Ἄρθρα σημειωμένα ὡς κένωση

«ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ»

Μήνυμα Χριστουγέννων 2021
τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου

Ἀδελφοί μου καὶ παιδιά μου ἀγαπητά,

«Δι᾽  ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς»

.                    Πανηγυρίζει σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας κι ἐμεῖς ὅλοι καλούμαστε νὰ συλλάβουμε μία νέα πραγματικότητα σὲ σχέση μὲ τὴν κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου καὶτῆς ἱστορίας του: «Χριστὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», διακηρύσσει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ὥστε νὰ καταστήσει ἐμᾶς ὅλους κατὰ χάριν θεούς. Γεννιέται ἀνάμεσά μας, ὅπως κάθε ἄνθρωπος, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ νεογέννητου βρέφους.
.                    Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς περιγράφει τοῦτο τὸ γεγονὸς στὸ ἐφύμνιο τοῦ Κοντακίου τῶν Χριστουγέννων: «Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός». Οἱ λέξεις αὐτές, «παιδίον νέον» καὶ«Θεός», εἶναι οἱ πλέον ἀποκαλυπτικὲς γιὰ τὸ μυστήριο τῶν Χριστουγέννων. Τὸ παιδὶ ποὺ γεννιέται στὸν κόσμο μας δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸν «πρὸ αἰώνων Θεόν», δηλαδὴ τὸν Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἡ ποιητικὴ εὐαισθησία τοῦ ὑμνωδοῦ δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ πεῖ ἁπλῶς ὅτι ὁ Θεὸς γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Προτάσσει τὴν ἰσχυρότατη εἰκόνα τοῦ παιδιοῦ ἐκείνου, τοῦ νηπίου (ποὺ δὲν ἐκφέρει ἔπος), ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει. Ὁ Θεὸς εἰσέρχεται στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δίχως νὰ στηρίζεται στὴ δύναμη τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐξουσίας, διότι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ εἶναι προϊὸν τῆς θείας ἀγάπης.
.                    Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὅταν εὑρίσκεται σὲ ὁριακὲς καταστάσεις, στὶς ὁποῖες συχνὰ ὁ ἴδιος ἔχει ὁδηγήσει τὸν ἑαυτό του, ὅπως εἶναι αὐτὲς τῶν συγχρόνων καιρῶν, ἐπιζητᾶ διαρκῶς νὰ ἔχει ἐξωτερικὴ δύναμη καὶ ἰσχύ. Θέλει νὰ στηρίζεται στὸ κύρος τῆς ὅποιας θέσης του καὶ ἐπιδιώκει τὴν κάθε μορφῆς ἐξουσία, χρησιμοποιώντας τὴν ἀνάγκη καὶ τὸν φόβο μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ κυριαρχήσει στὸν συνάνθρωπό του. Ἡ τραγωδία του, ὅμως, εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς: νὰ ζεῖ στὴν αὐταπάτη ὅτι ἡ ὑποταγή του στὴ δύναμη τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀνάγκης, καὶ ἡ ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους ἐναντίον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, μπορεῖ νὰ τὸν κάνει παντοδύναμο. Καὶ δὲν διστάζει νὰ ἐκποιεῖ ὁ,τιδήποτε,  ἀκόμη καὶ ἱερό, γι᾽ αὐτὴν τὴν αὐταπάτη, ἀκόμη κι αὐτὴν τὴν ἴδια τὴζωή του καὶ τὴ ζωὴ τῶν συνανθρώπων του.
.                    Τὸ «παιδίον Θεός», ὅμως, ἔρχεται γιὰ νὰ μᾶς ἀπελευθερώσει ἀπὸ κάθε ἀπάτη καὶαὐταπάτη. Ὁ Ἴδιος δὲν ἀγωνίζεται νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸ κύρος καὶ τὴν ἐξουσία Του: «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ», ἀλλὰ προσφέρεται καὶ προσφέρει: «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών». Δὲν ὑπολογίζει κόστος καὶ γι᾽ αυτὸ δὲν παραμένει κλεισμένος καὶ ἀπομονωμένος στὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ μεγαλείου τῆς Θεότητός Του, ἀλλὰ συγκαταβαίνει. «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων», προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἀνακαινίζει μὲ τὴ θεότητά Του, τὴν ἀναπλάθει καὶ τῆς χαρίζει «τὸ περισςὸν τῆς ζωῆς». Ἡ θεία ταπείνωση λειτούργησε ὡς ἰσχυρὸ ἀντίδοτο κατὰ τῆς ἀνθρώπινης ἔπαρσης, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας. Συγκλονιστικὸς εἶναι ὁλόγος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅταν περιγράφει αὐτὴν τὴ συγκατάβαση ὡς ἄδειασμα – κένωση τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ: «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι γεμάτος ἀδειάζει· διότι ἀδειάζει ἀπὸ τὴν δόξα του γιὰ λίγο καιρό, ὥστε νὰ γευθῶ ἐγὼ τὴν πληρότητά του». Χωρὶς αὐτὴν τὴν κένωση τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀσύλληπτη γιὰ τὸν πεπερασμένο ἀνθρώπινο νοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συντελεσθεῖ ἡπλήρωση – θέωση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀδελφοί μου καὶ παιδιά μου,

.                    Ἡ θεία κένωση ἀπὸ τὸ ταπεινὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ πρέπει ν’ ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλές μας πρότυπο στὴ σχέση μας μὲ τοὺς ἄλλους. Χρειάζεται διαρκὴς ἀγώνας γιὰ προσφορὰ ἀγάπης, θυσίας,  ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου καὶ τῶν ἀναγκῶν του, ἔκ – σταση ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας γιὰ χάρη τῶν ἄλλων.
.                    Ἰδιαίτερα στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διανύουμε, στὴν ἀνασφάλεια, τὸν πόνο, τὴ θλίψη, τὸν φόβο καὶ τὸν θάνατο, ἂς μὴν παύσουμε νὰ παραμένουμε ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον μὲ ἀγάπη, ἐλπίδα, κατανόηση καὶ ὑπομονή, στηρίζοντας, προσέχοντας καὶ διαφυλάσσοντας «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους», κυρίως ὅμως, ἐναποθέτοντας τὴν ἐλπίδα μας στὸν Γεννηθέντα Κύριο.
.                    Ἂς ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς μεταξύ μας ἑνότητος, παραμένοντας μακριὰ ἀπὸ κάθε εἴδους ἀκρότητες καὶ φανατισμοὺς καί, πρωτίστως, ἂς παραμένουμε ἑνωμένοι μὲ τὸν Προαιώνιο Θεό, τὸν Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν, ὁ ὁποῖος νηπιάζει γιά μᾶς, παραμένει μαζί μας καὶ μᾶς προσφέρεται μέσα ἀπὸ τὴ συμμετοχή μας στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν Ἁγία Ἐκκλησία.
.                    Μόνο ἔτσι θὰ ἑορτάσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα, προσεγγίζοντας τὸ «καινὸ» καὶ μέγα μυστήριο καὶ ἀνακαινίζοντας τὴν ζωή μας.
.                    Σᾶς εὔχομαι χρόνια πολλά, ἁγιασμένα καὶ πανευφρόσυνα, γεμάτα ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Σαρκωθέντος Χριστοῦ μας.

Μὲ πολλὴ πατρικὴ ἀγάπη
Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ

ΠΗΓΗ: iaath.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ «ΚΕΝΩΣΕΩΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΕΩΣ
τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 426-430

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου γίνεται λόγος γιὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀΐδια γέννησή Του ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ Αὐτὸς ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τὴν μορφὴ τοῦ δούλου, ταπεινώθηκε μέχρι τὸν θάνατο καὶ μάλιστα θάνατο διὰ τοῦ Σταυροῦ. Τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴν χαρακτηρίζει «κένωσιν», τὴν ὁποία ἔκανε ὁ Ἴδιος: «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλ. β´ 7)
.                Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσδιορίζοντας τὴν κένωση λέγει ὅτι, ἐνῶ εἶναι Θεός, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών», δηλαδὴ ἐνηνθρώπησε καὶ ἔφθασε μέχρι τὸν θάνατο. Κένωση στὴν ἀκρίβεια σημαίνει ἄδειασμα, ταπείνωση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὴν ὀνομάζει «ὕφεσιν τῆς Θεότητος».
.                 Οὐσιαστικά, κένωση εἶναι τὸ ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγία Τριάδος, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεός, προσέλαβε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ μάλιστα προσέλαβε φύση ἄκρως καθαρή, ἀλλὰ παθητὴ καὶ θνητὴ γιὰ νὰ πεθάνη στὸν Σταυρὸ καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύση τὴν ἄρρωστη ἀνθρώπινη φύση καὶ τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο. Κένωση εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση, ἡ ἔλευση τοῦ Θεοῦ Λόγου σὲ μᾶς διὰ τῆς σαρκός. Ὁ Χριστὸς ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Του μέχρι σταυρικοῦ θανάτου καὶ ἔτσι τὸ ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου ἔχει μεγάλη δόξα. Ἡ ταπείνωση εἶναι ὑψοποιός, ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι δόξα.
.                 Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε γιὰ μᾶς ἀνάβαση. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε πρὸς ἐμᾶς καὶ ἐμεῖς ἀνεβήκαμε πρὸς τὸν Θεό. Ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ δόξασε τὴν ἀνθρώπινη φύση, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς Πατὴρ Τὸν ὑπερύψωσε καὶ Τοῦ χάρισε ὄνομα, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὀνόματα, καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα θὰ προσκυνήσουν ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, καὶ ὅλοι θὰ ὁμολογήσουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
.                 Τὸ ὅτι τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ ἀναφέρεται στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ, διαβάζεται καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἐξηγεῖται ἀπὸ τρεῖς λόγους.

.                 Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε διὰ τῆς Παναγίας μας. Ἀπὸ αὐτὴν ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση· μέσα στὴν κοιλία της πραγματοποιήθηκε ἡ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως –ἡ κένωση–, αὐτὴ δοκίμασε πρώτη καὶ τὴν δόξα τῆς κενώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία τιμᾶται πολύ, γιατί ἔγινε Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, δοξάζεται γιὰ τὸν «καρπὸν τῆς κοιλίας» της. Ἡ κοιλία της γέμισε ἀπὸ τὴν θεία δόξα, ἔγινε παράδεισος ὁλοφώτεινος, κρατοῦσε τὸν Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γής. Αὐτὸ εἶναι ἀσύλληπτο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς.

.                 Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἡ Παναγία συμμετεῖχε, σὲ ὅλη τὴν ζωή της, στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ. Καίτοι γνώριζε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ ὅτι Αὐτὸς ποὺ θὰ συλλαμβανόταν στὴν κοιλία της ἦταν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις Τὸν ἔβλεπε νὰ μεγαλώνη πτωχικὰ στὸ σπίτι της, Τὸν βοηθοῦσε καὶ Τὸν ἔτρεφε, ἀργότερα Τὸν ἀκολουθοῦσε στὴν δράση Του καὶ βέβαια κατὰ τὴν μεγάλη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔγινε στὸν Σταυρό, παρευρέθηκε δίπλα Του, συμμετεῖχε καὶ στὴν ἀποκαθήλωσή Του. Ἔτσι, ἔζησε σὲ ὅλο τὸ βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γνώρισε καὶ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς. Κανεὶς ἄλλος δὲν γνώρισε σὲ τέτοιο μεγάλο βάθος τὴν ἔνδοξη κένωση τοῦ Χριστοῦ ὅσο ἡ Παναγία μας, ἡ ἁγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἴδια ἡ Παναγία μας ἔζησε τὴν κένωση στὴν ζωή της. Ὑπάκουσε στὸν Θεὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά της. Καίτοι ἦταν μητέρα τοῦ Χριστοῦ προτίμησε νὰ ζῆ στὴν ἀφάνεια, στὴν ταπείνωση, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκη κάποιο ἀξίωμα στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ζητᾶ τιμὲς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὀλίγα γράφονται γι’ αὐτὴν μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, καίτοι δεχόταν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ ὅλων τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ τὸ κυριότερο εἶναι ὅτι ἔζησε καὶ ἡ ἴδια τὴν ἔνδοξη κένωση, παρόμοια μὲ τὸν Υἱό της, κατὰ τὸν χρόνο τῆς Κοιμήσεώς της.
.             Γνωρίζουμε ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ ἐκδηλώθηκε κυρίως στὸν ἑαυτό Του πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν ἔνδοξη κατάβαση τῆς ψυχῆς Του μαζὶ μὲ τὴν θεότητά Του στὸν Ἅδη, ὅπου καὶ συνέτριψε τὴν ἐξουσία του. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, Ἐπίσκοπος Κρήτης, γράφει ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸν Χριστὸ γίνεται κατ᾽ ἀναλογίαν καὶ στὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων. Ἔτσι, οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἁγίων διέρχονται μὲν τὸν «ἀειδῆ» ἐκεῖνο τόπο, δὲν κατέχονται ὅμως ἀπὸ αὐτόν, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν ψυχῶν ποὺ ὑπέστησαν μὲ τὴν ραστώνη τους τὸν διὰ τῆς ἁμαρτίας θάνατο. Ἑπομένως, θὰ διέλθουν ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ Ἅδου καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἁγίων, ὄχι γιὰ νὰ καταστραφοῦν ὁλοσχερῶς, ἀλλὰ γιὰ νὰ διερευνήσουν καὶ νὰ μυηθοῦν τὸ ξένο τῆς θείας οἰκονομίας μυστήριον, τὴν εἰς Ἅδου κάθοδο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ διδαχθοῦν ὅσα ἔγιναν ἐκεῖ, δηλαδὴ τὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ Ἅδου. Οἱ ἅγιοι, ἀφοῦ στὴν ζωή τους γνώρισαν τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ γνωρίσουν καὶ τὸ μυστήριο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν Ἅδη. Ἔτσι, καὶ ἡ ψυχὴ τῆς Παναγίας, ὅταν κοιμήθηκε, κατέβηκε στὸν Ἅδη, ὅπου μυήθηκε στὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ τὸν Ἅδη, καὶ στὴν συνέχεια μυήθηκε καὶ στὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν μετάστασή της στὸν οὐρανό.

.               Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δόξα Του, ποὺ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ κένωση τῆς Παναγίας εἶναι δόξα της. Ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ τῆς Παναγίας μας συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Παναγία δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, μιὰ ἐνάρετη γυναίκα, ὅπως ὑπῆρχαν πολλὲς ἐνάρετες γυναῖκες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἄλλωστε, αὐτὸ ψάλλουμε στὸν θεομητορικὸ ὕμνο: «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Ὅλα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀναφέρονται στὸν Χριστὸ καὶ ἡ δόξα ποὺ ἀπολαμβάνει ἡ Παναγία ὀφείλεται στὸν «καρπὸ τῆς κοιλίας» της, ἀφοῦ αὐτὴ γέννησε τὸν Χριστό.
.               Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ μυστήριο τῆς κενώσεως-ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, βίωσε καὶ ἡ Παναγία μας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὴν δόξασε καὶ τῆς ἔδωσε τὴν Χάρη καὶ τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχεται γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Κύριος εἶναι ὁ Θεός, Κυρία καὶ ἡ Παναγία. Ὅπως ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ φάνηκε στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἔτσι καὶ ἡ δόξα τῆς Παναγίας φάνηκε ἔντονα κατὰ τὴν Κοίμησή Της, ποὺ λέγεται ἔνδοξη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάληψη-μετάσταση τοῦ σώματός της στοὺς οὐρανούς.
.                   Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ἡ δόξα συνδέεται μὲ τὴν ταπείνωση καὶ ἡ τιμὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα ζητοῦν δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιδιώκουν νὰ ἀπολαύσουν τιμὲς μὲ ἀνθρώπινα μέσα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶναι ἀνικανοποίητοι. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη δόξα λέγεται κενοδοξία, δηλαδὴ κενή, κούφια δόξα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαύση τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζητᾶ κάτι αὐθεντικό, ὁλοκληρωμένο, αἰώνιο.

.                 Ἡ Παναγία μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν θυσία καὶ τὴν προσφορά, μετὰ τὸν Χριστό, εἶναι τὸ πρότυπο γιὰ ὅλους μας. Ὅσες δόξες καὶ τιμὲς καὶ νὰ μᾶς προσφέρουν οἱ ἄνθρωποι, ὅσα ἀξιώματα καὶ ἐὰν ἀποκτήσουμε, ὅσες ὧρες καὶ ἂν διασκεδάσουμε, ὅλα ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἐξανεμίζονται, ἀφανίζονται, ὅπως τὰ ὄνειρα τῆς νύκτας κι ὅπως ὁ καπνὸς διαλύεται στὴν ἀτμόσφαιρα. Μάλιστα πολλὲς φορὲς ἀφήνουν πίκρα, θλίψη καὶ πόνο. Αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ἤρεμη χριστιανικὴ ζωή.
.               Ὡς Χριστιανοὶ πρέπει νὰ πορευόμαστε τὴν ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴν ὁδὸ τῶν παθημάτων τοῦ Σταυροῦ, τοῦ θανάτου, τοῦ Ἅδου καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ σὲ ὅλους τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας οἰκονομίας, ὁπότε πρέπει νὰ ζοῦμε τὴν κένωσή Του. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές Του, νὰ σηκώνουμε τὸν σταυρὸ τῶν πειρασμῶν, νὰ ὑπομένουμε τὶς συκοφαντίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ κατεβαίνουμε μὲ θάρρος καὶ πίστη σὲ κάθε προσωπικὸ ἅδη, σὲ κάθε πειρασμικὴ κόλαση, νὰ ἀντέχουμε τὶς πύρινες δοκιμασίες μὲ μετάνοια, νὰ μὴ φοβόμαστε τὸν θάνατο, δηλαδὴ νὰ συμμετέχουμε στὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κένωση τῆς Παναγίας. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι σο μεγάλη εναι κένωσή μας μαζ μ τν Χριστό, τόσο νδοξη εναι θέωσή μας.
.                 Ἡ Παναγία τὰ ἔζησε ὅλα αὐτὰ στὴν ζωή της καὶ θὰ πρέπει νὰ ζητᾶμε τὶς πρεσβεῖες της. Ἔτσι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ χαρά μας, ἡ Μητέρα μας, ἡ ἀναψυχή μας, ἡ παρηγοριά μας. Δὲν θὰ φοβόμαστε τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ θὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πίστη καὶ ἀγάπη, καὶ αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ δόξα μας.

 

 

, , ,

Σχολιάστε