Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου

Η ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ καὶ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

Ἡ ἀχαριστία καὶ ὁ Χριστός: Τῶν δέκα λεπρῶν [ΙΒ΄Λουκᾶ]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ Χριστὸς εὐεργετεῖ θεραπεύοντας μία ὁμάδα δέκα ἀνθρώπων, ποὺ ἡ κοινωνία εἶχε περιθωριοποιήσει λόγῳ τῆς λέπρας. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ἀποκλεισμένοι ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια καὶ συμπαράσταση, ἐναπόθεσαν ὅλες τὶς ἐλπίδες στὸν Κύριο. «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς», φωνάζουν. Ὁ Κύριος, φιλεύσπλαχνος καὶ ἐλεήμων, ἀνταποκρίνεται στὶς παρακλήσεις τους καὶ τοὺς θεραπεύει ἐπανεντάσσοντάς τους στὴν κοινωνία, στέλνοντάς τους στοὺς ἱερεῖς, ποὺ κατὰ τὸ Νόμο ἐπιβεβαίωναν τὴν ἀποκατάσταση τῆς συγκεκριμένης ἀρρώστιας.

ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ: Ὁ ἕνας τῶν λεπρῶν, ποὺ τελικὰ ἔδειξε καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του, ἦταν Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρεῖτες θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀκάθαρτοι καὶ αἱρετικοί. Κι ὅμως οἱ δέκα αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶναι μαζί, ὅταν συναντᾶνε τὸν Χριστὸ παρὰ τὶς διαφορές τους. Τοὺς ἑνώνει ἡ ἀρρώστια καὶ ἡ ἀπόρριψη! Ἡ λέπρα ἦταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους σημάδι ἁμαρτίας καὶ τιμωρίας καὶ ὁ λεπρὸς ἀπόβλητος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἀντιλαμβάνονται τὸν Χριστό, στέκονται «πόρρωθεν», ἐκεῖ ποὺ τοὺς εἶχε θέσει ἡ “καθαρὴ” κοινωνία. Κι ἐνῶ ἡ λέπρα συνέδεε αὐτοὺς τοὺς δέκα ἄνδρες, ἡ πίστη τοὺς φέρνει ἀκόμη πιὸ κοντά.

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ: Τοὺς θεραπεύει ὅμως μ’ ἕνα περίεργο τρόπο. Τοὺς στέλνει στοὺς ἱερεῖς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἦταν ἁρμόδιοι νὰ βεβαιώσουν τὸν καθαρισμό τους. Μὲ τὴ μικρὴ αὐτὴ ὑπακοή, τοὺς ζητάει νὰ κάνουν πράξη τὴν πίστη ποὺ φανέρωσαν. Συγχρόνως στέλνει κι ἕνα διττὸ μήνυμα στὸ ἱερατεῖο: ὅτι ὁ Ἴδιος σέβεται τὸ μωσαϊκὸ νόμο καὶ ὅτι ὁ νόμος δὲν μπορεῖ νὰ σώσει! Κι αὐτό, γιατί ὁ νόμος ἔχει μέσα του τὴ δουλεία στὴν ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ πίστη, ὁδηγεῖ στὴν ἐλευθερία καὶ τὴ μετάνοια. Αὐτὴ ἡ πίστη ἐπιτρέπει τὴ δράση τῆς θαυματουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Οἱ δέκα ὑπακούουν στὴν ἐντολή Του καὶ ἡ πίστη τους καρποφορεῖ! Ὅπως πηγαίνουν πρὸς τοὺς ἱερεῖς, καθαρίζονται! Ἐντυπωσιάζει, ὅμως, ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποία οἱ ἐννέα, καθαροὶ πιὰ ἀπὸ τὴ λέπρα, λησμόνησαν τὸν Εὐεργέτη, ἐπικαλούμενοι ἴσως διατάξεις περὶ καθαρμῶν καὶ δὲν ἐπιστρέφουν νὰ Τὸν εὐχαριστήσουν. Ἀδημονώντας, ἴσως, γιὰ τὴν ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὸ ἱερατεῖο, ἀπορρίπτουν Αὐτόν, ποὺ δὲν τοὺς ἀπέκλεισε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του. Ἀκόμη, oἱ ἐννέα, χθεσινὰ θύματα τοῦ νόμου, ποὺ ὑφίσταντο διωγμοὺς καὶ ἀποκλεισμό, μὲ τὴ σειρά τους ἀρνοῦνται νὰ παραδεχθοῦν, ὅτι στὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν οἱ ἴδιοι περιφρονημένοι καὶ ἀσθενεῖς. Ἔτσι γρήγορα ξεχνοῦν τί ἔκανε γι’ αὐτοὺς ὁ Θεός, καὶ πόσο φέρονται σκληρὰ σ΄ ἐκείνους ποὺ χαρακτηρίζονται περιθωριακοί. Ἀνήκουν τώρα κι’ αὐτοὶ στοὺς «καθὼς πρέπει» καὶ τοὺς «καθαρούς»! Συνεπῶς, οἱ ἐννέα δὲν διδάχθηκαν τίποτε. Αἰσθάνονται ταπεινωτικὰ νὰ ἐπιστρέψουν ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ξεκίνησαν, μειωτικὰ νὰ παραδεχθοῦν ὅτι ἦταν ἄρρωστοι καὶ ὅτι θεραπεύθηκαν μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Κι ἀντὶ νὰ φανοῦν μεγαλόψυχα εὐγνώμονες, κατάντησαν μικρόψυχα ἀχάριστοι. Ἀρνήθηκαν νὰ γευθοῦν τὸ μυστήριο τῆς εὐχαριστίας καὶ τὴ χαρὰ τῆς θαυματουργικῆς ἀποκατάστασης.

Ο ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ: Ἕνας ὅμως ἀπ’ αὐτούς, ἐνῶ τὸν χωρίζουν ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς διαφορές, ἐπιστρέφει εὐγνωμονῶν μὲ πίστη ἀνιδιοτελῆ, ἔμπλεη ἀγάπης. Μπορεῖ ἡ κοινωνία νὰ τοῦ στέρησε πολλὰ ἀποκλείοντάς τον ἀπὸ τὴ φυσιολογικὴ ἀνθρώπινη ζωή, μὰ ἐκεῖνος ξεπερνάει ἐγωισμοὺς καὶ ντροπές, βάζει σὲ δεύτερη μοίρα τὴν «ἀξιοπρέπειά του» καὶ τὴ γνώμη τῶν ἄλλων γιὰ τὸ πρόσωπό του. Ἦταν δὶς ἀποκλεισμένος ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του, καὶ γιὰ τὴν καταγωγή του καὶ γιὰ τὸ κατάντημά του. Γίνεται δύο φορὲς ἀποκατεστημένος: καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑγεία του καὶ ὡς πρὸς τὴ σωτηρία του. Κι ἐδῶ ἔγκειται ἡ μέγιστη θεραπεία ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός. Τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεών μας μὲ τὸν Θεό. Μόνον ἕνας λοιπὸν ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὸν εὐεργέτη, δίδοντας τὴν εὐκαιρία στὸ Χριστὸ νὰ ἐπαινέσει τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἑνὸς καὶ νὰ ἐπικρίνει τὴν ἀχαριστία τῶν ἄλλων. Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐπιζητᾶ ἀνταπόδοση οὔτε ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δοξολογίες. Τί θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ προσθέσει σὲ Ἐκεῖνον ἡ ἀπόδοση τῆς εὐγνωμοσύνης μας; Διδάσκει, ὅμως, αὐτὴ τὴ συμπεριφορά, διότι ἡ ἔκφραση τῆς εὐγνωμοσύνης συντελεῖ στὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ-ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Εὐγνωμοσύνη εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς εὐεργεσίας καὶ ἡ ἔκφραση τῆς εὐχαριστίας γι’ αὐτήν. Μάλιστα, ὅσο περισσότερο εὐχαριστοῦμε γιὰ τὰ καλὰ ποὺ δεχόμαστε, τόσο ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ νὰ δεχτοῦμε περισσότερα. “Η εὐχαριστία τοῦ λαμβάνοντος ἐρεθίζει τὸν δίδοντα νὰ δώσει δωρήματα μεγαλύτερα” [ἅγ. Ἰσαὰκ ὁ Σύρος]. Εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ ἀποδίδουμε πάντοτε στὸ Θεὸ γιὰ ὅλα ὅσα ἔχουμε, γιὰ ὁποιαδήποτε κατάσταση ἔρχεται στὴ ζωή μας, γιὰ ὁτιδήποτε μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε καλά! Ἡ εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ εἶναι στάση ζωῆς τῆς ὀρθὰ βιουμένης χριστιανικῆς πίστης, γιὰ νὰ ἀνοίξει τὶς πόρτες τοῦ παραδείσου καὶ σὲ ἐμᾶς, ὅπως ἄνοιξαν γιὰ τὸν γιατρεμένο λεπρό τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὁ ὁποῖος δείχνοντας τὴν εὐγνωμοσύνη του, ἔλαβε τὴν Χάρη καὶ τὴν εὐλογία ἀπὸ Ἐκεῖνον, καθὼς τοῦ εἶπε: «ἀναστὰς πορεύου, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε»! Ἔτσι ὁ λεπρός τῆς περικοπῆς δείχνοντας εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν ἴαση τοῦ σώματος κερδίζει κάτι ἀσύγκριτα σπουδαιότερο: Τὴ σωτηρία τῆς Ψυχῆς του! Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἔλεγε: “Ἂς εὐχαριστοῦμε γιὰ ὅλα, ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ, αὐτὸ εἶναι εὐχαριστία. Διότι τὸ νὰ τὸ κάνεις αὐτό, ὅταν ὅλα πηγαίνουν ὁμαλά, δὲν εἶναι σπουδαῖο […]. Ἐὰν ὅμως εὐχαριστοῦμε, ἐνῶ εὑρισκόμεθα στὸ βάθος τῶν κακῶν, αὐτὸ εἶναι θαυμαστόν. Ὅταν ἐσὺ εὐχαριστεῖς γιὰ ἐκεῖνα ποὺ ἄλλοι βλασφημοῦν: Πρῶτον, εὔφρανες τὸν Θεόν. Δεύτερον, ἐντρόπιασες τὸν διάβολο. Τρίτον, αὐτὸ ποὺ συνέβη τὸ ἀπέδειξες μηδαμινό. Ἅγια ἡ γλῶσσα, ποὺ μέσα στὰ κακὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν! Δὲν ὑστερεῖ ἀπὸ τὴν γλῶσσα τοῦ μάρτυρος. Διότι καὶ αὐτὴ ἕναν δήμιον ἔχει ἐνώπιόν της, ποὺ τὴν ἀναγκάζει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Θεὸν διὰ τῆς βλασφημίας. Τὸν διάβολον ἔχει, ὁ ὁποῖος μὲ δημίους λογισμοὺς τὴ σκοτίζει μὲ τὴ λύπη. Ἂν κάποιος ὑπομείνει τὰ βάσανα καὶ εὐχαριστήσει, ἔλαβε στέφανον μαρτυρίου. Κι ὁ Μ. Βασίλειος ἔλεγε: “εἶναι αἰσχρὸν ὅταν μὲν τὰ πράγματα ἔρχονται εὐνοϊκὰ νὰ εὐλογοῦμε τὸν Θεόν, στὰ δὲ στενόχωρα καὶ ἐπίπονα νὰ σιωποῦμε”. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαάκ, αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο «εἶναι ἡ καρδία ἡ κινουμένη πρὸς εὐχαριστίαν ἀδιάλειπτον». Συνεπῶς, ἐὰν ὑγιαίνουμε, δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὑγεία, ἐὰν ἀσθενοῦμε, ἡ ἀσθένεια τοῦ σώματος εἶναι σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ἂς μὴ λείπει λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ τὸ στόμα μας ἡ εὐχαριστία-δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Εἶδα στὸν ὕπνο μου πὼς ἐπισκέφθηκα τὸν Παράδεισο καὶ ἕνας ἄγγελος μὲ ξεναγοῦσε. Περπατούσαμε σὲ μία τεράστια αἴθουσα γεμάτη ἀγγέλους. Ὁ ὁδηγός μου σταμάτησε μπροστὰ στὸν πρῶτο σταθμὸ ἐργασίας καὶ εἶπε: “Νὰ τὸ Τμῆμα Παραλαβῆς. Ἐδῶ παραλαμβάνουμε ὅλες τὶς αἰτήσεις-προσευχὲς ποὺ φτάνουν στὸν Θεό. Ὁ χῶρος ἔσφυζε ἀπὸ κίνηση, μὲ πολλοὺς ἀγγέλους νὰ ταξινομοῦν αἰτήσεις σὲ ὀγκώδεις στοῖβες ἀπὸ χαρτιὰ καὶ σημειώματα, ἀπὸ ἀνθρώπους σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Μετὰ προχωρήσαμε σὲ ἕνα μακρὺ διάδρομο καὶ φτάσαμε στὸ δεύτερο σταθμό. “Τμῆμα συσκευασίας καὶ Παράδοσης”, ἔγραφε ἡ πινακίδα. “Ἐδῶ τὰ αἰτήματα, ποὺ ἔχουν ζητηθεῖ προωθοῦνται καὶ παραδίδονται σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ ζήτησαν”. Κι ἐδῶ ἀμέτρητοι ἄγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, ἀφοῦ τόσες πολλὲς ἐπιθυμίες εἶχαν ζητηθεῖ καὶ συσκευάζονταν γιὰ νὰ παραδοθοῦν. Τέλος, στὴν ἄκρη ἑνὸς μικροῦ σταθμοῦ, μόνο ἕνας ἄγγελος βρισκόταν, χωρὶς νὰ κάνει οὐσιαστικὰ τίποτα. “Εἶναι τὸ Τμῆμα τῶν Εὐχαριστιῶν”, μοῦ εἶπε σιγανὰ ὁ φίλος ἄγγελός μου. Ἔδειχνε ντροπιασμένος. “Πῶς γίνεται αὐτό; Δὲν ὑπάρχει δουλειὰ ἐδῶ”; ρώτησα. “Εἶναι λυπηρό”, ἀναστέναξε ἐκεῖνος. “Ἀφοῦ παραλάβουν τὶς χάρες τους οἱ ἄνθρωποι, ἐλάχιστοι στέλνουν εὐχαριστήρια”. “Πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ γιὰ τὶς εὐλογίες ποὺ παρέλαβε”; ρώτησα πάλι. Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: “Χρειάζεται μόνο νὰ πεῖς: Εὐχαριστῶ, Θεέ μου!”. “Για τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ εὐχαριστήσουμε”; ἐπέμεινα ἐγώ. “Αν ἔχεις τρόφιμα στὸ ψυγεῖο, ροῦχα στὴν πλάτη σου, μία στέγη πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι σου καὶ ἕνα μέρος νὰ κοιμηθεῖς, εἶσαι πλουσιότερος ἀπὸ τὸ 75% αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἂν ἔχεις χρήματα στὴν τράπεζα, στὸ πορτοφόλι σου καὶ λίγα κέρματα σ’ ἕνα πιατάκι εἶσαι στὸ 8% τῶν ἀνθρώπων ποὺ εὐημεροῦν. Ἂν ξύπνησες σήμερα μὲ περισσότερη ὑγεία ἀπὸ ὅ,τι ἀρρώστια, εἶσαι πιὸ εὐλογημένος ἀπὸ ὅσους δὲν θὰ ἐπιζήσουν κἂν αὐτὴ τὴ μέρα. Ἂν ποτὲ δὲν βίωσες φόβο πολέμου, μοναξιὰ φυλακῆς, ἀγωνία βασανισμοῦ καὶ σουβλιὰ πείνας, εἶσαι μπροστὰ ἀπὸ 700 ἑκατομμύρια ἀνθρώπους τῆς γῆς. Ἂν μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς σὲ ἕνα ναὸ χωρὶς φόβο ἐπίθεσης, σύλληψης, ἐκτέλεσης, θὰ σὲ ζηλεύουν σίγουρα 3 δισεκατομμύρια ἄνθρωποι! Ἂν οἱ γονεῖς σου εἶναι ἀκόμα ζωντανοὶ καὶ εἶναι ἀκόμα παντρεμένοι, εἶσαι σπάνιος. Ἂν μπορεῖς νὰ κρατᾶς τὸ κεφάλι σου ψηλὰ καὶ νὰ χαμογελᾶς, δὲν εἶσαι ὁ κανόνας, εἶσαι ἡ ἐξαίρεση γιὰ ὅλους ὅσους ζοῦν στὴν ἀπόγνωση. Καὶ ἂν διαβάζεις τώρα αὐτὲς τὶς ἀράδες, μόλις ἔλαβες διπλὴ εὐλογία, γιατί σοῦ τὸ ἔγραψε κάποιος ποὺ σ’ ἀγαπάει καὶ γιατί εἶσαι πιὸ τυχερὸς ἀπὸ δύο δισεκατομμύρια ἀνθρώπους, ποὺ δὲν ξέρουν κὰν νὰ διαβάζουν”. “Πῶς μπορῶ νὰ ἀρχίσω”; ρώτησα πάλι. “Να πεῖς καλημέρα”, μοῦ χαμογέλασε ὁ ἄγγελός μου, “νὰ μετρήσεις τὶς εὐλογίες σου καὶ νὰ περάσεις αὐτὸ τὸ μήνυμα καὶ σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς θυμίσεις πόσο εὐλογημένοι εἶναι. Καὶ μὴν ξεχάσεις νὰ στείλεις τὸ εὐχαριστήριό σου”!

, ,

Σχολιάστε

ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ καὶ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

Καταλαλιὰ καὶ κατάκριση

Κων/νου Ἀθ. Οἰκονόμου
 δασκάλου -συγγραφέα

ΤΑ “ΦΙΛΤΡΑ” ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ: Κάποτε, ἐνῶ ὁ Σωκράτης βάδιζε στὴν Ἀγορά, κάποιος γνωστός, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι ἔχει νὰ τοῦ πεῖ κάτι σημαντικὸ γιὰ κάποιον μαθητή του. Ὁ Σωκράτης τοῦ ζήτησε, νὰ κάνουν πρῶτα τὸ τέστ τῆς “τριπλῆς διύλισης”. “Τριπλή διύλιση;” ρώτησε ἀπορώντας ἐκεῖνος. “Ναί, πρὶν πεῖς τί ἄκουσες γι᾽αὐτόν, θὰ ἤθελα νὰ φιλτράρουμε αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Τὸ πρῶτο, λοιπόν, φίλτρο εἶναι τῆς ἀλήθειας. Εἶσαι σίγουρος ὅτι αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια;” “Ὄχι ἀκριβῶς, ἁπλὰ τὸ ἄκουσα καί…”, ψέλλισε ὁ συνομιλητής του. Κι ὁ Σωκράτης συνέχισε: “Μάλιστα. Ἄρα δὲν ἔχεις ἰδέα ἂν αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς εἶναι ἀλήθεια ἢ ψέματα. Ἂς δοκιμάσουμε τὸ δεύτερο φίλτρο, αὐτὸ τῆς καλοσύνης. Αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πεῖς γιὰ τὸν μαθητή μου εἶναι κάτι καλό;” “Καλό; Ὄχι· τὸἀντίθετο μᾶλλον”, ἀπάντησε θορυβημένος ἐκεῖνος. “Ἄρα”, εἶπε ὁ Σωκράτης, “θέλεις νὰ πεῖς κάτι κακὸ γι᾽αὐτόν, ἂν καὶ δὲν εἶσαι καθόλου σίγουρος ὅτι εἶναι ἀλήθεια.” Ὁ γνωστός του ἔσκυψε τὸ κεφάλι ἀπὸ ἀμηχανία. “Παρόλα αὐτά”, προσέθεσε ὁ μεγάλος φιλόσοφος, “μπορεῖς ἀκόμα νὰ περάσεις τὴ δοκιμασία, γιατί ὑπάρχει καὶ τὸ τρίτο φίλτρο, τῆς χρησιμότητας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰμοῦ πεῖς γι’ αὐτὸν κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ μοῦ φανεῖ χρήσιμο (ὠφέλιμο);” “Ὄχι· δὲν νομίζω”, ἀπάντησε ὁ “πληροφοριοδότης”. “Ἄρα, λοιπόν, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ θὰ μοῦ πεῖς δὲν εἶναι οὔτε ἀλήθεια οὔτε καλὸ οὔτε ὠφέλιμο, γιατί θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσω;”, κατέληξε ὁ Σωκράτης. Κι ἐκεῖνος ἔφυγε ντροπιασμένος, παίρνοντας ἕνα καλὸ μάθημα.

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ “ΥΛΙΚΟ” ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Μὲ τὴν κακολογία συκοφαντοῦμε ἀνθρώπους, τοὺς διασύρουμε ἐξευτελίζοντάς τους, ἔχοντας δηλητήριο μίσους καὶ ζηλοφθονίας, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε ὅτι αὐτὸ μειώνει τὴν ὑπόληψη κάποιων ἀνθρώπων. Μὲ τὴν καταλαλιὰφανερώνει κανεὶς ἐλαττώματα τοῦ ἀδελφοῦ του. Μὲ τὴν κατάκριση καταδικάζει τὰ φανερά. Δὲν ὑπάρχει ποτὲ καταλαλιά, ποὺ νὰγίνεται ἀπὸ εὐθύτητα καρδίας. Τὸ πάθος τῆς φιλοκατηγορίας εἶναι ἀφύσικο ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ψυχολογίας, γιατί στρέφεται κατὰ ἄλλου χωρὶς προσδοκία κέρδους γιὰ τὸν φιλοκατήγορο, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι ἡ “μείωση” αὐτοῦ ποὺ κατηγορεῖ, σὲἀντίθεση μὲ ἄλλες πράξεις, π.χ. τὴν κλοπή, ὅπου ὁ διαπράττων στερεῖ κάτι ἀπὸ κάποιον, ἀλλὰ τὸ κερδίζει ὁ ἴδιος. Μὲ τὴν καταλαλιὰ-κακόηθες κουτσομπολιὸ ἔχει δαιμονικὸ κέρδος παρὰ ἀνθρώπινο: τὴν ἐξουδένωση τοῦ πλησίον.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Κατὰ ἕναν ἄλλο ὁρισμὸ ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καὶ ἡ ἐξουδένωση εἶναι τρία στάδια τῆς ἴδιας κακότητας. Ἔτσι: Καταλαλιά εἶναι ἡ διάδοση μὲ λόγια ἁμαρτιῶν καὶ σφαλμάτων τοῦ πλησίον. Με τὴ διάδοση αὐτή, κάποιος «καταλαλεῖ», μιλάει ἐμπαθῶς, ἐναντίον κάποιου, σχετικὰ μὲ ὑπαρκτὸ ἢ ἀνύπαρκτο – καὶ τότε πρόκειται γιὰ συκοφαντία – ἁμάρτημά του.  Κατάκριση είναι ἡκατηγορία κατὰ τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου, λέγοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ψεύτης, ὀργίλος, κλέφτης, κατακρίνοντας τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς του, βγάζοντας γενικὰ συμπεράσματα. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ κακό. Γιατί εἶναι ἄλλο νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κάποιος ὀργίστηκε καὶ ἄλλο νὰ πεῖ ὅτι κάποιος εἶναι ὀργίλος βγάζοντας γενικὸ συμπέρασμα. Ὁ Κύριος λέει γιὰ τοὺς κατακρίνοντες: «ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου.” (Λουκ. ϛ΄ 42). Βαρύτερο παράπτωμα ἀπὸ τὴν κατάκριση εἴναι η ἐξουδένωση, ὅταν, ὄχι μόνον κατακρίνει κανεὶς κάποιον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκμηδενίζει, ἀποστρεφόμενος αὐτὸν σὰν κάτι ἀηδιαστικό.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διαβάζουμε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψλμ. ρ΄ 5). Ἡ Καινὴ Διαθήκη λέει: «ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις», ἐνῶ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τονίζει: «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ´ 2). Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς προσθέτει: “Δὲν εἶναι, ἀλήθεια, ν᾽ ἀπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀφαιροῦν τὸ δικαίωμα τοῦ Υἱοῦ νὰ κρίνει καί, σὰν ἀναμάρτητοι, κρίνουν οἱ ἴδιοι καταδικάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;” Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, τονίζει πὼς γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κατηγορήσαμε τὸν πλησίον θὰ πέσουμε καὶ ἐμεῖς στὰ ἴδια. Ἀκόμη γράφει: Γιὰ τὴν προέλευσή της: “Καταλαλιά, ἀποκύημα μίσους. Λεπτὴ νόσος, κεκρυμμένη καὶ λανθάνουσα βδέλλα, ἀγάπης ἐκδαπανῶσα καὶἐξαφανίζουσα αἷμα· ἀγάπης ὑπόκρισις· καρδίας ρύπου καὶ βάρους πρόξενος· ἀφανισμὸς ἁγνείας.” Ὁ Ἰωάννης πιστεύει ὅτι ἡ κατάκριση: “εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ποὺ κατακρίνει”, δίνοντας στὸ πάθος προέλευση φαρισαϊκή. Γιὰ τὴν ὠφέλεια τῆς ἀποφυγῆς τῆς κατάκρισης διηγεῖται τὸ Γεροντικό: “Ἕνας μοναχὸς σ᾽ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελὴς στὰπνευματικά, ἔπεσε βαριὰ ἄρρωστος. Κι ἐνῶ βρισκόταν στὴν ἐπιθανάτια κλίνη, ἔχαιρε. Στοὺς συμμοναστές του, ποὺ ἀποροῦσαν γιὰ τὴν παρρησία του, διευκρίνισε: “Ἤμουν πάντα ἀμελὴς στὰ πνευματικά, ὅμως ἕνα πράγμα τήρησα μὲ ἀκρίβεια: Δὲν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ σκοπεύω νὰ πῶ στὸ Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μὲ κρίνει αὐστηρά”. Κι ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀπάντησε μὲ θαυμασμό: “Πήγαινε εἰρηνικὰ στὰ αἰώνιο ταξίδι σου, ἀδελφέ. Ἐσὺκατόρθωσες, χωρὶς κόπο νὰ σωθεῖς”. Ἀλλοῦ διαβάζουμε γιὰ ἕναν γέροντα ποὺ κρίνοντας γιὰ κάποιο σφάλμα ἕναν ἀδελφό του εἶχε πεῖ: “πολὺ ἄσχημα ἔκανε”. Ὅταν αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς πέθανε, Ἄγγελος Κυρίου πῆγε στὸ γέροντα κρατώντας τὴν ψυχὴ ἐκείνου λεγοντας: “Αὐτὸς ποὺ κατέκρινες, πέθανε. Ποῦ ὁρίζεις νὰ τὸν κατατάξω;” “Ἥμαρτον”, ἐφώναξε ἔνδακρυς ὁ Γέροντας. Καὶ ἔκτοτε παρακαλοῦσε καθημερινὰ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ συγχωρήσει ἐκείνη τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν τόλμησε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του νὰ κατακρίνει ἄνθρωπο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ἡ κακολογία ἑδρεύει στὴν ὑποκριτικὴ ἀγάπη. Ἔτσι κρίνουμε κάποιον, δῆθεν, γιὰ νὰ τὸν διορθώσουμε. Ὅμως μὲ τὴν κατάκριση γινόμαστε ἐμπαθεῖς, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ κοροϊδεύουμε τὸν πλησίον μας χαιρέκακα, εἰσερχόμενοι ἔτσι στὸ “τέναγος” τοῦ παραλόγου πάθους τῆς καταλαλιᾶς. Ἡ καταλαλιὰ καὶ ἡ κατάκριση ἀντιμετωπίζονται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συμπόνοια πρὸς τὸν πλησίον διότι “ἡ ἀγάπη σκεπάζει πλῆθος ἁμαρτιῶν” (Α’ Πέτρ. δ΄8.). Ὁ φιλοκατήγορος δὲν σταματᾶ στὴ ζημιὰ ποὺ κάνει στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ περνᾶ τὶς κακολογίες καὶ σὲ ἄλλους “ἐνημερώνοντάς” τους γιὰ “γεγονότα” ἢ ὑποψίες, βάζοντας στὴν καρδιὰ τῶν ἀκροατῶν ἁμαρτίες. Ἂν ὅμως ὁ ἐμπαθὴς ἄνθρωπος εἶχε ἀγάπη, ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη θὰ σκέπαζε κάθε σφάλμα. Ὁ πατὴρ Παΐσιος τόνιζε: “Ὅταν δὲν ἔχεις ἀγάπη, δὲν βλέπεις μὲ ἐπιείκεια τὰ λάθη τῶν ἄλλων, ὁπότε τοὺς ταπεινώνεις μέσα σου καὶ τοὺς κατακρίνεις.” Ἄρα ἡ λύση εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη. Λέει πάλι ὁ ἅγιος τῶν καιρῶν μας: “Μὴν κρίνετε κανέναν. Ὁ πονηρὸς παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ κάνουν ἀταξίες, καὶ βάζει λογισμοὺς σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ κρίνουν καὶ νὰ κατακρίνουν, καὶ ἔτσι νικάει καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Καὶ αὐτοὶ μὲν ποὺνικιοῦνται καὶ κάνουν ἀταξίες, αἰσθάνονται μετὰ ἐνοχὴ καὶ μετανοοῦν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ποὺ κατακρίνουν δικαιώνουν τὸν ἑαυτό τους, ὑπερηφανεύονται καὶ καταλήγουν στὴν ἴδια πτώση μὲ τὸν πονηρό, τὴν ὑπερηφάνεια.”

ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Οἱ ἅγιοι πῶς ἁγίασαν; Εἶχαν στραφεῖ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἔβλεπαν μόνον τὰ δικά τους πάθη. Μὲαὐτοκριτικὴ καὶ αὐτομεμψία, καθάρισαν τοὺς ψυχικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἔφτασαν νὰ βλέπουν καθαρὰ καὶ βαθιά. Ἔβλεπαν τὸν ἑαυτότους κάτω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θεωρώντας τους καλύτερους ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Εἶχαν ἀποκτήσει διάκριση, ὥστε νὰ δίνουν στοὺς ἄλλους ἐλαφρυντικὰ δικαιολογώντας τους. Οἱ Πατέρες λένε πὼς πρέπει, μιμούμενοι τοὺς ἁγίους, νὰ βλέπουμε μὲ πόνο αὐτὸν ποὺ σφάλλει. Ἂς σκεφτόμαστε τὸ παρελθὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὶς εὐκαιρίες ποὺ τοῦ δόθηκαν νὰ καλλιεργήσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἀναξιοποίητες εὐκαιρίες ποὺ εἴχαμε ἐμεῖς. Αὐτὸ θὰ μᾶς φέρει σὲ κατάνυξη καὶ θὰ ταπεινωθοῦμε βλέποντας πὼς δὲν ἀνταποκριθήκαμε, στὶς δωρεὲς ποὺ μᾶς δόθηκαν. Τότε, κατὰ τοὺς Πατέρες, θὰ νοιώσουμε μόνο ἀγάπη καὶ πόνο γιὰ τὸν ἀδελφὸ ποὺ δὲν εἶχε τὶς δικές μας εὐκαιρίες καὶ θὰ προσευχηθοῦμε γι’ αὐτόν.

, ,

Σχολιάστε

ΦΛΥΑΡΙΑ καὶ ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ (ὅταν ὁ φίλος μας μᾶς κουράζει)

Φλυαρία κα ργολογία: ταν φίλος μας μς κουράζει

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου
δασκάλου  – συγγραφέα

Φλυαρία εἶναι ἡ κουραστική, γιὰ τοὺς ἀκροατές, πολυλογία κάποιου, κενὴ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, ἐνῶ ἀργολογία εἶναι ἡ ἀδρανής, τεμπέλικη, ἀνούσια, ὁμιλία.

ΑΡΧΑΙΑ ΣΟΦΙΑ: Ὁ Θουκιδίδης διασώζει μία χαρακτηριστικὴ ἀπάντηση τῶν Σπαρτιατῶν, σὲ μία φλύαρη ἀντιπροσωπεία-πρεσβεία τῶν Σαμίων: “Τὸ πρῶτο μισὸ τῆς ὁμιλίας σας ξεχάσαμε, ἐνῶ τὸ δεύτερο δὲν καταλάβαμε, ἀφοῦ ξεχάσαμε τὸ πρῶτο!” Ὁ Πλούταρχος ἔλεγε πώς: “Ἡ πολυλογία εἶναι μάστιγα ποὺ συνδέεται μὲ τὴν περιέργεια, γιατί οἱ φλύαροι θέλουν ν’ ἀκοῦνε πολλά, γιὰ νὰ ἔχουν νὰ λένε πολλά.” Στὰ ἀρχαιότατα Δελφικὰ Παραγγέλματα τονίζεται:“ συγκράτησε τὴ γλῶσσα καὶ κυριάρχησε σ’ αὐτή”. Ὁ Πυθαγόρας συμβούλευε: “πρέπει νὰ σιωπᾶς ἢ νὰ λὲς λόγια ἀνώτερα τῆς σιωπῆς”. Ὁ Σόλων δίνοντας σημασία περισσότερο στὰ ἔργα, ἔλεγε: “Τὰἔργα εἶναι ὁ καθρέφτης τῶν λόγων”. Ὁ Θαλὴς ἔδειχνε πίσω ἀπὸ τὴ φλυαρία τὸν ἄφρονο ἄνθρωπο: “Τὰ πολλὰ λόγια δὲν εἶναι ἀπόδειξη φρονιμάδας”. Κατὰ τὸν Δημόκριτο, ἡ ἀλήθεια δίνεται πάντα μὲ λίγα λόγια, ἐνῶ τόνιζε: “Ὅσοι μὲ τὰ λόγια κάνουν τὰ πάντα ἀλλὰ μὲ τὰἔργα τίποτε, εἶναι ψεύτικοι καὶ κατ΄ ἐπίφαση ἐνάρετοι”. Τέλος ὁ Πλάτων σημείωνε τὴν σημασία αὐτῶν ποὺ ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν: “Αὐτὰποὺ πρέπει νὰ εἰπωθοῦν, πρέπει νὰ συμφέρουν καὶ τὸν ὁμιλητὴ καὶ τὸν ἀκροατή”.

ΝΕΟΤΕΡΗ ΣΟΦΙΑ: Μία γερμανικὴ παροιμία λέει πὼς “τὸ ψέμα συνήθως φλυαρεῖ”, δείχνοντας ὅτι συχνὰ φλυαρία σημαίνει δικαολόγηση ἑνὸς ψέματος. Ὁ Σίλλερ πίστευε στὴ στενὴ σχέση μέθης καὶ φλυαρίας. Ὁ Λαφονταὶν διακωμωδώντας ἔγραψε: “Κάθε φλύαρος ζεῖ μὲδαπάνες ἐκείνου ποὺ τὸν ἀκούει¨, ἀποδίδοντας εὐθύνη καὶ στοὺς ἀκροατὲς τῆς φλυαρίας. Ὁ Μοντεσκιὲ πίστευε πὼς τὸ πάθος εὐθύνεται στὴν ἔλλειψη βαθύτητας τοῦ ὁμιλητῆ, ἐνῶ ὁ Νίτσε, ἀλαζονικότερα, τόνιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του: “Φιλοδοξία μου εἶναι νὰ πῶ σὲδέκα προτάσεις αὐτὸ ποὺ ἄλλοι λένε σὲ ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο”. Ἀκόμη, ὁ ὠμὸς Γκαῖμπελς τόνιζε σὲ στελέχη τῆς ὁμάδας του: “Δὲ μιλᾶμε γιὰ νὰ ποῦμε κάτι, ἀλλὰ γιὰ νὰ πετύχουμε ἀποτέλεσμα”. Τὸ Ταλμούδ, ἱερὸ βιβλίο τῶν , τονίζει σοφά: “Σιωπᾶς καλύτερα, παρὰ μιλᾶς!”

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ: Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία σημαντικότατη εἶναι ἡ κατανυκτικὴ εὐχὴ τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, στὴν ὁποία μεταξὺἄλλων αἰτημάτων ὁ προσευχόμενος ζητᾶ: “Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μήμοι δος”. Ἡ εὐχὴ αὐτὴ “ξυπνᾶ” καὶ προτρέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνέβει τὶς βαθμίδες τῆς πνευματικότητας. Ἕνα, λοιπόν, ἀπὸ τὰ βασικὰαἰτήματα τῆς Εὐχῆς αὐτῆς εἶναι νὰ βοηθήσει ὁ Θεὸς στὴν ἀπομάκρυνση τοῦ πνεύματος τῆς ἀργολογίας. “Ἡ ἀργολογία-φλυαρίαὁλοκληρώνει τὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς καταστροφῆς μας μὲ τὴν πνευματικὴ δολοφονία τῶν ἀδελφῶν μας” (Ι. Κορναράκης). Τὸ λόγο τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεκτίμητο θεῖο δῶρο, ποὺ μᾶς κάνει νὰ διαφέρουμε ἀπὸ τὰ ζῶα, εἶναι κρίμα νὰ τὸν ἀφήνουμε χαλαρό, παραποιημένο, ἀναιδῶς ψεύτικο. Ἄλλωστε τὰ λόγιά μας μένουν πάντα στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων. Τὰ ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη τους σὲ ὧρες ἡσυχίας καὶλυποῦνται ἢ χαίρονται ἀναλόγως. Πόσο προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ ἐκφράσεις, χαρακτηρισμοὺς καὶ κρίσεις! Ὁ σκανδαλισμός, ἡσυκοφαντία, ἡ καταλαλιά, ἀρχίζουν πάντα ἀπὸ τὴ φλυαρία καὶ τὴν περιττολογία. “Θρόνο ματαιοδοξίας, σημάδι ἀγνωσίας, εἴσοδο κατάκρισης, πρόξενο ψεύδους, διάλυση πνευματικῆς εὐφορίας τῆς προσευχῆς”, χαρακτηρίζει τὴν πολυλογία ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, προσθέτοντας: “δημιουργεῖ ἀδιαφορία γιὰ τὶς ἁμαρτίες, ποὺ ἐξαφανίζει τὴν προφύλαξη τοῦ νοῦ κατὰ τῶν παθῶν, ψυχραίνει τὴν πνευματικὴ θερμότητα καὶ σκοτίζει τὴν προσευχή”. Ὁ Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, τὴν ὀνομάζει ὀξύμωρα: “ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητος”. Ὁ ἀββὰς Δωρόθεος παρατηρεῖ: “συχνὰ συζητᾶμε ἀπὸ διάθεση ἀργολογίας. Κάτι θὰ μᾶς ξεφύγει, καὶ θὰ λυπήσουμε τὸνὀδελφό μας”. Ἡ ἀργία “ἀδιαφορεῖ” γιὰ τὸν Θεό, ἡ περιέργεια διαστρέφει τὴν πραγματικὴ γνώση, ἡ φιλαρχία, “σκοτώνει” τὴν συνείδηση ἔναντι τοῦ πλησίον καὶ ἡ ἀργολογία στρέφεται κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας διὰ τῆς σπατάλης τοῦ λόγου. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὰ τριακόσια πάθη, ποὺγράφει ὁ Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ἐπέλεξε αὐτὰ τὰ τέσσερα στὴν προσευχὴ ποὺ προαναφέραμε. Γιατί ἔχουν τόση δύναμη, ὥστε εὔκολα νὰ νεκρώνουν “σιωπηλὰ” τὴν ψυχή.

Η ΣΙΩΠΗ ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ἀντὶ τοῦ κυριαρχοῦντος μεστοῦ ὕβρεως, ψεύδους, κολακείας, σαρκασμοῦ λόγου, ὑπάρχει καὶ ἡ διακριτικὴσιωπή. Λέμε “διακριτική”, διότι μποροῦμε νά ᾽χουμε σιωπὴ ἀπὸ δειλία ἢ ἀπὸ ἀλαζονικὴ οἴηση καὶ ξιπασιά. Ὅμως, ἡ ἐνσυνείδητη ἀπόρριψη φλυαρίας καὶ κουτσομπολιοῦ ἀποτελεῖ ἀρετή, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀποφυγὴ φιλονικιῶν. Οἱ σιωπηλοὶ μιλοῦν μὲ τὴ σοβαρὴ σιωπή τους. Σιωποῦν ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινῆς αἴσθησης ὅτι δὲν ἔχουν κάτι σημαντικὸ νὰ ποῦν. Οἱ σιωπηλοὶ ἀπὸ διάκριση ἄνθρωποι, δὲν εἶναι συνηθισμένοι, ἀρεστοί, προτιμητέοι. Ὁ κόσμος ἀναζητᾶ τολμηροὺς συζητητές, θεωρώντας συχνά τοὺς σιωπῶντες νοσηρούς, μειονεκτικούς, δειλούς. Ὅταν ὅμως μιλοῦν, καταθέτουν μεστὸ περιεχομένου λόγο. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν μᾶς θέλει πάντοτε σιωπῶντες. Μᾶς καλεῖ συχνὰ σὲ ἱεραποστολή, ὁμολογία, νουθεσία. Ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν ἀπόστολο Παῦλο: “Μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσης διότι ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ”. Ὅμως, τὰ μυστήρια τῆς Ὀρθοδοξίας γεννῶνται ἀπὸ τὴ σιωπή. Μετὰ ἀπὸ μακρὰ σιγὴ στὴν ἔρημο μίλησε ὁΧριστός. Τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατανοεῖται καλύτερα σιωπηλά. Ἡ σιωπὴ “δηλώνει ταπείνωση νοῦ, ὅραση καρδιᾶς, εὐχαριστία ψυχῆς” (Μωυσῆς ὁ Ἁγιορείτης).

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ: Διαβάζουμε στὸ Εὐαγγέλιο: “Ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐδὲν ἀπεκρίνατο”. Δὲν ἀπαντᾶ, στοὺς “δικαστές” του. Θεωρεῖ ὅτι δὲν βγαίνει τίποτε μὲ τὰ λόγια, θὰ ἔπεφταν οἱ λόγοι του στὸ κενὸ ἐξ αἰτίας τῆς ἑκούσιας κώφευσης τῶν ἀνθρώπων, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν προφήτη Ἠσαΐα ποὺ λέει: «Δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα του καθόλου κι ἔμεινε ἄφωνος μπροστὰ στοὺς διῶκτες του». Ἀκόμη, ὁλόκληρος ὁ βίος τῆς Θεοτόκου εἶναι μία ἀπέραντη σιωπή. Ἐλάχιστοι λόγοι τῆς Θεοτόκου διασώθηκαν. Ἠθελημένα σιωποῦσε ἀπὸ ταπείνωση. Ἄφηνε νὰ μιλᾶ ὁ Υἱός Της, μένοντας στὴ σκιά Του. Ἡ “ἠχηρὴ” σιωπὴ τῆς Θεοτόκου εἶναι αὐστηρὸ κήρυγμα ἐλέγχου κάθε γυναικείας φλυαρίας. 

“ΚΕΡΔΗ” ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΟΓΙΑΣ: Οἱ πνευματικὲς ἐμπειρίες ἀδυνατοῦν νὰ ἀποδοθοῦν μὲ λόγια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ἀδυνατώντας νὰ ἐκφράσει τὴν ἐμπειρία του μὲ λόγια: “ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι”. Κατὰ τὸν ὅσιο Ἐφραὶμ τὸν Σύρο, τὰ λόγια εἶναι τὰ φύλλα καὶ τὰ ἔργα οἱ καρποί. Ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητὴς ἔγραψε: «Ἡ γλῶσσα πολλοὺς κενόδοξους κατέστρεψε». Ἀκόμη, ὁ τελώνης τῆς παραβολῆς δικαιώθηκε γιὰ τὴ σιωπηλὴ προσευχή του, ὅπως καὶ ἡαἱμορροοῦσα. Ὅταν κάποιος προκαλούμενος, ταπεινὰ σιωπᾶ, γιὰ νὰ μὴ γίνουν τὰ πράγματα χειρότερα, ὑποχωρεῖ, ἀποποιοιούμενος τῶν δικαιωμάτων του, χάριν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, τότε κερδίζει ἐνῶ φαίνεται ὅτι χάνει. Κι ἐνῶ πολυλογία, κενολογία, περιττολογία, ἀργολογία, δηλώνουν ἀδιάκριτη κενοδοξία, ἀντιθέτως ἡ διακριτικὴ ἡσυχία γεννᾶ τὴ σιωπή. Ὁ κόσμος κουράστηκε ἀπὸ τὰ πολλά, τὰπαχειά, τ’ ἀδιαφανῆ, τὰ ὑποκριτικὰ λόγια. Ἀντιθέτως: “Ἡ σιωπὴ ποὺ ἀσκεῖται μ΄ ἐπίγνωση καὶ διάκριση εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς, ἀνάκληση ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν, ἐπιστάτης λογισμῶν, (…) φίλη καρδιακῶν δακρύων, καλλιεργητὴς μνήμης θανάτου, ἐχθρὸς τοῦ ἀδιάκριτου θάρρους, σύζυγος ἡσυχίας, κρυφὴ πνευματικὴ ἀνάβαση” (Κλίμαξ).

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἕνας ἀδόκιμος νοῦς μπορεῖ νὰ νομίζει πὼς εἶναι σοφὸς μὲ τὸ νὰ λέει ὅτι θέλει παντοῦ καὶ πάντα. Ὅμως “ἠ υπεροψία τῆς φλυαρίας ἀποτελεῖ ἀνόητη προσπάθεια ἐπιβολῆς ἐπὶ πάντων” (π. Μωυσῆς Ἁγιορ.). Ἡ ἐκκοσμίκευση σήμερα τοῦ ἀνθρώπου συμπορεύεται μὲ τὴ φλυαρία. Ἔτσι, ὁ λόγος, τελικά, ἀποσυνδέει τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ κατάκτηση τῆς σιωπῆς εἶναι δύσκολη, ἀποτελεῖὅμως μορφὴ ἀσκήσεως, ὅπως ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια. Τὰ τροπάρια τῆς Μ. Σαρακοστῆς μιλοῦν συχνὰ καὶ γιὰ ἐγκράτεια γλώσσης. Ἡσιωπὴ πηγάζει ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς εἰρήνης τῆς καρδιᾶς καὶ συνδέεται μὲ τὶς ἄλλες ἀρετές. Σπουδαῖο ἀντίδοτο στὴ φλυαρία καὶ τὴν ἀργολογία ἀποτελεῖ ἡ καρδιακὴ προσευχή. “Η προσευχὴ ἀποτελεῖ βίωμα μυστικό, δύσκολο -ἔκφραση, αἴσθηση καὶ ἀλάλητο στεναγμὸτῆς καρδιᾶς. Ὁ Θεὸς δὲν ἀνακαλύπτεται ἀλλὰ ἀποκαλύπτεται. Τότε σιγᾶ πάσα σάρκα βροτεία..” (Μωυσῆς Ἁγιορείτης).

, , ,

Σχολιάστε

Ο AΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

γιος πόστολος νδρέας

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου 

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, ἀδελφός τοῦ Σίμωνος Πέτρου, ποὺ φέρει ἑλληνικὸ ὄνομα, σύμφωνα μὲ τὴν κοινὴ συνήθεια πολλῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς, καταγόταν ἀπὸ τὴ Γαλιλαία (Βηθσαϊδά). Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἰωνᾶς ἢ Ἰωάννης καὶ Ἰωάννα. Μαζὶ μὲτὸν Πέτρο ἐργαζόταν ὡς ἁλιέας στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Ἡ Βίβλος δὲν μᾶς δίνει πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὸ πρόσωπό του, ἐνῶ οἱπαραδόσεις ἐμφανίζονται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 3ου αἰώνα καὶ ἔπειτα. Γνωρίζουμε πάντως ἀπὸ τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ὅτι διετέλεσε πρωτύτερα μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστῆ. Ἡ παλαιότερη εξωβιβλική πληροφορία γιὰ τὸν Ἀπόστολο προέρχεται ἀπὸ τὸν Ὠριγένη (254 μ.Χ.), ποὺ ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀνδρέας κήρυξε στὴ Σκυθία (Νότια Ρωσία). Ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο ἦταν οἱ πρῶτοι ποὺ κλήθηκαν καὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό. Ἔτσι, ὁ Ἀνδρέας ἀποκαλεῖται «Πρωτόκλητος».

ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΕΙΕΣ: Μετὰ τὴν Πεντηκοστή, μὲ τὸν Πέτρο καὶ ἄλλους μαθητὲς κήρυξε στὴ Σινώπη τοῦ Πόντου σὲ Ἕλληνες καὶ Ἰουδαίους τῆς διασπορᾶς, ἔχοντας ὁρμητήριο μία νησίδα κοντὰ στὴ Σινώπη. Ἀργότερα ὁ Ἀνδρέας μὲ τὸν Ἀπόστολο Ματθία πῆγαν στὴ Σαμψούντα (Ἀμισό), ὅπου ἵδρυσαν Ἐκκλησία. Ἀπὸ ἐκεῖ περιπλανήθηκε κηρύσσοντας σὲ ἄλλες περιοχὲς τοῦ Πόντου, τῆς Ἰβηρίας (Γεωργίας) καὶ τῆς χώρας τῶν Πάρθων (Ἰράν). Τὸ 34 μ.Χ., πιθανόν, ἐπέστρεψε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ ἑορτάσει τὸ Πάσχα μὲ τοὺς ὑπολοίπους μαθητές. Ἔπειτα ἀκολούθησε δεύτερη περιοδεία μὲ σταθμοὺς τὴν Ἀντιόχεια, τὴν Ἔφεσο, τὴ Λαοδίκεια, τὴ Νίκαια Βιθυνίας, τὴ Χαλκηδόνα, μὲκατάληξη στὴ Σινώπη. Στὴν τρίτη του περιοδεία πέρασε στὸ Βυζάντιο, τὴν θρακικὴ Ἡράκλεια, τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Πελοπόννησο. Τελικὸς σταθμός του ὑπῆρξε ἡ Πάτρα.

ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ: Στοιχεῖα γιὰ τὴ δράση τοῦ Ἀποστόλου στὴν περιοχὴ μᾶς δίδει τὸ ἀπόκρυφο κείμενο “Πράξεις Ἀνδρέου” (250 μ.Χ.). Μὲκέντρο τὴν Πάτρα ὁ Ἀνδρέας κήρυττε σὲ ὅλη τὴν Ἀχαϊα τὴν ἐποχὴ τῶν ἀνθυπάτων Λεσβίου καὶ Αἰγεάτη. Ἐκεῖ ἡ διδασκαλία τοῦκαρποφόρησε ἰδιαίτερα, ἐνῶ μὲ τὴν προσευχή του ἔκανε πολλὰ θαύματα, κυρίως θεραπεῖες ἀσθενῶν. Μάλιστα ἡ Μαξιμίλλα, σύζυγος τοῦ Αἰγεάτη, ἀφοῦ τὴ θεράπευσε ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ βαρειὰ ἀρρώστια, πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔκανε τὸν ἀνθύπατο νὰὀργιστεῖ καί, μὲ τὴν παρότρυνση εἰδωλολατρῶν ἱερέων, συνέλαβε τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ μαρτύριο τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τοῦ παρανοϊκοῦ Νέρωνα. Τὸ λείψανό του ἔθαψε μὲ εὐλάβεια ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος Πατρῶν, Στρατοκλής. Στὰχρόνια του Κωνσταντίου, γιοῦ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ Ἀνδρέα, μαζὶ μὲ τὰ ἅγια λείψανα τοῦ Τιμοθέου καὶ τοῦΕὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, ἀποθησαυρίστηκαν στὸν Ναὸ Ἁγίων Ἀποστόλων τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἡ παράδοση γιὰ τὸν χιαστὶ σταυρὸ τοῦμαρτυρίου τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα εἶναι μεταγενέστερη (9ος ἢ 10ος αἰ.) καὶ προέρχεται ἀπὸ δυτικὲς πηγές. Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας εἶναι πολιοῦχος καὶ προστάτης τῆς Πάτρας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη του στὶς 30 Νοεμβρίου.

Ο ΑΠ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΛΑΩΝ: Ἡ παράδοση τῆς Σκωτίας θεωρει τὸν Ἀνδρέα προστάτη ἅγιό της ἀπὸ τὸ 750 καὶ θέλει το λείψανό του νὰ μετακομίστηκε στὴ Σκωτία. Ἡ σημαία τῶν Σκώτων ἔφερε τὸν χιαστὸ σταυρό, σύμβολο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν (ἀναγκαστικὴ) ἕνωση τῆς Σκωτίας μὲ τὴν Ἀγγλία συμπεριελήφθη καὶ στὴν βρετανικὴ σημαία. Ὑπάρχει ἐπίσηςἀρχαία ρωσικὴ παράδοση γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ χριστιανισμοῦ στὴ Ρωσία ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα, καθὼς πιστεύεται ὅτι ἔφτασε κηρύττοντας μέχρι τὸ Κίεβο, ἀρχαιότατη κοιτίδα τῶν Ρώσων.

Ἀπολυτίκιο: Ὡς τῶν Ἀποστόλων Πρωτόκλητος καὶ τοῦ κορυφαίου αὐτάδελφος τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, Ἀνδρέα, ἱκέτευε, εἰρήνην, τῇοἰκουμένῃ δωρήσασθαι καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

γιος Εστάθιος1 ὁ Μεγαλομάρτυς (20.9)

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΠΛΑΚΙΔΑΣ: Ἡ ἱστορία τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου, εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ περίφημες τῆς χριστιανικῆς φιλολογίας, ἑλληνικῆς, λατινικῆς καὶ μεσαιωνικῆς γαλλικῆς. Κατὰ τὴν ἱστορία αὐτή, ὁ στρατηγὸς Πλακίδας, ἐνῶ κυνηγοῦσε, εἶδε ἕνα ἐλάφι ποὺ μεταξὺ τῶν κεράτων του ἔφερε τὸ Σταυρό, ἐνῶ μία ὑπερκόσμια φωνή, τοῦ Ἴδιου τοῦ Κυρίου, καλοῦσε τὸ στρατηγὸ νὰ γίνει Χριστιανός. Ἐν συνεχείᾳ ὁ Πλακίδας καὶ ἡ οἰκογένειά του βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Λουσμένος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πλέον ὁ Εὐστάθιος ἔτρεξε ξανὰπρὸς τὸ σημεῖο, ὅπου εἶχε δεῖ τὸ ὅραμα. Ἐκεῖ, γονάτισε εὐχαριστώντας τὸν Θεό. Ἄκουσε τότε πάλι τὴν γνώριμη φωνή: “Εὐτυχὴς εἶσαι Εὐστάθιε, διότι δέχθηκες τὸ σωτήριο Βάπτισμα. Νὰ ξέρεις ὅμως ὅτι ὁ διάβολος θὰ σοῦ κηρύξει πόλεμο. Θὰ πάθεις ὅσα ὁ Ἰώβ, ὅμως θὰ νικήσεις τὸν διάβολο. Ἀγωνίσου μὲ ἀνδρεία. Ἡ χάρη μου θὰ συνοδεύει ἐσένα καὶ τὴν συντροφιά σου καὶ θὰ φυλάξει τὶς ψυχές σας”.

ΙΩΒΙΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ: Ὁ φθονερὸς Σατανᾶς ἄρχισε τὸ “ἔργο” του. Χολέρα ἔπεσε στὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ δοῦλοι καὶ συγγενεῖς του πέθαναν, ἐνῶ τὸ θανατικὸ ἐξαπλώθηκε καὶ στὰ ζωντανά του. Ἐκεῖνος, ἐμψυχώνοντας τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του, τοὺς ὁδήγησε στὴν ἐξοχή. Στὴ διάρκεια τῆς ἀπουσίας τους, ὅμως, κλέφτες ρήμαξαν τὸ σπίτι τους. Ἔτσι ἀπὸ πλούσιοι ἔγιναν φτωχοὶ καὶ ἀξιολύπητοι! Ἔπειτα η οἰκογένεια κατευθύνθηκε μὲ πλοῖο στὴν Αἴγυπτο. Ὁ πλοίαρχος ὅμως, μὲ πρόσχημα τὴν ἀξία τῶν ναύλων, κατέβασε βιαίως αὐτὸν καὶ τὰ παιδιά του στὸ πρῶτο λιμάνι, κρατώντας τὴ σύζυγό του, Θεοπίστη. Τότε ἡ οἰκογένεια ἔκλαψε γοερὰ γιὰ τὸν φοβερὸ χωρισμό. Στὴν ἄγνωστη χώρα, θηριὰ ἅρπαξαν τὰ δύο του παιδιὰ (Ἀγάπιος καὶ Θεόπιστος). Ο Εὐστάθιος κλαίγοντας, ἀλλὰ μὲθέρμη προσευχήθηκε στὸν Κύριο λέγοντας: “Κύριε, δός μου θάρρος καὶ ὑπομονή, μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις. Βοήθησε νὰ ξαναβρῶ τὴν οἰκογένεια μού”. Περπατώντας μέρες ὁλόκληρες, νηστικός, ἄυπνος ἔφτασε στὴν πόλη Βάδησσο. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐργαζόταν γιὰ νὰ βγάζει τὸ ψωμί του. Στο μεταξὺ τὰ δύο του παιδιὰ εἶχαν ἀπελευθερωθεῖ ἀπ’ τὰ δόντια τῶν θηρίων ἀπὸ κάποιους βοσκοὺς τῆς περιοχῆς τὸ ἕνα, καὶ ἀπὸ ἁπλοὺς ἀγρότες τὸ ἄλλο. Αλλά καὶ ἡ γυναίκα τοῦ Ἁγίου γλίτωσε ἀπὸ τὴν ἀτίμωση, διότι ὁ πλοίαρχος ἀρρώστησε βαριὰ τὴν ἡμέρα ποῦ κατέβασαν τὸν ἅγιο καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ καράβι καὶ ἔτσι δὲν ἔθιξε τὴ Θεοπίστη. Ὅταν μάλιστα ἐκεῖνος ἐπέστρεψε στὴν Πατρίδα τοῦ πέθανε. Ὁ Αὐτοκράτορας Τραϊανός, χρόνια ἀργότερα, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βροῦν τὸν Πλακίδα γιὰ νὰ εἶναι ἐπικεφαλῆς στὸν πόλεμο κατὰ ἀπειλητικῶν βαρβάρων, πράγμα ποὺ ἔγινε. Ὁ ἅγιος ἔδωσε διαταγὴ νὰ στρατολογηθοῦν καὶ νέοι στρατιῶτες. Ἀνάμεσά τους ἦταν καὶ οἱ δύο γιοί του. Ὁ Ἅγιος σημείωσε μεγάλες ἐπιτυχίες στὴν ἐκστρατεία τοῦ ἐκείνη. Μάλιστα περνώντας τὸν ποταμὸΧρύσπη, ἔφθασε στὴν πόλη, ποῦ ζοῦσε ἡ Θεοπίστη. Ἔστησε, κατὰ θεία συγκυρία, τὴν σκηνή του στὸν κῆπο τῆς Θεοπίστης, διότι αὐτὸἦταν κτῆμα τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ νεκροῦ ἤδη, πλοιάρχου, ποῦ εἶχε κατακρατήσει τὴν Θεοπίστη. Ἐκεῖ, κατὰ Θεία Οἰκονομία ἡ οἰκογένεια ξαναέσμιξε μὲ χαρά.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Μετὰ τὸ ἐπιτυχὲς τέλος τῶν ἐπιχειρήσεων, ὁ Ἅγιος γύρισε θριαμβευτὴς στὴν Ρώμη, ὅπου στὸ θρόνο ἀνέβηκε ὁχριστιανομάχος Ἀδριανός. Ἐκεῖνος τὸν ὑποδέχθηκε μὲ τιμὲς καὶ ζήτησε νὰ θυσιάσει στὸν Ἀπόλλωνα. Τότε ὁ Εὐστάθιος, θαρρετά, ἀρνήθηκε νὰ ὑπακούσει ὁμολογώντας τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ἀδριανὸς διέταξε ὀργισμένος νὰ τοῦ βγάλουν τὴν στολὴ τοῦ στρατηγοῦ ἐνῶ καὶ ἡ οἰκογένειά του ἔμενε σταθερὴ στὴν πίστη. Ἔπειτα, τοὺς ἔβαλε σὲ μία πεδιάδα κι ἄφησαν ἕνα λιοντάρι πεινασμένο. Τὸλιοντάρι τρέχοντας, τοὺς ἔφθασε, ἀλλὰ γύριζε χαρούμενο γύρω τους σὰν ἥμερο σκυλάκι. Στὴ συνέχεια ὁ Αὐτοκράτορας διέταξε καὶτοὺς ἔβαλαν μέσα σὲ ἕνα διάπυρο χάλκινο βόδι. Προηγουμένως οἱ Ἅγιοι προσευχήθηκαν στὸ Θεὸ νὰ τοὺς δώσει δύναμη, ἐνῶ ὁ Εὐστάθιος ζήτησε ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες νὰ θάψουν τὰ σώματά τους ὅλα μαζί. Μετὰ τρεῖς μέρες ἄνοιξαν τὸ χάλκινο βόδι κι εἶδαν ἔκπληκτοι ὅτι οἱ μὲν ψυχές τους εἶχαν ταξιδέψει στὶς οὐράνιες σκηνὲς τῶν δικαίων, ἀλλὰ οὔτε μία τρίχα δὲν εἶχε θιγεῖ ἀπὸ τὰ λείψανά τους. Ὁ κόσμος, βλέποντας τὸ θαῦμα, φώναξε: “Μεγάλος ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν.”! Οἱ χριστιανοὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὴ σύγχυση, πῆραν τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων καὶ τοὺς ἐνταφίασαν, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τους, μαζί2.

Μεγαλυνάριο: “Οὐρανόθεν μάκαρ καταυγασθεῖς, στήλη τῆς ἀνδρείας ἀνεδείχθης ἐν πειρασμοῖς, καὶ πανοικεσία, Εὐστάθιε, ἀθλήσας, τῆς ἄνω βασιλείας ἀξίως ἔτυχες.”

  1. Ἑλληνικά μαρτύρια τοῦ Ἁγίου δημοσιεύθηκαν στην P. G. 105 (376-417), ἐνῶ ἡ διασκευὴ τοῦ Συμεὼν Μεταφραστοῦ στὰ Analecta Bollandiana, 3 (1884), σ. 66-112.
  2. Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Εὐστάθιο διαδόθηκε εὐρέως σὲ Ρώμη, Βυζάντιο, Βενετία, Παρίσι καὶ ὅλη τὴ χριαστιανοσύνη. Πάντως, οἱμάρτυρες δὲν ἐμφανίζονται στὰ ἀρχαιότερα καλενδάρια, οὔτε κανεὶς γνωρίζει ποῦ βρίσκονται τὰ λείψανά τους.

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τ Γενέσιον τς Θεοτόκου [8 Σεπτεμβρίου] 

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου,
δασκάλου τοῦ 16ου Δημ. Σχ. Λαρίσης

ΓΕΝΙΚΑ: Σήμερα ἑορτάζουμε τὴν γέννηση τῆς ἀειπαρθένου Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ ἄνθους «ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί». Ἑορτάζουμε «παγκοσμίου εὐφροσύνης γενέθλιον καὶ τὸ προοίμιο τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ» (Ἀνδρέας Κρήτης). Εἶναι ἡ κορύφωση, ἡὁλοκλήρωση τῆς παλαιοδιαθηκικῆς παιδαγωγικῆς προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ μεταίχμιο Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποτελοῦσε κήρυγμα προφητῶν, προσδοκία δικαίων, ἐνῶ στὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται γλυκασμὸς ἀγγέλων, δόξα Ἀποστόλων, θάρρος μαρτύρων, καύχημα τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ Παναγία μας εἶναι «ὁ καρπὸς τῶν κτισμάτων» κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδὴ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο κατατείνει ὁλόκληρη ἡ κτίση. Ἡ Θεοτόκος ἦταν ἡ μοναδικὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κατεβάσει τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ, νὰ κάνει τὸν Θεὸἄνθρωπο. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» θὰ χωρέσει στὴν παρθενικὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου, ὥστε ἡ Παναγία μητέρα Του νὰ καταστεῖ ἡ «χώρα τοῦἈχωρήτου». Σήμερα λύνεται ἡ στειρότητα τῆς Ἄννας καὶ γεννᾶται «τὸ κειμήλιον τῆς Οἰκουμένης», (Κύριλλος Ἀλεξανδρείας).

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Πληροφορίες γιὰ τὴ Γέννηση τῆς Θεοτόκου ἔχουμε ἀπὸ τὸ Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου, ἕνα ἱερὸ κείμενο, ἐκτός του κανόνος τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Αὐτὲς οἱ πληροφορίες πέρασαν στὸν ἐκκλησιαστικὸ κύκλο καὶ ἔγιναν ἀποδεκτὲς ἀπὸ τὸπλήρωμα τῶν πιστῶν διὰ τῆς θείας λατρείας. Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση ὁ εὐσεβὴς καὶ πλούσιος Ἰωακεὶμ καὶ ἡ σύζυγός του, Ἄννα, θλίβονταν καθότι, λόγῳ τῆς στειρότητας τῆς Ἄννας, δὲν εἶχαν ἀποκτήσει τέκνο. Ὅταν μάλιστα, ἐξ αἰτίας τῆς ἀτεκνίας, ἀπαγορεύτηκε στὸν Ἰωακεὶμ νὰ προσφέρει πρῶτος θυσίες σὲ κάποια ἑορτή, ἀναχώρησε γιὰ τὴν ἔρημο, ὅπου σαράντα μέρες νήστευε προσευχόμενος, ζητώντας νὰ ἀποκτήσει ἕνα παιδί. Ἡ Ἄννα παρέμεινε στὸ σπίτι της καὶ παρὰ τὶς ταπεινώσεις ποὺ δεχόταν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρέτριά της γιὰ τὴ στειρότητά της, προσευχόταν συνεχῶς στὸν Κύριο νὰ εἰσακουστεῖ τὸ αἴτημα γιὰ “καρπὸ κοιλίας”. Μερικὲς ἡμέρες ἀργότερα ἐμφανίστηκε στὴν Ἄννα, ἄγγελος Κυρίου, ποὺ τῆς ὑποσχέθηκε ὅτι σύντομα θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία της. Κι ἐκείνη, περιχαρής, ὑποσχέθηκε ὅτι τὸ τέκνο θὰ τὸ ἀφιέρωνε στὸ Θεό. Ἄλλος ἄγγελος, στὸ μεταξύ, εἶχε ἐμφανισθεῖ στὸ Ἰωακεὶμ στὴν ἔρημο ὑποσχόμενος τὰ ἴδια. Τότε ὁ Ἰωακεὶμ ἱκανοποιημένος ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του. Πραγματικὰ ἐννέα μῆνες ἀργότερα ἡ Ἄννα ἔφερε στὴ ζωὴ μία κόρη, τὴν ὁποία ὀνόμασε Μαριὰμ καὶ τὴν ἀνέθρεψε μὲ μεγάλη προσοχή, ἐνῶ ἀργότερα τὴν ἀφιέρωσε στὸν Θεό.

Η ΕΟΡΤΗ: Μετὰ τὴν τρίτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀποφασίστηκε νὰ ἑορτάζονται οἱ Θεομητορικὲς ἑορτὲς σὲ διαφορετικὸ χρόνο. Μέχρι τότε ἡ Θεοτόκος ἐτιμᾶτο κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς. Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ε´αἰώνα ὁρίστηκε ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου κατὰ τὴν 8η Σεπτεμβρίου. Τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς περιελήφθη στοὺς Συναξαριστές.

ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνὸς διακρίνει πολλὲς προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἔτσι, ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ κιβωτὸς ποὺ διὰ τῆς γέννησης τοῦ Κυρίου, σώζει τὸν κόσμο κατασιγάζοντας τὰ κύματα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι φλεγόμενη, ἀλλὰ ὄχι καιόμενη, ἄφθαρτη βάτος. Λέει ἀκόμη ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας: “Ἐσένα προεζωγράφισε ἡ κιβωτὸς τοῦνόμου καὶ Σένα εἶχαν φανερὰ προτυπώσει ἡ στάμνα ἡ χρυσὴ καὶ ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν ποὺ εἶχε βλαστήσει. Ἀπὸ Σένα προῆλθε ἡ φλόγα τῆς θεότητος, ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, τὸ οὐράνιο μάννα, τὸ ὄνομα πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, τὸ φῶς τὸαἰώνιο καὶ ἀπρόσιτο, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ οὐράνιος, ὁ ἀγεώργητος καρπός, ποὺ βλάστησε ἀπὸ Σένα μὲ σῶμα ἀνθρώπινο. (…) Ὅπως ὁἸακὼβ εἶδε τὴ σκάλα νὰ ἑνώνει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ γῆ καὶ νὰ ἀνεβοκατεβαίνουν σ᾽ αὐτὴν Ἄγγελοι, ἔτσι κι ἐσὺ ἕνωσες αὐτὰ ποὺ ἦσαν πρὶν χωρισμένα, ἀφοῦ μπῆκες στὴ μέση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων κι ἔγινες σκάλα, γιὰ νὰ κατεβεῖ σὲ ἐμᾶς ὁ Θεός, ποὺ πῆρε τὸ ἀδύναμο προζύμι μας καὶ τὸ ἔνωσε μὲ τὸν ἑαυτό Του (…) Ποιό εἶναι τὸ Δαβιτικὸ μαλλὶ τοῦ προβάτου ποὺ πάνω του ἔπεσε σὰν βροχὴ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺεἶναι συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα; Δὲν εἶσαι Σὺ ὁλοφάνερα; Ποιὰ εἶναι ἐπίσης ἡ Παρθένος, ποὺ ὁ Ἠσαΐας προφήτευσε ὅτι θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Καὶ ποιό εἶναι τὸ βουνὸ τοῦ Δανιήλ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κόπηκε πέτρα, ἀγκωνάρι, ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ ὑποκύψει σὲ ἀνθρώπινο ἐργαλεῖο; Ἂς ἔρθει ὁ Ἰεζεκιὴλ ὁ θεϊκότατος κι ἂς δείξει πύλη ποὺ ἔχει κλειστεῖ καὶ ποὺ πέρασε ἀπὸ μέσα της μόνο ὁ Κύριος καὶ παραμένει κλειστή. Ἐσένα, λοιπόν, κηρύττουν οἱ Προφῆτες. Ἐσένα διακονοῦν οἱ Ἄγγελοι καὶ ὑπηρετοῦν οἱ Ἀπόστολοι.”

Ἀπολυτίκιοn: “Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν· καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.”

,

Σχολιάστε

Η ΑΠΟΤΟΜΗ τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννoυ

Ἡ ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς
τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννoυ

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

Μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, τὴν «ἀποτομὴ τῆς τιμίας κεφαλῆς» τοῦ Ἰωάννου Προδρόμου ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ τὴν ἑορτὴ μέρα νηστείας, διότι ὁ Ἰωάννης θανατώθηκε ἐξ αἰτίας τῆς οἰνοποσίας καὶ τοῦ ἡδονισμοῦ ἑνὸς βασιλιᾶ σὲ συμπόσιο τῆς ἑορτῆς τῶν γενεθλίων του. Πρόκειται γιὰ τὸν τελευταῖο προφήτη, στὸ μεταίχμιο δύο ἐποχῶν, ποὺ συνδέει Καινὴ καὶ Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τοῦ ὁποίου σκοπὸς τῆς ζωῆς ὑπῆρξε ἡ ἀναγγελία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ ΠΥΡΙΝΟ ΚΗΡΥΓΜΑ: Ὁ ταπεινός, δίκαιος, ἅγιος, γιὸς τοῦ ἱερέα Ζαχαρία, ζεῖ ἁπλὰ καὶ φτωχικὰ στὴν ἔρημο (ὡς Ναζιραῖος, ἀσκητὴς δηλαδὴ) κηρύσσοντας τὴ μετάνοια στὸν Ἰσραὴλ καὶ μεταφέροντας τὸ ἐλπιδοφόρο μήνυμα τῆς ἔλευσης τοῦ Θεανθρώπου. Προετοιμάζει τὴν «ὁδὸν τοῦ Κυρίου», ἐξ οὗ καὶ Πρόδρομος. Βαπτίζει στὸν Ἰορδάνη ὅσους προσέρχονται ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες τους. Διδάσκει τὸν λόγο καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τονίζοντας τὴ λύτρωση ποὺ φέρνει ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καλώντας ὅλους σὲ μετάνοια. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν διστάζει νὰ ἐλέγχει καὶ τὸν Ἡρώδη, ποὺ συζοῦσε μὲ τὴν Ἡρωδιάδα, γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου: “Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου”. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἡ Ἡρωδιάδα κατόρθωσε νὰπείσει τὸν Ἡρώδη νὰ τὸν φυλακίσει, ὥστε νὰ μὴν ἀκούγεται ὁ ἐνοχλητικὸς ἔλεγχός του. Ὡστόσο, κι ἀπὸ τὴ φυλακὴ ὁ ἀσυμβίβαστος Ἰωάννης δὲν ἔπαψε νὰ κηρύττει τὸ θεῖο λόγο, ἐλέγχοντας τοὺς ἐν “ἁμαρτίᾳ συζευχθέντας”. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ Ἡρώδης τὸν διατηροῦσε ζωντανό. Ἦταν «δίκαιος» καὶ «ἅγιος». Ὁ λαὸς τὸν ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν τὴ διδαχή του. Πίστευε στὸ προφητικό του κήρυγμα γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Σωτήρα. Γι’ αὐτὸ κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας δὲν τολμοῦσε νὰ τὸν θανατώσει. Ἡ Ἡρωδιάδα ὅμως δὲν ἀνεχόταν τὴν κατάσταση αὐτή, ποὺ τὴν ἔκανε νὰ νιώθει ταπεινωμένη, μεταξὺ τῶν καθὼς πρέπει κυριῶν τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἔψαχνε εὐκαιρία. Κι ὅταν ὁ ἐπιπόλαια φερόμενος Ἡρώδης, στὴ γενέθλιο ἑορτή του, “γλεύκους μεμεστωμένος” ὑποσχέθηκε νὰ χαρίσει ὁτιδήποτε, «ἕως ἡμίσεως τῆς βασιλείας» του, στὴν κόρη της καὶ ἀνιψιά του, μετὰ ἀπὸ ἕναν ὡραῖο χορό, βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδικηθεῖ. Συμβούλεψε τὴν κόρη της νὰ ζητήσει «τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου». Κι ὁ Ἡρώδης, ποὺ μὲ τόση εὐκολία ἔδωσε μία τόσο σοβαρὴ ὑπόσχεση, δὲν κατάφερε τώρα, ἂν καὶ «περίλυπος γενόμενος», νὰ ἀρνηθεῖ, βοηθώντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ πετύχει τὴν ἐκδίκησή της ἡ Ἡρωδιάδα. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν ἅγιο, ταπεινό, ἀλλὰ ἀσυμβίβαστο Ἰωάννη, παρουσιάζεται ὁ ἡδονιστής, ἀπερίσκεπτος Ἡρώδης, ποὺ ἐπιπόλαια δίνει σοβαρὲς ὑποσχέσεις. Καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ποὺ συζεῖ μὲ τὴν μαινόμενη Ἡρωδιάδα, σκανδαλίζοντας. Καὶ ἐνῶ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ κηρυγματικοῦἐλέγχου τοῦ Ἰωάννη, τοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία μετανοίας, αὐτός, δοῦλος τοῦ σαρκίου, ἐθελοτυφλώντας, προβαίνει στὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ Ἰωάννη γιὰ χάρη τῆς κόρης τῆς παράνομης γυναίκας του.

“ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΕΣ” ΣΚΕΨΕΙΣ: Τὸ γεγονὸς τῆς ἀποτομῆς ἔχει σχέση μὲ τὸ σφοδρὸ Προδρομικὸ ἔλεγχο, ἀλλὰκαὶ μὲ τὴν ἐποχή μας. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Προδρόμου, μὲ τὰ σημερινὰ κοσμικὰ δεδομένα καὶ τὴ λεγόμενη «νεοπατερικὴ» σκέψη τῶν ”Καιρῶν” μας, [ἂς φανταστοῦμε ὅτι ὁ Ἰωάννης ζοῦσε σήμερα] χαρακτηρίζεται ἀκραία, γραφική, φανατικὴ καὶ τελικὰ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν. Γιατί ὅμως; Τὸ τί ἔκανε ὁ Ἡρώδης στὴν προσωπική του ζωὴ ἐντάσσεται, σήμερα, στὰ «ἀπόρρητα προσωπικὰ δεδομένα» καὶ συνεπῶς ὄχι μόνο δὲν εἶχε δικαίωμα ἐλέγχου ὁ Βαπτιστής, ἀλλὰ μὲ τὴν πράξη αὐτή, παρανομεῖ, προσκρούοντας στὸ νόμο περὶ«ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τῆς προσωπικῆς ζωῆς». Μὲ τὸν ἔλεγχό του, συνεχίζει ἡ “νεοπατερικὴ σκέψη”, ξεπέφτει ἀπὸ τὸ ὑψηλό του ἔργο. Εἶναι ἀσκητὴς καὶ συνεπῶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνει τὸ χῶρο ἄσκησής του καὶ νὰκατεβαίνει στὰ κοσμικά, σὲ ἐπίπεδο ποὺ μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ «κοσμικὸ κουτσομπολιό». Κάνει, κατὰ τὴν ἴδια σκέψη, ὑπέρβαση καθήκοντος, καὶ μάλιστα, μὲ τὴν ἀδιακρισία του, θίγει τὴν «Ἱερὰ Σύνοδο» τῆς ἐποχῆς, τὸ «Μέγα Συνέδριον», ἀφοῦ δὲν ἔχει ἐξουσιοδοτηθεῖ σχετικὰ ἀπὸ τοὺς ἐπιχώριους Ἀρχιερεῖς. Δηλαδή, λειτουργεῖ ἀντιδεοντολογικά, ἀπρεπῶς, αὐθαιρέτως. Ἐπιτέλους, ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ “Ναζιραῖος”, ὁ”καλόγερος” ποὺ ἐλέγχει, ἐνῶ τὸ σῶμα τῶν ταγῶν-ἀρχιερέων καὶ τῶν “δοκούντων ὅτι εἶναι τί”, ἔστω καὶ ἀπὸ«διάκριση», ἀνέχεται αὐτὴν τὴν κατάσταση, δηλ. τὴν παρανομία τοῦ Ἡρώδη; Δημιουργεῖ μὲ τὸν πύρινο λόγο του «κοινωνικὴ ἀναταραχή», στὴν «εὐνομούμενη πολιτεία» καὶ μάλιστα γιὰ ἕναν τόπο ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς κυρίαρχης Ρώμης. Εἶναι δυνατὸν «ἡσυχαστές», «ζηλωτὲς ἐρημίτες», νὰ γίνονται αἰτία συγχύσεων καὶ ταραχῶν, προσβάλλοντας “κεφαλές”, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν «ταχθεῖ παρὰ Θεοῦ» στὸ ἔργο τοῦτο; Λησμονοῦσε ὁ Βαπτιστὴς ὅτι ὁ Ἡρώδης, παρὰ τὰ πάθη καὶ τὶς ἰδιορρυθμίες του, ἔκανε ἔργα, ἀνέπτυσσε τὴν «πολιτισμικὴ παράδοση» καὶ τὴν «ἰουδαϊκὴ κουλτούρα», κρατοῦσε «λεπτὲς ἰσορροπίες» μὲ τὴν Ρώμη ἀλλὰκαὶ τὸ ἑλληνιστικὸ ὑπόβαθρο τῆς κατ᾽ ἀνάγκην τότε πολυπολιτισμικῆς Ἰουδαίας, καὶ τὸ σημαντικότερο, εἶχε προσφέρει χρήματα τοῦ δημόσιου κορβανᾶ γιὰ τὸ κτίριο τοῦ Ναοῦ. Κυρίως ὅμως μὲ τὸν ἔλεγχό του, διατάρασσε τὴν «ἀγαστὴ συνεργασία» μεταξὺ «θρησκείας καὶ πολιτείας». Ἀποδεικνύει τὸν ἑαυτόν τουἀκραῖο, φανατικό, μονοκόμματο, ἀδιάκριτο, ἀφοῦ ἀφήνει τὸ ἔργο τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ κηρύγματος καὶ ἐγκαταλείπει τὸν κόσμο ποὺ προσέτρεχε στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ. Θὰ μπορούσαμε βέβαια νὰ σημειώσουμε καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα βγαίνουν ὡς συμπεράσματα ἀπὸ τὴν σύγχρονη «νεοθεολογικὴ-ἐπιστημονικὴ» σκέψη.

Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ: Ὅμως, δόξα τῷ Θεῷ, ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Πρόδρομος, ὁ ἀσυμβίβαστος τῶν Προφητῶν, ζοῦσε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὑπογράφοντας τὴν ἀγάπη του μὲ τὴν ἴδια του τὴν κεφαλή. Ὁ Πρόδρομος, ὡς γνήσιος Προφήτης, ἀνυποχώρητος, ἀρνεῖται νὰ καλύψει τὴν δειλία, μὲ ἕνα διάτρητο «θεολογικὸ» μανδύα καὶ μὲ ἐπιχειρήματα «νεοπατερικά». Ἀρνεῖται τὴν διαστροφὴ τῆς ἀποκτηνώνουσας ἁμαρτίας καὶ ἐπικυρώνει τὴν ἀλήθεια: οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες, πόσο μᾶλλον οἱἐκκλησιαστικοί, μὲ τὴ ζωή τους, πρέπει νὰ ἀποτελοῦν παράδειγμα. Τὸ δὲ αἷμα του, εἶναι ἡ μεγαλύτερη μαρτυρία τῆς συνέπειας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἂς πρεσβεύει ὁ Μάρτυρας τοῦ Εὐαγγελικοῦ ἤθους, ὥστε νὰδεχθοῦμε τὴν χάρη καὶ τὴν εὐλογία, γιὰ μία συνειδητὴ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ ζωή.

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Κων. Ἀθ. Οἰκονόμου)

νάληψη το Κυρίου

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου 

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Ἡ Ἀνάληψη, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Ἀνάσταση, εἶναι μία δεσποτικὴ ἑορτή. Εἶναι ἀμέσως μετὰ τὸδιάστημα τῶν σαράντα ἡμερῶν, ποὺ ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν συχνὰ στοὺς μαθητές του. Στὸ διάστημα αὐτὸ ὁ Κύριος, μὲ τὶς συνεχεῖς ἐμφανίσεις Τοῦ ἀλλὰ καὶ ἐξαφανίσεις Του, πρῶτον ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ δεύτερον γυμνάζει πνευματικά τους μαθητές Του. Πρέπει οἱ μαθητές Του καὶ μελλοντικοὶ Ἀπόστολοι νὰ χειραφετηθοῦν ἀπὸ τὴ συνεχῆ σωματικὴ αἴσθηση καὶἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ. Τοὺς προετοιμάζει ὥστε νὰ Τὸν ἐπιζητοῦν μὲ τὰ πνευματικά τους μάτια στὸ ἑπόμενο διάστημα τῆς δικῆς τους ἀποστολῆς πρὸς τὰ ἔθνη. Ἔτσι ἡ ἔνσαρκος παρουσία τοῦ Κυρίου στὴ γῆ, ποὺ ἄρχισε μὲ τὴ γέννησή Του, ἐδῶ σταματᾶ. Ὅμως, ὁἔνσαρκος Κύριος θὰ ξαναφανεῖ. Τότε: “φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἳ φυλαὶτῆς γὴς καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλής” (Ματθ. Κδ΄ 30). Μέχρι τότε οἱ πιστοὶ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες μαθαίνουμε νὰ ζοῦμε μὲ τὴ διαρκῆ, ἀόρατη παρουσία Του, ὅπως ὁ Ἴδιος τόνισε: “καὶ ἰδοὺ ἐγὼμεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.” (Μτθ. κη΄20). Βεβαίως ἡ σωματικὴ παρουσία τοῦ Κυρίου δὲν ἐξέλιπε ἐντελῶς. Ἡ σωματική Του παρουσία, ποὺ ἀκόμη ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει ἕως τῆς συντελείας τοῦ κόσμου, εἶναι στὸ ἱερὸμυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο, ποὺ μεταβάλλονται σὲ σῶμα καὶ αἷμα Κυρίου. Ἔτσι ὁ πιστὸς μπορεῖ νὰ δεχθεῖτὸν Κύριο μέσα του καὶ Ἐκεῖνος νὰ εἰσέλθει μέχρι καὶ τὸ τελευταῖο του κύτταρο, νὰ εἰσδύσει στὴν οὐσία τῆς ὕπαρξής του, καὶ ἐν τέλει ὁ δεχόμενος τὸν Κύριον νὰ θεωθεῖ.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ, ὁ Κύριος ὁδήγησε τοὺς μαθητές Του πρὸς τὸ δρόμο τῆς Βηθανίας καὶ τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἐκεῖ, ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια Του, τοὺς εὐλόγησε (Λουκ. κδ΄50). Ἔτσι, “ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογειν αὐτὸν αὐτούς, διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης” (Λουκ. κδ΄51-51). Ἀλλὰ πς νελήφθη; Κα μ τν νθρώπινή Του φύση! τσι τν νθρώπινή Του φύση, τν νωμένη μ τ Θεία Του πόσταση, πο τν νωσε χωρίστως, τρέπτως, συγχύτως κα διαιρέτως, τν πρε κα τν τοποθέτησε πάνω π γγέλους καρχαγγέλους, ψηλότερα π Χερουβεμ κα Σεραφείμ, δίπλα στ θρόνο το Θεο Πατέρα. Μ πλ λόγια Κύριος θέωσε κα τν νθρώπινη φύση Του, δίνοντάς μας μία ἰδέα γιὰ τὸ πῶς θὰ εἶναι τὰ σώματα τῶν ἀναστημένων πιστῶν κατὰ τὴν Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: Ἀξίζει νὰ τονιστεῖ πὼς ἡ Ἀνάληψη ὁδηγεῖ στὴν Πεντηκοστή, τὴ γενέθλια ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι αὐτὸδιότι ὁ Κύριος εἶχε ὑποσχεθεῖ, πρὶν τὴν Ἀνάληψή Του, ὅτι θὰ τοὺς ἔστελνε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πράγμα ποὺ τελικὰ ἔγινε δέκα ἡμέρες ἀργότερα. Ὁ Κύριος Ἰησοῦ Χριστὸς ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέλειψε τὸ ἀνθρώπινο γένος, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχυσε τὸ τίμιο Αἷμα Του. Μπορεῖ νὰ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ (Μάρκ. Ιϛ´ 19), στοὺς οὐρανούς, ὅμως ἡ παρουσία Του ἐκτείνεται ὡς τὴ γῆ καὶ ὡς τὰἔσχατα τῆς δημιουργίας. Ἄφησε στὴ γῆ τὴν Ἐκκλησία Του, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἀναστημένο, ἀφθαρτοποιημένο καὶ θεωμένο σῶμα Του, γιὰ νὰ εἶναι τὸ μέσον της σωτηρίας ὅλων τῶν πιστῶν ἀνθρώπινων προσώπων. Νοητὴ ψυχὴ τοῦ σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, εἶναι ὁ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας (Ἰωάν. ιε΄26), ὁ ὁποῖος ἐπεδήμησε (ἦρθε καὶ ἐγκαταστάθηκε) κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς σὲ αὐτό, γιὰ νὰ παραμείνει ἕως τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ: Κατὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως, πραγματοποιήθηκε ἐμπράκτως ἡ συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Διαλύθηκε ἡ παλιὰ ἔχθρα, τελείωσε ὁ μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αὐτὸ συνέβαινε πρὶν ἀπ’ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὄχι ἐπειδὴ μισοῦσε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἐπιδείκνυε ἀδιαφορία καὶ ἀχαριστία. Καὶ τώρα, ἡ ἀλλαγὴ δὲν ἔγινε ἐξ αἰτίας ἀνθρωπίνων κατορθωμάτων ἢ ἀλλαγῆς στάσης καὶ συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀπροσμέτρητης ἀγάπης καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Θεοῦ. ὉἸωάννης ὁ Χρυσόστομος προσθέτει: “Τώρα στὴν Ἀνάληψη, ἐμεῖς ποὺ δὲν ἤμασταν ἄξιοι νὰ κατοικοῦμε στὸν παράδεισο, (…) ἐμεῖς οἱἀνάξιοι, ἀνεβαίνουμε στὸν οὐρανό. Τὰ χερουβίμ, παλαιά, φυλάγαν τον παράδεισο γιὰ νὰ μὴν μποῦμε ξανὰ καὶ τώρα ἐμεῖς τὰὑπερβαίνουμε. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἔτυχε τιμῆς ποὺ δὲν ἔτυχε ἡ φύση τῶν ἀγγέλων. Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος. Δὲν ἔγινε ἄγγελος. Ἑνώθηκε μόνο μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καὶ οἱ ἄγγελοι δὲν ζηλεύουν, ἀντίθετα χαίρονται, διότι χαρὰ τῶν ἀγγέλων εἶναι ἡ προκοπή μας καὶ πόνος τους ἡ ἐξαθλίωσή μας.”

Ο ΜΕΣΙΤΗΣ ΚΥΡΙΟΣ: Γιὰ τὴν ἀλλαγὴ αὐτὴ ὀφείλουμε εὐγνωμοσύνη στὸν Χριστό. Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, κι ὄχι κάποιος ἄγγελος, ἔγινε μεσίτης. Ὁ Θεὸς ἦταν ὀργισμένος μέ μας καὶ ἐμεῖς τὸν μισούσαμε. Καὶ μᾶς συμφιλίωσε ὁ Υἱός Του. Μᾶς συμφιλίωσε δεχόμενος τὴν τιμωρία ποὺἔπρεπε νὰ ἐπιβάλει σέ μας. “Εξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπὲρ ἠμῶν κατάρα” (Γαλ. γ΄ 13). Δέχτηκε τὴν τιμωρία τοῦ οὐρανοῦ, δέχτηκε καὶ τὶς προσβολὲς τῶν ἀνθρώπων. “Οι ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ’ ἐμέ” (Ψάλμ. ΞΗ´10). Πολλὲς φορὲς μιλοῦμε γιὰ τὴ μεσιτεία τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων ξεχνώντας ὅτι μεσίτης πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἁγίους εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Αὐτὸς ὡς ἄνθρωπος συνεχῶς μεσιτεύει γιὰ μᾶς τοὺς ἐλεεινοὺς ἀδελφούς Του. Ὅπως ἀκριβῶς παίρνουμε κάτι ἀπὸ τὴ σοδειά μας καὶ τὸπροσφέρουμε στὸ Θεό, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε καὶ νὰ εὐλογήσει ὅλη τὴ σοδειά μας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ Χριστὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ προσέλαβε στὴ μήτρα τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας τὴν κάνει προσφορὰ στὸν Θεό, γιὰ νὰ εὐλογηθεῖ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἀκόμη προσθέτει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: “Ἐνῶ πλαστήκαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του, ὁ ἄνθρωπος δὲν πρόσεξε καὶὡμοιώθη τοῖς κτήνεσι. Τὸ νὰ σέρνεται ἕνα φίδι εἶναι φυσικό, τὸ νὰ σέρνεται, ὅμως, ἕνας ἀετὸς εἶναι ἐσχάτη κατάπτωση. Μερικὲς φορές, ὁ ἄνθρωπος γίνεται χειρότερος τῶν ζώων. Ἔτσι ὁ Ἠσαΐας λέγει, «ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον, καὶ ὄνος τὴν φάτνη τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραήλ, δέ, ἐμὲ οὐκ ἔγνω» (Ἠσ. α΄ 3) … Γιὰ νὰ μᾶς συνετίσει ὁ Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τὰ ἔντομα. «Πορεύθητι πρὸς τὸν μύρμηγκα, καὶ ζήλωσον τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ» (Παροιμ. ϛ΄6). Ἐμεῖς οἱ κατώτεροι τῶν ζώων, τὰ παιδιὰ τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν Ἀνάληψη τοῦΧριστοῦ γίναμε ἀνώτεροι καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους” (Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος)

,

Σχολιάστε

Η ΑΣΩΤΙΑ (Κων. Ἀθ. Οικονόμου)

σωτία 

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου
δασκάλου – συγγραφέα

.               Κυριακή τοῦ Ἀσώτου σήμερα καὶ ἂς δοῦμε λίγο τὶς μορφὲς τῆς ἀσωτίας μέχρι καὶ τὶς μέρες μας….

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ: Κατὰ τὸ Σόλωνα ὁ ἀπότομος πλουτισμὸς μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀσωτία: “Ἡ χόρταση γεννᾶ τὴν ὕβριν, ὅταν πολλὰ πέσουν πλούτη, σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουνε τὸ νοῦ τους μετρημένο”. Καὶ ἀλλοῦ γενικεύει: “Ὁ πλοῦτος φέρνει τὸν κορεσμὸκαὶ ὁ κορεσμὸς τὴν ὕβριν”. Ὅπου ὕβρις ἐννοεῖται ἡ ἀλαζονία που γεννᾶται ἀπο την ἀσωτία μὲ κατάληξη τὴν πτώση. Σ’ αὐτὸ τὸσυλλογισμὸ συμφωνεῖ καὶ ὁ Πλούταρχος: “Οὐδέποτε ἀπορία (ἔλλειψη) χρημάτων ἐγέννησεν ἀσωτίαν”. Κατὰ τὸν Πλάτωνα: “Ἡ ζωὴ ποὺ ἔχει στὸ μερτικό της τὴν ἐγκράτεια, εἶναι πιὸ εὐχάριστη ἀπὸ ἐκείνη ὅπου βρίσκονται ἡ ἀσωτία”.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΡΟΥ: «Ἄσωτος» εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ ἔκλυτη ζωή, ὁ διεφθαρμένος, αὐτὸς ποὺ σπαταλᾶ χρήματα γιὰ νὰ ζήσει μιὰ τέτοια ζωή, αὐτὸς ποὺ φέρνει συμφορὰ στὸν ἑαυτόν του, στὴν οἰκογένειά του καὶ στὴν εὐρύτερη κοινωνία. Τελικὰ ὁ«ἄσωτος» εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας, αὐτὸς ποὺ θὰ φτάσει τελικα σὲ ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωση. Ἔτσι ἡ ἀσωτία ἐκφράζεται ὡς ὑπερβολικὴ στροφὴ πρὸς τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις, ποὺ τὴν συνοδεύει ἡ σπατάλη. Πολλὲς φορὲς συμβαίνει νὰ ἔχουμε ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ’ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου καὶ πάλι νὰ μὴ εἴμαστε εὐχαριστημένοι, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς τοῦ Εὐαγγελίου.

Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ: Στὸ πρόσωπο τοῦ ἀσώτου τῆς σημερινῆς Παραβολῆς ἀναγνωρίζουμε τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ μὲ τὴν ἁμαρτίαἀποκόπτεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐνοχλεῖ καὶ πιέζει τὸν ἄσωτο. Νομίζει ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ κάνει τὴ ζωὴ μονότονη καὶκουραστική. Ἔτσι προσπαθεῖ νὰ βγάλει ἀπὸ τὴν σκέψη του τὸν Θεὸν ἐξορίζοντας τὸν ἀπὸ τὴν καρδιά του. Βλέπει τὴν ἐλευθερία ὡς ἀσυδοσία. Ὁ ἄσωτος λησμονεῖ ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία συνδέεται μὲ τὸ δεσμὸ τῆς ἀγάπης. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν ἐμπιστεύεται τὸν Θεό, οὔτε τὴν οἰκογένειά του. Ἐμπιστεύεται τὶς δικές του δυνάμεις. Ἡ αὐτονομία κι ἡ αὐτάρκεια τοῦ ἐκφράζουν καὶ ἀλαζονεία, τὴν πηγὴκάθε ἁμαρτίας. Ὁ ἄσωτος ἐπιλέγει μία νέα “προοπτικὴ” ποὺ τὸν ὁδηγεῖ σε στέρηση καὶ μοναξιά. Τελικὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν οἰκογένεια του γίνεται καὶ ἄσημος. Τότε ἀρχίζει νὰ συναισθάνεται τὴν προσωπική του ἐνοχή, παραδεχόμενος τὴν ἀποτυχία τῆς ἐπιλογῆς του. Ἡ παραδοχὴ εἶναι σημαντικὴ γιατί μπορεῖ νὰ φθάσει κανεὶς στὴ συνειδητοποιήση, ἀλλὰ ὁ ἐγωισμὸς νὰ μὴ τὸν ἀφήνει νὰπροχωρήσει σὲ παραδοχὴ ἐνοχῆς. Ὁ ἄσωτος παραδέχεται τὴν ἐνοχή του καὶ ἡ στροφή του πρὸς τὴν μετάνοια ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ἐπιλογὴ μίας νέας προοπτικῆς. Ἡ ἐπιλογὴ θεμελιώνεται στὴ παραδοχὴ τῆς ἀναξιότητάς του. Γι’ αὐτὸ καὶ ζητεῖ νὰ γίνει ἰσότιμος μὲ ὑπηρέτη τοῦ πατέρα του. Ὁ ἄσωτος μετανοεῖ πραγματικά, γιατί δὲν ζητᾶ νὰ γίνει πάλι υἱὸς ἀλλὰ δοῦλος, ἐπειδὴ ἡ πλήρης συναίσθηση τῆς ἐνοχῆς τοῦ τὸν κάνει ταπεινό. Ὁ ἄσωτος γύρισε στὸ σπίτι τοῦ πατέρα του, ὅταν «ἦλθε εἰς ἑαυτόν», ἐπειδὴ εἶχε καλὲς κι ἄριστες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ σπίτι του. Θυμήθηκε στὴν ἐρημιά του τὴν ἀγάπη καὶ τὶς θυσίες τοῦ πατέρα καὶ γύρισε νὰ τὶς ξαναζήσει. Ἂν εἶχε κακὲς ἀναμνήσεις δὲν θὰ γύριζε. Ὅσοι ἔχουμε τὴν εὐθύνη τῆς δημιουργίας περιβάλλοντος, στὴν οἰκογένεια, στὴν κοινωνία, στὴν Ἐκκλησία, στὸ Σχολεῖο πρέπει νὰ προσέξουμε. Τὸ περιβάλλον, ποὺ δημιουργοῦμε, πρέπει νὰ ἔχει τέτοια μορφὴ ποὺ νὰ κάνει καὶ τὸν ἄσωτο τῆς ἐποχῆς μόλις «ἔλθη εἰς ἑαυτόν», νὰ τὸ θυμᾶται καὶ νὰ ξαναγυρίζει στὸ σπίτι του γιὰ νὰ βρεῖ στοργή. Πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἔχουν τὴ τάση νὰ συμπεριφέρονται ὡς ἀμετανόητοι ἄσωτοι. Ἀλλὰ μακρυὰ ἀπὸ τὴν μετάνοια, ἀκολουθοῦν δρόμο καταστροφῆς, τῆς ἀπώλειας, τοῦ Ἰούδα. Ἡ ἀμετανοησία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται ὡς ἄρνηση στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ γιὰ σωτηρία,ἀποτελεῖ κατὰ τοὺς Πατέρες τὸ περιεχόμενο τῆς βλασφημίας κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΣ ΤΗΣ “ΑΣΩΤΙΑΣ”: Μὲ βάση τὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἀμετανόητου ἀσώτου ἀνθρώπου μποροῦμε νὰ μιλήσουμε καὶ γιὰ τὴν ἀσωτία τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν ἄδικη κατανομὴ τῆς παγκόσμιας παραγωγῆς ἀγαθῶν. Τὸ 5% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς νέμεται τὸ 95% τῆς παγκόσμιας παραγωγῆς. Ἡ ἀδικία αὐτὴ ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καὶ ὀξύμωρο σχῆμα, γιατί τὸ τὸ 5% τοῦ πληθυσμοῦσυμβαίνει νὰ εἶναι σχεδὸν ὅλοι χριστιανοί. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σύγχρονης “χριστιανικής” ἀσωτίας, εἶναι: To ἕνα τρίτο τῶν παιδιῶν τῆς Ἀφρικῆς ὑποσιτίζονται. Ἀκόμη ἐτησίως: “13 ἑκατομμύρια παιδιὰ πεθαίνουν στὶς ἀναπτυσσόμενες χῶρες, ἀπὸ ἀφυδάτωση, λιμό, κ.ἄ, στερούμενα ἀγαθῶν ποὺ ἔχουν τὰ παιδιὰ τῶν χριστιανῶν. 300.000 παιδιὰ τυφλώνονται ἀπὸ ἔλλειψη βιταμίνης Α. Στὴν Ἀσία 1.000.000 παιδιά, ἐκπορνεύονται ἀπὸ πλούσιους Εὐρωπαίους καὶ Ἀμερικανοὺς “χριστιανούς” τουρίστες. Γύρω στὰ 10.000.000 παιδιὰ ὑποφέρουν ἀπο aids λόγῳ ἀνευθυνότητας τῶν ἐνηλίκων. 10.000.000 παιδιὰ εἶναι ὀρφανά, ἐπειδὴ οἱ γονεῖς τους πεθαίνουν ἀπὸ φτώχεια καὶ ἀσθένειες, ἐνῶ 130.000.000 παιδιὰ δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ φοιτοῦν σὲ Σχολεῖο. Οἱ περισσότεροι θάνατοι τῶν παιδιῶν θὰ μποροῦσαν νὰ προληφθοῦν μὲ χορήγηση βασικῶν ἐμβολίων ποὺ κοστίζουν μόλις 15 εὐρὼ ἀνὰ παιδί. Τέλος στὸν Τρίτο κόσμο 1.5 δισεκατομμύρια ἄνθρωποι δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ γευθοῦν καθαρὸ νερὸ καὶ 2 δισεκατομμύρια δὲν ἔχουν πρόσβαση σὲ συστήματα ὑγιεινῆς.” (Γιούνισεφ). Ἡ ἀσωτία τῆς ἐποχῆς μας θὰ περιορισθεῖ μὲ τὴν μετάνοια τῶν ἀσώτων ἀνθρώπων τῆς κοινωνίας καὶτὴν ἰσοκατανομὴ τῶν ἀγαθῶν τῆς γῆς. Οἱ “πολιτισμένοι” τῆς Δύσης ἄνοιξαν τὶς χωματερές, ἀδειάζοντας τὸ γάλα στοὺς δρόμους καὶ πετώντας τοὺς καρποὺς τῆς παραγωγῆς τους σὲ σκουπιδότοπους. Ἡ ἀσωτία τῆς Δύσης δὲν εἶναι ἁπλῶς μία κοινωνικὴ ἀδικία σὲ βάρος συνανθρώπων μας, ποὺ στεροῦνται ὅσα οἱ ἄλλοι πετᾶνε καὶ κατασπαταλοῦν, εἶναι μία ἀσωτία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφὴ αὐτοὺς ποὺ ἀδικοῦνται. Ἡ ἀσωτία εἶναι ἡ ἁμαρτία σὲ ὅλες της τὶς μορφές. Εἶναι σκλαβιὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅποιος πιάστηκε στὸ δόκανό της ἔχει ἕναν ἄγριο καὶ βάρβαρο δυνάστη, ποὺ τὸν ἐξαναγκάζει νὰ κάνει ἀξιοκατάκριτα ἔργα. Ὁ δυνάστης αὐτὸς εἶναι ἀδίστακτος καὶ ἀνηλεὴς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος χάνοντας τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο φτάνει στὴν ἀσωτία.

ΑΣΩΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΓΝΩΣΗ: Χειρότερη συνέπεια εἶναι ἡ ἀπόγνωση. Εἶναι τὸ ἁμάρτημα ποὺ περιέχει ὅλα τὰ ἄλλα. Εἶναι καρπὸς ἀμετανοησίας. Ἡ παραδοχὴ τοῦ λάθους δρόμου ὁδηγεῖ στὴν ἀλλαγὴ ζωῆς καὶ στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἡ ἀμετανοησία ὅμως δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ συνέλθει καὶ ἡ ἀπόγνωση κλείνει κάθε δρόμο ἀληθινῆς ἐπιστροφῆς καὶ μετάνοιας. Ἀκόμα ὅμως καὶ στὴν ἔσχατη κατάπτωση ὑπάρχουν καὶ τότε περιπτώσεις ἐπιστροφῆς καὶ διόρθωσης. Αὐτὸ συμβαίνει ὅταν στὴν πικρή του μεταμέλεια ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐγκαταλείπει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀπόγνωση. Συνέρχεται καὶ ἀποφασίζει νὰ ἐπιστρέψει. Τότε ἀρχίζει ἡ πορεία του πρὸς τὴν σωτηρία. Μετάνοια εἶναι τὸ αἴσθημα τὴν ἀνακούφισης ποὺ νοιώθει ὁ ἄνθρωπος στὴν καρδιά του. Εἶναι νοσταλγία ἐπιστροφῆς, ἐλπίδα σωτηρίας.

“ΤΙΜΗΤΕΣ” ΑΣΩΤΙΑΣ: Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ “δίκαιοι”, ποὺ προβάλλουν τὸν ἑαυτό τους σὰν κριτὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Αὐτοὶ εἶναι ἀπάνθρωποι καὶ σκληροὶ ἀπέναντι στοὺς ἁμαρτωλούς. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὄντως δίκαιοι, πειθαρχικοὶ καὶ ἐργατικοί. Ἂν ὅμως τοὺς λείπει ἡ ἀγάπη, τότε ἡ πίστη τους μετατρέπεται σὲ ἄγριο καὶ ἀνεξέλεγκτο φανατισμὸ καὶ ἡ ἐλπίδα τους σὲ ψυχρὸ ὑπολογισμό. Ἡ ἐλεημοσύνη τους καταντᾶ ἁπλὴ ἐπίδειξη «πρὸς τὸ θεαθῆναι». Ὅλη ἡ ζωή τους εἶναι μία ὑποκρισία.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δωρίζεται καὶ γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅποιον θέλει νὰ τὴν δεχτεῖ. Περιμένει ὁ Θεὸς τὸ ἐλάχιστο τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου, τὴν μετάνοια. Καὶ τὴν ἀλλαγὴ τὴν δίνει ὁ ἴδιος, σὰν δώρο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγάπης Του γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸποὺ διεσώθη. Τὸ νὰ μὴν ὑπολογίζουμε τόσο στὰ ἀσήμαντα δικά μας ἔργα ἀλλὰ στὴν ἄπειρη χάρη καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς ὁδηγεῖ στὸΘεό, ὅπου ὑπάρχει γιὰ ὅλους σωτηρία, χαρὰ καὶ εὐφροσύνη.

 

,

Σχολιάστε

H ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ (Κων. Οἰκονόμου)

ποκρισία
[Ὅταν τὸ “φαίνεσθαι” γίνεται σημαντικότερο τοῦ “εἶναι”]

τοῦ Κων/νου Οἰκονόμου
 δασκάλου -συγγραφέα

Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου σήμερα καὶ μὲ τὸ ἀντίστοιχο Εὐαγγέλιο εἰσερχόμαστε στὴν κατανυκτικὴ περίοδο τοῦΤριωδίου. Μία ἀπὸ τὶς δύο φιγοῦρες τῆς σημερινῆς Παραβολῆς τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ Φαρισαῖος. Μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων τὸ ὄνομα φαρισαῖος κατέστη συνώνυμο τῆς λέξης ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ. Ἂς δοῦμε λίγο τὸ θέμα ὑποκρισία, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πάθη.

ΟΡΙΣΜΟΣ: Ὑποκρισία εἶναι ἡ ἐπιτηδευμένη ἀπόκρυψη αἰσθημάτων καὶ σκέψεων. Οἱ ὄροι, ὑποκριτὴς καὶ ὑπόκριση, προερχόμενοι ἀπὸ τὸἀρχαῖο ἑλληνικὸ θέατρο, δηλώνουν τὸν ἠθοποιὸ καὶ τὴν ἐπὶ σκηνῆς τέχνη του, ἀντίστοιχα. Ὅταν χρησιμοποιῶ ἠθοποιϊα στὶς σχέσεις μου μὲ συνανθρώπους, εἶμαι ὑποκριτής. Ἡ ὑποκρισία, εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς γνησιότητας καὶ τῆς εἰλικρίνειας. Ἕνας ἄνθρωπος πέφτει στὴν ὑποκρισία προσπαθώντας νὰ διατηρήσει καλὴ ἐξωτερικὴ εἰκόνα, χωρὶς νὰ φροντίζει ὥστε καὶ ἐσωτερικὰ νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ καλὸς ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ δείχνει.

Η ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ ΣΟΦΙΑ: Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες οὐδέποτε ἐκτιμοῦσαν τὴν ὑποκρισία. Ὁ σοφιστὴς Γοργίας ἔλεγε: “Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει ὄχι νὰ φαίνεται καλός, ἀλλὰ νὰ εἶναι πράγματι.”, ἐνῶ ὁ Δημόκριτος τόνιζε: “Πολλοὶ δρῶντες τὰ αἴσχιστα λόγους ἀρίστους ἀσκέουσιν (λένε)”. Ο φιλόσοφος Λὰ Μπριγιὲρ ἔλεγε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τοὺς ἀνθρώπους. Κι αὐτὸ γιατί “τὶς ἀρετὲς συνήθως σκεπάζει τὸ πέπλο τῆς σεμνότητας, ἐνῶ τὰ ἐλαττώματα φορᾶνε τὴ μάσκα τῆς ὑποκρισίας”. Ὁ Λούθηρος ἔγραψε εὔστοχα: “Ἡ ὑποκρισία εἶναι ὁ σεβασμός, ποὺ προσφέρει ἡ κακία στὴν ἀρετή.” Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῶν ὑποκριτῶν εἶναι ἡ ἐπίδειξη. Ὅ,τι κάνουν γίνεται πρὸς τὸ “θεαθῆναι”, γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἐπίδειξη στὸν κοινωνικὸ βίο πηγάζει ἀπὸ τὴν ὑποκρισία. Εἶδος ὑποκρισίας εἶναι καὶ ἡψευτοειλικρίνεια ποὺ περιγράφει ὁ Οὐγκώ: “Ὁμολογοῦμε τὰ μικρά μας ἐλαττώματα, μόνο γιὰ νὰ πείσουμε ὅτι δὲν … ἔχουμε μεγάλα!”. ὉὌργουελ στηλιτεύοντας τὸν “ἀνθρωπισμὸ” ἔλεγε: “Ἕνας ἀνθρωπιστὴς εἶναι πάντα ἕνας ὑποκριτής”. Συχνὰ παρατηροῦμε πὼς ὁἀνθρώπινος χαρακτήρα, ποὺ ἡ κοινωνία ὀνομάζει εὐχάριστο, συνίσταται ἀπὸ εὐγένεια καὶ ὑποκρισία. Ὁ λαὸς συνηθίζει νὰ λέει: “Δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμο δὲν ἐκράτεις.” καί: “Στὴ γειτονιὰ τριαντάφυλλο καὶ μὲς στὸ σπίτι ἀγκάθι”, ὑπονοώντας τὸν ὑποκριτὴτῆς “διπλανῆς”, ἂν ὄχι τῆς δικῆς μας, πόρτας. Ἡ φύση μᾶς παραδειγματίζει μὲ τὴν παντελῆ ἀπουσία ὑποκρισίας. Ἐνῶ τὰ ζῶα, ἀγνοώντας τὴν ὑποκρισία, ἔχουν ἕνα ἀναγκαῖο, ἐξωτερικὸ καμουφλάζ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἕνα ἐπικίνδυνο ἐσωτερικὸ καμουφλὰζ ποὺ λέγεται ὑποκρισία.

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ: Θεραπεία τῆς ὑποκρισίας, γιὰ τοὺς ψυχολόγους, δὲν εἶναι τὸ νὰ “ἀφεθοῦμε” στὶς παρορμήσεις, ὅσο τὸ νὰ ἐσωτερικεύσουμε τὴν προσπάθεια καλλιέργειάς μας, φροντίζοντας ὥστε ἡ καλοσύνη, ἡ εὐγένεια, νὰ γίνουν καταστάσεις τοῦ ψυχικοῦ κόσμου, ὄχι προσωπεῖα ἐντυπωσιασμοῦ. Γιὰ νὰ κατορθωθεῖ αὐτό, πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ ἀξία μας κρίνεται μόνο ἀπὸτὴν μαρτυρία τῆς συνείδησής μας. Πρέπει νὰ στοχεύουμε στὴν ἐσωτερικὴ καλλιέργεια, χωρὶς νὰ σκοτώνουμε τὸν πολύτιμο χρόνο μας στὸ φτιασίδωμα ἀνώφελων “προσωπίδων συμπεριφορᾶς”. Βεβαίως, συχνὰ χρειάζεται νὰ κάνουμε κάποια τυπικὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, ὅπως νὰ καλημερίσουμε ἢ νὰ καλέσουμε κάποιον στὸ σπίτι μας, χωρὶς κατὰ βάθος νὰ τὸ ἐπιθυμοῦμε τὴν ὥρα ποὺ τὸ κάνουμε. Αὐτά, κατὰ τοὺς κοινωνιολόγους-ψυχολόγους, δὲ συνιστοῦν ὑποκρισία, ἂν στόχος μας εἶναι νὰ ξυπνήσουμε ἔτσι τὴν ἐσωτερική μας διάθεση. Ἂν καταφέρουμε πράγματι νὰ εἴμαστε καλοί, εὐγενεῖς καὶ διαπνεόμενοι ἀπὸ ἀγάπη, αὐτὸ θὰ γίνει φανερὸ καὶ στοὺς ἄλλους. Ἡἐσωτερική μας ἀκτινοβολία θὰ φωτίζει τὸ πρόσωπό μας καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἄλλων.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Ὁ Κύριος συχνὰ χαρακτήριζε τοὺς Φαρισαίους ὑποκριτὲς χρησιμοποιώντας τους στὸ κήρυγμά του ὡς πρὸς ἀποφυγὴ παράδειγμα. Ο Ἰησοῦς, ἐνῶ ὁμιλοῦσε μὲ τρόπο ἤρεμο καὶ ἐπιεικῆ, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, μιλάει καυστικὰ καὶἀνελέητα, ὅταν συναντάει τὴν ὑποκρισία τῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν τῆς ἐποχῆς του. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνει τὰ οὐαί, μὲ τὰ ὁποῖα ξεγυμνώνει τὴν ὑποκριτικὴ συμπεριφορά τους: “οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. (…) πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, (…) Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρᾷπροσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα. Οὐαὶ ὑμῖν (…), ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν.” (Μτθ. κγ΄2-14). Ἡ φαρισαΪκὴ ὑποκρισία συνίστατο στὸ ὅτι παρέβλεπαν τὶς σπουδαιότερες διατάξεις τοῦ νόμου, ἐνῶ δὲν παρέλείπαν νὰ καταβάλουν στὸ Ναὸ τὸ ἕνα δέκατο, ὄχι μόνο ὅλων τῶν καρπῶν, ὅπως προβλέπει ὁ Νόμος, ἀλλὰ ἐπεξέτειναν αὐτὸ καὶ στὰ εὐτελέστερα προϊόντα (δυόσμος, ἄνηθο, κύμινο), πράγμα ποὺ δὲν κοστίζει. Ὁ Ἰησοῦς τοὺς κατηγορεῖ, γιατί δίνουν προτεραιότητα στὰ δευτερεύοντα,παραμελώντας τὰ «βαρύτερα τοῦ Νόμου», τὴν κρίση, τὸ ἔλεος, τὴν πίστη. Ὁ Ἰησοῦς δὲν παραθεωρεῖ τὶς νομικὲς διατάξεις, ἀλλὰ καταγγέλλει τὴν διαστρέβλωση, ὅπου τὰἀσήμαντα γίνονται πρωτεύοντα, ἐνῶ περιθωριοποιοῦνται βασικὲς διατάξεις τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀντιστροφὴ αὐτὴ εἶναι ὑποκρισία, γιατί μὲτὴν εὔκολη τήρηση δευτερευουσῶν διατάξεων δημιουργεῖται εὐσεβιστικὸ προσωπεῖο σὲ δυσαρμονία μὲ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ «ὑποκριταί», ἔνας χαρακτηρισμὸς ἐπιτυχής, ποὺ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν χαρακτηριζόμενο, ὥστε στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων τὸ “ὑποκριτής” νὰ ἀποβεῖ συνώνυμο τοῦ «Φαρισαῖος».
Χαρακτηριστικότερο δεῖγμα τοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου κατὰ τῆς ὑποκρισίας ἀποτελεῖ ἡ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ Τελώνη καὶ τοῦΦαρισαίου. Ἡ σχετικὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη τῆς κατανυκτικότερης περιόδου μετανοίας, αὐτῆς τοῦ Τριωδίου. Ἡ θέσπιση τῆς ἀνάγνωσης αὐτῆς τῆς περικοπῆς μᾶς δείχνει ἀπὸ ποῦ μποροῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν αὐτοέλεγχό μας. Κατά τὴν Κλίμακα τοῦ ὁσ. Ἰωάννου Σιναΐτου, ἡ ὑποκρισία: “μία κατάσταση ὅπου τὸ σῶμα, οἱ ἐξωτερικὲς δηλαδὴ ἐκδηλώσεις, βρίσκεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ψυχή” (24.20), καταλαμβάνει τὰ πάντα. Ἄλλα λέει κάποιος καὶ ἄλλα πραγματοποιεῖ, μὲ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τοὺς πολιτικούς. Αὐτὸ ἐνοχλεῖ ἰδιαίτερα τοὺς νέους, ποὺ ἀναζητοῦν τὸ γνήσιο καὶ τὸ ἀληθινό. Ἀκόμη καὶ στὴν Ἐκκλησία, ὕφος καὶ ἦθος εἶναι κάποτε ἀπαράδεκτο σκανδαλίζοντας τοὺς πιστούς. Ἡ ἐπικέντρωση, ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς ταγοὺς σὲ θέματα τυπολατρείας καὶ ὄχι οὐσίας, “ἐπιφάνειας καὶ ὄχι πνεύματος” (Μωυσῆς Ἁγιορ.), φανερώνει πνευματικὴ ἀσθένεια. Τὸ ὀρθόδοξο ἦθος βασίζεται σὲ ἄσκηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ φυλάττει ἀκέραια τὴν ὀρθὴ πίστη, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο “θεραπεύεται” ἀπὸ ἐναρέτους μυσταγωγοὺς γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ὄχι ἀπὸ ὑποκριτές δικαστές. Πολλοὶ σήμερα ὑποκρινόμαστε θεοσέβεια, ποὺ ὑποκρύπτει ἀπιστία καὶ ψεῦδος, γιατί «ἡ υποκρισία εἶναι μητέρα καὶ αἰτία τοῦ ψεύδους». (Ἰωάννης Σιναΐτης), ἀκόμη καὶ μίσος: “Ἡ ὑπόκρισις εἶναι καρπὸς τοῦ φθόνου.” (Μέγας Βασίλειος). Ἡ προαίρεση, ἄλλωστε, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Θεὸ ἢ στὸν δαίμονα. Ὁ Φαρισαῖος προσευχόμενος ἐπαίρεται. Ὁ Τελώνης στὸ ναὸ ταπεινώνεται εἰλικρινά. Ἡ φαρισαϊκὴ θρησκευτικότητα ἦταν σαφῶς ὑποκριτική. Διέβαλλαν τὸν Χριστό, γιατί τοὺς χάλαγε σχέδια καὶ προγράμματα. Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο πράος, φτωχός, ταπεινός, ἔξω ἀπὸ τὴν φαρισαϊκὴ “κάστα”, γι’ αὐτὸ οἱ Φαρισαῖοι τὸν μισοῦσαν. Ὁ Χριστὸς ἐνανθρώπησε, γιὰ νὰ διακονήσει πονεμένους, νὰ θεραπεύσει ἀσθενεῖς, νὰ ὁδηγήσει σὲ μετάνοια ἁμαρτωλούς, νὰ σώσει ὅλους ὅσους θέλουν. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι ὁ χῶρος τῆς θείας χάριτος, τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς σωτηρίας. Ἀντίθετα, ἡ ὑποκρισία μολύνει κάθε καλὴ πράξη. Ἡ ὑποκρισία εὐχαριστεῖ τὴ φιλαυτία, τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιλαρέσκεια .

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἀπὸ τὴ θεατρικὴ σκηνὴ στὴ σκηνὴ τῆς καθημερινότητας ἡ ὑποκρισία κυριαρχεῖ. Ἐπίζηλη θέση-ρόλο στὴν κοινωνία-θέατρο κατέχουν ἄνθρωποι ποὺ ξεγελοῦν τοὺς διπλανούς τους καὶ συχνὰ καὶ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ὑποκριτής, νομίζοντας ὅτι ἐξυπηρετεῖκαλύτερα τὶς κοινωνικές του σχέσεις, στὴν πραγματικότητα βρίσκεται ἀπομονωμένος ἐντὸς τειχῶν, ποὺ ὁ ἴδιος ἔκτισε. Ἡ ὀχύρωση στὰτείχη τῆς ὑποκρισίας-ἀτομισμοῦ, ἀποτελεῖ ἀντικοινωνικὴ-αὐτιστικὴ στάση. Εἶναι ἐπιτυχία δαιμονικῶν δυνάμεων ποὺ κρύβονται μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὅλα τοῦτα, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀρέσκεται στὴν προσωπικότητά του καὶ προσπαθεῖ νὰ τῆς φορέσει “ψιμμίθια”, ἀνύπαρκτες ἀρετὲς καὶ φανταστικὲς ἱκανότητες. Δυνατότητα ἀνάπλασης τοῦ ἀνθρώπου προσφέρεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ κατακτιέται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ πτώση τῶν τειχῶν τῆς ὑποκρισίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν προσέγγιση τῶν “εἰκόνων” τοῦ Θεοῦ μεταξύ τους, θὰ ἀποτελέσει νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καὶ τοῦ ἀθέου οὑμανισμοῦ.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε