Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κοινωνία

Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΠΥΞΙΔΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους

πίστη μας στν Χριστ ς πυξίδα κοινωνίας
μ
τν Θε κα τος λλους μέσα στν κκλησία.

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Κοινωνία καὶ ἑτερότητα»
(Communion and Otherness),

τοῦ Μητροπολ. Περγάμου Ἰωάννου

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»
μετάφρ. Δ. Γοῦτσος-Θ. Παπαθανασίου,
περ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 76 / Ὀκτ.-Δεκ. 2000, σελ. 9-10

.               Δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἡ «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ», εἴτε σὲ ἐκκλησιολογικὸ εἴτε σὲ ἀνθρωπολογικὸ ἐπίπεδο, ἂν δὲν εἴμαστε ἐνσωματωμένοι στὴν πρωτότυπη καὶ μόνη αὐθεντικὴ εἰκόνα τοῦ Πατρός, δηλαδὴ τὸν ἔνσαρκο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔχει τὶς ἑξῆς συνέπειες:

α) Ἡ κοινωνία μὲ τὸν ἄλλο ἀπαιτεῖ τὴν ἐμπειρία τοῦ σταυροῦ. Ἂν δὲν θυσιάσουμε τὸ θέλημά μας καὶ καὶ δὲν τὸ ὑποτάξουμε στὸ θέλημα τοῦ ἄλλου, ἐπαναλαμβάνοντας οἱ ἴδιοι ὅ,τι ἔκανε ὁ Κύριός μας στὴ Γεθσημανὴ σὲ σχέση πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντικατοπτρίσουμε σωστὰ στὴν ἱστορία τὴν κοινωνία καὶ τὴν ἑτερότητα ποὺ βλέπουμε στὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ ἄλλο, τὴν κτίση Του, «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» μὲ τὴν κένωση τῆς Σάρκωσης, ὁ «κενωτικὸς» τρόπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστιανὸ στὴν κοινωνία του μὲ τὸν ἄλλο –τὸν Θεὸ ἢ τὸν «πλησίον».

β) Σ’ αὐτὴ τὴν «κενωτικὴ» προσέγγιση ἡ κοινωνία δὲν προσδιορίζεται μὲ κανέναν τρόπο ἀπὸ τὶς ἰδιότητες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἢ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ἀποδεχόμενος τὸν ἁμαρτωλό, ὁ Χριστὸς ἐφάρμοσε στὴν κοινωνία τὸ Τριαδολογικὸ πρότυπο (ὅπως τὸ περιγράψαμε ἀνωτέρω)· ἡ ταυτότητα τοῦ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁ ἑαυτός του. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διακρίσεις ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀξίζουν καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀξίζουν νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦμε. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ Χριστολογικὸ πρότυπο τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἄλλους.

 

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-2

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Βασ. Γαϊτάνη,
«Ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνία στὴν Κοινωνία»
(Ὀρθόδοξος Ἐπικοινωνιακὴ Θεολογία),
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2008, σελ. 109-115

Ἠλ. στοιχειοθ.: «Χριστ. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-1

.           γ) Ὁ Orwell φοβόταν ἐκείνους ποὺ θὰ μᾶς στεροῦσαν τὴν πληροφόρηση. Εἶχε ὑπ᾽ ὄψη του μᾶλλον τὸ μοντέλο τοῦ «ἀπόλυτου μυστικοῦ» τῶν ἰθυνόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν ὁ λαὸς νὰ ἔχει καμμία πρόσβαση στὴν πληροφορία. Φοβόταν ὅτι μία δικτατορικὴ ἀπαγόρευση τύπου Γκαῖμπελς, εἴτε ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων θὰ ἔκρυβε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τοὺς πολλούς.
.           Ὁ Postman, ἀντίθετα, ἐπαναλαμβάνοντας καὶ προεκτείνοντας τὸν Huxley, φοβᾶται ὄχι τόσο τὴν δικτατορία τῆς μὴ-πρόσβασης στὴν πληροφορία, ὅσο τὴν ὑπερ-πληροφόρηση ὡς ἕνα «μεταμοντέρνο καρκίνωμα», ποὺ θὰ μᾶς καταστήσει ἀνίκανους νὰ ἀναχθοῦμε στὴν πνευματικότητα τῆς διάκρισης. Ὁ Postman δὲν φοβᾶται κατὰ βάθος τὴν μὴ- πληροφορία, ὅσο τὸ γεγονὸς ὅτι ἀκόμα καὶ ἂν ἡ πληροφορία γίνει γνωστή, κανεὶς δὲν θὰ ἀντιστέκεται. Ἀκόμα καὶ νὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος κάποια καλὰ κρυμμένα μυστικά, οἱ ἰθύνοντες θὰ γνωρίζουν ὅτι ἀκόμα καὶ ὅλοι νὰ γνωρίζουν κανεὶς δὲν θὰ θέλει νὰ ἐπαναστατήσει. Τοὺς «ἀφήνουν» τὴν συμμετοχὴ στὴν γνώση, γιατί ξέρουν τὴν ἔλλειψη μαρτυρίας τῆς ὀντολογικῆς ἐπανάστασης. Τὸ «ἀπόλυτο» τῆς πληροφόρησης θὰ καταστρέψει τὴ διαλεκτική τῆς διάκρισης, τοῦ βάθους καὶ τῆς ἀλήθειας.

 .           δ) Ὁ Orwell διατύπωσε τὸν εὔλογο φόβο ὅτι ἡ ἀλήθεια θὰ φυλαγόταν μυστική. Μία κάστα σύγχρονων «γκουροὺ» τῆς νέας-τεχνολογίας θὰ ἔκρυβε τὴν ἀλήθεια, κρατώντας ὑποταγμένα τὰ πλήθη στὶς συνήθειες τῆς ἀγέλης. Ἡ ὁμοιομορφία καὶ ἡ κοινοτοπία θὰ ἑδραιώνονταν σὲ ὅλους τοὺς ἁρμοὺς τῆς ζωῆς.
.          Postman καὶ Huxley προωθοῦν τὴν ἰδέα αὐτὴ ἀκόμα περισσότερο: φοβοῦνται ὅτι στὴν μεταμοντέρνα ἐποχἀλήθεια δὲν θὰ εἶναι μυστικὴ πιά, παρὅτι μᾶλλον θὰ παραγίνει γνωστή, θὰ «ὑπερπληρώσει, ὑπὸ μία ἔννοια, ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀλήθεια, ἔτσι ὥστε ἀλήθεια νὰ πνιγεῖ μέσα σ᾽ ἕνα ὠκεανὸ σύγχυσης!

 .           ε) Ὁ Orwell διατύπωσε τὴν σοβαρὴ ἀνησυχία ὅτι θὰ ἀναπτύσσαμε πολιτισμὸ ὑποτέλειας. Ἡ ἐπανάσταση τῶν «ἀρχοντικῶν μοναχικῶν», ὅπως τὴν θέλησε ὁ Kierkegaard, δὲν θὰ εἶχε σὲ μία τέτοια μελλοντικὴ κοινωνία νόημα πιά, διότι θὰ εἶχε ὑποταχθεῖ στὴ δουλεία τῆς σύγχρονης τεχνοκρατίας.
.           Ὁ Postman, ἀντίθετα, φοβᾶται ὄχι τόσο τὴν καταδυνάστευσή μας σὲ μία ἀνώτερη, ὑπέρτερη ἐξουσία, ὅσο τὴν ἀνία μας. Φοβᾶται ὅτι θἀναπτύξουμε πολιτισμὸ κοινοτοπίας, βασισμένο κατὰ κύριο λόγο στὴν «κοινωνία τοῦ θεάματος» (Societa dello Spetacolo), τὴν ὑπὲρ-ἰδεολογία τῆς ψυχαγωγίας καὶ τὴν δημοσιογραφίστικη σκέψη.

.           Ἡ ἀρχέγονη πηγή, στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ βασιστεῖ ἡ ἀνάδυση τῆς «κοινωνίας τοῦ θεάματος», στηρίζεται, σύμφωνα μὲ τὸν Postman, στὸ ἀρχαϊκὸ καὶ γενικὰ γνωστὸ καὶ δεδομένο μοντέλο τῆς «Εἰδωλοποίησης». Τὸ εἴδωλο εἶναι πάντα ἡ πρώτη μορφὴ ἔκφρασης τοῦ θεαματικοῦ φαινομένου. Τὸ «σόου» ἑνὸς Θεοῦ ποἐμφανίζεται μὲ μαγικὲς δυνάμεις, ἢ ποὺ περιμένουμε ἀπ᾽ αὐτὸν νἐκφραστεὡς κυρίαρχος, εἶναι πάντα ἡ πιὸ μεγάλη ἀναίρεση τῆς ἴδιας τῆς πνευματικότητας.

, ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-1

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Βασ. Γαϊτάνη,
«Ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνία στὴν Κοινωνία»
(Ὀρθόδοξος Ἐπικοινωνιακὴ Θεολογία),
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2008 σελ. 109-115

Ἠλ. στοιχειοθ.: «Χριστ. Βιβλιογραφία»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  Τί γίνεται ἆραγε σήμερα ὡς μιὰ ἐκλεπτυσμένη θεώρηση-ἐξέλιξη τοῦ «ἄρτου καὶ τῶν θεαμάτων» τῆς ἀρχαίας Ρώμης; Ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ δημόσια ψυχαγωγία, ἀλλιῶς θὰ χασμουριέται μέχρι θανάτου. […] Ἡ διασκέδαση γεννιέται ὡς ἀπεγνωσμένη ἀπόπειρα ὑπερβάσεως τῆς ἀνίας, ἀνίας ποὺ ἀναδύεται ὡς ἔλλειψη θρησκευτικοῦ νοήματος τῆς ὑπάρξεως.
.            Τὸ θέαμα εἶναι ἡ «ὑπὲρ-ἰδεολογία» ποὺ διέπει ὁλόκληρη τὴν κοινωνικὴ ζωή, ὄχι ὡς κάτι ποὺ ἐπιβάλλεται ἐξωτερικὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὡς κάτι στὸ ὁποῖο ἠθελημένα καὶ ἡδονικὰ αὐτoεγκλείονται οἱ ἴδιοι. Ἡ «συνδιαμόρφωση», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ MacLuhan μιλώντας γιὰ τὸν Κινηματογράφο, ἔγινε ἀπόλυτη «ἐπαναμόρφωση» τοῦ ἑαυτοῦ.
.           Ὁ Postman στὸ ἔργο του «Amusing Ourselves to Death» καταδεικνύει τὶς διαφορὲς ποὺ μποροῦν νὰ ἀνευρεθοῦν στὴν «κινδυνολογία» τοῦ Orwell σὲ σχέση μὲ τὸ πλαίσιο καὶ τὶς δομὲς τοῦ σύγχρονου, μεταμοντέρνου κόσμου.

 .           α) Ὁ Orwell στὸ κλασικὸ ἔργο του «1984» πίστευε ὅτι ὁ κίνδυνος θὰ ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸ αὐταρχισμὸ ἑνὸς παντοδύναμου δυνάστη. Θεωροῦσε ὅτι ἡ δικτατορία τῆς «ἄνωθεν κυριαρχίας» θὰ ἦταν ἡ τραγικὴ μοίρα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀτομικὴ προσωπικότητα τοῦ κάθε ἀτόμου, ἡ ἀνεπανάληπτη προσωπικότητά του θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαφανιστοῦν μέσα στὴ διάσταση τοῦ μαζικοῦ καὶ ἀπρόσωπου στοιχείου. Ὁ δικτάτορας θέλει τὸ σύστημά του νὰ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὁ δυνάστης «Μεγάλος Ἀδελφὸς» στὴν ζοφερὴ προφητεία τοῦ Orwell εἶναι ὁ ἐπικυρίαρχος δικτάτορας τῆς ὕπαρξης.
.           Ἀντίθετα ὁ Neil Postman -ἐπαναλαμβάνοντας τὴν συλλογιστική τοῦ Huxley, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε στὸ ἔργο «Ὁ θαυμαστὸς καινούργιος κόσμος» (Brave New World)- πιστεύει ὅτι στὴν σύγχρονη μεταμοντέρνα κοινωνία δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ κάποιος «Μεγάλος Ἀδελφὸς» (Big Brother), ἀλλὰ ὅτι ἀποπλάνηση τῆς ὕπαρξης θὰ γίνεται μἕναν ἀπείρως πιἐκλεπτυσμένο τρόπο. Γιὰ νὰ στερηθεἀνθρωπότητα τὴν μεταφυσικἀναγωγή της, τὴν πνευματική της ὡριμότητα καὶ τὴν ἱστορικὴ μνήμη τῆς ἐλευθερίας της, θἀρκεῖ μόνο νὰ τῆς ἐπιβληθεἕνα μοντέλο ψυχαγωγικῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖο ἡ ἴδια ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἀποδέχεται ὡς τὴν ἀνώτερη μορφὴ ὕπαρξης. Μὲ ἄλλα λόγια σιγὰ-σιγὰ ἡ ἴδια αὐτὴ ἡ ἀνθρωπότητα θὰ αὐτοαποδεχθεῖ ἀπὸ μόνη της τὴν ἄρση τῆς ἐλευθερίας της. Οἱ ἄνθρωποι θὰ καταλήξουν οἱ ἴδιοι -σὲ κάποια κοντινὴ ἐποχὴ- νὰ «ἀγαποῦν τὴν καταπίεσή τους», θὰ καταλήξουν νὰ «λατρεύουν τὴν τεχνολογία καὶ νὰ ἀποδομοῦν τὴν ἱκανότητά τους γιὰ σκέψη». Μὲ ἄλλους ὅρους, ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἐγκλωβίζεται πιὰ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ πλουτοκρατικὸ εἴτε δικτατορικὸ «Μέσο» σὲ κάποια συμβολικὴ φυλακή, παρὰ θὰ αὐτο-ηδονίζεται ὁ ἴδιος νὰ ἐγκλωβίζει τὸν ἑαυτό του. Θὰ πλάθει ὑπὸ μία ἔννοια, ὁ ἴδιος τὴν φυλακή του, θὰ νιώθει τὴν ζοφερή, διαστροφικὴ χαρὰ νὰ δημιουργεῖ ὁ ἴδιος τὸν «Μεγάλο Ἀδελφό» του καὶ νὰ αὐτο-φυλακίζεται ἀπ’ αὐτόν!

 .           β) Ὁ Orwell διατύπωσε στὸ ἔργο του «1984» τὸν τρομακτικὸ φόβο ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀπαγόρευαν κάποια στιγμὴ τὰ βιβλία. Οὐσιαστικὰ αὐτὸς ὁ φόβος εἶναι συμβολικός. Ἐκφράζει τὴν ἀπώλεια τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας σ’ ἕνα κόσμο ἐργαλειακοῦ καὶ ἐμπορικοῦ πραγματισμοῦ. Ἡ «ἄλλη πραγματικότητα», αὐτὴ τῆς ἀνώτερης τέχνης (ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ Marcuse), ἐκείνη ἡ «ἀνώτερη» πραγματικότητα τῆς τέχνης καὶ τοῦ πνεύματος, θὰ εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ ἐντός τοῦ νέου χώρου τοῦ νεομοντερνιστικοῦ, τεχνοκρατικοῦ λειτουργισμοῦ.
.           Postman καὶ Huxley, ἀντίθετα, προωθοῦν ὣς τὰ ἔσχατα τὴν σκέψη τοῦ Ὄργουελ καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποδομοῦν στοὺς βασικοὺς ὅρους της: ἡ ἔσχατη ἀποδόμηση τοῦ πνεύματος εἶναι ἡ πίστη ὅτι σὲ κάποια διαλεκτικὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας δὲν θὰ ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπαγορευτοῦν τὰ βιβλία, ἀφοῦ θἔχει ἐπέλθει ἄρνηση τῶν πρώτων ὅρων τῆς ἴδιας τῆς ἔννοιας τῆς ὕπαρξης τῶν βιβλίων ὡς ἐργαλεῖα μόρφωσης καὶ χειραφέτησης. Ἡ μυστηριακὰ συγκλονιστικἀπόλαυση τοῦ διαβάσματος θἔχει ὁριστικἀπολεσθεῖ. Δὲν θὑπάρχει πλέον λόγος γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τῶν βιβλίων, ἀφοῦ θἔχει ἀναδειχθεῖ μία ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία δὲν θὰ βρίσκεται πλέον ἄνθρωπος πρόθυμος νὰ τὰ διαβάσει!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-2

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΝΕΙ ΑΡΡΩΣΤΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Γ. Καψάνη (✝)

«Χριστός, Ἐκκλησία καὶ Κοινωνία»,
Ἐκδόσεις Ε.Χ.Ο.Ν., 1976

.               Ὅσοι βλέπουν τὸν ἄνθρωπο ρομαντικὰ καὶ ἐξωτερικὰ μεταθέτουν τὸ κακὸ ἀπὸ τὰ πρόσωπα στὴν κοινωνία, γι’ αὐτὸ καὶ πρεσβεύουν ὅτι ἡ βελτίωσι τῆς κοινωνίας θὰ φέρη καὶ βελτίωσι τῶν προσώπων. Ἀλλὰ οἱ ὀρθόδοξοι χωρὶς νὰ ἀρνούμεθα τὴ σημασία τῆς κοινωνικῆς ἐπιδράσεως στὰ πρόσωπα, δίνουμε τὴν προτεραιότητα στὴ μεταμόρφωσι τοῦ προσώπου διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῆς Θ. Χάριτος.
.               Εἶναι μεγάλη πλάνη νὰ θέλουμε νὰ ἀλλάξουμε τὴν κοινωνία χωρὶς νὰ ἀγωνισθοῦμε, νὰ ἀλλάξουμε τὸν ἑαυτό μας. Εναι τουλάχιστον φελς ν πιστεύουμε τι λλαγ μερικν κοινωνικν θεσμν θ φέρη κα τν λλαγ τν νθρώπων χωρς μετάνοια.
.               ρρωστος νθρωπος κάνει ρρωστες κοινωνίες κα ο ρρωστες κοινωνίες ρρωσταίνουν χειρότερα τοὺς νθρώπους. Τὸ νὰ θεραπεύουμε τὶς κοινωνικὲς ἀρρώστιες χωρὶς νὰ θεραπεύσουμε τὴν προσωπικὴ ἀρρώστια, ἀποτελεῖ μετάθεσι τοῦ προβλήματος, ἄρνησι τῆς ἀποδοχῆς τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης, ὑπεκφυγὴ ἀπὸ τὴν μετάνοια, κατάφασι στὸν ἐγωισμό μας, ἀπροθυμία νὰ δοῦμε τὸν πραγματικό μας ἑαυτό. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Κύριος ἔθεσε τὴν προσωπικὴ μετάνοια σὰν προϋπόθεσι γιὰ τὴ συμμετοχὴ στὴ Βασιλεία Του.
.               Δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ παραγνωρίζεται τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου στὴ διάλυσι τῶν προσώπων καὶ τῶν κοινωνιῶν καὶ στὴν ἐπικράτησι τοῦ κακοῦ. νθρωπιστικ πλούστευσι τν κοινωνικν προβλημάτων ρνεται τν παρξι το διαβόλου. ντίθετα, στ Εαγγέλιο κα στ χριστιανικ μπειρία φανερώνεται κτασι τν διαβολικν νεργειν σ πρόσωπα κα κοινωνικς καταστάσεις καὶ ἡ ἀνάγκη ἀγῶνος κατὰ τοῦ διαβόλου, ἀποταγῆς καὶ ἐξορκισμοῦ τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ἔργο τῶν χαρισματούχων ἱερωμένων, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν εἶναι ἡ διάκρισι τῶν πνευμάτων, γιὰ νὰ μὴ πέφτη ὁ χριστιανὸς στὶς παγίδες ποὺ τοῦ στήνει ὁ πονηρός, ὅταν ἐμφανίζεται μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ καλοῦ.

 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-2 «Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-3)

«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων»
[Β´]
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο,
τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
(Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

9789602730386

Μέρος Α´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-1 (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-2)

.                 Στό Γεροντικό ἀναφέρεται πώς ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός πού αὐτοεξευτελίζεται καί ταπεινολογεῖ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀτιμίες πού προέρχονται ἀπό τόν πλησίον. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνον πού τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἀξίζει ζημιώνεται, ἐκεῖνος ὅμως, πού δέν τόν τιμοῦν καθόλου οἱ ἄνθρωποι, θά δοξαστεῖ στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν συμβουλεύει: Ἡ ὁποιαδήποτε στενοχώρια, πού θά σοῦ συμβεῖ, θά νικηθεῖ μέ τή σιωπή. Μαζί του συμφωνεῖ κι ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας. Μέχρις ὅτου ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν προσευχή, μήν κάνεις καμιά ἐξήγηση μέ τόν ἀδελφό σου. Μελετώντας τίς γραφές τῶν ἁγίων πατέρων τῆς ἐρήμου παρατηρεῖ εὔκολα κανείς μιά σύμπνοια, μιά εὐγένεια, μιά ἀνθρωπιά, μιά κατανόηση, μιά σοφία. Στάλες ἁγιοπνευματικές ὅπου ἄνθισαν στήν ἀπρόσιτη ἄνυδρη ἔρημο, ὕστερα ἀπό ἀγῶνες μακρούς κι ἔδωσαν ἄνθη πού εὐωδίασαν κοινωνίες ἀνθρώπων ἀπόλυτα δοσμένων στόν Θεό κι εὐωδιάζουν ἀκόμη τίς ψυχές πού πράγματι διψοῦν.
.                 Ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας, ὁ μέγας νοῦς, σημειώνει μέ ἰδιαίτερη χάρη καί λεπτότητα: Αὐτός πού ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθίσταται ἱκανός νά ὑπομένει κάθε προσβολή. Ὁ ταπεινός δέν ἐνδιαφέρεται τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ὑποφέρει γιά τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄξιος ν’ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη.
.                 Ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος, στό μεγάλο κι ἐνδιαφέρον αὐτό κεφάλαιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τούς ἄλλους, πού καθημερινῶς σκουντουφλᾶμε, προχωρεῖ καί σημειώνει χαρακτηριστικά: Ὅταν ἀντιληφθεῖς μέσα σου τή σκέψη νά σοῦ ὑπαγορεύει ἀνθρώπινη δόξα, νά γνωρίζεις καλά πώς ἡ σκέψη αὐτή σοῦ ἑτοιμάζει ντροπή. Κι ἄν δεῖς κάποιον νά σ’ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, νά περιμένεις τήν ἴδια στιγμή καί τήν κατηγορία ἀπό μέρους του. Καί συνεχίζει μέ τόλμη χειρούργου ὁ ψυχοανατόμος ἀββᾶς: Ὅταν δεῖς κάποιον νά κλαίει γιά τίς πολλές προσβολές πού τοῦ ἔγιναν, νά γνωρίζεις πώς ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό λογισμό κενοδοξίας, θερίζει χωρίς νά τό αἰσθάνεται τούς καρπούς τῶν κακῶν τῆς καρδιᾶς του. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἡδονή, λυπᾶται γιά τίς κατηγορίες καί τήν κακομεταχείριση, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό λυπᾶται γιά τούς ἐπαίνους καί τίς λοιπές πλεονεξίες. Ἡ ταπείνωσή μας κρίνεται ἀπό τή συκοφαντία. Μή νομίσεις πώς ἔχεις ταπείνωση, τονίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, ὅταν δέν ἀνέχεσαι τήν παραμικρή κατηγορία. Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προχωρεῖ πιό ψηλά: Αὐτόν πού σ’ ἐνέπαιξε ἤ σέ στενοχώρησε ἤ σέ ζημίωσε ἤ ὁτιδήποτε κακό σοῦ ἔκανε, νά τόν θυμηθεῖς ὡς ἰατρό σου. Ὁ Χριστός τόν ἔστειλε γιά νά σέ θεραπεύσει, μή λοιπόν τόν θυμᾶσαι μέ θυμό. Κι ὁ Εὐάγριος εὐεργέτες του θεωροῦσε τούς κακολόγους του.
.                 Ἔχουν μεγάλη σημασία τά παραπάνω ἀναφερόμενα ἀπό τούς θεόσοφους αὐτούς ἰατρούς τῆς ἐρήμου στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ. Τό νά πεῖ κανείς πώς αὐτά ἀναφέρονται ἀπό μοναχούς καί μόνο γιά μοναχούς, τό λιγότερο εἶναι ἀρκετά ἐπιπόλαιος. Γιατί, ὅπως πολύ καλά ἀντιλαμβάνεσθε καί παρατηρεῖτε, ἀποτέλεσμα ἀταπείνωτου φρονήματος, ἀποτυχημένων ἤ λαθεμένων διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀνικανοποίητων ἐγωϊσμῶν, ἀνενέργητων φιλοδοξιῶν, κενοδοξίας, καυχησιολογίας, ἐπαινοθηρίας, φιλαυτίας κι ἐπιθυμίας δικαιώσεως καί διαφημίσεως εἶναι ἡ ἐπιδημία τῆς μοναξιᾶς.
.                 Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη μοναξιά. Μά αὐτή δέν εἶναι καθόλου ἀρρωστημένη. Εἶναι ὁ φυσικός χωρισμός τῶν μοναχῶν ἀπό τόν κόσμο. Δίχως νά ἔχουν διόλου μίσος γιά τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Ἡ μοναξιά τους εἶναι δημιουργική. Ὄχι πώς δέν τούς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι πώς εἶναι ἀνώτεροί τους αὐτοί, δέν ἔχουν κανένα κοινό σημεῖο. Μά θά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο αὐτό.
.                 Εἶναι δυνατή ἡ μοναξιά ν’ ἀρρωστήσει καί νά ἐξουθενώσει τόν ἄνθρωπο. Μά ἡ ἀγάπη εἶναι πιό κραταιή, νά γιάνει καί ν’ ἀναστήσει τόν κόσμο ὅλο. Ἡ ἀκατανίκητη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπικοινωνία πρέπει νά διοχετευθεῖ σωστά. Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά πιάσουμε κάποτε κουβέντα μέ αὐτόν τόν ἄγνωστο ἑαυτό μας. Κουβέντα εἰλικρινῆ, τίμια, θαρρετή. Νά βροῦμε στά βάθη μας τήν κριμένη ἀθωότητα τῶν παιδικῶν μας χρόνων. Κουβέντα πρόσωπο πρός πρόσωπο, δίχως προσωπεῖο, μέ τόν ἕνα, μόνο, ἀληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό. Κουβέντα μέ τούς ἄλλους, τούς ὅποιους, τούς χειρότερους, τούς καλύτερους, τούς πλησίον, τούς μακράν, τούς ἀδελφούς μας ἐν Κυρίῳ. Ἔτσι διαλύονται οἱ ἱστοί τῆς μοναξιᾶς, φωτίζονται τ’ ἄδυτα κι ἀνήλια ὑπόγεια τῶν καρδιῶν, σπάει τό καβούκι τοῦ ἐγώ, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερώνεται, ζωογονεῖται, ἀναπνέει, ζεῖ, ἀρνεῖται τή μοναξιά τοῦ ἄθλιου ἐγωϊσμοῦ. Ἀλήθεια μέ πόσα λίγα κι ἁπλά μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεσταθεῖ, νά ξαναενωθεῖ μέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν χρειάζεται νά ψάξει κανείς πολύ γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἐλπίδα, τήν ἀνάταση, τ’ ἀνείπωτα πανηγύρια τῆς καρδιᾶς, τίς ἑορτές τῶν ἑορτῶν καί τίς πανηγύρεις τῶν πανηγύρεων.
.                 Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη μοναξιά, ζωηφόρα καί χαριτόδοτη. Μιά μοναξιά πού ἀξίζει πολύ νά τῆς ἀφιερώσει κανείς ἀρκετό χρόνο. Ἕνα ἀποσυρμό ἀπό τή βουή τοῦ πλήθους μέ τήν τόση διάχυση, περίσπαση κι ἐξωστρέφεια ἀνωφελῆ. Μιά μοναξιά ὑγιῆ, ὡραία, καλή. Μακριά ἀπό τή μορφή ἐπικοινωνίας ἐκείνη τή συνεχῆ μέ τούς πολλούς, γιά νά μή μείνουμε ποτέ μέ τόν ἕνα, τόν ἑαυτό μας, καί νά μήν ἀναχθοῦμε, ἀπό φόβο, δειλία ἤ ἀγνωσία, στόν Ἄλλο, τόν πάντα Ἀναμένοντα, τόν Ἕνα, τόν Ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο. Νά βροῦμε τόν τρόπο, τόν τόπο, τήν ὥρα, τόν χρόνο γι’ αὐτή τήν ἱερή στιγμή, γι’ αὐτή τήν ἄλλη ἐπικοινωνία. Μέ γνώση, μέ τάξη, μέ πρόγραμμα. Δέν μιλᾶμε γιά μιά διαφυγή μερικῶν, ἀρκετῶν, ἀπό τίς πολλές τους ἀσχολίες γι’ ἀνάπαυλα, θέα τοῦ ἡλιοβασιλέματος καί τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ. Τούς ρομαντικούς αὐτούς βιαστικά τούς ἀντιπαρερχόμαστε. Τούς χαιρετοῦμε ὡς κουρασμένους πού ξεκουράζονται ἀλλ’ ὄχι ὡς πνευματικούς ἀνθρώπους, ὅπως ἴσως θέλουν νά ὀνομάζονται. Δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς πού καμώνονται πώς αὐτοσυγκεντρώνονται μέ τεχνικές ἀμφίβολης προελεύσεως καί ἀποτελεσματικότητος ἤ ἄλλους πού ἀφιερώνουν λίγο χρόνο σέ φευγαλέες κι ἐπιπόλαιες ὀνειροπολήσεις καί νομίζουν πώς μετανοοῦν, γιά κάποια συντριβή πού εἶχαν, ἐνθυμούμενοι τ’ ἀτοπήματά τους στό ταξίδι πού εἶχαν στό παρελθόν τους. Πρόκειται μᾶλλον γιά ψεῦτες φυγάδες τῆς ζωῆς, ὀνειροπαρμένους καί φαντασιόπληκτους. Οὔτε, ἐπιτρέψτε μας νά ποῦμε, ἀναφερόμαστε στούς ἀγαθούς, ὅσο τολμηρά ἀφελεῖς ἐκείνους πού νομίζουν πώς ζοῦν τήν πνευματική ζωή καί τήν ἱερά ἡσυχία, σεργιανίζοντας μ’ ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι, σέ ἀκρογιαλιές καί πλαγιές ὡραίων βουνῶν, ἀκούοντας καλή μουσική ἔχοντας τά νέα βιβλία, τή γαστέρα πεπληρωμένη καί συντροφιά τούς φίλους πού δέν φέρνουν ἀντιρρήσεις. Κι ἀκόμη αὐτούς πού κάνουν πνευματικό τουρισμό ἐπισκεπτόμενοι καί ἱερούς τόπους καί συνομιλώντας μέ παρρησία μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μά πού δέν βγαίνουν διόλου ποτέ ἀπό τό θέλημά τους. Συγχωρέστε μας παρακαλοῦμε, μά φοβόμαστε πώς δέν εἴμαστε καθόλου ὑπερβολικοί.
.                 Ἀναφερόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἁγία ἐκείνη ἡσυχία, πού ἀξίζει κάθε κόπος καί μέριμνα γιά νά δώσουμε τή σημαντική αὐτή εὐκαιρία στόν ἑαυτό μας καί μέσα στή θορυβώδη αὐτή πολιτεία καί μέσα στό ἄστατο σπιτικό μας καί μέ αὐτά τά χάλια τῆς ζωῆς μας καί τοῦ χαρακτήρα μας. Ἀνάγκη πᾶσα νά ἐλευθερωθοῦμε στήν ἁγία αὐτή μοναξιά. Χρειάζεται ἄσκηση, ὑπομονή, μόχθος, μέχρι νά σβήσουν τά σκοτάδια πού μᾶς κουράζουν στήν ἐργασία αὐτή. Νά βροῦμε τίς ρίζες καί τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά μάθουμε νά προσευχόμαστε. Νά γίνει ἡ σιωπή, πηγή, βροντή, σιντριβάνι, φῶς, καθώς λέει ὁ γλυκύτατος ποιητής ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.
.                 Χρειάζεται ἀγρύπνια, ἐγρήγορση συνεχής, ἀκινησία, γαλήνη. Ὁ Θεός εἶναι πλάι μας. Αὐτός μέ ὁδηγεῖ. Σ’ αὐτόν ὁδηγοῦμαι. Τί ἔχω νά φοβηθῶ; Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα. Μέ στηρίζουν σέ αὐτό τό θαῦμα ἡ Παναγία καί ὅλοι οἱ ἅγιοι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-3 «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-4)

 

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΩΣ “ΙΕΡΟ” ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ «Ἀθεΐα (ἀθρησκία) σημαίνει νὰ λοιδωρεῖς σὲ κάθε εὐκαιρία τὴ θρησκεία τοῦ διπλανοῦ σου»!

Ἡ θρησκεία ὡς ἱερὸ τῆς κοινωνίας
(μὲ ἀφορμὴ τὴν ὑπόθεση «Γέροντας Παστίτσιος»)

Ἀνδρέας Σταλίδης 

.                 Σχετικὰ μὲ τὴν καταδίκη του δημιουργοῦ τῆς σελίδας «Γέροντας Παστίτσιος» βγῆκαν -πάλι- διάφοροι νὰ μιλήσουν γιὰ «Ἰράν». Δὲν ὑπῆρχε ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἔβγαιναν.
.                 Ἂς υἱοθετήσουμε τὴν κοινωνιολογικὴ προσέγγιση τῆς θρησκείας, ὅπως τὴν ἀντιλήφθηκε ὁ πατέρας τῆς κοινωνιολογίας, ὁ Emile Durkheim. Ὁ Durkheim παρατήρησε ὅτι οἱ Γάλλοι σύγχρονοί του βγῆκαν στὸν δρόμο νὰ διαμαρτυρηθοῦν γιὰ τὴν ὑπόθεση Dreyfus. Τότε συνειδητοποίησε ὅτι ὁ λόγος ποὺ ἔβγαλε ἔξω τόσο κόσμο ἦταν ἡ προσβολὴ ἑνὸς ἱεροῦ. Τὸ ἱερὸ ποὺ προσεβλήθη ἦταν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ὁ Durkheim ἦταν ἄθρησκος. Συνεπὴς ἄθρησκος. Ὄχι ὅμως ἀδιάφορος στὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας. Πολλοὶ συνδέουν τὰ δύο. Καὶ νομίζουν πς θεΐα (θρησκία) σημαίνει ν λοιδωρες σ κάθε εκαιρία τ θρησκεία το διπλανο σου. Συνήθως λοιδωρία ξαντλεται στν διπλανό σου. Δὲν ἐπεκτείνεται στὸν παραδιπλανό σου… Γιὰ παράδειγμα: λληνας θρησκος εναι πιθαν ν λοιδωρήσει τν Χριστιαν γείτονά του κα τν πίστη του, μως τν δια ρα θ σεβαστε τν μουσουλμάνο πι πέρα. Θὰ θεωρήσει ἐλευθερία τοῦ λόγου τὴν προσβολὴ τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ ἕναν τρίτο, ἐνῶ ἴσως θὰ ἐρεθιστοῦν οἱ εὐαίσθητες χορδές του γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἂν γινόταν κάτι ἀντίστοιχο ποὺ θὰ προσέβαλλε τοὺς Μουσουλμάνους, τοὺς Ἑβραίους ἢ τοὺς Βουδιστὲς κλπ. Ὄχι ὅμως, τὸ θέμα μου δὲν εἶναι ἡ ὑποκρισία καὶ τὰ διπλὰ μέτρα καὶ σταθμά.
.                 Ἐπιστρέφω λοιπὸν στὸν Durkheim. Ὡς κοινωνιολόγος, ἐξέτασε τὸ φαινόμενο τῆς θρησκείας. Μελέτησε γιὰ πολλὰ χρόνια τὴν πιὸ ἁπλὴ θρησκεία ποὺ βρῆκε στὴ γῆ: τοὺς ἰθαγενεῖς τῆς Αὐστραλίας. Τὸ συμπέρασμά του ἦταν ἐντυπωσιακό! Κάθε κοινωνία χει νάγκη π κάτι ερό. Ατ τ ερ εναι συνήθως συνυφασμένο μ τ θρησκεία. Ἀπαραίτητο συστατικὸ τῆς συνοχῆς τῆς κοινωνίας εἶναι τὸ νὰ μὴν παραβιάζεται αὐτὸ τὸ ἱερό. Ὑπάρχουν σύμβολα καὶ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν αὐτὸ τὸ ἱερό. Κατὰ μία διάσημη φράση του, ὁ Γάλλος κοινωνιολόγος εἶπε « Θες εναι πεμπτουσία τς κοινωνίας». Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Θεὸς ἐκφράζει τὸ Ἱερό, ἡ κοινωνία συνέχεται μέσῳ αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ. Τὸ ἕνα ἀντικατοπτρίζει τὸ ἄλλο. Τὸ ἂν ἡ κότα ἔκανε τὸ ἀβγὸ ἢ τὸ ἀβγὸ τὴν κότα ἐπίσης δὲν εἶναι τὸ θέμα. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ὑπάρχει συσχέτιση μίας κοινωνίας καὶ τῶν ἐκφράσεών της (τῆς συμπεριφορᾶς τῶν μελῶν της, τῶν συλλογικῶν προτεραιοτήτων, τῆς «ἱεράρχησης τῶν ἀναγκῶν» της) μὲ τὴ συγκεκριμένη ὑπερφυσικὴ προσέγγιση, ἡ ὁποία διαμόρφωσε ἢ χάραξε τὴν ἴδια αὐτὴ κοινωνία, ἢ ἔστω τῆς ἄφησε ἕνα μεγάλο ἀποτύπωμα. Ἡ συσχέτιση αὐτὴ εἶναι ὑπαρκτή, ὅμως ἴσως ἀφανὴς στὴν πρώτη ματιά.
.                 Τὸ ἱερὸ λοιπὸν συνέχει τὴν κοινωνία. προσβολ το ερο εναι διαλυτικς παράγοντας τς κοινωνίας. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Durkheim, ἡ Γαλλία εἶχε ἀντικαταστήσει τὴ θρησκεία στὴ θέση τοῦ ἱεροῦ μὲ τὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἐνδεχομένως, ὁρισμένοι ἀναγνῶστες αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἴσως σκέφτονται «ὡραία, ἂς τὸ κάνουμε κι ἐμεῖς». Καλῶς ἢ κακῶς ὅμως τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο εὔκολα. Τὸ συλλογικὸ ὑποσυνείδητο τῶν Γάλλων ἔχει ἐντελῶς διαφορετικὲς προσλαμβάνουσες ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση, οἱ διώξεις τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, οἱ τόσοι αἰῶνες τοῦ Μεσαίωνα, δὲν ἀπαντῶνται στὴ δική μας ἱστορία καὶ παράδοση. Δὲν δημιούργησαν ποτὲ ἀντίστοιχα ἱστορικὰ ἀπωθημένα. Μισὸν αἰώνα μετὰ τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, οἱ Ἕλληνες ἀπελευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἀγωνιστὲς -ἂν διαβάσει κανεὶς τὰ ἀπομνημονεύματά τους- ἦταν ἰδιαίτερα πιστοὶ Χριστιανοί. Οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἀπελευθέρωσαν τὴν Ἑλλάδα ἔγραφαν ἀπὸ τὰ πρῶτα Συντάγματα, καὶ ἀνελλιπῶς μέχρι σήμερα- ὅτι τὸ ἴδιο τὸ Σύνταγμα εἶναι γραμμένο «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ἀγωνιστὲς ποὺ ἀπελευθέρωσαν τὴν Ἑλλάδα ὅριζαν στὰ ἴδια αὐτὰ πρῶτα Συντάγματα ὡς ἑξῆς: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες». Ἀμέσως ἀποκαλύπτεται τὸ αὐτονόητο: ὅτι οἱ προσλαμβάνουσες εἶναι τόσο διαφορετικὲς στοὺς δύο λαούς, ὥστε ἀκόμα κι ἂν ἴσχυε ἡ θεωρία τοῦ Durkheim γιὰ τὸ τί συνιστᾶ ἱερὸ γιὰ τοὺς Γάλλους, τὸ συλλογικὸ ὑποκείμενο τῶν Ἑλλήνων βρίσκεται μᾶλλον στὸν ἀντίποδα. ν θέλεις λοιπν ν ντικαταστήσεις τ ερ σ μία κοινωνία, πρέπει ν βρες κάτι λλο ν τ ντικαταστήσεις. Εἰ δ᾽ άλλως τὸ κρατᾶς καὶ τὸ σέβεσαι. Διότι χωρὶς αὐτό, ἀφαιροῦνται οἱ θεμέλιοι λίθιοι τῆς κοινωνίας.
.                  Γιὰ νὰ ξεφύγω λίγο ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα, ἄρα νὰ ἀφαιρέσω τυχὸν συναισθηματικὲς ἀντιδράσεις στὰ γραφόμενά μου, θὰ κλείσω μὲ τὸ ἑξῆς. Ὁ Samuel Huntington στὸ περίφημο βιβλίο του «Σύγκρουση τῶν Πολιτισμῶν» ἀναφέρει κάπου τὸ ἑξῆς: μπορεῖ οἱ Σουηδοὶ νὰ εἶναι σήμερα ἕνας ἀπὸ τοὺς λιγότερο θρησκευόμενους λαοὺς στὸν πλανήτη, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς κατανοήσεις ἂν δὲν μελετήσεις σὲ βάθος τὸν Λουθηρανισμό».

ΠΗΓΗ: antibaro.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΞΑΝΑΧΑΡΙΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΟΡΙΕΣ, ΝΑ ΣΑΡΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΝ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ»

Ἐπανασύσταση σχέσεων κοινωνίας

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

.            Μοῦ ζητήθηκαν, μὲ διαυγῆ καλοπιστία, ἐξηγήσεις: τί μπορεῖ νὰ σημαίνει αὐτὸ ποὺ ἔγραφα σὲ προηγούμενη ἐπιφυλλίδα. Πῶς ἂν τὸ πρῶτο ζητούμενο σήμερα εἶναι νὰ ξαναπιστέψει ὁ Ἕλληνας στὸν ἑαυτόν του, δηλαδὴ στὴ δυναμικὴ τῆς ἑλληνικῆς συλλογικότητας, τότε χρειαζόμαστε πρωτίστως ὄχι ἰδιοφυῆ πρωθυπουργό, ἀλλὰ αὐθεντικὸ ἀρχιεπίσκοπο. Ἔγραφα συγκεκριμένα: «Ἂν τὸ πρῶτο εἶναι νὰ ξαναβρεῖ ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἐφαλτήριο γιὰ καινούργιο πατριωτικὸ ἅλμα, τότε χρειαζόμαστε ἐκκλησιαστικὸ μπροστάρη ἀνιχνευτή. Νὰ μᾶς δείξει τὴ μετάβαση ἀπὸ τὰ ἰδεολογήματα στὴν ἐρωτικὴ ἐμπειρία, ἀπὸ τὰ ἐκσυγχρονιστικὰ “δῆθεν” στὴν πίστη – ἐμπιστοσύνη. Δὲν ἔχουμε πολιτικούς, ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε μπροστάρηδες στὴν πίστη, ἡγέτες ἐκκλησιαστικοῦ ρεαλισμοῦ, ὄχι θρησκειοποιημένων ἰδεολογημάτων. Μὲ θρησκευτικὲς παπαρδέλες καὶ ὠφελιμιστικὸ ἀκτιβισμὸ δὲν ἀνασταίνονται νεκρὲς κοινωνίες».
.            Τί σημαίνουν αὐτὰ στὴν πράξη: Σημαίνουν ὅτι ὁ Ἕλληνας εἶναι Ἕλληνας (ὅταν ὑπάρχει τὸ εἶδος), ἐπειδὴ στοὺς ἱστορικοὺς ἐθισμούς του καὶ ἑπομένως στὴ νοο-τροπία του δὲν προέχει ἡ σύμβαση (τὸ «κοινωνικὸ συμβόλαιο»), προέχει ἡ ἐμπιστοσύνη, ἡ πίστη. Καὶ ἡ πίστη – ἐμπιστοσύνη προϋποθέτει προσωπικὲς σχέσεις, κοινωνία σχέσεων. Δηλαδὴ προϋποθέτει τὴν «πόλιν» ἢ τὴ μικρὴ κοινότητα, τὸν «ἔπαινο τοῦ δήμου, τὰ δύσκολα καὶ τ’ ἀνεκτίμητα εὖγε». Ὄχι τὸ ἀπρόσωπο κράτος καὶ τὸν φόβο τοῦ χωροφύλακα ἢ τοῦ μπαμπούλα «Θεοῦ».
.            Ἡ Ἑλλάδα σήμερα εἶναι νεκρή, δίχως ἀντανακλαστικὰ ἑτερότητας, διότι εἶναι μόνο κράτος μὲ θεσμικὰ καταργημένη τὴν κοινότητα.  λληνας δν χει πι καμι πολύτως ασθηση το «νήκειν», το «μετέχειν», ασθηση κοινωνίας. Πιθηκίζοντας πρότυπα ἄσχετα μὲ τὶς ἀνάγκες του, ἔφτιαξε κράτος συγκεντρωτικό, μὲ μεγαλουπόλεις ἀκοινώνητου βίου, ἐκπίπτοντας σὲ τριτοκοσμικὴ καθυστέρηση, ὑπανάπτυξη καὶ φαυλότητα. Πρόσφατα, μ δύο διαδοχικ ν ψυχρ γκλήματα, τν «Καποδίστρια» κα τν «Καλλικράτη», ξαλείφθηκε κα θεσμικπίσημα μικρο μεγέθους κοινότητα, χάρη στν ποία πέζησε στορικ λληνισμς τρες χιλιάδες χρόνια.
.            Τ τελευταο χνος κοινότητας, λαϊκο σώματος μ σχέσεις πίστης – μπιστοσύνης κα μ ξονα συνοχς τ «ερό», εναι κόμα στν λλάδα νορία. Ἀλλοτριωμένη, παραμορφωμένη, μὲ χαμένο κατὰ κανόνα τὸν ἐκκλησιαστικὸ χαρακτήρα της καὶ μεταποιημένη σὲ τέμενος, κάτι σὰν ὑποκατάστημα τοῦ IKA «διὰ τὴν ἱκανοποίησην τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ», ὅμως σώζεται ἀκόμα ὡς λαϊκὴ σύναξη καὶ δυνάμει σῶμα. Ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρξε ὡς τώρα ἀρχιεπίσκοπος στὸ ἑλλαδικὸ κράτος μὲ ἐπίγνωση τῆς ἀγεφύρωτης ἀντίθεσης Ἐκκλησίας καὶ θρησκείας – ἀτομοκεντρικὴ ἡ θρησκεία, αὐθυπερβατικὴ (κοινωνούμενη, ἐρωτικὴ) ἡ ὕπαρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνθρώπου. Στὸ πλαίσιο τοῦ μεταπρατικὰ ἐκδυτικισμένου ἑλλαδικοῦ κράτους, τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς ἔχει ριζικὰ ἀλλοτριωθεῖ σὲ ἀτομοκεντρικὴ θρησκευτικότητα. Ἡ πίστη κλαμβάνεται σν τομικ γκίστρωση σ πεποιθήσεις κα δεολογήματα, σ παραδοχς σχετες μ τν μπειρική τους παλήθευση, «ρθοδοξία» σημαίνει γωκεντρικ θωράκιση μ ξιωματικ «ρθς» βεβαιότητες. τσι τ κήρυγμα κφυλίζεται σ δεολογικ προπαγάνδα σ θικιστικ φελιμισμό, παπαρδέλες ψυχολογικο εσεβισμο κα βασανιστικο νομικισμο.
.            Ατ τν ρα πο λληνισμς καταρρέει σν ργανωμένη συλλογικότητα, μόνο νας κκλησιαστικς μπροστάρης, νας ρχιεπίσκοπος, θ μποροσε σως κα ν νατρέψει τος ρους τς κατάρρευσης. Ἂν μιλοῦσε ἐκείνη τὴν «ἄλλη» γλώσσα, τὴν ἀκαταμάχητη, ποὺ εἶναι ἡ σιωπὴ τῆς ἀποκαλυπτικῆς πράξης. Πράξη κκλησιαστικ δν εναι τ συσσίτια σ συνεργασία μ τ σοπερ μάρκετ, ατ εναι σύμπραξη μ τ λογικ τς κατάρρευσης, τὴν λογικ το τελέσφορου IKA, τὸν Μολὼχ τῆς χρησιμοθηρίας ποὺ ὁδήγησε στὴν κατάρρευση.
.          Ἀκαταμάχητη εἶναι ἡ γλώσσα τῆς πίστης – ἐμπιστοσύνης ποὺ γεννιέται μόνο ἀπὸ τὸ ἄθλημα τῆς μετοχῆς σὲ σχέσεις κοινωνίας τῆς ζωῆς, σὲ ἐκκλησιαστικὴ ἐνορία. Καὶ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς μπροστάρης θὰ μποροῦσε σιωπηρά, χωρὶς ἰδεολογικὲς ρητορεῖες, ν ξαναχαρίσει στν λλάδα νορίες: Μεθοδικά, μ καθημεριν προσωπικ παρουσία, ν σαρώσει π τς κκλησις τν λλοτρίωση, δηλαδὴ ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν ἀτομικὸ ἐντυπωσιασμό, τὴν ψυχολογικὴ ὑποβολή, τὴν ἀκοινώνητη «ἔξαρση»: τερατώδεις μεγαφωνίες, θρησκευτικὲς χαλκομανίες ποὺ ἔχουν ὑποκαταστήσει τὶς ἐκκλησιαστιακὲς Εἰκόνες, κανταδόρικες τετραφωνίες, νεοπλουτίστικους ἀφόρητου κὶτς πολυέλαιους καὶ μανουάλια, φωτισμοὺς «νέον», φτηνιάρικο καρεκλομάνι ἀντὶ γιὰ τὸ σοφὸ στασίδι.
.            Μόνο ἂν ὑπάρξουν πυρῆνες ἐξόδου ἀπὸ τὴν λογικὴ τῆς κατάρρευσης, ἔμπρακτης ἐξόδου, μπορεῖ νὰ σαρκωθεῖ ἐλπίδα. σο μιλμε τὴν γλώσσα τς δεολογίας, τν στατιστικν ναλύσεων κα τς τέλειωτης ποικιλότητας τν πόψεων γι νάκαμψη, τ γλώσσα το κτιβισμο συσσιτίων κα λτρουιστικν «πρωτοβουλιν», παίζουμε στ γήπεδο τς παρακμιακς κατρακύλας. Ἡ «λλη» γλώσσα, πο μπορε ν γεννήσει κοινωνικ συνοχ κα νιδιοτέλεια, τ χαρ το «μετέχειν» κα «νήκειν», εναι γλώσσα τς Εκόνας πο δρύει σχέση, τς δραματουργίας πο μυε στ ρρητο, εναι τ ναμμα το κεριοφωνη προσευχή, τ μέλος πο συγκροτε νότητα λληλοστηριχτική.
.          Στὸ πλαίσιο ἑνὸς ξεσηκωμοῦ γιὰ παλινόρθωση τῆς ἐνορίας – κοινότητας θὰ ἐνταχθεῖ ὁπωσδήποτε καὶ μιᾶς ἄλλης γλώσσας κατήχηση: Ὄχι πιὰ ἠθικιστικὴ ὠφελιμολογία καὶ νοησιαρχικὰ ἰδεολογήματα, ἀλλὰ μαθήματα σ κάθε ναὸ ξοικείωσης μ τν λιγγιώδη ποίηση τς κκλησιαστικς λατρείας, μαθήματα γλώσσας πο νὰ ναχαιτίσουν τὴν μεθοδευμένη ποκοπ τοῦ λληνα π τὴν γλωσσική του συνέχεια, π τς πηγς τς πολιτισμικς του ατοσυνειδησίας.
.            Ἕνας ἀρχιεπίσκοπος ἐκκλησιαστικὸς μπροστάρης – ὄχι «θρησκευτικὸς ἡγέτης», ἀγιατολὰχ ἢ παπίσκος. Πο θ γνοιαστε πιτέλους τος ρφανεμένους π πίσκοπο πρεσβυτέρους τς κκλησίας, θ τος ποκαταστήσει σ συνεργάτες, θὰ πάψει νὰ τοὺς λογαριάζει «ἱερεῖς» τῆς «ἐπικρατοῦσας θρησκείας» καὶ νὰ ἀρμέγει βάναυσα τὰ παπαδικά τους «τυχερά».
.            Ἀνάκαμψη τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας θὰ προέλθει μόνο μὲ ἐπανασύσταση τῶν προϋποθέσεων ζωτικῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, ἐμπειρικῆς ψηλάφησης «νοήματος» τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς συνύπαρξης.

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑ-ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΟΧΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

1. Ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον

.             Κάθε κοινωνία στηρίζεται σὲ μερικὲς ἀρχές, γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ὑπάρχη ἰσορροπία καὶ κοινωνικὴ συνοχή. Μιὰ βασικὴ ἀρχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε πάντοτε στὴν παράδοσή μας ἦταν ὅτι ἡ κοινωνία, γιὰ νὰ ἰσορροπῆ, πρέπει νὰ στηρίζεται σὲ δύο βασικὰ θεμέλια ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.
.             Πρόκειται γιὰ τὴν ἐντολὴ ποὺ ὑπῆρχε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὴν ἐπανέλαβε ὁ Χριστός: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Μάτθ. κβ´, 37-39). Πρόκειται γιὰ τὴν κατακόρυφη καὶ τὴν ὁριζόντια διάσταση κάθε ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας.
.             κατακόρυφη διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν Θεό. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ὁ Θεὸς ἦταν ἡ βάση τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Εἶναι γνωστὴ ἡ φράση: «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι». Πράγματι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐκδήλωση ποὺ δὲν συνδεόταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν θεῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες ἄρχιζαν μὲ τὴν θυσία στοὺς θεούς. Παράλληλη ἔκφραση εἶναι τὸ «ἀφ᾽ Ἑστίας ἄρχου». Ἡ Ἑστία ἦταν μυθολογικὴ θεότητα, ἡ ὁποία ζήτησε νὰ λάβη τὸ προνόμιο ἀπὸ τὸν Δία νὰ ἀποδίδωνται σὲ αὐτὴν οἱ ἀπαρχὲς τῶν θυσιῶν. Ἐπίσης, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ διασωθέντα ἀποσπάσματα «ἐλεγείων» τοῦ καταγομένου ἀπὸ τὴν Χίο Ἕλληνος ποιητοῦ Ἴωνος (5ος αἰ. π.Χ.) συναντᾶμε τὸν στίχο: «ἐκ Διὸς ἀρχόμενοι πίνωμεν». Ἐπίσης, ὁ Ξενοφὼν ἔχει γράψει τὴν ἄποψη τοῦ Σωκράτη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «πειρᾶσθαι σὺν τοῖς θεοῖς ἄρχεσθαι παντὸς ἔργου». Δηλαδή, θὰ πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε τὴν ἀρχὴ κάθε ἔργου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
.             ριζόντια διάσταση εναι σχέση το νθρώπου μ τν συνάνθρωπό του, αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πλησίον. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πλησίον λεγόταν αὐτὸς ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο ποὺ βλέπουμε, ποὺ αἰσθανόμαστε ποὺ μποροῦμε νὰ ἀγγίξουμε. Ἡ λέξη πλησίον δηλώνει αὐτὸν ποὺ πλησιάζουμε ἢ μᾶς πλησιάζει, ὁπότε τὸ ρῆμα συνδέεται καὶ μὲ τὸ οὐσιαστικό: πλησιάζω, πλησίον.
.             Γιὰ τὸν Ἑβραῖο πλησίον ἦταν ὁ ὁμοεθνής του, ὁ ὁποῖος πίστευε στὸν ἴδιο Θεό. Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ τὰ πράγματα ἔχουν ἀλλάξει, διότι πλησίον εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ζῆ στὸ πιὸ ἀπομονωμένο μέρος τῆς γῆς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία, ἐθνικότητα, φύλο, ἐπάγγελμα κλπ. Θὰ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Κάποιος πλησίασε τὸν Χριστὸ ζητώντας νὰ μάθη τί πρέπει νὰ κάνη γιὰ νὰ σωθῆ. Στὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπήση τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἐκεῖνος ἐρώτησε: «καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;» (Λουκ. ι´, 29). Δηλαδή, ζητοῦσε νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ δείξη ἀγάπη. Ἀπαντώντας ὁ Χριστὸς σὲ αὐτὴν τὴν ἐρώτηση εἶπε τὴν περίφημη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία πέρασε ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Λευίτης δίπλα ἀπὸ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ δείξουν ἀγάπη, πράγμα τὸ ὁποῖο ἔκανε ὁ Σαμαρείτης ποὺ δὲν ἦταν Ἰουδαῖος. Ἔτσι, ἐκείνη τὴν στιγμὴ «πλησίον» γιὰ τὸν τραυματισμένο ἄνθρωπο δὲν ἦταν ὁ ὁμοεθνής του καὶ ὁμόθρησκός του, ἀλλὰ ὁ ἀλλόθρησκος, ὁ ὁποῖος ἔδειξε ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ φροντίδα (Λουκ. ι´, 30-37).
.             Ἂν προσέξουμε ἰδιαιτέρως θὰ δοῦμε τν λλαγ τν ποία κανε Χριστς ς πρς τν ννοια το πλησίον. Ἡ πρώτη ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἐπεξέτεινε τὴν ἔννοια αὐτή, ὁπότε πλησίον δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ λατρεύει τὸν ἴδιο Θεό, ὁ ὁμόθρησκος καὶ ὁ ὁμοεθνής, ὅπως ἑρμηνευόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀλλοεθνής. Ἡ δεύτερη οὐσιαστικὴ καὶ κυρία ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἄλλαξε οὐσιαστικὰ τὸ ἐρώτημα. Τὸ ἐρώτημα ἦταν, ὅπως προαναφέρθηκε, «τίς ἐστί μου πλησίον», «ποιός εἶναι γιὰ μένα ὁ πλησίον;».  Χριστς δν πάντησε στ ποις εναι πλησίον του, λλ τι ατς πρέπει ν γίνη πλησίον σ κάθε λλον: «τὶς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ληστάς; ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾽  αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως» (Λουκ. ι´, 36-37)
.             Αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικό, διότι δείχνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρκούμαστε στὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μας, γιατί αὐτὸ κρύβει μία ἐγωϊστικὴ νοοτροπία, ἀλλὰ στὸ ὅτι μες πρέπει ν κινηθομε πρς τν λλο καὶ νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλησίον τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τὸν βοηθήσουμε στὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζει.
.             Ἑπομένως, ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλησίον εἶναι ἡ βάση κάθε κοινωνικῆς ζωῆς, καὶ ἡ κατακόρυφη καὶ ὁριζόντια διάσταση δείχνει τὴν ὡριμότητα κάθε ἀνθρώπου.

2. Ἡ σύγχρονη κοινωνία

.             Ἐνῶ αὐτὴ ἡ βάση συνιστοῦσε τὴν διαχρονικὴ παράδοση τοῦ Γένους μας καὶ γενικότερα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, σήμερα ἔχουν ἀλλάξει τὰ πράγματα καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ κοινωνία μας εἶναι ἀνισόρροπη καὶ δημιουργοῦνται τεράστια προβλήματα. Δηλαδή, σήμερα βλέπουμε στὴν κοινωνία νὰ ἐπικρατῆ ὁ θάνατος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον, ὁπότε καταργοῦνται ἢ διαταράσσονται οἱ σχέσεις μεταξὺ τῆς ὁριζόντιας καὶ κατακόρυφης σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία.
.             Παρατηροῦμε στὴν ἐποχή μας ὅτι ἐπικρατεῖ ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, ἡ λεγομένη θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Ὁ 19ος αἰώνας, ἦταν ὁ αἰώνας τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Νίτσε εἶχε διακηρύξει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός. Εἶχε προηγηθῆ βέβαια ὁ 18ος αἰ. τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖο γκρεμίστηκε τὸ κοσμοείδωλο τῆς μεταφυσικῆς. Βέβαια, πολλοὶ διαφωτιστὲς δὲν ἦταν ἄθεοι, ἀλλὰ δυϊστές, πίστευαν δηλαδὴ σὲ ἕναν θεό, σὲ μία δύναμη ἀόρατη ποὺ κυβερνᾶ τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν πίστευαν στὸν προσωπικὸ Θεό.
.             Φαίνεται ὅτι ἡ μεταφυσική, ὁ σχολαστικισμὸς καὶ ὁ ἠθικισμός, ποὺ συνδέονται καὶ μὲ τὸν ἐθνικισμὸ ποὺ κατέληξαν σὲ διαμάχες καὶ θρησκευτικοὺς πολέμους, ὁδήγησαν στὸ σημεῖο νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ. Γι τν δυτικ νθρωπο δν χρειαζόταν νας θες πο ταν κδικητικός, σπλαχνος, φεουδάρχης κλπ., πως κφραζόταν στν Δύση, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν ἀρνήθηκαν, ἀφοῦ δὲν τοὺς χρειαζόταν. Ἔτσι, δν πέθανε Θεός, λλ στν πραγματικότητα πέθανε νθρωπος γι τν Θεό.
.             Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐπηρέασε πάρα πολὺ τὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Τὸν τελευταῖο καιρὸ συζήτησα μὲ διαφόρους Εὐρωπαίους γιὰ τὰ θέματα αὐτὰ καὶ διεπίστωσα ὅτι στὴν Εὐρώπη ὑπάρχει ἕνα μεγάλο κύμα ἀθεΐας, ἀπιστίας καὶ γενικὰ ἀδιαφορίας γιὰ τὸ ἐὰν ὑπάρχη ἢ δὲν ὑπάρχει Θεός.
.             Ἄλλωστε, ἡ εὐρωπαϊκὴ ἑνότητα στηρίζεται πάνω στὴν οἰκονομία, ὅπως τὸ ὁρίζουν καὶ διάφοροι ὄροι ποὺ ἐπικρατοῦν, ἤτοι «Οἰκονομικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Νομισματικὴ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης», «Εὐρωζώνη ἢ Ζώνη τοῦ εὐρὼ» κλπ. Πρόκειται γι μιὰ Ερώπη πο δν στηρίζεται στν πολιτισμό, ποος σαφς χει κα τ στοιχεο τ θρησκευτικό, λλ μόνον στ χρμα, γι᾽ ατ κα καταρρέει τ οκοδόμημα ατό.
.             Σήμερα στὴν Εὐρώπη παρατηρεῖται ἀδιαφορία γιὰ θρησκευτικὰ ζητήματα. Καὶ ὅπως μου ἔλεγε κάποιος Γάλλος ὀρθόδοξος κληρικός, ἡ Εὐρώπη εἶναι πεθαμένη ὡς πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κυκλοφορία διαφόρων χριστιανικῶν βιβλίων. Τ χριστιανικ βιβλία πο κδίδονται π Προτεστάντες, γγλικανος κλπ. ναφέρονται σ να χριστιανικ κα θρησκευτικ συγκρητισμό, δηλαδὴ κάνουν λόγο γιὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς χριστιανικῆς σκέψης, χωρὶς νὰ στηρίζονται στὴν πίστη καὶ στὶς διάφορες ὁμολογίες. Ἀκόμη καὶ τὰ ὀρθόδοξα βιβλία ἐκδίδονται στὴν Ἀμερικὴ καὶ μικρὸ ποσοστὸ αὐτῶν ἔρχονται στὴν Εὐρώπη.
.             Στὸ θέμα αὐτὸ μπορῶ νὰ καταθέσω καὶ μία προσωπικὴ μαρτυρία. Τὰ βιβλία μου, τὰ ὁποῖα μεταφράσθηκαν στὰ ἀγγλικά, κυκλοφοροῦν κυρίως στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐλάχιστος ἀριθμὸς κυκλοφορεῖ στὴν Εὐρώπη. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἔνδειξη ὅτι Ερωπαος νθρωπος δν νδιαφέρεται γι τν Θε κα ,τι χει σχέση μ τν πικοινωνία μαζί Του. Ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος πρόσφατα ἀνακηρύχθηκε ἅγιος ἀπὸ τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία, μὲ προφητικὴ ἐνάργεια εἶχε ἀναγγείλει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ὅτι ὁ κρυφὸς πόθος πολλῶν ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι «ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν».
.             Ἐρωτᾶ: Ἡ Εὐρώπη ἀφοῦ υἱοθέτησε τὴν ἀρχὴ τοῦ Νίτσε ὅτι ὁ Θεὸς «ἀπέθανε», τότε τί ἔμεινε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν ἔξοδο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ σῶμα της; Ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος: Ἔμεινε ἕνα «πτῶμα», ὅπως πτῶμα γίνεται τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν φεύγη ἡ ψυχή. Ὁ Ντοστογιέφσκι εἶπε κάποτε: «Θέλω νὰ πάω εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ γνωρίζω ὅτι μεταβαίνω εἰς νεκροταφεῖον».
.             Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα γράφονται στὸ βιβλίο τοῦ Lugi Zoja «ὁ θάνατος τοῦ πλησίον» γιὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν σύγχρονη κοινωνία.
.              Ἐὰν 19ος αώνας ταν αώνας το θανάτου το Θεο, 20ός κα 21ος α. εναι αώνας το θανάτου το πλησίον, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του, ζῆ σὲ ἕνα φίλαυτο ἐγωκεντρικὸ περιβάλλον, ὁ ἀτομισμὸς εἶναι κυρίαρχο στοιχεῖο στὴν ζωή μας, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἀδιαφορία, τὴν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν συνάνθρωπό του.
.             Δν εναι καθόλου τυχαο, τὸ τι κατ τν 19ο κα 20ό αἰ. κυριαρχεῖ  ψυχανάλυση, φο «ἡ πομόνωση κερδίζει δαφος», «τ πλέον εαίσθητα τομα σπαράσσονται π μία γωνία, στν ποία δίδεται τ νομα νεύρωση. Μέσῳ τῆς ψυχανάλυσης θὰ ἀναδομήσουν τὴν ἀνθρώπινη σχέση, ὄχι μὲ κάποιον πλησίον, ἀλλὰ μὲ ἕναν ἐπαγγελματία. Ἡ ἀνάγκη τους γιὰ ἐγγύτητα εἶναι τόσο βίαιη, ποὺ δημιουργεῖ ἕνα πλεόνασμα οἰκειότητος μὲ ἐκεῖνον: αὐτὸ καλεῖται μεταβίβαση καὶ μὲ τὴν σειρὰ της θεωρεῖται νευρωτική. Ὁ Φρόιντ ὑποδεικνύει τεχνικὲς γιὰ νὰ τὴν συγκρατήση καὶ νὰ τὴν ἐμπεριέσχει. Θέτει τὸν ἀσθενῆ στὸ ντιβάνι, γιὰ νὰ ἀπομακρύνει τὸ βλέμμα του».
.             Ὁ Ἀριστοτέλης ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κοινωνικὸ ὂν καὶ οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ ἔχουν κάποιον δίπλα τους. Σήμερα, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι, κυρίως στὶς μεγαλουπόλεις, δὲν αἰσθάνονται δίπλα τους ἄλλους ἀνθρώπους, ζοῦν μόνοι τους, αἰσθάνονται μία μοναξιά, αἰσθάνονται τὸν πλησίον τους ὡς ἀπειλὴ τῆς ὕπαρξής τους. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντᾶ κάθε μέρα χιλιάδες ἀνθρώπους στὸν δρόμο, στὴν ἐργασία, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστα πρόσωπα σ᾽ αὐτούς.
.             Ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι στὴν ἀρχαιότητα μόνο ἡ Ρώμη ξεπερνοῦσε τὸ ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων καὶ τὸ 1820 μόνον τὸν Λονδίνο. Στὰ 1900 οἱ πόλεις ποὺ κατοικοῦνταν περισσότερο ἀπὸ ἕνα ἑκατομ. κατοίκους ἦταν ἕνδεκα, τὸ 2000 ἦταν σχεδὸν 400 καὶ τὸ 2015 θὰ εἶναι 550. Αὐτὸ δείχνει ἕνα μεγάλο πρόβλημα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα σὲ μεγαλουπόλεις. Στν πολυκοσμία μ τος μετανάστες κα τος ξένους νθρωπος ασθάνεται ντελς μόνοςὍταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του μετὰ τὴν καθημερινὴ ἐργασία, εἶναι «ἀποπροσανατολισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ ἄπειρα νέα πρόσωπα πού, ἀντίθετα πρὸς ὅ,τι ἀναζητᾶ ἡ παρόρμηση, δὲν τοῦ προσφέρουν γνώση, διότι λείπει εἴτε ὁ χρόνος, εἴτε ἡ δυνατότητα γνώσεως». Ἀλλὰ καὶ «ὅταν ἀνοίγει τὴν τηλεόραση, μπορεῖ νὰ συναντήσει σὲ ἐλάχιστες στιγμές, χιλιάδες ἄλλα ἄτομα, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλάχιστα ὑπαρκτά». Ἔτσι, ἔχει χαθῆ ἡ ἔννοια τοῦ ζωντανοῦ πλησίον.
.             Ἐπίσης παρατηροῦμε ὅτι κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος οἱ διπλανοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν ἀντικατασταθῆ ἀπὸ τὶς μηχανές.
.             Ὁ Τζὼρτζ Ὄργουελ τὸ 1949 ἔκανε λόγο γιὰ τὸν μεγάλο ἀδελφό. Πρόκειται γιὰ τὴν παντοδύναμη ἐξουσία, ἡ ὁποία εἰσχωροῦσε στὰ σπίτια.
.             Ὁ Ρέι Μπράντμπερι τὸ 1953 περιέγραψε μιὰ κοινωνία, στὴν ὁποία τὰ βιβλία ἦταν ἀπαγορευμένα καὶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν περικυκλωμένοι ἀπὸ ὀθόνες, τὶς ὁποῖες ὀνόμαζε «ἡ οἰκογένειά μου». «Σὲ ἀμφότερα τὰ διηγήματα, ὁ πολίτης δὲν ἔβλεπε ὅτι ἡ ἐξουσία ἐξαφάνιζε τοὺς γείτονες: γείτονας ἦταν πλέον μόνο ἡ ὀθόνη».
.             Ἑπομένως, «στὸν προτεχνολογικὸ κόσμο, ἡ γειτνίαση τῶν ἀνθρώπων ἦταν οὐσιαστική, τώρα δεσπόζει ἡ ἀπόσταση, ἡ ἔμμεση σχέση καὶ ἡ σχέση διὰ τῶν μέσων ἐνημέρωσης. Ἡ ἐντολὴ (ἀγάπα τὸν πλησίον σου) κενώνεται. Καὶ τοῦτο διότι δὲν ἔχουμε πλέον κανένα νὰ ἀγαπήσουμε». Χάθηκε ἡ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του καὶ στὴν καλύτερη περίπτωση γίνεται ἔμμεση, ὁπότε ἐπανεμφανίζεται μὲ διαστρεβλωμένη μορφή, ὅπως φαίνεται σὲ πολλὲς ψυχοπαθολογικὲς καταστάσεις.
.             Ὁπότε, σύγχρονος νθρωπος χει χάσει κα τν ασθηση το Θεο κα τν ασθηση το πλησίον, Θες πέθανε γι’ ατόν, ορανς κενώθηκε π τν Θεό, λλ πέθανε κα πλησίον γι᾽ ατόν, δηλαδ κενώθηκε κα γ, κα τ κυριότερο κα διος παυσε ν εναι πλησίον τοῦ Θεο κα το νθρώπου. Στὴν πραγματικότητα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ ἄνθρωπο. «Εἴτε ἀπὸ τὴν κατακόρυφη ὀπτική, –πέθανε ὁ Οὐράνιος Πατήρ του–, εἴτε ἀπὸ τὴν ὁριζόντια –πέθανε ἐκεῖνος ποὺ στεκόταν στὸ πλάι του. Συνεπῶς, ὅπου καὶ νὰ ρίξει τὸ βλέμμα, νιώθει ὀρφανός».
.             Ἔτσι, μετ τν θάνατο το Θεο το Νίτσε κολούθησε θάνατος το πλησίον μ τν μετ-τεχνολογικ κα μετ-θρησκευτικ ποχ κα μετ τν θάνατο το πλησίον κολουθε κα μετνθρώπινη ποχή.
.             Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα βλέπω τὴν κρίση τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Δν πρόκειται γι κρίση πλς οκονομική, λλ γι κρίση κοινωνική, νθρωπιστική, πολιτιστικ κα θεολογική.
.             Ἡ ὀρφάνεια μαστίζει τοὺς ἀνθρώπους, ὀρφάνεια ἀπὸ Θεὸ καὶ πλησίον. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλη νὰ στηριχθῆ πάνω σὲ οἰκονομικὰ μεγέθη, καὶ τότε αἰσθάνεται τὴν μοναξιά, ἀφοῦ δὲν ἱκανοποιοῦνται οἱ ὑπαρξιακές του ἀναζητήσεις.
.             Σὲ αὐτὴν τὴν δύσκολη ἐποχὴ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν πλησίον. Τὸ Θεὸ πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε μέσα στὴν καρδιά μας ὡς ἀγάπη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία ὡς Πατέρα, καὶ τὸν συνάνθρωπό μας πρέπει νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε ὡς ἀδελφό μας. Ἐμεῖς πρέπει νὰ πορευόμαστε πρὸς τὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης νὰ κινούμαστε καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο, νὰ γινόμαστε πλησίον τοῦ κάθε ἀνθρώπου ποὺ ὑποφέρει καὶ πονᾶ.
.             Ἑπομένως, ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τιμοῦμε κάθε ἐθελούσια προσφορὰ καὶ κάθε κενωτικὴ-θυσιαστικὴ ἀγάπη.

.          [Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὡς ποιμενάρχης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου συγχαίρω τὴν ΟΣΥΝ καὶ τὴν ΕΝΑΜ, γιατί ἀποφάσισαν νὰ τιμήσουν τοὺς Πολιτιστικοὺς Συλλόγους καὶ τοὺς συγγραφεῖς ποὺ προσφέρουν τὸν χρόνο καὶ τὰ χαρίσματά τους γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφούς, καθὼς ἐπίσης συγχαίρω καὶ τοὺς τιμωμένους σήμερα Συλλόγους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα τῆς κοινωνίας μας.
.            Χαίρομαι γιὰ τὰ πνευματικά μου παιδιὰ ποὺ δραστηριοποιοῦνται στὸν χῶρο τῆς κοινωνίας καὶ εὔχομαι τούτη τὴν χρονιὰ νὰ βάλουμε ὡς θεμέλιό της ζωῆς μας τὸν βασικὸ αὐτὸ κανόνα: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλη τὴ καρδία σου καὶ ἐν ὅλη τὴ ψυχή σου καὶ ἐν ὅλη τὴ διανοία σου… ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Ματθ. κβ´, 37-39).]

ΠΗΓΗ: romfea.gr

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 31-34

 «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυϊδ. ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται»
(Ματθ. ιε´ 22)

.           Ὁ πόνος τῆς Χαναναίας γυναίκας γιὰ τὴν δαιμονισμένη θυγατέρα της, ὅπως καὶ ἡ μεγάλη της πίστι στὸν Χριστό, τὴν ἔκαναν νὰ κράζη: «ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Ἡ αἴτησή της εἶναι προσωπική, ἔστω κι ἂν ἀφοροῦσε περισσότερο τὴν θυγατέρα της, γιατί ὁ πόνος τοῦ παιδιοῦ τῆς εἶναι καὶ δικός της πόνος. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ εἶναι πηγὴ ἀνεξάντλητη καὶ δύναμι ἀνέκφραστη. Καὶ ὁ Χριστὸς προσφέρει στὴν θυγατέρα της τὴν θεραπεία, ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἡ μητέρα της μὲ πολλὴ πίστι. «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις. Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης».
.          Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς δίδει σήμερα ἀφορμὴ νὰ διατυπώσουμε μερικὲς ἀλήθειες, μὲ ἁπλὰ ὅμως λόγια, γύρω ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα φαίνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὴν οἰκογένεια, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ στὴν κοινωνία.

 Ἑνότητα στὴν οἰκογένεια

.          Κάθε μάννα πονάει ὑπερβολικά, ὅταν δυστυχῆ τὸ παιδί της, γιατί αἰσθάνεται βαθειὰ τὴν ἑνότητα μαζί του. Κοινωνεῖ μαζί του, ἀφοῦ ἡ σάρκα του εἶναι καὶ δική της. Αὐτὸ ὅμως συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας. Ἡ οἰκογένεια, ὅπως ξέρουμε, δὲν εἶναι μία ἀπρόσωπη ὁμάδα, ἀλλὰ «ἑτερόφυλη ἑνότητα προσώπων» καὶ ἑπομένως ὅλα τὰ μέλη της συνδέονται μεταξύ τους, ὅπως τὰ μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἔτσι τὸ ἕνα μέλος (ὅταν εἶναι πραγματικὸ) δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ ἄλλου, τὴν δὲ λύτρωσι τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν δεινὴ κατάστασί του τὴν θεωρεῖ σὰν προσωπικὸ γεγονός.
.          Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα ποὺ ἀποδεικνύουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια. Μητέρα προτιμᾶ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ χαρίση ζωὴ στὸ παιδί της. Γονεῖς θυσιάζονται γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ τοὺς γονεῖς. Ὁ ψυχικὸς πόνος τῆς μητέρας εἶναι μεγάλος, θἄλεγε κανεὶς ἀνέκφραστος, ἀπὸ τὴν ἀκαταστασία καὶ τὴν ταλαιπωρία τοῦ παιδιοῦ της.

 Ἑνότητα στὴν κοινωνία

 .          Ὅ,τι ἔζησε ἡ Χαναναία καὶ ὅ,τι γίνεται μέσα σὲ κάθε πραγματικὴ οἰκογένεια παρατηρεῖται καὶ σὲ παγκόσμια κλίμακα.
.          Οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες διδάσκουν ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα ὅλης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἑνότητα αὐτῆς μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ τώρα ζοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐκοιμήθηκαν ἢ ποὺ πρόκειται νὰ γεννηθοῦν) ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» Του, ἀνήκουν στὴν μεγάλη παγκόσμια οἰκογένειά Του.
.          Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς θὰ λέγαμε ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρχε ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του, μεταξὺ των, μὲ ὅλη τὴν δημιουργία. Ἀλλὰ μὲ τὴν διάπραξι τῆς ἁμαρτίας ἔσπασε αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε ἀμέσως στὴν κατάστασι τῆς διαιρέσεως. Ἔτσι διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό, διασπάστηκαν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά, διασπάστηκε ὅλη ἡ φύσι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἐπίσης ὁ σύνδεσμος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν φύσι. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μία διαίρεση καὶ ἀλλοτρίωσι τοῦ ἀνθρώπου, Ἔκτοτε ἡ αἴσθησι καὶ ἡ πραγματοποίησι τῆς ἑνότητος, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, εἶναι μία ὀδυνηρὴ καὶ ἀπραγματοποίητη προσπάθεια.
.          Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα ποὺ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι μία οὐτοπία, γιὰ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους ἔχει πραγματοποιηθῆ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἑνότητα ὅλου του κόσμου. Διὰ τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιεῖται ἡ ἑνότητα ἁγίων καὶ ἀνθρώπων,  ἐπιγείων καὶ ἐπουρανίων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνονται βαθειὰ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύνολο μιᾶς ἀπρόσωπης κοινωνίας, ἀλλὰ ἑνότητα προσώπων. Μετὰ τὴν πτῶσι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν «ἀγαπητικὴ κοινωνία» καὶ ἔπεσε στὴν «αὐτονομημένη ἀτομικότητα», δηλ. ἀπὸ πρόσωπο ἔγινε ἄτομο. Τώρα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπιστρέφει πάλι στὴν ἀρχική του κατάστασι, ἀνεβαίνει δὲ καὶ ψηλότερα. Ἀπὸ ἄτομο γίνεται πρόσωπο ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη, διὰ τῆς ὁποίας ἑνώνεται μὲ ὅλους καὶ αἰσθάνεται τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.          Ἀλλὰ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ποὺ δὲν τὴν ἐκπροσωπεῖ ἡ πολιτικὴ ἢ ἡ κοινωνικὴ ἢ ἡ οἰκονομικὴ κίνηση, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία,

τὴν αἰσθάνονται ΜΟΝΟΝ οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ.

Αὐτοὶ καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὶς φθοροποιὲς δυνάμεις τῶν παθῶν καὶ ἀποκατέστησαν τὴν ἀξία τοῦ προσώπου. Συνεπῶς μόνον αὐτοὶ ζοῦν τὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητος μὲ δύο μαρτυρικὲς συνέπειες.
.          Πρῶτον αἰσθάνονται πὼς κάθε προσωπική τους ἁμαρτία, λόγῳ τῆς κοινωνίας, βαρύνει τὴν ζωὴ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Δὲν αἰσθάνονται τίποτε τὸ ἀτομικό. Διαπράττοντας μία ἁμαρτία δὲν πονᾶνε γιατί παρέβησαν ἁπλῶς τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γιατί ἔχασαν τὴν θεία Χάρη καὶ ἡ νέκρωση ἀπὸ τὴν ἀπουσία Της πέφτει ἐπάνω στὸν κόσμο, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ εἶχε κοσμικὲς συνέπειες. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι βιώνουν τὸν ἀδαμιαῖο θρῆνο.
.          Δεύτερον βιώνουν σὰν προσωπικά τους ἔργα ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὴν ἀνθρωπότητα. Ἐπάνω τους πέφτουν ὅλες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἀφόρητο πόνο. Τότε σὰν τὴν Χαναναία προσεύχονται γι’ αὐτοὺς μέρα καὶ νύκτα. Προσεύχονται μὲ δάκρυα καὶ ὀδύνη γιὰ ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους. Γίνονται μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ μεγαλύτεροι ἱεραπόστολοι, ἀφοῦ, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Κυρίου, γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν τους εἰσέρχονται στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ἀνεβαίνουν στὸν σταυρό, κατεβαίνουν στὴν κόλασι καὶ στὸν ἅδη.
.          Ὄντως μαρτυρικὴ  ἱεραποστολή. Ἔλεγε κάποιος ἅγιος ὅτι τὸ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι σὰν νὰ χύνξς αἷμα. Κι ὅμως ἐμεῖς ἀγνοοῦμε τὴν ὕπαρξι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σηκώνουν τὸν μεγάλο σταυρὸ καὶ βιώνουν αὐτὴν τὴν σταυρικὴ μορφὴ ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς ἀγνοοῦμε, γιατί δὲν ἔχουμε αἰσθανθεῖ ποτὲ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Εἴμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν κλοιὸ τοῦ ἀτομισμοῦ.
.          Μιμούμενοι τὴν Χαναναία γυναίκα καὶ παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἂς προσευχόμαστε καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἂς γίνει ὁ πόνος τους προσωπικός μας πόνος, γιατί τότε καὶ ἡ σωτηρία τους θὰ συντελέση στὴν δική μας σωτηρία.

, , , ,

Σχολιάστε