Ἄρθρα σημειωμένα ὡς κατάκριση

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–2 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»
-2-

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Mέρος Α´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Ὁρισμοί

.             Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Γιά τό ὅτι δέν πρέπει νά κρίνουμε τόν πλησίον μας » δίδει τούς ὁρισμούς τῶν τριῶν αὐτῶν ἐννοιῶν πού συνιστοῦν τήν ἑτεροπαρατήρηση, παρατηρώντας ὅτι «… τίποτε δέν ξεγυμνώνει τόσο τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ὁδηγεῖ στήν ἐγκατάλειψη (τοῦ Θεοῦ) ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση τοῦ πλησίον».
.             Καταλαλιά εἶναι νά μιλήσεις εἰς βάρος κάποιου ἄλλου φανερώνοντας μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Εἶναι τό νά διαδίδεις μέ λόγια τίς ἁμαρτίες καί τά σφάλματα τοῦ πλησίον. Ὅταν, γιά παράδειγμα, πεῖς γιά κάποιον: «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», εἶναι καταλαλιά, διότι φανερώνεις μέ ἐμπάθεια τήν ἁμαρτία του.
.             Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τήν καταλαλιά «παχειά βδέλλα, κρυμμένη καί ἀφανῆ, πού ἀπορροφᾶ καί ἐξαφανίζει τό αἷμα τῆς ἀγάπης».
.            Κατάκριση εἶναι ἡ καταδικαστική γνώμη, ἀπόφαση ἤ κρίση, τήν ὁποία ἐκφέρει ἤ καί διαδίδει κάποιος γιά τήν διαγωγή, τίς ἁμαρτίες, τά σφάλματα καί τά ἐλαττώματα τοῦ πλησίον, ἡ ὁποία δέν παραμένει μόνο σέ αὐτά (πού εἶναι ἡ καταλαλιά), ἀλλά προχωρᾶ καί καταδικάζει, ἀποδοκιμάζει καί μέμφεται καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, τόν πταίσαντα καί μάλιστα χωρίς οἶκτο καί ἐπιείκεια. Ἀντί, γιά παράδειγμα, νά πεῖ κάποιος «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», (πού εἶναι καταλαλιά), λέει: «ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος ἢ εἶναι πόρνος» καί ἔτσι ἀποφαίνεται ὄχι μόνο γιά τίς πράξεις του, ἀλλά γιά ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτό εἶναι ἡ κατάκριση.
.             Ὁ Φαρισαῖος δέν καταδικάστηκε, ὅταν εἶπε ἀόριστα, χωρίς νά κατονομάσει κανένα, δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἅρπαξ, ἄδικος ἢ μοιχός. Ὅταν ὅμως γυρνώντας πρός τόν Τελώνη εἶπε: «οὔτε σάν καί αὐτόν τόν τελώνη», τότε βάρυνε τήν ψυχή του γιατί ἔπεσε σέ κατάκριση. Πολλές φορές, ὄχι μόνο κατακρίνουμε τόν πλησίον μας, ἀλλά καί τόν ἐξουθενώνουμε.
.             Ἐξουθένωση εἶναι ὄχι μόνο νά κατακρίνει κανείς κάποιον πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά φτάνει στό σημεῖο νά τόν ἀπαξιώνει, νά τόν ἐκμηδενίζει, νά τόν ἐξευτελίζει, νά τόν σιχαίνεται, σάν κάτι πού προξενεῖ ἀηδία. Ἡ ἐξουθένωση εἶναι πολύ χειρότερη καί πολύ πιό ὀλέθρια ἀπό τήν κατάκριση. Φτάνουμε, ἔτσι στό σημεῖο νά μισοῦμε ὄχι μόνο τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τόν ἁμαρτωλό. Πολλές φορές μάλιστα χαιρόμαστε καί ἐπαιρόμαστε γι’ αὐτό.
.             Αὐτό εἶναι δεῖγμα παντελοῦς ἐλλείψεως ἀγάπης. Εἶναι κατάσταση πού μᾶς χωρίζει, ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό τόν Θεό. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἁμαρτωλό, ἀκόμη καί τόν πιό ἐξαθλιωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία καί προσπαθεῖ νά τόν συνετίσει καί νά τόν φέρει σέ μετάνοια. Τόν συγχωρεῖ δέ ἀμέσως καί ἀπροϋπόθετα ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, μετανοήσει καί ζητήσει τό ἔλεός Του. Μέ ποιό δικαίωμα λοιπόν ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, μπορεῖ νά ἀπορρίψει ἕνα συνάνθρωπό του, ἔστω καί φαινομενικά πιό ἁμαρτωλό; Αὐτός πού δέν θά δείξει ἔλεος γιά τόν συνάνθρωπό του, δέν θά ἐλεηθεῖ ἀπό τό Θεό: «ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος, τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ . β´13) (δηλ. ἡ κρίση θά εἶναι ἄσπλαγχνη πρός ἐκεῖνον πού δέν ἔδειξε εὐσπλαγχνία), λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος στήν Καθολική ἐπιστολή του.
.                 Ὁ ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ μᾶς προτρέπει χαρακτηριστικά γιά τό ζήτημα αὐτό: «Μὴ σφετερίζεσαι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μὴ γίνεσαι ἀντίπαλος τοῦ Κυρίου, ἁρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ποὺ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Καὶ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια ἂν δῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μὴν τὸν καταδικάσης, μὴν τὸν κακολογήσης, μὴν τὸν διασύρης, μὴν τὸν ἐξουθενώσης. Καταδίκασε τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε καὶ τὸν ἔριξε στὴν ἁμαρτία. Ἂν ὅμως καταδικάσης τὸν ἀδελφό σου, θὰ ἐπιβεβαιώσης τὸν μεγάλο καὶ ἄλογο ἐγωισμό σου. Καὶ πρόσεξε, γιατί θὰ πέσης κι ἐσὺ στὸ ἴδιο ἁμάρτημα. Κατὰ κανόνα, ὅποιος κρίνει τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, πέφτει κατόπιν στὸ ἴδιο. Κάλυψε λοιπὸν σπλαχνικὰ μὲ τὴ σιωπὴ τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἂν μπορῆς διόρθωσέ τον μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι. Ἂν δὲν μπορῆς, μεῖνε στὴ σιωπή σου καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα. Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά».
.                 Δυστυχῶς, ἐμεῖς μέ πολλή εὐκολία κατακρίνουμε ἀσύστολα τόν συνάνθρωπό μας, ἂν τύχει νά δοῦμε κάτι, ἢ νά ἀκούσουμε ἢ νά ὑποψιαστοῦμε ὅ, τι ἔκανε. Καί τό φοβερότερο εἶναι ὅτι δέν σταματᾶμε στήν βλάβη πού κάνουμε στόν ἑαυτό μας. Ἀλλά συναντᾶμε καί ἄλλον ἀδερφό καί ἀμέσως τοῦ λέμε: «αὐτό καί αὐτό ἔγινε». Ἔτσι βλάπτουμε καί ἐκεῖνον, βάζοντας στήν καρδιά του ἁμαρτίες. Γι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται νά λέμε τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἀλλά οὔτε καί τίς δικές μας, παρά μόνο στόν πνευματικό μας κατά τήν ἐξομολόγηση. Διαφορετικά, διασπείρουμε τά μικρόβια τῆς ἁμαρτίας καί σέ ἄλλους.
.                 Ἄς δοῦμε, ὅμως, πῶς θέτει τό ζήτημα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: « Δέν πρέπει οὔτε νά ἐπιπλήττεις, οὔτε νά προσβάλλεις, ἀλλά νά νουθετεῖς· ὄχι νά κατηγορεῖς, ἀλλά νά συμβουλεύεις· οὔτε νά ἐπιτίθεσαι μέ ἀφροσύνη, ἀλλά νά διορθώνεις μέ στοργή. Διότι ὅταν συμβεῖ νά ἐκφέρεις γνώμη χωρίς συμπόνια γιά τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον σου, παραδίδεις ὄχι ἐκεῖνον, ἀλλά τόν ἑαυτό σου στήν ἐσχάτη προδοσία.
.                 Θά μέ ρωτήσεις εὐλόγως, συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τί λοιπόν; Ἐάν πορνεύει ὁ ἄλλος νά μήν τοῦ πῶ ὅτι εἶναι κακό ἡ πορνεία καί νά μή διορθώσω αὐτόν πού προβαίνει σέ αἰσχρές πράξεις; Σοῦ ἀπαντῶ· διόρθωσέ τον μέν, ἀλλ’ ὄχι σάν ἐχθρός οὔτε σάν ἀντίπαλος πού ζητεῖ τιμωρία, ἀλλά σάν Πατέρας πού προσφέρει φάρμακα. Διότι ὁ Κύριος δέν εἶπε νά μήν ἐμποδίζεις αὐτόν πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά μήν τόν κρίνεις, δηλαδή νά μήν γίνεσαι σκληρός δικαστής καί ἐπικριτής».
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτηριστικά τονίζει ὅτι ἡ κατάκριση καί δυσφήμιση τοῦ ἄλλου, καί μάλιστα ὅταν ἀποτελεῖ ἀνεξέλεγκτη συκοφαντία καί κατασπίλωση τῆς τιμῆς του, ἰσοδυναμεῖ μέ φόνο. «Ὅπως λέγεται, ἄλλωστε, ἀπό τούς ἠθικούς διδασκάλους, ἡ τιμή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τή ζωή. Καί ἐπειδή ὁ φόνος θανατώνει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ συκοφαντία θανατώνει τήν τιμή, ἄρα ἡ συκοφαντία εἶναι χειρότερη ἀπό τόν φόνο. Καί στ’ ἀλήθεια εἶναι μεγαλύτερη κακία τό νά φονεύει κανείς μέ τή γλῶσσα, παρά μέ τό ξίφος καί τό νά πληγώνει μέ τό λόγο παρά μέ τό βέλος. Γιατί ὁ φονιάς θανατώνει μόνον τούς ζωντανούς, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἐνῶ ὁ συκοφάντης ἐπί πλέον καί τούς νεκρούς καί μάλιστα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Μέ φόνο μάλιστα ἄκοπο καί ἀκίνδυνο, ἀφοῦ γίνεται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στίς πολυθρόνες τῶν σαλονιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν σωματικό φόνο, πού συνήθως ἐνέχει ἀγωνία, ποινικές διώξεις καί φυλακίσεις».
.                 Ἡ κατάκριση μᾶς ἀναδεικνύει ἄφρονες ὡς χριστιανούς, καθώς ὁ Χριστός μας εἶπε: «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε, καί ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 2) (δηλ. μέ τό κριτήριο πού κρίνετε, θά κριθεῖτε καί μέ τό μέτρο πού μετρᾶτε, θά μετρηθεῖτε). Κατά συνέπεια, μέ τήν κατάκριση, καταδικάζουμε μόνοι μας τόν ἑαυτό μας νά πέση στά ἴδια ἁμαρτήματα μέ αὐτά πού κατακρίνουμε, καί δίνουμε τό μέτρο ἀνεπιεικοῦς κρίσεως στόν Δικαιοκρίτη Θεό.
.                 Τό πόσο ἐπιεικής εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτούς πού δέν κατακρίνουν μᾶς τό φανερώνει καί τό ἑξῆς περιστατικό ἀπό τό Γεροντικό: «Ἕνας μοναχός σ’ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελής στά πνευματικά, ἔπεσε βαριά ἄρρωστος κι ἦλθε ἡ ὥρα του νά πεθάνει. Ὁ ἡγούμενος καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί τόν περικυκλώσανε γιά νά τοῦ δώσουν θάρρος στίς τελευταῖες του στιγμές. Παρατήρησαν ὅμως ἔκπληκτοι, πώς ὁ ἀδελφός ἀντίκρυζε τόν θάνατο μέ μεγάλη ἀταραξία καί ψυχική γαλήνη.
-Παιδί μου, τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἡγούμενος, ὅλοι ἐδῶ ξεύρομε πώς δέν ἤσουν καί τόσο ἐπιμελής στά καθήκοντά σου. Πῶς πηγαίνεις μέ τόσο θάρρος στήν ἄλλη ζωή;
– Εἶναι ἀλήθεια, Ἀββᾶ, ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος, πώς δέν ἤμουν καλός μοναχός. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως ἐτήρησα μέ ἀκρίβεια στή ζωή μου: Δέν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό σκοπεύω νά εἰπῶ στό Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ ἐνώπιόν Του: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δέν θά μέ κρίνη αὐστηρά.
– Πήγαινε εἰρηνικά στό αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε μέ θαυμασμό ὁ Ἡγούμενος. Ἐσύ, κατώρθωσες, χωρίς κόπο νά σωθῆς».

Αἴτια πού ὁδηγοῦν στήν κατάκριση

.                 Τά πιό συχνά αἴτια πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κατάκριση εἶναι καταρχήν ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἀλαζονεία μας, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου. Ἡ ζήλεια καί ὁ φθόνος μᾶς ὁδηγοῦν, ἐπίσης, πολύ συχνά στήν κατάκριση, καθώς καί τά ἐκδικητικά αἰσθήματα καί ἡ διάθεση νά μειώσουμε τόν ἄλλο καί νά σπιλώσουμε τήν ὑπόληψή του.
.                 Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ ἀπέδιδε τήν διαρκή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους στήν ἀπροθυμία γιά αὐτογνωσία. Ἔλεγε συγκεκριμένα: «Γιατί κρίνουμε τοὺς ἀδελφούς μας; Διότι δὲν προσπαθοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ὅποιος καταγίνεται μὲ τὴ γνώση τοῦ ἐαυτοῦ του δὲν προλαβαίνει νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἄλλους. Κατάκρινε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ παύσεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους».
.                 Πολλές φορές, ὡστόσο, κρυβόμαστε πίσω ἀπό δῆθεν ἀθῶα κίνητρα γιά νά δικαιολογήσουμε τίς πτώσεις μας σέ ποικίλα ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας. Ἀργολογοῦμε ἤ ἀστειολογοῦμε γιά νά περνάει ἡ ὥρα ἤ γιά νά διατηροῦμε κοινωνικές σχέσεις καί ἐπαφές ἤ κατακρίνουμε καί ἐξουθενώνουμε τούς ἄλλους, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἀπόντες, μέ τό πρόσχημα τῆς ἀπόδοσης δικαιοσύνης καί ἐπαναλαμβάνοντας τήν γνωστή ἐπωδό «ἡ ἀλήθεια θά πρέπει νά λέγεται».

Παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης

.                 Ἡ ἑτεροπαρατήρηση, ἡ συνεχής, δηλαδή, ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση, ἐκτός ἀπό τίς κύριες ἐκδηλώσεις της, τίς ὁποῖες ἀναπτύξαμε, τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση, ἔχει καί ἀρκετά παράγωγα, συνέπειες δηλαδή πού ἀφήνουν βαρύ τό ἀποτύπωμά τους στά «θύματα» τῶν ἐπικρίσεων καί τῶν κατακρίσεών μας. Πρῶτο παράγωγο εἶναι ὁ στιγματισμόςἐτικετοποίηση, ἡ ὀξύτατη δηλαδή κριτική καί ἡ δημόσια καταγγελία κάποιου, ἡ στηλίτευση καί ὁ διασυρμός του. Ὁ στιγματισμός ἑνός ἀνθρώπου ἐπιφέρει τήν ἀμαύρωση τῆς δημόσιας εἰκόνας του καί δημιουργεῖ μία ἀρνητική φήμη, τήν κοινῶς λεγόμενη «ρετσινιά» ἤ «ταμπέλα» πού τόν συνοδεύει σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση ἐγκλωβίζουν τόν ἄνθρωπο σὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ προσδιορίζουν διὰ βίου τὴν συναναστροφή, τίς δραστηριότητες καὶ τὴν πνευματικὴ του πορεία καί τόν ὁδηγοῦν τελικά νὰ κλειστεῖ μὲ πικρία στὸν ἑαυτό του, τὸν ὁδηγοῦν στὸ περιθώριο, στὴν ἀπομόνωση, στὴν ἀποξένωση.
.                 Ἄλλο παράγωγο τῆς ἑτεροπαρατήρησης εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ περιφρονητικός ἤ προσβλητικός, δηλαδή, ἀστεϊσμός σέ βάρος κάποιου, ὁ χλευασμός, ἡ διαπόμπευση καί ὁ ἐξευτελισμός του, ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο ψυχικὰ τραύματα καὶ διάφορα συμπλέγματα κατωτερότητος καί μειονεξίας.
.                 Ἕνα ἀκόμη παράγωγο εἶναι ὁ χαρακτηρισμός, ἡ ἔκφραση δυσμενῶν, ἄκριτων, ἀρνητικῶν, ἐπιπόλαιων καί ἐν πολλοῖς ἄδικων ἐκτιμήσεων γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν συμπεριφορὰ ἑνός ἀνθρώπου.
.                Στιγματισμός, ἐτικετοποίηση, ἐμπαιγμός καὶ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἐκδηλώσεις τῆς κατακρίσεως, ποὺ χωρὶς ἀγάπη πραγματικὴ καὶ χωρὶς διάκριση ἀναφέρονται στὰ σωματικά, διανοητικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα ἢ ἐλαττώματα τῶν ἀδελφῶν μας. Ἡ ἐγκληματικὴ διάσταση αὐτῶν τῶν ὀλεθρίων ἐκδηλώσεων ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὴν πνευματικὴ ἄσκηση καὶ προκοπὴ ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ δυσκολεύουν ἢ τοῦ ματαιώνουν κάθε καλὴ προσπάθεια μετανοίας καὶ διορθώσεώς του, ἐφ’ ὅσον στιγματισμοί, ἐμπαιγμοί, χαρακτηρισμοὶ καὶ ἐτικετοποιήσεις διαιωνίζονται καὶ ὡς βρόγχος καταπνίγουν τὶς φιλότιμες καὶ καρδιακὲς προσπάθειές τους, παρότι οἱ ἴδιοι ἔχουν μετανοήσει καί ἔχουν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.

Τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας

.                 Μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν πιό σημαντικῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῶν παραγώγων τους, παραθέτουμε συνοπτικά καί κάποια ἀκόμη συναφῆ καί συχνά ἐμφανιζόμενα ἁμαρτήματα μέ σύντομους ὁρισμούς καί σχολιασμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν αὐτοκριτική μας καί τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυρίως θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν, ὅταν προσερχόμαστε στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
.                 Τέτοια ἁμαρτήματα εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ ἀργολογία, ἡ φλυαρία, ἡ μωρολογία, τό καταραμένο κουτσομπολιό, ἡ αἰσχρολογία, ἡ ἀκριτομυθία (ἡ ἔλλειψη, δηλαδή, ἐχεμύθειας, ἡ ἀπερίσκεπτη ἀποκάλυψη μυστικῶν, ἡ ἄκαιρη καί ἄσκοπη ἀνακοίνωση πληροφοριῶν σέ ἀκατάλληλα καί ἀναρμόδια πρόσωπα), ἡ ἀστειολογία (ὁ συνεχής, δηλαδή, καί ἀδιάκριτος ἀστεϊσμός καί ἡ ἄκαιρη χαλαρότητα, ἡ συνήθης ἀναφορά εὐτράπελων καί πολλές φορές ἀπρεπῶν καί πονηρῶν ἀστείων) καί ἄλλα συναφῆ.
.                 «Πᾶν ῥῆμα ἀργόν, ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. ιβ´ 36) μᾶς προειδοποιεῖ ὁ Κύριός μας. (Δηλ. γιά κάθε λόγο ἀνωφελῆ πού θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θά δώσουν λόγο γι’ αὐτόν κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως).
.                 Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς δίδει ἕναν περιεκτικότατο ὁρισμό τῆς πολυλογίας καί τῆς πληθώρας τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτή: «Ἡ πολυλογία εἶναι ἡ καθέδρα τῆς κενοδοξίας. Καθισμένη ἐπάνω της ἡ κενοδοξία προβάλλει καὶ διαφημίζει τὸν ἑαυτόν της. Ἡ πολυλογία εἶναι σημάδι ἀγνωσίας, θύρα τῆς καταλαλιᾶς, ὁδηγὸς στὰ εὐτράπελα, πρόξενος τῆς ψευδολογίας, σκορπισμὸς τῆς κατανύξεως. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀκηδία. Εἶναι πρόδρομος τοῦ ὕπνου, διασκορπισμὸς τῆς «σύννοιας», δηλαδή τῆς περισυλλογῆς, ἀφανισμὸς τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, ἀπόψυξις τῆς πνευματικῆς θερμότητος, ἀμαύρωσις τῆς προσευχῆς».
.                  Ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας στά ὁποῖα ὑποπίπτουμε συχνά εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἀδιακρισία, ἡ περιέργεια, ἡ ὑπερβολή, ἡ διγλωσσία, ἡ διλωματία, ἡ κολακεία καί ἡ εἰρωνία. Πολύ σημαντικές πτώσεις εἶναι ἀκόμη ἡ ἀντιλογία, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναίδεια, ἡ θρασύτητα, ἡ παρρησία, ἡ προκλητικότητα καί ἡ ἐλευθεριότητα στήν ὁμιλία καί ὁ ἀπότομος λόγος.
.                 Ἕνα πολύ σημαντικό ἁμάρτημα τῆς γλώσσας, στό ὁποῖο θέλουμε νά ἐπιμείνουμε, διότι εἶναι πολύ διαδεδομένο στίς μέρες μας, εἶναι ἡ προπέτεια. Προπέτεια εἶναι ἡ ἀνάγωγη καί προκλητική συμπεριφορά πού συνδυάζεται μέ τήν ἀλόγιστη καί ἄκαιρη διατύπωση γνώμης, ἄποψης, ἐπιθυμίας. Ὁ προπέτης σέ κάθε περίπτωση αὐθαιρέτως προκαλεῖ συζητήσεις, διακόπτει τόν συνομιλητή του, δέν ἀκούει τίς ἀπαντήσεις του, γιατί ἔχει στό μυαλό του μόνο τίς δικές του ἀπόψεις καί ἰδέες, γεγονός πού τόν ὁδηγεῖ σέ παρανοήσεις, σέ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ ἄλλου καί τελικά καί σέ ἀδυναμία ὁποιασδήποτε συνεννοήσεως πού ὁδηγεῖ σέ ἐκνευρισμούς, ἀντεγκλήσεις καί ἀδικαιολόγητες συγκρούσεις.
.                Θά θέλαμε, ἐπίσης, νά σταθοῦμε στήν δικαιολογία, τήν προσπάθεια δηλαδή, νά ὑπερασπιζόμαστε συνεχῶς καί ἐγωιστικά τόν ἑαυτό μας καί τίς πράξεις μας προβάλλοντας διάφορες κάθε φορά προφάσεις. Ἡ δικαιολογία εἶναι ἔνδειξη φιλαυτίας καί δειλίας καί οὐσιαστική ἄρνηση ἀνάληψης τῆς εὐθύνης. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χαρακτηρίζει τήν δικαιολογία ὡς «μόνωση, καουτσούκ, ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό… Εἶναι σάν νά χτίζης -ἔλεγε χαρακτηριστικά- ἕναν τοῖχο καί νά χωρίζης τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Θεό, ὁπότε κόβεις κάθε σχέση μαζί Του».
.                 Τονίζουμε, ἐπίσης, τόν ψιθυρισμό, τήν συνεχῆ, δηλαδή, καί ὕπουλη φημολογία καί διασπορά πραγματικῶν ἤ φανταστικῶν πληροφοριῶν μέ σκοπό τήν πρόκληση συγχύσεως.
.                   Σοβαρό παράπτωμα τῆς γλώσσας, πού συνθλίβει πραγματικά καί δυαλύει ἀνδρόγυνα, οἰκογένειες, φιλίες καί γενικά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ὁ γογγυσμός καί ἡ γκρίνια, ἡ συνεχής, δηλαδή, καί ἐνοχλητική ἔκφραση παραπόνων, τό ἀτέλειωτο καί ἀνυπόφορο μουρμουρητό, ἡ φαγωμάρα, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ μόνιμη ἔλλειψη ἱκανοποιήσεως ἀπό ὁ,τιδήποτε καί γιά ὁ,τιδήποτε. Ἡ γκρίνια εἶναι πραγματικά σάν τόν κισσό πού περισφίγγει τό αἰωνόβιο δέντρο καί ἀπομυζᾶ τούς χυμούς του καταδικάζοντάς το σέ μαρασμό.
.                 Τό καλύτερο ἀντίδοτο στήν γκρίνια εἶναι ἡ συνεχής δοξολογία στόν Θεό γιά ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει, ἀκόμη καί γι’ αὐτά πού μπορεῖ νά μᾶς φαίνονται ἀρνητικά ἐξωτερικά, ἀλλά σίγουρα λειτουργοῦν θετικά γιά τήν πνευματική μας τελείωση καί σωτηρία.
.                 Μᾶς τό περιγράφει αὐτό μέ τόν δικό του μοναδικό καί εὐφυῆ τρόπο ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Γέροντα, ποῦ ὀφείλεται ἡ γκρίνια καὶ πῶς μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφύγης;
–Στὴν κακομοιριὰ ὀφείλεται καὶ μὲ τὴν δοξολογία τὴν κάνει κανεὶς πέρα. Ἡ γκρίνια γεννᾶ γκρίνια καὶ ἡ δοξολογία γεννᾶ δοξολογία. Ὅταν δὲν γκρινιάζει κανεὶς γιὰ μιὰ δυσκολία ποὺ τὸν βρίσκει, ἀλλὰ δοξάζει τὸν Θεό, τότε σκάζει ὁ διάβολος καὶ πάει σὲ ἄλλον ποὺ γκρινιάζει, γιὰ νὰ τοῦ τὰ φέρει ὅλα ἀνάποδα. Γιατί, ὅσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Μερικὲς φορὲς μᾶς κλέβει τὸ ταγκαλάκι (διάβολος) καὶ μᾶς κάνει νὰ μὴ μᾶς εὐχαριστεῖ τίποτε, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς ὅλα νὰ τὰ γλεντάη πνευματικὰ μὲ δοξολογία καὶ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ».
.                 Βαρύτατα, ἐπίσης, ἁμαρτήματα εἶναι τό ψεῦδος, ἡ ψευδορκία, ἡ ἐπιορκία, ἡ ψευδομαρτυρία, ὁ ὅρκος, καθώς ἐπίσης καί ἡ βλασφημία, ἡ ὕβρις καί ἡ κατάρα, ἡ ἐμπαθής, δηλαδή, κακόβουλη καί ἐκδικητική «εὐχή» ἐναντίον ἑνός προσώπου γιά νά πάθει κάτι κακό, τό ὁποῖο θά μᾶς προκαλέσει εὐχαρίστηση καί ἱκανοποίηση. Νά εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ ἄδικη κατάρα ἐπιστρέφει σ’ αὐτόν πού τήν ἐκστομίζει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–3 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ καὶ ΚΡΙΝΕΙ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ

Ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὴν ἐπιφάνεια

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

   .             Ὁ Σαούλ, ὁ πρῶτος βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, ἀποδοκιμάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἂν καὶ δὲν τοῦ ἀφαιρέθηκε ἀμέσως ἡ βασιλικὴ ἐξουσία, ἔστειλε ὅμως ὁ Θεὸς τὸν δίκαιο Σαμουὴλ γιὰ νὰ χρίσει νέο βασιλιά:
–Σαμουήλ, πήγαινε στὸ χωριὸ τῆς Βηθλεέμ, στὴν οἰκογένεια τοῦ Ἰεσσαί, διότι ἀνάμεσα στοὺς γιούς του ἔχω δεῖ κάποιον, ποὺ εἶναι ὅπως τὸν θέλω γιὰ νὰ γίνει βασιλιάς.
.             Ὁ Σαμουὴλ ὑπάκουσε στὴ θεία ἐντολή. Προσέφερε πρῶτα θυσία καὶ κατόπιν εἰσῆλθε στὸ σπίτι τοῦ Ἰεσσαὶ γιὰ νὰ βρεῖ αὐτὸν ποὺ ἔπρεπε νὰ χρίσει. Τότε εἶδε τὸν μεγαλύτερο γιό, τὸν Ἐλιάβ, καὶ εἶπε μέσα του: «Αὐτὸς ἀσφαλῶς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὸν θεωρεῖ ἄξιο ὁ Κύριος».
.             Ὁ Θεὸς ὅμως τοῦ ἀπάντησε μυστικά: «Μὴν ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὴν ὄψη τοῦ προσώπου του οὔτε ἀπὸ τὴν κορμοστασιά του, διότι ἐγὼ ἀπέρριψα αὐτὸν ποὺ ἐσὺ θεωρεῖς σπουδαῖο. “Ὅτι οὐχ ὡς ἐμ­βλέψεται ἄνθρωπος, ὄψεται ὁ Θεός, ὅτι ἄνθρωπος ὄψεται εἰς πρόσωπον, ὁ δὲ Θεὸς ὄψεται εἰς καρδίαν”». Ὁ Θεὸς δὲν βλέπει ὅπως βλέπει ὁ ἄνθρωπος, μόνο τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση. Ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά, τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου.
.             Κατόπιν πέρασαν ἕνας-ἕνας καὶ οἱ ἄλ­λοι ἕξι γιοὶ τοῦ Ἰεσσαὶ μπροστὰ ἀπὸ τὸν Προφήτη, ἀλλὰ δὲν ἦταν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ.
–Δὲν ἔχεις ἄλλον γιό; ρώτησε ὁ Σαμουὴλ τὸν Ἰεσσαί.
–Εἶναι ἀκόμη ἕνας, ὁ πιὸ μικρός· βόσκει τὰ πρόβατα.
–Στεῖλε κάποιον νὰ τὸν φέρει.
.              Ἔτσι, ἦλθε ὁ πιὸ μικρός, ὁ Δαβίδ, ποὺ ὁ πατέρας του δὲν εἶχε κἂν σκεφθεῖ νὰ τὸν φωνάξει. Ἦταν κοκκινωπός, μὲ ὡ­ραῖα μάτια· τὸ σημαντικότερο: ἦταν «ἀ­γαθὸς ὁράσει Κυρίου»· ἀγαθὸς καὶ ὡ­ραῖος στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Σαμουὴλ τὸν ἔχρισε βασιλιὰ τοῦ Ἰσραήλ (Α´ Βασ. ιϚ´ [16] 1-13).
.            Τὸ γεγονὸς εἶναι σημαδιακὸ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ. Ἐμεῖς ὅ­μως στὶς λίγες γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν θὰ σταθοῦμε ἁπλῶς σ᾿ ἕνα σημεῖο: στὴν ἀστοχία τοῦ Σαμουήλ. Εἶδε τὸν Ἐλιὰβ ὁ δίκαιος καὶ θεώρησε λανθασμένα ὅτι ἦ­ταν ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ.
.           Ποιός ἦταν ὁ Σαμουήλ; Ἦταν ὁ ἁγιασμένος, ὁ ἀφιερωμένος στὴ διακονία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ πρῶτα παιδικά του χρόνια. Οἱ Ἰσραηλίτες τὸν ἀποκαλοῦσαν μὲ πολὺ σεβασμὸ «ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ» καὶ «ὁ βλέπων»! (Α´ Βασ. θ´ 6, 9). Ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔβλεπε· ἔβλεπε αὐτὰ ποὺ δὲν ἔβλεπαν οἱ ἄλλοι. Εἶχε καθαρὰ καὶ ἀνοι­χτὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του. Ἦταν φωτισμένος.
.              Καὶ ὅμως, ἔκανε λάθος στὴν κρίση του. Τοῦ εἶπε ὁ Θεὸς ὅτι ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι βλέπετε τὴν ἐπιφάνεια, δὲν βλέπετε τὸ βάθος. Ἐσεῖς· καὶ στὸ «ἐσεῖς» συμ­πε­ρι­έλαβε καὶ τὸν ἐκλεκτό Του. Ἀκόμη καὶ ὁ ἱερὸς Σαμουήλ, «ὁ βλέπων», δὲν βλέπει ὅπως βλέπει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος «μονώτατος», ἀποκλειστικὰ μόνο Αὐ­τὸς γνωρίζει τὴν καρδιὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων (Γ´ Βασ. η´ 39).
.            Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε ἀπόλυτα βέβαιοι γιὰ τὶς κρίσεις μας· ὅτι δὲν εἶναι συνετὸ νὰ ἐκφέρουμε τελεσίδικες κρίσεις γιὰ πρόσωπα καὶ πρά­γματα.
.               «Μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε», συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἕως ἂν ἔλ­θῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. δ´ 5). Μὴν κάνετε καμία κρίση πρὶν ἀπὸ τὸν ὁρισμένο καιρό, μέχρι νὰ ἔλθει ὁ Κύριος. Αὐτὸς θὰ ρίξει ἄπλετο φῶς σ᾿ αὐτὰ ποὺ τώρα εἶναι κρυμμένα στὸ σκοτάδι, καὶ θὰ φανερώσει τὶς ἐσωτερικὲς σκέψεις καὶ ἀ­ποφάσεις τῶν καρδιῶν. Καὶ τότε τὸν ἔ­παινο στὸν καθένα θὰ τὸν ἀποδώσει ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Θεός.
.               Βέβαια ὁ Θεὸς μᾶς προίκισε μὲ τὸ λογικό. Μᾶς ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ κρίνουμε. Κάποτε ἐπιβάλλεται νὰ κρίνουμε: ποιὸν θὰ κάνουμε συνέταιρό μας, στενό μας φίλο, ποιὸν θὰ βάλουμε στὸ σπίτι μας κ.ο.κ. Ἄλλοτε εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσκήσουμε κρίση ὑπηρεσιακά: νὰ κρίνουμε ὑφισταμένους μας· ἢ ὁ δικαστὴς τὸν κατηγορούμενο. Σὲ ἄλλες περιστάσεις νιώθουμε ὅτι ἀξίζει νὰ ποῦμε τὸν καλὸ λόγο, νὰ ἐπαινέσουμε, γιὰ νὰ ἐν­θαρρύνουμε κάποιον ἢ γιὰ νὰ στηρίξουμε κάποια καλὴ προσπάθεια.
.             Τέτοια κρίση, ποὺ ἐπιβάλλεται καὶ μπο­­ροῦμε νὰ κάνουμε, μᾶς τὴ διδάσκει ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή. «Ὑπερηφάνῳ ὀφθαλ­μῷ καὶ ἀπλήστῳ καρδίᾳ, τούτῳ οὐ συν­ήσθιον», ἔλεγε ὁ προφήτης Δαβίδ. Μὲ ἄν­θρωπο ποὺ ἔβλεπε τοὺς ἄλλους μὲ βλέμμα ἀλαζονικὸ καὶ περιφρονητικό, καὶ μὲ ἄνθρωπο ἄπληστο δὲν ἔτρωγα (Ψαλ. ρ´ [100] 5). Ὁ δὲ Κύριος εἶπε: «Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσί». Μὴ δίνετε τὸ ἅγιο μυστήριο τῆς πίστεως σὲ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν ἀναίσχυντα σὰν τὰ σκυλιά (Ματθ. ζ´ 6).
.            Κι ἐμεῖς λοιπὸν θὰ κρίνουμε, ὅταν αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ σύνεση καὶ τὸ καθῆκον. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅμως ὅτι δὲν εἴμαστε πιὸ φωτισμένοι ἀπὸ τὸν δίκαιο Σαμουήλ. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι, ποὺ ὅση σοφία κι ἂν ἔχουμε, δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ μόνο ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τελικὴ καὶ δίκαιη κρί­ση ἀνήκει μόνο σ᾿ Ἐκεῖνον.
.             Ἡ κρίση λοιπὸν ἐπιτρέπεται, κάποτε καὶ ἐπιβάλλεται. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς ζητᾶ νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν κριτικὴ ἱκανότητα ποὺ ὁ Ἴδιος μᾶς ἔδωσε. Μᾶς ζητάει ὅμως νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀλαζονικὴ πεποίθηση γιὰ τὸ ἀλάθητο τῶν κρίσεών μας· ἡ κρίση μας νὰ εἶναι ὄχι μόνο συνετὴ ἀλλὰ καὶ ταπεινή.

 

,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑΚΡΙΝΟΥΜΕ; (Διδασκαλία ἀκατάκριτου Γέροντος Γαβριήλ)

Γιατί κατακρίνουμε;
Διδασκαλία ἀκατάκριτου Γέροντος Γαβριήλ

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»:
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Γιατί κατακρίνουμε ἀσύστολα τοὺς γύρω μας; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ὠθεῖ στὴν κατάκριση; Εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός μας, τοὺς συναδέλφους μας, τοὺς γείτονές μας, τοὺς οἰκείους μας, ποὺ μαζὶ μὲ τὸ ἐγωϊστικό μας φρόνημα δημιουργεῖ τὶς ἰδανικὲς συνθῆκες γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μικροβίου τῆς κατακρίσεως, αὐτῆς ποὺ μᾶς κάνει νὰ ἀσθενοῦμε ψυχικὰ καὶ σωματικά.

* Κατακρίνουμε, γιατὶ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας αὐθεντίες, ποὺ ὅ,τι κάνουμε εἶναι ὀρθό, θεάρεστο καὶ δίκαιο, ἐνῶ ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι εἶμαι μεμπτό, ἁμαρτωλό, ἄδικο.

* Κατακρίνουμε, γιατὶ ἡ ὑπεροψία μᾶς τυφλώνει καὶ ἐνῶ εἴμαστε σκουλήκια καὶ ὀφείλουμε νὰ νοιώθουμε «ἄχθος ἀρούρης», βλέπουμε τοὺς ἄλλους σὰν μερμήγκια μπροστά μας καὶ ὄχι σὰν ἴσους ἀδελφούς, ποὺ ἔχουν τὰ ἴδια δικαιώματα στὴ ζωὴ μὲ ἐμᾶς καὶ τὴν ἴδια πίστη γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση.

* Κατακρίνουμε, γιατί, ἐνῶ δικαιολογοῦμε τὰ πάντα στοὺς ἑαυτούς μας παραμένουμε αὐστηροὶ κριτὲς τῶν ἄλλων παραθεωροῦντες τὴν ἐπιείκεια ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

* Κατακρίνουμε, γιατὶ βάζουμε δεύτερους λογισμοὺς στὴν συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων πρὸς ἐμᾶς προσπαθώντας νὰ διεισδύσουμε στὰ ἄδυτα τῶν καρδιῶν τους καὶ θεωροῦντες ὅτι ἐπέχουμε ἐμεῖς θέση Θεοῦ, τοῦ «ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφούς» (Ἀποκ. β´ 23).

* Κατακρίνουμε, γιατὶ δὲν ἔχουμε διάθεση νὰ σκεπάσουμε τὶς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων, ἐνῶ σκεπάζουμε ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειες τὶς δικές μας.

* Κατακρίνουμε, γιατὶ φλυαροῦμε, περιττολογοῦμε, ἀργολογοῦμε καὶ δὲν οἰκονομοῦμε τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας ἐφαρμόζοντας τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, τοῦ Δομβοΐτου, γιὰ τὶς συναναστροφές μας «Ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει, ἢ φεῦγε».

* Κατακρίνουμε, γιατὶ λησμονοῦμε ὅτι μὲ ὅποιο μέτρο κρίνουμε τοὺς ἄλλους μὲ τὸ ἴδιο μέτρο θὰ κριθοῦμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Κύριο ποὺ μᾶς τὸ τόνισε αὐτό.

 .          Ὁ ἀκατάκριτος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων ἔλεγε ὅτι δὲν γνωρίζουμε τὰ μύχια τῶν καρδιῶν, οὔτε τὴν κρυφὴ μετάνοια τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτὸ νὰ μὴν γινόμαστε ὑποκριτὲς βλέποντας μόνο τὴν πτώση τῶν ἄλλων καὶ ὄχι τὴν ἀνόρθωσή τους, ἢ τὸ καρφὶ στὸ μάτι τῶν ἄλλων χωρὶς νὰ βλέπουμε τὸ δοκάρι στὸ μάτι τὸ δικό μας.
.         Ἀμέτοχος κατακρίσεως ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος τῆς ἐνεργοῦ ἀγάπης, ὄντως κεχαριτωμένος, ὑπῆρξε καὶ ὁ μακαριστὸς Γέροντας Γαβριήλ, ὁ Καθηγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς πλήθους πιστῶν στὴν εὐλογημένη μας Κύπρο, ποὺ μεταδημότευσε γιὰ τὴν Ἄνω Ἱερουσαλὴμ πρὶν ἀπὸ δεκαέξη μῆνες. Ὁ Γέροντας δίδασκε τόσο μὲ τὰ λόγια του ὅσο καὶ μὲ τὴ συμπεριφορά του λέγοντας: «Μὴν βλέπετε καὶ μὴν κρίνετε τὶς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ νὰ βλέπει ἕκαστος τὴν ψυχή του καὶ τὸ καθῆκον του ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Ὅλα στὸν κόσμο ἔρχονται καὶ ἀλλάζουν κι ὅλα ἐδῶ παραμένουν, ἐνῶ ἐμεῖς ἀπερχόμεθα σὲ κρίση καὶ αἰώνιο προορισμό. Πρέπει νὰ κρατοῦμε ζεστὴ τὴν πίστη μας καὶ τὴν ἐλπίδα μας βεβαία, γιὰ νὰ δίνουμε καὶ στοὺς ἄλλους ἀγάπη ἀνυπόκριτη καὶ εἰλικρινῆ». Καὶ ἡ ἀγάπη δὲν σχολιάζει, ἰδίως μὲ τάσεις κατακρίσεως.
.         Ὁ Γέροντας Γαβριήλ θεωροῦσε τὴν κατάκριση ἰδιαίτερα μεγάλη ἁμαρτία καὶ ἀπέτρεπε τὸν κάθε ἕνα ἀπὸ τὸ νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ ἐλαττώματα καὶ μὲ τὶς παραβάσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων! Ὁ καθένας ὅ,τι κάνει τὸ κάνει γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἔλεγε. Ἐμεῖς ὀφείλουμε μόνο ὅ,τι βλέπουμε καὶ ὅ,τι ἀκοῦμε νὰ τὰ συγχωροῦμε καὶ μὲ τὴν ἀγάπη μας νὰ προσπαθοῦμε νὰ βοηθοῦμε τοὺς γύρω μας κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Ὀφείλουμε νὰ γίνουμε πτωχοὶ σὲ κατάκριση, γιὰ νὰ γίνουμε πλούσιοι σὲ ἀρετές. Νὰ διώχνουμε ἀπὸ κοντά μας τὸν πειρασμό, τὸ δαιμόνιο τῆς κατακρίσεως ποὺ εἶναι πλούσιο σὲ δολιότητα, σὲ κακία καὶ σὲ διαφθορά, ἀλλὰ πάμπτωχο σὲ φιλάνθρωπα αἰσθήματα. Τὴν κατάκριση καὶ τὸν ψιθυρισμὸ θεωροῦσε ὁ Γέροντας μολυσματικὴ ἀσθένεια καὶ τὸν μολυσμένο ἀπὸ αὐτὴ ἄνθρωπο μισητὸ ἀπὸ τὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης θυμίζοντάς μας τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ Σειραχίδη: «Μολύνει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὁ ψιθυρίζων καὶ ἐν παροικήσει μισηθήσεται» (Σοφ. Σειρ. κα´ 28). Θὰ εἴμαστε ἀναπολόγητοι, συνέχιζε, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας, ὅταν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ κρίνοντάς τους κατακρίνουμε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μέγας Παῦλος ἔλεγε γιὰ τοὺς κατακριτὲς στοὺς Κορινθίους: «Λογίζῃ, ὦ ἄνθρωπε, ὅτι σὺ ἐκφεύξῃ τὸ κρίμα τοῦ Θεοῦ;» (Ῥωμ. β´ 1-3). Νομίζεις, ἀδελφέ μου, ὅτι ἐσὺ ποὺ κρίνεις χωρὶς συστολὴ τοὺς ἄλλους θὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ; Ὅλοι θὰ κριθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Δικαιοκρίτη Κυρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου «πᾶν γόνυ κάμψει καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται Αὐτῷ» (Ῥωμ. ιδ´ 3). Ὅταν ἀνοίγουμε τὰ στόματά μας, νὰ τὰ ἀνοίγουμε γιὰ προσευχὴ καὶ ὄχι γιὰ ἀδολεσχία καὶ κατάκριση. Ἀντὶ νὰ κρίνουμε καλύτερα νὰ σιωποῦμε. Νὰ ἔχουμε κλειστὸ στόμα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀνοικτὸ στὸ Θεό, γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὴν ὀργὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ ἑλκύουμε τὴ δροσιστικὴ καὶ ζωογόνα χάρη του.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΣΤΟΝ ΦΟΝΟ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΣΤΟΝ ΦΟΝΟ

Τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ»

.             Μέσα στὴ Μ. Τεσσαρακοστὴ συχνὰ ἀκούγεται ἡ εὐχὴ τοῦ ἁγίου Εὐφραὶμ τοῦ Σύρου: «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου…». Μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν προσευχὴ λέγεται καὶ ἡ παράκληση – αἴτηση: «δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου».
.             Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι γνωρίζουμε πόσο μεγάλο ἁμάρτημα εἶναι ἡ κατάκριση. Ὁ μικρὸς ἄνθρωπος,  παίρνει ἀπὸ μόνος του τὴ θέση τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεὸς Πατέρας ὅμως «πᾶσαν τὴν κρίσιν δέδωκεν τῷ Υἱῷ, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστι», ὁ δὲ Χριστὸς μᾶς εἶπε ὅτι «ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἐγὼ ποιῶ οὐδέν, καθὼς ἀκούω κρίνω». Καταλαβαίνουμε λοιπὸν ὅτι «ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐστι».
.             Ἡ λεγομένη κατάκριση, τὸ ἁμάρτημα αὐτό, εἶναι πολὺ πονηρὸ καὶ ὕπουλο, διότι χώνεται, παρεισφρύει, σὲ κάθε συνομιλία, ἀρχικὰ ὡς ἁπλὴ εἴδηση, μετὰ δῆθεν σὰν πληροφορία, ἐνημέρωση, δίκαιη ἀγανάκτηση, γίνεται δυσμενὴς κρίση, καταλαλιὰ καὶ τελικὰ βρισκόμαστε στὴ ἁμαρτωλὴ κατάσταση νὰ καταδικάζουμε, ἀπὸ κοινοῦ δυστυχῶς, ἀπόντα τὸν ἄλλο καὶ ἀναπολόγητο. Αὐτὸ εἶναι φρικτό. Ἡ κατάκριση συνιστᾶ ὄχι μόνο ἀντιποίηση ἀρχῆς, δηλαδὴ παίρνουμε τὴ θέση τοῦ Θεοῦ  καὶ στέλνουμε τὸν ἄλλον στὸ «σκότος τὸ ἐξώτερον καὶ εἰς τὸ ἄσβεστον πῦρ», ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἐπίσης τελεία ἐπιπολαιότητα καὶ ἀπερισκεψία, διότι δὲν εἴμαστε καρδιογνῶστες καὶ παντογνῶστες, ψυχολόγοι καὶ ἀστυνομικοί, εἰσαγγελεῖς καὶ δικαστές. Μὲ ποιό δικαίωμα λοιπὸν κάνουμε αὐτὸ τὸ ἄπρεπο ἔργο συγχρόνως ὅμως καὶ ὑποκριτικό, λὲς κι ἐμεῖς εἴμαστε ἀλάθητοι καὶ ἀναμάρτητοι;
.             Ὑπάρχει χειρότερο ἁμάρτημα ἀπὸ τὴν κατάκριση; Ἀσφαλῶς καὶ ὑπάρχει. Καὶ ἰσοδύναμο καὶ χειρότερο. Εἶναι ἡ συκοφαντία, ὁ φθόνος, ἡ λοιδορία, ἡ ψευδομαρτυρία, ἡ ἀδικία καὶ ἡ κλοπή, ἡ ἀσπλαγχνία καὶ ἀδιαφορία καὶ τελικὰ ὁ φόνος. Ὅλα αὐτὰ εἶναι παραβάσεις τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Λέγουν οἱ δολοφόνοι μεταξύ τους ὅτι «ἡ πρώτη σφαίρα, ἂν βρεῖ τὸ στόχο της καὶ σκοτώσει τὸ πρῶτο θύμα, μετὰ δὲν κάνει καμμία αἴσθηση κάθε ἑπόμενος φόνος».
.             Μπορεῖ νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος μέχρι ἐκεῖ; Ἀσφαλῶς ναὶ καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ ζοῦμε αὐτὲς τὶς μέρες φανερώνουν περίτρανα τὸ μίσος καὶ τὸ δαιμονικὸ σκοτασμὸ στὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ περιέλθει ὁ ἄνθρωπος καὶ τελικὰ νὰ ἀποβεῖ ὅπως καὶ ὁ διάβολος, κατ᾽ ἐξακολούθηση δηλαδὴ «ἀνθρωποκτόνος».
.             Αὐτὰ μάλιστα τὰ ἁμαρτήματα δὲν ἑστιάζονται μόνο στὴν καθημερινὴ κοινωνικὴ ζωή, διότι μερικοὶ λένε τὴν κατάκριση καὶ τὸ κουτσομπολιὸ «κοινωνικὸ σχόλιο» φθάνοντας μάλιστα καὶ στὴν ἱεροκατηγορία, ἀλλὰ κατευθύνονται καὶ ἀνάγονται τελικὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Ὅσοι πράττουν αὐτὰ σὲ ἀδελφούς τους, σήμερα, συμμετέχουν σ΄αὐτοὺς ποὺ ἁμάρτησαν σὲ βάρος τοῦ Χριστοῦ μας πάνω στὸ Γολγοθά, τότε, ἀλλὰ καὶ στὰ ὅσα ἔλαβαν χώρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος. Δηλαδὴ τότε στὴν περίπτωση τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνο τὸν κατέκριναν ὡς δαιμονισμένο δῆθεν, ὡς φάγο καὶ οἰνοπότη, ὡς ἀγράμματο καὶ ἀσεβῆ παραβάτη τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἀλλὰ ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ χρησιμοποιήσουν σὲ βάρος Τοῦ βία, ψευδομάρτυρες, ἀπειλές, φθόνο καὶ δόλο. «Διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ». Λοιδορίες, στὶς ὁποῖες δὲν ἀπαντοῦσε ποτὲ μὲ ὅμοιο τρόπο. «Λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως». Τοῦ πῆραν τὸ κάλλος καὶ τὴν μορφὴ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια. Ἔπασχε ὡς ἄνθρωπος καὶ ἄφηνε τὰ πάντα στὸν Δικαιοκρίτη Θεὸ νὰ ἀνταποδώσει ἐκδίκηση καὶ νὰ ποιήσει κρίση καὶ  δικαιοσύνη. Τελικὰ τὸν σκότωσαν, πάνω στὸν Σταυρό.
.             Τί λέγει ὅμως ὁ θεῖος λόγος: «ἄνδρα αἱμάτων καὶ δόλιον βδελύσσεται Κύριος». «Ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν» καὶ τὸ γνωστὸ σὲ ὅλους: «μάχαιραν ἔδωκες, μάχαιραν θὰ λάβης».
.             Μὲ ποιό δικαίωμα ἐπεμβαίνουμε στὴ ζωή, στὴ συμπεριφορὰ στὴν περιουσία, στὴν ἐλευθερία, στὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου; «Ἄνθρωπε, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τὶς σὲ κατέστησε κριτήν; Δὲν μπορεῖς νὰ κρίνεις «ἀλλότριον οἰκέτην», δήλ. ξένον δοῦλον. «Τῷ ἰδίω κυρίω στήκει ἢ πίπτει, σταθήσεται δέ. Δυνατὸς ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν». Δὲν ἁμαρτάνει σὲ σένα. Στὸν Θεὸ ἁμαρτάνει. Θὰ δώσει ἐκεῖ λόγο. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη. Τὸν περιμένει μετὰ ἀπὸ κάθε πτώση καὶ τελικὰ θὰ τὸν σώσει. Πῶς ἐσὺ τὸν καταδικάζεις. Κοίταξε καλύτερα τὸν ἑαυτό σου.
.             Πάλι λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἀδελφοί, ἐὰν κάποιος ἄνθρωπος πέσει σὲ κάποιο παράπτωμα, σεῖς οἱ πνευματικοὶ νὰ τὸν καταρτίζετε μὲ πνεῦμα πραότητος, “σκοπῶν σεαυτὸν μὴ καὶ σὺ πειρασθῆς”, μήπως καὶ σὺ μπεῖς σὲ πειρασμὸ θυμοῦ καὶ ὀργῆς ἢ καὶ νὰ πέσεις στὸ ἴδιο ἁμάρτημα».
.             Ὅλο τὸ κακὸ ὅμως προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄγνοιά μας καὶ ἀγνωσία μας. Καὶ τοῦτο διότι δὲν καταλαβαίνουμε τί εἶναι ὁ ἄλλος ποὺ ἔχουμε ἀπέναντί μας. Δὲν ξέρουμε δηλαδὴ πὼς ἀκριβῶς βλέπει ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ὀρθόδοξη πίστη καὶ διδασκαλία τὸν ἄνθρωπο.
.             Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ὁ Χριστιανισμὸς βλέπει τὸν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα Θεοῦ, δήλ. μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ λογικοῦ καὶ τοῦ αὐτεξουσίου, λίγο κατώτερο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, λόγω τοῦ σώματος, πολὺ ὅμως ἀνώτερο ἀπὸ τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ψυχὴ ἀθάνατη, ἀλλὰ ζωτικὴ δύναμη καὶ ἔνστικτα.
.             Ὁ ἄλλος εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ, πλάσμα τοῦ Δημιουργοῦ μας, ἀδελφός μας κατὰ τὸν λόγο τῆς Δημιουργίας καὶ πολὺ περισσότερο κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Λέγει ἕνας ἅγιος: «εἶδες τὸν ἀδελφόν σου; εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου». «Ἐμοὶ ἐποιήσατε ἢ δὲν ἐποιήσατε», λέγει ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Παγκοσμίου Κρίσεως. Ταυτίζει τοὺς ἀδελφούς μας τοὺς ἐλαχίστους μὲ τὸν ἑαυτό του. Ὁ ἄλλος ὅσο ἄσχημος καὶ ἄσημος, δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός, πλούσιος ἢ πένης, μικρὸς ἢ μεγάλος, κληρικὸς ἢ λαϊκός, βασιλεὺς ἢ στρατιώτης, εἶναι πρόβατο τοῦ Καλοῦ Ποιμένα Ἰησοῦ καὶ κανένας δὲν ἔχει δικαίωμα κατακρίσεως καὶ ἐπεμβάσεως στὴ ζωή του, διότι μετὰ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό
.             Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει στραμμένη τὴν προσοχή του στὸν ἑαυτό του καὶ ἐξετάζει συστηματικὰ τὴν πορεία του καὶ προσέχει νὰ μὴ προσκρούσει στὸ θεῖο θέλημα, αὐτὸς δὲν ἔχει χρόνο νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τοὺς ἄλλους.
.             Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ σκέφτεται ὅτι τὰ  χρόνια τῆς ζωῆς μας εἶναι λίγα καὶ γρήγορα φεύγουν καὶ ὅτι μέσα σ΄ αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἱεραποστολῆς, αὐτὸς δὲν ἔχει χρόνο νὰ κρίνει τοὺς ἄλλους.
.             Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ σκέφτεται τὰ λάθη τοῦ παρελθόντος, τὶς ἐλλείψεις τοῦ παρόντος, τὴν ἀγάπη καὶ συγχώρεση τοῦ Θεοῦ στὶς δικές του ἁμαρτίες  καὶ ὅτι τὸν περιμένει θάνατος μερικὴ κρίση καὶ Δευτέρα Παρουσία, δὲν τολμᾶ νὰ κρίνει κανέναν, πόσο μᾶλλον νὰ ἀδικήσει ποικιλοτρόπως καὶ νὰ σκοτώσει.
.             Κι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ξέρει ὅτι ὑπάρχει διάβολος ποὺ καιροφυλακτεῖ καὶ ὅλα τὰ ἐκμεταλλεύεται γιὰ νὰ κάνει κακὸ καὶ νὰ ὁδηγήσει τὰ πράγματα τραγικὰ στὸ τέλος τοῦ αἵματος, προσέχει ὥστε σὲ τίποτε νὰ μὴ βλάψει κανένα πλάσμα τοῦ Θεοῦ.
.             Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φωτίσει νὰ ἰσχύσει καὶ γιὰ μᾶς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Εὐφραὶμ τοῦ Σύρου: «Ναί, Κύριε, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου».

,

Σχολιάστε

«NA, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ! Δὲν κάνουμε προσευχή. Δὲν ἔχουμε ἀναγάγει τὴν προσευχὴ σὲ πρῶτο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας» (γέρ. Εὐσ. Βίττης)

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Εὐσεβίου Βίττη
στὴν Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, 20.8.1998
Περιοδ. «Ὅσιος Γρηγόριος», ἀρ. τ. 38, 2013, σελ. 70-71
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.               […] Νὰ πιστέψουμε βαθιὰ στὴν προσευχή. Νομίζω, ὅτι σ᾽ αὐτὸ ὑστεροῦμε. Δὲν τὸ κάνουμε ζήτημα προσευχῆς. Ἦταν κάποιος μοναχός – πολὺ πιστὸς ἄνθρωπος- καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα. “Πῶς τὰ πᾶτε, παιδί μου”, λέει ὁ γέροντας. “Καλά, ἀλλὰ νά δὲν ἔχουμε βροχή”. “Βροχή; Δὲν κάνετε προσευχή;”. “Κάνουμε προσευχή, ἀλλὰ δὲν ἔρχεται”. “Δὲν ἔρχεται;”. Σήκωσε τὰ χέρια του. Προτοῦ τὰ κατεβάση, ἦρθε ἡ βροχή. Νά, αὐτὴ εἶναι προσευχή. Δὲν κάνουμε προσευχή. Δὲν ἔχουμε ἀναγάγει τὴν προσευχὴ σὲ πρῶτο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας καὶ στὶς πιὸ μεγάλες λεπτομέρειες, διότι, ἐὰν πιστεύουμε στὸν Παντοδύναμο Θεὸ καὶ ἂν πιστεύουμε στὴν ἀξία τῆς προσευχῆς, νομίζω, ἐκεῖ θὰ ποῦμε τὰ παράπονά μας.
.                  Πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα: Π.χ. βλέπω ἕνα ἀδελφὸ ποὺ κάνει κάτι καὶ μοῦ κάνει ἐντύπωσι, καὶ τὸν κατακρίνω. Μπορῶ ὅμως νὰ κάνω τὸ ἑξῆς, γιὰ νὰ μὴ πέσω στὴν ἁμαρτία: «Κύριέ μου, ὁ ἀδελφὸς ἔκανε αὐτό. Εἶναι ἁμαρτία; Συγχώρησέ τον. Τὸν κρίνω ἄδικα ἐγώ; Συγχώρησέ με». Μὲ τέτοιον τρόπο ξεφεύγω πλέον ἀπὸ τὴν κατἀκρισι καὶ ἔρχεται καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ» Καὶ θὰ ᾽ρθῇ ὁ ἀδελφὸς καὶ θὰ τὸ αἰσθανθῇ, διότι θὰ προσευχηθῶ γι᾽ αὐτόν. […]

, , ,

Σχολιάστε

Ἅγιος Γέρων ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ († 02.12.1991): «Ὅταν τὸ κακὸ ἔρχεται ἀπὸ μακριά, δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ ἀποφύγετε. Ἡ μεγάλη τέχνη εἶναι, ὅμως, νὰ τὸ περιφρονήσετε».

ἅγιος Γέρων ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(† 02.12.1991)

Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλομεν, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους

π. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ.            Ὅταν κάποιος μᾶς ἀδικήσει μ’ ὁποιονδήποτε τρόπο, μὲ συκοφαντίες, μὲ προσβολές, νὰ σκεπτόμαστε ὅτι εἶναι ἀδελφός μας ποὺ τὸν κατέλαβε ὁ ἀντίθετος. Ἔπεσε θύμα τοῦ ἀντιθέτου. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸν συμπονέσομε καὶ νὰ παρακαλέσουμε τὸν Θεὸ νὰ ἐλεήσει κι ἐμᾶς κι αὐτόν· κι ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει καὶ τοὺς δύο. Ἄν, ὅμως, ὀργισθοῦμε ἐναντίον του, τότε ὁ ἀντίθετος ἀπὸ κεῖνον θὰ πηδήσει σ’ ἐμᾶς καὶ θὰ μᾶς παίζει καὶ τοὺς δύο. Ὅποιος κατακρίνει τοὺς ἄλλους, δὲν ἀγαπάει τὸν Χριστό. Ὁ ἐγωισμὸς φταίει. Ἀπὸ κεῖ ξεκινάει ἡ κατάκριση.
.          Θὰ σᾶς πῶ ἕνα μικρὸ παράδειγμα.Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος βρίσκεται μόνος του στὴν ἔρημο. Δὲν ὑπάρχει κανείς. Ξαφνικὰ ἀκούει κάποιον ἀπὸ μακριὰ νὰ κλαίει καὶ νὰ φωνάζει. Πλησιάζει κι ἀντικρίζει ἕνα φοβερὸ θέαμα: μία τίγρις ἔχει ἁρπάξει ἕναν ἄνθρωπο καὶ τὸν καταξεσχίζει μὲ μανία. Ἐκεῖνος ἀπελπισμένος ζητάει βοήθεια. Σὲ λίγα λεπτὰ θὰ τὸν κατασπαράξει. Τί νὰ κάνει, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει; Νὰ τρέξει κοντά του; Πῶς; Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον. Νὰ φωνάξει; Ποιόν; Κανεὶς ἄλλος δὲν ὑπάρχει. Μήπως θὰ πάρει καμιὰ πέτρα νὰ τήνε ρίξει στὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἀποτελειώσει; “ Ὄχι, βέβαια!”, θὰ ποῦμε. Κι ὅμως αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει, ὅταν δὲν καταλαβαίνομε ὅτι ὁ ἄλλος ποὺ μᾶς φέρεται ἄσχημα κατέχεται ἀπὸ τὸν διάβολο, τὴν τίγρη. Μᾶς διαφεύγει ὅτι, ὅταν κι ἐμεῖς τὸν ἀντιμετωπίζομε χωρὶς ἀγάπη, εἶναι σὰν νὰ τοῦ ρίχνομε πέτρες πάνω στὶς πληγές του, ὁπότε τοῦ κάνομε πολὺ κακὸ καὶ ἡ “τίγρις” μεταπηδάει σ’ ἐμᾶς καὶ κάνομε κι ἐμεῖς ὅ,τι ἐκεῖνος καὶ χειρότερα. Τότε, λοιπόν, ποιά εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν πλησίον μας καί, πολὺ περισσότερο, γιὰ τὸν Θεό;
.          Νὰ αἰσθανόμαστε τὴν κακία τοῦ ἄλλου σὰν ἀρρώστια ποὺ τὸν βασανίζει καὶ ὑποφέρει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ. Γι’ αὐτὸ νὰ βλέπομε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ συμπάθεια καὶ νὰ τοὺς φερόμαστε μὲ εὐγένεια λέγοντας μέσα μας μὲ ἁπλότητα τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ”, γιὰ νὰ δυναμώσει μὲ τὴ θεία χάρι ἡ ψυχή μας καὶ νὰ μὴν κατακρίνομε κανένα. Ὅλους τους ἁγίους νὰ τοὺς βλέπομε. Ὅλοι μας μέσα φέρομε τὸν ἴδιο παλαιὸ ἄνθρωπο. Ὁ πλησίον, ὅποιος κι ἂν εἶναι, εἶναι “σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς μας”, εἶναι ἀδελφός μας καὶ “μηδενὶ μηδὲν ὀφείλομεν, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους”, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ κατηγορήσομε τοὺς ἄλλους, γιατί “οὐδεὶς τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν”.
.          Ὅταν κάποιος ἔχει ἕνα πάθος, νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοῦ ρίχνομε ἀκτίνες ἀγάπης καὶ εὐσπλαγχνίας, γιὰ νὰ θεραπεύεται καὶ νὰ ἐλευθερώνεται. Μόνο μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ γίνονται αὐτά. Νὰ σκέπτεσθε ὅτι αὐτὸς ὑποφέρει περισσότερο ἀπὸ ἐσᾶς. Στὸ κοινόβιο, ὅταν κάποιος φταίει, νὰ μὴν τοῦ ποῦμε ὅτι φταίει. Νὰ στεκόμαστε μὲ προσοχή, σεβασμὸ καὶ προσευχή. Ἐμεῖς νὰ προσπαθοῦμε νὰ μὴν τὸ κάνομε τὸ κακό. Ὅταν ὑπομένομε τὴν ἀντιλογία τοῦ ἀδελφοῦ, λογίζεται μαρτύριο. Νὰ τὸ κάνομε μὲ χαρά.
.          Ὁ χριστιανὸς εἶναι εὐγενής. Νὰ προτιμᾶμε ν’ ἀδικούμαστε. Ἅμα ἔλθει μέσα μας τὸ καλό, ἡ ἀγάπη, ξεχνᾶμε τὸ κακὸ ποὺ μᾶς κάνανε. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μυστικό. Ὅταν τὸ κακὸ ἔρχεται ἀπὸ μακριά, δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ ἀποφύγετε. Ἡ μεγάλη τέχνη εἶναι ὅμως νὰ τὸ περιφρονήσετε. Μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ θὰ τὸ βλέπετε, δὲν θὰ σᾶς ἐπηρεάζει, διότι θὰ εἶστε πλήρεις χάριτος.
.          Στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὅλα εἶναι ἀλλιώτικα. Ἐκεῖ κανεὶς τὰ δικαιολογεῖ στοὺς ἄλλους ὅλα. Ὅλα! Τί εἴπαμε; “Ὁ Χριστὸς βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους”. Ἐγὼ ἐσένα βγάζω φταίχτη, ἔστω κι ἄν μοῦ λὲς ὅτι φταίει ὁ τάδε ἢ ἡ τάδε. Τελικὰ σὲ κάτι φταίεις καὶ τὸ βρίσκεις, ὅταν σοῦ τὸ πῶ. Αὐτὴ τὴ διάκριση ν’ ἀποκτήσετε στὴ ζωή σας. Νὰ ἐμβαθύνετε στὸ καθετὶ καὶ νὰ μὴν τὰ βλέπετε ἐπιφανειακά. Ἂν δὲν πᾶμε στὸν Χριστό, ἂν δὲν ὑπομένομε, ὅταν πάσχομε ἀδίκως, θὰ βασανιζόμαστε συνέχεια. Τὸ μυστικὸ εἶναι ν’ ἀντιμετωπίζει κανεὶς τὶς καταστάσεις μὲ πνευματικὸ τρόπο. Κάτι παρόμοιο γράφει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος:
.          “Ὅλους τοὺς πιστοὺς ὀφείλομε νὰ τοὺς βλέπομε σὰν ἕνα καὶ νὰ σκεπτόμαστε ὅτι στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ νὰ ἔχομε γιὰ τὸν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιάσομε γιὰ χάρη του καὶ τὴ ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νὰ μὴ λέμε, οὔτε νὰ θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλὰ ὅλους νὰ τοὺς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἂν δεῖς ἕναν ἀδελφὸ νὰ ἐνοχλεῖται ἀπὸ πάθη, νὰ μὴν τὸν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τὰ πάθη ποὺ τὸν πολεμοῦν. Κι ἂν τὸν δεῖς νὰ τυραννεῖται ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μὴν τυχὸν δοκιμάσεις καὶ σὺ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπὸ ὑλικὸ ποὺ εὔκολα γυρίζει ἀπὸ τὸ καλὸ στὸ κακό”.
.          Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ σὲ προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσεις περισσότερο τὸν Θεό. Τὸ μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφό. Γιατί, ἂν δὲν ἀγαπάεις τὸν ἀδελφό σου ποὺ τὸν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγαπάεις τὸν Θεὸ ποὺ δὲν Τὸν βλέπεις; «Ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;»

 ΠΗΓΗ: klision.blogspot.gr

, , ,

Σχολιάστε

Η ΔΙΚΑΙΑ ΚΡΙΣΙΣ («πῶς μπορεῖς νὰ μείνεις σιωπηλός, ἢ νὰ τὸν χειροκροτεῖς;»)

 Η ΔΙΚΑΙΑ ΚΡΙΣΙΣ

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 14.09.2012

.        Πολλοὶ χριστιανοὶ διαβάζουν στὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ περιοδικὰ τὴν κριτική, ποὺ ἀσκεῖται σὲ διάφορα πρόσωπα, κυρίως ἐκκλησιαστικά, καὶ ἐνοχλοῦνται, γιατὶ θυμοῦνται τὴν ἀπαγόρευση τοῦ Χριστοῦ: «Μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε· μὴ καταδικάζετε, καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε». Πιστεύουν ὅτι ἡ κρίση ἀπαγορεύεται γενικῶς, γιατὶ τὴ θεωροῦν κατάκριση. Ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Ἡ κρίση πολλὲς φορὲς εἶναι ἀναγκαία καὶ ἐπιβάλλεται.
.        Ἡ κατάκριση βέβαια εἶναι ἁμαρτία. Ὅμως τί εἶναι κατάκριση;
.        Προφανῶς εἶναι ἡ ἀρνητικὴ κρίση γιὰ τὸν ἄλλο.Ὅταν κάποιος ἀσχολεῖται μὲ τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τὶς ὅποιες ἐπιλογὲς κάνει καὶ τὸν κρίνει μὲ σκοπὸ τὸ διασυρμό του καὶ τὴ δημιουργία ἐντυπώσεων εἰς βάρος του ἢ γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ ἐπειδὴ ἔχει προηγούμενα μαζί του, αὐτὸ εἶναι κατάκριση, δηλαδὴ ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο γίνεται μεγαλύτερο, ὅταν τὰ ὅσα καταμαρτυρεῖ γίνονται εὐρύτερα γνωστά.
.        Ἐπίσης, ὅταν κρίνουμε ἀνθρώπους, ποὺ δὲν εἶναι παρόντες, γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν τὸν ἑαυτό τους ἢ ὅταν κρίνουμε χωρὶς νὰ ἔχουμε πλήρη γνώση τῶν συγκεκριμένων γεγονότων, μὲ κίνδυνο ἡ κρίση μας νὰ εἶναι συκοφαντία, ἁμαρτάνουμε.
.        Ὁ χριστιανὸς ἔχει καθῆκον νὰ κρίνει καὶ νὰ ἐλέγχει ἐκεῖνον, ποὺ δημοσίως καὶ προκλητικῶς καταφέρεται κατὰ τοῦ Θεοῦ, ἀρνούμενος τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ προκαλώντας σύγχυση στοὺς πιστούς. Ἀλίμονο, ἂν οἱ χριστιανοὶ μένουν σιωπηλοὶ καὶ ἀνεκτικοὶ ἀπέναντι στοὺς θρασεῖς πολέμιους τῆς πίστεως. Βέβαια, ὅταν ἕνας ἄπιστος δὲν καταφέρεται δημοσίως κατὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βιώνει τὴν ἀπιστία του μόνος καὶ ἀθορύβως, δὲν πρέπει νὰ τὸν κρίνουμε. Καθῆκον μας εἶναι νὰ τὸν πλησιάσουμε καὶ νὰ συνομιλήσουμε μαζί του, γιατὶ ἐνδεχομένως νὰ εἶναι ἀνοιχτὸς στὸ νὰ ἀκούσει κάτι διαφορετικό. Κρίνουμε ἐπίσης τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας, τόσο τῆς πολιτικῆς ὅσο καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς, ἀποφεύγοντας ἀναφορὲς καὶ σχόλια στὴν προσωπική τους ζωή.Ὅπως ἐλεύθερα καὶ εὔκολα τοὺς ἐπαινοῦμε γιὰ τὶς ὀρθές τους ἐπιλογές, ἔτσι καὶ ὅταν ἀποφασίζουν καὶ πράττουν ἐσφαλμένα, τοὺς κρίνουμε χωρὶς φόβο καὶ πάθος. Κρίνουμε καὶ τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους. Κρίνουμε τὸν σκανδαλοποιὸ ἱερέα, τὸν ἀδιάφορο Μητροπολίτη, τὸν ἀνίκανο Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τὸν οἰκουμενιστὴ Πατριάρχη.Ἐφ᾽ ὅσον εἴμαστε βέβαιοι γιὰ τὶς ἁμαρτωλὲς καὶ ἀπαράδεκτες πράξεις τους, κρίνουμε μὲ σταθερότητα καὶ ἐκφράζουμε τὴν δίκαιη ἀντίδρασή μας. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ φωνάζουν καὶ οἱ πέτρες γιὰ κάποιο σκάνδαλο καὶ ὁ χριστιανός, λόγῳ πνευματικότητος!, νὰ μένει ἀδιάφορος. Εἶναι ἀπαράδεκτο ἕνας Μητροπολίτης νὰ αὐθαιρετεῖ ἢ νὰ χειροτονεῖ ἀνάξιους κληρικούς καὶ ἐμεῖς νὰ τὸν δεχόμαστε. Εἶναι προκλητικὸ ἕνας Ἀρχιεπίσκοπος νὰ προωθεῖ στὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα ἀνάξιους κληρικούς, πιεζόμενος ἀπὸ διαφόρους παράγοντες, ἢ νὰ καλύπτει Μητροπολίτη ποὺ κατηγορεῖται γιὰ σοβαρὰ ἠθικὰ παραπτώματα καὶ ἐμεῖς νὰ παρακολουθοῦμε ραθύμως. Καὶ τὸ φοβερώτερο. Ὅταν ἕνας Πατριάρχης περιφρονεῖ τὴν παράδοση καὶ τοὺς Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καὶ συγχρωτίζεται μὲ τοὺς αἱρετικούς, παπικοὺς καὶ προτεστάντες, ὅταν συμπροσεύχεται καὶ τοὺς ἀναγνωρίζει ὡς ἐκκλησίες, ἰσότιμες μὲ τὴν Ὀρθόδοξη, πῶς μπορεῖς νὰ μείνεις σιωπηλός, ἢ νὰ τὸν χειροκροτεῖς φοβούμενος τοὺς κεραυνοὺς τῆς ὀργῆς του;
.        Καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση. Κρίνουμε ἐκείνους, ποὺ ἁμαρτάνουν φανερὰ καὶ προσπαθοῦν νὰ παρασύρουν καὶ ἄλλους στὸν κατήφορο. Ἐνημερώνουμε τοὺς ἀνυποψίαστους ἀδελφούς, γιὰ νὰ μὴ γίνουν θύματά του. Ὅταν μάλιστα ἔχουμε προσωπικὴ ἐμπειρία, ἐπιμένουμε στὴν ἐνημέρωση μέσῳ τῆς κριτικῆς, γιατὶ ὁ κίνδυνος εἶναι μεγάλος, ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ: «Μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε».

 ΠΗΓΗ: thriskeftika.blogspot.gr

 

,

Σχολιάστε