Ἄρθρα σημειωμένα ὡς κάθαρση

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ «Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

 Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…

τοῦ πρωτ. π. Γ. Δορμπαράκη

.         Δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό Ἅγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά Ἱεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του Ἀνάληψη, ὁ Ὁποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 13).
.        ῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο “ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας” καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκῆ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκῆ Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.
.         ῎Ετσι ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχῆ κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, “ἀπό δόξης εἰς δόξαν”. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ – Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. “Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν”, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: “Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ” (Ρωμ. η´ 9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός “ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας”.
.         Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό ᾽Εκεῖνον ὡς ζωντανοῦ σώματός Του. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: “᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 7).
.          ῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό – “οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν” (᾽Ιωάν. ϛ´ 44) – καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι “οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ” (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι “οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ” (᾽Ιωάν. ιδ´ 6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι “σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Γιατί ὅποιος ἔχει τό Ἅγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.
.          Τό ἐρώτημα λοιπόν τό ὁποῖο τίθεται εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό Ἅγιον Πνεῦμα; Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. Ἀλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. Ἀπαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν “εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα”. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. “Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ” (Ρωμ. θ´ 16).
.        Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς κανείς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει – μέ τή βοήθεια βεβαίως τοῦ Θεοῦ – νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει, εἴπαμε, ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.
.       Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στήν βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό “ἐλεύθερο” νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τόν φωτισμό καί τήν θέωση.
.          Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει “νάρκη” στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι, ὥστε ἐμεῖς νά Τόν “κανονίζουμε” στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού “βιαζόταν” ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.
.      Ἡ ἑορτή λοιπόν τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μιὰ ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κεκλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε “συγκληρονόμοι Χριστοῦ” (Ρωμ. η´ 17).

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ μία ἄλλη “(νεο)πλατωνικὴ ἐκκλησιολογία”, ὁπότε ἐκδιώχθηκε καὶ παραθεωρήθηκε ἡ “ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία”, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καὶ σαφῶς εἶναι βαρλααμίτες μὲ φοβερὲς συνέπειες».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

ε. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἶναι δεδομένη θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ δόγματα εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ οἱ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὴν συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σηματοδοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση τῆς Ἀποκαλύψεως, ἰδιαιτέρως οἱ κανόνες ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὸ πῶς κανονίζεται ἡ μετάνοια.
.        Ὅλη ἡ θεολογία τῶν Τοπικῶν καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων φαίνεται στὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἰδιαιτέρως στὸν «προσφωνητικὸν λόγον» καὶ τοὺς α´ καὶ ρβ´ κανόνες της.
.        Ἔπειτα, οἱ ἡσυχαστικὲς Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351, 1368), στὶς ὁποῖες πρωταγωνίστησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ ἡσυχαστική του θεολογία, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, κατοχύρωσαν τὸν ἡσυχασμό, ὡς προϋπόθεση τῆς ἁγιότητος, τῆς θεώσεως, ἀλλὰ δογμάτισαν καὶ γιὰ τὴν θεολογία περὶ τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.        Καὶ ὅταν σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οἱ Σύνοδοι αὐτές, κυρίως τοῦ ἔτους 1351 ποὺ ἀποδέχθηκε καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων (1341, 1347), ἔχει ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε καταλαβαίνει τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ἡσυχαστικῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς γνησίας εὐαγγελικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.        Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὰ Πρακτικὰ καὶ τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, διακρίνει σαφῶς ὅτι ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ ἕνα σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, ὡς συνέχεια τῆς Δ´ καὶ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι οἱ Αὐτοκράτορες ὑπέγραψαν τὰ Πρακτικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τὴν ἀποκαλοῦν «θεία καὶ ἱερὰ σύνοδον».
.        Μάλιστα γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κυρίως στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου αὐτῆς φαίνονται εὐδιάκριτα τὰ ἑξῆς σημεῖα:

.           Πρῶτον, στὴν Σύνοδο αὐτὴν συμπεριελήφθησαν οἱ συνοδικοὶ τόμοι τῶν ἐτῶν 1341 καὶ 1347 καὶ ἀπέκτησαν ἔτσι οἰκουμενικὸ κύρος. Γράφεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «..καὶ ἀκριβῆ καὶ προσήκουσαν τὴν περὶ τῶν προκειμένων σκέψιν καὶ ἐξέτασιν ποιησάμενοι, καὶ τοὺς πρώην ἐπὶ τούτοις συνοδικοὺς τόμους ὡς εὐσεβεστάτους ἐπικυροῦντες, μᾶλλον δὲ καὶ τούτοις ἑπόμενοι….». Ἑπομένως, ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς μία Σύνοδος καί, βεβαίως, μὲ αὐτὲς τὶς Συνόδους κατεδικάσθηκαν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τῶν μαθητῶν του, τῶν βαρλααμιτῶν, ἤτοι τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρηγορᾶ.
.        Δεύτερον, θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς συνέχεια τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἰδίως δὲ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, γι’ αὐτὸ καὶ μνημονεύεται ὁ συνοδικὸς τόμος της: «καὶ ἀπεδείχθη καὶ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἁγίων ἐναργῶς κηρυττόμενον· ὧν κεφάλαιον ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθὼς ἀνωτέρω διὰ τῶν κατὰ μέρος προτεθέντων αὐτῆς ρητῶν μάλιστα ἱκανῶς ἀποδέδεικται».
.        Μάλιστα, ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του, ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν κτιστὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, χαρακτηρίζονται ὡς χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Μονοθελῆτες: «Κἀντεῦθεν καὶ αὐτοὶ φανερῶς ἀναδείκνυνται· χείρους δὲ ἐκείνων πολλῷ», «χείρους καὶ ἀτοπώτεροι», γιατί ἐκεῖνοι ὑπεστήριζαν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει μία θέληση καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν θεωροῦσαν ὡς ἄκτιστη καὶ ὄχι κτιστή, ἐνῶ οἱ βαρλααμίτες θεωροῦν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει ἕνα θέλημα καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν δέχονται φανερῶς ὡς κτιστή.
.        Τρίτον, καταγράφει τὶς αἱρετικὲς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρήγορα, ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ τὴν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας ἀπὸ τοὺς θεουμένους ἁγίους.
.        Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους1351 ἐπικύρωσε καὶ τοὺς προηγούμενους συνοδικοὺς τόμους ποὺ ἀναφέρονται καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ποὺ εἶναι ἀπαραίτηση προϋπόθεση γιὰ τὴν ὅραση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν φύση τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
.        Γράφεται ἐκεῖ ὅτι ὁ Βαρλαὰμ καταφερόταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι «διὰ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένοι τὰς καρδίας» δέχονται μυστικῶς καὶ ἀπορρήτως θεῖες ἐλλάμψεις, καθὼς ἐπίσης καταφερόταν «κατὰ τῶν καθ’ ἡσυχίαν ζώντων μοναχῶν».
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἐγγράφως διέστρεψε καὶ κατηγόρησε «πολλὰ καὶ τῶν τῆς ἡσυχίας ἐθίμων», καὶ μάλιστα πιτέθηκε καναντίον τς συνηθισμένης προσευχς στος συχαστές, λλ κα σλους τος Χριστιανούς, στν προσευχ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ το Θεολέησόν με».
.        Ἀναφέρεται μάλιστα στὴν σχέση μεταξὺ ἡσυχίας, προσευχῆς καὶ θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα: «Μήτηρ γὰρ προσευχῆς ἡ ἡσυχία. Προσευχὴ δὲ θείας δόξης ἐμφάνεια. Ὅταν γὰρ τὰς αἰσθήσεις μύσωμεν καὶ ἑαυτοῖς καὶ τῷ Θεῷ συγγενώμεθα, καὶ τῆς ἔξωθεν τοῦ κόσμου περιφορᾶς ἐλευθερωθέντες ἐντὸς ἑαυτῶν γενώμεθα, τότε τρανῶς ἐν ἑαυτοῖς τὴν τοῦ Θεοῦ βασιλείαν ὀψόμεθα. “Ἡ βασιλεία γὰρ τῶν οὐρανῶν, ἥτις ἐστι Βασιλεία Θεοῦ, ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν”, Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἐπεφθέγξατο». Ὁπότε, γίνεται φανερτι ραση τς Βασιλείας το Θεο κασχατολογικ βίωση π τν ζω ατ συνδέεται ρρηκτα μ τν συχασμό. Ὁ συχασμς δν εναι κάτι ποὺ λθε στν ζω τς κκλησίας μεταγενέστερα, κατπίδραση τν νεοπλατωνικν κα δθεν παρέκαμψε τν κκλησιολογία τς πρώτης κκλησίας πο στηριζόταν στν θεία Εχαριστία κα τν ασθηση τς Βασιλείας το Θεο, λλ εναι προϋπόθεση τς θέας τοκτίστου Φωτός, πως σαφς κατοχύρωσε κα «θεία καερ Σύνοδος» το 1351.
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἀντὶ νὰ ἀκολουθῆ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, στηριζόταν περισσότερο στὴν φιλοσοφία, θεωρώντας τὸ Φῶς τῆς θεότητος ποὺ ἕλλαμψε στὸ ὄρος Θαβὼρ ὅτι δὲν ἦταν ἀπρόσιτον καὶ κατὰ ἀλήθεια Φῶς θεότητος οὔτε ἦταν ἱερώτερο καὶ θειότερο τῶν ἀγγέλων, «ἀλλὰ καὶ χεῖρον καὶ κατώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Δηλαδή, ὁ Βαρλαὰμ θεωροῦσε ὅτι «πάντα τα τε νοήματα καὶ νοούμενα σεμνότερά ἐστι τοῦ φωτὸς ἐκείνου».
.        Τέταρτον, τεκμηριώνει ὅλη αὐτὴν τὴν θεολογία στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς –Παλαιᾶς καὶ Καινῆς– στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἁγίου Διαδόχου τοῦ Φωτικῆς, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κ.ἄ.
.        Τὰ ἀποσπάσματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἀναφέρονται στὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, τὴν νήψη τοῦ νοός, τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὴν σύνδεση τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.           Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι μόνη σχατολογικ βίωση τς Βασιλείας το Θεο εναι δι τς ερς συχίας μέθεξη τς κτίστου δόξης το Θεο, τς θεωρίας τοκτίστου Φωτός.
.        Πέμπτον, ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 ἐπικύρωσε τὰ δίκαια ἀναθέματα ποὺ ἐπεβλήθησαν στὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνον ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνόδους, ἀφοῦ δὲν μετενόησαν, στοὺς δὲ «ὁμόφρονάς» τους «καὶ ἁπλῶς ὅσοι τῆς συμμορίας αὐτῶν», τοὺς τιμώρησε «ὡς ἀποκηρύκτους τε καὶ ἀποβλήτους τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ἐὰν δὲν μεταμεληθοῦν.
.        Ἐπίσης, ἐπέβαλε καὶ τὸ ἀνάθεμα τῆς ἀκοινωνησίας καὶ ἀπογύμνωσε τοὺς Κληρικοὺς «πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας», ὅταν κοινωνοῦν ἐν γνώσει τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτούς. Ἀκόμη, καταδικάζονται καὶ ὅσοι θὰ καταφερθοῦν στὸν μέλλον ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, μὲ τὸν Συνοδικὸ τόμο τοῦ ἔτους 1351 ἐπικυρώνεται ἡ προηγουμένη καταδίκη: «Ἀλλ’ καὶ εἴ τις ἕτερος τῶν ἁπάντων τὰ αὐτὰ ποτὲ φωραθείη ἢ φρονῶν ἢ λέγων ἢ συγγραφόμενος κατὰ τοῦ ἱερωτάτου Θεσσαλονίκης (στὸν τόμο τοῦ 1347 γράφεται: «τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ μοναχῶν») μᾶλλον δὲ κατὰ τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τὰ αὐτὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καὶ τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (καθαίρεση καὶ ἀκοινωνησία), εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν».
.        Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς υἱοθέτησε πλήρως τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν περὶ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ θαβωρείου Φωτός, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ. πότε, δν πρόκειται γι διδασκαλία τογίου Γρηγορίου το Παλαμ, λλ γι διδασκαλία τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων κα ατς τς διας της κκλησίας.
.        Ἔτσι, ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον («ποτὲ») ὅποιος φρονεῖ ἢ λέγει ἢ γράφει ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεμάτων, ὅποιος ἀρνεῖται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν θεοπτία, καὶ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἱερωμένος εἴτε λαϊκὸς δέχεται τὸν ἴδιο ἀφορισμὸ καὶ ἀκοινωνησία, ποὺ δέχθηκαν οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀντιησυχαστές.
.        Ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ φαίνεται σαφέστατα ὅτι σοι σχυρίζονται τι ο Πατέρες τς κκλησίας π τν 3ο αώνα κα μετπηρεάσθησαν π μία λλη «(νεο)πλατωνικκκλησιολογία», τν ποία δθεν νεκάλυψαν κα παρουσίασαν Εάγριος Ποντικς κα Μακάριος Αγύπτιος, οποοι καπηρέασαν τος μεταγενέστερους Πατέρες, πότε κδιώχθηκε κα παραθεωρήθηκε «ρχέγονη κκλησιολογία» τς Εχαριστίας κα τς Βασιλείας, στν πραγματικότητα κφράζουν τν καταδικασμένη αρεση το Βαρλαάμ, τοκινδύνου, το Γρηγορ, κα σαφς εναι βαρλααμίτες μ φοβερς συνέπειες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἁγίων συνιστᾶ ἀσέβεια καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ καταλήγει στὴν ἀθεΐα, γιατί συνιστᾶ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

δ. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες

.        Τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ πατερικὰ κείμενα. Δὲν ὑπάρχει Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση.
.        Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους, μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους.
.        Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, στὸ σημεῖο αὐτὸ κατέγραψε τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τὴν ὁποία βρῆκε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης.
.        Ἔτσι, εἶναι βλάσφημο νὰ θεωρήση κανεὶς τοὺς Πατέρας σὰν ἀνώριμους πνευματικά, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπηρεάσθηκαν ἐξωτερικά, φραστικά, στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς λέξεις ποὺ προσέλαβαν, διετύπωσαν τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Προηγουμένως ἀναφέρθηκαν μερικὰ χωρία του, στὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση εἶναι ὁ ἀπαραίτητος τρόπος ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς αἱρέσεως.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ ὁ λόγος του περὶ τῆς ἱερωσύνης, ποὺ δικαιολογεῖ γιατί, ὅταν τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, τὴν ἀπέφυγε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Πόντο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει ὅτι ἦλθε μέσα του «ἔρως τοῦ καλοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναχωρήσεως· ἧς ἐραστὴς γενόμενος ἐξ ἀρχῆς».
.        Στὴν συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἐπεδίωκε τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη, ἐπειδὴ τὸ ἔργο τῆς ἱερωσύνης εἶναι μεγάλο, γιατί «καθαρῶ μόνον ἀπτέον τοῦ καθαροῦ καὶ ὠσαύτως ἔχοντος», καὶ πρέπει νὰ λαμπρύνη τὸν λόγο «τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως», ἀλλὰ καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοή.
.        Εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ θεολογήση κανείς, ἂν δὲν καθαρισθοῦν τὰ τρία αὐτὰ «ἢ οὐκ ἐνελάμφθη νοῦς, ἢ λόγος ἠσθένησεν, ἢ οὐκ ἐχώρησεν ἀκοὴ μὴ κεκαθαρμένη». Τὸ καταπληκτικότερο δὲ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γνωρίσματα ὄχι μόνον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τῆς ἱερωσύνης, κάνει εὐρύτατα λόγο γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἱερέα τὸν θέλει θεραπευτή, ἡ θεραπεία γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀπέβλεπε στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν κάνη λόγο γιὰ θεραπεία, τὴν ἐντοπίζει στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καρδιά. «Ἡμῖν δὲ περὶ τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καὶ σπουδή, καὶ πρὸς τὸν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καὶ ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὃς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τὸ δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσι».
.         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας τὴν ἀρετὴ παρουσιάζει ὡς τύπο τελείου ἀνθρώπου τὸν Προφήτη Μωϋσῆ. Ἔτσι, στὸ ἔργο του «Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως» κάνει λόγο γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στν πνευματικ κατάσταση τονθρώπου ατ πογινε στν Παλαι Διαθήκη, κατ τν μφάνιση το Θεο στρος Σινᾶ. Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωϋσῆ νὰ καθαρισθῆ ὁ λαὸς ἀπὸ κάθε ρύπο, νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ νὰ ἀνέλθη ἐπάνω σὲ αὐτὸ μόνον ἐκεῖνος. Πρόκειται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀκόμη καὶ τῶν δερματίνων χιτώνων, ποὺ εἶναι ἡ θνητότητα καὶ φθαρτότητα.
.        Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ γράφει: «ὁδὸς δὲ αὐτῷ πρὸς τὴν τοιαύτην γνῶσιν ἡ καθαρότης γίνεται, οὐ τοῦ σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισὶν ἀφαγνισθέντος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνδυμάτων πάσης κηλίδος ἀποκλυσθέντων τῷ ὕδατι».
.        Ἡ καθαρότητα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ διὰ πάντων καθαρεῦσαι δεῖ τὸν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν νοητῶν θεωρία, ὡς καὶ ψυχὴ καὶ σώματι καθαρὸν εἶναι καὶ ἀκηλίδωτον τὸν ἐν ἑκατέρῳ ρύπον καταλλήλως ἀποκλυσάμενον, ὡς ἂν καθαροὶ καὶ τῷ τὸ κρυπτὸν ὀρῶντι φανείημεν…». Ἐξηγεῖ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀνέλθη στὴν θεωρία πρέπει προηγουμένως νὰ καθάρη τὸν τρόπο ἀπὸ κάθε αἰσθητικὴ καὶ ἄλογη τάση καὶ νὰ πλύνη ἀπὸ τὸν νοῦ του κάθε γνώμη ποὺ τοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ κάθε προκατάληψη καὶ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὴν σύνοικό του αἴσθηση καὶ ἀφοῦ γίνη καθαρὸς ἀπὸ αὐτήν, τότε νὰ τολμήση νὰ ἀνέβη στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς.
.        Συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία λέγει ὅτι «ὁ κεκαθαρμένος νοῦς καὶ ὀξὺς τὴν ἀκοὴν τῆς καρδίας», ἀφοῦ ἀκούση τὸν ἦχο τῆς θείας δυνάμεως ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ὄντων, εἰσέρχεται στὴν ἀχειροποίητη σκηνή, ἀποκτᾶ τὴν θεία γνώση, τὴν ὁποία στὴν συνέχεια δείχνει σὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται κάτω «διὰ τῆς ὑλικῆς μιμήσεως», δηλαδὴ διὰ τῆς χειροποιήτου σκηνῆς.
.        Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὴν θεοπτία τῶν ἀρρήτων ρημάτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν διατύπωση αὐτῶν τῶν ἀρρήτων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.        Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ἕναν σημαντικὸ λόγο: «δαιμόνων θεολογία δίχα πράξεως γνσις». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του στοὺς θεουμένους, σὲ αὐτοὺς ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Κατὰ συνέπειαν μία θεολογία ποὺ δὲν εἶναι καρπὸς καὶ ἀπαύγασμα τῆς πράξεως, τῆς πρακτικῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι δαιμονική.
.        Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἑρμηνεύοντας τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κάνει λόγο γιὰ τὶς τρεῖς διαβαθμίσεις τῶν πιστῶν, ἤτοι τὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν σωζομένων.
.        Πρόκειται γιὰ τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ προσοικείωση τῆς σωτηρίας καὶ τὴν χωρίζει σὲ τρία μέρη, ἤτοι τὴν «πρακτικὴ φιλοσοφία» ἡ πράξη, τὴν «φυσικὴν θεωρίαν» ἢ ἁπλῶς θεωρία, καὶ τὴν «μυστικὴν θεολογίαν» ἢ ἁπλῶς θεολογία.
.        Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀρνητικὴ καὶ θετικὴ πλευρά, ἀφοῦ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν κοσμεῖ μὲ τὶς ἀρετές, ἡ φυσικὴ θεωρία, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση, καὶ ἡ μυστικὴ θεολογία στεφανώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ὕψιστη ἐμπειρία, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ ἔκσταση.
.        Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρεται στὶς τρεῖς βαθμίδες τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητικοῦ βίου, δηλαδή, τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ-θεολογικοῦ. Ἐπίσης, τοὺς σωζομένους Χριστιανοὺς στὶς τρεῖς διαιρέσεις τους, ἄλλοτε τοὺς ἀναφέρει ὡς πιστούς, ἐναρέτους καὶ γνωστικούς, καὶ ἄλλοτε ὡς δούλους, μισθωτοὺς καὶ υἱούς.
.        Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Πατέρας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀναφαίρεται συχνὰ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Μάλιστα ἕνα κείμενό του, στὸ ὁποῖο παρουσιάζει συνοπτικὰ τὴν ὅλη θεολογία του, τὸ ἐπιγράφει «κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά», ἀφοῦ ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός.
.        Σὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο του λέγει ὅτι ἡ πίστη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν προξενεῖ τοὺς μισθοὺς «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως». «Καθόσον γὰρ καθαιρόμεθα κατὰ τοσοῦτον εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἀπὸ τοῦ φοβεῖσθαι ἀναγόμεθα» καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, «κατὰ προκοπὴν» μεταβαίνουμε στὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό.
.        Τότε, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατήρ μας ἀγαπᾶ «προοδοποιοῦντος τοῦ Πνεύματος δηλαδὴ καὶ τὴν οἰκίαν προευτρεπίζοντος», ὁπότε «ὡς ἐν μιᾷ συνόδῳ τῶν ὑποστάσεων μόνην γίνεσθαι ἡμᾶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος».
.           Σὲ μία ἄλλη ὁμιλία στοὺς μοναχούς του ἐκφράζει τὴν χαρά του, ἐπειδὴ βλέπει τὴν προκοπὴ στὸν βίο τους «ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν εὐλαβείᾳ, ἐν κατανύξει, καὶ δάκρυσι, δι’ ὧν ὁ ἔσω καθαίρεται ἄνθρωπος καὶ πληροῦται φωτὸς θείου καὶ ὅλος Πνεύματος Ἁγίου γίνεται καὶ συντετριμμένῳ ψυχῆς καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι, καὶ ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ γίνεται εἰς εὐλογίαν ὑμῶν καὶ προσθήκην ἀνωλέθρου καὶ μακαρίας ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν θεολογία του ἀνέδειξε ὅλη τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν θεογνωσία.
.        Αὐτὸ φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὸ ὁποῖο συνέτριψε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιτῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲ εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε ὅλη αὐτὴν τὴν ἱερὰ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὶς ὁμιλίες του ποὺ ἐξεφώνησε στὸ ποίμνιό του.
.        Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πάνω στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐξέθεσα σὲ ἄλλα κείμενά μου καὶ παρέλκει ἡ καταγραφή του ἐδῶ. Καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ καὶ θεοπτικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατοχυρώθηκε ἀπὸ τὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν ἐποχή του, κυρίως τὴν Σύνοδο τοῦ 1351, ποὺ ἐκλαμβάνεται καὶ θεωρεῖται ὡς ἡ Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

.           Γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, κάνουν λόγο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, γιὰ τὴν ἱερὰ ἡσυχία ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, γι’ αὐτὸ καὶ ὑβρίζονται μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν στοχαζομένων καὶ προτεσταντιζόντων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ νεοπλατωνικὲς θεωρίες καὶ ἀλλοίωσαν τὴν προγενέστερή τους παράδοση. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατέρες αἰσθάνονταν ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων στὸ φρόνημα καὶ τὴν ζωή.
.        Βεβαίως, φαίνεται μία ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα στὴν ὁρολογία μεταξὺ τῶν Πατέρων καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Στὴν διδασκαλία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσε, ἐνῶ στοὺς Πατέρας γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
.              Στὴν θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται διάκριση μεταξὺ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καὶ φύσει θνητοῦ σώματος, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνῆκε προηγουμένως στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ αὐτόν, ὁπότε περικλείσθηκε στὸ σῶμα γιὰ νὰ τιμωρηθῆ. Εὑρισκομένη δὲ στὸ σῶμα ἀναζητᾶ νὰ ἐλευθερωθῆ καὶ ἐπανέλθη στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν.
.        Ἔτσι, κατὰ τοὺς πλατωνικοὺς καὶ νεοπλατωνικούς, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔκσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σῶμα.
.        Ἡ νεοπλατωνικὴ αὐτὴ ἄποψη δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων, ἀμέσως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σώματος· τὸ σῶμα δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὸ σῶμα· ἡ ἔκσταση δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ θεοπτία.
.        Στὴν ἐμπειρία τῶν νεοπλατωνικῶν δὲν συμμετέχει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό. Γίνεται καὶ ἐκεῖ λόγος γιὰ ἐμπειρία φωτός, ἀλλὰ εἶναι φῶς παρυφιστάμενο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει χῶρο καὶ χρῶμα καὶ τελικὰ εἶναι φῶς διαβολικό. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ θεοπτία εἶναι ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶναι μέθεξη καὶ σύγκραση μὲ τὸ θεῖο Φῶς, καὶ μεταμορφώνεται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἔπειτα, ἡ ἐμπειρία τῶν στωϊκῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν συνδέεται μὲ τὴν ἔκσταση, ὡς ἔξοδο τοῦ νοῦ «ἀπὸ τὸν χρόνο, τὰ διαστήματα, τὴν ἀλληλοδιαδοχικὴ σκέψη». Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι δαιμονική, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Δηλαδή, ἡ προσπάθεια τῶν νεοπλατωνικῶν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ ἀπὸ τὰ μεταβλητά, ἐνῶ κατὰ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
.        Ἔτσι, ὅταν στὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο νοῦ, κατὰ τὴν προσευχή, δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀφαιρετικὴ θεολογία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναιρεῖται ἡ θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸν λεγόμενο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς σὲ αὐτὸν καὶ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.        Καὶ ὅταν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο γίνεται λόγος γιὰ ἐπάνοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὸν κόσμο τῶν αἰσθητῶν, πράγμα ποὺ ἀναπτύχθηκε θεολογικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ἔγινε γιὰ νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸ φύσει θνητὸ σῶμα, ὡς φυλακὴ τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς, καὶ νὰ δείξουν ὅτι τὸ σῶμα εἶναι θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ καὶ αὐτὸ θεώνεται μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἑπομένως, εἶναι ἄδικο, ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ἀνορθόδοξο νὰ ταυτίζεται ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀνίδεου καὶ ἀφάνταστου νοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴν καρδιά, μὲ τὶς θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀναιροῦνται αὐτὲς οἱ ἀπόψεις. Φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν μία τέτοια ὁρολογία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐπιτυχία τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναπτύσσοντας τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν σχολαστικὴ νοοτροπία τοῦ Βαρλαάμ, λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία-φιλοσοφία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, μάλιστα δὲ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση, τὴν θύραθεν σοφία, προῆλθαν ὅλες οἱ αἱρέσεις. «Κἂν ἐξετάςῃς, ἴδοις ἂν πάσας ἢ πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τὰς ἀρχάς». Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦσαν ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν ἐμπειρία τους, δηλαδὴ ἐνεδυναμώθηκαν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔβλεπαν τὸν Θεό, καὶ ὄχι κτίσματα καὶ δαιμονικὲς φαντασίες.
.        Βέβαια, οἱ Πατέρες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπειρία τους χρησιμοποίησαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ προσέδωσαν σὲ αὐτὴν ἄλλη ἔννοια καὶ σημασία. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ· νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ τὸν Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Καὶ ὑπενθυμίζει τὸν λόγο τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. κεφ. 55, 9): «καθόσον δὲ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀπέχει ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τῶν διανοιῶν ὑμῶν».
.        Στὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι, ὅταν βλέπουμε ἴδια ὁρολογία στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς φιλοσόφους, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε ὅτι λένε τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ τὸ κοινὸ φαίνεται μόνον στὸ ρῆμα, τὴν λέξη, ἐνῶ τὸ νόημα εἶναι πολὺ διαφορετικό. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί οἱ Πατέρες ἔχουν νοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁμιλοῦν στὴν καλύτερη περίπτωση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοιά τους, στὴν χειρότερη δὲ περίπτωση («εἰ μή τι καὶ χεῖρον») ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν σατανικὴ-δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι καταπέλτης ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν οἱ Πατέρες ἀλλοίωσαν «τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία», καὶ ὅτι δῆθεν ἐκφράζουν τὴν νεοπλατωνικὴ παράδοση.
.        Ὅποιος μεταδίδει τέτοιες ἀνόητες θεωρίες ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ἔχει μία ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ γνώση ἢ τοὺς παρερμηνεύει ἐνσυνειδήτως καὶ κατὰ τρόπο προτεσταντικό, ὁπότε καὶ βλασφημεῖ ὄχι μόνο τοὺς Πατέρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ποὺ υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοὺς συνοδικῶς καὶ λατρευτικῶς.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἕνας ἄλλος σημαντικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος στὰ τρία εἴδη τῆς ἀθεΐας, στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συγκαταλέγει τοὺς θεολόγους ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται ἢ ὑποτιμοῦν τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γράφει: «τοῦτ᾽ ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν».
.        Ὑπενθυμίζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ μέγα, καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐπισημαίνει: «καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός ἐστι θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ, ὥσπερ ἑκάστη τὸν οἰονεὶ φραγμὸν καὶ τὸ περιτείχημα τῆς εὐσεβείας, κἂν περιέλῃ τις μίαν γοῦν αὐτόν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολύς».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια-θεοσέβεια, ἡ ὁποία συντονίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ θεολογίες εἶναι ὅρος ἀληθινῆς θεοσεβείας καὶ χάρακας καὶ φραγμός.Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ὅταν κάποιος ἀφαιρέση μία διδασκαλία τῶν Πατέρων, τότε εἰσέρχεται «ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμός». πομένως, ἡ μφισβήτηση τς διδασκαλίας τοῦ γίου Διονυσίου τοῦ ρεοπαγίτου κα τν μεταγενεστέρων γίων συνιστᾶ σέβεια καὶ πόκλιση π τν ρθόδοξη Παράδοση κα καταλήγει στν θεΐα, γιατί συνιστρνηση το Θεο τν Πατέρων μν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε