Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Καρδία

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Καιρὸς Μετανοίας»,
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Τελώνου καὶ Φαρισαίου
ὣς τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ – Ὁμιλίες Β´»,
Μετάφρ. – ἐπιμ. Πέτρου Μπότση,
Ἀθήνα 2012, σελ. 53-78

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα»

.         «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 31). Ὅπως στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ὁ Θεὸς παρουσιάζεται σὰν ἄνθρωπος, ἔτσι κι ἐδῶ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Εἶναι Ἐκεῖνος, κανένας ἄλλος. Ὅταν ἔρθει γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν κόσμο, ἡ ἔλευσή Του δὲν θὰ εἶναι ἄγνωστη καὶ ταπεινή, ὅπως ἦταν πρώτη φορά, ἀλλὰ φανερὴ ἐν δόξη. Ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι ἡ ἴδια ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς προαιώνια, προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος (βλ. Ἰωάν. ιζ´ 5), ἀλλὰ εἶναι κι ἡ δόξα τῆς νίκης κατὰ τοῦ Σατανᾶ, τοῦ παλιοῦ κόσμου καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν θὰ ἔρθει μόνος Του, μὰ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀμέτρητους ἀγγέλους Του. Θὰ ἔρθει μαζί τους ἐπειδή, σὰν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ καὶ στρατιῶτες Του ποὺ ἦταν, ἔλαβαν μέρος στὸν πόλεμο κατὰ τοῦ πονηροῦ καὶ στὴ νίκη ἐναντίον του. Χαίρεται νὰ μοιράζεται τὴ δόξα Του μαζί τους. Γιὰ νὰ δοθεῖ ἔμφαση στὴ μεγαλειώδη φύση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀναφέρεται ἰδιαίτερα πὼς ὅλοι οἱ ἄγγελοι θὰ ἔρθουν μαζὶ μὲ τὸν Κύριο. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο γεγονὸς ποὺ ν’ ἀναφέρεται πὼς ἦταν παρόντες ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ἐμφανίζονται πάντα σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο πλῆθος. Στὴν τελικὴ Κρίση ὅμως θὰ εἶναι ὅλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸ Βασιλιὰ τῆς δόξης.
Πολλοὶ προφῆτες, εἴτε ἀρχαῖοι εἴτε μεταγενέστεροι, εἶδαν τὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ (Ἡσ. ϛ´ 1, Δαν. ζ´ 9, Ἀποκ. δ´ 2, κ´ 4). Ὁ θρόνος αὐτὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, πάνω στὶς ὁποῖες ἐπικάθεται ὁ Κύριος. Εἶναι θρόνος τῆς δόξας, τῆς νίκης, ὅπου κάθεται ὁ οὐράνιος Πατέρας καὶ ὅπου πῆρε τὴ θέση Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς μετὰ τὴ νίκη Τοῦ (Ἀποκ. γ΄ 21).
.         Πόσο μεγαλόπρεπη θὰ εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ περιβάλλεται ἀπὸ τόσο ἰδιαίτερα καὶ φοβερὰ γεγονότα! Ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶχε προφητεύσει: «Ἰδοὺ γὰρ Κύριος ὡς πῦρ ἥξει καὶ ὡς καταιγὶς τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐν θυμῷ ἐκδίκησιν αὐτοῦ καὶ ἀποσκορακισμὸν αὐτοῦ ἐν φλογὶ πυρὸς» (Ἡσ. ξϛ´ 15). Ὁ Δανιὴλ εἶδε καὶ εἶπε πὼς «ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεώχθησαν» (Δαν. Ζ´ 10).
.         Ὅταν ὁ Κύριος ἔρθει μὲ δόξα πολλὴ καὶ καθίσει στὸ θρόνο Του, τότε «συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε´ 32-33). Τότε θὰ συναχθοῦν μπροστά Του ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς καὶ θὰ τοὺς χωρίσει, ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Τὰ πρόβατα θὰ τὰ βάλει στὰ δεξιά Του καὶ τὰ ἐρίφια στ’ ἀριστερά Του.
.         Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες προβληματίστηκαν σχετικὰ μὲ τὸ χῶρο ὅπου ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀναφερόμενοι στὸν προφήτη Ἰωήλ, συμπεραίνουν πὼς ἡ κρίση θὰ γίνει στὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, ὅπου ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος χωρὶς νὰ πολεμήσει, χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, εἶχε ἐνάντια στοὺς Μωαβίτες καὶ τοὺς Ἀμμωνίτες μία πολὺ σπουδαία νίκη, σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μὴ μείνει κανένας τοὺς ζωντανός. «ἐξεγειρέσθωσαν καὶ ἀναβαινέτωσαν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ καθιῶ τοῦ διακρίναι πάντα τὰ ἔθνη κυκλόθεν», εἶπε ὁ προφήτης Ἰωὴλ (δ´ 12).
.         Ἴσως ὁ θρόνος τοῦ Κυρίου νὰ στηθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν κοιλάδα αὐτή, μὰ δὲν ὑπάρχει κοιλάδα στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ποὺ βέβαια θὰ εἶναι πολλὰ δισεκατομμύρια. Ὁλόκληρη ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς, μαζὶ μὲ τοὺς ὠκεανούς, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δώσει τόσο χῶρο, ὥστε νὰ συγκεντρωθοῦν ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου στὴ γῆ. Ἂν αὐτὴ ἦταν ἁπλὰ συγκέντρωση ψυχῶν, τότε ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς μαζέψει ὅλους κανεὶς στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ. Ἀφοῦ ὅμως θὰ συγκεντρωθοῦν ἄνθρωποι μὲ τὰ σώματά τους (γιατί οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν καὶ σωματικά), τότε τὰ λόγια τοῦ προφήτη θὰ πρέπει νὰ τὰ κατανοήσουμε συμβολικά. Ἡ κοιλάδα Ἰωασαφὰτ εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἀπὸ τὴ μακρινὴ ἀνατολὴ ὣς τὴ μακρινὴ δύση. Κι ὅπως ὁ Θεὸς κάποτε ἔδειξε τὴ δύναμή Του στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ, ἔτσι καὶ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ δείξει τὴν ἴδια δύναμη καὶ θὰ κρίνει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
.         Καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ συγκεντρώθηκαν θὰ διαχωριστοῦν σὲ μία στιγμή, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ τσοπάνος στέλνει μὲ τὴ φωνή του τὰ πρόβατα ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τὰ ἐρίφια ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους θὰ πᾶνε ἀριστερὰ καὶ ἄλλοι δεξιά. Κι ὅλα θὰ γίνουν ξαφνικά, σὰ νὰ τοὺς σπρώχνει μία ἀκαταμάχητη μαγνητικὴ δύναμη μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ ἀπὸ τὰ δεξιὰ πρὸς τ᾽ ἀριστερά.
.         «Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34). Τότε ὁ βασιλιὰς θὰ στραφεῖ πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὰ δεξιά του καὶ θὰ τοὺς πεῖ: ἐλᾶτε ἐσεῖς, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατέρα μου, νὰ κληρονομήσετε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος.
.         Στὴν ἀρχὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τὸν ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, δηλαδὴ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ τὸν ἑαυτό Του Βασιλιᾶ, γιατί τοῦ δόθηκαν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα. Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου. Ἐκεῖνοι ποὺ ὁ Χριστὸς καλεῖ ἔτσι, εἶναι πραγματικὰ εὐλογημένοι. Γιατί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ περιέχει μέσα της ὅλα τ’ ἀγαθά, καθὼς τὴ χαρὰ καὶ τὴ χάρη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ὁ Κύριος δὲν λέει «εὐλογημένοι μου», ἀλλὰ «εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα Μου»; Γιατί εἶναι ὁ μοναδικὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Μονογενὴς καὶ ἄκτιστος προαιωνίως καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Κι οἱ δίκαιοι εἶναι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ ἐξ υἱοθεσίας.
.         Ὁ Θεὸς καλεῖ τοὺς δικαίους νὰ μποῦν στὴν βασιλεία ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γί᾽ αὐτοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Θεός, προτοῦ ἀκόμα δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, εἶχε προετοιμάσει τὴν Βασιλεία γι᾽ αὐτόν. Προτοῦ πλάσει τὸν Ἀδάμ, ἦταν ὅλα φτιαγμένα γιὰ τὴ ζωή του στὸν παράδεισο. Ὁλόκληρη Βασιλεία, ὑπέροχη κι ὁλοφώτεινη, ποὺ περίμενε τὸ Βασιλιά της. Μετὰ ὁ Θεὸς ὁδήγησε τὸν Ἀδὰμ στὴ Βασιλεία αὐτή, κι ἡ Βασιλεία συμπληρώθηκε. Ὁ Θεὸς προετοίμασε τὴ βασιλεία γιὰ τοὺς δικαίους ἀπὸ τὴν ἀρχή. Μόνο τοὺς ἀφέντες τῆς περίμενε, μὲ τὸ Χριστὸ ὡς βασιλιὰ ἀρχηγό.
.         Ὁ Κριτὴς κάλεσε τοὺς δικαίους στὴ βασιλεία Του κι ἀμέσως μετὰ ἐξήγησε γιατί τοὺς τὴ χάριζε: «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατά μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε´ 35-37). Γιατί πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νερό, ἤμουν ξένος καὶ σεῖς μὲ φιλοξενήσατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἀρρώστησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν στὴν φυλακὴ καὶ σεῖς ἤρθατε νὰ μὲ δεῖτε.
.         Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ θαυμάσια ἐξήγηση, οἱ δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικὰ καὶ ταπεινὰ ἀπὸ τὸ βασιλιὰ νὰ τοὺς πεῖ πότε τὸν εἶδαν πεινασμένο καὶ διψασμένο, γυμνὸ καὶ ἄρρωστο καὶ πότε τὰ ἔκαναν ὅλ’ αὐτὰ σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ βασιλιὰς ἔδωσε πάλι τὴ θαυμάσια αὐτὴ ἀπάντηση: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 40). Ἀφοῦ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐκάματε στοὺς ἐλαχίστους καὶ ταπεινοὺς ἀδελφούς μου, εἶναι σὰ νὰ τὰ ἐκάματε σ’ ἐμένα τὸν ἴδιο.
.         Ὅλη αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἔχει δύο ὄψεις, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική. Ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία εἶναι σαφὴς στὸν καθένα. Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει τὸν πεινασμένο, ξεδιψάει τὸ διψασμένο, ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ στεγάζει τὸν ἄστεγο, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει ὅλ’ αὐτὰ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀρρώστους ἢ τοὺς φυλακισμένους, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει αὐτὰ στὸν Κύριο. Ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη σχετικὰ πὼς «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατὰ δὲ τὸ δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ» (Παρ. ιθ´ 17). Ἐκεῖνος ποὺ ἐλεεῖ τὸν φτωχό, εἶναι σὰν νὰ δανείζει τὸν Θεό, ποὺ ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἔδωσε, θὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσει.
.         Ὁ Κύριος, μέσα ἀπὸ κείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βοήθειά μας, δοκιμάζει τὶς καρδιές μας. Ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τίποτα δικό μας γιὰ λογαριασμό Του. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ ψωμί, δὲν μπορεῖ νὰ πεινάσει. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ νερό, δὲν γίνεται νὰ διψάσει. Αὐτὸς ποὺ ντύνει τὴν κτίση ὁλόκληρη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γυμνός, οὔτε καὶ ν᾽ ἀρρωστήσει αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας. Οὔτε καὶ γίνεται νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ὁ Κύριος τῶν κυρίων.
.         Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ δίνουμε ἐλεημοσύνη, ὥστε μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ μαλακώσουν οἱ καρδιές μας, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικές. Θὰ μποροῦσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν παντοδυναμία Του νὰ κάνει διὰ μιᾶς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι εὐχαριστημένους. Ἀλλ᾽ ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δοκιμάσουν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, τὴν ἀρρώστια, τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία γιὰ δύο λόγους. Πρῶτα, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι νὰ μαλακώσουν τὴν καρδιά τους, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικοὶ καὶ νὰ ἔρθουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ τὸν προσκυνήσουν μὲ πίστη καὶ προσευχή. Δεύτερο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὰ δικά του βάσανα νὰ κατανοήσει καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν ταπείνωσή του νὰ κατανοήσει τὴν ταπείνωση τῶν ἄλλων. Ἔτσι θὰ καταλάβει τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων μέσα ἀπὸ τὸν Ζῶντα Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ δοτήρα ὅλων τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν. Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ γίνουμε ἐλεήμονες, νὰ ἔχουμε πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἔλεος. Γνωρίζει πὼς τὸ ἔλεος εἶναι ὁ τρόπος γιὰ ν᾽ ἀποκαταστήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν πίστη στὸν Θεό, τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.
.         Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία. Ἡ δεύτερη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν Χριστὸ μέσα μας. Σὲ κάθε καθαρὴ σκέψη ποὺ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, σὲ κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα τῆς καρδιᾶς μας καὶ σὲ κάθε ὑψηλὴ φιλοδοξία κι ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτεται μέσα μας μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτὲς τὶς ἁγνὲς σκέψεις, τὰ εὐγενικὰ συναισθήματα καὶ τὶς ὑψηλὲς φιλοδοξίες, τὶς ὀνομάζει ἐλαχίστους ἀδελφούς Του. Τὰ ὀνομάζει ἔτσι ὅλ᾽ αὐτά, ἐπειδὴ βρίσκονται μέσα μας σὲ μία ἀσήμαντη μειονότητα σὲ σύγκριση μὲ τοὺς μεγάλους ἐσωτερικοὺς ἀγροὺς ποὺ εἶναι γεμάτοι ἀπορρίμματα καὶ κακία. Ἂν ὁ νοῦς μας πεινάει γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ταΐσουμε, εἶναι σὰν νὰ τρέφουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ ψυχή μας εἶναι ἄρρωστη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὴν κακή μας ὕπαρξη καὶ τὰ κακά μας ἔργα καὶ τὸ ἀντιληφθοῦμε αὐτὸ καὶ τὴν ἐπισκεφτοῦμε, τότε εἶναι σὰ νὰ ἐπισκεφτήκαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας.
.         Μὲ λίγα λόγια, ἂν αὐτὸς ὁ δεύτερος ἑαυτὸς ποὺ ἔχουμε μέσα μας καὶ ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸ δίκαιο ἄνθρωπο, ὑποδουλωθεῖ καὶ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν πονηρὸ κι ἁμαρτωλὸ ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο καὶ μεῖς τὸν προστατεύσουμε, εἶναι σὰν νὰ προστατεύουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα μας εἶναι πολὺ μικρός, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς μέσα μας εἶναι ἕνας πραγματικὸς Γολιάθ. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα ὅμως εἶναι ὁ μικρὸς ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐλάχιστος, κι ὁ ἁμαρτωλὸς Γολιὰθ μέσα μας εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τότε προστατέψουμε τὸ δίκαιο ἄνθρωπο μέσα μας, ἂν τὸν ἐλευθερώσουμε, τὸν ἐνισχύσουμε καὶ τὸν βγάλουμε στὸ φῶς· ἂν τὸν σηκώσουμε ψηλότερα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό, ὥστε νὰ τὸν κυριεύσει καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20), τότε θὰ κληθοῦμε εὐλογημένοι καὶ στὴν τελευταία Κρίση θὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Βασιλιᾶ: δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ-3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους;»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ-2

Ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς

Μέρος Α´: Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ -1

.                  Εἴπαμε (στὸ προηγούμενο ἄρθρο) πὼς ἡ πίστη στὴν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἰσδύει καὶ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας, μπορεῖ νὰ μᾶς συγκρατεῖ ἀπὸ τὰ ἐσωτερικὰ ὀλισθήματα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Ἡ σκέψη ὅτι ὁ Θεὸς ὅλα τὰ γνωρίζει, καὶ αὐτὰ ποὺ σκεπτόμαστε καὶ αὐτὰ ποὺ αἰσθανόμαστε καὶ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, ὅσα δὲν φαίνονται πρὸς τὰ ἔξω καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν τὰ βλέπει, ἡ σκέψη αὐτὴ μᾶς βοηθεῖ πολὺ νὰ προσέχουμε.
.           Καὶ ὅταν προσέχουμε, εἴμαστε σὲ ἑτοιμότητα, ὥστε, μόλις μᾶς προσβάλει κάποιος λογισμὸς ἁμαρτίας, νὰ τὸν ἀποκρούσουμε. Νὰ μὴν τὸν κρατήσουμε οὔ­­τε γιὰ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα. Ἂν χρο­νίσει ὁ λογισμὸς στὸ νοῦ, μπορεῖ νὰ δελεάσει τὴν ψυχή, ὁ ἐχθρὸς νὰ ἀντιμετωπισθεῖ σὰν φίλος, καὶ τότε ἡ ζημιὰ θὰ εἶναι μεγαλύτερη, ὁ λογισμὸς θὰ κατέβει στὴν καρδιά, θὰ γεννήσει ἐπιθυμία ἁμαρτίας καὶ θὰ μολύνει τὸ ἐσωτερικό μας. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀντίδραση τῆς ψυχῆς πρέπει νὰ εἶναι ἄμεση. Ὅσο πιὸ γρήγορα ἀντιμετωπίσουμε τὸν ἐχθρό, τόσο πιὸ εὔκολα θὰ τὸν ἀποκρούσουμε.
.           Ἀλλὰ ἡ προσπάθεια αὐτή, ὅπως τὴν περιγράψαμε, εἶναι ἀμυντική. Ὅσο κι ἂν εἶναι ἀπαραίτητη, δὲν εἶναι ἡ πιὸ ἀποτελεσματική. Πολὺ πιὸ ἀποδοτικὸς γίνεται ὁ ἀγώνας μας, ὅταν περάσουμε στὴν ἐπίθεση.
.           Τί σημαίνει αὐτό; Νὰ μὴν ἀρκούμαστε στὸ νὰ ἀποκρούουμε τὸ κακό, ἀλλὰ νὰ προσπαθοῦμε νὰ καλλιεργοῦμε τὸ ἀγαθὸ στὴν ψυχή μας. Μποροῦμε νὰ καλλιεργοῦμε ἀγαθοὺς λογισμούς, νὰ ἀπασχολοῦμε τὸ νοῦ μας μὲ καθαρὲς σκέψεις. Νὰ σκεφθοῦμε τὰ θέματα τῆς ἐργασίας μας, νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὰ ζητήματα τῆς οἰκογενείας μας. Μποροῦμε ἐπίσης νὰ σκεφθοῦμε τοὺς βασανισμένους συνανθρώπους μας, ἀσθενεῖς, πτωχούς, ἐγκαταλελειμμένους, τὰ προβλήματά τους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συγκινήσει τὴν ψυχή μας, νὰ αἰσθανθοῦμε συμ­πόνια γι’ αὐτούς, νὰ νιώσουμε τὴν ἀγάπη νὰ κυριαρχεῖ στὴν καρδιά μας. Νοῦς καὶ καρδιὰ καλλιεργοῦν τὸ ἀγαθό.
.           Πολὺ περισσότερο θὰ μᾶς βοηθήσει τὸ νὰ καλλιεργοῦμε καθαρὰ πνευματικὲς σκέψεις. Νὰ ἐπαναφέρουμε π.χ. στὸ νοῦ μας μιὰ πνευματικὴ συζήτηση ποὺ εἴχαμε μὲ κάποιους φίλους. Νὰ θυμηθοῦμε τὶς συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ μας, τὸ κήρυγμα ποὺ ἀκούσαμε στὴν ἐκκλησία, τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ συγκίνησε τὴν ψυχή μας. Νὰ ἐμβαθύνουμε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νὰ σκεφθοῦμε τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν ἀπαράμιλλη διδασκαλία Του, τὴν παναγία ζωή Του, τὴ δόξα καὶ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας Του. Ὅλα αὐτὰ θὰ συγκινήσουν τὴν ψυχή μας, θὰ τὴν ἐνθουσιάσουν, θὰ τὴν πλημμυρίσουν μὲ αἰσθήματα θαυμασμοῦ, εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό, πνευματικῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως. Φω­τίζεται ὁ νοῦς μὲ τέτοιες σκέψεις καὶ συγκινεῖται ἡ καρδιὰ καθὼς κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀνώτερα, ἅγια αἰσθήματα.
.           Μποροῦμε αὐτὰ νὰ τὰ ἐνισχύουμε μὲ τὴ μελέτη, τὴ συστηματικὴ πνευματικὴ μελέτη. Ὅταν κάθε μέρα τηροῦμε ἕνα σταθερὸ πρόγραμμα πνευματικῆς τροφοδοσίας, ὅταν μελετοῦμε τοὺς θεό­πνευστους λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὰ θεοφώτιστα κείμενα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἄλλα πνευματικὰ βιβλία, ὁ νοῦς μας διαρκῶς τροφοδοτεῖται μὲ ἅγια νοήματα, καὶ ἡ καρδιὰ μένει προσ­ηλωμένη στὸ Θεὸ καὶ στὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀπασχολημένος μὲ τὰ θεῖα ὁ νοῦς, δὲν προλαβαίνει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ ἄλλα. Συγχρόνως, ἐπειδὴ ἡ μελέτη τῶν ἱερῶν κειμένων συγκινεῖ τὴν ψυχή, εὔκολα τὴν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα τὰ ἁμαρτωλά, ποὺ σκοτίζουν καὶ μολύνουν τὸ ἐσωτερικό μας.
.           Ἀνυπολόγιστη βοήθεια στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ καθαρότητα μᾶς δίνει καὶ ἡ προσευχή. Ὅταν γίνεται μὲ πίστη καὶ μὲ ταπείνωση, ὅταν ἀπευθύνεται στὸ Θεὸ μὲ προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ μὲ θερμὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς, ἀποδεικνύεται σπουδαιότατο ὅπλο στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Ὄχι μόνο διότι μποροῦμε νὰ ἀπευθύνουμε στὸ Θεὸ εἰδικὸ αἴτημα, ὥστε Ἐκεῖνος, «ὁ μόνος καθαρὸς καὶ ἀκήρατος Κύριος», νὰ μᾶς καθαρίσει «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ», ἀλ­λὰ καὶ διότι στὴ διάρκειά της ἀπασχολοῦμε τὸ νοῦ μὲ ὅ,τι ὑψηλότερο καὶ ἁγιότερο, μὲ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Τρισάγιο Κύριο τοῦ παντός. Ἡ προσ­ευχὴ ἡ «μετ’ ἐ­κτενείας γινομένη, μετὰ ὀδυνωμένης ψυ­χῆς, μετὰ συντεταμένης διανοίας», δη­λαδὴ ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ ἐπίμονη καὶ ἐκτενὴ προσπάθεια, μὲ ψυχὴ ποὺ πονάει, μὲ τὴ διάνοια σταθερὴ καὶ μὲ ἔντονο ἀγώνα προσηλώσεως, καθαρίζει τὴν ψυχή. Διότι, συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «αὕτη ἐστὶν ἡ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀναβαίνουσα» προσευχή (ΕΠΕ 35, 176). Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἀνεβάζει καὶ ὅλο τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό, τὸν ἀναδεικνύει οὐράνιο ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὰ ἐπίγεια, τὰ ὑλικὰ καὶ ἁμαρτωλά.
.           Καλλιέργεια ἀγαθῶν λογισμῶν, μελέτη, προσευχή. Μ’ αὐτὰ τὰ ὅπλα διατηρεῖ ἡ ψυχὴ τὴν καθαρότητά της.
.           Ὅταν ὁ κλέφτης πλησιάσει στὸ σπίτι καὶ ἀκούσει θόρυβο, φεύγει. Καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι μέσα καὶ δὲν ἦλθε στὴν κατάλληλη ὥρα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καλλιεργεῖ ἀγαθοὺς λογισμούς, ὅταν μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται, συγκινεῖται ἡ ψυχή του, μέσα του ὑπάρχει κίνηση καὶ ζωὴ πνευματική. Δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάσει κλέφτης. Δὲν μπορεῖ ὁ διάβολος νὰ σπείρει τοὺς δικούς του λογισμοὺς καὶ μὲ τὰ βέλη του τὰ πεπυρωμένα νὰ πυρπολήσει τὸν νοητὸ οἶκο τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸν ἔρχεται νὰ κατοικήσει ὁ Χριστός. Καὶ ὅταν ὁ Χριστὸς κατοικεῖ στὴν καρδιά μας, ὅλα μέσα μας γίνονται ἅγια καὶ φωτεινά, ὅλα καθαρὰ καὶ οὐράνια.

 ΠΗΓΗ: osotir.org

, , ,

Σχολιάστε

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ -1

Ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς
Α´ 
 

.           Πόσα πράγματα περνοῦν ἀπὸ τὸν νοῦ μας κάθε στιγμή! Καὶ ὅταν κοιμᾶται ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ σκέπτεται. Πολὺ περισσότερο ὁ νοῦς του δουλεύει, ὅταν βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση. Ἀσχολεῖται μὲ προβλήματα πιεστικὰ ποὺ ζητοῦν τὴ λύση τους. Προγραμματίζει τὴ ζωὴ καὶ κάνει σχέδια. Σκέπτεται τὶς εἰδήσεις τοῦ κόσμου καὶ ἀναλύει τὰ γεγονότα. Θυμᾶται τὰ περασμένα καὶ ζωντανεύει ἀναμνήσεις, ποὺ τὸν χαροποιοῦν ἢ τὸν βασανίζουν. Μελετᾶ τὴν ἱστορία καὶ ἐμβαθύνει στὸ νόημά της. Ἀσχολεῖται μὲ ζητήματα τῆς ἐπιστήμης καὶ προωθεῖ τὴν ἔρευνά της.
.           Ναί! Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ νοῦς μας καὶ πολλὰ ἄλλα. Εἶναι στολίδι στὸν ἄνθρωπο ὁ νοῦς, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔχουν νοῦ τὰ ἄλλα ὄντα πάνω στὴ γῆ. Εἶναι ἄλογα. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ πλασμένος, ἔχει νοῦ καὶ σκέπτεται, μαθαίνει, συλλαμβάνει ἰδέες καὶ τὶς πραγματοποιεῖ, καλλιεργεῖ τὴν ἐπιστήμη καὶ προάγει τὸν πολιτισμό, σχεδιάζει τὸ ἀγαθὸ καὶ ἐνθουσιάζεται ἀπὸ τὸ ὡραῖο. Εἶναι ζηλευτὸς γιὰ τὸ νοῦ του ὁ ἄνθρωπος.
.           Ὅμως ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἐπικίνδυνος, ἀκριβῶς διότι ἔχει νοῦ. Ὁ νοῦς του μπορεῖ νὰ γίνει ἐργαστήρι τῆς ἁμαρτίας. Μπορεῖ νὰ σκοτισθεῖ, νὰ σκέπτεται τὸ κακό, νὰ σχεδιάζει τὴν ἐκδίκηση, νὰ ὀργανώνει τὴν ἐκμετάλλευση, νὰ φαντάζεται τὴν ἁμαρτία, νὰ βυθίζεται στὴ λάσπη. Πόσο θλιβερὸ αὐτό! Ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα φῶς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ νὰ τὸν ἀνεβάζει ψηλά, μπορεῖ νὰ ὁδηγεῖται στὸ σκοτάδι καὶ νὰ πέφτει χαμηλά.
.           Ὅλα ἀπὸ τὸ νοῦ μας ξεκινοῦν: οἱ καλὲς πράξεις ἀλλὰ καὶ ἡ ἁμαρτία. Ἢ μᾶλλον ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ πιὸ μέσα, ἀπὸ τὸ βαθὺ ἐσωτερικό μας, ἀπὸ τὴν καρδιά. «Ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχον­ται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι», ὅπως εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. ιε´ [15] 19). Τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς ἐπηρεάζει τὶς σκέψεις τοῦ νοῦ. Ἡ καρδιά, λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶναι «ἡ ταμειοῦχος τῶν λογισμῶν». Εἶναι ἀγα­θὴ ἡ καρδιά, εἶναι καθαρὸ τὸ ἐσωτερικό μας; Τότε καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ νοῦ θὰ εἶναι καθαροί, φωτεινοί, ἅγιοι. Εἶναι ἡ καρδιὰ ἄρρωστη, κυριαρχεῖται ἀπὸ ἁμαρτωλὲς διαθέσεις καὶ πάθη, ἀπὸ τὴν κακία, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴ φιλαργυρία, τὴ σαρκικότητα; Τότε καὶ οἱ λογισμοὶ θὰ εἶναι ἁμαρτωλοί, ρυπαροί, ἄθλιοι. Θὰ ντρέπεται ὁ ἄνθρωπος νὰ τοὺς φανερώσει.
.           Πολλὲς φορὲς λυπόμαστε γι’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε. Λυπόμαστε γιὰ ὅ,τι κάνουμε. Στενοχώρια καὶ θλίψη ὅμως μᾶς καταλαμβάνει ἐξαιτίας ὄχι μόνο αὐτῶν ποὺ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ποὺ σκεπτόμαστε. Αἰσθανόμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ ἄθλιοι. Πῶς ἔγινα ἔτσι; Τί φουρτούνα στὸ μυαλό μου; Γιατί νὰ σκέπτομαι μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο; Πῶς νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὸν βομβαρδισμὸ τῶν σκέψεων ποὺ μολύνουν τὸ νοῦ μου; Πῶς μπορῶ νὰ διορθωθῶ;
.           Κάποτε ὁ Κύριος ρώτησε τοὺς μαθητές Του: «τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι;…» (Ματθ. ιϛ´ [16] 8). Κατάλαβε τὴν ὀλιγοπιστία μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετώπισαν τὸν λόγο Του, κατάλαβε τοὺς διαλογισμούς τους. Καὶ ἄλλοτε, ὅταν κάποιοι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς νόμισαν ὅτι εἶναι βλάσφημος ὁ λόγος Του, μὲ τὸν ὁποῖο συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες ἑνὸς παράλυτου ἀνθρώπου, ὁ Κύριος «εὐθέως ἐπιγνοὺς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» (Μάρκ. β´ 8). Διάβασε τὶς σκέψεις τους, κατάλαβε τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους ποὺ γεννοῦσε τέτοιες σκέψεις στὸ νοῦ τους.
.           Ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων» (Ἰὼβ ζ´ 20), γνωρίζει τὸ νοῦ καὶ τὰ ἀπόκρυφα τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν ἀνθρώπων. Γνωρίζει τὶς σκέψεις ποὺ κάνουμε κάθε στιγμή, τὶς διαθέσεις τῶν καρδιῶν μας, τοὺς πόθους, τὰ αἰσθήματα, τὰ βαθύτερα κίνητρά μας, ὅλο τὸ βάθος τοῦ ἐσωτερικοῦ. «Ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός», ἐξετάζει μὲ ἀκρίβεια καὶ γνωρίζει μὲ λεπτομέρεια τὰ πάντα μέσα μας ὁ Θεός (Ψαλ. ζ΄ 10).
.           Σύ, Κύριε, λέει σὲ μία προσευχή του ὁ Σολομών, θὰ δώσεις στὸν καθένα ἄνθρωπο «κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, ὡς ἂν γνῷς τὴν καρδίαν αὐτοῦ», ἀνάλογα μὲ τὴν ὅλη διαγωγή του καὶ τὰ ἐλατήρια τῆς καρδιᾶς του, τὰ ὁποῖα γνωρίζεις. Διότι Σὺ «μόνος γινώσκεις τὴν καρδίαν υἱῶν ἀνθρώπων» (Β´ Παραλ. ϛ´ 30). Ὡς παντογνώστης καὶ καρδιογνώστης, γνωρίζεις τὸ ἐσωτερικὸ τῆς καρδιᾶς ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καὶ εἶσαι ὁ μόνος ποὺ τὸ γνωρίζεις. Οὔτε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, οὔτε οἱ δαίμονες, οὔτε καὶ οἱ ἄγγελοι μποροῦν ἀπὸ μόνοι τους νὰ γνωρίζουν τί κρύβουμε μέσα μας. Μόνος ὁ Θεός.
.           Πόσο βαθὺς ὁ μυστικὸς κόσμος τῆς ψυχῆς μας! Οὔτε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν μποροῦμε ἐπαρκῶς νὰ τὸν ἐξερευνήσουμε καὶ ἐπακριβῶς νὰ τὸν γνωρίσουμε. Μόνο ὁ Θεός. Ἐνώπιόν Του ὅλα εἶναι φανερὰ καὶ γνωστά.
.           Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μπορεῖ πολὺ νὰ μᾶς βοηθεῖ νὰ διατηροῦμε καὶ τὴν ἐσωτερική μας καθαρότητα. Ποτὲ δὲν θὰ θέλαμε μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων νὰ κάνουμε κάτι κακό, ποὺ θὰ μᾶς ἐκθέσει. Πόσο προσεκτικότεροι πρέπει νὰ εἴμαστε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ!
.           Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μᾶς παρακολουθεῖ. Ἡ σκέψη αὐτὴ μᾶς γεμίζει μὲ ἅγιο φόβο, ὁ ὁποῖος μᾶς συγκρατεῖ ἀπὸ τὴν ἐκτροπὴ στὸ κακὸ καὶ μᾶς χαρίζει τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἀμείψει τὸν ἀγώνα μας νὰ προσέχουμε ὄχι μόνο τὰ ἐξωτερικά μας ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐσωτερικὲς καταστάσεις τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς.
.           Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι τρόποι γιὰ νὰ διατηροῦμε καθαρὸ τὸ ἐσωτερικὸ τῆς ψυχῆς μας. Θὰ τοὺς δοῦμε σὲ ἑπόμενο ἄρθρο. Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ τοῦ ΝΟΥ καὶ τῆς ΚΑΡΔΙΑΣ-2

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

,

Σχολιάστε

H ΠΕΡI ΚΑΡΔΊΑΣ AΝΤIΛΗΨΗ ΣΤHΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝH ΠΝΕΥΜΑΤΙΚOΤΗΤΑ

Ἡ περί καρδίας ἀντίληψη στήν βυζαντινή πνευματικότητα

 τοῦ Ἀντωνίου-Αἰμιλίου Ταχιάου, Ὁμ. καθηγητοῦ Α.Π.Θ.
– ἀντεπιστέλλοντος μέλους Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

 περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»,
ἀρ. τ. 220, Νοέμβριος 2014

[…]

.               Φαίνεται ὅτι πολύ νωρίς ὁ πρωτόγονος homo erectus συνειδητοποίησε μέσα του τήν λειτουργία τῆς καρδιᾶς καί τήν ταύτισε μέ τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ φαινομένου τῆς ζωῆς, ἐκτιμώντας ἔτσι στή σωστή της διάσταση τήν ὑπαρξιακή ἀξία της. Ἐπειδή ὅμως στούς πρωτογόνους τοῦ Mεξικοῦ ὁ ἥλιος θεωρεῖτο ἡ πηγή τῆς ζωῆς, προσφέρονταν σ’ αὐτόν ὡς θυσία, ὄχι θρησκευτικῆς ἀλλά μαγικῆς σκοπιμότητας, αἱμάσσουσες καρδιές ἀνθρώπων καί ζώων. M’ αὐτόν τόν τρόπο ἤθελαν νά προκαλέσουν τή συνέχεια τῆς παρεχόμενης ἀπό τόν ἥλιο ζωῆς. Ἐπειδή ἡ καρδιά θεωρεῖτο ἡ ἕδρα τῆς ζωῆς, τῶν συναισθημάτων καί τῆς σκέψης ἀκόμη, κάποιοι πρωτόγονοι τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς, ὡς τίς ἀρχές τοῦ αἰώνα μας ἀκόμη, ὅταν πέθαινε ὁ βασιλιάς τους, συνήθιζαν νά προσφέρουν τήν καρδιά του ὡς βρώση στόν διάδοχό του, ὥστε μέ τόν τρόπο αὐτόν νά περάση σ’ αὐτόν ἡ βασιλική ἐξουσία, καί νά κατασταθῆ γνήσιος συνεχιστής τῆς βασιλείας.
.               Ἐπίσης σέ ἄλλους πρωτογόνους ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι ἔπρεπε νά ἀποφεύγουν νά δίνουν στά παιδιά τους νά τρῶνε τήν καρδιά τοῦ τσακαλιοῦ γιά νά μή γίνουν δειλά σάν κι αὐτό, ἐνῶ ἀντίθετα τούς ἔδιναν τήν καρδιά τῆς λεοπάρδαλης γιά νά γίνουν γενναῖα ὅπως αὐτή. Στούς Ἀζντέκους τοῦ Mεξικοῦ συναντοῦμε τήν θυσία ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ξεριζώνεται ἡ καρδιά καί προσφέρεται στή θεότητα. Ἡ σημασία τῆς καρδιᾶς, σάν ὄργανο μεταβίβασης δύναμης καί ἐξουσίας ἐπιβίωσε καί στίς πιό προηγμένες θρησκεῖες, ὅπως αὐτή τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλά ὅσο περισσότερο ἐξελιγμένη ἐμφανίζεται ἡ θρησκεία, τόσο περισσότερο ἡ καρδιά ἀποκτᾶ μέσα σ’ αὐτήν ἕνα ἄλλο νόημα καί συνδέεται κυρίως μέ τά συναισθήματα καί τίς διαθέσεις τοῦ ἀνθρώπου· Στήν καρδιά ὁ ἄνθρωπος βιώνει τή χαρά καί τή θλίψη, ἐδῶ εἶναι ἡ ἕδρα καί τό ὄργανο ἔκφρασης τῶν εὐαισθησιῶν του, τελικά ἐδῶ ἐντοπίζεται τό σημεῖο συνάντησής του μέ τόν Θεό.
.               Mιά τέτοια θεώρηση τῆς καρδιᾶς εἶναι διάχυτη τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Kαινή Διαθήκη. Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ φαίνεται καί ἀπό τήν ἱκανότητά του νά διεισδύη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί νά τήν ἐρευνᾶ («ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς»), ἀφοῦ αὐτή θεωρεῖται τό φυλακτήριο τῶν ἀπορρήτων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του, γι’ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός ζητάει στήν προσευχή του: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός». Σήμερα ἀκόμη λέμε «ἄνθρωπος μέ καλή καρδιά», «καλόκαρδος» ἤ «κακόκαρδος». Ἐδῶ, βεβαίως, λησμονιέται ἐντελῶς ἡ φυσιολογική λειτουργία καί ὁ ρόλος τῆς καρδιᾶς ὡς τό βασικότερο ὄργανο τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ, καί ἐξαίρεται μόνο τό συναισθηματικό καί ἠθικό στοιχεῖο πού αὐτή συμβολίζει καί ἀντιπροσωπεύει μέσα στήν ψυχική ἰδιοσυστασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Xριστός ἔχει πῆ ὅτι εἶναι μακάριοι αὐτοί πού ἔχουν καθαρή καρδιά, γιατί αὐτοί θά δοῦν τόν Θεό. Αὐτή ἡ ρήση τοῦ Ἰησοῦ θά ἀποκτήση στή συνέχεια ἕνα ἰδιαίτερο νόημα μέσα στόν ὀρθόδοξο μυστικισμό.
.               Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη γιά τήν ἀνθρώπινη ὀντότητα, ἡ καρδιά ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἀπό τή στιγμή πού τό νοητικόν, ὁ λόγος, δέν ἀποτελεῖ τό θεμελιῶδες κεφάλαιο στίς βαθύτερες καί ὑπαρξιακές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς. Ἡ ἴδια ἡ πίστη, ὡς ἀποδοχή πραγμάτων μή βλεπομένων καί ἐλεγχόμενων μέ τόν λόγο καί τή νόηση, ἐκφεύγει ἀπό τόν χῶρο αὐτῶν τῶν λειτουργιῶν, καί συνδέεται περισσότερο μέ τή βιωματική λειτουργία τοῦ συναισθήματος, δηλαδή τῆς ψυχικῆς εὐαισθησίας καί δεκτικότητας. Οἱ αἰσθήσεις καί τό νοητικόν καθοδηγοῦν καί ἐλέγχουν τή γνώση, ἐνῶ τό συναίσθημα εἶναι αὐτό πού ἀγγίζει ἄμεσα τήν ψυχή, δηλαδή τή συγκίνηση, καί συνδέεται μ’ αὐτό πού ἁπλοϊκότερα ὀνομάζουμε «καρδιά». Αὐτή ἡ «καρδιά» ὑπαγορεύει καί τήν ἀγάπη, πού εἶναι ἡ βασικότερη χριστιανική ἀρετή. Ἔτσι δημιουργοῦνται δύο διαφορετικοί κόσμοι, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά ἔχουν διαύλους ἐπικοινωνίας μεταξύ τους, ἀλλά ποτέ δέν ταυτίζονται.
.               Tό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ ὀρθόδοξος μυστικισμός ἐπιδιώκει τόν τελικό του σκοπό, δηλαδή τήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ προσευχή ὑπάρχει βέβαια στήν κοινή λατρεία τῶν πιστῶν μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ὅμως καί ἡ προσωπική προσευχή, καί ἐδῶ ἔχουμε ἐπίσης στάδια ἐξέλιξής της μέσα στούς αἰῶνες, ὅπως συνέβη καί μέ τή συλλογική προσευχή. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιωτική προσευχή εἶναι ἐκείνη πού ὁδηγεῖ σέ μυστικιστικές ἐμπειρίες, καί αὐτή ἔχει ἀπασχολήσει τούς μυστικούς διδασκάλους καί συγγραφεῖς τοῦ Βυζαντίου. Tό πρῶτο πού πρέπει νά σημειώσουμε εἶναι ἡ διαμόρφωση τοῦ τύπου αὐτῆς τῆς προσευχῆς, καί τό δεύτερο, πῶς αὐτή συνδέεται μέ τό ἀνθρώπινο ὄργανο τῆς καρδιᾶς. Οἱ μεγάλοι ἀσκητές Πατέρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων ἔκριναν ὅτι ἡ ἰδιωτική προσευχή δέν θά πρέπει νά ἐπεκτείνεται σέ μία προσωπική φλυαρία, ἀλλά νά εἶναι σύντομη καί οὐσιώδης. Γι’ αὐτό, λοιπόν, τήν περιόρισαν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο, διατηρώντας μέσα σ’ αὐτήν δύο βασικά πράγματα. Tό πρῶτο εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Tό ὄνομα αὐτό περικλείει μέσα του μία τεράστια δύναμη, γιατί εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ. Ἀντίθετα μέ τούς Ἑβραίους, πού μέχρι σήμερα ἀκόμη δέν προφέρουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό ὑποκαθιστοῦν μέ κάποιο ἄλλο κλητικό, οἱ Χριστιανοί ἐξονομάζουν εὐθέως τό θεῖο ὄνομα, ἐπικαλούμενοι τή βοήθειά του. Tό δεύτερο στοιχεῖο τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι αὐτή εἶναι «μονολόγιστος», δηλαδή σύντομη καί περιεκτική, πού συνοψίζεται στό: «Kύριε Ἰησοῦ Xριστέ, Yἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ὁ ἡσυχαστής μοναχός, καί κάθε ἕνας πού ἀκολουθεῖ τήν πνευματικότητά του, ἐπαναλαμβάνει ἀδιακόπως αὐτή τήν εὐχή, προσπαθώντας νά βιώση ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα καί βαθύτερα τό νόημά της.
.               Ἡ προσευχή αὐτή καλλιεργήθηκε κατεξοχήν ἀνάμεσα στούς μοναχούς τῆς Mονῆς τοῦ Σινᾶ. Στά μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, ὁ Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς τῆς Ἠπείρου, στόν «Ἀσκητικό του Λόγο» λέει ὅτι αὐτός πού θέλει νά καθαρίση τήν καρδιά του πρέπει παντοτινά νά τήν πυρώνη μέ τή μνήμη τοῦ Kυρίου Ἰησοῦ, ἔχοντας αὐτό καί μόνο γιά μελέτη καί ἔργο. Kαί ἕνας ἄλλος σημαντικός πνευματικός συγγραφέας τοῦ ἴδιου αἰώνα, ὁ Ἡσύχιος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση, διδάσκει ἀνάλογα πράγματα. Αὐτός λέει ὅτι ἡ συνεχής νήψη, δηλαδή ἡ πνευματική ἐνάργεια καί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἀποδιώχνουν ἀπό τήν καρδιά τή λήθη, δηλαδή τή φυγή ἀπό τήν αἴσθηση τῆς ὕπαρξης. Ἡ μνήμη δέ τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νά γίνη τόσο συχνή, ὥστε νά κολληθῆ στήν ἀναπνοή. Ἐδῶ πιά βλέπουμε τή σύνδεση τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ μέ μιά ὀργανική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀναπνοή. Ὅσο συχνά ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος, τόσο συχνά πρέπει νά μνημονεύη τόν Ἰησοῦ· καί βέβαια ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μεταφορική ἔννοια, ἀλλά γιά κυριολεξία. Οἱ ὁδηγίες καί ὑποδείξεις γιά τήν προσευχή αὐτή παρέμεναν περιστατικές καί διάσπαρτες ὡς τή στιγμή πού ἐμφανίστηκε ἕνα συστηματικότερο ἐγχειρίδιο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὁ συγγραφέας τοῦ ὁποίου παραμένει ἄγνωστος, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση καί ἐκφράζει ἀπόλυτα τίς ἀρχές τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ.
.               Tό ἐγχειρίδιο αὐτό ἔχει τόν τίτλο «Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί προσοχῆς». Ὁ συγγραφέας του διακρίνει τρεῖς τρόπους προσευχῆς. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι, ὁ προσευχόμενος νά ὑψώνη τά χέρια, τά μάτια καί τόν νοῦ του πρός τόν οὐρανό, καί νά γεμίζη ἡ φαντασία του μέ εἰκόνες ἱερές, καί ἡ ψυχή του ἀπό ἕναν θεῖο πόθο, καί σιγά σιγά μέσα στήν καρδιά του νά ἐκστασιάζεται καί νά ἐπαίρεται. Ὁ τρόπος αὐτός ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί στήν τρέλα, διότι δημιουργεῖ αὐτό πού σήμερα θά λέγαμε παραισθήσεις καί παρανοϊκά σύνδρομα. Ἐδῶ ἐντοπίζεται ἕνα σημεῖο σαφοῦς διαφορᾶς ἀνάμεσα στίς ὀρθόδοξες καί τίς δυτικές μυστικές ἐμπειρίες, γιατί οἱ δεύτερες ἀποδέχονται τά ὁράματα ἀγγέλων καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ἀπό τούς βυζαντινούς ἡσυχαστές αὐτά θεωροῦνται δαιμονικές πλάνες καί ἀπορρίπτονται. Στόν δεύτερο τρόπο προσευχῆς, ὁ προσευχόμενος φυλάγει τόν νοῦ του ἀπό τίς ἐξωτερικές αἰσθήσεις, καί συνάγει τούς λογισμούς του, καί ἐνῶ μέ τό στόμα λέει τήν προσευχή του, συγχρόνως ὅμως ἐκτρέπεται στήν ἐσωτερική βία, τήν ὁποία ἀσκεῖ προκειμένου νά συμμαζέψη τούς λογισμούς, κλυδωνίζεται ἀνάμεσα στήν προσήλωση στήν προσευχή καί στήν συναγωγή τῶν λογισμῶν του, οἱ ὁποῖοι τελικά τοῦ στεροῦν τήν ἐσωτερική ἡσυχία.
.               Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς, μᾶς λέει ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγχειριδίου, εἶναι πράγμα παράξενο καί δυσερμήνευτο, καί γι’ αὐτούς πού τό ἀγνοοῦν ὄχι μόνο δυσδιάγνωστο, ἀλλά καί ἀπίστευτο. Ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔγκειται στό νά κρατᾶ ὁ νοῦς τήν καρδιά, στό νά προσεύχεται καί νά περιστρέφεται διαρκῶς μέσα σ’ αὐτήν, καί ἀπό τό βάθος αὐτῆς νά ἀναπέμπη τίς προσευχές στόν Θεό. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται ὡς ἑξῆς: κάθεται ὁ μοναχός στό κελλί του καί σηκώνει τόν νοῦν του ἀπό κάθετι τό πρόσκαιρο. Στή συνέχεια ἀκουμπώντας τό σαγόνι του στό στῆθος, φέρνει τά μάτια του πρός τό μέσο τῆς κοιλιᾶς, στόν ὀμφαλό, καί προσπαθεῖ νά ἐλέχγη καί τήν ἀναπνοή τῆς μύτης, ὥστε νά μήν εἶναι ἄτακτη. Tώρα πρέπει νά ἐρευνήση μέ τόν νοῦ στά ἔγκατά του, ὥστε νά ἐντοπίση τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ἐμφιλοχωροῦν ὅλες οἱ ψυχικές δυνάμεις. Ἀρχικά θά βρῆ ἐδῶ σκότος παχύ, ἄν ὅμως ἐπιμείνη, θά νιώση χαρά ἀνείπωτη. Ὁταν ὁ νοῦς βρῆ τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, βλέπει ἀμέσως πράγματα πού δέν γνώριζε. Tότε βλεπει τόν ἀέρα πού παρεμβάλλεται μεταξύ καρδιᾶς καί τοῦ ἑαυτοῦ του ὅλον φωτεινό, καί ἐάν τότε ἀνακύψη κάποιος λογισμός στόν νοῦ, προτοῦ αὐτός ἀποκτήση στή φαντασία εἴδωλο καί μορφή, ἀποδιώχνεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ.
.               Εἶναι φανερό ὅτι μέ τή μέθοδο αὐτή εἰσάγεται μία ψυχοφυσιολογική διαδικασία προσευχῆς, ἡ ὁποία ἔχει πολλές ἐξωτερικές ὁμοιότητες μέ ἐκείνη τῆς ἰνδουϊστικῆς γιόγκα, διαφέρει ὅμως ἀπό αὐτήν ἀπόλυτα στήν οὐσία, γιατί ἐνῶ ἡ γιόγκα ἀποσκοπεῖ μέσῳ τῆς ἀπάθειας στήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό σύμπαν ἤ τήν τελείωση γιά τίς μελλοντικές μετενσαρκώσεις του, στόν βυζαντινό μυστικισμό ὁ τελικός σκοπός τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν προσωπικό Θεό, τόν Ἰησοῦ Xριστό. Ἐπίσης ἡ ὀμφαλοσκοπία στούς Βυζαντινούς ἡσυχαστές δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ὅπως ἔχει νομισθῆ, ἀλλ’ ἐνδεικτική κίνηση τῶν ὀφθαλμῶν γιά τόν ἐντοπισμό τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κεντρικό θέμα. Mέ τή ρύθμιση τῆς ἀναπνοῆς καί τήν διαρκῆ ἐπανάληψη τῆς νοερᾶς προσευχῆς τελικά ὁ προσευχόμενος κατορθώνει νά ἐπαναλαμβάνη νοερῶς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στό ρυθμό τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς, ἄσχετα ἄν ἐργάζεται, κάθεται ἤ κοιμᾶται.
.               Ἡ ψυχοφυσιολογική μέθοδος τῆς νοερᾶς προσευχῆς συστηματοποιήθηκε περισσότερο στή διάρκεια τοῦ 14ου αἰώνα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν ἦρθε ἐδῶ ὁ μεγάλος ἡσυχαστής διδάσκαλος, Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης. Πιθανότατα τότε εἰσήχθη καί ἡ χρήση τοῦ κομποσκοινιοῦ, τό ὁποῖο βοηθᾶ τούς ἀρχαρίους κυρίως στό νά ἐξασκοῦνται χωρίς περισπασμούς σ’ αὐτήν τήν προσευχή. Οἱ ἡσυχαστές κωδικοποίησαν κατά κάποιον τρόπο τή σχετική μέ τή θέα τοῦ θείου φωτός διδασκαλία τῶν παλαιοτέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Δοθέντος ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀθέατος, ἡ μόνη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά γίνη μέτοχος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό τό κατορθώνει μέ τή νοερά προσευχή καί τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἔτσι ἡ θεολογία γίνεται ὄχι νοητική, ἀλλά ἐμπειρική ἐπιστήμη, καί ἡ ἐμπειρική γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν πού ἀποκαλύπτονται, ὅπως εἶναι π. χ. τό δόγμα τῆς Ἁγίας Tριάδος, πηγάζει ἀπό τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.               Στή διάρκεια τοῦ 18ου αἰώνα πραγματοποιήθηκε μία ἔκδοση πού ἔδωσε μεγάλη ὤθηση στήν ἡσυχαστική πνευματικότητα καί τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς. Στά 1782 ἐκδόθηκε στή Βενετία ἕνα ὀγκωδέστατο Ἑλληνικό βιβλίο πού ὀνομαζόταν Φιλοκαλία, καί περιεῖχε τά συγγράμματα τῶν νηπτικῶν καί μυστικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Tό ἴδιο βιβλίο ἕνδεκα χρόνια ἀργότερα ἐκδόθηκε σέ σλαβονική μετάφραση στή Mόσχα. Mέ τίς ἐκδόσεις αὐτές ἐγκαινιάστηκε ἡ λεγόμενη Φιλοκαλική Ἐποχή, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀναζωογόνηση τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο μεταξύ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά καί τῶν Σλάβων καί τῶν Pουμάνων. Tό 1801, καί πάλι στή Βενετία, ἐκδόθηκε ἀπό τόν μεγάλο θρησκευτικό συγγραφέα, τόν Ἅγιο Nικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἕνα πνευματικό ἐγχειρίδιο, τό ὁποῖο ἔφερε τόν τίτλο «Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων τῆς τε φαντασίας, τοῦ νοός καί τῆς καρδίας», τό ὁποῖο μάλιστα μεταφράστηκε ἀμέσως καί στά ρουμανικά. Tό ἀξιοσημείωτο στό βιβλίο αὐτό δέν εἶναι μόνο τό ἐκτενές κεφάλαιο, στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά, ὡς κέντρο φυσικό, παραφυσικό καί ὑπερφυσικό, ἀλλά γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά πιό κατανοητά, ὑπάρχει στό τέλος τοῦ βιβλίου κεφάλαιο μέ τίτλο: «Ποῖον σχῆμα ἔχει ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου κατά τούς ἀνατόμους τῶν νεωτέρων». Tό κεφάλαιο αὐτό εἶχε γραφῆ εἰδικῶς γιά τό βιβλίο τοῦ Nικοδήμου ἀπό τόν περίφημο λόγιο Ἄνθιμο Γαζῆ, ὁ ὁποῖος καί μετέφερε ἐδῶ τίς ἀνατομικές γνώσεις γιά τήν καρδιά πού καθιέρωσε τό 1628 ὁ Ἄγγλος γιατρός William Harvey μέ τό βιβλίο του Exercitatio anatomica de motu cordis et sanguinis circulatione. Tό κεφάλαιο αὐτό τοῦ Γαζῆ περιλαμβάνει μάλιστα καί σχήματα μέ τίς κοιλίες τῆς καρδιᾶς καί τίς ἀρτηρίες. Ἀνατομία τῆς καρδιᾶς, λοιπόν, σέ ἕνα βιβλίο βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ!
.               Ὁ 19ος αἰώνας ὑπῆρξε ἐποχή ἀναβίωσης τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο στόν Ἑλληνικό, ἀλλά καί στόν σλαβικό καί ρουμανικό κόσμο. Ἡ νοερά ἤ καρδιακή προσευχή ἀπέκτησε νέους ὀπαδούς ἀνάμεσα σέ μοναχούς καί κοσμικούς, καί γνώρισε μεγάλη διάδοση, ἰδιαίτερα μάλιστα στήν ἀχανῆ Pωσία. Στά μέσα αὐτοῦ τοῦ αἰώνα ἔκανε στή Pωσία τήν ἐμφάνισή του ἕνα βιβλίο ἀνώνυμου συγγραφέα, πού εἶχε τόν τίτλο «Εἰλικρινεῖς διηγήσεις προσκυνητῆ πρός τόν πνευματικό του πατέρα», καί γνώρισε πολλές ἐκδόσεις. Στό βιβλίο αὐτό ἐξιστορεῖται πῶς ἕνας «ἄστεγος προσκυνητής» ἱερῶν τόπων διηγεῖται τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς καί τίς μυστικές ἐμπειρίες πού εἶχε μέσα ἀπό αὐτήν. Ἔτσι ἡ προσευχή αὐτή ἐκλαϊκεύθηκε, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού μπορεῖ νά ἔχη μιά τέτοια ἐκδοχή, ἀφοῦ οἱ Βυζαντινοί Πατέρες μιλοῦν γιά σαφεῖς πνευματικούς, ψυχικούς καί σωματικούς κινδύνους στήν χωρίς ὑπεύθυνο πνευματικό ὁδηγό ἄσκηση αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Γιατί αὐτή ἡ κατάβαση τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ὅπως λένε, καί ἡ ἕνωσή του μέ αὐτήν, εἶναι τό τέλος μιᾶς μακρᾶς διαδικασίας ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν ἄσκηση στήν ὑπακοή καί προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τήν χειραγώγηση ἀπό πολύ ἔμπειρο καί ὅσιο πνευματικό ὁδηγό.

.            Οἱ μυστικές ἐμπειρίες πού δοκιμάζει ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς αὐτῆς προσευχῆς δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἴδιους τούς μύστες αὐτῆς τῆς πρακτικῆς. Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν. Ὅ, τι λέμε ἐμεῖς εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική καί ἐπιφανειακή περιγραφή, τό πραγματικό βάθος τῆς μεταφυσικῆς καρδιᾶς παραμένει κλειστό στούς ἀμύητους.–

parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Β´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Μέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

γ) Σημαντικὲς βαρλααμικὲς ἀπόψεις

.             Διαβάζοντας κανεὶς τὴν θεολογικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Βαρλαὰμ βλέπει καὶ μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα, τὰ ὁποῖα δείχνουν τὴν μοιότητα πο πάρχει μεταξ διαφόρων συγχρόνων θεολόγων κα το Βαρλαάμ.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούοντας τὸν Βαρλαὰμ τοῦ ἀποδίδει πολλοὺς χαρακτηρισμούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι «αὐτόπλαστος μοναχός», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔγινε μοναχὸς ὕστερα ἀπὸ νόμιμη ἄθληση σὲ κάποιον Πνευματικὸ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθη τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Αὐτὸ φαίνεται σὲ ὅλες τὶς ἀπόψεις του, οἱ ὁποῖες διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Θὰ ὑποδειχθοῦν μερικὰ σημαντικὰ σημεῖα.
.           Πρῶτον, ὁ Βαρλαὰμ ὄχι μόνον δὲν γνώριζε ἐπακριβῶς τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, ἀλλὰ ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἱερὰ ἡσυχία, ὅπως τὴν βίωναν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ σύγχρονοί του μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γι᾽ αὐτὸ στρεφόταν ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ὁμολογητοῦ Νικηφόρου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπερασπιζόταν τὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν ὁποία γνώρισε στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν παρέλαβε ἀπὸ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες καὶ ἀσκητὲς καὶ τὴν ἀσκοῦσε στὴν προσωπική του ζωή. Ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου του «Τρεῖς Τριάδες» ἀναφέρεται στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιτλοφορεῖται «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων». Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση, ὅπως ἀναλύεται διεξοδικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι τῶν θεωριῶν τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο μετέχει τῆς θείας Χάριτος, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, ἡ θέα-θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ.
.           Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Νικηφόρο τὸν Μονάζοντα λέγει ὅτι μετὰ τὴν καταδίκη τῆς κακοδοξίας τῶν Ἰταλῶν (Παπικῶν) προσῆλθε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δέχθηκε πλήρως τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ζωή της. Προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι τὸ μεθόριον «κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων», «τῆς ἀρετῆς ἑστία», καὶ ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους Πατέρες. Ἀφοῦ γιὰ πολὺ χρόνο ἔδωσε σὲ ἐκείνους τὴν πείρα τῆς ταπεινώσεώς του, παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα «τῆς τῶν τεχνῶν εἰρήνης, δηλαδὴ τῆς ἡσυχίας τὴν πείραν». Ἐδῶ συχία χαρακτηρίζεται π τν γιο Γρηγόριο ς «τέχνη τς ερήνης», γιατί μ τν μέθοδο ατ ερηνεύει σωτερικς κόσμος το νθρώπου π τν ταραχ τν λογισμν, τς φαντασίας κα τν παθν. λλ ατ συχία μανθάνεται μλλον μυσταγωγεται π πεπειραμένους Πατέρες σ κείνους πο μαθητεύουν μακροχρονίως σ ατούς.
.           Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ἔτσι, ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀπέκτησε τὴν ἱερὰ ἡσυχία καὶ ἔγινε «ἀρχηγὸς» ἐκείνων ποὺη ἀγωνίζονται στὸν κατὰ διάνοια κόσμο, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ὁ ἴδιος συνέλεξε πολλὰ πατερικὰ χωρία τῶν νηπτικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἔκβασή τους. Μάλιστα ἐπειδὴ πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν «τὴν ἀστασίαν τοῦ νοῦ» οὔτε κὰν μετρίως, προέτεινε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες αὐτοῦ», δηλαδὴ τὶς ψυχοτεχνικὲς μεθόδους.
.           Οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστὲς καὶ βαρλααμίζοντες δὲν ἀποδέχονται στὴν πράξη τὸν ἡσυχασμό, τὴν ἱερὰ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στὶς λογικὲς ἀναλύσεις καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ στοχασμούς. Ὄχι μόνον δὲν ἀποδέχονται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται ὅλην αὐτὴν τὴν μέθοδο, πολλὲς φορὲς εἰρωνεύονται αὐτοὺς ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Μ τν τρόπο ατ διακυβεύεται λη ρθόδοξη θεολογία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, χρησιμοποίησε τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» του ὡσὰν πῦρ ποὺ κατακαίει κάθε ἀντίθετο. Τὸ ἴδιο πράττουν καὶ οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ἐναντίον τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, μὲ τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» τους, μὲ τὶς γνώσεις τους, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς λογικῆς καὶ τῆς φαντασίας τους.

 .           Δεύτερον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ δὲν συντονίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση στὸ θέμα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς.
.           Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀσκεῖται ἡ ἱερὰ ἡσυχία, καθαρίζονται οἱ αἰσθήσεις, κυρίως ἡ καρδιά, δηλαδὴ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπελευθερώνεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσή του στὶς αἰσθήσεις, τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον, καὶ στὴν συνέχεια προσεύχεται καθαρῶς καὶ ἀθολώτως στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἔτσι γίνεται ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ περὶ τῆς ὁποίας κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. ε´, 17).
.           Ὁ Βαρλαὰμ δὲν μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ τὴν ἑρμήνευε ἐντελῶς ἐπιφανειακά, ἐξωτερικά, στοχαστικά. Ἰσχυριζόταν ὅτι τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» δὲν δηλώνει τὸ «ἐνεργεῖν τὴν προσευχήν, ἀλλὰ τὸ τὴν ἕξιν ἔχειν αὐτῆς». Δηλαδή, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούει μιὰ τέτοια ἑρμηνεία γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως γράφει, Βαρλαμ εναι νας φιλόσοφος «διαλείπτως κα μηδέποτε προσευχόμενος». Ὁ Βαρλαὰμ δὲν γνώριζε οὔτε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ οὔτε τὴν «ἐκ διαλειμμάτων», δηλαδὴ τὴν διακεκομμένη, τὴν κατὰ καιροὺς προσευχή. Μιᾶς τέτοιας ὅμως προσευχῆς, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ Βαρλαάμ, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀμέτοχος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δὲν εἶχε ἐξουσία οὔτε στοὺς χοίρους, ἂν δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός.
.           Στὴν συνέχεια ὁ ἡσυχαστὴς Ἅγιος κάνει μιὰ περίφημη ἀνάλυση γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔχω ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια σημεῖα, ὁ Ἅγιος ἐκφράζει ἔντονα τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Ἄλλωστε, αὐτὴ εἶναι μιὰ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ οἱ δύο χρησιμοποιοῦσαν πατερικὰ χωρία, ἀλλὰ ὁ μὲν Βαρλαὰμ τὰ ἑρμήνευε φιλοσοφικὰ-στοχαστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὰ παρερμήνευε, ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὰ ἑρμήνευε μέσα ἀπὸ τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Τὸ χωρίο αὐτὸ περὶ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς εἶναι σημαντικότατο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ θὰ παραθέσω μόνο τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενό του.
.           Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι μιλώντας γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, στὴν πραγματικότητα ἐννοοῦμε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς «μυστικοῦ καὶ ἀπορρήτου πνευματικοῦ δώρου» τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο καταξιώνονται νὰ λάβουν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς κατέλαβε ὁ θεῖος ἔρως νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Κύριο τοῦ παντός, οἱ ὁποῖοι μένουν χωρὶς τροφὴ καὶ πνοὴ κατὰ τὴν προσευχή, ἐπιστρέφουν τὸν νοῦ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἑνώνονται μὲ τὸν Θεό. Ἔπειτα, αὐτὸ τὸ πνευματικὸ δῶρο τῆς προσευχῆς, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, ἄλλοτε ἑλκύει «τὸν κατηξιωμένον νοῦν» πρὸς τὴν ἄρρητη ἕνωση καὶ ἀπὸ αὐτὸ πηγάζει ἡ ἱερὰ εὐφροσύνη, καὶ ἄλλοτε ἐνῶ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται πρὸς τὸν Θεό, ὑπηχεῖ μέσα σὲ αὐτὸν ὠδήν, ὡσὰν μουσική. Δηλαδή, στὸν νοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται μιὰ λατρεία νοερά. Καὶ ὅσοι ἔγιναν μέτοχοι αὐτῆς τῆς ἀεικινήτου καὶ ἀκαμάτου Χάριτος, ἔχουν ἀδιάλειπτη ἐρριζωμένη στὴν ψυχὴ τὴν προσευχή, ἐνῶ ἀσκοῦν τὰ ἀναγκαῖα καθημερινὰ ἔργα, γίνεται δὲ αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀκόμη καὶ ὅταν κοιμοῦνται. Καὶ γιὰ τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας περὶ ἀδιαλείπτου προσευχῆς ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσκομίζει τὶς σχετικὲς ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς μαρτυρίες.
.           Ἔτσι, ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ μιὰ διαρκὴς ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καθαρὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ προσευχές, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἑφ. ε´, 18-19).
.           Αὐτὴν τὴν νοερὰ προευχὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ «λογικήν, μᾶλλον δὲ πνευματικὴν ἠμῶν λατρείαν», ποὺ γίνεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν τιμοῦν καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι σὲ αὐτὴν «μεθ᾽ ἡσυχίας ἀπεριμερίμνως διὰ βίου» καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀρχαρίους νὰ συμμετέχουν στὴν «ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν». Ἑπομένως, ἡ νοερὰ προσευχή, ποὺ γίνεται μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας εἶναι «πνευματικὴ λατρεία», ποὺ συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ «τὴν ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν».
.           Ο βαρλααμιστς κα ο βαρλααμίζοντες χι μόνον γνοον μπειρικς ατν τν πνευματικ κα γγελικ λειτουργία, λλ τν ρνονται, τν ποτιμον κα τν ερωνεύονται. Ταυτίζουν πόλυτα τν λατρεία μ τος μνους κα τς εχές, τς ποες θέλουν ν κατανοον λογικά, γιατί διαφορετικ δν ασθάνονται τι προσεύχονται. Μὲ ἄλλα λόγια στηρίζονται μόνον στὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπολυτοποιοῦν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ὅτι ν τσι σκέπτονται κα τσι πιθυμον ν προσεύχωνται, τότε πς θ μάθουν τν περκόσμια λειτουργία κα πς θ εσέλθουν σ ατν μετ τν θάνατό τους, φο τν γνοον κα τν πολεμον;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (Ἁποστολ. ἀνάγν. Κυρ. 20.01.13)

Τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ στήν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου

«… ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν…»
(Β´ Κορ. δ´ 6)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Παρακλητικά»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1986, σελ. 22-26

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 .           Τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης (Εὐαγγέλια, Πράξεις, Ἐπιστολές, Ἀποκάλυψη) δὲν εἶναι ἱστορικὰ ἁπλῶς κείμενα, οὔτε νοησιαρχικά, ἐπεξεργασμένα ἀπὸ τὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κείμενα ἀποκαλυπτικά. Αὐτὸ σημαίνει πὼς οἱ ἅγιοι Εὐαγγελιστὲς καὶ Ἀπόστολοι ἀλλοιώθηκαν ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος, ἀπέκτησαν ἐμπειρίες τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔπειτα διατύπωσαν αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες τους, διότι ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ ἀπαντηθοῦν διάφορα ἐρωτήματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς τους.
.           Τὰ θεόπνευστα αὐτὰ κείμενα ὀνομάζονται ἔτσι χάριν τῶν θεοπνεύστων συγγραφέων τους, οἱ ὁποῖοι δὲν φωτίσθηκαν ἁπλῶς ἐκείνη τὴν ὥρα γιὰ νὰ γράψουν αὐτὲς τὶς ἀλήθειες, ἀλλὰ ἤδη εἶχαν προηγουμένως ἀναγεννηθῆ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ τὰ κείμενά τους εἶναι μαρτυρία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἔχουμε πάντα ὑπ’ ὄψιν μας καὶ φυσικὰ κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ σημερινοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Ἂς δοῦμε ὅμως σύντομα μερικὲς ἀλήθειες ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὰ προηγουμένως λε­χθέντα.

 Ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς

.           Εἶναι διάχυτη στήν Ἁγία Γραφὴ ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς, καὶ μάλιστα τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό. Αὐτὸς δημιούργησε τὸ αἰσθητὸ φῶς, αὐτὸς φωτίζει τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Ἴδιος εἶπε ὅτι εἶναι τὸ «φῶς τοῦ κόσμου». Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου συμβολικὸ ἢ ἠθικό, ἀλλὰ πραγματικότης. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τόσο στήν Ἁγία Γραφὴ ὅσο καὶ στὰ ὑμνολογικὰ κείμενα ὁ Θεὸς παρουσιάζεται περισσότερο ὡς Φῶς. Καὶ ἐμεῖς ὄντες σκοτισμένοι ἀπὸ τὰ πάθη, εὑρισκόμενοι στὰ βάθη τῆς ἀβύσσου τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς φωτίση: «Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. ΙΒ´ 4).
.           Αὐτὸ τὸ πραγματικὸ Φῶς τῆς θεότητος εἶδαν οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι ἐπάνω στὸ Θαβώρ. Ἐκεῖ λέγεται χαρακτηριστικὰ ὅτι «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς» (Ματθ. ΙΖ´ 2). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πορευόμενος πρὸς τὴν Δαμασκὸ εἶδε αὐτὸ τὸ Φῶς. Καὶ ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει ἐκ πείρας αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, γι’ αὐτὸ ψάλλει: «Τὸ ἀληθινὸν φῶς ἐπεφάνη καὶ πᾶσι τὸν φωτισμὸν δωρεῖται». Μέσα στὰ θεουργὰ καὶ φωτουργὰ Μυστήρια ἀποκτοῦμε προσωπικὴ ἐμπειρία αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, γι’ αὐτὸ μποροῦμε νὰ ψάλλουμε μὲ εὐγνωμοσύνη: «Εἴδομεν τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν…».

 Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου

.           Ὁ Θεός, τὸ Θεῖον φῶς, ἀποκαλύπτεται στήν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ διαβεβαιώνει σήμερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἐδῶ ἀπαραίτητα, πρέπει νὰ κάνουμε δυὸ διευκρινιστικὲς ἐπεξηγήσεις. Ἡ μιὰ εἶναι τὸ τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε, ὅταν στήν ὀρθόδοξη γλώσσα χρησιμοποιοῦμε τὴν λέξη καρδιά. Βέβαια ποτὲ δὲν ἐννοοῦμε τὸ συναίσθημα, ὅπως κατέληξε νὰ λέγεται στήν σημερινὴ ἐποχή. Καρδιὰ στήν πατερικὴ γλώσσα εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἄλλοτε ὀνομάζεται νοῦς καὶ ἄλλοτε καρδιὰ καὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε πρόσωπο. Καρδιὰ λοιπὸν εἶναι τὸ πρόσωπο, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο ὅλης τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἀναλυτικότερα καρδιὰ εἶναι ὁ χῶρος ἐκεῖνος ποὺ ἀνακαλύπτεται μὲ τὴν ἐν Χάριτι ἄσκηση καὶ μέσα στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ Ἴδιος ὁ Θεός. Δὲν θὰ ἤθελα στὸν μικρὸ αὐτὸ χῶρο ποὺ διαθέτουμε νὰ λεχθοῦν περισσότερα καὶ νὰ καταγραφοῦν πατερικὰ χωρία. Μόνον πρέπει νὰ λεχθῆ ὅτι ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῆ καὶ νὰ κατανοήση τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ γενικὰ τὸν λόγο ὅλων τῶν ἁγίων.
.           Ἡ ἄλλη διευκρίνιση εἶναι ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς (καρδιά), στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ φωτίζεται. Ὁ ἐνεργούμενος ὑπὸ τοῦ Παναγίου Πνεύματος αἰσθάνεται φῶς μέσα στήν καρδιὰ του καὶ γενικὰ σὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτου αὐτὴ ἡ ἔλλαμψη δὲ εἶναι μιὰ ἀποκάλυψη νοημάτων, «ἀλλ’ ὑποστατικοῦ φωτὸς ἐν ταῖς ψυχαῖς βεβαία καὶ διηνεκὴς ἔλλαμψις». Δηλ. δὲν αἰσθάνεται τότε ὁ ἄνθρωπος μιὰ φώτιση τῆς διανοίας, οὔτε μιὰ συναισθηματικὴ ἔξαρση ἢ φανταστικὴ ἔξαψη, ἀλλὰ ὕπαρξη ἐντός του μιᾶς ζωῆς, ζωῆς αἰωνίου. Διότι «ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰωάν. α΄, 4). Τὸ ἀντιλαμβάνεται καλὰ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, γιατί ἀποκτᾶ νέα γνώση Θεοῦ. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔλλαμψη «πᾶσα γνῶσις ἀποκαλύπτεται καὶ ὁ Θεὸς πρὸς ἀλήθειαν τῇ ἀξίᾳ καὶ φιλουμένῃ ψυχῇ γνωρίζεται» (ἅγ. Μακάριος). Τότε «ἀνοίγεται… ἡ οὐράνιος πύλη πάσης τῆς ἰσαγγέλου καὶ ὑψηλῆς πολιτείας καὶ καταστάσεως» (Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι). Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος «…πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».

 Διάκριση

.           Μέσα στὶς ὑψηλὲς καταστάσεις καὶ στὰ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα, ποὺ βιώνει τότε ὁ φωτισμένος καὶ «χαριτωμένος» ἄνθρωπος, εἶναι καὶ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ὅπως γίνεται φανερὸ αὐτὴ ἡ διάκριση δὲν εἶναι μιὰ διανοητικὴ ἐπεξεργασία καὶ ἡ ἐπιλογὴ μὲ τὴν βοήθεια τῆς λογικῆς τῆς καλύτερης λύσεως, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μέσα στήν καρδιά. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ φωτίζει τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας καὶ ἀποκαλύπτει τὸ θέλημα Του. Ἔτσι ἡ διάκριση εἶναι γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει φθάσει στήν κατάσταση τῆς θεώσεως. Τότε καὶ ὁ ἴδιος πορεύεται ἁπλανῶς καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν τοὺς ὁδηγεῖ «ἀπταίστως» «πρὸς τὸ ὄντως φῶς καί τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀλήθειαν (Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι).
.           Τέτοιος «χαριτωμένος» ἄνθρωπος ἦταν καὶ ὁ Ἅγ. Εὐθύμιος ποὺ σήμερα ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας […]

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΚΣΠΑΣΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ ΤΗΝ ΛΙΘΙΝΗΝ ΕΚ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ ΑΥΤΩΝ» (Κύριε! Ἴσως καὶ στὰ δικό μου στῆθoς κρύβεται μιὰ πέτρινη καρδιά.)

«Ἐκσπάσω τὴν καρδίαν τὴν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτῶν»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4257, Μάϊος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Εἶναι παράξενο, σχεδὸν ἀπίστευτο. Καὶ ὅμως ἀληθινό: Μέσα στὸ στῆθος πολλῶν ἀνθρώπων ὑπαρχει μιὰ πέτρα. Ἐκεῖ, στὴν θέση ἀκριβῶς τῆς καρδίας. Δὲν εἶναι ἄρρωστοι, δὲν μπορεῖς μὲ τὸ πρῶτο βλέμμα νὰ καταλάβης τί τοὺς συμβαίνει. Δὲν εἶναι καρδιοπαθεῖς. Ὁ σφυγμός τους φυσιολογικός, ἡ κυκλοφορία τοῦ αἵματος κανονική. Καὶ ὅμως, ἐκεῖ, στὴν θέση ἀκριβῶς τῆς καρδιᾶς, ὑπάρχει μιὰ πέτρα. Μιὰ σκληρή, κρύα πέτρα. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν «καρδίαν τὴν λιθίνην», μὲ τὴν πέτρινη καρδιά, ὅπως λέει ὁ Θεὸς (Ἰεζεκ. ια´ 19).
.          Αὐτοὶ ποὺ μὲ τὴν ἀντίστασή τους στὰ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ στὴν ἀγάπη Του σκλήρυναν τόσο τὴν καρδιά τους, ὥστε νὰ τὴν μεταβάλουν τελικὰ σὲ πέτρα. Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατί οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀντιμετωπίζουν παγερὰ τὸν πόνο, τὴν ἀπόγνωση, τὰ βάσανα τῶν ἄλλων. Μιὰ πέτρινη καρδία πῶς νὰ συγκινηθῆ; Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατί στέκονται ἀδιάφοροι ἔναντι τοῦ Θεοῦ, γιατί διαπράττουν ἐν ψυχρῷ τὶς φρικτότερες ἁμαρτίες. Τοὺς μιλεῖς γιὰ τὰ κακὰ ποὺ κάνουν καὶ σηκώνουν ἀδιάφορα τοὺς ὤμους. Τοὺς παρακαλεῖς νὰ θυμηθοῦν ἐπὶ τέλους ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, καὶ σὲ κοιτάζουν σὰν νὰ μὴν καταλαβαίνουν τί τοὺς λές. Τοὺς κάνεις λόγο γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ μόλις συγκρατιοῦνται νὰ μὴν γελάσουν σαρκαστικά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία: ἐκεῖ στὸ στῆθος τους, στὴν θέση ἀκριβῶς τῆς καρδιᾶς, εἶναι μιὰ πέτρα.

*  *  *

.          Αὐτὴ ἡ πέτρα μέσα στὸ στῆθος τῶν ἀνθρώπων -ἴσως καὶ στὸ δικό μας- αὐτὴ «ἡ λιθίνη καρδία», προκαλεῖ ἕναν πόνο στὸν ἅγιο, τὸν ζῶντα Θεό. Προκαλεῖ μιὰ θλίψη στὸ ἅγιον Πνεῦμα. Εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνας ξεπεσμὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸ νὰ μεταμορφώση τὴν εὐγενικὴ καὶ ὑπέροχη καρδιά του σὲ νεκρὸ λιθάρι.
.          Δὲν μπορεῖ νὰ βλέπη ὁ Κύριος τὸ πλάσμα του σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀναγγέλλει τὴν σωτηρία, ὑπόσχεται τὴν πιὸ θαυμαστὴ ἐπέμβαση: «Ἐκσπάσω τὴν καρδίαν τὴν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτῶν» (Ἰεζ. ια´ 19). Θὰ ἀφαιρέσω, θὰ ξεριζώσω, θὰ ξεκολλήσω τὴν πέτρινη καρδία ἀπὸ μέσα σας. Ἔτσι μιλάει ὁ Ὕψιστος. Καὶ εἶναι ἀπόλυτα πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις του. Τὴν στιγμὴ αὐτή, τώρα, σήμερα, τὰ χέρια τοῦ ζωντανοῦ καὶ αἰώνιου Θεοῦ προσπαθοῦν νὰ ξεριζώσουν τὶς λίθινες καρδίες ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα στήθη.

*  *  *

.          Ὅμως, τὸ νιώθεις, μιὰ τέτοια ἐπέμβαση δὲν εἶναι κάτι ἁπλό. Αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ ἐπέμβαση, ποὺ ὀνομάζεται «ἀφαίρεσις λιθίνης καρδίας», προκαλεῖ ἀσφαλῶς πόνο. Ἐδῶ ἕνα ἐλάχιστο πετραδάκι στὸ νεφρὸ ἢ στὴν χολή, γιὰ νὰ βγῆ, χρειάζεται ὀδυνηρὴ πολλὲς φορὲς ἐγχείρηση. Πολὺ περισσότερο, ὅταν ἡ πέτρα εἶναι στὴν καρδιά. Μᾶλλον: ὅταν ὁλόκληρη ἡ καρδία εἶναι μιὰπέτρα.
.          Εἶναι δύσκολο νὰ ἀπαρνηθῆ ὁ ἄνθρωπος τὴν σκληρότητά του. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ βγῆ ἀπα τὴν ἐγωιστικὴ ἀδιαφορία του, νὰ ἐγκαταλείψη τὴν ἁμαρτωλὴ καὶ κτηνώδη κατάσταση μέσα στὴν ὁποία ζῆ. Δυσκολεύεται ν᾽ ἀποκαταστήση τὶς σχέσεις του μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ὑπoταχθῆ στὸν νόμο Του. Μὲ ἕνα λόγο προτιμάει ἴσως νὰ διατηρῆ τὴν πέτρινη καρδιά του καὶ ἀντιστέκεται στὴν ἀφαίρεση, τὴν ἐξαγωγή της. Ἀλλὰ «ἡ λιθίνη καρδία» πρέπει νὰ ἀφαιρεθῆ. Καὶ γιὰ νὰ γίνη αὐτό, ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ ἀπείρους τρόπους:
.       Δίνει εὐκαιρίες φωτισμοῦ. Στέλνει καθημερινὰ εἰδοποιήσεις καὶ μηνύματα. Στέλνει θλίψεις, θανάτους, ἀποτυχίες, ἀναποδιές. Ἂν δοκιμάζης τέτοια πράγματα στὴν ζωή σου, ρώτησε τὸν ἑαυτό σου: μήπως μὲ ὅλα αὐτὰ ὁ Κύριος καὶ πατέρας σου θέλει νὰ ξεριζώση τὴν πέτρινη καρδιά μου;
.          Νὰ ἕνα ἀληθινὰ εὐλογημένο ξερίζωμα. Μιὰ σωτήρια ἐπέμβαση.

*  *  *

.          Μοναδικὴ καὶ σωτήρια ἐπέμβαση! Ἀσφαλῶς. Γιατί δὲν πρόκειται μόνο γιὰ ἐξαγωγὴ λίθινης καρδιᾶς. Ὁ Παντοδύναμος ὑπόσχεται: «Ἐκσπάσω τὴν καρδίαν τὴν λιθίνην … καὶ δώσω αὐτοῖς καρδίαν σαρκίνην» (Ἰεζεκιὴλ ια´19). Στὴν θέση τῆς πέτρινης καρδιᾶς τὰ ἅγια χέρια τοῦ Κυρίου τοποθετοῦν μιὰ σάρκινη καρδιά. Μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ αἰσθάνεται, νὰ ζῆ, νὰ ἀγαπάη, νὰ «πορεύεται ἐν τοῖς προστάγμασι τοῦ Θεοῦ» καὶ νὰ «φυλάσσῃ καὶ νὰ ποιῇ τὰ δικαιώματά» Του.
.          Ἐκπληκτικὴ πράγματι ἡ ἐγχείρηση. Μιὰ ἀλλαγὴ ποὺ ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ στὸ στῆθoς του ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φύτεψε μιὰ καινούργια καρδιά, εἶναι μιὰ ἔκτακτη ὕπαρξη. Ξαναγίνεται ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ὅλο εὐγένεια, εὐαισθησία καὶ καλοσύνη. Μπορεῖ νὰ ζῆ καὶ πάλι ὡς παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Νὰ τὸν ἀγαπάη βαθιὰ καὶ ἀνεπιφύλακτα καὶ νὰ πρoσπαθῆ νὰ εἶναι ἕνας ἐγκάρδιος φίλος τοῦ Θεοῦ, ἕνας γνήσιος ἄνθρωπός του.

 *  *  *

.         Κύριε! Ἴσως καὶ στὰ δικό μου στῆθoς κρύβεται μιὰ πέτρινη καρδιά. Ἴσως τόσο καιρὸ νὰ μὴν κατάλαβα ὅτι τὰ χέρια σου τὰ ἄχραντα θέλουν νὰ τὴν ξεριζώσουν, γιὰ νὰ φυτέψουν μιὰ καινούργια καρδιά. Συγχώρεσε μέ, Θεέ μου, ἂν ἀντιστέκωμαι. Δὲν τὸ θέλω.
.         Ἂς τελειώση τὰ συντομώτερο αὐτὴ ἡ ἐπέμβασή Σου ἡ λυτρωτική. Ποιὸς θὰ μετρήση τὴν εὐτυχία μου, Ὕψιστε, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἀνακαλύψω μιὰ καινούργια σπλαχνικὴ καρδιὰ -δικό Σου δῶρο- νὰ χτυπάη στὸ κουρασμένο στῆθoς μου.

,

Σχολιάστε