Ἄρθρα σημειωμένα ὡς κτιστό

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-4 «Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Τὸ φυσικὸ κακὸ
εἶναι ἀπόρροια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος

Μέρος Δ´

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
«Τὸ καυτὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας»
(Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἡ θλίψη καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο;)

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Θεσ/νίκη 2015, σελ. 87 κ. ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-1 (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Mέρος Β´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-2 «Οἱ ἐμπρησμοί, οἱ φωτιές, οἱ πλημμύρες, οἱ τρικυμίες, οἱ καύσωνες, οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι, οἱ ἀνεμοθύελλες, ποὺ σαρώνουν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους»(Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Μέρος Γ´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-3 «Ὅλα τὰ “κακά” καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν: “ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος”» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

.                 Ἀπὸ τότε, τὸ σχῆμα «ἡδονὴ ≠ ὀδύνη» ἀποτελεῖ ἕνα συνεχὲς θλιβερὸ καὶ ἐντελῶς ἀδιάσπαστο δίπολο. Δηλαδή, πηγαίνουν αὐτὰ τὰ δύο πάντα μαζί. Εἶναι ἀχώριστα. Ἡ ἡδονὴ γεννᾶ ὀδύνη. Ἤ, διαφορετικά, ἡ ὀδύνη εἶναι σύμφυτος-«συνώνυμος» τῆς ἡδονῆς. Καὶ ὁ θάνατος γίνεται «συνώνυμος» τῆς ζωῆς. Διότι, δὲν πεθαίνομε στὴν τάδε ἡλικία, ἀλλὰ ἀρχίζει ὁ θάνατός μας, ἀρχίζει ἡ φθορά μας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς γεννήσεώς μας. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς, ξεκινᾶ καὶ ἡ ἀντίστροφη μέτρησίς μας πρὸς τὸν θάνατο. Ὁπότε κάθε φορά, ποὺ δυστυχῶς γιὰ τὴν ἐποχή μας ἑορτάζομε μὲ τόση λαμπρότητα τὰ γενέθλιά μας, κατ’ οὐσίαν ἑορτάζομε τὸ πλησίασμά μας κατὰ ἕνα χρόνο πρὸς τὸν θάνατό μας. (Σημ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛ.»: Στοὺς ἑορτασμοὺς γενεθλίων ἐπιδίδονται μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἐπ᾽ ἐσχάτων Πατριάρχες καὶ Ἀρχιερεῖς θέλοντας προφανῶς νὰ διαλαλήσουν τὴν θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου…!!!)
.                 Λοιπόν, ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὸ ἀνθρώπινο γένος ὡς παμμέγιστος παρείσακτος, ὡς ἡ μεγαλυτέρα παραφωνία μόνον φθόνῳ καὶ συνεργείᾳ τοῦ Διαβόλου. Δὲν ἀποτελεῖ τὸ κατ’ εὐδοκίαν, ἀλλὰ τὸ κατὰ παραχώρησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἕως καὶ βλασφημία, ὅταν ἐσφαλμένως νομίζωμε ὅτι ὁ Θεὸς εἰσήγαγε τὸν θάνατο στὸ ἀνθρώπινο γένος.
.                 Στὸ σημεῖο αὐτὸ κρίνεται ἀπαραίτητο νὰ ἐπισημανθῆ, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἰσῆλθε ὡς τιμωρία γιὰ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του. Δὲν εἰσάγεται ὁ θάνατος λόγῳ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἁπλῶς, μὲ τὴν πτῶσι ἀναδεικνύεται, ἀναφαίνεται, ἀποκαλύπτεται καὶ προβάλλεται ἡ φυσικὴ ἀδυναμία πλέον νὰ γίνη ὑπέρβασις τοῦ θανάτου καὶ γι’ αὐτὸ καθίσταται ἡ κτίσις ἀνίκανη νὰ ἀποφύγη τὸν θάνατο καὶ αὐτομάτως ἐνεργοποιεῖται ὁ μεταπτωτικὸς μηχανισμὸς τῆς φθορᾶς ποὺ ὁδηγεῖ καὶ καταλήγει στὸν θάνατο. Δὲν εἶναι δυνατόν το κτιστὸν νὰ ἀποφύγη τὴν ἐπάνοδό του εἰς τὸ μηδέν, ἀπ’ ὅπου καὶ προῆλθε, παρὰ μόνον ἐὰν εὑρίσκεται σὲ διαρκῆ σχέσι μὲ τὸ ἄκτιστο, δηλαδὴ μὲ τὸν Δημιουργὸ Θεό. Μόνον δηλαδὴ μὲ τὴν θέλησι-ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῆ ὁ θάνατος. Αὐτὸ ὅμως, μὲ δεδομένη τὴν ἀγαθότητα καὶ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ἐξαρτᾶται τελικὰ ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσι ἢ ὄχι τοῦ λογικοῦ κτίσματος.
.                 Λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὅτι ἡ κτίσις ἔχει στὴν φύσι της τὸ μηδὲν καὶ τὸν θάνατον. Ὅ,τι ἔχει ἀρχή, δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ μόνο του νὰ παραμείνη αἰώνιο, παρὰ μόνο μὲ τὴν θέλησι τοῦ ἀϊδίου Δημιουργοῦ Του. Καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ πρὶν τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ὁ θάνατος ἦταν μία ἐγγενὴς πραγματικότης εἰς τὴν κτίσι, μὴ ἐνεργοποιηθεῖσα ὅμως. Mετὰ τὴν πτῶσι ἐνεργοποιήθηκε. Ἔτσι λοιπόν μὲ τὴν πτῶσι κυριαρχεῖ ὁ θάνατος, διότι, ὅπως εἴπαμε, λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτομάτως καὶ φυσικῷ τῷ τρόπῳ προβάλλεται ἡ ἔμφυτη ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μόνος του νὰ ὑπερβῆ τὸν θάνατο.
.                 Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ μεταπτωτικὴ κατάστασις τοῦ θανάτου, ἂν δοῦμε τὸ θέμα μέσα ἀπὸ ἕνα καθαρὰ πνευματικὸ πρίσμα, καὶ πάλιν εἶναι εὐεργεσία, διότι κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, εἰσῆλθε ὁ θάνατος στὴν ζωή μας «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Γιὰ νὰ μὴ γίνη δηλαδὴ αὐτὴ ἡ νέα μεταπτωτικὴ ἁμαρτωλὴ κατάστασις ἀθάνατη, γιὰ νὰ παύση κάποτε νὰ ὑπάρχη σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ἡ ἁμαρτία. Δηλαδή, γιὰ νὰ μὴ μείνη ἀτελεύτητη, καὶ τοὐτέστιν ἀθεράπευτη, αὐτὴ ἡ νέα ἁμαρτωλὴ κατάστασις. Διότι, ἐὰν τὸ φιλοσοφήσωμε, θὰ παύσωμε ὅλοι μας νὰ ἁμαρτάνωμε, μόνον ὅταν πεθάνωμε.
[…]
.                 Μόνον μετὰ τὴν Ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ παύση ἐντελῶς νὰ ὑπάρχη ὀντολογικῶς ἡ ἁμαρτία, καὶ σὲ προσωπικὸ καὶ σὲ γενικὸ ἐπίπεδο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-5 «Ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Παραδείσου ἐπιλέξαμε καὶ φύγαμε καὶ καταλήξαμε στὴν ὀδύνη» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΔΥΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ Δ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝ. ΣΥΝΟΔΟΥ ποὺ νικοῦν τὸν θάνατο

Ἡ Ἁγία Δ´ Οκουμενικὴ Σύνοδος
κα
πέρβαση το θανάτου

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Χριστολογία καὶ Ὕπαρξη.
Ἡ διαλεκτικὴ κτιστοῦ-ἀκτίστου καὶ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος»,
τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα (νῦν Μητροπολ. Περγάμου),
περιοδ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 2/1982,
σελ. 17-20.

«Ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον» (Ὅρος τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος)

.           Ἡ ἀξία τῆς διδασκαλίας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ πατερικὴ Χριστολογία), ἔγκειται στὴν εὐθεία ἀναφορά της στὸ πρόβλημα τοῦ κτιστοῦ καὶ τῆς ὑπερβάσεως τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς εἶναι Σωτήρας, ὄχι γιατί προβάλλει ἕνα ἠθικὸ πρότυπο ἢ γιατί διατύπωσε μία χρήσιμη διδασκαλία – ἀλλὰ γιατί νσάρκωσε τν πέρβαση το θανάτου. Στ Πρόσωπο το Χριστο, πλέον, τ κτιστ ζε αώνια.
.             Πῶς ἀκριβῶς συμβαίνει αὐτό; Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Χαλκηδόνα χρησιμοποίησε δύο ἄκρως ἐπιτυχῆ ἐπιρρήματα: τὸ  «ἀδιαιρέτως» καὶ τὸ  «ἀσυγχύτως».
.           Μὲ τὸ πρῶτο δηλώνεται ἡ ἕνωση τοῦ κτιστοῦ καὶ τοῦ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς καμία ἀπολύτως διαίρεση, καμία ἀπόσταση καὶ κανέναν χωρισμό. Ἡ πραγμάτωση αὐτοῦ τοῦ «ἀδιαιρέτου» ἐξασφαλίζει τὴν ἀγάπη καὶ συντελεῖ ἀποφασιστικὰ στὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου: Ὅσο τὸ κτιστὸ δὲν βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τὸ ἄκτιστο, ὑπόκειται στὴν ἐπίδραση τοῦ θανάτου (Ἰω. Χρυσόστομος).
.           Μὲ τὸ δεύτερο ἐπίρρημα, δηλώνεται ὅτι κατ᾽ αὐτὴ τὴν ἕνωση, τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο διατηροῦν τὴν ταυτότητά τους καὶ δὲν συμφύρονται. Ἔτσι ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ καθενός, νὰ προχωρήσει σ’ αὐτὴν τὴν ἕνωση.
.           Γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς ἀθανασίας, λοιπόν, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀγάπη, ὡς ἐκστατικὴ κίνηση ἐξόδου ἀπὸ τὴν αὐτάρκεια τοῦ «ἐγὼ» στὴν ἐλεύθερη συνάντηση μὲ τὸν Ἄλλον. Ἀντίστοιχα, ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου δὲν ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς ποὺ εἶναι ἀναγκαστικὸ γιὰ τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ μία δυνατότητα ποὺ κερδίζεται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία.
.           Στν νατολικ χριστιανικ παράδοση, τ πρόβλημα το κτιστο εναι ντολογικς φύσεως κα χι θικ (ὅπως στὴ Δύση). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κεντρικὸ σωτηριολογικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἡ Σταύρωσή Του (ὡς ἐξιλέωση τῆς ἀνθρώπινης παρακοῆς). Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ θανάτου.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε