Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κοινωνία

«ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑ-ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΟΧΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

1. Ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον

.             Κάθε κοινωνία στηρίζεται σὲ μερικὲς ἀρχές, γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ὑπάρχη ἰσορροπία καὶ κοινωνικὴ συνοχή. Μιὰ βασικὴ ἀρχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε πάντοτε στὴν παράδοσή μας ἦταν ὅτι ἡ κοινωνία, γιὰ νὰ ἰσορροπῆ, πρέπει νὰ στηρίζεται σὲ δύο βασικὰ θεμέλια ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.
.             Πρόκειται γιὰ τὴν ἐντολὴ ποὺ ὑπῆρχε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὴν ἐπανέλαβε ὁ Χριστός: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Μάτθ. κβ´, 37-39). Πρόκειται γιὰ τὴν κατακόρυφη καὶ τὴν ὁριζόντια διάσταση κάθε ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας.
.             κατακόρυφη διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν Θεό. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ὁ Θεὸς ἦταν ἡ βάση τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Εἶναι γνωστὴ ἡ φράση: «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι». Πράγματι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐκδήλωση ποὺ δὲν συνδεόταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν θεῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες ἄρχιζαν μὲ τὴν θυσία στοὺς θεούς. Παράλληλη ἔκφραση εἶναι τὸ «ἀφ᾽ Ἑστίας ἄρχου». Ἡ Ἑστία ἦταν μυθολογικὴ θεότητα, ἡ ὁποία ζήτησε νὰ λάβη τὸ προνόμιο ἀπὸ τὸν Δία νὰ ἀποδίδωνται σὲ αὐτὴν οἱ ἀπαρχὲς τῶν θυσιῶν. Ἐπίσης, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ διασωθέντα ἀποσπάσματα «ἐλεγείων» τοῦ καταγομένου ἀπὸ τὴν Χίο Ἕλληνος ποιητοῦ Ἴωνος (5ος αἰ. π.Χ.) συναντᾶμε τὸν στίχο: «ἐκ Διὸς ἀρχόμενοι πίνωμεν». Ἐπίσης, ὁ Ξενοφὼν ἔχει γράψει τὴν ἄποψη τοῦ Σωκράτη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «πειρᾶσθαι σὺν τοῖς θεοῖς ἄρχεσθαι παντὸς ἔργου». Δηλαδή, θὰ πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε τὴν ἀρχὴ κάθε ἔργου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
.             ριζόντια διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν συνάνθρωπό του, αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πλησίον. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πλησίον λεγόταν αὐτὸς ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο ποὺ βλέπουμε, ποὺ αἰσθανόμαστε ποὺ μποροῦμε νὰ ἀγγίξουμε. Ἡ λέξη πλησίον δηλώνει αὐτὸν ποὺ πλησιάζουμε ἢ μᾶς πλησιάζει, ὁπότε τὸ ρῆμα συνδέεται καὶ μὲ τὸ οὐσιαστικό: πλησιάζω, πλησίον.
.             Γιὰ τὸν Ἑβραῖο πλησίον ἦταν ὁ ὁμοεθνής του, ὁ ὁποῖος πίστευε στὸν ἴδιο Θεό. Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ τὰ πράγματα ἔχουν ἀλλάξει, διότι πλησίον εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ζῆ στὸ πιὸ ἀπομονωμένο μέρος τῆς γῆς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία, ἐθνικότητα, φύλο, ἐπάγγελμα κλπ. Θὰ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Κάποιος πλησίασε τὸν Χριστὸ ζητώντας νὰ μάθη τί πρέπει νὰ κάνη γιὰ νὰ σωθῆ. Στὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπήση τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἐκεῖνος ἐρώτησε: «καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;» (Λουκ. ι´, 29). Δηλαδή, ζητοῦσε νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ δείξη ἀγάπη. Ἀπαντώντας ὁ Χριστὸς σὲ αὐτὴν τὴν ἐρώτηση εἶπε τὴν περίφημη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία πέρασε ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Λευίτης δίπλα ἀπὸ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ δείξουν ἀγάπη, πράγμα τὸ ὁποῖο ἔκανε ὁ Σαμαρείτης ποὺ δὲν ἦταν Ἰουδαῖος. Ἔτσι, ἐκείνη τὴν στιγμὴ «πλησίον» γιὰ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο δὲν ἦταν ὁ ὁμοεθνής του καὶ ὁμόθρησκός του, ἀλλὰ ὁ ἀλλόθρησκος, ὁ ὁποῖος ἔδειξε ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ φροντίδα (Λουκ. ι´, 30-37).
.             Ἂν προσέξουμε ἰδιαιτέρως θὰ δοῦμε τν λλαγ τν ποία κανε Χριστς ς πρς τν ννοια το πλησίον. Ἡ πρώτη ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἐπεξέτεινε τὴν ἔννοια αὐτή, ὁπότε πλησίον δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ λατρεύει τὸν ἴδιο Θεό, ὁ ὁμόθρησκος καὶ ὁ ὁμοεθνής, ὅπως ἑρμηνευόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀλλοεθνής. Ἡ δεύτερη οὐσιαστικὴ καὶ κυρία ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἄλλαξε οὐσιαστικὰ τὸ ἐρώτημα. Τὸ ἐρώτημα ἦταν, ὅπως προαναφέρθηκε, «τίς ἐστί μου πλησίον», «ποιός εἶναι γιὰ μένα ὁ πλησίον;».  Χριστς δν πάντησε στ ποις εναι πλησίον του, λλ τι ατς πρέπει ν γίνη πλησίον σ κάθε λλον: «τὶς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ληστάς; ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾽  αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως» (Λουκ. ι´, 36-37)
.             Αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικό, διότι δείχνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρκούμαστε στὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μας, γιατί αὐτὸ κρύβει μία ἐγωϊστικὴ νοοτροπία, ἀλλὰ στὸ ὅτι μες πρέπει ν κινηθομε πρς τν λλο καὶ νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλησίον τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τὸν βοηθήσουμε στὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζει.
.             Ἑπομένως, ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον εἶναι ἡ βάση κάθε κοινωνικῆς ζωῆς, καὶ ἡ κατακόρυφη καὶ ὁριζόντια διάσταση δείχνει τὴν ὡριμότητα κάθε ἀνθρώπου.

2. Ἡ σύγχρονη κοινωνία

.             Ἐνῶ αὐτὴ ἡ βάση συνιστοῦσε τὴν διαχρονικὴ παράδοση τοῦ Γένους μας καὶ γενικότερα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, σήμερα ἔχουν ἀλλάξει τὰ πράγματα καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ κοινωνία μας εἶναι ἀνισόρροπη καὶ δημιουργοῦνται τεράστια προβλήματα. Δηλαδή, σήμερα βλέπουμε στὴν κοινωνία νὰ ἐπικρατῆ ὁ θάνατος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον, ὁπότε καταργοῦνται ἢ διαταράσσονται οἱ σχέσεις μεταξὺ τῆς ὁριζόντιας καὶ κατακόρυφης σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία.
.             Παρατηροῦμε στὴν ἐποχή μας ὅτι ἐπικρατεῖ ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, ἡ λεγομένη θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Ὁ 19ος αἰώνας, ἦταν ὁ αἰώνας τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Νίτσε εἶχε διακηρύξει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός. Εἶχε προηγηθῆ βέβαια ὁ 18ος αἰ. τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖο γκρεμίστηκε τὸ κοσμοείδωλο τῆς μεταφυσικῆς. Βέβαια, πολλοὶ διαφωτιστὲς δὲν ἦταν ἄθεοι, ἀλλὰ δυϊστές, πίστευαν δηλαδὴ σὲ ἕναν θεό, σὲ μία δύναμη ἀόρατη ποὺ κυβερνᾶ τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν πίστευαν στὸν προσωπικὸ Θεό.
.             Φαίνεται ὅτι ἡ μεταφυσική, ὁ σχολαστικισμὸς καὶ ὁ ἠθικισμός, ποὺ συνδέονται καὶ μὲ τὸν ἐθνικισμὸ ποὺ κατέληξαν σὲ διαμάχες καὶ θρησκευτικοὺς πολέμους, ὁδήγησαν στὸ σημεῖο νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ. Γι τν δυτικ νθρωπο δν χρειαζόταν νας θες πο ταν κδικητικός, σπλαχνος, φεουδάρχης κλπ., πως κφραζόταν στν Δύση, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν ἀρνήθηκαν, ἀφοῦ δὲν τοὺς χρειαζόταν. Ἔτσι, δν πέθανε Θεός, λλ στν πραγματικότητα πέθανε νθρωπος γι τν Θεό.
.             Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐπηρέασε πάρα πολὺ τὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Τὸν τελευταῖο καιρὸ συζήτησα μὲ διαφόρους Εὐρωπαίους γιὰ τὰ θέματα αὐτὰ καὶ διεπίστωσα ὅτι στὴν Εὐρώπη ὑπάρχει ἕνα μεγάλο κύμα ἀθεΐας, ἀπιστίας καὶ γενικὰ ἀδιαφορίας γιὰ τὸ ἐὰν ὑπάρχη ἢ δὲν ὑπάρχει Θεός.
.             Ἄλλωστε, ἡ εὐρωπαϊκὴ ἑνότητα στηρίζεται πάνω στὴν οἰκονομία, ὅπως τὸ ὁρίζουν καὶ διάφοροι ὄροι ποὺ ἐπικρατοῦν, ἤτοι «Οἰκονομικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Νομισματικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Εὐρωζώνη ἢ Ζώνη τοῦ εὐρὼ» κλπ. Πρόκειται γι μιὰ Ερώπη πο δν στηρίζεται στν πολιτισμό, ποος σαφς χει κα τ στοιχεο τ θρησκευτικό, λλ μόνον στ χρμα, γι᾽ ατ κα καταρρέει τ οκοδόμημα ατό.
.             Σήμερα στὴν Εὐρώπη παρατηρεῖται ἀδιαφορία γιὰ θρησκευτικὰ ζητήματα. Καὶ ὅπως μου ἔλεγε κάποιος Γάλλος ὀρθόδοξος κληρικός, ἡ Εὐρώπη εἶναι πεθαμένη ὡς πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κυκλοφορία διαφόρων χριστιανικῶν βιβλίων. Τ χριστιανικ βιβλία πο κδίδονται π Προτεστάντες, γγλικανος κλπ. ναφέρονται σ να χριστιανικ κα θρησκευτικ συγκρητισμό, δηλαδὴ κάνουν λόγο γιὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς χριστιανικῆς σκέψης, χωρὶς νὰ στηρίζονται στὴν πίστη καὶ στὶς διάφορες ὁμολογίες. Ἀκόμη καὶ τὰ ὀρθόδοξα βιβλία ἐκδίδονται στὴν Ἀμερικὴ καὶ μικρὸ ποσοστὸ αὐτῶν ἔρχονται στὴν Εὐρώπη.
.             Στὸ θέμα αὐτὸ μπορῶ νὰ καταθέσω καὶ μία προσωπικὴ μαρτυρία. Τὰ βιβλία μου, τὰ ὁποῖα μεταφράσθηκαν στὰ ἀγγλικά, κυκλοφοροῦν κυρίως στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐλάχιστος ἀριθμὸς κυκλοφορεῖ στὴν Εὐρώπη. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἔνδειξη ὅτι Ερωπαος νθρωπος δν νδιαφέρεται γι τν Θε κα ,τι χει σχέση μ τν πικοινωνία μαζί Του. Ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος πρόσφατα ἀνακηρύχθηκε ἅγιος ἀπὸ τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία, μὲ προφητικὴ ἐνάργεια εἶχε ἀναγγείλει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ὅτι ὁ κρυφὸς πόθος πολλῶν ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι «ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν».
.             Ἐρωτᾶ: Ἡ Εὐρώπη ἀφοῦ υἱοθέτησε τὴν ἀρχὴ τοῦ Νίτσε ὅτι ὁ Θεὸς «ἀπέθανε», τότε τί ἔμεινε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν ἔξοδο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ σῶμα της; Ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος: Ἔμεινε ἕνα «πτῶμα», ὅπως πτῶμα γίνεται τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν φεύγη ἡ ψυχή. Ὁ Ντοστογιέφσκι εἶπε κάποτε: «Θέλω νὰ πάω εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ γνωρίζω ὅτι μεταβαίνω εἰς νεκροταφεῖον».
.             Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα γράφονται στὸ βιβλίο τοῦ Lugi Zoja «ὁ θάνατος τοῦ πλησίον» γιὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν σύγχρονη κοινωνία.
.              Ἐὰν 19ος αώνας ταν αώνας το θανάτου το Θεο, 20ός κα 21ος α. εναι αώνας το θανάτου το πλησίον, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του, ζῆ σὲ ἕνα φίλαυτο ἐγωκεντρικὸ περιβάλλον, ὁ ἀτομισμὸς εἶναι κυρίαρχο στοιχεῖο στὴν ζωή μας, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἀδιαφορία, τὴν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν συνάνθρωπό του.
.             Δν εναι καθόλου τυχαο, τὸ τι κατ τν 19ο κα 20ό αἰ. κυριαρχεῖ  ψυχανάλυση, φο «ἡ πομόνωση κερδίζει δαφος», «τ πλέον εαίσθητα τομα σπαράσσονται π μία γωνία, στν ποία δίδεται τ νομα νεύρωση. Μέσῳ τῆς ψυχανάλυσης θὰ ἀναδομήσουν τὴν ἀνθρώπινη σχέση, ὄχι μὲ κάποιον πλησίον, ἀλλὰ μὲ ἕναν ἐπαγγελματία. Ἡ ἀνάγκη τους γιὰ ἐγγύτητα εἶναι τόσο βίαιη, ποὺ δημιουργεῖ ἕνα πλεόνασμα οἰκειότητος μὲ ἐκεῖνον: αὐτὸ καλεῖται μεταβίβαση καὶ μὲ τὴν σειρὰ της θεωρεῖται νευρωτική. Ὁ Φρόιντ ὑποδεικνύει τεχνικὲς γιὰ νὰ τὴν συγκρατήση καὶ νὰ τὴν ἐμπεριέσχει. Θέτει τὸν ἀσθενῆ στὸ ντιβάνι, γιὰ νὰ ἀπομακρύνει τὸ βλέμμα του».
.             Ὁ Ἀριστοτέλης ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κοινωνικὸ ὂν καὶ οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ ἔχουν κάποιον δίπλα τους. Σήμερα, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι, κυρίως στὶς μεγαλουπόλεις, δὲν αἰσθάνονται δίπλα τους ἄλλους ἀνθρώπους, ζοῦν μόνοι τους, αἰσθάνονται μία μοναξιά, αἰσθάνονται τὸν πλησίον τους ὡς ἀπειλὴ τῆς ὕπαρξής τους. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντᾶ κάθε μέρα χιλιάδες ἀνθρώπους στὸν δρόμο, στὴν ἐργασία, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστα πρόσωπα σ᾽ αὐτούς.
.             Ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι στὴν ἀρχαιότητα μόνο ἡ Ρώμη ξεπερνοῦσε τὸ ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων καὶ τὸ 1820 μόνον τὸν Λονδίνο. Στὰ 1900 οἱ πόλεις ποὺ κατοικοῦνταν περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἑκατομ. κατοίκους ἦταν ἕνδεκα, τὸ 2000 ἦταν σχεδὸν 400 καὶ τὸ 2015 θὰ εἶναι 550. Αὐτὸ δείχνει ἕνα μεγάλο πρόβλημα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα σὲ μεγαλουπόλεις. Στν πολυκοσμία μ τος μετανάστες κα τος ξένους νθρωπος ασθάνεται ντελς μόνοςὍταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του μετὰ τὴν καθημερινὴ ἐργασία, εἶναι «ἀποπροσανατολισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ ἄπειρα νέα πρόσωπα πού, ἀντίθετα πρὸς ὅ,τι ἀναζητᾶ ἡ παρόρμηση, δὲν τοῦ προσφέρουν γνώση, διότι λείπει εἴτε ὁ χρόνος, εἴτε ἡ δυνατότητα γνώσεως». Ἀλλὰ καὶ «ὅταν ἀνοίγει τὴν τηλεόραση, μπορεῖ νὰ συναντήσει σὲ ἐλάχιστες στιγμές, χιλιάδες ἄλλα ἄτομα, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλάχιστα ὑπαρκτά». Ἔτσι, ἔχει χαθῆ ἡ ἔννοια τοῦ ζωντανοῦ πλησίον.
.             Ἐπίσης παρατηροῦμε ὅτι κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος οἱ διπλανοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὶς μηχανές.
.             Ὁ Τζὼρτζ Ὄργουελ τὸ 1949 ἔκανε λόγο γιὰ τὸν μεγάλο ἀδελφό. Πρόκειται γιὰ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία, ἡ ὁποία εἰσχωροῦσε στὰ σπίτια.
.             Ὁ Ρέι Μπράντμπερι τὸ 1953 περιέγραψε μιὰ κοινωνία, στὴν ὁποία τὰ βιβλία ἦταν ἀπαγορευμένα καὶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν περικυκλωμένοι ἀπὸ ὀθόνες, τὶς ὁποῖες ὀνόμαζε «ἡ οἰκογένειά μου». «Σὲ ἀμφότερα τὰ διηγήματα, ὁ πολίτης δὲν ἔβλεπε ὅτι ἡ ἐξουσία ἐξαφάνιζε τοὺς γείτονες: γείτονας ἦταν πλέον μόνο ἡ ὀθόνη».
.             Ἑπομένως, «στὸν προτεχνολογικὸ κόσμο, ἡ γειτνίαση τῶν ἀνθρώπων ἦταν οὐσιαστική, τώρα δεσπόζει ἡ ἀπόσταση, ἡ ἔμμεση σχέση καὶ ἡ σχέση διὰ τῶν μέσων ἐνημέρωσης. Ἡ ἐντολὴ (ἀγάπα τὸν πλησίον σου) κενώνεται. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἔχουμε πλέον κανένα νὰ ἀγαπήσουμε». Χάθηκε ἡ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του καὶ στὴν καλύτερη περίπτωση γίνεται ἔμμεση, ὁπότε ἐπανεμφανίζεται μὲ διαστρεβλωμένη μορφή, ὅπως φαίνεται σὲ πολλὲς ψυχοπαθολογικὲς καταστάσεις.
.             Ὁπότε, σύγχρονος νθρωπος χει χάσει κα τν ασθηση το Θεο κα τν ασθηση το πλησίον, Θες πέθανε γι’ ατόν, ορανς κενώθηκε π τν Θεό, λλ πέθανε κα πλησίον γι᾽ ατόν, δηλαδ κενώθηκε κα γ, κα τ κυριότερο κα διος παυσε ν εναι πλησίον τοῦ Θεο κα το νθρώπου. Στὴν πραγματικότητα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ ἄνθρωπο. «Εἴτε ἀπὸ τὴν κατακόρυφη ὀπτική, –πέθανε ὁ Οὐράνιος Πατήρ του–, εἴτε ἀπὸ τὴν ὁριζόντια –πέθανε ἐκεῖνος ποὺ στεκόταν στὸ πλάι του. Συνεπῶς, ὅπου καὶ νὰ ρίξει τὸ βλέμμα, νιώθει ὀρφανός».
.             Ἔτσι, μετ τν θάνατο το Θεο το Νίτσε κολούθησε θάνατος το πλησίον μ τν μετ-τεχνολογικ κα μετ-θρησκευτικ ποχ κα μετ τν θάνατο το πλησίον κολουθε κα μετνθρώπινη ποχή.
.             Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα βλέπω τὴν κρίση τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Δν πρόκειται γι κρίση πλς οκονομική, λλ γι κρίση κοινωνική, νθρωπιστική, πολιτιστικ κα θεολογική.
.             Ἡ ὀρφάνεια μαστίζει τοὺς ἀνθρώπους, ὀρφάνεια ἀπὸ Θεὸ καὶ πλησίον. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλη νὰ στηριχθῆ πάνω σὲ οἰκονομικὰ μεγέθη, καὶ τότε αἰσθάνεται τὴν μοναξιά, ἀφοῦ δὲν ἱκανοποιοῦνται οἱ ὑπαρξιακές του ἀναζητήσεις.
.             Σὲ αὐτὴν τὴν δύσκολη ἐποχὴ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν πλησίον. Τὸ Θεὸ πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε μέσα στὴν καρδιά μας ὡς ἀγάπη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία ὡς Πατέρα, καὶ τὸν συνάνθρωπό μας πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε ὡς ἀδελφό μας. Ἐμεῖς πρέπει νὰ πορευόμαστε πρὸς τὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης νὰ κινούμαστε καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο, νὰ γινόμαστε πλησίον τοῦ κάθε ἀνθρώπου ποὺ ὑποφέρει καὶ πονᾶ.
.             Ἑπομένως, ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τιμοῦμε κάθε ἐθελούσια προσφορὰ καὶ κάθε κενωτικὴ-θυσιαστικὴ ἀγάπη.

.          [Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὡς ποιμενάρχης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου συγχαίρω τὴν ΟΣΥΝ καὶ τὴν ΕΝΑΜ, γιατί ἀποφάσισαν νὰ τιμήσουν τοὺς Πολιτιστικοὺς Συλλόγους καὶ τοὺς συγγραφεῖς ποὺ προσφέρουν τὸν χρόνο καὶ τὰ χαρίσματά τους γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφούς, καθὼς ἐπίσης συγχαίρω καὶ τοὺς τιμωμένους σήμερα Συλλόγους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα τῆς κοινωνίας μας.
.            Χαίρομαι γιὰ τὰ πνευματικά μου παιδιὰ ποὺ δραστηριοποιοῦνται στὸν χῶρο τῆς κοινωνίας καὶ εὔχομαι τούτη τὴν χρονιὰ νὰ βάλουμε ὡς θεμέλιό της ζωῆς μας τὸν βασικὸ αὐτὸ κανόνα: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλη τὴ καρδία σου καὶ ἐν ὅλη τὴ ψυχή σου καὶ ἐν ὅλη τὴ διανοία σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Ματθ. κβ´, 37-39).]

ΠΗΓΗ: romfea.gr

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 31-34

 «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυϊδ. ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται»
(Ματθ. ιε´ 22)

.           Ὁ πόνος τῆς Χαναναίας γυναίκας γιὰ τὴν δαιμονισμένη θυγατέρα της, ὅπως καὶ ἡ μεγάλη της πίστι στὸν Χριστό, τὴν ἔκαναν νὰ κράζη: «ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Ἡ αἴτησή της εἶναι προσωπική, ἔστω κι ἂν ἀφοροῦσε περισσότερο τὴν θυγατέρα της, γιατί ὁ πόνος τοῦ παιδιοῦ τῆς εἶναι καὶ δικός της πόνος. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ εἶναι πηγὴ ἀνεξάντλητη καὶ δύναμι ἀνέκφραστη. Καὶ ὁ Χριστὸς προσφέρει στὴν θυγατέρα της τὴν θεραπεία, ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἡ μητέρα της μὲ πολλὴ πίστι. «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις. Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης».
.          Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς δίδει σήμερα ἀφορμὴ νὰ διατυπώσουμε μερικὲς ἀλήθειες, μὲ ἁπλὰ ὅμως λόγια, γύρω ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα φαίνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὴν οἰκογένεια, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ στὴν κοινωνία.

 Ἑνότητα στὴν οἰκογένεια

.          Κάθε μάννα πονάει ὑπερβολικά, ὅταν δυστυχῆ τὸ παιδί της, γιατί αἰσθάνεται βαθειὰ τὴν ἑνότητα μαζί του. Κοινωνεῖ μαζί του, ἀφοῦ ἡ σάρκα του εἶναι καὶ δική της. Αὐτὸ ὅμως συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας. Ἡ οἰκογένεια, ὅπως ξέρουμε, δὲν εἶναι μία ἀπρόσωπη ὁμάδα, ἀλλὰ «ἑτερόφυλη ἑνότητα προσώπων» καὶ ἑπομένως ὅλα τὰ μέλη της συνδέονται μεταξύ τους, ὅπως τὰ μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἔτσι τὸ ἕνα μέλος (ὅταν εἶναι πραγματικὸ) δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ ἄλλου, τὴν δὲ λύτρωσι τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν δεινὴ κατάστασί του τὴν θεωρεῖ σὰν προσωπικὸ γεγονός.
.          Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα ποὺ ἀποδεικνύουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια. Μητέρα προτιμᾶ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ χαρίση ζωὴ στὸ παιδί της. Γονεῖς θυσιάζονται γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ τοὺς γονεῖς. Ὁ ψυχικὸς πόνος τῆς μητέρας εἶναι μεγάλος, θἄλεγε κανεὶς ἀνέκφραστος, ἀπὸ τὴν ἀκαταστασία καὶ τὴν ταλαιπωρία τοῦ παιδιοῦ της.

 Ἑνότητα στὴν κοινωνία

 .          Ὅ,τι ἔζησε ἡ Χαναναία καὶ ὅ,τι γίνεται μέσα σὲ κάθε πραγματικὴ οἰκογένεια παρατηρεῖται καὶ σὲ παγκόσμια κλίμακα.
.          Οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες διδάσκουν ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα ὅλης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἑνότητα αὐτῆς μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ τώρα ζοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐκοιμήθηκαν ἢ ποὺ πρόκειται νὰ γεννηθοῦν) ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» Του, ἀνήκουν στὴν μεγάλη παγκόσμια οἰκογένειά Του.
.          Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς θὰ λέγαμε ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρχε ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του, μεταξὺ των, μὲ ὅλη τὴν δημιουργία. Ἀλλὰ μὲ τὴν διάπραξι τῆς ἁμαρτίας ἔσπασε αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε ἀμέσως στὴν κατάστασι τῆς διαιρέσεως. Ἔτσι διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό, διασπάστηκαν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά, διασπάστηκε ὅλη ἡ φύσι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἐπίσης ὁ σύνδεσμος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν φύσι. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μία διαίρεση καὶ ἀλλοτρίωσι τοῦ ἀνθρώπου, Ἔκτοτε ἡ αἴσθησι καὶ ἡ πραγματοποίησι τῆς ἑνότητος, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, εἶναι μία ὀδυνηρὴ καὶ ἀπραγματοποίητη προσπάθεια.
.          Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα ποὺ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι μία οὐτοπία, γιὰ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους ἔχει πραγματοποιηθῆ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἑνότητα ὅλου του κόσμου. Διὰ τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιεῖται ἡ ἑνότητα ἁγίων καὶ ἀνθρώπων,  ἐπιγείων καὶ ἐπουρανίων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνονται βαθειὰ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύνολο μιᾶς ἀπρόσωπης κοινωνίας, ἀλλὰ ἑνότητα προσώπων. Μετὰ τὴν πτῶσι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν «ἀγαπητικὴ κοινωνία» καὶ ἔπεσε στὴν «αὐτονομημένη ἀτομικότητα», δηλ. ἀπὸ πρόσωπο ἔγινε ἄτομο. Τώρα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπιστρέφει πάλι στὴν ἀρχική του κατάστασι, ἀνεβαίνει δὲ καὶ ψηλότερα. Ἀπὸ ἄτομο γίνεται πρόσωπο ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη, διὰ τῆς ὁποίας ἑνώνεται μὲ ὅλους καὶ αἰσθάνεται τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.          Ἀλλὰ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ποὺ δὲν τὴν ἐκπροσωπεῖ ἡ πολιτικὴ ἢ ἡ κοινωνικὴ ἢ ἡ οἰκονομικὴ κίνηση, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία,

τὴν αἰσθάνονται ΜΟΝΟΝ οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ.

Αὐτοὶ καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὶς φθοροποιὲς δυνάμεις τῶν παθῶν καὶ ἀποκατέστησαν τὴν ἀξία τοῦ προσώπου. Συνεπῶς μόνον αὐτοὶ ζοῦν τὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητος μὲ δύο μαρτυρικὲς συνέπειες.
.          Πρῶτον αἰσθάνονται πὼς κάθε προσωπική τους ἁμαρτία, λόγῳ τῆς κοινωνίας, βαρύνει τὴν ζωὴ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Δὲν αἰσθάνονται τίποτε τὸ ἀτομικό. Διαπράττοντας μία ἁμαρτία δὲν πονᾶνε γιατί παρέβησαν ἁπλῶς τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γιατί ἔχασαν τὴν θεία Χάρη καὶ ἡ νέκρωση ἀπὸ τὴν ἀπουσία Της πέφτει ἐπάνω στὸν κόσμο, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ εἶχε κοσμικὲς συνέπειες. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι βιώνουν τὸν ἀδαμιαῖο θρῆνο.
.          Δεύτερον βιώνουν σὰν προσωπικά τους ἔργα ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὴν ἀνθρωπότητα. Ἐπάνω τους πέφτουν ὅλες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἀφόρητο πόνο. Τότε σὰν τὴν Χαναναία προσεύχονται γι’ αὐτοὺς μέρα καὶ νύκτα. Προσεύχονται μὲ δάκρυα καὶ ὀδύνη γιὰ ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους. Γίνονται μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ μεγαλύτεροι ἱεραπόστολοι, ἀφοῦ, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Κυρίου, γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν τους εἰσέρχονται στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ἀνεβαίνουν στὸν σταυρό, κατεβαίνουν στὴν κόλασι καὶ στὸν ἅδη.
.          Ὄντως μαρτυρικὴ  ἱεραποστολή. Ἔλεγε κάποιος ἅγιος ὅτι τὸ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι σὰν νὰ χύνξς αἷμα. Κι ὅμως ἐμεῖς ἀγνοοῦμε τὴν ὕπαρξι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σηκώνουν τὸν μεγάλο σταυρὸ καὶ βιώνουν αὐτὴν τὴν σταυρικὴ μορφὴ ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς ἀγνοοῦμε, γιατί δὲν ἔχουμε αἰσθανθεῖ ποτὲ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Εἴμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν κλοιὸ τοῦ ἀτομισμοῦ.
.          Μιμούμενοι τὴν Χαναναία γυναίκα καὶ παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἂς προσευχόμαστε καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἂς γίνει ὁ πόνος τους προσωπικός μας πόνος, γιατί τότε καὶ ἡ σωτηρία τους θὰ συντελέση στὴν δική μας σωτηρία.

, , , ,

Σχολιάστε