Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Καινὸς ἄνθρωπος

«ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΘΕΟΣ», Τὸ ἄγνωστο μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.

Τ γνωστο μήνυμα τν Χριστουγέννων: ν γίνεις θεός!

Ἀπὸ τὸν Θ. Ι. Ρηγινιώτη, θεολόγο

.         Ποιό εἶναι τὸ νόημα καὶ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων, ἂν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ λαμπερὰ περιτυλίγματα, τὰ φωτάκια καὶ τὸν καταναλωτισμό; «Ἡ ἀγάπη» ἀσφαλῶς θὰ ποῦν ὅλοι. Εἶναι μέρες ἀγάπης. «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη»: αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.
.                 Ἂν καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ βασίζεται σὲ μία μεγάλη ἀλήθεια (ἡ ἀγάπη πράγματι εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν καὶ πράξεων, ὅταν γίνονται σωστά), ὅμως κι αὐτὴ ἡ ἀπάντηση δὲν φτάνει στὸ βάθος καὶ στὴν ἀλήθεια τῆς ἑορτῆς, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ πνευματική μας κληρονομιὰ καὶ ὅπως τὴν ἐκφράζουν οἱ ἅγιοι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλοι καὶ ἅγιοι ποιητὲς καὶ μουσικοὶ ποὺ ἔγραψαν τὰ μουσικὰ ἔργα (κανόνες, κοντάκια, ἄλλα τροπάρια) ποὺ ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία τὴ μέρα τῆς γιορτῆς.

Σύμφωνα μὲ ὅλους αὐτούς, τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων εἶναι: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

.           Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος (σύμφωνα μὲ τοὺς χριστιανοὺς) τὸ ξέρουν καὶ τὸ καταλαβαίνουν, σὲ γενικὲς γραμμές, ὅλοι: ὁ Θεὸς εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα. Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα (ποὺ εἶναι κι αὐτὸς Θεός), πῆρε ἀνθρώπινο σῶμα (ΚΑΙ ψυχὴ) καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, δίδαξε τὴν ἀγάπη καὶ σταυρώθηκε, λυτρώνοντας τὸ ἀνθρώπινο γένος (ἀπὸ τί ὅμως τὸ λύτρωσε;).

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεός;

.         Ἀλλὰ τὸ δεύτερο, ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε γιὰ νὰ γίνει θεὸς ὁ ἄνθρωπος, σίγουρα πρώτη φορὰ τὸ ἀκοῦνε οἱ πιὸ πολλοὶ καὶ ἀσφαλῶς χρειάζεται ἐξήγηση.
.             Νὰ ποῦμε κατ’ ἀρχὰς ὅτι μιλᾶμε κυριολεκτικά: στ’ ἀλήθεια γίνεται θεὸς ὁ ἄνθρωπος, ὄχι συμβολικὰ ἢ μεταφορικά. Γιατί; Ἐπειδή μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ὁ Θεός, δημιούργησε μία γέφυρα ποὺ ἑνώνει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους. Ἔτσι, ὅταν κάποιος βαφτίζεται ὀρθόδοξος χριστιανός, μεταλαβαίνει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀξιοποιεῖ τὶς δυνάμεις του γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη (τὸν ἐγωισμό, τὸ μίσος, τὴν ἰδιοτέλεια, τὸ ν’ ἀγαπάει τὸ χρῆμα, τὶς ἀπολαύσεις ἢ τὴ δόξα πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους του κ.λ.π.) καὶ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα του τὴν ταπεινὴ καὶ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη (ποὺ περιλαμβάνει ὁπωσδήποτε συγχώρεση τῶν ἐχθρῶν, ἄσχετα ἂν αὐτοὶ μετανοοῦν ἢ ὄχι), τότε ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό.
.             Καί, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἡ ἕνωση αὐτὴ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἅγιος, δηλαδὴ θεὸς «κατὰ χάριν» (ἀποκτᾶ ἔντονα θεϊκὰ στοιχεῖα, ποὺ τὰ διατηρεῖ αἰώνια, χωρὶς ὅμως νὰ πάψει νὰ εἶναι ἄνθρωπος). Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι κάνουν θαύματα: ἐπειδὴ δὲν εἶναι πιὰ κοινοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἔχουν γίνει πλάσματα ἀνώτερου ἐπιπέδου: θεϊκὰ ὄντα.
.           Βέβαια οἱ ἅγιοι – τὸ ξαναλέω – παραμένουν ἄνθρωποι, δὲν γίνονται θεοὶ «κατὰ φύσιν». Μόνον ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς κατὰ φύσιν. Γι’ αὐτό, τοὺς ἁγίους ΔΕΝ τοὺς λατρεύουμε, δὲν εἶναι «οἱ θεοί μας», ἀλλὰ πάντα εἶναι συνάνθρωποι καὶ ἀδελφοί μας. Αὐτὴ εἶναι καὶ μία μεγάλη διαφορὰ τῶν ἁγίων ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ ὀνειρεύονται νὰ γίνουν «θεοὶ» ἐγωιστικά: ὅτι ὅλοι, λίγο πολύ, θέλουμε νὰ γίνουμε οἱ «θεοὶ» τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἔχουμε ἐξουσία καὶ δύναμη πάνω τους, ἐνῶ οἱ ἅγιοι δὲν ζητοῦν λατρεία ἀπὸ κανέναν, γιατί αὐτὸ ποὺ ἔχουν μέσα τους εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ δίψα γιὰ δύναμη καὶ ἐξουσία.
.             Καταλαβαίνετε τώρα, ἐλπίζω, γιατί ἔχει τεράστια διαφορὰ ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἀπὸ τὸ ἂν εἶναι ἁπλὰ «ἕνας σοφὸς ἄνθρωπος ποὺ μίλησε γιὰ ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη». Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, τότε δὲν ὑπάρχει ἕνωση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἄρα δὲν ὑπάρχει καὶ σωτηρία. Τελικὸς νικητὴς εἶναι ὁ θάνατος.
.               Ἀλλὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ ὑπάρχει ἁγιότητα καὶ σωτηρία, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν ἁγίων σὲ κάθε ἐποχὴ καί, φυσικά, καὶ στὴν ἐποχή μας. Οἱ σύγχρονοι ἅγιοι, ὅπως οἱ μεγάλοι Γέροντες Εὐμένιος ἀπὸ τὰ Ρούστικα, Γεννάδιος τῆς Ἀκουμιανῆς Γιαλιᾶς, Πορφύριος, Παΐσιος , Ἰάκωβος τῆς Εὔβοιας κ.π.ἄ., σύγχρονες ἁγίες ὅπως ἡ Σοφία τῆς Κλεισούρας, ἡ Ταρςὼ ἡ διὰ Χριστὸν σαλὴ κ.π.α., εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἀληθινὸς καὶ ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ πράγματι τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁγιότητα – σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ θεολόγοι λέμε «θέωση», δηλ. στὸ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

Μικροὶ καθημερινοὶ ἅγιοι

.             Νὰ ποῦμε ἐδῶ ὅτι, ἐνῶ μεγάλοι ἅγιοι εἶναι σχετικὰ λίγοι σὲ κάθε ἐποχή, ὑπάρχουν χιλιάδες «μικροὶ ἅγιοι», ποὺ ζοῦν δίπλα μας ἢ ἴσως καὶ μέσα στὸ σπίτι μας… Ἄνθρωποι γεμάτοι πίστη καὶ ταπεινὴ ἀγάπη, ποὺ συγχωροῦν εὔκολα καὶ τοὺς πάντες καὶ ἀγαποῦν τοὺς πάντες μὲ καρδιὰ μικροῦ παιδιοῦ. Ἄνθρωποι ποὺ ὑπομένουν τρομερὲς δυσκολίες, ἀλλὰ ἔχουν πάντα μέσα τους πίστη στὸν Θεό, ἀγάπη καὶ συγχώρεση (ἀνεξικακία) γιὰ τοὺς ἄλλους.
.               Ἀλλὰ καὶ πόσες μανάδες δὲν προσεύχονται γιὰ τὰ παιδιά τους μέρα νύχτα καὶ οἱ προσευχὲς αὐτὲς δὲν ὠφελοῦν τὰ παιδιά τους, χωρὶς οἱ ἴδιες – ἢ τὰ ἴδια – νὰ τὸ μαθαίνουν ποτέ… Κι αὐτὲς οἱ μανάδες, λόγῳ τῆς ἀγάπης τους, ἔχουν μία ἁγιότητα, γιατί οἱ φλογερὲς προσευχές τους, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κάνουν αὐτὸ τὸ μικρὸ θαῦμα.
.             Ἐπίσης, ἀρκετοὶ παπάδες καὶ μοναχοὶ (καλόγεροι) εἶναι μικροὶ ἅγιοι καὶ κάνουν τὸν ἀγώνα τους γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους καὶ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων μας. Ἂν κοιτάξουμε μὲ εἰλικρίνεια γύρω μας, θὰ δοῦμε σίγουρα μερικούς.
.               Ὑπάρχουν καὶ παιδιὰ ἢ ἔφηβοι, ποὺ πιστεύουν στὸν Θεό, προσεύχονται, πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται καὶ μεταλαβαίνουν – καὶ συχνὰ γίνονται στόχος τῶν ἄλλων, ὑπομένουν πόλεμο, ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πειραχτήρια τοῦ σχολείου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οἰκογένειά τους, πού… ἀνησυχεῖ γιὰ τὰ παιδιά τους, ἐνῶ ἂν ἦταν ἐγωιστικά, ἂν κοιτοῦσαν μόνο τὸ συμφέρον τους ἢ τὴ διασκέδασή τους, θὰ τὰ θεωροῦσαν φυσιολογικὰ καὶ θὰ τὰ ἀποδέχονταν εὔκολα.
.               Γενικά, κάθε σοβαρὸς χριστιανὸς ἀντιμετωπίζει προβλήματα στὴν κοινωνία, γιατί εἶναι τόσο καλός, ποὺ οἱ περισσότεροι γύρω του τὸν θεωροῦν ἀφελῆ καὶ τὸν λυποῦνται ἢ τὸν ἐκμεταλλεύονται. Αὐτὸς τὸ καταλαβαίνει καὶ πικραίνεται, ἀλλὰ πάντα συγχωρεῖ καὶ πάντα ἐπιμένει στὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Καὶ ζητάει βοήθεια ἀπ’ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ συνεχίσει ν’ ἀγωνίζεται, συγχωρώντας, πιστεύοντας καὶ ἀγαπώντας, καὶ θυσιάζοντας πολλὲς φορὲς τὸ συμφέρον του γιὰ τοὺς ἄλλους, χωρὶς ἀντάλλαγμα. Αὐτὴ ἡ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀντέξει ἕναν τόσο μεγάλο ἀγώνα…
.             Ἔτσι ὁ Χριστὸς λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο: τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ φέρνουν τὴ μοναξιά, τὸ θάνατο καὶ τὴν αἰώνια μοναξιά, ποὺ ὀνομάζεται κόλαση. Καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ἀγάπη καὶ συνύπαρξη, ποὺ φέρνει τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ὀνομάζεται παράδεισος.

Ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ Χριστοῦ

.             Ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ ἀποσκοπεῖ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς: στὴν προσωπική μας μεταμόρφωση σὲ θεία ὄντα γεμάτα ἀγάπη, ποὺ σημαίνει τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁδὸ (τὸ δρόμο) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ ὁδὸς αὐτὴ (κυριολεκτικὰ «ὁ δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος», γιὰ νὰ δανειστῶ μία φράση ἀπὸ ἄλλη συνάφεια) μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ (ποὺ εἶπε «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός», «δεῦτε πρός με», κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 6, κατὰ Ματθαῖον, ια´ 28) καὶ ἔχει ἀναλυθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους διδασκάλους τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανισμοῦ, ποὺ δίδαξαν καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ βάση τὴν ἐμπειρία τους κι ὄχι θεωρητικὲς διανοητικὲς κατασκευές.
.             Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ αὐτούς, πρῶτο βῆμα εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς μας ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπ’ ὅ,τι μᾶς προκαλεῖ ἐξάρτηση μονοπωλώντας τὴν ἀγάπη μας καὶ μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀγαπήσουμε ὁλοκληρωτικὰ καὶ χωρὶς ὅρους τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ὅλα τὰ ὄντα.
.               Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτὴ προϋποθέτει σκληρὸ ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ κρατήσει καὶ μία ὁλόκληρη ζωή. Περιέχει ἐπίσης καὶ μία παγίδα, τοποθετημένη ὄχι ἀπ’ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρώπινου γένους (τὸ διάβολο) ἢ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ εὔκολα παρασύρεται: ἡ παγίδα εἶναι τὸ ν’ ἀγωνιστοῦμε ἐνάντια στὰ πάθη μὲ κίνητρο «νὰ εἴμαστε δυνατοί», δηλ. ὑπηρετώντας καὶ τροφοδοτώντας ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη, τὸ χειρότερο, τὸν ἐγωισμό μας.
.             Ὁ ἀγώνας, ὅπως διδάσκεται στὴν πνευματική μας παράδοση, ἔχει ἀποτέλεσμα, ὅταν γίνεται μὲ ταπείνωση, ἢ μᾶλλον, γιὰ νὰ εἶμαι πιὸ ἀκριβής, ἀποσκοπεῖ ἀκριβῶς στὴν ἀπόκτηση τῆς ταπείνωσης, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐντὸς μας οὔτε ἀγάπη οὔτε φῶς. «Μία εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ταπείνωση», ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν θὰ τὸ καταλάβετε, ἄντε, ἂς πῶ καὶ τὴν ἀγάπη»… Μόνο ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει ὅσα ζητάει ὁ Ἰησοῦς στὸ κατὰ Λουκᾶν, κεφ. 6, ποὺ συνοψίζονται σὲ μία φράση: ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς καὶ παραίτηση ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ δικαιώματά μας.
.             Ὁ κόσμος ποτὲ δὲν θὰ συγχωρήσει τὸν Ἰησοῦ ποὺ δίδαξε τέτοια πράγματα – ποτὲ δὲν θὰ Τὸν συγχωρήσει ποὺ ἀποκάλυψε στοὺς ἀνθρώπους πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ τελειότητα καὶ μάλιστα πὼς αὐτὸς ὁ δρόμος περνάει ἀπ’ τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ πιστεύουν πὼς ἡ τελειότητα ἔρχεται ἀποκτώντας δύναμη, ὅπως γιὰ χιλιάδες χρόνια μᾶς εἶχε παραπλανήσει ὁ ὄφις, ἢ πὼς ἔρχεται κάνοντας ἀτομικὸ ἀγώνα, μὲ σκοπὸ καθαρὰ ἀτομικό, ὅπως μᾶς παραπλανᾶ τώρα. Γιατί ὁ Χριστός, βλέπεις, εἶπε πὼς αὐτὸς ὁ ἀγώνας γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ μὲ τὴν ἔνταξή μας στὸ πανανθρώπινο σῶμα Του, ὅπου ὅλοι μαζὶ κι ὄχι κατὰ μόνας, στηρίζοντας ὁ ἕνας τοὺς ἄλλους, κατευθυνόμαστε πρὸς τὸν Θεὸ (τὸ Φῶς – ἢ μᾶλλον «τὸ Φῶς ποὺ δὲν εἶναι Φῶς καὶ γνωρίζει τὸ ὄνομά μας», ὅπως τὸ χαρακτήρισε ὁ Νεῖλος Στράικερ, ὁ Ἀμερικανὸς βουδιστὴς ἱερέας ποὺ ἔγινε ὀρθόδοξος χριστιανὸς μετὰ ἀπὸ ἕνα πολυήμερο χριστιανικὸ βίωμα).
.             Τὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ (ἡ θεία μετάληψη, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ νηστεία, ἡ προσευχὴ καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς) εἶναι τὰ μέσα ποὺ παρέχει ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Καὶ στὴ συνέχεια εἶναι τὰ μέσα γιὰ τὴν ἐγκατάσταση μέσα μας τῆς θείας χάριτος, δηλαδὴ τῆς ἄκτιστης θείας ἐνέργειας, ποὺ σημαίνει ἐγκατάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ (κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 23) καὶ φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὴν τελειότητα.

Μήπως αὐτὰ μοιάζουν μέ… βουδιστικά;

.           Ὁ ὀρθόδοξος δρόμος πρὸς τὴν τελειότητα (τὴν ἁγιότητα, τὴ σωτηρία, τὸν παράδεισο – τρεῖς λέξεις γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα) διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς δρόμους ποὺ διδάσκει ἡ σοφία τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ οἱ διάσημες δυτικοποιημένες ἐκδοχές τους, κυρίως κατὰ τρία στοιχεῖα του:
Ὁ χριστιανὸς προσπαθεῖ ν’ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς κι ὄχι νὰ χαράξει ὁ ἴδιος τὸ δρόμο ποὺ προτιμᾶ ἢ ποὺ θεωρεῖ ὅτι «τοῦ ταιριάζει». Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει, γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ ἐγωισμός μας, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο, κατὰ τοὺς Πατέρες ἀνυπέρβλητο χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἂν καὶ ἡ πνευματικὴ πρόοδος μπορεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν παροχὴ «ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων» ποὺ κάνουν κάποιον νὰ εἶναι ἰαματικός, διορατικός, ἀδέσμευτος ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο κ.π.ἄ., ἀλλὰ καὶ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἑνότητά του μὲ ὅλα τὰ ὄντα καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μαζί τους καὶ νὰ τὰ βοηθήσει μὲ τὴν προσευχή του κ.τ.λ., τὰ χαρίσματα αὐτὰ θεωροῦνται δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ὄχι ἀνάδυση δικῶν μας ἐσωτερικῶν δυνάμεων, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ μὲ ἁπλὴ ἐξάσκηση, χωρὶς ἑνότητα μὲ τὸν Θεό. Ἐξ ἄλλου, κίνητρο τοῦ ἀγώνα δὲν εἶναι καθόλου μία τέτοια πνευματικὴ ἀνάπτυξη, ἀλλὰ ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ.
.           Ὁ χριστιανὸς ἀγωνιστὴς εἶναι «ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ», Αὐτὸν ἐπιθυμεῖ καὶ ἀπορρίπτει κάθε ἄλλη ὑπόσχεση (ἀνώτερης συνειδητότητας, σοφίας, γνώσης, εὐεργετικῶν δυνάμεων κ.τ.λ.), γιατί μπορεῖ νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσει.
.           Τέλος, οἱ χριστιανοὶ ἀγωνιστὲς καὶ οἱ ἅγιοι χριστιανοὶ διδάσκαλοι γνωρίζουν πολὺ καλὰ καὶ προειδοποιοῦν τοὺς ἀνθρώπους ὅτι μπορεῖ ἕνα πνευματικὸ βίωμα, ἐντελῶς ὅμοιο μὲ ἀγαθὸ καὶ θεϊκό, νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα δαιμονικὸ καὶ ἀπατηλό.
.             Διδάσκουν ἐπίσης τὴν ἀποφυγὴ τέτοιων παγίδων μὲ τὴν ἐπιστήμη τῆς «διάκρισης τῶν πνευμάτων». Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ ἔχοντας ἀναπτύξει στὸ ἔπακρο αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη, ἀπορρίπτουν τὶς μεθόδους τελειοποίησης τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ὡς ἀτελεῖς, ἐνῶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις διακρίνουν καὶ σκοτεινὸ ὑπόβαθρο.

ΠΗΓΗ: ἀέναη ἐπΑνάσταση

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (“…ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην”)

“…ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον
ποιῶν εἰρήνην”
(Ἐφεσ. β´ 15)

[Ἀποστολ. Ἀνάγνωσμα Κυρ. 18.11.12]

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

α. Μὲ ρωμαλέα θεολογικὴ σκέψη καὶ μεγαλειώδη τρόπο ὁ ἀπόστολος Παῦλος προβάλλει στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του τὸ ἑνωτικὸ ἔργο ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός: εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη τοῦ κόσμου, γιατί γκρέμισε μὲ τὸν σταυρικό Του θάνατο ὅ,τι σὰν τεῖχος χώριζε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ προκαλοῦσε ἔχθρα μεταξύ τους. Στὸν ἑαυτό Του δημιουργήθηκε ἡ νέα ἀνθρωπότητα, ὁ  καινὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τὴν ὑπέρβαση τῶν ὅποιων ἀνθρωπίνων μέχρι τότε διαφορῶν καὶ χωρισμῶν, μὲ ἀποτέλεσμα διὰ τοῦ Χριστοῦ ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ εἶναι συμπολίτης τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν Χριστὸ φανερώνεται ἡ νέα ἀνθρωπολογία, ἡ καινούργια ματιὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, κάτι ποὺ συνιστᾶ καὶ ὅ,τι πιὸ σύγχρονο ὑπάρχει στὸν χῶρο τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἀνθρώπου.  Ὁ  καινὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔκτισε ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀπάντηση καὶ σήμερα τῆς Ἐκκλησίας μας στὸν σύγχρονο ταραγμένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ καὶ ἀναζητεῖ τὴν ταυτότητά του.

β. 1. Πρὸ Χριστοῦ κυριαρχοῦσε ἡ διάσπαση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.  Ὁ καθένας κατανοοῦσε τὸν ἑαυτό του καὶ γενικῶς τὸν ἄνθρωπο μὲ κριτήρια ἀπολύτως ἐνδοκοσμικά: φυλετικά, ἐθνικά, ταξικά. Οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ παράδειγμα. Ὅριζαν ὡς ἄξιο λόγου ἄνθρωπο μόνο τὸν Ἰουδαῖο, τὸν ἐκλεκτὸ τοῦ Θεοῦ. Τοὺς ἐκτὸς αὐτοῦ ἀνθρώπους τοὺς χαρακτήριζαν ἀπόπαιδα τοῦ Θεοῦ, μὴ ἀνθρώπους, ὄχι περισσότερο ἀπὸ  σκυλιά. Οἱ Ἕλληνες παρομοίως. Τὸ  πᾶς μὴ Ἕλλην βάρβαρος ἦταν ἡ πεμπτουσία τῆς ἀπαξίωσης κάθε μὴ Ἕλληνα καὶ τῆς ὑπεραξίας τῶν ἰδίων. Εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ταξικὴ προσέγγιση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ αὐτούς: ἡ διάκριση σὲ δούλους καὶ ἐλευθέρους ἦταν φυσικὴ γιὰ τοὺς Ἕλληνες κατάσταση.
.        Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ γνώρισμα τῆς πρὸ Χριστοῦ ἀνθρωπότητος ἦταν ἡ ἔχθρα καὶ ἡ διάσταση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Πόλεμος πατὴρ πάντων τοῦ φιλοσόφου  Ἡρακλείτου ἦταν ἡ λεκτικὴ διατύπωση αὐτοῦ ποὺ ὑπῆρχε ὡς αἴσθηση καὶ βίωμα τῶν ἀνθρώπων πρὸ Χριστοῦ. Κι αὐτὸ βεβαίως σήμαινε τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἁμαρτίας τους. Διότι ἡ ἁμαρτία στὸν πυρήνα της εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου – ἡ νοσηρὴ στροφὴ καὶ ἀγάπη του μόνο στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ δικά του συμφέροντα – ἀπότοκο τοῦτο τῆς ἀπαρχῆς τῆς πλάσεώς του ἐπανάστασης κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ του. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἐναντίωση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου,  τῇ συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως διαβόλου, πρὸς τὸν Κύριο καὶ Θεὸ τοῦ ἔφερε τὴν ἔχθρα καὶ τὴν διάσπαση καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, μέσα στὸν ὁποῖο ἑαυτὸ ἦταν καὶ ὁ συνάνθρωπός του.  Ὁ πρὸ Χριστοῦ ἄνθρωπος θέριζε τὰ θανατηφόρα ἐπίχειρα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας του.

2.  Ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ ὅμως – προαναγγελμένος ἤδη ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου διὰ τοῦ πρωτευαγγελίου καὶ ἐπαναβεβαιούμενος ἔκτοτε διὰ τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – σήμανε τὴν κατάργηση τῶν διακρίσεων καὶ τῶν ἐχθροτήτων.  Ὁ Χριστὸς ἐρχόμενος στὸν κόσμο  κτίζει στὸν ἑαυτό Του τὸν καινούργιο ἄνθρωπο καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν  χαλασμένη διὰ τῆς ἁμαρτίας ἀνθρωπότητα. Ἐν Χριστῷ ἔτσι ὑπερβαίνονται ὅλες οἱ διακρίσεις ποὺ χώριζαν πιὰ τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε φυλετικὲς ἦταν αὐτὲς εἴτε ἐθνολογικὲς εἴτε κοινωνικές.  Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι – καθ᾽ ἑαυτοὺς καὶ στὴ μεταξύ τους σχέση – στὸ πρόσωπο Ἐκείνου βρίσκουν τὸ κέντρο καὶ τὴν ἑνότητά τους, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰουδαῖος καὶ ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ Ἕλληνας καὶ ὁ  βάρβαρος, ὁ δοῦλος καὶ ὁ  ἐλεύθερος, ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα, οἱ πάντες ἐν Χριστῷ γίνονται ἕνα. Ἵνα κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ τὸν καινὸν ἄνθρωπον, ποιῶν εἰρήνην. Κι ὅπως τὸ διατυπώνει ὁ ἀπόστολος κι ἀλλοῦ:  οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος ἢ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ. Πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.  Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις.
.        Ὁ χριστιανὸς ἄνθρωπος λοιπὸν εἶναι ὁ καινὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ γίνεται μία φανέρωση Ἐκείνου στὸν κόσμο κι ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ συνιστᾶ τὴν κρίση τοῦ κόσμου. Διότι ὁ κόσμος κυριαρχημένος, μέχρι νὰ πιστέψει στὸν Χριστό, ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ πονηροῦ καὶ σπαρασσόμενος ἔτσι ἀπὸ τὰ ἐγωιστικὰ πάθη του δὲν ἀνέχεται τὸ κήρυγμα ἑνότητος ποὺ προβάλλει ὁ χριστιανὸς πρωτίστως μὲ τὴ ζωή του κι ἔπειτα καὶ μὲ τὰ λόγια του.  Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἔτσι, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ μὴ ἀποδεχομένου τὸν Χριστό, ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ καὶ τὴ μέχρι θυσίας ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Καὶ γι᾽ αὐτὸ προκαλούμενος θέλει νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴ μέση. Ὅ,τι στάση κράτησε ὁ κόσμος ἀπέναντι στὸν ἐν σαρκὶ φανερωθέντα Θεό, τὸν Δημιουργό του, τὴν ἴδια στάση κρατάει καὶ ἀπέναντι στοὺς ἀκολούθους Του. Κι ἡ στάση αὐτὴ εἶναι βεβαίως ἡ δίωξη καὶ ὁ θάνατος.  Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν.

 3. Ὥστε ὁ χριστιανὸς εἶναι ὁ καινὸς-καινούργιος ἄνθρωπος, γιατί εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστό. Μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ μία χαρισματικὴ κατάσταση, ἡ ὁποία προϋποθέτει δύο πράγματα: ἀφ᾽ ἑνὸς τὴν πίστη στὸν Χριστὸ ὡς τὸν ἐνανθρωπήσαντα, καθὼς εἴπαμε, Θεό, ὁ  Ὁποῖος ἦλθε στὸν κόσμο προσλαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καὶ ψυχὴ) ὄχι στὴν ὑπόσταση-πρόσωπο ἑνὸς συγκεκριμένου ἀνθρώπου (νεστοριανισμός), ἀλλὰ στὴν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.  Ἡ πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ὄχι ἑνὸς μεμονωμένου ἀνθρώπου συνιστᾶ τὴ βάση τῆς ἀνθρώπινης ἑνότητος. Κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει σῶμα καὶ ψυχὴ εἶναι ἐντεταγμένος στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καὶ συνεπῶς χάριτι Θεοῦ εἶναι πραγματικὰ ἑνωμένος καὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους του.  Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο ἔτσι δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ἠθικὸ ἁπλῶς αἴτημα, ἀλλὰ καθίσταται ὀντολογικὴ ἀναγκαιότητα: δν μπορε κανες ν μν γαπ, ν θέλει ν διατηρε τν κεραιότητα πι τοῦ αυτο του. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ βασικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι τὸ  ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης της ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης της διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης της ἰσχύος σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Ἐν Χριστῷ ἡ ἑνότητα ὅλων, Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, εἶναι δεδομένη.  Ἴνα πάντες ἓν ὦσιν.
.        Ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ ἑνότητα αὐτὴ ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους πραγματοποιεῖται μέσα πιὰ στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία. Ὅ,τι εἴπαμε ὡς  καινὴ κτίσιν μιλώντας γιὰ τοὺς χριστιανοὺς προϋποθέτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀποδέχεται μὲ τὴ βούλησή του κι ἀρχίζει νὰ τὸ ζεῖ καθὼς γίνεται μέλος Χριστοῦ διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τοῦ ἁγίου Χρίσματος. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι μπορεῖ ἡ Χάρη νὰ εἶναι δοσμένη καὶ παροῦσα πραγματικότητα στὸν κόσμο, ἀλλά, ἂν δὲν ὑπάρξει καὶ τὸ “ναί” τοῦ ἀνθρώπου, παραμένει μία ἀνενέργητη κατάσταση. Ἕνα δῶρο χωρὶς ἀποδέκτη.

4.  Ἡ παραπάνω ἀλήθεια εἶναι φοβερὴ στὴν κατανόησή της. Διότι μᾶς συνειδητοποιεῖ ὅτι μπορεῖ κανεὶς νὰ ζεῖ μετὰ Χριστὸν ἀπὸ πλευρᾶς χρονολογικῆς, ἀλλὰ νὰ βρίσκεται ἀκόμη πρὸ Χριστοῦ ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς καὶ ἐσωτερικῆς. Δὲν εἶναι τὸ χρονικὸ σημεῖο ποὺ ζοῦμε ποὺ μᾶς κάνει χριστιανούς, ἀλλὰ ἡ πίστη μας στὸν Χριστό. Κι ἀπόδειξη: ὁ ἀλληλοσπαραγμὸς τῶν ἀνθρώπων μέχρι σήμερα σὲ ἐπίπεδο λαῶν, οἱ ἐμφύλιες διαμάχες, οἱ ἔχθρες καὶ οἱ ἐγωϊσμοὶ καὶ μεταξὺ τῶν χριστιανῶν. Τί ἄλλο ὅλα αὐτὰ φανερώνουν παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς πρὸ Χριστοῦ ἀκόμη καταστάσεώς τους; Μετὰ Χριστὸν ἀκούσαμε ἐπὶ χριστιανικοῦ ἐδάφους τὰ κηρύγματα τῆς ἀθεΐας, μετὰ Χριστὸν ὁ  προφήτης κήρυξε τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ ὡς τοῦ Πατέρα ποὺ Τὸν  σκότωσαν τὰ παιδιά Του!  Ἡ ὀρφάνια ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα ἔγινε δυστυχῶς σύμπτωμα καὶ τῶν  πιστῶν τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς, ἡ ὁποία διαλάλησε μεταξὺ ἄλλων τὸ  homo homini lupus’,  ὁ ἄνθρωπος εἶναι λύκος γιὰ τὸν συνάνθρωπό του.

γ.  Ἡ μοναδικὴ λύση καὶ διέξοδος στὰ ἀδιέξοδα καὶ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ Ἐκεῖνον παραμένει αἰωνίως ἡ εὕρεση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἑνότητα τῶν πάντων. Οἱ χριστιανοὶ καὶ μάλιστα οἱ ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι χάριτι Θεοῦ διασώζουμε τὴν αὐθεντικὴ εἰκόνα Του καὶ μποροῦμε νὰ Τὸν ζοῦμε στὴν Ἐκκλησία Του, πρέπει νὰ καταλάβουμε τὴν ἱστορικὴ εὐθύνη ποὺ ἔχουμε. Ἴσως εἶναι ἡ κρισιμότερη ὥρα τώρα ποὺ ἀλληλοσπαράσσεται ὁ κόσμος καὶ ἡ παγκόσμια κρίση ἔχει καταστήσει ἀνισόρροπο καὶ θολωμένο τὸν νοῦ τῶν περισσοτέρων, νὰ ἐνεργοποιήσουμε ὅσο μποροῦμε τὴ χριστιανοσύνη μας, δηλαδὴ τὸν ἑνοποιὸ πρὸς ὅλους ρόλο μας.  Ἡ αἴσθηση τῆς ἑνότητος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ Θεό μας, ὅπως καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους μας πρέπει νὰ μᾶς κινητοποιεῖ σὲ βαθειὰ μετάνοια καὶ σὲ προσευχὴ καρδιακὴ καὶ ἔμπονη γιὰ ὅλους.  Ὁ Θεός μας περιμένει αὐτὴν τὴν  ἀφορμή ἀπὸ ἐμᾶς, προκειμένου νὰ προσφέρει πλούσια τὴν ἀγάπη Του. Θὰ εἶναι ὄχι ἁπλῶς κρίμα ἀλλὰ ἔγκλημα νὰ μὴ διαβάσουμε τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν καὶ νὰ περιδινιζόμαστε κι ἐμεῖς στὶς μικρότητες τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῶν συμφερόντων μας,  κατεσθίοντες τὶς σάρκες τῶν ἀδελφῶν μας. Ἀλλὰ τότε ποιά ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ὑπάρξει;  Ἄρα γε ἐλθὼν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε