Ἄρθρα σημειωμένα ὡς “καινός ἄνθρωπος”

«ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΘΕΟΣ», Τὸ ἄγνωστο μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.

Τ γνωστο μήνυμα τν Χριστουγέννων: ν γίνεις θεός!

Ἀπὸ τὸν Θ. Ι. Ρηγινιώτη, θεολόγο

.         Ποιό εἶναι τὸ νόημα καὶ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων, ἂν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ λαμπερὰ περιτυλίγματα, τὰ φωτάκια καὶ τὸν καταναλωτισμό; «Ἡ ἀγάπη» ἀσφαλῶς θὰ ποῦν ὅλοι. Εἶναι μέρες ἀγάπης. «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη»: αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.
.                 Ἂν καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ βασίζεται σὲ μία μεγάλη ἀλήθεια (ἡ ἀγάπη πράγματι εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν καὶ πράξεων, ὅταν γίνονται σωστά), ὅμως κι αὐτὴ ἡ ἀπάντηση δὲν φτάνει στὸ βάθος καὶ στὴν ἀλήθεια τῆς ἑορτῆς, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ πνευματική μας κληρονομιὰ καὶ ὅπως τὴν ἐκφράζουν οἱ ἅγιοι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλοι καὶ ἅγιοι ποιητὲς καὶ μουσικοὶ ποὺ ἔγραψαν τὰ μουσικὰ ἔργα (κανόνες, κοντάκια, ἄλλα τροπάρια) ποὺ ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία τὴ μέρα τῆς γιορτῆς.

Σύμφωνα μὲ ὅλους αὐτούς, τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων εἶναι: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

.           Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος (σύμφωνα μὲ τοὺς χριστιανοὺς) τὸ ξέρουν καὶ τὸ καταλαβαίνουν, σὲ γενικὲς γραμμές, ὅλοι: ὁ Θεὸς εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα. Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα (ποὺ εἶναι κι αὐτὸς Θεός), πῆρε ἀνθρώπινο σῶμα (ΚΑΙ ψυχὴ) καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, δίδαξε τὴν ἀγάπη καὶ σταυρώθηκε, λυτρώνοντας τὸ ἀνθρώπινο γένος (ἀπὸ τί ὅμως τὸ λύτρωσε;).

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεός;

.         Ἀλλὰ τὸ δεύτερο, ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε γιὰ νὰ γίνει θεὸς ὁ ἄνθρωπος, σίγουρα πρώτη φορὰ τὸ ἀκοῦνε οἱ πιὸ πολλοὶ καὶ ἀσφαλῶς χρειάζεται ἐξήγηση.
.             Νὰ ποῦμε κατ’ ἀρχὰς ὅτι μιλᾶμε κυριολεκτικά: στ’ ἀλήθεια γίνεται θεὸς ὁ ἄνθρωπος, ὄχι συμβολικὰ ἢ μεταφορικά. Γιατί; Ἐπειδή μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ὁ Θεός, δημιούργησε μία γέφυρα ποὺ ἑνώνει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους. Ἔτσι, ὅταν κάποιος βαφτίζεται ὀρθόδοξος χριστιανός, μεταλαβαίνει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀξιοποιεῖ τὶς δυνάμεις του γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη (τὸν ἐγωισμό, τὸ μίσος, τὴν ἰδιοτέλεια, τὸ ν’ ἀγαπάει τὸ χρῆμα, τὶς ἀπολαύσεις ἢ τὴ δόξα πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους του κ.λ.π.) καὶ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα του τὴν ταπεινὴ καὶ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη (ποὺ περιλαμβάνει ὁπωσδήποτε συγχώρεση τῶν ἐχθρῶν, ἄσχετα ἂν αὐτοὶ μετανοοῦν ἢ ὄχι), τότε ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό.
.             Καί, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἡ ἕνωση αὐτὴ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἅγιος, δηλαδὴ θεὸς «κατὰ χάριν» (ἀποκτᾶ ἔντονα θεϊκὰ στοιχεῖα, ποὺ τὰ διατηρεῖ αἰώνια, χωρὶς ὅμως νὰ πάψει νὰ εἶναι ἄνθρωπος). Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι κάνουν θαύματα: ἐπειδὴ δὲν εἶναι πιὰ κοινοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἔχουν γίνει πλάσματα ἀνώτερου ἐπιπέδου: θεϊκὰ ὄντα.
.           Βέβαια οἱ ἅγιοι – τὸ ξαναλέω – παραμένουν ἄνθρωποι, δὲν γίνονται θεοὶ «κατὰ φύσιν». Μόνον ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς κατὰ φύσιν. Γι’ αὐτό, τοὺς ἁγίους ΔΕΝ τοὺς λατρεύουμε, δὲν εἶναι «οἱ θεοί μας», ἀλλὰ πάντα εἶναι συνάνθρωποι καὶ ἀδελφοί μας. Αὐτὴ εἶναι καὶ μία μεγάλη διαφορὰ τῶν ἁγίων ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ ὀνειρεύονται νὰ γίνουν «θεοὶ» ἐγωιστικά: ὅτι ὅλοι, λίγο πολύ, θέλουμε νὰ γίνουμε οἱ «θεοὶ» τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἔχουμε ἐξουσία καὶ δύναμη πάνω τους, ἐνῶ οἱ ἅγιοι δὲν ζητοῦν λατρεία ἀπὸ κανέναν, γιατί αὐτὸ ποὺ ἔχουν μέσα τους εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ δίψα γιὰ δύναμη καὶ ἐξουσία.
.             Καταλαβαίνετε τώρα, ἐλπίζω, γιατί ἔχει τεράστια διαφορὰ ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἀπὸ τὸ ἂν εἶναι ἁπλὰ «ἕνας σοφὸς ἄνθρωπος ποὺ μίλησε γιὰ ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη». Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, τότε δὲν ὑπάρχει ἕνωση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἄρα δὲν ὑπάρχει καὶ σωτηρία. Τελικὸς νικητὴς εἶναι ὁ θάνατος.
.               Ἀλλὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ ὑπάρχει ἁγιότητα καὶ σωτηρία, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν ἁγίων σὲ κάθε ἐποχὴ καί, φυσικά, καὶ στὴν ἐποχή μας. Οἱ σύγχρονοι ἅγιοι, ὅπως οἱ μεγάλοι Γέροντες Εὐμένιος ἀπὸ τὰ Ρούστικα, Γεννάδιος τῆς Ἀκουμιανῆς Γιαλιᾶς, Πορφύριος, Παΐσιος , Ἰάκωβος τῆς Εὔβοιας κ.π.ἄ., σύγχρονες ἁγίες ὅπως ἡ Σοφία τῆς Κλεισούρας, ἡ Ταρςὼ ἡ διὰ Χριστὸν σαλὴ κ.π.α., εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἀληθινὸς καὶ ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ πράγματι τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁγιότητα – σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ θεολόγοι λέμε «θέωση», δηλ. στὸ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

Μικροὶ καθημερινοὶ ἅγιοι

.             Νὰ ποῦμε ἐδῶ ὅτι, ἐνῶ μεγάλοι ἅγιοι εἶναι σχετικὰ λίγοι σὲ κάθε ἐποχή, ὑπάρχουν χιλιάδες «μικροὶ ἅγιοι», ποὺ ζοῦν δίπλα μας ἢ ἴσως καὶ μέσα στὸ σπίτι μας… Ἄνθρωποι γεμάτοι πίστη καὶ ταπεινὴ ἀγάπη, ποὺ συγχωροῦν εὔκολα καὶ τοὺς πάντες καὶ ἀγαποῦν τοὺς πάντες μὲ καρδιὰ μικροῦ παιδιοῦ. Ἄνθρωποι ποὺ ὑπομένουν τρομερὲς δυσκολίες, ἀλλὰ ἔχουν πάντα μέσα τους πίστη στὸν Θεό, ἀγάπη καὶ συγχώρεση (ἀνεξικακία) γιὰ τοὺς ἄλλους.
.               Ἀλλὰ καὶ πόσες μανάδες δὲν προσεύχονται γιὰ τὰ παιδιά τους μέρα νύχτα καὶ οἱ προσευχὲς αὐτὲς δὲν ὠφελοῦν τὰ παιδιά τους, χωρὶς οἱ ἴδιες – ἢ τὰ ἴδια – νὰ τὸ μαθαίνουν ποτέ… Κι αὐτὲς οἱ μανάδες, λόγῳ τῆς ἀγάπης τους, ἔχουν μία ἁγιότητα, γιατί οἱ φλογερὲς προσευχές τους, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κάνουν αὐτὸ τὸ μικρὸ θαῦμα.
.             Ἐπίσης, ἀρκετοὶ παπάδες καὶ μοναχοὶ (καλόγεροι) εἶναι μικροὶ ἅγιοι καὶ κάνουν τὸν ἀγώνα τους γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους καὶ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων μας. Ἂν κοιτάξουμε μὲ εἰλικρίνεια γύρω μας, θὰ δοῦμε σίγουρα μερικούς.
.               Ὑπάρχουν καὶ παιδιὰ ἢ ἔφηβοι, ποὺ πιστεύουν στὸν Θεό, προσεύχονται, πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται καὶ μεταλαβαίνουν – καὶ συχνὰ γίνονται στόχος τῶν ἄλλων, ὑπομένουν πόλεμο, ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πειραχτήρια τοῦ σχολείου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οἰκογένειά τους, πού… ἀνησυχεῖ γιὰ τὰ παιδιά τους, ἐνῶ ἂν ἦταν ἐγωιστικά, ἂν κοιτοῦσαν μόνο τὸ συμφέρον τους ἢ τὴ διασκέδασή τους, θὰ τὰ θεωροῦσαν φυσιολογικὰ καὶ θὰ τὰ ἀποδέχονταν εὔκολα.
.               Γενικά, κάθε σοβαρὸς χριστιανὸς ἀντιμετωπίζει προβλήματα στὴν κοινωνία, γιατί εἶναι τόσο καλός, ποὺ οἱ περισσότεροι γύρω του τὸν θεωροῦν ἀφελῆ καὶ τὸν λυποῦνται ἢ τὸν ἐκμεταλλεύονται. Αὐτὸς τὸ καταλαβαίνει καὶ πικραίνεται, ἀλλὰ πάντα συγχωρεῖ καὶ πάντα ἐπιμένει στὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Καὶ ζητάει βοήθεια ἀπ’ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ συνεχίσει ν’ ἀγωνίζεται, συγχωρώντας, πιστεύοντας καὶ ἀγαπώντας, καὶ θυσιάζοντας πολλὲς φορὲς τὸ συμφέρον του γιὰ τοὺς ἄλλους, χωρὶς ἀντάλλαγμα. Αὐτὴ ἡ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀντέξει ἕναν τόσο μεγάλο ἀγώνα…
.             Ἔτσι ὁ Χριστὸς λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο: τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ φέρνουν τὴ μοναξιά, τὸ θάνατο καὶ τὴν αἰώνια μοναξιά, ποὺ ὀνομάζεται κόλαση. Καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ἀγάπη καὶ συνύπαρξη, ποὺ φέρνει τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ὀνομάζεται παράδεισος.

Ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ Χριστοῦ

.             Ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ ἀποσκοπεῖ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς: στὴν προσωπική μας μεταμόρφωση σὲ θεία ὄντα γεμάτα ἀγάπη, ποὺ σημαίνει τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁδὸ (τὸ δρόμο) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ ὁδὸς αὐτὴ (κυριολεκτικὰ «ὁ δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος», γιὰ νὰ δανειστῶ μία φράση ἀπὸ ἄλλη συνάφεια) μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ (ποὺ εἶπε «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός», «δεῦτε πρός με», κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 6, κατὰ Ματθαῖον, ια´ 28) καὶ ἔχει ἀναλυθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους διδασκάλους τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανισμοῦ, ποὺ δίδαξαν καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ βάση τὴν ἐμπειρία τους κι ὄχι θεωρητικὲς διανοητικὲς κατασκευές.
.             Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ αὐτούς, πρῶτο βῆμα εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς μας ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπ’ ὅ,τι μᾶς προκαλεῖ ἐξάρτηση μονοπωλώντας τὴν ἀγάπη μας καὶ μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀγαπήσουμε ὁλοκληρωτικὰ καὶ χωρὶς ὅρους τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ὅλα τὰ ὄντα.
.               Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτὴ προϋποθέτει σκληρὸ ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ κρατήσει καὶ μία ὁλόκληρη ζωή. Περιέχει ἐπίσης καὶ μία παγίδα, τοποθετημένη ὄχι ἀπ’ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρώπινου γένους (τὸ διάβολο) ἢ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ εὔκολα παρασύρεται: ἡ παγίδα εἶναι τὸ ν’ ἀγωνιστοῦμε ἐνάντια στὰ πάθη μὲ κίνητρο «νὰ εἴμαστε δυνατοί», δηλ. ὑπηρετώντας καὶ τροφοδοτώντας ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη, τὸ χειρότερο, τὸν ἐγωισμό μας.
.             Ὁ ἀγώνας, ὅπως διδάσκεται στὴν πνευματική μας παράδοση, ἔχει ἀποτέλεσμα, ὅταν γίνεται μὲ ταπείνωση, ἢ μᾶλλον, γιὰ νὰ εἶμαι πιὸ ἀκριβής, ἀποσκοπεῖ ἀκριβῶς στὴν ἀπόκτηση τῆς ταπείνωσης, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐντὸς μας οὔτε ἀγάπη οὔτε φῶς. «Μία εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ταπείνωση», ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν θὰ τὸ καταλάβετε, ἄντε, ἂς πῶ καὶ τὴν ἀγάπη»… Μόνο ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει ὅσα ζητάει ὁ Ἰησοῦς στὸ κατὰ Λουκᾶν, κεφ. 6, ποὺ συνοψίζονται σὲ μία φράση: ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς καὶ παραίτηση ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ δικαιώματά μας.
.             Ὁ κόσμος ποτὲ δὲν θὰ συγχωρήσει τὸν Ἰησοῦ ποὺ δίδαξε τέτοια πράγματα – ποτὲ δὲν θὰ Τὸν συγχωρήσει ποὺ ἀποκάλυψε στοὺς ἀνθρώπους πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ τελειότητα καὶ μάλιστα πὼς αὐτὸς ὁ δρόμος περνάει ἀπ’ τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ πιστεύουν πὼς ἡ τελειότητα ἔρχεται ἀποκτώντας δύναμη, ὅπως γιὰ χιλιάδες χρόνια μᾶς εἶχε παραπλανήσει ὁ ὄφις, ἢ πὼς ἔρχεται κάνοντας ἀτομικὸ ἀγώνα, μὲ σκοπὸ καθαρὰ ἀτομικό, ὅπως μᾶς παραπλανᾶ τώρα. Γιατί ὁ Χριστός, βλέπεις, εἶπε πὼς αὐτὸς ὁ ἀγώνας γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ μὲ τὴν ἔνταξή μας στὸ πανανθρώπινο σῶμα Του, ὅπου ὅλοι μαζὶ κι ὄχι κατὰ μόνας, στηρίζοντας ὁ ἕνας τοὺς ἄλλους, κατευθυνόμαστε πρὸς τὸν Θεὸ (τὸ Φῶς – ἢ μᾶλλον «τὸ Φῶς ποὺ δὲν εἶναι Φῶς καὶ γνωρίζει τὸ ὄνομά μας», ὅπως τὸ χαρακτήρισε ὁ Νεῖλος Στράικερ, ὁ Ἀμερικανὸς βουδιστὴς ἱερέας ποὺ ἔγινε ὀρθόδοξος χριστιανὸς μετὰ ἀπὸ ἕνα πολυήμερο χριστιανικὸ βίωμα).
.             Τὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ (ἡ θεία μετάληψη, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ νηστεία, ἡ προσευχὴ καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς) εἶναι τὰ μέσα ποὺ παρέχει ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Καὶ στὴ συνέχεια εἶναι τὰ μέσα γιὰ τὴν ἐγκατάσταση μέσα μας τῆς θείας χάριτος, δηλαδὴ τῆς ἄκτιστης θείας ἐνέργειας, ποὺ σημαίνει ἐγκατάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ (κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 23) καὶ φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὴν τελειότητα.

Μήπως αὐτὰ μοιάζουν μέ… βουδιστικά;

.           Ὁ ὀρθόδοξος δρόμος πρὸς τὴν τελειότητα (τὴν ἁγιότητα, τὴ σωτηρία, τὸν παράδεισο – τρεῖς λέξεις γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα) διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς δρόμους ποὺ διδάσκει ἡ σοφία τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ οἱ διάσημες δυτικοποιημένες ἐκδοχές τους, κυρίως κατὰ τρία στοιχεῖα του:
Ὁ χριστιανὸς προσπαθεῖ ν’ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς κι ὄχι νὰ χαράξει ὁ ἴδιος τὸ δρόμο ποὺ προτιμᾶ ἢ ποὺ θεωρεῖ ὅτι «τοῦ ταιριάζει». Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει, γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ ἐγωισμός μας, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο, κατὰ τοὺς Πατέρες ἀνυπέρβλητο χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἂν καὶ ἡ πνευματικὴ πρόοδος μπορεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν παροχὴ «ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων» ποὺ κάνουν κάποιον νὰ εἶναι ἰαματικός, διορατικός, ἀδέσμευτος ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο κ.π.ἄ., ἀλλὰ καὶ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἑνότητά του μὲ ὅλα τὰ ὄντα καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μαζί τους καὶ νὰ τὰ βοηθήσει μὲ τὴν προσευχή του κ.τ.λ., τὰ χαρίσματα αὐτὰ θεωροῦνται δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ὄχι ἀνάδυση δικῶν μας ἐσωτερικῶν δυνάμεων, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ μὲ ἁπλὴ ἐξάσκηση, χωρὶς ἑνότητα μὲ τὸν Θεό. Ἐξ ἄλλου, κίνητρο τοῦ ἀγώνα δὲν εἶναι καθόλου μία τέτοια πνευματικὴ ἀνάπτυξη, ἀλλὰ ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ.
.           Ὁ χριστιανὸς ἀγωνιστὴς εἶναι «ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ», Αὐτὸν ἐπιθυμεῖ καὶ ἀπορρίπτει κάθε ἄλλη ὑπόσχεση (ἀνώτερης συνειδητότητας, σοφίας, γνώσης, εὐεργετικῶν δυνάμεων κ.τ.λ.), γιατί μπορεῖ νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσει.
.           Τέλος, οἱ χριστιανοὶ ἀγωνιστὲς καὶ οἱ ἅγιοι χριστιανοὶ διδάσκαλοι γνωρίζουν πολὺ καλὰ καὶ προειδοποιοῦν τοὺς ἀνθρώπους ὅτι μπορεῖ ἕνα πνευματικὸ βίωμα, ἐντελῶς ὅμοιο μὲ ἀγαθὸ καὶ θεϊκό, νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα δαιμονικὸ καὶ ἀπατηλό.
.             Διδάσκουν ἐπίσης τὴν ἀποφυγὴ τέτοιων παγίδων μὲ τὴν ἐπιστήμη τῆς «διάκρισης τῶν πνευμάτων». Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ ἔχοντας ἀναπτύξει στὸ ἔπακρο αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη, ἀπορρίπτουν τὶς μεθόδους τελειοποίησης τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ὡς ἀτελεῖς, ἐνῶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις διακρίνουν καὶ σκοτεινὸ ὑπόβαθρο.

ΠΗΓΗ: ἀέναη ἐπΑνάσταση

, , ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ, ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἀνακαίνιση, κατεδάφιση

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας 

.           Ὅ,τι ὑλικὸ δημιουργοῦμε σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ εἶναι φθαρτό, εἶναι πρόσκαιρο. Ὅ,τι ἀπολαμβάνουμε σήμερα ἀπὸ τὸν ὑλικό μας κόσμο κτισμένο καὶ στολισμένο μὲ τὶς προσωπικές μας εὐαισθησίες, θὰ εἶναι ὑπὸ ἀνακαίνιση ἢ καὶ ὑπὸ κατεδάφιση μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια. Καὶ θὰ εἶναι σύντομα, γιατὶ ἡ ζωή μας κυλάει ὅπως τὸ νερὸ στὸ ρυάκι. Κυλάει δημιουργώντας γύρω μας, σὲ μικρὲς ἀποστάσεις, θόρυβο ἀπὸ τὸ κελάρυσμά του, γιὰ νὰ καταλήξει, ὅμως, στὸ ἄγνωστο καὶ ἀχόρταγο μεγάλο ποτάμι ἢ στὴν ἀπέραντη θάλασσα τῆς λήθης. Γιατί, λοιπόν, νὰ θέλουμε νὰ δημιουργοῦμε θόρυβο γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά μας, θόρυβο ποὺ κρύβει ἐγωϊσμό, ἀφοῦ εἶναι σίγουρο ὅτι αὐτὸς θὰ παύσει νὰ ἀκούγεται μέσα στὴ δίνη, μέσα στὸν ἀνεμοστρόβιλο τοῦ πανδαμάτορος χρόνου;
.           Ὁραματιζόμαστε, σχεδιάζουμε, κοπιάζουμε, ξοδεύουμε, τρῶμε πολύτιμο χρόνο, δαπανοῦμε κάθε μας ἰκμάδα στὴν κατασκευὴ σπιτιῶν, στὴν ἐπίπλωσή τους μέχρι λεπτομερείας, στὴ διακόσμησή τους, στὸν ἐμπλουτισμό τους μὲ τὰ καλύτερα ὑλικὰ τῆς ἀγορᾶς, οἱ μὲν ἄγαμοι μόνο γιὰ προσωπική τους ἀγαλλίαση, πολύ προσωρινὴ ὁμολογῶ, οἱ δὲ ἔγγαμοι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προσωπική τους καὶ προσωρινὴ καὶ αὐτῶν τέρψη καὶ μὲ τὴν πρόφαση λέγοντας, ὅτι παιδιὰ μεγαλώνουμε, νὰ βροῦν κάτι ἀπὸ ἐμᾶς. Ὅλοι μας λησμονοῦμε, ὅτι «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. κγ´ 1).
.           Κανείς μας δὲν φιλοσοφεῖ τὴ ζωὴ καὶ δὲν παραδειγματίζεται ἀπὸ αὐτήν. Δὲν ἔχουμε μνήμη θανάτου, δὲν σκεφτόμαστε ὅτι σήμερα εἴμαστε ζωντανοί, αὔριο πεθαίνουμε, καὶ δὲν ἀκοῦμε στὰ αὐτιά μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας «ἃ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Δὲν ἠχοῦν στὰ αὐτιά μας οἱ ὕμνοι τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας «πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον». Καὶ τοῦτο γιατὶ τὸ μυαλό μας εἶναι σκουριασμένο ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τῆς διαπροσωπικῆς ἐπικοινωνίας μας μὲ τὸ Θεό μας, τὰ αὐτιὰ μας εἶναι βουλωμένα ἀπὸ τὸ κερὶ τῆς ἐφάμαρτης καθημερινότητος καὶ τὰ μάτια μας τσιμπλιασμενα ἀπὸ τὸ ρύπο τοῦ μάταιου ἀνταγωνισμοῦ ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ ἔλλειψη ἀξιῶν καὶ ἐπιδίωξη ἀξιωμάτων, ὥστε νὰ καταλήγει στὴ βασιλεία τῆς ἀπαξίας.
.           Ἤμουν μικρὸ παιδὶ μὲ κοντὰ παντελόνια, ὅταν στὴ γειτονιά μας, στοῦ Γκύζη, πέθανε ἕνας μεγάλος μουσικός. Θυμᾶμαι, στὴν κηδεία του ἡ ὁδὸς Μομφεράτου εἶχε γεμίσει ἀπὸ πλῆθος κόσμου καὶ οἱ τοῖχοι τοῦ σπιτιοῦ μας ἀπὸ στεφάνια στὴν «αἰώνια μνήμη του». Εἶχα ἐντυπωσιασθεῖ ἀπὸ τὴν ἀπόδοση τιμῶν στὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ καλοῦ γείτονα, ποὺ σὰν παιδὶ δὲν γνώριζα νὰ ξεχωρίζω ἀξίες. Μετά, ὅμως, ἀπὸ μία ἑβδομάδα εἶδα ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στὸ δρόμο. Τὰ μουσικά του βιβλία, οἱ σημειώσεις του καὶ ὅλα τὰ προσωπικά του ἀντικείμενα σχημάτιζαν μιὰ πυραμίδα στὴν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου προσφορὰ σὲ κάθε περαστικό, σὲ κάθε ρακοσυλλέκτη, σὲ κάθε ἄσχετο τῆς ἀξίας τῶν ἀντικειμένων καὶ τῶν γραπτῶν στοιχείων τοῦ μακαρίτη. Τὸ σπίτι εἶχε ἀδειάσει. Οἱ ἰδιοκτῆτες του ἤθελαν νὰ τὸ ἀνακαινίσουν καὶ νὰ τὸ ξανανοικιάσουν. Καὶ οἱ συγγενεῖς του δὲν εἶχαν χῶρο νὰ φιλοξενήσουν τὰ κινητά του ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἦταν ἄχρηστα. Ποῦ γνώριζαν ἐκεῖνοι ἀπὸ μουσική ἢ μουσικὲς ἀνησυχίες; Ὁ κόπος ὅλος μιᾶς ζωῆς ἑνὸς ἀγωνιστῆ ἦταν βάρος γιὰ ὅλους τοὺς ἐπιγενομένους του.
.           Στὰ χρόνια τῶν σπουδῶν μου στὴ γηραιὰ Ἀλβιώνα ἔβλεπα ὁλόκληρες περιοχές, νὰ τὶς ἔχει δεσμεύσει τὸ κράτος μὲ ταμπέλα «Ὑπὸ κατεδάφιση» καὶ ὁ κόπος καὶ ὁ ἱδρώτας ὅλων τῶν ἐνοίκων τῶν σπιτιῶν τῆς περιοχῆς αὐτῆς νὰ πηγαίνει χαμένος. Ἡ μετοικεσία τους γιὰ ἄλλη γειτονιὰ θὰ σήμαινε βέβαια καὶ καλύτερα σπίτια μὲ σύγχρονες τῆς τεχνολογίας ἀνέσεις, καθὼς τοὺς εἶχαν ὑποσχεθεῖ. Μήπως αὐτὸ δὲν συνέβη καὶ στὴν πατρίδα μας, ὅπου τὰ παραδοσιακά μας σπίτια μὲ τοὺς κήπους, τὶς αὐλὲς καὶ τὴν ἄμεση γειτνίαση καὶ κοινωνικὴ ἐπαφὴ τὰ ἀνταλλάξαμε μὲ διαμερίσματα γιὰ ἀπολαβὴ ἀνέσεων καὶ ἀγαθῶν, ὅπως κεντρικῆς θερμάνσεως, τὰ ὁποῖα δὲν εἴχαμε, ἂν καὶ ζούσαμε στὶς μονοκατοικίες μας πιὸ φυσιολογικά, πιὸ ἁπλᾶ, πιὸ κοινωνικά;
.           Ὥριμος στὴν ἡλικία ἐκτιμοῦσα πολὺ ἕνα λόγιο ἐπιστήμονα, δυστυχῶς ἐργένη, εὐλαβέστατο καὶ φιλάγιο. Ὅλη του τὴν περιουσία εἶχε δαπανήσει στὴν ἀγορὰ βιβλίων καὶ ὅλο του τὸ χρόνο στὸ διάβασμά τους. Ἦταν μελετητὴς καὶ εἶχε φόβο Θεοῦ. Καὶ γι’ αὐτόν, ὅμως, ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. Ὁ «καιρὸς ἐγγύς» (Ἀποκ. α´ 3), γιὰ τὸν καθένα μας. Ὅταν ἀποδήμησε πρὸς Κύριον, οἱ συγγενεῖς του δὲν εἶχαν κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ βιβλία καὶ μάλιστα τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ ἐκλιπόντος. Ἔτσι τὰ πολύτιμα βιβλία κατέληξαν νὰ πωληθοῦν μὲ τὸ κιλὸ καὶ νὰ ἐκτεθοῦν πρὸς πώληση στὰ παλαιοβιβλιοπωλεῖα τοῦ Μοναστηρακίου ἔναντι ἐξευτελιστικῆς τιμῆς. Ἦθελαν, βλέπετε, οἱ κληρονόμοι νὰ ἀνακαινίσουν καὶ νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὸ σπίτι!
.           Μήπως, ὅμως, καὶ ὅλοι μας τὰ πεπαλαιωμένα σπίτια μας δὲν τὰ ἀνακαινίζουμε, γιὰ νὰ τὰ καταστήσουμε πιὸ εὔχρηστα, πιὸ λειτουργικά, πιὸ ἄνετα; Καὶ ὅταν παίρνουν πρωτοβουλίες τὰ παιδιά μας, δὲν τὰ ἀνακαινίζουν ἐκεῖνα σύμφωνα μὲ τὰ δικά τους γοῦστα παραβλέποντας τὰ δικά μας σὰν ξεπερασμένα; Τέλος ὅταν βλέπουμε ὅτι τὰ οἰκονομικά μας τὸ ἐπιτρέπουν, δὲν παραδίνουμε τὰ σπίτια μας γιὰ κατεδάφιση μὲ στόχο νὰ δημιουργήσουμε κάτι καλύτερο, κάτι ποὺ νὰ ἀντέχει περισσότερο στὸ χρόνο, ἀλλὰ καὶ νὰ καμαρώνουμε ὅτι εἴμαστε ἄξιοι δημιουργίας κομπάζοντες ἀπέναντι στοὺς ἄλλους ποὺ στεροῦνται αὐτῆς τῆς δυνατότητος; Γιὰ ποιὰ ἀντοχή, ὅμως, χρόνου δὲν τὸ σκεφτόμαστε ὡς ἄφρονες νομίζοντας ὅτι τὸ μέλλον εἶναι στὸ διηνεκὲς δικό μας.
.           Ποτὲ δὲν σκεφτόμαστε ἢ πολὺ σπάνια σκεφτόμαστε ὅτι εἴμαστε φθαρτοί, ὅτι εἴμαστε «γῆ καὶ σποδός» (Σοφ. Σειρ. ι´ 9) καὶ δὲν ἤλθαμε σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὴν κατακτήσουμε καὶ νὰ μείνουμε αἰώνια ἐδῶ. Ἤλθαμε γιὰ νὰ φύγουμε. Καὶ μὲ αὐτὴ τὴ σκέψη καὶ ἡ ἀνακαίνιση καὶ ἡ κατεδάφιση μᾶς εἶναι ἀπαραίτητες. Ὄχι ὅμως οἱ ὑλικὲς ἀνακαινίσεις καὶ κατεδαφίσεις, ἀλλὰ οἱ πνευματικές, πού, δυστυχῶς, δὲν μᾶς πολυαπασχολοῦν, γιατὶ βρισκόμαστε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ, αὐτοῦ ποὺ θέλει νὰ μᾶς ρίξει στὶς παγίδες του αὐξάνοντάς μας τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα.
.           Χρειάζεται νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ἀνακαίνιση τῶν ψυχῶν μας, μὲ τὸ στολισμό τους μὲ ἀρετές, ὅπως, διάκριση, ταπείνωση, ἁπλότητα, εὐγένεια, συμπάθεια, ἐλεημοσύνη. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη, γιὰ τὸ στολισμό μας μὲ ἔνδυμα ἀφθαρσίας, μὲ ἔνδυμα γάμου, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸν οὐράνιο νυμφώνα. Ἀνακαίνιση πνευματικὴ σημαίνει φρεσκάρισμα, καὶ αὐτὸ προϋποθέτει μεταμέλεια, ἀλλαγὴ πορείας ζωῆς, μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτὴ γίνεται μὲ τὴ θεία συνέργεια, μὲ τὴ βοήθεια Ἐκείνου ποὺ ἦρθε λέγοντάς μας «ἰδοὺ ἐγὼ καινὰ ποιῶ πάντα» (Ἀποκ. κα´ 5), Ἐκείνου, δηλαδή, ποὺ ἦρθε, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Νὰ μᾶς ἀνακαινίσει ὡς ἄτομα καὶ ὡς κοινωνία μὲ τὸ λόγο Του, μὲ τὴ διδασκαλία Του, μὲ τὴ χάρη τῶν μυστηρίων Του, ἀλλὰ πάντοτε μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή μας ποὺ προϋποθέτει ὠδίνες καὶ κόπους. Ὠδίνες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἀμετανοησία, τὴ σκληροκαρδία, τοὺς πειρασμούς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄγνοια τοῦ τί εἶναι «τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ ἀγαθόν, τὸ εὐάρεστον, τὸ τέλειον» (Ῥωμ. ιβ´ 2)
.           Στὴν ἀνακαίνιση τῶν ψυχῶν καίριο ρόλο παίζει ἡ κατεδάφιση τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου, τῶν ἐπιθυμιῶν μας, τῶν παθῶν μας, τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας, τῶν συνηθειῶν μας, τῶν ἐλλατωμάτων μας, ὅλων αὐτῶν ποὺ μᾶς κρατοῦν σὲ πνευματικὴ παλαίωση, σὲ ἐξαθλίωση, σὲ σήψη ποὺ σίγουρα θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν κρήμνισή μας στὸ ἔρεβος τῆς πνευματικῆς ἀπωλείας. Καὶ στὴν κατεδάφιση αὐτὴ ἂς γνωρίζουμε ὅτι ὅσο «ὁ ἔξω ἄνθρωπος διαφθείρεται» τόσο «ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ» (Β´ Κορ. δ´ 16).
.           Ἡ ἀκτησία ποὺ μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶναι κορυφαία ἀρετὴ καὶ μᾶς προστατεύει ἀπὸ ὑλικὲς ἀνακαινίσεις καὶ κατεδαφίσεις ὁδηγώντας μας στὴ διαρκῆ ἐκζήτηση τῆς πνευματικῆς ἀνακαινίσεως μέσα ἀπὸ τὴν κατεδάφιση τῶν μεριμνῶν καὶ τῶν παθῶν μας. Ἂν τὴν εἴχαμε ἀγαπήσει στὴ ζωή μας θὰ εἴχαμε ἀποφύγει τὶς οἰκονομικὲς κρίσεις, τὶς ἔριδες μεταξὺ τῶν παιδιῶν μας γιὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὴν ἀγανάκτησή μας γιὰ τὰ χαράτσια τοῦ κράτους καὶ τὰ τεράστια ἔξοδα γιὰ τὴ συντήρηση τῶν ὑλικῶν μας ἀγαθῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸν Α´ Ὀλυνθιακὸ λόγο τοῦ Δημοσθένη «τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι». Ἂν βιώναμε τὴν ἀκτησία, θὰ ζούσαμε σίγουρα ἀπὸ ἐδῶ τὸν Παράδεισο καὶ θὰ ὁμολογούσαμε ὅτι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ´ 21). Ἂς τὴν ἀπολαύσουμε μετὰ ἀπὸ πνευματικὴ ἀνακαίνιση καὶ ἀπὸ κατεδάφιση τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπιθυμιῶν μας!

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΕΡΔΗΘΕΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ

.                   Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἠθικὸ σύστημα, ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ ἀπόλυτη αὐταπάρνηση καὶ ἐπανατοποθέτηση ἐνώπιόν του. Τὸν καλεῖ νὰ βγεῖ ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Γιὰ νὰ ὑπάρξει καινούργιος ἄνθρωπος, πρέπει νὰ νεκρωθεῖ ὁ παλαιός. Καὶ γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ καινὴ ἐν Χριστῷ ζωή, πρέπει νὰ καταργηθεῖ ἡ παλαιά. Τὸ τίμημα λοιπόν, ποὺ ὀφείλει νὰ καταβάλει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ κερδίσει τὸν ἑαυτό του, εἶναι ὁλόκληρος ὁ ἐαυτός του. Μὲ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁ ἄνθρωπος μέτοχος τῆς θείας ζωῆς.
.                   Ἀποκαλύπτει στοὺς ἀνθρώπους τὸ ὑψηλὸ ἠθικὸ ἐπίπεδο, πάνω στὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ πολιτευθοῦν. Μὲ τὴ διδασκαλία του δείχνει ὅτι τὸ νὰ εἶναι κανεὶς χριστιανὸς δὲν εἶναι κάτι ἁπλό, ἀσήμαντο καὶ παροδικό. Ἂς μὴ τὸ ξεχνᾶμε, ἡ θέση τῶν χριστιανῶν στὸν κόσμο δὲν εἶναι νὰ φαίνονται, ἀλλὰ νὰ φαίνουν. Ὁδηγητικὴ εἶναι ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἴμαστε ἐμεῖς. Οἱ χριστιανοὶ δὲν εἶναι μόνο σὰν μία περίοπτη πόλη, εἶναι καὶ σὰν τὸ λυχνάρι, ποὺ τὸ ἀνάβουν καὶ τὸ τοποθετοῦν ψηλά, γιὰ νὰ φέγγει.

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-2

Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

Μέρος Α´: «Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-1

β) Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐλευθερίας 

.               Κατά τήν ἀποκατάσταση τῆς φύσεως πού συντελέσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐπαναβρίσκει τήν ἀρχική λειτουργικότητα καί δυναμικότητά της. Ἡ σωτηρία στή χριστιανική ἀντίληψη ποτέ δέν κατανοήθηκε περιοριστικά, σάν κάτι στάσιμο καί ἀπολιθωμένο. Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ φύση ἐπανατροχοδρομεῖται σέ μιά ἀδιάπαυστα δυναμική καί ἐξελικτική πορεία. Πρόκειται γιά τήν πορεία πρός τό ἀτελεύτητο τέλος τῆς τελειότητος. Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ δέν θεραπεύει μόνο ἀπό τό κακό πού εἶχε περεισφρύσει παρασιτικά στήν ἀνθρώπινη οὐσία, παράλληλα προάγει τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο στήν τελείωσή του. Στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο παρέχονται ἄπειρες δυνατότητες δημιουργίας προσωπικῆς ἱστορίας. Αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας πού δέν πρέπει σέ καμμιά περίπτωση νά παραθεωρήσουμε.
.              Ὅταν ὁ Παῦλος προέτρεπε τούς Κολασσαεῖς νά ἀπεκδυθοῦν τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦν “τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος” (γ´ 9-10), ἐγκαταλείποντας κάθε “ἀκαθαρσίαν”, “πάθος” καί “ἐπιθυμίαν κακήν” (γ´ 5), ἤ ὅταν ζητοῦσε ἀπό τούς Ἐφεσίους “ἀνανεοῦσθαι τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν” (δ´ 23), δέν ἔδινε ὁδηγίες ἠθικῆς συμπεριφορᾶς. Κατέγραφε τό προνόμιο καί τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου τῆς Καινῆς Διαθήκης νά προχωρῆ ἐλεύθερα σέ μιά ζωή θεανθρώπινης αἰσθήσεως καί ἐπιγνώσεως. Ὑπενθύμιζε στούς ἀνθρώπους τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς κάθε ἐποχῆς, ὑπερβαλλόντως δέ ὑπενθυμίζει στούς χριστιανούς τῆς σημερινῆς, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ οἰκονομία ἄνοιξε τό δρόμο στήν προσωπική δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας, μέσα ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν ἐλευθερία του, ἀναγεννᾶται καί ἐπαναφέρει τόν ἑαυτό του στήν πρωταρχική ἑνότητά του. Ὡς κατά χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κατευθύνοντας τό αὐτεξούσιό του, νά ἐπανασυγκροτήση τή διασπασμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ὕπαρξή του.
.               Στήν πατερική παράδοση ἡ ἁμαρτία κατανοεῖται ὡς διάσπαση καί διαστροφή, ὡς τραγική ἀποδιοργάνωση καί ἀναστάτωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ, τό κακό εἶναι μιά “παρά φύσιν” κατάσταση πού ὀφείλεται στήν ἀρρώστια τῆς βουλήσεως. Ὁ [Ψευδο-]Διονύσιος στήν προσπάθειά του νά περιγράψη τή διαλυτική φύση τοῦ κακοῦ χρησιμοποιεῖ μιά ὁλόκληρη σειρά ἀπό ἀρνητικούς ὅρους: τό κακό εἶναι “ἀσυμετρία”, “ἄσκοπον”, “ἀκαλλές”, “ἄζωον”, “ἄνουν”, “ἄλογον”, “ἀτελές”, “ἀνίδρυτον”, “ἀναίτιον”, “ἄγονον”, “ἀργόν”, “ἀδρανές”, “ἄτακτον”, “ἀνόμοιον”, “ἄπειρον”. Τό κακό, αὐτή ἡ ἀποσυνθετική καί ἀλλοτριωτική τῆς ἀληθινῆς ζωῆς δύναμη, θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐναπόκειται ὅμως στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά ἐνεργήση δημιουργικά καί νά κάνη τή θεραπεία τοῦ κακοῦ προσωπική ἱστορία. Ὅταν λέμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐννοοῦμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία συναντᾶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ δηλ. μέ τήν οἰκονομία Του, σώζεται ἡ χαμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία ἐπιστρέφει στόν ἄνθρωπο, καί συνεπῶς μπορεῖ νά πορεύεται πνευματικά καί νά δημιουργῆ ἱστορία ἁγιότητος.

.               Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα τεράστιο κεφάλαιο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, γιατί ἁπλούστατα ἡ ἀνακαίνιση τῆς φύσεως γίνεται προσωπική μέ τήν ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία καί τό πρόσωπο εἶναι ἔννοιες ἀλληλένδετες. Χωρίς ἐλευθερία χάνεται τό πρόσωπο καί ἀφανίζεται ἡ καινή ζωή. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν νοεῖται ἀνακαίνιση, δημιουργική πορεία καί θεία μέθεξη. Ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωπική, ὑποθέτει δηλ. τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐπικοινωνεῖ μέ τόν προσωπικό Θεό. Τό ἀνθρώπινο ὅμως πρόσωπο ὑπάρχει καί λειτουργεῖ στή βάση τῆς ἐλευθερίας. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν ὑπάρχει πρόσωπο. Χωρίς τό αὐτεξούσιο δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, μέ ψυχή λογική. “Ἄνελε ἡμῶν τό αὐτεξούσιον καί οὔτε εἰκών Θεοῦ ἐσόμεθα, οὔτε ψυχή λογική καί νοερά, καί τῷ ὄντι φθαρήσεται ἡ φύσις, οὐκ οὖσα ὅπερ ἔδει αὐτήν εἶναι”.
.              Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ τρωθεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου θεραπεύεται, καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τίς δυνατότητες νά διορθώση τίς ψυχικές του λειτουργίες, ὥστε ἡ ψυχή νά ἐπανέλθη στήν ἀρχική κατάστασή της, ὅπως δηλ. εἶχε κτισθῆ ἀπό τό δημιουργό της. Ἡ θεραπευμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνέπεια καί προέκταση τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως. Μ᾽ αὐτή ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀπαλείψη ἀπό τή συνείδησή του ὅλες τίς μνῆμες τοῦ κακοῦ, ὅλες τίς συνήθειες καί τάσεις πού καλλιέργησε καί συντήρησε στήν ὕπαρξή του ἡ ἁμαρτία. Ἔτσι, ἡ σωτηρία δέν ἐπιβάλλεται τυραννικά, ἀλλά διοχετεύεται στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσω τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά πῆ ὅτιβουλομένων, οὐ τυραννουμένων τό τῆς σωτηρίας μυστήριον.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλεύθερος καί μέ τή βούλησή του ἀποδέχεται τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος. Ἡ θεία χάρη κατά κάποιο τρόπο ἐνσαρκώνεται ὑπαρξιακά καί πραγματικά σ’ ἐκεῖνο τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού ἡ βούλησή του τήν ἀναγνωρίζει καί τήν ἀποδέχεται. Ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, “ἡ τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησις, μυστικῶς ἐρχομένη πρός τήν ἡμετέραν ἐλευθερίαν”, ἀναγεννᾶ καί κτίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ ἀναγέννηση δέν προσφέρεται μαγικά, ἀλλά εἶναι καρπός τῆς ἀρρήτου σχέσεως χάριτος καί ἐλευθερίας. Παράλληλα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ προαίρεση εἶναι προϋπόθεση τῆς ὅποιας δημιουργικῆς προόδου καί τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀγαθό δέν εἶναι ἀκούσιο καί “κατηναγκασμένον”, ἀλλά ἀκριβῶς “κατόρθωμα προαιρέσεως”, ἐλεύθερος δηλ. προσωπικῆς συγκαταθέσεως καί ἀσκήσεως.
.               Ἡ χριστιανική ἀνθρωπολογία, ὡς ἀνθρωπολογία ἐλευθερίας, καταγράφει τή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀναχθῆ στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς. Ἡ μετοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέωση του ἀνθρώπου, αὐτό τό δῶρο τῆς χάριτος καί τῆς ἀνθρώπινης συνεργίας, νοηματοδοτοῦν καί ἀξιολογοῦν τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπαρξιακά καί φαινομενολογικά εἶχε χάσει τή λογικότητα καί τήν ἀγαθή αἴσθηση πού εἶχε σπείρει μέσα του ὁ Δημιουργός, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά δώση καί πάλι νόημα καί περιεχόμενο στήν ὕπαρξή του. Μπορεῖ ἐλεύθερα νά ξαναγυρίση στήν ἀρχική του κλήση πού ἦταν ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ, μιά κοινωνία ὄχι στατική, ἀλλά δημιουργική καί προαγωγική. Στή βιβλική θεολογία, στήν πατερική σκέψη καί στήν ἐν γένει ἐκκλησιαστική συνείδηση καί πρακτική αὐτός ὁ δρόμος περιγράφεται ὡς ἁγιότης. Ἡ κλήση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου γιά ἁγιότητα εἶναι τό σπουδαιότερο καί κυριώτερο στή ζωή του.
.               Ὁ ἄνθρωπος συνεπῶς τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά συνδεθῆ ὀργανικά μέ τό Θεό. Ὁ σύνδεσμος αὐτός εἶναι ἐκστατικός, εἶναι δηλ. προϊόν μιᾶς ἐξόδου καί μιᾶς πορείας πού καταξιώνει καί ὁλοκληρώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς κοινωνική ὀντότητα. Πρόκειται γιά τό ἀντίθετο τῆς ἐγωκεντρικῆς συσπειρώσεως καί τῆς ἀπομονώσεως. Στή ζωή τῆς ἁγιότητος, πού προσφέρει ἡ θεία οἰκονομία στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὑπάρχει ἕνας ἀκατάπαυστος δυναμισμός. Δέν ἔχει σχέση ἡ χριστιανική ἁγιότης μέ τήν αὐτάρκεια καί στασιμότητα μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς, πρόκειται μᾶλλον γιά μιά συνεχῆ ἐπέκταση, μιά ἀδιάπαυστη διεύρυνση τῶν ὁρίων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά κινῆται “κατά χάριν” συνεχῶς πρός τά ἀσύλληπτα βάθη τοῦ Θεοῦ.
.               Ὅταν οἱ Ἕλληνες Πατέρες ἀναφέρονται στή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου τῆς οἰκονομίας γιά θέωση, ἐννοοῦν ἀκριβῶς ὅτι πρόκειται γιά ἕνα γίγνεσθαι πού προσφέρεται στόν ἄνθρωπο, γιά μιά κίνηση ἀπό τό “κατ’ εἰκόνα” στό “καθ᾽ ὁμοίωσιν, ἀπό τό κτιστό στό ἄκτιστο. Βέβαια τό ὀντολογικό χάσμα πού χωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο παραμένει, μέ τήν ἔννοια ὅτι ποτέ τό κτιστό δέν ταυτίζεται μέ τό ἄκτιστο. Ἐνῶ ὅμως δέν ἔχουμε στή θέωση ταύτιση κτιστοῦ καί ἀκτίστου ἤ μετάβαση τοῦ ἀνθρώπου σέ μιάν ἄλλη ὀντική σφαίρα, τό κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνεται στή θεία ζωή. Μέ τή θέωση, μέ τή διείσδυση δηλ. στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο παραμένει μιά μοναδικά ἰδιαίτερη εἰκόνα, πού συνεχῶς ἐκλαμπρύνεται καί καταυγάζεται ἀπό τό φῶς τοῦ θείου κάλλους. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου πατερική διδασκαλία δέν ὑποθέτει σέ καμμιά περίπτωση ἀπόρριψη ἤ ὑποτίμηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Δέν ἔχουμε ἐδῶ ἀπορρόφηση καί ἐξαφάνιση τοῦ θεουμένου ἤ μετάβασή του σέ μιάν ἀφηρημένη θεία σφαίρα, ἀλλά ἀκριβῶς μεταμόρφωσή του. Ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί ὁλοκληρώνεται ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὑψώνεται δηλ. στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς, χωρίς ὅμως νά χάνη τήν ταυτότητά του. Ὁ ἄνθρωπος στήν κατάσταση τῆς θεώσεως παραμένει πραγματικά ἕνα ἰδιαίτερο καί μοναδικό κόσμημα πού φωτίζεται ἀπό τή θεία ὡραιότητα. 

γ) Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας 

.               Ἡ ἁγιότης καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου πραγματώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Παῦλος συνέδεε τό μυστήριο τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δέν τόνιζε μόνο ὅτι σ’ αὐτήν “οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος…, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος”, συγχρόνως ὑπεγράμμιζε ὅτι στήν Ἐκκλησία ὁ Χριστός εἶναι “τά πάντα καί ἐν πᾶσι” (Κολ. γ´11). Κατ᾽ ἀκρίβειαν, Αὐτός εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἡ ἀπό τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου. “Τά πάντα δι᾽ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται, καί Αὐτός ἐστι πρό πάντων καί τά πάντα ἐν Αὐτῷ συνέστηκε. Καί Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας” (Κολ. α´ 16-18).
.              Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, μέ ἁπλοποιημένο ἴσως τρόπο, ὅτι ἡ θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας ἀποβλεπει στήν ἐκκλησιαστικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἐντελέχεια, ἡ ἐκκλησιαστική τελολογία τῆς κτίσεως. Μέ τήν οἰκονομία Του ὁ Θεάνθρωπος ἀπεργάζεται τήν ἐπανασυγκρότηση καί ἐπανενότητα τῆς κτίσεως. Ἄν ἡ ἁμαρτία εἶναι διάσπαση καί διάλυση, παράλογη ἀποσύνθεση καί θάνατος, ἡ σωτηρία κατανοεῖται ὡς παλινδρόμηση στήν ἀρχική ἑνότητα, ὡς ἐπιστροφή στήν ἔνθεο πανενότητα τῆς κτίσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βάση πάνω στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ ἑνότητα τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ συνεκτική δύναμη τοῦ κόσμου. Οἱ ζωτικοί ἱστοί πού συνέχουν τήν κτίση βρίσκονται στήν πραγματικότητα καί στήν ἑνοποιό ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χωρίς τήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχη καί νά λειτουργῇ ὡς κοινωνικό ὄν καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν θά μποροῦσε νά ἔχη πρόσβαση καί συνειδητή ἐπικοινωνία μέ τό Θεό.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας βιώνει τήν ἑνότητα σέ τρία ἐπίπεδα. Πρῶτα ἔχει τήν αἴσθηση καί συνείδηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό. Μέ τήν πίστη του ἀναφέρεται στό Θεό καί ἔχει τή δυνατότητα νά μετέχη συνειδητά στίς ἐνέργειές Του. Μέσα στήν Ἐκκλησία δηλ., διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, γεφυρώνεται τό χάσμα, πού εἶχε προξενήσει ἡ ἁμαρτία μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, χρόνου καί αἰωνιότητος. Ἄν ἡ ἁμαρτία λειτουργοῦσε ὡς “μεσότοιχον” πού δέν ἐπέτρεπε “τήν προσαγωγήν… ἐν ἑνί Πνεύματι πρός τόν Πατέρα” (Ἐφ. β´ 14-18), ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καταργεῖ τό ρῆγμα πού εἶχε δημιουργηθεῖ στή σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί λειτουργεῖ ὡς συνεκτικός παράγων, ὡς ἑνοποιητική δύναμη πού προάγει διά τῆς πίστεως τά ἀνθρώπινα πρόσωπα στή θεία κοινωνία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θά σημειώση ὅτι, “σχέση ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾽ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ’ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν”.
.               Στή συνέχεια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν νοεῖται ὡς ἀπομονωμένη καί αὐτονομημένη ὀντότης, ἀλλά στή σχέση του μέ τά ἄλλα ἀνθρώπινα πρόσωπα. Ἡ ἁμαρτία δέν διέρρηξε μόνο τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου καί κατά συνέπεια διαστρεύλωσε τή σχέση ἀνθρώπου καί ἀνθρώπου. Καί ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ πάλι δέν ἀποκαθιστᾶ μόνο τή σχέση τοῦ ἀτόμου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου ἐπαναφέρει τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό συνάνθρωπό του στήν ἀρχική της καθαρότητα. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ἔχει μιάν ἄλλη κοινωνική ὑποδομή πού προσδιορίζεται ἀπό τήν ἀγαπητική ἰδιότητα. Θά πρέπει ἐδῶ νά τονίσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη δέν κατανοεῖται ἁπλῶς σάν μιά ἀρετή ἤ σάν κοινωνική μόνο συμπεριφορά, ἀλλά σάν συστατικό τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι. Μέ τήν ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καί διαπορεύεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως στό Θεό ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεως και τῆς ἐνεργείας Του εἶναι ἡ ἀγάπη, κατά εἰκονικό καί ἀναλογικό τρόπο στόν ἄνθρωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη ὑποτίθεται ὡς δομικό στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του. Διαποτίζει καί χαρακτηρίζει τό ὅλο εἶναι του. Εἶναι “ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος” (Μάρκ. ιβ´ 30).
.               Τέλος, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεανθρώπου ἐπανακτίζεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ διχασμένος καί διαταραγμένος ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ξαναβρίσκει τήν ἑνότητα τῆς αἰσθήσεως καί τῆς αὐτοσυνειδησίας του. Ἡ σκέψη του, ἡ ζωή καί τό εἶναι του ἐπανέρχονται στήν πληρότητα τῆς θεοειδοῦς ὑπάρξεως. Μέ τήν οἰκονομία, τό κακό πού ἀποσυνθέτει καί διχάζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει χάσει τήν ἰσχύ του καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὑψωθῆ σέ μιάν ἄλλη αἴσθηση τῆς ὑπάρξεώς του καί τοῦ κόσμου. Μπορεῖ νά βιώνη τήν ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου του καί νά ἔχη μιά ὁλοκληρωμένη ἀντίληψη του κόσμου. Ὅπως στό ἕνα πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου ὑπάρχουν ἑνωμένες οἱ δύο φύσεις “ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως” καί ἐκδηλώνονται στόν ἕνα φορέα πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ συνείδηση τῆς ἑνότητος μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ, μεταξύ τοῦ ἐνθάδε καί τοῦ ἐπέκεινα, μεταξύ τοῦ “ἐγώ” καί τοῦ “σύ”. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν συνθλίβεται ἀπό τήν καταστροφική καί διασπαστική δύναμη τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, ἀλλά ἔχει συνείδηση πρῶτα τῆς δικῆς του ὑπαρξιακῆς συνοχῆς καί ἑνότητος καί συγχρόνως ὁλοκληρωμένη εἰκόνα τῆς κοινωνίας καί τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑπερβαίνει τούς διχασμούς καί τήν ἐγωκεντρική ἀπομόνωση πού τοῦ ἐπέβαλε ἡ ἁμαρτία καί ἀναγνωρίζει τήν ὀργανική καί Θεανθρώπινη ἑνότητα τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ κόσμου.
.               Ἡ ὀργανική ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου παρεμβαίνει εὐεργετικά καί στήν ὅλη κτίση. Ἔτσι, ἡ ἐσχατολογική μεταμόρφωση τοῦ κόσμου δέν πραγματώνεται μηχανικά ἤ μαγικά, ἀπό μιά δύναμη πού ἔρχεται ἀπ’ ἔξω, ἀλλά περνάει μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀποκατάσταση. Ἄν ἡ φύση “συστενάζει καί συνωδίνει” (Ρωμ. η´22), καί ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἀνθρώπινης ἀκεραιότητας, μέ τήν ἐπανασυγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου ἡ κτίση ὀργανικά καί φυσικά ἐπανέρχεται στήν ἀρχική της ὁλοκληρία.
.               Ἡ αἴσθηση καί ἡ συνείδηση τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου ἔχει τεραστία σημασία γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας. Παράλληλα ἔχει τήν ἰδιαίτερη σημασία της γιά τή συνειδητοποίηση, ὅτι ἡ ποιμαντική καί ἡ ἐν γένει διακονία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀποκλειστικά μιά στρατηγική ἐργασίας, οὔτε μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν ἐξωτερική δραστηριότητα ἤ σέ προγραμματισμούς καί ἐφαρμογές γιά τή φροντίδα τῆς ἐπικαιρότητας. Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά παραγνωρίζη τίς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου στό χρόνο καί στό περιβάλλον πού αὐτός ζῆ, δέν μπορεῖ νά εἶναι, σέ καμμιά περίπτωση, ἄνευ ὅρων ὑποταγή στά κοινωνικά δεδομένα καί στούς κοινωνικούς ἐξαναγκασμούς.

[…]
ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, , ,

Σχολιάστε

«Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-1

Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

[…] Ὁ ἄνθρωπος, κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας, ἐνῶ ζῆ καί ἐπιβιώνει μέσα στήν πολλαπλότητα τῆς κοσμικῆς καί τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, στήν οὐσία συνιστᾶ “καινήν κτίσιν” (Β´ Κορ. ε´ 17). Ἐνῶ πορεύεται μέσα στήν ἀκατανόητη ἀναγκαιότητα τοῦ χρόνου καί τοῦ χώρου εἶναι ὀντότης μιᾶς ἄλλης τάξεως καί κοινωνίας. Χωρίς νά ἀρνεῖται τόν κόσμο καί τό ἱστορικό, κοινωνικό καί πολιτισμικό του περιβάλλον, ὅπως θά ἤθελε μιά μονιστική μεταφυσική ἤ ἡ μανιχαϊκή ὀντολογία, ἀνατρέπει τή γνωστή κατεύθυνση, ἀπό τή ζωή στό θάνατο, ἀφοῦ ἐν Χριστῷ “μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν” (Ἰω. ε´ 24). Χωρίς νά ἀπαρνεῖται τόν κοσμικό χῶρο στόν ὁποῖο ὑπάρχει, δρᾶ καί πορεύεται, ὁ ἄνθρωπος τῆς νέας Διαθήκης ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ζωή του “κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ” (Κολ. γ´ 2-3).
.               Μιά προσεκτική μελέτη τῶν βιβλικῶν δεδομένων μᾶς φέρνει μπροστά στήν ἔννοια τοῦ “καινοῦ ἀνθρώπου”. Ἡ ἔννοια αὐτή κατανοήθηκε στή χριστιανική παράδοση σάν ἀφετηριακό καί θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Θά μπορούσαμε ἀπερίφραστα νά ποῦμε ὅτι, ἡ χριστιανική περί ἀνθρώπου διδασκαλία δέν εἶναι στήν οὐσία ἄλλο παρά θεολογία τοῦ “καινοῦ” ἀνθρώπου. Στήν Καινή Διαθήκη καί εἰδικώτερα στή θεολογία τοῦ Παύλου ὁ “καινός ἄνθρωπος” παρίσταται ὡς προϊόν τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, ἀντιδιαστέλλεται δέ ἀπό τόν “παλαιόν ἄνθρωπον”. Εἶναι γνωστό ὅτι μέ τήν ἔννοια “παλαιός ἄνθρωπος” ὁ Παῦλος περιγράφει τόν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας (Ρωμ. ϛ´ 6. Κολ. γ´ 9), τόν “ἀπηλλοτριωμένον τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ” (Ἐφ. δ´ 18), “τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης” (Ἐφ. δ´22). Ὁ παλαιός αὐτός ἄνθρωπος παρομοιάζεται μέ “παλαιάν ζύμην”, μέ τήν “ζύμην τῆς κακίας καί πονηρίας”, πού σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι ἄχρηστη καί πρέπει νά ἀντικατασταθῆ μέ νέα ζύμη “εἰλικρινείας καί ἀληθείας” (Α´ Κορ. ε´7-8).
.               Ἡ διαλεκτική παράσταση τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου ἀνθρώπου ἔχει τρεῖς πτυχές, τρεῖς, ἄν θέλετε, ἰδιάζουσες ἀναφορές στή θεολογία τοῦ Παύλου. Κατά πρῶτο λόγο ἔχει ἕνα μυστηριακό χαρακτῆρα, χρησιμοποιεῖται δηλ. σέ σχέση μέ τό Βάπτισμα. “Ὁ παλαιός ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη” καί συνετάφη στό ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος, “ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ Παρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν” (Ρωμ. ϛ´ 3-6). Τό Βάπτισμα κατανοεῖται ὡς “λουτρόν παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου” (Τίτ. γ´ 5). Πρόκειται γιά τήν ἐν Χριστῷ ἀρχή τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ ἔνδυση τοῦ Χριστοῦ (Γαλ. γ´ 27), πού πραγματώνεται μέ τήν ὑπαρξιακή μετοχή στό θάνατο καί στήν ἀνάστασή Του. Ἔτσι, ἡ μυστηριακή σχέση ἀνάγει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο στή θεανδρική ζωή.
.               Ἀπό τό μυστηριακό κύκλο ἡ παράσταση μεταφέρεται στόν κύκλο τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ καλεῖται νά κινηθῆ ἐλεύθερα καί νά ἐγκαταλείψη “τήν προτέραν ἀναστροφήν, τόν παλαιόν ἄνθρωπον” (Ἐφ. ε´ 22). Ἡ παλαιά ζωή, τήν ὁποία πρέπει νά ἀπαρνηθῆ καί νά νεκρώση ὁ πιστός, περιλαμβάνει κάθε μορφή σαρκικῆς λαγνείας, “πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμία κακήν, καί τήν πλεονεξίαν ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρία” (Κολ. γ´ 5). Γιά νά κτισθῆ ὁ καινός ἄνθρωπος αὐτές οἱ ἐπιθυμίες καί εἰδωλολατρικές ὀρέξεις πρέπει νά φύγουν ἀπό τό σῶμα του, ὅπως φεύγει τό ἔνδυμα μέ τήν ἀπέκδυση. Ἔτσι οἱ πιστοί, “ἀπεκδυσάμενοι τόν παλαιόν ἄνθρωπον”, θά ἐνδυθοῦν, μέ τήν προσωπική τους πλέον ἄσκηση, “τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν” (Κολ. γ´ 9-10).
.               Τήν παράσταση τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου ἀνθρώπου συνδέει, τέλος, ὁ Παῦλος μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου “οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος, περιτομή καί ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός” (Κολ. γ´ 11). Ἀποτελεῖ βασικό ἀξίωμα τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου, ὅτι μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας οἰκοδομεῖται ὁ καινός ἄνθρωπος (Ἐφ. β´ 15), ὁ ὁποῖος ἔχει τή δυνατότητα νά ὑψωθῆ “εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ”, νά φθάση δηλ. στή θεία ἐπίγνωση καί νά βιώση τήν ἑνότητα τῆς πίστεως (Ἐφ. δ´ 13). Σ’ αὐτό τό μέτρο ὁ ἀπόλυτα, ὁ αὐθεντικά “καινός ἄνθρωπος” εἶναι, ὅπως σημειώνει ὁ Ἰγνάτιος, ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Ὁποῖος πραγματώνει στόν ἑαυτό του τήν ἀνακαίνωση τοῦ παλαιοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος τέμνει καί συγχρόνως ἑνοποιεῖ τήν ἱστορία, προβάλλοντας τόν καινό ἄνθρωπο στήν ἴδια τήν ὑπόστασή Του, “ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ”. Καταργεῖ τά παλαιά καί ἑνοποιεῖ τά διεστῶτα, “ἵνα τούς δύο κτίση ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον” (Ἐφ. β´11-22).
.               Τό περί “καινοῦ ἀνθρώπου” τρίπτυχο τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου, ἡ μυστηριακή σφαίρα, ἡ προσωπική πνευματική ζωή καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀποτελεῖ σταθερή βάση γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὁλοκληρωμένης χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἡ μυστηριακή θεμελίωση καί προοπτική τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ σύνδεση δηλ. τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, δηλώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑψώνεται στό θεανδρικό ἐπίπεδο, ὑπερβαίνει δηλ. τά ὅριά του καί μετέχει, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, στή θεία ζωή. Ἡ σύνδεση ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τήν προσωπική πνευματική ζωή βεβαιώνει ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ νέος τρόπος τῆς ὑπάρξεώς του δέν ἔρχεται, σέ καμμιά περίπτωση, σάν κάτι μαγικό, ἀλλά εἶναι σταθερά καρπός τῆς χάριτος βεβαίως καί ἐξ ἴσου τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Τέλος, ἡ κατανόηση καί τοποθέτηση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου στά ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀναιρεῖ κάθε ἄνομη αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου καί κλείνει τό δρόμο στίς ὀλέθριες συνέπειες μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς ἀνθρωπολογίας. 

α) Ὁ θεανδρικός ἄνθρωπος 

.               Ὁ ἄνθρωπος ὑπῆρξε ἡ πρώτη καί ἡ μοναδική μορφή βιολογικῆς ὑπάρξεως πού συνδέθηκε ὀργανικά, χάρη στήν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργία του, μέ τό Δημιουργό του. Ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ μικρός κόσμος τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ὁ “χοῦς ἀπό τῆς γῆς”, ὑπῆρξε τό μοναδικό δημιούργημα στό ὁποῖο ὁ Θεός “ἐνεφύσησε… πνοήν ζωῆς” (Γεν. Β´ 7). Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος, πού μέ τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξε μιά αὐτοτελής ὀντότης τῆς κτίσεως, μέ τήν πνοή τοῦ Πνεύματος ὑψώθηκε στή σφαίρα τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Ἡ ζωή του ἔγινε πραγματικά καί ἀληθινά θεοκεντρική. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου δέν περιορίζεται καί δέν ἐξαντλεῖται στήν ὕλη, ἀπό τήν ὁποία πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἔχει τήν ἀναφορά της στό ἀρχέτυπο κάλλος μέ βάση τό ὁποῖο δημιουργήθηκε καί τό ὁποῖο τήν προσδιορίζει. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου δέν βρίσκεται στήν ὕλη, ἡ ὁποία ἁπλῶς συνιστᾶ τήν κτιστή ὑποδομή τῆς βιολογικῆς του ὑπάρξεως, ἀλλά στό ἄκτιστο ἀρχέτυπο ἀπό τό ὁποῖο λαμβάνει τό θεῖο περιεχόμενό της. Εἶναι τό θεῖο ἀρχέτυπο πού δίνει εὐμορφία καί ὡραιότητα στόν ἄνθρωπο. Εἶναι τό θεῖο ἀρχέτυπο πού ὑψώνει τόν ἄνθρωπο στίς διαστάσεις τῆς θείας ἀπειρίας. Γίνεται ἔτσι κατανοητό ὅτι τό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ ἀθρώπου δέν προσδιορίζεται ἀπό τήν ὕλη μέ τήν ὁποία δημιουργεῖται, ἀλλά ἀπό τήν πνοή τῆς ζωῆς μέ τήν ὁποία ἡ ὑλική κτίση λαμβάνει μορφή καί δομή κατ’ εἰκόνα Θεοῦ.
.               Ἐνῶ ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ἀρχική του κλήση, ὁ ἄνθρωπος προωρίσθηκε νά ὑπάρχη σέ σχέση μέ τό Θεό, νά μετέχη δηλ. καί νά κοινωνῆ τῆς θείας ζωῆς, ἐπειδή ἡ κλήση αὐτή δέν ἀποτελοῦσε ἐπιτακτική ἀναγκαιότητα, ἀλλά ὑπέθετε τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τοῦ πλάσματος, ὁ ἄνθρωπος ἐπέλεξε τήν ὁδό τῆς ἀποστασίας. Τόσο ἡ βιβλική θεολογία, ὅσο καί ἡ πατερική ἑρμηνευτική ἀναγνωρίζουν, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀπόκλιση ἀπό τόν ἀρχικό θεῖο προορισμό εἶναι μέν καταστροφική καί ἀλλοιωτική γιά τόν ἄνθρωπο ὄχι ὅμως καί αὐτοκατάργηση καί αὐτοεκμηδένισή του. Ἡ πτώση ὁδηγεῖ στό θάνατο ὄχι ὅμως στήν ἀνυπαρξία. Ἡ κακία λεηλατεῖ καί διαστρέφει τήν ὕπαρξη σέ καμμιά ὅμως περίπτωση δέν τήν παύει. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι “παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου” (Α´ Κορ. ζ´ 31). Ὁ κόσμος πού ἀρνεῖται νά εὐθυγραμμίση τή ζωή του μέ τή ζωή τοῦ Θεοῦ θά παρέλθη, δέν θά παρέλθη ὅμως αὐτός καθ᾽ ἑαυτόν ὁ κόσμος, ἁπλούστατα γιατί πλάσθηκε ἀπό τό Θεό γιά νά ὑπάρχη.
.               Θά πρέπει νά κατανοήσουμε τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ σάν ἀνάπλαση καί ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, σάν διορθωτική κίνηση καί ἐπαναπροσανατολισμό του στήν ἀρχική κλήση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει γιά διπλή κτίση καί γιά ἐν Χριστῷ ἀνάπλαση καί ἀνακατασκευή τοῦ ἀνθρώπου. “Διπλῆν τῆς φύσεως ἡμῶν τήν κτίσιν ἐγνώκαμεν, τήν τε πρώτην καθ᾽ ἥν ἐπλάσθημεν καί τήν δευτέραν καθ᾽ ἥν ἀνεπλάσθημεν, ἀλλ οὐκ ἄν ἦν τῆς δευτέρας ἡμῶν κτίσεως χρεία, εἰ μή τήν πρώτην διά τῆς παρακοῆς ἠχρειώσαμεν. Ἐκείνης τοίνυν παλαιωθείσης τε καί ἀφανισθείσης ἔδει καινήν ἐν Χριστῷ γενέσθαι κτίσιν”.
.               Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σ’ ἕνα ἐξαιρετικά πυκνό κείμενό του, θεωρεῖ τήν ἐν Χριστῷ ἀποκάθαρση τοῦ ἀνθρώπου καί τή δεύτερη κοινωνία τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο παραδοξοτέρα καί ὑψηλοτέρα τῆς πρώτης. Ἁπλούστατα, γιατί στή δεύτερη δημιουργία ἔχουμε “καινήν μῖξιν” καί “παράδοξον κρᾶσιν”. Στή δεύτερη δημιουργία ἔχουμε τήν ὑπαρξιακή ἐμπλοκή τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, “τό ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου”, “ἡ μή κινουμένη σφραγίς” κινεῖται πρός τό κτίσμα καί τό προσλαμβάνει. Πρόκειται γιά μοναδική ἕνωση πού συνεπάγεται τή θέωση τοῦ προσλήμματος. “Ὁ ὤν, γίνεται· καί ὁ ἄκτιστος κτίζεται· καί ὁ ἀχώρητος, χωρεῖται… Καί ὁ πλήρης, κενοῦται· κενοῦται τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπί μικρόν, ἵν’ ἐγώ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως… Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολύ τῆς πρώτης παραδοξοτέραν… Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον”.
.               Ἀποτελεῖ σταθερή θέση τῆς πατερικῆς ἀνθρωπολογίας ὅτι, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ὑψώνεται στήν ἄκτιστη ζωή, ἡ φύση του παραλαμβάνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς κτίσεως πραγματώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καί ἀπ’ Αὐτόν μεταφέρεται ὡς θεανδρική πραγματικότητα καί συνείδηση, ὡς θεανδρική αἴσθηση καί ἐμπειρία στήν κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς οἰκονομίας εἶναι θεανδρικός. Μέ τήν ἔνσαρκο φανέρωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ συνδέεται ὀργανικά μέ τή θεότητα. Οἱ Καππαδόκες, καί ἰδιαίτερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, στήν προσπάθειά τους νά ἑρμηνεύσουν τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς θεραπείας καί ἀποκαταστάσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπιμένουν στήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου φυράματος. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα, μιά συγκεκριμένη καί ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Αὐτή ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως δηλώνεται ἤδη στή διήγηση τῆς δημιουργίας. Μέ τήν ἔκφραση τῆς Γενέσεως “ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον” (Α´ 27) νοεῖται ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, ὁ ἄνθρωπος ὄχι ὡς ἄτομο, ἀλλά ὡς γένος. Μέ τή δημιουργική δηλ. ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στήν ὕπαρξη “ἀθρόως” καί “ἐν κεφαλαίῳ” ὄχι ἕνα μέρος ἀλλά “ὅλον τό τῆς ἀνθρωπότητος πλήρωμα”. Ἔτσι, ὁ Ἀδάμ, “ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὅλον ἔσχεν ἐν ἑαυτῷ τῆς ἀνθρωπίνης οὐσίας τόν ὅρον, καί ὁ ἐξ ἐκείνου γεννηθείς ὡσαύτως ἐν τῷ αὐτῷ τῆς οὐσίας ὑπογράφεται λόγω”.Μόνο ξεκινώντας ἀπ’ αὐτή τήν ἀρχή τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μποροῦμε νά κατανοήσουμε γιατί μέ τήν παρακοή τοῦ Ἀδάμ ἔχασε τήν αὐθεντικότητά της ἡ φύση ὁλόκληρη, καί γιατί πάλι μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀποκαταστάθηκε τό πλήρωμα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τό ἀνθρώπινο γένος ὡς ὁλότης. Μ᾽ ἄλλα λόγια ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνοντας μιά συγκεκριμένη καί ἀτομική ἀνθρώπινη φύση προσέλαβε ὅλο τό ἀνθρώπινο φύραμα, λόγω ἀκριβῶς τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἔτσι, ὅπως στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ ἔπεσε καί ἀλλοιώθηκε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ φύση ὁλόκληρη ξαναβρῆκε τή γνησιότητα καί τό ἀρχαῖο κάλλος της. Ἡ σωτηρία συνεπῶς ὑποθέτει δύο πράγματα, πρῶτο τήν ἀδιάτμητη ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί δεύτερο τήν ὀντολογική ἕνωση τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ περί τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πατερική διδασκαλία ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν κατανόηση τῆς σχέσεως Ἐκκλησίας καί κόσμου, ὅπως ἐπίσης καί τῆς διακονίας, τήν ὁποία ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο. Ἄν δεχθοῦμε ὅτι τό ἀνθρώπινο γένος στό σύνολό του ἔχει δεχθῆ τήν εὐεργετική ἐπίδραση τῆς σαρκώσεως, ὅτι μέ τήν ἐνανθρώπηση ἔχει συντελεσθῆ μιά δομική ἀλλαγή σ’ ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, τότε εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά σέκτα τοῦ κόσμου, μιά ἀποκλειστική θρησκευτική κοινότητα, ἀλλά ἡ μικρά ζύμη πού καλεῖται νά ζυμώση ὅλο τό φύραμα (Α´ Κορ. ε´ 6). Ἄν ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἐν δυνάμει ἀποκατασταθῆ καί ἐλευθερωθῆ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, ἡ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: νά μεταφέρη στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο τή λύτρωση, ὥστε αὐτό ἐλεύθερα νά ἑδραιώση στήν ὕπαρξή του τή δεδομένη ἐν Χριστῷ θεραπεία τοῦ γένους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-2

ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, ,

Σχολιάστε