Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κοινωνία

Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΠΥΞΙΔΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους

πίστη μας στν Χριστ ς πυξίδα κοινωνίας
μ
τν Θε κα τος λλους μέσα στν κκλησία.

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Κοινωνία καὶ ἑτερότητα»
(Communion and Otherness),

τοῦ Μητροπολ. Περγάμου Ἰωάννου

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»
μετάφρ. Δ. Γοῦτσος-Θ. Παπαθανασίου,
περ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 76 / Ὀκτ.-Δεκ. 2000, σελ. 9-10

.               Δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἡ «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ», εἴτε σὲ ἐκκλησιολογικὸ εἴτε σὲ ἀνθρωπολογικὸ ἐπίπεδο, ἂν δὲν εἴμαστε ἐνσωματωμένοι στὴν πρωτότυπη καὶ μόνη αὐθεντικὴ εἰκόνα τοῦ Πατρός, δηλαδὴ τὸν ἔνσαρκο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔχει τὶς ἑξῆς συνέπειες:

α) Ἡ κοινωνία μὲ τὸν ἄλλο ἀπαιτεῖ τὴν ἐμπειρία τοῦ σταυροῦ. Ἂν δὲν θυσιάσουμε τὸ θέλημά μας καὶ καὶ δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὸ θέλημα τοῦ ἄλλου, ἐπαναλαμβάνοντας οἱ ἴδιοι ὅ,τι ἔκανε ὁ Κύριός μας στὴ Γεθσημανὴ σὲ σχέση πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντικατοπτρίσουμε σωστὰ στὴν ἱστορία τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἑτερότητα ποὺ βλέπουμε στὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ ἄλλο, τὴν κτίση Του, «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» μὲ τὴν κένωση τῆς Σάρκωσης, ὁ «κενωτικὸς» τρόπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστιανὸ στὴν κοινωνία του μὲ τὸν ἄλλο –τὸν Θεὸ ἢ τὸν «πλησίον».

β) Σ’ αὐτὴ τὴν «κενωτικὴ» προσέγγιση ἡ κοινωνία δὲν προσδιορίζεται μὲ κανέναν τρόπο ἀπὸ τὶς ἰδιότητες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἢ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ἀποδεχόμενος τὸν ἁμαρτωλό, ὁ Χριστὸς ἐφάρμοσε στὴν κοινωνία τὸ Τριαδολογικὸ πρότυπο (ὅπως τὸ περιγράψαμε ἀνωτέρω)· ἡ ταυτότητα τοῦ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁ ἑαυτός του. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διακρίσεις ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀξίζουν καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦμε. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ Χριστολογικὸ πρότυπο τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους.

 

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-2

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Βασ. Γαϊτάνη,
«Ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνία στὴν Κοινωνία»
(Ὀρθόδοξος Ἐπικοινωνιακὴ Θεολογία),
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2008, σελ. 109-115

Ἠλ. στοιχειοθ.: «Χριστ. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-1

.           γ) Ὁ Orwell φοβόταν ἐκείνους ποὺ θὰ μᾶς στεροῦσαν τὴν πληροφόρηση. Εἶχε ὑπ᾽ ὄψη του μᾶλλον τὸ μοντέλο τοῦ «ἀπόλυτου μυστικοῦ» τῶν ἰθυνόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν ὁ λαὸς νὰ ἔχει καμμία πρόσβαση στὴν πληροφορία. Φοβόταν ὅτι μία δικτατορικὴ ἀπαγόρευση τύπου Γκαῖμπελς, εἴτε ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων θὰ ἔκρυβε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τοὺς πολλούς.
.           Ὁ Postman, ἀντίθετα, ἐπαναλαμβάνοντας καὶ προεκτείνοντας τὸν Huxley, φοβᾶται ὄχι τόσο τὴν δικτατορία τῆς μὴ-πρόσβασης στὴν πληροφορία, ὅσο τὴν ὑπερ-πληροφόρηση ὡς ἕνα «μεταμοντέρνο καρκίνωμα», ποὺ θὰ μᾶς καταστήσει ἀνίκανους νὰ ἀναχθοῦμε στὴν πνευματικότητα τῆς διάκρισης. Ὁ Postman δὲν φοβᾶται κατὰ βάθος τὴν μὴ- πληροφορία, ὅσο τὸ γεγονὸς ὅτι ἀκόμα καὶ ἂν ἡ πληροφορία γίνει γνωστή, κανεὶς δὲν θὰ ἀντιστέκεται. Ἀκόμα καὶ νὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος κάποια καλὰ κρυμμένα μυστικά, οἱ ἰθύνοντες θὰ γνωρίζουν ὅτι ἀκόμα καὶ ὅλοι νὰ γνωρίζουν κανεὶς δὲν θὰ θέλει νὰ ἐπαναστατήσει. Τοὺς «ἀφήνουν» τὴν συμμετοχὴ στὴν γνώση, γιατί ξέρουν τὴν ἔλλειψη μαρτυρίας τῆς ὀντολογικῆς ἐπανάστασης. Τὸ «ἀπόλυτο» τῆς πληροφόρησης θὰ καταστρέψει τὴ διαλεκτική τῆς διάκρισης, τοῦ βάθους καὶ τῆς ἀλήθειας.

 .           δ) Ὁ Orwell διατύπωσε τὸν εὔλογο φόβο ὅτι ἡ ἀλήθεια θὰ φυλαγόταν μυστική. Μία κάστα σύγχρονων «γκουροὺ» τῆς νέας-τεχνολογίας θὰ ἔκρυβε τὴν ἀλήθεια, κρατώντας ὑποταγμένα τὰ πλήθη στὶς συνήθειες τῆς ἀγέλης. Ἡ ὁμοιομορφία καὶ ἡ κοινοτοπία θὰ ἑδραιώνονταν σὲ ὅλους τοὺς ἁρμοὺς τῆς ζωῆς.
.          Postman καὶ Huxley προωθοῦν τὴν ἰδέα αὐτὴ ἀκόμα περισσότερο: φοβοῦνται ὅτι στὴν μεταμοντέρνα ἐποχἀλήθεια δὲν θὰ εἶναι μυστικὴ πιά, παρὅτι μᾶλλον θὰ παραγίνει γνωστή, θὰ «ὑπερπληρώσει, ὑπὸ μία ἔννοια, ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀλήθεια, ἔτσι ὥστε ἀλήθεια νὰ πνιγεῖ μέσα σ᾽ ἕνα ὠκεανὸ σύγχυσης!

 .           ε) Ὁ Orwell διατύπωσε τὴν σοβαρὴ ἀνησυχία ὅτι θὰ ἀναπτύσσαμε πολιτισμὸ ὑποτέλειας. Ἡ ἐπανάσταση τῶν «ἀρχοντικῶν μοναχικῶν», ὅπως τὴν θέλησε ὁ Kierkegaard, δὲν θὰ εἶχε σὲ μία τέτοια μελλοντικὴ κοινωνία νόημα πιά, διότι θὰ εἶχε ὑποταχθεῖ στὴ δουλεία τῆς σύγχρονης τεχνοκρατίας.
.           Ὁ Postman, ἀντίθετα, φοβᾶται ὄχι τόσο τὴν καταδυνάστευσή μας σὲ μία ἀνώτερη, ὑπέρτερη ἐξουσία, ὅσο τὴν ἀνία μας. Φοβᾶται ὅτι θἀναπτύξουμε πολιτισμὸ κοινοτοπίας, βασισμένο κατὰ κύριο λόγο στὴν «κοινωνία τοῦ θεάματος» (Societa dello Spetacolo), τὴν ὑπὲρ-ἰδεολογία τῆς ψυχαγωγίας καὶ τὴν δημοσιογραφίστικη σκέψη.

.           Ἡ ἀρχέγονη πηγή, στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ βασιστεῖ ἡ ἀνάδυση τῆς «κοινωνίας τοῦ θεάματος», στηρίζεται, σύμφωνα μὲ τὸν Postman, στὸ ἀρχαϊκὸ καὶ γενικὰ γνωστὸ καὶ δεδομένο μοντέλο τῆς «Εἰδωλοποίησης». Τὸ εἴδωλο εἶναι πάντα ἡ πρώτη μορφὴ ἔκφρασης τοῦ θεαματικοῦ φαινομένου. Τὸ «σόου» ἑνὸς Θεοῦ ποἐμφανίζεται μὲ μαγικὲς δυνάμεις, ἢ ποὺ περιμένουμε ἀπ᾽ αὐτὸν νἐκφραστεὡς κυρίαρχος, εἶναι πάντα ἡ πιὸ μεγάλη ἀναίρεση τῆς ἴδιας τῆς πνευματικότητας.

, ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-1

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Βασ. Γαϊτάνη,
«Ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνία στὴν Κοινωνία»
(Ὀρθόδοξος Ἐπικοινωνιακὴ Θεολογία),
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2008 σελ. 109-115

Ἠλ. στοιχειοθ.: «Χριστ. Βιβλιογραφία»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  Τί γίνεται ἆραγε σήμερα ὡς μιὰ ἐκλεπτυσμένη θεώρηση-ἐξέλιξη τοῦ «ἄρτου καὶ τῶν θεαμάτων» τῆς ἀρχαίας Ρώμης; Ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ δημόσια ψυχαγωγία, ἀλλιῶς θὰ χασμουριέται μέχρι θανάτου. […] Ἡ διασκέδαση γεννιέται ὡς ἀπεγνωσμένη ἀπόπειρα ὑπερβάσεως τῆς ἀνίας, ἀνίας ποὺ ἀναδύεται ὡς ἔλλειψη θρησκευτικοῦ νοήματος τῆς ὑπάρξεως.
.            Τὸ θέαμα εἶναι ἡ «ὑπὲρ-ἰδεολογία» ποὺ διέπει ὁλόκληρη τὴν κοινωνικὴ ζωή, ὄχι ὡς κάτι ποὺ ἐπιβάλλεται ἐξωτερικὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὡς κάτι στὸ ὁποῖο ἠθελημένα καὶ ἡδονικὰ αὐτoεγκλείονται οἱ ἴδιοι. Ἡ «συνδιαμόρφωση», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ MacLuhan μιλώντας γιὰ τὸν Κινηματογράφο, ἔγινε ἀπόλυτη «ἐπαναμόρφωση» τοῦ ἑαυτοῦ.
.           Ὁ Postman στὸ ἔργο του «Amusing Ourselves to Death» καταδεικνύει τὶς διαφορὲς ποὺ μποροῦν νὰ ἀνευρεθοῦν στὴν «κινδυνολογία» τοῦ Orwell σὲ σχέση μὲ τὸ πλαίσιο καὶ τὶς δομὲς τοῦ σύγχρονου, μεταμοντέρνου κόσμου.

 .           α) Ὁ Orwell στὸ κλασικὸ ἔργο του «1984» πίστευε ὅτι ὁ κίνδυνος θὰ ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸ αὐταρχισμὸ ἑνὸς παντοδύναμου δυνάστη. Θεωροῦσε ὅτι ἡ δικτατορία τῆς «ἄνωθεν κυριαρχίας» θὰ ἦταν ἡ τραγικὴ μοίρα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀτομικὴ προσωπικότητα τοῦ κάθε ἀτόμου, ἡ ἀνεπανάληπτη προσωπικότητά του θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαφανιστοῦν μέσα στὴ διάσταση τοῦ μαζικοῦ καὶ ἀπρόσωπου στοιχείου. Ὁ δικτάτορας θέλει τὸ σύστημά του νὰ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὁ δυνάστης «Μεγάλος Ἀδελφὸς» στὴν ζοφερὴ προφητεία τοῦ Orwell εἶναι ὁ ἐπικυρίαρχος δικτάτορας τῆς ὕπαρξης.
.           Ἀντίθετα ὁ Neil Postman -ἐπαναλαμβάνοντας τὴν συλλογιστική τοῦ Huxley, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε στὸ ἔργο «Ὁ θαυμαστὸς καινούργιος κόσμος» (Brave New World)- πιστεύει ὅτι στὴν σύγχρονη μεταμοντέρνα κοινωνία δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ κάποιος «Μεγάλος Ἀδελφὸς» (Big Brother), ἀλλὰ ὅτι ἀποπλάνηση τῆς ὕπαρξης θὰ γίνεται μἕναν ἀπείρως πιἐκλεπτυσμένο τρόπο. Γιὰ νὰ στερηθεἀνθρωπότητα τὴν μεταφυσικἀναγωγή της, τὴν πνευματική της ὡριμότητα καὶ τὴν ἱστορικὴ μνήμη τῆς ἐλευθερίας της, θἀρκεῖ μόνο νὰ τῆς ἐπιβληθεἕνα μοντέλο ψυχαγωγικῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖο ἡ ἴδια ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἀποδέχεται ὡς τὴν ἀνώτερη μορφὴ ὕπαρξης. Μὲ ἄλλα λόγια σιγὰ-σιγὰ ἡ ἴδια αὐτὴ ἡ ἀνθρωπότητα θὰ αὐτοαποδεχθεῖ ἀπὸ μόνη της τὴν ἄρση τῆς ἐλευθερίας της. Οἱ ἄνθρωποι θὰ καταλήξουν οἱ ἴδιοι -σὲ κάποια κοντινὴ ἐποχὴ- νὰ «ἀγαποῦν τὴν καταπίεσή τους», θὰ καταλήξουν νὰ «λατρεύουν τὴν τεχνολογία καὶ νὰ ἀποδομοῦν τὴν ἱκανότητά τους γιὰ σκέψη». Μὲ ἄλλους ὅρους, ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἐγκλωβίζεται πιὰ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ πλουτοκρατικὸ εἴτε δικτατορικὸ «Μέσο» σὲ κάποια συμβολικὴ φυλακή, παρὰ θὰ αὐτο-ηδονίζεται ὁ ἴδιος νὰ ἐγκλωβίζει τὸν ἑαυτό του. Θὰ πλάθει ὑπὸ μία ἔννοια, ὁ ἴδιος τὴν φυλακή του, θὰ νιώθει τὴν ζοφερή, διαστροφικὴ χαρὰ νὰ δημιουργεῖ ὁ ἴδιος τὸν «Μεγάλο Ἀδελφό» του καὶ νὰ αὐτο-φυλακίζεται ἀπ’ αὐτόν!

 .           β) Ὁ Orwell διατύπωσε στὸ ἔργο του «1984» τὸν τρομακτικὸ φόβο ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀπαγόρευαν κάποια στιγμὴ τὰ βιβλία. Οὐσιαστικὰ αὐτὸς ὁ φόβος εἶναι συμβολικός. Ἐκφράζει τὴν ἀπώλεια τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας σ’ ἕνα κόσμο ἐργαλειακοῦ καὶ ἐμπορικοῦ πραγματισμοῦ. Ἡ «ἄλλη πραγματικότητα», αὐτὴ τῆς ἀνώτερης τέχνης (ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ Marcuse), ἐκείνη ἡ «ἀνώτερη» πραγματικότητα τῆς τέχνης καὶ τοῦ πνεύματος, θὰ εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ ἐντός τοῦ νέου χώρου τοῦ νεομοντερνιστικοῦ, τεχνοκρατικοῦ λειτουργισμοῦ.
.           Postman καὶ Huxley, ἀντίθετα, προωθοῦν ὣς τὰ ἔσχατα τὴν σκέψη τοῦ Ὄργουελ καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποδομοῦν στοὺς βασικοὺς ὅρους της: ἡ ἔσχατη ἀποδόμηση τοῦ πνεύματος εἶναι ἡ πίστη ὅτι σὲ κάποια διαλεκτικὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας δὲν θὰ ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπαγορευτοῦν τὰ βιβλία, ἀφοῦ θἔχει ἐπέλθει ἄρνηση τῶν πρώτων ὅρων τῆς ἴδιας τῆς ἔννοιας τῆς ὕπαρξης τῶν βιβλίων ὡς ἐργαλεῖα μόρφωσης καὶ χειραφέτησης. Ἡ μυστηριακὰ συγκλονιστικἀπόλαυση τοῦ διαβάσματος θἔχει ὁριστικἀπολεσθεῖ. Δὲν θὑπάρχει πλέον λόγος γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τῶν βιβλίων, ἀφοῦ θἔχει ἀναδειχθεῖ μία ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία δὲν θὰ βρίσκεται πλέον ἄνθρωπος πρόθυμος νὰ τὰ διαβάσει!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-2

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΝΕΙ ΑΡΡΩΣΤΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Γ. Καψάνη (✝)

«Χριστός, Ἐκκλησία καὶ Κοινωνία»,
Ἐκδόσεις Ε.Χ.Ο.Ν., 1976

.               Ὅσοι βλέπουν τὸν ἄνθρωπο ρομαντικὰ καὶ ἐξωτερικὰ μεταθέτουν τὸ κακὸ ἀπὸ τὰ πρόσωπα στὴν κοινωνία, γι’ αὐτὸ καὶ πρεσβεύουν ὅτι ἡ βελτίωσι τῆς κοινωνίας θὰ φέρη καὶ βελτίωσι τῶν προσώπων. Ἀλλὰ οἱ ὀρθόδοξοι χωρὶς νὰ ἀρνούμεθα τὴ σημασία τῆς κοινωνικῆς ἐπιδράσεως στὰ πρόσωπα, δίνουμε τὴν προτεραιότητα στὴ μεταμόρφωσι τοῦ προσώπου διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῆς Θ. Χάριτος.
.               Εἶναι μεγάλη πλάνη νὰ θέλουμε νὰ ἀλλάξουμε τὴν κοινωνία χωρὶς νὰ ἀγωνισθοῦμε, νὰ ἀλλάξουμε τὸν ἑαυτό μας. Εναι τουλάχιστον φελς ν πιστεύουμε τι λλαγ μερικν κοινωνικν θεσμν θ φέρη κα τν λλαγ τν νθρώπων χωρς μετάνοια.
.               ρρωστος νθρωπος κάνει ρρωστες κοινωνίες κα ο ρρωστες κοινωνίες ρρωσταίνουν χειρότερα τοὺς νθρώπους. Τὸ νὰ θεραπεύουμε τὶς κοινωνικὲς ἀρρώστιες χωρὶς νὰ θεραπεύσουμε τὴν προσωπικὴ ἀρρώστια, ἀποτελεῖ μετάθεσι τοῦ προβλήματος, ἄρνησι τῆς ἀποδοχῆς τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης, ὑπεκφυγὴ ἀπὸ τὴν μετάνοια, κατάφασι στὸν ἐγωισμό μας, ἀπροθυμία νὰ δοῦμε τὸν πραγματικό μας ἑαυτό. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Κύριος ἔθεσε τὴν προσωπικὴ μετάνοια σὰν προϋπόθεσι γιὰ τὴ συμμετοχὴ στὴ Βασιλεία Του.
.               Δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ παραγνωρίζεται τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου στὴ διάλυσι τῶν προσώπων καὶ τῶν κοινωνιῶν καὶ στὴν ἐπικράτησι τοῦ κακοῦ. νθρωπιστικ πλούστευσι τν κοινωνικν προβλημάτων ρνεται τν παρξι το διαβόλου. ντίθετα, στ Εαγγέλιο κα στ χριστιανικ μπειρία φανερώνεται κτασι τν διαβολικν νεργειν σ πρόσωπα κα κοινωνικς καταστάσεις καὶ ἡ ἀνάγκη ἀγῶνος κατὰ τοῦ διαβόλου, ἀποταγῆς καὶ ἐξορκισμοῦ τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ἔργο τῶν χαρισματούχων ἱερωμένων, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν εἶναι ἡ διάκρισι τῶν πνευμάτων, γιὰ νὰ μὴ πέφτη ὁ χριστιανὸς στὶς παγίδες ποὺ τοῦ στήνει ὁ πονηρός, ὅταν ἐμφανίζεται μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ καλοῦ.

 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-2 «Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-3)

«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων»
[Β´]
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο,
τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
(Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

9789602730386

Μέρος Α´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-1 (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-2)

.                 Στό Γεροντικό ἀναφέρεται πώς ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός πού αὐτοεξευτελίζεται καί ταπεινολογεῖ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀτιμίες πού προέρχονται ἀπό τόν πλησίον. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνον πού τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἀξίζει ζημιώνεται, ἐκεῖνος ὅμως, πού δέν τόν τιμοῦν καθόλου οἱ ἄνθρωποι, θά δοξαστεῖ στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν συμβουλεύει: Ἡ ὁποιαδήποτε στενοχώρια, πού θά σοῦ συμβεῖ, θά νικηθεῖ μέ τή σιωπή. Μαζί του συμφωνεῖ κι ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας. Μέχρις ὅτου ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν προσευχή, μήν κάνεις καμιά ἐξήγηση μέ τόν ἀδελφό σου. Μελετώντας τίς γραφές τῶν ἁγίων πατέρων τῆς ἐρήμου παρατηρεῖ εὔκολα κανείς μιά σύμπνοια, μιά εὐγένεια, μιά ἀνθρωπιά, μιά κατανόηση, μιά σοφία. Στάλες ἁγιοπνευματικές ὅπου ἄνθισαν στήν ἀπρόσιτη ἄνυδρη ἔρημο, ὕστερα ἀπό ἀγῶνες μακρούς κι ἔδωσαν ἄνθη πού εὐωδίασαν κοινωνίες ἀνθρώπων ἀπόλυτα δοσμένων στόν Θεό κι εὐωδιάζουν ἀκόμη τίς ψυχές πού πράγματι διψοῦν.
.                 Ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας, ὁ μέγας νοῦς, σημειώνει μέ ἰδιαίτερη χάρη καί λεπτότητα: Αὐτός πού ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθίσταται ἱκανός νά ὑπομένει κάθε προσβολή. Ὁ ταπεινός δέν ἐνδιαφέρεται τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ὑποφέρει γιά τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄξιος ν’ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη.
.                 Ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος, στό μεγάλο κι ἐνδιαφέρον αὐτό κεφάλαιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τούς ἄλλους, πού καθημερινῶς σκουντουφλᾶμε, προχωρεῖ καί σημειώνει χαρακτηριστικά: Ὅταν ἀντιληφθεῖς μέσα σου τή σκέψη νά σοῦ ὑπαγορεύει ἀνθρώπινη δόξα, νά γνωρίζεις καλά πώς ἡ σκέψη αὐτή σοῦ ἑτοιμάζει ντροπή. Κι ἄν δεῖς κάποιον νά σ’ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, νά περιμένεις τήν ἴδια στιγμή καί τήν κατηγορία ἀπό μέρους του. Καί συνεχίζει μέ τόλμη χειρούργου ὁ ψυχοανατόμος ἀββᾶς: Ὅταν δεῖς κάποιον νά κλαίει γιά τίς πολλές προσβολές πού τοῦ ἔγιναν, νά γνωρίζεις πώς ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό λογισμό κενοδοξίας, θερίζει χωρίς νά τό αἰσθάνεται τούς καρπούς τῶν κακῶν τῆς καρδιᾶς του. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἡδονή, λυπᾶται γιά τίς κατηγορίες καί τήν κακομεταχείριση, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό λυπᾶται γιά τούς ἐπαίνους καί τίς λοιπές πλεονεξίες. Ἡ ταπείνωσή μας κρίνεται ἀπό τή συκοφαντία. Μή νομίσεις πώς ἔχεις ταπείνωση, τονίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, ὅταν δέν ἀνέχεσαι τήν παραμικρή κατηγορία. Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προχωρεῖ πιό ψηλά: Αὐτόν πού σ’ ἐνέπαιξε ἤ σέ στενοχώρησε ἤ σέ ζημίωσε ἤ ὁτιδήποτε κακό σοῦ ἔκανε, νά τόν θυμηθεῖς ὡς ἰατρό σου. Ὁ Χριστός τόν ἔστειλε γιά νά σέ θεραπεύσει, μή λοιπόν τόν θυμᾶσαι μέ θυμό. Κι ὁ Εὐάγριος εὐεργέτες του θεωροῦσε τούς κακολόγους του.
.                 Ἔχουν μεγάλη σημασία τά παραπάνω ἀναφερόμενα ἀπό τούς θεόσοφους αὐτούς ἰατρούς τῆς ἐρήμου στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ. Τό νά πεῖ κανείς πώς αὐτά ἀναφέρονται ἀπό μοναχούς καί μόνο γιά μοναχούς, τό λιγότερο εἶναι ἀρκετά ἐπιπόλαιος. Γιατί, ὅπως πολύ καλά ἀντιλαμβάνεσθε καί παρατηρεῖτε, ἀποτέλεσμα ἀταπείνωτου φρονήματος, ἀποτυχημένων ἤ λαθεμένων διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀνικανοποίητων ἐγωϊσμῶν, ἀνενέργητων φιλοδοξιῶν, κενοδοξίας, καυχησιολογίας, ἐπαινοθηρίας, φιλαυτίας κι ἐπιθυμίας δικαιώσεως καί διαφημίσεως εἶναι ἡ ἐπιδημία τῆς μοναξιᾶς.
.                 Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη μοναξιά. Μά αὐτή δέν εἶναι καθόλου ἀρρωστημένη. Εἶναι ὁ φυσικός χωρισμός τῶν μοναχῶν ἀπό τόν κόσμο. Δίχως νά ἔχουν διόλου μίσος γιά τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Ἡ μοναξιά τους εἶναι δημιουργική. Ὄχι πώς δέν τούς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι πώς εἶναι ἀνώτεροί τους αὐτοί, δέν ἔχουν κανένα κοινό σημεῖο. Μά θά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο αὐτό.
.                 Εἶναι δυνατή ἡ μοναξιά ν’ ἀρρωστήσει καί νά ἐξουθενώσει τόν ἄνθρωπο. Μά ἡ ἀγάπη εἶναι πιό κραταιή, νά γιάνει καί ν’ ἀναστήσει τόν κόσμο ὅλο. Ἡ ἀκατανίκητη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπικοινωνία πρέπει νά διοχετευθεῖ σωστά. Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά πιάσουμε κάποτε κουβέντα μέ αὐτόν τόν ἄγνωστο ἑαυτό μας. Κουβέντα εἰλικρινῆ, τίμια, θαρρετή. Νά βροῦμε στά βάθη μας τήν κριμένη ἀθωότητα τῶν παιδικῶν μας χρόνων. Κουβέντα πρόσωπο πρός πρόσωπο, δίχως προσωπεῖο, μέ τόν ἕνα, μόνο, ἀληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό. Κουβέντα μέ τούς ἄλλους, τούς ὅποιους, τούς χειρότερους, τούς καλύτερους, τούς πλησίον, τούς μακράν, τούς ἀδελφούς μας ἐν Κυρίῳ. Ἔτσι διαλύονται οἱ ἱστοί τῆς μοναξιᾶς, φωτίζονται τ’ ἄδυτα κι ἀνήλια ὑπόγεια τῶν καρδιῶν, σπάει τό καβούκι τοῦ ἐγώ, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερώνεται, ζωογονεῖται, ἀναπνέει, ζεῖ, ἀρνεῖται τή μοναξιά τοῦ ἄθλιου ἐγωϊσμοῦ. Ἀλήθεια μέ πόσα λίγα κι ἁπλά μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεσταθεῖ, νά ξαναενωθεῖ μέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν χρειάζεται νά ψάξει κανείς πολύ γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἐλπίδα, τήν ἀνάταση, τ’ ἀνείπωτα πανηγύρια τῆς καρδιᾶς, τίς ἑορτές τῶν ἑορτῶν καί τίς πανηγύρεις τῶν πανηγύρεων.
.                 Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη μοναξιά, ζωηφόρα καί χαριτόδοτη. Μιά μοναξιά πού ἀξίζει πολύ νά τῆς ἀφιερώσει κανείς ἀρκετό χρόνο. Ἕνα ἀποσυρμό ἀπό τή βουή τοῦ πλήθους μέ τήν τόση διάχυση, περίσπαση κι ἐξωστρέφεια ἀνωφελῆ. Μιά μοναξιά ὑγιῆ, ὡραία, καλή. Μακριά ἀπό τή μορφή ἐπικοινωνίας ἐκείνη τή συνεχῆ μέ τούς πολλούς, γιά νά μή μείνουμε ποτέ μέ τόν ἕνα, τόν ἑαυτό μας, καί νά μήν ἀναχθοῦμε, ἀπό φόβο, δειλία ἤ ἀγνωσία, στόν Ἄλλο, τόν πάντα Ἀναμένοντα, τόν Ἕνα, τόν Ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο. Νά βροῦμε τόν τρόπο, τόν τόπο, τήν ὥρα, τόν χρόνο γι’ αὐτή τήν ἱερή στιγμή, γι’ αὐτή τήν ἄλλη ἐπικοινωνία. Μέ γνώση, μέ τάξη, μέ πρόγραμμα. Δέν μιλᾶμε γιά μιά διαφυγή μερικῶν, ἀρκετῶν, ἀπό τίς πολλές τους ἀσχολίες γι’ ἀνάπαυλα, θέα τοῦ ἡλιοβασιλέματος καί τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ. Τούς ρομαντικούς αὐτούς βιαστικά τούς ἀντιπαρερχόμαστε. Τούς χαιρετοῦμε ὡς κουρασμένους πού ξεκουράζονται ἀλλ’ ὄχι ὡς πνευματικούς ἀνθρώπους, ὅπως ἴσως θέλουν νά ὀνομάζονται. Δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς πού καμώνονται πώς αὐτοσυγκεντρώνονται μέ τεχνικές ἀμφίβολης προελεύσεως καί ἀποτελεσματικότητος ἤ ἄλλους πού ἀφιερώνουν λίγο χρόνο σέ φευγαλέες κι ἐπιπόλαιες ὀνειροπολήσεις καί νομίζουν πώς μετανοοῦν, γιά κάποια συντριβή πού εἶχαν, ἐνθυμούμενοι τ’ ἀτοπήματά τους στό ταξίδι πού εἶχαν στό παρελθόν τους. Πρόκειται μᾶλλον γιά ψεῦτες φυγάδες τῆς ζωῆς, ὀνειροπαρμένους καί φαντασιόπληκτους. Οὔτε, ἐπιτρέψτε μας νά ποῦμε, ἀναφερόμαστε στούς ἀγαθούς, ὅσο τολμηρά ἀφελεῖς ἐκείνους πού νομίζουν πώς ζοῦν τήν πνευματική ζωή καί τήν ἱερά ἡσυχία, σεργιανίζοντας μ’ ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι, σέ ἀκρογιαλιές καί πλαγιές ὡραίων βουνῶν, ἀκούοντας καλή μουσική ἔχοντας τά νέα βιβλία, τή γαστέρα πεπληρωμένη καί συντροφιά τούς φίλους πού δέν φέρνουν ἀντιρρήσεις. Κι ἀκόμη αὐτούς πού κάνουν πνευματικό τουρισμό ἐπισκεπτόμενοι καί ἱερούς τόπους καί συνομιλώντας μέ παρρησία μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μά πού δέν βγαίνουν διόλου ποτέ ἀπό τό θέλημά τους. Συγχωρέστε μας παρακαλοῦμε, μά φοβόμαστε πώς δέν εἴμαστε καθόλου ὑπερβολικοί.
.                 Ἀναφερόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἁγία ἐκείνη ἡσυχία, πού ἀξίζει κάθε κόπος καί μέριμνα γιά νά δώσουμε τή σημαντική αὐτή εὐκαιρία στόν ἑαυτό μας καί μέσα στή θορυβώδη αὐτή πολιτεία καί μέσα στό ἄστατο σπιτικό μας καί μέ αὐτά τά χάλια τῆς ζωῆς μας καί τοῦ χαρακτήρα μας. Ἀνάγκη πᾶσα νά ἐλευθερωθοῦμε στήν ἁγία αὐτή μοναξιά. Χρειάζεται ἄσκηση, ὑπομονή, μόχθος, μέχρι νά σβήσουν τά σκοτάδια πού μᾶς κουράζουν στήν ἐργασία αὐτή. Νά βροῦμε τίς ρίζες καί τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά μάθουμε νά προσευχόμαστε. Νά γίνει ἡ σιωπή, πηγή, βροντή, σιντριβάνι, φῶς, καθώς λέει ὁ γλυκύτατος ποιητής ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.
.                 Χρειάζεται ἀγρύπνια, ἐγρήγορση συνεχής, ἀκινησία, γαλήνη. Ὁ Θεός εἶναι πλάι μας. Αὐτός μέ ὁδηγεῖ. Σ’ αὐτόν ὁδηγοῦμαι. Τί ἔχω νά φοβηθῶ; Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα. Μέ στηρίζουν σέ αὐτό τό θαῦμα ἡ Παναγία καί ὅλοι οἱ ἅγιοι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-3 «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-4)

 

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΩΣ “ΙΕΡΟ” ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ «Ἀθεΐα (ἀθρησκία) σημαίνει νὰ λοιδωρεῖς σὲ κάθε εὐκαιρία τὴ θρησκεία τοῦ διπλανοῦ σου»!

Ἡ θρησκεία ὡς ἱερὸ τῆς κοινωνίας
(μὲ ἀφορμὴ τὴν ὑπόθεση «Γέροντας Παστίτσιος»)

Ἀνδρέας Σταλίδης 

.                 Σχετικὰ μὲ τὴν καταδίκη του δημιουργοῦ τῆς σελίδας «Γέροντας Παστίτσιος» βγῆκαν -πάλι- διάφοροι νὰ μιλήσουν γιὰ «Ἰράν». Δὲν ὑπῆρχε ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἔβγαιναν.
.                 Ἂς υἱοθετήσουμε τὴν κοινωνιολογικὴ προσέγγιση τῆς θρησκείας, ὅπως τὴν ἀντιλήφθηκε ὁ πατέρας τῆς κοινωνιολογίας, ὁ Emile Durkheim. Ὁ Durkheim παρατήρησε ὅτι οἱ Γάλλοι σύγχρονοί του βγῆκαν στὸν δρόμο νὰ διαμαρτυρηθοῦν γιὰ τὴν ὑπόθεση Dreyfus. Τότε συνειδητοποίησε ὅτι ὁ λόγος ποὺ ἔβγαλε ἔξω τόσο κόσμο ἦταν ἡ προσβολὴ ἑνὸς ἱεροῦ. Τὸ ἱερὸ ποὺ προσεβλήθη ἦταν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ὁ Durkheim ἦταν ἄθρησκος. Συνεπὴς ἄθρησκος. Ὄχι ὅμως ἀδιάφορος στὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας. Πολλοὶ συνδέουν τὰ δύο. Καὶ νομίζουν πς θεΐα (θρησκία) σημαίνει ν λοιδωρες σ κάθε εκαιρία τ θρησκεία το διπλανο σου. Συνήθως λοιδωρία ξαντλεται στν διπλανό σου. Δὲν ἐπεκτείνεται στὸν παραδιπλανό σου… Γιὰ παράδειγμα: λληνας θρησκος εναι πιθαν ν λοιδωρήσει τν Χριστιαν γείτονά του κα τν πίστη του, μως τν δια ρα θ σεβαστε τν μουσουλμάνο πι πέρα. Θὰ θεωρήσει ἐλευθερία τοῦ λόγου τὴν προσβολὴ τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ ἕναν τρίτο, ἐνῶ ἴσως θὰ ἐρεθιστοῦν οἱ εὐαίσθητες χορδές του γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἂν γινόταν κάτι ἀντίστοιχο ποὺ θὰ προσέβαλλε τοὺς Μουσουλμάνους, τοὺς Ἑβραίους ἢ τοὺς Βουδιστὲς κλπ. Ὄχι ὅμως, τὸ θέμα μου δὲν εἶναι ἡ ὑποκρισία καὶ τὰ διπλὰ μέτρα καὶ σταθμά.
.                 Ἐπιστρέφω λοιπὸν στὸν Durkheim. Ὡς κοινωνιολόγος, ἐξέτασε τὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας. Μελέτησε γιὰ πολλὰ χρόνια τὴν πιὸ ἁπλὴ θρησκεία ποὺ βρῆκε στὴ γῆ: τοὺς ἰθαγενεῖς τῆς Αὐστραλίας. Τὸ συμπέρασμά του ἦταν ἐντυπωσιακό! Κάθε κοινωνία χει νάγκη π κάτι ερό. Ατ τ ερ εναι συνήθως συνυφασμένο μ τ θρησκεία. Ἀπαραίτητο συστατικὸ τῆς συνοχῆς τῆς κοινωνίας εἶναι τὸ νὰ μὴν παραβιάζεται αὐτὸ τὸ ἱερό. Ὑπάρχουν σύμβολα καὶ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν αὐτὸ τὸ ἱερό. Κατὰ μία διάσημη φράση του, ὁ Γάλλος κοινωνιολόγος εἶπε « Θες εναι πεμπτουσία τς κοινωνίας». Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Θεὸς ἐκφράζει τὸ Ἱερό, ἡ κοινωνία συνέχεται μέσῳ αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ. Τὸ ἕνα ἀντικατοπτρίζει τὸ ἄλλο. Τὸ ἂν ἡ κότα ἔκανε τὸ ἀβγὸ ἢ τὸ ἀβγὸ τὴν κότα ἐπίσης δὲν εἶναι τὸ θέμα. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ὑπάρχει συσχέτιση μίας κοινωνίας καὶ τῶν ἐκφράσεών της (τῆς συμπεριφορᾶς τῶν μελῶν της, τῶν συλλογικῶν προτεραιοτήτων, τῆς «ἱεράρχησης τῶν ἀναγκῶν» της) μὲ τὴ συγκεκριμένη ὑπερφυσικὴ προσέγγιση, ἡ ὁποία διαμόρφωσε ἢ χάραξε τὴν ἴδια αὐτὴ κοινωνία, ἢ ἔστω τῆς ἄφησε ἕνα μεγάλο ἀποτύπωμα. Ἡ συσχέτιση αὐτὴ εἶναι ὑπαρκτή, ὅμως ἴσως ἀφανὴς στὴν πρώτη ματιά.
.                 Τὸ ἱερὸ λοιπὸν συνέχει τὴν κοινωνία. προσβολ το ερο εναι διαλυτικς παράγοντας τς κοινωνίας. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Durkheim, ἡ Γαλλία εἶχε ἀντικαταστήσει τὴ θρησκεία στὴ θέση τοῦ ἱεροῦ μὲ τὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἐνδεχομένως, ὁρισμένοι ἀναγνῶστες αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἴσως σκέφτονται «ὡραία, ἂς τὸ κάνουμε κι ἐμεῖς». Καλῶς ἢ κακῶς ὅμως τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο εὔκολα. Τὸ συλλογικὸ ὑποσυνείδητο τῶν Γάλλων ἔχει ἐντελῶς διαφορετικὲς προσλαμβάνουσες ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση, οἱ διώξεις τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, οἱ τόσοι αἰῶνες τοῦ Μεσαίωνα, δὲν ἀπαντῶνται στὴ δική μας ἱστορία καὶ παράδοση. Δὲν δημιούργησαν ποτὲ ἀντίστοιχα ἱστορικὰ ἀπωθημένα. Μισὸν αἰώνα μετὰ τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, οἱ Ἕλληνες ἀπελευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἀγωνιστὲς -ἂν διαβάσει κανεὶς τὰ ἀπομνημονεύματά τους- ἦταν ἰδιαίτερα πιστοὶ Χριστιανοί. Οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἀπελευθέρωσαν τὴν Ἑλλάδα ἔγραφαν ἀπὸ τὰ πρῶτα Συντάγματα, καὶ ἀνελλιπῶς μέχρι σήμερα- ὅτι τὸ ἴδιο τὸ Σύνταγμα εἶναι γραμμένο «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ἀγωνιστὲς ποὺ ἀπελευθέρωσαν τὴν Ἑλλάδα ὅριζαν στὰ ἴδια αὐτὰ πρῶτα Συντάγματα ὡς ἑξῆς: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες». Ἀμέσως ἀποκαλύπτεται τὸ αὐτονόητο: ὅτι οἱ προσλαμβάνουσες εἶναι τόσο διαφορετικὲς στοὺς δύο λαούς, ὥστε ἀκόμα κι ἂν ἴσχυε ἡ θεωρία τοῦ Durkheim γιὰ τὸ τί συνιστᾶ ἱερὸ γιὰ τοὺς Γάλλους, τὸ συλλογικὸ ὑποκείμενο τῶν Ἑλλήνων βρίσκεται μᾶλλον στὸν ἀντίποδα. ν θέλεις λοιπν ν ντικαταστήσεις τ ερ σ μία κοινωνία, πρέπει ν βρες κάτι λλο ν τ ντικαταστήσεις. Εἰ δ᾽ άλλως τὸ κρατᾶς καὶ τὸ σέβεσαι. Διότι χωρὶς αὐτό, ἀφαιροῦνται οἱ θεμέλιοι λίθιοι τῆς κοινωνίας.
.                  Γιὰ νὰ ξεφύγω λίγο ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα, ἄρα νὰ ἀφαιρέσω τυχὸν συναισθηματικὲς ἀντιδράσεις στὰ γραφόμενά μου, θὰ κλείσω μὲ τὸ ἑξῆς. Ὁ Samuel Huntington στὸ περίφημο βιβλίο του «Σύγκρουση τῶν Πολιτισμῶν» ἀναφέρει κάπου τὸ ἑξῆς: μπορεῖ οἱ Σουηδοὶ νὰ εἶναι σήμερα ἕνας ἀπὸ τοὺς λιγότερο θρησκευόμενους λαοὺς στὸν πλανήτη, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς κατανοήσεις ἂν δὲν μελετήσεις σὲ βάθος τὸν Λουθηρανισμό».

ΠΗΓΗ: antibaro.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΞΑΝΑΧΑΡΙΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΟΡΙΕΣ, ΝΑ ΣΑΡΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΝ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ»

Ἐπανασύσταση σχέσεων κοινωνίας

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

.            Μοῦ ζητήθηκαν, μὲ διαυγῆ καλοπιστία, ἐξηγήσεις: τί μπορεῖ νὰ σημαίνει αὐτὸ ποὺ ἔγραφα σὲ προηγούμενη ἐπιφυλλίδα. Πῶς ἂν τὸ πρῶτο ζητούμενο σήμερα εἶναι νὰ ξαναπιστέψει ὁ Ἕλληνας στὸν ἑαυτόν του, δηλαδὴ στὴ δυναμικὴ τῆς ἑλληνικῆς συλλογικότητας, τότε χρειαζόμαστε πρωτίστως ὄχι ἰδιοφυῆ πρωθυπουργό, ἀλλὰ αὐθεντικὸ ἀρχιεπίσκοπο. Ἔγραφα συγκεκριμένα: «Ἂν τὸ πρῶτο εἶναι νὰ ξαναβρεῖ ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἐφαλτήριο γιὰ καινούργιο πατριωτικὸ ἅλμα, τότε χρειαζόμαστε ἐκκλησιαστικὸ μπροστάρη ἀνιχνευτή. Νὰ μᾶς δείξει τὴ μετάβαση ἀπὸ τὰ ἰδεολογήματα στὴν ἐρωτικὴ ἐμπειρία, ἀπὸ τὰ ἐκσυγχρονιστικὰ “δῆθεν” στὴν πίστη – ἐμπιστοσύνη. Δὲν ἔχουμε πολιτικούς, ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε μπροστάρηδες στὴν πίστη, ἡγέτες ἐκκλησιαστικοῦ ρεαλισμοῦ, ὄχι θρησκειοποιημένων ἰδεολογημάτων. Μὲ θρησκευτικὲς παπαρδέλες καὶ ὠφελιμιστικὸ ἀκτιβισμὸ δὲν ἀνασταίνονται νεκρὲς κοινωνίες».
.            Τί σημαίνουν αὐτὰ στὴν πράξη: Σημαίνουν ὅτι ὁ Ἕλληνας εἶναι Ἕλληνας (ὅταν ὑπάρχει τὸ εἶδος), ἐπειδὴ στοὺς ἱστορικοὺς ἐθισμούς του καὶ ἑπομένως στὴ νοο-τροπία του δὲν προέχει ἡ σύμβαση (τὸ «κοινωνικὸ συμβόλαιο»), προέχει ἡ ἐμπιστοσύνη, ἡ πίστη. Καὶ ἡ πίστη – ἐμπιστοσύνη προϋποθέτει προσωπικὲς σχέσεις, κοινωνία σχέσεων. Δηλαδὴ προϋποθέτει τὴν «πόλιν» ἢ τὴ μικρὴ κοινότητα, τὸν «ἔπαινο τοῦ δήμου, τὰ δύσκολα καὶ τ’ ἀνεκτίμητα εὖγε». Ὄχι τὸ ἀπρόσωπο κράτος καὶ τὸν φόβο τοῦ χωροφύλακα ἢ τοῦ μπαμπούλα «Θεοῦ».
.            Ἡ Ἑλλάδα σήμερα εἶναι νεκρή, δίχως ἀντανακλαστικὰ ἑτερότητας, διότι εἶναι μόνο κράτος μὲ θεσμικὰ καταργημένη τὴν κοινότητα.  λληνας δν χει πι καμι πολύτως ασθηση το «νήκειν», το «μετέχειν», ασθηση κοινωνίας. Πιθηκίζοντας πρότυπα ἄσχετα μὲ τὶς ἀνάγκες του, ἔφτιαξε κράτος συγκεντρωτικό, μὲ μεγαλουπόλεις ἀκοινώνητου βίου, ἐκπίπτοντας σὲ τριτοκοσμικὴ καθυστέρηση, ὑπανάπτυξη καὶ φαυλότητα. Πρόσφατα, μ δύο διαδοχικ ν ψυχρ γκλήματα, τν «Καποδίστρια» κα τν «Καλλικράτη», ξαλείφθηκε κα θεσμικπίσημα μικρο μεγέθους κοινότητα, χάρη στν ποία πέζησε στορικ λληνισμς τρες χιλιάδες χρόνια.
.            Τ τελευταο χνος κοινότητας, λαϊκο σώματος μ σχέσεις πίστης – μπιστοσύνης κα μ ξονα συνοχς τ «ερό», εναι κόμα στν λλάδα νορία. Ἀλλοτριωμένη, παραμορφωμένη, μὲ χαμένο κατὰ κανόνα τὸν ἐκκλησιαστικὸ χαρακτήρα της καὶ μεταποιημένη σὲ τέμενος, κάτι σὰν ὑποκατάστημα τοῦ IKA «διὰ τὴν ἱκανοποίησην τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ», ὅμως σώζεται ἀκόμα ὡς λαϊκὴ σύναξη καὶ δυνάμει σῶμα. Ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρξε ὡς τώρα ἀρχιεπίσκοπος στὸ ἑλλαδικὸ κράτος μὲ ἐπίγνωση τῆς ἀγεφύρωτης ἀντίθεσης Ἐκκλησίας καὶ θρησκείας – ἀτομοκεντρικὴ ἡ θρησκεία, αὐθυπερβατικὴ (κοινωνούμενη, ἐρωτικὴ) ἡ ὕπαρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνθρώπου. Στὸ πλαίσιο τοῦ μεταπρατικὰ ἐκδυτικισμένου ἑλλαδικοῦ κράτους, τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς ἔχει ριζικὰ ἀλλοτριωθεῖ σὲ ἀτομοκεντρικὴ θρησκευτικότητα. Ἡ πίστη κλαμβάνεται σν τομικ γκίστρωση σ πεποιθήσεις κα δεολογήματα, σ παραδοχς σχετες μ τν μπειρική τους παλήθευση, «ρθοδοξία» σημαίνει γωκεντρικ θωράκιση μ ξιωματικ «ρθς» βεβαιότητες. τσι τ κήρυγμα κφυλίζεται σ δεολογικ προπαγάνδα σ θικιστικ φελιμισμό, παπαρδέλες ψυχολογικο εσεβισμο κα βασανιστικο νομικισμο.
.            Ατ τν ρα πο λληνισμς καταρρέει σν ργανωμένη συλλογικότητα, μόνο νας κκλησιαστικς μπροστάρης, νας ρχιεπίσκοπος, θ μποροσε σως κα ν νατρέψει τος ρους τς κατάρρευσης. Ἂν μιλοῦσε ἐκείνη τὴν «ἄλλη» γλώσσα, τὴν ἀκαταμάχητη, ποὺ εἶναι ἡ σιωπὴ τῆς ἀποκαλυπτικῆς πράξης. Πράξη κκλησιαστικ δν εναι τ συσσίτια σ συνεργασία μ τ σοπερ μάρκετ, ατ εναι σύμπραξη μ τ λογικ τς κατάρρευσης, τὴν λογικ το τελέσφορου IKA, τὸν Μολὼχ τῆς χρησιμοθηρίας ποὺ ὁδήγησε στὴν κατάρρευση.
.          Ἀκαταμάχητη εἶναι ἡ γλώσσα τῆς πίστης – ἐμπιστοσύνης ποὺ γεννιέται μόνο ἀπὸ τὸ ἄθλημα τῆς μετοχῆς σὲ σχέσεις κοινωνίας τῆς ζωῆς, σὲ ἐκκλησιαστικὴ ἐνορία. Καὶ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς μπροστάρης θὰ μποροῦσε σιωπηρά, χωρὶς ἰδεολογικὲς ρητορεῖες, ν ξαναχαρίσει στν λλάδα νορίες: Μεθοδικά, μ καθημεριν προσωπικ παρουσία, ν σαρώσει π τς κκλησις τν λλοτρίωση, δηλαδὴ ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν ἀτομικὸ ἐντυπωσιασμό, τὴν ψυχολογικὴ ὑποβολή, τὴν ἀκοινώνητη «ἔξαρση»: τερατώδεις μεγαφωνίες, θρησκευτικὲς χαλκομανίες ποὺ ἔχουν ὑποκαταστήσει τὶς ἐκκλησιαστιακὲς Εἰκόνες, κανταδόρικες τετραφωνίες, νεοπλουτίστικους ἀφόρητου κὶτς πολυέλαιους καὶ μανουάλια, φωτισμοὺς «νέον», φτηνιάρικο καρεκλομάνι ἀντὶ γιὰ τὸ σοφὸ στασίδι.
.            Μόνο ἂν ὑπάρξουν πυρῆνες ἐξόδου ἀπὸ τὴν λογικὴ τῆς κατάρρευσης, ἔμπρακτης ἐξόδου, μπορεῖ νὰ σαρκωθεῖ ἐλπίδα. σο μιλμε τὴν γλώσσα τς δεολογίας, τν στατιστικν ναλύσεων κα τς τέλειωτης ποικιλότητας τν πόψεων γι νάκαμψη, τ γλώσσα το κτιβισμο συσσιτίων κα λτρουιστικν «πρωτοβουλιν», παίζουμε στ γήπεδο τς παρακμιακς κατρακύλας. Ἡ «λλη» γλώσσα, πο μπορε ν γεννήσει κοινωνικ συνοχ κα νιδιοτέλεια, τ χαρ το «μετέχειν» κα «νήκειν», εναι γλώσσα τς Εκόνας πο δρύει σχέση, τς δραματουργίας πο μυε στ ρρητο, εναι τ ναμμα το κεριοφωνη προσευχή, τ μέλος πο συγκροτε νότητα λληλοστηριχτική.
.          Στὸ πλαίσιο ἑνὸς ξεσηκωμοῦ γιὰ παλινόρθωση τῆς ἐνορίας – κοινότητας θὰ ἐνταχθεῖ ὁπωσδήποτε καὶ μιᾶς ἄλλης γλώσσας κατήχηση: Ὄχι πιὰ ἠθικιστικὴ ὠφελιμολογία καὶ νοησιαρχικὰ ἰδεολογήματα, ἀλλὰ μαθήματα σ κάθε ναὸ ξοικείωσης μ τν λιγγιώδη ποίηση τς κκλησιαστικς λατρείας, μαθήματα γλώσσας πο νὰ ναχαιτίσουν τὴν μεθοδευμένη ποκοπ τοῦ λληνα π τὴν γλωσσική του συνέχεια, π τς πηγς τς πολιτισμικς του ατοσυνειδησίας.
.            Ἕνας ἀρχιεπίσκοπος ἐκκλησιαστικὸς μπροστάρης – ὄχι «θρησκευτικὸς ἡγέτης», ἀγιατολὰχ ἢ παπίσκος. Πο θ γνοιαστε πιτέλους τος ρφανεμένους π πίσκοπο πρεσβυτέρους τς κκλησίας, θ τος ποκαταστήσει σ συνεργάτες, θὰ πάψει νὰ τοὺς λογαριάζει «ἱερεῖς» τῆς «ἐπικρατοῦσας θρησκείας» καὶ νὰ ἀρμέγει βάναυσα τὰ παπαδικά τους «τυχερά».
.            Ἀνάκαμψη τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας θὰ προέλθει μόνο μὲ ἐπανασύσταση τῶν προϋποθέσεων ζωτικῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, ἐμπειρικῆς ψηλάφησης «νοήματος» τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς συνύπαρξης.

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε