Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Καλὸς Σαμαρείτης

ΤΟ ΝΗΠΤΙΚΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ

ΤΟ ΝΗΠΤΙΚΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ

τοῦ  ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
«Κυνηγώντας τὸν βάτραχο…. στὸ φῶς τῆς νήψεως»
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παντοκράτορος,
Ἅγ. Ἀθανάσιος Κερκύρας, Ἀθήνα 2009.

.               Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὴν γνωστὴ σὲ ὅλους παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου (Λουκ. ι´ 33-37). Σὲ κάποιο σημεῖο τοῦ δρόμου ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, κάποιος ἄνθρωπος ἔγινε στόχος σκληρόκαρδων ληστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τὸν λήστευσαν, τὸν ἄφησαν ἡμιθανῆ τυγχάνοντα, μισοπεθαμένο! Καταπληγωμένο καὶ ἐμφανῶς θανάσιμα κακοποιημένο.
.                   Ὁ πρῶτος περαστικός, ποὺ ἔτυχε νὰ ἰδεῖ τὸ τραγικὸ γιὰ τὸν συνάνθρωπό του αὐτὸ γεγονός, ἦταν ἕνας ἱερέας. Τὸν εἶδε, ποιὸς ξέρει τί σκέφθηκε καὶ συναισθάνθηκε. Πάντως τὸν εἶδε καὶ ἀντιπαρῆλθεν! Ἔφυγε. Τακτοποιημένος ἴσως μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἡ συνείδησή του δὲν λειτούργησε ἱερατικά, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει φιλάνθρωπα τὸν τραγικὸ αὐτὸν ἄνθρωπο!
.                   Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ἕνας ἀκόμα ἄνθρωπος, λευΐτης, ὑπηρέτης καὶ λειτουργὸς τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθεν. Δηλαδὴ ὁ δεύτερος αὐτὸς περαστικὸς ἄνθρωπος, μπροστὰ ἀπὸ τὸν μισοπεθαμένο συνάνθρωπό του, δὲν πέρασε βιαστικὸς ὅπως ὁ ἱερέας, ἀλλὰ πλησίασε, εἶδε τὴν τραγική του κατάσταση καὶ συνέχισε ἥσυχος καὶ ἀδιάφορος τὸν δρόμο του πρὸς τὸν προορισμό του.
.                   Ἀλλὰ ἀμέσως ἔφθασε κοντὰ στὸ τραγικὸ θύμα τῶν ληστῶν ἕνας Σαμαρείτης. Ἕνας ξένος, ἀπὸ ἄλλη περιοχή, στὴν ὁποία οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἦταν συμπαθεῖς καὶ ἀποδεκτοί, ἀφοῦ τοὺς χώριζαν θρησκευτικὲς διαφορὲς μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Κι ὅμως αὐτὸς ὁ ξένος καὶ ἀλλόθρησκος, ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη! Τὸν λυπήθηκε, τὸν περιέθαλψε πρόχειρα καὶ τὸν μετέφερε στὸ πιὸ κοντινὸ πανδοχεῖο. Φρόντισε νὰ μὴ τοῦ λείψει τίποτε καὶ πλήρωσε χρήματα γιὰ τὴ φιλοξενία του στὸ πανδοχεῖο.
.                   Ἐὰν ὁ Σαμαρείτης, ὁ εὐεργέτης τοῦ Ἰουδαίου, ὁ ὁποῖος κακοποιήθηκε θανάσιμα ἀπὸ ληστὲς συμπατριῶτες του, ἔδειχνε τὴν ἴδια συμπεριφορὰ ἀσπλαγχνίας καὶ ψυχρότητος ποὺ ἔδειξαν οἱ συμπατριῶτες τοῦ θύματος ἱερεῖς, θὰ ἦταν πλήρως δικαιολογημένος. Γιατί ἄραγε;
.                   Ὅταν ὁ Ἰησοῦς σὲ κάποια ὁδοιπορία του προχώρησε, πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας καὶ μπῆκε στὴν περιοχὴ τῆς Σαμάρειας, κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας αὐτῆς, κάθισε νὰ ξεκουραστεῖ κοντὰ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ καὶ νὰ πιεῖ νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ αὐτή. Ἀλλὰ ἐκείνη τὴν στιγμὴ εἶχε πλησιάσει τὴν πηγὴ καὶ μία γυναίκα Σαμαρείτιδα, γιὰ νὰ ἀντλήσει νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι τῆς πηγῆς αὐτῆς. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, διψασμένος, ζητάει ἀπὸ τὴ γυναίκα αὐτὴ νὰ τοῦ δώσει νερὸ νὰ πιεῖ.
.                   Ἀντὶ ὅμως ὕδατος πηγαίου καὶ δροσεροῦ, ἡ Σαμαρείτιδα ἐκείνη συμπεριφέρθηκε ἐπιθετικὰ στὸν Ἰουδαῖο ὁδοιπόρο! Μὲ περιφρονητικὸ ὕφος τοῦ εἶπε:

– Πῶς ἐσὺ Ἰουδαῖος ζητᾶς ἀπὸ μία γυναίκα Σαμαρείτιδα νερό; Δὲν ξέρεις ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Σαμαρεῖτες δὲν ἔχουν καμία σχέση μεταξύ τους;

.                   Πράγματι μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν δὲν ὑπῆρχε καμία σχέση. Ἀντίθετα, ὁ ἕνας λαὸς περιφρονοῦσε καὶ ἐχθρεύετο τὸν ἄλλο.
.                   Ἡ Σαμάρεια, ἡ ὁποία παλαιότερα ἀποτελοῦσε τὸ βόρειο Ἰσραηλιτικὸ κράτος, ἤδη πολὺ πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ εἶχε προσχωρήσει στὴν εἰδωλολατρία καὶ εἶχε “ἐθνικῶς” ἀλλοιωθεῖ ἀπὸ μεγάλες ἐπιμιξίες μὲ ξένους λαούς. Στὴν ἐποχὴ δὲ τοῦ Ἰησοῦ τὸ ὄνομα Σαμαρείτης ἰσοδυναμοῦσε μὲ ὕβρη.
.                   Ὁ Σαμαρείτης ἑπομένως ὁ ὁποῖος περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, ἦταν δικαιολογημένα φορτισμένος μὲ ἐμπάθεια καὶ ἐχθρικὰ αἰσθήματα ἐναντίον τῶν κατοίκων της. Ἀλλὰ ὁ Σαμαρείτης τῆς παραβολῆς τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶχε οὔτε τὴν ψυχολογία οὔτε τὰ ἐχθρικὰ αἰσθήματα τῶν συμπατριωτῶν του ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων. Διαφορετικὰ θὰ αἰσθανόταν χαρὰ μπροστὰ στὸ τραγικὸ θέαμα τοῦ ἐμπεσόντος στοὺς ληστὲς Ἰουδαίου.
.                   Ὁ Σαμαρείτης τῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου ἐντυπωσιάζει γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ του καὶ τῆς καρδίας του ἀπὸ παθογόνες – ἐχθρικὲς ἀντιστάσεις στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἔκφραση τῆς ἀγάπης. Ὅ,τι δὲν ἔκαναν οἱ ἱερεῖς τῆς πατρίδος τοῦ τραγικοῦ θύματος τῶν ληστῶν, τὸ ἔκανε ἕνας ἐξ ὁρισμοῦ ἐχθρὸς τῶν Ἰουδαίων.
.                   Ἦταν ἐξ ὁρισμοῦ ἐχθρὸς ὄχι ὅμως ἀπὸ τὴν φύση του καὶ τὴν καρδία του. Ἀντίθετα, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ὡς ἱερέας τῆς ἀγάπης, τελετούργησε τὸ μυστήριο τοῦ ἐλέους καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας στὴ θέση τῶν ἐξ ὁρισμοῦ ἱερέων τοῦ Θεοῦ!
.                   Ὁ νοῦς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, στὴν πράξη τῆς ἀγάπης του, ἐκπέμπει πράγματι ἀνταύγειες φωτιστικὲς μιᾶς ἐντελῶς εὐαγγελικῆς νήψεως. Ἐπειδὴ χρειάζεται, ἀλήθεια, πολλὴ νήψη, φωτιστικὴ διάκριση, γιὰ νὰ ὑπερβεῖ κάποιος καὶ νὰ δαμάσει τραυματικὰ αἰσθήματα ἐχθρικῶν συμπεριφορῶν ἀπὸ φίλους καὶ ἐχθροὺς καὶ νὰ τὰ μεταποιήσει σὲ φίλτρο ἀγάπης καὶ θυσίας γιὰ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῶν τραυμάτων αὐτῶν.
.                   Ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη εἰκονογράφησε καὶ προσδιόρισε τὴν ὁδὸ τῆς νήψεως ὡς μέσο ἔκφρασης τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας. Ὁ κορυφαῖος λόγος του “ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν”, στὴν πραγμάτωσή του προϋποθέτει νήψη πολλή. Νήψη φωτιστικὴ καὶ ἀναιρετική τῆς κακίας.

 

ΠΗΓΗ: «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΤΙΣ ΕΡΥΘΡΕΣ ΑΤΤΙΚΗΣ»

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΕΜΠΕΣΟΝΤΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΗΣΤΑΣ

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΕΜΠΕΣΟΝΤΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΛΗΣΤΑΣ

, , , ,

Σχολιάστε

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΛΟΙ ΣΑΜΑΡΕΙΤΕΣ «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Κυρ. Η´ Λουκ.)

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΛΟΙ ΣΑΜΑΡΕΙΤΕΣ
«Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»

(Λουκ. ι´ 25-37)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4262, Νοέμβριος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          Ὁ ἱερέας καὶ ὁ λευΐτης ἔδειξαν μιὰ χαρακτηριστικὴ ἀδιαφορία γιὰ τὸν «πλησίον». Καὶ δυστυχῶς ἔχουν μυριάδες ὀπαδοὺς σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ κάθε κοινωνικὴ τάξη. Πλούσιοι, μὰ καὶ φτωχοί, ἄνθρωποι ποὺ κατέχουν ἀξιώματα, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, βλέπουν τὸν πόνο καὶ τὴν δυστυχία τῶν ἄλλων καὶ «ἀντιπαρέρχονται». Στὴν ἐποχή μας οἱ πολλοὶ κλείνονται στὸν ἑαυτό τους. Συχνὰ δὲν ξέρουν ποιὸς μένει δίπλα τους. Ἀπομονώνονται καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὸν πόνο ἢ τὸ πρόβλημα ποὺ ἀπασχολεῖ τὸν «πλησίον» τους.

 Α) Ὁ Σαμαρείτης

.          Πόσο διαφορετικὰ ὅμως συμπεριφέρθηκε ὁ Σαμαρείτης τῆς σημερινῆς παραβολῆς! Μόλις βρέθηκε μπροστὰ στὸν μισοπεθαμένο συνάνθρωπό του, χωρὶς νὰ χάση λεπτό, τὸν πλησιάζει καὶ σκύβει ἐπάνω του. Εἶναι ξένος ὁ πληγωμένος καὶ ἄγνωστος. Καὶ μάλιστα Ἰουδαῖος. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸν περιφρονήση καὶ νὰ χαρῆ γιὰ τὸ πάθημά του. Ὁ τόπος εἶναι ἔρημος. Οἱ ληστὲς ἴσως βρίσκονται ἀκόμα κάπου ἐκεῖ κοντά. Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ πάθη κι αὐτὸς τὰ ἴδια…
.          Ὁ Σαμαρείτης δὲν ζητάει νὰ τὸν δοῦν οἱ ἄλλοι τὴν ὥρα τῆς φιλανθρωπίας του. Δὲν θέλει νὰ τὸν ἐπαινέσουν, νὰ τὸν προβάλλουν. Δὲν θὰ ἔδινε, φυσικά, λόγο σὲ κανέναν ἂν δὲν σταματοῦσε νὰ βοηθήση, ὅπως οἱ δύο προηγούμενοι. Ἀκόμα, δὲν ἀρκεῖται σὲ εὐχές καὶ ἔκφραση συμπαθείας. Οὔτε ὑπολογίζει τοὺς κόπους ἢ τὸν χρόνο ἢ τὴν ζημιὰ ἀπὸ τὴν καθυστέρηση τῶν ἐργασιῶν του, ἢ τὰ ἔξοδα. Ὅλα αὐτὰ τὰ λησμονεῖ. Μπροστά του εἶναι ὁ ἀδελφὸς ποὺ ἔχει ἀνάγκη βοηθείας. Σκύβει πονετικὰ ἐπάνω του, πλένει τὶς πληγές του μὲ κρασί, τὶς Ἁπαλύνει μὲ λάδι, τὶς δένει πρόχειρα καὶ τὸν μεταφέρει στὸ πανδοχεῖο, ὅπου καὶ πληρώνει.

 Β) Χρειάζονται καὶ σήμερα

.          Καλοὶ Σαμαρεῖτες χρειάζονται καὶ σήμερα. Οἱ πληγωμένοι ἀπὸ ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους ἐχθροὺς εἶναι πολλοί. Γύρω μας, ἴσως καὶ πολὺ κοντά μας, ὑπάρχουν «ἡμιθανεῖς» καὶ πληγωμένοι ἀπὸ τὴν κακία τοῦ κόσμου ἢ ποικίλες συμφορές. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν σπίτι ποὺ νὰ μὴν ἔχη κάποια δοκιμασία. Σὲ ὅλους αὐτοὺς ἂς δείξουμε τόση ἀγάπη, ὅση θέλουμε νὰ μᾶς δείχνουν οἱ ἄλλοι στὶς περιπτώσεις ποὺ βρισκόμασθε σὲ δυσκολίες. «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», μᾶς τονίζει ὁ Κύριος.
.          Ὁ νομικὸς ρώτησε πῶς θὰ κερδίση τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ ὁ Κύριος τὸν παρέπεμψε στὸν ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης. Ἡ θρησκεία μας δὲν εἶναι θεωρία. Εἶναι ζωὴ καὶ δράση. Εἶναι θυσία στὸν βωμό τῆς ἀγάπης. «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», σημαίνει νὰ σκεπτώμασθε τοὺς ἄλλους ὅπως καὶ τὸν ἑαυτό μας! Ποὺ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε πρέπει νὰ ἀποσπασθοῦμε ἀπὸ τὰ δεσμά μας, τὶς ὑποθέσεις μας, τὸ συμφέρον μας. Ὁ θεόπνευστος λόγος τονίζει: «χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων». Δηλαδὴ νὰ ζοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὲ τὴν σκέψη τῆς δυστυχίας τους. Νὰ ὑποφέρουμε μὲ τὸν πόνο τους. Ἀλλὰ κι αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Δὲν φθάνει νὰ συγκινῆσαι μέχρι δακρύων μπροστὰ σὲ μιὰ συμφορά. Πρέπει νὰ πλησιάζης τὸν ἄλλο, τὸν «πλησίον» καὶ νὰ προσφέρης ὅ,τι μπορεῖς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάνης τὰ πάντα. Μπορεῖς ὅμως νὰ σπογγίσης μερικὰ δάκρυα, νὰ μαλακώσεις μερικὲς πληγές, νὰ παρηγορήσης μὲ τὴν παρουσία σου, νὰ παρακινήσης καὶ ἄλλους, νὰ προσευχηθῆς.
.          Ἡ ἀγάπη εἶναι προσφορὰ ποὺ πάντα ἔχει καλὸ ἀντίκτυπο καὶ σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους ποὺ τὴν προσφέρουμε. Ὠφελούμεθα πρῶτα ἐμεῖς ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης μας. Τὸ ἔργο τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, ἡ πραγματοποίηση τῆς θείας ἐντολῆς «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», εἶναι ἔργο πραγματικὰ θεῖο. Δίνει βαθιὰ ἱκανοποίηση καὶ γεμίζει χαρὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης.

, ,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ (Κυρ. Η´ Λουκᾶ)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Η´ ΛΟΥΚΑ (13 .11. 2011)

(Λουκ. ι ´ 25-37)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθεν τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;
Ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις;
Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ.
Ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;
Ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. Κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. Ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι.
Τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς;
Ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
«Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως»

.          Μὲ ἀφορμὴ τὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ ἔθεσε ἕνας νομοδιδάσκαλος, ὁ Κύριος διηγήθηκε τὴν θαυμάσια παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει πόσο μεγάλη σημασία ἔχει νὰ ἐφαρμόζει κανεὶς στὴν πράξη τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον του, τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐθνικότητά του. Γι’ αὐτὸ καὶ συνέστησε στὸ νομοδιδάσκαλο νὰ κάνει το ἴδιο: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», τοῦ εἶπε. Ἂς δοῦμε καὶ ἐμεῖς λοιπὸν τώρα: Τί σημαίνει νὰ περνᾶμε ἀπὸ τὴν θεωρία στὴν ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῆς Ἀγάπης;

1. ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ Η ΘΕΩΡΙΑ

.          Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γνωρίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή μας. Νὰ μελετοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς φωτισμένους λόγους τῶν Ἁγίων Πατέρων, γιὰ νὰ βρίσκουμε καθοδήγηση καὶ λύση στὰ προβλήματά μας. Ὡστόσο μόνη ἡ γνώση δὲν ἀρκεῖ. Ὁ νομικὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἤξερε, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί του Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, νὰ ἀπαγγέλλει κάθε πρωὶ καὶ βράδυ τὴν πρώτη καὶ βασικὴ ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης‧ Ἡ πρακτική της ὅμως τοῦ ἦταν ἄγνωστη. Νόμιζε πὼς χρωστοῦσε νὰ ἀγαπάει μόνο τοὺς ὁμοεθνεῖς του. Ἴσως κι ἐμεῖς εὔκολα ὁμιλοῦμε καὶ συζητοῦμε γιὰ θεολογικὰ θέματα, ἀναλύουμε τὶς διάφορες ἑρμηνεῖες τῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων, ἐξετάζουμε τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες τῶν γεγονότων τῆς Βίβλου, θαυμάζουμε τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ὅμως δὲν ἀφήνουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπηρεάσει δραστικὰ τὴν ζωή μας. Μιὰ τέτοια θεολογία, ποὺ δὲν ἀγγίζει τὴν ζωή μας, καταντᾶ ἀνώφελη φιλοσοφία. Μιὰ πίστη ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ἔργα, εἶναι νεκρή.
.          Δὲν ὠφελεῖ λοιπὸν νὰ καυχιόμαστε ὅτι γνωρίζουμε τὸν θεῖο Νόμο, ὅταν δὲν ἀγωνιζόμαστε νὰ τὸν ἐφαρμόζουμε. Ὑπάρχει ἄλλωστε κάτι ἐπίσης σημαντικό: Ἡ εὐθύνη ποὺ βαραίνει αὐτὸν ποὺ γνωρίζει. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι ἐκεῖνος ὁ δοῦλος ποὺ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ κυρίου του καὶ δὲν τὸ κάνει, «δαρήσεται πολλάς»‧ θὰ τιμωρηθεῖ περισσότερο ἀπὸ αὐτὸν ποὺ δὲν τὸ γνωρίζει (Λουκ. ιβ ́ 47-48).
.         Ἂς μὴν ἐπαναπαυόμαστε λοιπόν, ἂν τυχὸν γνωρίζουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. «Εἰ ταῦτα οἴδατε, μακάριοί ἐστε ἐὰν ποιῆτε αὐτά», μᾶς εἶπε ὁ Κύριος (Ἰω. ιγ´ 17). Ἀληθινὰ εὐτυχεῖς καὶ μακάριοι θὰ γίνουμε μόνον ἐφ᾽ ὅσον ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ ἐφαρμόσουμε τὸν θεῖο Νόμο στὴν ζωή μας.

2.Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

.          Καὶ ποιά εἶναι ἡ  κατ᾽ ἐξοχὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ θείου Νόμου;… Ἡ τήρηση δύο ἐντολῶν ποὺ τοποθετοῦνται μαζὶ στὴν πρώτη θέση. Πρόκειται γιὰ τὴν Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Σ’ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς στηρίζονται «ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται», σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου (Ματθ. κβ ́ 38-40).
.         Πρῶτον λοιπὸν καλούμαστε ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Θεό. Μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις. Κι ἡ ἀγάπη μας αὐτὴ νὰ μὴν εἶναι θεωρητικὴ ἀλλὰ ἔμπρακτη. Νὰ ἐκδηλώνεται «ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ» (Α´Ἰω. γ´ 18). Μᾶς τὸ ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε» (Ἰω. ιδ ́ 15). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἀγαπᾶμε εἰλικρινὰ τὸν Θεό· Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν Ἁγίων ἐντολῶν του.
.          Δεύτερον, ν’ ἀγαπήσουμε τὸν πλησίον, ὅπως ἀγαπᾶμε τὸν ἑαυτό μας. Τὸ σημερινὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο προβάλλει ἕνα ἐξαίρετο πρακτικὸ παράδειγμα εἰλικρινοῦς καὶ ἀνιδιοτελοῦς Ἀγάπης: τὸν Καλὸ Σαμαρείτη. Ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν λογάριασε κόπο καὶ χρόνο, οὔτε ἐπηρεάστηκε ἀπὸ προκαταλήψεις καὶ τοπικισμούς, ἀλλὰ στάθηκε δίπλα στὸν ξένο καὶ πληγωμένο συνάνθρωπό του ὡς ἄνθρωπος, ὡς φίλος, ὡς ἀδελφός. Ἀναρίθμητες εἶναι οἱ εὐκαιρίες ποὺ παρουσιάζονται καὶ στὴν δική μας ζωὴ γιὰ νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας σὲ συγγενεῖς καὶ φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους ποὺ ἔχουν κάποια ἀνάγκη. Ἂς ἀφήσουμε κατὰ μέρος τυχὸν ἐπιφυλάξεις καὶ ἐμπάθειες. Ἐκεῖ θὰ φανεῖ ἡ γνησιότητα τῆς πίστεώς μας: στὸ βαθμὸ τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης μας.

.          Τὴν γνώριζε βέβαια τὴν ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης ὁ νομοδιδάσκαλος. Πόσο εὐτυχὴς ὅμως θὰ ἦταν ἂν τὴν ἐφάρμοζε κιόλας! Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὸν προτρέπει: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως». Αὐτὸ παραγγέλλει καὶ στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς: Μὴ μένεις στὴν θεωρία καὶ στὴν ἁπλὴ γνώση… Ἀκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου. Ὁ δρόμος γιὰ νὰ κληρονομήσεις τὴν αἰώνια ζωὴ ἔχει συγκεκριμένο ὄνομα: Ἀγάπη. Ἀγάπησε κι ἐσὺ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον σου καὶ τότε θὰ ζήσεις αἰωνίως στὴν Βασιλεία του, κοντὰ σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ  ἀνεξάντλητη πηγὴ τῆς Ἀγάπης.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2032, 01.11.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

2 Σχόλια

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ

Εὐαγγέλιο Κυριακῆς (14.11.10): Λουκ. ι´ 25-37
(Τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου)


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ.  ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν  Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; ὑπολαβὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ  Ἱερουσαλὴμ εἰς  Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς;  ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

1. «ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
–Διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; ρώτησε κάποτε ἕνας νομοδιδάσκαλος τὸν Κύριο θέλοντας νὰ Τὸν παγιδεύσει. Κι Ἐκεῖνος τὸν παρέπεμψε στὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Nόμου. Τότε ὁ νομοδιδάσκαλος ἀνέφερε τὶς δύο βασικότερες ἐντολὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Θέλοντας ὅμως νὰ δικαιολογηθεῖ, ἐπειδὴ ἔθεσε ἕνα ἐρώτημα στὸ ὁποῖο τοῦἦταν γνωστὴ ἡ ἀπάντηση, ἔθεσε κι ἕνα δεύτερο: Ποιόν πρέπει νὰ θεωρῶ πλησίον μου; Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα στάθηκε ἡ ἀφορμὴ νὰ διηγηθεῖ ὁ Κύριος μία ὑπέροχη παραβολή, τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου.Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε, κατέβαινε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχὼ καὶ ἔπεσε σὲ ἐνέδρα ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν λήστεψαν, τὸν ἔγδυσαν, τὸν καταπλήγωσαν καὶ τὸν ἐγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμὴ ἕνας ἱερεὺς ποὺ κατέβαινε στὸν δρόμο ἐκεῖνο, ἐνῶ τὸν εἶδε ἀπὸ μακριά, πέρασε ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος χωρὶς νὰ τοῦδώσει καμία βοήθεια. Παρόμοια καὶ κάποιος Λευΐτης, ὑπηρέτης τοῦναοῦ, ἔφθασε στὸ μέρος ἐκεῖνο. Αὐτὸς φάνηκε ἀκόμη πιὸ ἄσπλαχνος. Ἦλθε πολὺ κοντά, εἶδε τὴν ἄθλια κατάσταση τοῦ πληγωμένου ἀνθρώπου κι ἔφυγε. Ὁ ἱερεὺς ἔφυγε ἀπὸ ἐνστικτώδη φιλαυτία, ἐνῶ ὁ Λευΐτης ἔπειτα ἀπὸ ὑπολογισμό.Καὶ τὰ δύο ὅμως πρόσωπα, ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης εἶχαν κάτι κοινό: Ἦταν δύο πρόσωπα ποὺ εἶχαν ἀξίωμα καὶ ἔργο ἱερό. Αὐτοὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἰδιότητός τους θὰ ἔπρεπε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ εἶναι συμπονετικοὶ καὶ σπλαχνικοί, νὰ δείξουν ἀγάπη στὸν ἑτοιμοθάνατο διαβάτη. Αὐτοὶ λόγῳ τῆς θέσεώς τους δίδασκαν καὶ τοὺς ἄλλους τὸ καθῆκον τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Κι ὅμως ἀθέτησαν τὸ καθῆκον τους αὐτό. Εἶναι θλιβερό, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ δίνουν τὸ παράδειγμα τῆς ἀγάπης, νὰ γίνονται παραδείγματα σκληρότητος. Οἱ ἄνθρωποι τοῦΘεοῦνὰ δυσφημοῦν τόσο πολὺ τὸν Θεό. Κάτι τέτοιο δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορὲς μέσα στὴν ἱστορία σὲ «ἀνθρώπους τοῦΘεοῦ». Καὶ εἶναι φοβερὸ νὰ συμβαίνει κάποτε καὶ σὲ μᾶς. Σέ μᾶς ποὺ θέλουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀποδεικνυόμαστε στὴν πράξη ἄσπλαχνοι, σκληροί, ἀδιάφοροι στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Εἶναι τραγικὸ νὰ ἰσχύει κάτι τέτοιο καὶ γιὰ μᾶς. Ἐὰν δὲν δείξουμε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ἀγάπη, ποιός ἄλλος θὰ δείξει; Ὁ Κύριός μας τὸ ξεκαθάρισε, ὅτι χωρὶς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας, Βασιλεία οὐρανῶν δὲν πρόκειται νὰ κληρονομήσουμε. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς γνησιότητός μας, ἡ βασικὴ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας.

2. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ
Ἡ συνέχεια τῆς παραβολῆς εἶναι γνωστή. Κάποια στιγμὴ ἕνας Σαμαρείτης ποὺ διάβαινε ἀπὸ τὸ δρόμο ἐκεῖνο εἶδε τὸν καταπληγωμένο ἄνθρωπο, πλησίασε κοντά του καὶ τὸν σπλαχνίστηκε. Δὲν φοβήθηκε μὴν πάθει τὰ ἴδια, ἔμεινε κοντά του, ἔπλυνε τὰ τραύματά του, τὰ ἄλειψε μὲ λάδι καὶ κρασί, τὰ ἔδεσε μὲ ἐπιδέσμους. Καὶ ἀφοῦμὲ πολὺ κόπο ἀνέβασε τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν στὸ ζῶο του, τὸν μετέφερε σὲ κάποιο πανδοχεῖο καὶ τὸν περιποιήθηκε ὅλη τὴ νύχτα. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἔδωσε δύο δηνάρια στὸν ξενοδόχο καὶ τοῦεἶπε: Περιποιήσου τον γιὰ νὰ γίνει καλά. Καὶ ὅ,τι ἄλλο ξοδέψεις, καθὼς θὰ ἐπιστρέφω στὴν πατρίδα μου καὶ θὰ περάσω πάλι ἀπὸ ἐδῶ, θὰ σοῦτὸ ἐξοφλήσω.Λοιπόν, ρώτησε ὁ Κύριος τὸν νομοδιδάσκαλο, ποιός ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς ἐπιτέλεσε τὸ καθῆκον του πρὸς τὸν πλησίον; Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: Αὐτὸς ποὺ τὸν συμπόνεσε καὶ τὸν ἐλέησε. Ὁ Κύριος τότε τοῦ εἶπε: Πήγαινε καὶ κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.Αὐτὴ τὴν προσταγὴ δίνει καὶ σὲ μᾶς ὁ Κύριος. Μᾶς ζητᾶ δηλαδὴ νὰ δείχνουμε ἀγάπη σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πάσχει, χωρὶς νὰ ἐξετάζουμε ἂν αὐτὸς εἶναι δικός μας, ξένος ἢ ἐχθρός μας, καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε θυσίες καὶ κόπους καὶ δαπάνες. Αὐτὸ μᾶς τὸ δίδαξε ὁ Κύριος ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὴν παραβολὴ αὐτὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μέσα ἀπὸ τὴν ζωή Του. Διότι ὁ Ἴδιος ἔγινε ὁ καλὸς Σαμαρείτης γιὰ μᾶς. Ἀγάπησε τοὺς ἀνθρώπους μέχρι θανάτου. Ἡ ἀγάπη του κορυφώθηκε καὶ ἔλαμψε σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο ἐπάνω στὸ Σταυρό. Καὶ μᾶς ζητᾶ νὰ μάθουμε κι ἐμεῖς νὰ ἀγαπᾶμε, νὰ γινόμαστε καλοὶ Σαμαρεῖτες στοὺς γύρω μας.Δυστυχῶς ὅμως στὴν ἐποχή μας, ἐνῶ ὅλοι μιλοῦμε γιὰ ἀγάπη, πραγματικὴ ἀγάπη δὲν ἔχουμε. Κι αὐτὸ φαίνεται περισσότερο στὶς σχέσεις μας μὲ τὰ δικά μας πρόσωπα. Πῶς τοὺς μιλᾶμε, πῶς τοὺς φερόμαστε; Ἀλλὰ ἂν δυσκολευόμαστε νὰ ἀγαπήσουμε τοὺς δικούς μας, πόσο μᾶλλον τοὺς ξένους; Γι᾽ αὐτὸ ὑποφέρουμε. Διότι ἀγάπη σημαίνει θυσία, σημαίνει νὰ δίνουμε κι ὄχι νὰ ἀπαιτοῦμε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε. Ἀγάπη σημαίνει νὰ γίνει πλατιὰ ἡ καρδιά μας ὅπως τῶν ἁγίων γιὰ νὰ χωράει ὅλους. Ἀκόμη κι αὐτοὺς ποὺ μᾶς δυσκολεύουν. Νὰ τοὺς προσφέρουμε τὴν ἀγάπη μας μὲ ἁπαλὸ τρόπο, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν αἴσθηση ὅτι κάνουμε προσπάθεια γιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε. Νὰ ἀκοῦμε μὲ πόνο τὸν πόνο τους, νὰ τοὺς ἀνακουφίζουμε στὸ πρόβλημά τους. Κατανοώντας τὸν χαρακτήρα τους, νὰ διαισθανόμαστε τὴν κούρασή τους, τὶς δυσκολίες τους, τὶς ἐπιθυμίες τους. Καὶ νὰ τοὺς προσφέρουμε τὴν ἀγάπη μας ἄλλοτε μ᾽ ἕνα στοργικὸ λόγο κι ἄλλοτε μὲ τὴν σιωπή μας· ἄλλοτε μὲ τὴν διακονία μας κι ἄλλοτε μὲ θυσίες ποὺ κοστίζουν ἴσως πολύ. Ἔτσι θὰ γίνουμε καλοὶ Σαμαρεῖτες. Ἔτσι θὰ δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ.

περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ. 1988, 1 .11. 2009

Στοιχειοθεσία« ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε