Ἄρθρα σημειωμένα ὡς καταλαλιά

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–2 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»
-2-

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Mέρος Α´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Ὁρισμοί

.             Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Γιά τό ὅτι δέν πρέπει νά κρίνουμε τόν πλησίον μας » δίδει τούς ὁρισμούς τῶν τριῶν αὐτῶν ἐννοιῶν πού συνιστοῦν τήν ἑτεροπαρατήρηση, παρατηρώντας ὅτι «… τίποτε δέν ξεγυμνώνει τόσο τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ὁδηγεῖ στήν ἐγκατάλειψη (τοῦ Θεοῦ) ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση τοῦ πλησίον».
.             Καταλαλιά εἶναι νά μιλήσεις εἰς βάρος κάποιου ἄλλου φανερώνοντας μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Εἶναι τό νά διαδίδεις μέ λόγια τίς ἁμαρτίες καί τά σφάλματα τοῦ πλησίον. Ὅταν, γιά παράδειγμα, πεῖς γιά κάποιον: «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», εἶναι καταλαλιά, διότι φανερώνεις μέ ἐμπάθεια τήν ἁμαρτία του.
.             Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τήν καταλαλιά «παχειά βδέλλα, κρυμμένη καί ἀφανῆ, πού ἀπορροφᾶ καί ἐξαφανίζει τό αἷμα τῆς ἀγάπης».
.            Κατάκριση εἶναι ἡ καταδικαστική γνώμη, ἀπόφαση ἤ κρίση, τήν ὁποία ἐκφέρει ἤ καί διαδίδει κάποιος γιά τήν διαγωγή, τίς ἁμαρτίες, τά σφάλματα καί τά ἐλαττώματα τοῦ πλησίον, ἡ ὁποία δέν παραμένει μόνο σέ αὐτά (πού εἶναι ἡ καταλαλιά), ἀλλά προχωρᾶ καί καταδικάζει, ἀποδοκιμάζει καί μέμφεται καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, τόν πταίσαντα καί μάλιστα χωρίς οἶκτο καί ἐπιείκεια. Ἀντί, γιά παράδειγμα, νά πεῖ κάποιος «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», (πού εἶναι καταλαλιά), λέει: «ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος ἢ εἶναι πόρνος» καί ἔτσι ἀποφαίνεται ὄχι μόνο γιά τίς πράξεις του, ἀλλά γιά ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτό εἶναι ἡ κατάκριση.
.             Ὁ Φαρισαῖος δέν καταδικάστηκε, ὅταν εἶπε ἀόριστα, χωρίς νά κατονομάσει κανένα, δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἅρπαξ, ἄδικος ἢ μοιχός. Ὅταν ὅμως γυρνώντας πρός τόν Τελώνη εἶπε: «οὔτε σάν καί αὐτόν τόν τελώνη», τότε βάρυνε τήν ψυχή του γιατί ἔπεσε σέ κατάκριση. Πολλές φορές, ὄχι μόνο κατακρίνουμε τόν πλησίον μας, ἀλλά καί τόν ἐξουθενώνουμε.
.             Ἐξουθένωση εἶναι ὄχι μόνο νά κατακρίνει κανείς κάποιον πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά φτάνει στό σημεῖο νά τόν ἀπαξιώνει, νά τόν ἐκμηδενίζει, νά τόν ἐξευτελίζει, νά τόν σιχαίνεται, σάν κάτι πού προξενεῖ ἀηδία. Ἡ ἐξουθένωση εἶναι πολύ χειρότερη καί πολύ πιό ὀλέθρια ἀπό τήν κατάκριση. Φτάνουμε, ἔτσι στό σημεῖο νά μισοῦμε ὄχι μόνο τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τόν ἁμαρτωλό. Πολλές φορές μάλιστα χαιρόμαστε καί ἐπαιρόμαστε γι’ αὐτό.
.             Αὐτό εἶναι δεῖγμα παντελοῦς ἐλλείψεως ἀγάπης. Εἶναι κατάσταση πού μᾶς χωρίζει, ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό τόν Θεό. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἁμαρτωλό, ἀκόμη καί τόν πιό ἐξαθλιωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία καί προσπαθεῖ νά τόν συνετίσει καί νά τόν φέρει σέ μετάνοια. Τόν συγχωρεῖ δέ ἀμέσως καί ἀπροϋπόθετα ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, μετανοήσει καί ζητήσει τό ἔλεός Του. Μέ ποιό δικαίωμα λοιπόν ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, μπορεῖ νά ἀπορρίψει ἕνα συνάνθρωπό του, ἔστω καί φαινομενικά πιό ἁμαρτωλό; Αὐτός πού δέν θά δείξει ἔλεος γιά τόν συνάνθρωπό του, δέν θά ἐλεηθεῖ ἀπό τό Θεό: «ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος, τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ . β´13) (δηλ. ἡ κρίση θά εἶναι ἄσπλαγχνη πρός ἐκεῖνον πού δέν ἔδειξε εὐσπλαγχνία), λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος στήν Καθολική ἐπιστολή του.
.                 Ὁ ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ μᾶς προτρέπει χαρακτηριστικά γιά τό ζήτημα αὐτό: «Μὴ σφετερίζεσαι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μὴ γίνεσαι ἀντίπαλος τοῦ Κυρίου, ἁρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ποὺ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Καὶ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια ἂν δῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μὴν τὸν καταδικάσης, μὴν τὸν κακολογήσης, μὴν τὸν διασύρης, μὴν τὸν ἐξουθενώσης. Καταδίκασε τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε καὶ τὸν ἔριξε στὴν ἁμαρτία. Ἂν ὅμως καταδικάσης τὸν ἀδελφό σου, θὰ ἐπιβεβαιώσης τὸν μεγάλο καὶ ἄλογο ἐγωισμό σου. Καὶ πρόσεξε, γιατί θὰ πέσης κι ἐσὺ στὸ ἴδιο ἁμάρτημα. Κατὰ κανόνα, ὅποιος κρίνει τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, πέφτει κατόπιν στὸ ἴδιο. Κάλυψε λοιπὸν σπλαχνικὰ μὲ τὴ σιωπὴ τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἂν μπορῆς διόρθωσέ τον μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι. Ἂν δὲν μπορῆς, μεῖνε στὴ σιωπή σου καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα. Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά».
.                 Δυστυχῶς, ἐμεῖς μέ πολλή εὐκολία κατακρίνουμε ἀσύστολα τόν συνάνθρωπό μας, ἂν τύχει νά δοῦμε κάτι, ἢ νά ἀκούσουμε ἢ νά ὑποψιαστοῦμε ὅ, τι ἔκανε. Καί τό φοβερότερο εἶναι ὅτι δέν σταματᾶμε στήν βλάβη πού κάνουμε στόν ἑαυτό μας. Ἀλλά συναντᾶμε καί ἄλλον ἀδερφό καί ἀμέσως τοῦ λέμε: «αὐτό καί αὐτό ἔγινε». Ἔτσι βλάπτουμε καί ἐκεῖνον, βάζοντας στήν καρδιά του ἁμαρτίες. Γι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται νά λέμε τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἀλλά οὔτε καί τίς δικές μας, παρά μόνο στόν πνευματικό μας κατά τήν ἐξομολόγηση. Διαφορετικά, διασπείρουμε τά μικρόβια τῆς ἁμαρτίας καί σέ ἄλλους.
.                 Ἄς δοῦμε, ὅμως, πῶς θέτει τό ζήτημα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: « Δέν πρέπει οὔτε νά ἐπιπλήττεις, οὔτε νά προσβάλλεις, ἀλλά νά νουθετεῖς· ὄχι νά κατηγορεῖς, ἀλλά νά συμβουλεύεις· οὔτε νά ἐπιτίθεσαι μέ ἀφροσύνη, ἀλλά νά διορθώνεις μέ στοργή. Διότι ὅταν συμβεῖ νά ἐκφέρεις γνώμη χωρίς συμπόνια γιά τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον σου, παραδίδεις ὄχι ἐκεῖνον, ἀλλά τόν ἑαυτό σου στήν ἐσχάτη προδοσία.
.                 Θά μέ ρωτήσεις εὐλόγως, συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τί λοιπόν; Ἐάν πορνεύει ὁ ἄλλος νά μήν τοῦ πῶ ὅτι εἶναι κακό ἡ πορνεία καί νά μή διορθώσω αὐτόν πού προβαίνει σέ αἰσχρές πράξεις; Σοῦ ἀπαντῶ· διόρθωσέ τον μέν, ἀλλ’ ὄχι σάν ἐχθρός οὔτε σάν ἀντίπαλος πού ζητεῖ τιμωρία, ἀλλά σάν Πατέρας πού προσφέρει φάρμακα. Διότι ὁ Κύριος δέν εἶπε νά μήν ἐμποδίζεις αὐτόν πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά μήν τόν κρίνεις, δηλαδή νά μήν γίνεσαι σκληρός δικαστής καί ἐπικριτής».
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτηριστικά τονίζει ὅτι ἡ κατάκριση καί δυσφήμιση τοῦ ἄλλου, καί μάλιστα ὅταν ἀποτελεῖ ἀνεξέλεγκτη συκοφαντία καί κατασπίλωση τῆς τιμῆς του, ἰσοδυναμεῖ μέ φόνο. «Ὅπως λέγεται, ἄλλωστε, ἀπό τούς ἠθικούς διδασκάλους, ἡ τιμή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τή ζωή. Καί ἐπειδή ὁ φόνος θανατώνει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ συκοφαντία θανατώνει τήν τιμή, ἄρα ἡ συκοφαντία εἶναι χειρότερη ἀπό τόν φόνο. Καί στ’ ἀλήθεια εἶναι μεγαλύτερη κακία τό νά φονεύει κανείς μέ τή γλῶσσα, παρά μέ τό ξίφος καί τό νά πληγώνει μέ τό λόγο παρά μέ τό βέλος. Γιατί ὁ φονιάς θανατώνει μόνον τούς ζωντανούς, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἐνῶ ὁ συκοφάντης ἐπί πλέον καί τούς νεκρούς καί μάλιστα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Μέ φόνο μάλιστα ἄκοπο καί ἀκίνδυνο, ἀφοῦ γίνεται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στίς πολυθρόνες τῶν σαλονιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν σωματικό φόνο, πού συνήθως ἐνέχει ἀγωνία, ποινικές διώξεις καί φυλακίσεις».
.                 Ἡ κατάκριση μᾶς ἀναδεικνύει ἄφρονες ὡς χριστιανούς, καθώς ὁ Χριστός μας εἶπε: «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε, καί ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 2) (δηλ. μέ τό κριτήριο πού κρίνετε, θά κριθεῖτε καί μέ τό μέτρο πού μετρᾶτε, θά μετρηθεῖτε). Κατά συνέπεια, μέ τήν κατάκριση, καταδικάζουμε μόνοι μας τόν ἑαυτό μας νά πέση στά ἴδια ἁμαρτήματα μέ αὐτά πού κατακρίνουμε, καί δίνουμε τό μέτρο ἀνεπιεικοῦς κρίσεως στόν Δικαιοκρίτη Θεό.
.                 Τό πόσο ἐπιεικής εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτούς πού δέν κατακρίνουν μᾶς τό φανερώνει καί τό ἑξῆς περιστατικό ἀπό τό Γεροντικό: «Ἕνας μοναχός σ’ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελής στά πνευματικά, ἔπεσε βαριά ἄρρωστος κι ἦλθε ἡ ὥρα του νά πεθάνει. Ὁ ἡγούμενος καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί τόν περικυκλώσανε γιά νά τοῦ δώσουν θάρρος στίς τελευταῖες του στιγμές. Παρατήρησαν ὅμως ἔκπληκτοι, πώς ὁ ἀδελφός ἀντίκρυζε τόν θάνατο μέ μεγάλη ἀταραξία καί ψυχική γαλήνη.
-Παιδί μου, τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἡγούμενος, ὅλοι ἐδῶ ξεύρομε πώς δέν ἤσουν καί τόσο ἐπιμελής στά καθήκοντά σου. Πῶς πηγαίνεις μέ τόσο θάρρος στήν ἄλλη ζωή;
– Εἶναι ἀλήθεια, Ἀββᾶ, ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος, πώς δέν ἤμουν καλός μοναχός. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως ἐτήρησα μέ ἀκρίβεια στή ζωή μου: Δέν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό σκοπεύω νά εἰπῶ στό Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ ἐνώπιόν Του: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δέν θά μέ κρίνη αὐστηρά.
– Πήγαινε εἰρηνικά στό αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε μέ θαυμασμό ὁ Ἡγούμενος. Ἐσύ, κατώρθωσες, χωρίς κόπο νά σωθῆς».

Αἴτια πού ὁδηγοῦν στήν κατάκριση

.                 Τά πιό συχνά αἴτια πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κατάκριση εἶναι καταρχήν ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἀλαζονεία μας, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου. Ἡ ζήλεια καί ὁ φθόνος μᾶς ὁδηγοῦν, ἐπίσης, πολύ συχνά στήν κατάκριση, καθώς καί τά ἐκδικητικά αἰσθήματα καί ἡ διάθεση νά μειώσουμε τόν ἄλλο καί νά σπιλώσουμε τήν ὑπόληψή του.
.                 Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ ἀπέδιδε τήν διαρκή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους στήν ἀπροθυμία γιά αὐτογνωσία. Ἔλεγε συγκεκριμένα: «Γιατί κρίνουμε τοὺς ἀδελφούς μας; Διότι δὲν προσπαθοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ὅποιος καταγίνεται μὲ τὴ γνώση τοῦ ἐαυτοῦ του δὲν προλαβαίνει νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἄλλους. Κατάκρινε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ παύσεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους».
.                 Πολλές φορές, ὡστόσο, κρυβόμαστε πίσω ἀπό δῆθεν ἀθῶα κίνητρα γιά νά δικαιολογήσουμε τίς πτώσεις μας σέ ποικίλα ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας. Ἀργολογοῦμε ἤ ἀστειολογοῦμε γιά νά περνάει ἡ ὥρα ἤ γιά νά διατηροῦμε κοινωνικές σχέσεις καί ἐπαφές ἤ κατακρίνουμε καί ἐξουθενώνουμε τούς ἄλλους, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἀπόντες, μέ τό πρόσχημα τῆς ἀπόδοσης δικαιοσύνης καί ἐπαναλαμβάνοντας τήν γνωστή ἐπωδό «ἡ ἀλήθεια θά πρέπει νά λέγεται».

Παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης

.                 Ἡ ἑτεροπαρατήρηση, ἡ συνεχής, δηλαδή, ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση, ἐκτός ἀπό τίς κύριες ἐκδηλώσεις της, τίς ὁποῖες ἀναπτύξαμε, τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση, ἔχει καί ἀρκετά παράγωγα, συνέπειες δηλαδή πού ἀφήνουν βαρύ τό ἀποτύπωμά τους στά «θύματα» τῶν ἐπικρίσεων καί τῶν κατακρίσεών μας. Πρῶτο παράγωγο εἶναι ὁ στιγματισμόςἐτικετοποίηση, ἡ ὀξύτατη δηλαδή κριτική καί ἡ δημόσια καταγγελία κάποιου, ἡ στηλίτευση καί ὁ διασυρμός του. Ὁ στιγματισμός ἑνός ἀνθρώπου ἐπιφέρει τήν ἀμαύρωση τῆς δημόσιας εἰκόνας του καί δημιουργεῖ μία ἀρνητική φήμη, τήν κοινῶς λεγόμενη «ρετσινιά» ἤ «ταμπέλα» πού τόν συνοδεύει σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση ἐγκλωβίζουν τόν ἄνθρωπο σὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ προσδιορίζουν διὰ βίου τὴν συναναστροφή, τίς δραστηριότητες καὶ τὴν πνευματικὴ του πορεία καί τόν ὁδηγοῦν τελικά νὰ κλειστεῖ μὲ πικρία στὸν ἑαυτό του, τὸν ὁδηγοῦν στὸ περιθώριο, στὴν ἀπομόνωση, στὴν ἀποξένωση.
.                 Ἄλλο παράγωγο τῆς ἑτεροπαρατήρησης εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ περιφρονητικός ἤ προσβλητικός, δηλαδή, ἀστεϊσμός σέ βάρος κάποιου, ὁ χλευασμός, ἡ διαπόμπευση καί ὁ ἐξευτελισμός του, ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο ψυχικὰ τραύματα καὶ διάφορα συμπλέγματα κατωτερότητος καί μειονεξίας.
.                 Ἕνα ἀκόμη παράγωγο εἶναι ὁ χαρακτηρισμός, ἡ ἔκφραση δυσμενῶν, ἄκριτων, ἀρνητικῶν, ἐπιπόλαιων καί ἐν πολλοῖς ἄδικων ἐκτιμήσεων γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν συμπεριφορὰ ἑνός ἀνθρώπου.
.                Στιγματισμός, ἐτικετοποίηση, ἐμπαιγμός καὶ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἐκδηλώσεις τῆς κατακρίσεως, ποὺ χωρὶς ἀγάπη πραγματικὴ καὶ χωρὶς διάκριση ἀναφέρονται στὰ σωματικά, διανοητικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα ἢ ἐλαττώματα τῶν ἀδελφῶν μας. Ἡ ἐγκληματικὴ διάσταση αὐτῶν τῶν ὀλεθρίων ἐκδηλώσεων ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὴν πνευματικὴ ἄσκηση καὶ προκοπὴ ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ δυσκολεύουν ἢ τοῦ ματαιώνουν κάθε καλὴ προσπάθεια μετανοίας καὶ διορθώσεώς του, ἐφ’ ὅσον στιγματισμοί, ἐμπαιγμοί, χαρακτηρισμοὶ καὶ ἐτικετοποιήσεις διαιωνίζονται καὶ ὡς βρόγχος καταπνίγουν τὶς φιλότιμες καὶ καρδιακὲς προσπάθειές τους, παρότι οἱ ἴδιοι ἔχουν μετανοήσει καί ἔχουν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.

Τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας

.                 Μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν πιό σημαντικῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῶν παραγώγων τους, παραθέτουμε συνοπτικά καί κάποια ἀκόμη συναφῆ καί συχνά ἐμφανιζόμενα ἁμαρτήματα μέ σύντομους ὁρισμούς καί σχολιασμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν αὐτοκριτική μας καί τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυρίως θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν, ὅταν προσερχόμαστε στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
.                 Τέτοια ἁμαρτήματα εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ ἀργολογία, ἡ φλυαρία, ἡ μωρολογία, τό καταραμένο κουτσομπολιό, ἡ αἰσχρολογία, ἡ ἀκριτομυθία (ἡ ἔλλειψη, δηλαδή, ἐχεμύθειας, ἡ ἀπερίσκεπτη ἀποκάλυψη μυστικῶν, ἡ ἄκαιρη καί ἄσκοπη ἀνακοίνωση πληροφοριῶν σέ ἀκατάλληλα καί ἀναρμόδια πρόσωπα), ἡ ἀστειολογία (ὁ συνεχής, δηλαδή, καί ἀδιάκριτος ἀστεϊσμός καί ἡ ἄκαιρη χαλαρότητα, ἡ συνήθης ἀναφορά εὐτράπελων καί πολλές φορές ἀπρεπῶν καί πονηρῶν ἀστείων) καί ἄλλα συναφῆ.
.                 «Πᾶν ῥῆμα ἀργόν, ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. ιβ´ 36) μᾶς προειδοποιεῖ ὁ Κύριός μας. (Δηλ. γιά κάθε λόγο ἀνωφελῆ πού θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θά δώσουν λόγο γι’ αὐτόν κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως).
.                 Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς δίδει ἕναν περιεκτικότατο ὁρισμό τῆς πολυλογίας καί τῆς πληθώρας τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτή: «Ἡ πολυλογία εἶναι ἡ καθέδρα τῆς κενοδοξίας. Καθισμένη ἐπάνω της ἡ κενοδοξία προβάλλει καὶ διαφημίζει τὸν ἑαυτόν της. Ἡ πολυλογία εἶναι σημάδι ἀγνωσίας, θύρα τῆς καταλαλιᾶς, ὁδηγὸς στὰ εὐτράπελα, πρόξενος τῆς ψευδολογίας, σκορπισμὸς τῆς κατανύξεως. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀκηδία. Εἶναι πρόδρομος τοῦ ὕπνου, διασκορπισμὸς τῆς «σύννοιας», δηλαδή τῆς περισυλλογῆς, ἀφανισμὸς τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, ἀπόψυξις τῆς πνευματικῆς θερμότητος, ἀμαύρωσις τῆς προσευχῆς».
.                  Ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας στά ὁποῖα ὑποπίπτουμε συχνά εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἀδιακρισία, ἡ περιέργεια, ἡ ὑπερβολή, ἡ διγλωσσία, ἡ διλωματία, ἡ κολακεία καί ἡ εἰρωνία. Πολύ σημαντικές πτώσεις εἶναι ἀκόμη ἡ ἀντιλογία, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναίδεια, ἡ θρασύτητα, ἡ παρρησία, ἡ προκλητικότητα καί ἡ ἐλευθεριότητα στήν ὁμιλία καί ὁ ἀπότομος λόγος.
.                 Ἕνα πολύ σημαντικό ἁμάρτημα τῆς γλώσσας, στό ὁποῖο θέλουμε νά ἐπιμείνουμε, διότι εἶναι πολύ διαδεδομένο στίς μέρες μας, εἶναι ἡ προπέτεια. Προπέτεια εἶναι ἡ ἀνάγωγη καί προκλητική συμπεριφορά πού συνδυάζεται μέ τήν ἀλόγιστη καί ἄκαιρη διατύπωση γνώμης, ἄποψης, ἐπιθυμίας. Ὁ προπέτης σέ κάθε περίπτωση αὐθαιρέτως προκαλεῖ συζητήσεις, διακόπτει τόν συνομιλητή του, δέν ἀκούει τίς ἀπαντήσεις του, γιατί ἔχει στό μυαλό του μόνο τίς δικές του ἀπόψεις καί ἰδέες, γεγονός πού τόν ὁδηγεῖ σέ παρανοήσεις, σέ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ ἄλλου καί τελικά καί σέ ἀδυναμία ὁποιασδήποτε συνεννοήσεως πού ὁδηγεῖ σέ ἐκνευρισμούς, ἀντεγκλήσεις καί ἀδικαιολόγητες συγκρούσεις.
.                Θά θέλαμε, ἐπίσης, νά σταθοῦμε στήν δικαιολογία, τήν προσπάθεια δηλαδή, νά ὑπερασπιζόμαστε συνεχῶς καί ἐγωιστικά τόν ἑαυτό μας καί τίς πράξεις μας προβάλλοντας διάφορες κάθε φορά προφάσεις. Ἡ δικαιολογία εἶναι ἔνδειξη φιλαυτίας καί δειλίας καί οὐσιαστική ἄρνηση ἀνάληψης τῆς εὐθύνης. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χαρακτηρίζει τήν δικαιολογία ὡς «μόνωση, καουτσούκ, ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό… Εἶναι σάν νά χτίζης -ἔλεγε χαρακτηριστικά- ἕναν τοῖχο καί νά χωρίζης τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Θεό, ὁπότε κόβεις κάθε σχέση μαζί Του».
.                 Τονίζουμε, ἐπίσης, τόν ψιθυρισμό, τήν συνεχῆ, δηλαδή, καί ὕπουλη φημολογία καί διασπορά πραγματικῶν ἤ φανταστικῶν πληροφοριῶν μέ σκοπό τήν πρόκληση συγχύσεως.
.                   Σοβαρό παράπτωμα τῆς γλώσσας, πού συνθλίβει πραγματικά καί δυαλύει ἀνδρόγυνα, οἰκογένειες, φιλίες καί γενικά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ὁ γογγυσμός καί ἡ γκρίνια, ἡ συνεχής, δηλαδή, καί ἐνοχλητική ἔκφραση παραπόνων, τό ἀτέλειωτο καί ἀνυπόφορο μουρμουρητό, ἡ φαγωμάρα, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ μόνιμη ἔλλειψη ἱκανοποιήσεως ἀπό ὁ,τιδήποτε καί γιά ὁ,τιδήποτε. Ἡ γκρίνια εἶναι πραγματικά σάν τόν κισσό πού περισφίγγει τό αἰωνόβιο δέντρο καί ἀπομυζᾶ τούς χυμούς του καταδικάζοντάς το σέ μαρασμό.
.                 Τό καλύτερο ἀντίδοτο στήν γκρίνια εἶναι ἡ συνεχής δοξολογία στόν Θεό γιά ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει, ἀκόμη καί γι’ αὐτά πού μπορεῖ νά μᾶς φαίνονται ἀρνητικά ἐξωτερικά, ἀλλά σίγουρα λειτουργοῦν θετικά γιά τήν πνευματική μας τελείωση καί σωτηρία.
.                 Μᾶς τό περιγράφει αὐτό μέ τόν δικό του μοναδικό καί εὐφυῆ τρόπο ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Γέροντα, ποῦ ὀφείλεται ἡ γκρίνια καὶ πῶς μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφύγης;
–Στὴν κακομοιριὰ ὀφείλεται καὶ μὲ τὴν δοξολογία τὴν κάνει κανεὶς πέρα. Ἡ γκρίνια γεννᾶ γκρίνια καὶ ἡ δοξολογία γεννᾶ δοξολογία. Ὅταν δὲν γκρινιάζει κανεὶς γιὰ μιὰ δυσκολία ποὺ τὸν βρίσκει, ἀλλὰ δοξάζει τὸν Θεό, τότε σκάζει ὁ διάβολος καὶ πάει σὲ ἄλλον ποὺ γκρινιάζει, γιὰ νὰ τοῦ τὰ φέρει ὅλα ἀνάποδα. Γιατί, ὅσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Μερικὲς φορὲς μᾶς κλέβει τὸ ταγκαλάκι (διάβολος) καὶ μᾶς κάνει νὰ μὴ μᾶς εὐχαριστεῖ τίποτε, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς ὅλα νὰ τὰ γλεντάη πνευματικὰ μὲ δοξολογία καὶ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ».
.                 Βαρύτατα, ἐπίσης, ἁμαρτήματα εἶναι τό ψεῦδος, ἡ ψευδορκία, ἡ ἐπιορκία, ἡ ψευδομαρτυρία, ὁ ὅρκος, καθώς ἐπίσης καί ἡ βλασφημία, ἡ ὕβρις καί ἡ κατάρα, ἡ ἐμπαθής, δηλαδή, κακόβουλη καί ἐκδικητική «εὐχή» ἐναντίον ἑνός προσώπου γιά νά πάθει κάτι κακό, τό ὁποῖο θά μᾶς προκαλέσει εὐχαρίστηση καί ἱκανοποίηση. Νά εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ ἄδικη κατάρα ἐπιστρέφει σ’ αὐτόν πού τήν ἐκστομίζει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–3 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

, , , ,

Σχολιάστε