Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θ. Λειτουργία

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

 

Μέρος Α´: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

Διαφημίσεις

, ,

Σχολιάστε

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ
«Θεία Λατρεία – Προσδοκία καὶ ὅρασις Θεοῦ»,
Κατηχήσεις καὶ Λόγοι-4,
ἐκδ. «Ὀρμύλια», 2003, σελ. 180 ἑπ.
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ἐν τῇ Λειτουργίᾳ εἷς ἕκαστος μετέχει προσωπικῶς εἰς τὸ ἔργον τῆς θείας οἰκονομίας, διότι οἰκειοποιεῖται τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου. […] Εἰς τὸ μυστήριον τῆς θεοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς κτίσεως συμβάλλει τὸ κάθε πρόσωπο. Ὁ καθείς μας διακονεῖ. Ὁ ἄνθρωπος παρέχει ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ δῶρα εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ ἑαυτοῦ δῶρον, τὸν ἄρτον τὸν οὐράνιον, τὸν ἑαυτοῦ Υἱόν, εἰς βρῶσιν καὶ πόσιν μεθ᾽ ὅλων τῶν θεϊκῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γινόμεθα ἅγιοι, λαμβάνομεν χαράν, εἰρήνην, ἀγάπην, πραότητα, Πνεῦμα Ἅγιον. Δὲν γινόμεθα ἡμεῖς ἅγιοι διὰ τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ μᾶς ἁγιάζει ὁ Θεὸς δι᾽ αὐτῆς τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἀνταποδόσεων ἀγάπης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
.                 Ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνώσεως, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι σήμερα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴν ὁ ἄνθρωπος βιοῖ δύο καταστάσεις ἀντιθέτους πρὸς τὴν Λειτουργίαν: τὸν περισπασμὸν καὶ τὴν διαίρεσιν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καρφώση κάπου τὸν νοῦ του· φεύγει ἀδιαλείπτως. Περισπᾶται ἡ ἀνθρωπίνη ὕπαρξις. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαίρεσις εἶναι ἐμφανὴς εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Τὸ πρῶτον, ὁ περισπασμός, κατακερματίζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν κατατσακίζει. Τὸ δεύτερον, ἡ διαίρεσις, τὸν διαλύει, τὸν ἀποσυνθέτει. Δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικώτερον ὅπλον καὶ φάρμακον κατὰ τῆς διπλῆς αὐτῆς μάστιγος ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία ἑνοποιεῖ ὄχι μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς μετὰ τοῦ Θεοῦ, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων καὶ μεθ’ ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Γνωρίζομε δὲ ὅτι ὁ κόσμος τώρα δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν φωτεινὴν μορφὴν ἑνὸς ἀνθρώπους, σοφοῦ ἡγέτου ἢ προφήτου ἢ πνευματικοῦ ταγοῦ καὶ τροφοῦ, ἀλλὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ μίαν ἀντίληψιν συνδικαλισμῶν· καὶ ἡ λέξις συνδικαλισμὸς μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες, ὄχι μόνον μὲ ἐκείνην τῆς πολιτικῆς, σημαίνει συνωστισμός, συνωθισμός, συμπαρασυρμὸς καὶ ἐξικνεῖται μέχρι τῆς νηπιακῆς ἡλικίας. Λείπει ἡ ἑνοῦσα μορφὴ καὶ κυριαρχεῖ ἡ συνένωσις, ὁ συμπαρασυρμός, ὁπότε οἱ ἄνθρωποι γίνονται κύματα ἀγόμενα καὶ φερόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν νὰ δράσουν, ἀλλὰ μποροῦν μόνον νὰ ἀναστατώνουν. Ὁ κόσμος ἀκόμη ὑφίσταται δεσποτείαν ρευμάτων καὶ συστημάτων οἰκονομικῶν, φιλοσοφικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτικῶν, βιοθεωρητικῶν, ἕνα σύνολον συστημάτων ἰδεολογικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἑνώνουν τὸν ἄνθρωπον μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ τὸν ἀπομονώνουν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, διότι τὸν κάνουν νὰ νοιώθη ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθής. Λείπει ἀπὸ μίαν τοιαύτην κατάστασιν ὁ Θεὸς καὶ ἡ θεολογία.
.                 Αὐτὰ τὰ δύο στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ὁ περισπασμὸς καὶ ἡ διαίρεσις, ἔχουν βαθείας συνεπείας εἰς τὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν ζωὴν τῶν προσώπων καὶ δι’ αὐτὸ ἡ λειτουργία εἶναι κάτι ἄλλο. Εἰσέρχεται εἰς τὴν διαλελυμένην κοινωνίαν, τὴν προσλαμβάνει, τὴν συνάπτει μὲ τὸν λειτουργικὸν χῶρον καὶ τὴν καθιστᾶ τόπον, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Πῶς ἀλλοιῶς νὰ φαντασθῆ ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεόν; Ποῦ νὰ τὸ θυμηθῆ; Πῶς νὰ τὸ καταλάβη; Ποιός νὰ τοῦ τὸ πῆ; Ὅλοι τρέχουν, ὠθοῦνται, βιάζονται. Ἡ προσωπικὴ κοινωνία, ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸν ποὺ χαρίζει τὴν εἰρήνην, τὴν χαράν, τὰ χαρακτηριστικὰ γενικῶς τῆς θεότητος, χωρὶς νὰ ἀπόλλυται ἡ προσωπικότης τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κάτι ποὺ διατηρεῖται καὶ παρέχεται μόνον εἰς τὴν λειτουργίαν.
.                 Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεόν. Ἀλλοιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα· δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῷ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρωπίνη προσωπικότης. Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕνα χριστιανισμὸν εἰς τὰ μέτρα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ζῆ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμον καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν· παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ζῆ τὸν κόσμον. Ἔχει κοινὴν ζωὴν καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωήν· ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴ καὶ ζῆ κοινὴν ζωήν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος!
.                 Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθησις τοῦ χρόνου καὶ αἱ μέριμναι ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸν τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας. Ποιός πηγαίνει στὸν ἑσπερινό, στὸν ὄρθρο; Πόσοι κάνουν ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τὰς ἀκολουθίας μας; Ποιοὶ ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παρα-χωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετὸν μόνον ἡ θεία λειτουργία –μάλιστα οὐχὶ καὶ ὁλοκλήρου τῆς λειτουργίας ἡ ἀκρόασις– ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖον ἱερὸν θέαμα καὶ ἀκρόαμα. Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσίαν των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν θείαν κοινωνίαν νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνον παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ λειτουργία, ὅπως εἴπαμε, δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει εἰς θεῖα βιώματα. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θείαν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπικήν μας μέθεξιν καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας», διὰ νὰ γίνωμεν ἡμεῖς ἅγιοι.
.                 Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἅγιον Μαρδάριον, ἕνα ἀπὸ τοὺς πέντε Μάρτυρας, […] Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ του εἶδε τὸν μάρτυρα Εὐστράτιον, ποὺ ἐπήγαινε νὰ μαρτυρήση. Ἐσκίρτησε ἡ καρδιά του καὶ σκέφθηκε ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ἁγιότης. Ἔτσι, δὲν ἠθέλησε νὰ στεφανωθῆ μόνον ὁ Εὐστράτιος. Ἀγκαλιάζει τὴν γυναῖκα του, τὴν ἀσπάζεται, παίρνει τὴν εὐχή της, τὴν ὁποίαν ἐκείνη τοῦ δίδει ἀμέσως, χαιρετᾶ καὶ εὐλογεῖ τὰ δύο παιδιά του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν μάρτυρα Εὐστράτιο νὰ πάρη στέφανον νίκης καὶ οὐρανίου ἐπιτυχίας. Δὲν τὸν νοιώθομε αὐτό, δὲν πηγαίνομε γιὰ νὰ διακονήσωμε, νὰ λειτουργήσωμε τὴν ἁγιότητά μας, ἀλλὰ πηγαίνομε νὰ παραστῶμεν, νὰ ἀκούσωμεν, νὰ κοινωνήσωμεν· αὐτὸ ὅμως εἶναι κάτι ἄλλο.
.                 Ἡ λειτουργία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία τέλεσις τῆς θείας εὐχαριστίας.
Εἶναι ἡ παρεδρία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἡμῶν, διότι ἕκαστος παρὼν μὲν συντρέχει, ἀπουσιάζων δὲ δημιουργεῖ ἔλλειψιν. Λειτουργία εἶναι ἡ ὅλη λατρεία καὶ ἀποκορύφωμα βεβαίως ἡ εὐχαριστία· εἶναι ἡ ζωὴ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν ἄνθρωπον. Λειτουργία εἶναι ἡ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν. Ἔτσι ἑρμηνεύομε τὴν λειτουργίαν εἰς τὰς διαφόρους διαστάσεις τὰς ὁποίας παίρνει καὶ εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεόν.
.                 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι λειτουργία καὶ ἡ λειτουργία εἶναι ἅπασα ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ζωὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι μιὰ πνευματικὴ λατρεία· ὄχι μόνον μία τύπωσις τῆς λατρείας τοῦ οὐρανοῦ ἢ τῆς μελλοντικῆς λατρείας, ἀλλὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή μας, αὐτὸς ὁ Χριστός μας. Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἐνεργῶ σημαίνει ὅτι ὁλόκληρος εἶναι ἐστραμμένος σὲ κάτι, ἀσχολοῦμαι μὲ αὐτό, τὸ φτιάχνω, τὸ ὁλοκληρώνω, βάζω σὲ αὐτὸ τὴν ὕπαρξί μου καὶ τὸ ἑνώνω ὀντολογικὰ μὲ ἐμένα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σκυμμένη καὶ ἐστραμμένη εἰς τὸν Χριστόν, δουλεύει ἐν αὐτῷ καὶ δουλεύεται ὑπ’ αὐτοῦ, τὸν παριστᾶ, τὸν δημιουργεῖ κατὰ κάποιον τρόπον μέσα της, τὸν ἐμποιεῖ ἐν αὐτῇ.
.                 Ἑπομένως, λειτουργῶ σημαίνει ὅτι ἐγὼ ζῶ τὸν Χριστόν. Τὸ Πνεῦμα ἐπιτελεῖ τὴν ἐν Χριστῷ μεταβολήν μου, διότι δὲν κατέρχεται διὰ τὰ δῶρα ἀλλὰ δι’ ἐμέ. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐγὼ ἐνεργῶ τὸν Χριστόν. Ὅπως μεταβάλλονται ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, ἔτσι μεταβάλλομαι καὶ ἐγώ. Ὁ ἱερεὺς εἰς πᾶν μυστήριον μεταβάλλει. Ἐδῶ ὅμως ἱερεὺς εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατὴρ καὶ πᾶς τις ὅστις παρευρίσκεται εἰς τὴν λειτουργίαν· εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

, , ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΝΩΣΗ ΚΤΙΣΤΟΥ καὶ ΑΚΤΙΣΤΟΥ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ

.                 Ὅλα ὅσα τελοῦνται στὴ Θεία Λειτουργία, φανερώνουν τὸ Μυστήριον τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ, παρελθόντος καὶ μέλλοντος, ἱστορίας καὶ ἐσχάτων. Ἐκκλησία, λοιπόν, εἶναι ἕνα πλέγμα συμβόλων, τύπων καὶ εἰκόνων. Ὅλα στὴν Ἐκκλησία δηλώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο-ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν μετοχὴ τῆς κτίσεως στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα διὰ τῆς υἱοθεσίας μας, δηλαδή, τῆς ταυτίσεώς μας κατὰ χάριν, μὲ τὸν κατὰ φύσιν μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Ὅλοι οἱ τύποι, καὶ τὰ σύμβολα, καὶ οἱ εἰκόνες στὴν Ἐκκλησία ἐκφράζουν καὶ πραγματώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἑνώσεως τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν τρόπο τῶν συμβόλων καὶ τῶν εἰκόνων.

,

Σχολιάστε

Η «ΜΟΔΑ» ΤΩΝ “ΒΡΑΔΥΝΩΝ” ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ ΑΘΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΕΣ καὶ ΣΕΒΑΣΜΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Ὁ Χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας

ἀπὸ τὴν Μελέτη τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη
Τελετουργικὴ προσέγγιση τῆς Θείας Λειτουργίας
Στὸ βιβλίο «Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας», σελ. 161-162
[Πρακτικὰ Γ´ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱ. Μητροπόλεων,
14-17 Ὀκτωβρίου 2001]

ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος,
Ἀθῆναι 2004

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.           Ὅταν ἡ θεία Λειτουργία, ἀρκετὰ ἐνωρὶς γιὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, ἀποδεσµεύθηκε ἀπὸ τὶς ἑσπερινὲς «ἀγάπες», δηλαδὴ τὸ δεῖπνο, συνεδέθη µὲ τὴν ἄλλη παραδοσιακὴ ὥρα λήψεως τροφῆς, τὸ γεῦµα, καὶ ἐτελεῖτο γιὰ λόγους εὐλαβείας πρὸ τοῦ γεύµατος, δηλαδὴ πρὸ τῆς µεσηµβρίας, ἀκριβέστερα µεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡµέρας (9 π.µ. µὲ 12η µεσηµβρινὴ κατὰ τὸ σύγχρονο ὡρολόγιο). Ἡ θεολογικὴ ἑρµηνεία ἦλθε νὰ δικαιολογήσει τὴν ἐπιλογὴ τῆς ὥρας µὲ δογµατικὰ ἐπιχειρήµατα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁριοθετήθηκε ἡ τέλεσή της ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύµατος κατὰ τὴν τρίτη ὥρα ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τὴν σταύρωση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ἕκτη ὥρα ἀφ᾽ ἑτέρου. Πρὸ καὶ µετὰ τὰ δύο αὐτὰ ὁριακὰ χρονικὰ σηµεῖα ἐθεωρεῖτο µὴ ἐπιτρεπτὴ ἡ τέλεσή της, σφοδρῶς δὲ κατεκρίνοντο ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ Λατίνοι, γιατί συνήθιζαν νὰ λειτουργοῦν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας τὸ πρωί. Αὐτὰ ἴσχυαν γιὰ τὶς ἡµέρες τῶν ἑορτῶν. Κατ᾽ ἐξαίρεση κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν, καὶ µόνο κατ᾽ αὐτές, ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες κατὰ ἢ µετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ λυχνικοῦ, µετὰ ἀπὸ πλήρη νηστεία, τελεία δηλαδὴ ἀποχὴ ἀπὸ βρώση καὶ πόση καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡµέρας (παραµονὲς Χριστουγένννων καὶ Θεοφανείων, Μέγα Σάββατο καὶ καθηµερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς). Οἱ γεωργικὲς καὶ ποιµενικὲς συνθῆκες ἔφεραν τὴν Θεία Λειτουργία στὶς πρῶτες πρωϊνὲς ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ ἑορτῶν καὶ ἀκολούθησαν οἱ ἡµέρες τῶν νηστειῶν µὲ τὴν Προηγιασµένη. Ἡ κατὰ τοὺς νεωτάτους χρόνους ἀναζήτηση ποιµαντικῶν λύσεων, τελέσεως δηλαδὴ τῆς θείας Λειτουργίας γιὰ προφανεστάτη ἀνάγκη ἐξυπηρετήσεως τῶν νέων καὶ τῶν ἐργαζοµένων πιστῶν κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες µὲ τὶς λεγόµενες νυκτερινς Λειτουργίες πρ το µεσονυκτίου, ὁδήγησαν σὲ κατάλυση τς παραδόσεως κα τελεία λλοίωση τν περ εχαριστιακς νηστείας ρχαιοτάτων κα σεβασµίων διατάξεων. Κατ᾽ αὐτὲς ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ ἡ αὐτονοήτως πρὸς αὐτὴν συνδεδεµένη κοινωνία τῶν ἀχράντων µυστηρίων, προϋπόθεση ἔχει τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου τῆς προηγουµένης ἡµέρας, πρᾶγµα δυνατὸ µόνον κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν. Κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἑορτὲς εἶναι ἀδιανόητη ἡ τήρηση νηστείας, ποὺ εἶναι, πολὺ ὀρθῶς, σηµεῖο πένθους καὶ κατανύξεως. Οἱ νυκτερινὲς αὐτὲς Λειτουργίες εἶναι ὄντως µιὰ θαυµασία λύση γιὰ τοὺς ἐργαζοµένους πιστούς, γιὰ τὶς ἡµέρες µάλιστα τῶν ἑορτῶν ποὺ δὲν εἶναι ἡµέρες ἀργίας, ἀρκεῖ νὰ λαµβάνεται εἰδικὴ πρόνοια νὰ τελοῦνται κατὰ τὶς πρῶτες µετὰ τὸ µεσονύκτιο ὧρες, δηλαδὴ ἐντός τῆς νέας ἡµέρας. Τότε καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συστέλλεται καὶ οἱ χριστιανοὶ δὲν στεροῦνται τῆς δυνατότητος ἐκκλησιασµοῦ καὶ θείας κοινωνίας σὲ µεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεοµητορικὲς ἑορτὲς ποὺ θεωροῦνται ἐργάσιµες (Ὕψωση Τιµίου Σταυροῦ, Εἰσoδίων, Ὑπαπαντῆς, Μεταµορφώσεως κλπ.) καὶ σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἑορτὲς τῶν ἑορταζοµένων µεγάλων ἁγίων.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Δὲν πάει νὰ λέει ἡ Παράδοση ὅ,τι θέλει! Ἐμεῖς θὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ «ἀρέσει» καὶ ἔχει «πέραση»!

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΑ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/66, Μάρτ.- Ἀπρ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν

.           Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο; Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[3]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[3]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]
Μέρος Β´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

.               Πρῶτον, νὰ ὁρισθεῖ ἕνα χρονικὸ ὅριο εὐχαριστιακῆς νηστείας βάσει ἰατρικο-φυσιολογικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ προκαθορίζουν τὸν χρόνο λήψεως τροφῆς πρὸ τῆς θείας λειτουργίας-κοινωνίας, οὕτως ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι «νήστεις», δηλαδὴ μὲ κενὸ τὸν στόμαχο κατ’ αὐτήν. Δεύτερον, νὰ ἰσχύει ὁ παραδοσιακὸς κανὼν τῆς ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου ἀφαγίας γιὰ τοὺς προαιρουμένους νὰ κοινωνήσουν, ὅσο βαρὺς καὶ ἂν φαίνεται ὁ ὅρος αὐτός. Καὶ οἱ δύο λύσεις εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτες. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ἔχει ἐπιχειρηθεῖ κάτι ἀνάλογο στὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ξεκίνησε μὲν ἀπὸ ἀγαθὸ σκοπό, τὴν διευκόλυνση δηλαδὴ κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ τὴν τέλεση ἑσπερινῶν λειτουργιῶν καὶ τὴν προσέλευση στὴν κοινωνία, κατέληξε δὲ στὴν κατάλυση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Τὸ νὰ ὁρισθοῦν βάσει τῶν ἰατρικῶν δεδομένων εἴδη τροφῶν καὶ ποτῶν, εἰδικὲς περιπτώσεις γιὰ παιδιά, γέροντες ἢ ἀσθενεῖς καὶ ὁδοιπόρους καὶ ὁ ἀνάλογος χρόνος γιὰ τὴν λειτουργία τῆς πέψεως, εἶναι πράγματα σχολαστικὰ καὶ ἀλλότρια πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Εἶναι, νομίζω, ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγήσουν σὲ φθορὰ τῆς τάξεως καὶ σὲ ἀνεπιθύμητες καὶ ἀντιπαραδοσιακὲς ἐκτροπές.
.               Καὶ δεύτερον, ἴσως καὶ κυριότερο. Ἡ ἐπέκταση τῆς νηστείας σὲ μὴ νήστιμες ἡμέρες κωλύεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράδοση καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται κατὰ τὰ ἀπογεύματα ἢ κατὰ τὶς πρὸ τοῦ μεσονυκτίου ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν καὶ τηρεῖται κατ’ αὐτὲς ἀπόλυτος εὐχαριστιακὴ νηστεία, οἱ χαρμόσυνες ἡμέρες μεταβάλλονται σὲ ἡμέρες πένθους καὶ κατανύξεως, ὄχι παρουσίας τοῦ νυμφίου, ἀλλὰ ἀναμονῆς καὶ προετοιμασίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐπιτάχυνση τῆς ὥρας τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ κοινωνίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν, ἡ ἐπιβράδυνση κατὰ τὶς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες καὶ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπέκταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζουν καὶ ὄχι τὴν φυσιολογικὴ λειτουργία τοῦ πεπτικοῦ μας συστήματος. Αὐτὴ εἶναι, τρόπον τινά, αὐτονόητος. «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην (τὴν κοιλίαν) καὶ ταῦτα (τὰ βρώματα) καταργήσει» (Α´ Κορ. ϛ´ 13).

.               Ὁ γράφων δὲν εἶναι οὔτε σὲ θέση οὔτε καὶ ἁρμόδιος νὰ σταθμίσει ἂν οἱ ποιμαντικοὶ λόγοι, ποὺ προβάλλονται γιὰ τὴν δικαίωση τῶν ἑσπερινῶν λειτουργιῶν, εἶναι τόσο ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀνάγκες γιὰ τὴν τέλεσή τους ἀναπόδραστες. Ἴσως καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν τὶς ὑποτιμᾶ, νομίζοντας ὅτι στὴν γνωστὴ σ’ ἐμᾶς περιοχὴ δὲν δικαιώνονται. Ἴσως σὲ ἄλλα μέρη ὅπου οἱ συνθῆκες ζωῆς εἶναι διαφορετικές, ἡ δὲ συμβίωση μὲ ἀλλοθρήσκους ἢ ἀλλοδόξους λαοὺς ἐπιβάλλει τὴν ἐξεύρεση παρομοίων λύσεων, τὸ ζήτημα παίρνει ἄλλες διαστάσεις καὶ χρήζει ἄλλης ἀντιμετωπίσεως. Πάντως οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοβαρὸ θέμα, ποὺ ἡ ἀντιμετώπισή του εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει ἐγκαίρως καὶ σοβαρῶς ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα, μετὰ ἀπὸ ἐπισταμένη μελέτη τῆς παραδόσεως καὶ τῶν εἰδικῶν ποιμαντικῶν συνθηκῶν καὶ ἀπαιτήσεων κάθε περιοχῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ μόνο νὰ ἐπιμείνω ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος. Ταπεινὰ δὲ κλείνοντας νὰ σημειώσω, κατὰ τὴν προσωπική μου πάντα κρίση, ὅτι οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες δὲν εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ κατάλυση ἤ, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερο, ἡ ἀλλαγὴ μιᾶς ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ὑφισταμένης πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ ἑσπερινῆς τελείας Λειτουργίας σὲ μὴ νήστιμες, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἑορτάσιμες ἡμέρες. Οἱ ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐπαρκῶς θεραπεύονται μὲ τὶς θεῖες λειτουργίες τῶν ἡμερῶν ἀργίας, τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν, καὶ μάλιστα μὲ τὶς λεγόμενες «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἢ καὶ ἐκτάκτως ὑπὸ τῶν ὅρον πάντοτε νὰ μὴν λειτουργοῦν, τρόπον τινά, ἀνταγωνιστικῶς πρὸς τὴν μεγάλη σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[2]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

(Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.           Ἔτσι κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι συνδεδεμένη ὄχι πιὰ μὲ τὸ λειτουργικὸ τέλος τῆς νήστιμης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία δηλαδὴ τῆς Θ´ Ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτη ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ μόνη τράπεζα, τὸ δεῖπνο. Σὲ ἡμέρες δὲ ἀκόμη αὐστηροτέρας νηστείας, ὅπως εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ Πάσχα (τὸ Μέγα Σάββατο), ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ἂν δὲν συμπίπτουν πρὸς Σάββατο ἢ Κυριακή, τότε παραμένει μὲν ὁ σύνδεσμος Λειτουργίας-Κοινωνίας καὶ Ἑσπερινοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἑσπερινὸς αὐτὸς συνάπτεται στὴν ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας ὡς τὸ πρῶτο μέρος της. Ἔτσι ἡ λειτουργία τελειώνει, κατὰ τὶς σαφεῖς διατάξεις τῶν Τυπικῶν, τὴν δευτέραν ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδὴ κατὰ τὶς 9-10 μ.μ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἀνάλογη παράταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας.
.             Ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ καὶ ἀκριβὲς σύστημα διασαλεύθηκε σὲ χρόνους δυσκόλους, ποὺ εἶχαν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις ἀκόμη καὶ στὰ λειτουργικὰ ἔθη τῶν χριστιανῶν καὶ ἐν μέρει καὶ αὐτῶν τῶν μοναχῶν. Στὴν προηγουμένη ἀπάντηση εἴδαμε πὼς ἡ Προηγιασμένη τῶν νηστίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μετετέθη τὸ πρωΐ καὶ πὼς ἡ εὐχαριστιακή της νηστεία ἐξομοιώθηκε μὲ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὶς ἑσπερινὲς συνάξεις, τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καὶ τὴν κοινωνία κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο καὶ κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Κατὰ δὲ τὶς Κυριακὲς ἡ σύνδεση τῆς θείας Λειτουργίας μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου προκάλεσε τὴν ἐπιτάχυνση τῆς τελέσεώς της πρὶν ἀπὸ τὴν παραδεδομένη τρίτη ὥρα. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Δὲν ἦταν ἐξυπηρετικὴ γιὰ τὸν λαὸ ἢ καὶ δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἢ καὶ δυνατὴ πλέον ἡ τέλεση δύο χωριστῶν συνάξεων, μιᾶς γιὰ τὸν ὄρθρο, τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς νυκτός, καὶ μιᾶς δευτέρας γιὰ τὴν θεία Λειτουργία, μετὰ τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὄρθρος καὶ Λειτουργία ἀπετέλεσαν οὐσιαστικὰ μία ἀκολουθία, ποὺ ἐτελεῖτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὰ μέρη μας μέχρι σήμερα, κατὰ τὶς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας. Οἱ Σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἀκολούθησαν ἄλλη πρακτικὴ πιὸ σύμφωνη πρὸς τὴν παλαιὰ παράδοση καὶ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ καταλληλότερη γιὰ τὶς ἰδιαιτερότητες τῶν βορείων κλιμάτων. Τὰ μοναστήρια ἂν δὲν κράτησαν πάντοτε τὴν παλαιὰ πρακτική, ἐπετάχυναν καὶ αὐτὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀκόμη καὶ τῆς Προηγιασμένης, διατήρησαν ὅμως τὸν λειτουργικὸ τύπο, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν θεία λειτουργία διαβάζουν τὶς ἀκολουθίες τῆς Γ´ καὶ ϛ´ Ὥρας. Ὁ τύπος ὑπενθυμίζει τὸ δέον, κάποτε, γενέσθαι. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σ’ ὅλες τὶς ὡς ἄνω κατ’ οἰκονομίαν μεταθέσεις παρέμεινε ὁ ἀρχικὸς σύνδεσμος εὐχαριστιακῆς νηστείας καὶ Λειτουργίας, ἔστω καὶ ἀρκετὰ συντετμημένος, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν.
.             Ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες ἐπιχειρεῖται στὴν πράξη, ἰδίως στὶς μεγάλες πόλεις, μία ἀλλαγὴ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ σπουδαιότητα καὶ ἡ ἔκταση τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ἴσως δεόντως ἀκόμη ἀξιολογηθεῖ. Εἶναι κάτι ἀνάλογο καὶ παράλληλο πρὸς τὴν ἐπαναφορὰ τῆς Προηγιασμένης τῆς Τετάρτης στὴν παλαιὰ καὶ ὀρθὴ ἑσπερινὴ τέλεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν ὁ λόγος στὴν προηγουμένη ἀπάντηση. Τὶς πρωτοβουλίες ἔλαβον κληρικοὶ μὲ ἔντονα ποιμαντικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ αἴσθηση τῶν νέων συνθηκῶν ζωῆς, ἰδίως τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν διευκολύνονται ἀπὸ τὶς θεωρούμενες καὶ ἐπικρατοῦσες ὡς παραδοσιακὲς ὧρες λατρείας, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, ὄχι μόνο ὅλες οἱ μνῆμες τῶν ἑορταζομένων μεγάλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ὅσες ἀπὸ τὶς πρῶτες δὲν ἑορτάζονται σταθερὰ σὲ ἡμέρα Κυριακή, εἶναι ἡμέρες ἐργάσιμες. Γιὰ νὰ μείνουμε μόνο στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, κατὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντή, τὴν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τὴν Μεταμόρφωση, γεμίζουν μὲν ἴσως οἱ ἐκκλησίες μας στὶς πολυάνθρωπες ἐνορίες τῶν μεγάλων πόλεων καὶ μᾶς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τοῦ «καλὰ λίαν», στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἐκκλησίασμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας, δηλαδὴ μὴ ἐργαζομένους. Ἡ μὴ δυνατότητα συμμετοχῆς στὶς ἑόρτιες αὐτὲς συνάξεις νέων ἀνθρώπων εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερα σοβαρὸ γιὰ σήμερα, ἐγκυμονεῖ δὲ μακροπροθέσμως ἐμφανεῖς κινδύνους γιὰ τὸ μέλλον τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμη μερικῶς καὶ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Κυριακῶν.
.             Ἡ λύση ὑπῆρχε καὶ ἀναζητήθηκε ὀρθὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση καὶ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς μοναχικῆς πράξεως τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἡ μοναστηριακὴ παράδοση πάντοτε ἐπηρέαζε τὴν ἐνοριακὴ πράξη, σήμερα δὲ τὴν ἐπηρεάζει ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς ἀνθήσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου κατὰ τὴν ἐποχή μας. Ἐξ ἄλλου οἱ ὧρες τῆς νυκτερινῆς λατρείας ἦσαν καὶ εἶναι προσφιλεῖς στοὺς μοναχοὺς καὶ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, οἱ νέες δὲ συνθῆκες ζωῆς τὶς ἔκαναν καὶ πιὸ ἐξυπηρετικὲς καὶ διευκολυντικὲς γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους, περισσότερο τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσο τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῶν παραδοσιακῶν ἐνοριακῶν συνάξεων. Ἔτσι, μέσα σὲ λογικὰ γιὰ τὶς συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐργαζομένων πιστῶν τῶν πόλεων χρονικὰ ὅρια, τελοῦνται «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἢ καὶ ἀσχέτως πρὸς αὐτές, μὲ τὴν πρόνοια πάντοτε ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας νὰ ἐμπίπτει χρονικῶς στὴν νέα ἡμέρα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀναπαύσεως μετὰ τὴν λήξη τῆς ὅλης ἀκολουθίας στοὺς μετέχοντες σ’ αὐτὴν πιστούς.
.                 Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν τέλεση δηλαδὴ «μικρῶν ἀγρυπνιῶν», οὔτε ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία θίγεται οὔτε ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στὴν θεία κοινωνία παρακωλύεται. Ἀντιθέτως κατὰ τὸ πρότυπο τῆς πασχαλινῆς ἀγρυπνίας καὶ κοινωνίας, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Τυπικοῦ του ἁγίου Σάβα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», αἰσθητῶς διευκολύνεται.
.             Ἀντιθέτως ἡ ἄλλη λύση ποὺ προτείνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς προωθεῖται, ἡ τέλεση δηλαδὴ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς προηγιασμένης, τελείας Λειτουργίας κατὰ τὶς ἀπογευματινὲς ἢ πρῶτες νυκτερινὲς ὧρες, μπορεῖ μὲν νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ καὶ νὰ μὴν ἀντιφάσκει πρὸς τὸν ἀδέσμευτο χρονικῶς χαρακτήρα τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ σαφῶς συγκρούεται καὶ ἀνατρέπει τὶς περὶ εὐχαριστιακῆς νηστείας ἀρχαιότατες παραδόσεις. Γιὰ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια ἰσχύει ἀπαραιτήτως ἡ διάταξη ὅτι τελοῦνται «ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων». Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ ΜΗ´ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης τῆς Ἀφρικῆς, ποὺ προκειμένου νὰ γίνει ἡ ἐκφορὰ χριστιανῶν, ἀκόμη καὶ ἐπισκόπων, ποὺ πέθαναν «κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν» καὶ ἔπρεπε λόγῳ τῆς θερμότητος τοῦ κλίματος, νὰ ταφοῦν ἀμέσως, νὰ μὴν τελεῖται, ὅπως ἐπέβαλλε ἡ τάξη, τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἡ κηδεία νὰ γίνεται «μόναις εὐχαῖς», ἂν οἱ μετέχοντες καὶ μέλλοντες νὰ τελέσουν αὐτὴν «ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». Ὁ ὅρος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας ἰσχύει ἀπολύτως καὶ ἰσχύει καὶ σήμερα. Τέλεση δὲ λειτουργίας χωρὶς συμμετοχὴ σ’ αὐτὴν διὰ τῆς θείας κοινωνίας τῶν λειτουργῶν, κατὰ δύναμιν δὲ καὶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι τελείως ἀδιανόητη.
.      Βεβαίως γιὰ τὴν παράκαμψη τοῦ σκοπέλου αὐτοῦ προβάλλονται δύο δυνατότητες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε