Ἄρθρα σημειωμένα ὡς κλέφτης

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-1 «Ὁ πλούσιος αὐτὸς στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας κλέφτης». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Λουκᾶ
 Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονoς πλουσίου
 
(Λουκ. ιβ´ 16-21)
[A´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 71-75
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ἐπεξ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

.               Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ θεραπεύσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ φθοροποιὰ πάθη καὶ τὶς ροπές τους. Τὰ πάθη κι οἱ ροπὲς εἶναι σοβαρὲς ψυχικὲς παθήσεις. Κλέβει ποτὲ ἕνας γιὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του; Ὄχι. Ὁ δοῦλος ὅμως κλέβει ἀπὸ τ’ ἀφεντικό του. Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Ἀδὰμ ἐγκατέλειψε τὴν ἰδιότητα τοῦ υἱοῦ κι ἀπέκτησε τὴν ἰδιότητα τοῦ δούλου, τὸ χέρι του ἁπλώθηκε γιὰ νὰ πιάσει τὸν ἀπαγορευμένο καρπό. Γιατί ὁ ἄνθρωπος κλέβει αὐτὸ ποὺ ἀνήκει σ’ ἕναν ἄλλο; Εἶναι ἐπειδὴ τὸ χρειάζεται; Ὁ Ἀδὰμ τὰ εἶχε ὅλα, δὲν τοῦ ἔλειπε τίποτα. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅμως προχώρησε στὴν κλοπή. Γιατί ὁ ἄνθρωπος κλέβει ἄλλον ἄνθρωπο κι ὁ δοῦλος ἄλλο δοῦλο; Ἐπειδὴ ἔμαθαν πρῶτα νὰ κλέβουν ἀπὸ τ’ ἀφεντικό τους. Οἱ ἄνθρωποι συνήθως κλέβουν πρῶτα ἀπὸ τὸν Θεὸ κι ἔπειτα ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ὁ προπάτορας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ κλέψει πρῶτα αὐτὸ ποὺ ἀνῆκε στὸν Θεὸ κι ἔπειτα, σὰν ἀποτέλεσμα, οἱ ἀπόγονοί του ἄρχισαν νὰ κλέβουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
.               Οἱ ἄνθρωποι κλέβουν ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴ φύση κι ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ἄνθρωπος δὲν κλέβει μόνο μὲ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ νοῦ του. Δὲν ὑπάρχει πράξη κλοπῆς ποὺ ὁ διάβολος νὰ μὴν εἶναι συνεργὸς τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ ὑποβολέας καὶ ὑποκινητὴς κάθε κλοπῆς. Εἶναι ὁ εἰσηγητὴς καὶ καθοδηγητὴς κάθε σκέψης γιὰ κλοπή. Κανένας κλέφτης στὸν κόσμο δὲν ἦταν ποτὲ μόνος του. Συνήθως ὑπάρχουν τουλάχιστον δύο ποὺ συμμετέχουν σὲ μία κλοπὴ κι ἕνας τρίτος ποὺ παρακολουθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος κι ὁ διάβολος πᾶνε γιὰ νὰ κλέψουν κι ὁ Θεὸς ποὺ τοὺς βλέπει. Ὅπως ἡ Εὔα δὲν ἔκλεψε μόνη της, ἀλλὰ παρέα μὲ τὸν διάβολο, ἔτσι κανένας ἄνθρωπος δὲν ἔχει τελέσει μία πράξη κλοπῆς μόνος του, ἀλλὰ πάντα μὲ τὴν παρέα τοῦ διαβόλου.
.           Ὁ διάβολος ὅμως δὲν εἶναι μόνο καθοδηγητὴς καὶ συνοδὸς στὴν κλοπή, ἀλλὰ κι ἐκεῖνος ποὺ τὴ διαδίδει. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν τὰ κλεμμένα, ἀλλὰ ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ διχόνοια καὶ τὸ μίσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους κι ἡ ἀπώλεια ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. Δὲν πηγαίνει νὰ κλέψει γιὰ χάρη τῆς κλοπῆς, ἀλλ’ «ὡς λέων ὀρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α´ Πέτρ. ε´ 8). Τὸ ὅτι εἶναι ὁ διάβολος ποὺ παρακινεῖ τὴν ψυχὴ σὲ κάθε πονηρὸ ἔργο καὶ σπέρνει κάθε πονηριὰ στὴν ψυχή, τὸ βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (βλ. Ματθ. ιγ´ 39). Μὲ κάθε κλοπὴ ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὁ διάβολος κλέβει ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν ψυχή του. Ἡ ψυχὴ τοῦ κλέφτη συρρικνώνεται ὅλο καὶ περισσότερο, μαραίνεται καὶ πεθαίνει, ὅπως ὁ πνεύμονας ποὺ ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ φυματίωση.
.               Γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ κανεὶς ἀπὸ τὸ πάθος τῆς κλοπῆς, πρέπει νὰ λογαριάσει πὼς ὅλα ὅσα ἔχει εἶναι τοῦ Θεοῦ κι ὄχι δικά του. Ὅταν χρησιμοποιεῖ τὰ ὑπάρχοντά του, πρέπει νά ᾽χει κατὰ νοῦ πὼς αὐτὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὄχι δικά του. Ὅταν τρώει στὸ τραπέζι, πρέπει νὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, γιατί τὸ ψωμὶ δὲν εἶναι δικό του, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ θεραπευτεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς κλοπῆς, πρέπει νὰ λογαριάσει πὼς καὶ τὰ ὑπάρχοντα τῶν ἄλλων εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ὅταν κλέβει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι σὰν νὰ κλέβει ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι δυνατὸ νὰ κλέψει κανεὶς ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ βλέπει τὰ πάντα; Γιὰ νὰ καταδιώξει ὁ ἄνθρωπος τὸν πονηρὸ συνεργό του στὴν κλοπή, τὸν σπορέα κάθε κακοῦ, πρέπει ν’ ἀγρυπνεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, ὥστε ὁ διάβολος νὰ μὴ σπείρει μέσα του ἐπιθυμίες κλοπῆς. Κι ὅταν τὶς βρίσκει σπαρμένες μέσα του, πρέπει νὰ παλέψει γιὰ νὰ τὶς κάψει μὲ τὴ φωτιὰ τῆς προσευχῆς. Δὲν εἶναι παράφρονας ὁ ἄνθρωπος ποὺ τρέχει πίσω ἀπὸ τὸ κακό, ὅταν ἔχει γνωρίσει τὸ καλλίτερο; Δὲν εἶναι ἀνόητος καὶ γελοῖος ὁ κλέφτης ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ σπίτι κάποιου ἄλλου τὴ νύχτα γιὰ νὰ κλέψει βαμβακερὰ ἐμπορεύματα, ὅταν βλέπει τὸ φίλο του νὰ τὸν ἐπισκέπτεται γιὰ νὰ τοῦ χαρίσει ἕνα φορτίο γεμάτο βαμβακερὰ καὶ μεταξωτά;
.             Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ποὺ ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἔφερε μαζί Του καὶ ἄνοιξε γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀμέτρητα κι ἀσύγκριτα οὐράνια δῶρα καὶ κάλεσε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὰ πάρουν, φανερὰ κι ἐλεύθερα, ὑπὸ ἕναν ὄρο: ν’ ἀποσπάσουν πρῶτα τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὰ φθαρτὰ ἐπίγεια ἀγαθά. Μερικοὶ ἄνθρωποι τὸν ὑπάκουσαν, πῆραν τὰ δῶρα τους καὶ πλούτισαν. Ἄλλοι ὅμως δὲν τὸν ὑπάκουσαν καὶ ἔμειναν μὲ τὰ φθαρτὰ καὶ κλεμμένα πλούτη τους. Σὰν προειδοποίηση σ’ αὐτοὺς τοὺς τελευταίους, ὁ Κύριος εἶπε τὴν παραβολὴ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου.

 * * *

.                «Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα. καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;» (Λουκ. ιβ´ 16, 17). Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦταν ἁπλὰ πλούσιος. Ἡ σοδειά του ἦταν τόσο πλούσια ἀπὸ τὸν θερισμό, ὥστε δὲν εἶχε ποῦ νὰ βάλει τοὺς καρπούς. Ὁ πλούσιος αὐτὸς ἄνθρωπος ἔβλεπε τὰ χωράφια μὲ τὰ σιτηρά του, τὰ περιβόλια καὶ τ’ ἀμπέλια του ποὺ ἔγερναν ἀπὸ τὸ βάρος τῶν καρπῶν, τοὺς κήπους του ποὺ ἦταν γεμάτοι ἀπὸ κάθε λογῆς λαχανικὰ καὶ τὶς κυψέλες του ποὺ ἦταν γεμάτες μέλι, ἀλλὰ δὲν γύρισε πρὸς τὸν οὐρανὸ ν’ ἀναφωνήσει: «Δόξα σοι, Ὕψιστε καὶ πολυέλεε Κύριε! Πόσα πλούτη ἔχει ἡ δύναμη κι ἡ σοφία Σου, πόσα βγάζεις ἀπὸ τὴ μαύρη γῆ! Μὲ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου Σου δίνεις γλυκύτητα σ’ ὅλα τὰ φροῦτα στὴ γῆ! Σὲ κάθε φροῦτο ἔχεις δώσει ἕνα πανέμορφο σχῆμα κι ἕνα καταπληκτικὸ ἄρωμα! Τοὺς λιγοστούς μου κόπους τοὺς ἀντάμειψες ἑκατονταπλάσια! Ἐλέησες τὸν δοῦλο Σου κι ἔδωσες μὲ τὰ χέρια Σου τόσο πλούσια δῶρα στὴν ἀγκαλιά του! Παντοδύναμε Κύριε, δίδαξέ με νὰ δώσω χαρὰ στ’ ἀδέρφια καὶ στοὺς συνανθρώπους μου μὲ τὰ δῶρα Σου αὐτά. Ἔτσι ἐκεῖνοι θὰ εὐχαριστήσουν καὶ θὰ δοξολογήσουν μαζί μου τὸ ἅγιο ὄνομά Σου καὶ τὴν ἀνέκφραστη ἀγαθότητά Σου».
.               Μήπως εἶπε τέτοια λόγια ὁ πλούσιος; Ὄχι! Ἀντὶ νὰ θυμηθεῖ τὸν Δοτήρα παντὸς ἀγαθοῦ, ἀρχικὰ σκέφτηκε ποῦ νὰ μαζέψει καὶ νὰ φυλάξει τ’ ἀγαθά του, ὅπως ὁ κλέφτης ποὺ βρίσκει μία τσάντα μὲ χρήματα στὸ δρόμο καὶ δὲν τὸν ἀπασχολεῖ σὲ ποιὸν ἀνήκουν αὐτά, ποιὸς τά ᾽χασε, ἀλλὰ πρώτη σκέψη του εἶναι ποῦ νὰ τὰ κρύψει. πλούσιος ατς νθρωπος στν πραγματικότητα εναι νας κλέφτης. Δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ βγῆκαν ἀπὸ δικούς του κόπους. Ὁ κλέφτης ἀσχολεῖται μὲ τὴν κλοπὴ καὶ χρησιμοποιεῖ κάθε ἐπιδεξιότητα κι ἐξυπνάδα. Συχνὰ χρησιμοποιεῖ περισσότερη ἐξυπνάδα καὶ πονηριὰ ἀπὸ τὸν σποριὰ ἢ τὸν ζευγολάτη. Ὁ πλούσιος δὲν εἶχε κάνει ἀπολύτως τίποτα. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα γιὰ τὸν ἥλιο, τὴ βροχή, τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ γῆ. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσερα κύρια στοιχεῖα – χῶμα, ἀέρας, ἥλιος καὶ νερὸ – ποὺ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ κάνουν τὰ δέντρα καὶ τὰ φυτὰ νὰ καρποφοροῦν. Ἡ ἀφθονία τῶν φρούτων ἑπομένως δὲν εἶναι δικό του κατόρθωμα οὔτε ἀποτέλεσμα τῆς ἐργώδους προσπάθειάς του. Ἀλλ’ οὔτε μὲ τὸ δικαίωμα κατοχῆς τοῦ ἀνήκουν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δικά του οὔτε ὁ ἥλιος οὔτε ἡ βροχὴ οὔτε ὁ ἄνεμος οὔτε ἡ γῆ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-2 «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου: Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἔκφραση γιὰ τὸν καταστροφικὸ θρίαμβο τοῦ σώματος κατὰ τῆς ψυχῆς». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

, , , ,

Σχολιάστε