Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θ. Κολοκοτρώνης

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ γιὰ τὴν ΠΑΙΔΕΙΑ καὶ οἱ ΤΩΡΙΝΟΙ ΝΕΝΕΚΟΙ (Δ. Νατσιός)

Κολοκοτρώνης γι τν Παιδεία κα ο τωρινο Νενέκοι

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

 .             Ὁ συριζαῖος μέλος τῆς ΕΛΜΕ Κερκύρας, χημικὸς καθηγητής, ὁ καντιποτένιος ποὺ μαγάριζε Κολοκοτρώνη καὶ Παῦλο Μελά, ἐπανέλαβε αὐτὰ ποὺ τόσα χρόνια κυκλοφοροῦν στὰ πανεπιστημιακὰ ἀμφιθέατρα ἀπὸ τοὺς νεοταξίτες λέκτορες, «ἰνστρούχτορες» τῆς ἀριστερᾶς. Εἶναι τὰ διαπιστευτήρια γιὰ προαγωγὲς καὶ ἀνέλιξη. Ὅποιος ροκανίζει τὰ θεμέλια της πατρίδας εἶναι «ὁ ἄνθρωπός τους». Ὅσοι σκύβουμε καὶ προσκυνοῦμε τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ διδάσκουμε τὴν ἀλήθεια, γιατί σεβόμαστε τοὺς μαθητές μας, γι’ αὐτὸ τὰ παιδιὰ μᾶς ἀγαποῦν καὶ μᾶς θυμοῦνται διὰ βίου.
.             Θὰ συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη: «Ἐφύλαξα πίστην εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.             Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του. Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου.
.             Ἔλεγε ὁ ἅγιος ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101).
.             «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζεται καὶ στολίζεται; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων.
Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραΐμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.             Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό τοῦ Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας, διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὅρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγωοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.           Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθανε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλὸ τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιά, ποὺ μᾶς  ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα.  Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/ οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία στοὺς νάρθηκες.
.             Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν του νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν».
.             Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι καὶ ὄχι  μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου; Θὰ εἴχαμε Παιδεία ποὺ προκαλεῖ ναυτία στὰ παιδιά, ἂν διδάσκαμε στὰ ἀναλυτικὰ προγράμματα αὐτὰ τὰ σπουδαῖα καὶ ὄχι τὶς ἀκαθαρσίες τοῦ κάθε Φίλη ἢ Γαβρόγλου ἢ τὰ ἀξιολύπητα ψεύδη τοῦ κάθε Νενέκου, κάθε ἀνισόρροπου ποὺ ἔτυχε νὰ γίνει ἐκπαιδευτικός;

Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: “ΕΛΑΤΕ, ΠΑΡΤΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ, ΚΑΙ ΝΑ ᾽ΣΤΕ ΜΟΝΟΙΑΣΜΕΝΟΙ” (Δ. Νατσιός)

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης:
«
λτε, πάρτε τν εχή, κα νά ᾽στε μονοιασμένοι»  

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος- Κιλκὶς

«Κολοκοτρώνης πέθανε στὸ γάμο τοῦ Κολίνου
τὸ θάνατο γνώρισε, πού ᾽θέλε ν’ ἀποθάνη
καὶ τοῦ Γενναίου μίλησε, καὶ τοῦ Κολίνου λέγει:
Ποῦ εἶσαι, Γενναῖε στρατηγέ, Κολίνο σπουδασμένε!
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, μὲ τριγυρίζει ὁ Χάρος.
Σώπα, πατέρα, μὴν τὸ λές, μὴ λὲς πὼς θὰ πεθάνης
κι ἔχουμ’ ὀχτροὺς καὶ χαίρονται καὶ φίλους καὶ λυπᾶνται.
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, καὶ νά ᾽στε μονοιασμένοι»
«Ἅπαντα Κολοκοτρωναίων, τόμ. Α σελ. 74, ἔκδ. ΙΔΕΒ»

.             Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι σὰν σήμερα ἐκοιμήθη ὁ ἀπελευθερωτής μας. Δημοσιεύω ἕνα παλιότερο κείμενο, εὐλαβικὸ μνημόσυνο στὸν Γέρο τοῦ Μοριᾶ. Τώρα ποὺ μᾶς βρῆκε τὸ κακὸ καὶ θόλωσε ὁ νοῦς μας, ὁ λόγος τοῦ ἥρωα εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα.
Τὴν Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843, κλείνει τὰ μάτια του στὴν Ἀθήνα, τὸ ζωντανὸ Εἰκοσιένα, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Ἕλληνας ἥρωας μὲ τὴν σημαντικότερη θέση στὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τὸ νὰ θέλεις νὰ πλέξεις «τὸν ἐπιτάφιον στέφανον αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ περιλάβης τὸν μέγαν Ἑλληνικὸν Ἀγώνα», ὅπως ἀναφώνησε ὁ Σοῦτσος κατὰ τὸ ξόδι του.
.             Θα συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη.
«Ἐφύλαξα πίστιν εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.             Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο, ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια του ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του.
.             Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου. Ἔλεγε ὁ ἅγιος, ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101).
.                 «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζετε καὶ στολίζετε; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων. Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακό, ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραήμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.             Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό του Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς “πρωθυπουργὸς” τῆς Ἑλλάδας, (μὲ πολλὴ δυσκολία τὸ γράφω), διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὸν Λένιν καὶ τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδρ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὄρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγωοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.             Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθανε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλὸ τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ  εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιὰ ποὺ μᾶς  ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα.  Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων της ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία μας στοὺς νάρθηκες τῶν μοναστηριῶν.
.             Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν». Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις καὶ προδοσίες, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι, μὲ τὰ ἀρώματα τῆς καθ᾽ ἡμᾶς ἀνατολῆς μεγαλωμένοι, καὶ ὄχι  μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος- Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

Η ΔIΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ… Η ΔIΚΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝIΑΣ (Δημ. Νατσιός)

δίκη το Κολοκοτρώνη καί… δίκη τς Μακεδονίας

γράφει ὁ
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης» (Καποδίστριας)

.                 Στρώθηκα καὶ ξαναδιάβασα, τοῦτες τὶς πνιγηρὲς ἡμέρες, τὴν Δίκη τοῦ Κολοκοτρώνη. «Δυστυχὴς παρηγορία» νὰ μελετᾶς τὰ περασμένα μεγαλεῖα, τὰ ἀρώματα τοῦ Γένους μας, τοὺς ἀνθρώπους της ποὺ μοσχοβολοῦν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. Ἔχει μαυρίσει ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις ποὺ ἀναδίδει ἡ «πονηρὰ ζύμη» τῶν Ἀθηνῶν. Ἔγραφε θρηνώντας ὁ μεγάλος Κόντογλου γιὰ τοὺς «γυάλινους ἀνθρώπους»: «Ἡ Ἀθήνα δὲν εἶναι πιὰ πολιτεία ἑλληνικὴ κι ἂς λέμε ὅ,τι θέλουμε. Μήτε οἱ ἄνθρωποι μήτε τὰ χτίρια. Ὁ ἥλιος ἔλειψε. Ὁ ἀγέρας βρόμισε. Ἀπορεῖς πῶς ἀλλάξανε ὅλα μέσα σὲ λίγα χρόνια καὶ δὲν ἔμεινε τίποτε ποὺ νὰ θυμίζει πὼς βρίσκεσαι στὴν Ἑλλάδα». («Μυστικὰ Ἄνθη» σελ. 196). Βρόμισε ὁ ἀγέρας σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα σήμερα. Ποιός νὰ τὸ πίστευε ὅτι οἱ σημερινοὶ «γυάλινοι ἄνθρωποι», διαφανεῖς σὰν τὰ τζάμια, μηχανὲς νεκρὲς καὶ παγωμένες -λόγια τοῦ Κόντογλου- θὰ συζητοῦν χασκογελώντας τὴν μεγαλύτερη προδοσία καὶ ἀτιμία ἀπὸ καταβολῆς ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀντικρίζουμε καντιποτένιους ὑπουργοὺς καὶ πρωθυπουργοὺς νὰ ὁμολογοῦν ἀνερυθριάστως καὶ ἀσυνειδήτως -ὅπως ἔγραφαν τὰ παλιά, καλὰ λεξικὰ- χωρὶς ντροπὴ καὶ τύψεις ὅτι συμφώνησαν τὴν ἀτιμωτικὴ συναλλαγὴ καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ στήσουν πανηγύρια στὰ σύνορα. Πῶς θὰ ἀνεχθοῦμε τὸ τέλος τῆς ἱστορίας τῆς Μακεδονίας; Οἱ Πόντιοι, οἱ Κρητικοί, οἱ Ἑπτανήσιοι, οἱ Σαρακατσαναῖοι, οἱ Θρακιῶτες καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες θὰ καυχῶνται, θὰ συνεχίσουν νὰ καμαρώνουν γιὰ τὴν γενέθλια ἱστορικὴ καταγωγὴ καὶ περιοχή τους. Ἐγώ, ἐμεῖς οἱ Μακεδόνες τί θὰ ἀπαντοῦμε; Ποῦ θὰ ἀνήκει τὸ γεννοτόπι μου στὴν Πιερία; Πεθαμένοι καὶ ζωντανοί, ἔλεγε οἱ ποιητής, εἴμαστε ἀλληλέγγυοι καὶ συνυπεύθυνοι. Ἡ Ἱστορία ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι μία συμφωνία μεταξὺ τῶν νεκρῶν, τῶν ζώντων καὶ τῶν ἀγέννητων. Καὶ ἀφοῦ εἶναι τριμερὴς ἡ συμφωνία, δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἄλλων δύο μερῶν, τῶν νεκρῶν καὶ τῶν ἀγέννητων. Θέλει γεροὺς ὤμους καὶ ἀνδρεῖες καρδιὲς ἡ ἱστορία μας, ἀλλιῶς θὰ σὲ καταπλακώσει.
.                 Πέντε Ἕλληνες δικαστὲς -ἐξαιρῶ τὴν βαυαρικὴ συμμορία ποὺ λύσσαξε νὰ τὸν δολοφονήσει- συμμετεῖχαν στὴν δίκη τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ, Μάϊος-Ἰούνιος τοῦ 1834. Καταγράφω τὰ ὀνόματά τους: Πολυζωίδης Ἀναστάσιος Πρόεδρος, Α. Βούλγαρης, Δ. Σοῦτσος, Φ. Φραγκούλης, Γεώργιος Τσερτσέτης, μέλη. Τὸν Πολυζωίδη καὶ τὸν Τερτσέτη, ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν  τὴν ἀτιμωτικότερη «εἰς θάνατον» καταδίκη της ἑλληνικῆς ἱστορίας, τοὺς μνημονεύουμε μὲ θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη. Τοὺς ἄλλους τρεῖς, «κωλοπανίδες τῆς ἀντιβασιλείας» (Μακρυγιάννης), τοὺς λακέδες τῶν Γερμανῶν, ποιός τοὺς θυμᾶται; Μνημονεύω τὸν Κολοκοτρώνη τοῦτες τὶς μέρες, ὄρθιο, ἀγέρωχο στὸ δικαστήριο, καὶ σκέφτομαι τὴν Μακεδονία μας…
.                 Διαβάζω:
«Σηκώνεται ὁ Γέρος τοῦ Μοριά. Μπροστὰ στοὺς δικαστὲς στέκεται τώρα ὄρθιο ὁλόκληρο τὸ Εἰκοσιένα.
Πρόεδρος: Πῶς ὀνομάζεσαι;
Κολοκοτρώνης: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Πρόεδρος: Πόθεν κατάγεσαι;
Κολοκοτρώνης: Ἀπὸ τὸ Λιμποβίσι τῆς Καρύταινας
Πρόεδρος: Πόσων ἐτῶν εἶσαι;
Κολοκοτρώνης: Ἑξήντα τεσσάρων. Γεννήθηκα τὸ 1770, 3 τοῦ Ἀπρίλη.
Πρόεδρος: Τί ἐπάγγελμα ἔχεις;
Κολοκοτρώνης: Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα ἐννιὰ χρόνους ντουφέκι καὶ πολεμῶ γιὰ τὴν πατρίδα».
.                 Μεγαλειώδης ἀπάντηση!! Μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ ἦταν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ «οἱ (=οἱ ὁποῖοι), διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν… ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγεννήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων…», ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους. «Οἱ Μπαυαρέζοι καὶ οἱ ὀπαδοί τους Ἕλληνες θέλαν νὰ τὸν φᾶνε», ὅμως οἱ δύο δικαστές, ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Ἔθνους, ἀπέτρεψαν τὸ ἀνοσιούργημα.
.            Παραδίδω πάλι τὸν λόγο στὸ βιβλίο τοῦ Δημ. Φωτιάδη «Κολοκοτρώνης».
.                 Διαβάζουμε γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ βγῆκε ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση, ὅταν ὑπέγραψαν κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῶν ξένων οἱ δείλαιοι, προδότες δικαστές… καὶ ὁ νοῦς μου πηγαίνει στὴν Μακεδονία. «Ὁ Γέρος σὰν ἄκουσε τὸ «καταδικάζονται εἰς θάνατον» σταυροκοπήθηκε μὲ ἀπορία καὶ λέει:
-Κύριε ἐλέησον! Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλεία σου. (Πιστὸς καὶ καρτερόψυχος, δὲν κλαψουρίζει). Γυρεύουν μερικοὶ νὰ τὸν παρηγορήσουν. – Ἀντίκρισα, τοὺς λέει, τόσες φορὲς τὸν θάνατο καὶ δὲν τὸν φοβήθηκα. Οὔτε καὶ τώρα τὸν φοβᾶμαι. Ἄλλοι ἀναστενάζουν, ἄλλοι βουρκώνουν, ἄλλοι κλαῖνε μὲ ἀναφυλλητά. Μερικοὶ σκύβουν κι εὐλαβικὰ φιλᾶνε τὸ δοξασμένο γέρικο χέρι. Κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς μὲ πνιγμένη φωνὴ τοῦ λέει:
-Ἄδικα σὲ σκοτώνουν, στρατηγέ!
-Γιὰ αὐτὸ λυπᾶσαι. Καλύτερα ποὺ μὲ σκοτώνουν ἄδικα παρὰ δίκαια….τοῦ ἀποκρίνεται». (σελ. 510-511).
Οἱ δύο πραγματικοὶ δικαστές, Πολυζωίδης καὶ Τερτσέτης, βγῆκαν ἀπὸ τὸ δικαστήριο μὲ ψηλὰ τὸ κεφάλι , ὁ κόσμος τοὺς ἔδινε «συχαρίκια γιὰ τὸ παλικαρίσιο φέρσιμό τους». Οἱ ἄλλοι τρεῖς, μαζὶ μὲ τοὺς Βαυαρούς, σέρνονταν σὰν σκουλήκια. Διαβάζω ἀπὸ τὰ «Πρακτικὰ» τῆς Δίκης καὶ σκέφτομαι. Τὴν ἡμέρα, Κύριος οἶδε, ποὺ θὰ ὑπογράφουν στὴν Βουλή,  βουλευτές, ὑπουργοὶ καὶ πρωθυπουργοὶ τὴν προδοσία τοῦ ὀνόματος, τὸ παρακάτω τρισάθλιο θέαμα θὰ παρουσιάζουν. «Οἱ τρεῖς καταδικάσαντες δικασταὶ ἐξῆλθον τοῦ Δικαστηρίου  ὠχροὶ καὶ τρέμοντες, μὲ δειλίας καὶ τρόμου παλμούς, τοὺς ὁποίους ὁ ἔλεγχος ἐνεποίει καὶ ἐδείκνυε εἰς τὸ πρόσωπον τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς ψυχῆς αὐτῶν. Συνοδευόμενοι δ’ οὕτω ἀπὸ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀνθυπασπιστὰς ἀπῆλθον μὲ πόδας πατοῦντες ὄχι ὀρθὰ (παραπατοῦσαν) εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν».
.                 Σώθηκε ὁ Κολοκοτρώνης (καὶ ὁ Πλαπούτας) γιατί σκέφτηκαν, οἱ ξένοι καὶ τὰ πειθήνια, ἐν Ἑλλάδι, ἐνεργούμενά τους ὅτι θὰ ἀντιμετώπιζαν «ταραχὰς καὶ ἐξεγέρσεις». «Ἡ ἁψιὰ ἀντίστασις τοῦ Προέδρου, τοῦ Πολυζωίδη, ἀδυνάτισε τὸ κύρος τῆς ἀποφάσεως τῶν τριῶν, ἔδωσε καὶ λαβὴν εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν ξένων δυνάμεων νὰ ἐννοήσουν τὴν ἀθωότητα τῶν κατηγορουμένων…» (Τερτσέτη, Ἅπαντα τόμ. Γ´ σελ. 312) Περπατοῦσε, γράφει ὁ Τερτσέτης, ὁ Πολυζωίδης στὸ Ναύπλιο μὲ τὸν Νικηταρὰ τὸν Τουρκοφάγο. Ὁ κόσμος περισσότερο χαιρετοῦσε μὲ σεβασμὸ τὸν καταγόμενο ἀπὸ τὸ περίφημο Μελένικο τῆς Βόρειας Μακεδονίας, δικαστή.
Τοῦ λέει ὁ Νικηταρᾶς:
-Μοῦ πῆρες τὴ δόξα ποὺ ἀπόχτησα στὰ Δερβενάκια.
(Ἂν ὑπογράψουν «Βόρεια Μακεδονία», ὁ Ἀν. Πολυζωίδης αὐτομάτως γίνεται Σκοπιανός. Ὁ κὺρ Κοτζιᾶς βέβαια θὰ πανηγυρίζει, χασκογελώντας καὶ θὰ στήσει πανηγύρι ἐδῶ στὰ σύνορα, γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν προδοσία. Θὰ τοῦ ἑτοιμάσουμε κόλλυβα καὶ ἐξόδιο, γι’ αὐτὸν καὶ τὴν κυβέρνησή του, ἀκολουθία).
.           Ἀναζητοῦμε καὶ σήμερα τὸν ἄνθρωπο ποὺ μὲ τὴν «ἁψιά του ἀντίστασι» θὰ ἀποτρέψει τὴν εἰς θάνατον καταδίκη τῆς Μακεδονίας. Δικαστής, στρατηγός, ἐπίσκοπος, κάποιος, τέλος πάντων, ποὺ θὰ ἀποκτήσει δόξα ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὰ Δερβενάκια…

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΜΕΘΥΣΤΕ ΜΕ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ (Δ. Νατσιός) «4 Φεβρουαρίου 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. “οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα”».

Μεθύστε μ τ θάνατο κρασ το Εκοσιένα

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τώρα μὲ τὸ μεγάλο συλλαλητήριο γιὰ τὴν Μακεδονία μας, ἂς θυμηθοῦμε ἀπὸ ποιοὺς καταγόμαστε, ποιοὶ μᾶς ἀπελευθέρωσαν. Μόνο ἔτσι θὰ καταλάβουμε πόσο μικρὸ καὶ ἀνίκανο εἶναι τὸ τωρινὸ σκουπιδαριὸ ποὺ “κυβερνάει” τὴ χώρα.
.            «Πᾶμε νὰ ἰδοῦμεν τοὺς παλιοὺς Ἕλληνες», νὰ ἀκούσουμε τοὺς πολέμαρχους τοῦ ᾽21, μᾶς ἔπνιξαν οἱ ἀναθυμιάσεις τῶν τωρινῶν δημοπιθήκων. Διαβάζεις τὰ ἀπομνημονεύματα καὶ τὶς φυλλάδες γιὰ τὴν Ἐθνεγερσία καὶ νομίζεις ὅτι ἀνοίγεις ἕνα «μυρογιάλι», ἐκεῖνα τὰ μικρὰ φιαλίδια ποὺ περιέχουν ἀρώματα ἐξαίσια. Ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικὴ ἀναδίδεται, παρ᾽ ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημοὺς ἐκείνης τῆς περιόδου. Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν συναντῶ στὰ ἀναγνώσματά μου λόγια καὶ ἐπεισόδια, ποὺ στέκεσαι καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, ποὺ κρύβουν στὰ φυλλώματά τους πετράδια, νὰ τὰ καταγράφω, γιὰ νὰ μὴν λησμονηθοῦν. Σκοπός μου νὰ τὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς μαθητές μου. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐξοπλιστικὲς ἡλικίες, τὰ παιδιὰ δὲν θέλουν περισπούδαστες ἀναλύσεις καὶ κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν μὲ τὸ παράδειγμα, μὲ τὸ παραμύθι, μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀρετὴ σαρκωμένες σὲ πρόσωπα. Παράδειγμα: Μάχη τῆς Γράνας, 10 Αὐγούστου τοῦ 1821. Βγῆκαν οἱ πολιορκημένοι στὴν Τριπολιτσὰ Τοῦρκοι νὰ χτυπήσουν τοὺς Ἕλληνες. Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε διατάξει νὰ ἀνοιχθεῖ τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ἑνὸς καὶ πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμὴ οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται στὴ γράνα καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Ἔπρεπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ νὰ διατάξει τὰ παλληκάρια του νὰ χωριστοῦν, νὰ μοιραστοῦν τὰ καριοφίλια, νὰ «χτυποῦν» οἱ μισοὶ πρὸς τὴν μία πλευρὰ καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ πρὸς τὴν ἄλλη. Ἐρωτῶ τοὺς μαθητές μου πῶς τὸ ἔκανε πάνω στὴν ἀντάρα τῆς μάχης: Τοὺς βασάνισα κανένα πεντάλεπτο καὶ ἄκουσα ἀπίθανες ἀπαντήσεις. Τί εἶπε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἀμέσως χωρίστηκαν τὰ ντουφέκια; «Κῶλο μὲ κῶλο ὠρὲ Ἕλληνες!». «Χαμὸς» στὴν τάξη, γέλια καὶ θαυμασμὸς γιὰ τὴν μεγαλοφυία τοῦ Γέρου.

.             «Ὁ Μιαούλης ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν παλληκαριά του καὶ τὴν ἀφοβία του ἐμπρὸς στὸν θάνατο. Μία φορά, στὰ νεανικά του χρόνια, ὁ Ἄγγλος ναύαρχος Νέλσων τὸν ἔπιασε νὰ προσπαθεῖ νὰ σπάσει μὲ τὸ καράβι του ἕναν ἀποκλεισμό του. Ὅταν τὸν ἔφεραν μπροστά του, τὸν ρώτησε: – Ἂν ἤσουν ἐσὺ στὴν θέση μου τί θὰ μ᾽ ἔκανες; Θὰ σὲ κρεμοῦσα στὸ πιὸ ψηλὸ κατάρτι! τοῦ ἀπάντησε ὁ Μιαούλης. Καὶ ὁ Νέλσων κατάπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος του τὸν ἄφησε ἐλεύθερο». (περ. «Γνώσεις», σελ. 66, 1958).

.           Πήγαινε στὴν κρεμάλα, τὸν ἀγωνιστὴ Θεόδωρο Γρίβα, ὁ Ἀλὴ πασάς. Ὁ Γρίβας, ὅταν πλησίασε ὁ δήμιος, κάλυψε τὸ κεφάλι του μὲ τὸ ἔνδυμά του. Τὸν ρωτᾶ τὸ θηρίο τῶν Ἰωαννίνων: «Γιατί σκέπασες τὸ κεφάλι σου; Φοβήθηκες τὸν θάνατο; Δὲν ἤξερες ὅτι ἀφοῦ ἀκολούθησες τὴν δουλειὰ τοῦ πατέρα σου αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ τύχη σου; Δὲν φοβήθηκα τὸν θάνατο, ἀπεκρίθη ὁ Θεόδωρος, τὸν φόβο τὸν ἄφησα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου, οὔτε θὰ μείνω χωρὶς ἐκδίκηση. Καὶ πατέρα ἔχω καὶ τέσσερις ἀδελφούς, μὰ ντρέπομαι τὸν κόσμο ποὺ θὰ ἰδῆ νὰ πεθάνω ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ χέρια τέτοιων παλιανθρώπων (καὶ ἔδειξε τοὺς Γύφτους οἵτινες μετήρχοντο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημίου). Ἐζήτησα τὸ θάνατο ὅπου ἔπρεπε, ἀλλ᾽ αὐτὸς μὲ ἀρνήθηκε. Καὶ ὁ Ἀλὴς τοῦ χάρισε τὴν ζωή». (Δ. Καμπούρογλου «Θ. Γρίβας», ἐκδ. «Βεργίνα», σελ. 18).

.           Στὶς 14 Φεβρουαρίου ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος γράφει σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀναστάσιο Λόντο τοῦτα τὰ ἀθάνατα λόγια: «Τὸν περισσότερο καιρὸ τῆς ζωῆς μου ποῦ τὸν ἐπέρασα; Τὸν ἐπέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τὸν ἐπέρασα εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰ βουνά, τὰ καρτέρια τῶν δρόμων, οἱ λόγγοι καὶ τὰ ἄγρια θηρία εἶναι μάρτυρες ὅτι δυσκόλως ἔφευγε Τοῦρκος ἀπὸ τὰ χέρια μου, ἂν ζύγωνε καμμιὰ πενηνταριὰ ὀργιές». (Κάρπου Παπαδόπουλου, «Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος καὶ Γ. Βαρνακιώτης», ἐκδ. «Πρωτοψάλτης», σελ. 65).

.             Τὸ 1859 μία Σουηδή, ἡ Φρεντρίκα Μπρέμερ, ἐπισκέπτεται τὸν Κανάρη στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν θαυμασμό της στὸν «γηραιὸ ἄνδρα τῆς ἐλευθερίας», ὅπως τὸν ὀνομάζει. Ὁ Κανάρης ἀπάντησε ὅτι «εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ ποὺ ἐπέτρεψε σ᾽ ἕνα μικρὸ ναυτικὸ ἑνὸς ἑλληνικοῦ νησιοῦ, ἀπὸ τὰ πιὸ μικρά, νὰ κάμη γιὰ τὴν πατρίδα του κάτι ποὺ ἔκαμε τὸν ἀπελευθερωτικό της ἀγώνα συμπαθῆ σὲ χῶρες τόσος μακρινές». Ἦταν ἀληθινὰ μία ὡραία ἀπάντηση, γράφει ἡ Φρεντρίκα. Καὶ ὅταν τὸν ρώτησε, ἂν αἰσθάνθηκε σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς του φόβο, ὁ Κανάρης ἀποκρίθηκε: «Ἕνα τέτοιο πράγμα δὲν μπαίνει ποτὲ στὸ νοῦ μας. Ὁ κίνδυνος μᾶς διεγείρει. Τὸ ντουφεκίδι καὶ ἡ μάχη μοιάζουν μὲ μουσική». («Τὸ Εἰκοσιένα, πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν», λόγος Παν. Κανελλόπουλου, 1963, σελ. 658).

.           Ὁ Ἠλίας Φλέσσας καὶ ὁ Παναγιώτης Κεφάλας προτείνουν στὸν «μπουρλοτιέρη τῶν ψυχῶν» Παπαφλέσσα, νὰ ἀφήσει τοὺς λόφους στὸ Μανιάκι καὶ νὰ ταμπουρωθεῖ ψηλότερα, στὸ βουνό, γιὰ νὰ ὑπάρχει ὁδὸς διαφυγῆς. Ἀπαντᾶ: «Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ μετρήσω τὸ στρατὸ τοῦ Μπραΐμη, πόσος εἶναι, ἀπὸ τὰ ψηλώματα. Ἦρθα νὰ πολεμήσω. Οὔτε τρελλάθηκε ὁ Μπραΐμης νὰ χασομεράει ἐκεῖ ποὺ ἐλπίζει νὰ κερδίσει νίκη, μὰ θὰ τραβήξει ἴσα κατὰ τὴν Τριπολιτσά, κι ἐγὼ τότε θὰ μείνω νὰ μαζεύω ἀπὸ πίσω τὰ καρφοπέταλά του. Ἂν ὅμως τὸν κρατήσω ἐδῶ στὸ Μανιάκι, γλιτώνω τὸν Μωριά, γιατί θὰ τὸν κάμω νὰ πισωγυρίσει ὅπως ὁ Δράμαλης, εἰτεμὴ θὰ πληρώσει ἀκριβὰ τὸ αἷμα μου καὶ θὰ συλλογιστῆ καλὰ ὕστερα νὰ μπῆ στὴν καρδιὰ τοῦ Μωριᾶ. Καθίστε ἐδῶ νὰ πεθάνουμε σὰν ἀρχαῖοι Ἕλληνες». (Κ. Παπαδημητρίου, «Τελεταῖες ὧρες, τελευταῖα λόγια τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ᾽21», σελ. 159).

.             Πρὶν ὁδηγήσουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη στὸ Μεσολόγγι στάθηκαν οἱ Σουλιῶτες γιὰ λίγο στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας. Ἐκεῖ γιατροπορευόταν ὁ Καραϊσκάκης. Ὅταν τὸ ἔμαθε, σύρθηκε στὴν ἐκκλησιά, φίλησε τὸν νεκρὸ κλαίγοντας καὶ εἶπε: «-Ἄμποτες, ἀδελφέ μου, Μάρκο, ἀπὸ τέτοιο θάνατο νὰ πάω κι ἐγώ». Καὶ ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ λείψανο, πρόσθεσε: «Μάνα δὲν γέννησε στὴν Ἑλλάδα δεύτερο Μάρκο … Οὔτε εἶδα οὔτε θὰ ἰδῶ τέτοιον πολεμάρχη». («Τελευταῖες ὧρες», σελ. 132).

.             «Ὅταν ἀποφυλακίστηκε ὁ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος (Καταγόταν ἡ οἰκογένειά του ἀπὸ τὸ Τουρκολέκα τῆς Μεγαλόπολης, γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ Τουρκοπελέκα), τὸ 1841, ἦταν τόσο φτωχὸς ποὺ κατάντησε ζητιάνος στὰ σοκάκια τοῦ Πειραιᾶ. Ἡ ἁρμόδια ἀρχή, ἡ ὁποία χορηγοῦσε θέσεις ἐπαιτείας, τὸν ἐπέτρεπε νὰ ἐπαιτεῖ, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Εὐαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή! Ὅταν αὐτὰ ἔφτασαν στὰ αὐτιὰ τοῦ πρέσβη τῆς Γαλλίας, αὐτὸς ἀπεστάλη ἀπὸ τὴν κυβέρνησή του, στὸ σημεῖο ὅπου ζητιάνευε ὁ μεγάλος ὁπλαρχηγός. Μόλις ὁ Νικηταρᾶς ἀντελήφθη τὸν ξένο, μάζεψε ἀμέσως τὸ ἁπλωμένο χέρι του.
– Τί κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ὁ ξένος.
– Ἀπολαμβάνω ἐλεύθερη πατρίδα, ἀπάντησε ὑπερήφανα ὁ ἥρωας.
– Μὰ ἐδῶ τὴν ἀπολαμβάνετε, καθισμένος στὸν δρόμο; Ἐπέμενε ὁ ξένος.
– Ἡ πατρίδα μου ἔχει χορηγήσει σύνταξη γιὰ νὰ ζῶ καλά, ἀλλὰ ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ νὰ παίρνω μία ἰδέα πῶς περνάει ὁ κόσμος, ἀπάντησε περήφανα ὁ Νικηταρᾶς.
– Ὁ ξένος κατάλαβε καὶ διακριτικά, φεύγοντας, ἄφησε νὰ τοῦ πέσει ἕνα πουγκὶ μὲ χρυσὲς λίρες. Ὁ σχεδὸν τυφλὸς Νικηταρᾶς ἄκουσε τὸν ἦχο, ἔπιασε τὸ πουγκὶ καὶ φώναξε στὸν ξένο: «Σοῦ ἔπεσε τὸ πουγκί σου. Πάρε το μὴν τὸ βρεῖ κανένας καὶ τὸ χάσεις!». Στὶς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1849, ὁ γενναῖος καὶ ἔντιμος ἥρωας, πεθαίνει πάμφτωχος».

.           Καὶ μία καὶ σήμερα τὸ ἔνδοξο τοῦτο ἁλωνάκι, ἡ κατασυκοφαντημένη πατρίδα μας, εἶναι ζωσμένη ἀπὸ «τὶς ἀλώπεκες τοῦ σκότους» (Ε. Βούλγαρης) τοὺς Φράγκους καὶ τὸ ἐξ ἀνατολῶν θηρίο πάλιν μαίνεται, νὰ παραπέμψω στὸ ἡρωικότερο ἐπεισόδιο τοῦ Ἀγώνα, τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου, ποὺ μᾶς διδάσκει πῶς σώζονται τὰ ἔθνη. (Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στὸ θαυμάσιο περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία», τοῦ πολυσέβαστου Στυλιανοῦ Λαγουροῦ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη «Τὸ Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς ἐξόδου»).

.                 «Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὅταν συγκροτήθηκε τὸ νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νὰ διερευνήσουν, μὲ ἀνιχνευτὲς τὴν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου-διόδων γιὰ ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὴν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δὲν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόγχες καὶ οἱ στενωποὶ φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπὸ τοὺς πολιορκητὲς σὲ βάθος χώρου καὶ τόπου. Γενικὴ ἦταν ἡ κατήφεια καὶ ἡ σιωπηλὴ θλίψη. Τὴν σιωπὴ τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡ βροντώδης καὶ σταθερὴ ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
– Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καὶ δὲν τὸν λὲς τόση ὥρα; Διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.
– Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».
.               Μόνο ἂν βαδίσουμε τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναστηθοῦμε ὡς λαός…

.             4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. Ζήτησε νὰ βάλουν στὸν τάφο του, κάτω ἀπὸ τὰ τσαρούχια του τὴν τουρκικὴ σημαία, νὰ ποδοπατᾶ τὴν Τουρκιὰ καὶ στὸ μνῆμα. Αὐτὸ τὸ λιοντάρι μόνο μία φορὰ φοβήθηκε. Πότε; «Εἰς τὸν καιρὸ τοῦ προσκυνήματος ἐφοβήθηκα μόνο διὰ τὴν πατρίδα μου, ὄχι ἄλλη φορά, οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα». Καὶ τότε βροντοφώναξε: “φωτι κα τσεκούρι στος προσκυνημένους”.

.           Αὐτὸ νὰ εἶναι καὶ αὔριο τὸ σύνθημά μας. Εἶναι τὸ καλύτερο μνημόσυνο γιὰ τὸν ἀθάνατο Γέρο τοῦ Μοριᾶ. Τὴν Μακεδονία καὶ τὰ μάτια μας, ἀδέλφια Ἕλληνες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑΡΑ ΣΚΥΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΘΕΛΗΜΑΤΑ… (Δ. Νατσιός) «Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…».

Κολοκοτρώνης κα τ μαλλιαρ σκυλιά,
ποὺ κάνουν θελήματα…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.               Λίγο πρὶν συλλάβει ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία τὸν «προδότη» τοῦ Ἔθνους, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ὁ Ἄρμανσπεργκ, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει, τοῦ εἶπε:
-Ἔχεις πολλοὺς ἐχθρούς, στρατηγέ.
-Ἔχω παραδέχτηκε ὁ Κολοκοτρώνης, μὰ δύο ἀπ’ αὐτούς, στέκονται οἱ χειρότεροι ἀπ’ ὅλους.
-Καὶ ποιοί εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ ἐχθροί σου; ρώτησε περίεργα ὁ προϊστάμενος τῶν ἀντιβασιλιάδων.
Ὁ Γέρος τοῦ ἀποκρίθηκε:
-Ὁ ἕνας τ’ ὄνομά μου κι ὁ ἄλλος οἱ δούλεψές μου γιὰ τὴν πατρίδα.
(Δ. Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», ἔκδ. «Ζαχαρόπουλος» σελ. 13).

.                 Αὐτὰ γίνονται τὸν Σεπτέμβρη τοῦ 1833. Μάλιστα -νὰ γράψουμε καὶ κάτι νόστιμο ἀπὸ τὴν εὐφυῆ θυμοσοφία τοῦ Κολοκοτρώνη- ἔστειλαν ἕνα «τσοῦρμο», σαράντα «χωροφύλακες» γιὰ νὰ ἁλυσοδέσουν, ποιόν; τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Ἀρχηγός τους κάποιος εὐτελὴς καὶ γλοιώδης μοίραρχος, ὀνόματι Κλεώπας. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, εἶπε:
-Τί χρειαζόταν, ὠρὲ Κλεώπα, τόσο ἀσκέρι; Ἔφτανε νὰ μοῦ στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρό, ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου κάνουν θελήματα. Μ’ ἕνα γράμμα στὸ στόμα νὰ πάω στ’ Ἀνάπλι καὶ μ’ ἕνα φαναράκι νὰ φέγγει καὶ τῶν δυονῶν μας… (Ποῦ νὰ καταλάβει ὁ Κλεώπας ὅτι «τὸ μαλλιαρὸ σκυλὶ γιὰ θελήματα» ἦταν ὁ ἴδιος. Γέμισε ὁ τόπος σήμερα ἀπὸ τέτοια μαλλιαρὰ σκυλιὰ καὶ κουτάβια, ὅπου κάνουν τὰ θελήματα τῶν ἀφεντάδων τους…).
.               Θυμήθηκα τὴν ἀπάντηση τοῦ Κολοκοτρώνη στὸν Βαυαρὸ ἀντιβασιλέα, ἀκούγοντας τὶς ἀπειλὲς ποὺ νυχθημερὸν ἐκτοξεύονται ἀπὸ τοὺς «εὐκλεεῖς» γείτονές μας καὶ τοὺς ποικιλώνυμους «ἑταίρους» μας. Κανονικὰ τὰ κανάλια, μαζὶ μὲ τὸ δελτίο καιροῦ, πρέπει νὰ καθιερώσουν καὶ ἕνα δελτίο ἀπειλῶν καὶ ὕβρεων ποὺ ἐξεμοῦν κατὰ τῆς πατρίδας μας.
.                 Καὶ ἀναρωτιέσαι γιατί; Τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδωσε ὁ Κολοκοτρώνης. Γιὰ δύο λόγους:
.           Ὁ ἕνας εἶναι τὸ ὄνομά μας. Ἑλλάς, Ἕλληνας, «τιμιωτέρα ἰδιότης» δὲν ὑπάρχει στὴν οἰκουμένη. Ὁ δεύτερος εἶναι οἱ «δούλεψές μας» γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Εἶναι ὁ Ἑλληνισμός, πηγὴ ἀείροος, ποὺ ἄρδευσε καὶ δρόσισε τὸν κόσμο ὅλο. Θὰ περιοριστῶ στοὺς ὅμορους “φίλους”…
.              Συνορεύουμε βόρεια καὶ ἀνατολικὰ μὲ τέσσερις χῶρες. Ἀλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία καὶ Τουρκία.
.            Οἱ Ἀλβανοὶ μετατρέπονται σ’ αὐτὸ ποὺ γνωρίζουν καλά, σὲ Τουρκαλβανούς. Στὴν ἱστορία ἔτσι τοὺς γνωρίσαμε. Ὅποτε ὁ σουλτάνος, τὸ “γομάρι” ποὺ λέει καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἤθελε νὰ σφάξει καὶ νὰ ρημάξει ἕναν τόπο ἑλληνικό, ποιούς ἔστελνε; Τους Τουρκοαλβανούς.
.            Στὰ 1780 κατέστρεψαν τὴν Πελοπόννησο, τότε χάθηκε τὸ κολοκοτρωναίικο, γλίτωσαν λίγοι, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Θοδωράκης, γιατί ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ζήσει. Καὶ ἀργότερα, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, τὰ ἴδια ἔκαναν τὰ «ταγκαλάκια», ὅπως τοὺς ὀνομάζει ὁ Γέρος στὰ ἀπομνημονεύματά του. Τὸ 1940 δέκα τάγματα Ἀλβανῶν, ἀκολουθοῦν σὰν ὕαινες τοὺς Ἰταλοὺς μὲ σκοπό, τί ἄλλο; Τὸ πλιάτσικο, τὴν ἁρπαγή, τοὺς βιασμοὺς καὶ δολοφονίες. Αὐτά, δηλαδὴ ποὺ ἔπραξαν  κατὰ τὴν περίοδο τῆς κατοχῆς οἱ μωαμεθανοὶ τσάμηδες. Καὶ τώρα ὀνειροφαντάζονται «μεγάλες Ἀλβανίες», ποιοί; Αὐτοὶ ποὺ ποτὲ δὲν πολέμησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους, ἡ ὁποία τοὺς χαρίστηκε χάρις στὴν κακουργία τῶν Ἰταλῶν καὶ Αὐστριακῶν κυρίως. (Μαθαίνουμε σὲ χιλιάδες Ἀλβανοὺς γράμματα στὰ σχολεῖα μας. Ὅμως μ’ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἀνισόρροπος Ράμα, τὸ τσιράκι τοῦ Ἐρντογάν, καὶ ποὺ σίγουρα κάποιοι, μᾶλλον οἱ περισσότεροι ἐν Ἑλλάδι Ἀλβανοὶ τὰ υἱοθετοῦν καὶ τὰ συζητοῦν στὰ σπίτια τους, σὲ λίγο καιρὸ τὴν σαχλαμάρα ποὺ κάνουν μὲ τὰ χέρια τους, ἀναπαριστώντας ἐκεῖνο τὸ ἐρεβῶδες ὄρνεο τῆς σημαίας τους, δὲν θὰ τὴ βλέπουμε μόνο στὰ στρατόπεδα, ἀλλὰ καὶ στοὺς αὔλειους σχολικοὺς χώρους. Τὰ περὶ ἀφομοιώσεως βρίσκονται μόνο στὰ μυαλὰ τῶν ἐθνομηδενιστῶν. Τώρα ποὺ μᾶς χρειάζονται οἱ πατρικὲς ὁρμήνειες τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Καραϊσκάκη, τὸ ὑπουργεῖο ἀνθελληνισμοῦ, διὰ τοῦ ΙΕΠ, προσπαθεῖ νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὰ σχολεῖα, ἀπὸ τὰ βιβλία ἱστορίας).
.               Πᾶμε στὸ δεύτερο ἀπολειφάδι τῆς γειτονιᾶς μας. Τὰ Σκόπια, τὸ περίπου κράτος, θνησιγενὲς ἐξάμβλωμα, κατασκεύασμα εὐκαιριακό. Τὸ 1941, ὅταν οἱ Γερμανοί, τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, εἰσβάλλουν στὴν πατρίδα μας, αὐτοί, ἀπόνερα τῶν κομιτατζήδων -κομιτατζής: συνώνυμο τῆς κτηνωδίας- τοὺς ἔραιναν μὲ ροδοπέταλα. Ὁ Κροάτης καὶ μέγας μισέλλην Τίτο τοὺς ἔκανε κράτος, τοὺς βάφτισε «Μακεδόνες» καὶ τὸ πίστεψαν οἱ ἀπατεῶνες τῆς ἱστορίας. Θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς πεῖ Σέρβους, Κροάτες, Ἀλβανούς, Αὐστριακούς, Κινέζους… Ὄχι. Μακεδόνες, τὴν Ἑλλάδα εἶχε σκοπὸ νὰ προσβάλλει ὁ Τίτο, ποὺ πολλοὶ ἡμέτεροι κρετίνοι θαύμαζαν καὶ θαυμάζουν. Ὅσο ἔκαναν τὶς βρωμοδουλειὲς τῶν Ἀμερικανῶν καὶ τῶν Τούρκων καὶ ἔρρεαν τὰ δολάρια, ἐπιδίδονταν σὲ λεονταρισμοὺς καὶ ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς ξεφτίλας καὶ τῆς ὕβρεως, ὥστε νὰ αὐτοχειροτονοῦνται ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Τώρα ποὺ ἄλλαξαν οἱ ἰσορροπίες καὶ δὲν βρίσκουν πάτρωνα, ἢ καλύτερα «πορνοβοσκό», ἀκοῦν τὸ «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Θὰ διαλυθοῦν, κανεὶς δὲν θὰ λυπηθεῖ, γιατί τὴν ὕβριν ἀκολουθεῖ ἡ νέμεσις. Ζοῦν ἐκεῖ 200.000-250.000 χιλιάδες Ἕλληνες καὶ κάποιες πάλαι ποτὲ ἀνθηρὲς ἑλληνίδες πόλεις – Μοναστήρι, Στρώμνιτσα, Κρούσοβο, Ἀχρίδα, Δοϊράνη– μήπως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας;
«Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
κι ἂς τὸ πατοῦν ξένοι
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει»,  γράφει ὁ Παλαμᾶς.
.             Ἔχουμε καὶ τοὺς Βούλγαρους. Ξεδοντιασμένοι τώρα καὶ «εὐγνώμονες», γιατί ὅλη ἡ βιομηχανικὴ καὶ βιοτεχνικὴ Βόρειος Ἑλλὰς μετακόμισε στὴν χώρα τους, ὅπου δὲν ὑπάρχουν μνημόνια καὶ φορολογικὲς λερναῖες ὕδρες. Βεβαίως ἡ Παναγία ἡ Εἰκοσιφοίνισσα ἀκόμα περιμένει τὰ διαγουμισμένα κειμήλιά της καὶ σίγουρα κάποιοι ἀκαδημαϊκοὶ καὶ πολιτικοὶ “κύκλοι” τῆς Σόφιας μελετοῦν τὸν χάρτη τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ βαριαναστενάζουν…
.                 Καὶ τέλος τὸ λυσσασμένο ἀγαρηνὸ σκυλί, ἡ Τουρκιά, ἴδια πάντοτε, αἱμοχαρὴς καὶ ὑπερφίαλη, μάστιγα τῆς Ἀσίας καὶ κατάρα τῶν Βαλκανίων. Ὁ κοινὸς νοῦς βλέποντας τὶς δηλώσεις, τὶς προκλήσεις, τὶς ἐξωφρενικὲς καὶ ποταπὲς ἀπαιτήσεις, σκέφτεται ὅτι ἐπιδιώκει τὴν σύρραξη. Ἔχοντας ἀπέναντί της μία ἡγεσία «ἀγραβάτωτη» καὶ πνιγμένη στὴν ἰδεοληψία της, ἄθεο σκορποχώρι, ποὺ δὲν ἔχει συνέλθει ἀκόμη ἀπὸ τὴν παταγώδη καθίζηση τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τὴν καθολικὴ χρεωκοπία τοῦ σοβιετικοῦ συστήματος καὶ ἕναν λαὸ ἀποχαυνωμένο σὲ μάζα βουλιμικὰ φιλοθεάμονα -κάτι σὰν «γαλαρία» σχολικοῦ λεωφορείου ποὺ τὸ «γλεντάει» φαιδρολογώντας, μικρολογώντας καὶ ἐπιχαίροντας γιὰ τὰ δεινὰ τῶν γυμνοσάλιαγκων «παικτῶν» τοῦ survivor- συμπεραίνει ὅτι “θὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τοῦ τρελοκομείου”, θὰ χτυπήσει. Τί θὰ γίνει; Κανεὶς δὲν ξέρει.
.               Νὰ ἐπιστρέψω πάλι στὴν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21 καὶ νὰ ὑπενθυμίσω αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος στὸν Κολοκοτρώνη, ὅταν στὴν ἀρχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπανάστασης ἐρίζουν οἱ καπεταναῖοι γιὰ τὰ πρωτεῖα καὶ ἡ δολερὴ διχόνοια χαμογελοῦσε «καθενὸς» μὲ τὸ σκῆπτρο της. «Σᾶς στέλνω τὸν Δράμαλη μὲ 30.000 ἀσκέρι γιὰ νὰ μονοιάσετε». Εὔχομαι μὴν μᾶς ἔλθουν πάλι ἀσκέρια ἀπὸ τῆς Ἀνατολῆς τὰ μέρη, γιατί τώρα δὲν ἔχουμε Κολοκοτρωναίους καὶ Παπαφλέσσηδες ποὺ ἦταν «ἱκανοὶ νὰ ἀποβάλουν τὴν σουλτανικὴ δουλεία μὲ σκέτο σαπουνόνερο», ὅπως γράφει ὁ Ἐλύτης.
.              Γράφω “τώρα”. Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΩΣΤΕ… “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ (Δ. Νατσιός) «Ἐρωτῶ τοὺς οἰκουμενιστὲς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους, ποὺ ὅταν βλέπουν τὸ “θηρίο” κάνουν… κωλοτοῦμπες- ξιπάζονται ἀπὸ τὴν χαρά τους-, θὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξη;»

ΩΣΤΕ… “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

«Ἤθελα νὰ ἤμουν ὄμορφος
νὰ ἤμουν καὶ παλικάρι
νὰ ἤμουνα καὶ τραγουδιστὴς
δὲν ἤθελ’ ἄλλη χάρη»
(δημοτικὸ τραγούδι)

(Ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ ἀναγνώστης τοῦ κειμένου. Ἴσως θεωρήσει ὅτι δὲν συμβαδίζει ὁ τίτλος μὲ τὸ θέμα. Ὅμως γράφω ἀπὸ καρδίας)
.               Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σὲ μία πρὸς τὸν Τερτσέτη διήγησή του, εἶπε: «Εἶχαν παιχνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ἡρωικά. Τὰ τραγούδια τὰ ἔκαμναν οἱ χωριάτες, οἱ στραβοί, μὲ ταῖς λύραις». (Λέγοντας «στραβοὶ» ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἐννοεῖ τυφλούς. Ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια ἀκόμη οἱ μεγάλοι ραψωδοὶ καὶ ποιητὲς – Ὅμηρος, Δημοδοκὸς- εἶναι τυφλοί. Ἡ ποίηση καὶ ἡ ἀπαγγελία ἐπῶν ἦταν ἡ κύρια ἀπασχόλησή τους καὶ ἀποζοῦσαν ἀπ᾽ αὐτήν, γεγονὸς ποὺ ἐπιβίωσε καὶ ὣς τὰ πολὺ νεότερα χρόνια). Ἑρμηνεύοντας ὁ Κολοκοτρώνης τί ἦταν τὰ τραγούδια αὐτά, μᾶς δίνει τὸν ἑξῆς θαυμάσιο καὶ ἀμίμητο χαρακτηρισμό: « Τὰ τραγούδια ἦσαν ὕμνοι, ἦσαν ἐφημερίδες στρατιωτικές». (« Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης», τόμ. Α´ σελ. 40). Διηγεῖται ἀκόμη ὁ ἴδιος κάτι πολὺ νόστιμο. Βρέθηκε κάποτε καὶ ὁ Γέρος στὴν ἀνάγκη νὰ φτιάξει τραγούδι, ὅταν τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα πληροφορήθηκε ὅτι δισχίλιοι Τοῦρκοι θὰ περνοῦσαν ἀπὸ τὰ λημέρια του, σέρνοντας μαζί τους δεσμίους περὶ τοὺς ἑκατὸν πενήντα Ἕλληνες αἰχμαλώτους. «Ἀφοῦ -λέει- πρῶτα τοὺς τὸ ὁρμήνευσα μιλητά, ἔπειτα τὸ ἔκαμα τραγούδι καὶ τοὺς τὸ τραγούδησα». Ἀπ’αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύεται ὅτι, πλὴν τῶν ἄλλων ἀρετῶν του, ἦταν καὶ ποιητὴς καὶ μελοποιός. Τὸ τραγούδι τοῦ ἀθάνατου ἥρωα ἔχει ὡς ἑξῆς:

Καλὰ τρῶμε καὶ πίνουμε
καὶ λιανοτραγουδᾶμε
δὲν κάνουμε κι ἕνα καλὸ
καλὸ γιὰ τὴν ψυχή μας.
Ὁ κόσμος φτιάνουν ἐκκλησιὲς
φτιάνουν καὶ μαναστήρια.
Νὰ πᾶμε νὰ φυλάξουμε
στῆς Τρίχας τὸ γιοφύρι,
ποὺ θὰ περάσει ὁ Βόιβοντας
μὲ τοὺς ἁλυσσομένους
νὰ κόψουμε τοὺς ἅλυσσους
νὰ βγοῦν οἱ σκλαβωμένοι

(Τὸ ἐντόπισα στὸ λεξικὸ τοῦ «Ἡλίου», τόμ. Ε´, σελ. 1020).
(Νὰ πῶ κάτι γιὰ τὴν λέξη «μαναστήρια» ποὺ περιέχεται καὶ στὸ θαυμάσιο κολοκοτρωναίικο τραγούδι. Θυμᾶμαι ὅτι οἱ παλιοί, οἱ γέροι καὶ οἱ γιαγιάδες στὰ χωριά μας, στὰ Πιέρια, ἔτσι ἀποκαλοῦσαν τὰ μοναστήρια. Ἀκριβῶς γιατί τὰ “μαναστήρια” ἦταν ἡ μάνα τοῦ φτωχοῦ καὶ ἀνυπεράσπιστου λαοῦ. Ἐκεῖ ἔβρισκαν παρηγοριὰ καὶ καταφυγή, ὅταν τοὺς καταδίωκε ἡ ἰσλαμικὴ προστυχιά. Στὰ μοναστήρια ἄφηναν πολλὲς φορὲς τὰ κτήματά τους -μετὰ θάνατον- ὅταν κινδύνευαν ἀπὸ τὴν ἀπληστία τοῦ τοπικοῦ ἀγά. Γι’ αὐτὸ βρέθηκε ἡ Ἐκκλησία μὲ περιουσία, τὴν ὁποία ροκάνισε σιγὰ-σιγὰ τὸ ἀδηφάγο κράτος. Μακάρι καὶ σήμερα νὰ μπορούσαμε νὰ «μεταβιβάσουμε» τὴν ἀκίνητη περιουσία μας, τὴν ὑποθηκευμένη λόγῳ δανείων, στὴν Ἐκκλησία, μήπως καὶ γλιτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἡμεδαπῶν καὶ ξένων λεηλατῶν, ποὺ τὴν προορίζουν  γιὰ τοὺς… πρόσφυγες καὶ μετανάστες, τοὺς λαθρομετανάστες τοῦ Ἰσλάμ).
.           Νὰ ἐπανέλθουμε ὅμως στὸ τραγούδι καὶ στὴν ἐξαίσια παράδοσή μας ποὺ δὲν γλίτωσε κι αὐτὴ ἀπὸ τὰ πνευματικά… μνημόνια. Τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ κερδέμποροι τοῦ τηλεθεάματος ἔχουν ἐπινοήσει ἕναν ἄλλο τρόπο ἐκμετάλλευσης νέων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνεργων, γιὰ νὰ θησαυρίζουν. Εἶναι οἱ ἐκπομπὲς ἀναζήτησης ταλέντων στὸ τραγούδι. Καλλίφωνων ὑποτίθεται. Πέραν τῆς δυσωδίας, ποὺ ἀναδίδει ὅλο αὐτὸ τὸ ἐφεύρημα καὶ τῆς ψυχικῆς ἐξαθλίωσης ὅσων ἀπορρίπτονται ἀπὸ μία ἐπιτροπὴ τάχα καὶ εἰδημόνων -ξεφτίλες ποὺ διασύρονται γιὰ μία χούφτα εὐρώ-, ἐντύπωση προξενεῖ ἡ ἐπιλογὴ τῶν τραγουδιῶν. Τὰ 2/3 εἶναι ξένα καὶ λίγα τὰ ἑλληνικά, ἐλαφριᾶς κοπῆς. Ὅσο κι ἂν ἐθελοτυφλοῦμε, ἡ νέα γενιὰ ἀποκόπτεται πλήρως ἀπὸ τὴν Ἐθνική μας Παράδοση. Καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ ἀνεβαίνει καὶ στὴν… μεσόκοπη γενιά. Ὅλα τὰ φτηνὰ καὶ σάπια ὑποπροϊόντα τοῦ δυτικοῦ κακοφορμισμένου ἀποστήματος, συνεχίζουν νὰ γυαλίζουν ἐνώπιον τοῦ ἐξευρωπαϊσμένου Γραικοῦ.
.           Κρατηθήκαμε ὄρθιοι τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, γιατί οἱ Ἑλληνίδες μάνες μάθαιναν στὶς κόρες τους νὰ συλλαβίζουν τραγούδια ποὺ μοσχοβολοῦν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. «Κάλλιο νὰ ἰδῶ τὸ αἷμα μου /τὴ γῆς νὰ κοκκινίσει/παρὰ νὰ ἰδῶ τὰ μάτια μου/ Τοῦρκος νὰ τὰ φιλήσει». Καὶ οἱ Ρωμιὲς οἱ μάνες, ὅταν τοὺς ἔβρισκε τὸ κακό, γονάτιζαν καὶ παρακαλοῦσαν τὴν Θεομάνα μας:
«Ὤ! Παναγιά μου, Δέσποινα καὶ τοῦ Χριστοῦ μητέρα/
σὲ σένα παραδίνομαι, νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα/
κι ὄντας κοντύνει ἡ γλώσσα μου καὶ θαμπωθεῖ τὸ φῶς μου/
τότε κυρά μου, Παναγιά, νὰ στέκεις βοηθός μου».
.             Ἔχω γράψει καὶ γιὰ τὰ σχολικὰ βιβλία “Γλώσσας”, τὶς ἔντυπες ἀθλιότητες τοῦ ὑπουργείου ἀπαιδευσίας, ποὺ ἐκπαραθύρωσαν τὸ δημοτικὸ τραγούδι γιὰ νὰ τὸ ἀντικαταστήσουν μὲ συνταγὲς μαγειρικῆς. Καὶ καλὸ θὰ ἦταν ὅσοι ἐκπαιδευτικοὶ σέβονται τὴν γῆς, ποὺ τοὺς γέννησε, νὰ ὀργανώσουν μία θεματικὴ ἑβδομάδα -καὶ δύο καὶ τρεῖς- διδάσκοντας στοὺς μαθητὲς δημοτικὰ τραγούδια “τοῦ τελεσφορώτατου ὀργάνου τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς”. (Ν. Πολίτης). “Τίποτε τὸ δημοτικότερο ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ποιήματα καὶ τίποτα ὁμηρικότερο ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια”, θὰ πεῖ καὶ ὁ Παλαμᾶς.
.             Ἂς τὸ κατανοήσουμε ὅτι σάπιο πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὁ οἰκουμενισμὸς καὶ ἡ παγκοσμιοποίηση, μὲ δύναμη καὶ ταχύτητα ἐπιδημικῆς ἀρρώστιας, ἔχουν προσβάλει τὸν λαό μας, μὲ κίνδυνο ἀφανισμοῦ του, γιατί ξεραίνονται οἱ ρίζες. (Κάτι ἐμβόλιμο. Τὸ θηρίο τῆς Ρώμης, ὁ “καλοσυνάτος” πάπας, ἀποκάλεσε τὰ Σκόπια, “Μακεδονία”. Ἐπειδὴ εἶμαι Μακεδὼν τὸ Γένος, καὶ σκοτώθηκαν παπποῦδες μου γιὰ τὸ ἱερὸ ὄνομα τῆς γενέτειρας, καὶ καπνίζουν τὰ μάτια μου ἀπὸ ὀργή, ἐρωτῶ τοὺς οἰκουμενιστὲς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους, ποὺ ὅταν βλέπουν τὸ “θηρίο” κάνουν… κωλοτοῦμπες- ξιπάζονται ἀπὸ τὴν χαρά τους-, θὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξη; ΟΤΑΝ -τὸ γράφω μὲ κεφαλαῖα γράμματα-ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΡΟΣΒΑΛΕΙ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΣΟΥ, ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΟΥ ΕΧΥΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΟΥ, ΠΩΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ; TΟN ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΣΕ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ”, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΚΟΥΕΙ ΟΛΗ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΑ ΤΟΝ ΑΣΠΑΖΟΝΤΑΙ; ΑΥΤΟ ΕΚΑΝΑΝ Ο ΦΩΤΙΟΙ, ΟΙ ΜΑΡΚΟΙ, ΟΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΙ; Δοξάζουμε τὸν ἀναστημένο Σωτήρα μας, ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμη ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ποὺ συντηροῦν τὸ “οὐδὲν ἐποιήσαμεν” τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ).
.            Νὰ κλείσω μὲ δύο δίστιχα πετράδια τῆς δημοτικῆς ποίησης ποὺ δείχνουν τί λαὸς ζοῦσε κάποτε σ’αὐτὰ τὰ ματωμένα χώματα καὶ τί ἀλλόκοτος… ταϊφᾶς καταντήσαμε τώρα.

“Τάζω σου Παναγία μου
ὀκάδες τὸ λιβάνι
νὰ μᾶς ἐβάλεις τῶν δυονῶ
στὴν κεφαλὴ στεφάνι”.
.             Καὶ τὸ δεύτερο:

“ Ὁ κόσμος μ’ ἀπελπίζουνε
μὴ μ’ ἀπελπίζεις, Θέ μου
καὶ μὴ μ’ἀφήνεις νὰ χαθῶ,
Μεγαλοδύναμέ μου”

.                  Δὲν εἶναι καὶ τὰ δύο προσευχές;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ (Δ. Νατσιός) « Ἂν ὁ τωρινὸς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας, διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας».

Ὁ Κολοκοτρώνης ὡς παιδαγωγὸς τοῦ Γένους

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κλικίς

«Κολοκοτρώνης πέθανε στὸ γάμο τοῦ Κολίνου
τὸ θάνατο γνώρισε, πού ᾽θελε ν’ ἀποθάνη
καὶ τοῦ Γενναίου μίλησε, καὶ τοῦ Κολίνου λέγει:
Ποῦ εἶσαι, Γενναῖε στρατηγέ, Κολίνο σπουδασμένε!
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, μὲ τριγυρίζει ὁ Χάρος.
Σώπα, πατέρα, μὴν τὸ λές, μὴ λὲς πὼς θὰ πεθάνης
κι ἔχουμ’ ὀχτροὺς καὶ χαίρονται καὶ φίλους καὶ λυπάνται.
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, καὶ νά ᾽στε μονοιασμένοι»
«Ἅπαντα Κολοκοτρωναίων, τόμ. Α´ σελ. 74, ἔκδ. ΙΔΕΒ»

.                 Στὶς Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843, κλείνει τὰ μάτια του στὴν Ἀθήνα, τὸ ζωντανὸ Εἰκοσιένα, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Ἕλληνας ἥρωας μὲ τὴν σημαντικότερη θέση στὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τὸ νὰ θέλεις νὰ πλέξεις «τὸν ἐπιτάφιον στέφανον αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ περιλάβης τὸν μέγαν Ἑλληνικὸν Ἀγώνα», ὅπως ἀναφώνησε ὁ Σοῦτσος κατὰ τὸ ξόδι του.
.            Θὰ συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.

«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη.

«Ἐφύλαξα πίστην εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».

.            Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἄπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια του ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του. Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου.
.                Ἔλεγε ὁ ἅγιος, ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101). «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζετε καὶ στολίζετε; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων.
.               Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραΐμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.                   Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἠμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό τοῦ Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας, διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθεις ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδρ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὄρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγῳοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
.                 Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε, οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική του Εὐαγγελίου ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.              Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδᾶς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰ συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλό τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιὰ ποὺ μᾶς ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα. Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων της ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία στοὺς νάρθηκες.
.            Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν τους νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν». Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι καὶ ὄχι μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου;

,

Σχολιάστε