Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κατευνασμός

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΑΘΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οἱ πρόσφατες ἀφορμὲς (ἡ ἐπίσκεψη Ἑρντογάν, τὸ θέμα τῆς Ἐκθέσεως στὶς Πανελλαδικὲς Ἐξετάσεις), μαζὶ μὲ παλαιότερες μεθοδευμένες ἀποφάσεις -ποὺ ὅλο καὶ συμπληρώνουν τὸ «πάζλ», ἀποκαλύπτουν τὰ προσωπεῖα καὶ ξεσκεπάζουν πλέον τὴν σπουδὴ τῶν ἐντεταλμένων- καθιστοῦν πολὺ ἐπίκαιρο ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γιάννη Τσέντου ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἡ Παιδεία σὲ κρίση –σκέψεις πάνω στὰ ἀδιέξοδα τοῦ σημερινοῦ σχολείου» (ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ» Ἀθῆναι 2009, σελ. 79-86). Τὰ τελευταῖα χρόνια  διοχετεύθηκαν συστηματικῶς ἰδεολογικὲς τοξίνες  καὶ ἐπικοινωνιακὰ παραισθησιογόνα στὸν ὀργανισμὸ  τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ κοινωνία νὰ μοιάζει μεταβεβλημένη σὲ ζαλισμένο κοπάδι, χωρὶς κρίση καὶ γνώση. Τώρα στὸ μεῖγμα πάει νὰ συμπληρωθεῖ καὶ ἡ ἀπελπισία, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς περισφίγξεως, κι ἔτσι νὰ παραλύσουν ἐντελῶς τὰ ἀντανακλαστικά τῆς  ἱστορικῆς ἐπιβιώσεως τοῦ λαοῦ. Εἰδικότερα γιὰ τὸ θέμα τῆς «ἀμοιβαίας ἐξομαλύνσεως» τῶν σχολικῶν ἐγχειριδίων τῆς ἱστορίας, τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα ἔχει πραγματικῶς διαφωτιστικὸ χαρακτήρα.
Στὴν ἱστορία ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀξία καθ᾽ ἑαυτήν. Καὶ εἶναι πολὺ εὔστοχο καὶ ἐν προκειμέν­ῳ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Τί γὰρ ἂν καὶ μεῖζον πάθοι κακόν τις τὸ τιμιώτατον τῶν ὄντων ζημιωθεὶς τὴν ἀλήθειαν;»,[1] διερωτᾶται (δηλαδή, «Τί μεγαλύτερο κακὸ θὰ μποροῦσε νὰ πάθει κάποιος, ὅταν χάσει τὸ πολυτιμώτερο ἀπὸ τὰ πράγματα, τὴν ἀλήθεια;»).
Τὰ παραπάνω μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀπαντήσουμε καὶ στὸ ψευδοδίλημμα ποὺ συνήθως συνδέεται μὲ τὴ διδασκαλία τῆς ἱστορίας: Τί ἀπὸ τὰ δύο, ἐρωτοῦν, ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας πρέπει νὰ προάγει τὸ ἐθνικὸ φρόνημα ἢ νὰ καλλιεργεῖ μιὰ οἰκουμενικὴ συνείδηση; Τίποτε ἀπὸ τὰ δύο, ἀπαντᾶμε· τοὐλάχιστον, τίποτε ἀπὸ τὰ δύο δὲν πρέπει νὰ εἶναι κατ᾽ ἀρχὴν ὁ σκοπός της. Δὲν ἔχει σημασία τί χρώματος θὰ εἶναι τὰ γυαλιὰ μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιλέξουμε νὰ δοῦμε τὸ παρελθόν. Ἡ ἱστορία ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἀλήθεια, καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐπιλέξει νὰ δεῖ τὸ παρελθὸν μὲ παραμορφωτικὰ γυαλιά, ὁποιοδήποτε χρῶμα καὶ ἂν ἔχουν αὐτά, ἐκπίπτει τῆς ἀποστολῆς της.
Ὡστόσο, ἐδῶ τὸ δέλεαρ εἶναι μεγάλο: Μήπως, μὲ κάποιους μικροὺς συμβιβασμούς, θὰ μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε μακριὰ τὴ φρίκη τοῦ πολέμου; «Φεύγειν μὲν οὖν χρὴ πόλεμον ὅστις εὖ φρονεῖ» (ὅποιος εἶναι λογικὸς πρέπει νὰ ἀποφεύγει τὸν πόλεμο), προτρέπει ὁ Εὐριπίδης.[2] Καὶ ἐπειδὴ μποροῦμε ἐδῶ νὰ ἐπιτρέψουμε στὸν ἑαυτό μας σχεδὸν τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ εἴμαστε ἀνειλικρινεῖς, ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς καὶ σὲ τοῦτο: Ἂν ξέραμε ὅτι, θυσιάζοντας κομμάτι τῆς ἀλήθειας, θὰ μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε μακριὰ τὴ φρίκη τοῦ πολέμου, θὰ μπαίναμε στὰ σίγουρα στὸν πειρασμὸ νὰ ποῦμε: Κάλλιο νὰ θυσιάσουμε κομμάτι τῆς ἀλήθειας! Ἂς μὴν μνημονεύουμε στὰ σχολικὰ βιβλία τὶς σφαγὲς τῶν Ποντίων, τὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης καὶ τὰ ἐγκλήματα τῶν Τούρκων. Πόσο ὅμως ἰσχύει αὐτό, ὅτι δηλαδὴ συμβιβαζόμενοι κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο βοηθοῦμε στὴν οἰκοδόμηση ἑνὸς κλίματος εἰρήνης καὶ ἀμοιβαίας κατανόησης;
Κατὰ πρῶτον, δὲν μοιάζει λογικὸ νὰ πιστεύουμε ὅτι, ἀποσιωπώντας ἐγκλήματα τοῦ παρελθόντος, ἀποφεύγουμε τὴν ἐπανάληψή τους. Ὁ πλέον φιλειρηνικὸς λόγος στὸν κορυφαῖο ἱστορικὸ ὅλων τῶν ἐποχῶν, τὸν Θουκυδίδη, εἶναι τὸ περίφημο «μνήσθητε τῶν ἐν τοῖς πολέμοις παραλόγων»[3], δηλαδή «θυμηθεῖτε τὰ παράλογα ποὺ συμβαίνουν στοὺς πολέμους». Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξ ἄλλου, γράφει αὐτὸ ποὺ ἠχεῖ αὐτονόητο, ὅτι δηλαδὴ εἶναι μέγα ὄφελος νὰ μελετᾶμε αὐτὰ ποὺ ἔγιναν στὸ παρελθόν, γιὰ νὰ μὴν ξαναπέσουμε στὰ ἴδια («μέγα γὰρ ὄφελος ἡ ἐπίσκεψις τῶν παρελθόντων πρὸς τὸ μὴ τοῖς ὁμοίοις αὖθις περιπεσεῖν»).[4] Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἴδια ἡ ἱστορία: Λέγεται ὅτι, ὅταν κάποτε κάποιος ἀπὸ τοὺς συνεργάτες τοῦ Χίτλερ ἐξέφρασε τὶς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ διαπράττονταν ἀπὸ τοὺς ναζί, ὁ Χίτλερ τὸν καθησύχασε, βεβαιώνοντάς τον ὅτι σὲ λίγα χρόνια κανένας δὲν θὰ θυμόταν τίποτα, καὶ προσθέτοντας: «Ποιὸς θυμᾶται σήμερα τὴ σφαγὴ τῶν ᾽Αρμενίων;». Καταλαβαίνουμε ἄραγε τί σημαίνει αὐτό; Ἡ λήθη τῶν ἐγκλημάτων τοῦ παρελθόντος ὄχι μόνο δὲν λειτουργεῖ ἀποτρεπτικά, ἀλλὰ ἀντιθέτως δίδει τὸ ἐλεύθερο γιὰ τὴν ἐπανάληψή τους.
Μὰ ἐγκλήματα διέπραξαν καὶ οἱ Ἕλληνες, θὰ μᾶς ποῦν. Παράδειγμα, ἡ σφαγὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν πτώση τῆς Τριπολιτσᾶς. Καμμία ἀντίρρηση, νὰ τὰ μνημονεύουμε καὶ αὐτά. ᾽Αλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρξει συμψηφισμὸς εὐθυνῶν καὶ ἐγκλημάτων. Γιὰ νὰ δώσουμε ἕνα ἀνάλογο, ἐὰν σὲ ἕναν ποδοσφαιρικὸ ἀγῶνα συμβεῖ νὰ σκοράρουν καὶ οἱ δύο ἀντίπαλες ὁμάδες, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἀγώνας θὰ εἶναι σώνει καὶ καλὰ ἰσόπαλος· τὸ τελικὸ σκὸρ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ 2-1, καὶ 4-1, ἀκόμη καὶ 7-1. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ στὴν ἱστορία, ὄχι μόνο στὴν πολύπαθη Ἑλληνικὴ ᾽Επανάσταση, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς συγκρούσεις. Γιὰ παράδειγμα, κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ σήμερα ὅτι στὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ἐγκλήματα διέπραξαν καὶ οἱ Σύμμαχοι· πῶς ἀλλιῶς νὰ ὀνομάσουμε τὴ σφαγὴ τοῦ Κατύν, τὶς ὠμότητες τῶν Ρώσων ἢ τὸν βομβαρδισμὸ τῆς Δρέσδης; ᾽Αλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δικαιούμαστε, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, νὰ  “βάλουμε στὸ ἴδιο τσουβάλι” τὰ ἐγκλήματα τῶν Συμμάχων καὶ τὰ ἐγκλήματα τῶν ναζί, καὶ νὰ θέσουμε τὴν ὑπόθεση στὸ ἀρχεῖο κηρύσσοντας «ἰσοπαλία»…
Καὶ ἐπειδὴ ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ἀποτελεῖ ἐναργὲς παράδειγμα, ποὺ χρησιμοποιεῖται κατὰ κόρον, γιὰ νὰ δείξει ποῦ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει ὁ ἐθνικισμός, εἶναι χρήσιμο νὰ κάνουμε καὶ ἐδῶ δύο παρατηρήσεις:
Κατὰ πρῶτον, εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ἡ ἀνθρωπότητα γνώρισε ἀνείπωτη φρίκη ἐξ αἰτίας τοῦ ἐθνικισμοῦ τῶν Γερμανῶν. Αὐτὴ ὅμως εἶναι μόνον ἡ μισὴ ἀλήθεια· ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη μισή, τὴν ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραβλέπουμε: ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα, βυθισμένη στὴ φρίκη τοῦ πολέμου ἐξ αἰτίας τοῦ ἐθνικισμοῦ τῶν Γερμανῶν, σώθηκε ἀκριβῶς χάριν στὴ φιλοπατρία τῶν Ρώσων, τῶν Ἄγγλων, τῶν Ἀμερικανῶν, τῶν Ἑλλήνων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν λαῶν ποὺ ἀντιστάθηκαν στὸν ναζισμό. Ἡ βαθιὰ λοιπὸν συνείδηση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα δὲν εἶναι μόνο δύναμη μίσους καὶ φανατισμοῦ ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους· μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι καὶ δύναμη ἀντίστασης. Καὶ βεβαίως τὸ κρίσιμο ἐρώτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅταν ἡ παγκοσμιοποίηση σήμερα κηρύσσει τὸν πόλεμο στὸ ἐθνικὸ αἴσθημα, φθάνοντας μέχρι τοῦ σημείου νὰ διαμορφώνει ἀνάλογα μέχρι καὶ τὴ διδασκαλία τῆς ἱστορίας στὸ σχολεῖο, τί ἀπὸ τὰ δύο προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχει; νὰ ἐξαλείψει αὐτὴ τὴ δύναμη μίσους καὶ φανατισμοῦ ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους; ἢ νὰ θέσει ἐκ ποδῶν αὐτὴ τὴν τελευταία δύναμη ἀντίστασης, προκειμένου νὰ ἐπιβάλει ἀδιαμαρτύρητα τὴν παγκόσμια κυριαρχία της;
Καὶ ὑπάρχει καὶ μία δεύτερη, ἐξ ἴσου σημαντικὴ παρατήρηση ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε: Στὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ὁ ἐθνικισμὸς τῶν Γερμανῶν ἦταν σίγουρα ἡ ἐκρηκτικὴ ὕλη ποὺ ὁδήγησε στὴν ἔκρηξη τοῦ πολέμου· ἀλλὰ ἡ ἐκρηκτικὴ αὐτὴ ὕλη πυροδοτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐντελῶς ἄστοχη πολιτικὴ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, μιὰ πολιτικὴ ὄχι ἐθνικισμοῦ, ἀλλὰ ἀπεναντίας ἐνδοτισμοῦ καὶ συνεχῶν ὑποχωρήσεων στὶς γερμανικὲς προκλήσεις: τὴν πολιτικὴ ποὺ ὀνομάσθηκε ἀπὸ τοὺς ἐμπνευστές της πολιτικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ» (“appeasement”).
Ἀρκοῦν δυὸ λόγια μόνο, γιὰ νὰ δοῦμε πῶς ἀκριβῶς λειτούργησε στὴν πράξη αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ»: Σήμερα γνωρίζουμε ὅτι, ὅταν ὁ Χίτλερ ἐγκαινίασε τὴν πολιτικὴ τῆς παραβίασης τῆς διεθνοῦς νομιμότητας, δίδοντας ἐντολὴ στὰ στρατεύματά του νὰ εἰσβάλουν στὴν ἀποστρατιωτικοποιημένη ζώνη τῆς Ρηνανίας, εἶχε παράλληλα ἕτοιμη τὴ διαταγὴ γιὰ ἄμεση ἀπόσυρση τῶν στρατευμάτων του, “μὲ τὴν οὐρὰ κάτω ἀπ᾽ τὰ σκέλια”, ὅπως ἔλεγε χαρακτηριστικά, ἂν ριχνόταν ἔστω καὶ μία ντουφεκιά, ἂν ἐκδηλωνόταν ἡ παραμικρὴ ἀντίδραση ἀπὸ γαλλικῆς πλευρᾶς.[5] Τέτοια ἀντίδραση βεβαίως δὲν ὑπῆρξε, ἀφοῦ ἐπρυτάνευσε ἡ λογικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ». Στὰ ἑπόμενα χρόνια, ὁ Χίτλερ, ἔχοντας ἢδη βγάλει τὴ Γερμανία ἀπὸ τὴν Κοινωνία τῶν ᾽Εθνῶν καὶ ἔχοντας καταγγείλει τὴ Συνθήκη τῶν Βερσαλλιῶν, θὰ προχωροῦσε στὸν ἐντατικὸ ἐπανεξοπλισμὸ τῆς Γερμανίας, θὰ ἀναμειγνυόταν ἐνεργὰ στὸν Ἱσπανικὸ  Ἐμφύλιο βοηθώντας ἐπίσημα τὶς δυνάμεις τοῦ Φράνκο, θὰ προσαρτοῦσε τὴν Αὐστρία στὸ Γερμανικὸ Ράιχ μὲ τὸ περίφημο «Ἄνσλους». Ἡ ἀπάντηση τῆς ἄλλης πλευρᾶς; Ἕνα «ἂς εἶναι», ἕνα «μποροῦμε νὰ τὸ ἀνεχθοῦμε καὶ αὐτό», μὲ λίγα λόγια, ἡ λογικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ».
Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς πολιτικῆς τοῦ «κατευνασμοῦ» ἦλθε μὲ τὴν ἐπαίσχυντη Συμφωνία τοῦ Μονάχου, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1938, ἕνα μόλις χρόνο πρὶν τὴν ἔκρηξη τοῦ πολέμου, ἡ ὁποία ἔδιδε στὸν Χίτλερ τὸ ἐλεύθερο νὰ εἰσβάλει στὴν Τσεχοσλοβακία. Ὁ ἀρχιτέκτονας τῆς πολιτικῆς τοῦ «κατευνασμοῦ», ὁ Βρεταννὸς πρωθυπουργὸς Νέβιλ Τσάμπερλαιν, ἐπέστρεψε τότε ἀπὸ τὸ Μόναχο ἐπιδεικνύοντας θριαμβευτικὰ τὸ κείμενο τῆς ὑπογραφείσης συμφωνίας καὶ διακηρύσσοντας πανηγυρικά: «Αὐτὴ ἡ συμφωνία συμβολίζει τὴ βούληση τῶν δύο λαῶν μας νὰ μὴν πολεμήσουν μεταξύ τους ποτὲ ξανά!». Δὲν μποροῦσε ὁ Τσάμπερλαιν, καθgς φαίνεται, νὰ καταλάβει ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ» ὄχι μόνο δὲν ἀπομάκρυνε τὸν πόλεμο, ἀλλὰ τὸν ἔκανε ἀκόμα πιὸ ἀναπόφευκτο, γιατὶ δὲν ὑπάρχει πιὸ ἐκρηκτικὸ μεῖγμα ἀπὸ τὸν ἐθνικισμὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς ποὺ βρίσκει ἀπέναντί του τὸν ἐνδοτισμὸ τῆς ἄλλης. Γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε τὴν πολυτέλεια νὰ γνωρίζουμε τὴν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων, τὰ λόγια τοῦ Τσάμπερλαιν μετὰ τὸ Μόναχο, ἀποτελοῦν παράδειγμα, ἂν ὄχι πολιτικῆς ἠλιθιότητος, πάντως ἀπροσμέτρητης ἐπιπολαιότητος. Καὶ εἰλικρινὰ διερωτώμεθα μήπως ἡ ἴδια… ἐπιπολαιότητα κρύβεται καὶ πίσω ἀπὸ τὶς σημερινὲς διακηρύξεις ὅτι τὸ φάσμα τοῦ πολέμου θὰ σβήσει καὶ μία κοινωνία εἰρήνης θὰ ἀνατείλει, ἂν μόνο φανοῦμε λίγο περισσότερο ἐνδοτικοί, ἂν συμβιβασθοῦμε μόνο λίγο ἀκόμα… Τώρα, τὸ πῶς ἀπὸ τὸ «Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα» φθάσαμε στό «Λίγο ἀκόμα, νὰ κατεβοῦμε λίγο χαμηλότερα», αὐτὸ εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα, ποὺ θὰ ἄξιζε ἀσφαλῶς νὰ συζητήσουμε.
Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ θυμηθοῦμε ἀπὸ ποῦ ξεκινήσαμε –ἀπὸ κάποια συγκεκριμένα ἐπίμαχα σημεῖα σὲ ἕνα μόνο διδακτικὸ ἐγχειρίδιο, τὸ πολυσυζητημένο βιβλίο τῆς Ἱστορίας τῆς ϛ΄ Δημοτικοῦ– καὶ ποῦ φθάσαμε: σὲ μιὰ ὁλόκληρη κοσμοθεωρία ποὺ βρίσκεται στὴ ρίζα τῶν ἐπὶ μέρους ἐπίμαχων σημείων, στὴν ἰσοπεδωτικὴ λογικὴ τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ τῆς Νέας Τάξης, σὲ μιὰ εὐρύτερη ὀπτικὴ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ βλέπουμε τὸ ἱστορικὸ παρελθόν. Ἂν ἀξίζει νὰ βγάλουμε ἕνα συμπέρασμα, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ ὅτι ἡ ἀπόσυρση τοῦ βιβλίου τῆς Ἱστορίας τῆς  ϛ΄ Δημοτικοῦ δὲν ἀρκεῖ, γιὰ νὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ἐφησυχάσουμε, ὅπως δὲν ἀρκοῦσε γιὰ τὸν Ἡρακλῆ νὰ ἀποκόψει ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλια τῆς Λερναίας Ὕδρας, γιὰ νὰ πεῖ ὅτι νίκησε τὸ τέρας.
Δώσαμε ἰδιαίτερη ἔμφαση καὶ ἔκταση στὰ σχετικὰ μὲ τὴν προσέγγιση καὶ διδασκαλία τῆς ἱστορίας, ὄχι μόνο λόγ­ῳ ἐπικαιρότητας, ἀλλὰ καὶ λόγ­ῳ τῆς μεγάλης σημασίας ποὺ ἐκτιμᾶμε ὅτι ἔχει αὐτὸ τὸ θέμα. Διότι γιὰ ὅλα μὲν τὰ ἄλλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐκπαίδευση, θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως κάποιος –ὄχι ὀρθὰ σκεπτόμενος βέβαια– νὰ νιώσει ὅτι εἶναι μακρινὰ γι᾽ αὐτὸν καὶ δὲν τὸν ἀφοροῦν ἄμεσα· ἀλλὰ δὲν βλέπουμε πῶς θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ νιώσει ὅτι δὲν τὸν ἀφορᾷ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μεθοδεύεται ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας. Καί, ἐπιτέλους, δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἐπιλεκτικοὶ στὶς δημοκρατικές μας εὐαισθησίες· δὲν μπορεῖ νὰ διαμαρτυρόμαστε γιὰ καταπάτηση τῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν, κάθε φορὰ ποὺ θίγονται κάποια ἐπὶ μέρους, ἀκόμη καὶ στενὰ συντεχνιακὰ συμφέροντα, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ κλείνουμε τὰ μάτια καὶ νὰ μὴ θεωροῦμε καταπάτηση τῶν δημοκρατικῶν μας ἐλευθεριῶν τὴ συστηματικὴ προσπάθεια νὰ χειραγωγηθεῖ καὶ νὰ ποδηγετηθεῖ ἡ νέα γενιά, ὥστε νὰ βλέπει τὸ ἱστορικὸ παρελθόν –καὶ βεβαίως, συνακόλουθα, καὶ τὸ παρόν– μὲ ἕνα συγκεκριμένο τρόπο, αὐτὸν ποὺ ἐξυπηρετεῖ κάποια συγκεκριμένα συμφέροντα, ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὰ ὁδηγοῦν σὲ προφανῆ παραχάραξη τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας.
  1. Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολὴ ΣΔ΄, Τοῖς Νεοκαισαρεῦσιν, ed. Y. Courtonne, 3.21-22.
  2. Εὐριπίδου, Τρ­ωάδες, ed. J. Diggle, 400.
  3. Θουκυδίδου, Ἱστορίαι, ed. H. S. Jones καὶ J. E. Powell, Ζ΄ 61, 3.3-4.
  4. Μεγάλου Βασιλείου, Ὅροι κατa πλάτος, ed. J.-P. Migne, PG 31, 1016.14-15.
  5. Ὁ Γερμανὸς στρατηγὸς Heinz Guderian,ἀνακρινόμενος ἀπe Γάλλους ἀξιωματικοὺς μετὰ τὴ λήξη τοῦ πολέμου, τοὺς διαβεβαίωσε ὅτι, ἂν οἱ Γάλλοι εἶχαν παρέμβει τὸ 1936 στὴ Ρηνανία, οἱ γερμανικὲς δυνάμεις θὰ εἶχαν καταποντισθεῖ καὶ ὁ Χίτλερ θa εἶχε πέσει ἀπὸ τὸν ἐξουσία (J. R. Tournoux, Petain et de Gaulle, Plon, Paris 1964, σελ. 159). Ὁ ἴδιος ὁ Χίτλερ δήλωνε ὅτι, ἂν οἱ γαλλικὲς δυνάμεις εἶχαν εἰσβάλει στὴ Ρηνανία, οἱ Γερμανοὶ θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποσυρθοῦν «μὲ τὴν οὐρὰ κάτω ἀπὸ τὰ σκέλια» (Alan Bullock, Hitler. A study in tyranny, Odhams, London 1952, σελ. 135).

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε