Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κρυπτοχριστιανισμός

«ΣΥΧΩΡΑ ΜΕ, ΠΑΤΕΡ, ΠΟΥ ΑΣΠΑΣΤΗΚΑ ΤΟ ΙΣΛΑΜ» (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Συχώρα με, πάτερ, ποὺ ἀσπάστηκα τὸ Ἰσλὰμ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                  Ἡ μετάβαση στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Περιστερεώτα δὲν εἶναι εὔκολη, ὅταν μάλιστα γίνεται ὑπὸ δυσμενεῖς καιρικὲς συνθῆκες, ὅπως συνέβη στὴν περίπτωσή μας. Μὲ τὸν π. Κύριλλο ξεκινήσαμε ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα μὲ δύο βαθμοὺς πάνω ἀπὸ τὸ μηδέν, χιονόνερο καὶὁμίχλη. Ὁ Ἰμπραὴμ πάντα στὴν ὥρα του μᾶς περίμενε, ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι μπρατσωμένοι μουστακαλῆδες.
.                  Τὸ μοναστήρι ψηλά, μέσα σὲ ἄγριο δάσος. Δύσκολη ἡ ἀνάβαση. Οἱ «γκρίζοι λύκοι» μᾶς ἀκολούθησαν γιὰ λίγο, παίρνοντας ἀλλεπάλληλες φωτογραφίες καὶ βιντεοσκοπώντας μας. Μετὰ βαρέθηκαν… Τί νὰ κάνουν στὰ κατσάβραχα… στὰ ἐρείπια. Μᾶς ἄφησαν  ἐμᾶς τοὺς τρελοὺς ρωμιοὺς νὰ πᾶμε μόνοι. Φυσικὰ δὲν τοὺς ἔλεγε τίποτα ὁ χῶρος, ἡ ἱστορία του, ἡ ζωὴ ἐκεῖ ἁγίων ἀνθρώπων, τὸ καταφύγιο χιλιάδων ἀνθρώπων γιὰ παρηγοριὰ καὶ προστασία κατὰ τὴ γενοκτονία…
.                    Φτάσαμε μὲ δυσκολία, ἀλλὰ ἀνταμειφθήκαμε. Εἴμασταν μόνοι. Δὲν ὑπῆρχε οὔτεἀστυνομία, οὔτε στρατός, οὔτε γκρίζοι λύκοι… Παρὰ τὸ ὅτι τὸ χιονόνερο εἶχε πυκνώσει καὶ ἕναἀσπρογκρίζο σύννεφο μᾶς εἶχε σκεπάσει, ὁ π. Κύριλλος ἄρχισε νὰ ψέλνει τὸ τροπάριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τὸ «Φῶς Ἱλαρόν», τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ». Μετὰ εἶπε τὸ τρισάγιο στὴ μνήμη ὅλων τῶν σφαγιασθέντων στὴν Ἱερὰ αὐτὴ Μονὴ καὶ σὲ ὅλο τὸν Πόντο… Εἴχαμε ἀδιάβροχα, ὀμπρέλες καὶμπότες ὀρειβασίας, ἀλλά, παρ’ ὅλα τὰ μέτρα μας,  εἴχαμε μουλιάσει… Ὅμως δὲν τὸ νιώθαμε Ἦταν τόσο γλυκιὰ ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ νιώθαμε τόσο κοντά μας ὅλους τοὺς ζωντανοὺς νεκρούς τῆς περιοχῆς, ποὺ δὲν θέλαμε νὰ φύγουμε.
Βλέποντας τὰ ἐρείπια καὶ τὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραξαν οἱ Τοῦρκοι στὰ ἄψυχα καὶ τὰ ἔμψυχα τοῦ Μοναστηριοῦ ρώτησα τὸν π. Κύριλλο:
Ἔχει πάτερ μου ὅρια ἡ βαρβαρότητα;
Κούνησε τὸ κεφάλι του καὶ μοῦ εἶπε:
Διαβάζοντας στὴν ἱστορία μας γιὰ τοὺς μάρτυρες καὶ τοὺς νεομάρτυρες ἔχεις διαπιστώσει τὸ τί μηχανεύεται ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ βασανίσει τὸν συνάνθρωπό του καὶ γιὰ νὰ καταστρέψει τὸν πολιτισμό του. Στὸν εἰκοστὸ αἰώνα πρῶτος ὁ Κεμὰλ ἐφάρμοσε γενοκτονία καὶ ἀκολούθησαν οἱΣτάλιν, Χίτλερ καὶ Πὸλ Πὸτ μὲ τοὺς Ἐρυθροὺς Χμέρ…
.                  Χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε εἶχε προχωρήσει τὸ ἀπόγευμα.
Πᾶμε νὰ κατέβουμε, μοῦ εἶπε ὁ π. Κύριλλος. Ἀρχίσαμε τὴν κάθοδο, ἐνῶ καὶ τῶν δύο μας τὰ μάτια ἦσαν ὑγρά. Φεύγαμε σὰ νὰ ἐγκαταλείπαμε κάτι τὸ δικό μας, κάτι τὸ πολύτιμο, κάτι ποὺ ἴσως δὲν θὰξαναβλέπαμε…
Ὅταν μᾶς εἶδε ὁ Ἰμπραήμ, ἔτρεξε κοντά μας.
Ἀνησύχησα, μᾶς εἶπε. Τί κάνατε τόσην ὥρα;
Μιλούσαμε μὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Μονῆς, τοῦ εἶπε γλυκὰ ὁ π. Κύριλλος.
Ἔμεινε ἄφωνος ὁ Ἰμπραήμ, ἀλλὰ δὲν τοῦ εἶπε τίποτε ἐκείνη τὴν ὥρα. Προφανῶς τὸν λυπήθηκε ποὺπαραλογιζόταν…
Βγάλαμε τὰ πανωφόρια μας καὶ μπήκαμε στὸ αὐτοκίνητο.
Ἀνησυχήσανε καὶ τὰ παιδιά, μᾶς εἶπε ὁ Ἰμπραὴμ μιλώντας μὲ ἕνα εἰρωνικὸ χαμόγελο γιὰ τοὺς «γκρίζους λύκους».
Ἐλπίζω νὰ μὴν ἀρρωστήσουν τόσην ὥρα μέσα στὴ βροχὴ καὶ στὸ κρύο μὲ ἕνα πουκάμισο ἕνα σακάκι καὶ παπούτσια κοινά, τοῦ ἀπάντησε ὁ π. Κύριλλος, μιλώντας μὲ ἀγάπη καὶ γιὰ αὐτοὺς ποὺμισοῦν τοὺς Ἕλληνες.
Μπά, εἶναι σκληραγωγημένοι, τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰμπραήμ… Καὶ πρόσθεσε:
Πέρασε ἡ ὥρα καὶ δὲν ἔχουμε φάει τίποτε. Νὰ πᾶμε σὲ ἕνα μαγέρικο, ποὺ ξέρω σὲ ἕνα κοντινὸ παραθαλάσσιο χωριό;
Καὶ δὲν πᾶμε, ἀπαντήσαμε.
.                  Σουρούπωνε, ὅταν φτάσαμε. Μικρὸ τὸ χωριό, σχετικὰ μικρὸ καὶ τὸ μαγαζί, μακρόστενο. Οἱ «γκρίζοι λύκοι» δὲν ἦρθαν στὸ ἴδιο μαγαζί. Ἔκατσαν σὲ ἕνα ἀπέναντί μας σουβλατζίδικο. Καθίσαμε στὸ βάθος τῆς αἴθουσας, κοντὰ στὴν κουζίνα.
.                  Ὅταν καθίσαμε, ἦρθε ὁ ἑστιάτορας. Περίπου πενήντα ἐτῶν, λίγο παχύς, κανονικοῦἀναστήματος, μὲ μουστάκι, χαμογελαστός, Κοίταξε ἐπίμονα τὸν π. Κύριλλο καὶ ρώτησε στὰτούρκικα τὸν Ἰμπραήμ, ποὺ φάνηκε ὅτι τὸν γνώριζε, τί θὰ πάρουμε καὶ ἂν εἴμαστε ξένοι. ὉἸμπραὴμ ρώτησε στὰ ποντιακὰ τὸν π. Κύριλλο καὶ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ἀπὸ ἕνα τσάι πρῶτα, γιὰ νὰζεσταθοῦμε καὶ μετὰ ψάρι μὲ πατάτες τηγανιτές, σαλάτα καὶ κρασί. Τὸ τσάι τὸ ἔφερε σὲ γυάλινα φλιτζάνια καὶ ἀκολούθησε τὸ φαγητό.
Ὅταν εἶδε ὅτι τελειώσαμε τὸ φαγητό, ὁ ἑστιάτορας ἦρθε καὶ κάθισε κοντά μας.
Ἄκουσα ποὺ μιλᾶτε ποντιακά, μᾶς εἶπε. Εἶστε Ἕλληνες; Τοῦ ἀπαντήσαμε καταφατικά. Τότε ἀπευθύνθηκε στὸν π. Κύριλλο.
Παπάς; Τὸν ἐρώτησε.
Παπάς! Τοῦ ἀπάντησε.
Ἔρχεστε γιὰ λίγο μαζί μου; Δὲν θὰ ἀργήσουμε. Ὁ π. Κύριλλος κοίταξε τὸν Ἰμπραήμ, ποὺ μὲ τὸβλέμμα του τὸν ἐνθάρρυνε. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα μοῦ τὰ διηγήθηκε ὁ π. Κύριλλος, ὅταν ἐπιστρέψαμε στὸ ξενοδοχεῖο.
Διέσχισαν τὸν διάδρομο, πέρασαν ἀπὸ τὴν κουζίνα, διάβηκαν μία πόρτα ποὺ ἔβγαζε στὸ πίσω μέρος τοῦ μαγαζιοῦ καὶ ἀνέβηκαν ἀπὸ μίαν ὑπαίθρια τσιμεντένια σκάλα. Μπῆκαν σὲ ἕνα χωριάτικο ἀλλὰ περιποιημένο σπίτι. Τὸ φῶς λιγοστό. Πέρασαν στὸν χῶρο ὑποδοχῆς, ὅπου φάνηκε ὅτι περίμενε τὸν π. Κύριλλο ἕνα ζευγάρι ἡλικιωμένων. Ἐκεῖνος πάνω ἀπὸ 80 ἐτῶν, μετρίου ἀναστήματος, ἀρχοντάνθρωπος, λίγο κυρτωμένος καὶ ρυτιδιασμένος ἀπὸ τὰ χρόνια, μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ μουστάκι. Ἐκείνη νεότερή του καλοστεκούμενη γιαγιά.
Ἀπὸ ἐδῶ ὁ πατέρας μου, τοῦ εἶπε ὁ ἑστιάτορας καὶ πρὶν πεῖ κάτι γιὰ τὸν π. Κύριλλο, αὐτὸς τοῦεἶπε:
Πήγαινε Τζαμάλ. Θὰ σὲ εἰδοποιήσω, ὅταν τελειώσουμε.
Τὸν κοίταξε στὰ μάτια ὁ γέρος.
Ἕλληνας; τὸν ρώτησε.
Ἕλληνας! Τοῦ ἀπάντησε.
Καὶ παπάς; Συνέχισε.
Καὶ παπάς! Ἀνταπάντησε.
Τότε συνέβη κάτι τὸ συγκλονιστικό.

Β΄ Μέρος

.                  Ὁ γέροντας γονάτισε καὶ μέσα σὲ ἀναφιλητά του ἔσκυψε καὶ  φίλησε τὰ πόδια τοῦ π. Κυρίλλου. Αὐτὸς ξαφνιάστηκε. Γρήγορα ὅμως συνῆλθε, γονάτισε καὶ αὐτὸς καὶ τὸν ἀγκάλιασε. Μείνανε ἔτσι γιὰ λίγη ὥρα καὶ ὁ γέροντας ἐπαναλάμβανε «Παπά μου! Παπά μου!».
Σηκώθηκαν.
«Ἐμένα μὲ φωνάζουν Ἀχμέτ, τὸ δικό σου ὄνομα ποιό εἶναι;»
Τοῦ εἶπε ὁ π. Κύριλλος τὸ ὄνομά του. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ σύζυγος τοῦ Ἀχμὲτ εἶχε διακριτικὰἀποσυρθεῖ.
Παπά, τοῦ εἶπε ἀνάμεσα σὲ λυγμούς, εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλός, ἕνας τιποτένιος, ἕνας προδότης τῆς πίστης μου. Λέγομαι Τοῦρκος, ἐνῶ εἶμαι βέρος Πόντιος  Ρωμιός. Δὲν εἶχα καὶ δὲν ἔχω τὸ κουράγιο τοῦ μαρτυρίου. Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρέσει! Θέλω νὰ μὲ εὐλογήσεις, νὰ μοῦ δώσεις τὴν εὐχή σου.
.                  Ὁ π. Κύριλλος συγκινημένος προσπάθησε νὰ τὸν στηρίξει.
Δὲν εἴμαστε ὅλοι γεννημένοι γιὰ τὸ μαρτύριο  Ἀχμέτ. Καὶ τὸ ὅτι χύνεις αὐτὰ τὰ δάκρυα μετανοίας εἶναι μεγάλο πράγμα.
.                  Τὸν σήκωσε ὁ π. Κύριλλος, κάθισαν μαζὶ στὸν καναπὲ καὶ ἐκεῖνος τοῦ κρατοῦσε συνεχῶς τὸ χέρι, λὲς καὶ ἦταν κάτι πολύτιμο ποὺ δὲν ἤθελε νὰ τὸ χάσει, ἂν καὶ ἤξερε ὅτι σὲ λίγο θὰμείνει πάλι μόνος μὲ τὶς τύψεις καὶ τὴ μετάνοιά του.
.                  Δὲν ἔχω τὴ δύναμη παπὰ νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι Ἕλληνας καὶ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸςἐπανέλαβε ὁ Ἀχμὲτ θυμωμένος μὲ τὸν ἑαυτό του. Δὲν ἔχω τὸ κουράγιο νὰ σηκωθῶ νὰ φύγω ἀπὸ τὸχωριό μου γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐκεῖ  νὰ βρῶ, ἂν ὑπάρχουν, συγγενεῖς μου… Θα ᾽θελα νὰπροσευχηθεῖς πολὺ γιὰ μένα, νὰ μοῦ δώσει ὁ Χριστὸς τὸ θάρρος νὰ πεθάνω σὰ Χριστιανὸς καὶ ὄχι σὰ Μουσουλμάνος.
.                  Ὁ Θεὸς εἶναι κοντά σου. Κάμε, ὅ,τι σὲ φωτίσει, τοῦ εἶπε ὁ π. Κύριλλος. Ἔχεις τὴν πίστη σου, ἔχεις καὶ τὶς ὑποχρεώσεις σου… Ἐγὼ πάντως θὰ προσευχηθῶ τὰ τέλη σου νὰ εἶναι εἰρηνικὰ καὶχριστιανικά. Μεῖνε ἥσυχος. Ἔχεις παιδιὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Τζαμάλ;
Ἔχω τρία ἀκόμη παιδιά, τὰ δύο εἶναι δίδυμα κορίτσια, ἡ Τζαμίλα καὶ ἡ Ἀμάλ. Ζοῦν καὶ ἐργάζονται στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ μία εἶναι γιατρὸς καὶ ἡ ἄλλη νοσοκόμος. Παντρεύτηκαν Τούρκους, ἔκαμαν καὶ παιδιά. Ἔρχονται μία δύο φορὲς τὸ χρόνο νὰ μᾶς δοῦν. Ὁ ἄλλος γιός μας εἶναι ξενιτεμένος στὴ Γαλλία. Ἔκαμε ἐκεῖ οἰκογένεια. Παντρεύτηκε Γαλλίδα. Ἔχουν ἕνα παιδί. Νὰ πῶτὴν ἀλήθεια λίγα μαθαίνω ἀπὸ ἐκεῖνον. Σχεδὸν μᾶς ἔχει ξεχάσει….
Ξέρουν τὰ παιδιά σου τὴν καταγωγή σου; Τὸν ρώτησε.
Ὁ μόνος ποὺ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὴν ξέρει εἶναι ὁ Τζαμὰλ καὶ αὐτὸς  δὲν τὴν ἔμαθε ἀπὸ ἐμένα, ἀλλὰτὴν κατάλαβε. Μπῆκε μία νύχτα στὴν κρεβατοκάμαρά μας καὶ μὲ εἶδε νὰ προσεύχομαι καὶ νὰ κάμω τὸ σταυρό μου… Τότε τοῦ ἐξήγησα τί συνέβη μὲ μένα καὶ κατάλαβε. Δὲν ἔχω κανένα παράπονο ἀπὸαὐτόν. Μένει κοντά μας καὶ μᾶς φροντίζει. Γιὰ τὰ ἄλλα παιδιὰ δὲν βάζω τὸ χέρι μου στὴ φωτιά, ἂνἔχουν καταλάβει κάτι. Ἐγὼ πάντως ποτὲ δὲν τοὺς μίλησα γιὰ τὴν καταγωγή μου. Ὅλα πῆγαν σὲτούρκικα σχολεῖα, ὅπου καλλιεργεῖται  μίσος κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ μητέρα τους εἶναι τουρκάλα καὶγνωρίζει ὅτι εἶμαι Ρωμιός, ἀφοῦ τῆς ἔχω μιλήσει γιὰ τὸ παρελθόν μου, ἀλλὰ μὲ ἀγαπᾶ καὶ μοῦδείχνει κατανόηση. Ἀπὸ μικρὰ ποὺ ἦσαν τὰ παιδιά μας προσπαθοῦσε νὰ τὰ κάνει νὰ μὴν τρέφουν ἀρνητικὰ συναισθήματα γιὰ ἐμᾶς, τοὺς Ἕλληνες. Μουσουλμάνος καὶ ἐγώ, δὲν εἶχαν λόγο νὰ μὲρωτήσουν, ἂν καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ θελήσουν νὰ μάθουν γιὰ τὸν παπποὺ καὶ τὴ γιαγιὰ ἀπὸ τὴμεριά μου, ἀφοῦ  γνώρισαν τὸν παπποὺ καὶ τὴ γιαγιὰ μόνο ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς μητέρας τους…
Ποιά εἶναι ἡ ἱστορία σου Ἀχμέτ; Τὸν ρώτησε ὁ π. Κύριλλος.
Βαπτίστηκα Λάζαρος. Γεννήθηκα τὸ 1913 σὲ κοντινὸ ἀπὸ ἐδῶ χωριό. Τὸ 1923 οἱ Τοῦρκοι σκότωσαν τὸν πατέρα μου καὶ ἡ μητέρα μου γιὰ νὰ μὴν ἀτιμασθεῖ πνίγηκε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή μου. Σκοτώσανε καὶ ἄλλα δύο ἀδέλφια μου, μεγαλύτερα. Ἐμένα μὲ ἔκαμαν Μουσουλμάνο, μὲ ἔβαλαν στὴν ἀρχὴ σὲ ὀρφανοτροφεῖο καὶ μετὰ μὲ ἔδωσαν σὲ ἕνα ζευγάρι Τούρκων χωρὶς παιδιά. Αὐτοί, ἂν καὶ ἤξεραν τὴν καταγωγή μου, μοῦ   φέρθηκαν καλά. Σὰ νέος μισοῦσα μέσα μου κάθε τί τὸτουρκικό, μὲ αὐτὰ ποὺ ἔζησα στὴν τρυφερή μου ἡλικία. Ὅμως χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνω μὲπαράσερνε ἡ καθημερινότητα. Στρατός, δουλειά, γάμος μὲ τουρκάλα. Τὸ μίσος κατασίγαζε ἀπὸ τὴσυνήθεια…
Λέγεται ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ κρυπτοχριστιανοὶ στὸν Πόντο. Ἀκοῦμε γιὰ ἀρκετὲς χιλιάδες. Ἐσεῖςἐπικοινωνεῖτε μὲ κάποιον ἀπὸ αὐτούς; Τὸν ρώτησα.
Προσωπικὰ δυσκολεύομαι. Δὲν ξέρει κανεὶς ποιὸν ἔχουν πιάσει οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς καὶ τὸν ἔχουνἐκβιάσει νὰ καταστεῖ σπιοῦνος. Καὶ ἂν κοινοποιηθεῖ ὅτι κάποιος συμπεριφέρεται ὡς Χριστιανός,θεωρεῖται προδότης καὶ ἀγνώμων στὴν «Μητέρα Πατρίδα», τὴν Τουρκία, ποὺ τὸν περιέθαλψε καὶτὸν περιμένουν βάσανα πολλά…
.                  Ὁ Γέροντας Λάζαρος καὶ μετὰ Ἀχμέτ, σηκώθηκε  ἀπὸ τὸν καναπὲ ποὺ καθόταν καὶγονάτισε πάλι στὸν π. Κύριλλο.
Πάτερ, εὐλόγησέ με. Μοῦ ἔδωσε ὁ Χριστὸς πολὺ χαρὰ ἀπόψε καὶ κουράγιο. Να ᾽σαι καλά. Καὶἀφοῦ πῆρε τὴν εὐλογία, σηκώθηκε ὄρθιος καὶ φώναξε τὴ γυναίκα του νὰ εἰδοποιήσει τὸν Τζαμάλ, νὰ ἔρθει νὰ πάρει τὸν παπά…
Ὅταν κατέβηκε ὁ π. Κύριλλος στὸ μαγαζί, εἶχε μία φωτισμένη ὄψη. Χαιρετίσαμε τὸν Τζαμὰλ καὶἐκεῖνος μᾶς χαιρέτισε θερμά.
Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ μαγαζὶ εἴδαμε τοὺς «γκρίζους λύκους».
Τοὺς ταλαιπωρήσαμε πολὺ σήμερα, σχολίασε ὁ π. Κύριλλος  στὸν
Ἰμπραὴμ καὶ αὐτὸς γέλασε.
Δὲν πειράζει παπά, τοῦ εἶπε. Δείχνουν ὅτι ἀντέχουν τὴν ταλαιπωρία, κυρίως ὅταν εἶναι νὰ κάνουν μὲ Ἕλληνες…
.                  Τὸ βράδυ, στὸ ξενοδοχεῖο, ὅταν μοῦ διηγήθηκε ὁ π. Κύριλλος τὴ συνάντησή του μὲ τὸνἈχμὲτ – Λάζαρο, τοῦ εἶπα ἐντυπωσιασμένος, μὰ καὶ συγκινημένος:
Πάτερ μου, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα οἱ κρυπτοχριστιανοὶ τοῦ Πόντου, τῆς ὑπόλοιπης Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Κωνσταντινούπολης εἶναι χαμένοι γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ καὶ βέβαια γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὸτουρκικὸ  σύστημα τοὺς ἀφομοιώνει καὶ εἶναι σὲ ἕνα κλοιό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦν νὰ βγοῦν…
Οὐδεὶς γνωρίζει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, μοῦ ἀπάντησε. Σὰν ἄνθρωπος σωστὰ σκέφτεσαι. Ὅμως δὲν ξέρουμε τὸ πῶς σκέφτεται Ἐκεῖνος…-

, ,

Σχολιάστε

Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΣΒΕΪΚΟΓΛΟΥ-1 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

2ο στὴ σειρὰ «Οἱ κρυπτοχριστιανοὶ στὴ σύγχρονη Τουρκία»
(Καὶ αὐτὸ ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα σὲ δύο μέρη)

Ὁ καλὸς στρατιώτης Σβεΐκογλου

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλος

 Α΄ Μέρος

 .            Μὲ τὸν ἱερομόναχο Κύριλλο πήγαμε στὴν Τραπεζούντα τὸ 199… γιὰ προσκύνημα στὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἐκκλησιὰ σύμβολο τῆς πίστης καὶ τῆς εὐλαβείας τῶν Ποντίων, καθὼς καὶ στὰ ἱστορικὰ καὶ ἄρρηκτα δεμένα μὲ αὐτοὺς Μοναστήρια Παναγίας Σουμελᾶ, Ἁγίου Γεωργίου Περιστερεώτα καὶ Ἁγίου Ἰωάννου Βαζελῶνος. Βγήκαμε ἀπὸ τὸ ἀεροδρόμιο καὶ πήραμε τὸ πρῶτο ταξὶ τῆς σειρᾶς. Ἦταν ἕνα παλιὸ Πασὰτ τῆς Βολκς Βάγκεν. Ὁ ὁδηγὸς γύρω στὰ ἑξήντα, εὐτραφὴς καὶ εὐχάριστος στὴν ὄψη.
.            Στὴ διαδρομὴ μᾶς ἐρώτησε, μὲ τὰ σπασμένα ἀγγλικά του, ποῦ πηγαίνουμε. Πῆγα νὰτοῦ ἀπαντήσω στὰ ἀγγλικά, ἀλλὰ μὲ πρόλαβε ὁ ἱερομόναχος Κύριλλος. Τοῦ εἶπε τὴδιεύθυνση τοῦ ξενοδοχείου στὰ ποντιακά. Ὁ ὁδηγὸς χαμογέλασε καὶ τοῦ εἶπε:
-Δὲν σᾶς καταλαβαίνω, σᾶς παρακαλῶ μιλῆστε μου ἀγγλικά…
.            Πῆρα τὸ λόγο καὶ τοῦ εἶπα τὸ ξενοδοχεῖο. Κούνησε τὸ κεφάλι, εἶπε ἕνα ΟΚ καὶσιώπησε.
.            Μοῦ εἶπε στὰ ἑλληνικὰ ὁ Κύριλλος:
Νὰ τὸν ρωτήσουμε πόσα θέλει νὰ μᾶς πάει στὰ τρία μοναστήρια;
Προτοῦ προλάβω νὰ ἀπαντήσω, μᾶς ρωτάει ὁ ταξιτζής, στὰ ἀγγλικά:
–Ἕλληνες εἴσαστε;
–Ναί, τοῦ ἀπαντῶ…
–Ξέρω λίγα  ποντιακὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου, μᾶς ἀποκαλύπτεται γιὰ πρώτη φορά. Οἱπαπποῦδες μου εἶχαν φίλους Ἕλληνες καὶ συνεννοοῦνταν στὰ ποντιακά…
–Κατάλαβες, τὸν ρώτησε ὁ Κύριλλος, ποὺ ρώτησα τί χρήματα θὰ ἤθελες νὰ μᾶς πᾶς στὰ τρία μοναστήρια; Γέλασε.
.            Κάτι κατάλαβα…
–Νὰ σᾶς πάω, ἀλλὰ θὰ προτιμοῦσα νὰ πληρωθῶ σὲ Εὐρὼ ἢ σὲ δολάρια καὶ ζήτησε ἕνα ποσὸσχετικὰ μικρὸ γιὰ ἐμᾶς. Κανονίσαμε κάθε μέρα νὰ βλέπουμε καὶ ἕνα  μοναστήρι καὶ ὅταν τελειώσει ἡ ἐπίσκεψή μας, νὰ μᾶς πάει στὸ ἀεροδρόμιο.
–Καὶ πῶς σὲ λένε; Τὸν ρώτησε ὁ π. Κύριλλος.
–Ἰμπραήμ, τοῦ ἀπάντησε.
–Ἀβραὰμ δηλαδή… Συνηθισμένο ὄνομα καὶ στοὺς Ρωμιοὺς Ποντίους, τοῦ παρατήρησε ὁ π. Κύριλλος καὶ αὐτὸς χαμογέλασε, ἀλλὰ δὲν μίλησε ἄλλο… Τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες ἡσυνεννόησή μας μαζί του γινόταν περισσότερο μὲ τὰ ἀγγλικὰ καὶ λίγο στὰ ποντιακά.
.            Τὸ ξενοδοχεῖο ἦταν ἕνα παλιὸ ἀρχοντικὸ τριώροφο κτίριο κοντὰ στὸ κέντρο τῆς Τραπεζούντας. Ὁ ὑπάλληλος τῆς ὑποδοχῆς μᾶς ὑποδέχτηκε μὲ μία παγερὴ εὐγένεια. Πήραμε τὰ κλειδιά μας καὶ ἀνεβήκαμε στὰ δωμάτιά μας, στὸν δεύτερο ὄροφο. Δὲν ἀργήσαμε νὰκατεβοῦμε γιὰ νὰ πᾶμε νὰ φᾶμε, ἦταν μεσημέρι.
Ἀφήνοντας τὰ κλειδιὰ ὁ ὑπάλληλος μᾶς ρώτησε μὲ τὸ ἴδιο ξινὸ χαμόγελο:
–Πῶς εἴδατε τὰ δωματιά σας;
–Καλὰ εἶναι, τοῦ ἀπάντησα, ἐπίσης στεγνά.
Ὁ ὑπάλληλος συνέχισε:
–Εἶναι ἀπὸ τὰ καλύτερα τοῦ ξενοδοχείου μας. Εἶναι ἄνετα τὰ δωμάτια καὶ μεγάλα τὰ μπάνια. Ἔχουν καὶ μπιντέ… Ὁ π. Κύριλλος μοῦ ἐξήγησε ὅτι ὁ μπιντὲς στὴν Τουρκία σημαίνει ἀρχοντιά…
.            Τὸν ρωτήσαμε καὶ μᾶς εἶπε κάποιο κοντινὸ ἑστιατόριο νὰ πᾶμε νὰ φᾶμε. Βγαίνοντας παρατήρησα ὅτι μαζί μας σηκώθηκαν ἀπὸ τὶς πολυθρόνες, ποὺ κάθονταν στὴν αἴθουσαἀναμονῆς καὶ ἔρχονταν πρὸς τὴν ἔξοδο, τέσσερις γιγαντόσωμοι ἄνδρες. Καὶ οἱ τέσσερις εἶχαν ἀρειμάνια μουστάκια καὶ φοροῦσαν μαῦρα κοστούμια, ἄσπρα πουκάμισα καὶ μαῦρες γραβάτες. Μοῦ θύμισαν «κοράκια» τῶν γραφείων κηδειῶν. Καθὼς περπατούσαμε πρὸς τὸἑστιατόριο, οἱ μουστακαλῆδες μᾶς ἀκολουθοῦσαν. Καθίσαμε νὰ φᾶμε, ἐνῶ αὐτοὶ ἔμειναν στὸ πεζοδρόμιο τοῦ ἑστιατορίου. Τρώγοντας ἔριχνα ματιὲς πρὸς τὴν πόρτα. Συζητοῦσαν, κάπνιζαν καὶ δὲν μᾶς ἄφηναν ἀπὸ τὰ μάτια τους. Τὸ κέφι μας εἶχε χαλάσει. Φάγαμε βιαστικὰκάτι ἕτοιμο καὶ σηκωθήκαμε νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ ξενοδοχεῖο. Οἱ μουστακαλῆδες πάντα πίσω μας. Εἴχαμε ἐκνευριστεῖ. Φτάνοντας πήγαμε στὴ ρεσεψιὸν νὰ πάρουμε τὰ κλειδιά, γιὰνὰ ἀνεβοῦμε στὰ δωμάτιά μας, ρώτησα τὸν ὑπάλληλο τῆς ὑποδοχῆς:
–Τί εἶναι αὐτοὶ ποὺ μᾶς παρακολουθοῦν;
–Ἔχουν ἀναλάβει τὴν προστασία σας, μοῦ ἀπάντησε ψυχρὰ χωρὶς νὰ μὲ κοιτάξει…
–Κινδυνεύουμε ἀπὸ κάποιους; Ρωτήσαμε ἀπορημένοι.
Ποιός ξέρει, μᾶς ἀπάντησε μὲ μία εἰρωνεία, ποὺ δύσκολα κρυβόταν. Εἶστε Ἕλληνες καὶεἰδικὰ στὸν Πόντο χρειάζεστε προστασία….
.            Παίρνοντας τὰ κλειδιὰ τοῦ δωματίου μας ρίξαμε στοὺς τέσσερις μουστακαλῆδες μία κλεφτὴ ματιά. Μᾶς ἔβλεπαν πάντα καὶ χασκογελοῦσαν…
.            Ἀνεβήκαμε στὸν 2ο ὄροφο καὶ ὁ π. Κύριλλος ἦρθε στὸ δωμάτιό μου νὰ συζητήσουμε τὴν κατάσταση.
–Ἂς κλειδώσουμε καλὰ τὴν πόρτα καὶ ὁ Θεὸς βοηθός, μοῦ εἶπε. Μοιάζουν γιὰ παρακρατικοὶ«γκρίζοι λύκοι». Δὲ νομίζω πάντως ὅτι θὰ μᾶς πειράξουν. Τὰ νεῦρα θέλουν νὰ μᾶς σπάσουν. Ἂς μὴν τὸ πετύχουν. Ἐμεῖς νά ᾽μαστε ψύχραιμοι. Αὔριο θὰ πᾶμε γιὰ προσκύνημα στὴΣουμελᾶ… Σηκώθηκε ἀπὸ τὴν καρέκλα καὶ πῆρε στὸ τηλέφωνο τὸν Ἰμπραήμ. Κανόνισαν τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, στὶς ἐννέα τὸ πρωί, νὰ φεύγουμε γιὰ τὸ μοναστήρι…
.            Ἂν καὶ ἦταν ἀκόμη νωρὶς τὸ ἀπόγευμα δὲν μᾶς ἔκανε ὄρεξη νὰ κινηθοῦμε στὴν πόλη. Μείναμε στὰ δωμάτιά μας καὶ περάσαμε τὴν ὥρα μας διαβάζοντας. Ἀπὸ πλευρᾶς μου καὶγράφοντας στὸ ἡμερολόγιό μου…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΣΒΕΪΚΟΓΛΟΥ-2 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

, ,

Σχολιάστε

ΜΕ ΛΕΝΕ ΕΛΕΝΗ… (Ἱστορίες μὲ κρυπτοχριστιανούς στὴν Τουρκία) [Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος]

Μὲ λένε Ἑλένη…

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

στορίες μ κρυπτοχριστιανος στν Τουρκία. Οἱ ἱστορίες εἶναι ἀληθινές. Ὁ γράφων εἶναι στὶς περισσότερες  αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος μάρτυρας. Τὶς ὑπόλοιπές τοῦ τὶς διηγήθηκαν κληρικοί, ποὺ τὶς ἔζησαν. Πάνω στὰ πραγματικὰ γεγονότα πλέκεται ἡ μυθοπλασία.

 .                     Ἀεροδρόμιο τῆς Ἀγκύρας, τὸ 199… Μὲ τὸν ἱερομόναχο Κύριλλο τῆς Μονῆς …. εἴμαστε στὸ χῶρο ἀναχωρήσεων τοῦ ἀεροδρομίου τῆς Ἀγκύρας. Προερχόμαστε ἀπὸ ταξίδι στὴν ἁγία Καππαδοκία, ὅπου λίγοι ἦσαν οἱ τουρίστες – προσκυνητὲς καὶ τὰ ἔχουμε λίγο χαμένα, βλέποντας τὸ πλῆθος καὶ τὴν ποικιλία τῶν φυλῶν καὶ τῶν ἐνδυμασιῶν. Πηγαίνουμε στὴν Τραπεζούντα, στὸ κέντρο τοῦ ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἀνώνυμο πλῆθος, ποὺ ζαλίζεται κανεὶς βλέποντας τὸ πλῆθος  νὰ τρέχει σὰ ζαλισμένο κοπάδι, γιὰ νὰ προλάβει τὴν πτήση, ὁ π. Κύριλλος πέρασε ἀπαρατήρητος. Ψηλός, ξερακιανός, μὲ μακριὰ μαύρη γενειάδα, φοροῦσε τὸ ἀντερί του, τὸ ράσο του καὶ ἕνα μαῦρο πανωφόρι, λόγῳ τῆς ἐποχῆς. Ἦταν προχωρημένο φθινόπωρο. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ταξιδιῶτες ἦσαν γενειοφόροι καὶ ἀρκετοὶ φοροῦσαν ἱμάτια καὶ κελεμπίες…  Ἦσαν πολλοὶ καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ ποὺ γύριζαν σὲ ὅλο τὸ χῶρο τοῦ ἀεροδρομίου ὁπλισμένοι σὰν ἀστακοί…
.               Στὴν ὀθόνη ἀναχωρήσεων τῶν πτήσεων τοῦ ἀεροδρομίου εἴδαμε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν γκισὲ ποὺ πρέπει νὰ πᾶμε γιὰ νὰ παραδώσουμε τὶς βαλίτσες μας καὶ νὰ πάρουμε τὴν κάρτα ἐπιβίβασης. Περιμέναμε μὲ ὑπομονὴ στὴν οὐρά, ἕως ὅτου φτάσαμε μπρὸς στὴ συνοδὸ ἐδάφους, μία καλοκαμωμένη νέα κοπέλα, μὲ ὄμορφο πρόσωπο, μελαχρινή, μὲ γαλάζια μάτια. Πρῶτος πέρασε ὁ π. Κύριλλος. Ἤμουν πίσω του. Ἔδωσε τὸδιαβατήριό του καὶ ἔβαλε τὴ βαλίτσα στὴ ζυγαριά. Ἡ κοπέλα ἄνοιξε τὸ διαβατήριο καὶ τὸν κοίταξε ἐπίμονα στὰ μάτια. Κάποια στιγμὴ τὰ βλέμματα συναντήθηκαν. Τοῦ εἶπε στὰ ἀγγλικά, σὲ χαμηλὸ εὐγενικὸ τόνο:

–Εἶστε Ἕλληνας…

–Μάλιστα, τῆς ἀπάντησε κοφτὰ ὁ π. Κύριλλος.

–Καὶ Πόντιος; Τὸν ξαναρώτησε
–Μάλιστα, τῆς ἀπάντησε πάλι ὁ π. Κύριλλος, αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπορημένος.
Ἡ κοπέλα μὲ τὸ ἴδιο θερμὸ πάντα χαμόγελο συνέχισε τὶς ἐρωτήσεις.
–Ξέρετε ποντιακά;
Μάλιστα, τῆς ἀπάντησε μονολεκτικὰ ὁ π. Κύριλλος.
Τότε τοῦ μίλησε στὰ ποντιακά.
–Θέλω μία χάρη πάτερ, νὰ μοῦ διαβάσετε μίαν εὐχή, νὰ μὲ εὐλογήσετε.
Ξαφνιάστηκε ὁ π. Κύριλλος.
–Ποῦ κοπέλα μου νὰ σοῦ τὴν διαβάσω; Δεκάδες ἄνθρωποι συνωστίζονται στὰ γκισέ, μπορεῖ νὰ μᾶς δοῦν. Εἶναι καὶ ἡἀστυνομία… Ὁ π. Κύριλλος μοῦ εἶπε ἀργότερα πὼς δὲν σκεφτόταν τὸν ἑαυτό του γιὰ τὶς συνέπειες. Ἐκεῖνος ἦταν ταξιδιώτης, ἡ κοπέλα ἦταν Τουρκάλα…
–Θὰ πᾶμε λίγο πιὸ πέρα σὲ ἐκεῖνο τὸ ἄδειο γκισὲ καὶ λίγη ὥρα θὰ κάνουμε. Σᾶς παρακαλῶ…
      .                 Τὸ ὕφος της παρακλητικό. Σχεδὸν ἔκλαιγε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς εὐλογίας. Ἄφησε τὴ θέση της καὶ πῆγε πιὸ πέρα χωρὶς νὰ τὸν ἀφήσει ἀπὸ τὰ μάτια της καὶ μὲ τὸ βλέμμα της νὰ τὸν παρακαλεῖ. Ὁ π. Κύριλλος πῆγε κοντά της. Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ ἀντεριοῦ του ἕνα ἐγκόλπιο εὐχολόγιο καὶ ἕνα μικρὸ Σταυρὸ εὐλογίας. Τῆς διάβασε σύντομη εὐχὴ καὶ μὲ τὴν πλάτη στὸ πλῆθος τὴν εὐλόγησε μὲ τὸν Σταυρὸ μέσα ἀπὸ τὸν πανωφόρι. Τὸ πρόσωπο τῆς κοπέλας φωτίστηκε. Ἔμοιαζε μὲ μικρὸ παιδί, ποὺ τοῦ ἔκαμαν ἕνα πολύτιμο δῶρο, δῶρο ζωῆς. Λάμποντας ἀπὸ χαρὰγύρισε στὴ θέση της, ἔδωσε τὸ διαβατήριο καὶ τὴν κάρτα ἐπιβίβασης στὸν π. Κύριλλο. Πρὶν ἀπομακρυνθεῖ, τὴνἐρώτησε  στὰ ποντιακά:
–Πῶς σὲ λένε κοπέλα μου, γιὰ νὰ σὲ μνημονεύω σὲ κάθε Θεία Λειτουργία; Καὶ ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε:
–Μὲ λένε Ἑλένη…
Κάνοντας ὅτι τὴν χαιρετᾶ τῆς ἄφησε ἕνα μικρὸ φάκελο καὶ προχώρησε… Ἦρθε ἡ σειρά μου νὰ ἐξυπηρετηθῶ. Πάντα μὲ μίαν ἔκφραση χαρᾶς, ἀλλὰ χωρὶς κουβέντα μὲ ἐξυπηρέτησε. Ἁπλῶς κοιταχτήκαμε στὰ μάτια. Ἤμασταν καὶ οἱ δύο εὐτυχισμένοι. Ἐκείνη γιὰ τὴν ἀναπάντεχη εὐλογία, ἐγὼ γιὰ τὴν ὕπαρξη στὸ ἀεροδρόμιο τῆς Ἀγκύρας μίας Ἑλένης.
.             Καθὼς περιμέναμε νὰ ἐπιβιβαστοῦμε στὸ ἀεροπλάνο, δὲν μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὸν ἐντυπωσιασμό μου ἀπὸ τὴν κρυπτοχριστιανὴ καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ π. Κύριλλος πέρασε ἀπὸ τὸν ἔλεγχο ἁγιωτικὰ ἀντικείμενα.
–Πάτερ μου, ἐντύπωση μοῦ ἔκανε τὸ πῶς πέρασες ἀπὸ τὰ μηχανήματα τοῦ ἀεροδρομίου τὸν σταυρὸ καὶ τὸ εὐχολόγιο. Εἶδα πὼς ἔχεις μαζί σου καὶ εἰκονίτσες… Πιστεύω πὼς μίαν πρέπει νὰ ἔδωσες καὶ στὴν Ἑλένη…
Δὲν ἔκρυψα τίποτε στὸν ἔλεγχο. Οὕτως ἢ ἄλλως θὰ τὰ εὕρισκαν… Σχεδὸν μὲ ἔγδυσαν… Ὅταν μὲ πῆγαν στὸνἐπικεφαλῆς τῆς ἀσφάλειας τοῦ ἀεροδρομίου, τοῦ ἐξήγησα ὅτι εἶναι παλιὰ ἀντικείμενα χωρὶς ἀξία καὶ γιὰ δική μου χρήση. Τίποτε ἀπὸ τὰ ὅσα ἔχω μαζί μου δὲν περιέχει μέταλλο. Καὶ ὁ Σταυρὸς εἶναι ξύλινος…Τὶς εἰκονίτσες μοῦ ἐπέτρεψε νὰ τὶς πάρω. Σὲ προηγούμενα ταξίδια μου στὴν Τουρκία μοῦ τὶς εἶχαν κρατήσει. Εἶναι καὶ σὲ τί ἀστυνόμο θὰπέσει κανείς, ἀλλὰ καὶ μὲ πόση πίστη προσεύχεται…
.             Περιμένοντας νὰ ἐπιβιβαστοῦμε μᾶς πλησίασε ἕνας γύρω στὰ πενήντα σχετικὰ κοντὸς παχουλὸς κύριος, μὲγυαλάκια καὶ στρογγυλὸ πρόσωπο καὶ εὐχάριστος στὴν ὄψη καὶ στοὺς τρόπους. Μίλησε στὸν π. Κύριλλο ἀπ’ εὐθείας ποντιακά.
–Πάτερ μου πόντιος εἶσθε; Ἀπὸ ποῦ ἡ καταγωγή;
–Μάλιστα, τοῦ ἀπάντησε ὁ π. Κύριλλος. Οἱ γονεῖς μου γεννήθηκαν στὰ Κοτύωρα (Ὀρντοὺ) καὶ μωρὰ πῆγαν στὴνἙλλάδα. Αὐτοὶ γλύτωσαν ἀπὸ τὴ σφαγή. Οἱ παπποῦδες καὶ οἱ γιαγιάδες μου ἄφησαν στὸν Πόντο τὸ βιός τους καὶ πρὸπάντων τὴν καρδιά τους…
–Ἐσὺ ἀπὸ ποῦ εἶσαι; Τὸν ρώτησε ὁ π. Κύριλλος.
–Εἶμαι ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα. Ἡ γιαγιά μου ἦταν Ρωμιά. Θεὸς σ᾽χωρέσ᾽τη… Καὶ ἡ μάνα μου αἰσθάνεται ρωμιὰ κι ἂς εἶναι ὁ πατέρας μου Τοῦρκος. Τὰ ποντιακὰ τὰ ξέρει ἀπὸ τὴ μάνα της, ξέρει καὶ τὴν ἱστορία της… Μὴ μὲ ρωτήσεις τὸπῶς καὶ τὸ γιατί καὶ οἱ δύο παντρεύτηκαν Τούρκους,
.               Ὁ π. Κύριλλος δὲν θέλησε νὰ δώσει συνέχεια στὴν τραγωδία τοῦ βίαιου γάμου Τούρκων μὲ κορίτσια ποὺμὲ τὴ βία κράτησαν κατὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ 1922 καὶ τὸν ρώτησε, μὲ τὸ θάρρος ποὺ τοῦ ἔδωσε μὲ τὰ ὅσα τοῦ εἶπε:
–Ἐσὺ πῶς αἰσθάνεσαι; Ρωμιός, Τοῦρκος,…;
–Αἰσθάνομαι πάτερ μπερδεμένος. Εἶμαι Τοῦρκος, ἀλλὰ ἔρχονται στιγμὲς ποὺ νιώθω Ρωμιός. Ψυχικὴ διέξοδος γιὰ μένα ἦταν ἡ Γερμανία. Ξενιτεύτηκα ἐκεῖ, σπούδασα, παντρεύτηκα Γερμανίδα, ἔγινα Γερμανὸς πολίτης, τὰ παιδιά μου τὰἔκαμα νὰ νιώθουν Γερμανοὶ καὶ εἶναι χριστιανόπουλα, στὴ θρησκεία τῆς μητέρας τους. Ὅσο ζοῦν οἱ γονεῖς μου ἔρχομαι στὴν Τραπεζούντα μία δύο φορὲς τὸ χρόνο καὶ τοὺς βλέπω, ἐδῶ ὡς Τοῦρκος… Ὅσο μπορῶ περνῶ στὴνἀφάνεια, γιὰ νὰ μὴν προκαλῶ τὶς ὑπηρεσίες ἐδῶ καὶ στὴ Γερμανία…
.           Συζητώντας  προχωρήσαμε στὸ ἀεροπλάνο καὶ πιὰ δὲν ξανασυναντηθήκαμε… Φτάσαμε στὴν Τραπεζούντα, κάναμε τὸ προσκύνημά μας στὶς Μονὲς Σουμελᾶ καὶ Βαζελῶνος. Ὑπὸ τὴν παρακολούθηση τῶν γκρίζων λύκων πήγαμε νὰ προσκυνήσουμε καὶ στὴν Ἁγία Σοφία, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἄφησαν νὰ μποῦμε, ἐπισκεφθήκαμε ὅ,τι ἑλληνικὸ ἔχειἀπομείνει στὴν καρδιὰ τοῦ ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ διὰ μέσου Κωνσταντινούπολης ἐπιστρέψαμε στὴν Ἑλλάδα.
.            Πέρασε περίπου ἕνας χρόνος ἀπὸ τὸ ταξίδι μας στὴν Καππαδοκία καὶ στὸν Πόντο. Ἕνα ἀπόγευμα μοῦ τηλεφώνησε ὁ π. Κύριλλος.
–Κάθεσαι; μὲ ρώτησε.
–Νὰ καθίσω πάτερ μου, τοῦ εἶπα καὶ πράγματι τὸ ἔκαμα.
–Ποιός ἢ μᾶλλον ΠΟΙΑ βρίσκεται στὴν Ἀθήνα;
–Πάτερ μου δὲν ξέρω, δὲν μπορῶ νὰ σκεφθῶ…
–Εἶναι ἡ Ἑλένη!
–Ποιά Ἑλένη;
–Ἡ Ἑλένη τοῦ ἀεροδρομίου τῆς Ἀγκύρας. Τὸ χαρούμενο κορίτσι μὲ τὰ γαλανὰ μάτια καὶ μὲ τὸ γλυκὸ χαμόγελο. Ἡκρυπτοχριστιανή…
.             Ἔμεινα ἄφωνος ἀπὸ τὴν ἔκπληξη. Ὄχι ὅτι τὴν εἶχα βγάλει ἀπὸ τὸ μυαλό μου, ἀλλὰ θεωροῦσα ἀπίθανο νὰξανασυναντηθοῦμε…
–Πῶς ἔγινε αὐτὴ ἡ εὐχάριστη ἔκπληξη πάτερ μου;
–Ὅταν τῆς ζήτησα νὰ μοῦ πεῖ τὸ ὄνομά της καὶ μοῦ ἀπάντησε Ἑλένη, τῆς ἔδωσα, ὅπως εἶδες, ἕνα μικρὸ φάκελο. Μέσα εἶχε ἕνα χάρτινο εἰκόνισμα, καὶ τὴν κάρτα μου, μὲ τὸ τηλέφωνό μου. Χθὲς λοιπὸν μοῦ τηλεφώνησε καὶ μοῦ εἶπε πὼς εἶναι στὴν Ἀθήνα καὶ πὼς θέλει νὰ μᾶς συναντήσει.
–Μετὰ χαρᾶς, τοῦ εἶπα, νιώθοντας μία ψυχικὴ ἀγαλλίαση.
.             Μὲ τὸν π. Κύριλλο συναντηθήκαμε  στὸ ξενοδοχεῖο ποὺ ἔμενε ἡ Ἑλένη, καθίσαμε σὲ ἕναν καναπὲ τῆς αἴθουσας ὑποδοχῆς καὶ τὴν περιμέναμε. Σὲ λίγο κατέβηκε. Τώρα, χωρὶς τὴ στολή της, ἦταν μία κομψὰ καὶ σεμνὰντυμένη γυναίκα, πού, ὅπως μᾶς εἶπε, τῆς εἴχαμε ἀποτυπωθεῖ στὸ μυαλὸ καὶ στὴν καρδιά της… Μετὰ τὸν θερμὸχαιρετισμὸ καὶ τὴν ἔκφραση τῆς χαρᾶς της, μᾶς εἶπε γιὰ τὴν ἱστορία της καὶ γιὰ τὸ πῶς βρέθηκε στὴν Ἀθήνα.
–Τῆς γιαγιᾶς μου τοὺς Ρωμιοὺς γονεῖς τοὺς δολοφόνησαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐκείνην δωδεκάχρονη τὴν παντρεύτηκε σὰν θήραμα ὁ Τοῦρκος παππούς μου. Ἔκαμαν τὴ μητέρα μου, ποὺ ξέροντας τὴν ἱστορία τῆς μητέρας της δὲν ἤθελε νὰπαντρευτεῖ μὲ Τοῦρκο. Εἶχε φτάσει στὰ σαράντα, ὅταν, πρὶν πεθάνει ὁ παππούς μου, τὴν πάντρεψε μὲ καλοστεκούμενοἡλικιωμένο συγγενῆ του καὶ ἔκαμαν ἐμένα. Ἡ γιαγιά μου πρότεινε καὶ ἡ μητέρα μου δέχτηκε μωρὸ κρυφὰ νὰ μὲβαπτίσουν, ἐνῶ ἤμουν τυπικὰ μουσουλμάνα, ὅπως καὶ ἐκεῖνες. Μοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Εἰρήνη, ποὺ τόσο ἔλειψε στὴγιαγιά μου… Ὅταν ὁ παπποὺς καὶ ὁ πατέρας μου πέθαναν καὶ ἐγὼ ἤμουν στὸ πανεπιστήμιο,  ἡ μητέρα καὶ ἡ γιαγιά μοῦ εἶπαν τὴν ἀλήθεια καὶ μοῦ συμπλήρωσαν ὅτι τώρα ποὺ ξέρω, μπορῶ νὰ κρίνω ἐλεύθερα τὸ ποιὰ εἶμαι. Διάλεξα νὰεἶμαι κρυφὰ Ρωμιά, ὅπως ἐκεῖνες. Πῆγα ἀπὸ τὸν Πόντο στὴν Ἄγκυρα, γιὰ νὰ σπουδάσω καὶ βρῆκα τὴ δουλειά. Διάβασα πολλὰ γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἐκεῖ βέβαια δὲν εἶχα καθόλου εὐκαιρίες νὰ συναντήσω ἱερέα καί,ὅταν σᾶς εἶδα, πάτερ μου, σκίρτησε ἡ καρδιά μου. Ζήτησα τὴν εὐλογία σας, λέγοντας μέσα μου νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή μου. Ἡ κάρτα σας μὲ διευκόλυνε νὰ πάρω τὶς ἀποφάσεις μου…
–Καὶ οἱ προσευχές μου, τῆς εἶπε ὁ π. Κύριλλος. Σὲ κάθε προσευχή μου ἤσουνα παροῦσα ἀγαπητὴ Ἑλένη. Καὶ ποιὲς εἶναι οἱ ἀποφάσεις σου κόρη μου;
–Ἔψαξα καὶ βρῆκα ἐργασία σὲ ἑλληνικὴ ἑταιρεία. Τὸ ὅτι σπούδασα ἀγγλικὴ φιλολογία, ἡ καταγωγή μου καὶ οἱ γλῶσσες ποὺ ξέρω μὲ διευκόλυναν. Ἡ γιαγιά μου πέθανε. Ἐλπίζω κάποια στιγμὴ νὰ ἔρθει καὶ ἡ μητέρα μου, ποὺ τώρα εἶναι μόνη της καὶ νὰ μείνουμε μόνιμα στὴν Ἑλλάδα… Νὰ μὴν αἰσθανόμαστε μόνο καὶ νὰ τὸ κρύβουμε, ἀλλὰ νὰ δηλώνουμε περήφανες ποὺ νιώθουμε καὶ εἴμαστε Ρωμιές…
.            Μιλήσαμε πολλὴ ὥρα ἀκόμη, μέχρι ποὺ βράδιασε καὶ δειπνήσαμε μαζί. Χωρίσαμε, ἀλλὰ μείναμε σύμφωνοι σύντομα νὰ ξανασυναντηθοῦμε…-

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

Γεωργίου Ἀχ. Παπαδημητρίου
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ ΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ
(ἐν ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ,
30 κείμενα προβληματισμοῦ, κατάθεση στὴν ἱστορικὴ μνήμη
ἔκδ. Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου, Γουμένισσα 2005)

Ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἱδρύθηκε στὸ ὑπερῷο τῆς Ἱερουσαλὴμ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς πορεύεται ἐπὶ εἴκοσι αἰῶνες μέσα στὴν Ἱστορία καὶ θὰ πορεύεται μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Πρὶν ἀπὸ 2000 χρόνια «ἐξεχύθη τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς» στὴ γῆ, «ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε ἀρκετὰ μὲ ποιοὺς τρόπους, μυστικούς, πότισε τὰ χερσωμένα ἐδάφη τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἔκανε τὴν ἔρημο, κατὰ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, νὰ ”ἀνθήσῃ” καὶ νὰ ”ὑλοχαρήσῃ”».
Οἱ πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες, οἱ πρῶτες Ἐκκλησίες, ἱδρύθηκαν στὴν Παλαιστίνη, τὴ Συρία, τὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴν Ἑλλάδα, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Ἰταλία. Στίς πρῶτες Ἐκκλησίες γιὰ πρώτη φορὰ σχηματίσθηκαν οἱ πρότυπες χριστιανικὲς κοινότητες, οἱ ἰδανικὲς ἐκεῖνες κοινωνίες ὅπου «τὰ πάντα ἦσαν κοινὰ τοῖς πάσι», δηλαδὴ ὁ Χριστιανισμὸς ἔγινε ζωή.

, , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε