Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θ. Κολοκοτρώνης

«O ΘΕΟΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»

«Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ὑπογραφή Του
διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς  Ἑλλάδος…»
(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

Α. Κ. ΚΟΡΝΑΡΟΥ-ΚΑΛΑΜΑΡΑ
περιοδ. «Ὁ Κόσμος τῆς Ἑλληνίδος»,
Ἀρ. τ. 626, Μάρτιος -Ἀπρίλιος 2018 

.                           «Ἕλληνες, μὴ φοβεῖσθε. δὲν εἶναι πολλοὶ οἱ Τοῦρκοι, ὅπως σᾶς λέγουν. Κάνετε κουράγιο. Ἐγὼ θὰ βγῶ νὰ πολεμήσω. Ὁ Θεὸς εἶναι μὲ μᾶς, δὲ θὰ μᾶς ἀφήσει νὰ χαθοῦμε». Φώναζε μὲ τὴ βροντώδη φωνή του ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ στοὺς Ἕλληνες, γιὰ νὰ πολεμήσουν, ὅταν φόβος καὶ τρόμος ἁπλώθηκε στὴν Πελοπόννησο μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη ( Ἰούλιος 1822). Τότε τὰ μέλη τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως μέσα στὸν πανικὸ κατέφυγαν σὲ δύο γολέττες στὸ λιμάνι τῶν Μύλων, ἐνῷ ὁ Μαῖτλαντ, Ἄγλλος Ἁρμοστὴς στὰ Ἑπτάνησα, προφήτευσε: «Τὸν Αὔγουστο ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ὑπάρχει». Μὰ ὁ Κολοκοτρώνης τὸν διέψευσε κι ἐκείνη τὴ φορά. Ποτὲ δὲν ἀμφέβαλλε γιὰ τὴ νικηφόρο ἔκβαση τοῦ ἐθνικοῦ μας Ἀγῶνα, γιατὶ εἶχε πίστη βαθιὰ πὼς ὁ Θεὸς δὲν ἐγκαταλείπει τὴν Ἑλλάδα. « Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ὑπογραφή Του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν τὴν παίρνει ὀπίσω»,συνήθιζε νὰ λέει μὲ ἐπιμονή.
.                           Ἦταν πολὺ σκληρὸ τὸ ἔργο του καὶ ἀγωνιῶδες. Ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται στὰ Ἀπομνημονεύματά του Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς: «Ἡ ἀρχηγία ἑνὸς στρατεύματος Ἑλληνικοῦ ἦτον μία τυραννία, διατὶ ἔκαμνε καὶ τὸν ἀρχηγὸν καὶ τὸν κριτή, καὶ τὸν φροντιστή, καὶ νὰ τοῦ φεύγουν καθεημέρα καὶ πάλιν νὰ ἔρχωνται. νὰ βαστάῃ ἕνα στρατόπεδο μὲ ψέματα καὶ κολακείαις, μὲ παραμύθια, νὰ τοῦ λείπουν καὶ ζωοτροφὲς καὶ πολεμοφόδια καὶ νὰ μὴν ἀκοῦν καὶ νὰ φωνάζῃ ὁ ἀρχηγός, ἄλλον νὰ φοβερίζῃ, ἄλλον νὰ κολακεύῃ κατὰ τοὺς ἀνθρώπους». Ποῦ στηριζόταν λοιπὸν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ πῶς ἄντεχε ἐπικηρυγμένος ἀπ’ τοὺς Τούρκους νὰ τρέχει στὰ Κύθηρα ἢ στὰ Ἑπτάνησα, νὰ πολεμᾷ στὴν Πελοπόννησο, νὰ γίνεται θῦμα συνωμοσίας σὲ ἐμφύλιες διαμάχες, νὰ φυλακίζεται, νὰ δικάζεται, νὰ καταδικάζεται σὲ θάνατο καὶ νά… μένει μέχρι τέλους ἀλύγιστος καὶ ἀνίκητος; « Ἔχω τὸ θάρρος μου εἰς τὸν Προστάτην τῆς Ἑλλάδος Θεόν», ἔλεγε. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ἡ ἀρχαιοελληνικὴ περικεφαλαία στὸ κεφάλι του, μὲ τὸν μεγάλο λευκὸ σταυρὸ στὸ ἐμπρόσθιο μέρος, ἦταν σύμβολο Πατρίδας καὶ Θρησκείας.
.                           «Εἶναι θέλημα Θεοῦ. Εἶναι κοντά μας καὶ βοηθάει, γιατὶ πολεμᾶμε γιὰ τὴν πίστη μας, γιὰ τὴν πατρίδα μας, γιὰ τοὺς γέρους γονιούς, γιὰ τὰ ἀδύνατα παιδιά μας, γιὰ τὴ ζωή μας, τὴ λευτεριά μας… Καὶ ὅταν ὁ δίκαιος Θεὸς μᾶς βοηθάει, ποιὸς ἐχθρὸς ἠμπορεῖ νὰ μᾶς κάνει καλά;». Μὲ τέτοια λόγια, σὰν ἀπὸ θεία φώτιση, φτέρωνε τὶς καρδιὲς τῶν ἀγωνιστῶν ὁ Κολοκοτρώνης, καλώντας τους νὰ πολεμήσουν τὸν κατακτητή. Κι ἔτρεχαν κοντά του σὰν τὰ ρυάκια.
.                           Σὲ ὥρα φυγῆς καὶ σφαγῆς γεννήθηκε. Ἑτοιμόγεννη ἡ μάννα του Ζαμπία ἔτρεχε νὰ σωθεῖ, κυνηγημένη ἀπ’ τοὺς Τούρκους, καὶ τὸν γέννησε κάτω ἀπὸ μιὰ φτελιὰ στὸ Ραμοβούνι τῆς Μεσσηνίας, στὶς 30 Ἀπριλίου 1770, Δευτέρα τῆς Λαμπρῆς. Μέσα στὸν καθαρὸ ἀέρα τῆς φύσης κράτησε ὁ Θοδωράκηςβρέφος ἀμόλυντη τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ στὰ σπλάχνα του καὶ τὸν θέριευε στὰ δύσκολα καὶ ἀδύνατα. Φόβος καὶ τρόμος ἔγινε στοὺς Τούρκους. «Πύργος δυνάμεως» καὶ μόνο τὸ ὄνομά του στὰ παλληκάρια του. «Εἶμαι ὁ Κολοκοτρώνης», τοὺς φώναζε, «ἀκολουθῆστέ με καὶ ἔχει ὁ Θεός».
.                           Ἀπ’ τὰ 15 του χρόνια ἁρματολός, στὰ 17 καπετάνιος. Ἄλλοτε κλέφτης στὴ στεριά, ἄλλοτε πειρατὴς μὲ τὸν Βλαχάβα καὶ τὸν Νικοτσάρα στὴ θάλασσα, ἔγινε ἔμπειρος στοὺς ἀγῶνες, καὶ ὑπηρετώντας στὸν ρωσικὸ στρατὸ στὰ Ἑπτάνησα ἢ μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ ταγματάρχη στὸν ἀγγλικὸ ἔμαθε τὴν τακτικὴ τοῦ πολέμου καὶ ἔδειχε ἡγετικὲς ἱκανότητες. Στὰ Ἑπτάνησα μελέτησε καὶ τὴν Ἑλληνικὴ Ἱστορία. Σὲ ἡλικία 8-9 χρόνων εἶχε μάθει τὴν Ἀλφαβήτα καὶ λίγα γράμματα ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα στὸ Μοναστηράκι τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, κοντὰ στὸ Πυργάκι τῆς Πελοποννήσου. Ἐκεῖ ὁ πατέρας του Καπετὰν Κωνσταντής, κυνηγημένος ἀπὸ Τούρκους κι Ἀρβανιτάδες λίγο μετὰ τὰ Ὀρλωφικά, ἔκρυψε τὴ γυναῖκά του καὶ τὰ ἕξι μικρά τους γιὰ προστασία. «Εἰς τὸν καιρὸν τῆς νεότητάς μου ὅπου ἠμποροῦσα νὰ μάθω κάτι τι, σχολεῖα, Ἀκαδημίαι δὲν ὑπῆρχαν… Τὸ Ψαλτήρι, τὸ Κτωήχι, ὁ Μηνιαῖος καὶ αἱ Προφητεῖαι ἦσαν τὰ βιβλία ποὺ ἀνέγνωσα», διηγεῖται.
.                           Σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν ἔκανε τὸν γάμο του καὶ ἀπέκτησε ἕξι παιδιά. Κι ὅταν μυήθηκε στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία τὸ 1828 στὴ Ζάκυνθο, μόλις ὁρκίσθηκε, εἶπε: « Ἐγώ, ἡ φαμίλια μου, τ’ ἅρματά μου, ὅ,τι ἔχω εἶναι γιὰ τὴν Ἑλλάδα». Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, πῆρε τὸ μήνυμα ἀπὸ τὸν Ὑψηλάντη, καὶ ἀποβιβάστηκε στὴ Μάνη. « Ἔκοψα δύο σημαῖες μὲ Σταυρὸ κι ἐκίνησα». Μὲ τὸν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κήρυξαν τὴν Ἐπανάσταση στὴν Καλαμάτα στὶς 23 Μαρτίου 1821. Τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, 25 Μαρτίου, ἤθελαν νὰ κάνουν ἀρχή, γιὰ νὰ σημάνει καὶ ὁ Εὐαγγελισμὸς τοῦ Γένους μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Ἀλλὰ ἤδη μὲ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Καλαμάτας, ξημερώνοντας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ κόσμος εἶχε ξεσηκωθεῖ.
.                          Ἀπ’ ὅπου περνοῦσαν ἠχοῦσαν οἱ καμπάνες χαρμόσυνα, οἱ ἱερεῖς τοὺς εὐλογοῦσαν, ὁ λαὸς τοὺς φιλοῦσε. «Οἱ Ἕλληνες ὅπου ὅλοι μὲ τὲς εἰκόνες ἔκαναν δέησι καὶ εὐχαριστίες… Μοῦ ἤρχετο νὰ κλαύσω ἀπὸ τὴν προθυμία ποὺ ἔβλεπα».« Ἡ ὥρα ἔφθασε. Τὰ πάντα εἶναι δικά μας, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ παντὸς μεθ’ ἡμῶν ἔσεται…», ἔγραφαν σὲ ἐπιστολή τους ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ὁ Παπαφλέσσας πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Ἀρκαδίας. Οἱ Τοῦρκοι ἔτρεχαν νὰ κλειστοῦν στὰ κάστρα. Ἡ ἐπανάσταση γενικεύθηκε στὴν Πελοπόννησο. Ὁ Κολοκοτρώνης ἀεικίνητος τὴν ἀλώνιζε ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη, μέρα καὶ νύχτα, καλπάζοντας μὲ τ’ ἄλογό του, ποὺ πετοῦσε, μὰ καὶ τὸ στιβαρό του πάτημα ἤξερε κορφοβούνια καὶ διάσελα, μονοπάτια κι ἀπόκρυφες λαγκαδιές. Οἱ Ἕλληνες ὅμως, ἀσυνήθιστοι ἀπὸ τὴ στρατιωτικὴ ζωὴ καὶ ἄοπλοι, ἄφηναν τὸ στρατόπεδο καὶ ἔτρεχαν στὶς οἰκογένειές τους. Τοὺς ἔβλεπε νὰ φεύγουν καὶ τοῦ ἔρχονταν δάκρυα.
.                          Νὰ τί μᾶς λέει ὁ ἴδιος: «Ἔκατσα ἕως ποὺ ἐσκαπέτισαν… ἀπὲ κατέβηκα κάτου, ἦτον μία ἐκκλησία εἰς τὸν δρόμον, ἡ Παναγία στὸ Χρυσοβίτζι, καὶ τὸ καθησιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τὴν Ἑλλάς: Παναγία μου, βοήθησε καὶ τούτην τὴν φορὰν τοὺς Ἕλληνας νὰ ἐμψυχωθοῦν, καὶ ἐπῆρα ἕναν δρόμον κατὰ τὴν Πιάνα… ἐγὼ ἤμουν καὶ χωρὶς τουφέκι…». Ἡ προσευχή του εἰσακούστηκε. «Σὲ τρεῖς ἡμέρες ἔμασα 300 καὶ ἔρριξα τὸ ὀρδί μου εἰς τὴν Πιάνα ἀγνάντια ἀπὸ τὴν Τριπολιτσὰ τρεῖς ὥρες». Προστάτιδά του ἔνιωθε τὴν Παναγία κάθε στιγμή. Τὴν ἐπικαλοῦνταν καὶ μέσα ἀπὸ τὰ ὄνειρα. Ἀπολαυστικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ Φωτάκου: «Ὁ Κολοκοτρώνης, ὅταν διέταττε τὰς θέσεις εἰς τοὺς στρατιώτας, ἐκάθητο εἰς ἕνα μέρος, ἔγερνε τὴν κεφαλὴν καὶ ἐκαμώνετο ὅτι τάχα τοῦ ἤρχετο ὕπνος καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀλίγον ἐξύπνα, ἔτριβε τὰ μάτια του, ἐχασμουργέτο καὶ ἔλεγεν ὅτι εἶδε ὄνειρον: μίαν γυναῖκα μὲ βουνήσια φορέματα καὶ ὅτι τάχα ἦτον ἡ Παναγία… ἐνῷ ἄλλες φορὲς ποὺ οἱ στρατιῶται ἤθελαν νὰ πολεμήσουν ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, τοὺς ἔλεγε ὅτι δὲν εἶδε τὴν Παναγίαν».
.                          Ἐπὶ ἕξι μῆνες κράτησε ἡ πολιορκία τῆς Τριπολιτσᾶς. Ἡ ἅλωσή της (23 Σεπτεμβρίου 1821) παγίωσε τὴ θέση τῆς Ἐπανάστασης. Νοῦς καὶ ψυχὴ τῆς πολιορκίας ἦταν ὁ Κολοκοτρώνης, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ φωτισμένος πολέμαρχος ἀπέδιδε τὴ νίκη στὸν Θεό. «Τώρα ὁ Ἅγιος Θεὸς ἠθέλησε καὶ μᾶς ἐδυνάμωσε καὶ ἐπήραμε τὴν Τριπολιτζά», γράφει.
.                          Στὰ Δερβενάκια, στὴν περίφημη δημηγορία του πρὶν ἀπὸ τὴ μάχη, τοὺς εἶπε, ὅπως ἀναφέρει ὁ Φωτάκος: « Ἀπόψε ἦλθεν ἡ Παναγία καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι θὰ εἴμεθα νικηταὶ τόσον πολύ, ὅπου ἄλλην νίκην καλλιτέραν ἀπὸ τὴν σημερινὴν δὲν ἐκάμαμεν… ὁ Θεὸς εἶναι μὲ ἡμᾶς, νὰ μὴν σᾶς μέλλει τίποτε!…».
.                          Ἡ μάχη στὰ Δερβενάκια δόθηκε στὶς 22 Ἰουλίου 1822, ἀνήμερα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς μάχης, γράφει ὁ αὐτόπτης Φωτάκος, ὁ Κολοκοτρώνης ἔβαλε «τοὺς ἱερεῖς καὶ ἐδιάβαζαν παράκλησιν, ὁ Παπαγιαννόπουλος ἔψαλλε καὶ ὁ ἀρχηγὸς εἶχε τὸ κιάλι καὶ ἔβλεπε τοὺς Τούρκους…».
.                          Κι ὅταν τὴν ἑπομένη τοῦ θριάμβου μετέδωσε μὲ γράμμα του τὴν εἴδηση στοὺς Ὑδροσπετσιῶτες, γράφει: «Γνωστοποιῶ πρὸς ὅλους τοὺς πατριῶτας τὴν λαμπρὰν νίκην ὅπου ὁ Θεὸς καὶ ἡ χθὲς ἑορτάζουσα Ἁγία Παρασκευὴ μᾶς ἐχάρισεν…». Ἐκεῖνος σὰν νὰ μὴν ἔκανε τίποτε. Ἀφιερώνει τὴν τιμὴ καὶ πάλι στὸ Θεῖον!
.                          Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ Κολοκοτρώνης, προσευχόταν σὰν παιδί, διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο, ἐκκλησιαζόταν τακτικὰ σὲ συγκεκριμένη ἐκκλησία τῆς Τριπολιτσᾶς, νήστευε, ἔκανε τάματα γιὰ τὴν πατρίδα του, συμμετεῖχε στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶχε χτίσει ναὸ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων μέσα στὸ κτῆμά του στὸ Ναύπλιο, καὶ μεγάλωσε τὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὴν Ἀλωνίσταινα ἀπὸ τὰ λάφυρα τοῦ Δράμαλη. Ἐμεῖς τὸν βλέπουμε ὡς ἕναν ἀτρόμητο πολεμιστή, σκληρὸ καὶ ἀγριωπό, μὲ τὰ φλογερὰ μάτια καὶ τὴ βουερὴ φωνή, ἀδάμαστο καὶ ἀκατάβλητο, ὡς Ἡγέτη καὶ Ἀρχιστράτηγο! Ἀλλὰ ἐκεῖνος ἦταν ἄνθρωπος μὲ χάρες, εὐαίσθητος, μὲ βαθὺ θρησκευτικὸ συναίσθημα καὶ ἀρετὲς συνειδητοῦ χριστιανοῦ.
.                          Ἀμνησίκακος καὶ ὑποχωρητικός, προσπαθοῦσε νὰ ἀμβλύνει τὶς ἀντιθέσεις. «Θάψατε εἰς τὴν θάλασσαν τὰς ἔριδας καὶ τὰς διχονοίας», φώναζε, ὅταν τὸν ἀποφυλάκισαν ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία τῆς Ὕδρας, ἆρον ἆρον, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Ἰμπραήμ (1825). Συγχωροῦσε τοὺς ἐχθρούς του. Συγχώρησε τοὺς φονιάδες τοῦ ἀδελφοῦ Γιάννη καὶ ἐκείνους ποὺ σκότωσαν τὸν πατέρα του τὸ 1780 στὴν Καστάνιτσα τῆς Μάνης. «Ἠρκέσθη νὰ τοὺς ζητήσῃ τὸ τουφέκι τοῦ πατρός του, τὸ ὁποῖον λαβὼν περιηργύρωσε». Κι ὅταν σκοτώθηκε ὁ ἀγαπημένος του γιὸς Πᾶνος (1824), καὶ ὁ ἄλλος του γιός, ὁ Γενναῖος, ἀνακάλυψε τοὺς δράστες καὶ δὲν τοὺς σκότωσε, παρὰ μόνο τοὺς διέταξε νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, «Ἔκανες πολὺ καλὰ ὡς Κολοκοτρώνης – ἂν τοὺς ἐσκότωνες, δὲν ἤσουν παιδί μου», τοῦ εἶπε ὁ Γέρος, ὅταν πληροφορήθηκε τὰ σχετικά (Θ. Ρηγόπουλος).
.                          Σεβόταν τὰ ἅγια Μυστήρια. Ἑκατὸν εἴκοσι παιδάκια εἶχε βαφτίσει, ὅλα Θοδωράκηδες καὶ Θοδωροῦλες, «γιὰ νὰ μὴν ξεχνάει πῶς τὰ λένε», ὅπως ἔλεγε χαριτολογώντας ὁ ἴδιος, ἀναφέρει ὁ Γ. Τερτσέτης. «Ἱερὸν μυστήριον» θεωρεῖ τὸν γάμο. «Κύριε Ρήγα Παλαμήδη. Ἐπειδὴ μεθαύριον Κυριακὴν ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ ἡ χαρὰ τοῦ υἱοῦ μου Πάνου, διὰ νὰ ἀνανεωθῇ λοιπὸν ἡ παλαιά μας συγγένεια διὰ τοῦ ἱεροῦ τούτου μυστηρίου, σὲ προσκαλῶ νὰ λάβῃς τὴν φροντίδα νὰ τὸν στεφανώσῃς. 8 Φεβρ. 1823, ὁ ἀδελφὸς Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του στὸν Ρήγα Παλαμήδη.
.                          Ἀλλὰ καὶ τὴ νηστεία τηροῦσε μὲ μεγάλη συνέπεια ὁ ἴδιος, καὶ τοὺς στρατιῶτές του παρακινοῦσε νὰ νηστεύουν. Εἴκοσι τρεῖς ὧρες πολεμοῦσαν στὸ Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821). Νὰ τί γράφει γιὰ ἐκείνη τὴν πρώτη μεγάλη νίκη τοῦ Ἀγῶνα: « Ἐκεῖνος ὁ πόλεμος ἐστάθη ἡ εὐτυχία τῆς πατρίδος… Ἐπειδὴ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἦτο Παρασκευή, ἔβαλα λόγον ὅτι πρέπει νὰ νηστεύωμεν ὅλοι διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ νὰ δοξάζεται εἰς αἰῶνας αἰώνων ἕως οὗ στέκει τὸ Ἔθνος, ὅτι ἦτον ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος».
.                          Σὰν πραγματικὸς πατέρας ἀγαποῦσε τοὺς στρατιῶτές του. Ὅπως γράφει ὁ ὑπασπιστής του Φωτάκος: «Προσπαθοῦσε νὰ τοὺς κάμῃ νὰ γνωρίζονται, ν’ ἀγαπιῶνται καὶ νὰ πονοῦνται μεταξύ των… Ἔπαιζαν, ὡμιλοῦσαν, ἔρριχναν τὸ λιθάρι, ἐχόρευαν, ἐπήδαγαν, καὶ ἔπειτα μὲ μίαν φωνὴν τοὺς ἐπανέφερε εἰς τὰ ἅρματα».
.                          Στὴ Χάρη τῆς Παναγίας εἶχε κτίσει ἕνα μοναστηράκι κι ἀποσυρόταν συχνὰ ἐκεῖ, ὅταν εὕρισκε εὐκαιρία, γιὰ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ γαληνεύει. «Μία φορά», λέει ὁ Κολοκοτρώνης, «ἐπῆγα εἰς τὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Μονῆς. αὐτὸ τὸ Μοναστήρι ἦτον μεγάλο καὶ ἐχαλάσθη εἰς τὴν πρώτην Τουρκιά. ὅταν ἐπέρασα, ἦτον μία μάνδρα χαλασμένη καὶ σκεπασμένη ἡ ἐκκλησιὰ μὲ κλάδους δένδρων. Τότε ἔταξα ὅτι: Παναγία, βοήθησέ μας νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας ἀπὸ τὸν τύραννο, καὶ νὰ σὲ φκειάσω καθὼς ἤσουν πρῶτα (1803). Μὲ ἐβοήθησε, καὶ εἰς τὸν δεύτερον χρόνον τῆς ἐπαναστάσεώς μας ἐπλήρωσα τὸ τάμα μου καὶ τὴν ἔφκειασα… Εἰς τὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Μονῆς ἐπήγαινα κάθε χρόνο».
.                          Μὰ καὶ πόσο οὐρανόσταλτο μήνυμα θεώρησε κατὰ τὸ 1823 τὴν εἴδηση ὅτι στὴν Τῆνο βρέθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Μὲ δάκρυα χαρᾶς φώναξε: «Ἔ, τώρα πιὰ ὁ Θεὸς στερέωσε τὴν ὑπογραφή Του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος…», κι ἂς ἦταν τότε σὲ ἔξαρση ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός. Νὰ θεωρήσουμε πὼς ἡ Χάρη Της τὸν ἀντάμειψε γιὰ τὴν πίστη του, τὸν διαφύλαξε ἐν ζωῇ καὶ τὸν ἀξίωσε νὰ φθάσει προσκυνητὴς τῆς Ἁγίας Εἰκόνας στὸ νησί Της τὸ 1838;
.                          Πάντα μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ ζοῦσε ὁ Κολοκοτρώνης καί «ἐγκαρδίωνε», ὅπως ἔλεγε, τοὺς Ἕλληνες. Καὶ τοὺς φώναζε ἀποκαλώντας τους « Ἕλληνες», γιὰ νὰ τοὺς θυμίζει τὴν καταγωγή τους, ἀνακινώντας μέσα τους τὸ ἔνδοξο παρελθὸν τοῦ Γένους μας. Τότε ποὺ ὁ Ἰμπραήμ (1827) καλοῦσε μὲ ὑποσχέσεις τοὺς Μανιάτες «νὰ προσκυνήσουν»(νὰ πᾶνε μὲ τὸ μέρος του), ἦταν κίνδυνος νὰ προσκυνήσει ὅλη ἡ Πελοπόννησος. «Εἰς τὸν καιρὸν τοῦ προσκυνήματος», λέει στὴ Διήγησή του, «ἐφοβήθηκα μόνο διὰ τὴν πατρίδα μου». Ἔκανε ἀγῶνα καὶ τότε νὰ προλάβει «νὰ κινηθοῦν ὅσοι βαστοῦν ἅρματα καὶ πιστεύουν Χριστὸ καὶ ἀγαποῦν τὴν πατρίδα. Ἐλάτε νὰ ἀπαντήσουμε καὶ αὐτὸν τὸν μεγάλο κίνδυνο… Δοξολογίαις εἰς τὸν Ὕψιστον, ἄνδρες καὶ γυναῖκες». Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ λαὸς θρηνοῦσε γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ Ἰ. Καποδίστρια, ὁ Κολοκοτρώνης τοὺς παρηγοροῦσε καὶ τοὺς ἐμψύχωνε μὲ τοῦτα τὰ λόγια: « Ἕλληνες, πηγαίνετε στὰ σπίτια σας, μὴν ἔχετε κανένα φόβο, καὶ τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμις θέλει τὰ οἰκονομήσει ὅλα». Ἀκόμα καὶ στὶς προσωπικές του κρίσιμες ὧρες ἐπικαλοῦνταν μόνο τὴ θεία δύναμη. Στὴ μεγάλη δίκη ( ἈπρίλιοςΜάιος 1834), ποὺ κατηγορήθηκε γιά «ἐσχάτη προδοσία» –ὅτι δῆθεν ἑτοίμαζε συνωμοσία μὲ ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς ἐναντίον τοῦ ἀνήλικου βασιλιᾶ Ὄθωνα–, ὅταν ἄκουσε τὴν καταδίκη του εἰς θάνατον, ἔκανε τὸν σταυρό του λέγοντας: «Κύριε ἐλέησον! Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Μὲ τὴν ἐνηλικίωση τοῦ Ὄθωνα, τοῦ δόθηκε χάρη καὶ εὐτύχησε νὰ ἀπολαύσει τὴ λαϊκὴ ἀναγνώριση.
.                          Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, μὲ τὴ σύνεση καὶ τὴν εὐφυΐα, τὴν τόλμη καὶ τὸν βαρύτατο λόγο του, ἔμεινε στὶς καρδιὲς τῶν Ἑλλήνων. Ἡ πεποίθησή του πώς «ὁ Θεὸς δὲν παίρνει ὀπίσω τὴν ὑπογραφή Του διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος» ἐπαληθεύθηκε. Τί λύτρωση ἦταν ἐκείνη! «Εἶδα τὴν πατρίδα μου ἐλεύθερη. Εἶδα ἐκεῖνο ποὺ ποθοῦσα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ πατέρας μου καὶ ὁ πάππος μου καὶ ὅλη ἡ γενιά μου, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες». Καταξιώθηκε ὡς Ἀρχιστράτηγος. Πληγώθηκε πολλὲς φορές, ἀλλὰ πάντα δίδασκε: «Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε», εἶπε στοὺς μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου στὰ 1838 πάνω στὴν Πνύκα, «διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος».
.                          «Χριστιανὰ ὑπῆρξαν καὶ τὰ τέλη τῆς ζωῆς του. Κατέβηκε στὸ Μοριά, πῆγε στὰ ἀγαπημένα του λημέρια, χαιρέτησε ὅλο τὸν κόσμο γυρεύοντας συγχώρεση, φιλήθηκε μὲ τοὺς παλιοὺς ἐχθρούς του. Γύρισε πάλι στὴν Ἀθήνα, Νήστεψε ὅλο τὸ Δεκέμβριο. Τὴ νύχτα τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1843 πέθανε ἥσυχα, ὕστερα ἀπὸ σύντομη ἀδιαθεσία» (Σπ. Δημητρακόπουλος).
.                          Καὶ σήμερα, 175 (σ. Χρ. Βιβλ. 178) χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ μὲ τὴ βροντώδη φωνή του, ποὺ ὁ ἀντίλαλός της ἀκόμα δονεῖ τὰ καταράχια τῆς Πελοποννήσου, κρατᾷ σὲ ἐπαγρύπνιση τὴν ἐθνική μας συνείδηση ἀλαλάζοντας: «Πέρα πᾶσα ἀπελπισία ἀπὸ τὴν ψυχή μας. Ἡ μητέρα δύναται νὰ ἀλησμονήσῃ νὰ βυζάσῃ τὸ νεογέννητο βρέφος της, ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἀλησμονᾷ, δὲν μᾶς ἀποστρέφεται».

, , ,

Σχολιάστε

ΑΙΩΝΙΑ ἡ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΜΑΣ καὶ ἡ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ (Δ. Νατσιός)

Αἰωνία ἡ εὐγνωμοσύνη μας καὶ ἡ μνήμη τοῦ ἀθάνατου Γέρου τοῦ Μοριᾶ

«Λάμπουν τὰ χιόνια στὰ βουνὰ κι ὁ ἥλιος στὰ λαγκάδια
λάμπουν καὶ τὰ ᾽λαφρὰ σπαθιὰ τῶν Κολοκοτρωναίων»

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

 .                       4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843. Ὁ Θοδωρὴς Κολοκοτρώνης, ἁρπάζεται ἀπὸ τὰ φτερὰ τῆς δόξας καὶ μπαίνει διὰ παντὸς στὸ ἅγιο εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τελευταία του ἐπιθυμία, νὰ βάλουν, στὸ μνῆμα του τὴν ἡμισέληνο, κάτω ἀπὸ τὰ τσαρούχια του, νὰ τὴν πατάει καὶ πεθαμένος τὴν Τουρκιά, ὅπως τὴν πατοῦσε, καὶ ὅταν τὴν πολεμοῦσε καὶ τὴν κατατρόπωνε…
.                       Διαβάζεις τὰ ἀπομνημονεύματα καὶ τὶς φυλλάδες του γιὰ τὴν Ἐθνεγερσία καὶ νομίζεις ὅτι ἀνοίγεις ἕνα «μυρογιάλι», ἐκεῖνα τὰ μικρὰ φιαλίδια ποὺ περιέχουν ἀρώματα ἐξαίσια. Ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικὴ ἀναδίδεται, παρ᾽ ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημοὺς ἐκείνης τῆς περιόδου. Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν συναντῶ στὰ ἀναγνώσματά μου, λόγια καὶ ἐπεισόδια τῶν ἀγωνιστῶν, ποὺ στέκεσαι καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, ποὺ κρύβουν στὰ φυλλώματά τους πετράδια, νὰ τὰκαταγράφω, γιὰ νὰ μὴν λησμονηθοῦν. Σκοπός μου νὰ τὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς μαθητές μου. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐξοπλιστικὲς ἡλικίες, τὰ παιδιὰ δὲν θέλουν περισπούδαστες ἀναλύσεις καὶ κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν μὲ τὸ παράδειγμα, μὲ τὸ παραμύθι, μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀρετὴ σαρκωμένες σὲ πρόσωπα. Τὸ λυμφατικὸ κράτος διδάσκει μὲ συνταγὲς μαγειρικῆς, ἐμεῖς θὰ ἐπιμένουμε νὰ δίνουμε στοὺς μαθητές μας παραδείγματα ἀπὸ τὰ ἀντρειωμένα χρόνια. Εἴπαμε πνευματικὸ ἀρματολίκι…

Μάχη τῆς Γράνας, 10 Αὐγούστου τοῦ 1821. Βγῆκαν οἱ πολιορκημένοι στὴν Τριπολιτσὰ Τοῦρκοι νὰ χτυπήσουν τοὺς Ἕλληνες. Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε διατάξει νὰ ἀνοιχθεῖ τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ἑνὸς καὶ πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμὴ οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται στὴ γράνα καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Ἔπρεπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ νὰ διατάξει τὰ παλληκάρια του νὰ χωριστοῦν, νὰ μοιραστοῦν τὰ καριοφίλια, νὰ «χτυποῦν» οἱ μισοὶ πρὸς τὴν μία πλευρὰ καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ πρὸς τὴν ἄλλη. Ἐρωτῶ τοὺς μαθητές μου πῶς τὸ ἔκανε πάνω στὴν ἀντάρα τῆς μάχης: Τοὺς βασάνισα κανένα πεντάλεπτο καὶ ἄκουσα ἀπίθανες ἀπαντήσεις. Τί εἶπε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἀμέσως χωρίστηκαν τὰ ντουφέκια; «Κῶλο μὲ κῶλο, ὠρὲ Ἕλληνες!». «Χαμὸς» στὴν τάξη, γέλια καὶ θαυμασμὸς γιὰ τὴν μεγαλοφυία τοῦ Γέρου.

Λίγο πρὶν συλλάβει ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία τὸν ἐλευθερωτὴ τοῦ Ἔθνους μας, ὁ ἀντιβασιλεὺς Ἄρμανσπεργκ, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει, τοῦ εἶπε:
-Ἔχεις πολλους ἐχθρούς, στρατηγέ. Ἔχω παραδέχτηκε ὁ Κολοκοτρώνης, μὰ δύο ἀπ᾽ αὐτούς, στέκονται οἱ χειρότεροι ἀπ᾽ ὅλους. Καὶ ποιοί εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ ἐχθροί σου; ρώτησε περίεργα ὁ προϊστάμενος τῶν ἀντιβασιλιάδων. Ὁ Γέρος τοῦ ἀποκρίθηκε: Ὁ ἕνας τ᾽ ὄνομά μου κι ὁ ἄλλος οἱ δούλεψές μου γιὰ τὴν πατρίδα.

Σεπτέμβριος τοῦ 1833. Ἔστειλαν οἱ Βαυαροὶ ἕνα «τσοῦρμο», σαράντα «χωροφύλακες» γιὰ νὰ ἁλυσοδέσουν, ποιόν; τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Ἀρχηγός τους κάποιος εὐτελὴς καὶ γλοιώδης μοίραρχος, ὀνόματι Κλεόπας. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, εἶπε: Ἔφτανε, ὠρὲ Κλεόπα,  νὰ μοῦ στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρό, ἀπὸἐκείνα ὁποὺ κάνουν θελήματα, μ’ ἕνα γράμμα στὸ στόμα νἀ πάω στ᾽ Ἀνάπλι καὶ μ᾽ ἕνα φαναράκι νὰ φέγγει καὶ τῶν δυονῶν μας…

Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος ποὺ ἔκοψε τὸ κάπνισμα ὁ Κολοκοτρώνης. Ὅταν κάποτε ξέμεινε ἀπὸ καπνό, ἔξυσε τὴν πίπα του γιὰ νὰ καπνίσει ὅσα ὑπολείμματα εἶχαν μείνει, ἀλλὰ ἀηδίασε ἀπὸ τὴν πίκρα. «Ὁρίστε ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ ἐλευθερώσει τὸν τόπο του καὶ δὲν μπορεῖ ὁ ἴδιος νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος του. Θεέ μου συγχώρα με», εἶπε καὶ πέταξε τὸν καπνὸ καὶ τὰ σύνεργά του.

Ἡ μάχη στὸ Βαλτέτσι κράτησε σχεδὸν 23 ὧρες καὶ ἦταν ἡ πρώτη σημαντικὴ νίκη τοῦ Ἀγώνα. Ἀμέσως μετὰ τὴ μάχη, ὁ Κολοκοτρώνης συγκινημένος μίλησε πρὸς τοὺς νικητὲς καὶ ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος στὰ Ἀπομνημονεύματά του, τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἡ ἡμέρα αὐτὴ πρέπει νὰ καθαγιαστεῖ μὲ νηστεία ὅλων καὶ νὰ ἑορτάζεται ἡ ἐπέτειός της εἰς «αἰῶνας αἰώνων, ἕως οὗ στέκει τὸ ἔθνος, διότι ἦτο ἡἐλευθερία τῆς πατρίδος». Ἡ νίκη στὸ Βαλτέτσι ἐνίσχυσε τὸ ἠθικὸ καὶ τὴν αὐτοπεποίθηση τῶν Ἑλλήνων, στοιχεῖα ποὺ ἔπαιξαν ἀποφασιστικὸ ρόλο στὴν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς (23 Σεπτεμβρίου 1821).

Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, στὴν Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας συνέβη τὸ ἑξῆς περιστατικό. Οἱ πληρεξούσιοι, ὅπως ἔλεγαν τότε τοὺς βουλευτὲς τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους, συνεδρίαζαν στὰ χωράφια καὶ τὰ περιβόλια, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ὅλοι τους κάθονταν σταυροπόδι, κάτω στὸ χῶμα καὶ μόνον ὁ Κολοκοτρώνης ἦταν σκαρφαλωμένος στὴ διχάλα μιᾶς λεμονιᾶς. Κάποτε, λοιπόν, ἤθελαν νὰ ψηφίσουν ἕνα νομοσχέδιο καὶ μερικοὶ πληρεξούσιοι πρότειναν νὰκοπεῖ στὸ κείμενο τοῦ νομοσχεδίου ἡ φράση «ἐν αὐτῇ». Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσει πὼς δὲν ἦταν σωστὸ νὰ περικοποῦν οἱ δύο αὐτὲς λέξεις, ἡ φράση «ἐν αὐτῇ», γιατί θὰἀλλοιωνόταν ὅλο τὸ νόημα τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Κάποια στιγμὴ δύο πληρεξούσιοι σηκώθηκαν ὀργισμένοι ἀπὸ τὶς «θέσεις» τους καὶ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν πρὸς τὸ προεδρεῖο: Νὰ κοπεῖ τὸ «ἐν αὐτῇ». Ναί, νὰ κοπεῖ. Τὸ «ἐν αὐτῇ» νὰ κοπεῖ ὁπωσδήποτε, ὁ ἄλλος.Ὄχι, δὲν κόβεται τὸ «ἐν αὐτῇ» καὶ ἡ συνεδρίαση ἐξελισσόταν σὲ σύρραξη. Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶλαγοκοιμόταν, ἀφήνοντας τοὺς λογιότατους νὰ ἐρίζουν, μὲ τὴν ἀκατανόητη, γι’ αὐτόν, στεγνὴ καὶτυποποιημένη γλώσσα τους. Ἀκούγοντας ὅμως τὰ λόγια καὶ τὴν φασαρία, πήδηξε μ’ ἕνα σάλτο κάτω ἀπὸ τὴν λεμονιὰ καὶ πηγαίνοντας κατ’ εὐθείαν πρὸς τὸ προεδρεῖο, ἔξαλλος ἄρχισε νὰ ρωτᾶ: τίνος τὸαὐτὶ θὰ κόψετε, ὠρὲ πατριῶτες; Τόσο μεγάλο ἔγκλημα ἔκανε ὁ ἄνθρωπος. Ντροπή μας Ἕλληνες. Ἐμεῖς ἀγωνιστήκαμε τόσα χρόνια  γιὰ  νὰ  διώξουμε   τὸν   τύραννο   καὶ   τώρα θ’ ἀρχίσουμε νὰ κόβουμε τὰαὐτιὰ τοῦ κοσμάκη;  Μέσα σ’ ἕνα πανδαιμόνιο ἀπὸ γέλια, χρειάστηκε νὰ ἐπέμβει ὁ Πρόεδρος, γιὰ νὰἐξηγήσει στὸν Κολοκοτρώνη ὅτι παρεξήγησε τὰ πράγματα. Στὸ τέλος, βέβαια, κατάλαβε καὶ ὁΚολοκοτρώνης τὴν γκάφα του καὶ τοὺς εἶπε χαμογελώντας: Ἐ! Καλὰ δά, δὲν εἶναι καὶ τίποτα σπουδαῖο, ὠρὲ γραμματιζούμενοι. Πῶς θέλετε νὰ καταλάβω, ἐγὼ ὁ σκράπας, τὶς ἑλληνικοῦρες σας. Λέξεις κόψτε ὅσες θέλετε, αὐτιὰ μία φορὰ νὰ μὴν πειράξετε, γιατί θά ’χουμε ἄσχημα ξεμπερδέματα. Εἶπα κι ἐγὼπαλάβωσαν οἱ καλαμαράδες. Τί κόρακα μαθές!

Αἰωνία του ἡ μνήμη καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἔθνους μας στὸν ἀθάνατο Γέρο τοῦ Μοριά. Νά ΄χουμε τὴν εὐχή του….

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ, ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ, ΟΠΛΙΤΕΣ (Δ. Nατσιός)

Κα πολίτες καί, ν χρειαστε, πλίτες

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                        Εἶναι μεγάλο σχολεῖο τὸ ’21. Προσωπικῶς ξεκίνησα ἤδη στὴν τάξη μου νὰ διδάσκω λόγια ἀθάνατα καὶπράξεις ἀπὸ τοὺς ἡρωικοὺς προγόνους μας. Μετὰ τὴν πρωινὴ προσευχὴ καὶ τὴν ὀρθογραφία -ποὺ καταργήθηκε- σειρὰ παίρνει ἡ ἀνάγνωση ἑνὸς κειμένου ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἐπανάστασης. Θὰ τὸ γράφω καὶ πάντα καὶ θὰ τὸ λέω. Μπορεῖ τὸ τρέχον σύνθημα νὰ πρεσβεύει «σχολεῖο ἀνοιχτὸ στὴ ζωή», κούφιο καρύδι κι αὐτὸ καὶ φυσαλίδα ἀέρος, ὅμως τὸ σχολεῖο ἀκριβῶς πρέπει νὰ κλείσει τὶς πόρτες του σ᾽ αὐτὴν τὴν ζωή. Στὴν περιρρέουσα μούχλα καὶ ἀσημαντοκρατία καὶ νὰ «ἀνοίξει» τὰ παραθύρια του στὴν ἱστορία καὶ στὰ περασμένα μεγαλεῖα. Οἱ μόνοι ποὺ θὰ γιορτάσουν μὲ τὴν ψυχή τους, θὰ τιμήσουν καὶ θὰ διδαχτοῦν μὲ τὰ πολυτίμητα τζιβαϊρικὰ τῆς Παλιγγενεσίας εἶναι τὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦσχολείου. Τὸ βλέπω μὲς στὴν τάξη μὲ πόσο σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια ἀκοῦν καὶ μελετοῦν τὰ γραμμένα μὲ αἷμα, φιλοπατρία καὶ πίστη «κειμήλια» τοῦ ’21. Σήμερα ἰδίως ποὺ μᾶς ταλανίζει ἡ κρίση, ἡ διχόνοια, ἡ γενικὴ καχυποψία, ὁ φόβος γιὰ τὰ μελλούμενα καὶ ὅλα τὰ φαρμάκια τῆς τρέχουσας ἐπικαιρότητας εἶναι φάρμακο καὶ θεραπεία ἡ προσφυγὴστὸ «μπαρούτι» τοῦ Εἰκοσιένα καὶ στὸ πνεῦμα ἐθελοθυσίας του. Τὰ ἀπόρθητα λημέρια τῆς Κλεφτουργιᾶς μᾶς διδάσκουν τὴν Πίστη, τὴν ὁμόνοια, τὸ σέβας στὴν Πατρίδα. Μᾶς προφυλάσσουν ἀπὸ τὴν φαυλότητα τῶν πολιτικῶν, ἀπὸ τοὺς ξενοκίνητους τυχοδιωκτισμούς, ποὺ ὅσες φορὲς τοὺς ἐμπιστευτήκαμε, καταβαραθρωθήκαμε. Ἀλλὰ καὶ τὰθαύματα ποὺ κατορθώνουμε, ὅταν ὑπάρχει λαϊκὴ ὁμοψυχία. Ἂς ἀρωματιστοῦμε λοιπὸν ἀπὸ τὰ μαθήματα ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ Γέρος τοῦ Μοριά, γιὰ τὴν ὁμοψυχία, τὴν φιλοπατρία, τὸ ἀνεπίφθονον, τὴν συγχωρητικότητητα καὶ τὴν Πίστη.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, ποὺ τὰ ἔγραψε ὁ Τερτσέτης.
«Ἐφύλαξα πίστιν εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.                        Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 –ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος– παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραὴμ καὶτὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰπερασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ’ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ’πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰμίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.                        Ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας, ἡ ἡλιόλουστη Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό τοῦ Γένους διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως συμβουλεύει τους. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.                        Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὄρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγῳοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως πολλοὶ σημερινοὶ πολιτικοί.
.                        Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε, οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Διαβάζουμε στὸν περίφημο λόγο του στὴν Πνύκα, στοὺς μαθητὲς τῆς Ἀθήνας, τὸ 1838: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλό τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας».  Ὁ ἀγράμματος, ἀλλὰ βαθιὰ μορφωμένος Κολοκοτρώνης, βιώνοντας τὴν συνέχεια τοῦ Γένους, ἐπαναλαμβάνει τὴν ρήση τοῦ μεγάλου Περικλῆ πρὸς τοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους: «Καλῶς μὲν φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ’ ἑαυτόν, διαφθειρομένης τῆς πατρίδος, οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχῶν δὲ ἐν εὐτυχούσῃ, πολλῷ μᾶλλον διασώζεται». (Θουκυδίδης, 2, 60-3). Δηλαδή, σὲ ἐλεύθερη μετάφραση: «Ἂν προοδεύει ἡ πατρίδα σου, προοδεύεις καὶ ἐσύ. Ἂν καταστραφεῖ ἡ πατρίδα, καὶ προκομμένος νὰ εἶσαι, θὰ βουλιάξεις καὶ θὰ χαθεῖς μαζί της». Καί, ἂς προσέξουμε, ἡ μόνη σκλαβιὰ ποὺ μᾶς ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα. Σὲ ποιά ὅμως γράμματα;
«Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε
οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης),
τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία μας στοὺς νάρθηκες.
.                        Στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη, διαβάζουμε: Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός:
«Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν».
.                        Ἂς τὸ καταλάβουμε ὅτι τελευταία γραμμὴ ἄμυνας, ποὺ ἀπομένει σὲ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, εἶναι ἡ Παιδεία. Ἡ μοναδικὴ ἐλπίδα γιὰ ἐθνικὴ ἀναγέννηση καὶ ἐπιβίωση. Δὲν προασπίζουν τὴν ἐθνική μας ἀνεξαρτησία καὶ ἐδαφικὴ ἀκεραιότητα, μόνον οἱ πανάξιες  ἔνοπλες δυνάμεις. Ὄχι. Τὶς προασπίζει ὁ λαός, ὁ ψυχικὰ καὶ πνευματικὰἁρματωμένος. Οἱ ἐλεύθεροι πολίτες πού, ἂν χρειαστεῖ, γίνονται καὶ ὁπλίτες.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ καὶ ΤΑ… “ΞΕΣΑΜΑΡΩΤΑ” ΓΑΙΔΟΥΡΙΑ (Δ. Νατσιός)

Καποδίστριας, Κολοκοτρώνης
κα
τά …. “ξεσαμάρωτα” γαϊδούρια  

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                1817, ὁ «Μέγας Διδάσκαλος τοῦ Γένους, ὁ ἐπονομασθεὶς Σωτὴρ τῆς Πατρίδος», Γεώργιος Γεννάδιος, διδάσκει στὴν Ὀδησσὸ τῆς Ρωσίας στὴν ἐκεῖ «Ἑλληνικὴν Σχολήν». Κάποτε ἐπισκέφθηκε τὴν σχολὴ ὁ τσάρος Ἀλέξανδρος συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μεγάλο Καποδίστρια, τὸν ὑπουργό του τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐνθουσιασθείς  ὁ τσάρος ἀπὸ τὰ προσόντα τοῦ Γενναδίου, τοῦ προτείνει τὴν ἀπονομὴ τίτλου εὐγενείας καὶ δὴ τοῦ βαρόνου. Ἀπαντᾶ ὁ Δάσκαλος: «Ἂν ἠμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀρχίσωμεν γινόμενοι βαρόνοι, κίνδυνος εἶναι μή τινες ἀποβάλλοντες τὸ “βαρ” μείνωσιν … “ ὄνοι». (Λεξικὸ τοῦ «Ἡλίου», τόμ. 5, σελ. 83-87, Ἀθήνα 1948).
.                Βαρόνους καὶ λόρδους σίγουρα δὲν ἔχουμε, ἀπαγορεύει ρητῶς καὶ τὸ Σύνταγμα τοὺς «τίτλους εὐγενείας», ὅμως ὄνους, κοινῶς γαϊδούρια ἢ ἐπὶ τὸ λαϊκότερον γομάρια, ὑπάρχουν ἐν ἀφθονίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν τετραποδίζουν. Ὄχι, αὐτὰ εἶναι ὑπὸ ἐξαφάνισιν. Ἐπιβιώνουν ὅμως πάμπολλα “δίποδα καὶ ἄπτερα”, κατὰ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν πασίγνωστο ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπινόησε. (Τοῦ ἀπάντησε καταλλήλως ὁ Διογένης ὁ Σινωπεύς, ποὺ μάδησε ἕναν πετεινὸ καὶ εἶπε: ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Πλάτωνος. Καὶ αὐτὸς τότε συμπλήρωσε «δίπουν, ἄπτερον καὶ πλατώνυχον»). Οἱ ὄνοι βάσταξαν γιὰ αἰῶνες τοὺς γόμους τῶν ἀνθρώπων καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς μηχανῆς… συνταξιοδοτήθηκαν. (Ἀπὸ τὸ ἀρχαιοελληνικὸ «γόμος», ποὺ σημαίνει φορτίο, βγῆκε τὸ γομάρι). Μάλιστα, μιᾶς καὶ κινούμαστε στὸ χῶρο τοῦ εὐθυμογραφήματος, νὰ παραθέσω μία νόστιμη ἱστορία στὴν ὁποία πρωταγωνιστοῦν ἀληθινὰ γαϊδούρια, τὰ ὁποῖα πολλὲς φορὲς στάθηκαν χρησιμότερα ἀπὸ τὰ κάλπικα, ἀχάριστα, ὄρθια καὶ ἀναθρώσκοντα δίποδα.
.                Κάποτε ὁ Ὄθων κάλεσε στὸ παλάτι τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ εἶπε:
–         Ἡ κυβέρνησή μου ἀποφάσισε νὰ ἀμείψει τοὺς ἀγωνιστές. Ἐδῶ ἔχω τὶς ἀναφορὲς μὲ τὶς ὁποῖες ζητοῦν τὰ δικαιώματά τους. Ἐσὺ τί θὰ ζητήσεις στρατηγέ;
–         Ἐγώ, ἀπάντησε ὁ Κολοκοτρώνης, δὲν θὰ ζητήσω τίποτε, γιατί οὔτε ἔχασα οὔτε ξόδεψα γιὰ τὸ Ἔθνος.
–         Ὁ Ὄθων συνηθισμένος ἀπὸ τὶς παράλογες ἀπαιτήσεις πολλῶν ἀγωνιστῶν τοῦ γλυκοῦ νεροῦ, ξαφνιάστηκε ἀπὸ τὴν ἀπάντησή του.
–         Πῶς γίνεται αὐτό; ρώτησε ὁ βασιλιάς.
.     Καὶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ τοῦ ἐξήγησε:
–         Ἐγὼ ὅταν μπῆκα στὸν ἀγώνα, εἶχα στὸ σελάχι μου μιάμιση ρεγγίνα (ἕνα αὐστριακὸ τάληρο) καὶ ξόδεψα μονάχα τὴν μισή.
–         Καὶ δὲν μοῦ λές, μεγαλειότατε, ποιοί εἶναι αὐτοὶ ποὺ ζητοῦν χρήματα; Ὁ Ὄθων τοῦ ἀνέφερε κάποια ὀνόματα, ποὺ ὁ Κολοκοτρώνης ἤξερε τί κιοτῆδες στάθηκαν στὸν Ἱερὸ Ἀγώνα.
–          Ἂν αὐτοὶ ποὺ μοῦ λές, βασιλιά μου, πάρουν αὐτὰ ποὺ ζητᾶνε, τότε τί πρέπει νὰ πάρουν τὰ γαϊδούρια τῆς Ζαράκοβας; (περιοχὴ τῆς Ἀρκαδίας).
–         Καὶ ποιά εἶναι τὰ γαϊδούρια τῆς Ζαράκοβας; ρώτησε ὁ Ὄθων μὲ περιέργεια. Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἀθάνατος ἥρωας:
–           Βασιλιά  μου, τὰ γαϊδούρια τῆς Ζαράκοβας, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ μᾶς κουβαλοῦσαν τὸ νερὸ καὶ τὸ ψωμί, ποὺ εἴχαμε τόσο ἀνάγκη κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἐπανάστασης γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πατρίδος μας ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
.                Τῷ καιρῶ ἐκείνῳ, τὰ γαϊδούρια τῆς Ζαράκοβας κέρδισαν τὸν ἔπαινο τοῦ Κολοκοτρώνη. Τῷ καιρῷ ἐτούτῳ, κάποια γαϊδούρια “ξεσαμάρωτα”, ποὺ λέμε στὸ χωριό μου, δίποδα, σπιλώνουν κειμήλιες μορφὲς σὰν τὸν Καποδίστρια, ποὺ κατέχει ἐξέχουσα θέση στὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Καποδίστριας τὸ ζωντανὸ “παιδαγωγεῖον” τοῦ Γένους.
.                Ὁ μακαριστός, ὁ πολὺ σπουδαῖος δάσκαλός μας π. Γεώργιος Μεταλληνός, ἔλεγε ὅτι δύο εἶναι οἱ μεγάλες ἀρρώστιες τῶν ἀσχολουμένων μὲ τὴν ἱστορία: ὁ ἱστορικὸς ἀναχρονισμός, ὅταν ἕνα ἱστορικὸ γεγονὸς ἢ καὶ πρόσωπο ἑρμηνεύεται βάσει τῶν σημερινῶν συνθηκῶν καὶ ἀντιλήψεων καί, δεύτερον, ἡ ἰδεολογικὴ χρήση τῆς ἱστορίας, στὴν ὁποία διαπρέπουν οἱ κενόδοξοι ἀριστερόμυαλοι -καὶ ὄχι μόνο- ἐθνομηδενιστές. Ἔτσι κάποιος προφέσορας ΑΕΙ, ποὺ φίλησε προφανῶς ἀρκετὲς κατουρημένες ποδιὲς ἢ φόρεσε τὶς γνωστές …“ποδίτσες” γιὰ νὰ ἀνέλθει, ἐπιστρατεύεται στὴν Ἐπιτροπὴ καθηλώσεως τοῦ Εἰκοσιένα καὶ ἀποφαίνεται γελοιωδῶς: δικτάτορας ὁ Καποδίστριας. Ποιός; Ὁ Καποδίστριας!! Τί νὰ πεῖ κανείς; Τὸ ἔχω ξαναγράψει. “Ὁ καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει”…
.                Ὁ Καποδίστριας δὲν ἔχει ἀνάγκη ὑπεράσπισης τῆς ἱερῆς μνήμης του. Μόνο αὐτὸ θὰ σημειώσω ποὺ βρῆκα στὸ βιβλίο τοῦ Β. Γεωργιάδη «Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης», ὅπου διασώζεται μία στιχομυθία, τὸ 1840, τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη μὲ τὸν ἰατροφιλόσοφο Πύρρο, ὁ ὁποῖος κατηγοροῦσε τὸν Καποδίστρια. Ἀπαντᾶ ὁ Μαυρομιχάλης: «Δὲν τὰ μετρᾶς καλὰ φιλόσοφε! Ἀνάθεμα στοὺς Ἀγγλογάλλους ποὺ ἦσαν ἡ αἰτία. Κι ἐγὼ ἔχασα τοὺς δικούς μου καὶ τὸ ἔθνος ἔχασε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν θὰ τὸν ματαβρεῖ καὶ τὸ αἷμα του μὲ παιδεύει ὣς τώρα». (ἐκδ. “Λιβάνη”, σελ. 231). Αὐτὰ τὸ λόγια ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Πετρόμπεη ἔχουν διαφορετικὴ ἀξία καὶ βαρύτητα. Κατὰ τὸ σοφότατο λόγιο: «Ἀρετὴν οἶδεν καὶ πολέμιος θαυμάζειν». Οἱ πολέμιοι, ναί. Θαυμάζουν. Οἱ ὄνοι, ὄχι. Γκαρίζουν καὶ δυσφημοῦν…
.                Καὶ θὰ κλείσουμε μὲ ἕνα κείμενο, ἐρανισμένο κι αὐτὸ ἀπὸ τὸν γαϊδουρινὸ βίο, τὸ ὁποῖο ἐξεικονίζει καὶ ἑρμηνεύει ἀριστοτεχνικὰ πολλὰ σύγχρονα κακῶς κείμενα καὶ …κακὰ ὑποκείμενα.
.                Ἦταν ἕνας καμηλιέρης, ὁ Ἐμὶν ἀγάς, ποὺ ἔζησε μία ζωὴ στὰ καραβάνια. Ἀρρώστησε στὰ 99 του, ἔνιωσε πὼς ζυγώνει τὸ τέλος καὶ κάλεσε κοντά του παιδιά, ἐγγόνια, συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ζήτησε συγχώρεση. Θυμήθηκε καὶ τὶς καμῆλες του καὶ παρακάλεσε νὰ τὸν πάνε στὸ παχνὶ γιὰ νὰ ἀποχαιρετήσει καὶ ἐκεῖνες. Τὶς χάιδεψε ὁ Ἐμὶν ἀγάς, ἔκλαψε καὶ εἶπε:
–       Ἐγώ πιὰ σᾶς ἀφήνω. Ἔφτασε ἡ ὥρα μου. Ἀλλὰ γιὰ νὰ πάω ἥσυχος θέλω νὰ μὲ συγχωρέσετε γιὰ ὅ,τι κακό σᾶς ἔκανα. Τί νὰ γίνει, ἔτσι εἶναι ὁ ντουνιάς!
Καὶ μία καμήλα, γερασμένη, τοῦ λέει:
–       Ποὺ μᾶς ἔδερνες καὶ ποὺ μᾶς ἄφηνες νηστικές, κακὰ πράγματα, ἁμαρτία ἀπὸ τὸ Θεό, μὰ στὸ συγχωρᾶμε. Ἕνα μόνο δὲν θὰ σοῦ συγχωρέσουμε ποτέ.
–       Ποιό; Ρωτάει τρομαγμένος ὁ Ἐμὶν ἀγάς.
–       Ποιό; Νὰ τ’ ἀκούσεις. Ὅλες εἴμαστε ὑπάκουες στὴ δούλεψή σου. Καὶ σύ, ἀντὶ νὰ μᾶς τιμᾶς, ἔβαζες ἕνα γαϊδούρι, νὰ μᾶς τραβάει ἀπὸ τὴ μύτη.
(Στὰ καραβάνια προπορευόταν πάντοτε ἕνας γάϊδαρος).
Ὁ Ἐμὶν ἀγὰς ἀναστέναξε.
– Δίκιο ἔχετε! Μὰ ἔτσι εἶναι φτιαγμένος ὁ ντουνιάς. Γαϊδούρια νὰ τὸν ὁδηγοῦν καὶ νὰ τὸν σέρνουν ἀπὸ τὴ μύτη!

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , ,

Σχολιάστε

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821– 2. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821
2. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
Η ΨΥΧΗ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Bλ. Σχετ.: ΜΟΡΦΕΣ TOY 1821 – 1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821– 3. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

.                   Ὁ Ἀρχιστράτηγος τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στὸ Ραμαβούνι τῆς Μεσσηνίας προερχόμενος ἀπὸ τὸ Λιμποβίσι Ἀρκαδίας, στὶς 3 Ἀπριλίου τοῦ 1770. Ἀπεβίωσε στὴν Ἀθήνα στὶς 4 Φεβρουαρίου 1843. Προερχόμενος ἀπὸ οἰκογένεια κλεφτῶν, μὲ πολύχρονους ἀγῶνες κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν καὶ δεκάδες θυμάτων, ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πατρίδας. Πέρασε πολλά. Σὲ ἀνταπόδοση τῶν πολεμικῶν νικῶν του σὲ βάρος τῶν Ὀθωμανῶν καὶ τῶν προσπαθειῶν του νὰ μείνουν ἑνωμένοι οἱ Ἕλληνες φυλακίστηκε ἀπὸ ὅσους τὸν φθονοῦσαν γιὰ ἕξι μῆνες καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ ἔβλεπε μόνο τὸν δεσμοφύλακά του. Τὸν ἀπελευθέρωσαν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Ἰμπραήμ. Ἀνεξίκακος πῆρε πάλι τὴν Ἀρχιστρατηγία καὶ συνετέλεσε στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πατρίδας, παρὰ τὸ ὅτι σκότωσαν τὸ παιδί του, τὸν Πάνο, σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν. Στὴν Ἀντιβασιλεία καταδικάστηκε σὲ θάνατο… Τοῦ ἐδόθη χάρις ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Ὄθωνα. Γιὰ τὸ καλὸ τῆς Πατρίδας πάλι ἔδειξε ψυχικὴ ἀνωτερότητα καὶ συμπεριφέρθηκε στὸν βαυαρὸ βασιλιά, ὡς νὰ μὴν εἶχε τίποτε σὲ βάρος του συμβεῖ…

   ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ

Ἡ ἀρχὴ τῆς Ἐπανάστασης

.                 «Εἰς τὰς 3 Ἰανουαρίου (1821) ἀνεχώρησα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ εἰς τὰς 6 Ἰανουαρίου ἔφθασα εἰς τὴν Σκαρδαμούλα εἰς τοῦ πατρικοῦ μου φίλου Καπετὰν Παναγιώτη Μούρτζινου. Τὸ κίνημά μας ἔγινε εἰς τὰς 22 Μαρτίου εἰς τὴν Καλαμάταν. Ἀπὸ τὰς 6 τοῦ Ἰανουαρίου ἕως τὰς 22 Μαρτίου, ἐπροσπάθησα, ἐνέργησα εἰς τὴν Μάνην νὰ ἑνώσωμεν διάφορα σπίτια Μανιάτικα κατὰ τὴν συνήθειά τους καὶ τοὺς ἑνώσαμεν, τοὺς ἀδελφώσαμεν. Ἀφοῦ ἐπροετοιμάσαμεν καὶ συναγροικήθημεν, ὁ Ζαΐμης μὲ τοὺς ἄλλους, ἀναγκασμένοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Τριπολιτζὰ ἢ νὰ μείνουν ἔτζι, ἐκτύπησαν τὸν Βοϊβόδα τῶν Καλαβρύτων…Εἰς τὰς 23 Μαρτίου ἐπιάσαμεν τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Καλαμάτα, τὸν Ἀρναούτογλην σημαντικὸν Τοῦρκον τῆς Τριπολιτζᾶς…»

Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος

.                 «Οἱ Ἀναγνωσταρᾶς, Μπεϊζαντές, Μπούρας πᾶνε στὸ Λεοντάρι. Ἔμεινα μόνος μου μὲ τὸ ἄλογό μου εἰς τὸ Χρυσοβίτζι. Γυρίζει ὁ Φλέσσας καὶ λέγει ἑνὸς παιδιοῦ: μεῖνε μαζί του, μὴν τὸν φάνε τίποτες λύκοι. Ἔκατζα ἕως ποὺ ἐσκαπέτησαν μὲ τὰ μπαϊράκια τους, ἀπὲ κατέβηκα κάτου. Ἦτον μιὰ ἐκκλησιὰ εἰς τὸν δρόμον (ἡ Παναγιὰ στὸ Χρυσοβίτζι), καὶ τὸ καθισιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τὴν Ἑλλάδα: Παναγιά μου βοήθησε καὶ τούτη τὴ φορὰ τοὺς Ἕλληνες διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν! Καὶ ἐπῆρα ἕναν δρόμο κατὰ τὴν Πιάνα».

Παρακαταθήκη πρὸς τοὺς νέους

.                 Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετὰ ἀπὸ πρόταση τοῦ Γεωργίου Γενναδίου, δασκάλου τοῦ Γένους καὶ Γυμνασιάρχου στὸ Α΄ Γυμνάσιο, ποὺ βρισκόταν καὶ βρίσκεται στὴν Πλάκα, μίλησε πρὸς τοὺς μαθητές του, στὶς 7 Ὀκτωβρίου τοῦ 1838. Μεταξὺ ἄλλων εἶπε: «Ὅταν ἀποφασίσαμε τὴν Ἐπανάσταση δὲν συλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἅρματα, οὔτε πὼς οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις,…ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μιὰ καὶ ὅλοι, ὁ κλῆρος μας, οἱ προεστοί, οἱ καπεταναῖοι, οἱ πεπαιδευμένοι, οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση… Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν Πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι ὅταν πιάσαμε τὰ ἅρματα, πρῶτα εἴπαμε ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος…

Ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἑλλάδα

.                 Στὰ 1843 τὸν Κολοκοτρώνη ἐπισκέφθηκε ἕνας νεαρὸς σπουδασμένος στὴν Εὐρώπη καὶ τοῦ ἐκθείασε τὰ τῶν σπουδῶν του. Ὁ Κολοκοτρώνης σχολίασε ἔτσι ὅσα τοῦ εἶπε σὲ ἕναν ἄλλο νέο: «Εἰς τὴν Εὐρώπην ἐμάζωνε Ἀϊβασιλιάτικα ἀπὸ τοὺς καθηγητάς του, χρυσάφι καθαρό. Τὸ δικό μου εἶναι σμιγμένο μὲ χῶμα πολύ, ἂν τοῦ φανῆ πὼς ἀξίζει, ἂς τὸ παστρέψη, ἂς τὸ καθαρίση νὰ δείξη τὴ λαμπράδα του. Βλέπετε τοῦτον τὸν ὀντά, εἶναι ἀστόλιστος, καθίσματα δὲν ἔχει, οἱ τοῖχοι ξεροὶ – τούτη εἶναι ἡ Ἑλλάδα καθὼς ἐμεῖς σᾶς τὴν παραδώσαμε, ἐμεῖς οἱ γέροι στοὺς νέους. Ἐμεῖς εἰς τὰ 1821 ἐκαθαρίσαμεν τὸν τόπον, ἐκουβαλίσαμεν τὰ λιθάρια, ἐκτίσαμεν τὴν οἰκοδομήν, ἐσεῖς θὰ ἐντύσετε τὰ γυμνὰ τείχη, θὰ φέρετε ταῖς πολύτιμαις ζωγραφιαῖς, θὰ στήσετε εὔμορφα τραπέζια καὶ τοὺς καθρέπταις, τοῦτο θὰ κάμη προκοπή σας καὶ τὰ γράμματα – καὶ ἡ εὐχαῖς τῶν συμπολιτῶν σας καὶ τὰ ἔργα σας θὰ σᾶς ἀνεβάσουν εἰς τὰ λιμέρια τὰ ἀθάνατα τῶν δικαίων….

Καμία συνθηκολόγηση μὲ τοὺς Τούρκους

.                 Ὅταν ὁ Ἄγγλος ἀντιναύαρχος Χάμιλτον εἶπε στὸν Κολοκοτρώνη ὅτι πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσουν συμβιβασμὸ μὲ τοὺς Τούρκους ἔτσι τοῦ ἀπάντησε: «Τοῦ ἀποκρίθηκα ὅτι αὐτὸ δὲν γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἢ θάνατος. Ἐμεῖς καπετὰν Χάμιλτον ποτὲ συμβιβασμὸν δὲν ἐκάμαμεν μὲ τοὺς Τούρκους. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους σκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ εἰς γενεά. Ὁ βασιλέας μας ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δὲν ἔκαμε. Ἡ φρουρά του εἶχε παντοτινὸν πόλεμον μὲ τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦτον ἀνυπότακτα. Μὲ εἶπε ποία εἶναι ἡ βασιλικὴ φρουρὰ καὶ τὰ φρούρια; Τοῦ ἀπάντησα ὅτι ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι κλέπται, τὰ φρούρια ἡ Μάνη, τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά. Ἔτζι δὲν μὲ ὡμίλησε πλέον».

Ὁ Τερτσέτης γιὰ τὸν Κολοκοτρώνη

.                 Ὁ Κολοκοτρώνης ὑπαγόρευσε στὸν Γ. Τερτσέτη τὰ ὅσα συνέβησαν πρό, κατὰ καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ αὐτὸς ἔτσι τὸν καταγράφει: «Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ὡς ἱστορικὸς συγγραφέας καταγράφεται ὡς Ἕλληνας χρονολογικὰ τρίτος, μετὰ τοὺς Ὅμηρο καὶ Ἡρόδοτο. Ὁμοιάζουν οἱ τρεῖς ὡς τρεῖς ἀκτίνες ἑνὸς κέντρου φωτεινοῦ, ἔχουν πατρίδα των τὴν Ἑλλάδα, θέμα πόλεμον Εὐρώπης ἐναντίον Ἀσίας, ὁμιλοῦν τὴν Ἑλληνικὴν φωνήν… Κατώτερος ὁ Κολοκοτρώνης ἀπὸ τοὺς δύο προγενεστέρους του εἰς τὴν τέχνην, ὡς τὸ «Τρία πουλάκια κάθονται» ἀπὸ τὸ «Μῆνιν ἄοιδε Θεά», ἀλλὰ ἀνώτερος πάλιν, ἐπειδὴ ὅσα ἔπραξε αὐτὸς πρὶν τὰ γράψη μὲ τὸ κοντύλι τὰ ἐχάραξε μὲ τὸ σπαθί του, καύχημα ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι δύο».

Ἡ κηδεία του

.                 Γράφει σχετικὰ ὁ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας στὸ Πανεπιστημίο Ἀθηνῶν Ἀπ. Β. Δασκαλάκης: «Ἡ εἴδησις τοῦ θανάτου τοῦ Γέρου τοῦ Μωριᾶ ἐβύθισε εἰς τὸ πένθος τὴν πρωτεύουσαν καὶ σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα. Οἱ βασιλεῖς, τὰ μέλη τῆς κυβερνήσεως, στρατηγοί, ναύαρχοι, ἀνώτεροι ἀξιωματοῦχοι, ἔσπευσαν εἰς τὴν κατοικίαν του διὰ νὰ ὑποκλιθοῦν πρὸ τοῦ μεγάλου νεκροῦ. Τὰ παλληκάρια παρετάχθησαν εἰς τοὺς γύρωθεν τῆς κατοικίας δρόμους ὅπου τὰ πλήθη συνωστίζοντο μὲ ἄφατον κατήφειαν. Οἱ ἐπιζῶντες ἥρωες τοῦ Ἀγῶνος καὶ συμπολεμισταί του ἐγονάτιζον πρὸ τοῦ νεκροῦ του, κατεφίλουν τὰς χεῖρας του καὶ ἐπότιζον μὲ δάκρυα τὴν φουστανέλαν του. Ἡ κηδεία του ἦτο πρωτοφανής. Ὅλος ὁ ἐν Ἀθήναις στρατὸς ἦτο παρατεταγμένος μέχρι τοῦ νεκροταφείου. Τὸ φέρετρον περιεστοίχιζον οἱ Κουντουριώτης, Γιατράκος, Τσωρτς, Τζαβέλας, Πλαπούτας, Μακρυγιάννης, Δεληγιάννης καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιζῶντες τῆς Παλιγγενεσίας καὶ ἠκολούθει μετὰ δακρύων ὅλος ὁ ἀθηναϊκὸς λαός. Γιὰ ὅλους εἶχεν ἐκλείψει ὁ μεγαλύτερος καὶ ὁ ἐνδοξότερος πολέμαρχος τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἐλευθερίας».-

 

 

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΒΟΗΘΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟΥΤΗΝ ΤΗΝ ΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΑ ΝΑ ΕΜΨΥΧΩΘΟΥΝ».

Κολοκοτρώνης: «Παναγία μου,
βοήθησε καὶ τούτην τὴν φορὰ τοὺς Ἕλληνες διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν»

Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει….».

.                   «Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ Κακό, ἀδελφοί, ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη!», γράφει ὁ Ἐλύτης. Μνημονεύω, τοῦτες τὶς δύσκολες ἡμέρες – κλεισμένοι στὰ ἀρχοντικά μας- τοὺς στίχους τοῦ Σολωμοῦ. Περίεργες στιγμὲς ζοῦμε. Ἡ ἄνοιξη, ἡ νιότη τοῦ χρόνου, πολιορκεῖ τὶς αἰσθήσεις μας . «Ἔστησ’ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸ Ἀπρίλη/ κι ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα». Καὶ ἔξω τὸ ἀόρατο κακό. Πολιορκημένοι. Μὲ τὰ ντουλάπια νὰ βογκοῦν ἀπὸ ρύζια καὶ ζυμαρικά. Ἐκεῖνοι, οἱ «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένο», ἔψαχναν ἐναγωνίως ἀκόμη καὶ ποντικοὺς καὶ «ἦτο εὐτυχὴς ὅστις ἐδύνατο νὰ πιάσει ἕναν. Βατράχους δὲν εἴχαμε, κατὰ δυστυχίαν», γράφει ὁ Κασομούλης στὰ «Στρατιωτικὰ Ἐνθυμήματά» του.
Μεσολόγγι: τὸ ἅγιο βῆμα τῆς ἱστορίας μας. Μοσχοβολᾶ σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. Λιμοκτονοῦσαν, ἀρρώσταιναν ἀπὸ ἐπιδημίες, κατασκοτώνονταν στὶς τάπιες τοῦ φράχτη, ὅπως τὸν ὀνόμαζε ὁ Μπραϊμης, ὅμως πολεμοῦσαν καὶ γονάτιζαν τὴν Τουρκιά, γιατί εἶχαν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τὴν Θεοτόκο. Τὰ σήμαντρα καὶ οἱ καμπάνες χτυποῦσαν. Στὶς ἐκκλησιὲς ἔτρεχαν γιὰ ἱκεσία καὶ εὐχαριστία. (Εἴμαστε ὅλοι, ὅσοι πιστεύουμε στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Ἐκκλησία του, περίλυποι ἕως θανάτου γιὰ τὸ κλείσιμο τῶν ναῶν. Τώρα καταλάβαμε τί σημαίνει ἐκκλησιασμός. «Μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον». Οἱ σπουδαῖοι αὐτοὶ λόγοι τοῦ, μεγίστου ἐν πατριάρχαις, ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, γίνονται κατανοητοί. Χωρὶς τὴν ἐκκλησία, τί Εὐαγγελισμό, τί Κυριακή, τί Πάσχα, νὰ γιορτάσεις; Νιώθουμε σὰν νὰ ἔχουμε χάσει ὅ,τι πολυτιμότερο στὴν ζωή μας. Σὰν νὰ τουρκέψαμε…).
.                 Πίσω στὸ ἔνδοξο καλυβάκι τοῦ Γένους. 25 Μαρτίου 1826. Στὸ νησάκι τῆς λιμνοθάλασσας, τὴν Κλείσοβα. Ἐχθρικὸ βόλι σπάζει στὰ δύο τὸ σπαθὶ τοῦ Κίτσου Τζαβέλα, χωρὶς νὰ ἀγγίξει τὸν πολέμαρχο. Ὅλοι εἶπαν πὼς ἦταν θαῦμα τῆς Παναγίας. Καὶ ὁ Τζαβέλας ἀφήνοντας γιὰ μία στιγμὴ τὴν μάχη πηγαίνει στὴν ἐκκλησιὰ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Προσκυνᾶ τὸ εἰκόνισμα τῆς Εὐαγγελίστριας καὶ τῆς ἀφιερώνει τὰ κομμάτια ἀπὸ τὸ γιαταγάνι του, λέγοντας:
-Παναγιά μου, σήμερα ὅπου σὲ γιορτάζουμε, σοῦ ἀφιερώνω τοῦτο καὶ βόηθα τὰ παλληκάρια νὰ νικήσουν τὸν ἐχθρό.
Καὶ ἡ Παναγία ἔστερξε στὴν παράκληση τοῦ καπετάνιου καὶ τοῦ χάρισε μία δοξασμένη νίκη. Δίπλα στὸ πεδίο τῆς μάχης ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν ἀνοιχτή. Εὐλογοῦσε ἡ Θεομάνα μας τὰ ὅπλα τὰ ἱερά. Τὰ κλείσιμο τῶν ναῶν εἶναι τό ….τρόπαιο τῆς ἀπιστίας τοῦ πάλαι ποτὲ Γένους τῶν Ρωμιῶν. Καὶ ἀπορῶ; Καὶ μόνο ποὺ βλασφήμησαν κατὰ τοῦ ζωοποιοῦ καὶ σωστικοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Κοινωνίας, ἔπρεπε ἡ Ἱεραρχία νὰ ζητήσει, νὰ ἀπαιτήσει- τὸ ἐλάχιστο- νὰ ἰσχύσουν καὶ γιὰ τὴν ἐκκλησία οἱ διατάξεις τῶν σοῦπερ μάρκετ.
.                 Τώρα ποὺ μᾶς ἐκύκλωσαν αἱ ζάλαι τοῦ βίου, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, ἂς σηκώσουμε τὰ ἀγύριστα κεφάλια μας, τὸ βλέμμα μας στὸν οὐρανό. Ἐκεῖ θὰ βροῦμε σκέπη, προστασία καὶ γαλήνη. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, οἱ Ρωμηοί, ὅταν κινδυνεύουμε δὲν παρακαλούσαμε τοὺς γιατροὺς τῆς Δύσης καὶ τῆς Ἀνατολῆς ,  ἀλλὰ ψάλλαμε παρακλητικοὺς κανόνες καὶ χαιρετισμούς, προσκαλοῦμε τὴν Παναγία μας, τὴν ἑλληνοσώτειρα, μὲ τὸν τρόπο τοῦ Κολοκοτρώνη. «Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, Μπεηζαντές, Μπούρας πᾶνε στὸ Λεοντάρι ἔμεινα μόνος μου μὲ τὸ ἄλογό μου εἰς τὸ Χρυσοβίτσι, γυρίζει ὁ Φλέσσας καὶ λέγει ἑνὸς παιδιοῦ: “Μεῖνε μαζί του μὴν τὸν φᾶνε τίποτες λύκοι”. Ἔκατσα ἕως ποὺ ἐσκαπέτισαν μὲ τὰ μπαϊράκια τους, ἀπὲ ἐκατέβηκα κάτου· ἦτον μία ἐκκλησία εἰς τὸν δρόμον (ἡ Παναγία στὸ Χρυσοβίτσι) καὶ τὸ καθισιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τὴν Ἑλλάς: “Παναγία μου, βοήθησε καὶ τούτην τὴν φορὰ τοὺς Ἕλληνες διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν”. Καὶ ἐπῆρα ἕναν δρόμο κατὰ τὴν Πιάνα. Εἰς τὸν δρόμον ἀπάντησα τὸν ξαδελφόν μου Ἀντώνιον, τοῦ Ἀναστάση Κολοκοτρώνη, μὲ ἑφτὰ ἀνηψίδιά μου, ἐγινήκαμεν ἐννιά, καὶ τὸ ἄλογό μου δέκα. Ἐγὼ ἤμουν καὶ χωρὶς τουφέκι». Αὐτοὶ οἱ… δέκα ἔκαμαν τὴν Ἐπανάσταση. («Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς»).
.                 Ξημερώνει ὁ Θεὸς τὴν μεγάλη ἡμέρα αὔριο. «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ…». Γιορτάζουμε τὰ δύο «χαῖρε». Τὸ πρῶτο ἀκούγεται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Ἀρχαγγέλου:  «Χαῖρε, κεχαριτωμένη. Ὁ Κύριος μετά σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί». Τὸ δεύτερο ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ: «Χαῖρε, ὦ χαῖρε, λευτεριά». Τί νὰ πρωτογράψεις καὶ τί νὰ πεῖς; Ὁ Παλαμᾶς, ἄλλο ἐθνικὸ ἀνάστημα, νομίζω ἀπέδωσε ἀριστοτεχνικὰ τὴν λαμπρὴ ἡμέρα. Σ’ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις στίχους ποὺ θὰ παραθέσω -νὰ τοὺς μάθουν ἀπ’ ἔξω ὅλοι οἱ Ἕλληνες- εἶναι κρυμμένη ὅλη ἡ ἱστορία μας ὡς Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι καὶ ὡς Ἕλληνες:
«Σβήνουν δύο νύχτες, καὶ δύο αὐγὲς προβάλλουν στὸν ἀγέρα.
Δύο λευτεριὲς ποὺ σμίγουνε μέσα στὴν ἴδια μέρα.
Δύο λευτεριὲς ματόβρεχτες, παιδιὰ μεγάλου κόπου,
ἡ λευτεριὰ τοῦ Ἕλληνα κι ἡ λευτεριὰ τοῦ ἀνθρώπου».
Σπουδαῖα, πολὺ σπουδαῖα λόγια. Δόξα τῷ Θεῷ, ἔχουμε προίκα, τζιβαϊρικὸ κληροδότημα, ἀνεκτίμητο. Εἴμαστε ὁ μόνος λαὸς ποὺ ἀναπαυόμαστε σὲ χρυσάφι καὶ τρῶμε ξυλοκέρατα.
.                (Καὶ οἱ γονεῖς, τώρα μὲ τὴν ἀπαγόρευση, εἶναι λαμπρὴ εὐκαιρία νὰ «γνωρίσουν» τὰ παιδιά τους. Σὲ πολλοὺς ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα νὰ τὰ δοῦν μόνο τὸ πρωὶ καὶ νὰ τὰ ἀποχαιρετήσουν τὸ βράδυ μὲ ἕνα φιλὶ καὶ μία καληνύχτα. Θὰ πρότεινα –κυρίως γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ– νὰ ἀφήσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ ὑπουργείου γιὰ ἀσκήσεις καὶ λοιπὲς βαρύγδουπες κενολογίες καὶ νὰ πράξουν αὐτὸ ποὺ λέει ἡ καρδιά τους. Παιχνίδι, ἀνάγνωση ὡραίων βιβλίων καὶ συζήτηση. Πολλὰ θὰ μάθουν …οἱ γονεῖς).
.                 Νὰ κλείσω μὲ τὸ Μεσολόγγι ἀδελφοί. Κι ἐμεῖς, δὲν ὑπάρχει καμμία σύγκριση, ἀλλὰ εἴμαστε Ἕλληνες, νιώθουμε πολιορκημένοι. Ἂς πάει ὁ νοῦς σὲ ἐκείνους τοὺς μεγαλομάρτυρες, ποὺ βαστοῦσαν τὴν ἀξιοπρέπειά τους , τὴν πίστη καὶ τὴν φιλοπατρία τους. Αὐτὰ μὴν τὰ χάσουμε….

(Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στὸ θαυμάσιο περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία», τοῦ πολυσέβαστου Στυλιανοῦ Λαγουροῦ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη «Τὸ Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς ἐξόδου»).

 «Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὅταν συγκροτήθηκε τὸ νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νὰ διερευνήσουν, μὲ ἀνιχνευτὲς τὴν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου-διόδων γιὰ ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὴν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δὲν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόγχες καὶ οἱ στενωποὶ φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπὸ τοὺς πολιορκητὲς σὲ βάθος χώρου καὶ τόπου. Γενικὴ ἦταν ἡ κατήφεια καὶ ἡ σιωπηλὴ θλίψη. Τὴν σιωπὴ τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡ βροντώδης καὶ σταθερὴ ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
– Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καὶ δὲν τὸν λὲς τόση ὥρα; Διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.
– Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».
Μόνο ἂν βαδίσουμε τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναστηθοῦμε ὡς λαός…

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ γιὰ τὴν ΠΑΙΔΕΙΑ καὶ οἱ ΤΩΡΙΝΟΙ ΝΕΝΕΚΟΙ (Δ. Νατσιός)

Κολοκοτρώνης γι τν Παιδεία κα ο τωρινο Νενέκοι

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

 .             Ὁ συριζαῖος μέλος τῆς ΕΛΜΕ Κερκύρας, χημικὸς καθηγητής, ὁ καντιποτένιος ποὺ μαγάριζε Κολοκοτρώνη καὶ Παῦλο Μελά, ἐπανέλαβε αὐτὰ ποὺ τόσα χρόνια κυκλοφοροῦν στὰ πανεπιστημιακὰ ἀμφιθέατρα ἀπὸ τοὺς νεοταξίτες λέκτορες, «ἰνστρούχτορες» τῆς ἀριστερᾶς. Εἶναι τὰ διαπιστευτήρια γιὰ προαγωγὲς καὶ ἀνέλιξη. Ὅποιος ροκανίζει τὰ θεμέλια της πατρίδας εἶναι «ὁ ἄνθρωπός τους». Ὅσοι σκύβουμε καὶ προσκυνοῦμε τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ διδάσκουμε τὴν ἀλήθεια, γιατί σεβόμαστε τοὺς μαθητές μας, γι’ αὐτὸ τὰ παιδιὰ μᾶς ἀγαποῦν καὶ μᾶς θυμοῦνται διὰ βίου.
.             Θὰ συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη: «Ἐφύλαξα πίστην εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.             Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του. Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου.
.             Ἔλεγε ὁ ἅγιος ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101).
.             «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζεται καὶ στολίζεται; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων.
Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραΐμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.             Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό τοῦ Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας, διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὅρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγωοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.           Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθανε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλὸ τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιά, ποὺ μᾶς  ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα.  Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/ οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία στοὺς νάρθηκες.
.             Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν του νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν».
.             Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι καὶ ὄχι  μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου; Θὰ εἴχαμε Παιδεία ποὺ προκαλεῖ ναυτία στὰ παιδιά, ἂν διδάσκαμε στὰ ἀναλυτικὰ προγράμματα αὐτὰ τὰ σπουδαῖα καὶ ὄχι τὶς ἀκαθαρσίες τοῦ κάθε Φίλη ἢ Γαβρόγλου ἢ τὰ ἀξιολύπητα ψεύδη τοῦ κάθε Νενέκου, κάθε ἀνισόρροπου ποὺ ἔτυχε νὰ γίνει ἐκπαιδευτικός;

Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: “ΕΛΑΤΕ, ΠΑΡΤΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ, ΚΑΙ ΝΑ ᾽ΣΤΕ ΜΟΝΟΙΑΣΜΕΝΟΙ” (Δ. Νατσιός)

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης:
«
λτε, πάρτε τν εχή, κα νά ᾽στε μονοιασμένοι»  

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος- Κιλκὶς

«Κολοκοτρώνης πέθανε στὸ γάμο τοῦ Κολίνου
τὸ θάνατο γνώρισε, πού ᾽θέλε ν’ ἀποθάνη
καὶ τοῦ Γενναίου μίλησε, καὶ τοῦ Κολίνου λέγει:
Ποῦ εἶσαι, Γενναῖε στρατηγέ, Κολίνο σπουδασμένε!
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, μὲ τριγυρίζει ὁ Χάρος.
Σώπα, πατέρα, μὴν τὸ λές, μὴ λὲς πὼς θὰ πεθάνης
κι ἔχουμ’ ὀχτροὺς καὶ χαίρονται καὶ φίλους καὶ λυπᾶνται.
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, καὶ νά ᾽στε μονοιασμένοι»
«Ἅπαντα Κολοκοτρωναίων, τόμ. Α σελ. 74, ἔκδ. ΙΔΕΒ»

.             Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι σὰν σήμερα ἐκοιμήθη ὁ ἀπελευθερωτής μας. Δημοσιεύω ἕνα παλιότερο κείμενο, εὐλαβικὸ μνημόσυνο στὸν Γέρο τοῦ Μοριᾶ. Τώρα ποὺ μᾶς βρῆκε τὸ κακὸ καὶ θόλωσε ὁ νοῦς μας, ὁ λόγος τοῦ ἥρωα εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα.
Τὴν Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843, κλείνει τὰ μάτια του στὴν Ἀθήνα, τὸ ζωντανὸ Εἰκοσιένα, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Ἕλληνας ἥρωας μὲ τὴν σημαντικότερη θέση στὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τὸ νὰ θέλεις νὰ πλέξεις «τὸν ἐπιτάφιον στέφανον αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ περιλάβης τὸν μέγαν Ἑλληνικὸν Ἀγώνα», ὅπως ἀναφώνησε ὁ Σοῦτσος κατὰ τὸ ξόδι του.
.             Θα συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη.
«Ἐφύλαξα πίστιν εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.             Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο, ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια του ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του.
.             Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου. Ἔλεγε ὁ ἅγιος, ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101).
.                 «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζετε καὶ στολίζετε; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων. Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακό, ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραήμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.             Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό του Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς “πρωθυπουργὸς” τῆς Ἑλλάδας, (μὲ πολλὴ δυσκολία τὸ γράφω), διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὸν Λένιν καὶ τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδρ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὄρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγωοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.             Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθανε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλὸ τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ  εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιὰ ποὺ μᾶς  ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα.  Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων της ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία μας στοὺς νάρθηκες τῶν μοναστηριῶν.
.             Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν». Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις καὶ προδοσίες, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι, μὲ τὰ ἀρώματα τῆς καθ᾽ ἡμᾶς ἀνατολῆς μεγαλωμένοι, καὶ ὄχι  μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος- Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

Η ΔIΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ… Η ΔIΚΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝIΑΣ (Δημ. Νατσιός)

δίκη το Κολοκοτρώνη καί… δίκη τς Μακεδονίας

γράφει ὁ
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης» (Καποδίστριας)

.                 Στρώθηκα καὶ ξαναδιάβασα, τοῦτες τὶς πνιγηρὲς ἡμέρες, τὴν Δίκη τοῦ Κολοκοτρώνη. «Δυστυχὴς παρηγορία» νὰ μελετᾶς τὰ περασμένα μεγαλεῖα, τὰ ἀρώματα τοῦ Γένους μας, τοὺς ἀνθρώπους της ποὺ μοσχοβολοῦν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. Ἔχει μαυρίσει ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις ποὺ ἀναδίδει ἡ «πονηρὰ ζύμη» τῶν Ἀθηνῶν. Ἔγραφε θρηνώντας ὁ μεγάλος Κόντογλου γιὰ τοὺς «γυάλινους ἀνθρώπους»: «Ἡ Ἀθήνα δὲν εἶναι πιὰ πολιτεία ἑλληνικὴ κι ἂς λέμε ὅ,τι θέλουμε. Μήτε οἱ ἄνθρωποι μήτε τὰ χτίρια. Ὁ ἥλιος ἔλειψε. Ὁ ἀγέρας βρόμισε. Ἀπορεῖς πῶς ἀλλάξανε ὅλα μέσα σὲ λίγα χρόνια καὶ δὲν ἔμεινε τίποτε ποὺ νὰ θυμίζει πὼς βρίσκεσαι στὴν Ἑλλάδα». («Μυστικὰ Ἄνθη» σελ. 196). Βρόμισε ὁ ἀγέρας σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα σήμερα. Ποιός νὰ τὸ πίστευε ὅτι οἱ σημερινοὶ «γυάλινοι ἄνθρωποι», διαφανεῖς σὰν τὰ τζάμια, μηχανὲς νεκρὲς καὶ παγωμένες -λόγια τοῦ Κόντογλου- θὰ συζητοῦν χασκογελώντας τὴν μεγαλύτερη προδοσία καὶ ἀτιμία ἀπὸ καταβολῆς ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀντικρίζουμε καντιποτένιους ὑπουργοὺς καὶ πρωθυπουργοὺς νὰ ὁμολογοῦν ἀνερυθριάστως καὶ ἀσυνειδήτως -ὅπως ἔγραφαν τὰ παλιά, καλὰ λεξικὰ- χωρὶς ντροπὴ καὶ τύψεις ὅτι συμφώνησαν τὴν ἀτιμωτικὴ συναλλαγὴ καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ στήσουν πανηγύρια στὰ σύνορα. Πῶς θὰ ἀνεχθοῦμε τὸ τέλος τῆς ἱστορίας τῆς Μακεδονίας; Οἱ Πόντιοι, οἱ Κρητικοί, οἱ Ἑπτανήσιοι, οἱ Σαρακατσαναῖοι, οἱ Θρακιῶτες καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες θὰ καυχῶνται, θὰ συνεχίσουν νὰ καμαρώνουν γιὰ τὴν γενέθλια ἱστορικὴ καταγωγὴ καὶ περιοχή τους. Ἐγώ, ἐμεῖς οἱ Μακεδόνες τί θὰ ἀπαντοῦμε; Ποῦ θὰ ἀνήκει τὸ γεννοτόπι μου στὴν Πιερία; Πεθαμένοι καὶ ζωντανοί, ἔλεγε οἱ ποιητής, εἴμαστε ἀλληλέγγυοι καὶ συνυπεύθυνοι. Ἡ Ἱστορία ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι μία συμφωνία μεταξὺ τῶν νεκρῶν, τῶν ζώντων καὶ τῶν ἀγέννητων. Καὶ ἀφοῦ εἶναι τριμερὴς ἡ συμφωνία, δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἄλλων δύο μερῶν, τῶν νεκρῶν καὶ τῶν ἀγέννητων. Θέλει γεροὺς ὤμους καὶ ἀνδρεῖες καρδιὲς ἡ ἱστορία μας, ἀλλιῶς θὰ σὲ καταπλακώσει.
.                 Πέντε Ἕλληνες δικαστὲς -ἐξαιρῶ τὴν βαυαρικὴ συμμορία ποὺ λύσσαξε νὰ τὸν δολοφονήσει- συμμετεῖχαν στὴν δίκη τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ, Μάϊος-Ἰούνιος τοῦ 1834. Καταγράφω τὰ ὀνόματά τους: Πολυζωίδης Ἀναστάσιος Πρόεδρος, Α. Βούλγαρης, Δ. Σοῦτσος, Φ. Φραγκούλης, Γεώργιος Τσερτσέτης, μέλη. Τὸν Πολυζωίδη καὶ τὸν Τερτσέτη, ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν  τὴν ἀτιμωτικότερη «εἰς θάνατον» καταδίκη της ἑλληνικῆς ἱστορίας, τοὺς μνημονεύουμε μὲ θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη. Τοὺς ἄλλους τρεῖς, «κωλοπανίδες τῆς ἀντιβασιλείας» (Μακρυγιάννης), τοὺς λακέδες τῶν Γερμανῶν, ποιός τοὺς θυμᾶται; Μνημονεύω τὸν Κολοκοτρώνη τοῦτες τὶς μέρες, ὄρθιο, ἀγέρωχο στὸ δικαστήριο, καὶ σκέφτομαι τὴν Μακεδονία μας…
.                 Διαβάζω:
«Σηκώνεται ὁ Γέρος τοῦ Μοριά. Μπροστὰ στοὺς δικαστὲς στέκεται τώρα ὄρθιο ὁλόκληρο τὸ Εἰκοσιένα.
Πρόεδρος: Πῶς ὀνομάζεσαι;
Κολοκοτρώνης: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Πρόεδρος: Πόθεν κατάγεσαι;
Κολοκοτρώνης: Ἀπὸ τὸ Λιμποβίσι τῆς Καρύταινας
Πρόεδρος: Πόσων ἐτῶν εἶσαι;
Κολοκοτρώνης: Ἑξήντα τεσσάρων. Γεννήθηκα τὸ 1770, 3 τοῦ Ἀπρίλη.
Πρόεδρος: Τί ἐπάγγελμα ἔχεις;
Κολοκοτρώνης: Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα ἐννιὰ χρόνους ντουφέκι καὶ πολεμῶ γιὰ τὴν πατρίδα».
.                 Μεγαλειώδης ἀπάντηση!! Μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ ἦταν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ «οἱ (=οἱ ὁποῖοι), διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν… ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγεννήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων…», ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους. «Οἱ Μπαυαρέζοι καὶ οἱ ὀπαδοί τους Ἕλληνες θέλαν νὰ τὸν φᾶνε», ὅμως οἱ δύο δικαστές, ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Ἔθνους, ἀπέτρεψαν τὸ ἀνοσιούργημα.
.            Παραδίδω πάλι τὸν λόγο στὸ βιβλίο τοῦ Δημ. Φωτιάδη «Κολοκοτρώνης».
.                 Διαβάζουμε γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ βγῆκε ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση, ὅταν ὑπέγραψαν κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῶν ξένων οἱ δείλαιοι, προδότες δικαστές… καὶ ὁ νοῦς μου πηγαίνει στὴν Μακεδονία. «Ὁ Γέρος σὰν ἄκουσε τὸ «καταδικάζονται εἰς θάνατον» σταυροκοπήθηκε μὲ ἀπορία καὶ λέει:
-Κύριε ἐλέησον! Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλεία σου. (Πιστὸς καὶ καρτερόψυχος, δὲν κλαψουρίζει). Γυρεύουν μερικοὶ νὰ τὸν παρηγορήσουν. – Ἀντίκρισα, τοὺς λέει, τόσες φορὲς τὸν θάνατο καὶ δὲν τὸν φοβήθηκα. Οὔτε καὶ τώρα τὸν φοβᾶμαι. Ἄλλοι ἀναστενάζουν, ἄλλοι βουρκώνουν, ἄλλοι κλαῖνε μὲ ἀναφυλλητά. Μερικοὶ σκύβουν κι εὐλαβικὰ φιλᾶνε τὸ δοξασμένο γέρικο χέρι. Κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς μὲ πνιγμένη φωνὴ τοῦ λέει:
-Ἄδικα σὲ σκοτώνουν, στρατηγέ!
-Γιὰ αὐτὸ λυπᾶσαι. Καλύτερα ποὺ μὲ σκοτώνουν ἄδικα παρὰ δίκαια….τοῦ ἀποκρίνεται». (σελ. 510-511).
Οἱ δύο πραγματικοὶ δικαστές, Πολυζωίδης καὶ Τερτσέτης, βγῆκαν ἀπὸ τὸ δικαστήριο μὲ ψηλὰ τὸ κεφάλι , ὁ κόσμος τοὺς ἔδινε «συχαρίκια γιὰ τὸ παλικαρίσιο φέρσιμό τους». Οἱ ἄλλοι τρεῖς, μαζὶ μὲ τοὺς Βαυαρούς, σέρνονταν σὰν σκουλήκια. Διαβάζω ἀπὸ τὰ «Πρακτικὰ» τῆς Δίκης καὶ σκέφτομαι. Τὴν ἡμέρα, Κύριος οἶδε, ποὺ θὰ ὑπογράφουν στὴν Βουλή,  βουλευτές, ὑπουργοὶ καὶ πρωθυπουργοὶ τὴν προδοσία τοῦ ὀνόματος, τὸ παρακάτω τρισάθλιο θέαμα θὰ παρουσιάζουν. «Οἱ τρεῖς καταδικάσαντες δικασταὶ ἐξῆλθον τοῦ Δικαστηρίου  ὠχροὶ καὶ τρέμοντες, μὲ δειλίας καὶ τρόμου παλμούς, τοὺς ὁποίους ὁ ἔλεγχος ἐνεποίει καὶ ἐδείκνυε εἰς τὸ πρόσωπον τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς ψυχῆς αὐτῶν. Συνοδευόμενοι δ’ οὕτω ἀπὸ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀνθυπασπιστὰς ἀπῆλθον μὲ πόδας πατοῦντες ὄχι ὀρθὰ (παραπατοῦσαν) εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν».
.                 Σώθηκε ὁ Κολοκοτρώνης (καὶ ὁ Πλαπούτας) γιατί σκέφτηκαν, οἱ ξένοι καὶ τὰ πειθήνια, ἐν Ἑλλάδι, ἐνεργούμενά τους ὅτι θὰ ἀντιμετώπιζαν «ταραχὰς καὶ ἐξεγέρσεις». «Ἡ ἁψιὰ ἀντίστασις τοῦ Προέδρου, τοῦ Πολυζωίδη, ἀδυνάτισε τὸ κύρος τῆς ἀποφάσεως τῶν τριῶν, ἔδωσε καὶ λαβὴν εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν ξένων δυνάμεων νὰ ἐννοήσουν τὴν ἀθωότητα τῶν κατηγορουμένων…» (Τερτσέτη, Ἅπαντα τόμ. Γ´ σελ. 312) Περπατοῦσε, γράφει ὁ Τερτσέτης, ὁ Πολυζωίδης στὸ Ναύπλιο μὲ τὸν Νικηταρὰ τὸν Τουρκοφάγο. Ὁ κόσμος περισσότερο χαιρετοῦσε μὲ σεβασμὸ τὸν καταγόμενο ἀπὸ τὸ περίφημο Μελένικο τῆς Βόρειας Μακεδονίας, δικαστή.
Τοῦ λέει ὁ Νικηταρᾶς:
-Μοῦ πῆρες τὴ δόξα ποὺ ἀπόχτησα στὰ Δερβενάκια.
(Ἂν ὑπογράψουν «Βόρεια Μακεδονία», ὁ Ἀν. Πολυζωίδης αὐτομάτως γίνεται Σκοπιανός. Ὁ κὺρ Κοτζιᾶς βέβαια θὰ πανηγυρίζει, χασκογελώντας καὶ θὰ στήσει πανηγύρι ἐδῶ στὰ σύνορα, γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν προδοσία. Θὰ τοῦ ἑτοιμάσουμε κόλλυβα καὶ ἐξόδιο, γι’ αὐτὸν καὶ τὴν κυβέρνησή του, ἀκολουθία).
.           Ἀναζητοῦμε καὶ σήμερα τὸν ἄνθρωπο ποὺ μὲ τὴν «ἁψιά του ἀντίστασι» θὰ ἀποτρέψει τὴν εἰς θάνατον καταδίκη τῆς Μακεδονίας. Δικαστής, στρατηγός, ἐπίσκοπος, κάποιος, τέλος πάντων, ποὺ θὰ ἀποκτήσει δόξα ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὰ Δερβενάκια…

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΜΕΘΥΣΤΕ ΜΕ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ (Δ. Νατσιός) «4 Φεβρουαρίου 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. “οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα”».

Μεθύστε μ τ θάνατο κρασ το Εκοσιένα

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τώρα μὲ τὸ μεγάλο συλλαλητήριο γιὰ τὴν Μακεδονία μας, ἂς θυμηθοῦμε ἀπὸ ποιοὺς καταγόμαστε, ποιοὶ μᾶς ἀπελευθέρωσαν. Μόνο ἔτσι θὰ καταλάβουμε πόσο μικρὸ καὶ ἀνίκανο εἶναι τὸ τωρινὸ σκουπιδαριὸ ποὺ “κυβερνάει” τὴ χώρα.
.            «Πᾶμε νὰ ἰδοῦμεν τοὺς παλιοὺς Ἕλληνες», νὰ ἀκούσουμε τοὺς πολέμαρχους τοῦ ᾽21, μᾶς ἔπνιξαν οἱ ἀναθυμιάσεις τῶν τωρινῶν δημοπιθήκων. Διαβάζεις τὰ ἀπομνημονεύματα καὶ τὶς φυλλάδες γιὰ τὴν Ἐθνεγερσία καὶ νομίζεις ὅτι ἀνοίγεις ἕνα «μυρογιάλι», ἐκεῖνα τὰ μικρὰ φιαλίδια ποὺ περιέχουν ἀρώματα ἐξαίσια. Ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικὴ ἀναδίδεται, παρ᾽ ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημοὺς ἐκείνης τῆς περιόδου. Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν συναντῶ στὰ ἀναγνώσματά μου λόγια καὶ ἐπεισόδια, ποὺ στέκεσαι καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, ποὺ κρύβουν στὰ φυλλώματά τους πετράδια, νὰ τὰ καταγράφω, γιὰ νὰ μὴν λησμονηθοῦν. Σκοπός μου νὰ τὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς μαθητές μου. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐξοπλιστικὲς ἡλικίες, τὰ παιδιὰ δὲν θέλουν περισπούδαστες ἀναλύσεις καὶ κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν μὲ τὸ παράδειγμα, μὲ τὸ παραμύθι, μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀρετὴ σαρκωμένες σὲ πρόσωπα. Παράδειγμα: Μάχη τῆς Γράνας, 10 Αὐγούστου τοῦ 1821. Βγῆκαν οἱ πολιορκημένοι στὴν Τριπολιτσὰ Τοῦρκοι νὰ χτυπήσουν τοὺς Ἕλληνες. Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε διατάξει νὰ ἀνοιχθεῖ τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ἑνὸς καὶ πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμὴ οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται στὴ γράνα καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Ἔπρεπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ νὰ διατάξει τὰ παλληκάρια του νὰ χωριστοῦν, νὰ μοιραστοῦν τὰ καριοφίλια, νὰ «χτυποῦν» οἱ μισοὶ πρὸς τὴν μία πλευρὰ καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ πρὸς τὴν ἄλλη. Ἐρωτῶ τοὺς μαθητές μου πῶς τὸ ἔκανε πάνω στὴν ἀντάρα τῆς μάχης: Τοὺς βασάνισα κανένα πεντάλεπτο καὶ ἄκουσα ἀπίθανες ἀπαντήσεις. Τί εἶπε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἀμέσως χωρίστηκαν τὰ ντουφέκια; «Κῶλο μὲ κῶλο ὠρὲ Ἕλληνες!». «Χαμὸς» στὴν τάξη, γέλια καὶ θαυμασμὸς γιὰ τὴν μεγαλοφυία τοῦ Γέρου.

.             «Ὁ Μιαούλης ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν παλληκαριά του καὶ τὴν ἀφοβία του ἐμπρὸς στὸν θάνατο. Μία φορά, στὰ νεανικά του χρόνια, ὁ Ἄγγλος ναύαρχος Νέλσων τὸν ἔπιασε νὰ προσπαθεῖ νὰ σπάσει μὲ τὸ καράβι του ἕναν ἀποκλεισμό του. Ὅταν τὸν ἔφεραν μπροστά του, τὸν ρώτησε: – Ἂν ἤσουν ἐσὺ στὴν θέση μου τί θὰ μ᾽ ἔκανες; Θὰ σὲ κρεμοῦσα στὸ πιὸ ψηλὸ κατάρτι! τοῦ ἀπάντησε ὁ Μιαούλης. Καὶ ὁ Νέλσων κατάπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος του τὸν ἄφησε ἐλεύθερο». (περ. «Γνώσεις», σελ. 66, 1958).

.           Πήγαινε στὴν κρεμάλα, τὸν ἀγωνιστὴ Θεόδωρο Γρίβα, ὁ Ἀλὴ πασάς. Ὁ Γρίβας, ὅταν πλησίασε ὁ δήμιος, κάλυψε τὸ κεφάλι του μὲ τὸ ἔνδυμά του. Τὸν ρωτᾶ τὸ θηρίο τῶν Ἰωαννίνων: «Γιατί σκέπασες τὸ κεφάλι σου; Φοβήθηκες τὸν θάνατο; Δὲν ἤξερες ὅτι ἀφοῦ ἀκολούθησες τὴν δουλειὰ τοῦ πατέρα σου αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ τύχη σου; Δὲν φοβήθηκα τὸν θάνατο, ἀπεκρίθη ὁ Θεόδωρος, τὸν φόβο τὸν ἄφησα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου, οὔτε θὰ μείνω χωρὶς ἐκδίκηση. Καὶ πατέρα ἔχω καὶ τέσσερις ἀδελφούς, μὰ ντρέπομαι τὸν κόσμο ποὺ θὰ ἰδῆ νὰ πεθάνω ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ χέρια τέτοιων παλιανθρώπων (καὶ ἔδειξε τοὺς Γύφτους οἵτινες μετήρχοντο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημίου). Ἐζήτησα τὸ θάνατο ὅπου ἔπρεπε, ἀλλ᾽ αὐτὸς μὲ ἀρνήθηκε. Καὶ ὁ Ἀλὴς τοῦ χάρισε τὴν ζωή». (Δ. Καμπούρογλου «Θ. Γρίβας», ἐκδ. «Βεργίνα», σελ. 18).

.           Στὶς 14 Φεβρουαρίου ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος γράφει σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀναστάσιο Λόντο τοῦτα τὰ ἀθάνατα λόγια: «Τὸν περισσότερο καιρὸ τῆς ζωῆς μου ποῦ τὸν ἐπέρασα; Τὸν ἐπέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τὸν ἐπέρασα εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰ βουνά, τὰ καρτέρια τῶν δρόμων, οἱ λόγγοι καὶ τὰ ἄγρια θηρία εἶναι μάρτυρες ὅτι δυσκόλως ἔφευγε Τοῦρκος ἀπὸ τὰ χέρια μου, ἂν ζύγωνε καμμιὰ πενηνταριὰ ὀργιές». (Κάρπου Παπαδόπουλου, «Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος καὶ Γ. Βαρνακιώτης», ἐκδ. «Πρωτοψάλτης», σελ. 65).

.             Τὸ 1859 μία Σουηδή, ἡ Φρεντρίκα Μπρέμερ, ἐπισκέπτεται τὸν Κανάρη στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν θαυμασμό της στὸν «γηραιὸ ἄνδρα τῆς ἐλευθερίας», ὅπως τὸν ὀνομάζει. Ὁ Κανάρης ἀπάντησε ὅτι «εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ ποὺ ἐπέτρεψε σ᾽ ἕνα μικρὸ ναυτικὸ ἑνὸς ἑλληνικοῦ νησιοῦ, ἀπὸ τὰ πιὸ μικρά, νὰ κάμη γιὰ τὴν πατρίδα του κάτι ποὺ ἔκαμε τὸν ἀπελευθερωτικό της ἀγώνα συμπαθῆ σὲ χῶρες τόσος μακρινές». Ἦταν ἀληθινὰ μία ὡραία ἀπάντηση, γράφει ἡ Φρεντρίκα. Καὶ ὅταν τὸν ρώτησε, ἂν αἰσθάνθηκε σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς του φόβο, ὁ Κανάρης ἀποκρίθηκε: «Ἕνα τέτοιο πράγμα δὲν μπαίνει ποτὲ στὸ νοῦ μας. Ὁ κίνδυνος μᾶς διεγείρει. Τὸ ντουφεκίδι καὶ ἡ μάχη μοιάζουν μὲ μουσική». («Τὸ Εἰκοσιένα, πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν», λόγος Παν. Κανελλόπουλου, 1963, σελ. 658).

.           Ὁ Ἠλίας Φλέσσας καὶ ὁ Παναγιώτης Κεφάλας προτείνουν στὸν «μπουρλοτιέρη τῶν ψυχῶν» Παπαφλέσσα, νὰ ἀφήσει τοὺς λόφους στὸ Μανιάκι καὶ νὰ ταμπουρωθεῖ ψηλότερα, στὸ βουνό, γιὰ νὰ ὑπάρχει ὁδὸς διαφυγῆς. Ἀπαντᾶ: «Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ μετρήσω τὸ στρατὸ τοῦ Μπραΐμη, πόσος εἶναι, ἀπὸ τὰ ψηλώματα. Ἦρθα νὰ πολεμήσω. Οὔτε τρελλάθηκε ὁ Μπραΐμης νὰ χασομεράει ἐκεῖ ποὺ ἐλπίζει νὰ κερδίσει νίκη, μὰ θὰ τραβήξει ἴσα κατὰ τὴν Τριπολιτσά, κι ἐγὼ τότε θὰ μείνω νὰ μαζεύω ἀπὸ πίσω τὰ καρφοπέταλά του. Ἂν ὅμως τὸν κρατήσω ἐδῶ στὸ Μανιάκι, γλιτώνω τὸν Μωριά, γιατί θὰ τὸν κάμω νὰ πισωγυρίσει ὅπως ὁ Δράμαλης, εἰτεμὴ θὰ πληρώσει ἀκριβὰ τὸ αἷμα μου καὶ θὰ συλλογιστῆ καλὰ ὕστερα νὰ μπῆ στὴν καρδιὰ τοῦ Μωριᾶ. Καθίστε ἐδῶ νὰ πεθάνουμε σὰν ἀρχαῖοι Ἕλληνες». (Κ. Παπαδημητρίου, «Τελεταῖες ὧρες, τελευταῖα λόγια τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ᾽21», σελ. 159).

.             Πρὶν ὁδηγήσουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη στὸ Μεσολόγγι στάθηκαν οἱ Σουλιῶτες γιὰ λίγο στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας. Ἐκεῖ γιατροπορευόταν ὁ Καραϊσκάκης. Ὅταν τὸ ἔμαθε, σύρθηκε στὴν ἐκκλησιά, φίλησε τὸν νεκρὸ κλαίγοντας καὶ εἶπε: «-Ἄμποτες, ἀδελφέ μου, Μάρκο, ἀπὸ τέτοιο θάνατο νὰ πάω κι ἐγώ». Καὶ ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ λείψανο, πρόσθεσε: «Μάνα δὲν γέννησε στὴν Ἑλλάδα δεύτερο Μάρκο … Οὔτε εἶδα οὔτε θὰ ἰδῶ τέτοιον πολεμάρχη». («Τελευταῖες ὧρες», σελ. 132).

.             «Ὅταν ἀποφυλακίστηκε ὁ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος (Καταγόταν ἡ οἰκογένειά του ἀπὸ τὸ Τουρκολέκα τῆς Μεγαλόπολης, γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ Τουρκοπελέκα), τὸ 1841, ἦταν τόσο φτωχὸς ποὺ κατάντησε ζητιάνος στὰ σοκάκια τοῦ Πειραιᾶ. Ἡ ἁρμόδια ἀρχή, ἡ ὁποία χορηγοῦσε θέσεις ἐπαιτείας, τὸν ἐπέτρεπε νὰ ἐπαιτεῖ, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Εὐαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή! Ὅταν αὐτὰ ἔφτασαν στὰ αὐτιὰ τοῦ πρέσβη τῆς Γαλλίας, αὐτὸς ἀπεστάλη ἀπὸ τὴν κυβέρνησή του, στὸ σημεῖο ὅπου ζητιάνευε ὁ μεγάλος ὁπλαρχηγός. Μόλις ὁ Νικηταρᾶς ἀντελήφθη τὸν ξένο, μάζεψε ἀμέσως τὸ ἁπλωμένο χέρι του.
– Τί κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ὁ ξένος.
– Ἀπολαμβάνω ἐλεύθερη πατρίδα, ἀπάντησε ὑπερήφανα ὁ ἥρωας.
– Μὰ ἐδῶ τὴν ἀπολαμβάνετε, καθισμένος στὸν δρόμο; Ἐπέμενε ὁ ξένος.
– Ἡ πατρίδα μου ἔχει χορηγήσει σύνταξη γιὰ νὰ ζῶ καλά, ἀλλὰ ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ νὰ παίρνω μία ἰδέα πῶς περνάει ὁ κόσμος, ἀπάντησε περήφανα ὁ Νικηταρᾶς.
– Ὁ ξένος κατάλαβε καὶ διακριτικά, φεύγοντας, ἄφησε νὰ τοῦ πέσει ἕνα πουγκὶ μὲ χρυσὲς λίρες. Ὁ σχεδὸν τυφλὸς Νικηταρᾶς ἄκουσε τὸν ἦχο, ἔπιασε τὸ πουγκὶ καὶ φώναξε στὸν ξένο: «Σοῦ ἔπεσε τὸ πουγκί σου. Πάρε το μὴν τὸ βρεῖ κανένας καὶ τὸ χάσεις!». Στὶς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1849, ὁ γενναῖος καὶ ἔντιμος ἥρωας, πεθαίνει πάμφτωχος».

.           Καὶ μία καὶ σήμερα τὸ ἔνδοξο τοῦτο ἁλωνάκι, ἡ κατασυκοφαντημένη πατρίδα μας, εἶναι ζωσμένη ἀπὸ «τὶς ἀλώπεκες τοῦ σκότους» (Ε. Βούλγαρης) τοὺς Φράγκους καὶ τὸ ἐξ ἀνατολῶν θηρίο πάλιν μαίνεται, νὰ παραπέμψω στὸ ἡρωικότερο ἐπεισόδιο τοῦ Ἀγώνα, τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου, ποὺ μᾶς διδάσκει πῶς σώζονται τὰ ἔθνη. (Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στὸ θαυμάσιο περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία», τοῦ πολυσέβαστου Στυλιανοῦ Λαγουροῦ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη «Τὸ Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς ἐξόδου»).

.                 «Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὅταν συγκροτήθηκε τὸ νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νὰ διερευνήσουν, μὲ ἀνιχνευτὲς τὴν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου-διόδων γιὰ ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὴν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δὲν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόγχες καὶ οἱ στενωποὶ φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπὸ τοὺς πολιορκητὲς σὲ βάθος χώρου καὶ τόπου. Γενικὴ ἦταν ἡ κατήφεια καὶ ἡ σιωπηλὴ θλίψη. Τὴν σιωπὴ τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡ βροντώδης καὶ σταθερὴ ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
– Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καὶ δὲν τὸν λὲς τόση ὥρα; Διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.
– Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».
.               Μόνο ἂν βαδίσουμε τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναστηθοῦμε ὡς λαός…

.             4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. Ζήτησε νὰ βάλουν στὸν τάφο του, κάτω ἀπὸ τὰ τσαρούχια του τὴν τουρκικὴ σημαία, νὰ ποδοπατᾶ τὴν Τουρκιὰ καὶ στὸ μνῆμα. Αὐτὸ τὸ λιοντάρι μόνο μία φορὰ φοβήθηκε. Πότε; «Εἰς τὸν καιρὸ τοῦ προσκυνήματος ἐφοβήθηκα μόνο διὰ τὴν πατρίδα μου, ὄχι ἄλλη φορά, οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα». Καὶ τότε βροντοφώναξε: “φωτι κα τσεκούρι στος προσκυνημένους”.

.           Αὐτὸ νὰ εἶναι καὶ αὔριο τὸ σύνθημά μας. Εἶναι τὸ καλύτερο μνημόσυνο γιὰ τὸν ἀθάνατο Γέρο τοῦ Μοριᾶ. Τὴν Μακεδονία καὶ τὰ μάτια μας, ἀδέλφια Ἕλληνες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , , , ,

Σχολιάστε