Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θ. Κολοκοτρώνης

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821– 2. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821
2. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
Η ΨΥΧΗ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Bλ. Σχετ.: ΜΟΡΦΕΣ TOY 1821 – 1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821– 3. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

.                   Ὁ Ἀρχιστράτηγος τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στὸ Ραμαβούνι τῆς Μεσσηνίας προερχόμενος ἀπὸ τὸ Λιμποβίσι Ἀρκαδίας, στὶς 3 Ἀπριλίου τοῦ 1770. Ἀπεβίωσε στὴν Ἀθήνα στὶς 4 Φεβρουαρίου 1843. Προερχόμενος ἀπὸ οἰκογένεια κλεφτῶν, μὲ πολύχρονους ἀγῶνες κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν καὶ δεκάδες θυμάτων, ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πατρίδας. Πέρασε πολλά. Σὲ ἀνταπόδοση τῶν πολεμικῶν νικῶν του σὲ βάρος τῶν Ὀθωμανῶν καὶ τῶν προσπαθειῶν του νὰ μείνουν ἑνωμένοι οἱ Ἕλληνες φυλακίστηκε ἀπὸ ὅσους τὸν φθονοῦσαν γιὰ ἕξι μῆνες καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ ἔβλεπε μόνο τὸν δεσμοφύλακά του. Τὸν ἀπελευθέρωσαν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Ἰμπραήμ. Ἀνεξίκακος πῆρε πάλι τὴν Ἀρχιστρατηγία καὶ συνετέλεσε στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πατρίδας, παρὰ τὸ ὅτι σκότωσαν τὸ παιδί του, τὸν Πάνο, σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν. Στὴν Ἀντιβασιλεία καταδικάστηκε σὲ θάνατο… Τοῦ ἐδόθη χάρις ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Ὄθωνα. Γιὰ τὸ καλὸ τῆς Πατρίδας πάλι ἔδειξε ψυχικὴ ἀνωτερότητα καὶ συμπεριφέρθηκε στὸν βαυαρὸ βασιλιά, ὡς νὰ μὴν εἶχε τίποτε σὲ βάρος του συμβεῖ…

   ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ

Ἡ ἀρχὴ τῆς Ἐπανάστασης

.                 «Εἰς τὰς 3 Ἰανουαρίου (1821) ἀνεχώρησα ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ εἰς τὰς 6 Ἰανουαρίου ἔφθασα εἰς τὴν Σκαρδαμούλα εἰς τοῦ πατρικοῦ μου φίλου Καπετὰν Παναγιώτη Μούρτζινου. Τὸ κίνημά μας ἔγινε εἰς τὰς 22 Μαρτίου εἰς τὴν Καλαμάταν. Ἀπὸ τὰς 6 τοῦ Ἰανουαρίου ἕως τὰς 22 Μαρτίου, ἐπροσπάθησα, ἐνέργησα εἰς τὴν Μάνην νὰ ἑνώσωμεν διάφορα σπίτια Μανιάτικα κατὰ τὴν συνήθειά τους καὶ τοὺς ἑνώσαμεν, τοὺς ἀδελφώσαμεν. Ἀφοῦ ἐπροετοιμάσαμεν καὶ συναγροικήθημεν, ὁ Ζαΐμης μὲ τοὺς ἄλλους, ἀναγκασμένοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Τριπολιτζὰ ἢ νὰ μείνουν ἔτζι, ἐκτύπησαν τὸν Βοϊβόδα τῶν Καλαβρύτων…Εἰς τὰς 23 Μαρτίου ἐπιάσαμεν τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Καλαμάτα, τὸν Ἀρναούτογλην σημαντικὸν Τοῦρκον τῆς Τριπολιτζᾶς…»

Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος

.                 «Οἱ Ἀναγνωσταρᾶς, Μπεϊζαντές, Μπούρας πᾶνε στὸ Λεοντάρι. Ἔμεινα μόνος μου μὲ τὸ ἄλογό μου εἰς τὸ Χρυσοβίτζι. Γυρίζει ὁ Φλέσσας καὶ λέγει ἑνὸς παιδιοῦ: μεῖνε μαζί του, μὴν τὸν φάνε τίποτες λύκοι. Ἔκατζα ἕως ποὺ ἐσκαπέτησαν μὲ τὰ μπαϊράκια τους, ἀπὲ κατέβηκα κάτου. Ἦτον μιὰ ἐκκλησιὰ εἰς τὸν δρόμον (ἡ Παναγιὰ στὸ Χρυσοβίτζι), καὶ τὸ καθισιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τὴν Ἑλλάδα: Παναγιά μου βοήθησε καὶ τούτη τὴ φορὰ τοὺς Ἕλληνες διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν! Καὶ ἐπῆρα ἕναν δρόμο κατὰ τὴν Πιάνα».

Παρακαταθήκη πρὸς τοὺς νέους

.                 Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετὰ ἀπὸ πρόταση τοῦ Γεωργίου Γενναδίου, δασκάλου τοῦ Γένους καὶ Γυμνασιάρχου στὸ Α΄ Γυμνάσιο, ποὺ βρισκόταν καὶ βρίσκεται στὴν Πλάκα, μίλησε πρὸς τοὺς μαθητές του, στὶς 7 Ὀκτωβρίου τοῦ 1838. Μεταξὺ ἄλλων εἶπε: «Ὅταν ἀποφασίσαμε τὴν Ἐπανάσταση δὲν συλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἅρματα, οὔτε πὼς οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις,…ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μιὰ καὶ ὅλοι, ὁ κλῆρος μας, οἱ προεστοί, οἱ καπεταναῖοι, οἱ πεπαιδευμένοι, οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση… Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν Πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι ὅταν πιάσαμε τὰ ἅρματα, πρῶτα εἴπαμε ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος…

Ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἑλλάδα

.                 Στὰ 1843 τὸν Κολοκοτρώνη ἐπισκέφθηκε ἕνας νεαρὸς σπουδασμένος στὴν Εὐρώπη καὶ τοῦ ἐκθείασε τὰ τῶν σπουδῶν του. Ὁ Κολοκοτρώνης σχολίασε ἔτσι ὅσα τοῦ εἶπε σὲ ἕναν ἄλλο νέο: «Εἰς τὴν Εὐρώπην ἐμάζωνε Ἀϊβασιλιάτικα ἀπὸ τοὺς καθηγητάς του, χρυσάφι καθαρό. Τὸ δικό μου εἶναι σμιγμένο μὲ χῶμα πολύ, ἂν τοῦ φανῆ πὼς ἀξίζει, ἂς τὸ παστρέψη, ἂς τὸ καθαρίση νὰ δείξη τὴ λαμπράδα του. Βλέπετε τοῦτον τὸν ὀντά, εἶναι ἀστόλιστος, καθίσματα δὲν ἔχει, οἱ τοῖχοι ξεροὶ – τούτη εἶναι ἡ Ἑλλάδα καθὼς ἐμεῖς σᾶς τὴν παραδώσαμε, ἐμεῖς οἱ γέροι στοὺς νέους. Ἐμεῖς εἰς τὰ 1821 ἐκαθαρίσαμεν τὸν τόπον, ἐκουβαλίσαμεν τὰ λιθάρια, ἐκτίσαμεν τὴν οἰκοδομήν, ἐσεῖς θὰ ἐντύσετε τὰ γυμνὰ τείχη, θὰ φέρετε ταῖς πολύτιμαις ζωγραφιαῖς, θὰ στήσετε εὔμορφα τραπέζια καὶ τοὺς καθρέπταις, τοῦτο θὰ κάμη προκοπή σας καὶ τὰ γράμματα – καὶ ἡ εὐχαῖς τῶν συμπολιτῶν σας καὶ τὰ ἔργα σας θὰ σᾶς ἀνεβάσουν εἰς τὰ λιμέρια τὰ ἀθάνατα τῶν δικαίων….

Καμία συνθηκολόγηση μὲ τοὺς Τούρκους

.                 Ὅταν ὁ Ἄγγλος ἀντιναύαρχος Χάμιλτον εἶπε στὸν Κολοκοτρώνη ὅτι πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσουν συμβιβασμὸ μὲ τοὺς Τούρκους ἔτσι τοῦ ἀπάντησε: «Τοῦ ἀποκρίθηκα ὅτι αὐτὸ δὲν γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἢ θάνατος. Ἐμεῖς καπετὰν Χάμιλτον ποτὲ συμβιβασμὸν δὲν ἐκάμαμεν μὲ τοὺς Τούρκους. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους σκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ εἰς γενεά. Ὁ βασιλέας μας ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δὲν ἔκαμε. Ἡ φρουρά του εἶχε παντοτινὸν πόλεμον μὲ τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦτον ἀνυπότακτα. Μὲ εἶπε ποία εἶναι ἡ βασιλικὴ φρουρὰ καὶ τὰ φρούρια; Τοῦ ἀπάντησα ὅτι ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι κλέπται, τὰ φρούρια ἡ Μάνη, τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά. Ἔτζι δὲν μὲ ὡμίλησε πλέον».

Ὁ Τερτσέτης γιὰ τὸν Κολοκοτρώνη

.                 Ὁ Κολοκοτρώνης ὑπαγόρευσε στὸν Γ. Τερτσέτη τὰ ὅσα συνέβησαν πρό, κατὰ καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ αὐτὸς ἔτσι τὸν καταγράφει: «Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ὡς ἱστορικὸς συγγραφέας καταγράφεται ὡς Ἕλληνας χρονολογικὰ τρίτος, μετὰ τοὺς Ὅμηρο καὶ Ἡρόδοτο. Ὁμοιάζουν οἱ τρεῖς ὡς τρεῖς ἀκτίνες ἑνὸς κέντρου φωτεινοῦ, ἔχουν πατρίδα των τὴν Ἑλλάδα, θέμα πόλεμον Εὐρώπης ἐναντίον Ἀσίας, ὁμιλοῦν τὴν Ἑλληνικὴν φωνήν… Κατώτερος ὁ Κολοκοτρώνης ἀπὸ τοὺς δύο προγενεστέρους του εἰς τὴν τέχνην, ὡς τὸ «Τρία πουλάκια κάθονται» ἀπὸ τὸ «Μῆνιν ἄοιδε Θεά», ἀλλὰ ἀνώτερος πάλιν, ἐπειδὴ ὅσα ἔπραξε αὐτὸς πρὶν τὰ γράψη μὲ τὸ κοντύλι τὰ ἐχάραξε μὲ τὸ σπαθί του, καύχημα ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι δύο».

Ἡ κηδεία του

.                 Γράφει σχετικὰ ὁ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας στὸ Πανεπιστημίο Ἀθηνῶν Ἀπ. Β. Δασκαλάκης: «Ἡ εἴδησις τοῦ θανάτου τοῦ Γέρου τοῦ Μωριᾶ ἐβύθισε εἰς τὸ πένθος τὴν πρωτεύουσαν καὶ σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα. Οἱ βασιλεῖς, τὰ μέλη τῆς κυβερνήσεως, στρατηγοί, ναύαρχοι, ἀνώτεροι ἀξιωματοῦχοι, ἔσπευσαν εἰς τὴν κατοικίαν του διὰ νὰ ὑποκλιθοῦν πρὸ τοῦ μεγάλου νεκροῦ. Τὰ παλληκάρια παρετάχθησαν εἰς τοὺς γύρωθεν τῆς κατοικίας δρόμους ὅπου τὰ πλήθη συνωστίζοντο μὲ ἄφατον κατήφειαν. Οἱ ἐπιζῶντες ἥρωες τοῦ Ἀγῶνος καὶ συμπολεμισταί του ἐγονάτιζον πρὸ τοῦ νεκροῦ του, κατεφίλουν τὰς χεῖρας του καὶ ἐπότιζον μὲ δάκρυα τὴν φουστανέλαν του. Ἡ κηδεία του ἦτο πρωτοφανής. Ὅλος ὁ ἐν Ἀθήναις στρατὸς ἦτο παρατεταγμένος μέχρι τοῦ νεκροταφείου. Τὸ φέρετρον περιεστοίχιζον οἱ Κουντουριώτης, Γιατράκος, Τσωρτς, Τζαβέλας, Πλαπούτας, Μακρυγιάννης, Δεληγιάννης καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιζῶντες τῆς Παλιγγενεσίας καὶ ἠκολούθει μετὰ δακρύων ὅλος ὁ ἀθηναϊκὸς λαός. Γιὰ ὅλους εἶχεν ἐκλείψει ὁ μεγαλύτερος καὶ ὁ ἐνδοξότερος πολέμαρχος τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἐλευθερίας».-

 

 

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΒΟΗΘΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟΥΤΗΝ ΤΗΝ ΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΑ ΝΑ ΕΜΨΥΧΩΘΟΥΝ».

Κολοκοτρώνης: «Παναγία μου,
βοήθησε καὶ τούτην τὴν φορὰ τοὺς Ἕλληνες διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν»

Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει….».

.                   «Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ Κακό, ἀδελφοί, ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη!», γράφει ὁ Ἐλύτης. Μνημονεύω, τοῦτες τὶς δύσκολες ἡμέρες – κλεισμένοι στὰ ἀρχοντικά μας- τοὺς στίχους τοῦ Σολωμοῦ. Περίεργες στιγμὲς ζοῦμε. Ἡ ἄνοιξη, ἡ νιότη τοῦ χρόνου, πολιορκεῖ τὶς αἰσθήσεις μας . «Ἔστησ’ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸ Ἀπρίλη/ κι ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα». Καὶ ἔξω τὸ ἀόρατο κακό. Πολιορκημένοι. Μὲ τὰ ντουλάπια νὰ βογκοῦν ἀπὸ ρύζια καὶ ζυμαρικά. Ἐκεῖνοι, οἱ «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένο», ἔψαχναν ἐναγωνίως ἀκόμη καὶ ποντικοὺς καὶ «ἦτο εὐτυχὴς ὅστις ἐδύνατο νὰ πιάσει ἕναν. Βατράχους δὲν εἴχαμε, κατὰ δυστυχίαν», γράφει ὁ Κασομούλης στὰ «Στρατιωτικὰ Ἐνθυμήματά» του.
Μεσολόγγι: τὸ ἅγιο βῆμα τῆς ἱστορίας μας. Μοσχοβολᾶ σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. Λιμοκτονοῦσαν, ἀρρώσταιναν ἀπὸ ἐπιδημίες, κατασκοτώνονταν στὶς τάπιες τοῦ φράχτη, ὅπως τὸν ὀνόμαζε ὁ Μπραϊμης, ὅμως πολεμοῦσαν καὶ γονάτιζαν τὴν Τουρκιά, γιατί εἶχαν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τὴν Θεοτόκο. Τὰ σήμαντρα καὶ οἱ καμπάνες χτυποῦσαν. Στὶς ἐκκλησιὲς ἔτρεχαν γιὰ ἱκεσία καὶ εὐχαριστία. (Εἴμαστε ὅλοι, ὅσοι πιστεύουμε στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Ἐκκλησία του, περίλυποι ἕως θανάτου γιὰ τὸ κλείσιμο τῶν ναῶν. Τώρα καταλάβαμε τί σημαίνει ἐκκλησιασμός. «Μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον». Οἱ σπουδαῖοι αὐτοὶ λόγοι τοῦ, μεγίστου ἐν πατριάρχαις, ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, γίνονται κατανοητοί. Χωρὶς τὴν ἐκκλησία, τί Εὐαγγελισμό, τί Κυριακή, τί Πάσχα, νὰ γιορτάσεις; Νιώθουμε σὰν νὰ ἔχουμε χάσει ὅ,τι πολυτιμότερο στὴν ζωή μας. Σὰν νὰ τουρκέψαμε…).
.                 Πίσω στὸ ἔνδοξο καλυβάκι τοῦ Γένους. 25 Μαρτίου 1826. Στὸ νησάκι τῆς λιμνοθάλασσας, τὴν Κλείσοβα. Ἐχθρικὸ βόλι σπάζει στὰ δύο τὸ σπαθὶ τοῦ Κίτσου Τζαβέλα, χωρὶς νὰ ἀγγίξει τὸν πολέμαρχο. Ὅλοι εἶπαν πὼς ἦταν θαῦμα τῆς Παναγίας. Καὶ ὁ Τζαβέλας ἀφήνοντας γιὰ μία στιγμὴ τὴν μάχη πηγαίνει στὴν ἐκκλησιὰ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Προσκυνᾶ τὸ εἰκόνισμα τῆς Εὐαγγελίστριας καὶ τῆς ἀφιερώνει τὰ κομμάτια ἀπὸ τὸ γιαταγάνι του, λέγοντας:
-Παναγιά μου, σήμερα ὅπου σὲ γιορτάζουμε, σοῦ ἀφιερώνω τοῦτο καὶ βόηθα τὰ παλληκάρια νὰ νικήσουν τὸν ἐχθρό.
Καὶ ἡ Παναγία ἔστερξε στὴν παράκληση τοῦ καπετάνιου καὶ τοῦ χάρισε μία δοξασμένη νίκη. Δίπλα στὸ πεδίο τῆς μάχης ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν ἀνοιχτή. Εὐλογοῦσε ἡ Θεομάνα μας τὰ ὅπλα τὰ ἱερά. Τὰ κλείσιμο τῶν ναῶν εἶναι τό ….τρόπαιο τῆς ἀπιστίας τοῦ πάλαι ποτὲ Γένους τῶν Ρωμιῶν. Καὶ ἀπορῶ; Καὶ μόνο ποὺ βλασφήμησαν κατὰ τοῦ ζωοποιοῦ καὶ σωστικοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Κοινωνίας, ἔπρεπε ἡ Ἱεραρχία νὰ ζητήσει, νὰ ἀπαιτήσει- τὸ ἐλάχιστο- νὰ ἰσχύσουν καὶ γιὰ τὴν ἐκκλησία οἱ διατάξεις τῶν σοῦπερ μάρκετ.
.                 Τώρα ποὺ μᾶς ἐκύκλωσαν αἱ ζάλαι τοῦ βίου, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, ἂς σηκώσουμε τὰ ἀγύριστα κεφάλια μας, τὸ βλέμμα μας στὸν οὐρανό. Ἐκεῖ θὰ βροῦμε σκέπη, προστασία καὶ γαλήνη. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, οἱ Ρωμηοί, ὅταν κινδυνεύουμε δὲν παρακαλούσαμε τοὺς γιατροὺς τῆς Δύσης καὶ τῆς Ἀνατολῆς ,  ἀλλὰ ψάλλαμε παρακλητικοὺς κανόνες καὶ χαιρετισμούς, προσκαλοῦμε τὴν Παναγία μας, τὴν ἑλληνοσώτειρα, μὲ τὸν τρόπο τοῦ Κολοκοτρώνη. «Ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, Μπεηζαντές, Μπούρας πᾶνε στὸ Λεοντάρι ἔμεινα μόνος μου μὲ τὸ ἄλογό μου εἰς τὸ Χρυσοβίτσι, γυρίζει ὁ Φλέσσας καὶ λέγει ἑνὸς παιδιοῦ: “Μεῖνε μαζί του μὴν τὸν φᾶνε τίποτες λύκοι”. Ἔκατσα ἕως ποὺ ἐσκαπέτισαν μὲ τὰ μπαϊράκια τους, ἀπὲ ἐκατέβηκα κάτου· ἦτον μία ἐκκλησία εἰς τὸν δρόμον (ἡ Παναγία στὸ Χρυσοβίτσι) καὶ τὸ καθισιό μου ἦτον ὅπου ἔκλαιγα τὴν Ἑλλάς: “Παναγία μου, βοήθησε καὶ τούτην τὴν φορὰ τοὺς Ἕλληνες διὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν”. Καὶ ἐπῆρα ἕναν δρόμο κατὰ τὴν Πιάνα. Εἰς τὸν δρόμον ἀπάντησα τὸν ξαδελφόν μου Ἀντώνιον, τοῦ Ἀναστάση Κολοκοτρώνη, μὲ ἑφτὰ ἀνηψίδιά μου, ἐγινήκαμεν ἐννιά, καὶ τὸ ἄλογό μου δέκα. Ἐγὼ ἤμουν καὶ χωρὶς τουφέκι». Αὐτοὶ οἱ… δέκα ἔκαμαν τὴν Ἐπανάσταση. («Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς»).
.                 Ξημερώνει ὁ Θεὸς τὴν μεγάλη ἡμέρα αὔριο. «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ…». Γιορτάζουμε τὰ δύο «χαῖρε». Τὸ πρῶτο ἀκούγεται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Ἀρχαγγέλου:  «Χαῖρε, κεχαριτωμένη. Ὁ Κύριος μετά σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί». Τὸ δεύτερο ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ: «Χαῖρε, ὦ χαῖρε, λευτεριά». Τί νὰ πρωτογράψεις καὶ τί νὰ πεῖς; Ὁ Παλαμᾶς, ἄλλο ἐθνικὸ ἀνάστημα, νομίζω ἀπέδωσε ἀριστοτεχνικὰ τὴν λαμπρὴ ἡμέρα. Σ’ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις στίχους ποὺ θὰ παραθέσω -νὰ τοὺς μάθουν ἀπ’ ἔξω ὅλοι οἱ Ἕλληνες- εἶναι κρυμμένη ὅλη ἡ ἱστορία μας ὡς Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι καὶ ὡς Ἕλληνες:
«Σβήνουν δύο νύχτες, καὶ δύο αὐγὲς προβάλλουν στὸν ἀγέρα.
Δύο λευτεριὲς ποὺ σμίγουνε μέσα στὴν ἴδια μέρα.
Δύο λευτεριὲς ματόβρεχτες, παιδιὰ μεγάλου κόπου,
ἡ λευτεριὰ τοῦ Ἕλληνα κι ἡ λευτεριὰ τοῦ ἀνθρώπου».
Σπουδαῖα, πολὺ σπουδαῖα λόγια. Δόξα τῷ Θεῷ, ἔχουμε προίκα, τζιβαϊρικὸ κληροδότημα, ἀνεκτίμητο. Εἴμαστε ὁ μόνος λαὸς ποὺ ἀναπαυόμαστε σὲ χρυσάφι καὶ τρῶμε ξυλοκέρατα.
.                (Καὶ οἱ γονεῖς, τώρα μὲ τὴν ἀπαγόρευση, εἶναι λαμπρὴ εὐκαιρία νὰ «γνωρίσουν» τὰ παιδιά τους. Σὲ πολλοὺς ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα νὰ τὰ δοῦν μόνο τὸ πρωὶ καὶ νὰ τὰ ἀποχαιρετήσουν τὸ βράδυ μὲ ἕνα φιλὶ καὶ μία καληνύχτα. Θὰ πρότεινα –κυρίως γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ– νὰ ἀφήσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ ὑπουργείου γιὰ ἀσκήσεις καὶ λοιπὲς βαρύγδουπες κενολογίες καὶ νὰ πράξουν αὐτὸ ποὺ λέει ἡ καρδιά τους. Παιχνίδι, ἀνάγνωση ὡραίων βιβλίων καὶ συζήτηση. Πολλὰ θὰ μάθουν …οἱ γονεῖς).
.                 Νὰ κλείσω μὲ τὸ Μεσολόγγι ἀδελφοί. Κι ἐμεῖς, δὲν ὑπάρχει καμμία σύγκριση, ἀλλὰ εἴμαστε Ἕλληνες, νιώθουμε πολιορκημένοι. Ἂς πάει ὁ νοῦς σὲ ἐκείνους τοὺς μεγαλομάρτυρες, ποὺ βαστοῦσαν τὴν ἀξιοπρέπειά τους , τὴν πίστη καὶ τὴν φιλοπατρία τους. Αὐτὰ μὴν τὰ χάσουμε….

(Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στὸ θαυμάσιο περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία», τοῦ πολυσέβαστου Στυλιανοῦ Λαγουροῦ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη «Τὸ Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς ἐξόδου»).

 «Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὅταν συγκροτήθηκε τὸ νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νὰ διερευνήσουν, μὲ ἀνιχνευτὲς τὴν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου-διόδων γιὰ ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὴν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δὲν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόγχες καὶ οἱ στενωποὶ φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπὸ τοὺς πολιορκητὲς σὲ βάθος χώρου καὶ τόπου. Γενικὴ ἦταν ἡ κατήφεια καὶ ἡ σιωπηλὴ θλίψη. Τὴν σιωπὴ τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡ βροντώδης καὶ σταθερὴ ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
– Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καὶ δὲν τὸν λὲς τόση ὥρα; Διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.
– Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».
Μόνο ἂν βαδίσουμε τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναστηθοῦμε ὡς λαός…

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ γιὰ τὴν ΠΑΙΔΕΙΑ καὶ οἱ ΤΩΡΙΝΟΙ ΝΕΝΕΚΟΙ (Δ. Νατσιός)

Κολοκοτρώνης γι τν Παιδεία κα ο τωρινο Νενέκοι

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

 .             Ὁ συριζαῖος μέλος τῆς ΕΛΜΕ Κερκύρας, χημικὸς καθηγητής, ὁ καντιποτένιος ποὺ μαγάριζε Κολοκοτρώνη καὶ Παῦλο Μελά, ἐπανέλαβε αὐτὰ ποὺ τόσα χρόνια κυκλοφοροῦν στὰ πανεπιστημιακὰ ἀμφιθέατρα ἀπὸ τοὺς νεοταξίτες λέκτορες, «ἰνστρούχτορες» τῆς ἀριστερᾶς. Εἶναι τὰ διαπιστευτήρια γιὰ προαγωγὲς καὶ ἀνέλιξη. Ὅποιος ροκανίζει τὰ θεμέλια της πατρίδας εἶναι «ὁ ἄνθρωπός τους». Ὅσοι σκύβουμε καὶ προσκυνοῦμε τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ διδάσκουμε τὴν ἀλήθεια, γιατί σεβόμαστε τοὺς μαθητές μας, γι’ αὐτὸ τὰ παιδιὰ μᾶς ἀγαποῦν καὶ μᾶς θυμοῦνται διὰ βίου.
.             Θὰ συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη: «Ἐφύλαξα πίστην εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.             Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του. Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου.
.             Ἔλεγε ὁ ἅγιος ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101).
.             «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζεται καὶ στολίζεται; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων.
Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραΐμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.             Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό τοῦ Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας, διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὅρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγωοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.           Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθανε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλὸ τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιά, ποὺ μᾶς  ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα.  Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/ οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία στοὺς νάρθηκες.
.             Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν του νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν».
.             Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι καὶ ὄχι  μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου; Θὰ εἴχαμε Παιδεία ποὺ προκαλεῖ ναυτία στὰ παιδιά, ἂν διδάσκαμε στὰ ἀναλυτικὰ προγράμματα αὐτὰ τὰ σπουδαῖα καὶ ὄχι τὶς ἀκαθαρσίες τοῦ κάθε Φίλη ἢ Γαβρόγλου ἢ τὰ ἀξιολύπητα ψεύδη τοῦ κάθε Νενέκου, κάθε ἀνισόρροπου ποὺ ἔτυχε νὰ γίνει ἐκπαιδευτικός;

Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: “ΕΛΑΤΕ, ΠΑΡΤΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ, ΚΑΙ ΝΑ ᾽ΣΤΕ ΜΟΝΟΙΑΣΜΕΝΟΙ” (Δ. Νατσιός)

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης:
«
λτε, πάρτε τν εχή, κα νά ᾽στε μονοιασμένοι»  

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος- Κιλκὶς

«Κολοκοτρώνης πέθανε στὸ γάμο τοῦ Κολίνου
τὸ θάνατο γνώρισε, πού ᾽θέλε ν’ ἀποθάνη
καὶ τοῦ Γενναίου μίλησε, καὶ τοῦ Κολίνου λέγει:
Ποῦ εἶσαι, Γενναῖε στρατηγέ, Κολίνο σπουδασμένε!
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, μὲ τριγυρίζει ὁ Χάρος.
Σώπα, πατέρα, μὴν τὸ λές, μὴ λὲς πὼς θὰ πεθάνης
κι ἔχουμ’ ὀχτροὺς καὶ χαίρονται καὶ φίλους καὶ λυπᾶνται.
Ἐλᾶτε, πάρτε τὴν εὐχή, καὶ νά ᾽στε μονοιασμένοι»
«Ἅπαντα Κολοκοτρωναίων, τόμ. Α σελ. 74, ἔκδ. ΙΔΕΒ»

.             Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι σὰν σήμερα ἐκοιμήθη ὁ ἀπελευθερωτής μας. Δημοσιεύω ἕνα παλιότερο κείμενο, εὐλαβικὸ μνημόσυνο στὸν Γέρο τοῦ Μοριᾶ. Τώρα ποὺ μᾶς βρῆκε τὸ κακὸ καὶ θόλωσε ὁ νοῦς μας, ὁ λόγος τοῦ ἥρωα εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα.
Τὴν Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843, κλείνει τὰ μάτια του στὴν Ἀθήνα, τὸ ζωντανὸ Εἰκοσιένα, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Ἕλληνας ἥρωας μὲ τὴν σημαντικότερη θέση στὸ εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τὸ νὰ θέλεις νὰ πλέξεις «τὸν ἐπιτάφιον στέφανον αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ περιλάβης τὸν μέγαν Ἑλληνικὸν Ἀγώνα», ὅπως ἀναφώνησε ὁ Σοῦτσος κατὰ τὸ ξόδι του.
.             Θα συλλέξουμε, στὸ παρὸν κείμενο, ὅσα σπουδαῖα καὶ τιμαλφῆ εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὰ παιδιά. Θὰ σκύψουμε κάτω, ὄχι ἀπὸ τὴν πένα, αὐτὴν δὲν τὴν κάτεχε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἀπροσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα
κανένας νὰ χαθεῖ
ἢ νὰ κρεμάσει φούντα
γιὰ ξένον στὸ σπαθί», ἔλεγε ὁ Ρήγας καὶ σημειώνει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ ἀπομνημονεύματά του, διὰ χειρὸς Τερτσέτη.
«Ἐφύλαξα πίστιν εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Ρήγα. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ κρέμασα φούντα εἰς τὸ Γένος μου ὡς στρατιώτης του. Χρυσὴ φούντα δὲν ἐστόλισε ποτὲ τὸ σπαθί μου, ὅταν ἔπαιρνα δούλευσιν εἰς ξένα κράτη».
.             Ἀπὸ τὸν ἐξαίσιο λόγο τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, τὸ 1838, ἐνώπιον ὅλης τῆς τότε Ἀθήνας, θὰ ἐρανιστοῦμε τὶς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινῶ ἀπὸ τὸν ἐπίλογο, ὅπου διαβάζω τοῦτα τὰ λόγια: «Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἔμεινα ἀγράμματος, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρησι, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειῶδες μάθημα, ἐλεγκτικὸ πολλὲς φορὲς γιὰ μᾶς τοὺς δασκάλους! Τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκεις μὲ ταπείνωση καὶ ὄχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορὲς μπαίνουμε στὴν τάξη, παραφουσκωμένοι ἀπὸ ἔπαρση καὶ ἀλαζονεία, ἐξουδενώνοντας τοὺς μαθητές μας, γιατί ἀδυνατοῦν νὰ παρακολουθήσουν τὶς ὑψηλόφρονες φλυαρίες μας. Καὶ ὅμως «ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ὁ ἀνυπερήφανος ἥρωας ἐπαναλαμβάνει λόγια του ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, γιατί τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα ἦταν πνευματικοπαίδια του.
.             Τὸ τρομερὸ καριοφίλι εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ πετραχήλι, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, ἦταν ἁγιασμένη, ὅπως γράφει ὁ Κόντογλου. Ἔλεγε ὁ ἅγιος, ὅταν ἔστηνε τὸν σταυρό του σ’ ἕναν τόπο: «Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια σας νὰ φιλήσω. Διότι ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον». (ἐπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», σελ. 101).
.                 «Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἠμεῖς ἐλευθερώσαμεν, καί, διὰ νὰ γίνη τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία». Ποιά εἶναι τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, πῶς ἰσάζετε καὶ στολίζετε; Μὲ τὰ μεγάλα ἔργα, τὶς πανάκριβες ἐπαύλεις καὶ τὶς τενεκεδοκρόταλες δόξες καὶ λόξες; Ὄχι, μὲ τὴν ὁμόνοια, γιατί ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν ἐπουλώθηκαν καὶ εἶναι «θυμωμένες» οἱ πληγὲς τῶν ἐμφυλίων. Βλέποντας ὁ Κολοκοτρώνης τὸ μεγάλο κακό, ποὺ γινόταν ἀπὸ τὴν «δολερὴ διχόνοια», τὸ 1824 – ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ σπουδαῖος γιός του Πάνος- παραδόθηκε καὶ τὸν «ἔκλεισαν» στὴν Ὕδρα. Ἦρθε ὁ Ἰμπραήμ καὶ τὸν ἀναζήτησαν. Στὸ Ἀνάπλι, ποὺ ἐπέστρεψε, εἶπε: «Πρὶν ἔβγω στὸ Ἀνάπλι, ἔριξα στὴ θάλασσα τὰ πικρὰ τὰ περασμένα, κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο! Στὸ δρόμο ποὺ περνούσαμε νά ᾽ρθουμε στὴν ἐκκλησιά, εἶδα νὰ σκάβουν κάτι ἄνθρωποι. Ρώτησα καὶ μοῦ ᾽πανε πὼς γιὰ νὰ βροῦνε κρυμμένο θησαυρό. Ἐκεῖ, στὸ λάκκο μέσα, ρίχτε κι ἐσεῖς τὰ μίση τὰ δικά σας. Ἔτσι θὰ βρεθεῖ κι ὁ χαμένος θησαυρός!».
.             Ἡ θρησκεία, ἡ πίστη τῶν πατέρων ἡμῶν, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία, εἶναι λιθάρι ριζιμιό του Γένους, διότι «ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος», ὅπως κανοναρχεῖ τοὺς νέους λίγο ἐνωρίτερα. Ἂν ὁ τωρινὸς “πρωθυπουργὸς” τῆς Ἑλλάδας, (μὲ πολλὴ δυσκολία τὸ γράφω), διάβαζε στὰ ἐφηβικά του χρόνια τὸν Κολοκοτρώνη ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ ὄχι τὸν Λένιν καὶ τὶς μαρξιστικὲς τιποτολογίες καί… ὀζωδίες, θὰ εἶχε ἄλλη γνώμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη μας. Ἀλλὰ «τίς ἐκ τῶν ἀρχόντων (σσ. τῶν τελευταίων δεκαετιῶν) ἐπίστευσε» ποτὲ στὸν Χριστό; Τὴν πατρίδα μας τὴν ἀπελευθέρωσαν ἥρωες, Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Ὅταν τοῦ Κολοκοτρώνη τοῦ διάβασαν τὴν ἀπόφαση θανάτου στὸ δικαστήριο τῆς ντροπῆς τῶν Βαυαρῶν, εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Τὸ εἶπε μὲ φωνὴ ἄτρεμη καὶ ἔκαμε τὸ σταυρό του.
.             Στὴ μάχη τοῦ Σαραβαλίου, τὸ 1821, ὁ Ἀνδρ. Ζαΐμης εἶχε καταφύγει στὴ μονὴ Ὀμπλού. Ὁ Κολοκοτρώνης τὸν ὀνείδιζε μὲ τὶς λέξεις: «κὺρ Ἀνδρέα, κὺρ Ζαΐμη, τοῖς ἐλάφοις ὄρη τὰ ὑψηλὰ καὶ πέτρα τοῖς λαγωοῖς καταφυγή». Ἀγράμματος μέν, ἀλλὰ γνώριζε τὸ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργοῦνταν συχνὰ καὶ ὄρθρου βαθέος καὶ ὄχι δύο λεπτὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, ὅπως οἱ σημερινὲς ποικιλώνυμες ἀσημαντότητες.
Μιλᾶ ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ γιὰ τὴν «φρόνιμον ἐλευθερίαν», γιατί ὑπάρχει καὶ ἡ ἄφρων, ἡ ἀσυδοσία, ἡ ἀτιμωρησία.
.             Πολύτιμες, μεταξένιες καὶ οἱ παρακάτω παραινέσεις τοῦ γερο-Κολοκοτρώνη, ἡ ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Γένους. Οὔτε Εὐρωπαίους παιδαγωγοὺς διάβασε οὔτε γνώση τῶν σύγχρονών του «ρευμάτων» εἶχε. Γνώριζε ὅμως τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ βίωνε τὰ καθαρὰ ἤθη τοῦ Γένους, τὴν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ζοῦσε ἀπὸ μικρός. Ὁ λόγος του μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.             Διαβάζω καὶ ἀγαλλιῶ: «Παιδιά μου νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθῆτε εἰς τὰς σπουδάς σας, καὶ καλλίτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας καὶ νὰ μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καί, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθανε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνη σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κυττάζη τὸ καλὸ τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ  εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας». Ἡ μόνη σκλαβιὰ ποὺ μᾶς  ἁρμόζει, λέει ὁ Κολοκοτρώνης, εἶναι στὰ γράμματα.  Σὲ ποιά ὅμως γράμματα; «Στὰ γράμματα ποὺ διαβάζουνε/οἱ ἀγράμματοι κι ἁγιάζουνε» (Ἐλύτης), τὰ γράμματα τῶν Πατέρων, τῶν ἁγίων, τῶν μεγάλων φιλοσόφων της ἀρχαιότητας, τοὺς ὁποίους ζωγράφιζε ἡ Ἐκκλησία μας στοὺς νάρθηκες τῶν μοναστηριῶν.
.             Νὰ κλείσω μ’ αὐτὸ ποὺ ἐντόπισα στὶς ὑποσημειώσεις τῆς «Διηγήσεως Συμβάντων» τοῦ Τερτσέτη. Ἕνας Ἰταλὸς περιηγητὴς ὀνόματι Πέκιο, συναντᾶ τὸν φυλακισμένο στὴν Ὕδρα, στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία, Κολοκοτρώνη. Ἡ συζήτηση ἔφτασε στὶς νίκες τοῦ Μπραΐμη. Τοῦ λέει ὁ στρατηγός: «Ἠξεύρεις τί ἔφερε τὴν νίκη τῶν Αἰγυπτίων; Ἡ ἑνότης τῆς πολεμικῆς δυνάμεως, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἀφανίζονται ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ νὰ θέλουν νὰ καπιτανεύουν, χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενην ἐμπειρίαν». Θὰ φθάναμε σὲ κρίσεις καὶ προδοσίες, ἂν «καπιτάνευαν» ἔμπειροι, μὲ τὰ ἀρώματα τῆς καθ᾽ ἡμᾶς ἀνατολῆς μεγαλωμένοι, καὶ ὄχι  μνημονιακοὶ λακέδες καὶ πειθήνια ἐνεργούμενα τοῦ Βερολίνου;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος- Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

Η ΔIΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ… Η ΔIΚΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝIΑΣ (Δημ. Νατσιός)

δίκη το Κολοκοτρώνη καί… δίκη τς Μακεδονίας

γράφει ὁ
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης» (Καποδίστριας)

.                 Στρώθηκα καὶ ξαναδιάβασα, τοῦτες τὶς πνιγηρὲς ἡμέρες, τὴν Δίκη τοῦ Κολοκοτρώνη. «Δυστυχὴς παρηγορία» νὰ μελετᾶς τὰ περασμένα μεγαλεῖα, τὰ ἀρώματα τοῦ Γένους μας, τοὺς ἀνθρώπους της ποὺ μοσχοβολοῦν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο. Ἔχει μαυρίσει ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις ποὺ ἀναδίδει ἡ «πονηρὰ ζύμη» τῶν Ἀθηνῶν. Ἔγραφε θρηνώντας ὁ μεγάλος Κόντογλου γιὰ τοὺς «γυάλινους ἀνθρώπους»: «Ἡ Ἀθήνα δὲν εἶναι πιὰ πολιτεία ἑλληνικὴ κι ἂς λέμε ὅ,τι θέλουμε. Μήτε οἱ ἄνθρωποι μήτε τὰ χτίρια. Ὁ ἥλιος ἔλειψε. Ὁ ἀγέρας βρόμισε. Ἀπορεῖς πῶς ἀλλάξανε ὅλα μέσα σὲ λίγα χρόνια καὶ δὲν ἔμεινε τίποτε ποὺ νὰ θυμίζει πὼς βρίσκεσαι στὴν Ἑλλάδα». («Μυστικὰ Ἄνθη» σελ. 196). Βρόμισε ὁ ἀγέρας σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα σήμερα. Ποιός νὰ τὸ πίστευε ὅτι οἱ σημερινοὶ «γυάλινοι ἄνθρωποι», διαφανεῖς σὰν τὰ τζάμια, μηχανὲς νεκρὲς καὶ παγωμένες -λόγια τοῦ Κόντογλου- θὰ συζητοῦν χασκογελώντας τὴν μεγαλύτερη προδοσία καὶ ἀτιμία ἀπὸ καταβολῆς ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀντικρίζουμε καντιποτένιους ὑπουργοὺς καὶ πρωθυπουργοὺς νὰ ὁμολογοῦν ἀνερυθριάστως καὶ ἀσυνειδήτως -ὅπως ἔγραφαν τὰ παλιά, καλὰ λεξικὰ- χωρὶς ντροπὴ καὶ τύψεις ὅτι συμφώνησαν τὴν ἀτιμωτικὴ συναλλαγὴ καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ στήσουν πανηγύρια στὰ σύνορα. Πῶς θὰ ἀνεχθοῦμε τὸ τέλος τῆς ἱστορίας τῆς Μακεδονίας; Οἱ Πόντιοι, οἱ Κρητικοί, οἱ Ἑπτανήσιοι, οἱ Σαρακατσαναῖοι, οἱ Θρακιῶτες καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες θὰ καυχῶνται, θὰ συνεχίσουν νὰ καμαρώνουν γιὰ τὴν γενέθλια ἱστορικὴ καταγωγὴ καὶ περιοχή τους. Ἐγώ, ἐμεῖς οἱ Μακεδόνες τί θὰ ἀπαντοῦμε; Ποῦ θὰ ἀνήκει τὸ γεννοτόπι μου στὴν Πιερία; Πεθαμένοι καὶ ζωντανοί, ἔλεγε οἱ ποιητής, εἴμαστε ἀλληλέγγυοι καὶ συνυπεύθυνοι. Ἡ Ἱστορία ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι μία συμφωνία μεταξὺ τῶν νεκρῶν, τῶν ζώντων καὶ τῶν ἀγέννητων. Καὶ ἀφοῦ εἶναι τριμερὴς ἡ συμφωνία, δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἄλλων δύο μερῶν, τῶν νεκρῶν καὶ τῶν ἀγέννητων. Θέλει γεροὺς ὤμους καὶ ἀνδρεῖες καρδιὲς ἡ ἱστορία μας, ἀλλιῶς θὰ σὲ καταπλακώσει.
.                 Πέντε Ἕλληνες δικαστὲς -ἐξαιρῶ τὴν βαυαρικὴ συμμορία ποὺ λύσσαξε νὰ τὸν δολοφονήσει- συμμετεῖχαν στὴν δίκη τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ, Μάϊος-Ἰούνιος τοῦ 1834. Καταγράφω τὰ ὀνόματά τους: Πολυζωίδης Ἀναστάσιος Πρόεδρος, Α. Βούλγαρης, Δ. Σοῦτσος, Φ. Φραγκούλης, Γεώργιος Τσερτσέτης, μέλη. Τὸν Πολυζωίδη καὶ τὸν Τερτσέτη, ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν  τὴν ἀτιμωτικότερη «εἰς θάνατον» καταδίκη της ἑλληνικῆς ἱστορίας, τοὺς μνημονεύουμε μὲ θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη. Τοὺς ἄλλους τρεῖς, «κωλοπανίδες τῆς ἀντιβασιλείας» (Μακρυγιάννης), τοὺς λακέδες τῶν Γερμανῶν, ποιός τοὺς θυμᾶται; Μνημονεύω τὸν Κολοκοτρώνη τοῦτες τὶς μέρες, ὄρθιο, ἀγέρωχο στὸ δικαστήριο, καὶ σκέφτομαι τὴν Μακεδονία μας…
.                 Διαβάζω:
«Σηκώνεται ὁ Γέρος τοῦ Μοριά. Μπροστὰ στοὺς δικαστὲς στέκεται τώρα ὄρθιο ὁλόκληρο τὸ Εἰκοσιένα.
Πρόεδρος: Πῶς ὀνομάζεσαι;
Κολοκοτρώνης: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Πρόεδρος: Πόθεν κατάγεσαι;
Κολοκοτρώνης: Ἀπὸ τὸ Λιμποβίσι τῆς Καρύταινας
Πρόεδρος: Πόσων ἐτῶν εἶσαι;
Κολοκοτρώνης: Ἑξήντα τεσσάρων. Γεννήθηκα τὸ 1770, 3 τοῦ Ἀπρίλη.
Πρόεδρος: Τί ἐπάγγελμα ἔχεις;
Κολοκοτρώνης: Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα ἐννιὰ χρόνους ντουφέκι καὶ πολεμῶ γιὰ τὴν πατρίδα».
.                 Μεγαλειώδης ἀπάντηση!! Μᾶς θυμίζει τοὺς δικαίους στρατηγοὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ ἦταν στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ «οἱ (=οἱ ὁποῖοι), διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν… ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγεννήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων…», ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους. «Οἱ Μπαυαρέζοι καὶ οἱ ὀπαδοί τους Ἕλληνες θέλαν νὰ τὸν φᾶνε», ὅμως οἱ δύο δικαστές, ἄγρυπνη συνείδηση τοῦ Ἔθνους, ἀπέτρεψαν τὸ ἀνοσιούργημα.
.            Παραδίδω πάλι τὸν λόγο στὸ βιβλίο τοῦ Δημ. Φωτιάδη «Κολοκοτρώνης».
.                 Διαβάζουμε γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ βγῆκε ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση, ὅταν ὑπέγραψαν κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῶν ξένων οἱ δείλαιοι, προδότες δικαστές… καὶ ὁ νοῦς μου πηγαίνει στὴν Μακεδονία. «Ὁ Γέρος σὰν ἄκουσε τὸ «καταδικάζονται εἰς θάνατον» σταυροκοπήθηκε μὲ ἀπορία καὶ λέει:
-Κύριε ἐλέησον! Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλεία σου. (Πιστὸς καὶ καρτερόψυχος, δὲν κλαψουρίζει). Γυρεύουν μερικοὶ νὰ τὸν παρηγορήσουν. – Ἀντίκρισα, τοὺς λέει, τόσες φορὲς τὸν θάνατο καὶ δὲν τὸν φοβήθηκα. Οὔτε καὶ τώρα τὸν φοβᾶμαι. Ἄλλοι ἀναστενάζουν, ἄλλοι βουρκώνουν, ἄλλοι κλαῖνε μὲ ἀναφυλλητά. Μερικοὶ σκύβουν κι εὐλαβικὰ φιλᾶνε τὸ δοξασμένο γέρικο χέρι. Κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς μὲ πνιγμένη φωνὴ τοῦ λέει:
-Ἄδικα σὲ σκοτώνουν, στρατηγέ!
-Γιὰ αὐτὸ λυπᾶσαι. Καλύτερα ποὺ μὲ σκοτώνουν ἄδικα παρὰ δίκαια….τοῦ ἀποκρίνεται». (σελ. 510-511).
Οἱ δύο πραγματικοὶ δικαστές, Πολυζωίδης καὶ Τερτσέτης, βγῆκαν ἀπὸ τὸ δικαστήριο μὲ ψηλὰ τὸ κεφάλι , ὁ κόσμος τοὺς ἔδινε «συχαρίκια γιὰ τὸ παλικαρίσιο φέρσιμό τους». Οἱ ἄλλοι τρεῖς, μαζὶ μὲ τοὺς Βαυαρούς, σέρνονταν σὰν σκουλήκια. Διαβάζω ἀπὸ τὰ «Πρακτικὰ» τῆς Δίκης καὶ σκέφτομαι. Τὴν ἡμέρα, Κύριος οἶδε, ποὺ θὰ ὑπογράφουν στὴν Βουλή,  βουλευτές, ὑπουργοὶ καὶ πρωθυπουργοὶ τὴν προδοσία τοῦ ὀνόματος, τὸ παρακάτω τρισάθλιο θέαμα θὰ παρουσιάζουν. «Οἱ τρεῖς καταδικάσαντες δικασταὶ ἐξῆλθον τοῦ Δικαστηρίου  ὠχροὶ καὶ τρέμοντες, μὲ δειλίας καὶ τρόμου παλμούς, τοὺς ὁποίους ὁ ἔλεγχος ἐνεποίει καὶ ἐδείκνυε εἰς τὸ πρόσωπον τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς ψυχῆς αὐτῶν. Συνοδευόμενοι δ’ οὕτω ἀπὸ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀνθυπασπιστὰς ἀπῆλθον μὲ πόδας πατοῦντες ὄχι ὀρθὰ (παραπατοῦσαν) εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν».
.                 Σώθηκε ὁ Κολοκοτρώνης (καὶ ὁ Πλαπούτας) γιατί σκέφτηκαν, οἱ ξένοι καὶ τὰ πειθήνια, ἐν Ἑλλάδι, ἐνεργούμενά τους ὅτι θὰ ἀντιμετώπιζαν «ταραχὰς καὶ ἐξεγέρσεις». «Ἡ ἁψιὰ ἀντίστασις τοῦ Προέδρου, τοῦ Πολυζωίδη, ἀδυνάτισε τὸ κύρος τῆς ἀποφάσεως τῶν τριῶν, ἔδωσε καὶ λαβὴν εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν ξένων δυνάμεων νὰ ἐννοήσουν τὴν ἀθωότητα τῶν κατηγορουμένων…» (Τερτσέτη, Ἅπαντα τόμ. Γ´ σελ. 312) Περπατοῦσε, γράφει ὁ Τερτσέτης, ὁ Πολυζωίδης στὸ Ναύπλιο μὲ τὸν Νικηταρὰ τὸν Τουρκοφάγο. Ὁ κόσμος περισσότερο χαιρετοῦσε μὲ σεβασμὸ τὸν καταγόμενο ἀπὸ τὸ περίφημο Μελένικο τῆς Βόρειας Μακεδονίας, δικαστή.
Τοῦ λέει ὁ Νικηταρᾶς:
-Μοῦ πῆρες τὴ δόξα ποὺ ἀπόχτησα στὰ Δερβενάκια.
(Ἂν ὑπογράψουν «Βόρεια Μακεδονία», ὁ Ἀν. Πολυζωίδης αὐτομάτως γίνεται Σκοπιανός. Ὁ κὺρ Κοτζιᾶς βέβαια θὰ πανηγυρίζει, χασκογελώντας καὶ θὰ στήσει πανηγύρι ἐδῶ στὰ σύνορα, γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν προδοσία. Θὰ τοῦ ἑτοιμάσουμε κόλλυβα καὶ ἐξόδιο, γι’ αὐτὸν καὶ τὴν κυβέρνησή του, ἀκολουθία).
.           Ἀναζητοῦμε καὶ σήμερα τὸν ἄνθρωπο ποὺ μὲ τὴν «ἁψιά του ἀντίστασι» θὰ ἀποτρέψει τὴν εἰς θάνατον καταδίκη τῆς Μακεδονίας. Δικαστής, στρατηγός, ἐπίσκοπος, κάποιος, τέλος πάντων, ποὺ θὰ ἀποκτήσει δόξα ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὰ Δερβενάκια…

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΜΕΘΥΣΤΕ ΜΕ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ (Δ. Νατσιός) «4 Φεβρουαρίου 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. “οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα”».

Μεθύστε μ τ θάνατο κρασ το Εκοσιένα

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τώρα μὲ τὸ μεγάλο συλλαλητήριο γιὰ τὴν Μακεδονία μας, ἂς θυμηθοῦμε ἀπὸ ποιοὺς καταγόμαστε, ποιοὶ μᾶς ἀπελευθέρωσαν. Μόνο ἔτσι θὰ καταλάβουμε πόσο μικρὸ καὶ ἀνίκανο εἶναι τὸ τωρινὸ σκουπιδαριὸ ποὺ “κυβερνάει” τὴ χώρα.
.            «Πᾶμε νὰ ἰδοῦμεν τοὺς παλιοὺς Ἕλληνες», νὰ ἀκούσουμε τοὺς πολέμαρχους τοῦ ᾽21, μᾶς ἔπνιξαν οἱ ἀναθυμιάσεις τῶν τωρινῶν δημοπιθήκων. Διαβάζεις τὰ ἀπομνημονεύματα καὶ τὶς φυλλάδες γιὰ τὴν Ἐθνεγερσία καὶ νομίζεις ὅτι ἀνοίγεις ἕνα «μυρογιάλι», ἐκεῖνα τὰ μικρὰ φιαλίδια ποὺ περιέχουν ἀρώματα ἐξαίσια. Ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικὴ ἀναδίδεται, παρ᾽ ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημοὺς ἐκείνης τῆς περιόδου. Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν συναντῶ στὰ ἀναγνώσματά μου λόγια καὶ ἐπεισόδια, ποὺ στέκεσαι καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, ποὺ κρύβουν στὰ φυλλώματά τους πετράδια, νὰ τὰ καταγράφω, γιὰ νὰ μὴν λησμονηθοῦν. Σκοπός μου νὰ τὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς μαθητές μου. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐξοπλιστικὲς ἡλικίες, τὰ παιδιὰ δὲν θέλουν περισπούδαστες ἀναλύσεις καὶ κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν μὲ τὸ παράδειγμα, μὲ τὸ παραμύθι, μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀρετὴ σαρκωμένες σὲ πρόσωπα. Παράδειγμα: Μάχη τῆς Γράνας, 10 Αὐγούστου τοῦ 1821. Βγῆκαν οἱ πολιορκημένοι στὴν Τριπολιτσὰ Τοῦρκοι νὰ χτυπήσουν τοὺς Ἕλληνες. Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε διατάξει νὰ ἀνοιχθεῖ τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ἑνὸς καὶ πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμὴ οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται στὴ γράνα καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Ἔπρεπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ νὰ διατάξει τὰ παλληκάρια του νὰ χωριστοῦν, νὰ μοιραστοῦν τὰ καριοφίλια, νὰ «χτυποῦν» οἱ μισοὶ πρὸς τὴν μία πλευρὰ καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ πρὸς τὴν ἄλλη. Ἐρωτῶ τοὺς μαθητές μου πῶς τὸ ἔκανε πάνω στὴν ἀντάρα τῆς μάχης: Τοὺς βασάνισα κανένα πεντάλεπτο καὶ ἄκουσα ἀπίθανες ἀπαντήσεις. Τί εἶπε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἀμέσως χωρίστηκαν τὰ ντουφέκια; «Κῶλο μὲ κῶλο ὠρὲ Ἕλληνες!». «Χαμὸς» στὴν τάξη, γέλια καὶ θαυμασμὸς γιὰ τὴν μεγαλοφυία τοῦ Γέρου.

.             «Ὁ Μιαούλης ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν παλληκαριά του καὶ τὴν ἀφοβία του ἐμπρὸς στὸν θάνατο. Μία φορά, στὰ νεανικά του χρόνια, ὁ Ἄγγλος ναύαρχος Νέλσων τὸν ἔπιασε νὰ προσπαθεῖ νὰ σπάσει μὲ τὸ καράβι του ἕναν ἀποκλεισμό του. Ὅταν τὸν ἔφεραν μπροστά του, τὸν ρώτησε: – Ἂν ἤσουν ἐσὺ στὴν θέση μου τί θὰ μ᾽ ἔκανες; Θὰ σὲ κρεμοῦσα στὸ πιὸ ψηλὸ κατάρτι! τοῦ ἀπάντησε ὁ Μιαούλης. Καὶ ὁ Νέλσων κατάπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος του τὸν ἄφησε ἐλεύθερο». (περ. «Γνώσεις», σελ. 66, 1958).

.           Πήγαινε στὴν κρεμάλα, τὸν ἀγωνιστὴ Θεόδωρο Γρίβα, ὁ Ἀλὴ πασάς. Ὁ Γρίβας, ὅταν πλησίασε ὁ δήμιος, κάλυψε τὸ κεφάλι του μὲ τὸ ἔνδυμά του. Τὸν ρωτᾶ τὸ θηρίο τῶν Ἰωαννίνων: «Γιατί σκέπασες τὸ κεφάλι σου; Φοβήθηκες τὸν θάνατο; Δὲν ἤξερες ὅτι ἀφοῦ ἀκολούθησες τὴν δουλειὰ τοῦ πατέρα σου αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ τύχη σου; Δὲν φοβήθηκα τὸν θάνατο, ἀπεκρίθη ὁ Θεόδωρος, τὸν φόβο τὸν ἄφησα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου, οὔτε θὰ μείνω χωρὶς ἐκδίκηση. Καὶ πατέρα ἔχω καὶ τέσσερις ἀδελφούς, μὰ ντρέπομαι τὸν κόσμο ποὺ θὰ ἰδῆ νὰ πεθάνω ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ χέρια τέτοιων παλιανθρώπων (καὶ ἔδειξε τοὺς Γύφτους οἵτινες μετήρχοντο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημίου). Ἐζήτησα τὸ θάνατο ὅπου ἔπρεπε, ἀλλ᾽ αὐτὸς μὲ ἀρνήθηκε. Καὶ ὁ Ἀλὴς τοῦ χάρισε τὴν ζωή». (Δ. Καμπούρογλου «Θ. Γρίβας», ἐκδ. «Βεργίνα», σελ. 18).

.           Στὶς 14 Φεβρουαρίου ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος γράφει σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀναστάσιο Λόντο τοῦτα τὰ ἀθάνατα λόγια: «Τὸν περισσότερο καιρὸ τῆς ζωῆς μου ποῦ τὸν ἐπέρασα; Τὸν ἐπέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τὸν ἐπέρασα εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰ βουνά, τὰ καρτέρια τῶν δρόμων, οἱ λόγγοι καὶ τὰ ἄγρια θηρία εἶναι μάρτυρες ὅτι δυσκόλως ἔφευγε Τοῦρκος ἀπὸ τὰ χέρια μου, ἂν ζύγωνε καμμιὰ πενηνταριὰ ὀργιές». (Κάρπου Παπαδόπουλου, «Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος καὶ Γ. Βαρνακιώτης», ἐκδ. «Πρωτοψάλτης», σελ. 65).

.             Τὸ 1859 μία Σουηδή, ἡ Φρεντρίκα Μπρέμερ, ἐπισκέπτεται τὸν Κανάρη στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν θαυμασμό της στὸν «γηραιὸ ἄνδρα τῆς ἐλευθερίας», ὅπως τὸν ὀνομάζει. Ὁ Κανάρης ἀπάντησε ὅτι «εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ ποὺ ἐπέτρεψε σ᾽ ἕνα μικρὸ ναυτικὸ ἑνὸς ἑλληνικοῦ νησιοῦ, ἀπὸ τὰ πιὸ μικρά, νὰ κάμη γιὰ τὴν πατρίδα του κάτι ποὺ ἔκαμε τὸν ἀπελευθερωτικό της ἀγώνα συμπαθῆ σὲ χῶρες τόσος μακρινές». Ἦταν ἀληθινὰ μία ὡραία ἀπάντηση, γράφει ἡ Φρεντρίκα. Καὶ ὅταν τὸν ρώτησε, ἂν αἰσθάνθηκε σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς του φόβο, ὁ Κανάρης ἀποκρίθηκε: «Ἕνα τέτοιο πράγμα δὲν μπαίνει ποτὲ στὸ νοῦ μας. Ὁ κίνδυνος μᾶς διεγείρει. Τὸ ντουφεκίδι καὶ ἡ μάχη μοιάζουν μὲ μουσική». («Τὸ Εἰκοσιένα, πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν», λόγος Παν. Κανελλόπουλου, 1963, σελ. 658).

.           Ὁ Ἠλίας Φλέσσας καὶ ὁ Παναγιώτης Κεφάλας προτείνουν στὸν «μπουρλοτιέρη τῶν ψυχῶν» Παπαφλέσσα, νὰ ἀφήσει τοὺς λόφους στὸ Μανιάκι καὶ νὰ ταμπουρωθεῖ ψηλότερα, στὸ βουνό, γιὰ νὰ ὑπάρχει ὁδὸς διαφυγῆς. Ἀπαντᾶ: «Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ μετρήσω τὸ στρατὸ τοῦ Μπραΐμη, πόσος εἶναι, ἀπὸ τὰ ψηλώματα. Ἦρθα νὰ πολεμήσω. Οὔτε τρελλάθηκε ὁ Μπραΐμης νὰ χασομεράει ἐκεῖ ποὺ ἐλπίζει νὰ κερδίσει νίκη, μὰ θὰ τραβήξει ἴσα κατὰ τὴν Τριπολιτσά, κι ἐγὼ τότε θὰ μείνω νὰ μαζεύω ἀπὸ πίσω τὰ καρφοπέταλά του. Ἂν ὅμως τὸν κρατήσω ἐδῶ στὸ Μανιάκι, γλιτώνω τὸν Μωριά, γιατί θὰ τὸν κάμω νὰ πισωγυρίσει ὅπως ὁ Δράμαλης, εἰτεμὴ θὰ πληρώσει ἀκριβὰ τὸ αἷμα μου καὶ θὰ συλλογιστῆ καλὰ ὕστερα νὰ μπῆ στὴν καρδιὰ τοῦ Μωριᾶ. Καθίστε ἐδῶ νὰ πεθάνουμε σὰν ἀρχαῖοι Ἕλληνες». (Κ. Παπαδημητρίου, «Τελεταῖες ὧρες, τελευταῖα λόγια τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ᾽21», σελ. 159).

.             Πρὶν ὁδηγήσουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη στὸ Μεσολόγγι στάθηκαν οἱ Σουλιῶτες γιὰ λίγο στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας. Ἐκεῖ γιατροπορευόταν ὁ Καραϊσκάκης. Ὅταν τὸ ἔμαθε, σύρθηκε στὴν ἐκκλησιά, φίλησε τὸν νεκρὸ κλαίγοντας καὶ εἶπε: «-Ἄμποτες, ἀδελφέ μου, Μάρκο, ἀπὸ τέτοιο θάνατο νὰ πάω κι ἐγώ». Καὶ ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ λείψανο, πρόσθεσε: «Μάνα δὲν γέννησε στὴν Ἑλλάδα δεύτερο Μάρκο … Οὔτε εἶδα οὔτε θὰ ἰδῶ τέτοιον πολεμάρχη». («Τελευταῖες ὧρες», σελ. 132).

.             «Ὅταν ἀποφυλακίστηκε ὁ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος (Καταγόταν ἡ οἰκογένειά του ἀπὸ τὸ Τουρκολέκα τῆς Μεγαλόπολης, γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ Τουρκοπελέκα), τὸ 1841, ἦταν τόσο φτωχὸς ποὺ κατάντησε ζητιάνος στὰ σοκάκια τοῦ Πειραιᾶ. Ἡ ἁρμόδια ἀρχή, ἡ ὁποία χορηγοῦσε θέσεις ἐπαιτείας, τὸν ἐπέτρεπε νὰ ἐπαιτεῖ, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Εὐαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή! Ὅταν αὐτὰ ἔφτασαν στὰ αὐτιὰ τοῦ πρέσβη τῆς Γαλλίας, αὐτὸς ἀπεστάλη ἀπὸ τὴν κυβέρνησή του, στὸ σημεῖο ὅπου ζητιάνευε ὁ μεγάλος ὁπλαρχηγός. Μόλις ὁ Νικηταρᾶς ἀντελήφθη τὸν ξένο, μάζεψε ἀμέσως τὸ ἁπλωμένο χέρι του.
– Τί κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ὁ ξένος.
– Ἀπολαμβάνω ἐλεύθερη πατρίδα, ἀπάντησε ὑπερήφανα ὁ ἥρωας.
– Μὰ ἐδῶ τὴν ἀπολαμβάνετε, καθισμένος στὸν δρόμο; Ἐπέμενε ὁ ξένος.
– Ἡ πατρίδα μου ἔχει χορηγήσει σύνταξη γιὰ νὰ ζῶ καλά, ἀλλὰ ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ νὰ παίρνω μία ἰδέα πῶς περνάει ὁ κόσμος, ἀπάντησε περήφανα ὁ Νικηταρᾶς.
– Ὁ ξένος κατάλαβε καὶ διακριτικά, φεύγοντας, ἄφησε νὰ τοῦ πέσει ἕνα πουγκὶ μὲ χρυσὲς λίρες. Ὁ σχεδὸν τυφλὸς Νικηταρᾶς ἄκουσε τὸν ἦχο, ἔπιασε τὸ πουγκὶ καὶ φώναξε στὸν ξένο: «Σοῦ ἔπεσε τὸ πουγκί σου. Πάρε το μὴν τὸ βρεῖ κανένας καὶ τὸ χάσεις!». Στὶς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1849, ὁ γενναῖος καὶ ἔντιμος ἥρωας, πεθαίνει πάμφτωχος».

.           Καὶ μία καὶ σήμερα τὸ ἔνδοξο τοῦτο ἁλωνάκι, ἡ κατασυκοφαντημένη πατρίδα μας, εἶναι ζωσμένη ἀπὸ «τὶς ἀλώπεκες τοῦ σκότους» (Ε. Βούλγαρης) τοὺς Φράγκους καὶ τὸ ἐξ ἀνατολῶν θηρίο πάλιν μαίνεται, νὰ παραπέμψω στὸ ἡρωικότερο ἐπεισόδιο τοῦ Ἀγώνα, τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου, ποὺ μᾶς διδάσκει πῶς σώζονται τὰ ἔθνη. (Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στὸ θαυμάσιο περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία», τοῦ πολυσέβαστου Στυλιανοῦ Λαγουροῦ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ν. Βούλγαρη «Τὸ Μεσολόγγι τῶν Ἰδεῶν, ἑρμηνεία τῆς ἀπόφασης τῆς ἐξόδου»).

.                 «Ἦταν πρωί, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826, ὅταν συγκροτήθηκε τὸ νεκροδόξαστο ἐκεῖνο συμβούλιο ἀποφάσεως. Ἦταν ἕνα συμβούλιο θανάτου. Οἱ καπεταναῖοι εἶχαν ἀναλάβει νὰ διερευνήσουν, μὲ ἀνιχνευτὲς τὴν ὕπαρξη μυστικοῦ δρόμου-διόδων γιὰ ἀκίνδυνο πέρασμα τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὴν ἐλευθερία. Κανένας ὅμως δὲν ἔφερε ἐλπιδοφόρα πληροφορία. Οἱ λόγχες καὶ οἱ στενωποὶ φυλάγονταν ἄγρυπνα ἀπὸ τοὺς πολιορκητὲς σὲ βάθος χώρου καὶ τόπου. Γενικὴ ἦταν ἡ κατήφεια καὶ ἡ σιωπηλὴ θλίψη. Τὴν σιωπὴ τῆς στιγμῆς ἔσπασε ἡ βροντώδης καὶ σταθερὴ ἔκρηξη τοῦ τρανοδύναμου ἀρχηγοῦ τῆς Φρουρᾶς, τοῦ Θανάση Ραζη-Κότσικα.
– Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
– Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καὶ δὲν τὸν λὲς τόση ὥρα; Διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.
– Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».
.               Μόνο ἂν βαδίσουμε τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναστηθοῦμε ὡς λαός…

.             4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843 πεθαίνει ὁ Κολοκοτρώνης. Ζήτησε νὰ βάλουν στὸν τάφο του, κάτω ἀπὸ τὰ τσαρούχια του τὴν τουρκικὴ σημαία, νὰ ποδοπατᾶ τὴν Τουρκιὰ καὶ στὸ μνῆμα. Αὐτὸ τὸ λιοντάρι μόνο μία φορὰ φοβήθηκε. Πότε; «Εἰς τὸν καιρὸ τοῦ προσκυνήματος ἐφοβήθηκα μόνο διὰ τὴν πατρίδα μου, ὄχι ἄλλη φορά, οὔτε εἰς τὰς ἀρχάς, οὔτε εἰς τὸν καιρὸ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἦλθε μὲ τριάντα χιλιάδες στράτευμα ἐκλεκτό, οὔτε ποτέ, μόνο εἰς τὸ προσκύνημα ἐφοβήθηκα». Καὶ τότε βροντοφώναξε: “φωτι κα τσεκούρι στος προσκυνημένους”.

.           Αὐτὸ νὰ εἶναι καὶ αὔριο τὸ σύνθημά μας. Εἶναι τὸ καλύτερο μνημόσυνο γιὰ τὸν ἀθάνατο Γέρο τοῦ Μοριᾶ. Τὴν Μακεδονία καὶ τὰ μάτια μας, ἀδέλφια Ἕλληνες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑΡΑ ΣΚΥΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΘΕΛΗΜΑΤΑ… (Δ. Νατσιός) «Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…».

Κολοκοτρώνης κα τ μαλλιαρ σκυλιά,
ποὺ κάνουν θελήματα…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.               Λίγο πρὶν συλλάβει ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία τὸν «προδότη» τοῦ Ἔθνους, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ὁ Ἄρμανσπεργκ, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει, τοῦ εἶπε:
-Ἔχεις πολλοὺς ἐχθρούς, στρατηγέ.
-Ἔχω παραδέχτηκε ὁ Κολοκοτρώνης, μὰ δύο ἀπ’ αὐτούς, στέκονται οἱ χειρότεροι ἀπ’ ὅλους.
-Καὶ ποιοί εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ ἐχθροί σου; ρώτησε περίεργα ὁ προϊστάμενος τῶν ἀντιβασιλιάδων.
Ὁ Γέρος τοῦ ἀποκρίθηκε:
-Ὁ ἕνας τ’ ὄνομά μου κι ὁ ἄλλος οἱ δούλεψές μου γιὰ τὴν πατρίδα.
(Δ. Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», ἔκδ. «Ζαχαρόπουλος» σελ. 13).

.                 Αὐτὰ γίνονται τὸν Σεπτέμβρη τοῦ 1833. Μάλιστα -νὰ γράψουμε καὶ κάτι νόστιμο ἀπὸ τὴν εὐφυῆ θυμοσοφία τοῦ Κολοκοτρώνη- ἔστειλαν ἕνα «τσοῦρμο», σαράντα «χωροφύλακες» γιὰ νὰ ἁλυσοδέσουν, ποιόν; τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Ἀρχηγός τους κάποιος εὐτελὴς καὶ γλοιώδης μοίραρχος, ὀνόματι Κλεώπας. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, εἶπε:
-Τί χρειαζόταν, ὠρὲ Κλεώπα, τόσο ἀσκέρι; Ἔφτανε νὰ μοῦ στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρό, ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου κάνουν θελήματα. Μ’ ἕνα γράμμα στὸ στόμα νὰ πάω στ’ Ἀνάπλι καὶ μ’ ἕνα φαναράκι νὰ φέγγει καὶ τῶν δυονῶν μας… (Ποῦ νὰ καταλάβει ὁ Κλεώπας ὅτι «τὸ μαλλιαρὸ σκυλὶ γιὰ θελήματα» ἦταν ὁ ἴδιος. Γέμισε ὁ τόπος σήμερα ἀπὸ τέτοια μαλλιαρὰ σκυλιὰ καὶ κουτάβια, ὅπου κάνουν τὰ θελήματα τῶν ἀφεντάδων τους…).
.               Θυμήθηκα τὴν ἀπάντηση τοῦ Κολοκοτρώνη στὸν Βαυαρὸ ἀντιβασιλέα, ἀκούγοντας τὶς ἀπειλὲς ποὺ νυχθημερὸν ἐκτοξεύονται ἀπὸ τοὺς «εὐκλεεῖς» γείτονές μας καὶ τοὺς ποικιλώνυμους «ἑταίρους» μας. Κανονικὰ τὰ κανάλια, μαζὶ μὲ τὸ δελτίο καιροῦ, πρέπει νὰ καθιερώσουν καὶ ἕνα δελτίο ἀπειλῶν καὶ ὕβρεων ποὺ ἐξεμοῦν κατὰ τῆς πατρίδας μας.
.                 Καὶ ἀναρωτιέσαι γιατί; Τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδωσε ὁ Κολοκοτρώνης. Γιὰ δύο λόγους:
.           Ὁ ἕνας εἶναι τὸ ὄνομά μας. Ἑλλάς, Ἕλληνας, «τιμιωτέρα ἰδιότης» δὲν ὑπάρχει στὴν οἰκουμένη. Ὁ δεύτερος εἶναι οἱ «δούλεψές μας» γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Εἶναι ὁ Ἑλληνισμός, πηγὴ ἀείροος, ποὺ ἄρδευσε καὶ δρόσισε τὸν κόσμο ὅλο. Θὰ περιοριστῶ στοὺς ὅμορους “φίλους”…
.              Συνορεύουμε βόρεια καὶ ἀνατολικὰ μὲ τέσσερις χῶρες. Ἀλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία καὶ Τουρκία.
.            Οἱ Ἀλβανοὶ μετατρέπονται σ’ αὐτὸ ποὺ γνωρίζουν καλά, σὲ Τουρκαλβανούς. Στὴν ἱστορία ἔτσι τοὺς γνωρίσαμε. Ὅποτε ὁ σουλτάνος, τὸ “γομάρι” ποὺ λέει καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἤθελε νὰ σφάξει καὶ νὰ ρημάξει ἕναν τόπο ἑλληνικό, ποιούς ἔστελνε; Τους Τουρκοαλβανούς.
.            Στὰ 1780 κατέστρεψαν τὴν Πελοπόννησο, τότε χάθηκε τὸ κολοκοτρωναίικο, γλίτωσαν λίγοι, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Θοδωράκης, γιατί ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ζήσει. Καὶ ἀργότερα, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, τὰ ἴδια ἔκαναν τὰ «ταγκαλάκια», ὅπως τοὺς ὀνομάζει ὁ Γέρος στὰ ἀπομνημονεύματά του. Τὸ 1940 δέκα τάγματα Ἀλβανῶν, ἀκολουθοῦν σὰν ὕαινες τοὺς Ἰταλοὺς μὲ σκοπό, τί ἄλλο; Τὸ πλιάτσικο, τὴν ἁρπαγή, τοὺς βιασμοὺς καὶ δολοφονίες. Αὐτά, δηλαδὴ ποὺ ἔπραξαν  κατὰ τὴν περίοδο τῆς κατοχῆς οἱ μωαμεθανοὶ τσάμηδες. Καὶ τώρα ὀνειροφαντάζονται «μεγάλες Ἀλβανίες», ποιοί; Αὐτοὶ ποὺ ποτὲ δὲν πολέμησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους, ἡ ὁποία τοὺς χαρίστηκε χάρις στὴν κακουργία τῶν Ἰταλῶν καὶ Αὐστριακῶν κυρίως. (Μαθαίνουμε σὲ χιλιάδες Ἀλβανοὺς γράμματα στὰ σχολεῖα μας. Ὅμως μ’ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἀνισόρροπος Ράμα, τὸ τσιράκι τοῦ Ἐρντογάν, καὶ ποὺ σίγουρα κάποιοι, μᾶλλον οἱ περισσότεροι ἐν Ἑλλάδι Ἀλβανοὶ τὰ υἱοθετοῦν καὶ τὰ συζητοῦν στὰ σπίτια τους, σὲ λίγο καιρὸ τὴν σαχλαμάρα ποὺ κάνουν μὲ τὰ χέρια τους, ἀναπαριστώντας ἐκεῖνο τὸ ἐρεβῶδες ὄρνεο τῆς σημαίας τους, δὲν θὰ τὴ βλέπουμε μόνο στὰ στρατόπεδα, ἀλλὰ καὶ στοὺς αὔλειους σχολικοὺς χώρους. Τὰ περὶ ἀφομοιώσεως βρίσκονται μόνο στὰ μυαλὰ τῶν ἐθνομηδενιστῶν. Τώρα ποὺ μᾶς χρειάζονται οἱ πατρικὲς ὁρμήνειες τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Καραϊσκάκη, τὸ ὑπουργεῖο ἀνθελληνισμοῦ, διὰ τοῦ ΙΕΠ, προσπαθεῖ νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὰ σχολεῖα, ἀπὸ τὰ βιβλία ἱστορίας).
.               Πᾶμε στὸ δεύτερο ἀπολειφάδι τῆς γειτονιᾶς μας. Τὰ Σκόπια, τὸ περίπου κράτος, θνησιγενὲς ἐξάμβλωμα, κατασκεύασμα εὐκαιριακό. Τὸ 1941, ὅταν οἱ Γερμανοί, τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, εἰσβάλλουν στὴν πατρίδα μας, αὐτοί, ἀπόνερα τῶν κομιτατζήδων -κομιτατζής: συνώνυμο τῆς κτηνωδίας- τοὺς ἔραιναν μὲ ροδοπέταλα. Ὁ Κροάτης καὶ μέγας μισέλλην Τίτο τοὺς ἔκανε κράτος, τοὺς βάφτισε «Μακεδόνες» καὶ τὸ πίστεψαν οἱ ἀπατεῶνες τῆς ἱστορίας. Θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς πεῖ Σέρβους, Κροάτες, Ἀλβανούς, Αὐστριακούς, Κινέζους… Ὄχι. Μακεδόνες, τὴν Ἑλλάδα εἶχε σκοπὸ νὰ προσβάλλει ὁ Τίτο, ποὺ πολλοὶ ἡμέτεροι κρετίνοι θαύμαζαν καὶ θαυμάζουν. Ὅσο ἔκαναν τὶς βρωμοδουλειὲς τῶν Ἀμερικανῶν καὶ τῶν Τούρκων καὶ ἔρρεαν τὰ δολάρια, ἐπιδίδονταν σὲ λεονταρισμοὺς καὶ ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς ξεφτίλας καὶ τῆς ὕβρεως, ὥστε νὰ αὐτοχειροτονοῦνται ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Τώρα ποὺ ἄλλαξαν οἱ ἰσορροπίες καὶ δὲν βρίσκουν πάτρωνα, ἢ καλύτερα «πορνοβοσκό», ἀκοῦν τὸ «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Θὰ διαλυθοῦν, κανεὶς δὲν θὰ λυπηθεῖ, γιατί τὴν ὕβριν ἀκολουθεῖ ἡ νέμεσις. Ζοῦν ἐκεῖ 200.000-250.000 χιλιάδες Ἕλληνες καὶ κάποιες πάλαι ποτὲ ἀνθηρὲς ἑλληνίδες πόλεις – Μοναστήρι, Στρώμνιτσα, Κρούσοβο, Ἀχρίδα, Δοϊράνη– μήπως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας;
«Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
κι ἂς τὸ πατοῦν ξένοι
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει»,  γράφει ὁ Παλαμᾶς.
.             Ἔχουμε καὶ τοὺς Βούλγαρους. Ξεδοντιασμένοι τώρα καὶ «εὐγνώμονες», γιατί ὅλη ἡ βιομηχανικὴ καὶ βιοτεχνικὴ Βόρειος Ἑλλὰς μετακόμισε στὴν χώρα τους, ὅπου δὲν ὑπάρχουν μνημόνια καὶ φορολογικὲς λερναῖες ὕδρες. Βεβαίως ἡ Παναγία ἡ Εἰκοσιφοίνισσα ἀκόμα περιμένει τὰ διαγουμισμένα κειμήλιά της καὶ σίγουρα κάποιοι ἀκαδημαϊκοὶ καὶ πολιτικοὶ “κύκλοι” τῆς Σόφιας μελετοῦν τὸν χάρτη τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ βαριαναστενάζουν…
.                 Καὶ τέλος τὸ λυσσασμένο ἀγαρηνὸ σκυλί, ἡ Τουρκιά, ἴδια πάντοτε, αἱμοχαρὴς καὶ ὑπερφίαλη, μάστιγα τῆς Ἀσίας καὶ κατάρα τῶν Βαλκανίων. Ὁ κοινὸς νοῦς βλέποντας τὶς δηλώσεις, τὶς προκλήσεις, τὶς ἐξωφρενικὲς καὶ ποταπὲς ἀπαιτήσεις, σκέφτεται ὅτι ἐπιδιώκει τὴν σύρραξη. Ἔχοντας ἀπέναντί της μία ἡγεσία «ἀγραβάτωτη» καὶ πνιγμένη στὴν ἰδεοληψία της, ἄθεο σκορποχώρι, ποὺ δὲν ἔχει συνέλθει ἀκόμη ἀπὸ τὴν παταγώδη καθίζηση τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τὴν καθολικὴ χρεωκοπία τοῦ σοβιετικοῦ συστήματος καὶ ἕναν λαὸ ἀποχαυνωμένο σὲ μάζα βουλιμικὰ φιλοθεάμονα -κάτι σὰν «γαλαρία» σχολικοῦ λεωφορείου ποὺ τὸ «γλεντάει» φαιδρολογώντας, μικρολογώντας καὶ ἐπιχαίροντας γιὰ τὰ δεινὰ τῶν γυμνοσάλιαγκων «παικτῶν» τοῦ survivor- συμπεραίνει ὅτι “θὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τοῦ τρελοκομείου”, θὰ χτυπήσει. Τί θὰ γίνει; Κανεὶς δὲν ξέρει.
.               Νὰ ἐπιστρέψω πάλι στὴν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21 καὶ νὰ ὑπενθυμίσω αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος στὸν Κολοκοτρώνη, ὅταν στὴν ἀρχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπανάστασης ἐρίζουν οἱ καπεταναῖοι γιὰ τὰ πρωτεῖα καὶ ἡ δολερὴ διχόνοια χαμογελοῦσε «καθενὸς» μὲ τὸ σκῆπτρο της. «Σᾶς στέλνω τὸν Δράμαλη μὲ 30.000 ἀσκέρι γιὰ νὰ μονοιάσετε». Εὔχομαι μὴν μᾶς ἔλθουν πάλι ἀσκέρια ἀπὸ τῆς Ἀνατολῆς τὰ μέρη, γιατί τώρα δὲν ἔχουμε Κολοκοτρωναίους καὶ Παπαφλέσσηδες ποὺ ἦταν «ἱκανοὶ νὰ ἀποβάλουν τὴν σουλτανικὴ δουλεία μὲ σκέτο σαπουνόνερο», ὅπως γράφει ὁ Ἐλύτης.
.              Γράφω “τώρα”. Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…

 

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε