Ἄρθρα σημειωμένα ὡς καλὰ ἔργα

ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ καὶ ΤΑ ΟΥΤΟΠΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΩΝ

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Τ οτοπικ νειρα τν νεωτεριστν
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ» -γράμματα σὲ μία ψυχή,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς,
ἔκδ. β´ 2006, σελ. 76

 .             Ὑπάρχει κάποια πατερικὴ θέση, σχετικὰ μὲ τὶς λεγόμενες «ἀνθρωπιστικὲς ὀργανώσεις» παγκόσμιου βεληνεκοῦς;
.               Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε αὐτὴ τὴ σύντομη ζωὴ ὡς χρόνο καὶ εὐκαιρία προετοιμασίας γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν ἀτελεύτητη. Στ διάρκεια, λοιπόν, τς σύντομης πίγειας ζως μας πρέπει ν συγκεντρώσουμε «προμήθειες» γι λόκληρη τν αωνιότητα. Πς; Μ τ καλ ργα. π’ ατ σχηματίζεται να κεφάλαιο. Κα π τν τόκο το κεφαλαίου συντηρούμαστε σλόκληρη τν αωνιότητα. Ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει μεγαλύτερες ἀποταμιεύσεις, θὰ ζήσει ἐκεῖ πιὸ πλούσια, καὶ ὅποιος κάνει μικρότερες ἀποταμιεύσεις, θὰ ζήσει πιὸ φτωχικά. Ὁ Κύριος «θὰ πληρώσει τὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του» (Ρωμ. β´ 6).
.                 Στὴν παροῦσα ζωή, λοιπόν, πρέπει νὰ κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιὰ ν’ αὐξήσουμε τὶς καταθέσεις μας σ’ αὐτὸν τὸν λογαριασμό. Δὲν εἶναι δύσκολο. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τὸ βεβαιώνει, λέγοντας: «Ὁ ζυγός μου εἶναι ἁπαλὸς καὶ τὸ φορτίο μου ἐλαφρὸ» (Ματθ. ια´ 30). Ὅλη ἡ χριστιανικὴ ζωὴ συνοψίζεται σὲ τοῦτα: Νὰ πιστεύουμε στὸν Θεό, στὴν προσκυνητὴ Τριάδα, ποὺ μᾶς σώζει μὲ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, παίρνοντας θεία δύναμη μέσῳ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας, καὶ νὰ ἐλπίζουμε ὅτι ὁ Θεός, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοή μας σ’ Αὐτόν, δὲν θὰ μᾶς στερήσει τὰ ἐπουράνια ἀγαθά.
.                 Ὅσο ἀπαραίτητη εἶναι ἡ πίστη γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἄλλο τόσο ἀπαραίτητα εἶναι καὶ τὰ καλὰ ἔργα. Τὸ τονίζω αὐτό, γιατί μερικοὶ διακηρύσσουν πὼς ἡ πίστη εἶναι ἀρκετή, ἐνῶ ἄλλοι λένε ὅτι φτάνει νὰ εἴμαστε «καλοὶ ἄνθρωποι», νὰ κάνουμε δηλαδὴ καλὰ ἔργα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἡ πίστη καὶ τὰ ἔργα ἔχουν ἴση ἀξία. Ἡ πίστη πρέπει νὰ συνοδεύεται καὶ νὰ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ καλὰ ἔργα, δηλαδὴ ἀπὸ ζωὴ ἅγια, σύμφωνη μὲ τὶς θεῖες ἐντολές. Ἐδῶ, στὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, εἶναι ποὺ πρέπει νὰ συγκεντρώσουμε περισσότερο τὴν προσοχή μας. Τὴν πίστη, βλέπεις, τὴν ἀληθινὴ ὀρθόδοξη πίστη, τὴν ἔχουμε. Τί μᾶς μένει λοιπόν; Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, τὰ καλὰ ἔργα. Γιατί «ἡ πίστη χωρὶς ἔργα εἶναι νεκρὴ» (Ἰακ. β´ 20). Καὶ πρέπει νὰ πῶ, ὅτι χρωστᾶμε ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη στὸν Κύριο, γιατί τὴν ἀξία τῶν ἔργων μας τὴν καθορίζει μὲ κριτήριο ὄχι τὴ σπουδαιότητα ἢ τὴ μεγαλοσύνη τους, ἀλλὰ τὴ διάθεση ποὺ ὑπάρχει μέσα μας, ὅταν τὰ ἐπιτελοῦμε. Εὐγνωμοσύνη Τοῦ χρωστᾶμε ἀκόμα, γιατί μᾶς δίνει καθημερινὰ ἀναρίθμητες εὐκαιρίες γιὰ τὴν ἐπιτέλεση καλῶν ἔργων σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του, ἔτσι πού, ἂν προσέχουμε, μποροῦμε κάθε στιγμὴ νὰ Τὸν εὐαρεστοῦμε.
.                 Γι ν εαρεστήσεις, λοιπόν, κι σ τν Θεό, δν εναι νάγκη ν κάνεις κάτι τ πολ μεγάλο, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ πᾶς στὸ ἐξωτερικό, ὅπως κάνουν οἱ νεωτεριστὲς καὶ τάχα προοδευτικοί. Φτάνει νὰ κοιτᾶς γύρω σου κάθε μέρα καὶ ὥρα. Διακρίνεις σὲ κάτι τὴ σφραγίδα τῆς θεϊκῆς ἐντολῆς; Κάνε το δίχως χρονοτριβὴ ἢ δισταγμό, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴν ὥρα ζητάει ἀπὸ σένα αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ τίποτ’ ἄλλο. Προσπάθησε νὰ στερεώσεις μέσα σου ἕναν τέτοιο τρόπο σκέψεως. Ὅταν τὸ κατορθώσεις, ἀπέραντη γαλήνη θὰ πλημμυρίσει τὴν καρδιά σου, εἰρήνη ποὺ θὰ προέλθει ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ὅτι κάθε στιγμὴ δουλεύεις γιὰ τὸν Κύριο. Ἀκόμα κι ὅταν σοῦ λένε νὰ μπαλώσεις τὶς κάλτσες τοῦ μικροῦ σου ἀδελφοῦ, καὶ τὸ κάνεις πρόθυμα γιὰ τὸν Χριστό, ποὺ μᾶς πρόσταξε ν’ ἀκοῦμε καὶ νὰ βοηθᾶμε τὸν πλησίον, ἐκτελεῖς ἕνα ἔργο θεάρεστο. Ἔτσι, μ κάθε βμα, μ κάθε λέξη, μ κάθε κίνηση, κόμα κα μ κάθε ματι μπορομε ν εχαριστομε τν Θεό, ν βαδίζουμε στ δρόμο το θελήματός Του, κα πομένως ν κατευθυνόμαστε πρς τν τελικ σκοπό μας.
.                 Οἱ νεωτεριστές, οἱ τάχα προοδευτικοί, ἔχουν στὸ νοῦ τους σύνολη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στοιβαγμένους μαζί. Εἶναι ὅμως γεγονὸς ὅτι ἡ «ἀνθρωπότητα» ἢ ὁ «λαὸς» δὲν ὑπάρχει ὡς πρόσωπο, ἕνα πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσες κάτι νὰ κάνεις τώρα ἀκριβῶς. Ἡ ἀνθρωπότητά μας συγκροτεῖται ἀπὸ ξεχωριστὰ πρόσωπα. Κάνοντας κάτι γιὰ ἕνα πρόσωπο, τὸ κάνουμε μέσα στὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὁ καθένας μας ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιὰ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο ἔχει μπροστὰ στὰ μάτια του, ἀντὶ νὰ ρίχνει μάταια τὸ βλέμμα του τόσο μακριά, στὸ ἀπρόσωπο σύνολο τῶν ἀνθρώπων, τότε ὅλοι μας θὰ κάναμε κάθε στιγμὴ ὅ,τι χρειάζεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, κι ἔτσι θὰ ἑδραιώναμε τὴν εὐημερία τοῦ συνόλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ πλούσιους καὶ φτωχούς, ἀπὸ ἀδύνατους καὶ ἰσχυρούς. Ὅσοι ὁραματίζονται τὴν εὐημερία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας συνολικά, ἀδιαφοροῦν γι’ αὐτὸ ποὺ εἶναι μπροστὰ στὰ ματιά τους. Ἔτσι, ὅμως, δὲν ἐκπληρώνουν τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς, γιατί οὔτε τὴ δυνατότητα ἔχουν νὰ ἐπιτελέσουν ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο, ὅπως εἶναι ἡ πανανθρώπινη εὐημερία, οὔτε πάλι ἀξιοποιοῦν τὶς εὐκαιρίες, ποὺ τοὺς δίνονται, γιὰ τὴν ἐκτέλεση μικρῶν καλῶν ἔργων.
.                 Μοῦ μίλησαν γιὰ μία τέτοια περίπτωση στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Σὲ μία συγκέντρωση νέων, ὑπέρμαχων τῆς «πανανθρώπινης εὐημερίας» –αὐτὸ ἦταν τὸ κεντρικὸ σύνθημα τοῦ «προοδευτικοῦ» παραληρήματός τους–, κάποιος… τζέντλεμαν ἔβγαλε ἕναν παθιασμένο λόγο γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὸ λαό. Τοὺς συνεπῆρε ὅλους. Ὅταν, ὅμως, γύρισε στὸ σπίτι του, ὁ ὑπηρέτης του, ποὺ δὲν ἀντιλήφθηκε τὴν ἐπιστροφή του, δὲν τοῦ ἄνοιξε ἀμέσως τὴν πόρτα καὶ δὲν τοῦ ἔδωσε ἀμέσως κερί. Ἐπιπλέον, ἐπειδὴ τὸ μπουρὶ τῆς σόμπας του εἶχε βουλώσει, τὸ δωμάτιό του ἦταν λίγο κρύο. Ἔ, ὁ «ἀνθρωπιστής» μας δὲν μπόρεσε νὰ τ’ ἀνεχθεῖ ὅλα αὐτά, κι ἔλουσε τὸν ὑπηρέτη του μ’ ἕνα χείμαρρο ἀπὸ βρισιές. Ὅταν ἐκεῖνος προσπάθησε νὰ δικαιολογηθεῖ, τοῦ κατάφερε κι ἕνα γερὸ χτύπημα στὸ στῆθος. Νά, λοιπόν, ὁ φίλος μας μὲ τὰ λεπτὰ αἰσθήματα, αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος διαλαλοῦσε τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, στὸ ἴδιο του τὸ σπίτι, δὲν μποροῦσε νὰ φερθεῖ φιλάνθρωπα σ’ ἕναν μόνο ἄνθρωπο. Τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ “προοδευτικοῦ” παραληρήματος ἦταν ἡ διαγωγὴ ποὺ ἔδειχναν μερικὲς δραστήριες κοπέλες. Αὐτὲς δούλευαν μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ζῆλο σὲ βιβλιοδετεῖα, δένοντας βιβλία «προοδευτικοῦ» περιεχομένου, συχνὰ ὅμως ἄφηναν τὶς μανάδες τους χωρὶς ἕνα κομμάτι ψωμί. Καὶ ὅμως, πίστευαν ὅτι «τραβοῦσαν μπροστὰ» καὶ θεμελίωναν τὴν εὐτυχία τῆς ἀνθρωπότητας.
.                 Ὅλοι οἱ κίνδυνοι προέρχονται ἀπὸ μία νοοτροπία ποὺ εἶναι ὑπερβολικὰ καὶ ἄκριτα φιλελεύθερη. Εἶναι προτιμότερο νὰ ρίχνεις ταπεινὰ τὰ μάτια σου κάτω καὶ νὰ κοιτᾶς τὰ πόδια σου, προσέχοντας ποῦ πατᾶς. Αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ σωστὸς δρόμος.
.                 Σοῦ ξαναγράφω γιὰ ὅλα αὐτά, ἐπειδὴ πρέπει νὰ στερεωθοῦν στὸ μυαλό σου. Θέλω νὰ σὲ προφυλάξω ἀπὸ τὴ σύγχυση καὶ τὸ σκοτισμὸ ποὺ προξενοῦν στὴν ψυχὴ τὰ ὄνειρα τῶν νεωτεριστῶν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: alopsis.gr (ἀπὸ gonia.gr)

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΙΣΤΗ ΧΩΡΙΣ ΤΑ ΕΡΓΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ «Πῶς μπορεῖ νά ᾽ναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ μέσα σὲ μία μέρα, τὴ μέρα τῶν ἐκλογῶν ξεχνάει τὰ ἄπιστα ἔργα τεσσάρων χρόνων, καὶ ἐπιτρέπει μὲ τὴν ψῆφο του, ἐπιβραβεύοντας τρόπον τινὰ τὶς πράξεις αὐτὲς καὶ τὰ πρόσωπα αὐτά, ξανὰ στὸν ἄπιστο, νὰ δράσει ἀντίθετα ἀπὸ τὴν πίστη, τὴν θρησκεία καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ πάει τὰ πράγματα ἀκόμη πιὸ κάτω;»

Η ΠΙΣΤΗ ΧΩΡΙΣ ΤΑ ΕΡΓΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ

τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ»

.               Εἴμαστε πιστοὶ ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ποὺ δὲν λαμβάνουμε ὑπ᾽ ὄψιν καθόλου τὶς ὑποχρεώσεις, τὶς ὁποῖες ἀναλάβαμε ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος; Ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι “ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ” βρίζουμε τὰ ἅγια Ὀνόματα, ποὺ πᾶμε καὶ ρωτᾶμε τὸ διάβολο καὶ τὰ ὄργανά του καὶ ἐντάσσουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ σχήματα ἀντίθετα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Ὀρθοδοξία;
.               Εἴμαστε πιστοὶ ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι χωρὶς σοβαρὸ λόγο δὲν ἐκκλησιαζόμαστε τακτικά, δὲν ἐξομολογούμαστε καὶ δὲν κοινωνοῦμε ἢ κοινωνοῦμε ἀπροετοίμαστοι, χωρὶς εὐλογία πνευματικοῦ, μιὰ καὶ τὶς περισσότερες φορὲς στερούμαστε πνευματικοῦ καὶ αὐτοσχεδιάζουμε στὴν πνευματικὴ ζωή;
.               Εἴμαστε πιστοὶ ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουμε κἂν τὴν εὔλογη περιέργεια νὰ διαβάσουμε ἔστω καὶ μία φορὰ τὸν θεῖο λόγο, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μὲ τὶς ὧρες παρακολουθοῦμε “ἀκοῇ καὶ βλέμματι” ὅλα τὰ αἰσχρὰ καὶ σατανικὰ παίγνια τοῦ Ἑωσφόρου μέσῳ τῆς τηλεοράσεως;
.               Εἴμαστε πιστοὶ ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ πάνω στὴ γῆ, ποὺ εἶναι ἡ ψυχή μας καὶ ἡ σωτηρία της, καὶ δὲν κάνουμε κανένα ἀγώνα γιὰ τὴν ὑπερνίκηση τῶν παθῶν μας; Οὔτε τὸν Σταυρό μας καλὰ καλὰ δὲν ξέρουμε νὰ κάνουμε. Οὔτε τὸν ἑαυτό μας σώζουμε οὔτε ἄλλους βοηθοῦμε νὰ σωθοῦν.
.               Εἴμαστε πιστοὶ ἐμεῖς οἱ βαπτισμένοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουμε λίγο νὰ κουραστοῦμε καὶ νὰ ἀναλάβουμε τὶς γονεϊκὲς εὐθύνες μας καὶ γι᾽ αὐτὸ χωρὶς πολλὴ σκέψη φονεύουμε τὰ ἀγέννητα παιδιά μας, ζοῦμε ὅπως θέλουμε, μιλᾶμε γιὰ ὅλα, ὅταν ὅμως ἔρχεται ἡ ὥρα νὰ ὁμολογήσουμε τὶς ἐνοχές μας καὶ νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὴν πίστη μας, γινόμαστε ἀφωνότεροι τῶν ἰχθύων;

Γιὰ νὰ προχωρήσουμε λίγο πιὸ εἰδικά:

.               Εἶναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ὑπογράφει ὡς βουλευτὴς τὴν κατάργηση τῆς Κυριακῆς ἀργίας;
.               Εἶναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ βάζει φαρδιά-πλατιὰ τὴν ὑπογραφή του κάτω ἀπὸ τὸ νομοσχέδιο ἢ τὸν νόμο τῆς ἀντορθόδοξης συμβίωσης ἀνθρώπων διαφορετικοῦ φύλου χωρὶς τὰ ἅγια στέφανα τῆς Ἐκκλησίας μας;
.               Εἶναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος καὶ μάλιστα στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅταν ψηφίζει τὸν γάμο τῶν Ὁμοφυλοφίλων;
.               Εἶναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἐγκρίνει τὶς ἐκτρώσεις καὶ τὸν φόνο τῶν ἀγέννητων παιδιῶν;
.               Εἶναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ συναινεῖ στὸ νὰ χτιστεῖ τέμενος τοῦ μισαλλόδοξου φανατισμοῦ καὶ ἀδρανεῖ γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ τάματος τῶν πατέρων του;
.               Εἶναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος καὶ εὑρίσκεται μέσα στὰ πλαίσια τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης, ὅταν ἀπὸ φόβο καὶ ὑπολογισμὸ δέχεται τὴν ἀδικία σὲ ἕναν ὁλόκληρο λαό;
.              Εἶναι πιστὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ὄντας ὑπουργὸς ἢ ὅ,τι ἄλλο, ἐπιτρέπει, ἐνῶ μπορεῖ νὰ τὸ σταματήσει νὰ περιπαίζεται καὶ νὰ ὑβρίζεται τὸ πανάγιο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, κι ὅμως δὲν τὸ κάνει;
.               Δὲν ξέρω τί κρύβει μέσα στὴν καρδιά του… Ἀλλὰ θὰ τοῦ ποῦμε τὸν λόγο τοῦ ἁγ. Ἰακώβου: ναί, θέλω νὰ σὲ πιστέψω ὅτι πιστεύεις, ἀλλὰ “δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου”.
.           Μπορεῖ νὰ εἶναι πιστὸς στὸ κόμμα, στὴν τρόϊκα, στὴ στοά, στὴ λέσχη, στὸ συμφέρον του, στὸν ἀρχηγό του, στὸ ὅποιο μέλλον του… Πιστὸς ὅμως στὸν Χριστὸ πῶς μπορεῖ νά ᾽ναι;
.           Ἀλλὰ καὶ πῶς μπορεῖ νά ᾽ναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος πιστός, ποὺ μέσα σὲ μία μέρα, τὴ μέρα τῶν ἐκλογῶν, διαγράφει ὅλα τὰ παραπάνω, τὰ ἄπιστα ἔργα τεσσάρων χρόνων, καὶ ἐπιτρέπει μὲ τὴν ψῆφο του, ἐπιβραβεύοντας τρόπον τινὰ τὶς πράξεις αὐτὲς καὶ τὰ πρόσωπα αὐτά, ξανὰ στὸν ἄπιστο, νὰ δράσει ἀντίθετα ἀπὸ τὴν πίστη, τὴν θρησκεία καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ πάει τὰ πράγματα ἀκόμη πιὸ κάτω; (Σχ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Ἂν εἶναι …“δάκος”, μπορεῖ!)
.              Ὄχι, δὲν εἴμαστε πραγματικὰ πιστοί, ὅλοι ἐμεῖς καὶ ὅλοι αὐτοί, ἴσως καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ποὺ κάνουμε τὰ παραπάνω ἀταίριαστα μὲ τὴν πίστη μας. Μπορεῖ νὰ μὴ εἴμαστε θεωρητικὰ τελείως ἄπιστοι, ἀλλὰ πάνω στὰ πράγματα ἀποδεικνυόμαστε ἀνακόλουθοι μὲ τὴν πίστη μας. Γι᾽ αὐτὸ λέγει ὁ Κύριος ὅτι, ὅταν θὰ ἔρθει στὴ Δευτέρα Παρουσία, “θὰ βρεῖ τὴν πίστη πάνω στὴ γῆ;”
.           “Πολλοί οἱ κλητοί, ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί”!!! Πολὺ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πραγματικὰ πιστεύουν, ὁμολογοῦν, ὑπερασπίζονται τὴν Πίστη, ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἔχουν καλοσύνη, προσεύχονται καθημερινά, διαβάζουν συστηματικὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ἐξομολογοῦνται τακτικά, κοινωνοῦν προετοιμασμένοι, ἐλεοῦν ἀνεπίδεικτα, ἀποφεύγουν τὴν ἁμαρτία, πολεμοῦν τὸ διάβολο, “κακοπαθοῦν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο ὡς καλοὶ στρατιῶτες Ἰησοῦ Χριστοῦ”, κάνουν θυσίες, σηκώνουν τὸν σταυρό τους, γίνονται Κυρηναῖοι γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ ἐλπίζουν “ἰδεῖν τὰ ἀγαθὰ Κυρίου ἐν χώρᾳ ζώντων”.

 

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
(ἀρ. τ. 4254, 23.02.2012)

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.       Διερωτηθήκαμε ἄραγε μήπως ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κάνουμε τὴν πνευματική μας ζωὴ δύσκολη καὶ πολυσύνθετη; Μήπως ὁ σκοπός, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὸν καθορίζει ὁ θεοφώτιστος ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ εἶναι «ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου», συχνὰ παραθεωρεῖται, ἐκτρέπεται καὶ μεταβάλλεται σὲ «ματαιολογίαν» (A΄ Τιμοθ. α´ 5-6).
.       Δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο νὰ ἐξαπατᾶ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, καλόπιστα ἴσως, μὲ θρησκευτικὲς ἰδιορρυθμίες, μὲ τυπολατρίες καὶ ὀπτασίες καὶ νὰ φουσκώνη ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Νὰ ἀφήνη τὰ «βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν» (Ματθ. κγ´ 23) καὶ νὰ αὐτοϊκανοποιῆται, ἐπειδὴ «διυλίζει τὸν κώνωπα», ἐνῶ δὲν διστάζει νὰ «καταπίνη τὴν κάμηλον». Νὰ λησμονῆ τὴν οὐσία καὶ νὰ ἐπιμένη στὴ λεπτομέρεια καὶ τὰ ἐπουσιώδη. Νὰ μὴν ἔχη συνειδητοποιήσει, ὅτι «τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ πλάση ἁπλῶς μυστικοπαθεῖς καὶ θρησκόληπτους, ἀλλὰ θελήσεις ἰσχυρὲς γιὰ τὴν κατόρθωση τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς ἀγάπης».
.       Ἔτσι μερικοὶ τὴν θρησκοληψία καὶ τὴν τυπολατρία τὶς ἐκλαμβάνουν ὡς γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Καθησυχάζουν τὴν συνείδησή τους [μὲ τυποποιημένες καὶ μηχανικὰ ἐπαναλαμβανόμενες εὐχὲς]* καὶ βολεύονται σὲ μιὰ στείρα πνευματικὴ ζωή. Φυλακίζουν τὴν ζωή τους στὸ ἰδιόρρυθμο ἐγώ τους καὶ δημιουργοῦν ἕνα κλίμα αὐταρέσκειας. Τὸ ὅτι δὲν λένε καλημέρα μὲ τὸν ἀδελφό τους καὶ τὸ πεῖσμα κυριαρχεῖ στὴν ζωή τους, αὐτὸ δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ.
.       Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπιστρέφουν σ’ ἕνα εἶδος φαρισαϊσμοῦ. Δημιουργοῦν μιὰ θρησκεία δικῆς τους ἐμπνεύσεως, τελείως ξένη πρὸς τὴν θρησκεία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἀνάγουν σὲ δόγματα πίστεως «τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον» καὶ ἀφήνουν «τὴν κρίσιν καὶ τὸ ἔλεον καὶ τὴν πίστιν». Ἂν δηλαδὴ παραμελοῦν τὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης στὴν καθημερινή τους ζωή, δὲν τοῦ δίνουν καὶ μεγάλη προσοχή. Τοὺς ἀρκεῖ ὅτι ἔχουν κάποια ὑποτυπώδη πίστη. Καὶ ξεχνοῦν, πὼς «οὐ πίστις μόνον ἀρκεῖ πρὸς σωτηρίαν, εἰ μὴ καὶ βίος ἄξιος τῆς πίστεως πάρεστιν… Τὸ δὲ ὀνομάζειν αὐτὸν Κύριον πίστεως μόνης ἐστὶν» (Ζιγαβηνός).
.       Φυσικὰ ἡ πίστη –καὶ ἀφαλῶς ἡ ὀρθὴ πίστη– εἶναι προϋπόθεση τῆς σωτηρίας καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἂν ὅμως ἡ πίστη δὲν συνοδεύεται μὲ ἔργα, μὲ ἔργα εἰλικρινοῦς καὶ ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. Ἂν δὲν κοσμῆται ἀπὸ ἀρετές, ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος γιὰ τοὺς ὁποίους κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλατ. ε´ 22), τότε ἡ πίστη αὐτὴ σὲ τίποτα δὲν ὠφελεῖ. Εἶναι νεκρή. Μιὰ τέτοια ἀνενεργὸς πίστη δὲν σώζει, δὲν μεταμορφώνει, δὲν ἑτοιμάζει πολίτες τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. «Ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται». Μονάχα ἡ πλούσια φυλλωσιὰ δὲν δικαιώνει τὴν ὕπαρξή του. Κινδυνεύει ἀπὸ τὴν ἀξίνα τοῦ γεωργοῦ, ἔστω καὶ ἂν φαντάζη μὲ τὴν ἐξωτερικὴ μεγαλοπρέπειά του.
.       Ὁ κίνδυνος λοιπόν, τῆς ἀποδοκιμασίας ἐπικρέμεται ἀπειλητικός, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν θαύματα μεγάλα, χωρὶς νὰ ἔχουν τὸ ἀνάλογο πνευματικὸ ἀντίκρισμα, δηλαδὴ ἔργα ἀγάπης καὶ ταπεινοφροσύνης. «Ὁ Κύριος, παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν στάθηκε μόνο σ’ αὐτά. Προχώρησε πολὺ πιὸ πέρα. “Πολλοὶ θὰ μοῦ ποῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη˙ Κύριε Κύριε, δὲν προφητεύσαμε στὸ ὄνομά Σου καὶ δὲν διώξαμε δαιμόνια καὶ δὲν κάναμε θαύματα πολλά;…” (Ματθ. ζ´ 22). Ναί, παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ δὲν σᾶς γνωρίζω. Ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ κοντά μου. Εἴσαστε ἐργάτες τῆς ἀνομίας. Χρησιμοποιήσατε τὰ χαρίσματά μου γιὰ τὴν δική σας ἐπίδειξη καὶ ὠφέλεια. Θαύματα πραγματοποιήσατε, σᾶς ἔλειψε ὅμως ἡ ἀρετὴ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης».

.       Ναί, μὲ τὴν πίστη μου μπορεῖ νὰ μετακινῶ καὶ βουνά. Τίποτα ὅμως δὲν ὠφελοῦμαι, ἂν δὲν μετακινῶ ἀπὸ τὴν ψυχή μου τὸ παγόβουνο τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς ἀδιαφορίας γιὰ τὸν πλησίον μου «ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανεν». Ἡ ἀγάπη, γιὰ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, εἶναι τὸ πρῶτο. Σ’ αὐτὴν βρίσκεται καὶ τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

*ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Νὰ μᾶς συγχωρήσει τὸ καλὸ περιοδικό, ἀλλὰ ἂν ἡ συγκεκριμένη διατύπωση ἀναφέρεται ἐμμέσως στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ -«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν»-, τότε ἡ διατύπωση εἶναι ἄστοχη. Ἡ Εὐχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι «τυποποιημένη καὶ μηχανικὰ ἐπαναλαμβανομένη», ἀλλὰ ἀποστολοπαράδοτη καὶ πανίσχυρη καὶ φωτιστικὴ καὶ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ: «Ὅσοι χριστιανοὶ εἶναι ἐνάρετοι, ἐκεῖνοι εἶναι καὶ ζηλωταὶ τῆς πίστεως. Ὅσοι ἔχουν μαζὶ τὴν ὀρθὴν πίστιν μὲ τὰ ἔργα τὰ καλά, αὐτοὶ βλέπουν καί αἰσθάνονται καὶ ψηλαφοῦν ἐκεῖνα ὁποὺ πιστεύουν». [Δ´]

ΕΙΣ. ΣΧ.  «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἀγαπητοί, μὴ χάσετε τὴν εὐκαιρία νὰ διαβάσετε ὅλο τὸν λόγο τοῦ Νικηφ. Θεοτόκη. Μὴ τὸν παρακάμψετε. Περιέχει σπουδαῖα μηνύματα, ἐπείγοντα καὶ στὶς μέρες μας:  
.       «Ἐτοῦτο εἶναι ἡ δόξα τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, νὰ μὴν πιστεύουσιν οἱ ἄνθρωποι, νικώμενοι ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων· ἀλλὰ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν πίστιν, ἀπὸ τὴν χάριν, καὶ ἀλήθειαν τοῦ κηρύγματος πληροφορούμενοι.»  «Τὰ καλὰ ἤθη, ναί, καὶ οἱ ἀρετὲς εἶναι ἐκεῖνες, ὁποὺ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, καὶ εἰς τὸν πλησίον μας αὐξάνουσι τὴν πίστιν».
.       Ἀσάλευτες ἀλήθειες τὶς ὁποῖες μὲ τὶς «θεολογικὲς» ζητήσεις καὶ τὶς γενεαλογίες καὶ τὶς νομικὲς μάχες καὶ τὶς οἰκουμενιστικὲς ἀθλιότητες καὶ τὶς θεομίσητες συμπροσευχὲς καὶ τὶς μεταπατερικὲς γελοιότητες καὶ τὶς ὀρθοδοξοφανεῖς θριαμβολογίες καὶ τοὺς ἀναλώσιμους ἀλαλαγμούς κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε!
 

Ἀπὸ τὸ δυσεύρετο βιβλίο
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ
«ΛΟΓΟΙ ΕΙΣ ΑΓΙΑΝ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΝ»
(Λειψία 1766)

Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
Ἀθῆναι 1968, σελ.  25 ἑπ.

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Α´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν)

Α´ : https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/04/περὶ-πιστεως-θεοτόκη-1/

Β´ : https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/04/περὶ-πίστεως-θεοτόκη-2/

Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/05/περὶ-πίστεως-θεοτόκη-3/

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

.           Ἄλλη εἶναι ἡ πίστις ἡ θεωρητική, καὶ ἄλλη ἡ πίστις ἡ πρακτική. Πίστις θεωρητικὴ εἶναι ὅταν ἐγὼ πιστεύω μὲ τὸν νοῦν μου, ὅσα ἡ πίστις διδάσκει. Πίστις πρακτικὴ εἶναι ὅταν ἐγὼ πράττω, ὅσα ὁ νόμος τῆς πίστεως, μοῦ παραγγέλλει. Ἡ θεωρητικὴ χωρὶς τὴν πρακτικήν, εἶναι νεκρά. «Οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν», λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος. Ἡ πρακτικὴ χωρὶς τὴν θεωρητικήν, εἶναι ἀνωφελής. «Ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ, ἐνώπιον αὐτοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ἡ θεωρητικὴ δὲν εἶναι πάντοτε ἀνταμωμένη μὲ τὴν πρακτικήν. Διατὶ βλέπομεν πολλοὺς ὁποὺ πιστεύουσι μὲ τὸν νοῦν τους ὀρθά, μὰ οἱ πράξεις τους, καὶ τὰ ἤθη τους εἶναι κακά. Βλέπομεν καμμίαν φορὰ καὶ μερικοὺς ὁποὺ δὲν ἔχουν πίστιν ὀρθήν, καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι καλά. Ὅταν ἡ θεωρητικὴ ἐνεργῆται, δηλονότι ὅταν εἶναι ἀνταμωμένη μὲ τὴν πρακτικήν, πάντοτε μὲ ἕναν κάποιον τρόπον θαυμαστόν, καὶ ἀνεκδιήγητον αὐξάνει, καὶ μεγαλώνει.
.           Ἐκεῖνοι οἱ καλότυχοι ἄνθρωποι, ὅσοι ἔχοντες πίστιν ὀρθήν, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τὴν ἐνεργοῦσι, καὶ μὲ τὴν ταπείνωσιν, μὲ τὴν πραότητα, μὲ τὴν ἀγάπην, μὲ τὴν σωφροσύνην, καὶ μὲ ὅλες τὲς ἄλλες ἀρετὲς τὴν ψυχήν τους στολίζουσι, τραβίζουν ἐκ τοῦ λόγου τους τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τοὺς προσθέτει ὁ Θεὸς τὸ μέτρον τῆς χάριτός του, καθὼς αὐτοὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξάνουσι τὸ μέτρον τῆς ἀρετῆς τους. «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ». Ἔτσι ἐβεβαίωνε τοὺς Ἐφεσίους ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Ἡ χάρις λοιπόν, τὴν ὁποίαν τοὺς δίδει ὀ Θεὸς, πρέπει βέβαια νὰ τοὺς ἐνδυναμώσῃ τὴν ψυχήν, νὰ τοὺς φωτίσῃ τὸν νοῦν, καὶ νὰ τοὺς στερεώσῃ τὴν θέλησιν εἰς κάθε ἀρετήν. Καὶ ἐτοῦτο εἶναι τὸ τέλος, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς τοὺς δίδει τὴν χάριν του. Μὰ ποία ἄλλη ἀρετὴ μεγαλύτερη, ἤ ποία πλέον ἀναγκαιοτέρα διὰ τὴν σωτηρίαν μας ἀπὸ τὴν πίστιν; Εἰς τὴν πίστιν λοιπὸν πρῶτον τοὺς στερεώνει ἡ χάρις, εἰς τὴν πίστιν τοὺς θερμαίνει, καὶ εἰς τὴν πίστιν τοὺς αὐξάνει. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τόσον ζῆλον διὰ τὴν πίστιν εἰς τοὺς Ἀποστόλους, εἰς τοὺς Ἱεράρχας, εἰς τοὺς ἀσκητάς, εἰς ὅλους τοὺς ἁγίους. Διὰ τὴν ἀρετὴν τοὺς ηὔξανεν εἰς τὴν πίστιν. Διὰ τοῦτο βλέπομεν καὶ ἕως τὴν σήμερον μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσοι χριστιανοὶ εἶναι ἐνάρετοι, ἐκεῖνοι εἶναι καὶ ζηλωταὶ τῆς πίστεως· ὅσοι ἔχουν κακὰ ἤθη καὶ εἶναι γυμνοὶ ἀπὸ τὴν ἀρετήν, δὲν ἔχουν καμμίαν ζέσιν διὰ τὴν πίστιν τους. Ἡ πίστις, εἰς τὴν πρώτην ἀρχὴν ὁποὺ πιστεύομεν, πολλὰ μικρὴ εἶναι,  καθὼς μᾶς λέγει ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. «Ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν κόκκῳ σινάπεως, ὃν λαβὼν ἄνθρωπος ἔσπειρεν ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ». Μὰ ἀφοῦ τὴν σπείρει ὁ ἄνθρωπος μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, καὶ κάθε ἡμέραν τὴν ποτίζει μὲ τὰ γλυκύτατα νάματα τῆς ἀρετῆς, αὐξάνει, καὶ μεγαλώνει, καὶ στερεώνεται περισσότερον ἀπὸ ὅλες τὲς ἄλλες ἀρετές. «Ὅταν δὲ αὐξηθῇ, μείζων πάντων τῶν λαχάνων ἐστί, καὶ γίνεται δένδρον».
.         Ἀδελφοί μου χριστιανοί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀνταμωμένην ἔχῃ τὴν πίστιν τὴν ὀρθὴν μὲ τὰ ἔργα τὰ καλά, καὶ ἐνεργῇ τὴν πίστιν του μὲ τὴν ἀγάπην, ἡ πίστις του λαμβάνει μεγαλωτάτην αὔξησιν. Διατὶ τότε βλέπει, καί, αἰσθάνεται, καὶ ψηλαφᾷ διὰ νὰ εἰπῶ ἔτσι, ἐκεῖνα ὁποὺ πιστεύει. Καὶ πῶς; «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, μᾶς λέγει ὁ Θεός, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατὴρ ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα, καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν». Ὦ μακάριοι, ὅσοι τοιούτου χαρίσματος ἀξιωθήκατατε· τρισμακάριοι, καὶ τρισόλβιοι εἶστε. Ἐκεῖνος ὁ Θεὸς ὁποὺ ἡμεῖς μὲ τὸν νοῦν μας μόνον λατρεύομεν, ἐκατοίκησεν εἰς τὴν ψυχήν σας. Ἐσεῖς βέβαια δοκιμάζετε τὴν δόξαν τοῦ παραδείσου, καὶ τὴν χάριν τῆς μακαριότητος ἐδῶ εἰς τὴν γῆν. Καὶ τί χρεία εἶναι νὰ εἰπῶ ἐγὼ πλέον, πόσον μεγάλη ἔγινεν ἡ πίστις σας διὰ μέσου τῶν καλῶν ἔργων σας; Κάθε ἕνας ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταλάβῃ μοναχός του. Βέβαια περισσοτέραν πίστιν ἔχετε ἐσεῖς διὰ τὰ πράγματα ὁποὺ πιστεύετε, παρὰ ὁποὺ ἔχομεν ἡμεῖς διὰ τὰ πράγματα ὁποὺ βλέπομεν. Διατὶ ἐκεῖνα ὁποὺ ἡμεῖς βλέπομεν μᾶς πλανοῦν πολλὲς φορὲς τὲς αἴσθησες· μὰ ἐκεῖνα ὁποὺ ἐσεῖς αἰσθάνεσθε, σᾶς πληροφοροῦσιν τὸν νοῦν, καὶ τὴν καρδίαν. Τόσην αὔξησιν λαμβάνει εἰς ἡμᾶς ἡ πίστις, ὅταν ἐνεργεῖται· καὶ ὄχι μόνον αὐτὴν τὴν αὔξησιν λαμβάνει, ἐνεργουμένη, ἀλλὰ καὶ ἄλλην θαυμασιωτέραν. Ἐπειδὴ πολλαπλασιάζεται, καὶ μεταδίδεται καὶ εἰς ἐκείνους ὁποὺ μᾶς βλέπουσι, καὶ ὁποὺ μᾶς συναναστρέφονται.
.         Ἐτοῦτο ὁποὺ λέγω, δὲν ἠμποροῦμεν βέβαια νὰ τὸ ἰδοῦμεν εἰς ἐτούτους τοὺς δυστυχεῖς καιρούς, ὁποὺ ἐκαταντήσαμεν. Διατὶ τώρα ἐφθάρησαν τὰ ἤθη, ἐσβύσθη ἡ ἀγάπη, ἐπλήθυναν οἱ ἀνομίες. Εἰς τὰ πάθη τῆς σαρκὸς ἐκαταστήθημεν ἀκράτητοι. Εἰς τὰς ἡδονὰς τῆς κοιλίας ἀχόρταστοι. Εἰς τὰ ἁμαρτήματα τῆς γλώσσης ἀχαλίνωτοι. Εἰς τὲς ματαιότητες τοῦ κόσμου ἔκδοτοι. Τὸ Εὐαγγέλιον ἀργεῖ, οἱ νόμοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄχρηστοι. «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Ἰδέτε ὅμως εἰς τὴν πρώτην Ἐκκλησίαν, πῶς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀναρίθμητα πλήθη ἐπίστευαν· καὶ πῶς ἀπὸ ὀλίγοι πιστοὶ ὁποὺ ἦτον, τόσες μυριάδες ἔγιναν. Πῶς; Μὲ τί τρόπον οἱ δώδεκα ἁλιεῖς ἅπλωσαν τόσον τὴν πίστιν, καὶ τόσον ὀγλήγορα τὴν ἐμετάδωσαν; Μὲ τὰ ἀργύρια ὁποὺ ἐχάριζαν, ἤ μὲ τὰ ἀξιώματα ὁποὺ ἐμοίραζαν, ἤ μὲ τὲς ἀνάπαυσες ὁποὺ ἔταζαν, ἤ μὲ τὴν ἐξουσίαν, καὶ βίαν ὁποὺ ἐμεταχειρίζοντο; Μὲ κανένα ἀπὸ αὐτά. Δὲν εἶχαν ἀργύρια νὰ χαρίζωσι, διατὶ ἦτον πτωχοί. Δὲν εἶχαν ἀξίες νὰ μοιράσουν, διατὶ ἦτον ἰδιῶται. Δὲν ἐβίαζαν, διατὶ δὲν εἶχαν καμμίαν ἐξουσίαν. Νὰ ἀφήσῃ κάθε ἕνας τὴν ἀνάπαυσίν του ἐπαρακινοῦσαν· νὰ μοιράσῃ τὰ πλούτη του· νὰ καταφρονήσῃ τὸν ἑαυτόν του· νὰ εἶναι ἕτοιμος εἰς διωγμοὺς καὶ κινδύνους· νὰ εἶναι πρόθυμος, καὶ διὰ τὸν θάνατον, ἄν χρειασθῇ. Πόθεν λοιπὸν τόση αὔξησις εἰς τὴν πίστιν; Πῶς ἀπὸ δώδεκα, ἔγιναν τόσες μυριάδες, καὶ τόσον ὀγλήγορα; Ἀπὸ τὰ θαύματα ἔχετε νὰ εἰπῆτε. Εἶναι ἀληθινόν· μὰ καὶ ἡ ζωὴ ὁποὺ ἐζοῦσαν οἱ πιστεύοντες ἐτράβιζε μὲ παράδοξον τρόπον τὴν καρδίαν τῶν ἀπίστων. Ἔβλεπαν οἱ ἄπιστοι τοὺς πιστοὺς χωρὶς φθόνον, χωρὶς κακίαν, χωρίς κανένα πάθος, τόσον ἠγαπημένους τὸν ἕναν μὲ τὸν ἄλλον, ὁποὺ ἡ καρδία τους ἦτον μία· ἄκακους, ὡσὰν τὰ ἀρνία· καθαρούς, ὡσὰν τὲς περιστερές· εἰς τὴν προσευχήν, προσκαρετεροῦντας· εἰς τὴν νηστείαν, ἐπιμένοντας· εἰς τοὺς διωγμούς, τρέχοντας· εἰς τὸν θάνατον, χαίροντας. Καὶ τέτοιαν ζωὴν βλέποντες καὶ ἐθαύμαζαν, καὶ ἐσυμπαίραναν πὼς τέτοια ζωὴ ἁγία, πρέπει βέβαια νὰ προέρχεται καὶ ἀπὸ μίαν πίστιν ὑπεραγίαν. Καὶ ἔτσι ἐδέχοντο τὴν πίστιν, καὶ ἐπίστευαν. Διατὶ ὅταν ἡμεῖς οἱ χριστιανοὶ ζῶμεν καθὼς μᾶς διδάσκει ἡ πίστις μας, ὅταν ἔχωμεν δηλονότι ἤθη καλά, καὶ ἅγια, καὶ ἀρετὲς εὐαγγελικές, θαυμάζουσι τότε οἱ ἄπιστοι, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, καὶ ἐπιστρέφουσιν ἀπὸ τὴν ἀπιστίαν τους, «μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν», λέγοντες. «Ὅταν γὰρ ὁ ἄπιστος ἴδῃ σε τὸν πιστὸν κατεσταλμένον, σωφρονοῦντα, κόσμιον ὄντα, ἐκπλαγήσεται, καὶ ἐρεῖ· ἀληθῶς μέγας ὁ τῶν χριστιανῶν Θεός».
.           Τὰ καλὰ ἤθη, ναί, καὶ οἱ ἀρετὲς εἶναι ἐκεῖνες, ὁποὺ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, καὶ εἰς τὸν πλησίον μας αὐξάνουσι τὴν πίστινκαὶ τὴν μεγαλύνουσιΣηκώσατε ὀλίγον τὰ ὄμματα καὶ εἰς τὴν σήμερον πανηγυριζομένην ἁγιωτάτην Αὐγούσταν, καὶ θέλετε τὸ ἰδεῖ. Ἐκ προγόνων τὴν ὀρθοδοξίαν διδάσκεται ἡ ἀξιάγαστος, καὶ θεόσεπτος βασιλίς· καὶ ἐπειδὴ ἐξ ἁπαλῶν τῶν ὀνύχων, ὅλη ἔκδοτος εἰς τοῦ παντοδυνάμου τὸ θέλημα ἦτον· καὶ μὲ τὴν ταπείνωσιν, καὶ μὲ τὴν ἀγάπην, καὶ μὲ τὲς ἄλλες ὅλες ἀρετές, τὴν προγονικὴν ὀρθοδοξίαν ἐστόλιζεν, ἰδέτε πόσον αὐξάνει ἡ πίστις εἰς αὐτήν, καὶ πόσον θεμελιώνεται μέσα εἰς τὴν καρδίαν της· μὲ πολλὲς καὶ ἀναρίθμητες κολακεῖες τὴν κολακεύει ὁ Θεόφιλος, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον σύζυγος ἐδικός της· μὲ πολλὲς καὶ ἀναρίθμητες κολακεῖες τὴν κολακεύει ὁ Θεόφιλος, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον σύζυγος ἐδικός της· μὲ πολλοὺς φοβερισμοὺς τὴν φοβερίζει, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον Αὐτοκράτωρ Βασιλεύς. Κάθε τρόπον, κάθε μέθοδον, καὶ μέσον μεταχειρίζεται, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον τύραννος, πανοῦργος, καὶ σκληρός· νὰ τῆς ὀλιγοστεύσῃ θέλει τὴν πίστιν· θέλει νὰ καταφρονήσῃ τῶν ἁγίων εἰκόνων τὴν προσκύνησιν. Μὰ οὔτε οἱ κολακεῖες οὔτε οἱ φοβερισμοί, οὔτε οἱ τρόποι, οὔτε αἱ μέθοδοι, οὔτε τὰ μέσα, οὔτε οἱ πανουργίες, ὦ τοῦ θαύματος, τίποτες δὲν ἠδυνήθησαν. Δὲν σαλεύει ὁλότελα τὴν πατροπαράδοτον ὀρθοδοξίαν. Ἀσάλευτος μένει εἰς τὴν εὐσέβειαν. Προσκυνεῖ ἀκαταπαύστως τὴν εἰκόνα τῆς ἁγίας μορφῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τόσον τὰ καλὰ ἔργα ηὔξησαν τὴν πίστιν εἰς αὐτήν. Αὔξησε πάλιν ἡ πίστις διὰ μέσου της, καὶ εἰς τὸν πλησίον της ἐμεταδόθη. Ἐπειδὴ μὲ τὴν λιτανείαν ὁποὺ ἐδιόρισε, καὶ μὲ τὴν σύνοδον ὁποὺ ἐσύναξε, καὶ μὲ τὸν ζῆλον ὁποὺ ἔδειξε διὰ τὴν προσκύνησιν τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὁποὺ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εὑρίσκοντο, ἀναρίθμητοι ἐπίστευσαν, καὶ τὰς ἁγίας εἰκόνας ἐπροσκύνησαν, ἀλλὰ καὶ ἕως τὴν σήμερον ἀκόμη ἄν προσκυνῶμεν τὸν Τίμιον Σταυρόν, ἄν σεβώμεθα τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, ἄν τιμῶμεν τὰς ἁγίας εἰκόνας, ὁ ζῆλος τῆς αὐγούστας Θεοδώρας εἶναι ἡ αἰτία. Ἄν δὲν εἴμεσθεν εἰκονομάχοι, αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία. Νὰ πόσον αὔξησεν ἡ πίστις ἀπὸ τὸν ζῆλον της. Διὰ τοῦτο λοιπὸν τόσον τὴν ἐδόξασεν ὁ Θεός, σῶον ἀφήνοντας στοὺς αἰῶνας τὸ ἱερόν, καὶ βασιλικόν, καὶ ἅγιον σῶμά της, διὰ νὰ προσκυνῆται ἀπὸ τὸν κόσμον· ἐπειδὴ αὐτὴ ἔδειξε τοῦ κόσμου, τὰς ἁγίας εἰκόνας νὰ προσκυνῇ. Ἐτοῦτο εἶναι ἡ πίστις ἐνεργουμένη, ὦ χριστιανοί. Ἐνεργουμένη, αὐξάνει· καὶ αὐξάνοντας, μεγαλώνει· καὶ μεγαλώνοντας, δοξάζει τοὺς πιστούς. Μὴ πλανᾶσθε λοιπὸν ἀδελφοί μου. Εἶναι ἀληθινὰ ἡ πίστις ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ὅστις τὸ πίει, δὲν διψᾷ εἰς τὸν αἰῶνα. Εἶναι ἀληθινὰ ζύμη, ἡ ὁποία κρυπτομένη μέσα εἰς τὸ τριμελὲς τῆς ψυχῆς μας, ὅλον θεῖον τὸ ἀποκατασταίνει. Εἶναι σαγήνη, ἡ ὁποία ἁπλωθεῖσα εἰς τὴν πολυτάραχον τοῦ βίου τούτου θάλασσαν, ἐσαγήνευσε τοὺς ἀνθρώπους· εἶναι φῶς ὁποὺ φωτίζει, καὶ ἄρτος ὁποὺ θρέφει, καὶ μαργαρίτης ὁποὺ τὴν ψυχὴν καλλωπίζει. Μὰ ὅλα ἐτοῦτα εἶναι, ὁπόταν ἀνταμωμένη μὲ τὰ καλὰ ἔργα, εἶναι ἀνενέργητος, εἶναι ἀνωφελής, εἶναι ἕνα σῶμα χωρὶς ψυχήν. «Ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρὸν ἐστίν, οὕτω καὶ ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρὰ ἐστίν». Ὥστε ὁποὺ καὶ ἄν παύσητε νὰ τὴν ἐξετάζετε, δὲν φθάνει ἐτοῦτο· καὶ ἄν ἐξακολουθῆτε νὰ τὴν πιστεύετε μόνον, τίποτες δὲν ὠφελεῖσθε. Πρέπει, ὦ χριστιανοί, ἄν θέλετε τὸν παράδεισον, ἄν ἐπιποθῆτε τὸν Θεὸν ἐκεῖνον ὁποὺ πιστεύετε, νὰ τὸν ἰδῆτε, νὰ τὸν ἀπολαύσετε νὰ μακαρισθῆτε, πρέπει νὰ ἐνεργῆτε τὴν πίστιν, καὶ ἐκεῖνα ὁποὺ σᾶς διδάσκει ἡ πίστις ἡ ὀρθή.

, , , , , , ,

Σχολιάστε