Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ -2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
(Ἰωάν. α΄ 43-51)
[B´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 101-126

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ OΡΘΟΔΟΞΙΑΣ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.             «Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰωάν. α΄ 47). Ὁ Ναθαναὴλ εἶπε στὸν Φίλιππο: Εἶναι δυνατὸ νὰ προκύψει κάτι καλὸ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ; Κι ὁ Φίλιππος τοῦ ἀπάντησε: Ἔλα καὶ θὰ δεῖς.
.             Ἡ ἐρώτηση τοῦ Ναθαναὴλ δὲν πρέπει νὰ κατανοηθεῖ σὰν κακεντρεχὴς παρατήρηση ποὺ βγαίνει ἀπὸ σκληρὴ καὶ κακόβουλη καρδιά. Ἦταν μᾶλλον τὸ ἐνδιαφέρον μίας εἰλικρινοῦς καρδιᾶς γιὰ τὸ φίλο του, ὥστε νὰ μὴ πέσει θύμα ἀπάτης. Ἡ Σάρα γέλασε, ὅταν ὁ Θεὸς τῆς ἀποκάλυψε πώς, στὴν προχωρημένη ἡλικία της, θὰ γεννοῦσε γιὸ (βλ. Γέν. ιη΄ 12). Ἐδῶ πρόκειται γιὰ χαρά, ποὺ ἁπλὰ περιμένει ἐπιβεβαίωση μὲ τὴν ἐρώτηση. Ὁ Ναθαναὴλ δὲν εἶχε ἀκούσει ποτὲ στὴ ζωή του τόσο χαρούμενες εἰδήσεις, σὰν κι αὐτὲς ποὺ τοῦ ἔφερε ὁ Φίλιππος. Ἀλλὰ ὅπως κάθε χαρὰ σκιάζεται καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία, ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸ Ναθαναήλ. Ἡ χαρὰ τοῦ Ναθαναὴλ μετριάστηκε λίγο στὸ ἄκουσμα τῆς λέξης «Ναζαρέτ». Οἱ προφῆτες δὲν ἔγραψαν πῶς ὁ Μεσσίας θὰ γεννηθεῖ στὴ Βηθλεέμ; Γενεὲς γενεῶν δὲν περίμεναν νὰ δοῦν μὲ ἀνυπομονησία στὴν πόλη τοῦ Δαβὶδ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία καὶ Βασιλιά; Ἴσως ὁ Φίλιππος νὰ κάνει λάθος.
.             Ὁ Φίλιππος δὲν θέλει νὰ προχωρήσει ὁ ἴδιος σὲ ἐξηγήσεις καὶ ἀποδείξεις. Δὲν θέλει νὰ δώσει ὁ ἴδιος ἀπάντηση στὸ σχόλιο τοῦ Ναθαναήλ. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ εἶπε ἁπλά: Ἔρχου καὶ ἴδε. Ἔλα καὶ θὰ δεῖς μόνος σου. Πόσο θριαμβευτικὰ ἠχοῦν τὰ λόγια αὐτά: Ἔρχου καὶ ἴδε. Ἔλα, Ναθαναήλ, καὶ θὰ δεῖς. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σοῦ ἀποδείξω αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω, ἡ παρουσία Του ὅμως εἶναι ἡ καλλίτερη ἀπόδειξη. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σοῦ δώσω ἀπάντηση σ’ αὐτὴν ἢ σὲ κάποια ἄλλη ἐρώτηση ἢ ἀπορία ποὺ ἴσως ἔχεις, ἡ παρουσία Του ὅμως εἶναι ἀπάντηση, στὴν ὁποία δὲν μπορεῖς ν’ ἀντισταθεῖς. Ἐσύ, ἔλα ἁπλὰ μαζί μου. Ἔρχου καὶ ἴδε. Ὁ Ναθαναὴλ συμφώνησε καὶ ξεκίνησαν μαζὶ μὲ τὸ Φίλιππο γιὰ συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ.
.             «Εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι» (Ἰωάν. α΄ 48). Ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὸν Ναθαναὴλ νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε: ὁρίστε, αὐτὸς εἶναι γνήσιος Ἰσραηλίτης, ποὺ δὲν ἔχει μέσα του δόλο καὶ πονηριά.
.             Τί μέγιστος ἔπαινος! Κι ἀπὸ τί χείλη! Τί σημαίνει τώρα ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι; Αὐτὸ δηλώνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι γεμάτος μὲ τὸ ἀντίθετο τοῦ δόλου καὶ τῆς πονηριᾶς, δηλαδὴ μὲ τὸν Θεό. Ἄνθρωπο μὲ τὶς σκέψεις τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὸν Θεό, τὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, τὴν προσδοκία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει παραδοθεῖ στὸν ἕνα Κύριο καὶ Δημιουργὸ – τὸν Θεό. Δὲν ἀναγνωρίζει κανέναν ἄλλο. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ «τὰ πνευματικά τῆς πονηρίας» (Ἐφεσ. ϛ΄ 12) δὲν βρίσκουν τρόπο νὰ μποῦν καὶ νὰ ριζώσουν μέσα του.
.             Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Ναθαναήλ, πὼς εἶναι ἀληθινὸς Ἰσραηλίτης, εἶναι ταυτόχρονα καὶ μία παρατήρηση γιὰ ἕνα θλιβερὸ γεγονός, πὼς ἀληθινοὶ Ἰσραηλίτες ἔχουν ἀπομείνει πολὺ λίγοι. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀναφώνησε μὲ χαρά, ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης! Ἐδῶ ἔχουμε ἕναν ἀληθινὸ ἄνθρωπο ἀνάμεσα σὲ ἄλλους, πονηροὺς καὶ δόλιους. Ἐδῶ ἔχουμε κάποιον ποὺ Ἰσραηλίτης δὲν εἶναι μόνον κατ’ ὄνομα, ἀλλ’ ἀληθινός. Μ’ ὅλο ποὺ ὁ Κύριος μποροῦσε νὰ διακρίνει ἀπὸ μακριὰ τὶς ἀμφιβολίες ποὺ διατύπωσε ὁ Ναθαναὴλ στὸν Φίλιππο γιὰ τὸν Κύριο, ὁ Κύριος ἐγκωμίασε τὸν Ναθαναήλ, τὸν ὀνόμασε ἀληθινὸ Ἰσραηλίτη, ἄδολο κι ἀπονήρευτο.
.                 Μήπως ὁ Κύριος ἐγκωμίασε τὸν Ναθαναήλ, γιὰ νὰ τὸν προσελκύσει κοντά Του; Ὄχι! Ἐκεῖνος ποὺ διαβάζει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων δὲν βασίζεται στὰ λόγια, μὰ στὴν καρδιὰ τὴν ἴδια. Δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε, οὔτε καὶ μποροῦμε νὰ γυρίσουμε στὶς σελίδες τοῦ εὐαγγελίου, γιὰ νὰ διαβάσουμε πῶς ὁ Ναθαναὴλ ἦταν ἄδολος κι ἀπονήρευτος ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος τὸ εἶδε στὴν καρδιά του, τὸ διάβασε ἐκεῖ. Οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπὸ τὸ Χριστό, ἴσως ξαφνιάστηκαν μὲ τὰ ἐγκωμιαστικὰ λόγια Του, Ἐκεῖνος ὅμως ἄφησε τὸ χρόνο ν’ ἀποκαλύψει στοὺς ἀποστόλους τὴν ἀλήθεια τοῦ ἐπαίνου Του.
.             Ὁ ἴδιος ὁ Ναθαναὴλ ξαφνιάστηκε μὲ τὸν ἔπαινο τοῦ Χριστοῦ «καὶ λέγει αὐτῷ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε». Ἀπὸ ποῦ μὲ γνωρίζεις; ρώτησε ὁ Ναθαναήλ. Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε: Προτοῦ σὲ φωνάξει ὁ Φίλιππος, ἐγὼ σὲ εἶδα ποὺ καθόσουν κάτω ἀπὸ τὴ συκιά, μ’ ὅλο ποὺ ἐκεῖ δὲν σ’ ἔβλεπε ἄλλο ἀνθρώπινο μάτι.
.              Προσέξτε τώρα πῶς ὁ Ναθαναὴλ ἀποδείχνεται ἀμέσως ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἄδολος. Ὁ δόλιος ἄνθρωπος ἀσχολεῖται μὲ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι ἀδιάφορος. Ὁ δόλιος ἄνθρωπος ἀρέσκεται στοὺς ἐπαίνους καὶ τὶς κολακεῖες. Ἂν ὁ Ναθαναὴλ ἦταν δόλιος, θὰ εἶχε μεθύσει ἀπὸ τὸν ἔπαινο τοῦ Χριστοῦ καὶ θ’ ἄρχιζε κι αὐτὸς νὰ τὸν ἐπαινεῖ, ἢ θ’ ἀποποιόταν τὸν ἔπαινο μὲ προφανῆ ταπεινολογία. Ὁ Ναθαναὴλ ὅμως ἐνδιαφερόταν γιὰ τὸν Χριστό, ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι, χωρὶς νὰ δείχνει ὅτι δέχεται ἢ ὅτι ἀπορρίπτει τὸν ἔπαινο, κάνει μία ἐρώτηση μὲ σκοπὸ νὰ μάθει τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Χριστό. Πόθεν μὲ γινώσκεις; Πρώτη φορὰ συναντιόμαστε στὴ ζωή μας. Ἂν μὲ εἶχες καλέσει μὲ τ’ ὄνομά μου, ἴσως νὰ εἶχα ξαφνιαστεῖ λιγότερο, γιατί ἕνα ὄνομα μπορεῖ πιὸ εὔκολα ν’ ἀναγνωριστεῖ. Ὅμως μὲ καταπλήσσει τὸ γεγονὸς ὅτι γνώρισες τόσο γρήγορα τὸ ὄνομα τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς συνείδησής μου – κάτι ποὺ εἶναι πολὺ καλὰ κρυμμένο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ποὺ τὸ φανερώνει κανεὶς πολὺ προσεχτικὰ καὶ μόνο στοὺς στενοὺς φίλους του. Πόθεν μὲ γινώσκεις;
.             Μὲ τὴν ἀπάντησή Του ὁ Κύριος τοῦ ἀποκάλυψε ἕνα δεύτερο, ἐξωτερικὸ καὶ ὁρατὸ μυστήριο. Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει τὰ μυστικὰ τῆς καρδιᾶς, εὔκολα μπορεῖ νὰ γνωρίζει καὶ τὰ ἐξωτερικά, τὰ σωματικὰ μυστικά. Αὐτὸς ποὺ βλέπει τὶς κινήσεις καὶ τὶς σκέψεις τοῦ νοῦ κι ἀκούει τοὺς μυστικοὺς ψιθύρους του μέσα στὸν ἄνθρωπο, μπορεῖ πολὺ εὐκολότερα νὰ δεῖ τὶς κινήσεις τοῦ σώματος καὶ ν’ ἀκούσει τὰ λόγια ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἄνθρωπου. Προτοῦ ὁ Φίλιππος πλησιάσει τὸ Ναθαναήλ, ὁ Κύριος τὸν εἶδε νὰ κάθεται κάτω ἀπὸ τὴ συκιά. Προτοῦ ὁ Φίλιππος ἀποφασίσει γιὰ νὰ πάει νὰ συναντήσει τὸ Ναθαναήλ, ὁ Κύριος εἶχε δεῖ κι εἶχε γνωρίσει τὴν καρδιά του. Μὲ τὴ δική Του πρόνοια ὁ Φίλιππος πῆγε στὸ Ναθαναὴλ καὶ τὸν κάλεσε νά ’ρθει καὶ νὰ δεῖ. Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ; Ὑπάρχει τρόπος νὰ κρυφτεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴ μεγάλη καὶ φοβερὴ παρουσία Του; Ὁ Ψαλμωδός, ἀναφερόμενος στὴ μέγιστη καὶ φοβερὴ αὐτὴ παρουσία, στρέφεται στὸν πάνσοφο Θεὸ καὶ λέει: «Σὺ ἔγνως τὴν καθέδραν μου καὶ τὴν ἔγερσίν μου, σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν… ὅτι οὐκ ἔστι δόλος ἐν γλώσσῃ μου. ἰδού, Κύριε, σὺ ἔγνως πάντα, τὰ ἔσχατα καὶ τὰ ἀρχαῖα· σὺ ἔπλασάς με καὶ ἔθηκας ἐπ᾽ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου… ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;» (Ψαλμ. ρλη΄ 2-7). Ἐσύ, Κύριε, ἀναφωνεῖ ὁ Ψαλμωδός, γνωρίζεις πότε κάθομαι καὶ πότε σηκώνομαι, Ἐσὺ γνωρίζεις τὶς σκέψεις μου πολὺ προτοῦ τὶς κάνω ἐγώ… Ἐσὺ γνωρίζεις πὼς εἶμαι εἰλικρινής, πὼς στὴ γλῶσσα μου δὲν ὑπάρχει δολιότητα. Ἐσύ, Κύριε, τὰ γνωρίζεις ὅλα, τόσο τὰ πρόσφατα ὅσο καὶ τὰ παλιά. Ἐσὺ μὲ ἔπλασες, Ἐσὺ ἔβαλες πάνω μου τὸ χέρι Σου… Ποῦ μπορῶ νὰ πάω καὶ νὰ ξεφύγω ἀπὸ Σένα; Πῶς μπορῶ νὰ κρυφτῶ ἀπὸ τὴν ἁπανταχοῦ παρουσία Σου;
.             Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ θαῦμα τῆς ἱστορίας σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὄχι μόνο γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, οὔτε καὶ γιὰ τὴν ἀνάστασή Του μόνο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀγαπητικὴ καὶ στοργικὴ παρουσία τοῦ πνεύματός Του. Ἦρθε στὴ γῆ, ἀλλὰ ταυτόχρονα βρισκόταν καὶ στὸν οὐρανό. Ἔβλεπε τοὺς ἀνθρώπους, μὰ τὴν ἴδια στιγμὴ παρατηροῦσε τὸ σατανᾶ νὰ πέφτει ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὅταν συναντιόταν μὲ ἀνθρώπους, ἔβλεπε τόσο τὸ παρελθὸν ὅσο καὶ τὸ μέλλον τους. Τὶς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων τὶς ἔβλεπε σὰν σὲ ἀνοιχτὸ βιβλίο. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι τὸν ἐγκωμίαζαν καὶ τὸν θαύμαζαν, Ἐκεῖνος μιλοῦσε στοὺς ἀποστόλους γιὰ τὸ πάθος Του. Τὴν ὥρα τοῦ πάθους Του, μιλοῦσε γιὰ τὴν ἐπικείμενη νίκη καὶ δόξα Του. Ἀτένιζε τὸ μαρμάρινο ναὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλ’ ἔβλεπε καὶ τὴν καταστροφή του. Συνομιλοῦσε μὲ τὸ Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, ὅπως μιλᾶμε μὲ τοὺς συγχρόνους μας. Ζοῦσε ἐγκλωβισμένος στὸ σῶμα Του, ἀλλ’ ἔβλεπε ὅλα ὅσα γίνονταν στὸν οὐρανό. Ἄκουγε τὴ συνομιλία ποὺ γινόταν ἀνάμεσα στὸν ἁμαρτωλὸ πλούσιο ἀπὸ τὴν κόλαση καὶ στὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ἔβλεπε ἀπὸ μακριὰ ποὺ ἦταν δεμένος ὁ γάϊδαρος καὶ τὸ πουλάρι του κι ἔστειλε τοὺς μαθητές Του νὰ τὰ φέρουν. Ἀπὸ μεγάλη ἀπόσταση εἶδε τὸν ἄνθρωπο στὴν πόλη κεράμιον ὕδατος βαστάζοντα, κι ἔστειλε τοὺς μαθητές Του νὰ τὸν συναντήσουν καὶ νὰ τοῦ δώσουν τὴν ἐντολὴ νὰ τοῦ ἑτοιμάσει τὸ Πάσχα. Ὁ χρόνος δὲν μποροῦσε νὰ βάλει παραπέτασμα στὴν πνευματική Του ὅραση. Ἔβλεπε ὅλα ὅσα εἶχαν γίνει κι ἐκεῖνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν, σὰ νὰ λάβαιναν χώρα μπροστὰ στὰ μάτια Του. Τὸ διάστημα κι ἡ ἀπόσταση δὲν ἦταν ἐμπόδια γι’ Αὐτόν. Ὅτι κι ἂν γινόταν, ὁπουδήποτε στὸν κόσμο, τὸ ἔβλεπε σὰ νὰ γινόταν μπροστὰ στὰ σωματικά Του μάτια. Ὁτιδήποτε γινόταν σὲ κλειστὸ χῶρο, τό ’βλεπε σὰν συμβὰν σὲ ἀνοιχτὸ μέρος. Ἀκόμα κι ἂν κάτι λάβαινε χώρα στὸ πιὸ ἀπομονωμένο μέρος, στὴν καρδιὰ τοῦ ἄνθρωπου, στὰ μάτια Του ἦταν ἀνοιχτό, ὁλοφάνερο.
.             Ἡ ἁπανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κι ἡ παντογνωσία Του δημιούργησαν σύγχυση στὸ Ναθαναήλ. Τὸ ἴδιο εἶχε γίνει καὶ μὲ τὸν Πέτρο, ὅταν μάζευε τὰ δίχτυα μὲ τὴν πλούσια ψαριὰ στὴ λίμνη, μὲ τοὺς ἄλλους μαθητές, ὅταν τὸν εἶδαν νὰ περπατάει πάνω στὰ κύματα κι ἔπειτα ὅταν γαλήνεψε τὸν ἄνεμο καὶ τὴν καταιγίδα. Ὁ Κύριος ποὺ γνώριζε τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ἤξερε ποιὰ ἀπὸ τὶς ὑπερφυσικὲς δυνάμεις Του θὰ ἐνεργοῦσε καλύτερα καὶ ἀποτελεσματικότερα στὸ συγκεκριμένο μαθητή. Ἂν ὁ Πέτρος θαύμαζε περισσότερο τὴν κυριαρχία Του στὴ φύση, ὁ Ναθαναήλ, ὅπως εἴδαμε, ἔμεινε ἔκπληκτος μὲ τὴ διόραση καὶ τὴν παντογνωσία Του. Ὁ Κύριος τὰ γνώριζε αὐτὰ καὶ χρησιμοποιοῦσε τὴν παντογνωσία Του στὴν ὑπηρεσία τῆς θεϊκῆς Του οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Φίλιππος ἴσως μποροῦσε νὰ τὸ διακρίνει αὐτὸ ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες τῆς μαθητείας του, γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε στὸ Ναθαναήλ, ἔρχου καὶ ἴδε. Ὁ Φίλιππος ἦταν σίγουρος πὼς ὁ πάνσοφος καὶ παντοδύναμος Κύριος θ’ ἀποκαλύπτονταν στὸ Ναθαναὴλ μὲ τὸν πιὸ κατάλληλο τρόπο, ποὺ ἅρμοζε στὸ χαρακτήρα καὶ τὴν ἰδιοσυγκρασία του. Εἶχε ἴσως κάποιο ἀμυδρὸ προαίσθημα ἐκείνου ποὺ ἀργότερα διαπίστωσε καθαρά. Κι αὐτὸ ἦταν τὰ θαυμαστὰ μυστήρια ποὺ κρύβονταν μέσα στὸ εὐαίσθητο ἀνθρώπινο στῆθος τοῦ Κυρίου Του. Καὶ πραγματικά, τὰ μυστήρια ποὺ ἦταν κρυμμένα στὸ στῆθος τοῦ Θεανθρώπου ἦταν εὐρύτερα ἀπὸ τὸν οὐρανό, μακρύτερα ἀπὸ τὸ χρόνο. Ἀποκάλυψε ὁ Χριστὸς ἔστω καὶ τὸ ἕνα χιλιοστὸ ἀπὸ τὶς δυνάμεις καὶ τὰ μυστήρια ποὺ ἦταν κρυμμένα μέσα Του; Σίγουρα ὄχι. Ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν μυστηρίων Του παρέμεινε μυστική, ἄγνωστη στὸν ἄνθρωπο, γιὰ ν’ ἀποκαλυφθεῖ στοὺς ἁγίους στὴν οὐράνια βασιλεία Του. Μέσα Του εἶχε τόση δύναμη, ὥστε δὲν χρειαζόταν νὰ καταβάλει καμιὰ προσπάθεια γιὰ νὰ κάνει θαύματα. Μᾶλλον συγκρατοῦνταν, γιὰ νὰ μὴν κάνει πάρα πολλά. Εἶπε, ἀποκάλυψε καὶ ἔκανε μόνο ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία μας, χωρὶς νὰ πιέσει ἢ ν’ ἀσκήσει κάποια δύναμη στὴ θέλησή μας. Ὅλα στηρίζονταν στὴν ἐλεύθερη βούληση κι ἀπόφασή μας.
.             Ἂς παρακολουθήσουμε ὅμως τὸν Ναθαναήλ, πῶς ἀπάντησε στὸν Κύριο: «ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ» (Ἰωάν. α΄ 50). Δάσκαλε, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιὸς τοῦ Θεοῦ, Ἐσὺ εἶσαι ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ. Κι αὐτὸ τὸ ὁμολόγησαν τὰ ἴδια χείλη ποὺ λίγο νωρίτερα εἶχαν πεῖ στὸ Φίλιππο: ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;
.             Τί θαυμαστὴ ἀλλοίωση! Τί ξαφνικὸ ξέσπασμα χαρᾶς! Ἄχ, ἀδελφοί μου! Πόσο μέγιστη, πόσο θαυμαστὴ εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ! Δὲν ὑπάρχουν λόγια νὰ τὸ περιγράψουν αὐτό, οὔτε χέρια νὰ τὸ ἀποτυπώσουν σὲ χαρτί. Μόνο καρδιὲς ὑπάρχουν ἱκανὲς γιὰ νὰ τὸ νιώσουν, νὰ εὐφρανθοῦν ὅπως ἡ πρωινὴ δροσιὰ στὴν πρώτη συνάντησή της μὲ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου. Δὲν εἶναι ἀρκετὸς καὶ πειστικὸς ὁ λόγος αὐτός, γιὰ νὰ ἐνανθρωπήσει ὁ Κύριος, νὰ φορέσει ἀνθρώπινη σάρκα καὶ νὰ παρουσιαστεῖ ὡς ἀδύναμος ἄνθρωπος, γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; Ποιός θὰ μποροῦσε ν’ ἀντέξει τὴν παρουσία Του, ἂν εἶχε ἐμφανιστεῖ ὡς πύρινος ἄγγελος; Ἢ ἀκόμα, ἂν εἶχε παρουσιαστεῖ ὡς Θεός, μὲ τὴν αἰώνια δύναμη καὶ δόξα Του, χωρὶς νὰ καλύπτεται μὲ ἀνθρώπινη σάρκα, ποιός θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀτενίσει καὶ νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ; Ποιός θὰ μποροῦσε ν’ ἀκούσει τὴ φωνή Του, χωρὶς νὰ μετατραπεῖ σὲ πηλό; Καὶ μόνο μὲ τὸ ἄγγιγμα τῆς ἀνάσας Του, ἡ γῆ ὁλόκληρη δὲν θὰ ἐξατμιζόταν; Δεῖτε μόνο τὴ δύναμη τῆς ἁπλῆς παρουσίας Του. Σὲ μία στιγμὴ ἡ καρδιὰ κι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλοιώνονται. Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ λίγες στιγμὲς πρὶν ἀπὸ τὴ συνομιλία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ναθαναήλ, πὼς ὁ τελευταῖος θὰ ὁμολογοῦσε ὅτι αὐτὸς ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἦταν Διδάσκαλος, Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ; Ἂν ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Ναθαναὴλ εἶχε σκεφτεῖ πὼς ὁ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ ἦταν κάποιος ἐπίγειος βασιλιάς, ὅπως ἦταν ἡ κοινὴ ἀντίληψη τότε γιὰ τὸ Μεσσία, τὸ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει ἀμέσως, ἡ ὁμολογία αὐτὴ γιὰ ἕναν ἀρχάριο ἦταν παραπάνω ἀπὸ ἀρκετή. Ὁ Ναθαναὴλ τὸν ἀποκάλεσε ἐπίσης Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ μ’ αὐτὸ τοποθέτησε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ πολὺ ψηλότερα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὸν ἤθελε ἡ κοινὴ ἀντίληψη, ὡς ἕνα συνηθισμένο ἐπίγειο βασιλιὰ στὸ θρόνο τοῦ Δαβίδ.
.            «Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει· καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾽ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεωγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. α΄ 51, 52). Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε: Ἐπειδή σοῦ εἶπα πῶς σὲ εἶδα νὰ κάθεσαι κάτω ἀπὸ τὴ συκιά, πιστεύεις; Θὰ δεῖς πολὺ περισσότερα ἀπ’ αὐτά. Καὶ στὴ συνέχεια εἶπε: Ἀλήθεια σᾶς λέω, πὼς ἀπὸ τώρα θὰ δεῖτε ν’ ἀνοίγει ὁ οὐρανὸς καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ν’ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸ γιὸ τοῦ ἀνθρώπου.
.             Ὁ Κύριος ἀποκάλυψε στὸν Ναθαναὴλ μόνο ἕνα μικρὸ μυστήριο γιὰ τὸν Ἑαυτό Του, μὲ τὸ νὰ τοῦ πεῖ πὼς τὸν εἶδε κάτω ἀπὸ τὴ συκιά. Αὐτὴ ἡ διόραση, ποὺ κάλυπτε μία πολὺ μικρὴ ἀπόσταση, εἶναι σὰν μία πολὺ μικρὴ ἀκτίνα σὲ σχέση μὲ τὸ πλούσιο φῶς τοῦ ἥλιου ποὺ ἁπλώνεται πάνω στὴ γῆ. Ὁ Ναθαναὴλ ποὺ εἶχε ἁγνὴ ψυχή, βρῆκε πὼς τὸ λίγο αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ πιστέψει. Οἱ ἀκάθαρτοι καὶ ἔνοχοι φαρισαῖοι καὶ γραμματεῖς εἶδαν τὸν Κύριο νὰ θεραπεύει λεπρούς, νὰ δίνει τὸ φῶς σὲ τυφλούς, ν’ ἀνασταίνει νεκρούς. Κι ὅμως, ὅλ’ αὐτὰ δὲν ἦταν ἱκανὰ νὰ τοὺς κάνουν νὰ πιστέψουν. Ὁ Ναθαναὴλ ὅμως ἦταν ἀληθινὸς Ἰσραηλίτης, γνήσιος. Καὶ μόλις εἶδε μία μικρὴ ἀκτίνα ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ δύναμή Του, ἀμέσως πίστεψε κι ὁμολόγησε. «Θὰ δεῖς πολὺ περισσότερα ἀπ’ αὐτά», τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος. Τί θά ’βλεπε; Ν’ ἀνοίγει ὁ οὐρανὸς κι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ν’ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸ γιὸ τοῦ ἄνθρωπου. Ὁ Κύριος τὰ εἶπε αὐτὰ στὸ Ναθαναήλ, μὰ ἡ ὑπόσχεσή Του ἰσχύει γιὰ ὅλους. «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν», εἶπε, ὄχι «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι». Καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει καμιὰ ἀμφιβολία πὼς θὰ τηρήσει τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴν τονίζει μὲ τὴν ἐπανάληψη τῆς λέξης ἀμήν. Ἀμὴν ἀμήν, δηλαδὴ «ἀλήθεια σᾶς λέω, σᾶς διαβεβαιῶ».

* * *

.             Οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ὑπηρετοῦσαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν Κύριο. Κατέβαιναν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἀνέβαιναν ξανά. Ἄγγελος ἐμφανίστηκε στὸ Ζαχαρία, γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει τὴ γέννηση τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ Χριστοῦ. Ἄγγελος ἐμφανίστηκε στὴν πάναγνη Παρθένο, γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλει τὸ μέγα μυστήριο τῆς γέννησης τοῦ Κυρίου. Οἱ οὐρανοὶ ἀνοίχτηκαν στοὺς ποιμένες τῆς Βηθλεὲμ κι οἱ ἄγγελοι κατέβαιναν κι αἰνοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ τὴν «ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Ἄγγελοι κατέβηκαν, γιὰ νὰ πληροφορήσουν καὶ νὰ καθοδηγήσουν τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοὺς μάγους τῆς ἀνατολῆς. Ὅταν ὁ Κύριος ἀντιμετώπισε τοὺς πειρασμοὺς τοῦ σατανᾶ στὴν ἔρημο, μετὰ κατέβηκαν ἄγγελοι καὶ τὸν διακονοῦσαν. Τὸν καιρὸ τοῦ πάθους, πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό Του, ἄγγελος τὸν ὑπηρετοῦσε καὶ τὸν ἐνίσχυε στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὅταν ἀναστήθηκε, ἄγγελοι κατέβηκαν στὸν τάφο Του. Στὴν ἀνάληψή Του ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, δύο ἄγγελοι ντυμένοι στὰ λευκὰ ἐμφανίστηκαν στοὺς ἀποστόλους. Μετὰ τὴν ἀνάληψή Του ἄγγελοι ἐμφανίζονταν στοὺς ἀποστόλους Του κι ἀργότερα σὲ πολλοὺς δίκαιους, ὁσίους καὶ μάρτυρες. Ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος δὲν εἶδε ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανούς; Δὲν ἀνέβηκε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὣς τὸν τρίτο οὐρανό; Στὸν ἀπόστολο κι εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη δὲν ἀποκαλύφτηκαν ἀμέτρητα θαυμαστὰ πράγματα, ποὺ ἀφοροῦν τόσο τὴν παροῦσα ζωὴ ὅσο καὶ τὴ μέλλουσα; Ἀκόμα καὶ στὶς μέρες μας, ἄγγελοι ἐμφανίζονται σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἁγνὴ καρδιά, ποὺ ἔχουν μέσα τους τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ μετανοοῦντες, ἀφοῦ συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες τους, εἶδαν ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανούς.
.             Ὦ, πόσες φορές, ἀμέτρητες ὣς τὰ σήμερα, δὲν ἐπαληθεύθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γιὰ τοὺς ἀνοιγμένους οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἀγγέλους ποὺ ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν! Ὁ Κύριος κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ δείξει στοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἀνοιγμένους οὐρανούς. Πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστὸ μόνο λίγοι προφῆτες κι ἄλλοι θεάρεστοι ἄνθρωποι ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανούς. Μετὰ τὴν ἔλευσή Του ὅμως ἀναδείχτηκε πλῆθος ὁλόκληρο ἀπὸ οὐρανοφάντορες, ποὺ μὲ τὴν πνευματική τους ὅραση ἔφταναν στὸν οὐρανὸ καὶ κατέβαιναν μαζὶ μὲ τὶς ἀγγελικές, τὶς οὐράνιες δυνάμεις.
.             Ὁ οὐρανὸς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀνοιχτὸς στοὺς ἀνθρώπους, οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ μόνοι τους εἶναι ἀποκλεισμένοι ἀπὸ τὸ οὐρανό. Αὐτοὶ κοιτάζουν, ἀλλὰ δὲν βλέπουν, ἀκοῦνε χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν (πρβλ. Ματθ. ιγ΄ 13). Ὁ Χριστὸς ἀποκατέστησε τὴν ὅραση ὄχι μόνο στοὺς λίγους ἐκείνους ἀνθρώπους ποὺ στεροῦνταν τὴ φυσικὴ ὅραση, ἀλλὰ σὲ ἑκατομμύρια ἄλλους ποὺ ἦταν πνευματικὰ τυφλοί. Κι οἱ τυφλοὶ εἶδαν τὸ φῶς τους κι εἶδαν καὶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνοιγμένους. Τί ἄλλο σημαίνουν οἱ ἀνοιγμένοι οὐρανοί, παρὰ τὴν παρουσία τοῦ ζῶντος Θεοῦ καὶ τῶν μυριάδων ἀγγέλων Του; Κι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ τί ἄλλο ἐμπνέει στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀκάθαρτους, ἐκτὸς ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο; Καὶ τί ἄλλο σημαίνει ἡ παρουσία Του στοὺς ἁγνοὺς καὶ τοὺς δίκαιους, παρὰ ζωὴ καὶ χαρά;
.            Ἡ μεγάλη καὶ φοβερὴ αὐτὴ παρουσία πρὸς τὸ παρὸν εἶναι κρυμμένη ἀπό μας. Τὴν κρύβει τὸ παραπέτασμα τῆς σάρκας μας. Σύντομα ὅμως, πολὺ σύντομα, τὸ παραπέτασμα αὐτὸ θὰ τὸ ἀπορρίψουμε, θὰ τὸ ἀποβάλουμε. Καὶ τότε θὰ βρεθοῦμε ὁλόκληροι μπροστὰ στοὺς ἀνοιγμένους οὐρανούς. Ἐκεῖνοι ἀπὸ μᾶς ποὺ βρίσκονται σὲ μετάνοια, ποὺ εἶναι ἁγνοί, θὰ βρεθοῦν στὴν αἰώνια καὶ ζωοπάροχη παρουσία τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Οἱ ἀμετανόητοι, οἱ βλάσφημοι κι οἱ ἀκάθαρτοι θὰ βυθιστοῦν στὴν αἰώνια ἀπουσία Του, στὸ ἀτέλειωτο σκοτάδι καὶ τὰ βάσανα.
.             Ἂς πλησιάσουμε λοιπὸν τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος ἀγαπάει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Κι ὅσο ἀκόμα οἱ μέρες μας δὲν ἔχουν μετρηθεῖ, ἂς ὁμολογήσουμε τὸ ὄνομά Του, πὼς εἶναι τὸ μόνο ἀληθινὸ ὄνομα. Ἂς κραυγάσουμε γιὰ βοήθεια, ἂς ζητήσουμε τὴ μόνη βοήθεια ποὺ εἶναι πρόθυμη, παντοτινή, σωστική. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς, σῶσε μας! Σὲ Σένα πρέπει ἡ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: agiosthomas.gr

Διαφημίσεις

,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: «ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΗ καὶ ΑΛΑΘΗΤΗ ἡ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

ΚΗ­ΡΥΓ­ΜΑ ΤΗΝ ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ
17.03.2019

τοῦ Καθηγ. Δημητρίου Τσελεγγίδη

.           Τήν πρώ­τη Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν Ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων της (843). Στήν Ἀ­να­στή­λω­ση αὐ­τή, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας βλέ­πει τήν συμ­πυ­κνω­μέ­νη καί ἀ­λά­θη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς της. Βλέ­πει δη­λα­δή τήν ταυ­τό­τη­τά της, ὡς βι­ω­μέ­νη ἀ­λή­θεια καί Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, στά εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα τό­σο τῆς Θε­αν­θρώ­πι­νης Κε­φα­λῆς της, ὅ­σο καί στά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν της, τῶν ἁ­γί­ων της.
.           Στήν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἔ­χου­με τήν εἰ­κα­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ δο­ξα­σμέ­νου θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί δέν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαί­α ἡ ση­με­ρι­νή Εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή. Στήν πε­ρι­κο­πή αὐ­τή ἀ­κού­σα­με τήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Να­θα­να­ήλ πρός τόν Χρι­στό: «Σύ εἶ ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ» (Ἰ­ω. 1,50). Ἐκ­πλησ­σό­μα­στε καί κα­τα­νυσ­σό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά ἀ­πό τήν με­γα­λει­ώ­δη τα­πεί­νω­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τήν Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ ἀ­γα­θοῦ ὄν­τως Ἀ­πο­στό­λου, ὀ­νό­μα­σε τόν ἑ­αυ­τό Του «Υἱ­ό τοῦ ἀν­θρώ­που» (Ἰ­ω. 1,52). Ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς πού καί ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με μέ τήν εἰ­κο­νο­γρά­φη­σή Του, δη­λα­δή τήν τα­πει­νή κά­θο­δό Του ὡς ἀν­θρώ­που γιά τήν σω­τη­ρί­α καί τόν δο­ξα­σμό ὅ­λων ἐ­κεί­νων, πού θά ἐν­τά­σσον­ται καί θά πα­ρα­μέ­νουν ζων­τα­νοί στό μυ­στη­ρια­κό σῶ­μα Του, τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τη­ρών­τας τίς ἅ­γι­ες ἐν­το­λές Του καί με­τέ­χον­τας στά θε­ουρ­γά μυ­στή­ριά της.
.           Σή­με­ρα, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δο­ξά­ζει πα­νη­γυ­ρι­κά ἐ­κεί­νους πού ἔ­ζη­σαν μέ εὐ­σέ­βεια καί ἐ­κεί­νους πού δι­α­τύ­πω­σαν συ­νο­δι­κά τά ἅ­για δόγ­μα­τά της, ὅ­σους δη­λα­δή ὀρ­θο­τό­μη­σαν τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­κη­ρύσ­σει μέ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τούς ἐκ­φρα­στές τῆς δυσ­σε­βεί­ας, ὀνομαστικά, ἀλ­λά καί τά ἐ­σφαλ­μέ­να φρο­νή­μα­τά τους, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στό κα­θι­ε­ρω­μέ­νο Συ­νο­δι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
.           Σήμερα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τόν θρίαμβο τῆς πίστεώς της ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων. Οἱ πι­στοί εὐ­φραί­νον­ται ψυ­χι­κῶς, ὅ­ταν κοι­νω­νοῦν μέ τόν ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα Θε­ό καί τούς Ἁ­γί­ους Του, μέ­σω τῶν εἰ­κό­νων τους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν εἰ­κα­στι­κῶς –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν χα­ρι­σμα­τι­κή θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καί τόν κύ­ριο σκο­πό τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.
.           Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, «ἐν ἀ­ή­χῳ φω­νῇ», ἐκ­φρά­ζουν ἀ­λα­θή­τως τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς πί­στε­ως καί τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπως τό καθόρισε μέ κάθε ἀκρίβεια ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μέ­σῳ αὐ­τῶν, τό ἀ­ό­ρα­το πρω­τό­τυ­πο γί­νε­ται αἰ­σθη­τά πα­ρόν σ’­αὐ­τές καί οἱ πι­στοί τό βλέ­πουν χα­ρι­σμα­τι­κῶς μέ τά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ριά τους, «ἐν ἀ­ΰ­λῳ ὁ­ρά­σει».
.           Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τά πρω­τό­τυ­πα τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων -ὁ Χρι­στός καί οἱ Ἅ­γιοί της- δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἰ­δε­α­τούς τύ­πους, οὔ­τε προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες ἀ­ρε­τές, ἀλ­λά εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά πρό­σω­πα μέ τά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους. Εἶ­ναι τά πρό­σω­πα ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξό­χως προ­βάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας γιά τι­μή, ἀλλά καί γιά μί­μη­ση τῆς ἁ­γί­ας ζω­ῆς τους.
.           Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή ἐμ­πει­ρί­α πολ­λῶν πι­στῶν, δι­α­χρο­νι­κά, ἐ­νό­σῳ ἡ εὐ­λα­βής θέ­α τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἀ­πό αὐ­τούς, τούς ὁ­δη­γεῖ σέ ζων­τα­νή σχέ­ση μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κῶς πα­ρόν­τα στίς εἰ­κό­νες τους. Ἡ σχέ­ση δη­λα­δή κοι­νω­νί­ας τῶν ἑ­κά­στο­τε πι­στῶν μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα γί­νε­ται γι’ αὐ­τούς με­το­χή ὄ­χι μό­νον ἁ­για­σμοῦ, ἀλ­λά καί πραγ­μα­τι­κῆς γνώ­σε­ως τῶν πρω­το­τύ­πων τους. Βέ­βαι­α, ἡ βι­ω­μα­τι­κή καί ἐμ­πει­ρι­κή αὐ­τή με­το­χή δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μιά μη­χα­νι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, ἀλ­λά προ­ϋ­πο­θέ­τει ἐ­νερ­γά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ρια καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή.
.           Ἡ ἰ­δι­ά­ζου­σα σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στούς πι­στούς καί τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, ἐκ­φρά­ζε­ται κα­τε­ξο­χήν μέ τήν προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων τους. Προ­σκυ­νοῦ­με, δη­λα­δή, τόν Χρι­στό ὡς Θε­άν­θρω­πο καί Σω­τῆ­ρα μας, τήν Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του, πού Τόν γέν­νη­σε παρ­θε­νι­κῶς, ὡς Θε­ο­τό­κο, καί ἐ­κεί­νους πού Τόν εὐ­α­ρέ­στη­σαν πλή­ρως μέ τήν ζω­ή τους, ὡς δο­ξα­σμέ­να μέ­λη Του.
.           Ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἐκ­φρά­ζει ὄ­χι ἁ­πλῶς τι­μή, ἀλ­λά καί φι­λί­α, φορ­τι­σμέ­νη μέ ὑ­ψη­λό βαθ­μό ἀ­γα­πη­τι­κοῦ πό­θου πρός τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα. Γι­’­ αὐ­τό καί ἡ ἄρ­νη­ση προ­σκυ­νή­σε­ως τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὡς δι­ά­σπα­ση τῆς θε­αν­θρώ­πι­νης αὐ­τῆς κοι­νω­νί­ας. Αὐ­τός εἶ­ναι καί ὁ κύ­ριος λό­γος πού κα­τα­δι­κά­στη­καν οἱ Εἰ­κο­νο­μά­χοι μέ ἔκ­πτω­ση καί ἀ­πο­κο­πή τους ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
.           Ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὅ­πως κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­σή της, μέ τόν «ὑ­ψη­λό» χα­ρα­κτῆ­ρα καί τήν ὅ­λη τε­χνι­κή της, ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἐκ­φρά­σει –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν εἰ­σα­χθεῖ­σα μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου «και­νή κτί­ση», τήν «ὄ­γδο­η ἡ­μέ­ρα» τῆς νέ­ας δη­μι­ουρ­γί­ας, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α κεν­τρι­κή θέ­ση ἔ­χουν τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ καί τά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
.           Ἔ­τσι, στίς εἰ­κό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ πι­στοί συ­ναν­τοῦν τήν ἔκ­φρα­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὁ­λο­κλη­ρώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, πού τήν συν­θέ­τουν ἡ ἀ­σύγ­χυ­τη ἕ­νω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρᾶγ­μα πού ἐκ­φρά­ζει στήν πρά­ξη τήν κο­ρυ­φαί­α φα­νέ­ρω­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
.           Αὐ­τός ὁ πο­λι­τι­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι στήν πρά­ξη ὁ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι πο­λι­τι­σμός τῆς ψυ­χῆς τοῦ πι­στοῦ, ἀ­πο­τε­λεῖ στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή τόν ἀρ­ρα­βῶ­να καί τήν «ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει» πρό­γευ­ση τῆς μέλ­λου­σας ἄ­κτι­στης ζω­ῆς τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Κα­τά τόν ἀρ­ρα­βῶ­να αὐ­τόν, ὁ Χρι­στός, «ὁ κάλ­λει ὡ­ραῖ­ος πα­ρά πάν­τας ἀν­θρώ­πους», κο­σμεῖ τόν ἀ­να­και­νι­σμέ­νο πι­στό μέ τήν στο­λή τῆς ἄρ­ρη­της, ἄ­κτι­στης δό­ξας τῆς ὡ­ραι­ό­τη­τάς Του καί τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει συν­δαι­τη­μό­να στή μέλ­λου­σα Βα­σι­λεί­α Του.
.           Σ’ αὐ­τήν τήν με­το­χή τῆς μέλ­λου­σας δό­ξας, μᾶς κα­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, καί ἔ­τσι νο­η­μα­το­δο­τεῖ τήν ση­με­ρι­νή πα­ρου­σί­α μας στήν ὀ­νο­μα­στι­κή ἑ­ορ­τή της, στήν ἑ­ορ­τή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

 

, , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ OΡΘΟΔΟΞΙΑΣ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
(Ἰωάν. α΄ 43-51)
[Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 101-126

.             Πόσο μεγάλη, πόσο φοβερὴ εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ! Πόσο μεγάλη καὶ πόσο φοβερὴ εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ζῶντος Θεοῦ!
.             Οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις στέκονται μπροστά Του μὲ φόβο καὶ τρόμο. Τὰ σεραφεὶμ κρύβουν τὰ πρόσωπά τους μὲ τὶς φτεροῦγες τους μπροστὰ στὸ ἀστραφτερὸ φῶς καὶ τὸ ἀνέκφραστο κάλλος τῆς παρουσίας Του.
.             Πόσο λαμπρὸς εἶναι ὁ ἥλιος! Πόσο ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ ἔναστρο στερέωμα! Πόσο δυνατὸς εἶναι ὁ ταραγμένος ὠκεανός! Πόσο μεγαλόπρεπα εἶναι τὰ γιγαντιαῖα βουνά! Πόσο φοβερὰ εἶναι τὰ κεραυνοφόρα σύννεφα καὶ τὰ πύρινα ἡφαίστεια! Πόσο εὐχάριστες εἶναι οἱ ἀνθοφορημένες κοιλάδες μὲ τὶς χιλιάδες πηγὲς καὶ τὰ διάσπαρτα λευκὰ κοπάδια τους. Κι ὅλ’  αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ ἔργα τῶν χεριῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἔργα ποὺ φτιάχτηκαν ἀπὸ τὸν ἀθάνατο Δημιουργό. Κι ἂν ἡ κτίση εἶναι τόσο ὄμορφη, πῶς πρέπει νὰ εἶναι ὁ Δημιουργός;
.             Ἂν ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει μὲ δέος, χαρὰ ἢ δάκρυα μπροστὰ στὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πῶς πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸν παντοδύναμο καὶ ζῶντα Δημιουργό;
.            Πῶς μπορεῖ ἕνα θνητὸ ὂν νὰ σταθεῖ κοντὰ στὸν ἀθάνατο Θεὸ καὶ νὰ μὴν ἐξαφανιστεῖ, νὰ μὴ διαλυθεῖ; Ποιό θνητὸ ὂν μπορεῖ νὰ κοιτάξει τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ; Ἂν εἶναι φοβερὸ τὸ νὰ δεῖς τὸ πρόσωπο ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ, πόσο φοβερότερο εἶναι νὰ βρεθεῖς ἐνώπιον τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ; Περιγράφοντας τὸ δράμα τοῦ ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ ὁ προφήτης Δανιὴλ λέει: «…οὐχ ὑπελείφθη ἐν ἐμοὶ ἰσχύς, καὶ ἡ δόξα μου μετεστράφη εἰς διαφθορὰν» (Δαν. ι´ 8). Δὲν ἔμεινε μέσα μου καμιὰ δύναμη, ἡ δόξα μου ἀλλοιώθηκε κι ἔγινε φθαρτή. Ἀκόμα κι ὁ πιὸ δυνατὸς ἄνθρωπος νιώθει ἀδύναμος, ὁ πιὸ ὄμορφος μοιάζει ἄσχημος μπροστὰ στὸν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει «τὸ σῶμα αὐτοῦ ὡσεὶ θαρσίς, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ ὅρασις ἀστραπῆς, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡσεὶ λαμπάδες πυρὸς» (Δαν. ι΄ 6).
.             Τὸ σῶμα τοῦ ἀγγέλου, λέει ὁ προφήτης, μοιάζει μὲ τὴ βήρυλλο, τὸ πρόσωπό του ἦταν σὰν ἀστραπὴ καὶ τὰ μάτια του ἦταν σὰν πύρινα φῶτα. Τὸ θαυμαστὸ πρωινὸ ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀναστήθηκε «ἐκ νεκρῶν», «ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ, προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροὶ» (Ματθ. κη΄ 2-4). Καὶ ἔγινε σεισμὸς μεγάλος, λέει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστής· κατέβηκε ἄγγελος Κυρίου ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἦρθε κοντὰ στὸ μνημεῖο, κύλισε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο καὶ κάθισε πάνω της. Ἡ μορφὴ τοῦ ἀγγέλου ἔμοιαζε μὲ ἀστραπή, ἐνῶ τὰ ροῦχα του ἦταν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι. Καὶ σὰν τὸν εἶδαν οἱ φρουροὶ συγκλονίστηκαν ἀπὸ τὸν φόβο τους κι ἔγιναν σὰν νεκροί.
.             Αὐτὰ τ’ ἀποτελέσματα δημιουργεῖ ἡ ἐμφάνιση τοῦ ὑπηρέτη τοῦ Βασιλιᾶ. Ἡ θέα τοῦ ἴδιου τοῦ Βασιλιᾶ τότε;
.             Οἱ μόνοι ποὺ γνωρίζουν, ποὺ ἡ γνώση αὐτὴ ἔχει μείνει διὰ παντὸς ἀνεξάλειπτη στὴ μνήμη τους, εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν κοντά τους τοὺς πανένδοξους αὐτοὺς ἀγγέλους. Ἡ γνώση αὐτὴ ποὺ δόθηκε στοὺς προφῆτες μὲ τὴ μορφὴ ὁραμάτων, τοὺς μεταμόρφωσε καὶ τοὺς ἔκανε ταπεινοὺς καὶ πράους μπροστὰ στὸν οὐράνιο κόσμο, μὰ ἀποφασιστικοὺς καὶ πύρινους πρὸς τοὺς τυφλοὺς κι ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς. Ὁ προφήτης Ἐλισαῖος προσευχήθηκε μία φορὰ στὸν Θεό, ὥστε ν’ ἀνοίξει τὰ μάτια τοῦ νεαροῦ ποὺ εἶχε μαζί του καὶ νὰ δεῖ ἐκεῖνα ποὺ ἔβλεπε ὁ ἴδιος ὁ προφήτης. Κι ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχὴ τοῦ μεγάλου προφήτη κι ἄνοιξε τὰ μάτια τοῦ νεαροῦ, ποὺ εἶδε «καὶ ἰδοὺ τὸ ὄρος πλῆρες ἵππων, καὶ ἅρμα πυρὸς περικύκλῳ Ἐλισαιὲ» (Δ΄ Βασ. ϛ΄ 17).
.             Τότε πῶς θὰ ἦταν καὶ μὲ τί θὰ μποροῦσε νὰ παρομοιάσει κανεὶς τὸ δράμα τοῦ ἴδιου τοῦ Βασιλιᾶ τῶν οὐρανίων δυνάμεων, ἕνα τόσο φοβερὸ καὶ πανένδοξο ὅραμα; Ὅταν ὁ μέγας προφήτης Ἡσαΐας ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸ ὅραμα αὐτό, ἀναφώνησε μὲ φόβο καὶ θαυμασμό: «Ὦ, τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου» (Ἡσ. ϛ΄ 5). Ἀλλοίμονο σὲ μένα τὸν ταλαίπωρο! Εἶμαι ἄνθρωπος μὲ ἀκάθαρτα χείλη, ποὺ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους μὲ ἐπίσης ἀκάθαρτα χείλη, καὶ ἀξιώθηκα νὰ δῶ τὸν Κύριο καὶ Θεό, τὸν βασιλιὰ τῶν οὐρανίων δυνάμεων.
.             Οἱ εὐλογημένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι θὰ γνώριζαν πὼς ὁ Βασιλιάς, ὁ Κύριος, τοὺς ἔχει πάντα στὸ βλέμμα Του – ὁ ἴδιος θαυμαστὸς καὶ ἀναλλοίωτος Κύριος καὶ Θεός, ποὺ ὁ Ἠσαΐας εἶδε μὲ μία φευγαλέα ματιὰ καὶ γέμισε μὲ φόβο καὶ δέος. Καὶ μ’ αὐτὴ τὴ γνώση ὁ νοῦς τους δὲν θὰ ὑποχωροῦσε τότε σὲ ὁποιοδήποτε εἶδος ἁμαρτίας ἢ ἀκαθαρσίας. Εἴτε ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸν Θεὸ εἴτε ὄχι, ὁ Θεὸς τὸν βλέπει. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ κάνει τὸ βλάσφημο ν’ ἀνατριχιάζει καὶ νὰ φρίττει; Καὶ γιὰ τὸν χριστιανό, δὲν εἶναι αὐτὸ μία παρηγοριὰ στὰ βάσανά Του;
.             Ὄχι μόνο ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μᾶς βλέπει καὶ παρατηρεῖ τὴ ζωή μας κάθε στιγμή, ἀλλὰ κι ὁλόκληρος ὁ χορὸς τῶν οὐρανίων δυνάμεων, οἱ ἄγγελοι κι οἱ ἅγιοι μαζί. Ἑκατομμύρια μάτια μᾶς βλέπουν σὰ νά ’ταν μ’ ἕνα μάτι. Ἑκατομμύρια καλὲς ἐπιθυμίες μᾶς συνοδεύουν στὸ σκοτεινὸ κι ἀγκάθινο δρόμο τῆς ζωῆς μας. Κι ἑκατομμύρια χέρια ἁπλώνονται γιὰ νὰ μᾶς δώσουν τὴ βοήθειά τους, σὰν ἕνα χέρι ὅλα μαζί.
.             Ἡ ἐπίγεια Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ προσπαθεῖ νὰ παρουσιάσει τὴ θαυμαστὴ καὶ φοβερή, τὴν ἀγαπητὴ αὐτὴ πραγματικότητα στοὺς πιστούς, μὲ τὴ βοήθεια τῶν εἰκόνων, ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὸν ἀόρατο κόσμο τῶν οὐρανίων δυνάμεων. Τοὺς θυμίζει τὴ διαρκῆ παρουσία τῶν δυνάμεων αὐτῶν στὸν κόσμο. Ὅταν προσκυνοῦμε τὴν εἰκόνα, δὲν σημαίνει ὅτι λατρεύουμε τὸ ξύλο ἢ τὰ χρώματα τῆς ζωγραφιᾶς, ἀλλὰ τὶς οὐράνιες δυνάμεις ποὺ ἀπεικονίζονται σ’ αὐτὲς καὶ ποὺ εἶναι ζωντανὲς καὶ παροῦσες. Ὅταν στεκόμαστε μπροστὰ στὶς εἰκόνες μὲ φόβο Θεοῦ, τὸν ἴδιο αὐτὸ φόβο νιώθουμε καὶ ἀποδίδουμε πρὸς τὶς οὐράνιες δυνάμεις. Ὅταν αἰσθανόμαστε παρηγοριὰ καὶ χαρὰ ἀπὸ τὶς εἰκόνες, στὴν πραγματικότητα δεχόμαστε τὴ χαρὰ αὐτὴ ἀπὸ τὶς οὐράνιες δυνάμεις ποὺ ἀπεικονίζονται σ’ αὐτές. Μόνο οἱ ἀνόητοι κι αὐτοὶ ποὺ κατέχονται ἀπὸ δαιμονικὲς δυνάμεις βλέπουν εἰδωλολατρία στὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων. Ποιός ἔχει ἀνοίξει πόλεμο ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρίας στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ἂν ὄχι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ποιᾶς Ἐκκλησίας οἱ πιστοὶ θυσιάστηκαν κατὰ ἑκατομμύρια στὸ νικηφόρο αὐτὸ πόλεμο; Ποιός ἄλλος ἀφάνισε τὴν εἰδωλολατρία; Πῶς θὰ μποροῦσε λοιπὸν μία Ἐκκλησία ποὺ ἀφάνισε τὴν εἰδωλολατρία νὰ γίνει εἰδωλολατρική;
.             Τὴ μομφὴ αὐτὴ τὴν σκάρωσαν ἐναντίον τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας οἱ ἄνομοι αἱρετικοί, ποὺ οἱ σκέψεις τους λειτουργοῦσαν σαρκικά, ὄχι πνευματικά. Μὲ τὸ σκοτισμένο νοῦ τους δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων καὶ τὴν εἰδωλολατρία. Ἦταν ἀνίκανοι νὰ τὰ βγάλουν πέρα μὲ τὰ σφαλερὰ ἐπιχειρήματά τους κι ἔτσι ἔστρεψαν τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ξίφος ἐνάντια στὶς εἰκόνες καὶ κείνους ποὺ τὶς προσκυνοῦσαν. Ἔκαψαν τὶς εἰκόνες στὴ φωτιὰ καὶ σκότωσαν τοὺς πραγματικοὺς πιστοὺς μὲ τὸ ξίφος τους. Ὅμως τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμη ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ξίφος τῶν αἱρετικῶν. Ἔτσι τελικὰ οἱ αἱρετικοὶ κατατροπώθηκαν, ἐνῶ οἱ εἰκόνες ἔμειναν γιὰ νὰ στολίζουν τὰ τέμπλα καὶ νὰ θυμίζουν στοὺς πιστοὺς τὴ φοβερὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν οὐρανίων δυνάμεων, μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἁγίων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.
.             Γιὰ ἀνάμνηση τῆς νίκης ἐνάντια στοὺς εἰκονοκλάστες καὶ τῆς θριαμβευτικῆς ἀποκατάστασης τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων τὴν ἐποχὴ τοῦ πατριάρχη Μεθοδίου, τῆς εὐσεβοῦς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας καὶ τοῦ γιοῦ της Μιχαήλ, οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες μας ὅρισαν τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νὰ ἀφιερωθεῖ στὸ γεγονὸς αὐτό. Ἡ μέρα αὐτὴ εἶναι γνωστὴ ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὸ θρίαμβο τῆς ὀρθόδοξης πίστης ἐνάντια στοὺς αἱρετικούς, ποὺ θέλησαν νὰ ἐμποδίσουν τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων, ὅπως ἔκαναν κι οἱ σοφοί τοῦ κόσμου τούτου.
.             Τὴν ἡμέρα αὐτὴ οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες διάλεξαν νὰ διαβάζεται τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀναφέρεται στὸ Ναθαναήλ, στὶς ἀμφιβολίες του γιὰ τὸν Χριστό, προτοῦ τὸν γνωρίσει, καθὼς καὶ τὴ συνομιλία ποὺ εἶχε μαζί Του μετὰ τὴ συνάντησή τους. Θέλησαν ἔτσι νὰ δείξουν πόσο ἀπαραίτητη εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅταν προβάλει κανεὶς τὶς ἀμφισβητήσεις του γιὰ τὴν πίστη, καθὼς καὶ τὴ θαυμαστὴ δύναμη τῆς παρουσίας Του αὐτῆς.

* * *

.             Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ «ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου» (Ἰωάν. α΄ 44-45). Μετὰ τὴ βάπτισή Του στὸν Ἰορδάνη ὁ Κύριος Ἰησοῦς πῆγε στὴ Γαλιλαία, ἀπ’ ὅπου ξεκίνησε τὸ ἔργο Του. Τὰ σκουριασμένα μυαλὰ τῶν Ἰουδαίων δὲν ἄξιζαν γιὰ ν’ ἀρχίσει ἀπ’ αὐτοὺς τὸ ἔργο Του ὁ Κύριος. Ἡ Ἰουδαία, ὅπου ἀνῆκε κι ἡ Ἱερουσαλήμ, μὲ τὴν κοσμικὴ καὶ σαρκικὴ φύση της, εἶχε πέσει πολὺ πιὸ χαμηλὰ ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς ἐπαρχίες. Ἡ Γαλιλαία ἦταν εἰδωλολατρική. Ἐκεῖ εἶχαν κατοικήσει κυρίως Ἕλληνες, Ρωμαῖοι καὶ Σύροι καὶ ἐλάχιστοι σκόρπιοι Ἑβραῖοι. Οἱ Ἑβραῖοι τῆς Ἰουδαίας περιφρονοῦσαν τὴ Γαλιλαία ἐπειδὴ τὴν κατοικοῦσαν εἰδωλολάτρες, τὴν λογάριαζαν τόπο πνευματικοῦ σκότους καὶ ἄγνοιας.
.             Σ’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τόπο ἦταν νὰ λάμψει καὶ ν’ ἀποκαλυφθεῖ ἕνα λαμπρὸ φῶς, ὅπως τὸ ἀναφέρουν καὶ τὰ προφητικὰ λόγια: «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν… ὁ λαὸς ὁ πορευόμενος ἐν σκότει, ἴδετε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρα καὶ σκιὰ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ᾽ ὑμᾶς» (Ἡσ. θ΄ 1-2). Ἐσύ, Γαλιλαία, ποὺ σὲ κατοικοῦν διάφορα ἔθνη εἰδωλολατρικά… ἐσὺ λαὲ τῆς Γαλιλαίας ποὺ περπατᾶς μέσα στὸ σκοτάδι, θὰ δεῖς ἕνα φῶς μεγάλο. Ἐσεῖς ποὺ κατοικεῖτε μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὴ σκιὰ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, θὰ δεῖτε ν’ ἀστράφτει κοντά σας ἕνα τεράστιο κι ἐκτυφλωτικὸ φῶς.
.             Μὲ τὸ νὰ πεῖ τὰ πρῶτα Του λόγια στὴ Γαλιλαία, ἕναν τόπο ὅπου κατοικοῦσαν ἄνθρωποι μὲ μικτὴ καταγωγή, ὁ Κύριος ἔκανε σαφὲς πὼς τὸ κήρυγμά Του ἀπευθυνόταν σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Μὲ τὸ ν’ ἀποκαλύψει τὸν Ἑαυτό Του πρῶτα σ’ αὐτὴν τὴ σκοτεινὴ κι ἄγνωστη γωνιὰ τῆς Παλαιστίνης, φανέρωνε τόσο τὴν ταπείνωσή Του, ὅσο καὶ τὴν καταδίκη Του ἐνάντια στὴν ἀνόητη καὶ σκοτισμένη ἀλαζονεία, καθὼς καὶ στὴ διαφθορὰ τῆς Ἱερουσαλήμ.
.             Ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησε πρῶτος τὸν Σωτήρα χωρὶς νὰ κληθεῖ, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης (α΄ 35 καὶ ἑξ.). Ἔπειτα ὁ Ἀνδρέας τοῦ παρουσίασε τὸν ἀδελφό του Πέτρο, ἐνῶ στὸν Φίλιππο ὁ Κύριος εἶπε: «Ἀκολούθει μοι». Τὸ ὅτι ὁ Φίλιππος ἀνταποκρίθηκε στὴν κλήση τοῦ Κυρίου αὐθόρμητα καὶ χωρὶς κανένα δισταγμό, εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἀμέσως μετά, γεμάτος ζῆλο γιὰ τὸν Χριστό, ἄρχισε νὰ μιλάει σὲ ἄλλους καὶ νὰ τοὺς φέρνει στὸν Κύριο.
.             Ἡ ἄμεση ἀπόφαση τοῦ Φίλιππου ν’ ἀκολουθήσει τὸν Κύριο μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ, ἂν ὑποθέσουμε πὼς πρωτύτερα θὰ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς γείτονές του Ἀνδρέα καὶ Πέτρο, ἀφοῦ ὅλοι τους κατάγονταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά, ἢ καὶ ἀπὸ ἄλλους στὴν πατρίδα τους. Τὸ πιὸ πιθανὸ ὅμως εἶναι πὼς στὴν ἀπόφασή του νὰ τὰ ἐγκαταλείψει ὅλα, νὰ τοὺς ξεχάσει ὅλους καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει, σπουδαῖο ρόλο θὰ ἔπαιξε ἡ προσωπικότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ποὺ μαγνήτιζε. Ἡ δυναμικὴ προσωπικότητα τοῦ Κυρίου ἐντυπωσίασε τόσο πολὺ τὸν Φίλιππο ὥστε, ὅπως προείπαμε, δὲν ἀρκέστηκε ν’ ἀκολουθήσει μόνος αὐτὸς τὸν Κύριο, ἀλλὰ ξεκίνησε ἀμέσως τὴν ἀποστολικὴ διακονία του κι ἔφερε ἄλλους στὸν Χριστό, ὅπως φαίνεται στὴ συνέχεια.
.             «Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρὲτ» (Ἰωάν. α΄ 46). Μόλις ὁ Φίλιππος συνάντησε τὸ Ναθαναήλ, τοῦ λέει: Βρήκαμε τὸν Ἰησοῦ, τὸ γιὸ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, Ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγραψαν ὁ Μωυσῆς στὸ νόμο κι οἱ προφῆτες.
.             Πόσο ἁπλὰ μίλησε ὁ Φίλιππος! Ὁ Φίλιππος κι ὁ Ναθαναὴλ εἶναι δύο φλογερὲς ψυχὲς καὶ συνομιλοῦν μεταξύ τους. Ὁ Φίλιππος δὲν εἶπε «βρήκαμε τὸ Μεσσία ποὺ περιμέναμε» ἢ τὸν «γιὸ τοῦ Δαβὶδ» ἢ «τὸν βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραὴλ» ἢ «τὸν Χριστό, τὸν Κύριο». Τόνισε στὸ Ναθαναὴλ μόνο πὼς βρῆκαν Ἐκεῖνον γιὰ τὸν Ὁποῖο ἔγραψαν οἱ προφῆτες κι ὁ Μωυσῆς. Ἐδῶ βλέπουμε πῶς μιλάει μία ψυχὴ ποὺ πλημμυρίζει ἀπὸ θαυμασμὸ καὶ χαρά. Τὰ βαθιὰ αἰσθήματα ποὺ νιώθει δὲν χρειάζεται νὰ ψάξει νὰ βρεῖ λέξεις γιὰ νὰ τὰ διατυπώσει. Τὰ λόγια βγαίνουν ἀπὸ μόνα τους, αὐθόρμητα, ἁπλά, καμιὰ φορὰ κι ἁπλοϊκά, σίγουρα πὼς ἡ δύναμή τους μπορεῖ νὰ φανεῖ ἀκόμα καὶ μέσα ἀπὸ τ’ ἁπλούστερα λόγια. Τ’ ἀδύναμα κι ἀπατηλὰ αἰσθήματα χρειάζονται ἀσημένιες τρομπέτες, δυνατὰ καὶ πομπώδη λόγια, γιὰ νὰ φανοῦν πιὸ δυνατὰ καὶ πιὸ ἀληθινὰ ἀπ’ ὅ,τι εἶναι στὴν πραγματικότητα. Ὁ Φίλιππος κι ὁ Ναθαναὴλ θὰ πρέπει νὰ εἶχαν συζητήσει πολλὲς φορὲς γιὰ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ εἶχαν προαναγγείλει οἱ προφῆτες καὶ τὸν ἀνέμεναν γενεὲς γενεῶν. Αὐτὸ ἦταν ἀγαπητὸ καὶ κοινὸ θέμα συζητήσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀληθινοὺς Ἰσραηλίτες, ἀνάμεσα στὶς διψασμένες κι ἁγνὲς ψυχές.
.               «Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν», εἶπε ὁ Φίλιππος. Βρήκαμε Ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἐμφανίστηκε σὰν ἀστραπὴ ποὺ ξεσπάει μέσα ἀπὸ τὰ σύννεφα καὶ κάνει τὴ γῆ νὰ τρέμει, οὔτε καὶ ἔπεσε ξαφνικὰ στὴ γῆ σὰν μετεωρίτης, οὔτε ἀνέβηκε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐκεῖ ὅπου παρατηροῦσαν οἱ κοντόφθαλμοι φαρισαῖοι κι οἱ ἀνόητοι γραμματεῖς, καθὼς κι ἄλλοι ποὺ περίμεναν τὸν Μεσσία. Μεγάλωσε κι ἔζησε ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια στὴ Γαλιλαία, ἀνάμεσά μας, μὰ δὲν τὸν γνωρίσαμε. Μεγάλωσε σὰν ὑγιὲς κλαδάκι ἀμπέλου ποὺ ξεφύτρωσε σὲ ἄγριο κορμό, μὰ ἦταν δύσκολο νὰ τὸν ἀναγνωρίσεις, ὡσότου ἀναπτυχθεῖ κι ἀρχίσει ν’ ἀποδίδει καρπούς. Ἦταν σὰν θησαυρὸς κρυμμένος στὴ γῆ. Σκάφτηκε ἡ γῆ κι ὁ θησαυρὸς ἔλαμψε. Δὲν βάδισε καμαρωτός, δὲν φρόντισε νὰ ἐντυπωσιάσει. Ἐμεῖς τὸν εἴδαμε καὶ τὸν γνωρίσαμε ταπεινὸ σὰν ἀρνί, καθαρὸ σὰν τὸν ἥλιο, γλυκὸ σὰν τὴν ἄνοιξη καὶ δυνατὸ σὰν Θεό.
.             Κατάγεται ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, εἶναι γιὸς τοῦ Ἰωσήφ. Ποιός μπορεῖ νὰ γνωρίζει ὅλα τὰ λόγια μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Φίλιππος περιέγραψε στὸ Ναθαναὴλ τὸν Ἰησοῦ; Ποιός μπορεῖ νὰ ἐπαναλάβει ὁλόκληρη τὴ συνομιλία τους; Ὁ εὐαγγελιστὴς καταγράφει μὲ συντομία μόνο τὰ πιὸ ἀξιόλογα στοιχεῖα. Κι ὅλα ὅσα ἄκουσε ἀπὸ τὸν Φίλιππο ὁ Ναθαναήλ, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ τὸν χαροποίησαν. Ἦταν ὅμως καὶ κάτι ποὺ τὸν δυσκόλευε, τοῦ ’φερνε σύγχυση καὶ ὑπονόμευε τὴν πίστη του. Πῶς ἦταν δυνατὸ ὁ Μεσσίας νὰ προερχόταν ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ; Ὁ Φίλιππος εἶπε πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωσήφ, ἴσως ἐπειδὴ ἀκόμα κι ὁ ἴδιος δὲν γνώριζε τὸ ὑπερφυὲς μυστήριο τῆς σύλληψής Του ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἴσως ἀκόμα ἐπειδὴ ἤθελε ἡ εἴδησή του νὰ γίνει ὅσο γίνεται πιὸ σύντομη καὶ κατανοητὴ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ τώρα ὁδηγοῦνταν βῆμα-βῆμα στὴν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσάρκωσης τοῦ Θεοῦ. Φαίνεται πὼς ἐδῶ ὁ Φίλιππος λειτουργοῦσε κιόλας σὰν ἱεραπόστολος, μὲ τὸν ἀποστολικὸ τρόπο ποὺ ἐξήγησε ἀργότερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω» (Α΄ Κορ. θ΄ 22). Κοντὰ στοὺς ἀρρώστους κι ἀδυνάμους στὴν πίστη, ἔγινα κι ἐγὼ ἄρρωστος, γιὰ νὰ τοὺς κερδίσω. Σὲ ὅλους ἔγινα τὰ πάντα, γιὰ νὰ κερδίσω ὅσο γίνεται περισσότερους. Ὁ Ναθαναὴλ ἦταν ἀκόμα ἀδύναμος, ἀκατήχητος, δὲν εἶχε φωτιστεῖ. Γι’ αὐτὸ κι ὁ ἀπόστολος τὸν προσέγγισε σὰν ἀδύναμο, προσεκτικά.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ -2

, , ,

Σχολιάστε

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΓΝΗΣΙΑ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Εὐλογημένη Ὀρθοδοξία!

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.     Μετὰ ἀπὸ πολλὴ καθυστέρηση, ἐξ αἰτίας ὁρισμένων εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων, καὶ ἐνῶ ἀποφάσισε ἡ ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 787 τὴν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τελικῶς χάρη στὴ νέα αὐτοκράτειρα ἁγία Θεοδώρα ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου ἐφαρμόστηκε τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τοῦ ἔτους 843. Καὶ πλέον ἐπικράτησε ἡ ἀλήθεια, καὶ οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἐπέστρεψαν πανηγυρικὰ στὶς θέσεις τους. Τὴν ἐπιστροφὴ τῶν εἰκόνων, γιὰ τὴν ὁποία πολλοὶ πιστοὶ ἔχυσαν καὶ τὸ αἷμα τους, τὴν ἐκφράζει θαυμάσια ἕνα δίστιχο τῆς Ἐκκλησίας: «Τὰς οὐ πρεπόντως ἐξορίστους Εἰκόνας, χαίρω πρεπόντως προσκυνουμένας βλέπων».
.     Ἡ εὐφρόσυνη αὐτὴ ἡμέρα τῆς νίκης τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς σημασίας τῶν ἱερῶν εἰκόνων γιὰ τὴ Λατρεία καὶ γιὰ τὴ ζωὴ γενικὰ τῶν πιστῶν φέρνει συγχρόνως στὴ μνήμη καὶ ὅλες τὶς ἄλλες νίκες τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν ἱστορία. Πῶς δηλαδὴ νίκησε τὸν θεομάχο Ἄρειο ποὺ ὑποτιμοῦσε τὸν Θεάνθρωπο Κύριο. Πῶς νίκησε τὸν ἁγιοπνευματομάχο Μακεδόνιο ποὺ ὑποτιμοῦσε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πῶς κατατρόπωσε στὴ συνέχεια τὸν Νεστόριο ποὺ χώριζε τὸν Χριστό μας στὰ δύο καὶ ὑποτιμοῦσε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καὶ βέβαια πῶς νίκησε ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους αἱρετικοὺς διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
.     Αἱρετικοὶ ὡστόσο δὲν ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν καὶ στὶς μέρες μας. Κινοῦνται ἐλεύθερα στὴ δημοκρατικὴ χώρα μας καὶ ἐνσπείρουν ζιζάνια μὲ σκοπὸ νὰ παρασύρουν στὴν πλάνη του ὅσους εἶναι ἀστήρικτοι στὴν πίστη, ὅσους δὲν γνωρίζουν βασικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστεώς μας καὶ εἶναι εὔκολο νὰ ἐξαπατηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἐπιτήδειους αἱρετικούς.
.           Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, μὲ τόσα Ὀρθόδοξα βιβλία ποὺ κυκλοφοροῦν καὶ τόσες δυνατότητες ποὺ ἔχουμε, νὰ μὴ γνωρίζουμε λόγου χάριν τί εἶναι ὁ Παπισμός· ὅτι εἶναι ἕνα κράτος, τό λεγόμενο Βατικανὸ στὴν Ἰταλία, μὲ κυβερνήτη τὸν Πάπα ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀλάθητο καὶ ἀπαιτεῖ νὰ τὸν θεωροῦν ἀλάθητο καὶ ὅλοι οἱ παπικοί. Τὸ Βατικανὸ ἔχει πρεσβεῖες σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, δική του Τράπεζα, δημοσιογραφικὴ ὀργάνωση τέλεια κ.λπ.
.     Τί νὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸ τί ἐπικρατεῖ στὸν Προτεσταντισμό; Ἀγνοοῦν τελείως τοὺς ἱεροὺς Κανόνες ποὺ καθόρισαν συνοδι­κῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ νὰ ρυθμίζουν τὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Δὲν τιμοῦν κανέναν Ἅγιο.
.     Ὅσο γιὰ τοὺς Ἀγγλικανοὺς ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἀρχηγὸς τῆς λεγόμενης Ἀγγλικα­νικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ βασίλισσα, ἢ ἀναλόγως ὁ βασιλιάς. Ἡ λεγομένη Ἐκκλησία τῶν Ἀγγλικανῶν ἔχει καὶ γυναῖκες ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς ποὺ μποροῦν νὰ εἶναι καὶ ὁμοφυλόφιλοι.
.          Ποιός δὲν γνωρίζει ἐπίσης καὶ τοὺς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ἢ Χιλιαστές, ποὺ στήνονται στὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς λαϊ­κὲς ἀγορὲς διαδίδοντας τὰ ἔντυπά τους; Ἕδρα τους τὸ Μπρούκλιν τῆς Ἀμερικῆς. Διδάσκουν ὅτι θὰ ἔλθει πάλι ὁ Χριστὸς καὶ θὰ ἱδρύσει χιλιετὴ βασιλεία στὴ γῆ.
.     Γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν Εὐρώπη ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, πνευματικὸς πατὴρ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἔγραφε: «Ἡ σημερινὴ Εὐρώπη δὲν εἶναι πλέον οὔτε παπικὴ οὔτε λουθηρανική. Εἶναι ὁλοτελῶς ἐπίγειος, χωρὶς ἔστω καὶ τὸν πόθον νὰ ἀνεβαίνῃ εἰς τὸν οὐρανόν… Ἐπιθυμεῖ νὰ παραμείνῃ ἐδῶ… Δὲν αἰσθάνεται τὴν οὐράνιον εὐωδίαν… Διὰ τὴν Θεοτόκον δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ. Ἡ ἀκολασία τὴν στερεώνει εἰς τὸ μίσος κατὰ τῆς παρθενίας» (Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός», ἔκδ. «Ὀρθ. Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 241).
.     Μποροῦν ἄραγε νὰ θεωροῦνται Χριστιανοὶ ὅλοι αὐτοί; Τὸν ἀληθινὸ Χριστιανισμὸ τὸν διασώζει σήμερα μόνο ἡ Ὀρθοδοξία. Ὦ εὐλογημένη Ὀρθοδοξία! Μέσα στὴ σύγχυση τοῦ σύγχρονου κόσμου διαφυλάσσεις ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ ἀνεπηρέαστη τὴν Πίστη, ὅπως τὴν κήρυξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ποὺ τὴν παρέλαβαν ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο καὶ τὴ δίδαξαν οἱ ἱεροὶ Πατέρες.
.     Ὦ εὐλογημένη ἁγία Ὀρθοδοξία! Γεμάτη μὲ τὰ ἱερὰ Λείψανα τῶν θαυματουρ­γῶν Ἁγίων, ποὺ θεραπεύουν ἀρρώστους καὶ ἐκδιώκουν δαιμόνια. Γεμάτη μὲ μυροβλύζουσες ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ φυλάσσονται σὲ ἱερὲς Μονὲς καὶ Προσκυνήματα καὶ σὰν μαγνῆτες ἑλκύουν πλήθη πιστῶν. Μὲ τὶς ἱερές σου Ἀκολουθίες, τὶς Παρακλήσεις, τοὺς Ἑσπερινοὺς καὶ προπάντων τὶς θεῖες Λειτουργίες, ποὺ τὶς τελοῦν στὰ Μοναστήρια ἐξαγιασμένοι ἱερομόναχοι καὶ στὶς ἐνορίες εὐλαβικοὶ κληρικοί. Εἰρηνεύεις τὶς ψυχές μας καὶ μᾶς ὑψώνεις στὰ οὐράνια. Μὲ τὰ ἱερά σου Μυστήρια – τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὸν Γάμο, τὴν Ἐξομολόγηση, τὸ Εὐχέλαιο καὶ τὴ θεία Μετάληψη – γλυκαίνεις τὴν καρδιά μας ἑνώνον­τάς μας μὲ τὸν Θεό.
.     Ἂς εἶναι φτωχὴ καὶ ταπεινὴ ἡ εὐλογημένη Ὀρθοδοξία μας. Ἔχει ἄλλον πλοῦτο ποὺ δὲν συγκρίνεται μὲ τὰ ἐξωτερικὰ μεγαλεῖα. Πλοῦτο ποὺ οὔτε κἂν τὸν φαντάζονται οἱ Εὐρωπαῖοι. Πλοῦτο ψυχικό. Καὶ πλουτίζει μ᾿ αὐτὸ τὸν πλοῦτο καὶ ὅσους καταφεύγουν ταπεινὰ κοντά της ἀναζητώντας εἰλικρινὰ τὴν ἀλήθεια. Διότι εἶναι ἡ Πηγὴ τῆς Ἀλήθειας, τῆς Χάριτος καὶ τῆς σωτηρίας. Μόνη αὐτὴ διατήρησε καὶ διδάσκει ἀνόθευτη τὴ διδαχὴ ποὺ μᾶς ἔφερε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ μόνη αὐτή, ἡ εὐλογημένη Ὀρθοδοξία, εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισο.

 

,

Σχολιάστε

«ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΜΕ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥΣ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» (Μητροπολ. Κερκύρας Νεκτάριος)

ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ,
ΠΑΞΩΝ & ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ κ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (2018)

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. κ. Ἱερώνυμε,
Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἀξιότιμε κ. Ὑπουργέ Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων,
Ἀξιότιμοι Κύριοι Πρεσβευτές,
Ἀγαπητοί μου συμπρεσβύτεροι, Χριστοῦ διακονία,
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

.          “Τήν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου παρουσίαν, λόγῳ, στόματι, καρδίᾳ καὶ νῷ γραφῇ τε καὶ Εἰκόσιν ὁμολογοῦμεν” σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁμολογοῦμε τήν παρουσία τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἀνάμεσά μας. Δέν χαιρόμαστε γιά μία ἰδέα, οὔτε γιά ἕνα φιλοσοφικό κίνημα. Δέν χαιρόμαστε οὔτε γιά ἕνα θρησκευτικό σύστημα. Δέν χαιρόμαστε οὔτε γιά μία μεταφυσική ἐλπίδα. Ζοῦμε τήν χαρά τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, μία παρουσία πού γιά μᾶς ξεκινᾶ ἐν χρόνῳ καί συμπορεύεται μεθ᾽ ἡμῶν πρός τήν αἰωνιότητα. Μία παρουσία ζωῆς καί ἀνακαινίσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, δηλαδή καί τοῦ καθενός ἀπό ἐμᾶς. Μία παρουσία τοῦ “πάντοτε” στό “νῦν”, τό ὁποῖο μᾶς ἀφορᾶ, ἀλλά καί στό “ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων”. Καί αὐτή ἡ παρουσία εἶναι ὁρατή διά τῶν ὀφθαλμῶν τῶν αἰσθήσεων ἀλλά καί ἀόρατη. Εἶναι περιγραπτή διά τῶν λέξεων καί τῶν λόγων καί τῶν εἰκόνων, ἀλλά καί ἀπερίγραπτη καθώς βιώνεται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν.
.             Εἶναι μία ὁμολογία ἡ ὁποία μᾶς σώζει ἐκ τῶν ποικίλων φόβων τοῦ πονηροῦ, ἀλλά καί ἐκείνων τούς ὁποίους γεννᾶ τό ἴδιο τό μυστήριο τῆς ἐν χρόνῳ καί κόσμῳ ζωῆς. Εἶναι μία ὁμολογία τήν ὁποία μόνο ἡ ζῶσα ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ ὄχι ἁπλῶς νά καταγράψει ὡς ἱστορικό γεγονός, ἀλλά νά τήν κοινωνήσει ὡς ἐλπίδα ἀναστάσεως στίς καρδιές μας, στίς σχέσεις μας μέ τόν συνάνθρωπο καί τόν κόσμο, στούς καιρούς μας, “ἀεί”.
.             Καί εἶναι χαρά αὐτή ἡ ὁμολογία, διότι συνδέει τήν Ἐκκλησία μέ τήν Ἱστορία. Δέν εἶναι μόνο μνήμη τοῦ παρελθόντος, τήν ὁποία χρειαζόμαστε νά διαφυλάξουμε ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ, διότι ἡ Ὀρθοδοξία μᾶς ἔδωσε ταυτότητα καί διαφορετικότητα καί ἄνευ τούτων δέν θά ὑπήρχαμε ἐν ἐλευθερίᾳ. Εἶναι καί γιατί ἡ Ὀρθοδοξία θά σώσει τόν κόσμο, ὅσο κι ἄν αὐτός ἀρνεῖται νά παραδώσει ἐν ταπεινώσει τό θέλημά του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί σωτηρία δέν εἶναι ἁπλῶς μία ὑπόσχεση τοῦ μέλλοντος ἤ τῆς ἄλλης ζωῆς. Σωτηρία εἶναι ἡ ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Τό πάτημα στήν γῆ καί ἡ θέαση τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ ἁρμονία τῆς συμφυΐας ψυχῆς καί σώματος. Εἶναι ἡ εὕρεση τῆς αὐθεντικῆς κοινωνικότητος, ἡ ὁποία περνᾶ μέσα ἀπό τόν τρόπο καί τό ἦθος τῆς κοινότητος. Τοῦ “Ἐμεῖς” στό ὁποῖο τό κάθε “ἐγώ” καταξιώνεται καί προσφέρει τά χαρίσματά του, ὄχι πρός δόξαν του, ἀλλά πρός διακονίαν τοῦ πλησίον του καί λαμβάνει ὡς ἀντίδωρο ἀπό τόν Θεό «τάς κλεῖς τῆς Βασιλείας», ἡ ὁποία δίδεται μόνο σέ ὅσους ἀγαποῦν.
.          Ἄς σταθοῦμε σ᾽ αὐτά τά δύο στοιχεῖα- κλειδιά, τά ὁποῖα ἀναδεικνύουν τήν κομβικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τόν Ἑλληνισμό. “Ταυτότητα” και “Διαφορετικότητα”.
.          
Ἡ Ὀρθοδοξία ἔδωσε ταυτότητα στούς Ἕλληνες. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι κατήργησε τήν Ἰστορία τῶν προγόνων μας, τήν δίψα γιά ἐλευθερία, τήν γλῶσσα, τήν φιλοσοφία, τό ὅραμα πολιτισμοῦ τό ὁποῖο διαδόθηκε μέχρι τά βάθη τῆς Ἀσίας ἀπό τόν Μέγα Ἀλέξανδρο τόν Μακεδόνα, τόν Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος εἶχε τήν πίστη ὅτι στό πρόσωπό του ἕνωνε ὅλους τούς Ἕλληνες, ἔστω καί ἀρχικῶς «πλήν Λακεδαιμονίων». Ὁ Χριστιανισμός συνάντησε τόν Ἑλληνισμό, «δοκίμασε τά πάντα καί κατέσχε τό καλόν». Ἀξιοποίησε καί ἀνανέωσε ὅλα τά στοχεῖα τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητος καί προσέθεσε σ᾽ αὐτά τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί δύο δρόμους καί τρόπους μοναδικά λυτρωτικούς: τήν Ἀγάπη καί τήν Ἀνάσταση. Ἔκανε τούς Ἕλληνες ὄχι ἁπλῶς νά ἐνδιαφέρονται γιά τήν διάδοση τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς γλώσσας, τῆς σκέψεως, ἀλλά νά νοιάζονται γιά τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τούς ἔκανε ἱεραποστόλους τῆς ἀλήθειας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλους τούς λαούς, τούς ὁποίους μποροῦσαν νά συναντήσουν. Δέν χρησιμοποίησε ὡς ὄχημα τήν ἑλληνική γλῶσσα καί παράδοση, ἀλλά ἔδωσε γλῶσσα καί νόημα μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο οἱ λαοί μποροῦσαν νά αντιληφθοῦν.
.             Ἄς θυμηθοῦμε τόν ἐκχριστιανισμό τῶ Μοραβῶν καί τῶν Σλάβων. Τό ἀλφάβητο τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου. Τήν ἐνθάρρυνση γιά τήν δημιουργία Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀποτέλεσαν τόν συνδετικό κρίκο τῆς Ἑλλληνικῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Βυζαντίου μέ τούς λαούς ἐκείνους. Τήν ἀντίσταση στόν ἐκφραγκισμό τῆς Ἀνατολῆς.
.             Καί τήν ἴδια στιγμή ἐζωοποίησε τόν Ἑλληνισμό δίδοντας στόν ἄνθρωπο τήν προοπτική τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτό πού δέν μποροῦσαν νά διανοηθοῦν οἱ σπουδαιότατοι τῶν φιλοσόφων, τήν σωτηρία ἀκέραιης τῆς ὑπάρξεως καί ὄχι μόνο τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἦρθε ὁ χριστιανισμός γιά νά προσφέρει. “Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; ποῦ σου Ἅδη τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι”.
.              Στό ὅριο τῆς φιλοσοφίας ἦρθε ἡ ὑπέρβαση τῆς πίστεως. Καί ὁ Ἑλληνισμός συνεζεύχθη μέ τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη καί στήν καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολή ἔλαβε καινούργια ταυτότητα, τήν ὁποία προσπαθοῦμε νά διατηρήσουμε μέχρι σήμερα.
.            Ὅμως ἡ Ὀρθοδοξία βοήθησε τόν Ἑλληνισμό νά συνειδητοποιήσει καί τήν διαφορετικότητά του σέ σχέση μέ τήν Δύση. Τό ὅτι πιστεύουμε στόν Χριστό δέν σημαίνει ὅτι Ὀρθόδοξοι καί Δυτικοί εἴμαστε ἴδιοι. Τό ὅτι ἀγαποῦμε τούς ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους, τόν Σωκράτη, τόν Πλάτωνα, τόν Ἀριστοτέλη, δέν σημαίνει ὅτι Ὀρθόδοξοι καί Δυτικοί μιλοῦμε τήν ἴδια γλῶσσα ἤ τούς κατανοοῦμε μέ τόν ἴδιο τρόπο καί περιεχόμενο. Παραμένουμε μία Ἐκκλησία δημοκρατική, στήν ὁποία ὑπάρχει μέν πρωτεῖο, αὐτό τῆς τιμῆς, ἀλλά δέν γίνεται ἀποδεκτή ἡ ὁδός τῆς ἐξουσίας, τοῦ καταναγκασμοῦ τῶν ἀνθρώπων, τῆς καθυποτάξεως τῆς ἐλευθερίας τους στό ὄνομα τῆς σωτηρίας. Ἀλλά εἴμαστε καί διαφορετικοί σέ σχέση μέ παραδόσεις ὅπως τό Ἰσλάμ καί οἱ μονοφυσίτες χριστιανοί. Τιμοῦμε τίς ἱερές εἰκόνες, διότι σ᾽ αὐτές ἀπεικονίζεται τό Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί δέν πιστεύουμε σέ ἕναν θεό ἀσώματο ἤ μόνο πνευματικό. Ἀκολουθοῦμε τήν ὁδό τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία γίνεται ἐπιείκεια, συγχωρητικότητα, ἀποδοχή τῆς τρωτότητος τοῦ πλησίον ὅπως καί τῆς δικῆς μας, ὄχι διότι θέλουμε νά δικαιολογοῦμε καί νά ἀμνηστεύουμε τίς πτώσεις μας, ἀλλά διότι «ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος». Δέν προηγεῖται ἡ δικαιοσύνη στόν Θεό, ἀλλά ἡ ἀγάπη.
.            Καί ἐπειδή ὁ Θεός ἔγινε «ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν», προσλαμβάνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση μας, δώσαμε στόν Ἑλληνισμό τήν δυνατότητα νά ὑπερασπίζεται τά δίκαιά του καί τήν ἐλευθερία του, μή ἀρνούμενος ὅμως τήν συνύπαρξη μέ τούς ἄλλους λαούς. Νά εἶναι χαρούμενος γιά τά ἐπιτεύγματά του, ὄχι ὅμως αὐτάρκης καί ἀδιάφορος γιά τόν πόνο τοῦ ἄλλου. Νά θέλει νά κρατᾶ ἀνόθευτη τήν πίστη, ἀλλά νά εἶναι ἄρχοντας πρός τούς ἄλλους, δηλαδή νά δίνει «τόπο ἐν τῷ καταλύματι» καί νά μήν βλέπει τά πάντα μέ μόνο γνώμονα τό στενῶς νοούμενο συμφέρον. Νά σέβεται τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀκόμη κι ἄν αυτό δέν κάνει τήν ζωή μας τόσο εὔκολη.
.               Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνισμός συμπορευτήκαμε σέ δύσκολους χρόνους. Στό καντήλι, τήν εἰκόνα, στό «σταυροκόπημα» ὁ Ἕλληνας ἔβρισκε τό ἀποκούμπι του. Στό σχολειό τῆς ἐκκλησίας καί τοῦ μοναστηριοῦ ὁ ἁπλός παπάς μάθαινε γράμματα στά ἑλληνόπουλα καί κρατοῦσε ἄσβεστη τήν φλόγα τῆς πίστεως ἡ ὁποία συνοδεύονταν ἀπό τήν ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας. Στήν “Κυρά Δέσποινα τήν πολυδακρυσμένη” ἔμενε ζωντανή ἡ ἐλπίδα ὅτι “πάλι μέ χρόνους μέ καιρούς, πάλι δικά μας θά ᾽ναι”. Στά λείψανα καί τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων καί μετά τήν λειτουργία τῆς Κυριακῆς καί τῆς γιορτῆς ὁ Ἔλληνας ἔκανε τό πανηγύρι του, ἐξέλεγε τούς προεστούς του, συζητοῦσε γιά τήν ἀντίστασή του, ἔβρισκε τήν γυναίκα του, παντρεύονταν καί ἔκανε τήν οἰκογένειά του. Ἀπό τήν ἐκκλησία του ξεκινοῦσε τήν ζωή του καί σ᾽ αὐτήν ἔμπαινε γιά νά δηλώσει τό “Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν”!
.            Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνισμός μείναμε μαζί στήν νίκη καί τήν ἧττα, στήν ἀντίσταση στόν κάθε ἐπίβουλο ἐχθρό, στήν ἀπελευθέρωση καί στήν προσφυγιά, στά μεγάλα ΟΧΙ, στόν ἀγῶνα ἀνασυγκροτήσεως τῆς πατρίδος. Μαζί νικήσαμε καί μαζί χάσαμε. Καί ὅσοι ἐπεχείρησαν νά διασπάσουν αὐτόν τόν ἀκατάλυτο δεσμό σκόνταψαν μπροστά στήν καρδιά τοῦ λαοῦ μας, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά δεχθεῖ ἰδέες, συστήματα, θεσμούς, ἐκσυγχρονισμούς σέ ὅλα, ἀλλά δέν δέχεται νά ἀρθεῖ αὐτή ἡ συναλληλία Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ὄχι γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν θά ἐπιβιώσει, ἀλλά γιατί κάθε τέτοια ἀπόπειρα θά εἶναι ξερίζωμα τῆς καρδιᾶς τοῦ λαοῦ. Διότι ἡ παράδοση δέν εἶναι μόνο χθές, μόνο ἱστορία, μόνο ἤθη καί ἔθιμα, ἀλλά “λάλον ὕδωρ”, τό ὁποῖο “ἅλλεται εἰς ζωήν αἰώνιον”.
.            Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἔχει πολλά νά πεῖ στούς καιρούς μας. Τρία εἶναι τά στοιχεῖα στά ὁποῖα θά μπορούσαμε νά δώσουμε ἔμφαση. Τό πρῶτο εἶναι ἡ ἀσκητικότητα, ἡ ὁποία δέν ἔχει νά κάνει μόνο με τό μέτρο καί τήν λιτότητα, ἀξίες τίς ὁποῖες ἀφήσαμε κατά μέρος στόν βωμό τῆς ἀπληστίας καί τῆς αὐτάρκειας τῶν καιρῶν μας. Εἶναι καί ἡ στροφή στόν ἔσω ἄνθρωπο. Αὐτόν ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται τήν αἰχμαλωσία του στά πάθη, δηλαδή στήν κυριαρχία τοῦ ἐγώ του, ἡ ὁποία τοῦ φορᾶ ἕνα προσωπεῖο. Τόν κάνει νά πιστεύει ὅτι τά πάθη εἶναι δικαίωμά του καί, ταυτόχρονα, ὅτι κρύβοντάς τα μπορεῖ νά ἔχει τήν καλή εἰκόνα πρός τά ἔξω. Μέ τήν ἀσκητική της πρόταση ἡ Ὀρθοδοξία μᾶς δείχνει τήν ὁδό τῆς ταπεινώσεως. Νά φτάνουμε ὡς τά μέτρα μας, νά παραδεχόμαστε τά λάθη καί νά αναλαμβάνουμε τίς εὐθύνες μας καί τήν ἴδια στιγμή νά παλεύουμε νά εἴμαστε άληθινοί. Νά εἶναι τό πρόσωπό μας ἡ εἰκόνα ἡ ὁποία παλεύει νά μοιάσει τοῦ Θεοῦ. Νά παραιτηθεῖ ἀπό τήν προτεραιότητα τοῦ δικαιώματος καί νά προτάξει τήν ἀγάπη στόν πλησίον.
.              Νά παραιτηθεῖ ἀπό τήν προτεραιότητα τοῦ θυμοῦ καί τῆς ἐπιθυμίας γιά ἐκδίκηση καί νά προτάξει τήν συγχωρητικότητα ἡ ὁποία γίνεται πηγή δημιουργικότητος γιά ὅλους. Νά παραιτηθεῖ ἀπό τήν προτεραιότητα τοῦ ἐφήμερου, τό ὁποῖο νομίζουμε ὅτι δέν θά παρέλθει, καί νά φτάσει στήν ἐπίγνωση ὅτι κληθήκαμε “τέκνα Θεοῦ γενέσθαι”, δηλαδή «οἱ εἰς τήν μέλλουσαν πόλιν ἐλπίζοντες» καί ἐργαζόμενοι διά τῆς ἀρετῆς νά λάβουμε εἰς χεῖρας τά κλειδιά τῆς ἀγάπης τά ὁποῖα τήν ἀνοίγουν. Ἄς δοῦμε τά μοναστήρια μας, τά ὁποῖα δέν διασώζουν μόνο λατρευτικά τυπικά, πολιτιστικούς θησαυρούς ἤ τήν ἀγωνία γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἀλλά φανερώνουν τήν χαρά καί τήν χάρη τοῦ αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου, αὐτοῦ ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ Θεό καί πλησίον!
.               Τό δεύτερο εἶναι τό ἦθος, τό ὁποῖο θά μᾶς ὁδηγήσει στήν προτεραιότητα τοῦ συλλογικοῦ, χωρίς τήν καταπίεση τοῦ ἀτομικοῦ. Σέ μία περίοδο στήν ὁποία ἀκόμη θρηνοῦμε τόν χαμένο Παράδεισο τῆς οἰκονομικῆς εὐημερίας, εἶναι καιρός μετανοίας και ἀφυπνίσεως. Γιά νά ἔρθει ἡ ἀνάκαμψη «χρειάζεται ἡ ἀντίσταση»13. Καί ἡ ἀντίσταση εἶναι ἡ ἐλεύθερη ψυχή, ἡ ὁποία ζητᾶ τήν πρόοδο καί τήν χαρά γιά ὅλους, εἰ δυνατόν. Ζητᾶ θεσμούς ἰσχυρούς, οἱ ὁποῖοι θά διαφυλάττουν τούς νόμους, διότι δέν θά ἀμνηστεύουν τήν ἀ-ήθεια, ἀλλά θά ζητοῦν τήν λογοδοσία της συνειδήσεως. Καί ἔχω συνείδηση σημαίνει ὅτι δέν πρυτανεύει τό ἐγώ μου καί τό συμφέρον του, ἀλλά ὁ κάθε πλησίον, τό σύνολο ἔναντι τοῦ ὁποίου δέν μοῦ ἐπιτρέπεται νά παρανομῶ.
.           Καί ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἐμπνέει πρός αὐτόν τόν δρόμο. Ἄς δοῦμε τίς ἐνορίες μας, πῶς δίνουν τό φαγητό τό ὁποῖο λείπει ἀπό τούς ἐμπερίστατους συνανθρώπους μας, καλύπτουν τήν ἀνάγκη γιά μία κουβέντα, μία ἀγκαλιά παρηγοριᾶς, τήν δίψα τῶν νέων γιά ἀγάπη καί ἐλπίδα, μία φιλανθρωπία ἡ ὁποία ἀγγίζει τήν σύνολη ὕπαρξη καί δέν περιορίζεται μόνο στόν ἄρτο τόν ἐπιούσιο. Οἱ ἱερεῖς μας, τά στελέχη τῆς Ἐκκλησίας, οἱ κυρίες οἱ ὁποῖες διακονοῦν στά φιλόπτωχα συμβούλια καί στά συσσίτια, οἱ κατηχητές καί τά στελέχη νεότητος, ὅσοι ἐνισχύουν παντοδαπῶς καί ἐθελοντικά κάθε προσπάθεια, δείχνουν ὅτι εἶναι κατορθωτό τό ἦθος τό ὁποῖο ἐνεργοποιεῖ τούς πολλούς!
.              Τό τρίτο εἶναι ἡ παιδεία, ἡ ὁποία ἔχει ὡς κέντρο της τόν ἄνθρωπο, τήν ποιότητά του, τήν ἀξία του ὡς εἰκόνα Θεοῦ, τήν ἀξιοπρέπειά του, ὅταν δέν παραδίδεται στήν φθήνεια τῆς ἁμαρτίας καί στήν ἀλαζονεία τῆς εὐκολίας, ὅπως μᾶς ἔχει ὁδηγήσει ὁ τεχνολογικός πολιτισμός. Παιδεία ἀξιῶν. Παιδεία μνήμης καί ὄχι λήθης τῆς Ἱστορίας. Παιδεία μέ Θρησκευτικά τά ὁποῖα θά ἔχουν ὡς πυρήνα τους τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι, ὅπως ἔχει εἰσαχθεῖ δυστυχῶς στά σχολεῖα, ἕναν πανθρησκειακό συγκρητισμό, διότι δέν εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία μία θρησκεία ἀνάμεσα στίς ἄλλες ἀνθρωποκεντρικές φιλοσοφίες, ἀλλά τό “πολύτιμον τζιβαϊρικόν”, μέσα ἀπό τό ὁποῖο θά μποροῦμε νά συνυπάρξουμε μέ ἐπίγνωση τῆς διαφορετικότητάς μας, χωρίς ὅμως νά ἀπορροφηθοῦμε, ἀπό φόβο μήπως καί χάσουμε τίς ἐξελίξεις. Παιδεία ἡ ὁποία δέν θά μᾶς ἀπομονώνει ἀπό τήν Εὐρώπη, ἀλλά θά μᾶς κάνει νά ἔχουμε κριτήρια οἰκειώσεως τῶν σπουδαίων ἀλλά καί ἀπορρίψεως νοοτροπιῶν, ὅπως αὐτές οἱ ὁποῖες καταρρακώνουν τόν ἄνθρωπο καί τήν ψυχή του, ἀπο-ιεροποιοῦν τήν οἰκογένεια, ἀποχρωματίζουν ἀπό Χριστό, ἀπό Ἀγάπη, ἀπό Ἀνάσταση τόν κόσμο μας. Ἄς δοῦμε τήν παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τήν παιδεία τῶν Ἁγίων μας, τήν παιδεία τῶν ποιητῶν μας, τοῦ Σολωμοῦ καί τοῦ Κάλβου, τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Σεφέρη, τοῦ Ἐλύτη καί τοῦ μέγιστου Παπαδιαμάντη. Κυρίως ὅμως τήν παιδεία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία μέ τά νοήματα, τήν γλῶσσα, τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τόν Ἄλλο κάνει τά πάντα “πάντοτε, νῦν καί ἀεί”!

Μακαριώτατε,
Ἐξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε,

.           Στήν Κέρκυρα, τόπο τῆς ἐπισκοπικῆς μας διακονίας, τεθησαύρισται, μεταξύ ἄλλων, τό λείψανο τῆς ἁγίας Θεοδώρας τῆς Αὐγούστης, τῆς αὐτοκράτειρας ἡ ὁποία ἀναστήλωσε τίς ἱερές εἰκόνες, ἀπέδειξε τήν συναλληλία Ἐκκλησίας καί Πολιτείας καί ἀντάλλαξε πρός τό τέλος τῆς ζωῆς της τήν αὐτοκρατορική πορφύρα μέ τό μοναχικό τριβώνιο. Καθώς ἐνθυμούμεθα σήμερα τήν Ὀρθοδοξία τήν ὁποία περιφρούρησε ὄχι μόνο μέ τήν διακονία της ὡς αὐτοκράτειρα, ἀλλά καί μέ τήν ζωή τῆς ἁγιότητος, ἄς θυμηθοῦμε καί τό χρέος μας: ὅλοι μας, ὁ καθένας “ἐφ᾽ ᾧ ἐτάχθη” νά διαφυλάξουμε τήν ἑνότητα καί συμπόρευση Ὀρθοδοξίας καί Ἑλληνισμοῦ. Ὄχι ἀπό φόβο μήπως χαθοῦν προνόμια ἤ ἀπό ἄγχος γιά νά μή γίνουν ἀλλαγές στήν ζωή μας, ἀλλά γιατί ὅ,τι ἔχει δοκιμαστεῖ, ὅ,τι ἔχει δώσει ταυτότητα, ὅ,τι μᾶς κρατᾶ διαφορετικούς καί τήν ἴδια στιγμή ἀνταποκρίνεται στίς ἀνάγκες τῶν καιρῶν εἶναι ἡ ρίζα μας. Ἄν ξεραθεῖ, τότε τό δένδρον παύει ὄχι ἁπλῶς νά δίδει καρπούς, ἀλλά καί νά ὑφίσταται.
.           
«Τούτων τοῖς ὑπὲρ εὐσεβείας μέχρι θανάτου ἄθλοις τε καὶ ἀγωνίσμασι καὶ διδασκαλίαις παιδαγωγεῖσθαί τε καὶ κρατύνεσθαι Θεὸν ἐκλιπαροῦντες, καὶ μιμητές τῆς ἐνθέου αὐτῶν πολιτείας μέχρι τέλους ἀναδεικνύσθαι ἐκδυσωποῦντες, ἀξιωθείημεν τῶν ἐξαιτουμένων». Ἀμήν!

 

ΠΗΓΗ: agiospyridon.com

, ,

Σχολιάστε

«ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΛΥΤΡΩΤΙΚEΣ ΔΙΑΘEΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΑΝΩΝ» (Ἀρχιεπ. Ἱερώνυμος)

Ἀντιφώνηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου
στὸ Προεδρικὸ Μέγαρο γιὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

«Ἐξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε,

.            Ἐκ προσώπου τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν οἱ ὁποῖοι ἐφέτος συναπαρτίζουν τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνο­δο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ Μετριότης μου ἐκ­φράζει τή χαρά ὅλων μας γιά τήν παροῦσα συνάντηση στούς φιλόξενους χώρους τοῦ Προεδρικοῦ Μεγάρου. Καί τοῦτο διότι, ὄχι μόνον εἶναι πρόδηλο τό οὐσιῶδες τῆς μεταξύ μας ἐπικοινωνίας, ἀλλά συνάμα διαπιστώ­νεται καί ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμός καί ἡ ἀγαστή συμπό­ρευση δύο κορυφαίων θεσμῶν τοῦ τόπου καί τοῦ λαοῦ μας. Πράγματι στήν παροῦσα τράπεζα, τήν ὁποία ἡ Ἐξοχότητά Σας ὄχι μόνον κατά τούς καθιερωμένους τύπους ἀλλά καί κατά εἰλικρινῆ φιλοτιμία παραθέτει, βιώνουμε τή συνέχεια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἁγίας Τραπέ­ζης, ἡ ὁποία προηγήθηκε στό Μητροπολιτικό μας Ναό καί ὑπάρχει γιά νά ἐκπορεύει καί νά καλλιεργεῖ τό μή­νυμα τῆς ἀγαπητικῆς ἑνότητας καί τοῦ σεβασμοῦ πρός τόν ἄλλον, ὅποιος καί ἄν εἶναι αὐτός.
.             Καί αὐτό τό μήνυμα ξεκινᾶ ἀπό τήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ μας ὡς αἴτημα «ἵνα πάντες ἕν ὦ­σιν» (Ἰω. ιζ´, 21) καί ἐπεκτείνεται στήν ἱστορία καί τόν κόσμο ὡς ἀποστολή, ἤ καλύτερα ἱεραποστολή τῆς Ἐκ­κλησίας «ἄχρις οὗ καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνό­τητα τῆς πίστεως» (Ἐφ. δ´, 13). Αὐτήν τήν ἑνότητα ἡ Ὀρ­θόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει ἀναλάβει νά κηρύττει καί νά ὑποστασιοποιεῖ ὄχι μόνο σέ συνθῆκες ἀνέσεως, ἀλλά καί δυσχερεῖς καί ἀντίξοες. «Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ δι­ωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα» (Ρωμ. η´, 35) πάντοτε ὑφίσταντο γιά νά κάμψουν τό φρόνημα καί νά καταπαύσουν τόν ἀγώνα μας. Δόξα τῷ Θεῷ, δέν τά κατάφεραν ποτέ, ὅπως ἡ σημερινή Ἑορτή τῆς Ὀρθο­δοξίας πανηγυρικά διατρανώνει.
.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχει γιά νά «τηρεῖ τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Ἐφ. δ´, 3). Στήν ἐποχή μας, ἐποχή μέ ἔκδηλα τά σημεῖα τῆς πνευματικῆς καί ὑλικῆς κρίσεως, μᾶς κτυποῦν τήν πόρτα πολλοί, ἄνθρωποι κάθε φυλῆς, χρώματος καί θρησκείας. Ἀπό τό φτωχό ὑστέρημά μας πού τό πλούσι­ο φιλότιμο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐνισχύει, προσπαθοῦμε νά ἀνακουφίσουμε, νά συμπαρασταθοῦμε καί νά μήν ἐπιτρέψουμε στήν ἀπελπισία νά κυριαρχήσει στίς καρ­διές καί τά μάτια. Συνάμα, ζητήματα τῆς ἐπικαιρότη­τας διεκδικοῦν τήν ἄρθρωση ἐκκλησιαστικοῦ λόγου ἀ­ληθείας καί συνέσεως. Ἡ ἐκκλησιαστική διάσταση στό ζήτημα τῆς ὀνομασίας τοῦ γειτονικοῦ Κράτους τῶν Σκοπίων λόγῳ τῆς ἐκεῖ σχισματικῆς ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἡ μέριμνα καί ἡ φροντίδα γιά τούς πληττόμενους ἀ­πό τόν πόλεμο πληθυσμούς, χριστιανικούς καί μή, τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, σέ συνδυασμό μέ μία ἐπιχειρούμενη ἀπομείωση τῶν ἐκεῖ ἀρχαίων χριστιανικῶν κοιτίδων, ἐπιβάλλουν τήν ἐπαγρύπνηση μέ ἤρεμο θάρρος γιά νά ἀντιμετωπιστοῦν ἀλυτρωτικές καί φονταμενταλιστικές διαθέσεις καί πρακτικές. Συνάμα ἡ εὐρωπαϊκή μας πα­τρίδα δείχνει διχασμένη καθώς μοιάζει νά ξέχασε τίς ἱδρυτικές της ἀρχές καί ἀξίες καί στενάζει ὑπό τά πλήγματα τῶν ἀδικιῶν, τῶν ἀποκλεισμῶν καί τῶν δια­κρίσεων, τά ὁποῖα ἀντί νά καταστοῦν ἀντικείμενο θε­ραπείας καί αὐτοκριτικῆς, ἀποτελοῦν τήν ἀφορμή σέ ἕνα συνεχῶς διογκούμενο ρεῦμα εὐρωσκεπτικισμοῦ μέ πολλές ἐσωτερικές ἀποκλίσεις, ἀλλά πάντως διαιρετι­κό καί ὑπονομευτικό τῆς κοινῆς μας πορείας.

Ἐξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε.

.           Στήν πληθῶρα τῶν προβλημάτων ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ­κλησία τῆς Ἑλλάδος προτάσσει τό πνεῦμα ἑνότητας καί καταλλαγῆς πού τήν διακρίνει. Χαιρόμαστε δέ, διότι ἐκφραστής τοῦ αὐτοῦ πνεύματος εἶστε καί Ἐσεῖς, ὅπως μαρτυροῦν ἡ πληθώρα τῶν δηλώσεών Σας, ἀλλά κυρί­ως ὁ δεξιοτεχνικός τρόπος, μέ τόν ὁποῖον ἐπιτελεῖτε τά ὑψηλά Σας καθήκοντα. Ἡ ἐπιστημοσύνη Σας, τά πλού­σια χαρίσματά Σας, ἡ μετριοπάθειά Σας, στρατευμένα στήν ὑπόθεση τῆς διακονίας τῶν ἐθνικῶν μας δικαίων, εὐλόγως καί ἐπαξίως Σᾶς ἀναδεικνύουν ὄχι ἁπλῶς τόν Πρῶτο Πολίτη αὐτῆς τῆς Χώρας, ὄχι ἁπλῶς τόν Ἀνώτα­το Ἄρχοντα τοῦ Κράτους μας, ἀλλά Σύμβολο Ἑνότητας, τό ὁποῖο μπορεῖ καί προσωποποιεῖ τήν εἰρηνική πολυ­συλλεκτικότητα καί τό ἁρμονικό πολυδιάστατο τοῦ Ἑλ­ληνισμοῦ. Γιά αὐτό καί ἡ Σύνοδός μας ἀποφάσισε καί ἀπένειμε στήν Ἐξοχότητά Σας τήν Ἀνώτατη καί Ὕψι­στη Τιμητική Διάκριση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἔ­τη πολλά καί εὐλογημένα, πολύκαρπα καί καλλίκαρπα ἐπ᾽ ἀγαθῷ τοῦ τόπου καί τοῦ λαοῦ μας».

ΠΗΓΗ: protothema.gr

,

Σχολιάστε

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΥΝΕΟΡΤΑΣΑΝ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ στὴν Εἰδομένη

Πρόσφυγες γιόρτασαν τν Κυριακή τς ρθοδοξίας στν Εδομένη

prosfuges-giortasan-tin-orthodoksia-stin-eidomeni.w_l upl56f032bd3c29b .                 Μοναδικὲς στιγμὲς ἔζησε τὸ βράδυ τῆς Κυριακῆς ἡ Εἰδομένη. Ὀρθόδοξοι πρόσφυγες ποὺ ἔχουν ἐγκλωβιστεῖ στὰ σύνορα μὲ τὴν ΠΓΔΜ πῆραν μέρος στὴν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.
.             Δεκάδες ἦταν οἱ ὀρθόδοξοι πρόσφυγες ποὺ κατέκλυσαν τὸν μικρὸ ναό, καὶ ὅσοι δὲν χώρεσαν μέσα, παρακολούθησαν τὴν θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸ προαύλιο, κρατώντας ἱερὲς εἰκόνες στὰ χέρια τους. Ἀνάμεσά τους, ὁ Σύρος Ἀμπντοὺλ Σελάμ, ὁ ὁποῖος ἐδῶ καὶ πέντε μέρες ἔχει κατασκηνώσει στὴν Εἰδομένη.
.             upl56f032d57e741Δίπλα στοὺς Ἕλληνες κατοίκους τοῦ χωριοῦ, ἡ Ρόγια καὶ ἡ Σάμι ἀπὸ τὸ Ἰράν, ποὺ ἐδῶ καὶ 20 μέρες ζοῦν σὲ σκηνὲς δίπλα στὸ συρματόπλεγμα.

Φωτογραφίες: REUTERS / Alexandros Avramidis

 

ΠΗΓΗ: thetoc.gr

,

Σχολιάστε