Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου

H ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ (Κων. Οἰκονόμου)

ποκρισία
[Ὅταν τὸ “φαίνεσθαι” γίνεται σημαντικότερο τοῦ “εἶναι”]

τοῦ Κων/νου Οἰκονόμου
 δασκάλου -συγγραφέα

Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου σήμερα καὶ μὲ τὸ ἀντίστοιχο Εὐαγγέλιο εἰσερχόμαστε στὴν κατανυκτικὴ περίοδο τοῦΤριωδίου. Μία ἀπὸ τὶς δύο φιγοῦρες τῆς σημερινῆς Παραβολῆς τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ Φαρισαῖος. Μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων τὸ ὄνομα φαρισαῖος κατέστη συνώνυμο τῆς λέξης ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ. Ἂς δοῦμε λίγο τὸ θέμα ὑποκρισία, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πάθη.

ΟΡΙΣΜΟΣ: Ὑποκρισία εἶναι ἡ ἐπιτηδευμένη ἀπόκρυψη αἰσθημάτων καὶ σκέψεων. Οἱ ὄροι, ὑποκριτὴς καὶ ὑπόκριση, προερχόμενοι ἀπὸ τὸἀρχαῖο ἑλληνικὸ θέατρο, δηλώνουν τὸν ἠθοποιὸ καὶ τὴν ἐπὶ σκηνῆς τέχνη του, ἀντίστοιχα. Ὅταν χρησιμοποιῶ ἠθοποιϊα στὶς σχέσεις μου μὲ συνανθρώπους, εἶμαι ὑποκριτής. Ἡ ὑποκρισία, εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς γνησιότητας καὶ τῆς εἰλικρίνειας. Ἕνας ἄνθρωπος πέφτει στὴν ὑποκρισία προσπαθώντας νὰ διατηρήσει καλὴ ἐξωτερικὴ εἰκόνα, χωρὶς νὰ φροντίζει ὥστε καὶ ἐσωτερικὰ νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ καλὸς ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ δείχνει.

Η ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ ΣΟΦΙΑ: Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες οὐδέποτε ἐκτιμοῦσαν τὴν ὑποκρισία. Ὁ σοφιστὴς Γοργίας ἔλεγε: “Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει ὄχι νὰ φαίνεται καλός, ἀλλὰ νὰ εἶναι πράγματι.”, ἐνῶ ὁ Δημόκριτος τόνιζε: “Πολλοὶ δρῶντες τὰ αἴσχιστα λόγους ἀρίστους ἀσκέουσιν (λένε)”. Ο φιλόσοφος Λὰ Μπριγιὲρ ἔλεγε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τοὺς ἀνθρώπους. Κι αὐτὸ γιατί “τὶς ἀρετὲς συνήθως σκεπάζει τὸ πέπλο τῆς σεμνότητας, ἐνῶ τὰ ἐλαττώματα φορᾶνε τὴ μάσκα τῆς ὑποκρισίας”. Ὁ Λούθηρος ἔγραψε εὔστοχα: “Ἡ ὑποκρισία εἶναι ὁ σεβασμός, ποὺ προσφέρει ἡ κακία στὴν ἀρετή.” Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῶν ὑποκριτῶν εἶναι ἡ ἐπίδειξη. Ὅ,τι κάνουν γίνεται πρὸς τὸ “θεαθῆναι”, γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἐπίδειξη στὸν κοινωνικὸ βίο πηγάζει ἀπὸ τὴν ὑποκρισία. Εἶδος ὑποκρισίας εἶναι καὶ ἡψευτοειλικρίνεια ποὺ περιγράφει ὁ Οὐγκώ: “Ὁμολογοῦμε τὰ μικρά μας ἐλαττώματα, μόνο γιὰ νὰ πείσουμε ὅτι δὲν … ἔχουμε μεγάλα!”. ὉὌργουελ στηλιτεύοντας τὸν “ἀνθρωπισμὸ” ἔλεγε: “Ἕνας ἀνθρωπιστὴς εἶναι πάντα ἕνας ὑποκριτής”. Συχνὰ παρατηροῦμε πὼς ὁἀνθρώπινος χαρακτήρα, ποὺ ἡ κοινωνία ὀνομάζει εὐχάριστο, συνίσταται ἀπὸ εὐγένεια καὶ ὑποκρισία. Ὁ λαὸς συνηθίζει νὰ λέει: “Δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμο δὲν ἐκράτεις.” καί: “Στὴ γειτονιὰ τριαντάφυλλο καὶ μὲς στὸ σπίτι ἀγκάθι”, ὑπονοώντας τὸν ὑποκριτὴτῆς “διπλανῆς”, ἂν ὄχι τῆς δικῆς μας, πόρτας. Ἡ φύση μᾶς παραδειγματίζει μὲ τὴν παντελῆ ἀπουσία ὑποκρισίας. Ἐνῶ τὰ ζῶα, ἀγνοώντας τὴν ὑποκρισία, ἔχουν ἕνα ἀναγκαῖο, ἐξωτερικὸ καμουφλάζ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἕνα ἐπικίνδυνο ἐσωτερικὸ καμουφλὰζ ποὺ λέγεται ὑποκρισία.

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ: Θεραπεία τῆς ὑποκρισίας, γιὰ τοὺς ψυχολόγους, δὲν εἶναι τὸ νὰ “ἀφεθοῦμε” στὶς παρορμήσεις, ὅσο τὸ νὰ ἐσωτερικεύσουμε τὴν προσπάθεια καλλιέργειάς μας, φροντίζοντας ὥστε ἡ καλοσύνη, ἡ εὐγένεια, νὰ γίνουν καταστάσεις τοῦ ψυχικοῦ κόσμου, ὄχι προσωπεῖα ἐντυπωσιασμοῦ. Γιὰ νὰ κατορθωθεῖ αὐτό, πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ ἀξία μας κρίνεται μόνο ἀπὸτὴν μαρτυρία τῆς συνείδησής μας. Πρέπει νὰ στοχεύουμε στὴν ἐσωτερικὴ καλλιέργεια, χωρὶς νὰ σκοτώνουμε τὸν πολύτιμο χρόνο μας στὸ φτιασίδωμα ἀνώφελων “προσωπίδων συμπεριφορᾶς”. Βεβαίως, συχνὰ χρειάζεται νὰ κάνουμε κάποια τυπικὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, ὅπως νὰ καλημερίσουμε ἢ νὰ καλέσουμε κάποιον στὸ σπίτι μας, χωρὶς κατὰ βάθος νὰ τὸ ἐπιθυμοῦμε τὴν ὥρα ποὺ τὸ κάνουμε. Αὐτά, κατὰ τοὺς κοινωνιολόγους-ψυχολόγους, δὲ συνιστοῦν ὑποκρισία, ἂν στόχος μας εἶναι νὰ ξυπνήσουμε ἔτσι τὴν ἐσωτερική μας διάθεση. Ἂν καταφέρουμε πράγματι νὰ εἴμαστε καλοί, εὐγενεῖς καὶ διαπνεόμενοι ἀπὸ ἀγάπη, αὐτὸ θὰ γίνει φανερὸ καὶ στοὺς ἄλλους. Ἡἐσωτερική μας ἀκτινοβολία θὰ φωτίζει τὸ πρόσωπό μας καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἄλλων.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Ὁ Κύριος συχνὰ χαρακτήριζε τοὺς Φαρισαίους ὑποκριτὲς χρησιμοποιώντας τους στὸ κήρυγμά του ὡς πρὸς ἀποφυγὴ παράδειγμα. Ο Ἰησοῦς, ἐνῶ ὁμιλοῦσε μὲ τρόπο ἤρεμο καὶ ἐπιεικῆ, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, μιλάει καυστικὰ καὶἀνελέητα, ὅταν συναντάει τὴν ὑποκρισία τῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν τῆς ἐποχῆς του. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνει τὰ οὐαί, μὲ τὰ ὁποῖα ξεγυμνώνει τὴν ὑποκριτικὴ συμπεριφορά τους: “οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. (…) πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, (…) Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρᾷπροσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα. Οὐαὶ ὑμῖν (…), ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν.” (Μτθ. κγ΄2-14). Ἡ φαρισαΪκὴ ὑποκρισία συνίστατο στὸ ὅτι παρέβλεπαν τὶς σπουδαιότερες διατάξεις τοῦ νόμου, ἐνῶ δὲν παρέλείπαν νὰ καταβάλουν στὸ Ναὸ τὸ ἕνα δέκατο, ὄχι μόνο ὅλων τῶν καρπῶν, ὅπως προβλέπει ὁ Νόμος, ἀλλὰ ἐπεξέτειναν αὐτὸ καὶ στὰ εὐτελέστερα προϊόντα (δυόσμος, ἄνηθο, κύμινο), πράγμα ποὺ δὲν κοστίζει. Ὁ Ἰησοῦς τοὺς κατηγορεῖ, γιατί δίνουν προτεραιότητα στὰ δευτερεύοντα,παραμελώντας τὰ «βαρύτερα τοῦ Νόμου», τὴν κρίση, τὸ ἔλεος, τὴν πίστη. Ὁ Ἰησοῦς δὲν παραθεωρεῖ τὶς νομικὲς διατάξεις, ἀλλὰ καταγγέλλει τὴν διαστρέβλωση, ὅπου τὰἀσήμαντα γίνονται πρωτεύοντα, ἐνῶ περιθωριοποιοῦνται βασικὲς διατάξεις τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀντιστροφὴ αὐτὴ εἶναι ὑποκρισία, γιατί μὲτὴν εὔκολη τήρηση δευτερευουσῶν διατάξεων δημιουργεῖται εὐσεβιστικὸ προσωπεῖο σὲ δυσαρμονία μὲ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ «ὑποκριταί», ἔνας χαρακτηρισμὸς ἐπιτυχής, ποὺ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν χαρακτηριζόμενο, ὥστε στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων τὸ “ὑποκριτής” νὰ ἀποβεῖ συνώνυμο τοῦ «Φαρισαῖος».
Χαρακτηριστικότερο δεῖγμα τοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου κατὰ τῆς ὑποκρισίας ἀποτελεῖ ἡ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ Τελώνη καὶ τοῦΦαρισαίου. Ἡ σχετικὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη τῆς κατανυκτικότερης περιόδου μετανοίας, αὐτῆς τοῦ Τριωδίου. Ἡ θέσπιση τῆς ἀνάγνωσης αὐτῆς τῆς περικοπῆς μᾶς δείχνει ἀπὸ ποῦ μποροῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν αὐτοέλεγχό μας. Κατά τὴν Κλίμακα τοῦ ὁσ. Ἰωάννου Σιναΐτου, ἡ ὑποκρισία: “μία κατάσταση ὅπου τὸ σῶμα, οἱ ἐξωτερικὲς δηλαδὴ ἐκδηλώσεις, βρίσκεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ψυχή” (24.20), καταλαμβάνει τὰ πάντα. Ἄλλα λέει κάποιος καὶ ἄλλα πραγματοποιεῖ, μὲ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τοὺς πολιτικούς. Αὐτὸ ἐνοχλεῖ ἰδιαίτερα τοὺς νέους, ποὺ ἀναζητοῦν τὸ γνήσιο καὶ τὸ ἀληθινό. Ἀκόμη καὶ στὴν Ἐκκλησία, ὕφος καὶ ἦθος εἶναι κάποτε ἀπαράδεκτο σκανδαλίζοντας τοὺς πιστούς. Ἡ ἐπικέντρωση, ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς ταγοὺς σὲ θέματα τυπολατρείας καὶ ὄχι οὐσίας, “ἐπιφάνειας καὶ ὄχι πνεύματος” (Μωυσῆς Ἁγιορ.), φανερώνει πνευματικὴ ἀσθένεια. Τὸ ὀρθόδοξο ἦθος βασίζεται σὲ ἄσκηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ φυλάττει ἀκέραια τὴν ὀρθὴ πίστη, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο “θεραπεύεται” ἀπὸ ἐναρέτους μυσταγωγοὺς γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ὄχι ἀπὸ ὑποκριτές δικαστές. Πολλοὶ σήμερα ὑποκρινόμαστε θεοσέβεια, ποὺ ὑποκρύπτει ἀπιστία καὶ ψεῦδος, γιατί «ἡ υποκρισία εἶναι μητέρα καὶ αἰτία τοῦ ψεύδους». (Ἰωάννης Σιναΐτης), ἀκόμη καὶ μίσος: “Ἡ ὑπόκρισις εἶναι καρπὸς τοῦ φθόνου.” (Μέγας Βασίλειος). Ἡ προαίρεση, ἄλλωστε, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Θεὸ ἢ στὸν δαίμονα. Ὁ Φαρισαῖος προσευχόμενος ἐπαίρεται. Ὁ Τελώνης στὸ ναὸ ταπεινώνεται εἰλικρινά. Ἡ φαρισαϊκὴ θρησκευτικότητα ἦταν σαφῶς ὑποκριτική. Διέβαλλαν τὸν Χριστό, γιατί τοὺς χάλαγε σχέδια καὶ προγράμματα. Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο πράος, φτωχός, ταπεινός, ἔξω ἀπὸ τὴν φαρισαϊκὴ “κάστα”, γι’ αὐτὸ οἱ Φαρισαῖοι τὸν μισοῦσαν. Ὁ Χριστὸς ἐνανθρώπησε, γιὰ νὰ διακονήσει πονεμένους, νὰ θεραπεύσει ἀσθενεῖς, νὰ ὁδηγήσει σὲ μετάνοια ἁμαρτωλούς, νὰ σώσει ὅλους ὅσους θέλουν. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι ὁ χῶρος τῆς θείας χάριτος, τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς σωτηρίας. Ἀντίθετα, ἡ ὑποκρισία μολύνει κάθε καλὴ πράξη. Ἡ ὑποκρισία εὐχαριστεῖ τὴ φιλαυτία, τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιλαρέσκεια .

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἀπὸ τὴ θεατρικὴ σκηνὴ στὴ σκηνὴ τῆς καθημερινότητας ἡ ὑποκρισία κυριαρχεῖ. Ἐπίζηλη θέση-ρόλο στὴν κοινωνία-θέατρο κατέχουν ἄνθρωποι ποὺ ξεγελοῦν τοὺς διπλανούς τους καὶ συχνὰ καὶ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ὑποκριτής, νομίζοντας ὅτι ἐξυπηρετεῖκαλύτερα τὶς κοινωνικές του σχέσεις, στὴν πραγματικότητα βρίσκεται ἀπομονωμένος ἐντὸς τειχῶν, ποὺ ὁ ἴδιος ἔκτισε. Ἡ ὀχύρωση στὰτείχη τῆς ὑποκρισίας-ἀτομισμοῦ, ἀποτελεῖ ἀντικοινωνικὴ-αὐτιστικὴ στάση. Εἶναι ἐπιτυχία δαιμονικῶν δυνάμεων ποὺ κρύβονται μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὅλα τοῦτα, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀρέσκεται στὴν προσωπικότητά του καὶ προσπαθεῖ νὰ τῆς φορέσει “ψιμμίθια”, ἀνύπαρκτες ἀρετὲς καὶ φανταστικὲς ἱκανότητες. Δυνατότητα ἀνάπλασης τοῦ ἀνθρώπου προσφέρεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ κατακτιέται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ πτώση τῶν τειχῶν τῆς ὑποκρισίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν προσέγγιση τῶν “εἰκόνων” τοῦ Θεοῦ μεταξύ τους, θὰ ἀποτελέσει νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καὶ τοῦ ἀθέου οὑμανισμοῦ.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΕΝΑ ΑΜΑΡΤΩΛΟ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Συνέντευξις μέ ἕναν ἁμαρτωλό!

τοῦ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

  • Ὁ δικός μας φακός δέν ξέρω σέ ποιό ἀπό τά δύο πρόσωπα θά «ζουμάρη»! Γεγονός εἶναι, ὅτι ὁ φακός τοῦ Χριστοῦ ἔρριξε μαύρη σκιά στό πρόσωπο τοῦ Φαρισαίου καί ἀφανίστηκε… Καί ὕστέρα, ὅλα τά φώτα τῆς θείας καταξιώσεως τά ἔρριξε στόν Τελώνη! Ξεχασμένος γιά τά μάτια τοῦ Φαρισαίου· δοξασμένος γιά τά μάτια τοῦ Χριστοῦ! Τιποτένιος γιά τήν κρίσι, ἤ μάλλον τήν κατάκρισι, τοῦ Φαρισαίου· δικαιωμένος κατά τήν κρίσι τοῦ Χριστοῦ! «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἤ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη΄ 14). Μηδενικό γιά τήν παρέα τοῦ Φαρισαίου· ἄριστος γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Χριστοῦ! ’Αποδιοπομπαῖος γιά τόν Φαρισαῖο. Καλοδεχούμενος γιά τόν Θεό! Πῶς προσείλκυσε τό βλέμμα τοῦ Χριστοῦ; Μόνο τό βλέμμα; Καί τή συμπάθεια! Καί τήν ἐκτίμησι. Και τή συγγνώμη. Καί τήν αγάπη. Καί τόν θαυμασμό!

—Μά, Κύριε, αὐτόν θαυμάζεις; Σύ, ὁ ’Αναμάρτητος, αὐτόν τόν ἐλεεινό ἁμαρτωλό; Σύ, ὁ Δίκαιος καί Ἐλεήμων, αὐτόν τόν φοροκλέφτη; Σύ, ὁ Εὐεργέτης, αὐτόν, τόν ἄδικο φορομπήχτη;

—Κύριε, μέ τούς ἁμαρτωλούς εἶσαι;!! Μέ τούς ἅρπαγες καί κλέφτες; Μέ τούς τελῶνες καί τούς ἀπατεῶνες;

—Δέν είμαι μ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἦρθα ἀπό τόν οὐρανό γι’ αὐτούς! Δέν συμφωνῶ μέ τίς ἄλλες πράξεις τους. Μά συμφωνῶ μέ τήν τελευταία πρᾶξι τους: Λέγεται μετάνοια! «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13).

—Δέν εἶμαι σύμφωνος μέ τό παρελθόν τους. Ἀγκαλιάζω ὄμως τό παρόν τους! Ξέρετε γιατί τούς γαπῶ ὅλους αὐτούς; Γιατί ἔγιναν πρώην! · Πρώην πελάτες τοῦ Διαβόλου… Πρώην ἐργάτες τοῦ κακοῦ. Πρώην ὄργανα τῆς ἀτιμίας. Πρώην αἰσχροί. Πρώην πόρνοι. Πρώην κακοποιοί. Πρώην ληστές. Πρώην ἐγκληματίες. Πρώην διῶκτες. Πρώην ὑβριστές. Πρώην ἀλῆτες. Πρώην ἐξαρτημένοι!…

—Θέλετε νά βάλω ἕναν προσδιορισμό τῆς ’Εκκλησίας μου; Ἐκκλησία τῶν πρώην!

  • Ἰδιαίτερα ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου εἶναι τῶν πρώην ἁμαρτωλῶν. Οἱ πρώην, βέβαια, πού δέν ξαναγυρίζουν στό σκοτεινό παρελθόν τους… Δέν ἔχουν μόνο μεταμέλεια. Ὅσοι κακοποιοί συλλαμβάνονται ἀπό τήν ἀστυνομία καί δείχνουν μεταμέλεια, τό κάνουν συνήθως γιά τήν ποινή τῆς δικαιοσύνης. Ἡ μετάνοια ὅμως δέν εἶναι ἁπλῶς μεταμέλεια. Ὅσοι μετανοοῦν ὁριστικά, ὅπως ὁ Τελώνης ἤ ὁ Ἄσωτος, τό κάνουν γιά νά ἑλκύσουν τό λεος τοῦ Θεοῦ.

  • Γι’ αὐτό καί ἡ μετάνοια δέν ἀρκεῖται στό «πρώην» γιά τό κακό παρελθόν. Προχωρεῖ στό δάκρυ καί τήν ἐξομολόγησι τοῦ παρόντος. Καί βαδίζει πλέον (ἄνθρωπος καί μετάνοια) τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς καί τῆς ἀρετῆς. Δέν ἀρκεῖ ὁ ἄρρωστος νά γίνη καλά. Πρέπει τώρα καί νά τρέχη… Δέν ἀρκεῖ τό δάκρυ. Χρειάζονται καί τά ἔργα τά καλά. «Ποιήσατε καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας» (Λουκ. γ΄28).

Ἄν ἤμασταν φωτορεπόρτερς καί πηγαίναμε νά πάρουμε συνέντευξι ἀπό τούς ἐπισκέπτες τοῦ Ναοῦ, θά βλέπαμε, καί τούς δυό νά ἀρχίζουν μέ τήν ἴδια λέξι· μέ τή λέξι «Θεός»!

—Ὁ Θεός! Γιά μένα (λέει ὁ Φαρισαῖος) ὑπάρχει ὁ Θεός, γιά νά μέ θαυμάζη, γιά νά μέ βραβεύη!

  • Γιά σένα, τελώνη; Πές μας, τί εἶναι ὁ Θεός; Μίλα μας!…

Κι ὁ Τελώνης «…μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι» (Λουκ. ιη΄ 13).

—Δέν τολμῶ νά σᾶς κοιτάξω. Πολύ περισσότερο, δέν τολμῶ νά κοιτάξω τό Θεό. Τόν ἔχω πικράνει.

  • Ἐμεῖς ἐπιμένουμε… Πνιγμένον ἀπό τίς νοχές, τόν ἀκοῦμε νά ψιθυρίζη:

—Ὁ Θεός!… ’Όχι, δέν θέλω νά μέ βραβεύσης· ἄλλωστε τί καλό ἔκανα; Δέν ἀξίζω τίποτε. Οὔτε νά Σέ ἀτενίσω, οὔτε νά Σοῦ ζητήσω κάτι. Ἕνα θέλω: Τό λεός Σου, τή συγγνώμη Σου. Ὅλα τά ξέρεις. Πῶς νά Σοῦ κρυφτῶ; «Ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13).

  • Θέλει νά ἐξαφανιστῆ… Κανείς νά μήν τόν ξέρη! Σέ μιά γωνιά κρυμμένος. Καί δέν θά τόν ἀνακαλύπταμε, ἄν δέν τόν ἔκραζε ὁ Φαρισαῖος! Σάν νά τοῦ ᾽λεγε: «Ἔλα ᾽δῶ, παληάνθρωπε! Ἔλα νά σέ φτύση ὅλος ὁ κόσμος!…».

  • Ἔτσι τόν παίρνουμε κι ἐμεῖς χαμπάρι:

—Τί ἔχεις νά πῆς γι’ αὐτόν τόν Φαρισαῖο πού σέ κατηγορεῖ;

—Γιά ’κεῖνον, τίποτε! Δέν ξέρω γιατί ἔχει μεγάλη δέα γιά τόν ἑαυτό του. Ἐγώ καμμιά καλή ἰδέα δέν ἔχω γιά τόν ἑαυτό μου… Μέ κατηγορεῖ; Μοῦ ἀξίζει! Μέ διαπομπεύει; Μοῦ ἀξίζει! Ἐγώ ἕνα τολμῶ νά πῶ: «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13)…

  • Θαμπωμένοι ἀπό τή συναίσθησι τοῦ τελώνη, τολμᾶμε νά τόν ρωτήσουμε:

—Καί τώρα τί θέλεις;

—Ξέρω τί θέλω, μά δέν τό λέω. Ξύλο θέλω, αὐτό μοῦ ἀξίζει! Ἀλλ’ ἐπειδή ὁ Θεός δέν δίνει ξύλο, μόνος μου χτυπάω τό στῆθος μου, χτυπάω τά σωθικά μου, τή βρώμικη καρδιά μου!

  • Ποιός ἀπό μᾶς ἀντέχει νά ᾽χη ἐγωισμό καί ὑπερηφάνεια, ὅταν βλέπη τή μορφή τοῦ τελώνη; Ὅταν βλέπη τή συντριβή τοῦ ἁμαρτωλοῦ;

Καί εἶμαι κι ἐγώ ἁμαρτωλός…

—Θεέ μου, νά Σέ ἀτενίσω, δέν τολμῶ…. Νά καυχηθῶ, γιατί; Δέν ξέρω… Τά ἁμαρτήματά μου νά μετρήσω, δέν μπορῶ! Τί μοῦ ἀπομένει;…

  • Σιωπῶ γιά μιά στιγμή… Κι ἀκούω καμπάνες χαρμόσυνες!

Χτυπᾶτε, προστάζει ὁ Χριστός! Χτυπᾶτε καμπάνες τ’ Οὐρανοῦ! Νέο παιδί της φέρνει ἡ μετάνοια! Εἶναι ὁ τελώνης!

  • Θά χτυπήσουν ἆραγε καί γιά μᾶς αὐτές οἱ καμπάνες; Θά σωθοῦμε. Ἄν ἀπ’ τά βάθη μας Τοῦ ποῦμε: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13).

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-3 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Γ´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

Μέρος Β´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς δὲν πηγαίνει μπροστά, στὴν πρώτη θέση μέσα στὴν ἐκκλησία. Τί ἀνάγκη ἔχει νὰ τὸ κάνει αὐτό; Ὁ Θεὸς τὸν βλέπει καὶ στὸ πίσω μέρος τῆς ἐκκλησίας τὸ ἴδιο, ὅπως κι ἂν στεκόταν μπροστά. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βρίσκεται πάντα σὲ πραγματικὴ μετάνοια. «Ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πανηγύρι γιὰ τὸ Θεό», λέει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τὴ μηδαμινότητά του ἐνώπιόν του Θεοῦ, γεμίζει μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ὁμολόγησε ἔμφοβος ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. α´ 7). Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά της. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς εἶναι πολὺ ταπεινός, νιώθει εὐτυχὴς μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἐπιτρέπει νὰ πλησιάσει στὰ πόδια Του.
.               Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί; Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς. Τὶς ψυχικὲς ἁμαρτίες μπορεῖς νὰ τὶς διαβάσεις στὰ μάτια. Δὲν διαπιστώνεις κάθε μέρα πώς, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, χαμηλώνει τὰ μάτια του μπροστὰ στοὺς ἄλλους; Πῶς θὰ μποροῦσαν τὰ μάτια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ μὴ χαμηλώσουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ παντογνώστη; Κάθε ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, διαπράττεται κι ἐνώπιόν του Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία στὴ γῆ ποὺ νὰ παραμείνει ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται μὲ ντροπὴ μπροστὰ στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραβολὴ λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι.
.               Ἀλλὰ γιατί χτυποῦσε τὸ στῆθος του; Γιὰ νὰ δείξει Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πὼς τὸ σῶμα εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ σωματικὲς ἐπιθυμίες ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες. Ἡ λαιμαργία ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία. Ἡ λαγνεία ὁδηγεῖ στὴν ὀργὴ κι αὐτὴ στὸ φόνο. Ἡ σωματικὴ ψύχωση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἐξασθενίζει καὶ σκοτώνει τὸν θεϊκὸ ἡρωισμὸ ποὺ ἐνυπάρχει στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ τελώνης χτυπάει τὸ σῶμα του. Ξέρει καλὰ τὴν ἁμαρτία του, τὴν ταπείνωσή του καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸ Θεό.
.               Γιατί ὅμως χτυπάει κυρίως τὸ στῆθος του κι ὄχι τὸ κεφάλι του ἢ τὰ χέρια του; Ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ βρίσκεται στὸ στῆθος. Κι ἡ καρδιὰ εἶναι πηγὴ κάθε ἁμαρτίας καὶ κάθε ἀρετῆς. Εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ´ 20-23). Γι’ αὐτὸ ὁ τελώνης χτυποῦσε τὸ στῆθος του.
.               Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό. Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τελώνης. Δὲν ἀπαριθμοῦσε οὔτε τὰ καλά του ἔργα οὔτε τὰ κακά. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Κι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπαρίθμηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια γιὰ ὂλ’ αὐτά. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
.               Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λένε ὅλα. Θεέ μου, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς κι ἐγὼ ὁ ἄρρωστος. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσεις, σὲ Σένα μόνο ἀνήκω. Ὁ γιατρὸς εἶσαι Ἐσύ, θεραπεία εἶναι τὸ ἔλεός Σου. Λέγοντας ὁ ἄρρωστος, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, εἶναι σὰ νὰ λέει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια: «Γιατρέ, δῶσε τὴ θεραπεία σὲ μένα τὸν ἄρρωστο. Κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θεραπεύσει παρὰ μόνο Ἐσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. Ν´ 6). Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει βοήθεια γιὰ μένα, ὅσο δίκαιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις. Τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε ἡ νηστεία μου, οὔτε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας μου ποὺ δίνω οὔτε ὅλα τὰ καλά μου ἔργα. Μόνο τὸ ἔλεός Σου μπορεῖ νὰ γειάνει τὶς πληγές μου σὰν φάρμακο σωστικό. Ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ τραύματά μου, μᾶλλον τὰ χειροτερεύει. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὴν ἀρρώστια μου κι Ἐσὺ ἔχεις καὶ τὴ θεραπεία. Εἶναι ἄσκοπο γιὰ μένα νὰ πάω ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἢ νὰ προσευχηθῶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἂν Ἐσὺ μὲ ἀπορρίψεις, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἐσύ, μόνο Ἐσύ, Κύριε, μπορεῖς, ἂν τὸ θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σῶσε με. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

* * *

.               Τί λέει ὁ Κύριος τώρα, πῶς ἀπαντάει σ’ αὐτοῦ του εἴδους τὴν προσευχή; «Λέγω ὑμίν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη´ 14). Σὲ ποιὸν ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος; Σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ νομίζουμε πὼς εἴμαστε δίκαιοι. Ὁ τελώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ γύρισε στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ταπείνωση τὶς ἁμαρτίες τοῦ γυρίζει στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ ἄδικος καὶ ἀλαζόνας. Ὁ ταπεινὸς καὶ μετανιωμένος ἄνθρωπος δικαιώνεται, ὄχι ὁ αὐθάδης, ὁ ματαιόδοξος καὶ ὑπερήφανος. Ὁ γιατρὸς ἐλεεῖ καὶ θεραπεύει τὸν ἄρρωστο ποὺ ὁμολογεῖ τὴν ἀρρώστια του κι ἀναζητᾶ θεραπεία, ἐνῶ στέλνει ἄδειο στὸ σπίτι τοῦ ἐκεῖνον ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ γιατρὸ γιὰ νὰ κομπάσει πὼς εἶναι ὑγιής.
.               Ὁ Κύριος τελειώνει τὴ θαυμάσια παραβολή Του μὲ τὴν ἑξῆς διδαχή: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιη´14). Ποιὸς εἶναι ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν καὶ ποιὸς ὁ ταπεινῶν; Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ οὔτε ὅσο τὸ φάρδος μίας τρίχας, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν σηκώσει. Ἐδῶ ὅμως ἐννοεῖ ἐκεῖνον ποὺ νομίζει πὼς ὑψώνεται μὲ τὸ νὰ σπεύδει νὰ καταλάβει τὴν πρώτη θέση, μπροστὰ σὲ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους· ἐκεῖνον ποὺ κομπάζει γιὰ τὰ καλά του ἔργα· ἐκεῖνον ποὺ ὑπερηφανεύεται ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὸ Θεό· αὐτὸν ποὺ ταπεινώνει καὶ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ φαίνεται ἀνώτερος. Σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πὼς ὑψώνονται, στὴν οὐσία ταπεινώνονται. Ὅσο ἀνώτεροι φαντάζουν στὰ δικά τους τὰ μάτια ἢ καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Τέτοιους ἀνθρώπους θὰ τοὺς ταπεινώσει ὁ Θεός. Κάποια μέρα θὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν τὴν ταπείνωση αὐτή. «Ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ταπείνωση, δὲν θὰ λάβει τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του. Ἡ ἀνταπόδοση δὲν δίδεται γιὰ τὰ ἔργα ἀλλὰ γιὰ τὴν ταπείνωση», λέει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (Λόγος λδ´).
.               Ποιός εἶναι αὐτὸς ποῦ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του; Ὄχι βέβαια ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φαίνεται ταπεινότερος, μὰ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὴν ταπεινότητά του ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἄλλη ταπείνωση ἀπό μας, παρὰ μόνο τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται κι ὁμολογεῖ τὸ βάθος ὅπου τὸν βύθισε ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀδύνατο νὰ βυθιστεῖ περισσότερο. Ἡ ἁμαρτία μᾶς τραβάει πάντα χαμηλά, στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν πέφτει ποτέ. Ποῦ μπορεῖ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκεται πιὸ χαμηλὰ ἀπ’ ὅλους; Ἡ ματαιότητα εἶναι μεγάλη αἰσχύνη, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι ὕψος μεγάλο, τιμὴ καὶ ἀξία» (Ὁμιλ. 19).
.               Μὲ λίγα λόγια: Ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ὁ τελώνης, τιμᾶται. Ὁ πρῶτος (ὁ Φαρισαῖος) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ, γιατί δὲ βλέπει πὼς εἶναι ἄρρωστος. Ὁ δεύτερος (ὁ τελώνης) εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν ἀρρώστια του, παρακολουθεῖται ἀπὸ τὸ γιατρὸ καὶ κάνει τὴ θεραπεία του. Ὁ πρῶτος εἶναι σὰν τὸ λεῖο καὶ ψηλὸ δέντρο ποὺ μέσα τοῦ ὅμως εἶναι σάπιο καὶ γι’ αὐτὸ ἄχρηστο στὸν οἰκοδεσπότη. Ὁ δεύτερος εἶναι σὰν τὸ δέντρο ποὺ ἔχει ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμὸς τοῦ εἶναι στραβός, μὰ ὁ οἰκοδεσπότης τὸ κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸ σπίτι του.
.               Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν, νὰ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται μὲ φόβο καὶ δοξάζουν τὸν πανεύσπλαχνο Πατέρα, τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Β´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τολμᾶ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία, μπροστὰ στὸν Θεό! Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Δὲν εἶναι ὁ χῶρος ὅπου οἱ ἄρρωστοι συναντοῦν τὸ γιατρό τους; Ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι πνευματικά, ἁμαρτωλοί, πηγαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὴν ἀρρώστια τους στὸ Θεό, τὸ γιατρό. Ν’ ἀναζητήσουν τὴ θεραπεία τους ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς γιατρὸς γιὰ ὅλες τὶς ἀρρώστιες, γιὰ ὅλα τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ὁ χορηγὸς ὅλων τῶν ἀγαθῶν.
.               Στὸ νοσοκομεῖο δὲν πηγαίνουν οἱ ὑγιεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν στὸ γιατρὸ πόσο καλὴ ὑγεία ἔχουν. Ὁ Φαρισαῖος αὐτὸς ὅμως δὲν πῆγε στὸ ναὸ ἀπόλυτα ὑγιὴς ψυχικά, γιὰ νὰ κομπάσει γιὰ τὴν ὑγεία του. Αὐτὸς ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστος, ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας. Στὸν πυρετὸ τῆς ἀρρώστιας του αὐτῆς ὅμως δὲν καταλάβαινε πόσο σοβαρὰ ἄρρωστος ἦταν.
.              Κάποτε ἐπισκέφτηκα ἕνα ψυχιατρεῖο. Ὁ γιατρὸς μὲ ὁδήγησε μπροστὰ ἀπὸ ἕνα συρμάτινο πλέγμα, κατὰ μῆκος τοῦ δωματίου τοῦ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστου ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του. «Πῶς αἰσθάνεσαι;», τὸν ρώτησα. Κι ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως: «Πῶς νομίζεις ὅτι μπορῶ νὰ αἰσθάνομαι, ἀνάμεσα σ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρελούς;».
.               Τί ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν πραγματικότητα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει ὅτι σ’ Ἐκεῖνον ὀφείλεται τὸ ὅτι δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὄχι. Τὰ λόγια, Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ ἕνα θαυμασμό, μία αὐτοεγκωμιαστικὴ προσέγγισή του στὸν Θεό, ὥστε Ἐκεῖνος ν’ ἀκούσει τὴν κομπορρημοσύνη του. Ἀπ’ ὅλα ὅσα λέει, προκύπτει πὼς δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ γιὰ τίποτα. Ἀντίθετα, βλασφημεῖ τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ βλασφημεῖ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία Του. Γιὰ τίποτα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό. Ὅσα λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του τ’ ἀποδίδει σὲ δικές του ἐνέργειες, στὰ κατορθώματα ποὺ μόνος αὐτὸς πέτυχε, χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ πεῖ σὲ καμιὰ περίπτωση πὼς δὲν εἶναι ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχὸς ἢ τελώνης, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν προφύλαξε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη αὐτὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεός Του. Εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀποτιμᾶ ἔτσι τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ ἕναν ἄξιο ἄνθρωπο μὲ ἐξαιρετικὸ χαρακτήρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ ταίρι του σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς χαρακτήρας κάνει προσπάθειες καὶ θυσίες γιὰ νὰ διατηρηθεῖ στὸ ὑψηλὸ αὐτὸ ἐπίπεδο, ψηλότερα ἀπ’ ὅλους τους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ, ὅταν κομπάζει πὼς νηστεύει δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνει τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζει.
.               Πόσο εὔκολο τρόπο διάλεξε γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ Φαρισαῖος! Εὐκολότερο κι ἀπὸ τὸν πιὸ εὔκολο τρόπο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή! Ἀπ’ ὅλες τὶς ἐντολὲς ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, μέσῳ τοῦ Μωυσῆ, αὐτὸς διάλεξε τὶς δύο εὐκολότερες. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν τηρεῖ καμιά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε τὶς δύο αὐτὲς ἐντολές, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάγκη νὰ νηστεύουν καὶ νὰ δίνουν τὸ δέκατο τῆς περιουσίας τους οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν χρειάζεται ὁ Θεός. Δὲν ἔδωσε τὶς ἐντολὲς αὐτὲς στοὺς ἀνθρώπους σὰν αὐτοσκοπό, ἀλλὰ – ὅπως καὶ τὶς ἄλλες ἐντολὲς- γιὰ νὰ καρποφορήσουν στὴν ταπείνωση, στὴν ὑπακοὴ στὸν Θεό, στὴν ἀγάπη γιὰ Ἐκεῖνον καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
.               Μὲ λίγα λόγια, τὶς ἐντολὲς ὁ Θεὸς τὶς ἔδωσε γιὰ νὰ διεγείρουν, νὰ μαλακώσουν καὶ νὰ φωτίσουν τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Φαρισαῖος τηροῦσε τὶς ἐντολὲς χωρὶς σκοπό. Νήστευε κι ἔδινε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας του ἀλλὰ μισοῦσε τοὺς ἄλλους, τοὺς περιφρονοῦσε, στάθηκε μὲ ἀλαζονεία μπροστὰ στὸν Θεό. Παρέμεινε ἕνα ἄκαρπο δέντρο. Ὁ καρπὸς δὲν ἔγκειται στὴ νηστεία, ἀλλὰ στὴν καρδιά. Ὁ καρπὸς δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη ἐντολὴ ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καρδιά. Ὅλες οἱ ἐντολὲς κι ὅλοι οἱ νόμοι ὑπάρχουν γιὰ νὰ βελτιώνουν τὴν καρδιά. Νὰ τὴ θερμαίνουν, νὰ τὴ φωτίζουν, νὰ τὴν ποτίζουν, νὰ τὴν περιχαρακώνουν, νὰ τὴ σπέρνουν, νὰ τὴν καλλιεργοῦν. Κι ὅλ’ αὐτὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καρποφορήσει ὁ ἀγρὸς τῆς καρδιᾶς, ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ὡριμάσει ὁ καρπός. Ὅλα τὰ καλὰ ἔργα εἶναι μέσα, δὲν εἶναι σκοπός· εἶναι ἡ μέθοδος, ὄχι ὁ καρπός. Σκοπὸς εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ φέρει τὸν καρπό.
.               Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὴν προσευχή του δὲν πέτυχε τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό. Δὲν ἀποκάλυψε τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ τὴν ἀσχήμια της. Δὲν φανέρωσε τὴν ὑγεία του, ἀλλὰ τὴν ἀρρώστια. Ὁ Χριστὸς θέλησε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ νὰ μᾶς δείξει πώς, ὄχι μόνο ὁ συγκεκριμένος Φαρισαῖος, ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν Φαρισαίων ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἤθελε νὰ ἐξουσιάζει τὸν ἰσραηλιτικὸ λαό. Θέλησε μὲ τὴν παραβολή Του ὁ Κύριος νὰ μᾶς δείξει πὼς ἡ διεστραμμένη εὐσέβεια κι ὁ πλανεμένος φαρισαϊσμὸς ἀνήκουν καὶ σέ μᾶς, σὲ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν χριστιανῶν μέχρι τὶς μέρες μας. Δὲν ὑπάρχουν σήμερα ἀνάμεσά μας χριστιανοὶ ποὺ προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ Φαρισαῖος; Δὲν εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ ἀρχίζουν τὴν προσευχή τους μὲ κατηγορίες καὶ μομφὲς κατὰ τοῦ πλησίον τους καὶ τελειώνουν μὲ αὐτοεγκωμιασμούς; Δὲν εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸν Θεὸ ὡς δανειστὲς μπροστὰ στὸν ὀφειλέτη τους; Δὲν λένε πολλοὶ ἀπό μας, «Θεέ μου, ἐγὼ νηστεύω, πηγαίνω στὴν ἐκκλησία, πληρώνω τοὺς φόρους μου, κάνω δωρεὲς στὴν ἐκκλησία· δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐγώ, σὰν τοὺς ἅρπαγες καὶ τοὺς συκοφάντες, σὰν τοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς μοιχούς. Αὐτοὶ μὲ στενοχωροῦν ἐμένα. Ἐσύ, τί κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δὲν τοὺς ἀφανίζεις αὐτούς, γιατί δὲν ἐπιβραβεύεις ἐμένα γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ κάνω γιὰ Σένα; Δὲν βλέπεις, Θεέ, πόσο ἁγνὴ εἶναι ἡ καρδιά μου, πόσο ὑγιὴς εἶναι ἡ ψυχή μου;».
.               Πρέπει νὰ ξέρεις πώς, ὅπως λέει ὁ ὅσιος Μάξιμος, «ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ἐξαπατήσει, μὰ οὔτε καὶ σὺ Ἐκεῖνον. Ὅλοι κάνουν τὸν σταυρό τους, μὰ δὲν προσεύχονται ὅλοι». Ὁ Φαρισαῖος εἶναι «Ἀβραὰμ ὡς πρὸς τὴ γενειάδα του, μὰ Χὰμ ὡς πρὸς τὰ ἔργα του». Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μιλᾶνε οἱ Φαρισαῖοι. Κι ὁ Θεὸς τοὺς ἀκούει καὶ τοὺς στέλνει πίσω κενούς, ἄδειους. Τοὺς ἁπαντᾶ: «Δὲν ἀναγνωρίζω τὴν περιγραφὴ ποὺ κάνετε στὸν ἑαυτό σας». Στὴν τελικὴ κρίση θὰ τοὺς πεῖ: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Δὲν σᾶς ξέρω. Ὁ Θεὸς δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς φίλους Του ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς καρδιές τους. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ δὲν ἐκτιμᾶ τὴ συκιὰ ἀπὸ τὰ φύλλα της, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς καρπούς της.

* * *

.               Πῶς θά ᾽πρεπε νὰ προσευχηθεῖ ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς; Ἰδού, πῶς: «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ὁ τελώνης ἔστεκε μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό, ἀλλὰ χτυποῦσε τὸ στῆθος του κι ἔλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Α´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

.               Ἕνας ἄνθρωπος βάδιζε στὸ δάσος. Ἤθελε νὰ διαλέξει ἕνα καλὸ δέντρο, ἀπ’ ὅπου θὰ ἔβγαζε δοκάρια γιὰ τὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ του. Ἐκεῖ εἶδε δύο δέντρα, τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο. Τὸ ἕνα ἦταν ἴσιο, λεῖο καὶ ψηλό, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικό του, ὁ πυρήνας του, ἦταν σάπιο. Τὸ ἄλλο εἶχε ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμός του ἔδειχνε ἄσχημος. Τὸ ἐσωτερικό του ὅμως ἦταν γερό. Ὁ ἄνθρωπος ἀναστέναξε καὶ εἶπε: «Σὲ τί μπορεῖ νὰ μοῦ χρησιμέψει τὸ ψηλὸ καὶ ἴσιο αὐτὸ δέντρο, ἀφοῦ τὸ μέσα του εἶναι σάπιο κι ἀκατάλληλο γιὰ δοκάρια; Τὸ ἄλλο μοιάζει ἀνώμαλο, ἄσχημο, ἀλλὰ τουλάχιστο τὸ μέσα του εἶναι γερό. Ἔτσι, ἂν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορῶ νὰ τὸ διαμορφώσω καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσω γιὰ δοκάρια στὸ σπίτι μου». Καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ περισσότερο, διάλεξε τὸ δέντρο ἐκεῖνο, τὸ γερό. Τὸ ἴδιο θὰ κάνει κι ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεχωρίσει δύο ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μέσα στὸ ναό Του. Δὲν θὰ διαλέξει ἐκεῖνον ποὺ φαίνεται ἐπιφανειακὰ δίκαιος, ἀλλὰ τὸν ἄλλον, ἐκεῖνον ποὺ ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη μὲ τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
.               Οἱ ὑπερήφανοι ἔχουν τὰ μάτια τους διαρκῶς ὑψωμένα πρὸς τὸν Θεό. Οἱ καρδιές τους ὅμως εἶναι κολλημένες στὴ γῆ. Αὐτοὶ δὲν εὐαρεστοῦν στὸν Θεό. Εὐάρεστοι στὸν Θεὸ εἶναι οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι, οἱ πράοι, ποὺ ἔχουν τὰ μάτια τους χαμηλωμένα στὴ γῆ, μὰ οἱ καρδιές τους εἶναι γεμάτες οὐρανό. Δημιουργς προτιμ τος νθρώπους πο μολογον στὸν Θε τς μαρτίες τους, χι τ καλά τους ργα.
.               Ὁ Θεὸς εἶναι γιατρός. Πλησιάζει στὸ κρεβάτι ὅπου κείτεται ὁ καθένας μας καὶ ρωτάει: «Ποῦ πονᾶς;» Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξιοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ γιατροῦ κοντά του καὶ τοῦ φανερώνει ὅλους τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀδυναμίες του, εἶναι σοφός. Ἐκεῖνος ποὺ κρύβει τὶς ἁμαρτίες του καὶ καυχιέται μπροστὰ στὸ γιατρὸ πὼς εἶναι ὑγιής, εἶναι ἀνόητος. Λὲς κι ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ δεῖ πόσο καλὰ εἶναι κι ὄχι ἀπὸ τί πάσχει. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὸ ν’ ἁμαρτάνεις εἶναι κακό, ὅταν ὅμως τὸ ὁμολογεῖς, μπορεῖς νὰ λάβεις βοήθεια. Ὅταν ὅμως ἁμαρτάνεις καὶ δὲν τὸ παραδέχεσαι, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ βοηθηθεῖς».
.            Γι’ αὐτὸ ἂς γίνουμε σοφοί, συνετοί. Ὅταν στεκόμαστε γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε μπροστὰ στὸν Θεό, πρέπει νὰ νιώθουμε πὼς βρισκόμαστε μπροστὰ στὸν πιὸ καλὸ καὶ πιὸ ἐλεήμονα γιατρό. Ἐκεῖνος ρωτάει τὸν καθένα μας μὲ ἀγάπη καὶ μέριμνα: «Ποῦ πονᾶς;» Ἐμεῖς ἂς μὴν ἀμελήσουμε καθόλου νὰ τοῦ ἀποκαλύψουμε τὴν ἀρρώστια μας, νὰ τοῦ φανερώσουμε τὶς πληγὲς καὶ τὶς ἁμαρτίες μας.

* * *

.               Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μᾶς μιλάει γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου. Στὸ εὐαγγέλιο διαβάζουμε πὼς ὁ Χριστὸς εἶπε τὴν παραβολὴ αὐτὴ «πρός τινας πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς», πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀλαζονικὴ αὐτοπεποίθηση πὼς εἶναι δίκαιοι καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους. Μήπως κι ἐμεῖς συγκαταλεγόμαστε ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος τοὺς ἀπηύθυνε τὴν παραβολὴ αὐτή;
.               Μὴν ἀντιδρᾶς σ’ αὐτὰ πού σοῦ λέω. Ὁμολόγησε καλύτερα τὴν ἀρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αὐτὴν καὶ πάρε τὸ φάρμακο ποὺ σοῦ δίνει ὁ πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ἕνα νοσοκομεῖο βρίσκονταν πολλοὶ ἄρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοὶ εἶχαν πυρετὸ κι ἀνυπομονοῦσαν, περίμεναν μὲ ἀγωνία πότε θὰ ‘ρθεῖ ὁ γιατρός. Ἄλλοι ἔκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πὼς ἦταν ὑγιεῖς καὶ δὲν εἶχαν ἀνάγκη τὸ γιατρό. Ἕνα πρωινὸ ὁ γιατρὸς ἔκανε ἐπίσκεψη στοὺς ἀρρώστους. Μαζί του ἦταν κι ἕνας φίλος του, ποὺ κρατοῦσε δῶρα γιὰ νὰ τοὺς δώσει. Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ εἶδε ἐκείνους ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ πυρετὸ καὶ τοὺς λυπήθηκε.
– Θὰ γίνουν καλά; ρώτησε τὸ γιατρό.
Ἐκεῖνος τοῦ ψιθύρισε στὸ αὐτί:
– Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ ἐμπύρετοι, ναί, μποροῦν νὰ γίνουν καλά. Τὸ ἴδιο κι οἱ ἄλλοι ποὺ κείτονται στὰ κρεβάτια τους. Αὐτοὶ ποὺ κόβουν βόλτες ὅμως, ὄχι, δὲν γίνονται καλά. Αὐτοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀνίατες ἀρρώστιες, ἔχει προχωρήσει ἡ σήψη μέσα τους.
.               Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ ἔμεινε κατάπληκτος. Ἡ ἔκπληξή του στρεφόταν πρὸς δύο κατευθύνσεις: πρὸς τὸ μυστήριο ποὺ κρύβουν οἱ ἀρρώστιες καὶ πρὸς τὴν ὀφθαλμαπάτη τῶν ἀνθρώπων.
.               Φαντάσου τώρα πὼς εἴμαστε ἄρρωστοι στὸ νοσοκομεῖο τοῦ κόσμου. Ἡ ἀρρώστια ποὺ ἔχει προσβάλει ὅλους μας ἔχει τὸ ἴδιο ὄνομα: ἀδικία. Ἡ λέξη αὐτὴ καλύπτει ὅλα τὰ πάθη, ὅλες τὶς ἐπιθυμίες, ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς ἀδυναμίες ποὺ ἀγγίζουν τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ νοῦ μας. Οἱ ἄρρωστοι χωρίζονται σὲ κατηγορίες. Μερικοὶ μόλις προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ἄλλοι βρίσκονται σὲ προχωρημένη κατάσταση κι ὑπάρχουν κι αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς ἀνάρρωσης. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅμως εἶναι τέτοια, ὥστε μόνο ὅσοι θεραπεύτηκαν μποροῦν νὰ κατανοήσουν πόσο σοβαρὴ ἦταν ἡ ἀσθένεια, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν προσβληθεῖ. Οἱ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστοι εἶναι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν λιγότερη ἐπίγνωση τῆς κατάστασής τους. Στὶς σωματικὲς ἀρρώστιες ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ψηλὸ πυρετό, δὲν ξέρει τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ τὴν ἀρρώστια του. Οὔτε ὁ τρελὸς καταλαβαίνει τὴν τρέλα του.
.               Ἐκεῖνοι ποὺ ἀρχίζουν νὰ διαπράττουν ἀνομίες, γιὰ λίγο καιρὸ ντρέπονται γι’ αὐτές. Ὅταν τὸ κακὸ ὅμως συνεχίζεται, ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στὴν ἁμαρτία, ποὺ τοῦ γίνεται ἕξη καὶ σιγὰ σιγὰ ὁδηγεῖται σὲ παραλήρημα καὶ μέθη, φτάνει σὲ τέτοια κατάσταση, ὥστε ἡ ψυχή του γίνεται ἀναίσθητη καὶ δὲν καταλαβαίνει τὴν ἀρρώστια της.
.               Φαντάσου τώρα ἕνα γιατρὸ νὰ πηγαίνει σὲ νοσοκομεῖο καὶ νὰ ρωτάει: «Τί ἔχετε; Ἀπὸ τί ὑποφέρετε;» Ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται στὸ πρῶτο στάδιο ντρέπονται νὰ παραδεχτοῦν πὼς εἶναι ἄρρωστοι κι ἀπαντοῦν: «Τίποτα». Οἱ ἄλλοι, ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται σὲ προχωρημένο στάδιο, ἐκνευρίζονται μὲ τὴν ἐρώτηση κι ὄχι μόνο ἀπαντοῦν «δὲν ἔχουμε τίποτα», ἀλλ’ ἀρχίζουν καὶ νὰ καυχιοῦνται πὼς εἶναι ὑγιεῖς. Μόνο αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἀναστενάζουν κι ἀπαντοῦν στὸ γιατρό: «Ἀπ’ ὅλα ὑποφέρουμε. Λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».
.               Γράφει ὁ Τερτυλλιανὸς σὲ μία ὁμιλία του «Περὶ μετανοίας»: «Ἂν ντρέπεσαι νὰ ὁμολογήσεις τὶς ἁμαρτίες σου, σκέψου τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης, ποὺ μόνο ἡ ἐξομολόγηση μπορεῖ νὰ σβήσει».

.               Ἀναλογίσου ὅλ’ αὐτὰ λοιπόν, ἄκουσε τὴν παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ σκέψου πόσο ἀφορᾶ καὶ σένα. Ἂν κραυγάσεις μὲ ἔκπληξη πὼς «ἡ παραβολὴ αὐτὴ δὲν μὲ ἀφορᾶ», σημαίνει πὼς ἔχεις προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν (πνευματικὴ) ἀσθένεια ποὺ ὀνομάζεται ἀνομία ἢ ἀδικία. Ἂν διαμαρτυρηθεῖς καὶ πεῖς πὼς «ἐγὼ εἶμαι δίκαιος, ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀφορᾶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς γύρω μου», σημαίνει πὼς ἡ ἀρρώστια ἔχει προχωρήσει πολύ. Ἂν ὅμως χτυπήσεις τὸ στῆθος σου μὲ μετάνοια καὶ πεῖς «ἀλήθεια εἶναι. Εἶμαι ἄρρωστος, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ γιατρό», σημαίνει πὼς βρίσκεσαι σὲ καλὸ δρόμο γιὰ νὰ θεραπευτεῖς. Τότε μὴ φοβᾶσαι. Θὰ γίνεις καλά.

* * *

.               «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης». Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, ἀνέβηκαν στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Φαρισαῖος δὲν ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του σὰν ἁμαρτωλό, ἐνῶ ὁ τελώνης τὸ παραδεχόταν. Ὁ Φαρισαῖος ἀνῆκε στὴν ὑψηλότερη κοινωνικὴ τάξη τῆς ἐποχῆς, ὁ τελώνης στὴν πιὸ περιφρονημένη.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά, γιὰ νὰ προκαλεῖ ἐντύπωση, κι ἔλεγε τὰ ἑξῆς λόγια στὴν προσευχή του: Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ γιατί δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ τηρῶ κατὰ γράμμα τὸ νόμο, νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω ἐλεημοσύνη τὸ ἕνα δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζω.
.               Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἱερό. Ἦταν συνήθεια τῶν Φαρισαίων νὰ κάθονται στὴν πρώτη θέση. Τὸ ὅτι ὁ Φαρισαῖος καθόταν στὴν πρώτη θέση, φαίνεται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ὁ τελώνης ἔστεκε «μακρόθεν». Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου κι ἡ σιγουριά του πὼς ἦταν δίκαιος, δηλαδὴ πνευματικὰ ὑγιής, ἦταν τέτοια, ὥστε δὲν ἀπαίτησε τὴν πρώτη θέση μόνο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴν ἀπαιτοῦσε, ὄχι μόνο ὅταν συμμετεῖχε σὲ γεύματα καὶ σὲ συναθροίσεις, μὰ ἀκόμα καὶ στὸ ναό, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ δείξει πόσο ἄρρωστος ἦταν πνευματικὰ ὁ Φαρισαῖος, πόσο ἡ ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας τὸν εἶχαν διαφθείρει.
.               Γιατί λέει πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο; Γιατί δὲν προσευχόταν δυνατά; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀκούει πιὸ προσεχτικὰ αὐτὰ ποὺ ἡ καρδιὰ λέει, ὄχι ὅσα προφέρουν τὰ χείλη. Αὐτὰ ποὺ σκέφτεται κι αὐτὰ ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται ἔχουν περισσότερη σημασία γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προφέρει ἡ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα μπορεῖ νὰ ἐξαπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι. Αὐτὴ φανερώνει καθαρὰ πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος μέσα του, ἂν εἶναι μαῦρος ἢ ἄσπρος, ἂν εἶναι εἰλικρινὴς ἢ ὑποκριτής.

Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

, , ,

Σχολιάστε

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ-1 (Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη)

Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη (†)
ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Κοινωνικὲς διαστάσεις τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας»,
ἔκδ. Ἱ. Μητρ. Σιδηροκάστρου, Σιδηρόκαστρον 1983, σελ. 23 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.           Σκοπὸς τοῦ Τριωδίου εἶναι κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας νὰ μᾶς θυμίσει μὲ συντομία ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες μᾶς ἔκανε ἀπὸ τότε ποὺ μᾶς δημιούργησε καὶ θέλει ἀκόμη νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μὴν ξεχάσουμε πὼς εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ μὲ τελικό μας προορισμὸ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς ἁμαρτωλότητός μας εἴμαστε ὑποχείριοι τῆς ἁμαρτωλῆς λήθης, ὅπως λένε οἱ ὅσιοι νηπτικοὶ Πατέρες καὶ εὔκολα λησμονοῦμε τὸν ἀγώνα ποὺ πρέπει νὰ διεξαγάγουμε στὸν πνευματικὸ χῶρο, γιὰ νὰ μορφώσουμε τὸν ἑαυτό μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ἐὰν θέλουμε τελικὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί του.
.           Ἐπειδὴ δὲν ὑποταχθήκαμε στὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ὁδηγηθήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς. Βέβαια ἀφορμὴ γιὰ τὸ κατάντημά μας στάθηκε ἀρχικὰ ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου, ποὺ ὄντας αὐτὸς ὁ ἀρχέκακος ὄφις δηλητηρίασε τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀπάτη καὶ μᾶς γύμνωσε ἀπὸ τὴν θεία χάρη. Παρόλη ὅμως τὴν ζηλόφθονη παρέμβαση τοῦ διαβόλου στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι μικρὴ ἡ εὐθύνη ποὺ βαραίνει ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Στὸ δράμα, ποὺ παίχτηκε στὸν Παράδεισο, ἔφταιξε καὶ ἡ δική μας ἔπαρση καὶ ὑψηλοφροσύνη, ποὺ ρίζα της εἶχε τὴν δική μας ἐγωκεντρικότητα. Ζητώντας νὰ κάνουμε τὸν ἑαυτό μας αὐτόνομο καὶ αὐτὸν κέντρο τῆς ὕπαρξής μας καταντήσαμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ σὲ μιὰ θλιβερὴ καὶ κακοδαίμονα ἀπομόνωση, ὑποχείριοι τοῦ παγκάκιστου ἐχθροῦ μας, τοῦ διαβόλου, καὶ τῶν ἀναρίθμητων παθῶν μας.
.           Ὁ Υἱὸς ὅμως καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ δική του αὐτοπροαίρετη ἀγάπη κλίνας οὐρανοὺς κατέβηκε ὣς τὴν δική μας ἐσχατιὰν καί, ἀφοῦ κατοίκησε στὴν Παναγία Παρθένον -Μητέρα του- ἔγινε ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς καὶ γιὰ μᾶς. Μὲ τὴν ἁγία ζωή Του καὶ τὴν διδασκαλία Του μᾶς ἔδειξε τὸν τρόπο τῆς ἀνόδου μας στὸν οὐρανό. Μᾶς δίδαξε πρὸ πάντων τὴν ἀπέραντη ταπείνωση.[…]
.           Τὸ Τριώδιο μᾶς μιλάει ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας, γιὰ τὴν ἀνάστασή Του καὶ τὴν ἄνοδό Του στοὺς οὐρανούς. Καὶ πῶς μὲ τὸ κήρυγμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἁπλώθηκε παντοῦ τὸ σωτήριο μήνυμα τοῦ Κυρίου. […]
.           Τὸν τόνο καὶ τὸ χρῶμα στὸ Τριώδιο τὸν δίνουν οἱ τρεῖς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται σὰν προανάκρουσμα ὅλης τῆς ἁρμονίας του. Οἱ Κυριακὲς αὐτὲς εἶναι ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ἡ Κυριακή του Ἀσώτου καὶ ἡ Κυριακή τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.[…]

.           Πρώτη πρώτη τοποθετεῖται ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου μὲ ἀνάγνωση τῆς σχετικῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου. Ὅλη ἡ ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ προεισαγωγὴ καὶ προετοιμασία γιὰ τὴν πνευματικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου καὶ εἰδικὰ τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ποὺ πρόκειται νὰ ἀρχίσει[…]

Χαρακτηριστικὰ τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς

Α´ Ἡ ἀπόνοια

.           Ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς κάνει μίαν ἀνάλυση τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ Φαρισαίου καὶ παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς καλεῖ νὰ προσέξουμε. Ἡ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου χαρακτηρίζεται πρῶτα πρῶτα ὡς ἀπόνοια. Τί εἶναι ἡ ἀπόνοια; Εἶναι ἡ παρέκκλιση ἀπὸ τὴ λογικὴ καὶ τὸ σωστό. Εἶναι κατάσταση τρέλας καὶ παραφροσύνης, εἶναι κατάσταση ἀνόητης ὑπερηφανείας καὶ αὐταρεσκείας. Ἀλλὰ ἡ μὲν παραφροσύνη ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ χωρὶς νὰ τὸ θέλει στερήθηκε ἀπὸ τὸ λογικό του, ἀποτελεῖ μία ἀξία λύπης καὶ συμπόνοιας γιὰ τὸ συνάνθρωπό μας παθολογικὴ κατάσταση. Ἡ πνευματικὴ ὅμως ἀπονοια, γιὰ τὴν ὁποία κάνει ἐδῶ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς λόγο χαρακτηρίζοντας τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου, εἶναι ἀρρώστια ἀξιοκατάκριτη καὶ ἄξια ἀποστροφῆς. Ἕνα πρῶτο ἐκδήλωμα αὐτῆς τῆς ἀπονοίας εἶναι ἡ ἀλαζονικὴ αὐτοδικαίωση, ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Φαρισαίου ἀπὸ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ ὡς δικαίου. […] Κάθε καλὸ ποὺ τυχὸν κάνει ὁ ἄνθρωπος, κάθε καλὴ πράξη του, κάθε τυχὸν ἀρετή του, ἂν δὲν προσέξει καὶ ξεπέσει στὴν πνευματικὴ ἀπόνοια, ποὺ χαρακτήριζε τὸν Φαρισαῖο, ἀδειάζει αὐτόματα, κενώνει, ἐξαφανίζει τὸ περιεχόμενό τους καὶ μένει τελικὰ ἕνα ἄδειο ἀπὸ οὐσία καὶ περιεχόμενο τσόφλι. Ἀπομένει δηλαδὴ μία φενάκη, ἕνα ἐξωτερικὸ φαινόμενο χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀξία καὶ σημασία. Καὶ εἶναι κενὸ καὶ κούφιο κάθε ἀγαθὸ ποὺ γίνεται ἐν ἀπονοίᾳ, γιατί δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ὁ Θεός. Καὶ ὅ,τι δὲν ἀναγνωρίζει ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει.

Β´ Ἡ οἴησις

.           Τὸν φαρισαῖο τὸν χαρακτηρίζει ἀκόμη κατὰ τὸν ἱερὸν ὑμνωδὸν ἡ οἴησις, δηλαδὴ ἡ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὴν οἴησι ποὺ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς τὴν θεωρεῖ ὡς κάτι τὸ συγγενικὸ μὲ τὴν ἀπόνοια -καὶ εἶναι πραγματικὰ- τὴν ὀνομάζει ὄγκον φρενοβλαβῆ καὶ φύσημα βδελυκτόν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ φρόνημα αὐτὸ ἀποτέλεσε τελικὰ τὸν ἐξευτελισμὸ τοῦ Φαρισαίου μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Ἡ οἴηση τυφλώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς ἔχει, νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς εἶναι.
.            Ἀλλὰ ἡ λύση δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς, τοῦ συγκεκριμένου ἐκείνου προσώπου τῆς παραβολῆς. Ἡ οἴηση εἶναι ἕνα συνηθισμένο δυστυχῶς παθολογικὸ φαινόμενο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε