Ἄρθρα σημειωμένα ὡς κενοδοξία

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ὁ ἐντυπωσιασμός, ἡ κενοδοξία.

Ὁ δεύτερος πειρασμὸς τῆς Ἐκκλησίας

    .             Ἡ μάχη δόθηκε στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ ὅπου ὁ Χριστός μας κονταροχτυπήθηκε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κακοῦ, ἀμέσως μετὰ τὴ Βάπτισή Του στὸν Ἰορδάνη ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο.
Σαράντα μερόνυχτα ἔμεινε τελείως νηστικός. Τὸ τέρας τῆς κολάσεως λύσσαξε. Μετὰ τὴν τεσσαρακοστὴ μέρα, κι ἐνῶ ἡ πεῖνα ἐκδηλώθηκε βίαιη, τὸ φθονερὸ φίδι Τὸν ὑπέβαλε σὲ τρεῖς πειρασμούς. Περιγράφονται λεπτομερῶς ἀ­πὸ τοὺς ἱεροὺς εὐαγγελιστὲς Ματθαῖο καὶ Λουκᾶ, μὲ μικρὴ διαφορὰ στὴ σειρά· ὁ δεύτερος στὸ Ματθαῖο παρουσιάζεται τρίτος ἀπὸ τὸν Λουκᾶ.
.               Ὁ κατὰ τὸν Ματθαῖο δεύτερος πειρασμὸς δὲν ἦταν στιγμιαῖος· ἀκολούθησε τὸν Κύριο καθόλη τὴ διάρκεια τῆς δράσεώς Του καὶ κορυφώθηκε πάνω στὸ Σταυρό, στὸ Γολγοθά.
.              Ἦταν ὁ πειρασμὸς τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ.
.             Ὕπουλος καὶ φοβερός.
.             Ὁ διάβολος ἀνέβασε τὸν Κύριο «εἰς τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ»· στὴν ἄκρη τῆς στέγης τοῦ μεγάλου Ναοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ Τὸν παρακίνησε νὰ πέσει ἀπὸ ἐκεῖ, ὥστε, κατὰ τὴ βεβαίωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἄγγελοι νὰ Τὸν πιάσουν: «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου» (Ματθ. δ´ 6). Τὸν παρακινοῦσε δηλαδὴ νὰ κάνει ἕνα θαῦμα ἐντυπωσιασμοῦ, γιὰ νὰ καταπλήξει τοὺς ἀνθρώπους.
.            Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν καταλυτική. Τὸν ἀπέκρουσε πάλι μὲ λόγο τῆς Γραφῆς: «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (στ. 7). Καθιέρωσε ἔτσι αἰώνιο νόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς μέσα στὴν Ἐκκλησία Του: Ὁτιδήποτε δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖο, ἀλλὰ γίνεται πρὸς ἐντυπωσιασμό, εἶναι ἀπόβλητο. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς Του φανέρωσε αὐτὸ τὸν τρόπο. Ἰδιαιτέρως στὰ τρία περίπου χρόνια τῆς δημόσιας δράσεώς Του τὸν ἐφήρμοσε μὲ ἀκρίβεια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ συνιστοῦσε στοὺς θεραπευμένους τυφλούς: «ὁρᾶτε, μηδεὶς γινωσκέτω». Τὸ ἴδιο παρήγγειλε καὶ στοὺς μαθητές Του: «μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονὸς» τῆς Μεταμορφώσεώς Του. Καὶ τὰ παραδείγματα εἶναι πλῆθος.
.            Τὸ ἀποκορύφωμα αὐτῆς τῆς ἀθορύβου πολιτείας Του φανερώθηκε στὸ Σταυρό. Τότε ποὺ οἱ ἄπιστοι Ἑβραῖοι Τὸν προκαλοῦσαν: «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ» (Ματθ. κζ´ [27] 40). Ὁ διάβολος παρόμοια Τοῦ εἶχε πεῖ: «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω», γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι μὲ τὸ στόμα τῶν ἀσεβῶν σταυρωτῶν μιλοῦσε τὸ δυστυχισμένο πλάσμα τοῦ σκότους. Τὸ ἴδιο Τοῦ ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς μὲ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους· προκαλοῦσαν ψευδόμενοι: «καταβάτω ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ» (Ματθ. κζ´ [27] 42).
.            Ὁ ἐντυπωσιασμός, δηλαδὴ ἡ κενοδοξία, εἶναι πνευματικὴ ἀσθένεια. Προσ­βάλλει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μικροὺς καὶ μεγάλους, κι αὐτὰ ἀκόμη τὰ μωρά. Ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς· μέσα μας βρίσκεται τὸ μικρόβιο. Οἱ ἀσκητικοὶ Πατέρες ἔμεναν ἔκθαμβοι: Ὅταν νηστεύω, κενοδοξῶ, ἀλλὰ καὶ ὅταν καταλύω τάχα γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ἡ ἀρετή μου, πάλι κενοδοξῶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶμαι διακριτικός. Ὅταν φοράω λαμπρὰ ροῦχα, μὲ νικάει, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὰ ἀλλάζω μὲ φτωχικά, πάλι κενοδοξῶ. Ὅταν μιλάω, μὲ νικάει, ἀλλὰ καὶ ὅταν σωπαίνω, πάλι μὲ νίκησε. «Ὅπως ἂν ρίψῃς τὴν τρίβολον ταύτην, ὀρθὸν τὸ κέντρον ἵσταται»· ὅπως κι ἂν ρίξεις αὐτὸ τὸ τρίμορφο ἀγκάθι, ὄρθιο τὸ κεντρί του στέκεται («Κλῖμαξ», Λόγος ΚΑ´ 5).
Λοιπόν, ὡς συνασθενεῖς ἐπισημαίνουμε τὸν κίνδυνο ποὺ παραμονεύει ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ ἅγια ἔργα. Ἀπειλεῖ ὅλους μας. Ἐλλοχεύει στὴν προσευχή, στὴ φιλανθρωπία, σὲ ὅλα τὰ ἱερὰ διακονήματα. Στὸ κήρυγμα τοῦ ἱεροκήρυκα, στὰ ἄμφια τοῦ ἱερέως, στὴ φωνὴ τῶν ἱεροψαλτῶν, στὶς μετάνοιες τῶν μοναχῶν, στὶς ἀγρυπνίες τῶν ἀσκητῶν, στὶς συμβουλὲς τῶν Πνευματικῶν, στὴν πέννα τῶν συγγραφέων, σὲ κάθε διακόνημα καὶ ἔργο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Ναί, χρειάζεται προσοχή, ἀπαιτεῖται ἐπαγρύπνηση, «ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν ἃ εἰργασάμεθα» (Β´ Ἰω. 8). Συχνὰ κόποι μιᾶς ζωῆς μπορεῖ νὰ γίνουν μιὰ καὶ μόνη μπουκιὰ γιὰ τὸν διάβολο.
.         Εἶναι περίοδος Τριωδίου, παραμονὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ ὅλη ἀτμόσφαιρα μᾶς παρακινεῖ σὲ ἐσωστρέφεια καὶ ἐνδοσκόπηση. Εἶναι καὶ περίοδος αὐξημένων πειρασμῶν. Ἀλλὰ καὶ δυνατοῦ πολέμου πρὸς κάθε κατεύθυνση.
.           Ἂς ἐπιχειρήσουμε τὸν πόλεμο. Ἰδιαιτέρως αὐτὸν τῆς κενοδοξίας. Νὰ ἐξοντωθεῖ ἀπὸ τὴν προσωπική μας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ὁ δαίμονας τοῦ δεύτερου πειρασμοῦ.

ΠΗΓΗ: osotir.org

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ [Ἀποστολ. ἀνάγν. Κυρ. 04.11.12]: «Ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι» (ἡ εὐπροσώπησή μας ἐν σαρκί, ἡ καλὴ φήμη μας στὸν κόσμο, κι ὄχι ἡ γνησιότητα τῆς πίστης μας)

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ

Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

«Ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί,
οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι,
μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται»

(Γαλ. ϛ´ 12)

.             α. Στοὺς Γαλάτες ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι δέχονταν “ἐπιθέσεις ἀπὸ τοὺς ἰουδαιοχριστιανούς, τοὺς “ψευδαδέλφους” δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ εἶχαν εἰσχωρήσει ὡς κατάσκοποι ἀνάμεσά τους διακηρύσσοντας ὅτι ἡ χριστιανικὴ πίστη ἀποτελεῖ μία βελτιωμένη ἁπλῶς ἔκδοση τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καὶ συνεπῶς διέστρεφαν τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. Μὲ τὰ λεγόμενά του ὁ ἀπόστολος ἀποκαλύπτει τὸ “παιχνίδι” τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν: ὄχι μόνο ὁ χριστιανισμός τους ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὁ ἰουδαϊσμός τους δὲν ἦταν γνήσιος. Τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιέφερε ἦταν ἡ δική τους ἄνεση, ἡ κατοχύρωση τῶν ἀτομικῶν τους μόνο συμφερόντων. Πιὸ σαφὴς λόγος ἀπὸ τὸν παραπάνω τοῦ ἀποστόλου δὲν θὰ ὑπῆρχε: “Ὅσοι θέλουν νὰ ἀποκτήσουν καλὴ φήμη στοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὶ σᾶς ὑποχρεώνουν νὰ περιτέμνεσθε, μὲ μόνο στόχο νὰ μὴν καταδιώκονται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἐξ αἰτίας τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.

.             β. 1. Ὁ ἀπόστολος λοιπὸν εἶναι σαφής: διαπιστώνει τὸ ἔργο τῶν ἐχθρῶν της χριστιανικῆς πίστης, φανερώνει τὴ σκοπιμότητα τῶν ἐνεργειῶν τους καὶ προπάντων ἀποκαλύπτει τὸ βαθύτερο σκεπτικό τους.
.             Ποιό τὸ ἔργο κατὰ πρῶτον τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν ψευδαδέλφων καὶ προσωπικῶν τοῦ ἀποστόλου διωκτῶν; Ὅπως τὸ λέει ὁ ἀπόστολος: νὰ κάνουν ἱεραποστολὴ ὑπὲρ τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἀσκώντας μάλιστα ἕνα εἶδος βίας πρὸς τοῦτο. «Ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι». Δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν καλύτερα: δὲν ἤθελαν νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε γιὰ νὰ προβάλει τὸν Μωϋσῆ ὡς σωτήρα, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει ὅτι καὶ ὁ Μωϋσῆς λειτουργοῦσε μέσα στὸ σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἐρχομὸ Ἐκείνου. «Ὅ,τι ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ προφῆτες γιὰ Ἐμένα τὸ ἔγραψαν». Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς ἐνῶ ἀναγνωρίζει τὴ συμβολὴ τῶν Πατριαρχῶν τοῦ Ἰσραὴλ «γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου» – Ἐκεῖνος ἄλλωστε τοὺς κάλεσε – “τοὺς ξεπερνᾶ”.
.          Ἀλλὰ τί λέει ὁ ἀπόστολος; Ὅτι κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἱεραποστολὴ τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν – τοὺς ὁποίους ἀντιμετώπισε ὁριστικὰ καὶ τοὺς κατεδίκασε ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος τὸ 48/49 μ.Χ. – ἦταν κίβδηλη, διότι δὲν ἦταν καρπὸς τῆς πιστεύουσας καρδιᾶς τους. Στὴν καρδιά τους αὐτὸ ποὺ κυριαρχοῦσε ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἄνεσής τους καὶ ἡ ἀπολαβὴ τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου: “μὴ καταδιωχθοῦμε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους γιὰ τὸ κήρυγμα ποὺ ἀναφέρεται στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν ἐπίγνωση ὅτι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἐγείρει διωγμοὺς ὡς τὸ “ἀγκάθι στὴ σκέψη τῶν Ἰουδαίων. «Ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν». Συνεπῶς ἀποκαλύπτονταν ὡς ἀρνησίχριστοι καὶ χριστομάχοι, ἀφοῦ τελικῶς δὲν πίστευαν στὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο, ἔστω κι ἂν θεωρητικῶς σ᾽ ἕναν βαθμὸ προσποιοῦνταν ὅτι Τὸν ἀποδέχονται. «Ὁ μὴ ὢν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν».
.             Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος ὡς ἰατρὸς χειρουργὸς προβαίνει στὴν ἀνατομία τῆς πίστης τῶν ψευδαδέλφων: τοὺς ἐνδιαφέρει μόνον ἡ καλὴ φήμη τους, τὸ καλὸ ὄνομά τους στὸν κόσμο, προκειμένου νὰ μὴν ὑποστοῦν κανένα διωγμό. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ τοὺς βολεμένους ποὺ ἡ βολή τους μετράει πάνω ἀπὸ ὅλα. Δὲν πιστεύουν πουθενὰ τελικῶς, οὔτε στὸν Χριστὸ οὔτε κὰν στὸν ἰουδαϊσμό. Θεὸς τους φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός τους: ἡ καλοπέρασή τους, καὶ προκειμένου νὰ διακρατήσουν τὴν καλοπέραση αὐτή, δὲν πρέπει νὰ προκαλοῦν ἐκείνους ποὺ ἐνοχλοῦνται, δηλαδὴ τοὺς Ἰουδαίους. “Νὰ τὰ ἔχουμε καλὰ μὲ ὅλους, γιὰ νὰ καλοπερνᾶμε” εἶναι τὸ σύνθημα τῆς ζωῆς τους.

 .             2. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος ἰσχύει ὄχι μόνο γιὰ τοὺς “ἀθέους” ἰουδαιοχριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, ἀκόμη καὶ γιὰ ἐμᾶς – ἢ ἴσως κυρίως γιὰ ἐμᾶς; – τοὺς λεγομένους χριστιανούς. Καὶ τοῦτο διότι δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ὅ,τι μετράει περισσότερο καὶ σὲ ἐμᾶς εἶναι τὸ “τί θὰ ποῦν οἱ ἄλλοι, τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος”, τὸ πῶς δηλαδὴ θὰ κτίσουμε μία καλὴ εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ μὴν ὑποστοῦμε ὄχι ἴσως ἕναν διωγμὸ φανερό, ἀλλὰ ἕναν ἄλλου τύπου: τῆς εἰρωνείας, τῆς ἀπόρριψης, τῆς “φιλίας” κάποιων “σπουδαίων”. Κι αὐτὸ θὰ πεῖ ὅτι ἀφ᾽ ἑνὸς τὸν Χριστὸ Τὸν διαγράφουμε ἔμπρακτα ἀπὸ τὴ ζωή μας – ἡ πρακτικὴ ἀθεΐα εἶναι ἡ χειρότερη μορφὴ ἀθεΐας – ἀφ᾽ ἑτέρου φανερώνουμε ὅτι ἐν τέλει Θεός μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός μας. “Δὲν χρειάζονται, ἔτσι, ἄλλοι ἐχθροί τῆς πίστης μας ἔξω ἀπὸ ἐμᾶς”. Ἐμεῖς “ροκανίζουμε” μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν πίστη κι ἂς νομίζουμε ὅτι εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ.

 .             Ἡ ταύτισή μας μὲ τοὺς Ἰουδαιοχριστιανοὺς – μὲ τοὺς ὁποίους ἀνήκουμε στὴν ἴδια ὁμάδα τῶν “καλοπερασάκηδων” – ἀποκορυφώνεται, ὅταν κι ἐμεῖς “δὲν διστάζουμε” μπροστὰ στὴ βολή μας καὶ τὴ “φήμη” μας νὰ γινόμαστε σκληροὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, παίζοντας τὸ παιχνίδι ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐπιζητοῦμε τὴν καλὴ γνώμη. Δὲν διστάζουμε γιὰ παράδειγμα οἱ γονεῖς πολλὲς φορὲς νὰ καταπιέζουμε τὰ ἔφηβα παιδιά μας γιὰ νὰ πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία, ὄχι τόσο γιατί πράγματι πιστεύουμε στὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία, ἀλλὰ γιὰ τὸ καλὸ ὄνομα ποὺ θέλουμε νὰ ἔχουμε στὸ χριστιανικὸ περιβάλλον μας. Τὸ διακύβευμα ἐν προκειμένῳ, ἀντίστοιχο μὲ αὐτὸ τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν, εἶναι ἡ εὐπροσώπησή μας ἐν σαρκί, ἡ καλὴ φήμη μας στὸν κόσμο, κι ὄχι ἡ γνησιότητα τῆς πίστης μας, τὸ πῶς θὰ ἀρέσουμε στὸν Θεό μας. Ἄλλωστε ἂν ἦταν γνήσια ἡ πίστη αὐτή, θὰ λειτουργοῦσε μὲ ἀγάπη καὶ σεβασμὸ πρὸς τὴν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν μας, σὰν τοῦ Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου.

 .             Κι ἀκόμη: μπορεῖ ὡς κοινωνικοὶ ἐργάτες κι ἴσως καὶ κληρικοὶ νὰ ἀσκοῦμε πολλὲς φορὲς ἱεραποστολικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο, ὄχι γιὰ νὰ ἀρέσουμε πρωτίστως στὸν Κύριο, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης μας, ἀλλὰ στὸν ἐπίσκοπό μας ἢ γιὰ νὰ εἰσπράττουμε τὸ “μπράβο” ἀπὸ τοὺς ἐνορίτες μας. “Ἡ καλὴ εἰκόνα” μας ἀποτελεῖ στὴν περίπτωση αὐτὴ τὴν προτεραιότητά μας καὶ ὄχι, καθὼς εἴπαμε, ἡ ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατοικεῖ στὴν καρδιά μας. Θὰ ἔλεγε μάλιστα κανείς, ὅσο σκληρὸ κι ἂν ἀκούγεται τοῦτο, ὅτι ὅσο πιὸ θορυβῶδες εἶναι τὸ ἔργο μας, ὅσο πιὸ πολὺ διαφημίζουμε τὴν ὀρθοδοξία μας καὶ τὴν κοινωνικὴ προσφορά μας, μὲ ἐπιθέσεις σκληρὲς κάποιες φορὲς πρὸς τοὺς “ἀντιπάλους” τῆς πίστης μας, τόσο περισσότερο φανερώνουμε ὅτι ἔχουμε πέσει στὴν παγίδα αὐτὴ τῆς κενοδοξίας τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ ζητᾶ τὴν ἐπευφημία τῶν ἀνθρώπων.

.             3. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ὅμως δὲν ἀφήνει τέτοια περιθώρια. «Οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσιν πάντες οἱ ἄνθρωποι», φωνάζει. Γιατί; Διότι σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στὴν ἁμαρτία καὶ κυριαρχούμενο στὸ μεγαλύτερο ποσοστό του ἀπὸ τὸν ἄρχοντά του, τὸν διάβολο, ὁ χριστιανὸς θὰ συναντήσει τὴν ἐχθρότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου – τὸ μαρτύριο ἀποτελεῖ “δομικό” στοιχεῖο τῆς ὕπαρξης τοῦ πιστοῦ. Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦ ρυθμιστικὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο μανιωδῶς πολεμάει ὁ διάβολος καὶ τὰ ὄργανά του. Ἔτσι φιλία μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. «Ὃς ἂν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται», βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. «Οὐδεὶς δύναται δυσὶν κυρίοις δουλεύειν». Τὸ πνευματικὸ ἀλλοιθώρισμα ὡς ταυτόχρονη προσπάθεια σύζευξης καὶ τῶν δύο συνιστᾶ γνώρισμα ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἔχει σταθερὴ πίστη καὶ γι᾽ αὐτὸ εἶναι διαρκῶς «ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὀδοῖς αὐτοῦ».
.             Μὲ ἄλλα λόγια ὁ “χριστιανὸς” κινεῖται πάντοτε μὲ βάση τὸν λόγο τῶν ἁγίων ἀποστόλων ποὺ ἐπιτάσσει «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Τὸν Θεὸ ἐν Χριστῷ ζητοῦμε νὰ εὐαρεστοῦμε καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε, διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ δημιουργός μας, ὁ συντηρητὴς τῆς ζωῆς μας, ἡ τελικὴ ἀναφορά μας καὶ ὁ κριτής μας, αὐτονοήτως δὲ ἡ εὐχαριστία Του αὐτὴ προϋποθέτει τὴ συμμετοχὴ στὸ κατ᾽ ἐξοχὴν γεγονὸς μὲ τὸ ὁποῖο εὐχαριστεῖται, τὴν Θεία Εὐχαριστία, συνεπῶς τὴν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στὴν Ἐκκλησία. Τὸ “γενηθήτω τὸ θέλημά Σου” ἄλλωστε εἶναι ἡ ἐπωδὸς τῆς κάθε ἐνέργειας τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ.

.             γ. Ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου μᾶς θέτει ἐνώπιον τῆς αὐτοσυνειδησίας μας ὡς χριστιανῶν. Ποιόν τελικῶς ὑπηρετοῦμε, δηλαδὴ σὲ ποιόν τελικῶς δίνουμε λογαριασμό; Ὁ ἀγώνας μας εἶναι ὄντως “εὐπροσωπῆσαι”, νὰ ἀποκτήσουμε καλὴ φήμη, χωρὶς ὅμως τὸ “ἐν σαρκί, δηλαδὴ χωρὶς τὴν ἀναφορά μας στὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. “Εὐπροσωπῆσαι ἐν Χριστῷ”: αὐτὴ εἶναι ἡ καθημερινὴ προοπτική. Νὰ ἀρέσουμε στὸν Χριστό, «δοκιμάζοντες τί εὐάρεστόν ἐστιν Αὐτῷ».

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

ΟΣΟ ΨΗΛΟΤΕΡΑ ΠΗΔΑΕΙ Η ΜΑΪΜΟΥ… ΤΟΣΟ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΕΝΟΔΟΞΕΣ ΚΟΠΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΤΗΣ!

«Ὅσο ψηλότερα πηδάει ἡ μαϊμού…
…τόσο περισσότερο φαίνεται ὁ κῶλος της».

Γράφει ὁ Δ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.         Εὐθύβολη καὶ περιεκτικότατη ἡ λαϊκὴ παροιμία, ἀποτυπώνει, «ἀκραιφνῶς καὶ ἀκιβδήλως», μίαν ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Καί, ὡς γνωστόν, τὸ συμπαθέστατο, κατὰ τὰ ἄλλη, αὐτὸ ζῶο, ἡ μαϊμού, ἐκτίθεται ἀπὸ τὴν… πισινή του θέα. Οἱ παροιμίες, σύμφωνα μὲ τοὺς μελετητές, εἶναι συμπυκνωμένοι μύθοι. Ἄρα, ὀφείλουμε, νὰ παραθέσουμε τὸ ἐπιθύμιον, νὰ τὴν προβάλλουμε στὴν ἀνθρώπινη βιοτή. Λοιπόν. Κάποιοι ἄνθρωποι, ἀτάλαντοι καὶ ἀσήμαντοι, «νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, ὀνειροφαντάζονται λαμπρὲς καριέρες, ὑπερεκτιμοῦν τὶς δυνατότητές τους, ἀναρριχῶνται στὰ ὑψηλὰ καί… ἀποκαλύπτεται ὁ δυσειδὴς κῶλος τους. (Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τὸ μελέτησε ἐπαρκῶς, ὁ Καστοριάδης, στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο του «ἡ ἄνοδος τῆς ἀσημαντότητας». Καὶ οἱ ἀρχαῖοι τὸ συνόψισαν, ἀριστοτεχνικὰ καὶ δωρικῶς, μὲ τρεῖς λέξεις: «ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσι»).
.         Ἂν σκαλίσουμε λίγο τὰ περασμένα, ἕνα κλασικὸ παράδειγμα ἐγωτικῆς μεγαλαυχίας καὶ ψωροπερηφάνειας (θαυμάσια λέξη), συναντᾶμε στὰ «ἀπομνημονεύματα» τοῦ Μακρυγιάννη. Ἂς προσέξουμε τὸ «πνεῦμα ἀνεκτικότητας» καὶ δημοκρατικότητας» μὲ τὸ ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὁ βαθύτατα Ὀρθόδοξος χριστιανός, στρατηγός, μιὰ τέτοια ὑπερφίαλη καὶ φίλαυτη «μαϊμού»: «Ἀφοῦ εἴμουνα εἰς τὴν Ἀρκαδία ἄκουγα τὸν πρόβοδον τῶν Ἀράπηδων, ντρεπόμουν νὰ καθήσω μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τρακόσιους ἄνδρες διαλεχτοὺς ὀπούχα. Τὸ λέγω τοῦ διοικητῆ τῆς Ἀρκαδίας, νὰ τὸν ἀφήσω ἕναν ἀξιωματικὸν μὲ πενήντα ἀνθρώπους καὶ νὰ πάγω μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδας. Μ’ ἀποκρίνεται: “Δὲν ἔχεις νὰ πᾶς πουθενά, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ κείνους ὁπού κατεβάζω κι ἀνεβάζω στρατηγούς”. Ἦταν ἕνας μπαρμπέρης, φίλος του ἀρχηγοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Πρωτοσύγκελου κι ἀλλουνῶν. Ἐγώ ᾽λεγα νὰ πάγω νὰ σκοτωθῶ μὲ τοὺς ὀχτρούς, αὐτὸς γύρευε νὰ μοῦ γκρεμίσει τὸν βαθμό μου. Τοῦ μίλησα δι’ αὐτό, τοῦ κακοφάνη. Εἶπε ἑνὸς ἀνηψιοῦ του, ὁποῦχε εἰς τὸ ψωμὶ καὶ γεμεκλίκια καὶ μᾶς τάκοψε. Πῆγα καὶ τὸν ἔπιασα καὶ τόδωσα ἕνα ξύλο διὰ πεθαμόν· κι ἂν δὲν πήδαγε ἀπὸ τὸ παλεθύρι κάτον ὁ διοικητής, δὲν ξέρω ἂν ἔμενε ζωντανός».
.         Βεβαίως, ἕνας ἐκλεπτυσμένος παρασιτοδιανοούμενος τῆς σήμερον ὑπέρμαχος τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, θὰ χαρακτήριζε, αὐτὴν τὴν συμπεριφορά, βαρβαρικὴ (ἢ φασιστική). Τί νὰ κάνουμε ὅμως; Κάτι τέτοιοι μᾶς ἀπελευθέρωσαν, ποὺ ἔριχναν «ξύλο διὰ πεθαμὸν» στὶς κενόδοξες «κοπριὲς» τῆς ἐποχῆς τους.
.         Πεδίον λαμπρόν. στὸ ὁποῖο σταδιοδρομεῖ τὸ συνονθύλευμα ἀθλίων καὶ μετρίων, εἶναι… ποιό ἄλλο; Ἡ πολιτικὴ τέχνη. Τὸ 1877, ὁ Ροΐδης, μὲ τὸ γνωστὸ σκωπτικὸ ὕφος, γράφει στὶς «Σκνίπες», τοῦ «Ἀσμοδαίου»: «Τὸ ἔθνος ἡμῶν ὑφίσταται πολιτικήν τινα ζύμωσιν, καθ’ ἣν τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα ἀνέρχονται καὶ ἐπιπλέουσιν, ἐν εἴδει ἑξαφρίσματος, ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Ὁ τοιοῦτος ἀφρός, κατέχων, κατὰ τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς, τὰ ἀνώτερα στρώματα, θέλει κυβερνᾶ, φλυαρεῖ καὶ κλέπτει ἀσυστόλως τὴν Ἑλλάδα, μέχρις οὗ (τώρα αὐτὸ τὸ «οὗ» γυμνὸ ἀπὸ τὰ στολίδια του, τὴν δασεία καὶ τὴν περισπωμένη, ποὺ ἔπαιρνε ἡ ἀναφορικὴ ἀντωνυμία δὲν καταλήγει νὰ φαίνεται ἀρνητικὸ μόριο;) τελειώση ἡ ζύμωσις καὶ λάβη ἀνὰ χεῖρας ὁ λαὸς τὴν μεγάλη ἐξαφριστικὴν κουτάλαν». («Ἅπαντα», τόμ. Β´, σελ. 70). Πέρασαν 150 χρόνια ἀπὸ τὸ ροϊδικὸ ὅραμα καὶ ὁ λαὸς ὄχι μόνον δὲν κατόρθωσε ἀκόμη «νὰ λάβη ἀνὰ χεῖρας» τὴν «ἐξαφριστικὴν κουτάλαν», ἀλλὰ τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα (τὰ καθάρματα) ἐπληθύνθησαν σφόδρα, κλέπτοντας, ἀσυστόλως καὶ ποικιλοτρόπως, τὴν Ἑλλάδα, στέλνοντας τὸν λαό της, στὸν βυθὸ τῆς οἰκονομικῆς φρίκης. Τοιοῦτος ὅμως ἀφρός, μαϊμουδίλων καὶ ἐπιπλέων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἐπιφανείας, μᾶς προέκυψε καὶ στὶς πρόσφατες ἐκλογές. Ἐξ αἰτίας τοῦ πανάθλιου ἐκλογικοῦ μέτρου, μὲ 1500 περίπου ψήφους ἐξελέγη «ἐθνομητριὰ» καὶ ἡ κ. Ρεπούση. Ἀφηνιάζοντας (ἢ σαλτάροντας ὅπως λένε οἱ νεώτεροι) ἀπὸ τὴν ἀναπάντεχη προβολὴ καὶ δόξα, ἄρχισε νὰ ….. τὶς βλακώδεις καὶ προδοτικὲς ἰδεοληψίες της. Δοκός, ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τῆς χαριτόβρυτης βουλευτοῦ, ἡ Ἐκκλησία. («Πᾶν ἀπωθούμενον προβάλλεται», ἔλεγε νομίζω, ὁ Γιούγκ).
.         Καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς τῶν μαθητῶν τὴν ἐνοχλεῖ καὶ οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ στὴν τάξη καὶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τὴν ἐρεθίζει ἐπιζητώντας τὴν κατάργησή του ἢ τὴν μετατροπή του σὲ θρησκειολογικὴ τιποτολογία. Παρένθεση. Ἐδῶ συμπλέει μὲ τοὺς μεταπατερικοὺς «ἀφρούς». Γι’ αὐτοὺς ἰσχύει ἀπόλυτα τό, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, ρηθέν: «ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας, μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον», δηλαδή, τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσέξουν οἱ κενόσπουδοι «μεταπατερικοὶ» οἰκουμενιστές, μὴν πάθουν σὰν τὴν μαϊμοὺ τῆς παροιμίας.
.         Καὶ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι, κάποιοι, κάτω π τ κέλυφος τς μεταπατερικς συναφειακς,τάχα κα θεολογίας,κρύβουν τ παρξιακά τους κουρέλια,τὴν ἀποτυχία τους, τὴν ὁποία θέλουν νὰ κατοχυρώσουν καὶ δογματικά, πράγμα ποὺ εἶναι ἀρχὴ καὶ ρίζα πάσης αἱρέσεως. Ἡ δὲ περπερεύουσα κ. Ρεπούση, ἐπειδὴ «ἐπικράνθη» καὶ ἐξευτελίσθηκε ἀπὸ τὴν ὑποτιμητικὴ ἀπόσυρση τοῦ «κουρελουργήματός» της (Ζουράρις), ἐκσφενδονίζει τὶς θυμηδιογόνες ἐκκλησιομαχίες της πιστεύοντας, ἡ ταλαίπωρη, ὅτι ἔτσι παίρνει τὸ αἷμα τῆς πίσω. Τί νὰ πεῖ ……; «Ὁ καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει». Ἐκδικεῖται· ποιόν; Τὴν ἱστορία μας; Τὸν λαό, ποὺ θεωρεῖ τὸ ὄνομά της συνώνυμο τῆς προδοσίας καὶ τοῦ γραικυλισμοῦ; «Ἀέρα δέρει».
.         Τόσα χρόνια «παίδευε» φοιτητὲς στὸ παιδαγωγικό, δὲν ἔμαθε ὅτι τὸ μεγαλεῖο τοῦ δασκάλου κρύβεται στὴν ἀναγνώριση τοῦ λάθους; Ὅτι συγγνώμη εναι τ μυστικ φάδι τς σωστς διδασκαλίας; Ἔφυγε ἀπὸ τὴν Βουλή, γιὰ νὰ μὴν τιμήσει τοὺς χιλιάδες σφαγιασθέντες ἀπὸ τὶς συμμορίες τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ, δηλαδὴ τίμησε τοὺς ἐγκληματίες. Δὲν τὸ γνωρίζει, ὅμως στὶς γενέθλιες ἐθνοσυνελεύσεις τοῦ κράτους μας, ὑπάρχει πρόβλεψη γιὰ τὴν περίπτωσή της: «Κάλλιον νὰ μὴν ὑπάρχει Ἕλλην εἰς τὸν κόσμον, παρὰ νὰ ἀτιμάζει τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν, ὑπάρχων ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου, ἐνῶ ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐλεύθερος». (Γ´ Ἐθνοσυνέλευσις, Τροιζήνα 5 Μαΐου 1827). ς φήσει τς τουρκολατρικς κκενώσεις της, γιατί μς φτάνει ξαθλίωση πο μς φόρτωσαν ο κομματικς συμμορίες. Τί τοῦ ἔμεινε ἄλλωστε αὐτοῦ τοῦ πολύπαθου, πληγωμένου λαοῦ, παρὰ μία ἐλάχιστη, εὐλογημένη καύχηση γιὰ τὴν ἱστορία του; Ὣς πότε θὰ τὴν μαγαρίζει, ὑπάρχουσα ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου; Στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε, δὲν εἶναι ἀπίθανα, νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ λεγόμενα «Σανιδικά». Καὶ λόγῳ ἔντονων τελευταία βροχοπτώσεων οἱ σανίδες εἶναι βρεγμένες…

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΑΝ ΕΡΘΕΙ Η ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΟΛΟΙ ΚΑΙ ΟΛΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ» (Γέρ. Πορφύριος)

20 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ
Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

.        Ἂν ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλοι καὶ ὅλα ἀλλάζουν, ἔλα ὅμως ποὺ γιὰ νὰ ἔρθει, χρειάζεται πρῶτα νὰ ταπεινωθοῦμε! Μπορεῖ κάποιος νὰ μιλάει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ νὰ εἶναι ὑπερήφανος κι ἄλλος νὰ μιλάει γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ νὰ εἶναι ταπεινός. Νὰ εἴμαστε ταπεινοί, ἀλλὰ νὰ μὴν ταπεινολογοῦμε. Ἡ ταπεινολογία εἶναι παγίδα τοῦ διαβόλου, ποὺ φέρνει τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀδράνεια, ἐνῶ ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση φέρνει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
.       Ὁ κενόδοξος τὴν ψυχή του τὴν ἀποξενώνει ἀπ᾽ τὴν αἰώνια ζωή. Τελικὰ ὁ ἐγωισμὸς εἶναι σκέτη κουταμάρα! Ἡ κενοδοξία μᾶς κάνει κούφιους. Ὅταν κάνομε κάτι γιὰ νὰ ἐπιδειχθοῦμε, καταντοῦμε ἄδειοι ψυχικά. Ὅ,τι κάνομε, μὰ τὸ κάνομε γιὰ νὰ εὐχαριστήσομε τὸν Θεό, ἀνιδιοτελῶς, χωρὶς κενοδοξία, χωρὶς ὑπηρηφάνεια, χωρὶς ἐγωισμό, χωρίς, χωρίς… Δὲν πρέπει ἡ ψυχή μας ν᾽ ἀντιστέκεται καὶ νὰ λέει, «γιατί τὸ ἔκανε αὐτὸ ὁ Θεός, γιατί τὸ ἄλλο ἀλλιῶς, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει διαφορετικά;». Ὅλ᾽ αὐτὰ δείχνουν μία ἐσωτερικὴ μικροψυχία καὶ ἀντίδραση. Δείχνουν τὴν μεγάλη ἰδέα ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τὴν ὑπερηφάνειά μας καὶ τὸν μεγάλο ἐγωισμό μας. Αὐτὰ τὰ «γιατί» πολὺ βασανίζουν τὸν ἄνθρωπο, δημιουργοῦν αὐτὸ ποὺ λέει ὁ κόσμος «κόμπλεξ», παραδείγματος χάριν, «γιατί νὰ εἶμαι πολὺ ψηλὸς» ἢ – τὸ ἀντίθετο – «πολὺ κοντός;». Αὐτὸ δὲν φεύγει ἀπὸ μέσα. Καὶ προσεύχεται κανεὶς καὶ ἀγρυπνεῖ, ἀλλὰ γίνεται τὸ ἀντίθετο. Καὶ ὑποφέρει καὶ ἀγανακτεῖ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ μὲ τὸν Χριστό, μὲ τὴν χάρη φεύγουν ὅλα. Ὑπάρχει αὐτὸ τὸ «κάτι» στὸ βάθος, δηλαδὴ τὸ «γιατί», ἀλλ᾽ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει τὸν ἄνθρωπο κι ἐνῶ ἡ ρίζα εἶναι τὸ κόμπλεξ, ἐκεῖ πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιὰ μὲ ὡραῖα τριαντάφυλλα κι ὅσο ποτίζεται μὲ τὴν πίστη, μὲ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν ὑπομονή, μὲ τὴν ταπείνωση, τόσο παύει νὰ ἔχει δύναμη τὸ κακὸ καὶ παύει νὰ ὑπάρχει, δηλαδὴ δὲν ἐξαφανίζεται, ἀλλὰ μαραίνεται. Ὅσο δὲν ποτίζεται ἡ τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται καὶ ἀμέσως ξεπετάγεται ἀγκάθι.
.        Ἐκπειράζουμε τὸν Θεό, ὅταν ζητοῦμε κάτι ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀλλὰ ἡ ζωή μας εἶναι μακρὰν τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἐκπειράζομε, ὅταν ζητοῦμε κάτι, ἀλλὰ ἡ ζωή μας δὲν εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημά Του-πράγματα, δηλαδή, ἐνάντια στὸν Θεό.  Ἄγχος, ἀγωνία, ἀπ᾽ τὸ ἕνα μέρος, κι ἀπ᾽ τὸ ἄλλο παρακαλοῦμε.

, , ,

Σχολιάστε