Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Καινὴ Διαθήκη

Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ καὶ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

«Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη».

Ὁμιλία τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱεροθέου στὸ Διορθόδοξο Συνέδριο μέ θέμα «Εὑρήκαμε τόν Μεσσίαν: Τό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στόν σύγχρονο κόσμο»[Συνδιοργάνωση Ἱ. Μητρ. Πατρῶν καὶ Ἵδρυμα «Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας τῆς Μόσχας, στό πλαίσιο τῶν Πρωτοκλητείων, Παρασκευή 17.11.2017 καί Σάββατο 18.11.2017]

.         Μιά ἀπό τίς βασικές φράσεις πού συνδέονται μέ τόν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο εἶναι ἡ φράση πού εἶπε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν Ἀπόστολο Πέτρο: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν· ὅ ἐστι ἑρμηνευόμενον Χριστός» (Ἰω. α΄, 42).
.         Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Πῶς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας κατάλαβε τήν λέξη Μεσσίας καί τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε; Πρόκειται γιά μιά μεσσιανική προσδοκία πού ὑπῆρχε στήν ἐποχή του μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, γιά τήν ἐμφάνιση ἑνός πολιτικοῦ ἄρχοντος γιά νά τούς ἐλευθερώση ἀπό τήν κυριαρχία στούς Ρωμαίους ἤ πρόκειται γιά τήν ἐμπειρική πίστη πού συνδέεται μέ τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό πού σαρκώθηκε;
.         Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἤδη πρίν πῆ αὐτήν τήν φράση παρευρισκόταν μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο πλησίον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τόν ἄκουσε νά λέγη γιά τόν Ἰησοῦ, «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α΄, 36) καί Τόν ἀκολούθησε. Σέ κάποια στιγμή «στραφείς ὁ Ἰησοῦς καί θεασάμενος αὐτούς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς∙ τί ζητεῖτε;». Ἐκεῖνοι ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. Ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί «ἦλθον οὖν καί εἶδον ποῦ μένει, καί παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τήν ἡμέραν ἐκείνην» (Ἰω. α´ 38-40).
.         Κατά τήν ἑρμηνευτική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἦταν μιά θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί οἱ δύο αὐτοί μαθητές παρέμειναν τήν ἡμέρα ἐκείνη μέσα στήν δόξα Του, καί κατάλαβαν ὅτι αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: «Πρός τούς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ στρέφεται ὁ Ἰησοῦς, καί δεικνύει αὐτοῖς τό ἑαυτοῦ πρόσωπον. Εἰ μή γάρ διά τῆς ἀγαθῆς πράξεως ἀκολουθήσῃς τῷ Ἰησοῦ, οὐκ ἄν φθάσῃς εἰς θεωρίαν τοῦ προσώπου Κυρίου, οὐδέ ἀπελεύσῃ πρός τήν παραμονήν αὐτοῦ, τοὐτέστιν, οὐ φθάσεις εἰς τόν τῆς θείας γνώσεως φωτισμόν· οἰκία γάρ τοῦ Χριστοῦ τό φῶς. “Φῶς γάρ, φησίν, οἰκῶν ἀπρόσιτον”. Ὁ γάρ τοι μή καθάρας ἑαυτόν, καί διά τῆς καθάρσεως ἀκολουθήσας, πῶς ἐν γνώσει φωτισθήσεται;».
Ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης ἔλεγε: «Οἱ δύο μαθητές τοῦ Προδρόμου, ὅταν ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, Τόν ρώτησαν “ποῦ μένεις;” (Ἰω. α´, 39). Αὐτό σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν τόν Χριστό νά δείξη τό διαμέρισμά Του; Ὄχι. Ἀλλά νά δείξη ποῦ μένει. Σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν οἱ Ἀπόστολοι τόν Χριστό νά ἀποκαλύψη τήν μονή Του, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπί μία ὁλόκληρη ἡμέρα συμμετεῖχαν αὐτοί οἱ Ἀπόστολοι στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὁπότε, ἔχουμε, δηλαδή, τήν πρώτη ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μετά τόν Πρόδρομο. Ὅπως ὁ Πρόδρομος εἶχε τήν ἐμπειρία αὐτή ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί οἱ Μαθητές Του ἔχουν τήν ἐμπειρία».
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε καί τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Ἔτσι πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ἑρμήνευσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν λέξη Μεσσίας.

.            Τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον καί ἀσχολήθηκαν οἱ βιβλικοί θεολόγοι, ἀλλά καί οἱ ἑρμηνευτές τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά Διαθήκη

.             Ἡ ἑβραϊκή λέξη Μεσσίας καί ἡ μεταγραμμένη λέξη στά ἑλληνικά Χριστός, δηλώνουν τόν κεχρισμένο, αὐτόν πού ἔχει χρισθῆ. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια στήν Παλαιά Διαθήκη Μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πού χρίεται ἀπό ἕναν Προφήτη. Στήν ἀρχή εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὅπως ὁ Σαούλ, ὁ Δαυίδ, πού χρίσθηκαν ἀπό τόν Σαμουήλ τόν Προφήτη, ἀλλά καί ἄλλοι Βασιλεῖς. Στήν συνέχεια ἡ λέξη Μεσσίας ἀναφέρεται στόν βασιλικό Μεσσία πού θά βασίλευε στόν Ἰσραηλιτικό λαό. Ἔτσι, ἡ βασιλεία ἀναφέρεται μέσα στούς θεοκρατικούς θεσμούς καί πάντα τονίζεται ὁ πολιτικός ρόλος του.
.             Μετά τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία πού δέν ὑπῆρχε Βασιλεύς, Μεσσίες, δηλαδή κεχρισμένοι, γίνονται οἱ Ἱερεῖς καί βασικά ὁ Ἀρχιερεύς γίνεται ἐπικεφαλῆς τῆς Ἰσραηλινῆς κοινότητος. Ὁ Ἀρχιερεύς χρίεται, τό ἴδιο καί οἱ Ἱερεῖς καί αὐτοί εἶναι κεχρισμένοι Κυρίου.
.             Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχαν μερικοί κύκλοι πού περίμεναν στούς ἐσχάτους καιρούς τήν ἔλευση δύο Μεσσιῶν, ὁ ἕνας Μεσσίας θά εἶναι ὁ Ἱερεύς, πού ἔχει τήν πρώτη θέση, καί ὁ ἄλλος Μεσσίας θά εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος θά ἔχη τίς ἐγκόσμιες φροντίδες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στόν βασιλικό Μεσσία, μερικοί δέ κύκλοι περίμεναν τόν ἱερατικό Μεσσία. Ἑπομένως, φαίνεται ὅτι ὅλα τά χωρία στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται στό ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ἄνθρωπος πού χρίεται.
.             Παράλληλα, ὅμως, στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος καί γιά τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, πού εἶναι Θεός καί ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες μέσα στήν δόξα Του, ἀλλά φαίνεται ἡ σαφέστατη διαφορά μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου ἐπίγειου Μεσσία καί τοῦ Ἄσαρκου Λόγου, τοῦ Γιαχβέ πού εἶναι ἀληθινός Θεός. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, δέν ἦταν Μεσσίας, δηλαδή Χριστός, ἀλλά ἦταν τό χρίσμα, διά τοῦ ὁποίου ἐχρίονταν οἱ Μεσσίες-ἄνθρωποι.
.             Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ οἱ Μαθητές Του, βλέποντας τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουν ὅτι στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν τά δύο ὀνόματα, ὁ Κύριος τῆς δόξης, δηλαδή ὁ Γιαχβέ, καί ὁ Μεσσίας. Τό πρῶτο (Κύριος τῆς δόξης) δηλώνει τήν θεία φύση, τόν ἀληθινό Θεό, τό δεύτερο (Μεσσίας) δηλώνει τήν ἀνθρώπινη φύση πού χρίσθηκε ἀπό τήν θεία φύση.
.             Ἔτσι, ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση τῆς δόξης Του, πού ἀξιώθηκε νά δῆ προηγουμένως στήν πρώτη κλήση του στό Ἀποστολικό ἀξίωμα, δηλώνει ὅτι ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, πού ἦταν τό Χρίσμα μέ τό ὁποῖο χρίονταν οἱ Βασιλεῖς καί οἱ Ἀρχιερεῖς-Ἱερεῖς, ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Γιαχβέ καί Κύριος τῆς δόξης ἔγινε Χριστός, δηλαδή χρίσθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση τήν ὁποία προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία Θεοτόκο.
.             Ἄλλωστε, ὁ Χριστός ἀμέσως μετά τό περιστατικό πού ἔγινε μέ τόν Ἀνδρέα καί τόν Ἰωάννη στήν ἀπάντηση τοῦ Ναθαναήλ «Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» εἶπε: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 50-52).
.             Ἔτσι, τώρα στήν Καινή Διαθήκη ἑνώνονται τά δύο ὀνόματα, ἤτοι τό ὄνομα Χριστός καί τό ὄνομα Κύριος (Λουκ, β´ 11. Β´ Κορ. δ´, 5 κ.ἑξ.), καί γίνεται λόγος γιά τό «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. ιε´, 26). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁμιλήση γιά τόν Χριστό, πού σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε καί ἔχει μεγάλη δόξα, γι’ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Χριστός Ἰησοῦς, ὁ Κύριος ἡμῶν (Α´ Κορ. ιε´, 12- 34).

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Καινή Διαθήκη, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας

.             Προηγουμένως εἴδαμε πῶς ἡ λέξη Μεσσίας-Χριστός πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά συγχρόνως εἴδαμε ποιά ἦταν ἡ πίστη πού εἶχαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γιά τόν Χριστό. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος Μεσσίας, πού συνδέεται μέ τήν βασιλική καί ἱερατική ἐξουσία τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά εἶναι τό Χρίσμα, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός στόν ὁποῖο ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, στό πρόσωπό Του.
.             Αὐτό ἐκφράσθηκε καθαρά ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἑρμήνευσαν τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη στήν προσπάθειά τους νά ἀντιμετωπίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονταν στήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τούς Ἰουδαΐζοντας, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν τόν Μεσσία εἴτε ὡς πολιτικό Ἄρχοντα-Βασιλέα, εἴτε ὡς Ἱερέα-Ἀρχιερέα, τελικά ὅμως ὡς πολιτικό ἐλευθερωτή.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, θεολόγησαν γιά τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁμολόγησαν γιά τόν Χριστό ὅτι εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀναπτύσσοντας ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη καί ὁμολογία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως καταγράφηκε στά κείμενά τους καί περιελήφθησαν στήν Καινή Διαθήκη.
.             Θά ἤθελα, ὅμως, στήν συνέχεια νά παρουσιάσω τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τόν Μεσσία στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, γιατί αὐτός γνώριζε πολύ καλά τήν προτεσταντική βιβλική ἑρμηνευτική παράδοση, ἀλλά γνώριζε ἀκόμη περισσότερο ὅλη τήν πατερική παράδοση γιά τό θέμα αυτό.
.             Δίδασκε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Στήν Παλαιά Διαθήκη τό ὄνομα Μεσσίας φαίνεται πέντε φορές στό Λευϊτικό μόνο. Φαίνεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περί ἐπιγείου ἀνθρώπου, δηλαδή ὁ κεχρισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει τό χρίσμα, τίποτα ἄλλο. Βέβαια ὁ Χριστός χρίσθηκε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι τό χρίσμα, δηλαδή ὁ Λόγος εἶναι τό χρίσμα. Ὁπότε, ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τοῦ χρίσματος, διότι εἶναι τό χρίσμα καί εἶναι καί Χριστός, δηλαδή κεχρισμένος. Εἶναι τό χρίσμα ὡς Θεός καί χρισμένος ὡς ἄνθρωπος. Ἔχει αὐτήν τήν διπλή πάντοτε ἰδιότητα ὁ Χριστός».
.             «Ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἀναφέρεται στόν Χριστό, δέν ἀναφέρεται στόν Χριστό ὡς Μεσσία. Καί ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ περί Μεσσία, υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐξ ἐπόψεως ἑτεροδόξου. Ἔχουν κοσκινίσει ὅλα τά χωρία περί Χριστοῦ, Μεσσία στήν Παλαιά Διαθήκη. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν πῶς αὐτός ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος – μεσσίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν Καινή Διαθήκη ἐμφανίζεται ὡς προϋπάρχων καί ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στήν χριστιανική παράδοση.
.             Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ χριστός εἶναι ὁ μεσσίας, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χρίεται. Καί μεσσίες στήν Παλαιά Διαθήκη λέγονται καί οἱ Προφῆτες καί οἱ διάφοροι ἀρχηγοί τοῦ Ἰσραήλ κ.ο.κ. Γιατί εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι κεχρισμένος ἀπό τόν Θεό γιά μιά ὁρισμένη ἀποστολή. Ἐάν θέλουμε πραγματικά νά δοῦμε τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως τόν γνωρίζουμε στήν χριστιανική παράδοση, δέν θά ψάξουμε στά χωρία περί Μεσσία, ἀλλά στίς θεοφάνειες στήν Παλαιά Διαθήκη».
.             «Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση∙ εἶναι μόνον ὁ Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού λέγεται στήν Παλαιά Διαθήκη Κύριος τῆς δόξης καί Γιαχβέ. Εἶναι Ἄγγελος Κυρίου, Ἄγγελος τῆς δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες».
.             «Τό ὄνομα Χριστός ἀναφέρεται στήν ἀνθρωπίνη φύση καί εἶναι ὁ κεχρισμένος. Ὁπότε, ὁ Λόγος, πρίν ἀποκτήσει ἀνθρωπίνη φύση, δέν εἶναι ὁ Λόγος κεχρισμένος. Ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Λόγος εἶναι τό Χρίσμα. Ὁ Θεός εἶναι τό Χρίσμα. Γιατί μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ τήν ἄκτιστη χρίεται ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρίεται δέν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χρίεται.
.             Καί ἐπειδή ὁ Λόγος ὡς ἄνθρωπος ἐχρίσθη, ἄν καί εἶναι καί πηγή τοῦ χρίσματος συγχρόνως καί κεχρισμένος, καί αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, ὅτι τό κατά φύση χρίσμα, χρίει τόν ἑαυτό Του ὡς ἄνθρωπο. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔχει χρίσμα κατά χάρη. Ἔχει κατά φύση τό χρίσμα. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ κατά φύση κεχρισμένος. Αὐτή εἶναι ἡ πιό βασική διαφορά μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης».
.             Ἔτσι ὑπάρχει μιά βασική παρερμηνεία ὡς πρός τό ὄνομα Μεσσίας-Χριστός τόσο στούς Ἑβραίους ὅσο καί στούς βιβλικούς ἑρμηνευτές πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Προτεστάντες.
.             «Οἱ Ἑβραῖοι προτίμησαν τόν Χριστό νά τόν βλέπουν ὡς Μεσσία, ὁ ὁποῖος ἀνήχθη σέ Θεό, δηλαδή. Ἀλλά δέν λέει ἡ Καινή Διαθήκη ὅτι ὁ Μεσσίας ἔγινε Θεός· λέει ὅτι ὁ Θεός ἔγινε Μεσσίας, δηλαδή αὐτός ὁ Κύριος τῆς δόξης, αὐτός ἔγινε Μεσσίας καί γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο».
.             «Οἱ δογματικοί προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν πῶς ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει μέσα περί Ἁγίας Τριάδος πού δέν ἔχει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Φαντάσθηκαν μερικοί τήν θεωρία ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπάρχει ἐπίγειος Μεσσίας, ἐνδοκοσμικός Μεσσίας, μετά κάπου μέσα στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἐμφανίζεται ἕνας οὐράνιος Μεσσίας καί γίνεται μεγάλη συζήτηση πότε ἐμφανίζεται ὁ Μεσσίας στήν ἑβραϊκή παράδοση. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι εἶναι ὁ “Παλαιός τῶν ἡμερῶν” τοῦ Δανιήλ δηλαδή, καί αὐτός ὁ δανιήλειος Μεσσίας μπῆκε στήν Καινή Διαθήκη καί ἀναδείχθηκε οὐράνιος Μεσσίας κλπ.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔβλεπαν στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Χριστό ὡς Μεσσία, ἀλλά ὡς τόν Κύριο τῆς δόξης, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου πού ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες, ὁπότε ὁ Προφήτης βλέπει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό ἐν τῷ Ἀγγέλῳ δηλαδή, καί αὐτός ὁ Ἄγγελος εἶναι ὁ Χριστός».
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν διαφορετικά πράγματα, καί ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, ἀπό τούς βιβλικούς θεολόγους πού ἐπηρεάσθηκαν ἀπό προτεσταντικές παρερμηνεῖες.
.             «Ὅταν οἱ Πατέρες διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν ψάχνουν κανέναν Μεσσία γιά νά ταυτίσουν τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁπότε, δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ὑπάρχη κανένας ὑπερβατικός, οὐράνιος Μεσσίας, ὅπως ψάχνουν ὁρισμένοι ἐσχατολόγοι πού ἦρθαν ἀπό τήν Ἀμερική σπουδαγμένοι, γιά νά μᾶς μάθουν αὐτήν τήν μέθοδο. Ἐμεῖς τήν μαθαίνουμε αὐτήν τήν μέθοδο ἀπό πιτσιρίκια στήν Ἀμερική».
.             «Λοιπόν, αὐτή εἶναι μιά ἑρμηνεία, πού βέβαια εἶναι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε φορά πού ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σέ Προφήτη, ἔχουμε ἐδῶ θεοπτία».
.             Ἀπό ὅλα αὐτά ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ἐκεῖνος πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες ἦταν τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὄχι ὁ Μεσσίας, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναφερόταν στούς ἀνθρώπους, στόν ἐπίγειο βασιλέα, καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα πού ἐχρίοντο. Ὁ Ἄγγελος Κυρίου ὡς Θεός εἶναι τό Χρίσμα πού ἔχριε τόν Βασιλέα καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα. Ἔτσι, ὁ Ἄγγελος Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη σαρκώθηκε, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔχρισε, ὁπότε ἔγινε Χριστός. Ἀλλά καί ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη εἶναι κατά φύση Χριστός καί ὄχι κατά Χάρη.
.             Συνεπῶς, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μέ τήν γνωστή φράση του «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», πού τήν εἶπε ὕστερα ἀπό τήν ἐμπειρική ἀποκαλυπτική θεωρία πού εἶχε, δέν ἐννοοῦσε ὡς Μεσσία τόν ἐπίγειον ἄνθρωπο καί Ἀρχιερέα, ἀλλά τόν Ἄγγελο Κυρίου, τόν Γιαχβέ, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἔγινε Μεσσίας μέ τήν ἐνανθρώπηση.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ὁ πρῶτος Ἀπόστολος πού πέρασε ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη καί ἀργότερα μέ τήν σταύρωση καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν Πεντηκοστή βεβαιώθηκε ἀκόμη περισσότερο γι’ αὐτό. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιά τό ὅτι ἔγινε μάρτυρας γιά τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Κύριο τῆς δόξης πού ἐνηνθρώπησε, ἀφοῦ τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας-θέας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Δυστυχῶς, στήν σύγχρονη ἐποχή, οἱ ἄνθρωποι στήν πλειοψηφία τους, δέν δέχονται τόν Χριστό ὡς Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλά ἀναζητοῦν ἄλλους Μεσσίες πού δέν χρίονται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τήν φιλοσοφία, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομολογία, τούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τίς λεγόμενες «ἀγορές τοῦ χρήματος», πού ὅλα αὐτά εἶναι σάν μιά ὀργανωμένη θρησκεία μέ τό ἰδιαίτερο «ἱερατεῖο» της, τούς «λειτουργούς» της, τό «εὐαγγέλιό» της καί τούς «ναούς» της, πού εἶναι οἱ τραπεζίτες καί τά κέντρα τοῦ χρήματος. Ἔχει ἐκβληθῆ ὁ Χριστός ἀπό τήν ζωή πολλῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν σήμερα στόν πλανήτη τῆς γῆς.
.             Ἀλλά καί σέ πολλούς θρησκευτικούς καί Χριστιανικούς κύκλους, Ὀρθοδόξους καί μή, δέν γίνεται ἀποδεκτός ὁλοκαρδίως ὁ Ἄσαρκος Λόγος πού ἔγινε Θεάνθρωπος Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, ἀλλά ἀνυψώνουν ἄλλους μεσσίες, γι’ αὐτό καί δημιουργοῦνται διενέξεις, προβλήματα, διαιρέσεις, πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί διαιροῦν τόν Χριστιανικό κόσμο στήν Δύση.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μᾶς διδάσκει σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ τόν μοναδικό Μεσσία.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΘΝΙΚH ΒΙΒΛΙΟΘHΚΗ: ΨΗΦΙΟΠΟΙΟYΝΤΑΙ 300 ΧΕΙΡOΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝHΣ ΔΙΑΘHΚΗΣ

θνικ Βιβλιοθήκη:
Ψηφιοποιο
νται 300 χειρόγραφα τῆς Καινς Διαθήκης

.               Τὰ γνωστὰ σωζόμενα ἑλληνικὰ χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι περίπου 5.800 καὶ ἀπὸ αὐτὰ 300 βρίσκονται στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη
.               Τριακόσια χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ ἀνήκουν στὶς συλλογὲς τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, ψηφιοποιοῦνται σὲ συνεργασία μὲ τὸ Κέντρο γιὰ τὴ Μελέτη τῶν Χειρογράφων της Καινῆς Διαθήκης τοῦ Τέξας (Center for the Study of New Testament Manuscripts – CSNTM).
.             Σύμφωνα μὲ τὸ Βῆμα, οἱ προετοιμασίες γιὰ τὴν ψηφιοποίηση τῶν χειρογράφων ξεκίνησαν τὸν περασμένο Ἰανουάριο καὶ ἡ φωτογράφισή τους θὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι. Τὸ ἔργο τῆς ψηφιοποίησης πραγματοποιεῖται σὲ ἕναν εἰδικὰ διαμορφωμένο χῶρο στὸ ὑπόγειο τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης.
.               Τὸ CSNTM εἶναι ἕνας μὴ κερδοσκοπικὸς ὀργανισμὸς μὲ ἕδρα τὸ Τέξας καὶ σκοπὸ τὴν ψηφιακὴ φωτογράφιση τῶν σωζομένων χειρογράφων τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τὴν ἐλεύθερη διάθεσή τους στὴ διεθνῆ ἐρευνητικὴ κοινότητα, τὴ μελέτη τῶν χειρογράφων μὲ τὴ βοήθεια τῶν νέων τεχνολογιῶν καὶ τὴν ἔκδοση σχετικῶν μονογραφιῶν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάπτυξη ἠλεκτρονικῶν ἐργαλείων γιὰ τὴν ἐξέταση καὶ ἀνάλυση τῶν χειρογράφων τῆς Καινῆς Διαθήκης.
.               Ἀπὸ τὸ 2002, ποὺ ἱδρύθηκε, ἔχει ἀναλάβει ἀρκετὲς ἀποστολὲς σὲ πολλὰ μέρη τοῦ κόσμου προκειμένου νὰ φωτογραφίσει χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔχει ἤδη ψηφιοποιήσει, μεταξὺ ἄλλων, χειρόγραφα τῆς Πατριαρχικῆς Βιβλιοθήκης στὴν Κωνσταντινούπολη, τῆς βιβλιοθήκης τῆς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Πάτμο, τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Γλασκόβης, τὴ συλλογὴ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μίσιγκαν στὸ Ἂνν Ἄρμπορ, χειρόγραφα ἀπὸ τὰ Ἐθνικὰ Ἀρχεῖα τῆς Ἀλβανίας στὰ Τίρανα καὶ ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη Chester Beatty στὸ Δουβλίνο.
.             Τὰ γνωστὰ σωζόμενα ἑλληνικὰ χειρόγραφα τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι περίπου 5.800. Ἀπὸ αὐτὰ 300 βρίσκονται στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη, ποὺ θεωρεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ πέντε μεγαλύτερα ἀποθετήρια τέτοιων χειρογράφων ἀνὰ τὸν κόσμο, μαζὶ μὲ τὴ Βρετανικὴ Βιβλιοθήκη καὶ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῆς Γαλλίας. Τὸ CSNTM ὑπολογίζει ὅτι θὰ ψηφιοποιήσει στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη περισσότερες ἀπὸ 150.000 σελίδες, σὲ δύο ἀποστολὲς ψηφιοποίησης, ἐφέτος καὶ τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι.
.               Ἡ συνεργασία εἶναι ἀμοιβαία ἐπωφελής, ὑποστηρίζει ὁ διευθυντὴς τῆς Βιβλιοθήκης Φίλιππος Τσιμπόγλου, διότι ἡ ΕΒΕ, χωρὶς νὰ πληρώσει γιὰ τὶς ὑπηρεσίες τοῦ CSNTM, θὰ ἔχει ψηφιοποιήσει ἕνα μεγάλο μέρος τῶν χειρογράφων τῆς συλλογῆς της. Ἐκεῖνο ποὺ παραχωροῦν τὰ ἱδρύματα στὸ CSNTM εἶναι τὸ δικαίωμα ἀνάρτησης τῶν ψηφιακῶν εἰκόνων στὸν ἰστότοπό του (csntm.org), ἀπὸ ὅπου μποροῦν νὰ εἶναι ἐλεύθερα προσβάσιμες.

ΠΗΓΗ: news.in.gr (Newsroom ΔΟΛ)

,

Σχολιάστε

ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ Κ. ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ Ι. Μ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

Εἰκονογραφημένη Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὸ Γκετὶ τῆς Καλιφόρνιας
πίσω στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Διονυσίου στὸ Ἅγιον Ὄρος

.         Ὕστερα ἀπὸ μισὸν αἰώνα ἐπέστρεψε… σπίτι του στὴν Ἑλλάδα. Τὸ σπάνιο βυζαντινὸ χειρόγραφο, μία εἰκονογραφημένη Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ βρισκόταν στὰ… «χέρια» τοῦ μουσείου Γκετί, πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Τὸ ἀριστούργημα τῆς μεσοβυζαντινῆς περιόδου μάλιστα σὲ λίγες ἡμέρες θὰ τοποθετηθεῖ σὲ περίοπτη θέση στὶς προθῆκες τοῦ Βυζαντινοῦ καὶ Χριστιανικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν, ὅπου θὰ παραμείνει ἕως καὶ τὶς 30 Ὀκτωβρίου γιὰ νὰ ἐπιστρέψει ἐν συνεχείᾳ ἐκεῖ ὅπου πραγματικὰ ἀνήκει: στὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου στὸ Ἅγιον Ὄρος.
.         Ὁ περγαμηνὸς κώδικας τοῦ 12ου αἰώνα (γνωστὸ καὶ ὡς Τετραευάγγελο) εἶναι ἔργο τοῦ περίφημου γραφέα Θεοκτίστου. Στὶς ἐξαιρετικῆς σπανιότητας σελίδες του, οἱ ὁποῖες εἶναι διακοσμημένες μὲ λαμπρὲς εἰκονογραφήσεις, περιλαμβάνονται χαρακτηριστικὰ παραδείγματα κανόνων ἀντιστοιχίας τῶν εὐαγγελίων, περίτεχνα ἐπίτιτλα ἀλλὰ καὶ μικρογραφίες τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν στὶς προμετωπίδες τῶν σελίδων.
.         Σύμφωνα δὲ μὲ τοὺς εἰδικοὺς καὶ τοὺς μελετητὲς τὸν 12ο αἰώνα, ἡ παραγωγὴ πολυτελῶν χειρογράφων -σὰν καὶ αὐτὸ- ἦταν μία πολὺ δημοφιλὴς πρακτική. Τὰ ἔργα αὐτὰ προορίζονταν συνήθως γιὰ μέλη τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας τῶν Κομνηνῶν ἢ γιὰ μεγάλα μοναστήρια τῆς Κωνσταντινούπολης.
.         Ὅπως ἔχει γίνει γνωστό, τὸ σπουδαῖο αὐτὸ θρησκευτικὸ κειμήλιο -ἡ προαναγγελία τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ὁποίου εἶχε γίνει πρὶν ἀπὸ ἀρκετοὺς περίπου μῆνες ἀπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ ΥΠΠΟΑ- ἐκλάπη ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τὴν ἄνοιξη τοῦ 1960. Στὴ συνέχεια πέρασε ἀπὸ πολλὲς ἰδιωτικὲς συλλογές, γιὰ νὰ καταλήξει τὸ 1983 στὸ Μουσεῖο Γκετὶ τῆς Καλιφόρνιας, τὸ ὁποῖο τὸ ἀγόρασε ὡς μέρος μίας μεγάλης συλλογῆς. Ἔπειτα ἀπὸ ἐνδελεχῆ ἔρευνα καὶ μεγάλη ἀναζήτηση διαπιστώθηκε ὅτι τὸ χειρόγραφο προερχόταν ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ εἶχε μεταφερθεῖ στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ Ἀτλαντικοῦ μὲ παράνομο τρόπο. Ἡ ἐπιστροφή του μάλιστα γίνεται στὸ πλαίσιο τοῦ συμφώνου συνεργασίας ποὺ ὑπεγράφη τὸ 2011 ἀνάμεσα στὸ ΥΠΠΟΑ καὶ τὸ ἀμερικανικὸ μουσεῖο. Νὰ θυμίσουμε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸ ἔργο ποὺ τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει ἐπιστραφεῖ στὴ χώρα μας ἀπὸ τὰ πολιτιστικὰ ἱδρύματα τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τὸ 2012, ὁ ἀμερικανικὸς πολιτιστικὸς ὀργανισμὸς μᾶς εἶχε στείλει πίσω δύο τμήματα ἐπιτύμβιου ἀναγλύφου καὶ μία ἐνεπίγραφη στήλη, ἐνῶ τὸν περασμένο Ἰούλιο σχεδὸν 10.600 ἀρχαῖα ἀντικείμενα ποὺ εἶχαν κλαπεῖ ἀπὸ τοὺς ναζὶ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς ἦρθαν καὶ πάλι στὴν Ἑλλάδα.

 Ἔλειπαν μισὸν αἰώνα

 .         Τὸ ἀριστούργημα ἀπὸ τὴν ἐρχόμενη Δευτέρα θὰ ἐκτίθεται στὸ Βυζαντινὸ καὶ Χριστιανικὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν μαζὶ μὲ ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ χειρόγραφο ποὺ ἀπεικονίζει τὶς προτομὲς τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων. Τὸ συγκεκριμένο ἔργο, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀγοραστεῖ ξεχωριστὰ μέχρι σήμερα, φιλοξενοῦνταν στὸ Μουσεῖο Κανελλοπούλου στὴν Ἀθήνα. Χαρακτηριστικὸ εἶναι δὲ ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς ἔκθεσης τόσο τὸ χειρόγραφο ὅσο καὶ τὸ φύλλο ἀπὸ τὸ Μουσεῖο Κανελλοπούλου θὰ ἐπιστρέψουν στὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀπὸ ὅπου λείπουν περισσότερα ἀπὸ 50 χρόνια.

ΠΗΓΗ: dimokratianews.gr

Γιώτα Βαζούρα

 

Σχολιάστε

O ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΔΕΝ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ

O ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΔΕΝ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Νικ. Π. Βασιλειάδη:
«Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη στὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν»
– ἀπάντησι στοὺς κατηγόρους της

ἔκδ. Ἀδελφ. Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ»,
Ἀθῆναι  2002

(σελ. 178-184)

Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.         ΑΣΦΑΛΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΗ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν προσαρμοσμένος στὴν ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀντοχὴ τοῦ πρὸ Χριστοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἀποκάλυψι καὶ φανέρωμα τῆς λυτρωτικῆς βουλῆς τοῦ ὑπεραγάθου Θεοῦ ἐπειδὴ ἦταν ἔκφρασι τοῦ ἁγίου καὶ σωτηρίου θελήματός του σὲ μία πρώτη φάσι τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, ἔχει ἀκατάλυτο κῦρος καὶ ἰσχύ. Ἄλλωστε ὁ νόμος αὐτὸς ἔμελλε, συμπληρούμενος ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἐνσωματωθῆ στὴ νέα Οἰκονομία τῆς Χάριτος, στὸ πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.         Αὐτὸς ἦταν καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε δοθῆ στὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ μὲ πολλὴ ἐπισημότητα. Ὡς γνωστόν, εἶχε παραδοθῆ μὲ ἐξαιρετικὴ μεγαλοπρέπεια μέσα σὲ καπνοὺς καὶ διάτορες ἰαχὲς σαλπίγγων, μὲ ἀστραπές, βροντές, καὶ μέσα σὲ «γνόφο», δηλαδὴ σὲ σκοτεινὸ σύννεφο, τὸν τρίτο μῆνα ἀπὸ τὴν ἔξοδο τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ μετὰ τὴν πορεία τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν γῆ τῶν πατέρων του (Ἐξ. ιθ´ [19] 1 ἑξ.). Αὐτὰ ἔγιναν γιὰ νὰ πτοηθῆ ὁ σαρκικὸς καὶ αἰσθησιακὸς ἐκεῖνος λαὸς ἀπὸ τὶς ἠχηρὲς καὶ συγκλονιστικὲς ἐκδηλώσεις τῆς θείας παρουσίας. Νὰ ἐντυπωσιασθῆ καὶ νὰ συναισθανθῆ κάπως τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν σημασία τῆς θείας φανερώσεως. Καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ ἐννοήση τὴν μεγάλη τιμὴ ποὺ τοῦ ἐγίνετο, ὅτι δηλαδὴ μὲ τὴν τήρηση τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ θὰ καθίστατο «λαὸς περιούσιος ἀπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν» (Ἐξ. ιθ´ [19] 5)· λαὸς ἐκλεκτός, ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στὸν Θεὸν μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὡς περιουσία Του.
.        Ὅμως ἡ παράδοσι τοῦ Νόμου στὸ ὄρος Σινᾶ εἶχε καὶ βαθειά, συμβολικὴ σημασία. Τὸ ὄρος εἶναι τόπος ὑψηλός. Ἡ προσέγγισι τῆς κορυφῆς του ἀπαιτεῖ ἀνάβασι, προσπάθεια, κόπο. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει προκειμένου νὰ προσεγγίση κανεὶς τὴν Ἀλήθεια καὶ τὸν ἅγιο Νόμο τοῦ παντοκράτορα Θεοῦ. Πρέπει νὰ μοχθήση, νὰ ἀνεβῆ ὑψηλά, νὰ ἀφήση πίσω του τὰ ταπεινὰ καὶ γήϊνα· αὐτὰ ποὺ τὸν κρατοῦν προσηλωμένο καὶ καθηλωμένο στὴ γῆ νὰ ἀποκολληθῆ ἀπὸ κάθε κοσμικό, νὰ ἀποσπασθῆ ἀπὸ κάθε ὑλικό.
.         Ἐπὶ πλέον ὁ τόπος στὸν ὁποῖο κατέβη «ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ ὕψιστος», «ὁ ἔχων θρόνον οὐρανὸν καὶ ὑποπόδιον τὴν γῆν», ὁ τόπος στὸν ὁποῖο συγκατέβη γιὰ νὰ συνάψη διαθήκη μὲ τὰ δημιουργήματά του, ἦταν τόπος κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος. Διὰ τοῦτο ἀπηγορεύθη ὄχι μόνον ἡ ἄνοδος (στὸ ὄρος), ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ προσέγγισί του ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ λαό. Στὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ, στὸ Σινᾶ, ἀνέβη μόνον ὁ ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, ὁ Μωϋσῆς, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του, τὸν Ἀαρὼν (Ἐξ. ιθ´ [19] 20). Ὁ δὲ λαός, ἂν καὶ παρέμεινε κάτω στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους, ἁγνίσθηκε ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ μὲ νηστεία, ἐγκράτεια, ἐξωτερικοὺς καθαρμούς, ὡς ἕνα ἐλάχιστο δεῖγμα προετοιμασίας γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Ἁγίου τῶν ἁγίων1.
.              Ὅλα αὐτὰ ἐσήμαιναν ὅτι ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔπρεπε στὸ ἑξῆς νὰ λησμονήση ἐντελῶς τὴν εἰδωλολατρικὴ Αἴγυπτο, τὴν χώρα τῆς δουλείας, καὶ νὰ ζήση μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα ἐλευθερίας, μὲ καθαρότητα βίου καὶ ὁσιότητα. Νὰ ζήση βοηθούμενος καὶ παιδαγωγούμενος ἀπὸ τὸν Νόμο ποὺ τοῦ παρέδωκεν ὁ Θεός. Τοιουτοτρόπως, ὅταν θὰ ἤρχετο «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ. δ´ 4), ὅταν δηλαδὴ θὰ ὡρίμαζε ὁ καιρὸς τῆς πανσόφου Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος θὰ ἦταν ἕτοιμος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῆς θείας δωρεᾶς, ἡ ὁποία θὰ τοῦ προσεφέρετο στὸ πρόσωπο τοῦ σαρκωθέντος ἀνάρχου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.          Ἐξ ἄλλου ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν κατήργησε τὸν ἠθικὸ νόμο ποὺ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ, καὶ τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῶν Προφητῶν, ὁ ὁποῖος (νόμος) ἔχει μόνιμον καὶ αἰωνίαν ἰσχύν, ὅπως ἀναπτύσσομε σὲ ἑπόμενο κεφάλαιο, ἀλλὰ τὸν τελετουργικὸ νόμο τῆς παλαιᾶς Οἰκονομίας. Ὁ Κύριος τὸ ἐδήλωσε καθαρά. Δὲν ἦλθα νὰ καταλύσω τὸν ἠθικὸ νόμο τοῦ Μωϋσῆ ἢ τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῶν Προφητῶν. Δὲν ἦλθα νὰ τὰ καταλύσω, ἀλλὰ νὰ τὰ συμπληρώσω καὶ νὰ τὰ παραδώσω τέλεια (Ματθ. ε´ 17).
.           Εἶναι πολὺ ἀξιοσημείωτα ὅσα παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου. Ἡ φράσι αὐτὴ τοῦ Κυρίου σημειώνει ὁ χρυσολόγος Πατήρ, δὲν φράσσει μόνο τὴν ἀναισχυντία τῶν Ἰουδαίων· κλείει ὁριστικὰ καὶ τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν (Γνωστικῶν καὶ Μανιχαίων), οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο! Διότι ἂν ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ καταλύση τὴν κυριαρχία καὶ τυραννία τοῦ διαβόλου, τότε γιατί ὄχι μόνο δὲν καταλύει τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ καὶ τὴν συμπληρώνει; Διότι δὲν εἶπε μόνο «δὲν τὴν καταργῶ», ἀλλὰ ἐπρόσθεσε «τὴν συμπληρώνω». Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὄχι μόνο δὲν ἦταν ἀντίθετος πρὸς τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλ’ ὅτι ἐφρόντιζε καὶ γιὰ τὴν τελειοποίησί της. Καὶ τοὺς μὲν Προφήτας τοὺς συνεπλήρωσε, διότι ἐβεβαίωσε καὶ ἐπαλήθευσε διὰ τῶν ἔργων ὅλα ὅσα εἶχαν ἐκεῖνοι προφητεύσει δι’ Αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ἔλεγε κάθε φορά: «ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος…»· γιὰ νὰ πραγματοποιηθῆ καὶ ἐπαληθευθῆ ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Κύριον διὰ στόματος τοῦ προφήτου… (βλ. Mατθ. β´ 15, Mάρκ. ιδ´ [14] 49, Λουκ. δ´ 21, κα΄ [21] 22, κδ´ [24] 44, Ἰω. ιβ´ [12] 38, ιγ´ [13] 18, ιε´ [15] 25 κ.ἀ.). Τὸν δὲ Μωσαϊκὸ νόμο τὸν ἐτήρησε καὶ τὸν ἐφήρμοσε καὶ μὲ ἕνα καὶ μὲ δεύτερο καὶ μὲ τρίτο τρόπο. Κατὰ πρῶτον μέν, διότι δὲν παρέβη καμμία ἐντολὴ τοῦ Νόμου (βλ. Ματθ. γ´ 15, Ἰω. η´ 46, ιδ´ [14] 30). Κατὰ δεύτερον διότι καὶ εἰς ἡμᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ πράττωμεν ὅσα προστάσσει ὁ Νόμος· τὴν ἐκπλήρωσι τοῦ Νόμου τὴν ἐχάρισε καὶ εἰς ἡμᾶς (βλ. Ρωμ. η´ 3, 4, γ´ 31). Κατὰ τρίτον, διότι ὅσα ἐδίδασκε δὲν ἦταν κατάργησι τῶν προηγουμένων διατάξεων, ἀλλὰ ἐπέκτασι καὶ συμπλήρωσί των. Διότι τὸ νὰ μὴ ὀργιζώμεθα δὲν εἶναι κατάργησι τῆς ἐντολῆς νὰ μὴ φονεύωμε, ἀλλὰ συμπλήρωσι καὶ μεγαλύτερη ἀσφάλεια. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ λεχθῆ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες περιπτώσεις2.
.          Ὁ ἑρμηνευτὴς Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς στὴν ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου «μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλύσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. ε´ 17) παρατηρεῖ: «Πῶς ἐπλήρωσε» (= συνεπλήρωσε) ὁ Κύριος «τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας; Τοὺς προφήτας μὲν ἐπλήρωσε, ἐκπληρώσας» μὲ ἔργα ὅλα «ὅσα περὶ αὐτοῦ προεφήτευσαν». Τὸν δὲ νόμον ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τὸ νὰ μὴ παραβῆ τίποτε τὸ νόμιμον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὸ νὰ προσθέση εἰς αὐτὸν ὅσα ὑπελείποντο. Διότι ἐνῶ ὁ νόμος ἐμπόδιζε καὶ ἀπηγόρευε «τὰ τέλη (= τὰ ἀποτελέσματα, τὶς ἐκβάσεις)  τῶν ἁμαρτημάτων, ὁ Χριστὸς καὶ τὰς ἀρχὰς ἐκώλυσεν. Ὁ φόνος μὲν γὰρ καρπός ἐστιν ἁμαρτίας ρίζα δὲ ταύτης ἡ ὀργή». Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς δὲν βγάλη τὴν ρίζα, ὑπάρχει πιθανότητα κάποτε νὰ καρποφορήση ἡ ἁμαρτία. Ἀπὸ αὐτὸ λοιπὸν ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἐντολὴ περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ φόνου ἦταν ἐλλιπής. Ὁ Χριστὸς δὲ τὴν «ἀνεπλήρωσεν ἐντειλάμενος μὴ ὀργίζεσθαι»3.
.         Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἱερὸς Θεοφύλακτος σχολιάζει: «Ὅσα ὁ νόμος ἐσκιαγράφησε (= παρουσίασε μὲ σκιὲς καὶ τύπους), ταῦτα ὁ Κύριος τελείως (= καθαρά, ἐμφανέστατα) ἐζωγράφησεν. Ὥσπερ καὶ ὁ ζωγράφος οὐ καταλύει τὴν σκιαγραφίαν, ἀλλὰ μᾶλλον ἀναπληροῖ (= τὴν συμπληρώνει)»4.
.           Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ε´ 27-28). Ὁ Κύριος, σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν εἶπε «ὅτι ὁ μοιχὸς κολάζεται μόνον», ἀλλ’ αὐτὸ ποὺ εἶπε γιὰ τὸν φονιά, τὸ ἴδιο λέγει καὶ ἐδῶ «καὶ τὴν ἀκόλαστον ὄψιν κολάζων (= τιμωρῶν), ἵνα μάθῃς τὸ πλέον τῶν γραμματέων που τίθεται». Ὁ Κύριος «οὐχ ἁπλῶς τὴν ἐπιθυμίαν ἀναιρεῖ, ἀλλὰ τὴν ἐκ τῆς ὄψεως ἐγγινομένην ἐπιθυμίαν». Διότι δὲν εἶπεν ἁπλῶς ὅποιος ἐπιθυμήση· διότι μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήση καὶ αὐτὸς ποὺ βρίσκεται στὰ ὄρη, μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμον· ἀλλὰ εἶπε «καθένας ποὺ βλέπει γυναῖκα γιὰ νὰ τὴν ἐπιθυμήση πρὸς ἁμαρτίαν», δηλαδὴ «ὁ ἑαυτῷ τὴν ἐπιθυμίαν συλλέγων» διὰ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς5.
.           Ἐξ ἄλλου ὁ χρυσοῦς κανὼν τῆς Καινῆς Διαθήκης, «πάντα ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (Ματθ. ζ΄ 17) συνοψίζει ὅλην τὴν διδασκαλίαν τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ὁποία (διδασκαλία) ἀναφέρεται στὰ καθήκοντα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἄνθρωπον. «Οὕτω διαλαμβάνει καὶ ὁ παλαιὸς νόμος, καὶ οἱ προφῆται. Ὁ μὲν γὰρ νόμος φησίν· “Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν” οἱ προφῆται δὲ πάλιν πολλὰ περὶ φιλαδελφίας τοῖς Ἰουδαίοις παρῄνεσαν»6.
.          Στὴν τυχὸν ἀπορία διατὶ ἦταν «ἀτελὴς ὁ παλαιὸς νόμος», ὁ ἑρμηνευτὴς Ζιγαβηνὸς ἀπαντᾶ: «Διότι σκληροτράχηλοι ἦσαν οἱ Ἑβραῖοι, καὶ οὐκ ἠνείχοντο ζυγὸν βαρύν. Τοίνυν ἐκείνους μέν, ὡς νηπίους εἰς ἀρετήν, γάλα ἐπότισεν ἡμῖν δέ, ὡς ἀνδράσι, προσήγαγε στερεὰν τροφὴν»7.
.            Ὁ Κύριος συνεπλήρωσε τὸν ἠθικὸ νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ διότι κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Καινῆς Διαθήκης τὰ ἔπαθλα εἶναι μεγαλύτερα καὶ πλουσιώτερη ἡ δύναμι ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Θεὸς Πατήρ· ἐφ’ ὅσον εἶναι τόσες πολλὲς οἱ δωρεὲς ποὺ μᾶς προσφέρονται, εἶναι φυσικὸ ὁ Θεὸς νὰ ἀπαιτῆ μεγαλύτερους ἀγῶνες καὶ ἄρα τελειότερο νόμο. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι μὲν ἀτελέστερη τῆς Καινῆς, ἡ ὁποία εἰσάγει στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὄχι ὅμως «πονηρά».  Ἄλλωστε καὶ ἡ Καινὴ θὰ ἀποδειχθῆ μερικὴ καὶ ἀτελής, ὅταν θὰ ἔλθη τὸ τέλειον καὶ θὰ καταργηθῆ τὸ μερικὸν (βλ. Α´ Κορ. ιγ´ [13] 10), πράγμα τὸ ὁποῖον ἔπαθε ἡ Παλαιά, ὅταν ἦλθε ἡ Καινή8.
.          Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωσι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπαναλαμβάνει τὴν ἰδία ἀλήθεια, ὅταν ἑρμήνευε τὸν λόγο τοῦ Κυρίου· «μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. ε´ 17). Ὁ Κύριος, παρατηρεῖ ὁ θεῖος Πατήρ, μὲ τὴν φράσι αὐτὴ θέλει νὰ μᾶς εἰπῆ: Πρόκειται νὰ σᾶς εἰπῶ ὡρισμένα τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν λεχθῆ στὰ προηγούμενα χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μὴ θεωρήσετε λοιπὸν «τὴν τελείωσιν» ὡς «κατάλυσιν». «Οὐ γὰρ ἐστι κατάλυσις, ἀλλὰ πλήρωσις»· διότι δὲν εἶναι κατάργησι, ἀλλὰ συμπλήρωσι9.
.         Ἔτσι ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου ἐδέχθη, κατὰ κάποιον τρόπο, μέσα του τὸν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στὸν ὁποῖο καὶ ἔδωσε ὅλη τὴν δροσιὰ καὶ τὴν ζωντάνια του. Τὸν συνεπλήρωσε καὶ τὸν ἐτελειοποίησε μὲ τὸ νέο πνεῦμα του, τὸν ἐσφράγισε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου καὶ τὸν ἔθεσε στὴν ὑπηρεσία, τὸν ἐτοποθέτησε στὴν λειτουργία τῆς νέας σωτηρίου Οἰκονομίας, ὅπου ἔπνεε πλέον σὲ ὅλη τὴν ἀποκαλυπτική του φανέρωσι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
.            Διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου ἡ θεία Ἀποκάλυψι, ἡ ὁποία περιέχεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, «ὄχι μόνον δὲν καταργεῖται, ἀλλ’ εἴτε ἐπικυροῦται, ὡς ἔχει εἴτε ἀναθεωρεῖται (βλ. Μάρκ. ι´ 2 ἑξ.), εἴτε συμπληροῦται καὶ ὁλοκληροῦται (βλ. Ματθ. ε´ 17) ἀπὸ τὴν Καινὴν Διαθήκην, ὄχι πλέον διὰ τοῦ “τάδε λέγει Κύριος”, ἀλλὰ διὰ τοῦ “ἐγὼ δὲ λέγω” τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (…). Μάλιστα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη περιβάλλεται ἀπὸ Ἐκεῖνον μὲ τὸ αἰώνιον καὶ ὑποχρεωτικὸν κῦρος (βλ. Ματθ. ε´ 18-19) τῆς θείας αὐθεντίας του» καὶ ἀναβιβάζεται «εἰς συμπάρεδρον τῆς Καινῆς Διαθήκης. Παύει δ’ ἐφεξῆς ὁ περιορισμός της νὰ εἶναι ἡ κατὰ προνόμιον “Γραφὴ” ἑνὸς μόνου λαοῦ, καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν κληροδοτεῖται πλέον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν», ποὺ ἀποτελεῖ «τὸν νέον “περιούσιον λαόν” τοῦ Θεοῦ», ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἑξῆς δὲν περιλαμβάνει ἕνα μόνον ἔθνος, ἀλλὰ «ἐν δυνάμει “πάντα τὰ ἔθνη”»10.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Περισσότερες λεπτομέρειες καὶ θεολογικὲς προεκτάσεις γιὰ τὴν ἀξία τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βλέπε στὸ 24ο κεφάλαιο.

2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ματθαῖον, Ὁμ. 16, 2-3 PG 57, 241-242.

3. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, κεφ. ε΄ 17 PG 129, 204ΑΒ.

4. Παρὰ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20005, σελ. 90 (σχόλια εἰς Ματθ. ε΄ 17).

5. Παρὰ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 96, 97 (σχόλια εἰς Ματθ. ε΄ 28).

6. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, ἔνθ. ἀνωτ., PG 129, 264D-265Α.

7. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, ἔνθ. ἀνωτ., PG 129, 204C.

8. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ἔνθ. ἀνωτ., 244-246.

9. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περὶ ὁμοουσίου, Λόγ. ι΄ [10] (Ὅτι τὸ μὴ λέγειν…), 7 PG 48, 789. Τὴν ἰδίαν ἀλήθειαν ἀναπτύσσει καὶ ὁ Πάν. Ν. Τρεμπέλας στὸ περὶ προφητικοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου κεφάλαιον τῆς Δογματικῆς τοῦ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19792, σελ. 156.

10. ΝΙΚ. Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ὡς Ἁγία Γραφὴ (ὀλίγα περὶ τῆς σχέσεώς της πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν Ὀρθοδοξίαν), Ἀθῆναι 1996, σελ. 18-19.

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤI ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ (Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
ΓΙΑΤI ΚΑΙ ΠΩΣ ΠPEΠEI ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

.      Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο ἡ βιογραφία τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο αὐτό. Καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι ἡ βιογραφία τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο .
.     Μέσα σ᾽ αὐτὴν περιγράφεται πῶς ὁ Θεός, γιὰ νὰ δείξει τὸν Ἑαυτό Του στοὺς ἀνθρώπους, ἔστειλε τὸν Θεὸ Λόγο, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ σὰν ἄνθρωπος εἶπε στοὺς ἀνθρώπους ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς ἔχει, ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ γιὰ τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν σ᾽ αὐτόν.
. Ἀποκάλυψε ὁ Θεὸς Λόγος τ σχέδιο το Θεο πρς τν κόσμο. Ὁ Θεὸς Λόγος μὲ τὴν βοήθεια τοῦ λόγου, ἔδειξε τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο εἶναι δυνατὸν ὁ ἀνθρώπινος λόγος νὰ περιλάβει τὸν Ἀπερίληπτο Θεό.
.     Ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν σ᾽ αὐτόν, ὁ Κύριος τὸ ἔδωσε μέσα στὴν Ἁγία Γραφή. Μέσα σ᾽ Αὐτὴν ἔδωσε τὶς ἀπαντήσεις γιὰ ὅλα τὰ ἐρωτήματα.
.    Δὲν ὑπάρχουν ἐρωτήματα ποὺ νὰ βασανίζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα νὰ μὴν ἔχει δοθεῖ μέσα στὴν Ἁγία Γραφὴ εἴτε ἄμεση εἴτε ἔμμεση ἀπάντηση. Οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ ἐπινοήσουν περισσότερα ἐρωτήματα ἀπ᾽ ὅσες ἀπαντήσεις ὑπάρχουν μέσα στὴν Ἁγία Γραφή. Τ τι δν βρίσκεις στν Ἁγία Γραφ πάντηση σ κάποιο σου ρώτημα, σημαίνει τι θεσες σήμαντο ρώτημα τι δν μπόρεσες ν διαβάσεις τν γία Γραφ κα ν πάρεις τν τελικ πάντηση.

ΤΙ ΜΑΣ ΕΔΕΙΞΕ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ Ο ΘΕΟΣ

.     Τί εἶναι ὁ κόσμος, ἀπὸ ποῦ προέρχεται, γιὰ ποιό λόγο ὑπάρχει, πρὸς τὰ ποῦ πορεύεται, ποῦ θὰ καταλήξει.

.      Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ ποῦ ἔρχεται, ποῦ πηγαίνει, ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία του, γιὰ ποιὸ λόγο ὑπάρχει, πῶς θὰ τελειωθεῖ.

.      Τί εἶναι τὰ ζῶα, τί εἶναι τὰ φυτά, γιὰ ποιὸ λόγο ὑπάρχουν, τί ἐξυπηρετεῖ ἡ ὑπαρξή τους, τί προσφέρουν.

.      Τί εἶναι τὸ καλό, ἀπὸ ποῦ πορέρχεται, ποῦ ὁδηγεῖ, γιὰ ποιὸ λόγο ὑπάρχει, πῶς ἀποκτᾶται.

.      Τί εἶναι τὸ κακό, ἀπὸ ποῦ προέρχεται, πῶς ὑπάρχει, γιὰ ποιὸ λόγο ὑπάρχει, πῶς θὰ τελειώσει.

.     Τί εἶναι δίκαιοι καὶ τί ἁμαρτωλοί, πῶς ἀπὸ ἕναν ἁμαρτωλὸ βγαίνει δίκαιος καὶ πῶς ἕνας ἐπηρμένος δίκαιος μπορεῖ νὰ καταντήσει ἁμαρτωλός, πῶς ὁ ἄνθρωπος ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καὶ πῶς τὸν διάβολο. Ὁλόκληρος ὁ δρόμος ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ ὣς τὸ κακό, ἀπὸ τὸν Θεὸ ὣς τὸν διάβολο. Ὅλα, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος, ὁλόκληρος ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν σάρκα ὣς τὸν Θεό, ἀπὸ τὴν σύλληψή του μέχρι τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή του. Τί εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου, ἡ ἱστορία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τί εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, ποιὸς ὁ δρόμος τους, ὁ σκοπὸς καὶ ἡ τελείωσή τους.
.     Γενικά, ὁ Θεὸς στὴν Ἁγία Γραφὴ εἶπε ὅσα χρειάζονταν νὰ πεῖ στοὺς ἀνθρώπους. Στὴν Ἁγία Γραφὴ βρίσκεται ἡ βιογραφία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τοῦ καθενός μας ἀνεξαιρέτως. Σ᾽ αὐτὴν ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό του νὰ παρουσιάζεται καὶ νὰ περιγράφεται λεπτομερῶς. Ὅλες οἱ ἀρετές σου καὶ τὰ ἐλαττώματα ποὺ ἔχεις καὶ δὲν ἔχεις.
.     Θὰ βρεῖς τοὺς δρόμους μέσῳ τῶν ὁποίων ἡ ψυχή σου καὶ ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου βαδίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν τελειότητα καὶ ὁλόκληρο τὸν δρόμο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὣς τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὣς τὸν διάβολο.
.        Στὴν Ἁγία Γραφὴ θὰ βρεῖς τρόπους πῶς νὰ ἀπελευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, θὰ βρεῖς μὲ μία λέξη, ὅλη τὴν ἱστορία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἁμαρτωλότητος, καὶ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν δικαίων.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ», ἀρ. φ. 232, Φλώρινα, Ἰούνιος 2011
(ἀπὸ ”ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”,
Ἔκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ὀρθοδόξου Παραδόσεως
«Οἱ φίλοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους», ἀριθ. 93/2011, σ.σ. 50-51.)

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ καὶ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ (Τοῦ Ἀρχιεπ. Σινᾶ) [Γ´]

Ὀρθοδοξία καὶ Παράδοσι
τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σινᾶ, Φαράν καὶ Ραϊθὼ κ. Δαμιανοῦ

Β΄

Α´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/03/12/τί-εἶναι-ἡ-ὀρθοδοξία-καὶ-ἡ-παράδοση/

Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/03/13/τί-εἶναι-ἡ-ὀρθοδοξία-καὶ-ἡ-παράδοση-2/

.         Γιὰ νὰ πληροφορήσουν οἱ θεούμενοι τοὺς ἀνθρώπους τὴν ὀρθὴ πίστι, μεταχειρίζονται διάφορα θεόπνευστα «σύμβολα», μὲ τὰ ὁποῖα μεταδίδουν τὶς θεῖες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας. Εἶναι τὰ λεγόμενα «κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα καὶ εἰκονίσματα». Καὶ ποιά εἶναι αὐτά;
.         Εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ μυστηριακὴ καὶ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς ἘκκλησίαςὍλα αὐτά, τὰ «κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα καὶ εἰκονίσματα» ποὺ μᾶς παραδίδουν οἱ θεούμενοι, δηλ. οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι, εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστι. Εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ ὀρθοδοξία σημαίνει ὀρθὴ πίστι.
.        Τὸ ἴδιο ὅμως πράγμα εἶναι καὶ ἡ Παράδοσι. Γιατί ἡ «ὀρθὴ» αὐτὴ πίστι «παρεδόθη». «Παρεδόθη» ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Ἁγίους, μὲ τὶς «θεῖες ἀποκαλύψεις», στὴν Καινὴ δὲ Διαθήκη καὶ μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Εἶναι τὰ «ἄρρητα ρήματα».
.        Σὲ δεύτερο δὲ πλάνο, οἱ θεούμενοι παραδίδουν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα σ’ αὐτοὺς ὀρθὴ πίστι στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ θεόπνευστα «σύμβολα», τὰ «κτιστὰ δηλ. ρήματα καὶ νοήματα καὶ εἰκονίσματα», ποὺ εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἡ Ἁγία Γραφή, τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων, οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, τὰ μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας.
.         Ἡ πίστι λοιπὸν ποὺ μᾶς παραδίδουν οἱ Ἅγιοι καὶ περιέχεται σ’ αὐτὰ τὰ «κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα», εἶναι ἡ «ὀρθὴ πίστι».
.        Παράδοσι εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστι, ποὺ ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς θεουμένους καὶ οἱ ὁποῖοι στὴν συνέχεια τὴν παραδίδουν στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων, τὶς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, τὰ μυστήρια καὶ τὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας.
.       Παράδοσι δηλ. εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο πράγμα. Ταυτίζονται ἀπολύτως. Γι’ αὐτὸ μιλᾶμε γιὰ «Ὀρθόδοξο Παράδοσι» καὶ γιὰ «Παραδοθεῖσα Πίστι». Οἱ ὀνομασίες ἀλλάζουν, ὄχι ὅμως καὶ τὸ περιεχόμενο.
.     Ἡ Παράδοσι εἶναι μία. Γιατί «μία» Πίστι ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὸν Θεό. Μία Ὀρθοδοξία ὑπάρχει. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ὅλοι οἱ Προφῆτες, ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι μία θεότητα ἐγνώρισαν. Γι’ αὐτό, εἴτε Ἱερὰ Παράδοσι λέμε, εἴτε Ὀρθόδοξο Παράδοσι, εἴτε Ἀποστολικὴ Παράδοσι, εἴτε Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοσι, εἴτε Πατερικὴ Παράδοσι, ἀπὸ πλευρᾶς οὐσίας ἐννοοῦμε τὸ ἴδιο πράγμα. Δὲν διαφέρουν γιατί ὡς περιεχόμενό τους ἔχουν τὴν αὐτὴ ὀρθὴ πίστι. Τὴν Ὀρθοδοξία.
.       Ἡ Παράδοσι ἔχει ὡς περιεχόμενο τὴν «θεία ἀποκάλυψι». Δηλαδὴ τὰ «ἄρρητα ρήματα». Ὅλα αὐτά, ὅσοι δὲν ἔχουν φθάσει στὴν θέωσι, δὲν μποροῦν νὰ τὰ καταλάβουν. Τὰ καταλαβαίνουν μόνο ὅσοι ἔχουν ἀποκτήσει τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, οἱ Ἅγιοι.
.         Ἡ Παράδοσι ἔχει ἀκόμα σὰν περιεχόμενο τὴν Πίστι ποὺ μᾶς παραδίδουν οἱ θεούμενοι, δηλ. οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι. Τὰ «κτιστά», δηλ. «ρήματα καὶ νοήματα καὶ εἰκονίσματα», ποὺ εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων, οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, τὰ μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας…

ΠΗΓΗ: «Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια» τ. 85, 16.04.1980
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ καὶ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ (Τοῦ Ἀρχιεπ. Σινᾶ) [Β´]

Ὀρθοδοξία καὶ Παράδοσι
τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σινᾶ, Φαράν καὶ Ραϊθὼ κ. Δαμιανοῦ

Β´
«Οἱ θεῖες ἀποκαλύψεις»

Α´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/03/12/τί-εἶναι-ἡ-ὀρθοδοξία-καὶ-ἡ-παράδοση/

.        Οἱ ἅγιοι, οἱ θεούμενοι, ποὺ ἀξιώνονται νὰ δοῦν αὐτὲς τὶς «ἀποκαλύψεις» τοῦ Θεοῦ, βλέπουν ἀοράτως τὰ ἀόρατα. Ἀκούουν ἀνηκούστως τὰ ἀνήκουστα καὶ ἄρρητα. Ἐννοοῦν ὑπερνοητικῶς τὰ ὑπὲρ τὴν νόησι καὶ τὴν λογικὴ μυστήρια τῆς βασιλείας, ὅπως παρατηρεῖ ὁ καθηγητὴς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
.       Αὐτὲς τὶς θεῖες «ἀποκαλύψεις» εἶδε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. «Ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὁπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου», γράφει. «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων˙ εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν˙ ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἀνθρωπον˙ εἴτε ἐν σώματι, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν˙ ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι…» (Β΄ Κορ. ιβ´ 1-4).
.      Ὁ Ἀπ. Παῦλος ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὶς θεῖες ἀποκαλύψεις. «Ἡρπάγη» στὸν Παράδεισο», δηλ. στὴν «βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Παράδεισος γιὰ τοὺς ἁγίους. Εἶναι ὅμως καὶ ἡ Κόλασις ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι στὴν Μέλλουσα Κρίσι θὰ δοῦν τὸν Θεὸ ὡς «πῦρ καταναλίσκον», σὰν φωτιὰ ποὺ καίει. Τί ἄκουσε ὁ Ἀπ. Παῦλος στὸν Παράδεισο; Ἄκουσε «ἄρρητα ρήματα ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι»! Εἶδε δηλ. τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν βασιλεία Του καὶ τὴν θεότητά Του. Εἶδε ὅλη τὴν «θεολογία». Εἶδε «ἄρρητα ρήματα», ποὺ δὲν μποροῦν νὰ περιγραφοῦν.
.          Αὐτή, λοιπόν, ἡ θεία ἀποκάλυψι, ποὺ γίνεται στοὺς ἁγίους, ὅπως ἔγινε στὸν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστι. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τονίζουμε, πὼς πηγὴ τῆς πίστεώς μας εἶναι ἡ Θεία Ἀποκάλυψι.

.        4. Ἡ «ὀρθὴ πίστι», λοιπόν, ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς θεουμένους, ὅπως εἶναι οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι, ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τους, γνωρίζουν ὅλη τὴν θεολογία, ὅλα τὰ δόγματα.
.          Ἡ στρατευομένη ὅμως τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς προκρίτους, τοὺς Ἁγίους, ποὺ ἔφθασαν ἤδη στὴν θέωσι, ἔχει σὰ μέλη καὶ κείνους ποὺ ἀγωνίζονται ἀκόμη νὰ φθάσουν. Κανένας ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ φθάση, χωρὶς τὴν ὀρθόδοξη πίστι.
.             Πῶς ὅμως, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀξιώθηκαν τῶν «θείων ἀποκαλύψεων», θὰ πληροφορηθοῦν τὴν ὀρθόδοξη πίστι;
.           Στὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου, ποὺ μᾶς περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ὅταν ὁ πλούσιος παρακάλεσε τὸν Ἀβραὰμ νὰ πέμψη τὸν Λάζαρο στοὺς ἀδελφούς του καὶ νὰ τοὺς πληροφορήση τί συμβαίνει μετὰ τὸν θάνατο, ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησε: «Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας˙ ἀκουσάτωσαν αὐτῶν». Δηλαδή, ἐδῶ θέλει νὰ μᾶς διδάξη ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, πὼς ὅσοι δὲν ἔχουν ἀξιωθῆ τῶν θείων αὐτῶν ἀποκαλύψεων, εἶναι ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποδέχωνται τὴν πίστι αὐτῶν ποὺ ἔλαβαν τέτοιες «θεῖες ἀποκαλύψεις», ὅπως ἦταν, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
.            Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔφθασαν στὴν τελειότητα, τὴν θέωσι κι ἑπομένως δὲν τοὺς «ἀπεκαλύφθη» ἡ ὀρθὴ πίστι, πρέπει ν’ ἀκολουθοῦν πιστὰ τὴν «αὐθεντία» τῶν θεουμένων, δηλ. τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων.
.        Ἐδῶ ὅμως γεννᾶται ἕνα πρόβλημα. Πῶς οἱ θεούμενοι θὰ μεταδώσουν στοὺς μὴ θεουμένους τὴν ὀρθὴ πίστι, ποὺ τοὺς ἀπεκαλύφθη, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι «ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι»;

ΠΗΓΗ: «Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια» τ. 85, 16.04.1980
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

συνεχίζεται

 

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ καὶ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ (Τοῦ Ἀρχιεπ. Σινᾶ)

Ὀρθοδοξία καὶ Παράδοσι
τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σινᾶ, Φαράν καὶ Ραϊθὼ κ. Δαμιανοῦ

Α΄
Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία

.         Ὀρθοδοξία σημαίνει ὀρθὴ πίστι. Ποιὰ εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ «ὀρθὴ πίστι»;
.      1. Ἡ πίστι στὸν ἀληθινὸ Θεὸ δὲν εἶναι σοφία ἀνθρώπινη. Δὲν εἶναι προϊὸν ὡραίων καὶ βαθυστόχαστων συλλογισμῶν καὶ σκέψεων. Δὲν εἶναι κἂν ἐφεύρημα ἀνθρώπων. Δὲν ἀνακάλυψαν ἄνθρωποι τὴν ὕπαρξι καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
.          Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς «ἀπεκάλυψε» καὶ «ἐφανέρωσε» τὸν Ἑαυτό του στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ «ἀποκάλυψι» αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἀπὸ τὸν Χριστό, «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Ἔγινε, ὄχι μόνο στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπου ἔχουμε τὴν σάρκωσι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν «φανέρωσι» τῆς θεότητός Του μὲ τὴν θεία διδασκαλία καὶ τὰ θαύματά Του καὶ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα δόξα Του στὴν Βάπτισι, στὴν Μεταμόρφωσι, τὴν Ἀνάστασι, ἀλλὰ καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη.
.          Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐμφανίζεται στοὺς Προφῆτες καὶ συνομιλεῖ μαζί τους, τοὺς λέει τί νὰ ἐξαγγείλουν στὸν περιούσιον λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἰσραήλ. Ὁ Χριστὸς εἶναι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Κύριος, ὁ Κύριος τῆς Δόξης, ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Ἄγγελος τῆς δόξης, ὁ Κύριος Σαβαώθ, ὁ Ὤν, ὁ Θεὸς Ἀβραάμ, ὁ Θεὸς Ἰσαάκ, ὁ Θεὸς Ἰακώβ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος κ.λπ.

.            2. Ἡ «θεία Ἀποκάλυψι» ἔγινε σὲ ἀνθρώπους. Σὲ ποιοὺς ὅμως ἀνθρώπους; Σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους; Ὄχι. Δὲν «ἀποκαλύπτεται» ὁ Θεὸς σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν εἶναι ἱκανοὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ δοῦν τὸν Θεὸ ν’ «ἀποκαλύπτη» τὸν Ἑαυτό Του. Ἡ μεγαλύτερη τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο εἶναι νὰ δῆ τὸν Θεό, χωρὶς νὰ εἶναι προετοιμασμένος νὰ τὸν δῆ. Γι’ αὐτὸ ὁ κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ προετοιμάζεται κατάλληλα, νὰ φθάση στὴν τελειότητα, στὴν ἁγιότητα, τὴν θέωσι, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ δῆ τὸν Θεό, χωρὶς νὰ πεθάνη. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ φθάνει σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ κατάστασι, εἶναι ὁ «θεούμενος», ἔγινε κατὰ χάριν Θεός. Στὴν κατάστασι αὐτὴ μπορεῖ νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ τάφου, προτοῦ πεθάνη.
.          Ὁ Θεός, λοιπόν, «ἀποκαλύπτει» καὶ «φανερώνει» τὸν Ἑαυτό Του μόνο σ’ ὅσους ἀνθρώπους ἔχουν φθάσει στὴν ἁγιότητα, τὴν θέωσι. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ», λέει ὁ Κύριος, «ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὅψονται». Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ καθαροί, οἱ τέλειοι, οἱ θεούμενοι; Εἶναι οἱ ἅγιοι.
.        Ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας γράφει: «Δεῖ ἐπαγωνίσασθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ πίστει τοῖς ἁγίοις». Ἡ πίστι δηλαδή, λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας, παρεδόθη ὄχι σὲ κάποιους, ἀλλὰ σὲ ἁγίους. Σὲ ἀνθρώπους, δηλ., κατὰ χάριν Θεούς. Ἀνθρώπους χωρὶς ἐπίγειες ἐπιδιώξεις, ἀνθρώπους μὲ ταπείνωσι κι ὅλες τὶς ἀρετές.

.       3. Τί «ἀποκαλύπτει» ὁ Θεὸς στοὺς ἁγίους; «Ἀποκαλύπτει» καὶ «φανερώνει» τὴν θεότητά Του. Τὰ «μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν», δηλαδὴ ἀποκαλύπτει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ὅλη τὴν «θεολογία». Ὅλην τὴν πίστιν.
.         Αὐτὰ ὅμως τὰ πράγματα, ποὺ βλέπουν οἱ ἅγιοι νὰ τοὺς ἀποκαλύπτη ὁ Θεός, εἶναι πράγματα «ἀπερίγραπτα». Δὲν μοιάζουν μὲ τίποτε ἄλλο. Κι εἶναι φυσικό, γιατί δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ὁμοιότητα μεταξὺ «κτιστῶν», ποὺ εἶναι ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν «ἀκτίστων», ποὺ εἶναι ὁ Θεός.

ΠΗΓΗ: «Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια» τ. 85, 16.04.1980
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

συνεχίζεται

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΕΦΕΥΡΕΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ»

Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ Τόμος Α’
(π. Ἰω. Ρωμανίδου)

(βλ. σχετ. α´ μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/12/11/ἐμπειρικὴ-δογματική/)

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγὴ

Βιογραφικὰ καὶ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Α´
Δόγμα καὶ ἠθικὴ

1. Τὸ δόγμα

α) Ὁρισμὸς τοῦ δόγματος
β) Δόγμα καὶ μυστήριο
γ) Τὸ δόγμα ὡς ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας καὶ ὡς ὁδηγὸς στὴν ἐμπειρία
δ) Ὁ ἀντιαιρετικὸς καὶ θεραπευτικὸς σκοπὸς τοῦ δόγματος
ε) Δόγμα καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ
ϛ) Ἐξέλιξη τῶν δογμάτων
ζ) Δόγματα καὶ φιλοσοφία
η) Ὁ θεραπευτικὸς χαρακτήρας τοῦ δόγματος ὡς βάση τοῦ διαλόγου μὲ ἄλλες Ὁμολογίες
θ) Σύνδεση τοῦ δόγματος μὲ τὴν ἠθικὴ – ἀσκητικὴ

2. Ἡ ἠθικὴ

α) Φιλοσοφική, θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἠθικὴ
β) Χριστιανικὴ ἠθικὴ
γ) Ἡ ὀρθόδοξη ἠθικὴ ὡς ἀσκητικὴ

Β´
Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἡ ἀξία τῆς ἐμπειρίας – πείρας

2. Ἡ ἐμπειρία ὡς βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας

3. Ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία

4. Ἐμπειρία καὶ εἴδη ἐμπειριῶν

5. Γνήσια ἐμπειρία

6. Μεταφορὰ τῆς ἐμπειρίας

Γ´
Οἱ φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως

1. Θεούμενοι

α) Ὁρολογία
β) Θεοπτία – θεολογία τῶν θεουμένων

2. Ἡ ἑνότητα Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ ἁγίων

3. Προφῆτες

α) Οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης
β) Τὸ προφητικὸ χάρισμα

4. Ἀπόστολοι

α) Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων
β) Ἀποστολικὴ ζωή, παράδοση καὶ διαδοχὴ

5. Πατέρες

α) Τὸ ἔργο τῶν Πατέρων
β) Ἡ θεόπνευστη θεολογία τῶν Πατέρων
γ) Πατερικὴ περίοδος

6. Ἅγιοι

α) Ποιὸς εἶναι ἅγιος
β) Ἡ ἐμπειρικὴ δύναμη τῆς πίστεως

Δ’
Τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἄρρητα-ἄκτιστα ρήματα καὶ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα

α) Διάκριση μεταξὺ ἀρρήτων ρημάτων καὶ κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων
β) Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα
γ) Ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρρήτων-ἀκτίστων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα
δ) Ἀπὸ τὰ κτιστὰ ρήματα στὰ ἄρρητα ρήματα

2. Ἡ «Παρακαταθήκη τῆς πίστεως»

3. Ἁγία Γραφὴ

α) Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀποκάλυψη
β) Ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς
γ) Συντηρητικὸς καὶ φιλελεύθερος
δ) Ὁ σκοπὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς

4. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη

α) Ἡ ἀξία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
β) Σχέσεις μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης
γ) Διαφορὰ μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης

5. Ἱερὰ Παράδοση καὶ παραδόσεις

α) Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση
β) Ἡ οὐσία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως
γ) Μετάδοση τῆς παραδόσεως
δ) Παράδοση καὶ παραδόσεις
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἀστρονομίας καὶ ἰατρικῆς

Ἐπίμετρον

Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ, Τόμος Α´
Ἐπίμετρον

Στὰ κεφάλαια ποὺ προηγήθηκαν καὶ θὰ διασαφηνισθοῦν καλύτερα στὸν ἑπόμενο τόμο, παρουσιάσθηκε ἡ ρωμαλέα θεολογικὴ σκέψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ποὺ συνέδεσε τὴν δογματικὴ μὲ τὴν ἀσκητική, τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴν ἐμπειρία, τὴν Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὴν πανεπιστημιακὴ καθέδρα μὲ τὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀσκητοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ζωὴ ποὺ μπορεῖ νὰ βιωθῆ σὲ ὅλους τοὺς χώρους, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, στοὺς ὁποίους ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ἀνταποκρίνονται στὴν ἐνέργειά Του.

Ὡς ἐπιλεγόμενα θὰ καταγράψω τέσσερα ἐνδιαφέροντα σημεῖα, ποὺ συναντᾶ κανεὶς στὸν λόγο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη.

1. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται στὴν θεία Εὐχαριστία, στὸ δόγμα καὶ τὴν προσευχή. Δν μπορε ν πολυτοποιται καμμία π τς τρες ατς πλευρς τς κκλησιαστικς ζως οτε κα ν ατονομται π τς λλες. Ὁ Andrew Sopko, στὴν μελέτη του γιὰ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἔδειξε ὅτι ἡ σκέψη του ἐκινεῖτο στὴν ὀρθόδοξη προοπτική. Ὁ π. Ἰωάννης συμπλήρωσε ἀπόψεις ἄλλων, οἱ ὁποῖοι στήριζαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν θεία Εὐχαριστία ἢ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ καὶ στοὺς δύο μαζί, μὲ τὸ νὰ παρουσιάση ἐπαρκῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης), τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς προσευχῆς, ἰδίως τῆς νοερᾶς-καρδιακῆς προσευχῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν δοξασμό. Ἔτσι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔχει μία πληρότητα ποὺ ἀναπαύει τὸν ἄνθρωπο.
Στν θεία Εχαριστία παρευρίσκονται μέλη τς κκλησίας ποὺ βαπτίσθηκαν κα χρίσθηκαν κα στος ποίους νεργοποιεται τ χάρισμα ατ μ τν σκηση κα τν προσευχή. πίσης, στν θεία Εχαριστία μολογεται τ Σύμβολο τς Πίστεως (δόγματα) κα κούγεται λόγος περ τς ποκαλύψεως, ποὺ περιλαμβάνεται στν Παλαι κα τν Καιν Διαθήκη, ρμηνεύεται ατς ποκαλυπτικς λόγος π τν πίσκοπο, ποος φείλει ν εναι προφήτης-διδάσκαλος κα χι πλς προεστς τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Ἄλλωστε οἱ δύο μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαοὺς ἄκουγαν τὸν Ἴδιο τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ –χωρὶς ἀκόμη νὰ Τὸν ἀναγνωρίσουν– νὰ τοὺς διερμηνεύη «ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ», «ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν». Κατὰ τὴν διαδικασία αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας φλεγόταν ἡ καρδιὰ τῶν μαθητῶν, γι’ αὐτὸ ἀργότερα εἶπαν: «οὐχὶ ἡ καρδία ἠμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;». Στὴν συνέχεια Τὸν ἀναγνώρισαν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Δείπνου ὅταν ἔλαβε τὸν ἄρτον, τὸν εὐλόγησε «κα κλάσας πεδίδου ατος» (Λουκ. κδ’, 13-25). Ατ σημαίνει τι πορεία τν Χριστιανν πρς τν γνώση το Θεο, κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας, περν μέσα π τν καύση τς καρδίας, ποὺ γίνεται μ τν νέργεια το Λόγου το Θεο, κατ τν διδασκαλία, λλ κα τν προσευχή. Χωρς ατν τν πνευματικ καύση τς καρδίας δν ναγνωρίζεται ναστς Χριστς κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας.

2. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ π. Ἰωάννης, δὲν εἶναι μιὰ ζωὴ ποὺ προσέλαβε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ ἄλλες παραδόσεις –ἰνδουϊστική, φιλοσοφική, σουφικὴ– ἀλλὰ εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. συχαστικ παράδοση, μ λλα λόγια, δν φευρέθηκε π τος Πατέρες σ διάφορες ποχές, λλ εναι γνήσια ζω τν φίλων του Θεο, εναι δρόμος πρς τν θέωση κα τν γιασμό.

Αὐτὴ ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ τρεῖς ὅρους, ἤτοι κάθαρση, φωτισμό, θέωση. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀνακάλυψη μερικῶν Πατέρων ἢ διδασκάλων, ἀλλὰ γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ ἀνευρίσκεται στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ὑποδείχθηκε ἀπὸ τὸν ἄσαρκο καὶ σεσαρκωμένο Λόγο καὶ ἀπὸ τoὺς φίλους Του, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν σὲ κοινωνία μαζί Του.
Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν παρουσιάζεται μόνον αὐτὴ ἡ ζωή, ἀλλὰ καὶ οἱ ὅροι-λέξεις: «κάθαρση», «φωτισμός», «δοξασμὸς-τελείωση». Στοὺς Πατέρες, ὁ ὅρος «δοξασμὸς-τελείωση» λέγεται «θέωση». Μπορεῖ κανεὶς νὰ παρουσιάση πάμπολλα ἁγιογραφικὰ χωρία γιὰ νὰ τὸ στηρίξη αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς ὅρους αὐτοὺς τοὺς χρησιμοποίησε ὁ Ὠριγένης –ποὺ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία– ἢ οἱ μαθητές του, δὲν ἔχει μεγάλη σημασία, ὅταν ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, ὡς πνευματικὸς ὀργανισμός, υἱοθέτησε αὐτὴν τὴν ὁρολογία. Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως στὰ δόγματα υἱοθέτησε τὴν ὁρολογία τῶν φιλοσόφων, χωρὶς νὰ θεωρῆται ὅτι ἡ θεολογία μετατράπηκε σὲ φιλοσοφία, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν μέθοδο τῆς θεώσεως ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε ὅρους, ὅπως κάθαρση, φωτισμός, θέωση, χωρὶς νὰ θεωρῆται αὐτὴ ἡ παράδοση «ὠριγενιστική».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σὲ ἐπιστολή του στὸν Πρεσβύτερο Εὐλόγιο μεταξὺ ἄλλων γράφει: «ὅτι οὐ πάντα ὅσα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν καὶ παραιτεῖσθαι χρή· πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὧν καὶ ἠμεῖς ὁμολογοῦμεν». Ὅσοι ὅμως ἔχουν διαφορετικὴ ἄποψη, προσβάλλουν καὶ τοὺς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες, τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ κλπ., τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία κατέταξε σὲ περίοπτη πνευματικὴ θέση καὶ καταδίκασε ὅσους ἀντιδροῦσαν στὴν διδασκαλία τους.
Ἀκόμη δὲ καὶ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ σώματος τοῦ ἡσυχαστοῦ κατὰ τὴν ἐξάσκηση τῆς εὐχῆς, τὰ λόγια της εὐχῆς καὶ ὁ τρόπος συγκεντρώσεως τοῦ νοῦ, ὅπως ἀνέλυσε διεξοδικὰ καὶ θεολογικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνευρίσκονται σὲ διάφορα χωρία τῆς Παλαιᾶς ἢ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐντοπίζονται στοὺς ἀρχαίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδοθοῦν σὲ ἔξωθεν ἐπιδράσεις.

3. Βεβαίως, γιὰ νὰ καταγραφῆ ἡ δογματικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση, οἱ ἅγιοι Πατέρες δανείσθηκαν ὅρους τῆς ἐποχῆς τους, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τοὺς χρησιμοποιοῦσαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ «ἐξελληνισμένου Χριστιανισμοῦ». Ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὑπάρχει χαώδης διαφορὰ μεταξὺ ρήματος καὶ νοήματος. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Κν τις τν Πατέρων τ ατ τος ξω φθέγγηται, λλπ τν ρημάτων μόνον· π δ τν νοημάτων, πολ τ μεταξύ· νον γρ οτοι, κατ Παλον, χουσι Χριστο, κενοι δέ, εμή τι κα χερον, ξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». π τ χωρίο ατ φαίνεται καθαρ τι πάρχει διαφορ μεταξ νοημάτων κα ρημάτων. Τὰ νοήματα εἶναι ἀποκαλυπτικά, τὰ δὲ ρήματα προσλαμβάνονται ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ αὐτά, ἐφ’ ὅσον υἱοθετοῦνται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ κατοχυρώνονται ἀπὸ Συνόδους, εἶναι ὀρθόδοξα.
Ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ ἐντοπίζουμε ἐπηρεασμοὺς τῶν Πατέρων ἀπὸ διάφορες ἄλλες χριστιανικὲς καὶ ἐξωχριστιανικὲς παραδόσεις, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μιὰ τέτοια ἑρμηνεία εἶναι ὑπονόμευση τῆς ὅλης ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας. Οὔτε μποροῦμε νὰ ἀποδίδουμε χαρακτηρισμοὺς στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς «ὠριγενίζουσα», «εὐαγριανή», «μακαριανή» κλπ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπάρχει πλούσια μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅσοι ζοῦν πραγματικὰ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνουν τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν διαφυλάσσουν ἐνεργοῦσα, αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἴδια παράδοση, τὴν ἴδια ἐμπειρία.
Ἑπομένως, ἡ γνήσια ἡσυχαστικὴ ζωὴ ἀνευρίσκεται στοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Πατέρες καί, γενικά, σὲ ὅλους τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Μιὰ διαφορετικὴ ἑρμηνεία εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση διαβρωτικὴ καὶ ὑπονομευτικὴ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

4. Τίθεται θέμα ἑρμηνείας τῆς διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γιὰ παράδειγμα κάθε γνήσια ἑρμηνεία τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων (ἰατρῶν, μαθηματικῶν, φυσικῶν κλπ.) γίνεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους ἐπιστήμονες τῶν εἰδικοτήτων αὐτῶν, δηλαδὴ ὁ ἰατρὸς καταλαβαίνει τὸν ἰατρό, ὁ μαθηματικὸς τὸν μαθηματικό, κ.ο.κ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος καταλαβαίνει τὸν ἅγιο καὶ ἡ καλύτερη ἑρμηνευτικὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων δὲν γίνεται ἀπὸ φιλοσοφοῦντες στοχαστές, οὔτε ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ ἁγίους ποὺ βιώνουν τὴν ἴδια εὐαγγελικὴ ζωὴ μὲ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιχειρουμένη ἑρμηνεία μὲ διαφορετικὲς προϋποθέσεις εἶναι ἐσφαλμένη. Εἶναι ὡσὰν οἱ μάρτυρες τοῦ Γιεχωβᾶ καὶ οἱ ποικιλώνυμες παρατάξεις τῶν Προτεσταντῶν νὰ ἑρμηνεύουν τὴν Ἁγία Γραφή.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ μελέτησε φιλοσοφία, γνώρισε τὴν ἀλλοίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Δύση, ὅπως ἐπίσης γνώρισε καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τῶν ἀληθινῶν ἡσυχαστῶν, διέφυγε τὸν κίνδυνο τῶν παρερμηνειῶν καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν αὐθεντικότητα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή· εἶναι ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀφείλουμε στὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη μεγάλη εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ ἡ διδασκαλία του εἶναι ὀρθόδοξη καὶ στηρίζεται σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἡ δὲ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία –ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ– ἔχει κατοχυρωθῆ ἀπὸ τὶς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος (1341-1351). Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸν Συνοδικὸ Τόμο τοῦ 1347, ἀφοῦ ἀφορίσθηκε καὶ ἀποκηρύχθηκε ὁ Βαρλαάμ, στὴν συνέχεια γράφεται:

«λλ κα ε τις τερος τν πάντων τ ατ ποτ φωραθείη φρονν λέγων συγγραφόμενος κατ το ερημένου τιμιωτάτου ερομονάχου κυρο Γρηγορίου το Παλαμ κα τν σν ατ μοναχν, μλλον δ κατ τν ερν θεολόγων κα τς κκλησίας ατς, τ ατ κα κατ’ ατο ψηφιζόμεθα κα τ ατ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (φορισμν κα ποκήρυξιν), ετε τν ερωμένων εη τις, ετε τν λαϊκν. Ατν τοτον τν πολλάκις ρηθέντα τιμιώτατον ερομόναχον κρ Γρηγόριον τν Παλαμν κα τος ατ συνάδοντας μοναχούς… σφαλεστάτους τς κκλησίας κα τς εσεβείας προμάχους κα προαγωνιστὰς κα βοηθος ταύτης ποφαινόμεθα… Κα νθεσμος δι πάντων κα κανονικ ατη ψφος κα πόφασις κίνητος ες αἰῶνα, Χριστο χάριτι, τν σύμπαντα διατηρηθήσεται».

Τὸ ἴδιο ἐπαναλήφθηκε καὶ στὸν Συνοδικὸ τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, ἡ ὁποία ἀπὸ Ὀρθοδόξους ἔχει θεωρηθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἡ θεολογία τοῦ ἡσυχασμοῦ, ὡς διδασκαλία, ὁρολογία καὶ μεθοδολογία, εἶναι κατὰ πάντα ὀρθόδοξη, ἡ δὲ ἄρνησή της ἀντιβαίνει στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστᾶ αἵρεση.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Ἱ. Μητροπόλ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ.172, Νοέμβριος 2010

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε