Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κλήση

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΙΣ «Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα»

Κυριακὴ ΙΑ´Λουκᾶ, 16 Δεκεμβρίου 2012
(Λκ. ιδ´16-24)

Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΙΣ
«Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα » (Λουκ. ιδ´17)

† Μητροπ. Φλωρίνης Αὑγουστίνου Καντιώτου 

(12/1949 ἐκπομπὴ ἀπὸ Ρ.Σ.Λ.)
(βιβλ. Σαλπίσματα σ. 160, ὑπάρχει ὅμως καὶ στὴν «Σάλπιγγα Ὀρθοδοξίας» 1981, σ. 347) 

.          Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὴν παραβολὴ τοῦ δείπνου; «Ἄνθρωπός τις», λέει ὁ Κύριος, «ἐποίησε δεῖπνον μέγα». Μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε τὶς φροντίδες του; Αἴθουσα, τραπέζια, φαγητά, ποτά, μουσική… Κι ὅταν πλέον ἦταν ὅλα ἕτοιμα, ὁ εὐγενὴς οἰκοδεσπότης διέταξε τὸ δοῦλο του ν᾿ ἀρχίσῃ τὶς προσκλήσεις. Τοῦ δίνει τὸν πρῶτο κατάλογο. Ὁ δοῦλος τρέχει καὶ διανέμει σὲ ἕναν – ἕνα ἀτομικὲς προσκλήσεις.Ἀλλὰ περίεργο· κανείς δὲν προθυμοποιεῖται νὰ ἔρθῃ! Οἱ καλεσμένοι ἔχουν ἄλλες φροντίδες. Ὁ ἕνας κρατάει συμβόλαιο ἑνὸς κτήματος, ὁ δεύτερος σέρνει δέκα βόδια ποὺ θέλει νὰ τὰ δοκιμάσῃ, ὁ τρίτος μόλις στεφανώθηκε καὶ δὲν ἀφήνει τὴ γυναίκα του οὔτε λεπτό. Ἀπ᾽ τὸ στόμα καὶ τῶν τριῶν ἀκούγεται ἡ ἴδια ἀπάντησι· «Ἔχε με παρῃτημένον» (Λουκ. ιδ´ 18,19).Μετὰ τὴν ἄρνησι αὐτῶν ὁ δοῦλος παίρνει ἄλλη διαταγή, ποὺ συμπεριλαμβάνει κόσμο ὁλόκληρο. Ἔρχεται σὲ πλατεῖες δρόμους καὶ φράχτες καὶ φωνάζει· «Ἐλᾶτε. Ὅλα εἶνε ἕτοιμα. Ὁ κύριός μου σᾶς καλεῖ».Καὶ νά, ἔρχονται ἀπὸ παντοῦ. Τοὺς βλέπετε; Εἶνε ῥακένδυτοι, φτωχοὶ καὶ ἀνάπηροι, κουτσοὶ καὶ τυφλοί. Μὰ ἡ θύρα δὲν κλείνει, ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος στὴν αἴθουσα. Καὶ ἡ πρόσκλησι συνεχίζεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ φτάνει μέχρι τὶς μέρες μας.

*  *  *

.          Αὐτὸς ποὺ «ἐποίησε δεῖπνον μέγα», ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ Θεός. Δὲν θέλει νὰ ζῇ ὁ ἄνθρωπος μακριὰ ἀπ᾽ τὴ χαρά – αὐτὴν συμβολίζει τὸ δεῖπνο. Ὁ Θεὸς δὲν θέλει οὔτε ἕνα πλάσμα του νὰ ζῇ καὶ νὰ πεθάνῃ μέσα στὸ σκοτάδι, στὴ φρίκη τῆς ἁμαρτίας. Ὄχι. Εἶνε «ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν» (Β΄ Κορ. 1,3). Ὁ Δαυῒδ ψάλλει· «Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος…» (Ψαλμ. 102,8). Οἱ οὐρανοὶ φλέγονται ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ ἁγία Τριὰς ἐπιθυμεῖ τὴ σωτηρία μας, καταρτίζει τὰ σοφὰ σχέδιά της, κινητοποιεῖ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπ᾽ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπ᾽ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ σατανᾶ «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (῾Ρωμ. 8,21). Κλῆσις ὑψίστη! Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ.Πῶς καλεῖ; Τὰ μέσα τῆς κλήσεως στὴ σωτηρία καὶ μακαριότητα εἶνε ἄπειρα καὶ ποικίλα. Μελετώντας βίους ἁγίων μένεις κατάπληκτος.Ἂς ὑπενθυμίσουμε τὴν κλῆσι τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τί ἦταν ὁ Παῦλος εἶνε γνωστό· ἀμείλικτος διώκτης τῶν Χριστιανῶν. Ἦταν παρὼν στὸ λιθοβολισμὸ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Ἄκουγε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ φρύαττε. Καταδίωκε τοὺς Χριστιανοὺς ὅπου τοὺς εὕρισκε. Ὡρμοῦσε σὲ αὐλὲς καὶ σπίτια, ἅρπαζε ἄντρες καὶ γυναῖκες, καὶ δεμένους τοὺς ἔσερνε στὶς φυλακές. Μέρα – νύχτα πάσχιζε γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὄχι μόνο στὰ Ἰεροσόλυμα ἀλλὰ κι ἀλλοῦ μακριά. Διψοῦσε αἷμα χριστιανικό. Οἱ ἀρχιερεῖς ποὺ σταύρωσαν τὸ Χριστὸ θὰ ἀγάλλονταν καὶ χαϊδεύοντας τὶς γενειάδες τους θὰ ἔλεγαν· Δέκα νὰ εἴχαμε σὰν τὸ Σαῦλο… Μὰ ἡ χαρά τους δὲν ἐπρόκειτο νὰ διαρκέσῃ πολύ. Ὁ Παῦλος δὲν θὰ πέθαινε διώκτης τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γι᾽ αὐτὸν ἦταν ἀσύλληπτο. Καὶ μιὰ μέρα, ἐνῷ πήγαινε μὲ συνοδεία στὴ Δαμασκὸ γιὰ νὰ ἐξολοθρεύσῃ τὸ ποίμνιο τοῦ Ἰησοῦ, πάνω στὸ δημόσιο δρόμο, λίγα χιλιόμετρα ἔξω ἀπ᾽ τὴν πόλι, εἶδε ἀστραπὴ κι ἄκουσε φωνή· –«Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν». –«Τίς εἶ, Κύριε;», ρωτάει περίτρομος ὁ Παῦλος. –«Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὃν σὺ διώκεις», ἦταν ἡ ἀπάντησι (Πράξ. 22,7-8· βλ. καὶ 26,14-15· 9,4-5). Τί δραματικὴ σκηνή! Ἂν ἔχῃς, ἀγαπητέ, Καινὴ Διαθήκη, ἄνοιξε ἀπόψε καὶ διάβασε μόνος σου τὰ κεφάλαια 9 22 καὶ 26 τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων.Ἡ κλῆσις τοῦ Παύλου στὸν Χριστιανισμὸ εἶνε βέβαια κάτι ξεχωριστό, εἶνε μία ἄμεση καὶ ἀπ᾿ εὐθείας κλῆσι· διαλαλεῖ πάντως, ὅτι ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾽ τὰ σοκάκια καὶ τοὺς δρόμους τοῦ σκότους καὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ ὥρα αὐτὴ γιὰ τὸν Παῦλο ἦταν ἡ σπουδαιότερη τῆς ζωῆς του. Χαράχτηκε μέσα του· γι᾿ αὐτὸ στὴν ἀρχὴ ἐπιστολῶν του γράφει· «Παῦλος, κλητὸς ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ…» (Α΄ Κορ. α´ 1. ῾Ρωμ. α´ 1).

*  *  *

.          «Κλητὸς» ὁ Παῦλος. Ἀλλὰ «κλητοὶ» εἴμαστε κ᾽ ἐμεῖς (βλ. ῾Ρωμ. α´ 6-7· 8,28. Α΄ Κορ. α´ β´ 24. Ἰούδ. 1. Ἀπ. ιζ´14). Ἔχουμε ἀτομικὴ πρόσκλησι. –Ἐμεῖς; μὰ ἐμεῖς, θὰ πῆτε, οὔτε φῶς εἴδαμε οὔτε φωνὴ ἀκούσαμε ὅπως ἐκεῖνος. Ἄλλως τε, μικροὶ κι ἀσήμαντοι ἐμεῖς, δὲν πρόκειται νὰ παίξουμε τέτοιο ῥόλο στὴν ἱστορία· ἄλλος Παῦλος δὲν γεννιέται.Παρὰ ταῦτα ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ. Μᾶς καλεῖ σὲ κάτι μεγαλειῶδες, στὴν ἀποστολὴ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ναί. Διὰ μέσου ὅσων θὰ γίνουν ὑπηρέτες καὶ μάρτυρες Χριστοῦ θὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ εἶνε· ὅποιος ἔζησε στὴν ἁμαρτία καὶ μετὰ γνώρισε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς, ἔχει χρέος νὰ γίνῃ ὄργανο, ὥστε δι᾽ αὐτοῦ νὰ κληθοῦν καὶ ἄλλοι ν᾽ ἀπολαύσουν ἐκεῖνα ποὺ αὐτὸς εἶδε καὶ γεύθηκε κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν ἐκτελέσῃ τὸ ἱερὸ αὐτὸ χρέος.–Μὰ ἐγώ, θὰ πῇ κάποιος, δὲν εἶμαι ὁ ἴδιος ἀκόμη βέβαιος ἂν μὲ κάλεσε ὁ Χριστός, κ᾽ ἐσὺ μοῦ λὲς νὰ προσκαλέσω ἄλλους;… Ἀδελφέ, τί λές, δὲν εἶσαι βέβαιος; Ἄγγελε, ποὺ φυλᾷς αὐτὴ τὴν ψυχή, πές της σὲ παρακαλῶ, πόσες φορὲς μέχρι σήμερα τῆς ἔφερες τὴν πρόσκλησι τοῦ Κυρίου «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια´ 28). Κι ὁ ἄγγελος ἄκου τί σοῦ ἀπαντᾷ·Ἀπ᾽ τὶς πρῶτες μέρες τῆς ζωῆς σου ἄρχισαν οἱ προσκλήσεις. Σὲ οἰκογένεια χριστιανικὴ γεννήθηκες. Τὰ παιδικά σου μάτια, μόλις ἄρχισαν νὰ διακρίνουν, εἶδαν πάνω ἀπ᾽ τὴν κούνια σου τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Βαπτίσθηκες στὴν κολυμβήθρα, φωτίστηκες. Ντύθηκες στὰ λευκά. Σταυρὸ κρέμασαν στὸ στῆθος σου. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ ἔμαθες. Εἶδες τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα σου νὰ προσεύχωνται. Γνώρισες παραδείγματα ἀρετῆς.Κάθε Κυριακὴ ἄκουγες νὰ κτυπάῃ ἡ καμπάνα, σὰ νὰ σοῦ λέῃ· «Παιδί μου, σὲ καλῶ στὸ μέγα δεῖπνο, σὲ συμπόσιο ὄχι κοιλιᾶς ἀλλὰ καρδιᾶς, νὰ κοινωνήσῃς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ». Ἄκουγες τὴν πρόσκλησι κ᾽ ἐρχόσουν στὸ ναό. Καὶ κάθε φορὰ ἄκουγες· «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Πόσες φορὲς ὁ ἱεροκήρυκας δὲν κάλεσε ὅλους σὲ μετάνοια; Δὲν ἦταν τὰ κηρύγματα αὐτὰ προσκλήσεις;
 Καὶ πέρα ἀπ᾽ αὐτά, τὰ μεγάλα – συγκλονιστικὰ γεγονότα, ποὺ διαδραματίσθηκαν στὴν οἰκογένειά σου, στὴν πόλι, στὴν πατρίδα, στὴν ἀνθρωπότητα, δὲν ἦταν κι αὐτὰ ἔκτακτες προσκλήσεις; Κ᾽ ἐκεῖνα τὰ θαύματα ποὺ εἶδες; Κ᾽ ἐκεῖνοι οἱ κίνδυνοι ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους σώθηκες; Δὲν ἦταν σάλπιγγες, ποὺ σὲ καλοῦσαν σὲ ἐπιστροφή; Ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ στιγμή, ποὺ ἀκοῦς τὸ κήρυγμα τοῦτο, δὲν εἶνε μία ἀκόμη πρόσκλησι;Πόσες προσκλήσεις! Ὄχι μία καὶ δύο ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ ἦρθαν καὶ μᾶς χτύπησαν, πιὸ σιγὰ ἢ πιὸ δυνατά, τὴν πόρτα καὶ μᾶς κάλεσαν· Εἶνε ὥρα, ἐλᾶτε, γιατί ἀναβάλλετε; Ἂν σᾶς καλοῦσε ἐπίγειος βασιλιᾶς στὰ ἀνάκτορα, δὲν θ᾽ ἀφήνατε κάθε ἀσχολία; Τώρα, ποὺ σᾶς καλεῖ ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλέων, θὰ πῆτε «Ἔχε με παρῃτημένον»;

*  *  *

Ἀδελφοί! Ὁ Κύριος καλεῖ ὄχι μόνο ἄτομα ἀπὸ «τὰς πλατείας καὶ ῥύμας» τοῦ κόσμου (Λουκ. ιδ´ 21) ἀλλὰ καὶ οἰκογένειες καὶ πόλεις καὶ ἔθνη ὁλόκληρα. Ἄλλα ἔθνη δέχονται, ἄλλα δὲν δέχονται τὴν τιμητική του πρόσκλησι. Ἔθνη καὶ λαοί, ποὺ δὲν δέχονται τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ –ποὺ ἔτσι ἀναγκάζονται νὰ «ἐκτινάξουν τὸν κονιορτὸν τῶν ὑποδημάτων των» (βλ. Ματθ. ι´ 14. Λουκ. θ´ 5· ι´ 11. Πράξ. ιγ´ 51) καὶ νὰ φύγουν μακριά–, καταστρέφονται. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία.Τὸ δικό μας ἔθνος εἶχε τὴν τιμὴ νὰ εἶνε ἀπὸ τὰ πρῶτα ποὺ κλήθηκαν νὰ συμμετάσχουν στὸ μεγαλειῶδες καὶ αἰώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἐκλεκτοὶ ἀπεσταλμένοι τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Βαρνάβας, ὁ Τίτος, ὁ Τιμόθεος, ἦρθαν καὶ κάλεσαν τοὺς προγόνους μας· «Ἐλᾶτε, Ἕλληνες, στὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο». Κ᾽ ἐκεῖνοι δέχτηκαν τὴν πρόσκλησι, ἄφησαν τὰ εἴδωλα. Ἡ Ἑλλὰς ἀπέβαλε τὰ ῥάκη τῆς εἰδωλολατρίας, ντύθηκε τὴ στολὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μετὰ ἔτρεξε νὰ φέρῃ τὴν πρόσκλησι τοῦ Εὐαγγελίου σὲ λαοὺς κοντὰ καὶ μακριά. Τὸ ἔθνος μας ἔγινε ὑπηρέτης καὶ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς. Ποιός μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ;Αὐτὰ δὲν τὰ λέμε ἀπὸ πνεῦμα ἐθνικισμοῦ, ποὺ εἶνε ξένο πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο. Τὰ λέμε, καὶ πρέπει νὰ τὰ λέμε, γιὰ νὰ ὑπενθυμίζουμε τὸ χρέος καὶ τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος κάλεσε τὸ ἔθνος μας γιὰ νὰ γίνῃ κι αὐτὸ «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. θ´15). Θαρρῶ πὼς βλέπω τὸν Παῦλο, τὸν ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν ποὺ τόσο ἀγάπησε τὸν τόπο μας, νὰ στέκῃ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ πάνω στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος καὶ νὰ σαλπίζῃ· Ἕλληνες! «παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε» (Ἐφ. δ´ 1).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΠΗΓΗ: «ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ

Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

            «Ὁ ἅγιος Ματθαῖος, καθισμένος στὸ τελώνιο, ὡς φοροεισπράκτορας ποὺ ἦταν, ἄκουσε τὸν Κύριο νὰ τοῦ λέει: Ἀκολούθει μοι. Τὴν ἴδια ὥρα σηκώθηκε καὶ Τὸν ἀκολούθησε. Τοῦ ἔκανε μεγάλη φιλοξενία στὸ σπίτι του, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ συναριθμήθηκε στοὺς ἀποστόλους. Αὐτός, ἀφοῦ δέχτηκε τὴν δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔμαθε τὰ θεῖα, συνέγραψε τὸ κατ’  αὐτὸν εὐαγγέλιο καὶ τὸ ἔστειλε στοὺς Ἰουδαίους. Δίδαξε τοὺς Παρθους καὶ τοὺς Μήδους, ἵδρυσε Ἐκκλησία, κι ἀφοῦ ἔκανε πολλὰ θαύματα, ὕστερα τελειώθηκε διὰ πυρὸς ἀπὸ τοὺς ἀπίστους».
.            Ὁ ἅγιος Θεοφάνης, ὁ ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας καὶ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, σὲ δύο κυρίως σημεῖα ἐπικεντρώνει τὴν προσοχή μας μέσα ἀπὸ τοὺς ὕμνους του γι’  αὐτόν: πρῶτον, στὸ γεγονὸς τῆς κλήσεώς του ἀπὸ τὸν Κύριο, ὥστε ἀπὸ τελώνης νὰ γίνει ἀπόστολος, δεύτερον, στὴ συγγραφὴ τοῦ εὐαγγελίου του. Προκειμένου νὰ κατανοήσει κανεὶς τὴ σημασία τῆς μεταστροφῆς αὐτῆς, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ὁ ὅρος «τελώνης» τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ταυτόσημος μὲ τὸν ὄρο «ἁμαρτωλός». Κι αὐτὸ  διότι οἱ τελῶνες ἦταν ἐκεῖνοι, ποὺ νοικιάζοντας τοὺς φόρους ποὺ εἶχαν ἐπιβάλει στοὺς Ἰουδαίους οἱ κυρίαρχοι Ρωμαῖοι, τοὺς ἀπαιτοῦσαν ἔπειτα πολλαπλασίως. Θεωροῦνταν λοιπὸν ὡς ἐκεῖνοι ποὺ «ρουφοῦσαν» κυριολεκτικὰ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ, λόγῳ τῆς μεγάλης ἀδικίας τους. Ἐπ’ αὐτοῦ μάλιστα ἔχει καταγραφεῖ καὶ τὸ ἑξῆς περιστατικό, ποὺ φανερώνει πολὺ ἄμεσα τὴν ἁμαρτωλότητα τῶν τελωνῶν: κάποιος τελώνης ποὺ πῆγε νὰ εἰσπράξει τοὺς φόρους ἀπὸ ἕναν πτωχὸ Ἰουδαῖο, διεπίστωσε ὅτι αὐτὸς εἶχε πεθάνει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Τί ἔκανε λοιπόν; Προκειμένου νὰ ἐκβιάσει τὴν πληρωμὴ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του ἀποθανόντος, ξέθαψε τὸ πτῶμα καὶ ἄρχισε νὰ τὸ μαστιγώνει. Ὥστε τελώνης καὶ ἁμαρτωλὸς ἦταν ὅροι ταυτόσημοι.
.            Ὁ ὑμνογράφος λοιπὸν ἐπικεντρώνει στὴν μεταστροφὴ τοῦ Ματθαίου – «εὐαγγελιστὴς ἀπὸ τελώνου, ὡς ἠκολούθησέ σοί, μετεσκεύασται ὁ θεηγόρος, τῇ παναλκεῖ, παντουργέ, δυνάμει σου, ὁ Ματθαῖος ὁ πανάριστος» (Καθὼς σὲ ἀκολούθησε, παντουργὲ Κύριε,  ὁ θεηγόρος Ματθαῖος ὁ πανάριστος, ἄλλαξε καὶ ἔγινε ἀπὸ τελώνης εὐαγγελιστής, μὲ τὴν παντοδύναμη ἐνέργειά Σου) – ἐξηγώντας μας ὅμως ὅτι αὐτὸ ἔγινε ἀφ᾽ ἑνὸς διότι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔδωσε αὐτὴν τὴν δύναμη, ἀφ᾽ ἑτέρου διότι ὁ Κύριος ὡς καρδιογνώστης εἶδε τὴν ἔνθεη γνώμη του, παρ’  ὅλη τὴν ἁμαρτωλὴ δραστηριότητά του, καὶ ἔτσι τὸν λύτρωσε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἀδικίας: ὅ,τι συνέβη, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἴχαμε σημειώσει, καὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο γιὰ παράδειγμα. Κι αὐτὸ σημαίνει: ὁ Κύριος προγνωρίζοντας τὴν καλὴ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου, καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ Τὸν ἀκολουθήσει, ὁπότε στὴ συνέχεια τὸν ἐνισχύει ποικιλοτρόπως. «Ὁ ἐμβατεύων καρδίας τῶν ἀνθρώπων, ὅτε σου τὴν ἔνθεον γνώμην, Ἀπόστολε, θείᾳ προγνώσει ἑώρακε, καὶ ἐκ τοῦ κόσμου τῆς ἀδικίας σε ἐλυτρώσατο». Ἀπόδειξη τῆς πράγματι καλῆς διάθεσης τοῦ τελώνη Ματθαίου ἦταν ἡ ἄμεση ἀντίδρασή του: τὰ ἄφησε ὅλα, κάθε γήινη φροντίδα, καὶ ἀκολούθησε μὲ προθυμία τὸν Χριστό, γιὰ τὸν Ὁποῖο ἔδωσε στὸ τέλος καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή του. «Καλοῦντι Χριστῷ, πρὸς μαθητείαν οὐράνιον, προθύμως ἠκολούθησας, θεόληπτε, πᾶσαν σχολὴν φροντίδος γηίνης, ὑφ’  ἓν παρωσάμενος». Ἐπιφανειακά, φαινόταν ἕνας ἁμαρτωλὸς ποὺ ἀδικοῦσε τὸν κόσμο. Ἐσωτερικά, ἦταν ἕτοιμος νὰ δεχτεῖ τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ. Πόσο λανθασμένα κρίνουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καὶ πόσο δίκαιη εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ. Γι’  αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας καλεῖ «μὴ κρίνετε κατ’  ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε».
.            Ὁ ἅγιος Ματθαῖος ὅμως, εἴπαμε, ἔγινε καὶ εὐαγγελιστής: «εὐαγγελιστὴς ἀπὸ τελώνου γενόμενος». Εἶναι τὸ δεύτερο σημεῖο ποὺ προβάλλει ὁ ὑμνογράφος, χρησιμοποιώντας μάλιστα καὶ ὡραιότατες εἰκόνες. Μᾶς ὑπενθυμίζει ἐν πρώτοις ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἔγραψε εὐαγγέλιο: στὰ ἑβραϊκὰ πρῶτα καὶ ἔπειτα μὲ δική του μεταγραφὴ στὰ ἑλληνικά. «Ὁ πρῶτος τοῦ Χριστοῦ εὐαγγέλιον γράψας». Μὲ ἀποτέλεσμα, νὰ φωτίσει ὅλη τὴν ὑφήλιο – «πᾶσαν δαδουχῶν τὴν ὑφήλιον κτίσιν» –  καὶ νὰ καταφωτίσει τοὺς λαοὺς μὲ τὶς λάμψεις τοῦ εὐαγγελίου του: «καὶ κατεφώτισας λαοὺς εὐαγγελίου ταῖς ἐπιλάμψεσι». Ὁ φωτισμὸς αὐτὸς τοῦ κόσμου μέσῳ τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου εἶναι, κατὰ τὸν ὑμνογράφο καὶ κατὰ τὴν πίστη γενικῶς τῆς Ἐκκλησίας, ὁ φωτισμὸς τῆς χάρης τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Ματθαῖος ἔσκυψε μέσα στὰ βάθη τοῦ Πνεύματος καὶ κατενόησε τὸν ἀκένωτο πλοῦτο Του. Ἄντλησε λοιπὸν τὴν χάρη αὐτὴ καὶ τὴν μοίρασε σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. «Εἰς τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος διακύψας, ἀπόστολε, πλοῦτον τὸν ἀκένωτον κατενόησας· καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀρυσάμενος τὴν χάριν τὴν ἄφθονον, ἡμῖν εὐαγγελικῶς πᾶσι ταύτην διένειμας».
.            Δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μελετήσει κανεὶς τὸ εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ματθαίου καὶ νὰ μὴν αἰχμαλωτιστεῖ ἀπὸ τὰ θεόπλοκα δίχτυα του. Ἀρκεῖ νὰ τὸ μελετήσει μὲ καλὴ διάθεση καὶ μὲ πίστη. Θὰ διαπιστώσει ὅτι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν φώτισε, θὰ φωτίσει καὶ ἐκεῖνον. Συνεπῶς θὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἐπίγνωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, τοῦ μεγαλύτερου θησαυροῦ στὸν κόσμο τοῦτο. Ὅπως τὸ λέει καὶ ὁ ὑμνογράφος: «Ματθαίου ζωγρεῖται θεοπλόκοις τοῦ Μαθητοῦ δικτύοις, τὰ συστήματα τῶν πιστευόντων, διὰ παντὸς πρὸς τὴν σὴν ἐπίγνωσιν, εὐεργέτα, ποδηγούμενα». (Οἱ πιστοὶ αἰχμαλωτίζονται ἀπὸ τὰ θεόπλοκα δίχτυα τοῦ μαθητῆ Ματθαίου, καὶ καθοδηγοῦνται πάντοτε πρὸς τὴ δική Σου ἐπίγνωση, εὐεργέτα Κύριε). Κι ἀκόμη: εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου ποὺ τονίζει κατ᾽ ἐξοχὴν καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Μίας καταγραφῆς, ποὺ ὅταν λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψιν σοβαρά, κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ξυπνάει ἀπὸ τὴ ραθυμία καὶ νὰ πορεύεται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι μὲ ὅριο τὴν Κρίση τοῦ Θεοῦ ἐπιλέγει νὰ σκέπτεται καὶ νὰ πράττει ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἀντέξουν τὴν ὥρα αὐτή: ὅ,τι ἀποτελεῖ πλουτισμὸ τῆς ψυχῆς. «Καὶ τῶν ραθύμων ἤγειρας ψυχάς…πρῶτος γεγονὼς εὐαγγελιστὴς ἐν τῷ κόσμῳ, καθυπογράψας τὴν ὥραν τῆς κρίσεως».

 ΠΗΓΗ:  «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ

Tὸ νόημα τς πακος  

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 111-115

 «οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν
ἠκολούθησαν αὐτῷ». 

(Ματθ. δ´ 22)

.         Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε τὴν κλῆσι τῶν τεσσάρων μαθητῶν στὸ Ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ τὴν δεύτερη κλῆσι. Ἡ πρώτη κλῆσι ἢ μᾶλλον συνάντησι περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Οἱ τέσσερις μαθηταὶ Πέτρος, Ἀνδρέας, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης στὴν κλῆσι τοῦ Χριστοῦ, νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, ὑπήκουσαν ἀμέσως. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα ἔγιναν μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴν ἀποταγὴ ἦρθε ἡ ὑποταγή. Τὸ θέμα τῆς ὑπακοῆς ποὺ μᾶς δίνουν τὴν ἀφορμὴ νὰ θίξουμε σήμερα οἱ τέσσερεις μαθηταὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σύγχρονα προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὰ πιὸ οὐσιαστικὰ καὶ λεπτὰ θέματα τῆς ὀρθοδόξου πνευματικῆς ζωῆς.

Ἡ ὑπακοὴ σημεῖο ἀντιλεγόμενο

.        Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀκατανόητες ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο εἶναι ἡ διδασκαλία περὶ τῆς ὑπακοῆς. Ὁ Κύριος τὴν θέτει σὰν ἀπαραίτητο ὅρο σωτηρίας καὶ τελειότητος. Δι’ αὐτῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ οὐσιαστικὴ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.        Ὁ σύγχρονος ὅμως ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τὴν ἀξία της. Τὴν θεωρεῖ καταστρεπτικὴ γιὰ τὴν προσωπικότητα. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ἔχει θεοποιήσει τὴν λογικὴ καὶ νομίζει πὼς ἔχει μεγάλη ἀξία. Ὅταν κανεὶς ζῆ τὴν λογοκρατία καὶ τὴν ἀτομοκρατία, τότε εἶναι ἐντελῶς ἀνήμπορος νὰ κατανοήση τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ὑπακοῆς.
.       Μελετώντας τὴν σύγχρονη ζωὴ μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ἄνετα ὅτι συνέβη στὴν ἐποχή μας μιὰ τρομερὴ ἀλλαγή, ποὺ ἐπηρεάζει ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Σήμερα ὑφίσταται μία μεγάλη κρίσι πατρότητος. Ἀμφισβητεῖται κάθε αὐθεντία, ἀφοῦ ἔχει ὑψωθῆ σὰν αὐθεντία τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ. Ἐπεκτεινομένη αὐτὴ ἡ νοοτροπία καὶ στὴν θρησκευτικὴ ζωὴ ἐξαφανίζει κάθε κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀμφισβήτησι τῆς πατρότητος φθάνει μέχρι καὶ τὴν πατροκτονία. Αὐτὸ τὸ φαινόμενο κατὰ φυσικὸ τρόπο δημιουργεῖ μιὰ νευρωτικὴ κατάστασι, μιὰ σχιζοφρένεια.
.       Νὰ γιατί, ὅταν διαβάσει ἕνας σύγχρονος ἄνθρωπος τὴν περίπτωσι τῆς κλήσεως τῶν τεσσάρων μαθητῶν καὶ τὴν ἀπάρνησι τῶν πάντων, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό, τοῦ φαίνεται ἀκατανόητο. Νὰ γιατί ἡ Ὀρθοδοξία αἰσθάνεται σήμερα μεγάλη δυσκολία νὰ ἀποκαλύψη τὸν ἑαυτό της στοὺς ἐκκοσμικευμένους σύγχρονους ἀνθρώπους, διότι δὲν εἶναι συνηθισμένοι νὰ ἀκοῦνε, πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι συνηθισμένοι νὰ ἐφαρμόζουν τὸν λόγο τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλοὶ σύγχρονοι νέοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀρνηθοῦν τὰ πάντα, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν καὶ νὰ ὑπακούσουν στὸν Χριστό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπακούσουν στὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ ἱκανοποιήσουν ὅλα τὰ θελήματά τους.

Ἡ ἀξία τῆς ὑπακοῆς

.       Ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Πρῶτα-πρῶτα ἡ ὑπακοὴ ζωοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν ἐξηγήσει αὐτὴν τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ὑπακοῆς. Ὅπως μὲ τὴν παρακοὴ τοῦ Ἀδὰμ ἡ ψυχὴ διαιρέθηκε καὶ πέθανε, ἔτσι μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἑνοποιεῖται καὶ ζωοποιεῖται. Ὁ Κύριος εἶπε: «τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν πνεῦμά ἐστι καὶ ζωὴ ἐστὶ» (Ἰωάν. ϛ´ 6). Ἔτσι «παρακοὴ θάνατος, ὑπακοὴ ζωή». Ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παρακοὴ ἔφερε τὸν θάνατο καὶ σ’ ὅλη τὴν φύσι. Καὶ ὁ δεύτερος Ἀδὰμ (ὁ Χριστὸς) μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Τοῦ γέμισε τὸν κόσμο μὲ ζωή.
.       Ἔπειτα μὲ τὴν ὑπακοὴ ἀναπτύσσεται ἡ ἀληθινὴ κοινωνικότης. Μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δεχόμαστε τὴν ζωὴ μέσα μας. Ὁ Χριστιανὸς ἀρχίζει τὴν πνευματική του ζωὴ μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δι’ αὐτοῦ μεταμορφώνεται, παύει νὰ ζεῖ σὰν ἄτομο καὶ γίνεται πρόσωπο, ὁπότε φλέγεται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ζῆ σὰν πρόσωπο, νὰ αἰσθάνεται στενὴ σχέσι μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ νὰ βιώνει τὴν καθολικὴ εὐθύνη. Εἰσέρχεται μὲ ἀγάπη καὶ ἀπὸ ἀγάπη στὴν ὑπόστασι τοῦ ἄλλου καὶ προσφέρει μὲ τρόπο μυστικὸ καὶ ἀποτελεσματικὸ τὴν σωτηρία.
.        Ἡ ὑπακοὴ μᾶς δίδει λοιπὸν τὴν δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἐμπειρία τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν προσώπων καὶ νὰ ἀποκτήσουμε τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς.
.       Τέλος ἡ ὑπακοὴ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ μαστίζουν τὴν ψυχή μας. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅποιος κάνει ὑπακοὴ ἔχει λιγότερα πάθη, ἀφοῦ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν ἐγωκεντρικότητα.

Ἔκταση ὑπακοῆς

.       Μιλώντας ὅμως γιὰ ὑπακοὴ δὲν ἐννοοῦμε μιὰ ἀφηρημένη κατάστασι, ἀλλὰ μιὰ συγκεκριμένη. Δὲν ἐννοοῦμε μιὰ παθητικὴ ἀκινησία, ἀλλὰ μιὰ διαρκῆ θετικὴ κίνησι. Ἡ παθητικὴ καὶ ἀφηρημένη κατάσταση δημιουργεῖ περισσότερα προβλήματα. Ἔτσι ὅταν λέμε ὑπακοὴ ἐννοοῦμε πρωτίστως τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευματικὴ ζωή, ἡ θεολογία, ἔξω ἀπὸ τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν εἶναι μία δαιμονικὴ κατάστασι. Ἐπειδὴ ὅμως ἐμεῖς, ὡς ἀκάθαρτοι καὶ ἐμπαθεῖς, δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόσουμε σὲ κάθε δεδομένη περίστασι, γι’ αὐτὸ χρειάζεται ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα. Διότι ὁ λόγος τοῦ πνευματικοῦ πατρός, ὅταν δὲν ἀντιβαίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ περίληψι τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
.       Ἡ ὑπακοὴ ὅμως στὸν πνευματικὸ πατέρα δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ πράγμα. Ἔχει πολλὲς πλευρὲς καὶ προεκτάσεις. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικό μας πατέρα, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπακοὴ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, στὸν Ἐπίσκοπο καὶ στὴν κανονικὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας. Παράδοσι εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἁγιάζει τοὺς ἀνθρώπους, χειροτονεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ φωτίζει τοὺς Πατέρας νὰ θεσπίζουν κανόνας γιὰ τὴν καλὴ λειτουργία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει στενὴ σχέσι μεταξὺ τῶν ἁγίων, τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τοῦ θυσιαστηρίου. Καὶ δὲν νοεῖται ἕνα ἀπὸ αὐτὰ χωρὶς τὴν ὕπαρξι τῶν ἄλλων.
.       Ἔτσι ἡ ὑπακοὴ σὲ ἕνα, ἔστω θεούμενο, πνευματικὸ πατέρα δὲν εἶναι ἀληθινή, ὅταν παραθεωρῆται ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ δομή. Καὶ ὁ θεούμενος πνευματικὸς πατέρας δὲν συνιστᾶ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ὑπακοῆς, γιατί γνωρίζει καλὰ ὅτι ἡ Πνευματολογία δὲν καταργεῖ τὴν Ἐκκλησιολογία. Τὸ θέμα εἶναι μεγάλο καὶ δὲν ἔχουμε χῶρο νὰ τὸ ἀναπτύξουμε ἐπαρκῶς. Μόνον τοῦτο πρέπει νὰ ποῦμε: ὅτι ὅταν ἡ πνευματικότητα ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία, ὅταν ἕνας πνευματικὸς ἐνεργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ δομή, ἔστω χάριν τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχη σοβαρὸς λόγος, τότε μᾶλλον ὑποθάλπτεται μία ἀτομικὴ εὐσέβεια, ποὺ δὲν καταλήγει στὴν σωτηρία, γιατί δὲν ἀναφέρεται στὸ καθολικὸ ἦθος.
.       Σήμερα γίνεται διαρκῶς λόγος γιὰ τὴν ὡριμότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ πολλοὺς διατυπώνεται ἡ ἄποψι ὅτι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς γνώσεις ἔχει φτάσει σὲ ὑψηλὰ ἐπίπεδα τελειότητος καὶ ὡριμότητος. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρέπει νὰ τονίζη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀνώριμος. Ἡ πνευματικὴ ὡριμότης, δηλ. ἡ διαρκὴς τελειότης, γίνεται ὄχι μὲ τὶς γνώσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία ὑπακοὴ εἶναι ἕνας ἑκούσιος θάνατος. Μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο ξεπηγάζει ἡ ἀνάστασι καὶ ἡ ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Σ’ αὐτὸ μᾶς προτρέπουν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Ἡ ὑπακοὴ θὰ μᾶς ἑνοποιήση καὶ ζωοποιήση.

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ «Ἂς ἀφήσουµε καὶ µεῖς τὰ δικά μας δίκτυα» (Ἀποστολ.ἀνάγν. Κυρ. 17.06.12)

ΟΙ ΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β´ ΜΑΤΘ. (17.06.2012)
[Ματθ. δ´ 18-23] 

«Ἠκολούθησαν αὐτῷ».

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
ἀρ. τ. 4258, Ἰούνιος 2012
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» 

.           Ὅταν ὁ Κύριος ἐπλησίασε τὰ δύο ἀδέλφια, τὸν Σίµωνα καὶ τὸν Ἀνδρέα, καὶ τοὺς ἀπηύθυνε τὴν πρόσκληση: «Δεῦτε ὀπίσω µου καὶ ποιήσω ὑµᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων», αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. καὶ Τὸν ἀκολούθησαν -κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀξιοθαύµαστο- µολονότι δὲν εἶχαν δεῖ ἀκόµα, παρὰ ἐλάχιστα, σηµεῖα καὶ θαύµατα οὔτε εἶχαν ἀκούσει τὶς διδασκαλίες Του. Καὶ ὅµως πίστεψαν τόσο βαθιὰ στὴν ὑπόσχεσή Του, ὅτι θὰ τοὺς κάνη «ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ὥστε ὅλα τὰ ἄλλα τὰ θεώρησαν ἀσήµαντα µπροστὰ στὸ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν.

Α) Σὲ κάθε ἐποχή.

.          Σὲ κάθε ἐποχή, ἀλλὰ καὶ σήµερα ὁ Κύριος καλεῖ μερικοὺς νέους νὰ γίνουν οἱ κήρυκες τοῦ νόµου Του, οἱ ἀφιερωµένοι ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου Του. Δὲν καλεῖ ὅλους. Ἀπευθύνεται στοὺς λίγους. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτούς, λίγοι ἀκοῦνε τὴν θεία πρόσκληση καὶ κατατάσσονται στὸν πνευµατικό Του στρατό. Ἄλλοι με διάφορες δικαιολογίες ἀποφεύγουν τὸ δρόµο τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς θυσίας, με πρόχειρες καὶ ἀστήρικτες δικαιολογίες. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν πὼς δὲν εἶναι πλασµένοι γιὰ μιὰ τέτοια θεία κλήση. Ἄλλοι δὲν ἔχουν τὴν δύναµη νὰ σπάσουν τὶς ἁλυσίδες ποὺ τοὺς δένουν με τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ ἀνθρώπινα δεσµά. Καὶ μένουν ἔτσι στὶς ἡµέρες μας κενὲς πολλὲς ἐπάλξεις. Χωριὰ χωρὶς ἱερεῖς. Λαὸς χωρὶς θρησκευτικὴ ποίµανση. Νέοι χωρὶς καθοδήγηση. Πότε θὰ ἔρθη ἡ στιγµὴ ποὺ περισσότεροι νέοι θὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγµα τῶν δύο ἀδελφῶν; ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν τὸν δρόµο γιὰ τὴν πνευµατικὴ ἀναγέννηση τοῦ λαοῦ µας, ποὺ θὰ δοθοῦν στὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, ποὺ θὰ σταθοῦν στοὺς ἄµβωνες νὰ κηρύξουν ἢ στὰ θυσιαστήρια γιὰ νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴν θεία Χάρη καὶ νὰ ἁγιάσουν τὸν λαὸ …

Β) Στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύµατος.

.            Ὅµως ὁ Κύριος ἀπευθύνεται σὲ ὅλους καὶ τοὺς καλεῖ στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύµατος. Στὴν ζωὴ τὴν µυστηριακή, στὴν ζωὴ τῆς πίστεως, στὸν δρόµο τῆς ἀγάπης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς τιµιότητος. Σὲ μιὰ ζωὴ φωτεινή, καθαρή, στὸ σπίτι, στὴν δουλειά, στὴν κοινωνία. Σ᾽ αὐτὴ ὅµως τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, τὴν οὐράνια κλήση πρὸς τὸν καθένα µας, βρίσκουµε ἕνα πλῆθος ἀπὸ δικαιολογίες. Δικαιολογίες ποὺ στηρίζονται στὶς ἀδυναµίες µας, στοὺς γύρω µας, στὴν ἐποχή µας. Ἄλλοι λένε: Δὲν µπορῶ νὰ ζήσω μιὰ ζωὴ ἀνώτερη. Εἶµαι ἐκ φύσεως ὀξύθυµος, ἐπιπόλαιος. Ἄλλοι πάλι δικαιολογοῦνται ποὺ δὲν ἐξοµολογοῦνται, δὲν νηστεύουν, δὲν ἐκκλησιάζονται, δὲν κοινωνοῦν, δὲν προσεύχονται, δὲν διαβάζουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατί δὲν ἔχουν χρόνο! Γιατί οἱ ἀπασχολήσεις τους εἶναι πάρα πολλές. Ἄλλοι πάλι ρίχνουν τὸ βάρος στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦν, στοὺς φίλους καὶ γνωστοὺς πoὺ θὰ τοὺς κοροϊδέψουν, στοὺς συγγενεῖς καὶ τὸ περιβάλλον ποὺ δὲν συµφωνοῦν µ᾽ αὐτὰ …
.          Εὔκολο εἶναι νὰ βρίσκη ὁ ἄνθρωπος πολλές, πάρα πολλὲς δικαιολογίες γιὰ νὰ ἡσυχάζη τὴν συνείδησή του, ἐνῶ συνεχίζει τὸν εὔκολο δρόµο τῆς ἁµαρτωλῆς ζωῆς. Μὰ μεγάλος λογίζεται ἐκεῖνος ποὺ παραµερίζοντας κάθε δικαιολογία κάνει κάτι παρόµοιο με αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οι µαθητές. Σπάζοντας κάθε δίκτυ ποὺ τὸν δένει με τὸν κατώτερο ἑαυτό του, με τὴν ἁµαρτία καὶ τοὺς συµβιβασµούς, ἀκολουθεῖ τὸν ἀνηφορικὸ δρόµο ποὺ πρῶτος ὁ Κύριος βάδισε.
.           Οἱ πρῶτοι µαθητὲς «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἂς ἀφήσουµε καὶ µεῖς τὰ δικά μας δίκτυα ποὺ μᾶς δένουν με τὴν ὕλη, τὸ χρῆµα, τὶς ἀµαρτωλὲς ἀπολαύσεις καὶ ἂς Τὸν ἀκολουθήσουµε. Στὸν δρόµο Του θὰ συναντήσουµε τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, τὴν εὐτυχία ποὺ χαρίζει ὁ ἀγώνας τῆς ἀρετῆς.

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡ. Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: «Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ»

«Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ»

Τοῦ πρωτ. π. Γ. Δορμπαράκη

.           Στήν περίοδο τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Κυρίου μᾶς μεταφέρει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β´ Ματθαίου. Ὁ Κύριος περιδιαβαίνοντας τά παράλια τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας καλεῖ τόν ᾽Ανδρέα καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο, καί λίγο ἀργότερα τόν Ἰάκωβο καί τόν ἀδελφό του Ἰωάννη, πού ἦταν ὅλοι ψαράδες, νά Τόν ἀκολουθήσουν, ὥστε νά γίνουν ἁλιεῖς τῶν ἀνθρώπων. «Δεῦτε ὀπίσω μου, καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Κι ἐκεῖνοι «εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν Αὐτῷ».
.           Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ὁ ᾽Ιάκωβος καί ὁ Ἰωάννης,  ἀκολούθησαν τόν Χριστό ὄχι διότι ἐκεῖνοι Τόν διάλεξαν, μέσα στά πλαίσια ἴσως μιᾶς μεταφυσικῆς ἀναζήτησής τους, ὥστε νά ἔχουν τήν καύχηση τῆς δικῆς τους πρωτοβουλίας, ἀλλά διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς διάλεξε καί τούς κάλεσε, ὅπως σέ ἄλλη περίπτωση τούς τό σημείωσε: «οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς». Κι αὐτό σημαίνει πολύ περισσότερο ὅτι κανείς ἀπό μόνος του δέν ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, κανείς ἀπό μόνος του δηλαδή δέν γίνεται χριστιανός, ἄν δέν δεχθεῖ τήν κλήση ἀπό τόν Θεό, συνεπῶς ἄν δέν μπεῖ στόν ῾ζυγό᾽ τῆς ὑπακοῆς σ᾽ Ἐκεῖνον. “Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν”. Κι ἐννοοῦμε κλήση, ἡ ὁποία θά μιλήσει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι θά κρούσει ἁπλῶς τά τύμπανα τῶν αὐτιῶν του. ῾Πολλοί γάρ οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί᾽. Μέ ἄλλα λόγια μιλᾶμε γιά μία κλήση, ἡ ὁποία συναντᾶ τόν ἄνθρωπο σέ κατάσταση ἑτοιμότητας πρός ἀνταπόκριση, σέ κατάσταση δηλαδή ὡριμότητας γιά σχέση μέ τόν Θεό.
.           Πολύ συχνά, ἰδίως στό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη, ἡ κατάσταση αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς ῾ὥρα᾽, πού προσδιορίζεται ἐπακριβῶς: εἶναι ἡ ὥρα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος κατέληγε σχεδόν πάντα τόν ὅποιο λόγο Του πρός τούς ἀνθρώπους μέ τήν ἐπισήμανση: «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω». ῏Ωτα βεβαίως πνευματικά καί ὄχι σωματικά. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ἦταν ἕτοιμοι νά κληθοῦν, διότι εἶχαν ἑτοιμαστεῖ γι᾽ αὐτό καί ἀπό τή δική τους τή διάθεση ἀναζήτησης καί ἀπό τόν μέχρι τότε δάσκαλό τους μέγα ᾽Ιωάννη Πρόδρομο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς ἔργο τήν κλήση πρός μετάνοια τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀναγγελία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία.
.           Ποιό τό χαρακηριστικό τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Πῶς διακρίνει κανείς τή γνησιότητα τῆς κλήσης Του; Ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δηλαδή ὁδηγεῖ ἀμέσως στό ἄνοιγμα πρός τόν συνάνθρωπο καί σέ ἱεραποστολική δράση. Δέν μπορεῖ εἰδικά ἕνας ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι καί νά παραμένει ἀπόστολος, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀπέκτησε ἕνα ἀξίωμα πρός προσωπική ἀπόλαυσή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει μία κοσμικοῦ τύπου κατανόηση τοῦ ἀξιώματος, πού ὁ Κύριος τό ἤλεγξε μέ ἰδιαίτερη βδελυγμία. «Οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν». Ὁ Κύριος καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά Τόν ἀκολουθήσει, γιά νά ἀγκαλιάσει καί νά διακονήσει τόν συνάνθρωπό του μέ σκοπό τή σωτηρία του, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος γίνεται συνεργός τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σέ ὅλους τούς πιστούς Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τό διακόνημα πού μπορεῖ νά ἔχουν ἀναλάβει: εἶναι μαθητές, ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, στό βαθμό πού ἀγαποῦν μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς τους τόν ὅποιο συνάνθρωπό τους, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό τους. Διότι «ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν και μισῶν τόν πλησίον ψεύστής ἐστι».
.           Κατανοεῖ κανείς ὅτι μία τέτοια κατάσταση ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς θυσίας. Διότι συνήθως οἱ ἄνθρωποι, μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ – συνέχεια τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό – πού ἐκφράζεται πρωτίστως μέ τή συμπεριφορά του καί δευτερευόντως μέ τά λόγια του, ἀντιδροῦν καί ἐναντιώνονται, συχνά δέ τούς ὁδηγοῦν καί στό μαρτύριο. Ὁ Κύριος δέν ὑποσχέθηκε στούς ἀκολούθους Του δάφνες καί ροδοπέταλα. Τούς εἶπε ὅτι θά ὑποστοῦν βάσανα καί διωγμούς, ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτό θά παραμένουν ἑνωμένοι μέ ᾽Εκεῖνον καί θά βοηθοῦν οὐσιαστικά τούς ἀνθρώπους – ὅ,τι συνέβη δηλαδή καί στόν ῎Ιδιο: «ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». «Ἰδού ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων». «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε». Καί κυρίως: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Γι᾽ αὐτό καί ἡ χριστιανική πίστη δέν εἶναι πρός λαϊκή κατανάλωση καί δέν μπορεῖ ποτέ νά γίνει τοῦ “συρμοῦ”. ᾽Απαιτεῖ γενναιότητα καί πραγματική ἀγάπη πρός τόν Χριστό, κάτι πού ἐξηγεῖ καί τή συρρίκνωσή της σέ στατιστικά στοιχεῖα παγκοσμίως.

.           Ποιές οἱ προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Στήν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν παίρνουμε ἐπίσης τήν ἀπάντηση:

(α) «ἀφέντες τά δίκτυα». Μπορεῖ καί ἀκολουθεῖ κανείς τόν Χριστό, ὅταν προβεῖ σέ ἀποταγή ὁποιουδήποτε στοιχείου τόν δένει μέ τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν αὐτό θεωρεῖται, κοσμικά, καλό. Τό ζητούμενο δηλαδή πάντοτε γιά τόν Χριστιανό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτό πού συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τό θέλημα ᾽Εκείνου περνᾶ μέσα ἀπό τό “ἄφημα” ἀκόμα καί τῆς δουλειᾶς του, τῶν πάντων καλύτερα – «ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι», θά ποῦν ἀλλοῦ οἱ ἀπόστολοι στόν Χριστό – τότε αὐτή εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ πιστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ἄν κάτι μέ ῾δένει᾽ παθολογικά μέ τόν κόσμο, ὅσο κι ἄν θεωρεῖται κοντινό καί ἀπαραίτητο σέ μένα, πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμος νά τό ἀφήσω. Κι αὐτή ἡ ἀποταγή πού γίνεται πρός χάρη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Αρκεῖ βεβαίως νά ἔχω τή διάκριση νά καταλαβαίνω κάθε φορά ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

.           (β) «εὐθέως», δηλαδή χωρίς ἀναβολή, ἀμέσως. Ὅταν μέ καλεῖ ὁ Θεός, ὅταν γνωρίζω τό ἅγιο θέλημά Του, ἀλλά ἀναβάλλω τήν ἀνταπόκρισή μου καί τήν ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ θελήματος στή ζωή μου, ἀπό κεῖ καί πέρα ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς ἐναντίωσής μου στόν Θεό. Γίνομαι, κατά κάποιο τρόπο, θεομάχος, συνεπῶς θέτω ἐμπόδιο στήν αἴσθηση τῆς χάρης Του στήν ὕπαρξή μου. Καί συνήθως συμβαίνει τό ἑξῆς: διαρκῶς καί μεταθέτω τήν ἀπόφαση ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ γιά…ἀργότερα, ἄρα δέν Τόν ἀκολουθῶ ποτέ. ῞Ενα παλιό γνωμικό ἐπισημαίνει: “Ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ”. Ἡ κατάσταση αὐτή συνιστᾶ ἕνα ἐκ δεξιῶν λεγόμενο ὅπλο τοῦ διαβόλου. Δέν πολεμᾶ ὁ πονηρός κατευθεῖαν τόν πιστό, μέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ ἀποδοχή τοῦ θελήματός Του, ἀλλά γιά ἀργότερα.

 .             ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἡ χριστιανική ζωή ἔχει τό στοιχεῖο τῆς ἀποφασιστικότητας. ῎Ανθρωπος πού ἔχει πειστεῖ γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί γιά τή σωτηρία πού προσφέρει ὡς ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ἀναβάλλει. ᾽Εκτός ἀπό τούς ἀποστόλους πού ἀνταποκρίθηκαν ἄμεσα, βλέπουμε τήν ἀμεσότητα ἀνταπόκρισης σέ ὅλους τούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καί γι᾽ αὐτό ἅγιασαν. ᾽Εν προκειμένῳ ἄς θυμηθοῦμε καί τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος, μετά τή θαυμαστή συνάντησή του μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς στόν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἀμέσως ἀλλάζει ζωή, καί τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἡ ὁποία μόλις καί αὐτή συνειδητοποιεῖ τήν κατάντια τῆς ζωῆς της καί ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀμέσως φεύγει γιά τήν ἔρημο, χωρίς ποτέ νά ἐπιστρέψει στόν κόσμο.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΥΤΕ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ»

«Δεῦτε ὀπίσω μου» (Ματθ. δ´ 19).

Ἀκολούθησέ με. Νὰ ἡ πιὸ συνηθισμένη μορφὴ τῆς κλήσεως τοῦ Ἰησοῦ.

Ν᾽ ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστό σημαίνει:
νὰ μὴν εἴμαστε ἐκεῖ ποὺ δὲν εἶναι,
νὰ πηγαίνουμε ἐκεῖ ποὺ πηγαίνει,
νὰ περπατοῦμε πίσω του ταπεινά.

Τίποτε νὰ μὴ μᾶς ἀπασχολῇ ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα: πῶς θὰ τὸν ἀκολουθοῦμε.
Οἱ Μαθηταὶ «πάντα δεύτερα ἔθεντο τῆς ἀκολουθήσεως ἐκείνης» (Ἅγ. Ἰω. Χρυσ.)

«Τί πρός σέ; Σὺ ἀκολούθει μοι» (Ἰω. κα´ 22)

Σχολιάστε