Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θ. Λειτουργία

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΑ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/66, Μάρτ.- Ἀπρ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν

.           Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο; Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

Advertisements

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[3]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[3]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]
Μέρος Β´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

.               Πρῶτον, νὰ ὁρισθεῖ ἕνα χρονικὸ ὅριο εὐχαριστιακῆς νηστείας βάσει ἰατρικο-φυσιολογικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ προκαθορίζουν τὸν χρόνο λήψεως τροφῆς πρὸ τῆς θείας λειτουργίας-κοινωνίας, οὕτως ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι «νήστεις», δηλαδὴ μὲ κενὸ τὸν στόμαχο κατ’ αὐτήν. Δεύτερον, νὰ ἰσχύει ὁ παραδοσιακὸς κανὼν τῆς ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου ἀφαγίας γιὰ τοὺς προαιρουμένους νὰ κοινωνήσουν, ὅσο βαρὺς καὶ ἂν φαίνεται ὁ ὅρος αὐτός. Καὶ οἱ δύο λύσεις εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτες. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ἔχει ἐπιχειρηθεῖ κάτι ἀνάλογο στὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ξεκίνησε μὲν ἀπὸ ἀγαθὸ σκοπό, τὴν διευκόλυνση δηλαδὴ κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ τὴν τέλεση ἑσπερινῶν λειτουργιῶν καὶ τὴν προσέλευση στὴν κοινωνία, κατέληξε δὲ στὴν κατάλυση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Τὸ νὰ ὁρισθοῦν βάσει τῶν ἰατρικῶν δεδομένων εἴδη τροφῶν καὶ ποτῶν, εἰδικὲς περιπτώσεις γιὰ παιδιά, γέροντες ἢ ἀσθενεῖς καὶ ὁδοιπόρους καὶ ὁ ἀνάλογος χρόνος γιὰ τὴν λειτουργία τῆς πέψεως, εἶναι πράγματα σχολαστικὰ καὶ ἀλλότρια πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Εἶναι, νομίζω, ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγήσουν σὲ φθορὰ τῆς τάξεως καὶ σὲ ἀνεπιθύμητες καὶ ἀντιπαραδοσιακὲς ἐκτροπές.
.               Καὶ δεύτερον, ἴσως καὶ κυριότερο. Ἡ ἐπέκταση τῆς νηστείας σὲ μὴ νήστιμες ἡμέρες κωλύεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράδοση καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται κατὰ τὰ ἀπογεύματα ἢ κατὰ τὶς πρὸ τοῦ μεσονυκτίου ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν καὶ τηρεῖται κατ’ αὐτὲς ἀπόλυτος εὐχαριστιακὴ νηστεία, οἱ χαρμόσυνες ἡμέρες μεταβάλλονται σὲ ἡμέρες πένθους καὶ κατανύξεως, ὄχι παρουσίας τοῦ νυμφίου, ἀλλὰ ἀναμονῆς καὶ προετοιμασίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐπιτάχυνση τῆς ὥρας τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ κοινωνίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν, ἡ ἐπιβράδυνση κατὰ τὶς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες καὶ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπέκταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζουν καὶ ὄχι τὴν φυσιολογικὴ λειτουργία τοῦ πεπτικοῦ μας συστήματος. Αὐτὴ εἶναι, τρόπον τινά, αὐτονόητος. «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην (τὴν κοιλίαν) καὶ ταῦτα (τὰ βρώματα) καταργήσει» (Α´ Κορ. ϛ´ 13).

.               Ὁ γράφων δὲν εἶναι οὔτε σὲ θέση οὔτε καὶ ἁρμόδιος νὰ σταθμίσει ἂν οἱ ποιμαντικοὶ λόγοι, ποὺ προβάλλονται γιὰ τὴν δικαίωση τῶν ἑσπερινῶν λειτουργιῶν, εἶναι τόσο ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀνάγκες γιὰ τὴν τέλεσή τους ἀναπόδραστες. Ἴσως καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν τὶς ὑποτιμᾶ, νομίζοντας ὅτι στὴν γνωστὴ σ’ ἐμᾶς περιοχὴ δὲν δικαιώνονται. Ἴσως σὲ ἄλλα μέρη ὅπου οἱ συνθῆκες ζωῆς εἶναι διαφορετικές, ἡ δὲ συμβίωση μὲ ἀλλοθρήσκους ἢ ἀλλοδόξους λαοὺς ἐπιβάλλει τὴν ἐξεύρεση παρομοίων λύσεων, τὸ ζήτημα παίρνει ἄλλες διαστάσεις καὶ χρήζει ἄλλης ἀντιμετωπίσεως. Πάντως οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοβαρὸ θέμα, ποὺ ἡ ἀντιμετώπισή του εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει ἐγκαίρως καὶ σοβαρῶς ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα, μετὰ ἀπὸ ἐπισταμένη μελέτη τῆς παραδόσεως καὶ τῶν εἰδικῶν ποιμαντικῶν συνθηκῶν καὶ ἀπαιτήσεων κάθε περιοχῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ μόνο νὰ ἐπιμείνω ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος. Ταπεινὰ δὲ κλείνοντας νὰ σημειώσω, κατὰ τὴν προσωπική μου πάντα κρίση, ὅτι οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες δὲν εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ κατάλυση ἤ, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερο, ἡ ἀλλαγὴ μιᾶς ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ὑφισταμένης πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ ἑσπερινῆς τελείας Λειτουργίας σὲ μὴ νήστιμες, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἑορτάσιμες ἡμέρες. Οἱ ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐπαρκῶς θεραπεύονται μὲ τὶς θεῖες λειτουργίες τῶν ἡμερῶν ἀργίας, τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν, καὶ μάλιστα μὲ τὶς λεγόμενες «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἢ καὶ ἐκτάκτως ὑπὸ τῶν ὅρον πάντοτε νὰ μὴν λειτουργοῦν, τρόπον τινά, ἀνταγωνιστικῶς πρὸς τὴν μεγάλη σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[2]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

(Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.           Ἔτσι κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι συνδεδεμένη ὄχι πιὰ μὲ τὸ λειτουργικὸ τέλος τῆς νήστιμης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία δηλαδὴ τῆς Θ´ Ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτη ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ μόνη τράπεζα, τὸ δεῖπνο. Σὲ ἡμέρες δὲ ἀκόμη αὐστηροτέρας νηστείας, ὅπως εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ Πάσχα (τὸ Μέγα Σάββατο), ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ἂν δὲν συμπίπτουν πρὸς Σάββατο ἢ Κυριακή, τότε παραμένει μὲν ὁ σύνδεσμος Λειτουργίας-Κοινωνίας καὶ Ἑσπερινοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἑσπερινὸς αὐτὸς συνάπτεται στὴν ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας ὡς τὸ πρῶτο μέρος της. Ἔτσι ἡ λειτουργία τελειώνει, κατὰ τὶς σαφεῖς διατάξεις τῶν Τυπικῶν, τὴν δευτέραν ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδὴ κατὰ τὶς 9-10 μ.μ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἀνάλογη παράταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας.
.             Ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ καὶ ἀκριβὲς σύστημα διασαλεύθηκε σὲ χρόνους δυσκόλους, ποὺ εἶχαν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις ἀκόμη καὶ στὰ λειτουργικὰ ἔθη τῶν χριστιανῶν καὶ ἐν μέρει καὶ αὐτῶν τῶν μοναχῶν. Στὴν προηγουμένη ἀπάντηση εἴδαμε πὼς ἡ Προηγιασμένη τῶν νηστίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μετετέθη τὸ πρωΐ καὶ πὼς ἡ εὐχαριστιακή της νηστεία ἐξομοιώθηκε μὲ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὶς ἑσπερινὲς συνάξεις, τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καὶ τὴν κοινωνία κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο καὶ κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Κατὰ δὲ τὶς Κυριακὲς ἡ σύνδεση τῆς θείας Λειτουργίας μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου προκάλεσε τὴν ἐπιτάχυνση τῆς τελέσεώς της πρὶν ἀπὸ τὴν παραδεδομένη τρίτη ὥρα. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Δὲν ἦταν ἐξυπηρετικὴ γιὰ τὸν λαὸ ἢ καὶ δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἢ καὶ δυνατὴ πλέον ἡ τέλεση δύο χωριστῶν συνάξεων, μιᾶς γιὰ τὸν ὄρθρο, τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς νυκτός, καὶ μιᾶς δευτέρας γιὰ τὴν θεία Λειτουργία, μετὰ τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὄρθρος καὶ Λειτουργία ἀπετέλεσαν οὐσιαστικὰ μία ἀκολουθία, ποὺ ἐτελεῖτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὰ μέρη μας μέχρι σήμερα, κατὰ τὶς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας. Οἱ Σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἀκολούθησαν ἄλλη πρακτικὴ πιὸ σύμφωνη πρὸς τὴν παλαιὰ παράδοση καὶ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ καταλληλότερη γιὰ τὶς ἰδιαιτερότητες τῶν βορείων κλιμάτων. Τὰ μοναστήρια ἂν δὲν κράτησαν πάντοτε τὴν παλαιὰ πρακτική, ἐπετάχυναν καὶ αὐτὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀκόμη καὶ τῆς Προηγιασμένης, διατήρησαν ὅμως τὸν λειτουργικὸ τύπο, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν θεία λειτουργία διαβάζουν τὶς ἀκολουθίες τῆς Γ´ καὶ ϛ´ Ὥρας. Ὁ τύπος ὑπενθυμίζει τὸ δέον, κάποτε, γενέσθαι. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σ’ ὅλες τὶς ὡς ἄνω κατ’ οἰκονομίαν μεταθέσεις παρέμεινε ὁ ἀρχικὸς σύνδεσμος εὐχαριστιακῆς νηστείας καὶ Λειτουργίας, ἔστω καὶ ἀρκετὰ συντετμημένος, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν.
.             Ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες ἐπιχειρεῖται στὴν πράξη, ἰδίως στὶς μεγάλες πόλεις, μία ἀλλαγὴ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ σπουδαιότητα καὶ ἡ ἔκταση τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ἴσως δεόντως ἀκόμη ἀξιολογηθεῖ. Εἶναι κάτι ἀνάλογο καὶ παράλληλο πρὸς τὴν ἐπαναφορὰ τῆς Προηγιασμένης τῆς Τετάρτης στὴν παλαιὰ καὶ ὀρθὴ ἑσπερινὴ τέλεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν ὁ λόγος στὴν προηγουμένη ἀπάντηση. Τὶς πρωτοβουλίες ἔλαβον κληρικοὶ μὲ ἔντονα ποιμαντικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ αἴσθηση τῶν νέων συνθηκῶν ζωῆς, ἰδίως τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν διευκολύνονται ἀπὸ τὶς θεωρούμενες καὶ ἐπικρατοῦσες ὡς παραδοσιακὲς ὧρες λατρείας, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, ὄχι μόνο ὅλες οἱ μνῆμες τῶν ἑορταζομένων μεγάλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ὅσες ἀπὸ τὶς πρῶτες δὲν ἑορτάζονται σταθερὰ σὲ ἡμέρα Κυριακή, εἶναι ἡμέρες ἐργάσιμες. Γιὰ νὰ μείνουμε μόνο στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, κατὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντή, τὴν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τὴν Μεταμόρφωση, γεμίζουν μὲν ἴσως οἱ ἐκκλησίες μας στὶς πολυάνθρωπες ἐνορίες τῶν μεγάλων πόλεων καὶ μᾶς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τοῦ «καλὰ λίαν», στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἐκκλησίασμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας, δηλαδὴ μὴ ἐργαζομένους. Ἡ μὴ δυνατότητα συμμετοχῆς στὶς ἑόρτιες αὐτὲς συνάξεις νέων ἀνθρώπων εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερα σοβαρὸ γιὰ σήμερα, ἐγκυμονεῖ δὲ μακροπροθέσμως ἐμφανεῖς κινδύνους γιὰ τὸ μέλλον τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμη μερικῶς καὶ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Κυριακῶν.
.             Ἡ λύση ὑπῆρχε καὶ ἀναζητήθηκε ὀρθὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση καὶ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς μοναχικῆς πράξεως τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἡ μοναστηριακὴ παράδοση πάντοτε ἐπηρέαζε τὴν ἐνοριακὴ πράξη, σήμερα δὲ τὴν ἐπηρεάζει ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς ἀνθήσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου κατὰ τὴν ἐποχή μας. Ἐξ ἄλλου οἱ ὧρες τῆς νυκτερινῆς λατρείας ἦσαν καὶ εἶναι προσφιλεῖς στοὺς μοναχοὺς καὶ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, οἱ νέες δὲ συνθῆκες ζωῆς τὶς ἔκαναν καὶ πιὸ ἐξυπηρετικὲς καὶ διευκολυντικὲς γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους, περισσότερο τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσο τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῶν παραδοσιακῶν ἐνοριακῶν συνάξεων. Ἔτσι, μέσα σὲ λογικὰ γιὰ τὶς συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐργαζομένων πιστῶν τῶν πόλεων χρονικὰ ὅρια, τελοῦνται «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἢ καὶ ἀσχέτως πρὸς αὐτές, μὲ τὴν πρόνοια πάντοτε ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας νὰ ἐμπίπτει χρονικῶς στὴν νέα ἡμέρα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀναπαύσεως μετὰ τὴν λήξη τῆς ὅλης ἀκολουθίας στοὺς μετέχοντες σ’ αὐτὴν πιστούς.
.                 Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν τέλεση δηλαδὴ «μικρῶν ἀγρυπνιῶν», οὔτε ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία θίγεται οὔτε ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στὴν θεία κοινωνία παρακωλύεται. Ἀντιθέτως κατὰ τὸ πρότυπο τῆς πασχαλινῆς ἀγρυπνίας καὶ κοινωνίας, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Τυπικοῦ του ἁγίου Σάβα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», αἰσθητῶς διευκολύνεται.
.             Ἀντιθέτως ἡ ἄλλη λύση ποὺ προτείνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς προωθεῖται, ἡ τέλεση δηλαδὴ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς προηγιασμένης, τελείας Λειτουργίας κατὰ τὶς ἀπογευματινὲς ἢ πρῶτες νυκτερινὲς ὧρες, μπορεῖ μὲν νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ καὶ νὰ μὴν ἀντιφάσκει πρὸς τὸν ἀδέσμευτο χρονικῶς χαρακτήρα τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ σαφῶς συγκρούεται καὶ ἀνατρέπει τὶς περὶ εὐχαριστιακῆς νηστείας ἀρχαιότατες παραδόσεις. Γιὰ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια ἰσχύει ἀπαραιτήτως ἡ διάταξη ὅτι τελοῦνται «ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων». Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ ΜΗ´ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης τῆς Ἀφρικῆς, ποὺ προκειμένου νὰ γίνει ἡ ἐκφορὰ χριστιανῶν, ἀκόμη καὶ ἐπισκόπων, ποὺ πέθαναν «κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν» καὶ ἔπρεπε λόγῳ τῆς θερμότητος τοῦ κλίματος, νὰ ταφοῦν ἀμέσως, νὰ μὴν τελεῖται, ὅπως ἐπέβαλλε ἡ τάξη, τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἡ κηδεία νὰ γίνεται «μόναις εὐχαῖς», ἂν οἱ μετέχοντες καὶ μέλλοντες νὰ τελέσουν αὐτὴν «ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». Ὁ ὅρος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας ἰσχύει ἀπολύτως καὶ ἰσχύει καὶ σήμερα. Τέλεση δὲ λειτουργίας χωρὶς συμμετοχὴ σ’ αὐτὴν διὰ τῆς θείας κοινωνίας τῶν λειτουργῶν, κατὰ δύναμιν δὲ καὶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι τελείως ἀδιανόητη.
.      Βεβαίως γιὰ τὴν παράκαμψη τοῦ σκοπέλου αὐτοῦ προβάλλονται δύο δυνατότητες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[1]

.               Μέσα στὴν γενικὴ θεομηνία ποὺ μαστίζει τὴν χώρα, καιρική, πολιτική, οἰκονομική, κοινωνική, πνευματική (ἰδίως αὐτή) ἔχουμε καὶ ἀλλιώτικα “ἀκραῖα” καιρικὰ φαινόμενα μὲ χαρακτήρα πλέον «πανδημίας»: περιοδεῖες ἀντιγράφων ἱερῶν εἰκόνων (στὰ πρόθυρα τῆς εἰκονολατρίας!- λὲς καὶ ἡ κάθε Εἰκόνα ἀπὸ μόνη της δὲν εἶναι ἱερὴ Εἰκόνα, παρὰ μόνον ἂν εἶναι «ἀντίγραφο» συγκεκριμένης θαυματουργοῦ!, ὑποδοχὲς πρωτοτύπων Εἰκόνων μὲ «τιμὲς ἀρχηγοῦ Κράτους»!, [ὑπάρχουν πόλεις ποὺ σὲ μηνιαία σχεδὸν βάση ὑποδέχονται πρωτότυπες -αὐτὴ τὴ φορά- εἰκόνες, οἱ ὁποῖες «γιὰ πρώτη φορά» «ἐξέρχονται» — δηλαδὴ “βγαίνουν”, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ… ἱεροπρεπέστερον «ἐξέρχονται»!!!— ], περιοδεῖες ἱ. Λειψάνων, καὶ δὲν συμμαζεύεται). Μέσα σὲ ὅλ᾽ αὐτὰ καὶ ἕνα νέο φροῦτο: οἱ βραδυνὲς Θ. Λειτουργίες (ὄχι Ἀγρυπνίες), δηλ. τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπὸ 8 μέχρι 10 τὸ βράδυ!
.               Μπορεῖς κάλλιστα, μὲ τὸ νέο διαφημιζόμενο προϊόν, νὰ ζεῖς ξεχωριστὲς κατανυκτικὲς ἐμπειρίες, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ σηκώνεσαι νωρὶς τὸ πρωί. Τελειώνεις τὸ πρόγραμμά σου τῆς ἡμέρας  καὶ τὶς πρωταρχικὲς προτεραιότητές σου καὶ μετὰ φαγωμένος -γιατί ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχεις ἀντέξει ἀπὸ τὸ μεσονύκτιο τῆς προηγουμένης νὰ παραμείνεις νηστικός!- πηγαίνεις καὶ στὴν Ἐκκλησία γιὰ μιὰ ὡραία βραδυνὴ Θ. Λειτουργία.
.               Δὲν εἶναι ὅτι ἔχουμε κυριολεκτικῶς παραφρονήσει ὡς κοινωνία, ἔχουμε «λαλήσει» καὶ ὡς ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα. Δὲν μᾶς φτάνουν ὅλα τὰ ἄνομα καὶ ἀνώμαλα καὶ ἀφύσικα καὶ ἀπάνθρωπα, ποὺ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως νομοθετοῦνται, ἔχουμε ἐντελῶς παραλελυμένα καὶ τὰ πνευματικὰ-ἐκκλησιαστικὰ ἀντισώματα καὶ θεολογικὰ κριτήρια. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσει κάποιος: «ἐδῶ ἔχουμε κατασκευάσει θεολογικὸ προγεφύρωμα στὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς «ἀνθρωπολογικοῦ καθεστῶτος», ἔχουμε ἀποδεχθεῖ τὴν ἀλλαγὴ φύλου, στὶς βραδυνὲς λειτουργίες θὰ κολλήσουμε;»
.               Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» ἀνασύρει τὴν παλαιότερη θεολογικὴ ἀπάντηση (σὲ σχετικὸ ἐρώτημα) τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη, γιὰ νὰ εἶναι διαθέσιμη σὲ ὅποιον φιλοτιμηθεῖ νὰ ἀναρωτηθεῖ. Οἱ ὑπόλοιποι μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ συνεχίσουν τὸν καταποντισμό τους.

Εἶναι ἆραγε δυνατὴ καὶ μὲ ποιές προϋποθέσεις ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὸ βράδυ τῶν Κυριακῶν, τῶν ἑορτῶν ἢ ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἔτους, ὅταν οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τὸ ἐπιβάλλουν;  (Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.               Κατ’ ἀρχὴν ἡ τέλεση τῆς θείας λειτουργίας δὲν εἶναι συνδεδεμένη πρὸς καμία ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους χρονικὲς στιγμὲς ἢ περιόδους τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Κινεῖται ἐπάνω ἢ πέρα ἀπὸ αὐτές, τρόπον τινὰ μέσα στὴν ἄχρονη σφαίρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα καὶ σύμβολο, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ἀληθινὴ παρουσία. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι καμιὰ ἀπὸ τὶς εὐχές μας, σ’ ὅλες τὶς παραλλαγὲς τῶν λειτουργικῶν τύπων τῆς οἰκουμένης, δὲν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρονικὸ σημεῖο τελέσεώς της, οὔτε στὶς εὐχὲς τῆς συνάξεως (ἀντιφώνων, εἰσόδου, τρισαγίου, εὐαγγελίου, ἐκτενοῦς, κατηχουμένων, πιστῶν), οὔτε στὶς καθ’ αὑτὸ λειτουργικὲς εὐχές, τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τὶς πρὸ καὶ μετὰ εὐχὲς ποὺ τὴν περιβάλλουν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο, ἂν συγκρίνουμε τὴν πρώτη σειρὰ τῶν εὐχῶν μὲ τὶς παράλληλες εὐχὲς ἄλλων ἀκολουθιῶν καὶ συνάξεων, ὅπως τὶς εὐχὲς τοῦ Λυχνικοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, καθὼς καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἀρχαίων ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν τῆς τριθέκτης καὶ τῆς παννυχίδος. Ὅλες αὐτὲς ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένα χρονικὰ σημεῖα τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ συνδυάζονται πρὸς σωτηριολογικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτά, ἀναφέροντας καὶ τὰ ἀνάλογα πρὸς τὶς ὧρες αὐτὲς αἰτήματά μας. Ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν διακονικῶν, ὅπου στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ σαφῶς προσδιορίζεται ὁ χρόνος τῆς τελέσεως («ἑωθινὴν» – «ἑσπερινήν», «τὴν ἡμέραν» – «τὴν ἑσπέραν»), ἐνῶ στὴν Θεία Λειτουργία δὲν προσδιορίζεται («πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ»). Ἐπίσης, ἐνῶ στὶς ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν Γ΄, ϛ΄ καὶ Θ΄ γίνεται συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτὲς (ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σταύρωση, θάνατος τοῦ Κυρίου), στὴν Θεία Λειτουργία, ἐνῶ γίνεται μνεία τῶν γεγονότων αὐτῶν, δὲν συναρτῶνται πρὸς ἀντίστοιχες ὧρες τοῦ νυχθημέρου. Στὴν ἱστορία δὲ τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν τῆς τελέσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας συναντῶνται ὅλες οἱ δυνατὲς παραλλαγὲς ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τοῦ μυστηρίου. «Ὁ χρόνος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ ἡ Λειτουργία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ χρόνου». Σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καταλήγει μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένη ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ θέματος σχέσεως θείας λειτουργίας καὶ χρόνου καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὁ π. Ἀλκιβιάδης Καλυβόπουλος στὴν διατριβή του «Χρόνος τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 218.
.           Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν Δ΄ αἰώνα ὁ χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας σταθεροποιήθηκε σὲ δύο βασικὰ χρονικὰ σημεῖα, χωρὶς νὰ παύσουν ποτὲ νὰ ὑπάρχουν κατὰ τόπους καὶ χρόνους ἢ καὶ νὰ συνυπάρχουν διάφορες παραλλαγὲς καὶ δυνατότητες. Οἱ ἐπιλογὲς τῆς ὥρας δὲν εἶναι τυχαῖες, ὄχι γιὰ τὸ θεολογικὸ νόημα ποὺ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν προτίμηση τῶν ὡρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζουν μιὰ σεβάσμια παράδοση αἰώνων, ποὺ εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς πνευματικῆς καὶ πρακτικῆς σοφίας τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ τάξη ποὺ βαθμηδὸν παγιώθηκε ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα αὐθαίρετης ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ἔκφραση πίστεως, καὶ γι’ αὐτὸ συναρτᾶται πρὸς τὸ ὅλο σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τῶν πιστῶν. Ὡς πνευματικὴ δὲ τράπεζα ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ἡ αὐτονοήτως συνδεδεμένη μ’ αὐτὴν κοινωνία, παρέμεινε συνδεδεμένη, ὅπως κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ κατὰ τὶς εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν πρώτων χριστιανῶν, μὲ τὴν ὑλικὴ τράπεζα. Ἡ διαφορὰ συνίσταται, στὸ ὅτι γιὰ λόγους εὐλαβείας ἡ πνευματικὴ βρώση καὶ πόση προηγεῖται τῆς ὑλικῆς καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ τράπεζα δὲν εἶναι πιὰ κοινή, ὅπως στὶς «ἀγάπες» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, οὔτε παρατίθεται στὸν ναό, ἀλλὰ στὰ ἰδιωτικά μας σπίτια. Γιὰ λόγους ἐπίσης εὐλαβείας, ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία, ἤδη ἀπὸ τὸν Δ´ αἰώνα ἂν μὴ καὶ ἐνωρίτερα, εἶχε ὡς προϋπόθεση τὴν λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία», δηλαδὴ τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου τῆς προηγουμένης ἡμέρας. «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι» (κανὼν μη΄ Καρθαγένης καὶ κθ΄ Πενθέκτης). Κατὰ τὴν τάξη αὐτή, ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι νήστιμος καὶ ἡ τράπεζα εἶναι μία, ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὶν ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας (3η μ.μ. μὲ τὸ σύγχρονό μας ὡρολόγιο). Ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι ἑορτάσιμος, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὴ νήστιμος, τότε ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὸ τοῦ γεύματος, δηλαδὴ μεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας (9ης π.μ. μέχρι 12ης μεσημβρινῆς, κατὰ τὸ ὡρολόγιό μας, περίπου). Ἡ τρίτη μὲ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας τελικὰ καθιερώθηκε ὡς ὁ πιὸ πρόσφορος γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας χρόνος καὶ θεολογικὰ δικαιώθηκε ὡς ὁ μόνος κατάλληλος, ἀφοῦ ἡ τέλεσή της προϋποθέτει τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Νεώτερα μάλιστα βυζαντινὰ κείμενα κακίζουν τοὺς Λατίνους, γιατί λειτουργοῦσαν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας «ἐκ πρωΐας… καὶ οὐ κατὰ τὴν νενομισμένην τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὥραν». Παρὰ ταῦτα τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ τοῦ ἁγίου Σάβα προβλέπει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἐνωρίτερα τῆς τρίτης ὥρας, ὅταν προηγεῖται ἀγρυπνία «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές. Ἔτσι συστέλλεται καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ποὺ γίνεται μεγαλύτερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν, μικρότερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ποὺ ἔχουν ἀγρυπνία, καὶ ἐνδιάμεσος κατὰ τὶς λοιπὲς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες τοῦ ἔτους. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοφὰ διοργανωμένο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ χρόνος τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία καὶ τὸ μῆκος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συντονίζονται πρὸς τὸ θέμα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν ἑορτάσιμο, μὴ ἑορτάσιμο ἢ πένθιμο χαρακτήρα της.
.                Ἀντιθέτως πρὸς τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε σύντμηση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία ἐπιμηκύνεται.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Δ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4, Ἰούλ.- Αὔγ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

.               Νομίζω ὅτι ἔχει γίνει κατανoητό, ἀπὸ ὅσα εἴπαµε μέχρι τώρα, ὅτι τὸ «σωµα Χριστοῦ» εἶναι τὸ σῶµα ἑνὸς λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ σχέση τῶν µελῶν του µεταξύ τους καὶ ὅλων μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό. Ὅταν λοιπὸν µιλᾶµε γιὰ Ἐκκλησία, ἐννοοῦµε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θεο-ίδρυτο σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε µὲν τὴν ἡµέρα τὴ µεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, λαµβάνει ὅμως ὑπόσταση ἀπὸ τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται παροῦσα ἐδῶ καὶ τώρα μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία.
.               Ἐὰν δεχθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἁγίου Μαξίµου ὅτι «εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία … (Μυσταγωγία, Α´, 77), µἐ ἐξειδικευµένη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία προσεγγίζει ὡς οὐσιώδη µετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, τότε δικαιούµαστε νὰ παρακολουθήσουµε τὰ τελούµενα -καλύτερα, τὰ συµβαίνοντα- στὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξη, καὶ νὰ ποῦµε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ὁρατὸς τόπος, στὸν ὁποῖο πραγµατοποιεῖται ἡ συναγωγὴ τῶν διεσκορπισµένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἓν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ σύναξη αὐτὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς τῆς Ἱστορίας, ὡς πράξη ὅμως συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, ξανακάνει τὴν Ἱστορία Ἱερή, συνδέοντας κατὰ συνέπεια ἕκαστο μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἄλλα μέλη του, καὶ συγχρόνως μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὰ συµβαίνοντα (τὸ γεγονὸς) ποὺ ἀναδεικνύει αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸ βιώνουµε στὴ θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁποία, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Χριστό, ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀποδέχεται τὴν προσφορὰ τῆς Δηµιουργίας ἐκ μέρους μας ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τροφῆς μας (ψωµὶ καὶ κρασί, τὴν µεταβάλλει σὲ σῶµα καὶ αἷµα τοῦ Υἱοῦ Του καὶ µᾶς «ἀντικαταπέµπει» τὴν ἴδια τὴν Δηµιουργία του ἐγχριστωµένη, δηλαδὴ ὡς θεία Βασιλεία, καθιστώντας μας μέλη της.
.               Μιὰ τέτοια ἐπισήµανση, ποὺ ἀντιλαµβάνεται τὴ θεία Εὐχαριστία ὡς τὴν κύρια ἔκφραση τοῦ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζεται κατὰ τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, σήµερα ἅγιο της Ἐκκλησίας. Ὁ Καβάσιλας δείχνει νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν σταδιακὴ εἴσοδο τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ στὴ θεολογία, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατυπώσει ὁρισµοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ, ὅπως ἔχουµε πεῖ, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων ὁρισµὸς τῆς Ἐκκλησίας ὣς τὸν 13ο αἰώνα, ἀφοῦ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλαµβάνονταν ὡς βιούµενη πραγµατικότητα. Πράγµατι, µετὰ τὸν 13ο αἰ. ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας ἕνα ρεῦµα σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ δυτικὴ θεολογία, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς σποραδικὲς ἀντιδράσεις καὶ ἀντιστάσεις, κατέκλυσε τελικὰ τὴ θεολογία μας, ὅπως τουλάχιστον ἐµφαίνεται στὰ ἐγχειρίδια τῶν τελευταίων αἰώνων. Γιὰ παράδειγµα, καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ θέµα μας, ἀναφέρω ὅτι στὰ δογµατικὰ ἐγχειρίδια (περιλαµβανοµένων τῶν γνωστῶν Ὁµολογιῶν τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰ.), ἡ θ. Εὐχαριστία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ µυστήρια ποὺ διαµορφώνουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ ἐξετάζεται σχεδὸν αὐτόνοµα (ὅπως καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα «µυστήρια»), μὲ ἔµφαση σὲ ἕναν ἀναγκαστικὸ αὐτοµατισµὸ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσµατα.
.               Ἀντιδρώντας στὸ ρεῦµα τοῦ σχολαστικισµοῦ, ὁ Καβάσιλας ἐπεχείρησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γεγονότος ποὺ συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔργο του Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν συνοψίζει τὴ θεολογία τῶν Πατέρων (ὅπως ἀνάλογα ἔκανε τὸν 8ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Δαµασκηνὸς στὸ ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ ἰδιάζουσα συµβολὴ τοῦ Καβάσιλα συνδέεται μὲ διατυπώσεις ποὺ ὑποκρύπτουν λανθάνουσα ἀντίδραση στὰ ρεύµατα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Οἱ διατυπώσεις του, ὄχι µόνον στὸ ἔργο ποὺ ἀναφέραµε ἀλλὰ καὶ στὸ ἄλλο ἔργο του, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀναδεικνύει τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας μέσῳ τῶν ἑξῆς ἀναφορῶν:

α) Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὰ «µυστήρια»: «ἡ Ἐκκλησία σηµαίνεται ἐν τοῖς µυστηρίοις» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´, 6). Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ µιὰ οὐσιώδη ἐπισήµανση: ἡ λέξη «µυστήρια» (στὸν πληθυντικὸ) στὴ λειτουργική μας παράδοση σηµαίνει τὸ ἕνα µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (βλ. τὴ διατύπωση στὸ κείµενο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόµου, στὴν εὐχὴ πρὸ τοῦ χερουβικοῦ ὕµνου: « … δὸς αὐτοῖς πάντοτε µετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοί, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως µετέχειν τῶν ἁγίων σου µυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς µεγάλης Εἰσόδου: «τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾽ οὓς προσήγαγον καὶ ἡµᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ Ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου µυστηρίων», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον ἡµᾶς µεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν µυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευµατικῆς τραπέζης», στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ µυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωµεν τῷ Κυρίῳ», στὴν εὐχαριστήρια εὐχὴ µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Εὐχαριστουµεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡµῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡµέρᾳ κατηξίωσας ἡµᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων µυστηρίων». Μποροῦµε λοιπὸν νὰ ἐπαναδιατυπώσουµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Καβάσιλα: ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ «µυστήριο» τῆς θείας Εὐχαριστίας.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα ὡς σῶµα Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ ἱερουργεῖται στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ σηµαίνεται ὡς Κυριακὸ σωµα, σῶµα τοῦ Κυρίου, ὑπὸ διττὴ ἔννοια, ἀφ᾽ἑνὸς τὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἁγιασµένο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης σῶµα Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο καλούµαστε νὰ «φᾶµε» («σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε … »): «Τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη [ … ] οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα [ … ] Διὰ ταῦτα οὐδὲν ἀπεικὸς [= τίποτε τὸ παράλογο ἢ ἀταίριαστο] ἐνταῦθα διὰ τῶν µυστηρίων τὴν ἐκκλησίαν σηµαίνεσθαι» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´ 2-3). Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὸν Καβάσιλα Ἐκκλησία καὶ θεία Λειτουργία ταυτίζονται.

γ) Ὅλα τὰ ἄλλα λεγόµενα «µυστήρια» (Βάπτισµα, Χρίσµα, Ἱερωσύνη κλπ.) συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σ᾽ αὐτὴν ἀναφέρονται καὶ ἐξ αὐτῆς λαµβάνουν τὸ περιεχόµενό τους: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις µυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται µόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4). Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἑξῆς ἕνα: ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἄλλες ἁγιαστικὲς ἢ θεραπευτικὲς πράξεις µποροῦν ἐπίσης νὰ ὀνοµάζονται «µυστήρια», µόνο καὶ µόνο γιατί συνδέονται μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.

.             Ἂν θελήσουµε, λοιπόν, νὰ γνωρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ, ὁ ἀσφαλέστερος δρόµος εἶναι νὰ γίνουµε μέτοχοι τῆς θείας Λειτουργίας. Νὰ γνωρίσουµε σηµαίνει νὰ σχετισθοῦµε. Ἔτσι ἀντιλαµβάνεται ἄλλωστε τὴν «γνώση» ἡ Ἁγία Γραφή, ἔτσι ἐπίσης τὴν ἀντιλαµβάνεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάν. η´ 32), ποὺ σηµαίνει, συνδεθεῖτε μὲ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστὸ (βλ. «ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια … »), καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀµαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει συνδέοµαι κατὰ ὑπαρξιακὸ τρόπο μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνδέοµαι σηµαίνει ἐλευθερώνοµαι ἀπὸ τὰ δεσµὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
.           Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦµε ὅτι ὑπάρχει ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας, κάτι ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαµβάνεται, ὅταν λέει «πάω στὴν Ἐκκλησία», ἐννοώντας πάω στὸν ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει παραδίδοµαι στὸ εἶναι της. Καὶ παραδίδοµαι στὸ εἶναι της σηµαίνει σχετίζοµαι μὲ τὰ μέλη της, ὅλα τὰ μέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα βῆµα ἀκόµη ἂν προχωρήσουµε, µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ γινόµαστε Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθὴς ὕπαρξή μας ἀναδύεται καὶ ἀναπαύεται στὸν τρόπο τῆς σχέσης, µίας σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ καὶ µίας σχέσης ἐπίσης μὲ τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιλαµβανόµαστε ὡς Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχουµε ἀνάγκη ἑνὸς ἐξειδικευµένου ὁρισµοῦ. Εἴπαµε, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς βιούµενη πραγµατικότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

, , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ! Τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας. «Ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας».

Οἱ παραστάσεις μᾶς τέλειωσαν!
Ποτέ πάλι στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ…
ἤ … τό ἐπικίνδυνο μονοπάτι τῶν μεταρρυθμιστῶν τῆς Θ. Λατρείας.

τοῦ Πρωτ. π. Ἰωάννου Φωτοπούλου.

.             Ὅσοι συχνάζουμε στήν ἐκκλησία μιμούμενοι τό κατά δύναμιν ὅλες τίς γενεές τῶν πρό ἡμῶν χριστιανῶν, πολιτευόμαστε «προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων [καί τῶν ἁγίων Πατέρων] καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. β´ 42). Εἴμαστε δοσμένοι, ἀφοσιωμένοι («προσκαρτεροῦντες») ὄχι σέ ὁποιεσδήποτε προσευχές, ἀλλά στίς προσευχές, στή λατρεία πού μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
.              Γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος : «Οἱ ἅγιοι πού τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἔρχονται ἀπό γενιά σέ γενιά  μετά τούς προηγουμένους ἁγίους, προσκολλῶνται σ΄αὐτούς καί ὅμοια μ΄αὐτούς ἐλλάμπονται, λαμβάνοντας κατά μέθεξιν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γίνονται σάν μιά χρυσῆ ἁλυσίδα.  Καθένας τους εἶναι ἕνας κρῖκος καί καθένας χωριστά μέ τόν προηγούμενό του συνδέεται μέ τήν πίστη, τά ἔργα καί τήν ἀγάπη, ὥστε νά ἀποτελοῦν μία σειρά  ἑνωμένη μέ τόν ἕνα Θεό πού δέν μπορεῖ εὔκολα νά σπάσει»[1].
.             Αὐτή εἶναι ἡ ζωή ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων. Λατρεύουμε τόν Χριστό μας, τιμοῦμε τήν Παναγία  καί τούς ἁγίους μας, ὅπως οἱ σαρκικοί καί οἱ πνευματικοί  Πατέρες μας.  Μιά ἀδιάσπαστη συνέχεια Χριστιανῶν, μιά χρυσῆ ἁλυσίδα Πατέρων, μία λατρεία παραδιδομένη ἀπό γενεά σέ γενεά σεβαστή ἀπό ὅλους. Ἔτσι ἦσαν γιά ὅλους τά πράγματα μέχρι πρίν 50 περίπου χρόνια, ὅταν κάποιοι θεολόγοι καί κληρικοί ἀμφισβήτησαν αὐτή τή συνέχεια καί ἀποφάσισαν νά ἀρχίσουν τίς «διορθώσεις», δηλ. ἐμβαλωματικές, κακάσχημες καί κακότροπες παρεμβάσεις στό σῶμα τῆς Θείας Λατρείας.  Ἄρχισαν μέ τήν προσπάθεια καταργήσεως τῶν μυστικῶν εὐχῶν τῆς θείας λειτουργίας, τῆς ἐξωτερικῆς ἱερατικῆς ἐνδυμασίας συνέχισαν σέ προσπάθεια καταργήσεως τοῦ τέμπλου, στήν ἐπιβολή τῆς τετραφωνίας πού εἶχε ξεκινήσει ἀπό τόν 19ο αἰῶνα, ἀλλά καί προχώρησαν σέ ἄξιες καγχασμοῦ καί γέλωτος μεταφράσεις τῶν ἁγίων Γραφῶν καί τῶν λειτουργικῶν κειμένων.  Πάντοτε ὅμως ὑπάρχουν τά χειρότερα.  Ἐκθεμελίωση τῶν πάντων. Ἐκ βάθρων «ἀνανέωση».  Στό προηγούμενο ἐκκλησιαστικό καθεστώς ὑπῆρχε πρόθεση νά γραφοῦν ὕμνοι ἐκκλησιαστικοί στή δημοτική.  Νά καί ἀπόσπασμα σχετικῆς ἀνακοινώσεως πού ἀναγνώσθηκε στούς ναούς στίς 19 Σεπτεμβρίου 2004 : «Ἴσως ἡ μελλοντική παραγωγή νέων ὕμνων σέ προσιτότερο ἰδίωμα, χωρίς νά ἀντικατασταθοῦν οἱ ἐν χρήσει σήμερα, θά μποροῦσε νά ἐπιλύσει ἐν μέρει τό πρόβλημα τοῦτο [δηλ. τῆς κατανοήσεως τῶν ψαλλομένων].  Καί ἔχουν γίνει πρός τήν κατεύθυνση αὐτή σχετικοί πειραματισμοί ἀπό ἐγκρίτους κληρικούς καί λαϊκούς χωρίς νά ἔχουν τύχει τῆς ἐπίσημης ἔγκρισης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
.             Εὐτυχῶς ἀπό τέτοιες ἀθλιότητες μᾶς γλύτωσε ὁ Θεός διά εἰδικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας καί διά τῆς «ἐπιστυπτικῆς» ράβδου τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως κ. Χρυσοστόμου. Μᾶς λύτρωσε ἀπό τούς πειραματισμούς τῶν εὐτελῶν μεταφράσεων τῆς Θ. Λειτουργίας, τῶν Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας καί τῶν Θεοφανείων καί τῶν λοιπῶν Ἀκολουθιῶν.

Τό …ἐνοχλητικό Βυζάντιο ὑπεύθυνο γιά μιά «προδομένη ἐκκλησιολογία».

.             Καί ὅμως τό ὄνειρο τῆς «ἀνανεώσεως» δέν ἔπαυσε νά κάνει ἀνήσυχο τόν ὕπνο τῶν ἐκσυγχρονιστῶν τῆς θείας λατρείας. «Οὐκ ἐᾶ με καθεύδειν τό τῆς Ἱ. Παραδόσεως τρόπαιον», λένε, κατά κάποιον τρόπο.
.             Ἀπόδειξη τῶν ἀνωτέρω ἀποτελεῖ τό κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ «Ἡ παράσταση τελείωσε! Τοῦ χρόνου πάλι!»  πού ἀναρτήθηκε στό Amen.gr στίς 28 Ὀκτωβρίου 2014.  Πρόκειται γιά μιά «Ἱερεμιάδα» θρήνων γιά τή…χαμένη ἀθωότητα τῆς λατρείας.  Μέ ἀφορμή τήν τελεσθεῖσα λίγες μέρες πρό τοῦ δημοσιεύματος τοῦ π. Βασιλείου, τήν 23η Ὀκτωβρίου, σέ κάποιους ναούς Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἐπιτίθεται στή σημερινή λατρεία. Στή Θ. Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου, λέει, οἱ ἐπίσκοποι λειτουργοῦν μόνο «μέ φαιλόνιο καί μίτρα, χωρίς τόν ἀνιστόρητο σάκο καί τήν ἀντιαισθητική μίτρα» καί κατά τή διάρκειά της «ἀκοῦμε ἄφθονες ἱερατικές εὐχές καί λίγα σύντομα ψαλτικά».  Ὅλα αὐτά, κατά τόν π. Βασίλειο εἶναι «συνήθεια ἀναβίωσης αὐτοῦ τοῦ ἀρχαϊκοῦ λατρευτικοῦ τύπου [2] .
.             Μετά ὅμως τήν ἀπόλαυση πού ἔνιωσε μέ τήν «ἀναβίωση τοῦ ἀρχαϊκοῦ λειτουργικοῦ τύπου» μελαγχολεῖ καί θρηνεῖ γιατί πάλι, λέει, «ἀπό τήν ἑπομένη τά κεφάλια μέσα». Ὑποφέρει ἀπό «τήν αὐτοκρατορική ἔνδυση» τῶν ἐπισκόπων, τή μυστικότητα τῶν εὐχῶν καί τά ἀργά μέλη καί ἄλλες «ἀντιλειτουργικές καί ἀντιεκκλησιαστικές συνήθειες». Τόν καταπιέζει τό ἱερό εἰκονοστάσιο, τό τέμπλο, τό ὁποῖο, ἄν καί κοσμεῖται μέ τίς ἅγιες εἰκόνες τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων, νιώθει πώς τόν χωρίζει ἀπό τόν λαό. Τόν ἐνοχλεῖ ἡ ἔλλειψη τῆς συμψαλμωδίας -συνήθως κυριῶν πού μέ τά…φρεναρίσματά τους σοῦ τρυποῦν τ’αὐτιά καί σοῦ χαλοῦν τήν ἀπαραίτητη γιά προσευχή ἡσυχία.  Ὅλα ἐνοχλοῦν τόν π. Βασίλειο καί προσπαθεῖ μέ συνεχεῖς παρεμβάσεις του νά πείσει ὅλους τούς πιστούς ὅτι πρέπει κι αὐτοί νά ἐνοχλοῦνται!
.              Τήν ἀποστροφή καί τήν περιφρόνησή του πρός τήν καθιερωμένη λατρεία μας ὁ π. Βασίλειος τήν ἐπιδεικνύει διαρκῶς μέ στόχο ἴσως νά κρατᾶ τίς καινοτόμες ἰδέες του στήν ἐπικαιρότητα ἐν ἀναμονῇ καταλλήλου κλίματος πού θά εὐνοήσει τήν ἀνατροπή τῆς παραδοσιακῆς ὀρθοδόξου λατρείας.  Ὅμως τό διαφορετικό πού κομίζει μέ τό κείμενο αὐτό εἶναι ἡ μομφή ὅτι ἡ Θεία λατρεία εἶναι ὑπεύθυνη γιά «μιά προδομένη ἐκκλησιολογία». Καί προσπαθεῖ νά τεκμηριώσει τή θεωρία του αὐτή γράφοντας ὅτι «οἱ ἐν χρήσει λειτουργίες (Χρυσοστόμου, Βασιλείου)… κατά τούς ἑπόμενους αἰῶνες [μετά τόν 7ο αἰῶνα] …ὑπέστησαν τέτοια παθήματα ὥστε μεταβλήθηκαν τελικά (στή συνείδηση τῶν περισσοτέρων ἐννοῶ) σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων, τό ὁποῖο κάποια ἀπόμακρη σχέση μόνο διατηρεῖ μέ τό ἀρχικό  μεγαλειῶδες δημιούργημα».  Τί ἐννοεῖ μέ ὅσα λέγει ὁ π. Βασίλειος ;  Ἐννοεῖ ὅτι τελώντας σήμερα τή Θ. Λειτουργία εἴτε τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου εἴτε τοῦ Μ. Βασιλείου δέν καλλιεργοῦμε καί δέν κάνουμε συνειδητή  ἕνας ἕκαστος τήν θεόσδοτη ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι ὅλοι μαζί  ἀποτελοῦμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.  Καί γι᾽ αὐτό φταίει τό Τέμπλο, οἱ ἀρχαιοπαράδοτες μυστικές εὐχές, ἡ ἑλληνική ἐκκλησιαστική γλῶσσα, ἡ βυζαντινή μουσική σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της ψαλλομένη ἀπό τούς χορούς τῶν ψαλτῶν, ἀκόμη καί ὁ σάκκος καί ἡ μίτρα τῶν ἀρχιερέων! Ζητεῖ λοιπόν «μιά ἐμπράγματη ἐκκλησιολογία», τήν ὁποία, φρονῶ, θά ἔβρισκε ἀκόπως σέ μιά παρασυναγωγή προτεσταντῶν:  Ὄχι τέμπλα, ἀλλά γλῶσσα τῆς καθημερινότητος, μουσική εὔκολη, ὕμνοι ευχάριστοι πού τραγουδιοῦνται ἀπ΄ ὅλους μαζί τούς παρευρισκομένους. Ἀληθινή συμμετοχή! Στά πλαίσια αὐτῆς τῆς «ἐμπράγματης ἐκκλησιολογίας» ὁ π. Βασίλειος  ὀνειρεύεται μιά ἄλλη, καινούργια λειτουργία.

Ἀπόπειρες γιά μιά ἐπιπόλαια  σκηνοθεσία.

.             Θά γυρίσω ἑνάμισυ χρόνο πίσω καί στό ὄργανο κάθε προτεινόμενης ἀνατροπῆς στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί τής θεολογίας Της, τό περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ. Μᾶς πείθει γιά τόν ἀνατρεπτικό του χαρακτήρα ὁ ἀνεικονικός χαρακτήρας τοῦ περιοδικοῦ. Δεῖτε καί τό κουλτουριάρικο ἐξώφυλλο τοῦ τεύχους 126 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2013).  Μιά ἐκκλησία παραμορφωμένη, χωρίς σταυρούς καί μέ μιά οὐρά (;) πάνω στό καμπαναριό!

Sinaxi.             Στό τεῦχος αὐτό ὁ π. Βασίλειος δημοσιεύει μιά ἐπαινετική βιβλιοκρισία γιά μιά καινούργια (!) λειτουργία πού προτείνει ὁ κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς καί τήν ὀνομάζει «Ἐκκλησιαστική Εὐχαριστία ὡς αἰτούμενο ἐπικαιρικῆς μεταγραφῆς» (Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2012). Πρόκειται γιά ἕνα αὐθαίρετο καί συγκεχυμένο κατασκεύασμα πού ἀποτελεῖ ἀπό πλευρᾶς γλώσσας μῖγμα δημοτικῆς, καθαρεύουσας καί ἀρχαίας ἑλληνικῆς∙ ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου μῖγμα θεολογικοῦ καί φιλοσοφικοῦ προβληματισμοῦ∙ ἀπό πλευρᾶς νοοτροπίας μῖγμα μανιακῆς πρωτοτυπίας καί ἀντορθοδόξου αὐθαιρεσίας. Πρίν ἀναφερθῶ λεπτομερέστερα σ’ αὐτή τήν…τερατουργία θά καταγράψω τίς κρίσεις τοῦ π. Βασιλείου γι’ αὐτήν:

«… ἡ προσπάθεια [αὐτή] παρουσιάζει ἐνδιαφέρον, διότι κομίζει ἕναν “ἀέρα„ φρεσκάδας. Ὁ πονήσας δέν δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι αἰσθάνεται ὑποχρεωμένος νά λογοδοτεῖ σέ μιά “θεωρία σχηματισμοῦ τῆς λατρείας„ καί νά ἀναχαιτίζει  τό γοργό του βῆμα…..Προχωρεῖ ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς στήν ἑπικαιρική μεταγραφή».  Θά συμφωνήσω ἐπ’ αὐτοῦ, ἀναμφίβολα τήν χρειαζόμαστε.  Καί ὄχι μόνο στή Λατρεία».  «Τά πρωτότυπα αὐτά διαβήματα προφανῶς ἐντάσσονται στή γενικώτερη ἀνανεωτική κίνηση πού παρατηρεῖται στή Λατρεία μας».
«Στή δομή καί στό περιεχόμενό τους διαφαίνεται ἡ λαχτάρα τοῦ συγγραφέα νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση καί νά ὑπηρετήσει τήν ἐξυγίανση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος»
«…φρονῶ πώς οἱ ἐν λόγῳ ἀκολουθίες»- ὁ π. Β. Θερμός ἀναφέρεται καί στήν ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος πού ἔχει συγγράψει ὁ κ. Γιανναρᾶς- «συνιστοῦν ἕνα μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας».

.             Τέλος γράφει ὅτι δέν θεωρεῖ «σκόπιμο νά τελεσθοῦν [οἱ ἀκολουθίες] ὡς ἔχουν» ἀλλά ἀποφαίνεται ὅτι «τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας…ἔχει χρέος νά ἀγκαλιάσει ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις πού κατά καιρούς κατατίθενται, χωρίς φόβο καί πάθος, νά τίς συζητήσει…νά τίς βελτιώσει καί νά τίς δοκιμάσει στήν πράξη…»
.             Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἀντιμετωπίζει τή Θ. Λατρεία μέ τρόπο ἐπιφανειακό καί συναισθηματικό.  Ζητεῖ μιά «ἀνανέωση» τῆς Λατρείας πού θά διαπνέεται ἀπό ἕνα «ἀέρα φρεσκάδας», ὅπου οἱ ἀνανεωτές χωρίς σεβασμό σέ κανόνες καί ἱστορία θά ἐνεργοῦν «ὁρμητικά καί ἐνθουσιωδῶς», καί θά διακατέχονται ἀπό μιά «λαχτάρα γιά νά ἀναζωπυρωθῆ ἡ λατρευτική συνείδηση».
.             Ἡ θεία λειτουργία μετατρέπεται σύμφωνα μέ τή μονομανία τῆς «ἀνανεώσεως» σέ μιά παράσταση, ἡ ὁποία, ὑποτίθεται, σκοπεύει στό «νά ὑπηρετηθῆ ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο πού προσιδιάζει στό σύγχρονο ἄνθρωπο». Γιά νά εἶναι ὅμως ἐπιτυχημένη ἡ παράσταση αὐτή ἀπαιτεῖται ἡ κατάλληλη σκηνοθεσία.  Καί ὅπως κάνει ἀκριβῶς ἕνας σωστός σκηνοθέτης ἔτσι πρέπει, σύμφωνα μέ τή λογική τοῦ π. Βασιλείου, νά κάνει καί τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.  Θά πρέπει κληρικοί καί θεολόγοι νά ἀγκαλιάζουν ὅλες τίς ἀνανεωτικές προτάσεις. Ἀνάμεσα σ’ αὐτές δέν εἶναι μόνο ἡ «στοχαστική» λειτουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Εἶναι καί ἡ ἀρχαιόπληκτη «λειτουργία» τοῦ, κατά δήλωσή του, παπα-Κώστα Μπέη πού τήν «ἔπαιξε» πρίν χρόνια στό Ἀρσάκειο. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα ἀλλαλούμ δεήσεων καί εὐχῶν. Τό χειρότερο ἦταν ἡ παρεμβολή μέσα στήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς καί σέ ἄλλα σημεῖα ἀποσπασμάτων ἀπό τόν Ὅμηρο καί τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους!
.             Ὅλες αὐτές τίς προτάσεις, τίς «λειτουργίες» θά πρέπει, λέει ὁ π. Β. Θερμός, κληρικοί καί θεολόγοι νά τίς συζητοῦν, νά τίς βελτιώνουν καί «νά τίς δοκιμάζουν στήν πράξη» δηλ. νά τίς παίζουν  σάν θεατρικές παραστάσεις…(πῶς ἀλλιῶς θά γίνουν οἱ δοκιμές;) νά τίς κουβεντιάζουν, νά τίς κριτικάρουν, νά τίς διορθώνουν καί κάποτε νά καταλήγουν στήν καλλίτερη σκηνοθεσία!  Καί ὅλα αὐτά βέβαια στήν…καμπούρα μας.
.             Πρόκειται γιά τήν ἰδέα ἑνός ἀνοσίου πειραματισμοῦ, χωρίς αἴσθηση τῆς ἀξίας πού ἔχει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων, χωρίς συνείδηση τοῦ περιεχομένου καί τοῦ νοήματος τῆς Θ. Λειτουργίας, χωρίς τήν παραμικρή ὑποψία γιά τά τελούμενα Φρικτά Μυστήρια καί χωρίς σεβασμό στήν εὐσέβεια καί τή θέση τῶν προσευχομένων πιστῶν.

Ἡ ἀρχαία μορφή τῆς Λειτουργίας καί ἡ ἀτομοκεντρική ἀπόπειρα «διορθώσεώς» της.

.             Οἱ ἐπίδοξοι μεταρρυθμιστές τῆς ὀρθοδόξου λατρείας νομίζουν ὅτι μπορεῖ ὁ καθένας, ὅπως γίνεται στή Δύση μέ τίς μουσικές «λειτουργίες», νά συνθέτει καί μιά δική του λειτουργία κατά τήν ἔμπνευσή του. Ἐγώ πάλι νόμιζα ὅτι ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι εἴχαμε τή συνείδηση καί τήν πνευματική αἴσθηση ὅτι ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι τό ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ∙ τό κατ᾽ ἐξοχήν ἔργο του, διά τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται στόν Θεό καί ἀναφέρει καί ὅλη τή ζωή του μετ΄εὐχαριστίας προσδοκώντας «ὅπως Κύριος ὁ Θεός ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τήν θείαν Χάριν καί τήν δωρεάν τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Μοναδική ἔκφραση  τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἶναι ἡ διαμορφωμένη ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ Θ. Λειτουργία στίς τρεῖς ἐκδοχές της, στίς θεῖες λειτουργίες τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
.            Ὅτι εἶναι ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ θεία Λειτουργία φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ πρώτη της μορφή καί ἡ ἐξέλιξή της μέχρι τήν τελική της διαμόρφωση χάνεται στά πρῶτα χριστιανικά χρόνια. Πολλές ἀπό τίς εὐχές προέρχονται ἀπό τό χέρι τῶν ἀδελφοθέου Ἰακώβου καί τῶν Μ. Βασιλείου καί Ἰω. Χρυσοστόμου, ἀλλά πολλά ἄλλα στοιχεῖα βρίσκονται στήν τελούμενη θεία λατρεία τῶν δύο πρώτων αἰώνων. Ὁ Ἱππόλυτος (170-235 μ.Χ), ἀναφέρει καί τόν ἀρχαιότατο διάλογο μεταξύ τοῦ Ἱερέως καί τῶν πιστῶν , ὁ ὁποῖος καί σήμερα, μετά 18 (!) αἰῶνες, μέ μικρές παραλλαγές, λαμβάνει χώρα μεταξύ τοῦ ἱερέως καί τῶν ψαλτῶν, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τούς ἱ. Κανόνες ἐκφράζουν τό πλήρωμα τῶν πιστῶν: «Ὁ Κύριος μεθ΄ ὑμῶν». – «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου». – «Ἄνω τάς καρδίας». –  «Ἔχομεν πρός τόν Κύριον». – «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ». – «Ἄξιον καί δίκαιον».
.           Ἔτσι, δέν γνωρίζουμε μέ ἀκρίβεια ποιά ἤ ποιές ἀποστολικές ἤ ἱερατικές  γραφίδες  συνέθεσαν τό πλαίσιο ἤ τό περιεχόμενο τῆς Θ. Λειτουργίας. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ἀβιάστως διαμορφώθηκε καί ἔγινε ἀποδεκτή ἡ Θ. Λειτουργία ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ.  Ἐπιμέρους, τοπικές λειτουργίες σιγά-σιγά «ἠπράκτησαν» καί στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ κυριάρχησαν οἱ γνωστές μας Λειτουργίες.
.             Μέ τή φιλοδοξία νά συνθέσουμε μιά «καινούργια» Λειτουργία φανερώνουμε τήν ἐγωϊστική μας διάθεση.  Δείχνουμε πρός κάθε κατεύθυνση ὅτι ἔχουμε κάτι ἀνικανοποίητο. Δέν ἔχουμε ὅμως τό κουράγιο νά ρίξουμε στόν ἑαυτό μας τό βάρος γιά τίς ἐλλείψεις μας καί ταπεινά νά ζητήσουμε τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Μεταθέτουμε ὅλα τά κακά στήν παραδεδομένη ἁγία Λατρεία μας. Τήν κατηγοροῦμε ὅτι εἶναι…μπαγιάτικη, ἀφοῦ ζητοῦμε «ἀέρα φρεσκάδας»,  τήν θεωροῦμε «συντηρητική», ὅτι ἔχει ὑποστεῖ πολλά «παθήματα». Τό χειρότερο εἶναι ὅτι διαχωρίζουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Τόν ἀναβιβάζουμε σέ ὑψηλότερη περιωπή, κρίνοντας καί κατακρίνοντας «ἀφ’ ὑψηλοῦ» ὅ,τι κάνει καί βιώνει ὥς τώρα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Μιά πλήρης προτεσταντική ἀλλοίωση τοῦ φρονήματός μας εἶναι τό ἀποτέλεσμα.  Μετά ἀρχίζει τό γενικό «ξήλωμα».  Ὄχι ράσα ὄχι τέμπλα, ὄχι ἄσκηση. Ἐξομολόγηση μέ τή βοήθεια τῆς ἀντίχριστης «ψυχοθεραπείας» κ.ἄ.
.            Ἡ ἑωσφορική σκέψη καί μόνο («θήσω τόν θρόνον» τοῦ ἐπηρμένου νοῦ μου «ὑπεράνω τῶν νεφῶν» τῆς προχεομένης ἀπό τήν ἁγία Λατρεία χάριτος «ἔσομαι ὅμοιος» μέ τούς ἁγίους Πατέρες Βασίλειο καί Χρυσόστομο) πού χαρακτηρίζει τούς πειραματιστές τῶν λειτουργικῶν μας πραγμάτων θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀποτρέψει νά εἰσέλθουμε στό περιεχόμενο τῆς μοντέρνας «Λειτουργίας» τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Ὅμως ἀξίζει ἡ προσπάθεια νά παρουσιάσουμε κάποια στοιχεῖα τοῦ θλιβεροῦ του πονήματος γιά νά δείξουμε σέ πόσο εὐτελῆ ἀποτελέσματα ὁδηγεῖ αὐτή ἡ ἀτομοκεντρική θεώρηση τῆς Θ. Λατρείας.

Ἡ  Βασιλεία.

.             Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἀρχίζει τή «Λειτουργία» του μέ τή φράση: «Εὐλογημένη ἡ Θεαρχική Τριάδα, ὁ Πατήρ, ὁ Ὑἱός καί τό Πνεῦμα, παρουσία καί προσδοκία, τώρα καί πάντοτε ἀχρόνως».
.             Παραλείπει τή λέξη «Βασιλεία».  Τί εἶναι ἡ Βασιλεία; Εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σ’ αὐτή τή Δόξα, τήν Βασιλεία, μετέχουν δυνάμει καί καλοῦνται καί ἐνεργείᾳ νά μετάσχουν οἱ βαπτισμένοι όρθόδοξοι χριστιανοί τώρα καί στή μέλλουσα ζωή.  Εἴμαστε τέκνα τοῦ Θεοῦ καί γι’αὐτό κληρονόμοι Του μαζί μέ τόν Χριστό «συγκληρονόμοι» (Ρωμ. η´, 17) ) τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.  Αὐτή ἡ τιμή, αὐτή ἡ ἀπαντοχή πρέπει νά μᾶς συνέχει, νά μᾶς χαροποιεῖ, νά μᾶς ἐνθαρρύνει στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἐξ ἄλλου σκοπός τῆς Θ. Λειτουργίας κατά τόν ἱερό Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν: «Τῆς ἁγίας τελετῆς τῶν ἱερῶν μυστηρίων…τέλος…τό τούς πιστούς ἁγιασθῆναι, δι’ αὐτῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσιν καί βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν καί τά τοιαῦτα λαβόντας»[3].
.                Στή λέξη καί τήν πραγματικότητα πού κρύβει ἡ λέξη Βασιλεία συγκλείεται ὅλο τό νόημα τῆς ζωῆς μας.  Τί κήρυττε ὁ Τίμιος Πρόδρομος; Τί κήρυττε ὁ Κύριος; «Ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»(Ματθ. γ´2, δ´17). Γιατί θά πρέπει νά τή διαγράψουμε;  Ἀναφέρει καί ὁ κ. Γιανναρᾶς σέ δύο σημεῖα τῆς ἰδιόρρυθμης «λειτουργίας» του τή λέξη Βασιλεία, ἐκεῖ πού ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου οὐδέν ἀναφέρει. Π.χ. μετά τήν μετάδοση τῆς Θ. Κοινωνίας ἀντί τῆς ἐκφωνήσεως «Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου» γράφει ο κ. Γ. : «Σῶσε ὁ Θεός τόν λαό σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου»!
.          Ἡ ἐπιθυμία, ἡ προσδοκία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐμφανής σέ ὁλόκληρη τή Θ. Λειτουργία. α) στή Β´ εὐχή τῶν πιστῶν : «καί τῆς ἐπουρανίου σου Βασιλείας ἀξιωθῆναι».  β)  στήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς πρό τοῦ καθαγιασμοῦ : «ἕως οὗ εἰς τόν οὐρανόν ἀνήγαγες καί τήν  Β α σ ι λ ε ί αν  Σου ἐχαρίσω τήν μέλλουσαν».  γ) Κατά τόν καθαγιασμό ζητεῖ ὁ ἱερεύς τά Τίμια Δῶρα νά ἀποβοῦν «εἰς Β α σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν πλήρωμα».  δ) Μετά τόν καθαγιασμό πρό τοῦ «Πάτερ ἡμῶν»  πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως δέεται νά γίνει αὐτή «εἰς Βα σ ι λ ε ί α ς  οὐρανῶν κληρονομίαν».
.             Θά πρέπει τάχα αὐτή τήν πρωτεύουσα θέση πού ἔχει ἡ φράση Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  στή Θεία Λειτουργία καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ὁποία ἐκφράζει ἁπλᾶ καί ἄμεσα τή θέση τῶν πιστῶν ὡς «βασιλείου ἱερατεύματος» καί διατρανώνει τά βασιλικά κληρονομικά προνόμιά τους, νά τήν ἀντικαταστήσουμε μέ ἄλλη φράση πού πρέπει νά ψάχνεις, νά…στοχάζεσαι τό περιεχόμενό της;

Ἡ Θεοτόκος καί ἀειπάρθενος Μαρία.

.             Μέ τό ἐπίθετο «ἀειπάρθενος» κοσμεῖται ἡ Θεοτόκος γενικά, ἀλλά καί στή Θ. Λειτουργία, συχνότατα. Ὁ ὅρος αὐτός σημαίνει ὅτι ἡ Θεοτόκος καί μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔμεινε Παρθένος. Ὅπου γίνεται στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ.  λόγος γιά τήν Παναγία ἐπιμελῶς ἀποφεύγεται ὁ θεολογικός της χαρακτηρισμός «ἀειπάρθενος»… Γράφει π.χ. ὁ κ. Γιανναρᾶς : «Τῆς Παναγίας μητέρας σου, Χριστέ τήν κενωτική ἀγάπη μνημονεύοντας…» (σ. 10) ἤ «Ξεχωριστά καί πρώτιστα σέ κοινωνία καί ὁμοτροπία  μέ τήν Θεοτόκο Μαρία» ἤ «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί Θεοτόκε ἁγνή… (σ. 27) κλπ. Νά μή θεωρηθεῖ αὐτή ἡ παράλειψη τυχαία. Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἔχει διαφορετική πίστη ἀπό τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας·  ἀποστρέφεται ἤ τουλάχιστον ὑποτιμᾶ τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου.  Ἰδού τί γράφει σχετικῶς: Ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότη­τας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνε­ται…καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτό­κος ἔμεινε καί μετά τόκον Παρθέ­νος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τό­κος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τάς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τη σωματική (ἀνατομική) της παρθενία. Ὁ ψυχολογικὰ ὑγιὴς Χριστιανὸς κατανοεῖ ὅτι ἡ σάρκωση-γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἀπὸ μητέρα παρθένο φανερώνει νίκη-ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς φύσης ….. Ὅμως δὲν καταλαβαίνει τὶ ἀκριβῶς προσθέτει σὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα (…ὁ ἀχώρητος παντὶ νὰ χωρεῖται ἐν γαστρί)… τὶ μεγαλειωδέστερο ἐξασφαλίζει ἡ διατήρηση τῆς ἀνατομικῆς παρθενίας τῆς Θεοτόκου καὶ μετὰ τὸν τοκετό» (Ἐνάντια στή Θρησκεία σ. 200).  Ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας του αὐτῆς ὁ κ. Γιανναρᾶς στή «Λειτουργία» του διορθώνει τίς «ἐπίμονες ἐπαναλήψεις» τῆς Ἐκκλησίας (Τῆς Παναγίας ἀχράντου ὑπερευλογημένης ἐνδόξου δεσποίνης Ἡμῶν θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας…») ἀποφεύγοντας συστηματικά τήν τιμητική προσφώνηση «ἀειπάρθενος».

Ἡ ἄφεσις ἁμαρτιῶν.

.             Γνωρίζουμε πώς ὁ Χριστός «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»  γιά  νά μᾶς καθαρίσει ἀπό τόν μολυσμό «σαρκός καί πνεύματος» καί ἔτσι νά μᾶς ἐνώσει μαζί Του χορηγώντας μας Αὐτός ἡ Αὐτοζωή,  τήν αἰώνια Ζωή.  Μετά τό θεῖο Βάπτισμα, μετά τή μετάνοια καί ἐξομολόγηση ἡ ἄφεσις προσφέρεται ἐξαιρέτως μέ τή μετοχή στά Ἄχραντα Μυστήρια. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε : «Λάβετε φάγετε τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου…πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο γάρ ἐστί τό αἷμά μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Καί μέσα στή Θ. Λειτουργία ἀκοῦμε συνεχεῖς αἰτήσεις γιά ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας: «Συγχώρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον» (Εὐχή τοῦ τρισαγίου Ὕμνου). «Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ ἐλέους ζωῆς εἰρήνης…συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν (μεγάλη Ἐκτενής)  «ὅπως…καθαρίσῃς ἡμῶν τάς ψυχάς καί τά σώματα ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος» (Εὐχή Β´ τῶν πιστῶν)  «καθάρισόν μου τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν ἀπό συνειδήσεως πονηρᾶς» (Εὐχή τοῦ Χερουβικοῦ), «Συγγνώμην καί ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν» (Πληρωτικά), «προσενεγκεῖν σοι δῶρά τε καί θυσίας ὑπέρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων» (Εὐχή τῆς προσκομιδῆς). Κατά τόν καθαγιασμό εὔχεται: ὥστε γενέσθαι …εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».  Πρό τῆς μεταλήψεως «Καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς συγγώρησιν πλημμελημάτων».  Καί κατά τήν μετάληψιν «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».
.          Ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν αἰτημάτων μόνο βιαστικά καί ἐν παρόδῳ  ὁ κ. Γιανναρᾶς γράφει σέ μιά αὐτοσχέδια αἴτησή του: «Χάρισέ μας Χριστέ Ἰησοῦ, εἰρήνη, ὑγεία, συγχώρηση ἁμαρτιῶν, παθῶν, ἐλαττωμάτων…». Πουθενά ἀλλοῦ δέν ἀναφέρει αἰτήματα γιά συγχώρηση ἁμαρτιῶν. Ἔχει διορθώσει καί τόν Χριστό! Ἰδού: «Λάβετε, φάγετε∙ αὐτό εἶναι τό σῶμα μου, τό μελιζόμενο γιά σᾶς, δώρημα ζωῆς ἀπεριόριστης… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου, τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον, σφραγίδα διαθήκης καινῆς ἀνάμεσα στόν Πλάστη καί τά λογικά του πλάσματα»!  Ἀντί γιά ἄφεση ἁμαρτιῶν ἔχει προβάλει τή δική του φιλοσοφία: «Παράβλεψε τίς ἑκούσιες καί ἀκούσιες διολισθήσεις μας στήν ὑπαρκτική ἀποτυχία» καί «Καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης ἐγωτικῆς ἀξιώσεως». Καταλαβαίνω ὅτι σ᾽ ὅλους μας, κατά τό δή λεγόμενον  «πέφτουν στενά τά μανίκια».  Εἶναι γεγονός ὅτι δυσκολευόμαστε νά ἀναγνωρίσουμε τίς ἁμαρτίες μας,  ἀλλά δέν θά διορθώσουμε τό Εὐαγγέλιο μέ ἀνόητες ἀμπελοφιλοσοφίες γιά νά ἀρέσουμε στόν κόσμο πού δέν θέλει οὔτε κἄν νά ἀκούει τή λέξη «ἁμαρτία».

Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἡ προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ.

.             Μέσα στό ἴδιο πνεῦμα τοῦ συσχηματισμοῦ μέ τόν κόσμο κινούμενος ὁ κ. Γιανναρᾶς «διορθώνει» τόν τιμητικό τίτλο «δοῦλος τοῦ Θεοῦ» πού ἀπονέμει  ὁ ἱερεύς σέ κάθε προσερχόμενο στή Θεία Μετάληψη.  Ἀντί λοιπόν τοῦ «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (δεῖνα)» βάζει ὁ κ. Γ. στό στόμα τοῦ ἱερέως τά λόγια : «Μεταλαμβάνει ὁ ἠγαπημένος (ἡ ἠγαπημένη) τοῦ Θεοῦ (ὄνομα) σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ.  Ἀμήν». Καί πρός Θεοῦ!  Ὄχι «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν»!
.             Ὁ π. Βασίλειος Θερμός στή βιβλιοκρισία του, τήν ἀνόητη ἰδέα τοῦ «ηγαπημένου» τήν συγκαταλέγει «στά σημαντικά θετικά ἐπιτεύγματα» τοῦ κ. Γιανναρᾶ γιατί αὐτή ἡ… διόρθωση εἶναι, λέει, «ἀπόρροια μιᾶς θεολογικῆς μετακίνησης πού μετρᾶ πλέον δύο γενιές» (περ. Σύναξη τευχ. 126 σ. 104). Δέν θέλω νά ἀσχοληθῶ μέ ἀνασκευή αὐτῆς τῆς ἀνοησίας. Παραθέτω ἁπλῶς ἁγιογραφικά χωρία πού δείχνουν πῶς συνιστοῦν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τόν ἑαυτό τους ἀρχίζοντας τίς ἐπιστολές τους καί καυχώμενοι γιά τόν τίτλο  «δοῦλος»: «Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητός Ἀπόστολος» (Ρωμ. α´ 1) «Παῦλος καί Τιμόθεος, δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Φιλ. α´ 1). «Ἰάκωβος, Θεοῦ καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰακ. α´ 1). «Συμεών Πέτρος, δοῦλος καί ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´Πέτρ α´,1). «Ἰούδας Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος» (Ἰουδ. 1). «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός…ἀποστείλας διά τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ» (Ἀποκ. α´ 1).  Ἄν νιώθουμε ὅτι εἴμαστε κάτι …καλλίτερο ἤ ἀλλιώτικο ἀπό τούς ἀποστόλους ἴσως ἔχουμε κάποιο πρόβλημα!
.              Αὐτό τό…δημοκρατικό, ἐλεύθερο πνεῦμα πού διαπνέει τήν τερατουργία τοῦ κ. Γιανναρᾶ τόν παρασύρει καί σέ ἄλλο ἀτόπημα, ἐξ ἴσου ἄξιο κλαυσίγελου. Ὄχι «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν Χριστῷ». Πολύ δουλικό καί ἀναξιοπρεπές μᾶς πέφτει! Ὁ κ. Γιανναρᾶς τό «διορθώνει» ἔτσι: «Δεῦτε ἀνυμνήσωμεν καί ἀναμέλψωμεν Χριστῷ»!  Κάθε ἀναφορά σέ προσκύνηση πού ὑπάρχει στή Θ. Λειτουργία (Π.χ. «Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα τιμή καί προσκύνησις» (ἐκφώνηση) «…καί ὑπό πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος……καί τήν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν …προσάγειν» [Εὐχή τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου] παραλείπεται). Μά λησμονοῦμε ΠΟΙΟΝ προσκυνοῦμε;

Ὁ  Τρισάγιος  Ὕμνος.

.             Ὁ Τρισάγιος Ὕμνος, πού ψάλλεται ἤδη στήν Ἐκκλησία ἀδιάκοπα ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς της, στή «λειτουργία»τοῦ κ. Γιανναρᾶ ὑφίσταται σοβαρή κακοποίηση. Νά ἡ μοντέρνα ἐκδοχή του: « Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος φωτουργός, Ἅγιος ζωήδωρος(!), γενοῦ μεθ᾽ ἡμῶν».  Αὐτό τό «ζωήδωρος» δέν τό βρῆκα πουθενά σέ λεξικό.  Εἶναι… ποιητικό δημιούργημα τοῦ κ. Γιανναρᾶ!

Οἱ Ἄγγελοι.

.             Δέν θά βρεῖς στή «Λειτουργία» τοῦ κ. Γ. ὅσο κι ἄν ψάξεις, τήν παρουσία καί τή συμμετοχή τῶν ἀσωμάτων, ἀγγελικῶν δυνάμεων στήν τέλεση τῆς φρικτῆς ἱερουργίας οὔτε αἴτημα γιά βοήθεια καί προστασία τῶν πιστῶν ἀπό τούς ἁγίους Ἀγγέλους. Τήν αἴτηση «Ἄγγελον εἰρηνικόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν» ἀντικαθιστᾶ ἔτσι: «Στεῖλε τήν ἀγάπη σου φύλακα τοῦ καθενός μας, ἀσπίδα ἀποτροπῆς παντός κακοῦ…». Οἱ ἄγγελοι ἀπουσιάζουν καί κατά τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἰδιορρύθμων εὐχῶν πρό καί κατά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων.  Δέν θά τούς συναντήσουμε οὔτε στήν ἀπόλυση πού ἔφτιαξε ὁ κ. Γιανναρᾶς.

Ἡ «Ὕπαρξη»  καί τά παράγωγά της.

.             Στή «λειτουργία» τοῦ κ. Γιανναρᾶ πλεονάζει ἡ λέξη «ὕπαρξη» καί ποικίλα παραγωγά της: «Ὕπαρξη», «συνύπαρξη», «ἀνυπαρξία», «ἀνύπαρκτος», «ὑπαρκτός», «ὑπαρκτικός».
.            Αὐτά τά ὁποῖα γράφει στά βιβλία του, αὐτά πού λέει ὅταν μιλάει ὁ κ. Γιανναρᾶς τά ἔχει ἐντάξει σέ διάφορες «εὐχές», τίς ὁποῖες γιά νά καταλάβεις πρέπει νά μπεῖς στή στοχαστική λογική του.
.             Μποροῦν πολλά νά εἰπωθοῦν γιά τήν ἐκτροπή τῆς «λειτουργίας» αὐτῆς ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντικατάσταση τοῦ «Ἄξιον ἐστί», τοῦ Χερουβικοῦ ἀπό τό «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία» κι᾿ αὐτό διαφοροποιημένο κλπ.

Ἀσεβές, ἄκομψο καί εὐσεβιστικό ἐγχείρημα.

.             Γενικῶς τό περιεχόμενο τῆς «λειτουργίας» τοῦ κ. Γ. ἔχει σχέση μέ τόν παρωχημένο ὑπαρξισμό, τήν θεολογία τῶν Παρισίων καί τήν ἐπιλεκτική χρήση τῶν ἁγίων Πατέρων.  Ὅλη δέ ἡ ὁρολογία, ὁ τρόπος, τό πνεῦμα πού διακατέχει τή «λειτουργία» αὐτή, εἶναι ξένα πρός τό ἦθος, τό πνεῦμα, τό λεκτικό καί τό περιεχόμενο τῆς Θείας Λειτουργίας. Καί ὅμως ὅλο αὐτό τό παράδοξο ἄν μή τι ἄλλο συνονθύλευμα ὁ π. Β. Θερμός λέει ὅτι «συνιστᾶ  μνημειῶδες βῆμα ἱστορικῆς σημασίας»!  Φαίνεται ὅτι στίς μέρες μας οἱ λέξεις καί οἱ φράσεις ἔχουν χάσει τό νόημα τους. Ἡ Θεία Λειτουργία, αὐτό τό ἀριστούργημα ποιητικοῦ λόγου, μέ τίς καλοβαλμένες ψηφίδες τοῦ ἕλληνος λόγου, πού ρέει ἀπό τό στόμα τῶν λειτουργῶν τοῦ θυσιαστηρίου σάν ζωογόνο ποτάμι, («ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῶν ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος») τό ἀπαύγασμα τῆς Θεολογίας, μέ τήν ἐκπληκτική λιτότητα καί πυκνότητα τῶν νοημάτων, τήν ἀπαράμιλλη μουσικότητα, ἀπό «ἀρχικό μεγαλειῶδες δημιούργημα» κατά τόν π. Θερμό,  μεταβλήθηκε τελικά «σέ ἕνα σύνολο εὐλαβῶν πράξεων». Ἐνῷ ἡ ἄμετρη θεολογοῦσα φλυαρία τοῦ κ. Γιανναρᾶ, χωρίς ἴχνος ἐπαφῆς μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα καί τήν αἰσθητική, εἶναι ἕνα «βῆμα μνημειῶδες» πού κάνει τομή στήν ἱστορία!  Ἄς εἶναι!
.             Δέν μπορῶ νά μπῶ στήν καρδιά τοῦ κ. Γιανναρᾶ καί νά κρίνω τή διάθεσή του νά προσφέρει τό καλλίτερο πού ἔχει στό σύγχρονο ἄνθρωπο. Ὅμως, θἐλοντας νά ἐξυγιάνει «τό ἐκκλησιαστικό μας φρόνημα», ὅπως γράφει ὁ π. Β. Θερμός, σίγουρα διάλεξε τόν πιό ἄστοχο τρόπο. Προσπάθησε νά μπεῖ στά ἄδυτα τῶν ἀδύτων, στόν λεπτό καί μυστικό χῶρο τῆς Θείας ἱερουργίας, ὅπου «ἐπιθυμοῦσι ἄγγελοι παρακῦψαι», ἐκεῖ πού οἱ ἅγιοι Πατέρες παρέδωσαν μόνο σέ μᾶς τούς ἱερεῖς ἔστω καί ἀναξίους, νά εἰσερχόμεθα καί  νά ἀναπέμπουμε  ὑπέρ ἡμῶν καί τοῦ λαοῦ, μετά φόβου καί τρόμου, εὐχές καί δεήσεις, τίς ὁποῖες οἱ ἴδιοι, πεπυρωμένοι ἀπό τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ, συνέταξαν.
.             Παρακολουθώντας τήν ἀγωνία τοῦ π. Βασιλείου καί τοῦ κ. Γιανναρᾶ  γιά κατανόηση καί συμμετοχή,  θεωρῶ ὅτι εἶναι συνδεδεμένη μέ εὐσεβιστικές παραμέτρους.  Δέν ἐπιθυμῶ νά λυπήσω κανέναν, ἀλλά ὅλο αὐτό πού διάβασα μαζί μέ τήν κριτική του, μοῦ θυμίζουν τά παιδικά καί ἐφηβικά μου χρόνια: Τή «συμμετοχή» μας σάν παιδιῶν στή χριστιανική ζωή μέ τό «Κτίστες μπρός», τήν ἀφελῆ αὐτοσχέδια προσευχή, τήν «ὥρα εἰλικρινείας», τή συμψαλμωδία μέ τά μοτίβα τῆς χαζομουσικῆς τοῦ Σακελλαρίδη, καί τό σήκω-κάτσε μέσα στή Λειτουργία σύμφωνα μέ τό σύνθημα ἑνός ὑπευθύνου.  Τοὐλάχιστον ὅμως, καί αὐτό εἶναι σημαντικό, κανείς τότε δέν τολμοῦσε νά πειράξει τήν Θ. Λειτουργία.  Ἀλλά φαίνεται ὁ εὐσεβισμός μεταλλάχθηκε κρατώντας τή μανία γιά τό κάτι ἄλλο ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πού ἐθεωρεῖτο καί θεωρεῖται ξεπερασμένη καί ἀλλοιωμένη.  Καί αὐτή ἡ μετάλλαξη τοῦ εὐσεβισμοῦ σέ «ἀνανέωση» εἶναι ἐπικίνδυνη γιατί ἔχει πολύ θράσος καί ἐπιθυμεῖ νά «βάλει χέρι» στήν ἐντελέχεια, στόν πυρῆνα τῆς Ὀρθοδοξίας, τή Θεία Λατρεία.   «Ἡ νύξ προέκοψε»….

Νά φυλάξουμε ἀκαινοτόμητη τήν Ὀρθόδοξη λατρεία.

.             Ἐκεῖνο νομίζω πού προέχει αὐτό τόν καιρό τῆς συγχύσεως πού προκαλεῖ ἡ μεταμοντέρνα Ν. Ἐποχή τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τῆς ἄκρατης σαρκολατρείας καί τοῦ ἀθέου Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ ἀταλάντευτη ἐμμονή στήν Πίστη, στήν ἐν Χριστῷ ζωή καί τήν ὀρθόδοξη λατρεία, σ᾽ αὐτά δηλαδή πού συνέχουν καί συγκροτοῦν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾶ στή λατρεία, φρονῶ ὅτι κληρικοί καί λαϊκοί α) δέν πρέπει νά μπαίνουν στή λογική νά «συζητοῦν» τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως βιώνεται διαχρονικά ἀπό τούς Ἁγίους ὣς τίς μέρες μας. β) δέν πρέπει νά συμμετέχουν σέ λειτουργικούς πειραματισμούς τῶν ἀνανεωτῶν, ἀπό περιέργεια, μοιάζοντας μέ τούς ἀρχαίους Ἀθηναίους οἱ ὁποῖοι «εἰς οὐδέν ἕτερον εὐκαίρουν ἤ λέγειν τι καί ἀκούειν καινότερον»(Πράξ. ιζ´, 21) Οἱ Ἀθηναῖοι μέ τίποτε ἄλλο δέν ἀσχολοῦνταν, λέει ὁ Ἀπόστολος, παρά μέ τό νά λένε καί νά ἀκοῦν ὁτιδήποτε καινούργιο. Ἕνα παράδειγμα ἐπιχειρούμενης στρεβλώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας εἶναι ἡ τέλεση, τώρα τελευταῖα, Ἑσπερινοῦ, Ὄρθρου καί Θ. Λειτουργίας ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας. 5-7μ.μ., 6-8μ.μ., 7-9μ.μ. 8-10μ.μ. Μέ τήν ἀποδοχή αὐτῆς τῆς καινοτομίας τήν ὁποία ἀνέχονται ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, καταστρέφουμε τόν ἡμερήσιο λατρευτικό κύκλο, δέν ξεχωρίζουμε τόν ὀρθό -ἔστω καί κατά προσέγγιση- χρόνο τελέσεως τῶν Ἀκολουθιῶν. Ὅλα γίνονται …ἀχταρμᾶς!
.             Ἡ μανία καί ἡ δίψα τοῦ ἀλλιώτικου καί τοῦ καινούργιου γιά ἕναν  χριστιανό σημαίνει, δείχνει, πώς δέν ἔχει καταλάβει ὅτι τό μόνο καινούργιο, τό μόνο πού ξεδιψᾶ καί ξανακαινουργώνει τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ὄχι μέ αὐτοσχέδιο ἐγωϊστικό τρόπο, ἀλλά μέσα στά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως, δηλ. μέσῳ τοῦ ἐμπειρικοῦ τρόπου πού μᾶς δίδαξαν οἱ θεοφόροι Πατέρες.

Ἐπικίνδυνο  μονοπάτι.

.             Οἱ ἀνανεωτές ἄνοιξαν ἕνα ἐπικίνδυνο, στρεβλό μονοπάτι καί τό βαδίζουν ἀκατάβλητοι, βέβαιοι ὅτι ἐνεργοῦν σωστά. Ἄς προσέξουν, γιατί ἡ σύγχυση πού δημιουργοῦν μπορεῖ νά καταστρέψει τήν ὀρθόδοξη λατρευτική συνείδηση τῶν πιστῶν.  Καί ἄν τό ἀγνοοῦν ἄς τό καταλάβουν ὅτι ὁ στόχος τῶν κέντρων πού κατευθύνουν τή λεγόμενη «λειτουργική ἀνανέωση»  δέν εἶναι ἡ συνειδητή συμμετοχή τῶν πιστῶν στή λατρεία τοῦ Θεοῦ μέ τή βοήθεια μοναδικῶν ἐγκεκριμένων μεταφράσεων.  Εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς πλήρους λειτουργικῆς ἀναρχίας, ὅπου κάθε κληρικός μέ τούς ἀκολούθους του θά ἐνεργεῖ αὐθαιρέτως καί κατά βούλησιν. Θά συγγράφει ὁ καθένας καί θά τελεῖ κάποια λειτουργία ὅπως τοῦ ἀρέσει. Τό ἴδιο θά κάνει καί μέ τήν τέλεση τῶν λοιπῶν Μυστηρίων καί τῶν ποικίλων λατρευτικῶν πράξεων.  Βαθύτερος σκοπός τῆς «ἀνανεώσεως» εἶναι ἡ ἐπιβολή μιᾶς Βαβέλ, πού θά πλουτισθεῖ μέ τά πιό μοντέρνα καί μεταμοντέρνα μοντέλα προσευχῆς, ὥστε ἄλλες ἰδέες π.χ. τῆς οἰκολογίας, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ… νά ἐπιβληθοῦν στίς συνειδήσεις τῶν Χριστιανῶν, ἀλλοιώνοντας τό σκοπό τῆς Θείας Λατρείας καί κατ΄ἐπέκταση τῆς Πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
.             Ἄς προσέξουμε λοιπόν γιατί ὁ πόλεμος κατά τῆς Ὀρθοδόξου Λατρεία καλά κρατεῖ.  Καί ὅσο κρατεῖ, μά κι ὅταν παύσει ὁ πόλεμος, ἄς κρατοῦμε καλά κι᾿ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί  ἀνόθευτη ἀπό «βέβηλες κενοφωνίες» σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της τή λειτουργική μας Παράδοση, τρεφόμενοι καθημερινῶς ἀπό τούς ζωογόνους κεχαριτωμένους καρπούς της.

Καί κάτι τελευταῖο. Ἡ ἀπόφασις κατά τῶν μεταφράσεων τῆς λατρείας πού ἐξέδωσε ἡ Ἱ. Σύνοδος καί ἡ στάση τοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως καί Πρεβέζης κ. Χρυσοστόμου ἔδωσαν τέλος στίς θεατρικές παραστάσεις τῶν «ἀνανεωτῶν».  Ποτέ πάλι στήν ἁγία μας Ἐκκλησία τέτοιο θέατρο ἀσεβῶν σκιῶν τῆς ἀληθινῆς λατρείας!  Καί ὅπου τυχόν παρατηροῦν ἀλλοίωση τῆς λειτουργικῆς μας παραδόσεως οἱ πιστοί ὀφείλουν νά διαμαρτύρονται. Καί νά ἀπομακρύνονται ἀπό κάθε κληρικό ἤ λαϊκό πού στρεβλώνει ἔργω ἤ λόγῳ τήν τέλεση τῆς ὀρθοδόξου λατρείας.

«Οὐκ ἐκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος καί μετά παρανομούντων οὐ μή εἰσέλθω∙ ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων» (Ψαλμ. κε´, 4-5).

[1] “Ἀπό γάρ τῶν προλαβόντων ἁγίων οἱ κατά γενεάν καί γενεάν διά τῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐργασίας ἐρχόμενοι ἅγιοι, τούτοις κολλώμενοι, ὁμοίως ἐκείνοις ἐλλάμπονται, τήν τοῦ Θεοῦ χάριν λαμβάνοντες κατά μέθεξιν, καί ὥσπερ τις γίνονται χρυσῆ ἅλυσις, καθείς τούτων ὄντες γονάτιον ἕν ἑκάτερος τῷ προλαβόντι τῇ πίστει καί τοῖς ἔργοις καί τῇ ἀγάπῃ συνδούμενος, ὡς εἶναι μίαν αὐτούς καί γίνεσθαι σειράν ἐν ἑνί τῷ Θεῷ μή δυναμένη ταχέως διαρραγῆναι»(ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Κεφάλαια θεολογικά καί πρακτικά 4, Φιλοκαλία 19Α Συμεών Ν. Θεολόγος σ. 476)

[2] Kατά πόσον ἡ λεγομένη Θ. Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου ἀντιπροσωπεύει «ἀρχαϊκό λατρευτικό τύπο» ἤ ἀποτελεῖ ἐπιδεικτική καινοτομία τό ἐξετάζει ὁ π. Βασίλειος Σπηλιόπουλος στό ἄρθρο του «Ἡ λεγομένη Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, Δούρειος ἵππος τῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως»(www.orthtros.org).

[3] ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 22, Πατερικές Ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», σ. 32.

ΠΗΓΗ: orthros.eu

, , , ,

Σχολιάστε

“ΑΡΧΑΙΟΠΡΕΠΗΣ” Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΑΚΩΒΟΥ: «ΕΧΟΥΜΕ…“ΘΕΜΑ”»!

.             Στὴν Ἑλλάδα λίγες, πολὺ λίγες ἐλπίδες, ἔχουμε γιὰ οὐσιαστικὴ συνεννόηση. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πολύπαθα πολιτικὰ καὶ ἐθνικά, ἐξ ἴσου, ἂν ὄχι καὶ περισσότερο, στὰ θεολογικά -καὶ μετ᾽ ἐμφάσεως- στὰ λειτουργικὰ θέματα.
.           Τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ κάθε τέτοια ἐποχὴ (Ὀκτώβριο, γύρω στὶς 23…!) “ἀναδύονται” μὲ ἰδιαίτερα θεατρικὸ καὶ διαφημιστικὸ τρόπο οἱ ἀρχαιοπρεπεῖς λειτουργικὲς νοσταλγίες μας, ἐξ ἀφορμῆς τῆς “ἀρχαιοπρεποῦς” Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.

1.    Ἡ ἀρχαιοπρεπὴς αὐτὴ Θ. Λειτουργία συμφώνως πρὸς τὴν τελευταία λέξη τῆς Λειτουργιολογίας εἶναι ἕνα «βυζαντινὸ λειτουργικὸ οἰκοδόμημα» τοῦ ΕΝΑΤΟΥ αἰῶνος μ.Χ. μὲ σκόρπια ἀρχαιότερα ὑλικὰ οἰκοδομῶν.
Αὐτὸ σημαίνει ΠΡΩΤΟΝ ὅτι  εἶναι μεταγενέστερη τῆς φερομένης ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Θ. Λειτουργίας καὶ τῆς παλαιοτέρας τοῦ Μ. Βασιλείου (οἱ ὁποῖες ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ “ἀρχαιοπρεπεῖς”!!!).
Τελικῶς εἴμαστε σίγουροι γι᾽αὐτὰ ποὺ νοσταλγικὰ ὑποστηρίζουμε ἢ τὰ ὑποστηρίζουμε ἀπὸ νεφελώδη “ἀρχαιοπληξία”;

Καὶ ΔΕΥΤΕΡΟΝ σημαίνει ὅτι εἶναι βυζαντινῆς «ἀρχιτεκτονικῆς».
Τελικῶς ὅμως, τὸ Βυζάντιο τὸ θέλουμε ἢ ὄχι; 

2. Ἂν οἱ προτιμήσεις μας στρέφονται στὰ “ἀρχαιοπρεπῆ”, τότε ἐκφράζουμε τὴν νοσταλγία μας γιὰ τὴν χαμένη ἀρχαία Παράδοση καὶ συνεπῶς ἐξυπονοοῦμε ὅτι ἡ Παράδοση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας κατασπαράχθηκε ἀπὸ τὴν Ἴδια τὴν Ἐκκλησία!, μᾶλλον ἡ Ἴδια ἡ Ἐκκλησία ἔφαγε τὶς σάρκες Της, καταλύοντας τὰ “ἀρχαιοπρεπῆ” καὶ εἰσάγοντας καὶ ἀφομοιώνοντας τοὺς νεωτερισμοὺς καὶ τὶς καινοτομίες!
Τελικῶς μὲ ποιές εἴμαστε: Μὲ τὶς καινοτομίες ἢ μὲ τὶς “ἀρχαιοπρέπειες”;

 Τελικῶς ὅλο αὐτὸ φανερώνει πὼς μᾶλλον ἔχουμε …«θέμα»! Σοβαρό δέ.

,

Σχολιάστε