Ἄρθρα σημειωμένα ὡς καθ᾽ ὁμοίωσιν

ΑΠΟ ΤΟ “ΚΑΤ᾽ ΕΙΚΟΝΑ” ΣΤΟ “ΚΑΘ᾽ ΟΜΟΙΩΣΙΝ”

Μετάνοια: πορεία ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση

 Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ.Μ. Μεγάλου Μετεώρου

.               Ἀναφερθήκαμε στό προηγούμενο κείμενό μας στήν ἐπιτακτική ἀνάγκη τῆς βαθειᾶς, ὑπαρξιακῶς βιουμένης μετανοίας σέ αὐτή τήν τόσο κρίσιμη περίοδο πού διανύουμε. Μετάνοια εἶναι τό «κλειδί», τό «φάρμακο» ἐκεῖνο διά τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται ἡ ἐξυγίανση, ἡ κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά πάθη καί ἡ ἐπαναφορά τοῦ νοῦ του πρός τόν Θεό. Μετά-νοῶ, σημαίνει, ἀναστροφή τοῦ νοῦ μας ἀπό τήν ἀποστασία πρός τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεό. Σημαίνει τήνπορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση. Στό σημεῖο αὐτό -καί πρίν προχωρήσουμε στήν ἀνάπτυξη τῆς ἔννοιας τῆς μετανοίας- εἶναι, θεωροῦμε, ἀπαραίτητο νά ἀναφερθοῦμε καί νά περιγράψουμε συνοπτικά τό πῶς δημιούργησε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, μέ ποιά χαρακτηριστικά καί μέ ποιό σκοπό. Ποιά εἶναι τά ἰδιαίτερα χαρίσματα πού τοῦ προσέδωσε; Τί εἶναι ἡ ψυχή, τί εἶναι ὁ νοῦς, τί εἶναι ἡ λογική, τί εἶναι τό αὐτεξούσιο, πῶς ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τήν κτιστή δημιουργία καί πῶς γνωρίζει τόν Θεό.Ὅπως πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, «ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ χαρίσματα τοῦ “κατ᾿ εἰκόνα” στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ φθάσει πολὺ ὑψηλά, νὰ πετύχει μὲ αὐτὰ τὴν ὁμοίωσή του μὲ τὸ Θεὸ καὶ Πλάστη του, νὰ ἔχει μία ὄχι ἐξωτερική, ἠθικὴ σχέση μαζί Του,ἀλλὰ μία προσωπικὴ ἕνωση μὲ τὸν Δημιουργό του»
.                      Εἶναι ἴσως πολὺ τολμηρὸ -συνεχίζει ὁ φωτισμένος Γέροντας- ἀκόμη καὶ νὰ λέμε καὶ νὰ σκεπτόμαστε, ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε θεοὶ κατὰ Χάριν. Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν μᾶς τὸ ἀπέκρυψαν. Ὑπάρχει δυστυχῶς ἄγνοια στοὺς ἀνθρώπους ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Διότι νομίζουν ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι, στὴν καλύτερη περίπτωση, ἁπλῶς ἡ ἠθικὴ βελτίωσή μας, τὸ νὰ γίνουμε καλύτεροι ἄνθρωποι. Ἐνῶ ἀπό τὸ Εὐαγγέλιο,ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες, μᾶς παραδίδεται ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ νὰ γίνει δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος μόνο καλύτερος ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι, ἠθικώτερος, δικαιότερος,ἐγκρατέστερος, προσεκτικότερος. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ γίνουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ μεγάλος σκοπός, ὁ τελικὸς σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργός μας ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός; Ἡ θέωσις.Τὸ νὰ ἑνωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό, ὄχι μὲ ἕνα ἐξωτερικὸ ἢ συναισθηματικὸτρόπο, ἀλλὰ ὀντολογικά, πραγματικά» [1]
.                      Εἶναι εὐτύχημα καί εὐλογία ἐξαίρετη τοῦ Θεοῦ ὅτι στά χρόνια μας ἔχουμε πλειάδα θεωμένων ὁσίων (ὅσιοι Πορφύριος, Παΐσιος, Δανιήλ,Ἐφραίμ, Ἱερώνυμος οἱ ἁγιορεῖτες, Ἰάκωβος ὁ ἐν Εὐβοίᾳ, Ἰωσήφ καί Σωφρόνιος οἱ ἡσυχαστές, Καλλίνικος Ἐπίσκοπος Ἐδέσσης, Ἀμφιλόχιος ὁ ἐν Πάτμῳ κ.ἄ.)Τό Βιβλίο τῆς Γενέσεως, στό πρῶτο κεφάλαιο, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» δική Του, δίδοντάς του ἰδιαίτερα χαρίσματα καί ἱκανότητες καί καθιστώντας τον κορωνίδα καί βασιλέα τῆς κτίσεως. «Καί εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ὁμοίωσιν… καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς…». [2]
.                       «Καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπό τῆς γῆς. Καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν». [3]
.                      Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς δημιουργίας του ἀπό τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει τά βασικά του γνωρίσματα, λαμβάνει τήν ἰδιαίτερη ταυτότητά του, πού εἶναι τό «κατ’ εἰκόνα», καθώς καί τόν τελικό προορισμό του, πού εἶναι τό «καθ’ ὁμοίωσιν», ἡ θέωσή του, δηλαδή. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναλύοντας αὐτά τά κύρια γνωρίσματατοῦ ἀνθρώπου ἀναφέρουν ὅτι «τὸ μὲν γὰρ “κατ᾿ εἰκόνα” τὸ νοερὸν δηλοῖ καὶ αὐτεξούσιον». [4]
.                      Τό νοερόν τῆς ψυχῆς περιλαμβάνει δύο δυνάμεις τῆς ψυχῆς, τόν νοῦ καί τήν λογική. Ὁ νοῦς εἶναι ἡ θεωρητική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Μέ τόν νοῦ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό, ἀποκτᾶ τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος (ἡλογική) εἶναι ἡ πρακτική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Μέ τήν λογική ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τήν φύση καί τήν κτιστή δημιουργία.
.                 Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης «ὁ νοῦς καί ἡ λογική, ἐπειδή συνδέονται πολύ στενά μέ τήν ἐλευθερία (αὐτεξούσιο) τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ δίνουν τήν δυνατότητα νά τρέπεται μέ τήν θέλησή του τόσο στό καλό ὅσο καί στό κακό. Μόνον, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν γνώμη τουἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε εἴδους ἀνάγκη, παρατηρεῖ ὁ  Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μπορεῖ νά διατηρεῖται στήν κατά φύση ζωή καί νά προσεγγίζει τόν Θεό ἤ νά ἐκτρέπεται ἀπό τήν κοινωνία μαζί Του καί νά κατευθύνεται πρός τόν θάνατο.
.                     Δημιουργώντας ὁ Θεός ἐλεύθερο (αὐτεξούσιο) τόν ἄνθρωπο στέρησετήν δυνατότητα καί στόν διάβολο νά ἀσκεῖ βία πάνω στόν ἄνθρωπο. Ἔτσι μόνο μέ τήν πειθώ ἤ τόν δόλο [ὄχι ἀναγκαστικά] μπορεῖ ὁ πονηρός διάβολος νά ἐπηρεάσει τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί νά  τόν κάνει κοινωνότῆς ἀποστασίας του» [5].
.                     Θά πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά σημειώσουμε ὅτι τό κατ’ εἰκόνα Θεοῦ σημαίνει κατ’ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου καί μάλιστα τοῦ σαρκωμένουΛόγου τοῦ Θεοῦ. Στήν πραγματικότητα, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἐστιν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» [6], ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
.                     Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας δίνουν ἰδιαίτερη ἔμφαση στό γεγονός ὅτι τό περιεχόμενο καί ἡ ὁδός τῆς θεώσεως εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Χριστό, ἐπειδήἀκριβῶς ἡ ἕνωση μέ τό Ἀρχέτυπο εἶναι ἐκείνη πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωποστήν ὁλοκλήρωσή του. Τό Ἀρχέτυπο, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Χριστόςκαί κατά συνέπεια ὁ προορισμός του εἶναι νά ὑψωθεῖ ὡς τό Ἀρχέτυπο, νάμιμηθεῖ, δηλαδή, τίς ἀρετές καί τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ· νά φθάσει,δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήνχριστοποίησή του. Χριστοποίηση εἶναι ἡ χαρισματική μεταβολή(ἐμπλουτισμός) τοῦ κατ’εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου στό καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ,δηλαδή τοῦ Χριστοῦ, πού σημαίνει πρακτικά μετοχή στήν ἁγιο-τριαδικήζωή.
.                     Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφερόμενος στό «καθ’ ὁμοίωση»ἀναφέρει ὅτι αὐτό λέγεται «γιά τόν λόγο τῆς ἀρετῆς [πού ἔχει τήν δυνατότητα νά ἀποκτήσει] καί γι’ αὐτές τίς θεομίμητες καί θεώνυμες, [πού ἔχουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ] πράξεις. Δηλαδή σχετικά μέ τήν φιλάνθρωπη διάθεση πρός τούς συνανθρώπους του· καί μέ τό ὅτι οἰκτείρει καί ἐλεεῖ καί ἀγαπᾶ τούς συνδούλους [του] καί [τούς] δείχνει κάθε εὐσπλαγχνία καί συμπάθεια» [7].
.                     Τό «κατ’ εἰκόνα», μᾶς λέει καί πάλι ὁ  Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «τό ἔχει κάθε ἄνθρωπος, διότι τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμετάκλητα. Τό δέ“καθ’ ὁμοίωσιν” [τό ἔχουν] σπάνιοι καί μόνον οἱ ἐνάρετοι καί ἅγιοι[ἄνθρωποι], οἱ ὁποῖοι μιμοῦνται, κατά τό δυνατόν στούς ἀνθρώπους, τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ» [8]. Αὐτή θά πρέπει νά εἶναι ἡ πνευματική πορεία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, νά μιμηθεῖ τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί νά φθάσει στό«καθ’ ὁμοίωση», ἐνεργοποιώντας τά χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα»
.                     Ὁ φορέας τοῦ κατ’ εἰκόνα στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ψυχή. Ἡ ψυχή εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δημιούργημα εἶναι κτιστή. Εἶναι «οὐσία γεννητὴ», ὅπως μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης [9]. Ἡ ψυχή, λοιπόν, εἶναι κτιστή, δημιουργημένη καί ὄχι ἄκτιστη, ἀφοῦ Ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός,ὁ Ὁποῖος εἶναι ἄναρχος, ἀΐδιος, ἀπερινόητος, ἀπερίγραπτος, ἀνεξιχνίαστος,ἀθέατος, ἀνείδεος, ἄρρητος, ἀπρόσιτος, ἀνόμοιος, ἀφιλοσόφητος,ἀνέκφραστος, ἀχώρητος, καί πάντων ἐπέκεινα.
.                     Κάθε κτιστό, κάθε δημιούργημα ἔχει ἀρχή καί τέλος. Εἰδικά, ὅμως, ἡψυχή, ἐνῶ ἔχει ἀρχή καί θά ἔπρεπε, ὡς κτίσμα, νά ἔχει καί τέλος, κατά θείαβούληση, ὄχι ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι θέλησε ὁ Θεός, δέν ἔχει τέλος, εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ψυχή κτιστή κατά τήν φύση, ἀλλάἀθάνατη κατά χάριν.
.                      Ἡ ψυχή εἶναι ἐθελότρεπτη, αὐτεξούσια, ἔχει, δηλαδή, ἐλεύθερηβούληση, ἐλεύθερη προαίρεση καί ἐλεύθερη ἐπιλογή. Τό αὐτεξούσιο εἶναι ἡδυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἐξουσιάζει τόν ἑαυτό του, νά ἐπιλέγει ἐλεύθερα καί ἀβίαστα τόν τρόπο τῆς ζωῆς του καί τῆς δραστηριότητάς του. Τόσο πολύ, μάλιστα, σέβεται ὁ Θεός τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, πού, ὅπωςμᾶς ἀναφέρει τό πατερικό λόγιο, «ὁ ἄνευ σοῦ πλάσας σε (Θεός) οὐ δύναται ἄνευ σοῦ σῶσαί σε»· δηλαδή ὁ Θεός, πού χωρίς τήν δική σου συμμετοχή σέ ἔπλασε, δέν μπορεῖ, χωρίς τήν δική σου συμμετοχή, νά σέ σώσει. Τὸ αὐτεξούσιο εἶναι πραγματικά μοναδική καί μεγαλειώδης δωρεά τοῦ Θεοῦπρός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμαἀκόμη καί νά Τόν ἀρνεῖται. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας  χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο καί ὡς ἰσόθεο, φυσικά κατά χάριν. «Ἰσόθεον γὰρ ἔστι τὸ αὐτεξούσιον» [10], μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης.
.                      Ἡ ψυχή δημιουργεῖται ταυτόχρονα μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα, οὔτε πρίν οὔτε μετά τήν δημιουργία τοῦ σώματος. Δημιουργεῖται, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» [11]· μέ τήν σύλληψη,δηλαδή, τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ἔχουμε ταυτόχρονα, θείᾳ βουλήσει, καί τήν δημιουργία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία φανερώνεται καί ἐκφράζεται, καθώςἀναπτύσσεται τό ἔμβρυο καί ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ψυχή εἶναι ἐξ ἀρχῆς ὁλοκληρωμένη, δέν μπορεῖ, ὅμως, νά ἐκδηλώσει τίς ἐνέργειές της ἐξ ἀρχῆς λόγῳ τοῦ μή ἀνεπτυγμένου ἀνθρωπίνου σώματος. Οἱ ἐνέργειές της, δηλαδή, ἐμφανίζονται σταδιακά μέ τήν πρόοδο τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως. Κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, τόν συγγραφέα τῆς Κλίμακος, «κατ’αὔξησιν γὰρ τὴν τοῦ σώματος καὶ αὕτη τὰς οἰκείας ἐνεργείας διαδείκνυσι» [12], ὅσο, δηλαδή, αὐξάνεται τὸ (ἀνθρώπινο) σῶμα, τόσο φανερώνει καὶ ἡ ψυχήτὶς ἐνέργειές της.
.                     Τό σῶμα σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν ἀποτελεῖ σέκαμμία περίπτωση τήν φυλακή τῆς ψυχῆς, ἀλλά κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο εἶναι ναός τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος [13]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς λέγει ὅτι «ἡ ψυχή πάλι ἔχει συνδεθεῖ ὁλόκληρη μέ ὅλο τό σῶμα, καί ὄχι ἕνα μέρος της μ’ ἕνα μέρος του· δέν περιέχεται σ’ αὐτό ἀλλά τό περιέχει»[14]. Καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ σώματος· συνέχει τό ἀνθρώπινο σῶμα, το περιέχει, τό συγκροτεῖ, τό συγκρατεῖ καί τό ζωοποιεῖ [15]. Εἶναι, δηλαδή, καί μέσα σέ ὁλόκληρο τό σῶμα, ἀλλά ταυτόχρονα περιβάλλει ἐξωτερικά καί ὁλόκληρο τό σῶμα. Ἡ ψυχή εἶναι αὐτή πού μεταδίδει στά ὄργανα καί τίςαἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καί ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων [16].
.                     Ὁ ἄνθρωπος, στήν ὁλότητά του, ἀποτελεῖται καί ἀπό ψυχή καί ἀπόσῶμα. Οὔτε ἡ ψυχή ἀπό μόνη της, οὔτε τό σῶμα ἀπό μόνο του συνιστοῦν τόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀλλά τό συναμφότερο. Ψυχή καί σῶμα συνιστοῦν στον ἄνθρωπο μία ἀδιάρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Ἡ διάρρηξη αὐτῆς τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας σηματοδοτεῖ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

.                     Μετά τόν φυσικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή ἀναχωρώντας πρός τόνοὐρανό ἀναμένει καί ποθεῖ τήν ἐπανασύνδεσή της μέ τό σῶμα κατά την ἀνάσταση τῶν νεκρῶν στήν Δευτέρα Παρουσία, μέ τό δικό της σῶμα μέ το ὁποῖο ἔζησε στήν γῆ. Τό σῶμα, πού θά ἔχει πεθάνει, μέ ὁποιοδήποτε τρόπο καί σέ ὁποιονδήποτε τόπο, στήν γῆ, θά ἀναστηθεῖ, θά ἀναπλασθεῖ καί θά ἀνακαινιστεῖ κατά τήν μέλλουσα κρίση μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. «Αὐτός ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καί ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καί οἱ νεκροί ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον» [17].
.                     Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θά κριθεῖ ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα, ὡς ὅλοςἄνθρωπος καί πάλι, διότι αὐτό εἶναι τό δίκαιο, καθώς ὅ,τι ἔπραξε (καλό ἤ  κακό) ἡ ψυχή στήν ἐπίγεια ζωή της τό ἔπραξε μέ τό σῶμα της [18].
.                     Τό ἀνακαινισμένο σῶμα θά εἶναι πνευματικό καί ἄφθαρτο, ὄχι ὅμως καί ἄϋλο, ἀφού ἄϋλος εἶναι μόνο ὁ Θεός. Ὡς κτιστό, θά ἔχει κάποια ὑλικότητα. Θά ἔχει τίς ἴδιες διαστάσεις. Θά εἶναι διακριτό, θά ἔχει, δηλαδή, σχῆμα ἀναγνωρίσιμο (θά ἀναγνωρίζεται, δηλαδή, ποιός εἶναι ὁ καθένας). Ἡ ψυχή, πού δέν πεθαίνει ποτέ ὀντολογικά, γιατί εἶναι κατά χάριν ἀθάνατη, θάσυνδεθεῖ ξανά μέ τό δικό της ἀνακαινισμένο πλέον σῶμα καί θα  ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, καί πάλι ὁ ὅλος ἄνθρωπος. Ὅπως σημειώνει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «τό σῶμα ἐκεῖνο θά εἶναι τό αὐτό καί οὐκ αὐτό. Δηλαδή, θά εἶναι αὐτό τοῦτο τό σῶμα, πού ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά μέ ἰδιότητες διαφορετικές» [19].
.                     Τό ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο, λοιπόν, ἀνθρώπινο σῶμα θά εἶναι ἄφθαρτο καί πνευματικό καί ὄχι θνητό καί φθαρτό, ὅπως ἦταν στην βιολογική ζωή του. Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος σημειώνει ὅτι οἱ νέεςἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου μας σώματος θά εἶναι ἀθανασία, ἀφθαρσία καί ἀτρεψία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἀρρωσταίνει, δὲν θὰ πονᾶ, δὲν θὰ γερνᾶ. Οὔτε θὰ ἔχουμε καὶ τὰ λεγόμενα «ἀδιάβλητα» πάθη, ὅπως ὅτι πεινᾶμε, διψᾶμε, κουραζόμαστε κ.λπ. [20].
.                     Στό ἑπόμενο θέμα μας θά δοῦμε τήν διαίρεση τῆς ψυχῆς, τά μέρη καί τίς δυνάμεις της καί ἰδιαίτερα τήν λογική καί τόν νοῦ, τόν ὁποῖο οἱ Πατέρες ἀποκαλοῦν τό «ἡγεμονικόν τῆς ψυχῆς» [21] καί μέ τόν ὁποῖο γνωρίζουμε τον Θεό.

——————————-

  1. Ἀρχιμ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου, Ἡ θέωσις ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 14-15.
  2. Γέν. 1, 26-27.
  3. Γέν. 2, 7.
  4. Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σελ. 210.
  5. Ὁμιλία, πού ἔγινε στούς φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, Holy Cross, τῆς Βοστώνης, Η.Π.Α., τό ἐαρινό ἑξάμηνο τοῦ 2005.
  6. Κολ. α´ 15.
  7. Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Ψυχοφελής καί θαυμάσιος, Φιλοκαλία, ἔκδ. Ἱ.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Μπούρα, 2013, τόμ. Δ, σελ. 100.
  8. Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ.π.
  9. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως ὁ λόγος, PG 46, 29B, ΕΠΕ 1, σ. 228.
  10.  Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης,  Εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.N.O. IX.1, σ. 54.1-10, ΕΠΕ 10, Πατερικές ἐκδ.«Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσ/νίκη 1990, σελ. 182-183.
  1. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94:1088
  2. Ἁγ. Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, σελ. 136, σημ. 2.
  3. Κορ. Α΄, 7,19 «Ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπό Θεοῦ καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν»;
  4. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, «Ἡ δὲ ψυχὴ συνδέδεται τῷσώματι ὅλη ὅλῳ καὶ οὐ μέρος μέρει καὶ οὐ περιέχεται ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλὰ περιέχει αὐτό». ΕΠΕ 1, σ. 128.
  5. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 9, 562, PG151, 260Α.
  6. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, PG 46, 29B, ΕΠΕ 1, σ. 228.
  7. Α´ Θεσ. δ´, 16
  8. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σ. 560
  9. Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Α΄Κορινθίους Ὁμιλία ΜΑ΄, PG 61, 357, 4- 6
  10. Ἅγιος Συμεὼν Ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου, ἀπὸ τὸν Νικήτα Στηθάτο, κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Κούτσα, Ἐκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 189-193.
  11.  Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, «Ἡγεμονικὸν μὲν γὰρ ψυχῆς τε καὶ σαρκὸς νοῦς». ΕΠΕ 1, σ. 308

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

 

 

 

 

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΚΟΝΑ καὶ ΟΜΟΙΩΣΗ

Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου
«Ἄνθρωπος, ὁ στόχος τοῦ Θεοῦ»
(Ἡ ὑποστατικὴ ἀρχὴ στὸν Ἅγιο Σιλουανὸ καὶ στὸν Γέροντα Σωφρόνιο)
ἔκδ. Ἱ. Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Τ. Προδρόμου
Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 2019, σελ.164-165

ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.                 Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» Του. Ἡ εἰκόνα εἶναι ὅ,τι λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὴ μᾶς καθιστᾶ ἐλεύθερα καὶ λογικὰ ὄντα μὲ τὴ δυνατότητα νὰ Τὸν γνωρίσουμε. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὁμιλίες του λέει ὅτι, ἐπειδὴ φέρουμε ἔμφυτη τὴν εἰκόνα αὐτή, εἴμαστε πλασμένοι νὰ δεχθοῦμε τὸν εὐαγγελικὸ λόγο Του. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἐν ὄψει τῆς ἐπερχόμενης εὐαγγελικῆς ἀποκαλύψεώς Του. Δηλαδὴ τὸν δημιούργησε κατὰ τὴν εἰκόνα Του μὲ τὴ δυνατότητα νὰ ἀσπασθεῖ την εὐαγγελικὴ ἀποκάλυψη, τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου. 
.                   Συνεπῶς, ἡ εἰκόνα εἶναι ὅ,τι λάβαμε κατὰ τὴν γέννηση, ἐνῶ ἡ ὁμοίωση εἶναι ὅ,τι ἀποκτοῦμε σὲ συνεργασία μὲ τὸν Θεό. Ἡ ὁμοίωση εἶναι ἡ τελείωσή μας, ἡ χάρη τῆς υἱοθεσίας ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν Θεό.  Ἡ εἰκόνα μᾶς δίδεται ὡς δυνατότητα, ἡ ὁποία μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπὸ κάθε ἄλλο δημιούργημα· ἐνῶ ὅμως φέρουμε μέσα μας τὴ δυνατότητα, τὸν σπόρο, θὰ πρέπει ὁ σπόρος αὐτὸς νὰ ἀνθίσει καὶ νὰ καρποφορήσει. Ἡ ὁμοίωση εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνάπτυξη τῆς εἰκόνας, ἡ χάρη τῆς υἱοθεσίας, ἡ κατάσταση τῆς θεώσεως, ἡ πραγμάτωση τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς. 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Θ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/65, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

Ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν

.             Στὸ περασµένο σηµείωµα ἐξετάσαµε τὴ βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία, ἡ ὁποία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μένει νὰ δοῦµε πῶς ἀπὸ τὸ ὑπαρκτικὸ κατ᾽ εἰκόνα θὰ φτάσουµε στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν, αὐτὸ ποὺ μὲ ἄλλη ὁρολογία ὀνοµάζουµε θέωση, καὶ μάλιστα, κατὰ βιβλικὴ διατύπωση, ὀνοµάζουµε κοινωνία μὲ τὴ θεία φύση, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4). Διευκρινίστηκε μάλιστα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ τριαδικότητα ὡς κοινωνία προσώπων, δηλαδὴ ὡς ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἑποµένως εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἐνῶ κάθε διαστροφὴ ἢ ἀλλοίωση αὐτῆς τῆς θεµελιώδους συνθήκης τοῦ βίου του ὀφείλεται σὲ διαµεσολάβηση, εἴτε τὴν ἀντιλαµβανόµαστε ὡς ἐνέργεια δαιμονικῶν δυνάµεων, εἴτε ὡς ἐπήρεια τοῦ περιβάλλοντος, εἴτε ὡς ἀσθένεια τῆς φύσεως. Ἂν μάλιστα δεχτοῦµε τὸ τελευταῖο, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἀσθένεια τῆς φύσεως, τότε πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ τρόπος θεραπείας της, ὥστε ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ ἐπανεύρει τὴν ἀρχῆθεν συστατική της κατάσταση, ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ ἀρχαῖο κάλλος (βλ. τὴ διατύπωση ποὺ κατατίθεται στὸ δεύτερο Εὐλογητάριο τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Ὁ πάλαι μέν, ἐκ µὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναµορφώσασθαι») .
.           Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πραγµατοποιήσει ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία ἀνέλαβε καὶ μὲ τὴν ὁποία ἑνώθηκε ὑποστατικά, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ὡς εἰκόνα Θεοῦ δηµιουργήθηκε, καὶ μάλιστα μὲ τὴν παγίωση τῆς ὁµοιότητας, τὸ «καθ᾽ ὁµοίωσιν». Εἶναι μιὰ θεωµένη φύση τώρα ἐν Χριστῷ, μιὰ σώα φύση, χωρὶς τὴν παρουσία ὁποιουδήποτε λάθους, δηλαδὴ ἁµαρτίας. Ὁ Χριστός, ὡς νέος Ἀδάµ, ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὰ Εὐαγγέλια, καινουργεῖ τὴν παλαιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τῆς ὑποχείριας στὸν θάνατο, καὶ εἰσάγει στὴν ἱστορία τὸν νέο ἄνθρωπο, τὸν ἀπαλλαγµένο ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο.
.             Τὸ ἐρώτηµα, ποὺ τίθεται τώρα, εἶναι ἡ ἀναζήτηση καὶ ἡ πραγµατοποίηση ἐνσωµάτωσης ἑκάστου ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὴ τὴ νέα πραγµατικότητα, ἑποµένως ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση. Θὰ ἔµενε ἐλλιπὴς ἡ διαπίστωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος φέρει στὴ φύση του ἀνεξίτηλη τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἀµαυρωµένη, ἐὰν δὲν συµπληρώναµε τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐκφραστεῖ καὶ θὰ ἐνεργηθεῖ αὐτὴ ἡ εἰκόνα, πῶς δηλαδὴ θὰ γίνει ἐνεργὸς καὶ θὰ ἀκυρώσει τὶς στρεβλώσεις καὶ τὶς συγχύσεις. Καὶ στὸ σηµεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦµε στὴν παρουσία τῶν θείων καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς θεότητας ἐντὸς τῆς Δηµιουργίας, ἡ πρόσκτηση τῶν ὁποίων ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου θὰ θεραπεύσει τὰ ἀσθενῆ καὶ θὰ ἀναπληρώσει τὰ ἐλλείποντα, ὁδηγώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ἐγχρίστωση.
.             Τί εἶναι ὅμως οἱ ἐνέργειες, ὅταν ἀναφερόµαστε σὲ θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες; Πρόκειται γιὰ δυνάµεις τῆς θεότητας, τὶς ὁποῖες ἀντιλαµβανόµαστε ἐν συνόλῳ, ἂν καὶ συχνὰ ἐµφανίζονται ἐπιµερισµένες. Προέρχονται ἀπὸ ὅλη τὴν τριαδικὴ θεότητα καὶ εἶναι μεθεκτές, δηλαδὴ µπορεῖ νὰ τὶς προσλαµβάνει ἕκαστος τῶν πιστῶν. Ὑπάρχουν οὕτως ἢ ἄλλως στὴ δηµιουργία, καὶ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτρέψει τὴ σχέση μαζί τους. Νὰ ἐπιτρέψει σηµαίνει νὰ προετοιμάσει τὸν ἑαυτό του, ὥστε αὐτὲς οἱ ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή του. Ἔτσι θεµελιώνεται ἡ διὰ βίου ἄσκηση, πνευµατικὴ καὶ σωµατική, καὶ ἀναδύεται ἡ εὐθύνη γιὰ τὴ σωτηρία στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐν ἐλευθερίᾳ ἀναλαµβάνει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας του. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσµα ἀντιλαµβανόµαστε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ: «εἴ τις θέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω µοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Τὸ κρίσιμο ἑποµένως θέµα εἶναι νὰ ἐπιτρέψουµε στὶς θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή μας, ἔργο στὸ ὁποῖο ὅσοι ἐπιτυχῶς εὐδοκίµησαν, ὁδηγήθηκαν στὴν ἁγιότητα.
.                     Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ περιγράφονται στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατ᾽ ἀρχὴν ὡς θεία βούληση, ἐν συνεχείᾳ ὡς δηµιουργὸς δύναµη καὶ τελικὰ ὡς θεία Πρόνοια. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ὁ Θεὸς γίνεται γνωστὸς στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς φίλους του, στὸ λαό του. Ἔχουµε μάλιστα καὶ περιγραφὲς θεοφανειῶν: λόγος, ἦχος, αὔρα, φῶς κ.λπ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐπισηµανθεῖ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ κτιστὲς πηγές, ἀλλὰ φέρουν χαρακτήρα ὑπερβατικό. Π.χ., ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δηλώνεται ἢ ἀκούγεται ὡς ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ του –αὐτὸς εἶναι ποὺ ὁµιλεῖ στοὺς Προφῆτες. Ἀνάλογα, τὸ φῶς εἶναι ἄκτιστο, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς δηλώνει παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἀκόµα καὶ ἡ λεπτὴ αὔρα, ποὺ ἀντιλαµβάνεται ὁ προφήτης Ἠλίας ὡς παρουσία Θεοῦ, ἔχει ἄκτιστη προέλευση. Τὶς περισσότερες μάλιστα φορὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γίνονται ἀντιληπτὲς ὡς ἐνδιάθετη αἴσθηση. Ἐπίσης, μέσῳ τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαµβανόµαστε τὰ ἀποτελέσµατα τῶν θείων ἐνεργειῶν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὶς ἐξαγγελίες τῶν Προφητῶν ἢ τῶν Ἀποστόλων, ὅπως τὴ δήλωση τῶν τελευταίων, ὅτι εἶναι μάρτυρες ὅσων εἶδαν, ὅσων ἄκουσαν καὶ ὅσων ψηλάφησαν («ὃ ἀκηκόαµεν, ὃ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν, ὃ ἐθεασάµεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς», Α´ Ἰωάν. α´1).
.                     Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ περίπτωση ποὺ περιγράφει τὸ εὐαγγέλιο ὡς θεραπεία τῆς αἱµορροούσας γυναίκας, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δηλώνει ὅτι ἀντιλήφθηκε μιὰ δύναµη νὰ ἐξέρχεται ἀπ᾽ αὐτόν: «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». (Λουκ. η´ 45-46).
.               Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν θείων δυνάµεων, ποὺ ὀνοµάζουµε ἄκτιστες ἐνέργειες, δηλώνονται ἐπίσης ὡς θεία Πρόνοια ἢ θεία Χάρη. Εἶναι παροῦσες καὶ στὴν ὑλικὴ δηµιουργία, ἀλλὰ καὶ στὸ λογικὸ πλήρωµα τῆς γῆς, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον μὲ νοητὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ ὁρατό. Ὄχι μόνον ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεία Χάρη ὑπάρχει εἴτε τὸ ξέρουµε εἴτε δὲν τὸ ξέρουµε, εἴτε τὸ ἀντιλαµβανόµαστε εἴτε δὲν τὸ ἀντιλαµβανόµαστε. Δὲν γεννιέται ξαφνικά, ἀπὸ τὸ µηδέν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ συνδράµει τοὺς εὐσεβεῖς καὶ μετὰ νὰ παύσει νὰ ὑπάρχει. Δὲν εἶναι κτιστή, γιὰ νὰ γίνεται καὶ νὰ ἀπογίνεται. Εἶναι δύναµη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ θεότητα καὶ εἶναι παροῦσα διαρκῶς. Ἐνεργεῖ στὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀποδέχεται, εἴτε μεµονωµένα εἴτε ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ.
.               Ἐὰν ἔτσι εἶναι τὰ πράγµατα, τότε καταλαβαίνουµε γιατί ὁ Ψαλµωδὸς ἀναφωνεῖ: «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώµατά σου, Κύριε τῶν δυνάµεων» (Ψαλµ. ΠΓ´ [83] 2). Ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ, τὰ σκηνώµατά του, µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἢ ἕνας λαός. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα µωρό, ἕνας ἐνήλικας, ἕνας πρεσβύτης. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα σπουργίτι, ἕνα πετούµενο, τὰ πάντα, γιατὶ ὁ Κύριος διαποτίζει τὰ πάντα μὲ τὶς δυνάµεις του, εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάµεων. Ἐνῶ ἐὰν ἡ θεία Χάρη εἶναι κτιστή, ὅπως τὴν ἑρµηνεύει ἡ δυτικὴ θεολογία, τότε ὑπάρχει μία συναλλαγὴ μὲ τὴ θεότητα. Γιὰ νὰ µπορέσω νὰ ἐπιτύχω τὴν παρουσία τῆς θείας Χάρης, πρέπει νὰ πληρώσω. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχουµε τὴν ἀνάπτυξη τῶν συµπλεγµάτων ἐνοχῆς στὴ Δύση. Εἶµαι ἀµαρτωλός, ἄρα «πληρώνω» καὶ ἀποκαθιστῶ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
.               Γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Θεὸς γίνεται παρὼν ἄλλοτε ὡς «ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡµῖν […] ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλ. β´ 13), καὶ ἄλλοτε ὡς «ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἡ ἐνεργουµένη ἐν ἐµοὶ ἐν δυνάµει» (Κολ. α´ 29). Κυρίως ὅμως, γιὰ τὸν Παῦλο, ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ συγκεφαλαιώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς δύναµη καὶ σοφία: «Χριστὸς Θεοῦ δύναµις καὶ Θεοῦ σοφία» (Α´ Κορ. α´ 24).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , ,

Σχολιάστε