Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Καθολικότης

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-4 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ] «Ἂν ἡ νέα ἑτοιμαζομένη “Πανορθόδοξος” καί γιά τούς Ὀρθοδόξους “Οἰκουμενική” Σύνοδος δέν ἀναγνωρίσει τίς Συνόδους αὐτές ὡς Οἰκουμενικές, δέν θά εἶναι ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἀλλά ληστρική»

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA
Δ´

τοῦ πρωτ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
ὁμοτ. Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

εἰδικῶς γραφὲν γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
ἀρ. φ. 68, ΙΟΥΛΙΟΣ-ΣΕΠΤ. 2015

Μέρος Α´: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-1 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]
Μέρος Β´: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-2 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]
Μέρος Γ´: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-3 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]

.               6.   Ὡς πρός τό ὄνομα Φράγκος, φραγκική κ.λπ., τώρα. Ἡ «Δυτική Ἐκκλησία» διαμορφώθηκε μέ τήν ἐπίδραση τοῦ φραγκικοῦ στοιχείου (Καρλομάγνος κ. ἑ.). Αὐτό εἶναι ἱστορικά βεβαιότατο καί δέν χρειάζεται περαιτέρω ἀνάλυση. Τό φραγκικό καί τευτονικό (Deutsch) στοιχεῖο ἰσχύει στήν χριστιανική Δύση διά τῶν αίώνων. Τά ὀνόματα «γαλλικός» ἢ «γερμανικός», Γαλλία ἢ Γερμανία, εἶναι τά ἀρχαῖα. Ἡ Γαλλία σήμερα ὀνομάζεται Φραγκία (France) καί ὁ Γάλλος (Francais). Οἱ δυτικίζοντες δικοί μας (18ος αἰ.) ἐπέβαλαν τά «Γάλλος»-«Γαλλία», γιά νά χαθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ “Φράγκος”, ἐνῶ οἱ πληγές μας τοῦ 1204 δέν ἔχουν κλείσει ἀκόμη. Τό ἲδιο ἰσχύει ὡς πρός τό Τεύτων ἢ Deutsch καί τό «γερμανός». Στήν ὀρθόδοξη-ρωμαίικη Ἀνατολή ὀρθά χρησιμοποιήθηκαν καί χρησιμοποιοῦνται τά ὀνόματα Φράγκος ἢ Τεύτονας (ἀραιότερα) γιά τόν χαρακτηρισμό συλλήβδην ὅλων τῶν Δυτικῶν καί τῆς Δύσεως. Σήμερα, μάλιστα, πού ἡ Δυτική Εὐρώπη καί ἡ «Γερμανία» ἀπεκάλυψαν καί πάλι τό ἀληθινό πρόσωπό τους, δέν μποροῦμε νά τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Δέν μᾶς πταίουν, συνεπῶς, τά ὀνόματα, ἀλλά ἡ νοοτροπία, πού δυστυχῶς καί ἐκκλησιαστικά καί πολιτικά δέν ἀλλάζει…
.       Δύο οἰκουμενικές μας σύνοδοι, ἡ Ὀγδόη (789) καί ἡ Ἐνάτη (1351) ἤλεγξαν καί κατεδίκασαν τίς «δυτικές» πλάνες ὡς αἱρέσεις καί τόν «Δυτικό Χριστιανισμό» ὡς Αἵρεση. Ἂν ἡ νέα ἑτοιμαζομένη «Πανορθόδοξος» καί γιά   τούς Ὀρθοδόξους «Οἰκουμενική» Σύνοδος δέν ἀναγνωρίσει τίς Συνόδους αὐτές ὡς Οἰκουμενικές, δέν θά εἶναι ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἀλλά ληστρική, ὅπως ἐκείνη τοῦ 449, ἢ ψευδοσύνοδος, ὅπως ἡ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/39). Ἂν ἡ «Δυτική Ἐκκλησία» ἐπανασυνδεθεῖ μέ τήν Ὀρθόδοξη-Καθολική πρό τοῦ σχίσματος καί ἐπανεύρει τήν ὁδό τῶν ἀρχαίων Ὀρθοδόξων Πατέρων καί Ἁγίων της, τότε θά ἑνωθεῖ μέ τήν συνέχεια τῆς Ἀποστολικοπατερικῆς Ἐκκλησίας καί ταυτόχρονα μέ τήν Ἀνατολική-Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν συνεχίζει, παρά τίς ἀδυναμίες καί ἁμαρτίες ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων. Ὀρθόδοξοι καί Καθολικοί (χωρίς εἰσαγωγικά) εἶναι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἀνατολῆς καί Δύσεως (οἱ πρό τοῦ σχίσματος γιά τή Δύση), τούς ὁποίους προσπαθοῦμε νά ἀκολουθοῦμε.

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-3 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA
Γ´

τοῦ πρωτ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
ὁμοτ. Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

εἰδικῶς γραφὲν γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
ἀρ. φ. 68, ΙΟΥΛΙΟΣ-ΣΕΠΤ. 2015

Μέρος Α´: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-1 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]
Μέρος Β´: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-2 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]

.           4. Λατινική Ἐκκλησία: Περί τήν Β´ Οἰκουμενική Σύνοδο (381) ἐπικρατεῖ τελικά ἡ ἑλληνική γλῶσσα στήν Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἡ Λατινική στή Δυτική. Στήν ἐποχή, δηλαδή, καί τοῦ πρώτου (867) καί τοῦ μεγάλου σχίσματος (1054) ἡ μέν Δυτική Χριστιανοσύνη ἔχει ταυτισθεῖ μέ τήν Λατινική Γλῶσσα, ἡ δέ Ἀνατολική μέ τήν Ἑλληνική. Ὑπάρχει συνεπῶς Λατινική Χριστιανοσύνη πρό τοῦ 1054, πού εἶναι Ὀρθόδοξη, καί Λατινική μετά τό σχίσμα, πού δέν εἶναι Ὀρθόδοξη. Οἱ λατινόφωνοι Πατέρες πρό τοῦ Σχίσματος, σ’ ὅλη τήν φιλολογική παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, εἶναι Ὀρθόδοξοι, ἐνῶ αἱρετικοί εἶναι ἐκεῖνοι μετά τό σχίσμα (Σχολαστικοί π.χ.).

α.            5. Παπική Ἐκκλησία: Στή Δύση, πού σπούδασα καί ἐγώ, συνεχῶς γίνεται λόγος γιά Παπισμό καί Παπική Ἐκκλησία. Καί αὐτό, πέρα ἀπό κάθε πολεμική τάση, διότι δέν ὑπάρχει «Δυτική Ἐκκλησία» χωρίς Πάπα (μέ τό συγκεκριμένο περιεχόμενο τοῦ ὅρου: Πρωτεῖο, Ἀλάθητο, βασιλική ἰδιότητα). Ὅσο καί ἂν κάποιοι, στήν Ἀνατολή καί στή Δύση, χρησιμοποιοῦν τό ἐπίθετο «παπική» μειωτικά, γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, τό ἐπίθετο αὐτό τῆς περιποιεῖ τιμή, ἀφοῦ χωρίς «Πάπα» δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει!
.   Οἱ περί Πάπα δυτικές ἀντιλήψεις δέν ἔχουν στό ἐλάχιστο ἀλλάξει, ὅπως δείχνει ἡ ἐπίσημη (μετά τήν Β´Βατικανή) «Ρωμαιοκαθολική Κατήχηση», μέ διευθυντή συντάξεως-συγγραφῆς τόν πρ. Πάπα Βενέδικτο ΙϚ´. Γιατί, λοιπόν, θεωροῦν οἱ «ρωμαιοκαθολικοί» προσβολή τόν χαρακτηρισμό «Παπική Ἐκκλησία», ἀφοῦ τά μεσαιωνικά δόγματα περί «Πάπα» διδάσκονται ἀπό αὐτούς μέχρι σήμερα καί ὁ Πάπας/Παπισμός εἶναι τό θεμέλιο τῆς πίστεώς τους; Μή ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ τίτλος “Vicarius Christi” εἶναι ἀπαξιωτικό γιά τόν ἴδιο τόν Χριστό, πού δέν ἔχει «ἀντιπροσώπους» (ὁ ὅρος εἶναι αἱρετικός καί ἀντιχριστιανικός), ἀλλά, ὅπως δεχόμεθα ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, εἶναι ὁ Κύριος καί Βασιλεύς τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματός Του «μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων». Γιά μᾶς οἱ Πατριάρχες καί ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι μαζί μέ τόν Κλῆρο ὁλόκληρο εἶναι διάκονοι καί δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει λόγος στήν Ὀρθοδοξία γιά «πρωτεῖο» (καί μάλιστα, ἐξουσίας). Μήπως, λοιπόν, ἀντί νά ἐρίζουμε γιά τούς χρησιμοποιούμενους ὅρους, καλόν θά ἦτο ἡ «δυναμική ἐπιστροφή» στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας; Ὅπως ἔλεγε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, «τό πρόβλημα δέν ἔγκειται στίς λέξεις, ἀλλά στά πράγματα»!

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-4 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ] 

, , , , ,

Σχολιάστε

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-2 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA
Β´

τοῦ πρωτ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
ὁμοτ. Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

εἰδικῶς γραφὲν γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
ἀρ. φ. 68, ΙΟΥΛΙΟΣ-ΣΕΠΤ. 2015

Μέρος Α´: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-1 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]

.               2. Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία: Γιά τό β´συνθετικό εἲπαμε ἤδη. Μόνο ἡ Ὀρθόδοξη (ἀποστολικοπατερική) εἶναι καί Καθολική Ἐκκλησία. Τό ρωμαῖος/ρωμαϊκή δέν συνδέεται μόνο μέ τήν Παλαιά Ρώμη, πού καί αὐτή δημιούργημα τῶν Ἑλλήνων ὑπῆρξε (θυγατέρα τοῦ Ὀδυσσέως, Ρώμη=ἁλκή, δύναμη, ἰσχύς), ἀλλά ἀπό τό 330 (ἐγκαίνια τῆς νέας Πρωτεύουσας, 11 Μαΐου) τό ἀρχαῖο Βυζάντιο εἶναι ἡ Νέα Ρώμη. Αὐτό εἶναι τό ἀληθινό της ὄνομα.Τό «Κωνσταντινούπολς», πρός τιμήν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἐδόθη ἀργότερα καί δέν εἶναι συνεπῶς τό πρῶτο ὄνομά της. Γι’ αὐτό οἱ Πολίτες τῆς Πρωτεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ὀνομάζονται Ρωμαῖοι καί στήν ἁπλούστερη μορφή: Ρωμηοί, πού σημαίνει πολίτες τῆς Νέας Ρώμης. (Ὁ Καποδίστριας κατά τόν Νικ. Σπηλιάδη ἤθελε νά δημιουργήσει: Νεορωμαϊκήν Αὐτοκρατορίαν, νά ἀναστήσει δηλαδή τήν Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης). Τό ὄνομα Βυζάντιο γιά τό Κράτος χρησιμοποιεῖται ἀπό τό 1562 ἀπό τόν φραγκοτεύτονα Ἱερώνυμο Βόλφ. (Νέο) ρωμαῖος εἶναι ὁ Ὀρθὀδοξος πολίτης τῆς Νέας Ρώμης.
.         Γι’ αὐτό Ρωμηός σημαίνει: Ὀρθόδοξος (οὔτε μασῶνος, οὔτε μαρξιστής κ.τ.ὅ.).   Ρωμηοί ὀνομάζονται μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι. Γι’ αὐτό χρησιμοποιοῦνται τά ρωμαῖος ἤ ρωμάνος γιά τήν Π. Ρώμη καί τούς πολίτες της καί τά: (νεο)ρωμαῖος ἤ ρωμηός γιά τήν Νέα Ρώμη καί τούς πολίτες της. Ἐπίσης: διακρίνονται τά ρωμαϊκός καί ρωμαίικος, ἀντίστοιχα γιά τή Δύση καί τήν Ἀνατολή.

  .                  Ἄρα: Τό Ρωμαϊκή «Ἐκκλησία» εἶναι ὀρθότερο ἀπό τό Ρωμαιοκαθολική, ἀφοῦ τὸ Καθολικὸς ΜΟΝΟ Ὀρθόδοξος μπορεῖ νά σημαίνει.

.               3.   Δυτική Ἐκκλησία: Οἱ ὅροι Ἀνατολικός–Δυτικός εἶναι πρῶτα γεωγραφικοί. Ἀπέκτησαν ὅμως ἱστορικά, ἀπό πολλῶν αἰώνων, μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, καί πνευματική σημασία. Ἀνατολική εἶναι καί λέγεται ἡ Ὀρθόδοξη, κατά τά παραπάνω, Ἐκκλησία. Δυτική εἶναι καί λέγεται ἡ Ρωμαϊκή Ἐκκλησία, ποὺ γιά τούς Ρωμηούς-Ὀρθοδόξους Ἁγίους (π.χ. Φώτιος, Γρηγόριος Παλαμᾶς, Μᾶρκος Ἐφέσου, Κολλυβάδες κ.λπ.) εἶναι αἱρετική, νεοαρειανική (λόγῳ, κυρίως, τοῦ Filioque). Μέ τήν πνευματική-θεολογικο-εκκλησιολογική σημασία λοιπόν, μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά Δυτική καί Ἀνατολική Ἐκκλησία, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς γεωγραφικές συντεταγμένες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-3 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]

 

, , ,

Σχολιάστε

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-1 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ]

ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA
Α´

τοῦ πρωτ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
ὁμοτ. Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

εἰδικῶς γραφὲν γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
ἀρ. φ.  68, ΙΟΥΛΙΟΣ-ΣΕΠΤ. 2015

       […]

.                 Άνταποκρινόμενος στό φιλικό αἴτημά σας, εὐχαρίστως θά προσδιορίσω ἱστορικά καί ἐκκλησιολογικά τό περιεχόμενο τῶν ἀποδιδομένων στή Δυτική Χριστιανοσύνη χαρακτηρισμῶν: Καθολική – Ρωμαιοκαθολική – Δυτική –Λατινική καί Παπική. Τά χρησιμοποιούμενα ἀπό ἕνα χῶρο ὀνόματα γιά τόν αὐτοπροσδιορισμό του ἢ τά ἀποδιδόμενα σ’ αὐτόν ἒχουν τεράστια σημασία στήν Ἱστορία, διότι σχετίζονται μέ τήν προσπάθεια καθορισμοῦ τῆς ταυτότητάς του.

.        1. Καθολική Ἐκκλησία, Καθολικοί Χριστιανοί, Καθολική Πίστη: Οἱ Χριστιανοί ὀνομάζονταν ἀρχικά «μαθηταί» (τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ). «Μαθητεύω σημαίνει: καθιστῶ κάποιον μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας (πρβλ. Ματθ. ιη´ 19). Τό ὄνομα «χριστιανοί» δόθηκε στούς πιστούς στόν Χριστό ἀργότερα (βλ. Πράξ. ια´ 26) καί μάλιστα σέ ἐθνικό περιβάλλον (Ἀντιόχεια). Ἀπό τά τέλη τοῦ 1ου αἰώνα-ἀρχές τοῦ 2ου ἐμφανίζεται τό ὂνομα «Καθολική Ἐκκλησία» (ὁ ὅρος στίς ἐπιστολές τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου (+107). Ὁ ὅρος «καθολική» (ἀριστοτελικῆς προέλευσης) σημαίνει ὅλη τήν ἐν Χριστῷ Ἀλήθεια, δεδομένου ὄτι οἱ αἱρέσεις τεμαχίζουν τήν Πίστη, δεχόμενες ἓνα μέρος της, καί τελικά τήν διαστρέφουν (καταστρέφουν). Ὅταν ὅμως ἐμφανίσθηκαν οἱ μεγάλες αἱρέσεις, ὃπως ὁ Ἀρειανισμός, πού καί αὐτές χρησιμοποιοῦσαν τό ἐπίθετο «Καθολική» γιά τόν ἑαυτό τους, ἡ αὐθεντική (ἁγιοπατερική) Ἐκκλησία προσέθεσε καί τό ἐπίθετο «ὁρθόδοξος», γιά νά διακρίνεται ἀπό τίς αἱρέσεις. (Πρέπει νά λεχθεῖ, ὅτι ὁ ὅσιος π.Ἰουστίνος Πόποβιτς ὀνομάζει τόν «Παπισμό» «Νεοαρειανισμό»). Σημαντική μαρτυρία: Τόν 5ο αἰώνα ὁ γνωστός χριστιανός συγγραφέας καί ἱστορικός Θεοδώρητος Κύρου ἔχει τήν σπουδαία φράση: «τῆς κατά τήν Κωνσταντινούπολιν τῶν Ὀρθοδόξων Καθολικῆς Ἐκκλησίας», «Αἱρετικῆς Κακοδοξίας Ἔλεγχος» 4,12). Γι’ αὐτό μέχρι σήμερα ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι χρησιμοποιοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία μας τόν χαρακτηρισμό: Καθολική Ὀρθόδοξη (πού εἶναι ἱστορικά ὀρθότερος) ἢ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία. Μόνο ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀποστολικοπατερικῆς παραδόσεως μπορεῖ νά ὀνομάζεται Καθολική καί Ὀρθόδοξος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ONOMATA KAI XΡΙΣTIANIKH TAYTOTHTA-2 (π. Γ. Μεταλληνός) [ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ] 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΣΠΑΣΕΙΣ ΤΗΣ «Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθεν κατ’ αὐτὸν καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη…».

 Καθολικότητα τς κκλησίας κα ο διασπάσεις ατς 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 203-207

 «Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθεν κατ’ αὐτὸν
καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη…»
.
 (Λουκ. ι´ 33)

.           Τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Λευίτης ἔδειξαν ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία γιὰ τὸν περιπεσόντα στοὺς ληστάς, ὁ Σαμαρείτης, ποὺ στὴν ἐποχὴ τοῦ Κυρίου ἐθεωρεῖτο κάτι τὸ βδελυκτὸ καὶ μισητό, διότι εἶχε μολύνει τὴν Ἰουδαϊκὴ Θρησκεία, ἔδειξε ἀγάπη καὶ ἔλεος. Αὐτὴ ἡ παραβολή, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπως καὶ ἄλλα σχετικὰ σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης, δείχνουν τὴν παγκοσμιότητα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ.
.            Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θυσία Του ὑπερέβη τὰ στενὰ ὅρια τῆς Ἰουδαϊκῆς γῆς, περιέλαβε στὸ ἔργο Του ὅλο τὸν κόσμο καὶ προσέφερε τὴν θυσία Του γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
.           Δὲν ξέρω γιατί τὸ θέμα ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ πηγαίνει στὴν ἔννοια τῆς καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι βρίσκομαι ἔξω ἀπὸ τὸ θέμα, ἀλλὰ νομίζω, πὼς ἡ περίπτωσι αὐτὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν περίπτωση τῶν «εὐσεβῶν» Ἰουδαίων τῆς παραβολῆς, μοῦ ἀνοίγει αὐτὸ τὸν δρόμο καὶ μοῦ δίνει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Θὰ ἐπιδιώξουμε ἑπομένως νὰ διατυπώσουμε μερικὲς σκέψεις γύρω ἀπὸ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς διαστάσεις αὐτῆς.

 Ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας

.           Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, εἶναι ἡ καθολικότητα. «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ἡ λέξη καθολικὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ καθ’ ὅλου, ποὺ σημαίνει τὴν ἀναφορὰ στὸ ὅλο, σημαίνει τὸ ὁλοκληρωμένο, τὸ ἀληθινό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Καθολική, γιατί ὡς Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, ὡς Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, περιέχει τὰ πάντα. Περιλαμβάνει «τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι» (Κολ. α’ 16). Σύμφωνα μὲ τὴν διατύπωσι τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων ἡ Ἐκκλησία «Καθολικὴ καλεῖται διὰ τὸ κατὰ πάσης εἶναι τῆς οἰκουμένης ἀπὸ περάτων γῆς ἕως περάτων καὶ διὰ τὸ διδάσκειν καθολικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἅπαντα τὰ εἰς γνῶσιν ἀνθρώπων ἐλθεῖν ὀφείλοντα δόγματα…».
.            Ἑπομένως ὁ ὅρος Καθολικὴ συμπίπτει μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ διαφυλάσσει τὴν ἀλήθεια, ὅπως τὴν δίδαξε ὁ Κύριος, ὅπως τὴν φανέρωσε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ὅπως τὴν βίωσαν καὶ τὴν παρέδωκαν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἡ Ὀρθοδοξία κατέχει τὴν ἀλήθεια καὶ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἁπλωθῆ σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας δόθηκε ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε οἱ Ἀπόστολοι ἐκήρυτταν μὲ ξένες γλῶσσες τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος παρήγγειλε στοὺς μαθητάς του: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. ιϛ´ 15). «Μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη´ 19). Ὁ ἴδιος τόνισε ὅτι καὶ «ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης. Κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμὴν» (Ἰωάν. ι’ 16). Ὁ δὲ Ἀπόστολός Του γράφει: «οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ. Πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ’ 28).
.           Στὴν συνέχεια θὰ προσπαθήσουμε νὰ δοῦμε μερικὲς διασπάσεις τῆς καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας.

 Ἡ αἵρεση διάσπαση τῆς καθολικότητος

.           Ἀφοῦ, ὅπως ἐλέχθη, τὸ καθολικὸ εἶναι τὸ ὁλόκληρο, τὸ ἀληθινό, κάθε παραχάραξι αὐτῆς τῆς ἀλήθειας, ποὺ μᾶς ἀπεκαλύφθη, εἶναι διάσπασι. Αὐτὸ λέγεται αἵρεσι. Ἄλλωστε ἡ αἵρεσι εἶναι ἡ μερικότητα καὶ ἡ ἀποσπασματικότητα τῆς ἀλήθειας. Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι ἡ αἵρεσι καὶ κάθε ἄλλη διάσπασι, διασπᾶ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἴδια διασπᾶται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Γιατί κατὰ τὸν Φιλάρετο Μόσχας «ἂν μία πόλη ἢ μία χώρα ὁποιαδήποτε χωρισθῆ ἀπὸ τὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία θὰ μείνη καὶ πάλι ἕνα σῶμα ἀκέραιο καὶ ἀδιάσπαστο». Ἑπομένως ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε Καθολικοί, ἐνῶ αὐτοὶ ποὺ συνήθως ὀνομάζονται ἔτσι, οἱ Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως, διαφορετικὰ πρέπει νὰ καλοῦνται. Καθολικὸς Ἐπίσκοπος, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος, ποὺ κατέχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ διδάσκει Ὀρθόδοξα τὴν ἀλήθεια. Καὶ Καθολικὸς Χριστιανὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ πιστεύει καθολικὰ (Ὀρθόδοξα) καὶ ζῆ καθολικὰ (δηλ. εὐαγγελικά, ἐνάρετα).

 Ὁ φυλετισμὸς ἢ ἐθνικισμὸς διάσπαση τῆς καθολικότητος

.           Ὄχι μόνον ἡ αἵρεσι, ὡς διάσπασι ἀπὸ τὴν ἀλήθεια συνιστᾶ τὴν διάσπασι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁ φυλετισμὸς ἢ ἐθνικισμὸς εἶναι ἕνα εἶδος αἱρέσεως. Ὁ φυλετισμὸς εἶναι ἕνας μεγάλος πειρασμὸς τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας. Εἶναι ὁ ἀνανεωμένος Ἰουδαϊκὸς πειρασμός. Οἱ Ἰουδαῖοι ἤθελαν τὸν Χριστὸ γιὰ τὸ δικό τους Ἔθνος καὶ ὁ Ἰούδας, κατὰ ἕναν Ὀρθόδοξο Θεολόγο, ἔπεσε σ’ αὐτὸν τὸν πειρασμό. Ἡ προδοσία του δὲν ὀφειλόταν μόνον στὴν φιλαργυρία του, ἀλλὰ καὶ «στὴν ἐπιθυμία του νὰ ἔχη ἔλθει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἐξυπηρετήση ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ».
.            Ἔτσι ὅταν τὸ «σπέρμα τοῦ Ἀβραὰμ» ἢ κάθε ἄλλο «σπέρμα» θεοποιῆται, ὅταν κάνουμε τὸν Χριστὸ μία «ἐθνικὴ θεότητα» καὶ τὸ κλείνουμε σὲ φυλετικὲς σκοπιμότητες, αὐτὸ εἶναι ἄρνησι τῆς Καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας.
.           Ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς [σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: ἅγιος] εἶναι ἐκφραστικὸς καὶ στὸ σημεῖο αὐτό: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἰκουμενική, καθολική, θεανθρώπινη, αἰώνια, διὰ τοῦτο ἀποτελεῖ βλασφημίαν, ἀσυγχώρητον βλασφημίαν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ νὰ κάνωμεν τὴν Ἐκκλησίαν ἕνα ἐθνικὸν ἵδρυμα, νὰ τὴν στενεύωμεν μέχρι τῶν μικρῶν, πεπερασμένων, χρονικῶν, ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ μεθόδων». Ὁ σκοπός της εἶναι ὑπερεθνικός, οἰκουμενικός, πανανθρώπινος: νὰ ἑνώση ἐν Χριστῷ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλους ἄνευ ἐξαιρέσεων ἐθνικότητος ἢ φυλῆς ἢ κοινωνικοῦ στρώματος…». Γι’ αὐτὸ συνεχίζει μὲ πατερικὴ γλώσσα: «Εἶναι πλέον καιρός, εἶναι ἡ δωδεκάτη ὥρα νὰ παύσουν οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ἀντιπρόσωποι νὰ εἶναι ἀποκλειστικὰ δοῦλοι τοῦ ἐθνικισμοῦ, καὶ νὰ γίνουν ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
.       Αὐτὴ τὴν καθολικότητα τὴν ἐξέφραζε, τὴν ἐκφράζει καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐκφράζη τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο σὲ Τοπικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ 1892 κατεδίκασε τὸν φυλετισμὸ ὡς «ὅλως τι ξένον καὶ ἀδιανόητον καὶ ὅλως ἀνήκουστον καὶ πρωτοφανὲς» γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἄλλες διασπάσεις τῆς Καθολικότητος

.           Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αἵρεσι καὶ τὸν φυλετισμὸ ὑπάρχουν καὶ ἄλλες διασπαστικὲς ἐνέργειες, ποὺ καταφέρονται ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας (Ὀρθοδοξίας). Θὰ ἀρκεσθοῦμε στὴν ἁπλὴ ἀπαρίθμησι, γιατί δὲν διαθέτουμε χῶρο γιὰ τὴν πλήρη διαπραγμάτευσι τοῦ θέματος.

 .           Διάσπασι εἶναι ὅταν δὲν ζοῦμε τὸ καθολικὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅταν ἀπολυτοποιοῦμε τὴν προσωπική μας πεῖρα καὶ τὸν ἀτομικό μας τρόπο ζωῆς. Ὅταν χωρίζουμε στεγανὰ τὴν Θεολογία σὲ ἀποφατικὴ καὶ καταφατική, τὴν ζωὴ σὲ θεωρητικὴ καὶ πρακτική, τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία σὲ μυστικὴ καὶ κοινωνική, τὴν εὐσέβεια σὲ ἑλληνικὴ καὶ ρωσικὴ ἢ κάτι ἄλλο, τὸν τρόπο ζωῆς σὲ μοναχικὸ (ποὺ θεωροῦμε ξένο) καὶ σὲ κοινωνικὸ (γάμο). Ὅταν ἐπίσης ζοῦμε μέσα στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο παραταξιακὰ καὶ θεωροῦμε τὴν παράταξι σὰν κέντρο σωτηρίας καὶ φορέα ἀνανεώσεως τῆς Ἐκκλησίας.

 Ὁ Καθολικὸς ἄνθρωπος ὑπερβαίνει ὅλες τὶς ἀντιθέσεις. Γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἦθος, ἕνας Χριστὸς καταγγέλλεται, σὲ μία Οἰκογένεια καὶ σὲ μία Ποίμνη ζοῦμε. Γνωρίζει ὅτι ὑπάρχουν διάφορα στάδια πνευματικῆς ζωῆς καὶ διάφορες κλίσεις Θεοῦ.

  Στὴν ἐποχή μας κυριαρχεῖ ἡ ἐκκλησιολογικὴ αἵρεσι, ποὺ διασπᾶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καθολικότητά της ἢ μᾶλλον διασπᾶται ἀπὸ αὐτήν. Γι’ αὐτὸ ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι «τὸ δίλημμα ἀνάμεσα στὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὸ βυθὸ τῆς ἀλογίας εἶναι δίλημμα ζωῆς καὶ θανάτου».

, ,

Σχολιάστε

ΑΙΡΕΣΗ: Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
«…ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. ιζ´ 11)
τοῦ ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

.       Σήμερα, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Νίκαια 325 μ.Χ.), γιατί τὴν ἐλευθέρωσαν ἀπὸ τὴν πνευματικὴ νόσο τῆς ἀρειανικῆς κακοδοξίας, κρίνουμε σκόπιμο νὰ ἀναφερθοῦμε γενικότερα στὴν ἔννοια τῆς αἱρέσεως, τοῦ μεγαλυτέρου ἐχθροῦ τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.

1. Ὁ χαρακτήρας τῆς πίστεώς μας εἶναι ἡ καθολικότητα. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι καθολικὴ κατὰ τὸ ἱερὸ Σύμβολο. Ἡ ἰδιότητα αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνεται στοὺς λόγους ἐκείνους τοῦ ἀναστάντος Κυρίου μας: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. κη´ 20). Ἔχει ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας δύο διαστάσεις. Τὴν κάθετο. Δηλαδὴ τὴν ἀποδοχὴ ὁλόκληρης τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀληθείας, τοῦ πληρώματος τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Καὶ τὴν ὁριζόντια. Δηλαδὴ τὴν ἐξάπλωση ὅλης τῆς ἀληθείας αὐτῆς εἰς ὅλα τὰ ἔθνη. Ἔτσι, ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας συνιστᾶται στὴν διαφύλαξη τῆς καθαρότητας καὶ ἀκριβείας τῆς «ἅπαξ παραδοθείσης» (Ἰούδ. 3) πίστεως καὶ στὴν ἐξάπλωσή της ὅλο τὸν κόσμο.

2. Τί ἦταν ὅμως ὁ «κόσμος», ὅταν ἡ πρώτη Ἐκκλησία ἀνελάμβανε τὴν ἐκπλήρωση τῆς μεγάλης αὐτῆς πάνω στὴ γῆ ἀποστολῆς της; Εἰδωλολατρία, ἀθεΐα, ἀνηθικότητα, ἀδικία, ἐκμετάλλευση, δουλεία καὶ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ ὁ Ἀπ. Παῦλος ἀναφέρει στὸ Α´ κεφάλαιο τῆς ἐπιστολῆς του πρὸς Ρωμαίους (Ρωμ. α´ 18 ἑπ.). Ἀπὸ ἕνα τέτοιο περιβάλλον προήρχοντο τὰ νέα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Παύλου στοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἐφέσου: «Ἦτε ποτὲ σκότος, νῦν δὲ φῶς ἐν Κυρίῳ» (Ἐφ. ε´8). Σὰν ἕνα φῶς μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου ἔλαμψε ἡ Ἐκκλησία. Ὅσοι, λοιπόν, ὑπάκουαν στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονταν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθοῦν καὶ τὴν πίστη της. Νὰ ἑνωθοῦν δηλαδὴ οὐσιαστικὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ τὰ ἄλλα μέλη της, νὰ ζοῦν μὲ τὴν ἀλήθειάν της, ν᾽ ἀλλάξουν τὶς συνήθειες τοῦ κόσμου μὲ μία πολιτεία ἁγιωσύνης, ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης. Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, ἐζήτησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγή. Νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος πραγματικὰ «καινὴ κτίσις». Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτὸ πραγματικότητα, ἐχρειάζετο νὰ ἀναγεννηθοῦν οἱ νέοι πιστοὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ γίνει πλήρης καὶ τέλειος καὶ ὁ ἐγκεντρισμός τους στὸ σῶμα της. Κι ἦσαν πολλοὶ ποὺ φάνηκαν πρόθυμοι νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν ἀπαίτηση αὐτή. Δὲν ἦταν ὅμως λίγοι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ παρὰ τὴν αὐτοπροαίρετη ἔξοδό τους ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴν εἴσοδό τους στὴν Ἐκκλησία, δὲν θέλησαν νὰ λησμονήσουν καὶ τὴν παλαιὰ ζωή τους. Συνέβη δηλαδὴ σ᾽ αὐτοὺς ὅ,τι καὶ στοὺς Ἰσραηλίτες, πού, μόλις ἄρχισαν νὰ ἀναπνέουν τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας, ἐνοστάλγησαν τὰ σκόρδα καὶ τὰ κρεμμύδια τῆς Αἰγύπτου (Ἀριθμ. ια´ 5). Μία τέτοια ἐνέργεια ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει σὰν τὴν συνήθεια τοῦ σκύλου νὰ ξαναγυρίζει στὸ «ἴδιον ἐξέραμα», ἢ τοῦ χοίρου, ποὺ λούεται «εἰς κύλισμα βορβόρου» (Β´ Πέτρ. β´ 22).

3. Ποῖοι ὅμως ἦταν οἱ χριστιανοὶ αὐτοί; Ἄλλοι μὲν ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν Ἰουδαΐζοντες. Αὐτοὶ ζητοῦσαν νὰ ὑποτάξουν τὸν Χριστιανισμὸ στὸ γράμμα τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καὶ νὰ ταυτίσουν τὴν παγκόσμια ἀποστολή του μὲ τὸν ἰουδαϊκὸ ἐθνικισμό. Ἄλλοι ἦταν ἑλληνίζοντες. Αὐτοὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀναμίξουν τὸν Χριστιανισμὸ μὲ τὴν ψευδοφιλοσοφία τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸν περιορίσουν στὰ πλαίσια μίας θρησκείας μὲ τὴν προσαρμογή του πρὸς τὴν εἰδωλολατρία. Ἄλλοι, τέλος, ἦσαν Ρωμαῖοι. Αὐτοί, πιὸ πρακτικοὶ καὶ ρεαλιστές, εἶδαν τὴν νέα θρησκεία σὰν ἕνα μέσον γιὰ τὴν δική τους παγκόσμια ἐπικράτηση καὶ ἐπίγεια κυριαρχία. Κάθε μία ἀπὸ τὶς τάσεις αὐτὲς δεχόταν ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ ὅ,τι τὴν συνέφερε καὶ τὴν εὐνοοῦσε. Τὸ βάρος ὅμως ἔρριχνε στὶς δικές της ἀρχές, στὶς δικές της στοχοθεσίες καὶ τὸ χειρότερο, δημιουργοῦσε ἔτσι μία νέα διδασκαλία, ποὺ τὴν παρουσίαζε σὰν ἐκκλησιαστικὴ – χριστιανική. Δὲν σταματοῦσε ὅμως ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἑρμήνευσε κατὰ τὸν δικό της τρόπο. Ἔτσι μία ὁμάδα μὲ τέτοιες τάσεις, παρ᾽ ὅλο ὅτι ἤθελε νὰ πιστεύει πὼς ζοῦσε μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπρόβαλλε τὴν δική της πίστη καὶ ὄχι πλέον τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ στὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογικὴ γλώσσα ὀνομάζουμε ΑΙΡΕΣΗ. Τὸ νὰ παρουσιάζει δηλαδὴ κανεὶς τὶς ἰδικές του γνῶμες καὶ πεποιθήσεις ὡς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ δική του ἑρμηνεία τῆς θείας ἀποκαλύψεως ὡς ἑρμηνεία καὶ διδασκαλία ἐκκλησιαστική.

4. Ἡ αἵρεση δημιουργεῖ στὴν Ἐκκλησία κακὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ὁ ἁμαρτωλὸς πέφτει ὡς ἄτομο, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνανήψει καὶ πάλιν, κάνοντας χρήση τῶν λυτρωτικῶν μέσων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ αἱρετικὸς ὅμως ἐκπίπτει ὁριστικὰ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί δὲν πιστεύει στὴν Ἐκκλησία ὡς κιβωτὸ τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Πιστεύει μόνο στὸν ἑαυτό του, καὶ παίρνει τὴν θέση κριτοῦ τῆς «παραδοθείσης» πίστεως. Θεοποιεῖ δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του. Γιατί δὲν παραδέχεται ἄλλη αὐθεντία μεγαλύτερη ἀπὸ τὸ πρόσωπό του. Κάθε αἵρεση εἶναι ἐξάνθημα τῆς ἴδιας ἀρρώστιας, τοῦ ἀνθρώπινου ἐγωισμοῦ. Ὅλες οἱ αἱρέσεις εἶναι τοῦ ἰδίου φυράματος. Μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο ὅμως ἡ αἵρεση διαιρεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ καταστρέφει τὴν ἑνότητά της. Ἴσως δὲν εἶναι ὑπερβολή, ἂν θεωρήσουμε ὡς πρώτους αἱρετικοὺς στὴν ἱστορία τοὺς πρωτοπλάστους, γιατί πρῶτοι αὐτοὶ πάνω ἀπ᾽ τὸ θεῖο θέλημα ἔβαλαν τὸ δικό τους θέλημα καὶ πρῶτοι ἐχωρίσθηκαν ἀπὸ τὴν θεία κοινωνία. Γι᾽ αὐτὸ ἡ αἵρεση συνιστᾶ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν εἶναι δὲ παράδοξο ὅτι οἱ περισσότεροι αἱρετικοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἄλλες πλάνες τους, εἶναι καὶ πνευματομάχοι, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Μακεδονιανοὺς μέχρι τοὺς συγχρόνους μας Χιλιαστὲς ἢ (Ψευδο)μάρτυρες τοῦ Γιεχωβᾶ.
.     Κατὰ συνέπειαν ἡ αἵρεση κατασπαράσσει τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Καταστρέφει τὴν ἑνότητά της. Διαστρεβλώνει τὴν θεία ἀποκάλυψη καὶ τὴν καταθρυμματίζει. Ἀναμιγνύει τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν πλάνη. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶναι πολὺ χειρότερη ἀπὸ μία ἄλλη θρησκεία. Γιατί δὲν ἔρχεται ἀπ᾽ ἔξω -καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν γίνεται ἀντιληπτή. Ἐμφανίζεται ὡς κρυφὸς ὄγκος μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Κυκλοφορεῖ ὡς ἀλήθεια μὲ ἔνδυμα καὶ χρῶμα ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἔτσι κατορθώνει εὔκολα νὰ ἀπατήσει. Εἶναι τὸ φοβερότερο ὅπλο τοῦ σατανᾶ ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, φοβερότερο καὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς τοὺς διωγμούς. Γιατί δὲν σκοτώνει φθαρτὰ σώματα, ἀλλὰ ψυχὲς ἀθάνατες. Ἐπειδὴ μάλιστα οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται ὕπουλα σὰν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, χριστιανοὶ δηλαδή, κατορθώνουν νὰ παραπλανοῦν -μὲ τὴν πλαστὴ μάλιστα ἁγιότητά τους- τοὺς ἀφελεῖς καὶ ἀστηρίκτους. Τοῦτο συμβαίνει καὶ στὴν Χώρα μας μὲ τοὺς διαφόρους αἱρετικούς, ποὺ μὲ τὴν Γραφὴ στὰ χέρια καλύπτουν τὴν πονηρία τους. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴ πλάνη καλύπτουν οἱ αἱρέσεις καὶ καθαρὰ συμφεροντολογικὲς – πολιτικὲς ἐπιδιώξεις, ὑπηρετώντας τὰ συμφέροντα τῶν κέντρων ἐξαρτήσεών τους. Μὲ τὴν φαινομενικὴ μάλιστα ἄσκηση φιλανθρωπίας, τὴν αὐστηρὴ δῆθεν ζωὴ καὶ τὴν ἔντεχνη καὶ καλὰ προετοιμασμένη προπαγάνδα, διαφθείρουν τὶς συνειδήσεις καὶ ὁδηγοῦν μὲ μεθοδικότητα στὸν καταχθόνιο σκοπό τους, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καταστροφὴ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ.
.    Ἀδελφοί μου!
.       Ἀρκεῖ νὰ ρίξει κανεὶς μία βιαστικὴ ματιὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, γιὰ νὰ καταλήξει μόνος στὴν διαπίστωση τοῦ τί σημαίνει ἡ αἵρεση στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ αἵρεση εἶναι γέννημα τοῦ διαβόλου, φροντίζει ὁ πνευματικός της πατέρας νὰ προστατεύει καλὰ τὸ παιδί του. Ἂν δέ, ὅπως σωστὰ ἐλέχθη, ἡ μεγαλύτερη νίκη τοῦ σατανᾶ εἶναι νὰ μᾶς πείθει πὼς δὲν ὑπάρχει, ἡ μεγαλύτερη ἐπιτυχία τῆς αἱρέσεως εἶναι νὰ πείθει τοὺς μὲν μορφωμένους καὶ ἄμεσα ὑπευθύνους ὅτι εἶναι ἔργο ταπεινὸ καὶ ἀνάξιο λόγου ἡ ἐνασχόληση μ᾽ αὐτὴ καὶ ἡ ἀπόκρουσή της, τὸν δὲ ἁπλὸ λαὸ ὅτι δῆθεν στὶς διάφορες αἱρετικὲς ὁμάδες θὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν γνήσια χριστιανικὴ ζωή. Ἐμεῖς ὅμως, ποὺ θέλουμε νὰ μείνουμε πιστοὶ στὴν παράδοση τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας Πατέρων, θεωροῦμε ὡς καθαρὴ συνέπεια τῆς πίστεώς μας καὶ ἱερὸ καθῆκον μας: α) τὸ ξεσκέπασμα ὅλων τῶν αἱρέσεων, β) τὴν συνειδητοποίηση τοῦ γεγονότος ὅτι ὅλες οἱ αἱρέσεις ἐξυπηρετοῦν συμφέροντα σκοτεινὰ καὶ ἐργάζονται γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς πίστεως καὶ γ) τὴν προφύλαξη καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ἀδελφῶν μας ἀπὸ τὸ φοβερὸ αὐτὸ δηλητήριο τοῦ Διαβόλου.

ΠΗΓΗ: Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, «ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ»
(Κηρυγματικὲς σκέψεις στὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα
[ἀπὸ τὴν «ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» τῶν ἐτῶν 1980 καὶ 1983]),

σελ. 47-52, Ἐκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», β´ ἔκδοση, Θεσ/νίκη 2009
Διαδίκτυο: http://www.impantokratoros.gr/

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε