ ἥρωας ἔγινε ὁλοκαύτωμα. Ξημερώματα τῆς 14ης Μαρτίου 1957 ἀπαγχονίστηκε ὁ 19χρονος μαθητὴς Εὐαγόρας Παλληκαρίδης. Στὶς 5/7/58, οἱ Ἄγγλοι συνέλαβαν ἕνα παιδί, στὸ Αὐγόρου, καὶ πυροβόλησαν ἐναντίον ἀμάχων τοῦ χωριοῦ. Φονεύθηκαν οἱ: Παναγιώτης Ζαχαρία καὶ Λουκία Παπαγεωργίου, ἔγκυος μητέρα ἕξι παιδιῶν. Στὶς 2/9/1958, στὸ Λιοπέτρι, Ἄγγλοι στρατιῶτες περικύκλωσαν τέσσερις ἀγωνιστὲς τῆς Ε.Ο.Κ.Α. Οἱ: Ἀνδρέας Κάρυος, Φώτης Πίττας, Ἠλίας Παπακυριακοὺ καὶ Χρῆστος Σαμαράς, ἔπεσαν νεκροί. Στὶς 19 Νοεμβρίου 1958, οἱ Ἄγγλοι σκότωσαν καὶ τὸν Κυριάκο Μάτση, στὸ Κάτω Δίκωμο.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΕΠΟΥΣ: Ὁ ἀγώνας ἐξερράγη στὶς 0.30″ τὸ πρωὶ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1955. Ἡ Κύπρος μετατράπηκε σὲ ἡφαίστειο, τρομάζοντας τοὺς ἀποικιοκράτες. Τὰ γαλανόλευκα λάβαρα ὑψώθηκαν παντοῦ. Ὁλόκληρο τὸ νησὶ ἔγινε μία ἀπέραντη γαλανόλευκη σημαία. Κι ἡ ἀτμόσφαιρα ἠλεκτρίστηκε ἀπὸ πολεμικὰ τροπάρια τοῦ Γένους καὶ ἐμβατήρια ξεσηκωμοῦ. Τὸ ἔθνος ξύπνησε, θυμήθηκε τὴν Ἁγία Λαύρα, τὸ ἐθνικὸ ὄνειρο θερίεψε παίρνοντα σάρκα καὶ ὀστᾶ. Ἐκείνη τὴν πρώτη νύχτα χτύπησε ἡ ὁμάδα τοῦ Γρηγόρη Αὐξεντίου στὴ Δεκέλεια, μὲ ἀποστολὴ νὰ προκαλέσουν διακοπὴ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος σ’ ὅλο τὸ νησί. Ὁ Μάρκος Δράκος μὲ τὴν ὁμάδα “Ἀστραπὴ” ἀνατίναξαν τὸ Ραδιοφωνικὸ σταθμό. Πρῶτος νεκρὸς ὁ Μόδεστος Παντελῆ. Ὁ ἥρωας πέθανε ἀπὸ ἠλεκτροπληξία ἐπιχειρώντας καταστροφὴ ἠλεκτροφόρων καλωδίων. Τὴν 1η Ἀπριλίου 1955, ἡ Κύπρος ξύπνησε ἀναστατωμένη πρὶν χαράξει ἡ αὐγή. Ἡ ἀναστάτωση σύντομα ἔδωσε τὴ θέση της στὸν ἐνθουσιασμό. Τὸ πανηγύρι ἄρχιζε. Κι ὁ Διγενὴς κυκλοφοροῦσε τὴν προκήρυξή του: “Μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, μὲ πίστιν εἰς τὸν τίμιον ἀγώνα μας, μὲ τὴν συμπαράστασιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ μὲ τὴν βοήθειαν τῶν Κυπρίων, ἀναλαμβάνομεν τὸν ἀγώνα διὰ τὴν ἀποτίναξιν τοῦ Ἀγγλικοῦ ζυγοῦ, μὲ σύνθημα τὸ ὁποῖον μᾶς κατέλιπαν οἱ πρόγονοί μας ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην: “‘Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς”. Εἶναι καιρὸς νὰ δείξωμεν, ὅτι ἐὰν ἡ διεθνὴς διπλωματία εἶναι ἄδικος καὶ ἄνανδρος, ἡ Κυπριακὴ ψυχὴ εἶναι γενναία. Ἐὰν οἱ δυνάσται μας δὲν θέλουν νὰ ἀποδώσουν τὴν λευτεριά μας, μποροῦμε νὰ τὴν διεκδικήσωμεν μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια καὶ μὲ τὸ αἷμα μας (…)”
.             Ἀρχικὰ ἡ ΕΟΚΑ ἱδρύθηκε μὲ σκοπὸ τὴ διενέργεια μικρῆς ἐκτάσεως στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, κυρίως δολιοφθορᾶς σὲ ἀγγλικοὺς στόχους στὴν Κύπρο, γιὰ δημιουργία θορύβου ποὺ θὰ ὑποβοηθοῦσε τὶς πολιτικὲς ἐνέργειες τοῦ Μακαρίου γιὰ τὴ λύση τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Στὴ συνέχεια, μετὰ τὸ ναυάγιο τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Μακαρίου μὲ τὸν κυβερνήτη Χάρτιγκ (ἀρχὲς 1956), τῆς ἐξορίας τοῦ πρώτου ἀπὸ τὸν δεύτερο (9/3/1956) καὶ τῶν μεγάλης κλίμακας ἐπιχειρήσεων τοῦ Χάρτιγκ κατὰ τῆς ΕΟΚΑ, ἡ ὀργάνωση ἀναμετρήθηκε ἀνοιχτὰ μὲ τοὺς Βρετανούς. Νέος κυβερνήτης ἀνέλαβε ὁ Χιοῦ Φούτ, ποὺ ζητᾶ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν Γρίβα. Τὸ Κυπριακὸ ζήτημα συζητεῖται σὲ πολλὰ παρασκηνιακὰ ἐπίπεδα. Συγχρόνως ἐκδηλώθηκε μεγάλης κλίμακας ὀργανωμένη ἐπίθεση τῶν Τουρκοκυπρίων κατὰ τῶν Ἑλληνοκυπρίων καὶ τῶν περιουσιῶν τους σὲ ἄμεση συνέργεια μὲ τοὺς Βρετανούς. Ἡ ΕΟΚΑ τότε ξανάρχισε τὴ δράση της, ἐνῶ ἐπαναλαμβάνονταν μεγάλης κλίμακας ἐπιχειρήσεις τῶν Βρετανῶν κατὰ τῆς ΕΟΚΑ. Λίγες ἑβδομάδες ἀργότερα, συνεχίζονται οἱ ἐπιθέσεις τῶν Τουρκοκυπρίων, τοὺς ὁποίους τώρα κτυπᾶ ἡ ΕΟΚΑ. Οἱ Ἄγγλοι μὲ τὴν πολιτικὴ τους δημιουργοῦν στὴν Κύπρο συνθῆκες διακοινοτικῆς διαμάχης. Τελικὰ ὁ ἀγώνας ἔμεινε ἡμιτελής: ἡ Κύπρος ἀνεξάρτητη, ὅμως διχοτομημένη καὶ ἀδικαίωτη στὸν ἀγώνα γιὰ Ἕνωση.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Οἱ θυσίες τοῦ κυπριακοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εὐοδώθηκαν. Τὸ νησί, ἐξ αἰτίας συμφερόντων τῶν μεγάλων δυνάμεων καὶ λαθῶν τῶν ἑλληνικῶν κυβερνήσεων, ἔμεινε ἐκτὸς ἑλληνικοῦ κράτους. Τὰ διδάγματα, ὅμως, οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ θυσίες τῶν νέων της Ε.Ο.Κ.Α. ἀποτελοῦν παρακαταθῆκες πάνω ἀπὸ τὸ ἐφήμερο καὶ τὸ ἰδιοτελές. Ὁ ἴδιος ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Κύπρου συνεχίζει καὶ σήμερα νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὴν ἴδια ἡρωικὴ παρακαταθήκη κι ὅποτε χρειάστηκε ἔμεινε σταθερὰ πιστὸς στὴ μνήμη τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ΕΟΚΑ, ἀπορρίπτοντας σχέδια τύπου Ἀνάν, δείχνοντας ἀπίστευτη γενναιότητα ἀπέναντι στὸ βόρειο κατακτητὴ γείτονά της, τολμώντας νὰ ἀντιταχθεῖ ἀκόμη καὶ σὲ τρόικες, παραδειγματίζοντας τὴ Μητέρα Πατρίδα.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ἐκ ΡΑΨΑΝΗΣ

Ὁ ἅγ. Νεομάρτυς Γεώργιος ἐκ Ραψάνης
(05.03.1818)

τοῦ Κων. Αθ. Οἰκονόμου δασκάλου

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ: Ὁ Νεομάρτυρας ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε στὴ Ραψάνη τὸ 1798 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Χατζη-Λάσκαρης καὶ ἡ μητέρα τοῦ Σμαράγδα Σακελλαρίδου. Στὴν παλαιὰ ἀργυρὴ λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου (19ου αἰ.) διαβάζουμε κατὰ λέξη: «Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒῼ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ».

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μορφώθηκε στὴ φημισμένη ὑψηλοῦ ἐπιπέδου Σχολὴ τῆς γενέτειράς του (στὴν ὁποία δίδασκε ὁ ἱερέας Χριστόδουλος Καραζήσης, γαμπρὸς τοῦ Ἁγίου, σύζυγος πιθανῶς τῆς ἀδελφῆς τοῦ Γεωργίου, Μαρίας) καὶ τὸ 1816 ἀνέλαβε τὸ λειτούργημα τοῦ δασκάλου στὴν ἴδια Σχολή. Ἐκεῖνα τὰ δύσκολα χρόνια ἡ Σχολὴ αὐτὴ ἦταν πνευματικὸς φάρος γιὰ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλίας. Εἶχε ἱδρυθεῖ πιθανότατα ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Λυκοστομίου καὶ Πλαταμώνα, Διονύσιο. Μεταξὺ τῶν φιλοξενουμένων μαθητῶν ἦταν κι ἕνα Τουρκόπουλο ἀπὸ τὸ χωριὸ Ντερλὴ (Γόννοι) ποὺ τὸ εἶχαν στείλει οἱ γονεῖς του ὡς οἰκότροφο στὴ Ραψάνη. Ὁ μικρὸς Μωαμεθανός, προσαρμοζόμενος γρήγορα στὸ κλίμα τοῦ Σχολείου καὶ ἐνθαρρυνόμενος ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ δάσκαλο, γοητεύτηκε ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη Παιδεία, ἐνῶ συγχρόνως ὁ ἔνθεος ζῆλος τοῦ δασκάλου κατέκτησε τὴν ἄδολη ψυχή του. Ἔφτασε στὸ σημεῖο, μάλιστα, νὰ ὑποτιμᾶ καὶ νὰ περιφρονεῖ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, ἐνῶ ἀντίθετα τιμοῦσε τὴν πίστη τῶν Ἑλλήνων. Κι ὅλα αὐτὰ γιατί ὁ Γεώργιος εἶχε καταφέρει νὰ ἐμφυσήσει στὴν ψυχή του τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Οἱ γονεῖς τοῦ μικροῦ Μουσουλμάνου, βλέποντας ὅτι ὁ γιός τους ἑτοιμαζόταν νὰ ἀλλαξοπιστήσει, δὲν ἄντεξαν τὴ “ντροπὴ” καὶ ἔβαλαν κάποιους ὁμοεθνεῖς τους νὰ πᾶνε στὴ Ραψάνη καὶ νὰ συλλάβουν τὸν ὑποκινητὴ τῆς μεταστροφῆς τοῦ μικροῦ. Τὸν συνέλαβαν μέσα στὴ Σχολὴ καὶ τὸν ὁδήγησαν δέσμιο νὰ δικαστεῖ στὴν ἕδρα τοῦ Βελὴ παςᾶ, ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὰ ἡνία στὴν τυραννία τῆς Ἀν. Θεσσαλίας ἀπὸ τὸν πατέρα του Ἀλῆ πασᾶ, ἀπὸ τὸ 1811. Ἡ κατηγορία ποὺ βάραινε τὸν Γεώργιο ἦταν μία καὶ μοναδική: «ἐκχριστιανισμὸς μουσουλμανόπαιδος»1.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Φυσικὰ ἡ δικαστική… διαδικασία ἦταν συνοπτικὴ καὶ ἡ ἐτυμηγορία τῶν δικαστῶν προαποφασισμένη: “θάνατος μὲ μαρτύριο”. Ὁ Γεώργιος ρίχτηκε ἀρχικὰ γυμνὸς σὲ καυτὸ λουτρό, ἐν συνεχείᾳ τρυπήθηκε μὲ σιδερένια νύχια, ἀκολούθησε τὸ πετάλωμα τῶν ποδιῶν του, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ πρώτη φάση τοῦ μαρτυρίου του μὲ διαπόμπευση στοὺς δρόμους τοῦ Τυρνάβου. Ἔπειτα τὸν κάρφωσαν σὲ στύλο καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν μὲ σκοινιὰ βουτηγμένα σὲ πίσσα καὶ πετρέλαιο, τοῦ ἔβαλαν φωτιά. Ὁ ἅγιος Νεομάρτυρας πρὸς ἀπογοήτευση τῶν Ἀγαρηνῶν, ὄχι ἁπλῶς δὲν πέθανε, ἀλλὰ δὲν ὑπέστη, χάρι στὴ Θεία Χάρη καὶ βοήθεια, τὸ παραμικρὸ ἔγκαυμα! Στὶς ἱστορήσεις τῶν εἰκόνων παρουσιάζονται καὶ ἄλλες σκηνὲς βασανισμῶν, ὅπως στραγγαλισμοί, ἐξαρθρώσεις, κτυπήματα μὲ τὸ σπαθί, τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιοῦ πάνω στὸ γυμνὸ σῶμα τοῦ Νεομάρτυρος. Ἐξοργισμένοι οἱ Ὀθωμανοί, ἐν τέλει, ὁδήγησαν τὸν Γεώργιο στὴ γέφυρα τοῦ Τυρνάβου, ὅπου καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου του ἦταν ἡ 5η Μαρτίου 1818, ἡμέρα Τρίτη, μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Πάνω στὸ ἄνθος τῆς νιότης του, ὁ εἰκοσάχρονος ἀθλητὴς τῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ, πορεύτηκε πρὸς τὴν ἐπουράνια καὶ αἰώνια Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν στεφανωμένος, θριαμβευτής, Μάρτυρας. Τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάστηκε στὸ σημεῖο τοῦ μαρτυρίου του, κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα τοῦ Τυρνάβου. Ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης ἔγραψε: «Τὰ τίμια λείψανα θέλει δοξάσει (ὁ Θεὸς) ἐδῶ κάτω εἰς τὴν γῆν ἢ μὲ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Φωτός του ἢ καὶ μὲ ἄλλα σημεῖα καὶ θαύματα, καθὼς ἤθελε κρίνει ἡ θεία δικαιοσύνη Του, ἢ τὸ ὀλιγώτερον ὀλιγώτερον θέλει τὰ τιμήση μὲ τὴν παρὰ τῶν Χριστιανῶν προσκύνησιν καὶ εὐλάβειαν». Πραγματικά, τὴν πρώτη νύχτα τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Ἁγίου, οἱ σκοποὶ τῶν ὀθωμανικῶν στρατώνων, ποὺ βρίσκονταν στὴν περιοχή, ἀντίκρισαν μία τεράστια στήλη φωτὸς νὰ σημαδεύει τὸν τάφο τοῦ Γεωργίου. Ὅταν ἀναφέρθηκε τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα στὸ Βελή, ἐκεῖνος διέταξε νὰ καλέσουν ἀπὸ τὴ Ραψάνη, τὸ συντομότερο, τοὺς συγγενεῖς του Ἁγίου γιὰ νὰ ξεθάψουν καὶ νὰ παραλάβουν τὸ λείψανο, πλὴν τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου πού, πιθανῶς, ἐξαφάνισαν οἱ Ὀθωμανοί. Πραγματικὰ μὲ εὐλάβεια καὶ κατάνυξη τὰ ἱερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στὴ Ραψάνη. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ αὐτὰ μετακομίσθηκαν ἀπὸ τὸ κοιμητήριο τῆς Ραψάνης, τὸ ὁποῖο ἦταν στὸ χῶρο γύρω ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὴν ἀρχοντικὴ οἰκία Καραζήση ποὺ βρισκόταν κοντά. Τὰ τελευταῖα ἔτη ἀναγέρθηκε Ἱερὸς Ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου προστάτη τῆς Ραψάνης ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν πιστῶν, μάλιστα δὲ τῶν ὀρθοδόξων ἐκπαιδευτικῶν. Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴ μνήμη του τὴν 5η τοῦ Μαρτίου.

«Νέον μάρτυρα, Ραψάνης γόνον καὶ Τυρνάβου δὲ δόξαν καὶ κλέος, τὸν Γεώργιον ἐν ὕμνοις καταστέψωμεν».

  1. Μητροπ. Κ. Αφρικῆς Ἰγνατίου Μανδελίδη, «Ὁ Νεομάρτυς Γεώργιος ὁ Ραψανιώτης (1818), ἔκδ. β´, ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθῆναι 2000.

, ,

Σχολιάστε