Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Κατήχηση

«ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ»: ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

«ΜΑΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ»

ἐκδ. «Χριστιανικὴ Ἐλπίς»
Ὀρθόδοξος Ἀδελφότης
Θεσσαλονίκη 2015-2017

.          Τώρα ποὺ πλέον τὰ Θρησκευτικὰ στὰ σχολεῖα ἀντὶ νὰ διαφωτίζουν τὰ παιδιὰ τὰ θαμπώνουν μὲ διάφορα ἀρρωστημένα νεοεποχίτικα, τώρα θὰ χρειαστεῖ νὰ ἀνατρέξουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, γονεῖς καὶ κατηχητές, σὲ ἐξωσχολικὰ βοηθήματα γιὰ νὰ ἀναπληρώσουν τὰ κενά.
Μιὰ τέτοια σειρὰ ἐξαιρετικῶν βοηθημάτων ὐπὸ τὸν γενικὸ τίτλο: «Μαθαίνω γιά τόν Θεό», μὲ τὴν συνοδεία ψηφ. δίσκου μέ ἐποπτικό ὑλικό (εἰκόνες, ζωγραφιές, σχεδιαγράμματα, προβολές, παιχνίδια, κατασκευές) ἔχει ἐκδόσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἀδελφότης «Χριστιανικὴ Ἐλπίς» στὴν Θεσσαλονίκη ἤδη ἀπὸ τὸ 2015. Καὶ συνεχίζει (2017) μὲ τὰ βοηθήματα γιὰ τὸ Μέσο Κατηχητικό.
Ἀπαρτισμένα μὲ περισσὴ ἀγάπη καὶ φροντισμένα ἀπὸ πλευρᾶς ἐκδοτικῆς συνθέτουν ἕνα παιδαγωγικὸ-κατηχητικὸ «ἐργαλεῖο» πρώτης τάξεως ποὺ ἀνταποκρίνεται στὰ παιδιὰ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. (π.χ. «ἡ τηλεόραση εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους κλέφτες: παιχνιδοφάγος, ὑπνοφάγος, βαθμοφάγος, εὐρωφάγος, χρονοφάγος»).
Ἀξίζει ἔπαινος γιὰ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ παραγωγή. Μὲ τὸ καλὸ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ὅλη ἡ σειρά.

Βοήθημα Κατωτέρου Κατηχητικοῦ, Α´
(γιά τά παιδιά τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου).

Οἱ περισσότερες διηγήσεις στόν Α΄ τόμο εἶναι ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη.

Βοήθημα Κατωτέρου Κατηχητικοῦ, Β´

Τά θέματα τῶν μαθημάτων τοῦ τόμου αὐτοῦ εἶναι κυρίως ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, καί συγκεκριμένα ἀπό τά τέσσερα Εὐαγγέλια.

Βοήθημα Κατωτέρου Κατηχητικοῦ, Γ΄

Τά θέματα τῶν μαθημάτων τοῦ τόμου αὐτοῦ εἶναι κυρίως ἀπό τίς «Πράξεις τῶν ἀποστόλων», ὅπου παρακολουθοῦμε τά πρῶτα βήματα τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο. Οἱ βίοι τῶν ἁγίων πού πρόσθετα παρουσιάζονται σκιαγραφοῦν ὅλη τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τά χρόνια τῶν διωγμῶν μέχρι τή νεώτερη ἐποχή.

 

Βοήθημα Μέσου Κατηχητικοῦ, Α´
Μέ ποικίλα πνευματικά καί ἐφηβικά θέματα.

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

ρθόδοξη κατήχηση

Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης
ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 24.11.2013

.             Κυρίως στὶς ἁγνὲς καὶ ἀθῶες παιδικὲς ψυχὲς θὰ πρέπει διακριτικὰ καὶ μὲ γνώση νὰ ἐμφυτευτεῖ ὁ πόθος τῆς θεώσεως καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ κύριο σκοπὸ τῆς ζωῆς. Νὰ γεμίσουν χαρά, αἰσιοδοξία, ἐλπίδα ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Ἐκκλησίας.
.             Σὲ μία ἀρκετὰ δύσκολη ἐποχή, ὅπως ἡ δική μας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀνταπόκρισή μας σ’ αὐτή, τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὴν ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Νὰ προταθεῖ ζωὴ νέα, ἐν Χριστῷ, ἐν εἰρήνῃ, μέσα στὸ φῶς καὶ στὴν ἀλήθεια. Νὰ μιλᾶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τοῦ κατηχητῆ.
.             Οἱ ἑορτὲς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους εἶναι μία σημαντικὴ εὐκαιρία ἐνδυνάμωσης καὶ εὐλογίας, μελέτης καὶ ἐνδοσκαφῆς. Πρότυπα εἶναι ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι. Καλὴ καὶ συνεχὴς ἀγωνία γιὰ τὴν ἀναζήτηση τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ. Εἶναι ἀπαραίτητη μία βαθύτερη πνευματικὴ γνώση, ἕνα νόημα καὶ μία ποιότητα. Μποροῦν δύο λόγια μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας νὰ στηρίξουν τὸ παιδὶ καὶ τὸν ἄλλο γιὰ ὅλη τὴν κατοπινὴ ζωή τους. Δὲν νομίζουμε ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι τόσο εὔκολο. Μόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ γίνει κάτι. Στὴν ἐποχή μας κυκλοφοροῦν νέες ἰδέες, ἐπικρατοῦν ἄλλες προτεραιότητες, ὁρολογίες ξένες, ἀρετὲς λησμονημένες.
.             Τὰ παιδιὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ προστατέψουμε πάντοτε ἐμεῖς. Ἂς ἀφήσουμε τὰ παιδιά μας στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἂς αὐξήσουμε τὴν ταπεινὴ προσευχή. Νέοι δρόμοι ἀνοίγονται. Ἡ ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν ζῶντα Χριστὸ θὰ δώσει τὸ βαθὺ νόημα. Ἡ ἐπιστήμη, ἡ τεχνολογία, νὰ γίνουν χρηστικὰ ἐργαλεῖα πρὸς βοήθεια καὶ καλύτερη ἐπικοινωνία. Αἰώνιες ἀλήθειες νὰ εἰπωθοῦν ἁπλὰ καὶ μὲ παραδείγματα. Τὸ εὐαγγέλιο θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀποτελεῖ μόνιμη ἀναφορά.
.             Γονεῖς, δάσκαλοι, κατηχητὲς θὰ πρέπει νὰ συνεργαστοῦν, νὰ σκύψουν πιὸ πολὺ στὸ παιδί, νὰ τὸ ὑπομείνουν, νὰ τὸ ἀκούσουν, νὰ τὸ προσέξουν. Ἡ καλὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν θέλει πολλὲς θυσίες. Ὁ Θεὸς νὰ παρουσιαστεῖ προσιτός, ζεστός, οἰκεῖος καὶ φιλικός. Νὰ μιλήσουμε πολὺ γιὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 5 «Σχίσματα καὶ αἱρέσεις-α´»

Ἡ ἁγία Ἐκκλησία [5]

Ε´  Σχίσματα καὶ Αἱρέσεις [α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/05/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-1/
Β´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/06/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-2/ 

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/08/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-3/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/11/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-4/

.          Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱστορικῆς πορείας της, ἡ Ἐκκλησία δέχθηκε πλήγματα, ἀπὸ ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικοὺς ἐχθρούς. Οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, ἀπὸ ἔξω, προσπάθησαν μὲ μῖσος νὰ τὴν ἐξαφανίσουν, ἀλλὰ κατάφεραν μόνο νὰ τὴν ἑδραιώσουν. Τὰ σχίσματα καὶ οἱ αἱρέσεις ὅμως, ἀπὸ μέσα, ταλαιπώρησαν καὶ ταλαιπωροῦν σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ τὴν Ἐκκλησία.
.          Ὁ Χριστὸς εἶχε προειδοποιήσει τοὺς δώδεκα Μαθητάς Του: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν τὰ σκάνδαλα», καὶ «προσέχετε ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει ἤδη γιὰ ὑπάρχοντα σχίσματα (μὲ τὴν ἔννοια τῶν διενέξεων καὶ διαιρέσεων) καὶ παρακαλεῖ τοὺς χριστιανοὺς νὰ ὁμοφρονοῦν καὶ νὰ παραμένουν ἑνωμένοι1.
.          Ἀργότερα τὰ σχίσματα παίρνουν τὸν χαρακτῆρα ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Γράφει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος: «Τὰ πάντα νὰ εἶναι σύμφωνα σὲ μία ἑνότητα… Ὅποιος δὲν προσέρχεται στὴν κοινὴ (λατρευτικὴ) συνάθροιση, αὐτὸς ἔχει πέσει ἤδη σὲ ὑπερηφάνεια καὶ ξεχωρίζει τὸν ἑαυτό του»2. Ὅταν τὸ σχίσμα ἐπιδεινωθῆ καὶ φθάση σὲ διαφοροποίηση δογματική, ἔχουμε πλέον τὴν αἵρεση.

.            Ὡς αἵρεση χαρακτηρίζεται κάθε πλανεμένη διδασκαλία ἡ ὁποία παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν γνήσια χριστιανικὴ πίστη. Συνεκδοχικά, αἵρεση ὀνομάζεται καὶ ἡ ἰδιαίτερη κοινότητα πού, ἀκολουθώντας μιὰ αἱρετικὴ διδασκαλία, διαφωνεῖ μὲ τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ ἑνότητα μὲ αὐτήν. Ὁ μέγας Βασίλειος λέγει σχετικά: «Οἱ παλαιοὶ ὀνόμασαν αἱρέσεις μὲν τοὺς παντελῶς ἀποσπασμένους καὶ κατὰ τὴν ἴδια τὴν πίστη ἀποξενωμένους· σχίσματα δὲ αὐτοὺς ποὺ διαφοροποιήθηκαν γιὰ κάποιες ἐκκλησιαστικὲς αἰτίες καὶ μεταξύ τους ζητήματα, ποὺ εἶναι θεραπεύσιμα»3.
.         Οἱ αἱρέσεις ξεκινοῦν συνήθως ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Κατὰ τὸν μέγα Βασίλειο, «τὸ νὰ ἀθετήση κανεὶς κάτι ἀπὸ ὅσα ἔχουν περιληφθεῖ στὴν Ἁγία Γραφή, ἢ νὰ προσθέση κάτι ποὺ δὲν περιλαμβάνεται σ’ αὐτήν, εἶναι φανερὴ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν πίστη καὶ ἀπόδειξη ὑπερηφανείας». Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει γιὰ τὶς αἱρέσεις: «Αὐτὸ τὸ δένδρο τὸ φύτευσε ἡ ἄκαιρη περιέργεια τῶν λογισμῶν, τὸ πότισε ἡ παραφροσύνη τῆς ἀλαζονείας καὶ τὸ αὔξησε ὁ ἔρωτας τῆς φιλοδοξίας». Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις αἰτία τῆς αἱρέσεως εἶναι καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή, ὅπως συνέβη στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους4.
.          Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθῆ μόνον ὅταν ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεάνθρωπο Κύριο, ἡ ζωὴ τοῦ Ὁποίου εἶναι ἡ ἴδια ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: Παρέδωκα ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν… καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται5. Ὅταν λοιπὸν ὁ αἱρετικὸς καταργεῖ τὴν ἱερὴ Παράδοση, οὐσιαστικὰ ἀρνεῖται τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή του.
.         Ἡ αἵρεση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τὸν Θεό. Βεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: Πᾶς ὁ παραβαίνων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεὸν οὐκ ἔχει6. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὅταν θέλησαν νὰ τὸν δοκιμάσουν, ἂν ὀργίζεται. Τοῦ εἶπαν: «Ἀκοῦμε γιὰ σένα ὅτι εἶσαι ἀκόλαστος, ὑπερήφανος, φλύαρος καὶ φιλοκατήγορος». Ἐκεῖνος τοὺς λέγει: «Ναί, ἔτσι εἶναι». Ἐκεῖνοι τοῦ ξαναλένε: «Εἶσαι ὁ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός;». Καὶ ἀποκρίθηκε: «Δὲν εἶμαι αἱρετικός». Τὸν παρεκάλεσαν λοιπὸν λέγοντας: «Σοῦ εἴπαμε τόσα καὶ τὰ δέχθηκες, γιατί τὸν τελευταῖο λόγο δὲν τὸν ἄντεξες;». Τοὺς λέγει: «Τὰ πρῶτα τὰ παίρνω ἐπάνω μου, διότι αὐτὸ ὠφελεῖ τὴν ψυχή μου. Ἀλλὰ τὸ αἱρετικὸς εἶναι χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ δὲν θέλω νὰ χωρισθῶ ἀπὸ τὸν Θεό»7.

* * *

.         Οἱ αἱρέσεις ἐμφανίσθηκαν στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας πολὺ νωρίς, ἤδη ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰῶνα, καὶ εἶναι πολυάριθμες. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὀνομαστικὰ πάνω ἀπὸ ἑκατό. Ἐδῶ θὰ ἀναφέρουμε μόνο τὶς κυριώτερες ἀπὸ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις. Κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ὑφίστανται μέχρι σήμερα, μὲ διαφορετικὲς ὀνομασίες.

Γνωστικισμός (2ος αἰῶνας). Μεῖγμα εἰδωλολατρικῶν, ἰουδαϊκῶν καὶ χριστιανικῶν στοιχείων.
Ἀρειανισμός (4ος αἰ.). Δὲν δεχόταν τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀνώτερο κτίσμα.
Πνευματομάχοι (β΄ μισὸ 4ου αἰ.). Ἀρνοῦνταν τὴν Θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο θεωροῦσαν κτίσμα.
Νεστοριανισμός (5ος αἰ.). Ἀπέρριπτε τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν δύο φύσεων (θείας καὶ ἀνθρωπίνης) στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, καὶ δεχόταν τὴν ἠθικὴ ἕνωσή τους. Κατὰ συνέπεια πίστευε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἀληθινὸς Θεὸς ἀλλὰ φορεὺς τῆς Θεότητος, καὶ ὅτι ἡ Παναγία πρέπει νὰ ὀνομάζεται Χριστοτόκος καὶ ὄχι Θεοτόκος.
Μονοφυσιτισμός (5ος αἰ. καὶ ἑξῆς). Βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τοῦ Νεστοριανισμοῦ καὶ πιστεύει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ὁμοούσια μὲ τὴν δική μας. Στὴν ἀκραία του μορφὴ θεωρεῖ ὅτι στὸν Χριστὸ ἡ θεία φύση ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη.
Μονοθελητισμός (7ος αἰ.). Δεχόταν δύο φύσεις στὸν Χριστό, ἀλλὰ μόνο μία ἐνέργεια καὶ θέληση, τὴν θεία.
Πελαγιανισμός (5ος – 6ος αἰ.). Πίστευε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθῆ ἀπὸ μόνος του, καὶ ὅτι ἡ θεία Χάρις εἶναι ἁπλῶς ἕνα βοηθητικὸ μέσο.
Εἰκονομαχία (8ος – 9ος αἰ.). Θεωροῦσε ὡς εἰδωλολατρία τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων, θέτοντας ἔτσι σὲ ἀμφιβολία τὴν πραγματικότητα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὴν δυνατότητα ἀπεικόνισής Του. Οἱ ἅγιοι Πατέρες διευκρινίζουν ὅτι «ἡ τιμὴ τῶν εἰκόνων διαβαίνει στὸ πρωτότυπο», δηλαδὴ τὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους8.
Λατινικὸς ἀντι-ησυχασμός (14ος αἰ.). Συκοφαντοῦσε τὴν ἡσυχαστικὴ μέθοδο προσευχῆς καὶ δὲν παραδεχόταν τὴν δυνατότητα ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου φωτός, διότι δὲν δεχόταν τὴν ὕπαρξη ἀκτίστων ἐνεργειῶν στὸν Θεό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Ματθαῖος 18, 7 καὶ 7, 15  ―  Πρβλ. Α΄ Κορινθίους 1, 10.

2. Πρὸς Ἐφεσίους, 5, 1-3, Β 2, 265.

3. Ἐπιστολὴ 188, PG 32, 665A.

4. Περὶ πίστεως, 1, PG 31, 680A  ―  Περὶ ἀκαταλήπτου 3, 1, PG 48, 719  ―  Πρβλ. Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Αἰτία γιὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴ τῶν τελειοτέρων δογμάτων εἶναι ἡ διαφθορὰ τοῦ βίου» (Εἰς Ματθαῖον 23, 3, PG 57, 311). Τέτοιες αἱρέσεις ἦταν ὁ Νικολαϊτισμός, οἱ Μαρκιωνιστὲς κλπ.

5. Α΄ Κορινθίους 15, 3.

6. Β΄ Ἰωάννου 9.

7. Πρβλ. Τὸ Γεροντικόν, Ἀθῆναι, 21961, σελ. 12.

8. Μ. Βασίλειος, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, 18, 45, PG 32, 149C καὶ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἔκδοσις 4, 16, PG 94, 1169A.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 4 «Κοινωνία Ἁγίων»

Ἡ ἁγία Ἐκκλησία [4]

Δ´  Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία Ἁγίων

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/05/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-1/
Β´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/06/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-2/ 

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/08/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-3/

.          Οἱ πιστοί, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν Ἐκκλησία, ἔχουν κληθῆ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ κατακτήσουν μὲ τὴν χάρι Του τὴν ἁγιότητα, μιμούμενοι τὸν Ἴδιο: Κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι1.
.          Ἡ ἁγιότης τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ βαπτιζόμενος δέχεται ὡς δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν ἁγιότητα, καὶ τὴν χάρι νὰ παραμείνη στὴν κατάσταση τῆς ἁγιότητος. Σὲ ὅσους μετὰ τὸ Βάπτισμα ἁμάρτησαν, δίνεται ἡ δυνατότητα ἐπιστροφῆς στὴν ἁγιότητα, μὲ τὸ Μυστήριο τῆς μετανοίας.
.          Ἅγιος ὀνομάζεται ὁ βαπτισμένος χριστιανός, ποὺ μὲ τὸν συνεχῆ προσωπικό του ἀγῶνα καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἔγινε δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὁ ἅγιος δὲν ἀναδεικνύεται μόνο μὲ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸν πλοῦτο τῶν ἀγαθῶν ἔργων». Οἱ Ἅγιοι τήρησαν ἀκέραιο τὸ κατ’ εἰκόνα, ἔφθασαν στὸ καθ’ ὁμοίωσιν κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν, «δέχθηκαν ὡς ἔνοικο τὸν Θεό, καὶ μὲ τὴν κοινωνία μαζί Του ἔγιναν κατὰ Χάριν ἐκεῖνο ποὺ εἶναι Αὐτὸς κατὰ φύσιν»2.
.           Ἀνάμεσα στοὺς Ἁγίους ἰδιαίτερη εἶναι ἡ θέση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐκείνη ἔχει τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος (εἶναι δηλαδὴ ἡ Παν-αγία), καὶ ταυτόχρονα εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων. Ὅπως ὁ παράδεισος τῆς Ἐ-δὲμ ἔρρεε πηγὴ ποὺ πότιζε ὅλη τὴν γῆ, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὸν νοητὸ Παράδεισο, τὴν Θεοτόκο, ρέει ἡ πηγὴ τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.            Οἱ πιστοί, ὅπως καὶ οἱ Ἅγιοι, εἴμαστε ἐπίσης μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καὶ ἄρρωστα. Βρισκόμαστε σὲ κοινωνία (δηλαδὴ σὲ στενὴ πνευματικὴ σχέση) μαζί τους, καὶ γι’ αὐτὸ αἰσθανόμαστε χρέος μας νὰ τοὺς τιμήσουμε «ὡς φίλους Χριστοῦ, ὡς τέκνα καὶ κληρονόμους Θεοῦ… Ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς φιλότιμους συνδούλους ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν κοινὸ Δεσπότη»3.
.              Στὸν ἐτήσιο λειτουργικὸ κύκλο, κάθε ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴν μνήμη τῶν Ἁγίων, ποὺ τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀνεπαύθησαν ἐν Χριστῷ. Εἶναι ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία οἱ Ἅγιοι ἔφθασαν στὸ τέλος τοῦ δρόμου τους, στὴν κορυφὴ τῶν ἀγώνων τους, στὴν τελείωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ἅγιος (δεῖνα) τελειοῦται. Ἡ λέξη τελειοῦται δὲν ἐκφράζει μόνο τὸ τέλος τοῦ ἐπιγείου βίου, ἀλλὰ καὶ τὴν τελείωση ἐν Χριστῷ (δηλαδὴ τὴν πνευματικὴ τελειοποίηση), στὴν ὁποία φθάνουν μόνον οἱ Ἅγιοι: «Ὀνομάζουμε τὸ μαρτύριο τελείωση ὄχι ἐπειδὴ ὁ μάρτυρας ἔφθασε στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὅπως οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι, ἀλλὰ διότι ἔδειξε τέλειο ἔργο ἀγάπης» πρὸς τὸν Χριστό4.
.           Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ὡς καλὴ καὶ στοργικὴ Μητέρα, δείχνει στὰ παιδιά Της τὸν θεῖο ἔρωτα ποὺ ἔκαιγε στὶς καρδιὲς τῶν Ἁγίων καὶ ἔτσι κατόρθωσαν τὰ ἀκατόρθωτα. Στὴν Τράπεζα τῆς Ζωῆς οἱ Ἅγιοι παραθέτουν τὴν ἁγία ζωή τους καὶ τὰ ἅγιά τους Λείψανα, γιὰ νὰ εὐφρανθοῦμε πνευματικά. Στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ϙποὺ προηγεῖται τῆς θείας Λειτουργίαςϙ ἀκοῦμε γιὰ τοὺς θαυμαστοὺς ἀγῶνες τους. Οἱ Ἅγιοι ἀγωνίστηκαν «κι ἐμεῖς ἀγαλλόμαστε. Δικό τους εἶναι τὸ στεφάνι, καὶ ἔχουμε κοινὴ τὴν δόξα… Οἱ Μάρτυρες εἶναι μέλη δικά μας. Ἑπομένως εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη, εἴτε δοξάζεται ἓν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη. Ἡ κεφαλὴ στεφανώνεται, καὶ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα ἀγάλλεται. Ἕνας γίνεται ὀλυμπιονίκης καὶ ὁλόκληρο πλῆθος εὐφραίνεται»5.
.           Εἶναι δικαιολογημένη ἡ πανήγυρις τῶν πιστῶν. Οἱ προσευχὲς τῶν Ἁγίων εἶναι στήριγμα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. «Εἶναι τόση ἡ εὐσπλαγχνία τῶν Ἁγίων, ὥστε δὲν μεριμνοῦν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ παρακαλοῦν τὸν Θεὸ γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη σὰν νὰ εἶναι μία οἰκία. Τὸν παρακαλοῦν γιὰ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα σῶμα»6.
.              Οἱ Ἅγιοι μᾶς καλοῦν ὅλους στὴν θεία Εὐχαριστία. Ἐκεῖ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους ποὺ μᾶς χάρισε ὡς προστάτες, ὁδηγοὺς καὶ πρότυπα στὴν ζωή μας. Στὴν θεία Λειτουργία, βιώνουμε τὴν φανέρωση τῆς κοινωνίας τῶν Ἁγίων. «Οἱ Ἅγιοι, ἐπειδὴ ἔχουν ἀγωνισθῆ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἀπολαμβάνουν μὲ τὸ φρικτὸ αὐτὸ Μυστήριο, μὲ τὴν συμμετοχὴ δηλαδὴ στὴν σωτήριο αὐτὴν θυσία, μεγαλύτερη δόξα καὶ ἀνάβαση. Κι ἐμᾶς, ὅσο περισσότερο μάλιστα τοὺς μνημονεύουμε, μᾶς συμφιλιώνουν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς συνενώνουν μαζί Του»7.
.           Ὁ χορὸς τῶν Ἁγίων ἐκπλήρωσε τὸν σκοπὸ τῆς θείας Οἰκονομίας. «Ὁ Θεὸς Λόγος σαρκώθηκε, κήρυξε, θαυματούργησε, ἔπαθε καὶ ἀπέθανε, γιὰ νὰ μετοικήσουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, καὶ νὰ γίνουν κληρονόμοι τῆς οὐρανίου Βασιλείας». Ὁ χορὸς τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι μᾶς χαρίσθηκε ἤδη ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: Ἡ Ἐκκλησία, «μὲ τὶς μυριάδες τῶν μελῶν της, ποὺ ἔστειλε σὰν ἀποικία στὸν οὐρανό, κληρονόμησε στὴν πραγματικότητα τὴν ἴδια τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν»8.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Α´ Πέτρου 1, 15-6. Πρβλ. Λευϊτικόν 20, 7.

2. Εἰς Ἑβραίους 17, 5, PG 63, 133  ―  Ὅσιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις 4, 15, PG 94, 1164B.

3. Ὅσ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις 4, 15, PG 94, 1164A καὶ C.

4. Κλήμης Ἀλεξανδρεύς, Στρωματεῖς Δ´, 4, Β 8, 55.

5. Ἱερὸς Χρυσόστομος, Ἐγκώμιον εἰς ἅγιον μάρτυρα Ρωμανὸν 1, 1, PG 50, 605-6. Α´ Κορινθίους 12, 26.

6. Ἱερὸς Χρυσόστομος, Εἰς Ψαλμὸν Θ´, 8, PG 55, 134.

7. Ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Περὶ τῆς ἱερᾶς Λειτουργίας, 94, PG 155, 281C.

8. Ὅσιος Νικόλαος Καβάσιλας, Ἑρμηνεία θείας Λειτουργίας, 49 καὶ 10, PG 150, 480CD· 388C.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 3 «Ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου στὴν Ἐκκλησία»

Ἡ ἁγία Ἐκκλησία [3]

Γ´  Ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου στὴν Ἐκκλησία 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/05/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-1/
Β´ Μέρος:
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/06/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-2/ 

.           Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο πολιτογραφηθήκαμε μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Γι’ αὐτό, στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, μετὰ τὴν ὁμολογία πίστεως στὴν Ἐκκλησία, ὁμολογοῦμε ἓν Βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
.           Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώνεται τελείως ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπὸ τὸν Διάβολο. Δέχεται μέσα του τέλεια τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀποκαθίσταται πλήρως τὸ κατ’ εἰκόνα. Ἔρχεται στὴν προπτωτικὴ κατάσταση, τελείως ἐλεύθερος νὰ ἀκολουθήση τὸν Χριστὸ ἢ τὸν Διάβολο. Ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του ἐξαρτᾶται ἂν θὰ προχωρήση στὸ καθ’ ὁμοίωσιν1.
.           Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γεννιόμαστε ἐν Χριστῷ καὶ γινόμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Πρὶν ἀπὸ τὴν βάπτισή του ὁ κατηχούμενος δὲν ἀνήκει ἀκόμη στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ποίμνη τοῦ καλοῦ Ποιμένος. Γι’ αὐτὸ ὁ Λειτουργὸς παρακαλεῖ τὸν Κύριο: Φύτευσον αὐτὸν φύτευμα ἀληθείας ἐν τῇ ἁγίᾳ σου, καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ2.
.               Ἀμέσως μετὰ τὴν βάπτισή του, ὁ νεοφώτιστος χρίεται μὲ τὸ ἅγιο Μύρο καὶ λαμβάνει τὴν σφραγῖδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Μυστήριο αὐτὸ εἶναι ἡ προσωπικὴ Πεντηκοστὴ κάθε πιστοῦ, διότι κατέρχεται σ’ αὐτὸν ὁ Παράκλητος καὶ μεταδίδει τὶς δωρεές Του.
.           Μετὰ τὴν χρίση ἀκολουθεῖ ἡ συμμετοχὴ στὴν θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ νεοφώτιστος συμμετέχει στὴν θεία Κοινωνία. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὸ Χρῖσμα καὶ τὴν θεία Κοινωνία, ἀναγεννιόμαστε ἐν Χριστῷ, λαμβάνουμε τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ γινόμαστε ἕνα Σῶμα μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μέλη τῆς ἁγίας Του Ἐκκλησίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/11/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-4/

1. Γένεσις 1, 26  ―  Πρβλ. ἅγ. Μᾶρκος Ἀσκητής, Περὶ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, 2, SC 445, 298-302.

2. Εὐχὴ πρὸ τῆς βαπτίσεως

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 2 «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολική»

Ἡ ἁγία Ἐκκλησία [2]

Β´  Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολική

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/05/ἡ-ἁγία-ἐκκλησία-1/

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία

.           Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική. Οἱ ἰδιότητες αὐτὲς τῆς Ἐκκλησίας συνδέονται μεταξύ τους καὶ ἀλληλοσυμπληρώνονται. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία ἐπειδὴ εἶναι ἀποστολική, δηλαδὴ θεμελιωμένη στὴν διδαχὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Καὶ εἶναι μία ἐπειδὴ εἶναι τὸ ἅγιο σῶμα τοῦ ἑνὸς Ἁγίου, τοῦ Χριστοῦ1.

.        Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, διότι ἕνας εἶναι ὁ Κύριος: «Γίναμε μία Ἐκκλησία, ἀποτελοῦμε μέλη συνενωμένα τῆς μιᾶς κεφαλῆς (δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ), ἕνα Σῶμα γίναμε οἱ πάντες». Καὶ «μπορεῖ νὰ ἰδῆ κανεὶς πρᾶγμα θαυμαστό: οἱ πολλοὶ νὰ εἶναι ἕνα (Σῶμα) καὶ στὸ ἕνα (Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας) νὰ εἶναι πολλοὶ»2 πιστοί.
.          Οἱ διάφορες τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀποτελοῦν ὅλες μαζὶ τὴν μία καὶ μόνη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως εἶναι πολλὲς οἱ θεῖες Λειτουργίες ποὺ ἱερουργοῦνται σὲ διαφόρους τόπους, ἀλλὰ ἕνας εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ προσφέρεται χωρὶς νὰ διαιρῆται, ἔτσι καὶ ἡ ἁγία Του Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετη. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἡ ὁποία φυλάσσει τὴν πίστη, τὴν λατρεία καὶ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, χωρὶς νὰ κάνη «οὔτε ἀφαίρεση οὔτε ἀλλαγὴ οὔτε προσθήκη»3.
.             Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, διότι «ἕνας εἶναι ὁ Κύριός μας, μία ἡ πίστη μας». «Ὅσοι ἀνήκουν στὸν Χριστὸ ἀποτελοῦν μία Ἐκκλησία, ἔστω καὶ ἂν λόγῳ τῶν διαφορετικῶν τόπων αὐτὴ παίρνει διαφορετικὲς ὀνομασίες»4. Λέμε δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, τῆς Σμύρνης κλπ., ἀλλὰ ὅλες ἀποτελοῦν τὴν μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ὁμάδες τῶν αἱρετικῶν καταχρηστικὰ ὀνομάζονται Ἐκκλησίες διότι «ἡ αἵρεση χωρίζει κάθε ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία»5.
.            Γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα Του: Ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σὺ Πάτερ ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν. «Ὁ Χριστὸς ἀφοῦ ἔλαβε ὡς εἰκόνα καὶ τύπο τῆς ἀδιάσπαστης φιλίας καὶ ὁμονοίας καὶ ἑνότητος… τὴν ἑνότητα κατὰ τὴν οὐσία ποὺ ἔχει ὁ Πατέρας πρὸς Αὐτόν, καὶ πάλι Αὐτὸς πρὸς τὸν Πατέρα, θέλει νὰ ἀναμιχθοῦμε κατὰ κάποιο τρόπο καὶ ἐμεῖς μεταξύ μας,… ὥστε ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας νὰ θεωρῆται ἕνα»6.
.             Μὲ ἀφορμὴ τὸν ἀποστολικὸ λόγο Ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐρωτᾶ: «Τί εἶναι ὁ ἅγιος Ἄρτος τὸν ὁποῖο κοινωνοῦμε; Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τί γίνονται οἱ πιστοὶ ποὺ μεταλαμβάνουν; Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι πολλὰ σώματα, ἀλλὰ ἕνα Σῶμα». «Ὅπως καὶ τὸ δικό μας σῶμα εἶναι ἑνιαῖο, ἂν καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ μέλη, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία ὅλοι εἴμαστε κάτι ἑνιαῖο». Λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὅλοι γίνατε ὁ ἕνας Χριστός, ἐφ’ ὅσον εἶστε σῶμα Του»7. Μὲ τὴν θεία Κοινωνία «ὅλοι εἴμαστε ἕνα, καὶ μεταξύ μας καὶ μὲ τὸν Χριστό, διότι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σύνδεσμος τῆς ἑνότητος, ἐφ’ ὅσον εἶναι ταυτόχρονα Θεὸς καὶ ἄνθρωπος»8.
.          Οἱ πιστοὶ μεριμνοῦν νὰ διατηρῆται μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα,… εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν Βάπτισμα, εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων9.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία

.          Ἡ δεύτερη ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἁγιότης. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία, διότι ἡ κεφαλή της εἶναι ὁ μοναδικὸς Ἅγιος, ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος ἀγάπησε τὴν Ἐκκλησία, καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό Του γιὰ νὰ τὴν ἁγιάση: Ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ,… ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον,… ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος. Εἶναι λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία «θεοπρεπεστάτη καὶ ἁγιοφόρος»10.
.           Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὁλόχρυση ἑπτάφωτη λυχνία, τὴν ὁποία εἶδε σὲ ὅραμα ὁ προφήτης Ζαχαρίας. Ὁ ὅσιος Μάξιμος ἑρμηνεύει: «Ὁ προφητικὸς λόγος ἀπὸ παλαιὰ προτυπώνει συμβολικὰ τὴν πολύφωτη καὶ ὑπέρλαμπρη μεγαλοπρέπεια τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας… Εἶναι λοιπὸν ἡ πανεύφημη Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ λυχνία ὁλόχρυση, καθαρὴ καὶ ἀμίαντη, ἄχραντη καὶ ἀνόθευτη, ἀμείωτη καὶ δεκτικὴ τοῦ ἀληθινοῦ φωτός… Πράγματι, τὰ ἴδια τὰ πράγματα δείχνουν τὴν πανένδοξη Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι καθαρώτατη ὅπως ἡ φύση τοῦ χρυσοῦ. Ἀνόθευτη ἐπειδὴ σὲ ὁλόκληρο τὸ μυστήριο τῆς θεολογίας τῆς πίστεως, δὲν ἔχει τίποτε νοθευμένο καὶ ξένο. Καθαρή, διότι μὲ τὴν λαμπρότητα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἔνδοξη καὶ ἀκτινοβόλος… Ἀμείωτη, ἐπειδὴ ἐνῶ πυρακτώνεται στὸ καμίνι τῶν διωγμῶν καὶ βασανίζεται μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες ἐπαναστάσεις τῶν αἱρέσεων,… δὲν παθαίνει ὁποιαδήποτε μείωση ἐξ αἰτίας τῶν πειρασμῶν»11.
.            Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ὅλα τὰ μέλη της εἶναι ἅγιοι. Στοὺς κόλπους Της περιλαμβάνει ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀδύνατους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν σωτηρία τους, ἐνῶ ἄλλοι ἀδιαφοροῦν. Ὁ Χριστὸς χρησιμοποιεῖ γιὰ τὴν στρατευομένη Ἐκκλησία τὴν παραβολὴ τοῦ ἀγροῦ στὸν ὁποῖο συναυξάνονται τὸ σιτάρι μὲ τὰ ζιζάνια12. Ὁ τελικὸς διαχωρισμὸς γίνεται τὴν ὥρα τοῦ θερισμοῦ, δηλαδὴ στὴν Δευτέρα Παρουσία. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι ἁγία, διότι εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ αὐτοπηγὴ τῆς ἁγιότητος καὶ μεταδίδει σὲ ὅλους, Ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, τὸ μύρο τῆς ἁγιότητος: Ἁγιάζει ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία, καὶ ὅσοι διατηροῦν καθαρὸ τὸ δοχεῖο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος δέχονται τὴν δωρεὰ τῆς ἁγιότητός Του.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική

.          Ἡ τρίτη ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ καθολικότης. Καθολικὸν ὀνομάζεται αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὸ σύνολο, αὐτὸ ποὺ περιλαμβάνει τὸ ὅλον (καθ’ ὅλου). Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν ὀνομάζεται καθολική, διότι κατέχει ὁλόκληρη καὶ ἀκέραιη τὴν Ἀλήθεια, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Πρῶτος ὁ Θεοφόρος Ἰγνάτιος χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο καθολική: «Ὅπου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖ εἶναι ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία». Στὴν ἀρχικὴ χρήση τοῦ ὅρου καθολικὴ εἶναι ἐμφανὴς ὁ τονισμὸς τῆς ἀκεραιότητος καὶ γνησιότητος τῆς πίστεως13. Εἶναι ἑπομένως ἐσφαλμένη ἡ χρήση τοῦ ὅρου καθολικὴ γιὰ τοὺς Δυτικούς, διότι αὐτοὶ δὲν διεφύλαξαν ἀνόθευτη τὴν πίστη.
.            Ἀργότερα ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων δίνει μία ἀναλυτικότερη ἑρμηνεία τῆς καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας: «Ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται καθολική, διότι βρίσκεται σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, στὰ πέρατα τῆς γῆς. Διότι διδάσκει ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι, σχετικὰ μὲ τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια. Διότι ὑποτάσσει στὴν ὀρθὴ πίστη της κάθε κατηγορία ἀνθρώπων, ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων, λογίων καὶ ἀγραμμάτων. Τέλος (ὀνομάζεται καθολική), διότι ἀφ’ ἑνὸς ἰατρεύει τελείως καὶ θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας,… καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατέχει ἡ ἴδια κάθε ἔννοια ἀρετῆς, σὲ ἔργα, σὲ λόγια, καὶ σὲ κάθε εἴδους πνευματικὸ χάρισμα»14.
.             Ἡ καθολικότης ἀφορᾶ στὴν διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρεται ὅμως καὶ στὸν τόπο καὶ στὸν χρόνο, διότι ἀγκαλιάζει ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ ὅλους τοὺς αἰῶνες. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς, σχετίζεται μὲ τὴν οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ψαλμικὸς λόγος Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο σημαίνει ὅτι ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Ἐκκλησίας «θὰ ἐπεκταθῆ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, καὶ σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες»15.
.            Ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική, διότι διαφυλάσσει ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, βρίσκεται σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, περικλείει ὅλα τὰ ἔθνη, ἁγιάζει ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική

.             Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, διότι ἔχει οἰκοδομηθῆ ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ὀνομάζονται εὔστοχα στῦλοι τῆς Ἐκκλησίας, διότι «βαστάζουν καὶ στηρίζουν τὸ κοινὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας»16. Δύο εἶναι τὰ ἀποστολικὰ γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας: ἡ ἀποστολικότης τῆς πίστεως καὶ ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῆς Ἱερωσύνης. Τὴν πίστη τὴν διατηρεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τὴν παρέλαβε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, καὶ τὴν παραδίδει ἀνόθευτη ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ ἐξασφαλίζεται μὲ τὴν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου, ποὺ εἶναι σύμφωνη μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας.
.           Οἱ πιστοὶ φυλάσσουμε μὲ εὐλάβεια τὴν πίστη, ὅπως μᾶς τὴν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. «Αὐτὴ τὴν πίστη παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἐνῶ εἶναι διεσπαρμένη σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ἐν τούτοις τὴν διαφυλάσσει μὲ ἐπιμέλεια, σὰν νὰ κατοικῆ σὲ ἕνα σπίτι. Πιστεύει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο (στὰ δόγματά της), σὰν νὰ ἔχη μία ψυχὴ καὶ μία καρδιά, καὶ ἀπὸ συμφώνου κηρύττει καὶ διδάσκει καὶ παραδίδει αὐτά, σὰν νὰ ἔχη ἕνα στόμα… Ὅπως ὁ ἥλιος, τὸ κτίσμα τοῦ Θεοῦ, εἶναι σὲ ὅλο τὸν κόσμο ἕνας καὶ ὁ αὐτός, ἔτσι καὶ τὸ κήρυγμα τῆς ἀληθείας παντοῦ λάμπει καὶ φωτίζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους»17.

1. Πρβλ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Τὸ σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 63.

2. Ἱερὸς Χρυσόστομος, Εἰς Πράξεις 24, 4, καὶ 40, 4, PG 60, 190 καὶ 286.

3. Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Κατὰ Εὐνομίου 2, 1, PG 45, 468C.

4. Μέγας Βασίλειος, Ἐπιστολὲς 203, 3 καὶ 161, 1, PG 32, 741A καὶ 629B.

5. Πρακτικὰ Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi 12, 1022.

6. Ἰωάννης 17, 21  ―  Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Εἰς Ἰωάννην 11, 11, PG 74, 557A.

7. Α΄ Κορινθίους 10, 17  ―  Εἰς Α΄ Κορινθίους 24, 2 καὶ 30, 1, PG 61, 200 καὶ 250  ―  Εἰς Κολασσαεῖς 8, 2, PG 62, 353.

8. Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Εἰς Ἰωάννην 11, 11, PG 74, 560D-561A.

9. Ἐφεσίους 4, 3-6.

10. Ἐφεσίους 5, 25-7  ―  Θεοφόρος Ἰγνάτιος, Σμυρναίοις, PG 5, 708A.

11. Πρβλ. Ζαχαρίας 4, 2  ―  Ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 63, PG 90, 665BCD.

12. Ματθαῖος 13, 24-30.

13. Σμυρναίοις 8, PG 5, 713B  ―  Πρβλ. π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Τὸ σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 40: «Καθολικὴ (Ἐκκλησία) σήμαινε μᾶλλον ὀρθόδοξος παρὰ οἰκουμενική».

14. Κατήχησις 18, 23, PG 33, 1044AB.

15. Ματθαῖος 28, 19  ―  Ψαλμὸς 44, 18  ―  Εἰς Ψαλμὸν ΜΔ΄, 13, PG 55, 203.

16. Ἐφεσίους 2, 20  ―  Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς ᾎσμα ᾀσμάτων, 14, PG 44, 1077A.

17. Ἅγιος Εἰρηναῖος, Κατὰ αἱρέσεων 1, 10, 2, SC 264, 158-60. Πρβλ. καὶ 5, 20, 1, SC 153, 255-7.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 1 «Ἡ Ἐκκλησία φανερώθηκε στὸν κόσμο τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς»

 Ἡ ἁγία Ἐκκλησία

Α.  Εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο 

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.         Οἱ θεόπνευστοι ἅγιοι Ἀπόστολοι, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κατανοήσουμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποίησαν διάφορες εἰκόνες. Τὴν ὀνόμασαν Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή, νύμφη Χριστοῦ, γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαὸν τοῦ Θεοῦ, οἶκον πνευματικόν, οἶκον Θεοῦ, σῶμα Χριστοῦ[1]. Ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ὀνομασίες ἡ τελευταία ἐκφράζει κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο τὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας: Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ ἅγιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κεφαλὴ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ Σώματος εἶναι ὁ Χριστός, καὶ μέλη ὅλοι οἱ βαπτισθέντες χριστιανοί.
.          Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, χρησιμοποιώντας τὴν ἔκφραση Σῶμα Χριστοῦ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, θέλει νὰ μᾶς φανερώση ἀφ’ ἑνὸς τὸν στενὸ δεσμὸ τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς πιστούς, ἀφ’ ἑτέρου τὸ μυστήριο τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ πιστοὶ ἀποτελοῦν τὸ ἅγιο Σῶμα Του: «Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, καὶ κεφαλὴ τοῦ σώματος εἶναι ὁ Χριστός»[2].
.           Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὸ ὁποῖο κεφαλὴ εἶναι Ἐκεῖνος καὶ μέλη τὸ σύνολο τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην πιστῶν, ἐκείνων ποὺ ζοῦν σήμερα, ἐκείνων ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἐκείνων ποὺ θὰ ζήσουν μέχρι τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου. «Οἱ πιστοὶ ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης, αὐτοὶ ποὺ ζοῦν, αὐτοὶ ποὺ ἔζησαν καὶ αὐτοὶ ποὺ θὰ ζήσουν, ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα»[3], τὴν Ἐκκλησία.
.            Ἡ Ἐκκλησία διακρίνεται στὴν στρατευομένη καὶ στὴν θριαμβεύουσα. Στὴν στρατευομένη ἀνήκουν ὅσοι στρατεύονται τὴν καλὴν στρατείαν[4] καὶ ἀγωνίζονται ἐπὶ τῆς γῆς νὰ ζοῦν ἐν Χριστῷ. Στὴν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία ἀνήκουν οἱ κοιμηθέντες ἐν Κυρίῳ, οἱ ὁποῖοι θριάμβευσαν στὸν ἐπίγειο ἀγῶνα τους καὶ προγεύονται τὴν χαρὰ τῆς Βασιλείας.
.           Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἡ συνάθροιση τῶν Ἁγίων»[5], καὶ στὸ σύνολό της ἀποτελεῖ μία ἐν Χριστῷ κοινωνία. Ὅμως στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκουν καὶ ὅσοι δὲν ἔφθασαν τὴν τελειότητα ἀλλὰ ἀγωνίζονται γι’ αὐτήν.

* * *

.           Κατὰ τὴν σταύρωση τοῦ Κυρίου εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ. Τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ ποὺ ἔτρεξαν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ συμβολίζουν τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ τὴν θεία Εὐχαριστία. «Ἡ Ἐκκλησία γεννήθηκε ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ Μυστήρια… Τὰ σύμβολα ὅμως αὐτῶν τῶν δύο Μυστηρίων προῆλθαν ἀπὸ τὴν πλευρά. Ἑπομένως ὁ Χριστὸς δημιούργησε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν πλευρά Του, ὅπως ἀκριβῶς δημιούργησε καὶ τὴν Εὔα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδάμ»[6]. Ἡ Ἐκκλησία γεννιέται ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τρέφεται μὲ τὸν Χριστό: «Ἐκείνους ποὺ γέννησε ὁ Χριστός (διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος) τοὺς τρέφει μὲ τὸν ἑαυτό Του». Ἡ θεία αὐτὴ τροφὴ ἀναδεικνύει τὴν Ἐκκλησία Σῶμα Χριστοῦ: «Οἱ πιστοὶ τρεφόμαστε μὲ τὸ ἅγιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ,… καὶ ἔχουμε γίνει τὸ ἕνα Σῶμα τοῦ Χριστοῦ»[7].

* * *

.            Ἡ Ἐκκλησία φανερώθηκε στὸν κόσμο τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στὸν μαθητή του Τῖτο: Ὅτε ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ… κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς,… διὰ ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου, οὗ ἐξέχεεν ἐφ’ ἡμᾶς πλουσίως διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μεταμόρφωσε τοὺς Ἀποστόλους σὲ ἄφοβους κήρυκες καὶ δημιούργησε τὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα: Ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι[8].
.        Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια φανερώνει ὁ λόγος Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν[9] μὲ τὸν ὁποῖο ἀρχίζουν οἱ ἀποφάσεις τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου καὶ τῶν μετέπειτα Συνόδων. Κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, «ἐὰν δὲν ἦταν παρὸν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δὲν θὰ ἱδρυόταν ἡ Ἐκκλησία. Ἀφοῦ ὅμως συνεστήθη ἡ Ἐκκλησία, εἶναι φανερὸ ὅτι παρευρίσκεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Ὁ ἀποστολικὸς λόγος Ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν σημαίνει ὅτι, «Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἔκανε ἕνα σῶμα καὶ μᾶς ἀναγέννησε εἶναι τὸ ἕνα Ἅγιο Πνεῦμα… Ὥστε καὶ Ἐκεῖνος ποὺ κατεσκεύασε τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἕνας (τὸ Ἅγιο Πνεῦμα), καὶ ἐκεῖνο ποὺ κατεσκεύασε εἶναι ἕνα (ἡ Ἐκκλησία)»[10].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Α΄ Κορινθίους 3, 9. Πρβλ. Ἀποκάλυψις 21, 9· 22, 17. Α΄ Πέτρου 2, 9-10 καὶ 5. Α΄ Τιμόθεον 3, 15. Α΄ Κορινθίους 12, 27.

2. Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς ᾎσμα ᾀσμάτων, 8, PG 44, 949B.

3. Ἱερὸς Χρυσόστομος, Εἰς Ἐφεσίους 10, 1, PG 62, 75.

4. Α΄ Τιμόθεον 1, 18.

5. Ὅσ. Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης, Ἐπιστολὲς 2, 246, PG 78, 685A.

6. Ἰωάννης 19, 34  ―  Ἱερὸς Χρυσόστομος, Βαπτισματικὴ Κατήχησις 3, 17, SC 50, 161. Πρβλ. Τίτον 3, 5. Πρβλ. Γένεσις 2, 22.

7. Ἱερὸς Χρυσόστομος, Εἰς Ματθαῖον 82, 5, PG 58, 744·743-4.

8. Τίτον 3, 4-6  ―  Πράξεις Ἀποστόλων 2, 41.

9. Ἑσπερινὸς Πεντηκοστῆς, Στιχηρόν  ―  Πράξεις Ἀποστόλων 15, 28.

10. Εἰς τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν 1, 4, PG 50, 459  ―  Α΄ Κορινθίους 12, 13. Εἰς Α΄ Κορινθίους 30, 1-2, PG 61, 250-1.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 3

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Γ´]

Γ´ Ἡ πορεία πρὸς τὴν θέωση
Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/28/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου1/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/30/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου-2/ 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.         Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ περιγράψουμε ἀμυδρὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν θέωση, θὰ προσπαθήσουμε νὰ μεταφέρουμε πιστὰ τοὺς λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μὲ κόπο πολὺ διήνυσαν τὸν δρόμο αὐτὸ καὶ τώρα ἀγάλλονται αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
.         Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου συντελεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὴν ἐπιτυγχάνουμε μόνοι μας. Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἐμεῖς πάσχουμε τὴν θέωση, ἐνῶ ὁ Θεὸς τὴν ἐνεργεῖ[1]. Θὰ πρέπη ὡστόσο κι ἐμεῖς νὰ ἀγωνισθοῦμε, ὥστε νὰ καταστήσουμε ἄξιο τὸν ἑαυτό μας νὰ δεχθῆ καὶ νὰ κρατήση τὴν μεγάλη αὐτὴ δωρεά.
.         Πρώτη προϋπόθεση γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση. Διότι ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν[2].

.         Οἱ μεγαλύτερες πτώσεις στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου εἶναι ἡ πτώση τοῦ Ἑωσφόρου καὶ ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ἦταν καὶ οἱ δύο προσπάθειες γιὰ «θέωση», ποὺ στηρίζονταν ὅμως ὄχι στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὴν ἔπαρση καὶ στὸν ἐγωισμό. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν φοβερὴ πτώση, ἀθεράπευτη γιὰ τὸν ἐφευρέτη τῆς κακίας, καὶ δυσθεράπευτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δυστυχῶς τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς μέχρι τὶς μέρες μας. Διάφορα κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ συστήματα ὑπόσχονται πολλὰ στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀποτυγχάνουν τραγικά, διότι ἔχουν ὡς κέντρο τους τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὸν Θεάνθρωπο Χριστό.
.         Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε πολὺ καθαρά: Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν[3]. Μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίση τὴν ἀδυναμία του, καὶ ζητήση μὲ συντριβὴ τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει νὰ βαδίζη στὸν δρόμο τῆς θεώσεως. Οἱ Ἅγιοι ἐνῶ ἦταν κοντὰ στὸν Θεό, ἐνῶ ἔλαμπαν καὶ θαυματουργοῦσαν, ταυτόχρονα θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους χειρότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ταπείνωση τοὺς ἀνέδειξε θεοὺς κατὰ Χάριν.

* * *

.         Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ἐκφράσεις θέωσις, ἕνωσις μὲ τὸν Θεό, ὁμοίωσις μὲ τὸν Θεό, γνῶσις Θεοῦ, θεωρία τοῦ Θεοῦ, θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός, εἶναι προσπάθειες περιγραφῆς τῶν ἐμπειριῶν τῆς θεώσεως[4]. Μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου συνυπάρχει ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν πατερικὸ λόγο, βλέπει τὸ Φῶς καὶ γίνεται Φῶς: «Φῶς γεγονὼς καὶ διὰ τοῦ φωτὸς θεώμενος καὶ φῶς ὁρῶν». Γιὰ νὰ ἀξιωθῆ ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ δῆ τὸν Θεό, θὰ πρέπη νὰ καθαρίση τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη: Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται[5]. Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη προϋπόθεση γιὰ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
.         Ἡ τέλεια κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό: «Ὅταν φθάση κανεὶς στὴν πνευματικὴ τελειότητα, ἀφοῦ καθαρθῆ ὁλότελα ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ ἑνωθῆ τελείως μὲ τὸ Παράκλητο Πνεῦμα… τότε γίνεται ὅλος φῶς, ὅλος πνεῦμα, ὅλος χαρά, ὅλος ἀγάπη»[6].
.         Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στὴν κάθαρση, βλέπει τὸν Θεό. Οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς ἐξηγοῦν πῶς συμβαίνει αὐτό: Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καὶ ἑπομένως «ὅποιος καθάρισε τὴν καρδιά του ἀπὸ κάθε ἐμπάθεια, βλέπει μέσα στὸ δικό του κάλλος τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ»[7]. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρίσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε πάθος, ἔχει κάνει τὴν καρδιά του ἕναν καθαρὸ πνευματικὸ καθρέπτη στὸν ὁποῖο καθρεπτίζεται ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός.
.         Ὁ ἀγῶνας βέβαια γιὰ νὰ ξεριζωθοῦν τὰ πάθη δὲν εἶναι καθόλου εὔκολος. Χρειάζεται πολὺς κόπος καὶ συνεχὴς βία: Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. Καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς καλοῦν: «Δῶσε αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα». Μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια, γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι τελείως ἀπαραίτητη ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι «οἱ ἀρετὲς ἀπὸ μόνες τους δὲν μποροῦν νὰ κάνουν καθαρὴ τὴν καρδιά, χωρὶς τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[8].
.         Ὅσο προχωρᾶ ὁ ἄνθρωπος στὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς του, τόσο περισσότερο ζῆ πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἐμπειρίες τῆς θείας Χάριτος. Τὰ πρῶτα πικρὰ δάκρυα τῆς μετανοίας μετατρέπονται σὲ δάκρυα βαθιᾶς εἰρήνης καὶ τέλος σὲ δάκρυα ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Ὁ νοῦς φωτίζεται καὶ βλέπει σιγὰ-σιγὰ μὲ ἄλλο τρόπο τὰ πράγματα, τοὺς ἀνθρώπους, τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἡ κατάσταση στὴν ὁποία φθάνει τότε ὁ ἄνθρωπος ὀνομάζεται ἀπάθεια.
.         Στὴν ἀπάθεια διακρίνουμε τέσσερα στάδια: «Ἡ πρώτη ἀπάθεια, ποὺ παρατηρεῖται στοὺς ἀρχαρίους, εἶναι ἡ παντελὴς ἀποχὴ ἀπὸ τὴν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Δεύτερη εἶναι ἡ πλήρης ἀπουσία συγκατάθεσης στοὺς κακοὺς λογισμούς… Τρίτο στάδιο ἀπαθείας εἶναι ἡ πλήρης ἀκινησία τῶν παθῶν… Τέταρτο στάδιο εἶναι ἡ πλήρης κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἁπλὴ φαντασία τῶν παθῶν». Γιὰ τὸ τελευταῖο αὐτὸ στάδιο τῆς ἀπαθείας ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει: «Ὅποιος ἀξιώθηκε αὐτὴν τὴν κατάσταση, ἐνῶ βρίσκεται ἀκόμη στὴν σάρκα του, ἔχει ὡς ἔνοικό του τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τὸν κυβερνᾶ σὲ ὅλα τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα καὶ τὶς σκέψεις»[9].
.         Ὁ ὅσιος Ἰωάννης παρομοιάζει τὴν ἀπάθεια μὲ τὸ ἀνάκτορο τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως, ἐνῶ τὶς «πολλὲς μονές», ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός, τὶς παρομοιάζει μὲ τὶς κατοικίες τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ. Καὶ μᾶς προτρέπει: «Ἂς τρέξουμε γιὰ νὰ κατορθώσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὸν νυμφῶνα τοῦ ἀνακτόρου. Ἐὰν ὅμως εἴτε ἀπὸ κάποιο φορτίο εἴτε ἀπὸ κάποια πρόληψη (κακὴ συνήθεια ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος) εἴτε ἀπὸ κάποια ἀργοπορία καθυστερήσαμε,… τουλάχιστον ἂς προφθάσουμε κάποια κατοικία γύρω ἀπὸ τὸν νυμφῶνα»[10]. Ἐδῶ θὰ πρέπη νὰ διευκρινισθῆ ὅτι δὲν σώζονται μόνον ὅσοι φθάνουν στὴν ἀπάθεια, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς τους μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τοὺς βρίσκει ὁ θάνατος[11].

* * *

.         Ἡ θέωση στὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι ὁ μυστικὸς ἀρραβῶνας τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Στὸν ἀρραβῶνα αὐτό, τὸ δακτυλίδι ποὺ χαρίζει ὁ Νυμφίος Χριστὸς στὴν ψυχὴ εἶναι ἡ τελεία χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μόνον ὅταν ἡ ψυχὴ δεχθῆ αὐτὴ τὴν θεία Χάρι μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιη γιὰ τὸν μελλοντικὸ γάμο της μὲ τὸν Χριστό. Ὁ γάμος αὐτὸς εἶναι τὰ ἀγαθὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας[12].
.         Στὴν παροῦσα ζωὴ οἱ Ἅγιοι θεοποιοῦνται, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι ἀντιληπτὸ σὲ ὅσους κρίνουν ἐξωτερικά:

Ὥσπερ ἐγεννήθη Θεὸς ἀτρέπτως
ἄνθρωπος ἐν σώματι καὶ πᾶσιν ὤφθη,
οὕτως ἀφράστως, πνευματικῶς γεννᾷ με
καὶ ἄνθρωπον μένοντα θεὸν ποιεῖ με·
καὶ ὥσπερ ὁρώμενος σαρκὶ ἐκεῖνος
τὸ Θεὸς εἶναι ἠγνοεῖτο τοῖς ὄχλοις,
οὕτω καὶ ἡμεῖς, οἷον ἦμεν, τοῖς πᾶσιν
«θαῦμα!» βλεπόμενοι ἄνθρωποι πάντως
τό, ὅπερ γεγόναμεν χάριτι θείᾳ,
οὐ πεφύκαμεν τοῖς πολλοῖς καθορᾶσθαι.
Μόνοις δ’ οἷς ὄμμα ψυχῆς κεκαθαρμένον[13].

.         Στὴν μέλλουσα ζωὴ ὅμως, οἱ Ἅγιοι θὰ βλέπουν τὸν Θεὸ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο καταυγαζόμενοι ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θείας δόξης:

Ὢ θαύματος, ὡς ἄγγελοι καὶ ὡς υἱοὶ Ὑψίστου
ἔσονται μετὰ θάνατον, θεοὶ Θεῷ συνόντες,
τῷ φύσει ὄντι οἱ αὐτῷ θέσει ὁμοιωθέντες[14].

1. Πρβλ. ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 22, PG 90, 320D καὶ Πρὸς Μαρῖνον πρεσβύτερον, PG 91, 33C.

2. Ἰακώβου 4, 6.

3. Ἰωάννης 15, 5.

4. Πρβλ. ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, 3, PG 3, 376A: «Ἡ θέωσίς ἐστιν ἡ πρὸς Θεόν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καὶ ἕνωσις»  ―  Πρβλ. ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Α΄ πρὸς Βαρλαάμ, 38, Συγγράμματα 1, 247.

5. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2, 3, 57, Συγγράμματα 1, 591  ―  Ματθαῖος 5, 8.

6. Ἅγιος Μακάριος Αἰγύπτιος, Λόγοι πεντήκοντα (παράφραση ἁγ. Συμεὼν Μεταφραστοῦ), 90, Φ 3, 208.

7. Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς 6, PG 44, 1269C.

8. Ματθαῖος 11, 12  ―  Ἀββᾶς Λογγῖνος, Γεροντικόν, Ἀθήνα 21970, σελ. 63  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά, 73, Φ 3, 250.

9. Ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 55, PG 90, 544C  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 2 καὶ 15, σελ. 368 καὶ 371.

10. Ἰωάννης 14, 2  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 16-7, σελ. 371-2.

11. Πρβλ. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Πρὸς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον, 9, Συγγράμματα 5, 235, καὶ Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 4, SC 129, 18.

12. Πρβλ. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια θεολογικὰ 3, 45-9, SC 51, 93-5.

13. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 50, SC 196, 170-2.

14. Α΄ Κορινθίους 13, 12. Πρβλ. Ματθαῖος 13, 43  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 27, SC 174, 286.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 2

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Β´]

Β´ Ἡ Ἐκκλησία, ὁ χῶρος τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου
Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/28/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου1/ 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.      Μὲ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων ὁ σκοπὸς τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς φάνηκε ὅτι ματαιώνεται. Ὁ ἄνθρωπος, βαριὰ ἄρρωστος πλέον, δὲν εἶχε τὶς προϋποθέσεις ποὺ εἶχε ἀρχικὰ γιὰ νὰ προχωρήση στὴν θέωση. Ὁ πανάγαθος Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὴν σωτηρία του μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του.
.       Ὁ ἅγιος Γρηγόριος θεολογεῖ: «Ἐκεῖνος ποὺ δίνει τὸν πλοῦτο, γίνεται πτωχός. Πτωχεύει λαμβάνοντας τὴν δική μου σάρκα, γιὰ νὰ πλουτήσω μὲ τὴν δική Του Θεότητα». Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἔτσι κάθε Χριστιανὸς ἔχει πλέον τὴν δυνατότητα νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό, νὰ πετύχη τὴν θέωση. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας: «Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο κατέβηκε στὴν γῆ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ σὲ καταστήση θεό, ὅσο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν»[1].
.          Ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ συντελεῖται διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κάθε βαπτισμένος Χριστιανὸς εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. «Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν ἔχουν ὡς κεφαλή… γίνονται κι αὐτοὶ θέσει θεοί, ὅμοιοι μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ»[2]. Ἐὰν ὁ χριστιανὸς ζῆ χωρὶς ἐξομολόγηση καὶ πνευματικὴ ζωή, εἶναι ἕνα νεκρὸ μέλος τοῦ Χριστοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐξομολογῆται καὶ μετέχη στὰ ἅγια Μυστήρια, εἶναι μέλος ζωντανό. Ἡ θεία ζωὴ τὸν διαποτίζει ὁλόκληρο, καὶ τὸν ζωοποιεῖ. Θὰ ἦταν ὅμως τελείως ἀδύνατον νὰ θεωθοῦμε, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς ἔκανε μέλη τοῦ ἁγίου Σώματός Του.

* * *

.          Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ πετύχη τὴν θέωση, διότι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, εἶναι ἄκτιστη. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον οὐσία, ὅπως πιστεύουν οἱ Παπικοί, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐνέργεια. Ἐὰν ὁ Θεὸς ἦταν μόνον οὐσία, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του, διότι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτη στὸν ἄνθρωπο. «Ὅσοι ἀξιώνονται νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεό, ἑνώνονται κατ’ ἐνέργειαν»[3].
.            Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει: «Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους παραλάβαμε νὰ ὀνομάζουμε Θεότητα καὶ τὴν θεία φύση καὶ τὴν θεοποιὸ δωρεά». Ἐὰν οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν ἄκτιστες, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς θεώσουν, νὰ μᾶς ἑνώσουν μὲ τὸν Θεό. «Ὅταν κάποιος λέγη ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκχέεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀξίους εἶναι κτίσμα, ἀναιρεῖ φανερὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἁγίων μὲ τὸν Θεό, καὶ ἀθετεῖ τὴν κοινωνία τῆς Θεότητος»[4]. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Παπικοὶ δὲν ὁμιλοῦν γιὰ θέωση ἀλλὰ μόνο γιὰ μιὰ ἠθικὴ καλλιτέρευση.
.         Ὅσοι πάλι πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀναγκαστικὰ φθάνουν στὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατ’ οὐσίαν θεός, δηλαδὴ ὅτι ὅλοι καὶ ὅλα γίνονται θεοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψη ποὺ ὑπάρχει στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ὅπου ὁ Θεὸς δὲν εἶναι συγκεκριμένη προσωπικὴ ὕπαρξη ἀλλὰ συγκεχυμένη δύναμη σκορπισμένη σ’ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὰ ζῶα καὶ στὰ πράγματα (πανθεϊσμός).
.            Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἐργαστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι Χριστιανοὶ κοινωνοῦμε μὲ τὴν κατάλληλη προετοιμασία (ἐξομολόγηση, νηστεία κλπ.) τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Θεό, γινόμαστε κι ἐμεῖς θεοὶ κατὰ Χάριν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Λόγος 45, 9, PG 36, 636A  ―  Εἰς Πράξεις 15, 4, PG 60, 125.
2. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 4, SC 129, 50.
3. Πρβλ. Ἰωάννης 1, 18. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα, 75, Συγγράμματα 5, 77-8 (πρβλ. καὶ 94-5).
4. Πρὸς Ἀρσένιον, 2, Συγγράμματα 2, 316  ―  Πρὸς Ἀθανάσιον Κυζίκου, 33, Συγγράμματα 2, 443.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 1

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Α´]

Α´ Θέωσις, ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012), σελ. 284. 

.         Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τοῦ ἔθεσε ὡς σκοπὸ νὰ γίνη καὶ καθ’ ὁμοίωσίν Του[1]. Δηλαδὴ ὁ Δημιουργὸς μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε κατὰ Χάριν θεοί, καὶ ἑπομένως σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ θέωσις.
.          Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸν στόχο αὐτό, «θέωσις εἶναι ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοίωση καὶ ἕνωση μὲ τὸν Θεό». Ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς συναισθηματική· εἶναι ὀντολογικὴ καὶ πραγματική. Αὐτὸ τὸ ἀνέκφραστο μυστήριο τῆς ἑνώσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τὸ περιέγραψε μὲ μία φράση: «Ἡμεῖς καὶ ὁ Χριστὸς ἕν ἐσμεν»[2].
.         Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. «Ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ γίνουμε κοινωνοὶ θείας φύσεως καὶ μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός Του, καὶ νὰ φανοῦμε ὅμοιοι μὲ Αὐτόν, θεούμενοι διὰ τῆς θείας Χάριτος». Γράφει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἡ θέωσις εἶναι ὁ τελικὸς στόχος, ὁ πρώτιστος καὶ ὑψηλότατος σκοπὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγινε… καὶ ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως, καὶ ἡ παράδοση τοῦ φυσικοῦ καὶ γραπτοῦ νόμου,… καὶ ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ ἡ ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[3].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

1. Γένεσις 1, 26.
2. Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, 3, PG 3, 376A  ―  Εἰς Ἑβραίους 6, 3, PG 63, 58
3. Ἅγ. Μάξιμος, Περὶ θεολογίας, 3, 42, Φ 2, 98. Β΄ Πέτρου 1, 4  ―  Ἀπάνθισμα λίαν κατανυκτικῶν εὐχῶν, Βόλος 1963, σελ. 12.

, ,

Σχολιάστε