Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θ. Λειτουργία

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[1]

.               Μέσα στὴν γενικὴ θεομηνία ποὺ μαστίζει τὴν χώρα, καιρική, πολιτική, οἰκονομική, κοινωνική, πνευματική (ἰδίως αὐτή) ἔχουμε καὶ ἀλλιώτικα “ἀκραῖα” καιρικὰ φαινόμενα μὲ χαρακτήρα πλέον «πανδημίας»: περιοδεῖες ἀντιγράφων ἱερῶν εἰκόνων (στὰ πρόθυρα τῆς εἰκονολατρίας!- λὲς καὶ ἡ κάθε Εἰκόνα ἀπὸ μόνη της δὲν εἶναι ἱερὴ Εἰκόνα, παρὰ μόνον ἂν εἶναι «ἀντίγραφο» συγκεκριμένης θαυματουργοῦ!, ὑποδοχὲς πρωτοτύπων Εἰκόνων μὲ «τιμὲς ἀρχηγοῦ Κράτους»!, [ὑπάρχουν πόλεις ποὺ σὲ μηνιαία σχεδὸν βάση ὑποδέχονται πρωτότυπες -αὐτὴ τὴ φορά- εἰκόνες, οἱ ὁποῖες «γιὰ πρώτη φορά» «ἐξέρχονται» — δηλαδὴ “βγαίνουν”, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ… ἱεροπρεπέστερον «ἐξέρχονται»!!!— ], περιοδεῖες ἱ. Λειψάνων, καὶ δὲν συμμαζεύεται). Μέσα σὲ ὅλ᾽ αὐτὰ καὶ ἕνα νέο φροῦτο: οἱ βραδυνὲς Θ. Λειτουργίες (ὄχι Ἀγρυπνίες), δηλ. τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπὸ 8 μέχρι 10 τὸ βράδυ!
.               Μπορεῖς κάλλιστα, μὲ τὸ νέο διαφημιζόμενο προϊόν, νὰ ζεῖς ξεχωριστὲς κατανυκτικὲς ἐμπειρίες, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ σηκώνεσαι νωρὶς τὸ πρωί. Τελειώνεις τὸ πρόγραμμά σου τῆς ἡμέρας  καὶ τὶς πρωταρχικὲς προτεραιότητές σου καὶ μετὰ φαγωμένος -γιατί ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχεις ἀντέξει ἀπὸ τὸ μεσονύκτιο τῆς προηγουμένης νὰ παραμείνεις νηστικός!- πηγαίνεις καὶ στὴν Ἐκκλησία γιὰ μιὰ ὡραία βραδυνὴ Θ. Λειτουργία.
.               Δὲν εἶναι ὅτι ἔχουμε κυριολεκτικῶς παραφρονήσει ὡς κοινωνία, ἔχουμε «λαλήσει» καὶ ὡς ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα. Δὲν μᾶς φτάνουν ὅλα τὰ ἄνομα καὶ ἀνώμαλα καὶ ἀφύσικα καὶ ἀπάνθρωπα, ποὺ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως νομοθετοῦνται, ἔχουμε ἐντελῶς παραλελυμένα καὶ τὰ πνευματικὰ-ἐκκλησιαστικὰ ἀντισώματα καὶ θεολογικὰ κριτήρια. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσει κάποιος: «ἐδῶ ἔχουμε κατασκευάσει θεολογικὸ προγεφύρωμα στὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς «ἀνθρωπολογικοῦ καθεστῶτος», ἔχουμε ἀποδεχθεῖ τὴν ἀλλαγὴ φύλου, στὶς βραδυνὲς λειτουργίες θὰ κολλήσουμε;»
.               Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» ἀνασύρει τὴν παλαιότερη θεολογικὴ ἀπάντηση (σὲ σχετικὸ ἐρώτημα) τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη, γιὰ νὰ εἶναι διαθέσιμη σὲ ὅποιον φιλοτιμηθεῖ νὰ ἀναρωτηθεῖ. Οἱ ὑπόλοιποι μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ συνεχίσουν τὸν καταποντισμό τους.

Εἶναι ἆραγε δυνατὴ καὶ μὲ ποιές προϋποθέσεις ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὸ βράδυ τῶν Κυριακῶν, τῶν ἑορτῶν ἢ ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἔτους, ὅταν οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τὸ ἐπιβάλλουν;  (Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.               Κατ’ ἀρχὴν ἡ τέλεση τῆς θείας λειτουργίας δὲν εἶναι συνδεδεμένη πρὸς καμία ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους χρονικὲς στιγμὲς ἢ περιόδους τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Κινεῖται ἐπάνω ἢ πέρα ἀπὸ αὐτές, τρόπον τινὰ μέσα στὴν ἄχρονη σφαίρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα καὶ σύμβολο, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ἀληθινὴ παρουσία. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι καμιὰ ἀπὸ τὶς εὐχές μας, σ’ ὅλες τὶς παραλλαγὲς τῶν λειτουργικῶν τύπων τῆς οἰκουμένης, δὲν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρονικὸ σημεῖο τελέσεώς της, οὔτε στὶς εὐχὲς τῆς συνάξεως (ἀντιφώνων, εἰσόδου, τρισαγίου, εὐαγγελίου, ἐκτενοῦς, κατηχουμένων, πιστῶν), οὔτε στὶς καθ’ αὑτὸ λειτουργικὲς εὐχές, τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τὶς πρὸ καὶ μετὰ εὐχὲς ποὺ τὴν περιβάλλουν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο, ἂν συγκρίνουμε τὴν πρώτη σειρὰ τῶν εὐχῶν μὲ τὶς παράλληλες εὐχὲς ἄλλων ἀκολουθιῶν καὶ συνάξεων, ὅπως τὶς εὐχὲς τοῦ Λυχνικοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, καθὼς καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἀρχαίων ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν τῆς τριθέκτης καὶ τῆς παννυχίδος. Ὅλες αὐτὲς ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένα χρονικὰ σημεῖα τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ συνδυάζονται πρὸς σωτηριολογικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτά, ἀναφέροντας καὶ τὰ ἀνάλογα πρὸς τὶς ὧρες αὐτὲς αἰτήματά μας. Ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν διακονικῶν, ὅπου στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ σαφῶς προσδιορίζεται ὁ χρόνος τῆς τελέσεως («ἑωθινὴν» – «ἑσπερινήν», «τὴν ἡμέραν» – «τὴν ἑσπέραν»), ἐνῶ στὴν Θεία Λειτουργία δὲν προσδιορίζεται («πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ»). Ἐπίσης, ἐνῶ στὶς ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν Γ΄, ϛ΄ καὶ Θ΄ γίνεται συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτὲς (ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σταύρωση, θάνατος τοῦ Κυρίου), στὴν Θεία Λειτουργία, ἐνῶ γίνεται μνεία τῶν γεγονότων αὐτῶν, δὲν συναρτῶνται πρὸς ἀντίστοιχες ὧρες τοῦ νυχθημέρου. Στὴν ἱστορία δὲ τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν τῆς τελέσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας συναντῶνται ὅλες οἱ δυνατὲς παραλλαγὲς ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τοῦ μυστηρίου. «Ὁ χρόνος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ ἡ Λειτουργία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ χρόνου». Σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καταλήγει μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένη ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ θέματος σχέσεως θείας λειτουργίας καὶ χρόνου καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὁ π. Ἀλκιβιάδης Καλυβόπουλος στὴν διατριβή του «Χρόνος τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 218.
.           Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν Δ΄ αἰώνα ὁ χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας σταθεροποιήθηκε σὲ δύο βασικὰ χρονικὰ σημεῖα, χωρὶς νὰ παύσουν ποτὲ νὰ ὑπάρχουν κατὰ τόπους καὶ χρόνους ἢ καὶ νὰ συνυπάρχουν διάφορες παραλλαγὲς καὶ δυνατότητες. Οἱ ἐπιλογὲς τῆς ὥρας δὲν εἶναι τυχαῖες, ὄχι γιὰ τὸ θεολογικὸ νόημα ποὺ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν προτίμηση τῶν ὡρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζουν μιὰ σεβάσμια παράδοση αἰώνων, ποὺ εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς πνευματικῆς καὶ πρακτικῆς σοφίας τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ τάξη ποὺ βαθμηδὸν παγιώθηκε ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα αὐθαίρετης ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ἔκφραση πίστεως, καὶ γι’ αὐτὸ συναρτᾶται πρὸς τὸ ὅλο σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τῶν πιστῶν. Ὡς πνευματικὴ δὲ τράπεζα ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ἡ αὐτονοήτως συνδεδεμένη μ’ αὐτὴν κοινωνία, παρέμεινε συνδεδεμένη, ὅπως κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ κατὰ τὶς εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν πρώτων χριστιανῶν, μὲ τὴν ὑλικὴ τράπεζα. Ἡ διαφορὰ συνίσταται, στὸ ὅτι γιὰ λόγους εὐλαβείας ἡ πνευματικὴ βρώση καὶ πόση προηγεῖται τῆς ὑλικῆς καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ τράπεζα δὲν εἶναι πιὰ κοινή, ὅπως στὶς «ἀγάπες» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, οὔτε παρατίθεται στὸν ναό, ἀλλὰ στὰ ἰδιωτικά μας σπίτια. Γιὰ λόγους ἐπίσης εὐλαβείας, ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία, ἤδη ἀπὸ τὸν Δ´ αἰώνα ἂν μὴ καὶ ἐνωρίτερα, εἶχε ὡς προϋπόθεση τὴν λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία», δηλαδὴ τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου τῆς προηγουμένης ἡμέρας. «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι» (κανὼν μη΄ Καρθαγένης καὶ κθ΄ Πενθέκτης). Κατὰ τὴν τάξη αὐτή, ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι νήστιμος καὶ ἡ τράπεζα εἶναι μία, ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὶν ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας (3η μ.μ. μὲ τὸ σύγχρονό μας ὡρολόγιο). Ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι ἑορτάσιμος, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὴ νήστιμος, τότε ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὸ τοῦ γεύματος, δηλαδὴ μεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας (9ης π.μ. μέχρι 12ης μεσημβρινῆς, κατὰ τὸ ὡρολόγιό μας, περίπου). Ἡ τρίτη μὲ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας τελικὰ καθιερώθηκε ὡς ὁ πιὸ πρόσφορος γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας χρόνος καὶ θεολογικὰ δικαιώθηκε ὡς ὁ μόνος κατάλληλος, ἀφοῦ ἡ τέλεσή της προϋποθέτει τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Νεώτερα μάλιστα βυζαντινὰ κείμενα κακίζουν τοὺς Λατίνους, γιατί λειτουργοῦσαν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας «ἐκ πρωΐας… καὶ οὐ κατὰ τὴν νενομισμένην τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὥραν». Παρὰ ταῦτα τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ τοῦ ἁγίου Σάβα προβλέπει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἐνωρίτερα τῆς τρίτης ὥρας, ὅταν προηγεῖται ἀγρυπνία «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές. Ἔτσι συστέλλεται καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ποὺ γίνεται μεγαλύτερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν, μικρότερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ποὺ ἔχουν ἀγρυπνία, καὶ ἐνδιάμεσος κατὰ τὶς λοιπὲς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες τοῦ ἔτους. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοφὰ διοργανωμένο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ χρόνος τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία καὶ τὸ μῆκος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συντονίζονται πρὸς τὸ θέμα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν ἑορτάσιμο, μὴ ἑορτάσιμο ἢ πένθιμο χαρακτήρα της.
.                Ἀντιθέτως πρὸς τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε σύντμηση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία ἐπιμηκύνεται.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Δ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4, Ἰούλ.- Αὔγ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

.               Νομίζω ὅτι ἔχει γίνει κατανoητό, ἀπὸ ὅσα εἴπαµε μέχρι τώρα, ὅτι τὸ «σωµα Χριστοῦ» εἶναι τὸ σῶµα ἑνὸς λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ σχέση τῶν µελῶν του µεταξύ τους καὶ ὅλων μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό. Ὅταν λοιπὸν µιλᾶµε γιὰ Ἐκκλησία, ἐννοοῦµε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θεο-ίδρυτο σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε µὲν τὴν ἡµέρα τὴ µεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, λαµβάνει ὅμως ὑπόσταση ἀπὸ τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται παροῦσα ἐδῶ καὶ τώρα μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία.
.               Ἐὰν δεχθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἁγίου Μαξίµου ὅτι «εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία … (Μυσταγωγία, Α´, 77), µἐ ἐξειδικευµένη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία προσεγγίζει ὡς οὐσιώδη µετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, τότε δικαιούµαστε νὰ παρακολουθήσουµε τὰ τελούµενα -καλύτερα, τὰ συµβαίνοντα- στὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξη, καὶ νὰ ποῦµε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ὁρατὸς τόπος, στὸν ὁποῖο πραγµατοποιεῖται ἡ συναγωγὴ τῶν διεσκορπισµένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἓν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ σύναξη αὐτὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς τῆς Ἱστορίας, ὡς πράξη ὅμως συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, ξανακάνει τὴν Ἱστορία Ἱερή, συνδέοντας κατὰ συνέπεια ἕκαστο μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἄλλα μέλη του, καὶ συγχρόνως μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὰ συµβαίνοντα (τὸ γεγονὸς) ποὺ ἀναδεικνύει αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸ βιώνουµε στὴ θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁποία, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Χριστό, ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀποδέχεται τὴν προσφορὰ τῆς Δηµιουργίας ἐκ μέρους μας ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τροφῆς μας (ψωµὶ καὶ κρασί, τὴν µεταβάλλει σὲ σῶµα καὶ αἷµα τοῦ Υἱοῦ Του καὶ µᾶς «ἀντικαταπέµπει» τὴν ἴδια τὴν Δηµιουργία του ἐγχριστωµένη, δηλαδὴ ὡς θεία Βασιλεία, καθιστώντας μας μέλη της.
.               Μιὰ τέτοια ἐπισήµανση, ποὺ ἀντιλαµβάνεται τὴ θεία Εὐχαριστία ὡς τὴν κύρια ἔκφραση τοῦ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζεται κατὰ τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, σήµερα ἅγιο της Ἐκκλησίας. Ὁ Καβάσιλας δείχνει νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν σταδιακὴ εἴσοδο τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ στὴ θεολογία, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατυπώσει ὁρισµοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ, ὅπως ἔχουµε πεῖ, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων ὁρισµὸς τῆς Ἐκκλησίας ὣς τὸν 13ο αἰώνα, ἀφοῦ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλαµβάνονταν ὡς βιούµενη πραγµατικότητα. Πράγµατι, µετὰ τὸν 13ο αἰ. ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας ἕνα ρεῦµα σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ δυτικὴ θεολογία, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς σποραδικὲς ἀντιδράσεις καὶ ἀντιστάσεις, κατέκλυσε τελικὰ τὴ θεολογία μας, ὅπως τουλάχιστον ἐµφαίνεται στὰ ἐγχειρίδια τῶν τελευταίων αἰώνων. Γιὰ παράδειγµα, καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ θέµα μας, ἀναφέρω ὅτι στὰ δογµατικὰ ἐγχειρίδια (περιλαµβανοµένων τῶν γνωστῶν Ὁµολογιῶν τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰ.), ἡ θ. Εὐχαριστία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ µυστήρια ποὺ διαµορφώνουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ ἐξετάζεται σχεδὸν αὐτόνοµα (ὅπως καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα «µυστήρια»), μὲ ἔµφαση σὲ ἕναν ἀναγκαστικὸ αὐτοµατισµὸ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσµατα.
.               Ἀντιδρώντας στὸ ρεῦµα τοῦ σχολαστικισµοῦ, ὁ Καβάσιλας ἐπεχείρησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γεγονότος ποὺ συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔργο του Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν συνοψίζει τὴ θεολογία τῶν Πατέρων (ὅπως ἀνάλογα ἔκανε τὸν 8ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Δαµασκηνὸς στὸ ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ ἰδιάζουσα συµβολὴ τοῦ Καβάσιλα συνδέεται μὲ διατυπώσεις ποὺ ὑποκρύπτουν λανθάνουσα ἀντίδραση στὰ ρεύµατα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Οἱ διατυπώσεις του, ὄχι µόνον στὸ ἔργο ποὺ ἀναφέραµε ἀλλὰ καὶ στὸ ἄλλο ἔργο του, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀναδεικνύει τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας μέσῳ τῶν ἑξῆς ἀναφορῶν:

α) Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὰ «µυστήρια»: «ἡ Ἐκκλησία σηµαίνεται ἐν τοῖς µυστηρίοις» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´, 6). Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ µιὰ οὐσιώδη ἐπισήµανση: ἡ λέξη «µυστήρια» (στὸν πληθυντικὸ) στὴ λειτουργική μας παράδοση σηµαίνει τὸ ἕνα µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (βλ. τὴ διατύπωση στὸ κείµενο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόµου, στὴν εὐχὴ πρὸ τοῦ χερουβικοῦ ὕµνου: « … δὸς αὐτοῖς πάντοτε µετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοί, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως µετέχειν τῶν ἁγίων σου µυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς µεγάλης Εἰσόδου: «τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾽ οὓς προσήγαγον καὶ ἡµᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ Ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου µυστηρίων», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον ἡµᾶς µεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν µυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευµατικῆς τραπέζης», στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ µυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωµεν τῷ Κυρίῳ», στὴν εὐχαριστήρια εὐχὴ µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Εὐχαριστουµεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡµῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡµέρᾳ κατηξίωσας ἡµᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων µυστηρίων». Μποροῦµε λοιπὸν νὰ ἐπαναδιατυπώσουµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Καβάσιλα: ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ «µυστήριο» τῆς θείας Εὐχαριστίας.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα ὡς σῶµα Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ ἱερουργεῖται στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ σηµαίνεται ὡς Κυριακὸ σωµα, σῶµα τοῦ Κυρίου, ὑπὸ διττὴ ἔννοια, ἀφ᾽ἑνὸς τὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἁγιασµένο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης σῶµα Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο καλούµαστε νὰ «φᾶµε» («σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε … »): «Τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη [ … ] οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα [ … ] Διὰ ταῦτα οὐδὲν ἀπεικὸς [= τίποτε τὸ παράλογο ἢ ἀταίριαστο] ἐνταῦθα διὰ τῶν µυστηρίων τὴν ἐκκλησίαν σηµαίνεσθαι» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´ 2-3). Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὸν Καβάσιλα Ἐκκλησία καὶ θεία Λειτουργία ταυτίζονται.

γ) Ὅλα τὰ ἄλλα λεγόµενα «µυστήρια» (Βάπτισµα, Χρίσµα, Ἱερωσύνη κλπ.) συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σ᾽ αὐτὴν ἀναφέρονται καὶ ἐξ αὐτῆς λαµβάνουν τὸ περιεχόµενό τους: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις µυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται µόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4). Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἑξῆς ἕνα: ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἄλλες ἁγιαστικὲς ἢ θεραπευτικὲς πράξεις µποροῦν ἐπίσης νὰ ὀνοµάζονται «µυστήρια», µόνο καὶ µόνο γιατί συνδέονται μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.

.             Ἂν θελήσουµε, λοιπόν, νὰ γνωρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ, ὁ ἀσφαλέστερος δρόµος εἶναι νὰ γίνουµε μέτοχοι τῆς θείας Λειτουργίας. Νὰ γνωρίσουµε σηµαίνει νὰ σχετισθοῦµε. Ἔτσι ἀντιλαµβάνεται ἄλλωστε τὴν «γνώση» ἡ Ἁγία Γραφή, ἔτσι ἐπίσης τὴν ἀντιλαµβάνεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάν. η´ 32), ποὺ σηµαίνει, συνδεθεῖτε μὲ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστὸ (βλ. «ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια … »), καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀµαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει συνδέοµαι κατὰ ὑπαρξιακὸ τρόπο μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνδέοµαι σηµαίνει ἐλευθερώνοµαι ἀπὸ τὰ δεσµὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
.           Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦµε ὅτι ὑπάρχει ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας, κάτι ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαµβάνεται, ὅταν λέει «πάω στὴν Ἐκκλησία», ἐννοώντας πάω στὸν ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει παραδίδοµαι στὸ εἶναι της. Καὶ παραδίδοµαι στὸ εἶναι της σηµαίνει σχετίζοµαι μὲ τὰ μέλη της, ὅλα τὰ μέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα βῆµα ἀκόµη ἂν προχωρήσουµε, µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ γινόµαστε Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθὴς ὕπαρξή μας ἀναδύεται καὶ ἀναπαύεται στὸν τρόπο τῆς σχέσης, µίας σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ καὶ µίας σχέσης ἐπίσης μὲ τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιλαµβανόµαστε ὡς Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχουµε ἀνάγκη ἑνὸς ἐξειδικευµένου ὁρισµοῦ. Εἴπαµε, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς βιούµενη πραγµατικότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

, , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ! Τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας. «Ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας».

Οἱ παραστάσεις μᾶς τέλειωσαν!
Ποτέ πάλι στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ…
ἤ … τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας.

τοῦ Πρωτ. π. Ἰωάννου Φωτοπούλου.

.             Ὅσοι συχνάζουμε στήν ἐκκλησία μιμούμενοι τό κατά δύναμιν ὅλες τίς γενεές τῶν πρό ἡμῶν χριστιανῶν, πολιτευόμαστε «προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων [καί τῶν ἁγίων Πατέρων] καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. β´ 42). Εἴμαστε δοσμένοι, ἀφοσιωμένοι («προσκαρτεροῦντες») ὄχι σέ ὁποιεσδήποτε προσευχές, ἀλλά στίς προσευχές, στή λατρεία πού μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
.              Γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος : «Οἱ ἅγιοι πού τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἔρχονται ἀπό γενιά σέ γενιά  μετά τούς προηγουμένους ἁγίους, προσκολλῶνται σ΄αὐτούς καί ὅμοια μ΄αὐτούς ἐλλάμπονται, λαμβάνοντας κατά μέθεξιν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γίνονται σάν μιά χρυσῆ ἁλυσίδα.  Καθένας τους εἶναι ἕνας κρῖκος καί καθένας χωριστά μέ τόν προηγούμενό του συνδέεται μέ τήν πίστη, τά ἔργα καί τήν ἀγάπη, ὥστε νά ἀποτελοῦν μία σειρά  ἑνωμένη μέ τόν ἕνα Θεό πού δέν μπορεῖ εὔκολα νά σπάσει»[1].
.             Αὐτή εἶναι ἡ ζωή ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων. Λατρεύουμε τόν Χριστό μας, τιμοῦμε τήν Παναγία  καί τούς ἁγίους μας, ὅπως οἱ σαρκικοί καί οἱ πνευματικοί  Πατέρες μας.  Μιά ἀδιάσπαστη συνέχεια Χριστιανῶν, μιά χρυσῆ ἁλυσίδα Πατέρων, μία λατρεία παραδιδομένη ἀπό γενεά σέ γενεά σεβαστή ἀπό ὅλους. Ἔτσι ἦσαν γιά ὅλους τά πράγματα μέχρι πρίν 50 περίπου χρόνια, ὅταν κάποιοι θεολόγοι καί κληρικοί ἀμφισβήτησαν αὐτή τή συνέχεια καί ἀποφάσισαν νά ἀρχίσουν τίς «διορθώσεις», δηλ. ἐμβαλωματικές, κακάσχημες καί κακότροπες παρεμβάσεις στό σῶμα τῆς Θείας Λατρείας.  Ἄρχισαν μέ τήν προσπάθεια καταργήσεως τῶν μυστικῶν εὐχῶν τῆς θείας λειτουργίας, τῆς ἐξωτερικῆς ἱερατικῆς ἐνδυμασίας συνέχισαν σέ προσπάθεια καταργήσεως τοῦ τέμπλου, στήν ἐπιβολή τῆς τετραφωνίας πού εἶχε ξεκινήσει ἀπό τόν 19ο αἰῶνα, ἀλλά καί προχώρησαν σέ ἄξιες καγχασμοῦ καί γέλωτος μεταφράσεις τῶν ἁγίων Γραφῶν καί τῶν λειτουργικῶν κειμένων.  Πάντοτε ὅμως ὑπάρχουν τά χειρότερα.  Ἐκθεμελίωση τῶν πάντων. Ἐκ βάθρων «ἀνανέωση».  Στό προηγούμενο ἐκκλησιαστικό καθεστώς ὑπῆρχε πρόθεση νά γραφοῦν ὕμνοι ἐκκλησιαστικοί στή δημοτική.  Νά καί ἀπόσπασμα σχετικῆς ἀνακοινώσεως πού ἀναγνώσθηκε στούς ναούς στίς 19 Σεπτεμβρίου 2004 : «Ἴσως ἡ μελλοντική παραγωγή νέων ὕμνων σέ προσιτότερο ἰδίωμα, χωρίς νά ἀντικατασταθοῦν οἱ ἐν χρήσει σήμερα, θά μποροῦσε νά ἐπιλύσει ἐν μέρει τό πρόβλημα τοῦτο [δηλ. τῆς κατανοήσεως τῶν ψαλλομένων].  Καί ἔχουν γίνει πρός τήν κατεύθυνση αὐτή σχετικοί πειραματισμοί ἀπό ἐγκρίτους κληρικούς καί λαϊκούς χωρίς νά ἔχουν τύχει τῆς ἐπίσημης ἔγκρισης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
.             Εὐτυχῶς ἀπό τέτοιες ἀθλιότητες μᾶς γλύτωσε ὁ Θεός διά εἰδικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας καί διά τῆς «ἐπιστυπτικῆς» ράβδου τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Χρυσοστόμου. Μᾶς λύτρωσε ἀπό τούς πειραματισμούς τῶν εὐτελῶν μεταφράσεων τῆς Θ. Λειτουργίας, τῶν Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας καί τῶν Θεοφανείων καί τῶν λοιπῶν Ἀκολουθιῶν.

Τό …ἐνοχλητικό Βυζάντιο ὑπεύθυνο γιά μιά «προδομένη ἐκκλησιολογία».

.             Καί ὅμως τό ὄνειρο τῆς «ἀνανεώσεως» δέν ἔπαυσε νά κάνει ἀνήσυχο τόν ὕπνο τῶν ἐκσυγχρονιστῶν τῆς θείας λατρείας. «Οὐκ ἐᾶ με καθεύδειν τό τῆς Ἱ. Παραδόσεως τρόπαιον», λένε, κατά κάποιον τρόπο.
.             Ἀπόδειξη τῶν ἀνωτέρω ἀποτελεῖ τό κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ «Ἡ παράσταση τελείωσε! Τοῦ χρόνου πάλι!»  πού ἀναρτήθηκε στό Amen.gr στίς 28 Ὀκτωβρίου 2014.  Πρόκειται γιά μιά «Ἱερεμιάδα» θρήνων γιά τή…χαμένη ἀθωότητα τῆς λατρείας.  Μέ ἀφορμή τήν τελεσθεῖσα λίγες μέρες πρό τοῦ δημοσιεύματος τοῦ π. Βασιλείου, τήν 23η Ὀκτωβρίου, σέ κάποιους ναούς Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἐπιτίθεται στή σημερινή λατρεία. Στή Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου, λέει, οἱ ἐπίσκοποι λειτουργοῦν μόνο «μέ φαιλόνιο καί μίτρα, χωρίς τόν ἀνιστόρητο σάκο καί τήν ἀντιαισθητική μίτρα» καί κατά τή διάρκειά της «ἀκοῦμε ἄφθονες ἱερατικές εὐχές καί λίγα σύντομα ψαλτικά».  Ὅλα αὐτά, κατά τόν π. Βασίλειο εἶναι «συνήθεια ἀναβίωσης αὐτοῦ τοῦ ἀρχαϊκοῦ λατρευτικοῦ τύπου [2] .
.             Μετά ὅμως τήν ἀπόλαυση πού ἔνιωσε μέ τήν «ἀναβίωση τοῦ ἀρχαϊκοῦ λειτουργικοῦ τύπου» μελαγχολεῖ καί θρηνεῖ γιατί πάλι, λέει, «ἀπό τήν ἑπομένη τά κεφάλια μέσα». Ὑποφέρει ἀπό «τήν αὐτοκρατορική ἔνδυση» τῶν ἐπισκόπων, τή μυστικότητα τῶν εὐχῶν καί τά ἀργά μέλη καί ἄλλες «ἀντιλειτουργικές καί ἀντιεκκλησιαστικές συνήθειες». Τόν καταπιέζει τό ἱερό εἰκονοστάσιο, τό τέμπλο, τό ὁποῖο, ἄν καί κοσμεῖται μέ τίς ἅγιες εἰκόνες τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων, νιώθει πώς τόν χωρίζει ἀπό τόν λαό. Τόν ἐνοχλεῖ ἡ ἔλλειψη τῆς συμψαλμωδίας -συνήθως κυριῶν πού μέ τά…φρεναρίσματά τους σοῦ τρυποῦν τ’αὐτιά καί σοῦ χαλοῦν τήν ἀπαραίτητη γιά προσευχή ἡσυχία.  Ὅλα ἐνοχλοῦν τόν π. Βασίλειο καί προσπαθεῖ μέ συνεχεῖς παρεμβάσεις του νά πείσει ὅλους τούς πιστούς ὅτι πρέπει κι αὐτοί νά ἐνοχλοῦνται!
.              Τήν ἀποστροφή καί τήν περιφρόνησή του πρός τήν καθιερωμένη λατρεία μας ὁ π. Βασίλειος τήν ἐπιδεικνύει διαρκῶς μέ στόχο ἴσως νά κρατᾶ τίς καινοτόμες ἰδέες του στήν ἐπικαιρότητα ἐν ἀναμονῇ καταλλήλου κλίματος πού θά εὐνοήσει τήν ἀνατροπή τῆς παραδοσιακῆς ὀρθοδόξου λατρείας.  Ὅμως τό διαφορετικό πού κομίζει μέ τό κείμενο αὐτό εἶναι ἡ μομφή ὅτι ἡ Θεία λατρεία εἶναι ὑπεύθυνη γιά «μιά προδομένη ἐκκλησιολογία». Καί προσπαθεῖ νά τεκμηριώσει τή θεωρία του αὐτή γράφοντας ὅτι «οἱ ἐν χρήσει λειτουργίες (Χρυσοστόμου, Βασιλείου)… κατά τούς ἑπόμενους αἰῶνες [μετά τόν 7ο αἰῶνα] …ὑπέστησαν τέτοια παθήματα ὥστε μεταβλήθηκαν τελικά (στή συνείδηση τῶν περισσοτέρων ἐννοῶ) σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων, τό ὁποῖο κάποια ἀπόμακρη σχέση μόνο διατηρεῖ μέ τό ἀρχικό  μεγαλειῶδες δημιούργημα».  Τί ἐννοεῖ μέ ὅσα λέγει ὁ π. Βασίλειος ;  Ἐννοεῖ ὅτι τελώντας σήμερα τή Θ. Λειτουργία εἴτε τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου εἴτε τοῦ Μ. Βασιλείου δέν καλλιεργοῦμε καί δέν κάνουμε συνειδητή  ἕνας ἕκαστος τήν θεόσδοτη ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι ὅλοι μαζί  ἀποτελοῦμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.  Καί γι᾽ αὐτό φταίει τό Τέμπλο, οἱ ἀρχαιοπαράδοτες μυστικές εὐχές, ἡ ἑλληνική ἐκκλησιαστική γλῶσσα, ἡ βυζαντινή μουσική σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της ψαλλομένη ἀπό τούς χορούς τῶν ψαλτῶν, ἀκόμη καί ὁ σάκκος καί ἡ μίτρα τῶν ἀρχιερέων! Ζητεῖ λοιπόν «μιά ἐμπράγματη ἐκκλησιολογία», τήν ὁποία, φρονῶ, θά ἔβρισκε ἀκόπως σέ μιά παρασυναγωγή προτεσταντῶν:  Ὄχι τέμπλα, ἀλλά γλῶσσα τῆς καθημερινότητος, μουσική εὔκολη, ὕμνοι ευχάριστοι πού τραγουδιοῦνται ἀπ΄ ὅλους μαζί τούς παρευρισκομένους. Ἀληθινή συμμετοχή! Στά πλαίσια αὐτῆς τῆς «ἐμπράγματης ἐκκλησιολογίας» ὁ π. Βασίλειος  ὀνειρεύεται μιά ἄλλη, καινούργια λειτουργία.

Ἀπόπειρες γιά μιά ἐπιπόλαια  σκηνοθεσία.

.             Θά γυρίσω ἑνάμισυ χρόνο πίσω καί στό ὄργανο κάθε προτεινόμενης ἀνατροπῆς στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί τής θεολογίας Της, τό περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ. Μᾶς πείθει γιά τόν ἀνατρεπτικό του χαρακτήρα ὁ ἀνεικονικός χαρακτήρας τοῦ περιοδικοῦ. Δεῖτε καί τό κουλτουριάρικο ἐξώφυλλο τοῦ τεύχους 126 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2013).  Μιά ἐκκλησία παραμορφωμένη, χωρίς σταυρούς καί μέ μιά οὐρά (;) πάνω στό καμπαναριό!

Sinaxi.             Στό τεῦχος αὐτό ὁ π. Βασίλειος δημοσιεύει μιά ἐπαινετική βιβλιοκρισία γιά μιά καινούργια (!) λειτουργία πού προτείνει ὁ κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς καί τήν ὀνομάζει «Ἐκκλησιαστική Εὐχαριστία ὡς αἰτούμενο ἐπικαιρικῆς μεταγραφῆς» (Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2012). Πρόκειται γιά ἕνα αὐθαίρετο καί συγκεχυμένο κατασκεύασμα πού ἀποτελεῖ ἀπό πλευρᾶς γλώσσας μῖγμα δημοτικῆς, καθαρεύουσας καί ἀρχαίας ἑλληνικῆς∙ ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου μῖγμα θεολογικοῦ καί φιλοσοφικοῦ προβληματισμοῦ∙ ἀπό πλευρᾶς νοοτροπίας μῖγμα μανιακῆς πρωτοτυπίας καί ἀντορθοδόξου αὐθαιρεσίας. Πρίν ἀναφερθῶ λεπτομερέστερα σ’ αὐτή τήν…τερατουργία θά καταγράψω τίς κρίσεις τοῦ π. Βασιλείου γι’ αὐτήν:

«… ἡ προσπάθεια [αὐτή] παρουσιάζει ἐνδιαφέρον, διότι κομίζει ἕναν “ἀέρα„ φρεσκάδας. Ὁ πονήσας δέν δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι αἰσθάνεται ὑποχρεωμένος νά λογοδοτεῖ σέ μιά “θεωρία σχηματισμοῦ τῆς λατρείας„ καί νά ἀναχαιτίζει  τό γοργό του βῆμα…..Προχωρεῖ ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς στήν ἑπικαιρική μεταγραφή».  Θά συμφωνήσω ἐπ’ αὐτοῦ, ἀναμφίβολα τήν χρειαζόμαστε.  Καί ὄχι μόνο στή Λατρεία».  «Τά πρωτότυπα αὐτά διαβήματα προφανῶς ἐντάσσονται στή γενικώτερη ἀνανεωτική κίνηση πού παρατηρεῖται στή Λατρεία μας».
«Στή δομή καί στό περιεχόμενό τους διαφαίνεται ἡ λαχτάρα τοῦ συγγραφέα νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση καί νά ὑπηρετήσει τήν ἐξυγίανση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος»
«…φρονῶ πώς οἱ ἐν λόγῳ ἀκολουθίες»- ὁ π. Β. Θερμός ἀναφέρεται καί στήν ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος πού ἔχει συγγράψει ὁ κ. Γιανναρᾶς- «συνιστοῦν ἕνα μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας».

.             Τέλος γράφει ὅτι δέν θεωρεῖ «σκόπιμο νά τελεσθοῦν [οἱ ἀκολουθίες] ὡς ἔχουν» ἀλλά ἀποφαίνεται ὅτι «τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας…ἔχει χρέος νά ἀγκαλιάσει ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις πού κατά καιρούς κατατίθενται, χωρίς φόβο καί πάθος, νά τίς συζητήσει…νά τίς βελτιώσει καί νά τίς δοκιμάσει στήν πράξη…»
.             Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἀντιμετωπίζει τή Θ. Λατρεία μέ τρόπο ἐπιφανειακό καί συναισθηματικό.  Ζητεῖ μιά «ἀνανέωση» τῆς Λατρείας πού θά διαπνέεται ἀπό ἕνα «ἀέρα φρεσκάδας», ὅπου οἱ ἀνανεωτές χωρίς σεβασμό σέ κανόνες καί ἱστορία θά ἐνεργοῦν «ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς», καί θά διακατέχονται ἀπό μιά «λαχτάρα γιά νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση».
.             Ἡ θεία λειτουργία μετατρέπεται σύμφωνα μέ τή μονομανία τῆς «ἀνανεώσεως» σέ μιά παράσταση, ἡ ὁποία, ὑποτίθεται, σκοπεύει στό «νά ὑπηρετηθῆ ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο πού προσιδιάζει στό σύγχρονο ἄνθρωπο». Γιά νά εἶναι ὅμως ἐπιτυχημένη ἡ παράσταση αὐτή ἀπαιτεῖται ἡ κατάλληλη σκηνοθεσία.  Καί ὅπως κάνει ἀκριβῶς ἕνας σωστός σκηνοθέτης ἔτσι πρέπει, σύμφωνα μέ τή λογική τοῦ π. Βασιλείου, νά κάνει καί τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.  Θά πρέπει κληρικοί καί θεολόγοι νά ἀγκαλιάζουν ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις. Ἀνάμεσα σ’ αὐτές δέν εἶναι μόνο ἡ «στοχαστική» λειτουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Εἶναι καί ἡ ἀρχαιόπληκτη «λειτουργία» τοῦ, κατά δήλωσή του, παπα-Κώστα Μπέη πού τήν «ἔπαιξε» πρίν χρόνια στό Ἀρσάκειο. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα ἀλλαλούμ δεήσεων καί εὐχῶν. Τό χειρότερο ἦταν ἡ παρεμβολή μέσα στήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς καί σέ ἄλλα σημεῖα ἀποσπασμάτων ἀπό τόν Ὅμηρο καί τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους!
.             Ὅλες αὐτές τίς προτάσεις, τίς «λειτουργίες» θά πρέπει, λέει ὁ π. Β. Θερμός, κληρικοί καί θεολόγοι νά τίς συζητοῦν, νά τίς βελτιώνουν καί «νά τίς δοκιμάζουν στήν πράξη» δηλ. νά τίς παίζουν  σάν θεατρικές παραστάσεις…(πῶς ἀλλιῶς θά γίνουν οἱ δοκιμές;) νά τίς κουβεντιάζουν, νά τίς κριτικάρουν, νά τίς διορθώνουν καί κάποτε νά καταλήγουν στήν καλλίτερη σκηνοθεσία!  Καί ὅλα αὐτά βέβαια στήν…καμπούρα μας.
.             Πρόκειται γιά τήν ἰδέα ἑνός ἀνοσίου πειραματισμοῦ, χωρίς αἴσθηση τῆς ἀξίας πού ἔχει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων, χωρίς συνείδηση τοῦ περιεχομένου καί τοῦ νοήματος τῆς Θ. Λειτουργίας, χωρίς τήν παραμικρή ὑποψία γιά τά τελούμενα Φρικτά Μυστήρια καί χωρίς σεβασμό στήν εὐσέβεια καί τή θέση τῶν προσευχομένων πιστῶν.

Ἡ ἀρχαία μορφή τῆς Λειτουργίας καί ἡ ἀτομοκεντρική ἀπόπειρα «διορθώσεώς» της.

.             Οἱ ἐπίδοξοι μεταρρυθμιστές τῆς ὀρθοδόξου λατρείας νομίζουν ὅτι μπορεῖ ὁ καθένας, ὅπως γίνεται στή Δύση μέ τίς μουσικές «λειτουργίες», νά συνθέτει καί μιά δική του λειτουργία κατά τήν ἔμπνευσή του. Ἐγώ πάλι νόμιζα ὅτι ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι εἴχαμε τή συνείδηση καί τήν πνευματική αἴσθηση ὅτι ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι τό ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ∙ τό κατ᾽ ἐξοχήν ἔργο του, διά τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται στόν Θεό καί ἀναφέρει καί ὅλη τή ζωή του μετ΄εὐχαριστίας προσδοκώντας «ὅπως Κύριος ὁ Θεός ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τήν θείαν Χάριν καί τήν δωρεάν τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Μοναδική ἔκφραση  τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἶναι ἡ διαμορφωμένη ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ Θ. Λειτουργία στίς τρεῖς ἐκδοχές της, στίς θεῖες λειτουργίες τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
.            Ὅτι εἶναι ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ θεία Λειτουργία φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ πρώτη της μορφή καί ἡ ἐξέλιξή της μέχρι τήν τελική της διαμόρφωση χάνεται στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια. Πολλές ἀπό τίς εὐχές προέρχονται ἀπό τό χέρι τῶν ἀδελφοθέου Ἰακώβου καί τῶν Μ. Βασιλείου καί Ἰω. Χρυσοστόμου, ἀλλά πολλά ἄλλα στοιχεῖα βρίσκονται στήν τελούμενη θεία λατρεία τῶν δύο πρώτων αἰώνων. Ὁ Ἱππόλυτος (170-235 μ.Χ), ἀναφέρει καί τόν ἀρχαιότατο διάλογο μεταξύ τοῦ Ἱερέως καί τῶν πιστῶν , ὁ ὁποῖος καί σήμερα, μετά 18 (!) αἰῶνες, μέ μικρές παραλλαγές, λαμβάνει χώρα μεταξύ τοῦ ἱερέως καί τῶν ψαλτῶν, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τούς ἱ. Κανόνες ἐκφράζουν τό πλήρωμα τῶν πιστῶν: «Ὁ Κύριος μεθ΄ ὑμῶν». – «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου». – «Ἄνω τάς καρδίας». –  «Ἔχομεν πρός τόν Κύριον». – «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ». – «Ἄξιον καί δίκαιον».
.           Ἔτσι, δέν γνωρίζουμε μέ ἀκρίβεια ποιά ἤ ποιές ἀποστολικές ἤ ἱερατικές  γραφίδες  συνέθεσαν τό πλαίσιο ἤ τό περιεχόμενο τῆς Θ. Λειτουργίας. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ἀβιάστως διαμορφώθηκε καί ἔγινε ἀποδεκτή ἡ Θ. Λειτουργία ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ.  Ἐπιμέρους, τοπικές λειτουργίες σιγά-σιγά «ἠπράκτησαν» καί στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ κυριάρχησαν οἱ γνωστές μας Λειτουργίες.
.             Μέ τή φιλοδοξία νά συνθέσουμε μιά «καινούργια» Λειτουργία φανερώνουμε τήν ἐγωϊστική μας διάθεση.  Δείχνουμε πρός κάθε κατεύθυνση ὅτι ἔχουμε κάτι ἀνικανοποίητο. Δέν ἔχουμε ὅμως τό κουράγιο νά ρίξουμε στόν ἑαυτό μας τό βάρος γιά τίς ἐλλείψεις μας καί ταπεινά νά ζητήσουμε τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Μεταθέτουμε ὅλα τά κακά στήν παραδεδομένη ἁγία Λατρεία μας. Τήν κατηγοροῦμε ὅτι εἶναι…μπαγιάτικη, ἀφοῦ ζητοῦμε «ἀέρα φρεσκάδας»,  τήν θεωροῦμε «συντηρητική», ὅτι ἔχει ὑποστεῖ πολλά «παθήματα». Τό χειρότερο εἶναι ὅτι διαχωρίζουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Τόν ἀναβιβάζουμε σέ ὑψηλότερη περιωπή, κρίνοντας καί κατακρίνοντας «ἀφ’ ὑψηλοῦ» ὅ,τι κάνει καί βιώνει ὥς τώρα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Μιά πλήρης προτεσταντική ἀλλοίωση τοῦ φρονήματός μας εἶναι τό ἀποτέλεσμα.  Μετά ἀρχίζει τό γενικό «ξήλωμα».  Ὄχι ράσα ὄχι τέμπλα, ὄχι ἄσκηση. Ἐξομολόγηση μέ τή βοήθεια τῆς ἀντίχριστης «ψυχοθεραπείας» κ.ἄ.
.            Ἡ ἑωσφορική σκέψη καί μόνο («θήσω τόν θρόνον» τοῦ ἐπηρμένου νοῦ μου «ὑπεράνω τῶν νεφῶν» τῆς προχεομένης ἀπό τήν ἁγία Λατρεία χάριτος «ἔσομαι ὅμοιος» μέ τούς ἁγίους Πατέρες Βασίλειο καί Χρυσόστομο) πού χαρακτηρίζει τούς πειραματιστές τῶν λειτουργικῶν μας πραγμάτων θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀποτρέψει νά εἰσέλθουμε στό περιεχόμενο τῆς μοντέρνας «Λειτουργίας» τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Ὅμως ἀξίζει ἡ προσπάθεια νά παρουσιάσουμε κάποια στοιχεῖα τοῦ θλιβεροῦ του πονήματος γιά νά δείξουμε σέ πόσο εὐτελῆ ἀποτελέσματα ὁδηγεῖ αὐτή ἡ ἀτομοκεντρική θεώρηση τῆς Θ. Λατρείας.

Ἡ  Βασιλεία.

.             Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἀρχίζει τή «Λειτουργία» του μέ τή φράση: «Εὐλογημένη ἡ Θεαρχική Τριάδα, ὁ Πατήρ, ὁ Ὑἱός καί τό Πνεῦμα, παρουσία καί προσδοκία, τώρα καί πάντοτε ἀχρόνως».
.             Παραλείπει τή λέξη «Βασιλεία».  Τί εἶναι ἡ Βασιλεία; Εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σ’ αὐτή τή Δόξα, τήν Βασιλεία, μετέχουν δυνάμει καί καλοῦνται καί ἐνεργείᾳ νά μετάσχουν οἱ βαπτισμένοι όρθόδοξοι χριστιανοί τώρα καί στή μέλλουσα ζωή.  Εἴμαστε τέκνα τοῦ Θεοῦ καί γι’αὐτό κληρονόμοι Του μαζί μέ τόν Χριστό «συγκληρονόμοι» (Ρωμ. η´, 17) ) τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.  Αὐτή ἡ τιμή, αὐτή ἡ ἀπαντοχή πρέπει νά μᾶς συνέχει, νά μᾶς χαροποιεῖ, νά μᾶς ἐνθαρρύνει στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἐξ ἄλλου σκοπός τῆς Θ. Λειτουργίας κατά τόν ἱερό Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν: «Τῆς ἁγίας τελετῆς τῶν ἱερῶν μυστηρίων…τέλος…τό τούς πιστούς ἁγιασθῆναι, δι’ αὐτῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσιν καί βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν καί τά τοιαῦτα λαβόντας»[3].
.                Στή λέξη καί τήν πραγματικότητα πού κρύβει ἡ λέξη Βασιλεία συγκλείεται ὅλο τό νόημα τῆς ζωῆς μας.  Τί κήρυττε ὁ Τίμιος Πρόδρομος; Τί κήρυττε ὁ Κύριος; «Ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»(Ματθ. γ´2, δ´17). Γιατί θά πρέπει νά τή διαγράψουμε;  Ἀναφέρει καί ὁ κ. Γιανναρᾶς σέ δύο σημεῖα τῆς ἰδιόρρυθμης «λειτουργίας» του τή λέξη Βασιλεία, ἐκεῖ πού ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου οὐδέν ἀναφέρει. Π.χ. μετά τήν μετάδοση τῆς Θ. Κοινωνίας ἀντί τῆς ἐκφωνήσεως «Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου» γράφει ο κ. Γ. : «Σῶσε ὁ Θεός τόν λαό σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου»!
.          Ἡ ἐπιθυμία, ἡ προσδοκία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐμφανής σέ ὁλόκληρη τή Θ. Λειτουργία. α) στή Β´ εὐχή τῶν πιστῶν : «καί τῆς ἐπουρανίου σου Βασιλείας ἀξιωθῆναι».  β)  στήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς πρό τοῦ καθαγιασμοῦ : «ἕως οὗ εἰς τόν οὐρανόν ἀνήγαγες καί τήν  Β α σ ι λ ε ί αν  Σου ἐχαρίσω τήν μέλλουσαν».  γ) Κατά τόν καθαγιασμό ζητεῖ ὁ ἱερεύς τά Τίμια Δῶρα νά ἀποβοῦν «εἰς Β α σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν πλήρωμα».  δ) Μετά τόν καθαγιασμό πρό τοῦ «Πάτερ ἡμῶν»  πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως δέεται νά γίνει αὐτή «εἰς Βα σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν κληρονομίαν».
.             Θά πρέπει τάχα αὐτή τήν πρωτεύουσα θέση πού ἔχει ἡ φράση Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  στή Θεία Λειτουργία καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ὁποία ἐκφράζει ἁπλᾶ καί ἄμεσα τή θέση τῶν πιστῶν ὡς «βασιλείου ἱερατεύματος» καί διατρανώνει τά βασιλικά κληρονομικά προνόμιά τους, νά τήν ἀντικαταστήσουμε μέ ἄλλη φράση πού πρέπει νά ψάχνεις, νά…στοχάζεσαι τό περιεχόμενό της;

Ἡ Θεοτόκος καί ἀειπάρθενος Μαρία.

.             Μέ τό ἐπίθετο «ἀειπάρθενος» κοσμεῖται ἡ Θεοτόκος γενικά, ἀλλά καί στή Θ. Λειτουργία, συχνότατα. Ὁ ὅρος αὐτός σημαίνει ὅτι ἡ Θεοτόκος καί μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔμεινε Παρθένος. Ὅπου γίνεται στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ.  λόγος γιά τήν Παναγία ἐπιμελῶς ἀποφεύγεται ὁ θεολογικός της χαρακτηρισμός «ἀειπάρθενος»… Γράφει π.χ. ὁ κ. Γιανναρᾶς : «Τῆς Παναγίας μητέρας σου, Χριστέ τήν κενωτική ἀγάπη μνημονεύοντας…» (σ. 10) ἤ «Ξεχωριστά καί πρώτιστα σέ κοινωνία καί ὁμοτροπία  μέ τήν Θεοτόκο Μαρία» ἤ «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί Θεοτόκε ἁγνή… (σ. 27) κλπ. Νά μή θεωρηθεῖ αὐτή ἡ παράλειψη τυχαία. Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἔχει διαφορετική πίστη ἀπό τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας·  ἀποστρέφεται ἤ τουλάχιστον ὑποτιμᾶ τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου.  Ἰδού τί γράφει σχετικῶς: Ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότη­τας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνε­ται…καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτό­κος ἔμεινε καί μετά τόκον Παρθέ­νος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τό­κος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τάς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τη σωματική (ἀνατομική) της παρθενία. Ὁ ψυχολογικὰ ὑγιὴς Χριστιανὸς κατανοεῖ ὅτι ἡ σάρκωση-γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἀπὸ μητέρα παρθένο φανερώνει νίκη-ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς φύσης ….. Ὅμως δὲν καταλαβαίνει τὶ ἀκριβῶς προσθέτει σὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα (…ὁ ἀχώρητος παντὶ νὰ χωρεῖται ἐν γαστρί)… τὶ μεγαλειωδέστερο ἐξασφαλίζει ἡ διατήρηση τῆς ἀνατομικῆς παρθενίας τῆς Θεοτόκου καὶ μετὰ τὸν τοκετό» (Ἐνάντια στή Θρησκεία σ. 200).  Ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας του αὐτῆς ὁ κ. Γιανναρᾶς στή «Λειτουργία» του διορθώνει τίς «ἐπίμονες ἐπαναλήψεις» τῆς Ἐκκλησίας (Τῆς Παναγίας ἀχράντου ὑπερευλογημένης ἐνδόξου δεσποίνης Ἡμῶν θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας…») ἀποφεύγοντας συστηματικά τήν τιμητική προσφώνηση «ἀειπάρθενος».

Ἡ ἄφεσις ἁμαρτιῶν.

.             Γνωρίζουμε πώς ὁ Χριστός «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»  γιά  νά μᾶς καθαρίσει ἀπό τόν μολυσμό «σαρκός καί πνεύματος» καί ἔτσι νά μᾶς ἐνώσει μαζί Του χορηγώντας μας Αὐτός ἡ Αὐτοζωή,  τήν αἰώνια Ζωή.  Μετά τό θεῖο Βάπτισμα, μετά τή μετάνοια καί ἐξομολόγηση ἡ ἄφεσις προσφέρεται ἐξαιρέτως μέ τή μετοχή στά Ἄχραντα Μυστήρια. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε : «Λάβετε φάγετε τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου…πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο γάρ ἐστί τό αἷμά μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Καί μέσα στή Θ. Λειτουργία ἀκοῦμε συνεχεῖς αἰτήσεις γιά ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας: «Συγχώρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον» (Εὐχή τοῦ τρισαγίου Ὕμνου). «Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ ἐλέους ζωῆς εἰρήνης…συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν (μεγάλη Ἐκτενής)  «ὅπως…καθαρίσῃς ἡμῶν τάς ψυχάς καί τά σώματα ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος» (Εὐχή Β´ τῶν πιστῶν)  «καθάρισόν μου τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς» (Εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ), «Συγγνώμην καί ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν» (Πληρωτικά), «προσενεγκεῖν σοι δῶρά τε καί θυσίας ὑπέρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων» (Εὐχή τῆς προσκομιδῆς). Κατά τόν καθαγιασμό εὔχεται: ὥστε γενέσθαι …εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Πρό τῆς μεταλήψεως «Καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς συγγώρησιν πλημμελημάτων».  Καί κατά τήν μετάληψιν «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».
.          Ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν αἰτημάτων μόνο βιαστικά καί ἐν παρόδῳ  ὁ κ. Γιανναρᾶς γράφει σέ μιά αὐτοσχέδια αἴτησή του: «Χάρισέ μας Χριστέ Ἰησοῦ, εἰρήνη, ὑγεία, συγχώρηση ἁμαρτιῶν, παθῶν, ἐλαττωμάτων…». Πουθενά ἀλλοῦ δέν ἀναφέρει αἰτήματα γιά συγχώρηση ἁμαρτιῶν. Ἔχει διορθώσει καί τόν Χριστό! Ἰδού: «Λάβετε, φάγετε∙ αὐτό εἶναι τό σῶμα μου, τό μελιζόμενο γιά σᾶς, δώρημα ζωῆς ἀπεριόριστης… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου, τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον, σφραγίδα διαθήκης καινῆς ἀνάμεσα στόν Πλάστη καί τά λογικά του πλάσματα»!  Ἀντί γιά ἄφεση ἁμαρτιῶν ἔχει προβάλει τή δική του φιλοσοφία: «Παράβλεψε τίς ἑκούσιες καί ἀκούσιες διολισθήσεις μας στήν ὑπαρκτική ἀποτυχία» καί «Καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης ἐγωτικῆς ἀξιώσεως». Καταλαβαίνω ὅτι σ᾽ ὅλους μας, κατά τό δή λεγόμενον  «πέφτουν στενά τά μανίκια».  Εἶναι γεγονός ὅτι δυσκολευόμαστε νά ἀναγνωρίσουμε τίς ἁμαρτίες μας,  ἀλλά δέν θά διορθώσουμε τό Εὐαγγέλιο μέ ἀνόητες ἀμπελοφιλοσοφίες γιά νά ἀρέσουμε στόν κόσμο πού δέν θέλει οὔτε κἄν νά ἀκούει τή λέξη «ἁμαρτία».

Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἡ προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ.

.             Μέσα στό ἴδιο πνεῦμα τοῦ συσχηματισμοῦ μέ τόν κόσμο κινούμενος ὁ κ. Γιανναρᾶς «διορθώνει» τόν τιμητικό τίτλο «δοῦλος τοῦ Θεοῦ» πού ἀπονέμει  ὁ ἱερεύς σέ κάθε προσερχόμενο στή Θεία Μετάληψη.  Ἀντί λοιπόν τοῦ «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (δεῖνα)» βάζει ὁ κ. Γ. στό στόμα τοῦ ἱερέως τά λόγια : «Μεταλαμβάνει ὁ ἠγαπημένος (ἡ ἠγαπημένη) τοῦ Θεοῦ (ὄνομα) σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ.  Ἀμήν». Καί πρός Θεοῦ!  Ὄχι «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν»!
.             Ὁ π. Βασίλειος Θερμός στή βιβλιοκρισία του, τήν ἀνόητη ἰδέα τοῦ «ηγαπημένου» τήν συγκαταλέγει «στά σημαντικά θετικά ἐπιτεύγματα» τοῦ κ. Γιανναρᾶ γιατί αὐτή ἡ… διόρθωση εἶναι, λέει, «ἀπόρροια μιᾶς θεολογικῆς μετακίνησης πού μετρᾶ πλέον δύο γενιές» (περ. Σύναξη τευχ. 126 σ. 104). Δέν θέλω νά ἀσχοληθῶ μέ ἀνασκευή αὐτῆς τῆς ἀνοησίας. Παραθέτω ἁπλῶς ἁγιογραφικά χωρία πού δείχνουν πῶς συνιστοῦν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τόν ἑαυτό τους ἀρχίζοντας τίς ἐπιστολές τους καί καυχώμενοι γιά τόν τίτλο  «δοῦλος»: «Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητός Ἀπόστολος» (Ρωμ. α´ 1) «Παῦλος καί Τιμόθεος, δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Φιλ. α´ 1). «Ἰάκωβος, Θεοῦ καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰακ. α´ 1). «Συμεών Πέτρος, δοῦλος καί ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´Πέτρ α´,1). «Ἰούδας Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰουδ. 1). «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός…ἀποστείλας διά τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ» (Ἀποκ. α´ 1).  Ἄν νιώθουμε ὅτι εἴμαστε κάτι …καλλίτερο ἤ ἀλλιώτικο ἀπό τούς ἀποστόλους ἴσως ἔχουμε κάποιο πρόβλημα!
.              Αὐτό τό…δημοκρατικό, ἐλεύθερο πνεῦμα πού διαπνέει τήν τερατουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ τόν παρασύρει καί σέ ἄλλο ἀτόπημα, ἐξ ἴσου ἄξιο κλαυσίγελου. Ὄχι «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν Χριστῷ». Πολύ δουλικό καί ἀναξιοπρεπές μᾶς πέφτει! Ὁ κ. Γιανναρᾶς τό «διορθώνει» ἔτσι: «Δεῦτε ἀνυμνήσωμεν καί ἀναμέλψωμεν Χριστῷ»!  Κάθε ἀναφορά σέ προσκύνηση πού ὑπάρχει στή Θ. Λειτουργία (Π.χ. «Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα τιμή καί προσκύνησις» (ἐκφώνηση) «…καί ὑπό πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος……καί τήν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν …προσάγειν» [Εὐχή τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου] παραλείπεται). Μά λησμονοῦμε ΠΟΙΟΝ προσκυνοῦμε;

Ὁ  Τρισάγιος  Ὕμνος.

.             Ὁ Τρισάγιος Ὕμνος, πού ψάλλεται ἤδη στήν Ἐκκλησία ἀδιάκοπα ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς της, στή «λειτουργία»τοῦ κ. Γιανναρᾶ ὑφίσταται σοβαρή κακοποίηση. Νά ἡ μοντέρνα ἐκδοχή του: « Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος φωτουργός, Ἅγιος ζωήδωρος(!), γενοῦ μεθ᾽ ἡμῶν».  Αὐτό τό «ζωήδωρος» δέν τό βρῆκα πουθενά σέ λεξικό.  Εἶναι… ποιητικό δημιούργημα τοῦ κ. Γιανναρᾶ!

Οἱ Ἄγγελοι.

.             Δέν θά βρεῖς στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ. ὅσο κι ἄν ψάξεις, τήν παρουσία καί τή συμμετοχή τῶν ἀσωμάτων, ἀγγελικῶν δυνάμεων στήν τέλεση τῆς φρικτῆς ἱερουργίας οὔτε αἴτημα γιά βοήθεια καί προστασία τῶν πιστῶν ἀπό τούς ἁγίους Ἀγγέλους. Τήν αἴτηση «Ἄγγελον εἰρηνικόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν» ἀντικαθιστᾶ ἔτσι: «Στεῖλε τήν ἀγάπη σου φύλακα τοῦ καθενός μας, ἀσπίδα ἀποτροπῆς παντός κακοῦ…». Οἱ ἄγγελοι ἀπουσιάζουν καί κατά τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἰδιορρύθμων εὐχῶν πρό καί κατά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων.  Δέν θά τούς συναντήσουμε οὔτε στήν ἀπόλυση πού ἔφτιαξε ὁ κ. Γιανναρᾶς.

Ἡ «Ὕπαρξη»  καί τά παράγωγά της.

.             Στή «λειτουργία» τοῦ κ. Γιανναρᾶ πλεονάζει ἡ λέξη «ὕπαρξη» καί ποικίλα παραγωγά της: «Ὕπαρξη», «συνύπαρξη», «ἀνυπαρξία», «ἀνύπαρκτος», «ὑπαρκτός», «ὑπαρκτικός».
.            Αὐτά τά ὁποῖα γράφει στά βιβλία του, αὐτά πού λέει ὅταν μιλάει ὁ κ. Γιανναρᾶς τά ἔχει ἐντάξει σέ διάφορες «εὐχές», τίς ὁποῖες γιά νά καταλάβεις πρέπει νά μπεῖς στή στοχαστική λογική του.
.             Μποροῦν πολλά νά εἰπωθοῦν γιά τήν ἐκτροπή τῆς «λειτουργίας» αὐτῆς ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντικατάσταση τοῦ «Ἄξιον ἐστί», τοῦ Χερουβικοῦ ἀπό τό «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία» κι᾿ αὐτό διαφοροποιημένο κλπ.

Ἀσεβές, ἄκομψο καί εὐσεβιστικό ἐγχείρημα.

.             Γενικῶς τό περιεχόμενο τῆς «λειτουργίας» τοῦ κ. Γ. ἔχει σχέση μέ τόν παρωχημένο ὑπαρξισμό, τήν θεολογία τῶν Παρισίων καί τήν ἐπιλεκτική χρήση τῶν ἁγίων Πατέρων.  Ὅλη δέ ἡ ὁρολογία, ὁ τρόπος, τό πνεῦμα πού διακατέχει τή «λειτουργία» αὐτή, εἶναι ξένα πρός τό ἦθος, τό πνεῦμα, τό λεκτικό καί τό περιεχόμενο τῆς Θείας Λειτουργίας. Καί ὅμως ὅλο αὐτό τό παράδοξο ἄν μή τι ἄλλο συνονθύλευμα ὁ π. Β. Θερμός λέει ὅτι «συνιστᾶ  μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας»!  Φαίνεται ὅτι στίς μέρες μας οἱ λέξεις καί οἱ φράσεις ἔχουν χάσει τό νόημα τους. Ἡ Θεία Λειτουργία, αὐτό τό ἀριστούργημα ποιητικοῦ λόγου, μέ τίς καλοβαλμένες ψηφίδες τοῦ ἕλληνος λόγου, πού ρέει ἀπό τό στόμα τῶν λειτουργῶν τοῦ θυσιαστηρίου σάν ζωογόνο ποτάμι, («ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῶν ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος») τό ἀπαύγασμα τῆς Θεολογίας, μέ τήν ἐκπληκτική λιτότητα καί πυκνότητα τῶν νοημάτων, τήν ἀπαράμιλλη μουσικότητα, ἀπό «ἀρχικό μεγαλειῶδες δημιούργημα» κατά τόν π. Θερμό,  μεταβλήθηκε τελικά «σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων». Ἐνῷ ἡ ἄμετρη θεολογοῦσα φλυαρία τοῦ κ. Γιανναρᾶ, χωρίς ἴχνος ἐπαφῆς μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα καί τήν αἰσθητική, εἶναι ἕνα «βῆμα μνημειῶδες» πού κάνει τομή στήν ἱστορία!  Ἄς εἶναι!
.             Δέν μπορῶ νά μπῶ στήν καρδιά τοῦ κ. Γιανναρᾶ καί νά κρίνω τή διάθεσή του νά προσφέρει τό καλλίτερο πού ἔχει στό σύγχρονο ἄνθρωπο. Ὅμως, θἐλοντας νά ἐξυγιάνει «τό ἐκκλησιαστικό μας φρόνημα», ὅπως γράφει ὁ π. Β. Θερμός, σίγουρα διάλεξε τόν πιό ἄστοχο τρόπο. Προσπάθησε νά μπεῖ στά ἄδυτα τῶν ἀδύτων, στόν λεπτό καί μυστικό χῶρο τῆς Θείας ἱερουργίας, ὅπου «ἐπιθυμοῦσι ἄγγελοι παρακῦψαι», ἐκεῖ πού οἱ ἅγιοι Πατέρες παρέδωσαν μόνο σέ μᾶς τούς ἱερεῖς ἔστω καί ἀναξίους, νά εἰσερχόμεθα καί  νά ἀναπέμπουμε  ὑπέρ ἡμῶν καί τοῦ λαοῦ, μετά φόβου καί τρόμου, εὐχές καί δεήσεις, τίς ὁποῖες οἱ ἴδιοι, πεπυρωμένοι ἀπό τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ, συνέταξαν.
.             Παρακολουθώντας τήν ἀγωνία τοῦ π. Βασιλείου καί τοῦ κ. Γιανναρᾶ  γιά κατανόηση καί συμμετοχή,  θεωρῶ ὅτι εἶναι συνδεδεμένη μέ εὐσεβιστικές παραμέτρους.  Δέν ἐπιθυμῶ νά λυπήσω κανέναν, ἀλλά ὅλο αὐτό πού διάβασα μαζί μέ τήν κριτική του, μοῦ θυμίζουν τά παιδικά καί ἐφηβικά μου χρόνια: Τή «συμμετοχή» μας σάν παιδιῶν στή χριστιανική ζωή μέ τό «Κτίστες μπρός», τήν ἀφελῆ αὐτοσχέδια προσευχή, τήν «ὥρα εἰλικρινείας», τή συμψαλμωδία μέ τά μοτίβα τῆς χαζομουσικῆς τοῦ Σακελλαρίδη, καί τό σήκω-κάτσε μέσα στή Λειτουργία σύμφωνα μέ τό σύνθημα ἑνός ὑπευθύνου.  Τοὐλάχιστον ὅμως, καί αὐτό εἶναι σημαντικό, κανείς τότε δέν τολμοῦσε νά πειράξει τήν Θ. Λειτουργία.  Ἀλλά φαίνεται ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πού ἐθεωρεῖτο καί θεωρεῖται ξεπερασμένη καί ἀλλοιωμένη.  Καί αὐτή ἡ μετάλλαξη τοῦ εὐσεβισμοῦ σέ «ἀνανέωση» εἶναι ἐπικίνδυνη γιατί ἔχει πολύ θράσος καί ἐπιθυμεῖ νά «βάλει χέρι» στήν ἐντελέχεια, στόν πυρῆνα τῆς Ὀρθοδοξίας, τή Θεία Λατρεία.   «Ἡ νύξ προέκοψε»….

Νά φυλάξουμε ἀκαινοτόμητη τήν Ὀρθόδοξη λατρεία.

.             Ἐκεῖνο νομίζω πού προέχει αὐτό τόν καιρό τῆς συγχύσεως πού προκαλεῖ ἡ μεταμοντέρνα Ν. Ἐποχή τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τῆς ἄκρατης σαρκολατρείας καί τοῦ ἀθέου Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ ἀταλάντευτη ἐμμονή στήν Πίστη, στήν ἐν Χριστῷ ζωή καί τήν ὀρθόδοξη λατρεία, σ᾽ αὐτά δηλαδή πού συνέχουν καί συγκροτοῦν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾶ στή λατρεία, φρονῶ ὅτι κληρικοί καί λαϊκοί α) δέν πρέπει νά μπαίνουν στή λογική νά «συζητοῦν» τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως βιώνεται διαχρονικά ἀπό τούς Ἁγίους ὣς τίς μέρες μας. β) δέν πρέπει νά συμμετέχουν σέ λειτουργικούς πειραματισμούς τῶν ἀνανεωτῶν, ἀπό περιέργεια, μοιάζοντας μέ τούς ἀρχαίους Ἀθηναίους οἱ ὁποῖοι «εἰς οὐδέν ἕτερον εὐκαίρουν ἤ λέγειν τι καί ἀκούειν καινότερον»(Πράξ. ιζ´, 21) Οἱ Ἀθηναῖοι μέ τίποτε ἄλλο δέν ἀσχολοῦνταν, λέει ὁ Ἀπόστολος, παρά μέ τό νά λένε καί νά ἀκοῦν ὁτιδήποτε καινούργιο. Ἕνα παράδειγμα ἐπιχειρούμενης στρεβλώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας εἶναι ἡ τέλεση, τώρα τελευταῖα, Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καί Θ. Λειτουργίας ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας. 5-7μ.μ., 6-8μ.μ., 7-9μ.μ. 8-10μ.μ. Μέ τήν ἀποδοχή αὐτῆς τῆς καινοτομίας τήν ὁποία ἀνέχονται ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, καταστρέφουμε τόν ἡμερήσιο λατρευτικό κύκλο, δέν ξεχωρίζουμε τόν ὀρθό -ἔστω καί κατά προσέγγιση- χρόνο τελέσεως τῶν Ἀκολουθιῶν. Ὅλα γίνονται …ἀχταρμᾶς!
.             Ἡ μανία καί ἡ δίψα τοῦ ἀλλιώτικου καί τοῦ καινούργιου γιά ἕναν  χριστιανό σημαίνει, δείχνει, πώς δέν ἔχει καταλάβει ὅτι τό μόνο καινούργιο, τό μόνο πού ξεδιψᾶ καί ξανακαινουργώνει τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ὄχι μέ αὐτοσχέδιο ἐγωϊστικό τρόπο, ἀλλά μέσα στά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως, δηλ. μέσῳ τοῦ ἐμπειρικοῦ τρόπου πού μᾶς δίδαξαν οἱ θεοφόροι Πατέρες.

Ἐπικίνδυνο  μονοπάτι.

.             Οἱ ἀνανεωτές ἄνοιξαν ἕνα ἐπικίνδυνο, στρεβλό μονοπάτι καί τό βαδίζουν ἀκατάβλητοι, βέβαιοι ὅτι ἐνεργοῦν σωστά. Ἄς προσέξουν, γιατί ἡ σύγχυση πού δημιουργοῦν μπορεῖ νά καταστρέψει τήν ὀρθόδοξη λατρευτική συνείδηση τῶν πιστῶν.  Καί ἄν τό ἀγνοοῦν ἄς τό καταλάβουν ὅτι ὁ στόχος τῶν κέντρων πού κατευθύνουν τή λεγόμενη «λειτουργική ἀνανέωση»  δέν εἶναι ἡ συνειδητή συμμετοχή τῶν πιστῶν στή λατρεία τοῦ Θεοῦ μέ τή βοήθεια μοναδικῶν ἐγκεκριμένων μεταφράσεων.  Εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς πλήρους λειτουργικῆς ἀναρχίας, ὅπου κάθε κληρικός μέ τούς ἀκολούθους του θά ἐνεργεῖ αὐθαιρέτως καί κατά βούλησιν. Θά συγγράφει ὁ καθένας καί θά τελεῖ κάποια λειτουργία ὅπως τοῦ ἀρέσει. Τό ἴδιο θά κάνει καί μέ τήν τέλεση τῶν λοιπῶν Μυστηρίων καί τῶν ποικίλων λατρευτικῶν πράξεων.  Βαθύτερος σκοπός τῆς «ἀνανεώσεως» εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς Βαβέλ, πού θά πλουτισθεῖ μέ τά πιό μοντέρνα καί μεταμοντέρνα μοντέλα προσευχῆς, ὥστε ἄλλες ἰδέες π.χ. τῆς οἰκολογίας, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ… νά ἐπιβληθοῦν στίς συνειδήσεις τῶν Χριστιανῶν, ἀλλοιώνοντας τό σκοπό τῆς Θείας Λατρείας καί κατ΄ἐπέκταση τῆς Πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
.             Ἄς προσέξουμε λοιπόν γιατί ὁ πόλεμος κατά τῆς Ὀρθοδόξου Λατρεία καλά κρατεῖ.  Καί ὅσο κρατεῖ, μά κι ὅταν παύσει ὁ πόλεμος, ἄς κρατοῦμε καλά κι᾿ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί  ἀνόθευτη ἀπό «βέβηλες κενοφωνίες» σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της τή λειτουργική μας Παράδοση, τρεφόμενοι καθημερινῶς ἀπό τούς ζωογόνους κεχαριτωμένους καρπούς της.

Καί κάτι τελευταῖο. Ἡ ἀπόφασις κατά τῶν μεταφράσεων τῆς λατρείας πού ἐξέδωσε ἡ Ἱ. Σύνοδος καί ἡ στάση τοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως καί Πρεβέζης κ. Χρυσοστόμου ἔδωσαν τέλος στίς θεατρικές παραστάσεις τῶν «ἀνανεωτῶν».  Ποτέ πάλι στήν ἁγία μας Ἐκκλησία τέτοιο θέατρο ἀσεβῶν σκιῶν τῆς ἀληθινῆς λατρείας!  Καί ὅπου τυχόν παρατηροῦν ἀλλοίωση τῆς λειτουργικῆς μας παραδόσεως οἱ πιστοί ὀφείλουν νά διαμαρτύρονται. Καί νά ἀπομακρύνονται ἀπό κάθε κληρικό ἤ λαϊκό πού στρεβλώνει ἔργω ἤ λόγῳ τήν τέλεση τῆς ὀρθοδόξου λατρείας.

«Οὐκ ἐκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος καί μετά παρανομούντων οὐ μή εἰσέλθω∙ ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων» (Ψαλμ. κε´, 4-5).

[1] “Ἀπό γάρ τῶν προλαβόντων ἁγίων οἱ κατά γενεάν καί γενεάν διά τῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐργασίας ἐρχόμενοι ἅγιοι, τούτοις κολλώμενοι, ὁμοίως ἐκείνοις ἐλλάμπονται, τήν τοῦ Θεοῦ χάριν λαμβάνοντες κατά μέθεξιν, καί ὥσπερ τις γίνονται χρυσῆ ἅλυσις, καθείς τούτων ὄντες γονάτιον ἕν ἑκάτερος τῷ προλαβόντι τῇ πίστει καί τοῖς ἔργοις καί τῇ ἀγάπῃ συνδούμενος, ὡς εἶναι μίαν αὐτούς καί γίνεσθαι σειράν ἐν ἑνί τῷ Θεῷ μή δυναμένη ταχέως διαρραγῆναι»(ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Κεφάλαια θεολογικά καί πρακτικά 4, Φιλοκαλία 19Α Συμεών Ν. Θεολόγος σ. 476)

[2] Kατά πόσον ἡ λεγομένη Θ. Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἀντιπροσωπεύει «ἀρχαϊκό λατρευτικό τύπο» ἤ ἀποτελεῖ ἐπιδεικτική καινοτομία τό ἐξετάζει ὁ π. Βασίλειος Σπηλιόπουλος στό ἄρθρο του «Ἡ λεγομένη Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, Δούρειος ἵππος τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως»(www.orthtros.org).

[3] ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 22, Πατερικές Ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», σ. 32.

ΠΗΓΗ: orthros.eu

, , , ,

Σχολιάστε

“ΑΡΧΑΙΟΠΡΕΠΗΣ” Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΑΚΩΒΟΥ: «ΕΧΟΥΜΕ…“ΘΕΜΑ”»!

.             Στὴν Ἑλλάδα λίγες, πολὺ λίγες ἐλπίδες, ἔχουμε γιὰ οὐσιαστικὴ συνεννόηση. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πολύπαθα πολιτικὰ καὶ ἐθνικά, ἐξ ἴσου, ἂν ὄχι καὶ περισσότερο, στὰ θεολογικά -καὶ μετ᾽ ἐμφάσεως- στὰ λειτουργικὰ θέματα.
.           Τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ κάθε τέτοια ἐποχὴ (Ὀκτώβριο, γύρω στὶς 23…!) “ἀναδύονται” μὲ ἰδιαίτερα θεατρικὸ καὶ διαφημιστικὸ τρόπο οἱ ἀρχαιοπρεπεῖς λειτουργικὲς νοσταλγίες μας, ἐξ ἀφορμῆς τῆς “ἀρχαιοπρεποῦς” Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.

1.    Ἡ ἀρχαιοπρεπὴς αὐτὴ Θ. Λειτουργία συμφώνως πρὸς τὴν τελευταία λέξη τῆς Λειτουργιολογίας εἶναι ἕνα «βυζαντινὸ λειτουργικὸ οἰκοδόμημα» τοῦ ΕΝΑΤΟΥ αἰῶνος μ.Χ. μὲ σκόρπια ἀρχαιότερα ὑλικὰ οἰκοδομῶν.
Αὐτὸ σημαίνει ΠΡΩΤΟΝ ὅτι  εἶναι μεταγενέστερη τῆς φερομένης ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Θ. Λειτουργίας καὶ τῆς παλαιοτέρας τοῦ Μ. Βασιλείου (οἱ ὁποῖες ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ “ἀρχαιοπρεπεῖς”!!!).
Τελικῶς εἴμαστε σίγουροι γι᾽αὐτὰ ποὺ νοσταλγικὰ ὑποστηρίζουμε ἢ τὰ ὑποστηρίζουμε ἀπὸ νεφελώδη “ἀρχαιοπληξία”;

Καὶ ΔΕΥΤΕΡΟΝ σημαίνει ὅτι εἶναι βυζαντινῆς «ἀρχιτεκτονικῆς».
Τελικῶς ὅμως, τὸ Βυζάντιο τὸ θέλουμε ἢ ὄχι; 

2. Ἂν οἱ προτιμήσεις μας στρέφονται στὰ “ἀρχαιοπρεπῆ”, τότε ἐκφράζουμε τὴν νοσταλγία μας γιὰ τὴν χαμένη ἀρχαία Παράδοση καὶ συνεπῶς ἐξυπονοοῦμε ὅτι ἡ Παράδοση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας κατασπαράχθηκε ἀπὸ τὴν Ἴδια τὴν Ἐκκλησία!, μᾶλλον ἡ Ἴδια ἡ Ἐκκλησία ἔφαγε τὶς σάρκες Της, καταλύοντας τὰ “ἀρχαιοπρεπῆ” καὶ εἰσάγοντας καὶ ἀφομοιώνοντας τοὺς νεωτερισμοὺς καὶ τὶς καινοτομίες!
Τελικῶς μὲ ποιές εἴμαστε: Μὲ τὶς καινοτομίες ἢ μὲ τὶς “ἀρχαιοπρέπειες”;

 Τελικῶς ὅλο αὐτὸ φανερώνει πὼς μᾶλλον ἔχουμε …«θέμα»! Σοβαρό δέ.

,

Σχολιάστε

«Τῌ ΜΥΣΤΙΚῌ ΕΝ ΦΟΒῼ ΤΡΑΠΕΖῌ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΑΝΤΕΣ ΠΑΝΤΕΣ»


«Τῌ ΜΥΣΤΙΚῌ ΕΝ ΦΟΒῼ ΤΡΑΠΕΖῌ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΑΝΤΕΣ ΠΑΝΤΕΣ»

(Θεολογικὸ σχόλιο στὸ περιεχόμενο
καὶ τὸ νόημα τῆς Μεγάλης Πέμπτης)

.         «Τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Πέμπτῃ οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν· τὸν ἱερὸν Νιπτῆρα, τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον (δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ᾽ ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων), τὴν ὑπερφυᾶ Προσευχὴν καὶ τὴν Προδοσίαν αὐτήν». Αὐτὸ εἶναι τὸ συναξάρι τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα ὅσα ἔλαβαν χώρα στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ὅσα ἀκολούθησαν μετὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο.
.           Τὸ Θεῖο Δράμα ὁδεύει πρὸς τὴν ὁλοκλήρωσή του. Ὁ ἑκουσίως καὶ ἀδίκως Παθὼν γιὰ τὴ δική μας σωτηρία Κύριος γνωρίζει ὅτι ἔφτασε τὸ τέλος τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας Του. Ἡ προδοσία τοῦ ἀγνώμονα μαθητῆ, ἡ σύλληψη, οἱἐξευτελισμοί, τὸ ψευδοδικαστήριο, ἡ καταδίκη καὶὁ σταυρικὸς θάνατος εἶναι θέμα ὡρῶν. Ὡς ἄνθρωπος αἰσθανόταν τὸ διὰ τῆς θυσίας Του βαρὺ φορτίο τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ γι᾽ αὐτὸἀγωνιοῦσε ὑπερβαλλόντως. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε τὸ δικό Του μαρτύριο καὶ ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἡ συνέχιση τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του.
.         Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ἀφιέρωσε τὸ βράδυ τῆς προπαραμονῆς τοῦ ἐπικείμενου ἰουδαϊκοῦ Πάσχα καὶ παραμονὴ τῆς δικῆς Του σταυρικῆς θανῆς στοὺς ἀγαπημένους Του μαθητές. «Ἐπιθυμία ἐπεθύμησα τοῦτο τὸ πάσχα φαγεῖν μεθ᾽ ὑμῶν πρὸ τοῦ με παθεῖν» (Λουκ. κβ´ 15) τοὺς εἶπε. Ἤθελε νὰ φάγει γιὰ τελευταία φορὰ μαζί τους. Μὰ τὸ σπουδαιότερο νὰ τοὺς ἀφήσει τὶς τελευταῖες παρακαταθῆκες Του καὶ πάνω ἀπ᾽ ὅλα νὰ τελέσει τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, νὰ παραδώσει τὴν ὑπερφυᾶ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία θὰ τελεῖται στὸ διηνεκές, ὡς ἡ ἀέναη πραγματικὴ παρουσία Του στὴν Ἐκκλησία.
.           Στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα ἔντονης συγκινήσεως καὶ εἰς ἔνδειξη πραγματικῆς καὶ ἄδολης ἀγάπης, ἔσκυψε ὡς δοῦλος ὁ Κύριος καὶ ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του. Μὲ τὴν πράξη Του αὐτὴ ἤθελε νὰ διδάξει ἔμπρακτα τὸ πρωταρχικὸ χρέος τῆς ἀλληλοδιακονίας τῶν ἀνθρώπων. «Ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καὶὁἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκ. κβ´ 25), ἄφησε ὡς ὕψιστη ἐντολὴ γιὰ τὶς κατοπινὲς ἀνθρώπινες γενεές. Κατόπιν κάθισαν στὸ τραπέζι τοῦ δείπνου. Ὁ Κύριος θέλησε κατ᾽ ἀρχὴν νὰ ξεκαθαρίσει τὴν ὑπόθεση τοῦ προδότη μαθητῆ. Δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ καθίσει ὁἄνομος ἐκεῖνος μαζί τους στὴν παράδοση τοῦ φρικτοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ κοινωνήσει σὲ αὐτό. Λέγει λοιπὸν «Εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με ὁἐσθίων μετ᾽ ἐμοῦ» (Μάρκ. ιδ´18, Ἰωάν.ιγ´ 22). Τὰ λόγια αὐτὰ ἔφεραν ἀναστάτωση στοὺς μαθητές. Δὲν περίμεναν νὰ ἀκούσουν τέτοια φοβερὴ ἀγγελία καὶ ἄρχισαν νὰ διερωτῶνται: ποιός ἄραγε εἶναι αὐτός; Ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς Ἰωάννης πέφτοντας στὸν τράχηλο τοῦ Διδασκάλου ρώτησε ἐξ ὀνόματος ὅλων: «Κύριε τίς ἐστιν»; καὶ ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Ἐκεῖνος ἐστιν ᾧἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον ἐπιδώσω» (Ἰωάν. ιγ´ 26). Καὶ βουτώντας τεμάχιο ἄρτου στὸ φαγητὸ τὸἔδωσε στὸν Ἰούδα. Αὐτὸς τὸ ἔφαγε καὶ ταυτόχρονα «εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ Σατανᾶς» (Ἰωάν. ιγ´ 27). Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον» (Ἰωάν. ιγ´ 27). Ὁ προδότης μαθητὴς ἔφυγε βιαστικά, ἀπομακρυνθεὶς γιὰ πάντα ἀπὸ τὴ χορεία τῶν μαθητῶν καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ Θείου Διδασκάλου. «Ἦν δὲ νὺξ» προσθέτει ὁ Ἰωάννης. «Νὺξ πραγματική, τονίζει σύγχρονος συγγραφέας, ἀλλὰ καὶ νὺξ πνευματικὴἐν τῇ ψυχῇ τοῦἸούδα, ἐν ᾗ τὸ φῶς τοῦ θείου Πνεύματος διὰ παντὸς ἐσβέσθη»!
.           Μετὰ ἀπὸ αὐτὸὁ Κύριος προέβη στὴ σύσταση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἔλαβε ἄρτο καὶ ἀφοῦ εὐχαρίστησε ἔκοψε αὐτὸν σὲ τεμάχια καὶ ἔδωκε στοὺς μαθητὲς του λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε, τοῦτόἐστι τὸ σῶμα μου», τὸἀληθινὸ τὸ πραγματικό, «τὸὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον» (Λουκ. κβ´ 19). Ὕστερα πῆρε τὸ ποτήριο τῆς εὐλογίας, ποὺ ἦταν γεμάτο μὲ οἶνο, καὶ ἀφοῦ ἀνέπεμψε εὐχαριστήριο δέηση στὸν Θεὸ Πατέρα ἔδωκε στοὺς μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμα μου, τὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Ματθ. κϛ´ 28, Μάρκ. ιδ´ 24).
.       Ἀφοῦ κοινώνησαν ὅλοι καὶ ἔφαγαν, ὁ Κύριος μίλησε καὶἀπηύθυνε τὴν τελευταία ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία Του στοὺς μαθητές Του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης διασώζει στὸ Εὐαγγέλιό Του ὁλόκληρη αὐτὴ τὴν ἐκτενῆὁμιλία στὰ κεφάλαια 13-16. Ὁ τρόπος τῆς ὁμιλίας προδίδει στὸν Κύριο δραματικὴ ἔκφραση. Ὡς ἄνθρωπος μπροστὰ στὸ μαρτύριο, τὸ ὁποῖο γνωρίζει ὡς Θεὸς ἀγωνιᾶ καὶ λυπᾶται. Ἀρχίζει μὲ τὸ «Νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦἀνθρώπου καὶὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. ιγ´ 31). Τὰ παθήματα ποὺ θὰἀκολουθήσουν καὶ ἡ ταπείνωση θὰ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Υἱοῦ καὶ συνάμα αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Πατέρα. Οἱἀλήθειες καὶ οἱἠθικὲς ἰδέες τῆς ὁμιλίας τὴν καθιστοῦν πραγματικὰ μοναδική. Ἡ τρυφερότητα πρὸς τοὺς μαθητές Του εἶναι ἔκδηλη, τοὺς ἀποκαλεῖ «τεκνία». Κύριο χαρακτηριστικό τῆς ὁμιλίας εἶναι ἡ προτροπὴ γιὰ ἑνότητα καὶ ἀγάπη μεταξὺ τῶν μαθητῶν καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. ιγ´ 3) καὶ «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιδ´ 27).
.           Μετὰ ἀκολούθησε ἡ περίφημη ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου. Προσεύχεται στὸν Οὐράνιο Πατέρα γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν Του. Δὲν εὔχεται νὰ τοὺς ἄρει ὁ Θεὸς Πατέρας ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τοὺς διαφυλάξει ἀπὸ τὸν πονηρὸ καὶ τὰ ἔργα του.
.           Ἀφοῦ περατώθηκε καὶ ἡ προσευχὴ ἡ νύχτα εἶχε προχωρήσει ἀρκετά. Ὁ Ἰησοῦς πῆρε τοὺς μαθητές Του καὶ πῆγε στὸὍρος τῶν Ἐλαιῶν, σὲ ἕνα πραγματικὰ εἰδυλλιακὸ κα ὶἥσυχο τόπο, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴ μεγάλη πόλη. Ἐκεῖ ὑπῆρχε κῆπος,στὸν ὁποῖο μπῆκε μὲ τοὺς μαθητές Του γιὰ νὰ προσευχηθεῖ (Ἰωάν. ιη´1). Νὰ μείνει μόνος «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» μὲ τὸν Οὐράνιο Πατέρα καὶ νὰἀντλήσει δύναμη γιὰ τὴ μεγάλη δοκιμασία, ποὺ Τὸν περίμενε. Ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς ἦταν δραματικός. Ὡς ἄνθρωπος ἀγωνιοῦσε γιὰ τὸἐπερχόμενο πάθος. «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» (Ματθ. κϛ´ 38) εἶπε στοὺς μαθητές Του. «Παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. κϛ´ 39) παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα καὶ «ἐγένετο δὲὁἱδρὼς αὐτοῦὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντος ἐπὶ τὴν γῆν» (Λουκ. κβ´ 45). Μάταια προσπαθοῦσε νὰ νικήσει τὴ νωθρότητα τῶν μαθητῶν Του, οἱὁποῖοι δὲν μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν τὴν κρισιμότητα τῶν δραματικῶν ἐκείνων στιγμῶν, καὶἔπεφταν σὲ βαθὺὕπνο.
.           Κάποια στιγμὴ ἀκούστηκαν φωνὲς καὶ θόρυβος πολύς. Ἔφτασαν οἱ στρατιῶτες μὲ ὁδηγὸ τὸν Ἰούδα,γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Ἰησοῦ. Χαρακτηριστικὸ σύνθημα ὁ ἀσπασμὸς τοῦ Διδασκάλου ἀπὸ τὸν Προδότη (Λουκ. κβ´ 48). Ὁ Πέτρος χρησιμοποιεῖ βία, κόβει τὸἀφτὶ τοῦ στρατιώτη Μάλχου (Ἰωάν. ιη´ 11). Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἡ σύλληψη πραγματοποιεῖται. Ὁ Κύριος δέσμιος ὁδηγεῖται σὲὁλονύκτιες ψεύτικες δίκες γιὰ νὰ καταδικαστεῖ καὶ νὰ σταυρωθεῖ.
.           Τὰ γεγονότα ποὺἔλαβαν χώρα τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἔχουν τεράστια σωτηριολογικὴ σημασία γιά μᾶς. Πρῶτ᾽ ἀπ’ ὅλα ἡἑκούσια πορεία τοῦ Κυρίου πρὸς τὸ Πάθος φανερώνει τὴν ἄμετρη θεία εὐσπλαγχνία καὶἀγάπη γιὰ τὸν πεσόντα ἄνθρωπο. Ἡὁλοκληρωτικὴ νίκη τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου μποροῦσε νὰ πραγματοποιηθεῖ μόνο μὲ τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ ἀναμάρτητου Χριστοῦ. Μόνο τὸ τίμιο αἷμα τοῦ Μεγάλου Ἀθώου μποροῦσε νὰ καθαρίσει κάθε ρύπο ἁμαρτίας σὲὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. Μόνο αὐτὸ μποροῦσε νὰ φέρει τὴν καταλλαγὴ καὶ τὴν ἰσορροπία, ποὺ εἶχε διαταράξει σοβαρὰ τὸ κακὸ καὶἡἁμαρτία.
.         Ὑπέροχο πραγματικὰ εἶναι καὶ τὸὑμνολογικὸ περιεχόμενο τῆς ἁγίας αὐτῆς ἡμέρας. Δημοφιλὲς εἶναι τὸἀρκτικὸ τροπάριο «Ὅτε οἱἔνδοξοι μαθηταί…», μέσῳ τοῦ ὁποίου παροτρύνονται οἱ πιστοὶ νὰ ἀποφύγουν τὰ πάθη τοῦ προδότη Ἰούδα. Ἐπίσης ὁ κανόνας, ποίημα τοῦ Κοσμᾶ τοῦ μοναχοῦἀποτελεῖἕνα κορυφαῖο ποίημα τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὸ κοντάκιο «Τὸν ἄρτον λαβὼν εἰς χεῖρας ὁ προδότης…» ποίημα τοῦ περιφήμου Ρωμανοῦ, ἀποτυπώνεται μὲἀκρίβεια ἡ δολιότητα καὶἡἀθλιότητα τοῦἸούδα. Ὁ Οἶκος, ποίημα τοῦ Συμεὼν τοῦὙμνογράφου, καλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ μιμηθοῦν τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ προσέλθουν στὴν πνευματικὴ τράπεζα «καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς», νὰ ζήσουν τὸ μυστήριο τῆς ἀπολύτρωσης. Ἐκπληκτικὰ τροπάρια εἶναι τὰ στιχηρὰ τῶν Αἴνων «Συντρέχει λοιπὸν τὸ συνέδριον τῶν Ἰουδαίων…» ποίημα Κοσμᾶ τοῦ μοναχοῦ, «Ἰούδας ὁ παράνομος ὁ βάψας ἐν τῷ δείπνῳτὴν χεῖρα…», «Ἰούδας ὁ προδότης δόλιος ὤν…» κλπ., ποιήματα Ἰωάννου τοῦ μοναχοῦ, ἱστοροῦν τὴν προδοσία τοῦἀγνώμονα μαθητῆ. Ὑπέροχο εἶναι ἀκόμα καὶ τὸ δοξαστικὸ «Ὃν ἐκήρυξεν Ἀμνὸν Ἠσαΐας ἔρχεται ἐπὶ σφαγὴν ἑκούσιον…». Καταπληκτικὰ εἶναι ἐπίσης καὶ τὰἀπόστιχα τροπάρια, ποιήματα τοῦ πατριάρχου Μεθοδίου, «Σήμερον τὸ κατὰ τοῦ Χριστοῦ πονηρὸν συνήχθη συνέδριον…», «Σήμερον ὁ Ἰούδας τὸ τῆς φιλοπτωχείας κρύπτει προσωπεῖον…», καὶ « Μηδείς, ὦ πιστοί, τοῦ δεσποτικοῦ δείπνου ἀμύητος…», παρουσιάζουν κατὰ τρόπο ποιητικότατο τὴν σύλληψη καὶ τὴν ψευδοδίκη τοῦ Κυρίου. Θαυμαστὸ εἶναι ἀκόμα καὶ τὸ δοξαστικὸ τῶν ἀποστίχων «Μυσταγωγῶν σου Κύριε…» μὲ τὸὁποῖο καλοῦνται οἱ μαθητές Του ἀπὸ Αὐτὸν νὰ γίνουν διάκονοι τῶν ἀνθρώπων, ὅπως Ἐκεῖνος.
.         Αὐτὴ ἡ Μεγάλη Θυσία μπορεῖ νὰἔχει πρακτικὰἀποτελέσματα στὴν Ἐκκλησία, μέσῳτῆς Θείας Εὐχαριστίας, τὴν ὁποία παρέδωσε ὁ Κύριος τὴ σημερινὴ ἡμέρα στοὺς μαθητές Του καὶ μέσῳ αὐτῶν στὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἀπολυτρωτικὴ Θυσία τοῦ Σταυροῦ συνεχίζεται στὸ διηνεκὲς στὶς ἅγιες Τράπεζες τῶν ναῶν, ὡς ἡ κυριότερη ἁγιαστικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Κύριος εἶναι παρὼν στὴν Ἐκκλησία Του μέσῳ τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἐμεῖς γινόμαστε ὀργανικά, πραγματικά, μέλη τοῦ μυστικοῦ Του Σώματος μὲ τὴν Κοινωνία τοῦ ἁγίου Σώματός Του. Ἔτσι συντελεῖται ἡ σωτηρία μας.

 

ΠΗΓΗ: agiameteora.net

, ,

Σχολιάστε

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΖΥΜΟΥ ΑΡΤΟΥ-5 «Ἡ ἀναίμακτη θυσία»

 

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ  ΔΕΙΠΝΟΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
[Δ´]

 

ΣΑΛΤΑΟΥΡΑΣ  ΧΡΗΣΤΟΣ

 

Μέρος Α´: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΖΥΜΟΥ ΑΡΤΟΥ-1 («Ἤγγιζε δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα»)

 

Μέρος Β´: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΖΥΜΟΥ ΑΡΤΟΥ-2 («Ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ πέθανε, τὴν ὥρα ποὺ στὸν Ναὸ σφαγιάζονταν οἱ Πασχάλιοι Ἀμνοί.»)

 

Μέρος Γ´: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΖΥΜΟΥ ΑΡΤΟΥ-3 «ὉἸησοῦς κατὰ τὸν Δεῖπνο ἔδωσε γέννημα ἀμπέλου καὶ “μετὰ τὸ δειπνῆσαι” ἔδωσε Αἷμα».

 

Mέρος Δ´: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΠΕΡΙ ΑΖΥΜΟΥ ΑΡΤΟΥ-4 «Τί θυσία γίνεται στὸ θυσιαστήριο – Ἁγία Τράπεζα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;»

Η ΑΝΑΙΜΑΚΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«καὶ προσφέρειν σοι τὴν φοβερὰν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν» (Εὐχὴ Θείας Λειτουργίας).
.           Ἐὰν οἱ αἱρετικοὶ μελετοῦσαν τὶς Εὐχὲς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ ΑΝΑΙΜΑΚΤΗ ΘΥΣΙΑ, δὲν θὰ τὴν συκοφαντοῦσαν ὡς δῆθεν διδάσκουσα τὴν ἐπανάληψη τῆς Θυσίας τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ Θυσία τοῦ Γολγοθᾶ δὲν ἦταν ἀναίμακτη, ἦταν αἱματηρότατη! Οἱ συκοφαντίες τῶν αἱρετικῶν δείχνουν ποῖος εἶναι ὁ πατέρας τους – ὁ Διάβολος.
.           Θὰ ἐξηγήσω ὅσο ἁπλούστερα γίνεται τὴν ἀναίμακτη Θυσία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου ποὺ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία στὸ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟ ποὺ ἔχουμε.
.           Ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὴν θυσία ἑνὸς ἀρνίου στὰ πλαίσια τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τὸἀρνίο πρὶν θυσιασθεῖ, πρὶν δηλαδὴ πάνω στὸ θυσιαστήριο ὁ Ἱερέας τοῦ κόψει τὸν λαιμό, εἶναι ἕνα ἁπλὸ συνηθισμένο ἀρνίο. Μετὰ τὸ κόψιμο τοῦ λαιμοῦ τὸ ἀρνίο γίνεται θύμα, ἀφιερωμένο στὸν Γιαχβέ. Δὲν εἶναι πλέον ἕνα ἁπλὸ ἀρνίο. Δηλαδὴἡ θυσία ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ. Τὸἀρνίο διὰ τοῦ κοψίματος τοῦ λαιμοῦ του ἀπὸ τὸν Ἱερέα γίνεται θύμα –ἀφιέρωμα στὸν Θεό. Ὁμοίως κατὰ τὴν ἀναίμακτη Θυσία – Μεταβολὴ ποὺ γίνεται στὸ Ὀρθόδοξο Θυσιαστήριο, ὁ ἔνζυμος Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος, διὰ τῶν εὐχῶν τοῦ Ἱερέα γίνονται Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Γίνονται τὸ Σῶμα τὸ ἴδιο ποὺ Σταυρώθηκε στὸν Γολγοθὰ καὶ τὸ Αἷμα τὸ ἴδιο ποὺ χύθηκε τότε, (ὄχι τώρα), στὸν Γολγοθά. Δὲν χύνεται ἐκ νέου κατὰ τὴν τέλεση τῆς θυσίας πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα τὸ αἷμα τοῦἸησοῦ. Ἡ ἔκχυση τοῦ Αἵματος ἔγινε μία φορὰ καὶ γιὰ πάντα στὸν Γολγοθά. Ὁ Οἶνος γίνεται πραγματικὰ αὐτὸ τὸ αἷμα ποὺ χύθηκε τότε. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Θυσία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας λέγεται ΑΝΑΙΜΑΚΤΗ. Δὲν ἀποτελεῖ ἐπανάληψη τῆς αἱματηρῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ, οὔτε ἁπλὴ ἀνάμνηση αὐτῆς. Ἀποτελεῖ ΜΕΤΑΒΟΛΗ.
«οὗτος ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ.  ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰω. ϛ´50-51)
.             Ὁ Ἰησοῦς δεν  εἶναι ἁπλῶς ὁ «καταβὰς» ἀλλὰ καὶ ὁ  «καταβαίνων» ἄρτος  – αὐτὸς ποὺ διαρκῶς κατεβαίνει !

 

ΠΗΓΗ: egolpion.com

,

Σχολιάστε

«Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΟΥΤΕ ΑΚΡΟΑΜΑ ΕΙΝΑΙ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΜΑ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ» (Ἀλλὰ ὅλο καὶ καθαρότερα γιὰ ὅλο καὶ περισσότερους εἶναι θεατρικὴ παράσταση!).

 Γι τν μυστικ νάγνωση τν εχν τς γίας ναφορς

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Δημήτρη Μαυρόπουλου
«ΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ 
– Προσεγγίσεις στὴ Θεία Λειτουργία»,
Ἐκδόσεις «Δόμος»,
Ἀθῆναι, 2013
σελ. 149-151

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» ἔχει καὶ ἄλλοτε ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ λειτουργιολογικὸ θέμα αὐτό (βλ. σχετ.: «Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ» (Εἰσαγωγή),  ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗ Β´ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΟΛΟΓΙΚΗ «ΔΙΑΘΛΑΣΗ» (Ἀνάγκη ἐμμονῆς στὴν παράδοση τοῦ “ἀπορρήτου” τῶν Εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας) ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΑΡΘΡΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ «ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ»), στὸ ὁποῖο τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα δίνει τὶς δέουσες (συνοπτικές) θεολογικὲς ἐξηγήσεις. Βέβαια δὲν ὑπάρχουν ἐλπίδες νὰ τὶς «ἀκούσουν» καὶ νὰ τὶς καταλάβουν πολλοί. Ἔχει γίνει μεγάλη ζημιά. 
.               Παρεμπιπτόντως, εἶναι πολὺ ἐντυπωσιακὲς οἱ ἐπιδείξεις θεατρικοῦ ἢ κυβιστικοῦ ταλέντου ἐκείνων τῶν κύκλων οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ εἰσηγοῦνται καὶ μετὰ πάθους ὑποστηρίζουν τὴν «δυνατή», μεγαλόφωνη ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας, τὴν ἴδια στιγμὴ ὑποβαθμίζουν τὸ θέμα σὰν ἥσσονος σημασίας (ὅτι δηλ. δὲν εἶναι σπουδαῖο ζήτημα αὐτό…!- αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι ἤδη ἔχουν προκαλέσει καὶ ἀναγάγει σὲ θέμα αἰχμῆς), προκειμένου νὰ ἀποφύγουν νὰ ἀπαντήσουν στὶς  ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ ἐνστάσεις τῶν συνομιλητῶν τους. Τέτοια συνέπεια! Θεολογική!
.            «Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΟΥΤΕ ΑΚΡΟΑΜΑ ΕΙΝΑΙ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΜΑ, ΟΥΤΕ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ» ἀλλὰ ἡ μετανεωτερικὴ νοοτροπία (μὲ τὴν σύμπλοό της μεταπατερικὴ «θεολογία») σαρώνει καὶ ἤδη ἡ λειτουργικὴ ἐκτροπὴ τῆς «εἰς ἐπήκοον πάντων» ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας ἔχει λάβει ἀνησυχητικὲς διαστάσεις. Φαίνεται ὅλο καὶ καθαρότερα ὅτι 
γιὰ ὅλο καὶ περισσότερους ἡ θεία Εχαριστία, ναί, εἶναι θεατρικὴ παράσταση. Τὸ βεβαιώνουν ἐξ ἄλλου οἱ ἐκτυφλωτικὲς φωταψίες, οἱ φωτογράφοι, οἱ μαγνητοσκόποι, οἱ πολυ-φεστιβαλικοὶ ἀστέρες, ἡ ὅλο καὶ συχνότερη παρουσία ἀμφιεσμένων ἀλλοδόξων, οἱ οἰκουμενιστικοὶ ἐναγκαλισμοί, οἰ ἀκατάσχετοι πολυ-χρονισμοί, τὰ ἐνοχλητικὰ ἀλληλολιβανίσματα, τὸ πολυτελῶς φροντισμένο ντεκόρ καὶ ἄλλα φαντασμογορικά…! 

ΕΙΣ ΠΝ. ΑΓ. ΚΟΙΝ.               Θὰ ἤθελα νὰ πῶ δύο λόγια γιὰ τὴν μυστικὴ ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, ἀλλὰ καὶ ἄλλων εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας. Τὸ θέμα ἀνακινεῖται συχνὰ σὲ θεολογικὲς καὶ λειτουργικὲς συζητήσεις, εἴτε γραπτῶς σὲ ἄρθρα, εἴτε προφορικῶς σὲ ὁμιλίες καὶ εἰσηγήσεις σὲ Συνέδρια. Καὶ ἡ μὲν συζήτηση δὲν θὰ ἐνοχλοῦσε, ὡς καλοπροαίρετη ἐνασχόληση μὲ τὸ θεολογικὸ περιεχόμενο τῶν εὐχῶν, στὴν πράξη ὅμως δημιουργεῖ μία ἀταξία, γιὰ νὰ μὴν πῶ σύγχυση, ὄχι ἁπλῶς ὡς πρὸς τὴ λατρεία, ἀλλὰ ὡς λανθασμένη προσέγγιση τοῦ μυστηρίου.
.               θεία Εχαριστία οτε κρόαμα εναι, οτε θέαμα, οτε θεατρικ δρώμενο. Μπορεῖ φαινομενικὰ νὰ δείχνει ὅτι ἔχει αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν τὴν προσδιορίζει. Εἶναι πράξη. Καὶ μάλιστα εἶναι μυστηριακὴ πράξη, ἀφοῦ ἐνεργεῖται μὲ τὴν παρουσία καὶ διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγγίσουμε, πολὺ περισσότερο νὰ κατανοήσουμε τὸ περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ἱερῆς πράξης. Μόνον νὰ τὴν ζήσουμε ἔχουμε τὴ δυνατότητα, καὶ αὐτὸ μὲ τὴ δύναμη  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια τὸ καθαυτὸ μυστικὸ στοιχεῖο τῆς θείας ἱερουργίας φυλασσόταν, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀμύητους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀτελεῖς ὡς πρὸς τὴν πίστη, ἀκόμη καὶ ἀπὸ ὅσους δὲν λάμβαναν μέρος στὴ θεία Κοινωνία, δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς μετανοοῦντες ὅπως τοὺς ὀνόμαζαν, οἱ ὁποῖοι παρέμεναν στὸ Νάρθηκα τοῦ ναοῦ. Τὰ κείμενα αὐτὰ τὰ ἔλεγαν καὶ τὰ ἄκουγαν μόνον ὅσοι εἶχαν τὴ δωρεὰ τῆς χειροτονίας, δηλαδὴ οἱ ἱερεῖς. Θέλω νὰ πῶ τι μυστικς χαρακτήρας ατν τν εχν τς θείας Λειτουργίας, ἰδιαίτερα τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατὰ τὴν ὁποία συντελεῖται ὁ καθαγιασμὸς τῶν τιμίων δώρων, ταν πάντοτε οσιδες στοιχεο τς λειτουργικῆς  παράδοσης. Τὸ μαρτυροῦν ἀρκετὰ κείμενα Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.               Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἕκτου αἰώνα, ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ἐπεχείρησε νὰ ἀνατρέψει αὐτὴ τὴν παράδοση, μὲ μία ἀπὸ τὶς λεγόμενες «Νεαρές», ὅπως λέγονταν τὰ ἄρθρα τῆς νομοθεσίας ποὺ κατάρτισε. Ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν ἴσχυσε γιὰ πολύ, γιατί τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἐπέστρεψε στὰ πρὸ τῆς Νεαρᾶς ἰσχύοντα. Οἱ μέχρι καὶ τὸν 18ο αἰώνα κατὰ καιροὺς ὑπομνήσεις ποὺ ὑπάρχουν σὲ πατερικὰ κείμενα γιὰ μυστικὴ ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, δείχνει ἀσφαλῶς ὅτι ἐμφανίζονταν περιπτώσεις ἀντίθετης πρακτικῆς, ἀλλὰ πάντως ποτὲ δὲν παγιώθηκαν.
.               Ο πι νησυχητικς μως περιπτώσεις πόπειρας καταργήσεως τς μυστικς ναγνώσεως τν εχν μφανίστηκαν π τ 18ο αώνα κα μετά, κα μάλιστα ς πρακτικ στς κκλησίες τν Ονιτν. Ἔχουν προηγηθεῖ οἱ ἀπαιτήσεις μιᾶς λογικοκρατούμενης κατανοήσεως τῶν μυστηρίων ποὺ ἀναπτύχθηκαν σὲ προτεσταντικὰ περιβάλλοντα. Πάντως, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἀπαιτήσεις ἐκφωνήσεως τῶν μυστικῶν εὐχῶν σὲ κύκλους θρησκευτικῶν  ὀργανώσεων, φαινόμενο ποὺ ἀπετέλεσε κύρια πρακτικὴ ὅλων σχεδὸν τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων ποὺ ἐμφανίστηκαν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα καὶ ἔπειτα.
.               Ἀλήθεια, τί θὰ σήμαινε μία κατάργηση τῆς μυστικότητας τῶν εὐχῶν; Ὅσοι γνωρίζουν τὸ περιεχόμενό τους, ὅσοι τὶς μελετοῦν, ἀντλοῦν θεολογικὸ λόγο ἐξαιρετικῆς πυκνότητας καὶ ἀκρίβειας. Δὲν θὰ ἦταν ἐπωφελέστερο, διερωτῶνται ἀρκετοί, νὰ μπορεῖ τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν νὰ παρακολουθεῖ τὰ τεκταινόμενα στὴ θεία Λειτουργία, ἀκούγοντας αὐτὲς τὶς εὐχές; Καὶ ἐπίσης, κανένας δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι πράξη κλήρου καὶ λαοῦ. Δὲν πρέπει ὁ λαὸς νὰ γνωρίζει σὲ ποιές προτάσεις καλεῖται νὰ πεῖ τὸ «Ἀμήν»; Ἐνστάσεις καὶ ἐρωτήματα ἐκ πρώτης ὄψεως εὔλογα. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στοὺς Κορινθίους νὰ γνωρίζουν οἱ πιστοὶ σὲ πιὰ πρόταση ἀπαντοῦν μὲ τὸ «Ἀμὴν» (βλ. Α´ Κορ. ιδ´ 16). Ὅμως, δ δν πρόκειται γι κείμενα, ὅπως εἶπα καὶ παραπάνω, λογικοῦ περιεχομένου, λλ μυσταγωγικο. διαφορ εναι σημαντική. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, προσεγγίζοντας αὐτὴ τὴ μυσταγωγικὴ διάσταση τοῦ περιεχομένου τῆς θείας Λειτουργίας, ἔγραψε ἕνα ἀπὸ τὰ ἐξοχότερα κείμενα ἑρμηνείας της, τὸ ἔργο ποὺ φέρει τὸν τίτλο Μυσταγωγία, στὸ ὁποῖο, ἐνῶ προσεγγίζει βῆμα βῆμα ὅλα τὰ τεκταινόμενα καὶ λεγόμενα τῆς θείας Λειτουργίας, δὲν ἀγγίζει τὸ τμῆμα τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς. Εἶχε συνείδηση ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶχε χειροτονία ἱερωσύνης δὲν ἔπρεπε νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ κοινοποιήσει τὸ περιεχόμενό της, ὥστε μηδένα μαθεῖν τὴν ἁγίαν ἀναφοράν, μὴ ἔχοντα χειροτονίαν (Λειμωνάριον, PG 87, 2872). Ξαναλέω: ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ λογικὴ καὶ στὴ μυσταγωγικὴ σχέση μὲ τὰ κείμενα τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι σημαντική. γνοια ατς τς διαφορς μετατρέπει τ θεία Λειτουργία σ πλ θρησκευτικ πράξη κα τς φαιρε τ περουράνιο περιεχόμενο πο χει ς παρουσία τς Βασιλείας το Θεο. Στ θεία Λειτουργία δν πεξεργαζόμαστε ννοιες δεολογήματα, λλ ψηλαφομε θαμα. Εἶναι ὑπεραρκετὲς οἱ ἐκφωνούμενες νύξεις στὸ διάλογο διακόνου ἢ ἱερέα καὶ λαοῦ, ὥστε ὁ λαὸς νὰ καταθέτει τὴ συμμετοχή του μὲ τὸ «Ἀμήν». Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, πρέπει σιωπὴ τιμάσθαι τὰ ἅγια καὶ μυστικῶς τὰ μυστικὰ φθέγγεσθαι καὶ ἁγίως τὰ ἅγια (Λόγος κζ´, ε´, ΒΕΠΕΣ 59, 215).

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

ΑΚΡΟΒΑΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΕΣ

.               Μεθυσμένοι καθὼς εἴμαστε ἀπὸ τὶς ὑπέροχες ἐκπλήξεις ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσουν καθημερινὰ οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντές μας, γιὰ νὰ μὴν πλήττουμε, δὲν ἐκτιμήσαμε σωστὰ ἕνα νέο καὶ ὄμορφο λειτουργικὸ προϊόν, ποὺ ἦλθε νὰ ὁλοκληρώσει ἕνα κύκλο ἐντυπωσιακῶν ὀρθοδόξων παρεμβάσεων: Τὴν Λειτουργία τοῦ Σεραπίωνος Θμούεως!
.            Πρόκειται γιὰ μιὰ τελετουργικὴ «ἀναβίωση» μιᾶς ἀρχαίας Λειτουργίας (μὲ ἐπικίνδυνες θεολογικὲς ἰδιοτυπίες), ἡ ὁποία ἀνασυγκροτήθηκε μὲ «ἐπιστημονικὴ τεκμηρίωση».
Ἐτελέσθη λοιπὸν αὐτὴ

Πρῶτον: Ἐκτὸς τοῦ Ἁγίου Βήματος!

Δεύτερον:  Μὲ τοὺς ἱερεῖς ἐστραμμένους πρὸς τὸν Λαό, δηλαδὴ πρὸς δυσμάς, δηλ. πρὸς τὰ κεῖ ποὺ γίνεται ἡ Ἀπόταξη τοῦ Σατανᾶ, πρὸς τὸ χωροταξικό σύμβολο τοῦ ἄρχοντα τοῦ σκότους καὶ τοῦ ψεύδους!

Τρίτον: ὑπὸ «ἐπιστημονικὴ ἐπιστασία»

καὶ

Τέταρτον (ἐρώτημα): Γιὰ ποιόν θεολογικὸ ἢ ποιμαντικὸ λόγο ἐτελἐσθη; Ποιά θεολογικὴ καὶ λειτουργικὴ ἀνάγκη ἦλθε νὰ καλύψει, τὴν ὀποία Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙ ΕΔΩ ΚΑΙ 17 αἰῶνες;  Ἆραγε τί ψάχνουμε; Καὶ ποιά ΠΕΙΣΤΙΚΗ τεκμηρίωση μποροῦμε τέλος πάντων νὰ ἀντιτάξουμε στοὺς Παπικούς, ὅταν ἀκολουθοῦμε τὰ τυπικά τους;
.            Τελικῶς, ἆραγε ὑπάρχει ἀληθινὴ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ;
.            Πικρὴ διαπίστωση ἀλλ᾽ ὅμως ἀληθινή: Ἄλλο ὁ εὔκολος καὶ κραυγαλέος συντηρητισμὸς καὶ ἄλλο ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Ἁγία Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

, ,

1 Σχόλιο

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ «Πᾶμε νὰ μιλήσουμε στὸν Κύριο, καὶ φεύγουμε χωρὶς νὰ τοῦ ἔχουμε πῆ, μερικὲς φορές, οὔτε μιὰ λέξι».

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπ. Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος Νικοδήμου
«ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ»,
γ´ ἔκδ., ἐκδ. «Σπορά», Ἀθῆναι 1991

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Δὲν βρίσκω χορτασμό, ὅταν σκέπτωμαι τὸ μεγαλεῖο τῆς Λειτουργίας μας. Εἶναι τόσα τὰ στοιχεῖα, ποὺ τὴν ἀπαρτίζουν, ὥστε ἡ σκέψι δὲν κουράζεται ποτὲ νὰ τὰ ἀνασκαλεύῃ καὶ νὰ ἐμβαθύνῃ στὸ νόημά τους. Ἀπόψε, μὲ συνέχει ἡ προσμονή. Περιμένω μὲ κάποιο δέος ν’ ἀνατείλῃ ἡ αὐριανή μου μέρα καὶ ν’ ἀρχίσω, μέσα στὴν ἐξαϋλωμένη ἀτμόσφαιρα τῆς Λειτουργίας μας, τὸν διάλογο μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο Λυτρωτή.
.           Ὁ Κύριός μας δὲν μᾶς στέρησε βέβαια τὸ δικαίωμα νὰ μιλᾶμε μαζί του σὲ κάθε περίστασι. Σ’ ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ σ’ ὁποιαδήποτε στιγμὴ μποροῦμε ν’ ἀνυψώνουμε τὶς καρδιὲς μας στὸν θρόνο του καὶ νὰ τοποθετοῦμε μπροστὰ του τά αἰσθήματα τῆς ψυχῆς μας καὶ τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς μας. Ὅμως τὸν διάλογο, ποὺ πραγματοποιοῦμε μαζί του στὴν Λειτουργία, τὸν βλέπω ἐντελῶς ἰδιότυπο καὶ προνομιακό. Σ’ αὐτὸν δὲν λαβαίνει μέρος τὸ ἄτομο, ἀλλὰ ἡ οἰκογένεια, ἡ Ἐκκλησία. Ὅλοι μαζί, ἑνωμένοι σ’ ἕνα σῶμα, μαζευόμαστε μπροστὰ στὸν θρόνο του κι’ ἀφήνουμε ὁμόφωνη καὶ πανίσχυρη τὴν προσευχή μας.
.           Στὴν Λειτουργία μας δὲν εἶναι οἱ ἐπὶ μέρους καρδιές, ποὺ αἰσθάνονται καὶ κραυγάζουν. Ἡ χαρὰ ἢ ὁ πόνος ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν δοξολογία καὶ τὴν θερμὴ δέησι, ποὺ τὰ διάφορα γεγονότα τῆς ζωῆς ἐμπνέουν, ἀναλαμβάνει ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία νὰ τὰ παρουσιάσῃ μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Οὐρανίου Πατέρα.
.           «Πάλιν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη´ 19) μᾶς παρήγγειλε ὁ Κύριος.
.           Στὴν Λειτουργία δὲν εἶναι δύο ἢ τρεῖς ποὺ συμφωνοῦν. Εἶναι ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὑπακούουν σὲ μιὰ καὶ τὴν αὐτὴ κεφαλὴ καὶ προσεύχονται μὲ μιὰ καὶ τὴν αὐτὴ καρδιά. Κι’ ἐκεῖνος ἀκούει κι’ ἀπαντάει. Δέχεται τὶς ἱκεσίες καὶ τὶς κραυγὲς τῶν παιδιῶν του κι’ ἀνταποκρίνεται, προσφέροντας τὴν ἀγάπη του.
.           Πόσο σοφὰ εἶναι τοποθετημένη ἡ εὐχὴ τοῦ ἱερέως, λίγο μετὰ τὸ: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…», ὅταν ὁ διάκονος κάνῃ τὴν τρίτη συναπτή: «Ὁ τὰς κοινὰς ταύτας καὶ συμφώνους ἡμῖν χαρισάμενος προσευχάς, ὁ καὶ δυσὶ καὶ τρισὶ συμφωνοῦσιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου τὰς αἰτήσεις παρέχειν ἐπαγγειλάμενος, αὐτὸς καὶ νῦν τῶν δούλων σου τὰ αἰτήματα πρὸς τὸ συμφέρον πλήρωσον, χορηγῶν ἡμῖν ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι τὴν ἐπίγνωσιν τῆς σῆς ἀληθείας καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ζωὴν αἰώνιον χαριζόμενος».
.           Τὶς κοινὲς προσευχές μας θὰ προσφέρουμε αὔριο στὴν θεία Λειτουργία. Καὶ εἶμαι βέβαιος, πώς, ἐκπληρώνοντας ὁ Κύριος τὴν ὑπόσχεσί του θὰ σκύψῃ ν’ ἀκούσῃ τὴν θερμὴ ἱκεσία μας, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς ἑνότητος καὶ τῆς ἀγάπης, καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς πόθους μας καὶ τὰ αἰτήματά μας.
.           Αὐτή, τὴν ἀποψινή μου σκέψι, ἄν τὴν εἶχα κάθε φορὰ ποὺ μπαίνω στὸ Ναό, πόσο προσεκτικὸς θὰ ἤμουνα! Πόσο ἡ καρδιά μου θὰ ἦταν γεμάτη ἀπὸ συγκίνησι καὶ οἱ ἐκδηλώσεις μου μετρημένες!
.           Μεταξύ μας ἐφαρμόζουμε μὲ πληθωρισμὸ κανόνες εὐγενείας. Περπατᾶμε στὰ ἐπίσημα σπίτια διακριτικά. Μιλᾶμε χαμηλόφωνα, γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλήσουμε τοὺς διπλανούς μας. Προσηλώνουμε καὶ τὴν σκέψι καὶ τὸ βλέμμα στὸ ἀνώτερο πρόσωπο, ὅταν παρουσιαζώμαστε μπροστά του, καὶ τοῦ μιλᾶμε προσεκτικά.
.           Στὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ μᾶς κλέβει τὴν εὐγένεια. Περπατᾶμε μὲ θόρυβο, ἐνοχλοῦμε τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ προσεύχονται, ἀποσύρουμε τὴν προσοχὴ ἀπὸ τὸ πιὸ ἐπίσημο πρόσωπο, τὸ πρόσωπο τοῦ Ἐσταυρωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ πιάνουμε κουβέντα μεταξύ μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγικὴ πραγματικότης. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καταπονοῦμε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, τὴν ἀποσποῦμε ἀπὸ τὸ μεγάλο ἔργο τῆς προσευχῆς, τῆς κλέβουμε τὴν χαρὰ τῆς συνομιλίας μὲ τὸν Κύριο. Ἔτσι πᾶμε νὰ μιλήσουμε στὸν Κύριο, καὶ φεύγουμε χωρὶς νὰ τοῦ ἔχουμε πῆ, μερικὲς φορές, οὔτε μιὰ λέξι.
.           Αὔριο, Κύριε, θὰ ἐπαναλάβω τὴν συνομιλία μαζί σου. Θὰ σοῦ μιλήσω. Καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ σέ ἀκούσω. Μέσα στὴν Ἐκκλησία σου. Μέσα στὸ σύνολο τῶν πιστῶν σου. Μὲ συνέχει ὅμως ἕνας φόβος. Θὰ μπορέσω νὰ ἀνταποκριθῶ στὸ προνόμιο ποὺ μοῦ δίνεις; Θὰ σταθῶ μπροστά σου μὲ προσοχή; Θὰ σοῦ μιλήσω μὲ εὐλάβεια; Θὰ ἐκφράσω τὴν προσευχή μου μὲ θερμότητα;
.           Δίδαξέ με, Κύριε, μὲ τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιο τὰ λόγια τῆς δοξολογίας καὶ τῆς ἱκεσίας μου στὸ λατρευτὸ καὶ πανάγιο πρόσωπό σου.

,

Σχολιάστε

«ΤΟΥ ΚΡΑΣΠΕΔΟΥ ΣΟΥ»

«ΤΟΥ ΚΡΑΣΠΕΔΟΥ ΣΟΥ»

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπ. Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος Νικοδήμου
«ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ»,
γ´ ἔκδ., ἐκδ. «Σπορά», Ἀθῆναι 1991

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Νοσταλγῶ τὴν αὐριανὴ ἡμέρα. Ἀλλὰ καὶ τὴ φοβᾶμαι.
.            Ἡ θεϊκὴ παρουσία σου στὴ Λειτουργία μας κάνει τὶς στιγμὲς συγκλονιστικές. Θὰ μπορέσω νὰ κρατήσω στὰ χέρια μου αὐτὸ τὸ μεγάλο κι ἀνεκτίμητο δῶρο σου; Νὰ ἀπολαύσω τὸ πρόσωπό σου; Νὰ ζήσω τὴν συγκατάβασί σου καὶ τὸν ἐρχομό σου στὴν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας μας; Νὰ ἐγγίσω τὸ κράσπεδο τοῦ ἱματίου σου; Νὰ πάρω τὴν ὑπερφυσικὴ δύναμί σου;
.            Ἡ σκηνή, πού ξετυλίχτηκε ὅταν πορευόσουν, Κύριε, στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου, χρωματίζεται μπροστά μου μὲ ἀφάνταστα ζωηρὰ χρώματα. Βλέπω τὴν πολύπαθη αἱμορροοῦσα γυναῖκα, νὰ σφηνώνεται δειλά, ἀλλὰ καὶ ἀποφασιστικά, ἀνάμεσα στὸ στριμωγμένο πλῆθος. Κι’ ἐνῶ ἡ καρδιά της χτυπάει μὲ χτύπο δυνατό, ν’ ἁπλώνῃ τὸ τρεμάμενο χέρι της καὶ νὰ ἐγγίζῃ μὲ τὸ δάχτυλο τὸ ἄκρο τοῦ ἱματίου σου. Ἐσὺ τότε, Ἰησοῦ μου, γύρισες καὶ ρώτησες: «Τίς ὁ ἁψάμενός μου;».
.            Βρίσκω κι’ ἐγώ πολὺ φυσικὴ τὴν ἀπορία, πού διατύπωσαν, μόλις ἄκουσαν τὸ ἐρώτημά σου αὐτό, οἱ μαθηταί σου: «Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψαμενός μου;» (Λουκᾶ η´45).
.            Δὲν βλέπεις, Κύριε, τὸν ὄχλο; Εἶναι τόσο πολὺς καὶ συνωστίζεται τόσο κοντά σου, ποὺ δὲν σοῦ ἀφήνουν μηδὲ τὴν παραμικρὴ ἄνεσι νὰ κινηθῇς, καὶ δὲν σοῦ προσφέρουν τὸν ἀπαιτούμενο χῶρο γιὰ νὰ ἀνοίξῃς τὰ βήματά σου. Πῶς δὲν αἰσθάνεσαι ὅτι αὐτὸς ὁ ὄχλος σὲ ἐγγίζει ἢ μᾶλλον σὲ πιέζει μέχρι ποὺ νὰ σὲ συνθλίβῃ καὶ νὰ σὲ ταλαιπωρῇ; Καὶ πῶς, μέσα σ’ αὐτὸν τὸν ἀσυνήθιστο συνωστισμὸ διατυπώνεις τὴν ἀπορία «τίς ὁ ἁψάμενός μου;».
.            Φάνηκες τόσο ἀσυγκίνητος τότε σ’ αὐτὸν τὸν συνωστισμό. Δὲν τὸν πρόσεξες καὶ δὲν τὸν ἐπήνεσες. Κι’ ἔστρεψες ἀνυπόμονα τὸ βλέμμα γύρω νὰ δῇς τὸ ἕνα δάχτυλο, τὸ τρεμάμενο δάχτυλο, ποὺ τόλμησε νὰ ἀγγίξῃ δειλὰ τὸ ἄκρο τοῦ ρούχου σου.
.            Καὶ τὸ βρῆκες. Ἦταν τὸ δάχτυλο τῆς αἱμορροούσας γυναίκας, τῆς γυναίκας, μὲ τὴ θερμὴ πίστι καὶ τὴν ἀκαταμάχητη λαχτάρα, ποὺ σὲ ἄγγιξε μὲ τὸν πόθο καὶ τὴν ἐλπίδα στηριγμένα στὸ πρόσωπό σου.
.            Αὐτὴ ἡ ψυχὴ δὲν σὲ ἔνοιωσε ὅπως οἱ ἄλλες. Καὶ σὺ δὲν τὴν ἀντιμετώπισες ὅπως ἀντιμετώπισες τὶς ἄλλες. Τὴν κοίταξες μὲ πολλὴ ἀγάπη. Τὴν ἐγκωμίασες μὲ τὸν θεϊκό σου λόγο. Καί, κάνοντας χρῆσι τῆς παντοδυναμίας σου, τῆς χάρισες τὴ θεραπεία.
.            Κάτι μέσα μου ἐπιμένει στὸ νὰ τονίζῃ τὴν ὁμοιότητα αὐτῆς τῆς συναντήσεως μὲ τὴ συνάντησι τὴν αὐριανή.
.            Αὔριο, στὸ Ναὸ μας, θὰ συγκεντρωθῇ ἕνα πλῆθος. Θὰ στέκωνται ὁ ἕνας πλάϊ στὸν ἄλλο καὶ θὰ σχηματίζουν μιὰ πυκνὴ παράταξι. Ὅλοι θὰ ‘ρθουν γιὰ σένα. Θὰ ἀνάψουν ἐμπρὸς στὴν ἁγία εἰκόνα σου ἕνα κερί. Θὰ τὴν ἀσπαστοῦν μὲ εὐλάβεια. Καὶ μετὰ θὰ πάρουν θέσι στὴ σύναξι τῆς Ἐκκλησίας σου.
.            Κύριέ μου, πόσοι ἀπὸ μᾶς τοὺς αὐριανοὺς λάτρες σου θὰ μοιάζουμε μὲ τὴν αἱμορροοῦσα καὶ πόσοι μὲ τὸν ὄχλο; Πόσοι θὰ στριμωχτοῦμε στὸ Ναό σου καὶ δὲν θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ σὲ ἐγγίσουμε πραγματικὰ καὶ νὰ πάρουμε τὴν ὑπερφυσικὴ δύναμι, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπό σου; Καὶ πόσες θὰ εἶναι ἐκεῖνες οἱ ἄδολες ψυχές, ποὺ θά ‘ρθουν μὲ σεβασμό, μὲ δέος καὶ μὲ λατχτάρα στὸ ἱερὸ οἰκοδόμημα ποὺ τὸ γεμίζεις μὲ τὴν παρουσία σου; Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψι, ποὺ μὲ κάνει νὰ τρέμω.
.            Θὰ μὲ ἀναζητήσῃ ἆραγε αὔριο τὸ ἐρευνητικὸ βλέμμα σου; Θὰ διαβάσῃς μέσα στὴν ψυχή μου τὸ στεναγμὸ τοῦ φλογεροῦ πόθου καὶ θὰ διακρίνῃς μιὰ ὁλοκάθαρη εἰλικρίνεια; Καὶ θὰ μὲ θεωρήσῃς ἄξιο νὰ μοῦ ἀπευθύνῃς τὸ γεμᾶτο ἀγάπη καὶ γεμᾶτο τόνωσι λόγο σου: «Θάρσει, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, προεύου εἰς εἰρήνην»;
.            Αὔριο, Χριστέ μου, θὰ πάω στὴν Ἐκκλησία. Θὰ πάω γιὰ νὰ σὲ συναντήσω. Ἡ ψυχή μου δὲν εἶναι γεμάτη θάρρος. Τὰ βήματά μου δὲν τὰ κατευθύνω μὲ αὐτοπεποίθησι. Πῶς νὰ τολμήσω νὰ προσέλθω μὲ αὐτοπεποίθησι κοντά σου; Ἔρχομαι δειλά. Ἀναζητῶ ἐσένα. Ποθῶ νὰ συναντηθῶ μαζί σου. Νὰ ἰδῶ τὸ πρόσωπό σου. Νὰ ἐγγίσω τὸ ἄκρο τοῦ ἱματίου σου.
.            Κύριέ μου, ἀξίωσέ με νὰ πραγματοποιήσω τὸν πόθο μου αὐτόν…

,

Σχολιάστε