Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Θ. Εὐχαριστία

ΠΕΡΙ ΤΗΣ Θ. ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ «Ὁ Χριστός οὔτε μολύνεται, οὔτε μολύνει. Μόνον ἁγιάζει καί χαριτώνει» (Μητροπολ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.                 Τό κέντρο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη. Εἶναι ὁ πυρήν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πιστή στήν θεία ἐντολή τοῦ Κυρίου τελεῖ ἀδιακόπως τό μέγα Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἐκκλησία καί Θεία Εὐχαριστία ταυτίζονται. Δέν νοεῖται Ἐκκλησία χωρίς Θεία Εὐχαριστία καί Θεία Εὐχαριστία χωρίς Θεία Μετάληψη ἀπό τούς πιστούς χριστιανούς. Χριστιανός σημαίνει συμμετοχή στήν Θεία Μετάληψη, τήν θεία Κοινωνία, ὅπου ὁ πιστός «συνανακιρνᾶται» μέ τό Θεό (ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας) γίνεται «σύσσωμος Χριστοῦ» (Ἰω. Δαμασκηνός), «συνυφαίνει καί συνάπτει αὐτόν, μέ τήν θεία φύση» (Ἰ. Χρυσόστομος).
.                 Τί εἶναι λοιπόν ἡ θεία Μετάληψη; Eίναι τό ἱερότατο Μυστήριο, ὅπου ὁ πιστεύων χριστιανός μεταλαμβάνει ὑπό μέν τό εἶδος τοῦ ἁγιασμένου ἄρτου, αὐτοῦ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὑπό δέ τό εἶδος τοῦ ἁγιασμένου οἴνου, αὐτοῦ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν τήν αἰώνιον. Τό πῶς γίνεται ἡ μεταβολή αὐτή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ δέν δυνάμεθα νά ἐννοήσουμε. Οὔτε τόν λόγον, οὔτε τόν τρόπον. Μόνον μέ τό φῶς τῆς πίστεως προσεγγίζεται τό Μυστήριον, γιατί τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ εἶναι θεῖον μυστήριον. Μυστήριον τοῦ ὁποίου ἡ ἐμπειρία ἐνέχει λυτρωτικόν χαρακτῆρα γιά τόν πιστόν. Αὐτή ἡ ἐμπειρία ἐπιφυλάσσεται ὡς ἀποκάλυψη γιά τούς πιστεύοντας, γι᾽ αὐτό καί ἡ ἐντολή εἶναι: «Μή δῶτε τό ἅγιον τοῖς κυσί μηδέ βάλητε τούς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων» (Ματθ. ζ´, 6). Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία πρόσεχαν πολύ αὐτό τό σημεῖο καί κατεβάλλοντο προσπάθειες γιά τήν διαφύλαξη τοῦ ἀπορρήτου τῶν μυστηρίων τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ἡ ἀποκάλυψη γίνεται κατά τήν δυναμικότητα καί δεκτικότητα τῶν πιστῶν «καθώς ἠδύναντο». Ἡ τάξη τῶν «κατηχουμένων» καί τῶν «φωτιζομένων» ὑπηρετοῦσε αὐτόν ἀκριβῶς τόν σκοπό. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, τό κορυφαῖο Μυστήριο ἔμεινε τό «σεσιγημένον Μυστήριο», πρό τοῦ Ὁποίου «σιγᾶ πᾶσα σάρξ βροτεία καί στέκεται μετά φόβου καί τρόμου». (Ὕμνος ἀντί Χερουβικοῦ κατά τό Μ. Σάββατο). Ἔχει λοιπόν χαρακτῆρα μυστηριακό, ὑπερκόσμιο καί δέν κατανοεῖται μέ λογικά κριτήρια, γήϊνα καί ἀνθρώπινα. Μάλιστα οἱ σχετικές «Κατηχήσεις» τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας χειραγωγοῦν τά νέα μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔνδον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου τελοῦνται τά ἀνερμήνευτα καί ὑπέρ τήν ἀνθρώπινη λογική Θεῖα Μυστήρια. Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος λέγει πρός τούς νεοφωτίστους: «Ὅλοι λοιπόν ὅσοι ἀξιωθήκατε νά ἐγγραφεῖτε στήν ἐπουράνια αὐτή βίβλο, προσφέρατε πλούσια τήν πίστη σας καί ὑγιῆ τό λογισμό σας. Γιατί τά ὅσα γίνονται ἐδῶ χρειάζονται πίστη καί τά μάτια τῆς ψυχῆς, ὥστε νά μή προσέχει κανείς μόνο τά ὅσα βλέπει, ἀλλ’ ὁρμώμενος ἀπ’ αὐτά νά φαντάζεται καί ἐκεῖνα πού δέν βλέπονται. Γιατί τέτοια εἶναι τά μάτια τῆς πίστεως˙ ὅπως ἀκριβῶς δηλαδή τά μάτια τοῦ σώματος μποροῦν νά βλέπουν ἐκεῖνα μόνο πού ὑποπίπτουν στήν αἴσθηση, ἔτσι καί τά μάτια τῆς πίστεως βλέπουν τά ἀντίθετα μ᾽ ἐκεῖνα. Γιατί τίποτε ἀπό τά ὁρατά δέν βλέπουν ἀλλ᾽ ἐκεῖνα πού δέν βλέπονται τά βλέπουν αὐτά ἔτσι, σάν νά βρίσκονται μπροστά στά μάτια μας. Καθόσον αὐτό εἶναι πίστη, τό νά βλέπει σάν ὁρατά ἐκεῖνα πού δέν βλέπονται». (ΕΠΕ, 30, Κατήχησις, ΙΙ,9). Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ νοησιαρχία καί ὁ ὀρθολογισμός ἀπωθεῖ τό μυστήριον, ἀλλά τοῦτο εἶναι θεμέλιον τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου ἀκριβῶς γιατί εἶναι ὄν πού θρησκεύει, πού «αἴρει τήν ψυχήν του» πρός τόν Θεόν καί αὐτά εἶναι μυστήρια πού δέν ἐξηγοῦνται. Ἀφήνονται στή πανσοφία τοῦ Θεοῦ. Πολύ εὔστοχα ἐν προκειμένῳ ἡ Ἐκκλησία μεταλαμβάνει καί τά νήπια, γιατί ἡ Θ. Μετάληψη δέν εἶναι θέμα λογικῆς. Ἐδῶ ἔχουμε ὄχι τό παράλογο ἀλλά τό ὑπέρλογο.
.                     Τό Μυστήριο αὐτό τῆς Θ. Εὐχαριστίας καί κατά συνέπειαν τῆς Θ. Μεταλήψεως ἤ Θ. Κοινωνίας εἶναι θεοσύστατο Μυστήριο. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός τό ἵδρυσε καί τό παρέδωσε στήν Ἐκκλησία κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο. Στό ὑπερῷο τῶν Ἱεροσολύμων, πρό τοῦ Ἁγίου Του Πάθους συνέβη τοῦτο: «Ἐσθιόντων δέ αὐτῶν λαβών ὁ Ἰησοῦς τόν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε (= τεμάχισε) καί ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καί εἶπε˙ λάβετε φάγετε˙ τοῦτο ἐστι τό σῶμα μου˙ καί λαβών τό ποτήριον καί εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων˙ τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.» (Ματθ. 26, 26-28). Τοῦτο ποιεῖται εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν». (Λουκ. 22, 19). Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι δέν εἶπε συμβολίζει τό σῶμα μου, ἀλλά εἶπε εἶναι τό Σῶμα μου. Τό ἴδιο καί γιά τό Αἷμα Του καί τοῦτο «ποιεῖται» σέ χρόνο ἐνεστώτα πού δηλώνει συνέχεια, διάρκεια, ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Μάλιστα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ὅτι ἡ Θ. Εὐχαριστία εἶναι ἀναίμακτος θυσία, διότι ἔτσι ἔπρεπε νά εἶναι γιά τήν ἀνθρώπινη δική μας προσέγγιση. Ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ὀνομάζει ἀκριβῶς τήν Ἁγία Τράπεζα «θυσιαστήριον». Καί τό μέγιστον θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ ἐπιτελεῖ τό Πανάγιον Πνεῦμα ὥστε ὑπέροχα ὁ Ἰ. Δαμασκηνός νά λέγει: «Εἰ τόν τρόπον ἐπιζητεῖς, πῶς γίνεται, ἀρκεῖ σοι ἀκοῦσαι, ὅτι διά Πνεύματος Ἁγίου, ὥσπερ καί ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου διά Πνεύματος ἁγίου ἑαυτῷ καί ἐν ἑαυτῷ ὁ Κύριος σάρκα ὑπεσπάσατο καί πλέον οὐδέν γινώσκωμεν, ἀλλ᾽ ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀληθής ἐστι καί ἐνεργής καί παντοδύναμος» (P.G. 94,1145). Καί βλέπουμε, κατά τήν Θ. Μετάληψη μέ τά χοϊκά μάτια μας ἄρτον καί οἶνον καί γευόμεθα ταῦτα, γιατί ἔτσι πρέπει γιά τήν ἀνθρώπινη δυνατότητα καί συνάμα ἀδυναμία μας, ἀλλά ὑπό τά εἴδη ἄρτου καί οἴνου, αὐτό τοῦτο τό τίμιον καί πανάγιον Σῶμα καί τίμιον καί πανάγιον καί ζωηρόν Αἷμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μεταλαμβάνομεν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον. Αὐτό πιστεύουμε καί αὐτό ὁμολογοῦμεν.
.                  Ἔτσι αὐτή εἶναι ἡ σύσταση καί ἡ παράδοση τοῦ Μυστηρίου. Καί αὐτή εἶναι ἡ πράξη καί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀπ᾽ τήν πρώτη της στιγμή. Οἱ πρῶτοι χριστιανοί μετά τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν Πεντηκοστή: «Ἦσαν προσκαρτεροῦντες (=ἀφοσιωμένοι) τῇ διδασκαλίᾳ τῶν Ἀποστόλων καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. β´, 42).
.               Βασική πεποίθηση κάθε Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ εἶναι ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ δέν ἦλθε στή γῆ μας, γιά νά μᾶς δώσει μόνο μιά ὑπέροχη καί ὑψηλοῦ ἐπιπέδου διδασκαλία, ἀλλά γιά νά προσφέρει τή θυσία τοῦ σώματός Του καί τοῦ αἵματός Του. Καί αὐτή ἡ θυσία πρέπει νά διαιωνίζεται, ὥστε οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν νά κοινωνοῦν αὐτό τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του. Αὐτή εἶναι ἡ κατάληξη τῆς θείας διδασκαλίας Του.
.                Ἡ θεία Λειτουργία, ἡ θεία Εὐχαριστία τελεῖται γιά νά μεταλάβουν οἱ πιστοί Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀληθής συνειδητός χριστιανός χωρίς Θεία Μετάληψη. Δέν μπορεῖ νά ζήσει πνευματικά ὁ χριστιανός ἔχοντας ἀποχή ἀπό τήν Θ. Κοινωνία. Εἶναι θεῖα τά λόγια: «Λάβετε φάγετε…» «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Λόγια σαφῆ, ἱερά, λόγοι Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Λυτρωτή μας. Τήν ἐπαύριον τοῦ θαύματος τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων εἶπε ἀκόμη ὁ αἰώνιος Διδάσκαλος: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς˙ ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα, καί ὁ ἄρτος δέ ὅν ἐγώ δώσω, ἡ σάρξ μου ἐστιν, ἥν ἐγώ δώσω ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰω. 6,51).
.                  Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι καί στήν μεταποστολική ἐποχή, οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων τονίζουν τό γεγονός τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου τοῦ Κυρίου. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, ὁ Θεοφόρος γράφει πρός τούς χριστιανούς τῆς Ἐφέσου: «Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν Θεοῦ καί εἰς δόξαν… ἕνα ἄρτον κλῶντες, ὅς ἐστι φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μή ἀποθανεῖν, ἀλλά ζῆν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ διά παντός». (Πρός Ἐφεσ. ΧΙΙΙ καί ΧΧ). Τό ἀρχαῖο σύγγραμμα πού ὀνομάζεται «Διδαχή τῶν Ἀποστόλων» πιστοποιεῖ τήν σταθερή πίστη τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων, ὅτι τό Μυστήριο εἶναι ἀληθινή τροφή τῆς ψυχῆς. Μία εὐχή πρός τόν Θεόν λέγει: «Εὐχαριστοῦμεν σοι, πάτερ ἅγιε, ὑπέρ τοῦ ἁγίου ὀνόματός σου, οὗ κατεσκήνωσας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, καί ὑπέρ τῆς γνώσεως καί πίστεως καί ἀθανασίας, ἧς ἐγνώρισας ἡμῖν διά Ἰησοῦ τοῦ παιδός σου˙ σοί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Σύ, δέσποτα παντοκράτορ, ἔκτισας τά πάντα ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, τροφήν τε καί ποτόν ἔδωκας τοῖς ἀνθρώποις εἰς ἀπόλαυσιν, ἵνα σοι εὐχαριστήσωσιν, ἡμῖν δέ ἐχαρίσω πνευματικήν τροφήν καί ποτόν καί ζωήν αἰώνιον διά τοῦ παιδός σου». (Διδαχή Ἁγ. Ἀποστόλων,Χ,2). Τόν ἑπόμενο αἰῶνα, τόσον ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς ὅσον καί ὁ Ἱ. Κυπριανός Καρχηδόνος ἐπαναλαμβάνουν ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη αὐτῆς τῆς θείας Μεταλήψεως, τῆς θείας Κοινωνίας.
.                  Πολύ περισσότερο οἱ τρεῖς μεγάλοι ἱεράρχες Μέγας Βασίλειος, Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί Ἱ. Χρυσόστομος ἐπιμένουν στό θέμα αὐτό καί ἀναπτύσσουν μέ πολλά παραδείγματα τήν σπουδαιότητα καί ἀναγκαιότητα τοῦ μοναδικοῦ μυστηρίου τῆς θείας «μετουσίας». Τό ἴδιο ἐπαναλαμβάνουν ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων καί ὁ Μάξιμος ὁ ὁμολογητής, καθώς καί ὁ Συμεών ὁ νέος θεολόγος μέ συγκλονιστικές ἐκφράσεις καί ἀργότερα οἱ δύο κορυφαῖοι Βυζαντινοί θεολόγοι Γρηγόριος Παλαμᾶς καί Νικόλαος Καβάσιλας τονίζοντας ὅτι τό μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι ἀληθής βρῶσις καί πόσις εἰς ζωήν αἰώνιον.
.                 Τήν μεγάλη αὐτή ἀλήθεια ἀνακαλύπτουν καί πάλι ἐν καιρῷ Τουρκοκρατίας, οἱ δύο σοφοί ἅγιοι Μακάριος Νοταρᾶς καί Νικόδημος Ἁγιορείτης καί τήν ἀναπτύσσουν στό βιβλίο τους «Περί τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων» (1783) μέ πολλές μαρτυρίες ἁγίων Πατέρων. Γράφουν πολύ χαρακτηριστικά: «Ἀπό τήν τράπεζαν τῶν σωματικῶν φαγητῶν, ἄν μᾶς ὑστερήσῃ τις μίαν μόνην ἡμέραν, λυπούμεθα, ἀδημονοῦμεν καί μᾶς φαίνεται μέγα κακόν˙ ἀπό δέ τήν πνευματικήν καί οὐράνιαν τράπεζαν τῶν θείων μυστηρίων, ἄν ὑστερηθῶμεν… καί μῆνας ὁλοκλήρους, δέν τό νομίζομεν κακόν… Ἄχ, ἀδελφοί… καί νά ἐβλέπαμεν μίαν φοράν μέ τούς νοητούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς μας, ποῖα ὑψηλά καί πόσον μεγάλα ἀγαθά ὑστερούμεθα, μή μεταλαμβάνοντες συνεχῶς, τότε, ναί, ἠθέλαμεν βάλει ὅλα μας τά δυνατά νά ἑτοιμαζώμεθα καί νά μεταλαμβάνωμεν, ἄν ἦτο τρόπος, κάθε ἡμέραν» (σ.74). Τίς θέσεις αὐτές ἐπιβεβαίωσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐπί Πατριάρχου Γρηγορίου Ε´ τοῦ ἐθνομάρτυρος τό 1819 τονίζοντας ὅτι ἔχουν χρέος «οἱ εὐσεβεῖς ἐν ἑκάστῃ ἱερᾷ μυσταγωγίᾳ νά προσέρχωνται καί νά μεταλαμβάνωσι…» Ἰδιαίτερα οἱ Κολλυβάδες Πατέρες συνέχισαν τήν ἀξία καί σημασία τῆς συχνῆς θείας Μεταλήψεως. Ἀργότερα ὁ Ἅγιος Νεκτάριος θά ὑπογραμμίσει ὅτι στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας λαμβάνει χώρα τό «θαῦμα τῶν θαυμάτων». Γράφει στή μελέτη του «Περί θείων Μυστηρίων»: «Τό παραδοθέν παρά τοῦ Κυρίου μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τό ἀνώτερον ὅλων τῶν μυστηρίων εἶναι τό θαυμασιώτερον τῶν θαυμάτων, ὅσα ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἐξετέλεσεν˙ εἶναι τό ὑψηλότερον ἐξ ὅσων ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ἐπενόησεν˙ εἶναι δέ καί τό τιμιώτερον ὅλων τῶν χαρισμάτων, ὅσα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐχαρίσατο τοῖς ἀνθρώποις… διό καί δικαίως τό θαῦμα τῶν θαυμάτων καί τό μυστήριον τῶν μυστηρίων δύναται νά κληθῇ καί νά θεωρηθῇ».
.                 Ὅσον ἀφορᾶ τήν μετάδοση τῆς Θ. Κοινωνίας στούς πιστούς ἱστορικῶς ἔχει ὡς ἑξῆς: Τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους πού ἦσαν καί ὀλίγοι οἱ πιστοί, ἡ Θ. Μετάληψη γινόταν ὅπως σήμερα μεταλαμβάνουν οἱ ἱερεῖς στό Ἱερό Βῆμα. Συγκεκριμένα ὁ κάθε πιστός «τήν ἀριστεράν θρόνον ποιήσας τῇ δεξιᾷ» ἔπαιρνε τήν ἁγία μερίδα, Σῶμα Χριστοῦ, καί ἔτρωγε καί κατόπιν ἔπινε ἐκ τοῦ κοινοῦ καί ἑνός Ἁγίου Ποτηρίου τό Αἷμα Χριστοῦ. Μάλιστα τό Ἅγιον Ποτήριον τό κρατοῦσε ὁ διάκονος. Οἱ «Ἀποστολικές Διαταγές» μᾶς περιγράφουν τήν Θ. Μετάληψη ὡς ἐξῆς: «Ὁ μέν Ἐπίσκοπος διδότω τήν προσφοράν λέγων Σῶμα Χριστοῦ καί ὁ δεχόμενος λεγέτω Ἀμήν˙ ὁ δέ διάκονος κατεχέτω τό Ποτήριον καί ἐπιδιδούς λεγέτω Αἷμα Χριστοῦ» (Ἀπ. Διατ. P.G.1,1109). Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων γράφει: «Προσιών μή τεταμένοις τοῖς τῶν χειρῶν καρποῖς προσέρχου μηδέ διῃρημένοις τοῖς δακτύλοις ἀλλά τήν ἀριστεράν θρόνον ποιήσας τῇ δεξιᾷ, ὡς μελλούσῃ Βασιλέα ὑποδέχεσθαι καί κοιλάνας τήν παλάμην δέχου τό Σῶμα Χριστοῦ, προσέρχου καί τῷ Ποτηρίῳ τοῦ Αἵματος» (Κατήχ. ΚΓ’ 21-22, P.G.33,1124). Μάλιστα ἡ σειρά μέ τήν ὁποία μετελάμβαναν οἱ πιστοί ἦταν: Πρῶτα ὁ Ἐπίσκοπος καί ὕστερα οἱ λοιποί κληρικοί «εἶτα τά παιδία καί τότε πᾶς ὁ λαός κατά τάξιν μετά αἰδοῦς καί εὐλαβείας» (Διατ. Ἀποστ. ΒΕΠ 2, VIII,14,158). Περαιτέρω μετά τούς πρώτους αἰῶνες, ὅταν αὐξήθηκαν οἱ πιστοί χριστιανοί, γιά καθαρῶς πρακτικούς λόγους δηλαδή γιά νά μή παρατηρηθεῖ ἀταξία εἰσήχθη ἡ λαβίς μέ τήν ὁποία μετελάμβανον οἱ πιστοί Σώματος καί Αἵματος Χριστοῦ. Θαυμάσια εἶναι ἡ παράσταση μέ τόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ὁ ὁποῖος μεταδίδει τήν Θ. Κοινωνία στήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία μέ τήν ἁγία λαβίδα, ὅπως μᾶς περιγράφει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων τόν 7ον αἰῶνα (Βίος ὁσίας Μαρίας P.G.87,3721). Ὅλοι πιστοί, λοιπόν, μετελάμβαναν ἀπό τήν μία λαβίδα τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὅλους τούς κατοπινούς αἰῶνες μέχρι καί σήμερα αὐτό τοῦτο τό «φάρμακον ἀθανασίας», τό «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου», τό «ἀφανίζον φθοράν», τό «φυλακτήριον ψυχῆς καί σώματος». Μάλιστα ὁ Μ. Βασίλειος γράφει στήν 93η ἐπιστολή του «πρός Καισαρίαν Πατρικίαν περί κοινωνίας» ὅτι: «Καί τό κοινωνεῖν δέ καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν καί μεταλαμβάνειν τοῦ ἁγίου σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ, καλόν καί ἐπωφελές, αὐτοῦ σαφῶς λέγοντος˙ “ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον”. Τίς γάρ ἀμφιβάλλει, ὅτι τό μετέχειν συνεχῶς τῆς ζωῆς οὐδέν ἄλλο ἐστίν ἤ ζῆν πολλαχῶς; Ἡμεῖς μέντοι γε τέταρτον καθ᾽ ἑκάστην ἑβδομάδα κοινωνοῦμεν, ἐν τῇ κυριακῇ, ἐν τῇ τετράδι καί ἐν τῇ παρασκευῇ καί τῷ σαββάτῳ καί ἐν ταῖς ἄλλαις ἡμέραις, ἐάν ᾖ μνήμη ἁγίου τινός». (P.G.,32,484).
.                   Ἀκόμη ὑπάρχουν καί οἱ Ἀποστολικοί Κανόνες οἱ ὁποῖοι διακελεύουν αὐστηρά ὅτι ἄν κάποιος ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος ἤ (ἄλλοι) ἀπό τόν ἱερατικό κατάλογο, δέν μεταλάβει, ὅταν τελεῖται ἡ Θ. Εὐχαριστία, πρέπει νά πεῖ τήν αἰτία. Ἄν εἶναι εὔλογη, συγχωρεῖται, ἄν δέν τήν πεῖ, πρέπει νά ἀφορίζεται, γιατί ἔγινε αἰτία νά βλαφτεῖ ὁ λαός καί γιατί κίνησε ἐναντίον ἐκείνου πού τέλεσε τήν Θ. Λειτουργία ὑποψίες ὅτι δέν τήν ἔκανε σωστά (8ος κανών) καί ἔπειτα ὅλοι οἱ πιστοί πού προσέρχονται στήν ἐκκλησία, ὅταν τελεῖται ἡ θεία Εὐχαριστία καί ἀκοῦνε μάλιστα τίς Γραφές ἀλλά δέν παραμένουν στίς κύριες εὐχές καί δέν προσέρχονται στή θεία Μετάληψη πρέπει νά ἀφορίζονται, γιατί δημιουργοῦν ἀταξία στό ἐκκλησίασμα. (9ος κανών). Οἱ παραπάνω κανόνες ὑπογραμμίζουν ὅτι δέν ἀρκεῖ ὁ ἐκκλησιασμός. Δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἀτομική προσευχή στό ναό ἡ θεία Λειτουργία, οὔτε θέαμα καί ἀκρόαμα. Οὔτε μπορεῖ νά ἀρκεῖται στό ἀντίδωρο ὁ πιστός. Θεία Λειτουργία καί θεία Εὐχαριστία, τέλεση τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ Μυστηρίου σημαίνει μετοχή στή Θεία Μετάληψη. Σαφέστατα ἡ Ἐκκλησία τό λέγει: «Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι Χριστός ὁ Κύριος». Ἄλλωστε, πῶς θά ἐκφωνήσουμε: «Ὀρθοί μεταλαβόντες…» καί θά ψάλλουμε «Εἴδομεν τό Φῶς τό ἀληθινόν…». Συνειδητός χριστιανός εἶναι καί ὀνομάζεται ὁ προσερχόμενος καταλλήλως, πνευματικά προετοιμασμένος στήν θεία Μετάληψη τῶν Ἀχράντων καί φρικτῶν Μυστηρίων.
.                  Ἀναφορικῶς μέ τό ἐρώτημα ἤ τήν ἀμφιβολία, τήν ὁποία διατυπώνουν μερικοί ἄν δηλ. ὑπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως ἀσθενείας ἀπό τήν Θεία Μετάληψη, ἐπειδή χρησιμοποιεῖται ἡ ἰδία λαβίδα, ἡ ἀπάντηση εἶναι σαφέστατη, ὅτι οὐδείς ἀπολύτως κίνδυνος ὑφίσταται ἐν προκειμένῳ. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού κοινωνοῦμε, εἶναι Αὐτός ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Κύριος καί Θεός μας, καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή, ἡ ὑγεία καί ὄχι ἡ ἀσθένεια, ἡ πτώση καί ὁ θάνατος. Ὁ Χριστός οὔτε μολύνεται, οὔτε μολύνει. Μόνον ἁγιάζει καί χαριτώνει, γιατί εἶναι ἡ Αὐτοζωή καί Ἀνάσταση. Ἡ Θεία Μετάληψη τῶν ἀχράντων Μυστηρίων εἶναι «φάρμακον ἀθανασίας», Πηγή Ζωῆς. Ἄλλωστε, ποτέ κανείς ἀνά τούς αἰῶνες δέν ἔπαθε τό παραμικρό ἀπό τή Θεία Μετάληψη μέ τήν ἴδια λαβίδα, οὔτε λαϊκός οὔτε κληρικός. Πρῶτοι θά εἶχαν ἀσθενήσει καί ἀποθάνει οἱ τόσοι καί τόσοι κληρικοί! Ἰδιαίτερα ἐν προκειμένῳ, πλεῖστες εἶναι οἱ μαρτυρίες τῶν κληρικῶν πού διηκόνησαν ἤ διακονοῦν στά νοσηλευτικά ἱδρύματα, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἔπαθαν τίποτα ἀπό μεταδοτική νόσο, τή στιγμή μάλιστα πού «καταλύουν» – ὅπως εἶναι γνωστό- ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει στό Ἅγιο Ποτήριο μετά τή μετάληψη τῶν ἀσθενῶν καί μάλιστα φυματικῶν, λεπρῶν παλαιότερα κ.ἄ., γλείφοντας στήν κυριολεξία τήν Ἁγία Λαβίδα καί καθαρίζοντας πλήρως τό Ἅγιο Ποτήριο. Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει νά ἀναφέρουμε, μερικούς μόνον, ἱερεῖς – ἐφημερίους Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων τῆς πατρίδος μας οἱ ὁποῖοι διηκόνησαν ἐπί πολλές δεκαετίες σέ μεγάλα νοσηλευτικά κέντρα˙ Οὐδέποτε ἔπαθαν τι ἀπό τήν Θ. Μετάληψη. Πρόκειται γιά τούς κάτωθι: Πρῶτον βεβαίως ἀναφέρουμε τόν ἱερέα π. Χρύσανθο Κουτσουλογιαννάκη (†1972) στό Λεπροκομεῖο τῆς Σπιναλόγκας-Κρήτης καί τόν Ἅγιο Πορφύριο (†1991) στήν Πολυκλινική Ἀθηνῶν. Ἔπειτα τούς: π. Γεώργιο Κουτῆ (†1969) στό Ἀντικαρκινικό Νοσοκομεῖο «Ἅγ. Σάββας», π. Ἐλπίδιο Ὀρουντιώτη (†1983), ὁ δίδυμος ἀδελφός τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου τοῦ Νεομάρτυρος, στόν «Ἐρυθρό», π. Ἀναστάσιο Δραπανιώτη (†1984) στό «Λαϊκό», π. Ἠλία Τσακογιάννη (μετέπειτα Μητροπολίτη Δημητριάδος, †1990) στόν «Εὐαγγελισμό», π. Εὐσέβιο Γιαννακάκη (†1995) στό «Ἱπποκράτειο», π. Εὐμένιο Σαριδάκη (†1999) στό Λεπροκομεῖο Ἀθηνῶν, π. Σωτήριο Κανναβό (†2014) στόν «Εὐαγγελισμό» κ.ἄ.
.                  Ἀπόψεις καί γνῶμες ὅπως: «Εἶναι ἀπαίτηση τῆς σύγχρονης κοινωνίας, ὁ καθείς νά φέρνει ἀπό τό σπίτι του ἕνα πλαστικό κουταλάκι», ἤ «οἱ λοιμωξιολόγοι νά μή διστάζουν νά ποῦν ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος δημόσιας ὑγείας ἡ μετάληψη μέ τό ἴδιο κουταλάκι» ἤ «νά διατάξει ἡ κυβέρνηση ἀπαγόρευση τῆς Θ. Κοινωνίας» ἤ «ἡ Ἐκκλησία κάμνει εἰσπήδηση στήν ἐπιστήμη» ἤ «νά πᾶμε τήν Θ. Κοινωνία στό Χημεῖο νά ἐξετάσουμε ἄν εἶναι Αἷμα Χριστοῦ», ὅλες αὐτές οἱ θέσεις ἐγγίζουν τά ὅρια τῆς ἄγνοιας, τῆς ἡμιμάθειας, τῆς θεολογικῆς ἀπαιδευσίας, τῆς ἀνυπαρξίας ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, τελικά τῆς ἀπιστίας.
.               Ἀλλ᾽ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ κατ᾽ ἐξοχήν χῶρος τῆς ἐλευθερίας. Κανένα δέν ἐξαναγκάζει. Ἡ προτροπή εἶναι διηνεκής. «Ὅσοι πιστοί» καί «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» προσκαλεῖ ἡ Ἐκκλησία νά προσέλθουν γιά τήν θεία Μετάληψη. Μάλιστα ὁ Ἀπ. Παύλος ὑπογραμμίζει ὅτι προκειμένου νά μετάσχει ὁ πιστός στή Θεία Κοινωνία πρέπει νά ἔχει προετοιμαστεῖ ἀναλόγως. Γράφει: «Δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω, ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α´ Κορ. ια´ 28-29). Ἰδιαίτερα ὁ Ἱ. Χρυσόστομος γράφει γι᾽ αὐτή τήν πνευματική προετοιμασία: «Ἐάν δέν τολμᾶ κανείς μέ ἀκάθαρτα χέρια οὔτε ἁπλῶς νά θίξει ἀνθρώπινο ἱμάτιο βασιλικό, πῶς θά τολμήσουμε περιφρονητικά νά πάρουμε τό σῶμα τοῦ παντοκράτορος Θεοῦ, τό ἄμωμο, τό καθαρό, αὐτό πού ἑνώθηκε μέ τή θεία φύσι, πού μέ τήν χάρι του ὑπάρχουμε καί ζοῦμε, αὐτό πού συνέτριψε τίς πύλες τοῦ θανάτου καί ἄνοιξε τίς ἁψῖδες τοῦ οὐρανοῦ; Παρακαλῶ, ἄς μήν κατασφάξωμε τούς ἑαυτούς μας μέ τήν ἀναισχυντία, ἀλλά μέ δέος καί καθαρότητα ἄς τό πλησιάσουμε. Καί ὅταν τό ἴδης αὐτό τό σῶμα ἐνώπιόν σου, λέγε στόν ἑαυτό σου: Χάρις σ᾽ αὐτό τό σῶμα δέν εἶμαι πλέον ἐγώ γῆ καί σποδός, δέν εἶμαι πλέον αἰχμάλωτος, ἀλλά ἐλεύθερος. Χάρις σ᾽ αὐτό ἐλπίζω νά ἀπολαύσω τούς οὐρανούς καί τά ἀγαθά τους, τήν ἀθάνατη ζωή, τήν ἀγγελική πολιτεία, τή συντροφιά μέ τόν Χριστό… Καθάριζε λοιπόν τήν ψυχή σου, προετοίμαζε τή διάνοια, γιά νά ὑποδεχθῇς τά μυστήρια αὐτά». (Α´ Κορινθ., Λόγος κδ´, ΕΠΕ, 18Α, σελ. 96 ἑπ.).
.                 Ἡ Θεία Μετάληψη εἶναι θέμα πίστεως. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ἐκφώνηση – πρόσκληση περιέχει, τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, τήν πίστη, τήν ἀγάπη. Εἰδικά ἡ πίστη ἐν προκειμένῳ δέν ἔρχεται νά καταργήσει τήν λογική. Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ πλάνη ἐκείνων πού θεωροῦν τήν πίστη ὡς κατάργηση τῆς λογικῆς. Ἡ πίστη ὑπερνικᾶ τήν λογική δίχως ὅμως νά τήν θέτει σέ ἀργία. Ἡ πίστη εἶναι μεταφυσική, «πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Εἶναι ὁ χῶρος τοῦ ἐπέκεινα, γιατί ἡ λογική εἶναι προωρισμένη γιά τά πεπερασμένα μέ ἐργαλεῖο τήν ἀπόδειξη. Ἡ πίστη δέν ἔχει ἀπόδειξη. Ὁ Θεός δέν ἀποδεικνύεται. Δέν ἐφευρίσκεται ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ἀποκαλύπτεται. Βιώνεται. Γι᾽ αὐτό καί ὅποιος δέν γνωρίζει τί εἶναι ὁ Χριστός, δέν μπορεῖ νά καταλάβει καί τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί τί ἐπιτελεῖται στή Θ. Λειτουργία καί τί εἶναι ἡ θ. Μετάληψη. Γιά ὅλα χρειάζεται ἡ ἄλλη διόπτρα, ἐκείνης τῆς πίστεως.
.                  Τό σπουδαιότερο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ μετάδοση τῆς ἀθανασίας, ἀπό τήν Πηγή τῆς ἀθανασίας πού εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη. Ὅταν κοινωνοῦμε Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τότε ζοῦμε ἕνα συνεχές Πάσχα, μία διάβαση στήν ἄλλη βιοτή τῆς αἰωνίου ζωῆς, τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου. Πρόκειται γιά τήν συμμετοχή μας στό Δεῖπνο τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς, τῆς χαρᾶς καί εὐφροσύνης ἐν Θεῷ. Καί «ἡ χαρά ἐν Θεῷ ἰσχυροτέρα ἐστί τῆς ἐνταῦθα ζωῆς». Καί ὁ εὑρών αὐτήν, οὐ μόνον εἰς τά πάθη οὐ περιβλέψεται, ἀλλ᾽ οὐδέ ἐπί τήν ἑαυτοῦ ζωήν ἐπιστραφήσεται, οὐδέ αἴσθησις ἑτέρα γεννήσεται ἐκεῖθεν, εἰ ἐξ ἀληθείας γέγονεν αὕτη» (Ἰσαάκ Σύρου, Τά εὑρεθέντα ἀσκητικά, σ.163 ἑπ.). Ἡ Θεία Μετάληψη εἶναι ἡ μυστηριακή πρόγευση τῆς Ἀναστάσεως, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς εἰσόδου μας στή Χαρά τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁ ἀρραβών τῆς μελλούσης ζωῆς τοῦ Παραδείσου.
.                  Μακάρι, μέχρι τῆς ἐσχάτης ἀναπνοῆς μας νά μετέχουμε ἐπαξίως τῆς ἀθανάτου Τραπέζης ὡς συνδαιτυμόνες, μεταλαμβάνοντες Σώματος καί Αἵματος Χριστοῦ.

, , ,

Σχολιάστε

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

 

Μέρος Α´: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

, ,

Σχολιάστε

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ
«Θεία Λατρεία – Προσδοκία καὶ ὅρασις Θεοῦ»,
Κατηχήσεις καὶ Λόγοι-4,
ἐκδ. «Ὀρμύλια», 2003, σελ. 180 ἑπ.
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ἐν τῇ Λειτουργίᾳ εἷς ἕκαστος μετέχει προσωπικῶς εἰς τὸ ἔργον τῆς θείας οἰκονομίας, διότι οἰκειοποιεῖται τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου. […] Εἰς τὸ μυστήριον τῆς θεοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς κτίσεως συμβάλλει τὸ κάθε πρόσωπο. Ὁ καθείς μας διακονεῖ. Ὁ ἄνθρωπος παρέχει ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ δῶρα εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ ἑαυτοῦ δῶρον, τὸν ἄρτον τὸν οὐράνιον, τὸν ἑαυτοῦ Υἱόν, εἰς βρῶσιν καὶ πόσιν μεθ᾽ ὅλων τῶν θεϊκῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γινόμεθα ἅγιοι, λαμβάνομεν χαράν, εἰρήνην, ἀγάπην, πραότητα, Πνεῦμα Ἅγιον. Δὲν γινόμεθα ἡμεῖς ἅγιοι διὰ τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ μᾶς ἁγιάζει ὁ Θεὸς δι᾽ αὐτῆς τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἀνταποδόσεων ἀγάπης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
.                 Ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνώσεως, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι σήμερα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴν ὁ ἄνθρωπος βιοῖ δύο καταστάσεις ἀντιθέτους πρὸς τὴν Λειτουργίαν: τὸν περισπασμὸν καὶ τὴν διαίρεσιν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καρφώση κάπου τὸν νοῦ του· φεύγει ἀδιαλείπτως. Περισπᾶται ἡ ἀνθρωπίνη ὕπαρξις. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαίρεσις εἶναι ἐμφανὴς εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Τὸ πρῶτον, ὁ περισπασμός, κατακερματίζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν κατατσακίζει. Τὸ δεύτερον, ἡ διαίρεσις, τὸν διαλύει, τὸν ἀποσυνθέτει. Δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικώτερον ὅπλον καὶ φάρμακον κατὰ τῆς διπλῆς αὐτῆς μάστιγος ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία ἑνοποιεῖ ὄχι μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς μετὰ τοῦ Θεοῦ, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων καὶ μεθ’ ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Γνωρίζομε δὲ ὅτι ὁ κόσμος τώρα δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν φωτεινὴν μορφὴν ἑνὸς ἀνθρώπους, σοφοῦ ἡγέτου ἢ προφήτου ἢ πνευματικοῦ ταγοῦ καὶ τροφοῦ, ἀλλὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ μίαν ἀντίληψιν συνδικαλισμῶν· καὶ ἡ λέξις συνδικαλισμὸς μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες, ὄχι μόνον μὲ ἐκείνην τῆς πολιτικῆς, σημαίνει συνωστισμός, συνωθισμός, συμπαρασυρμὸς καὶ ἐξικνεῖται μέχρι τῆς νηπιακῆς ἡλικίας. Λείπει ἡ ἑνοῦσα μορφὴ καὶ κυριαρχεῖ ἡ συνένωσις, ὁ συμπαρασυρμός, ὁπότε οἱ ἄνθρωποι γίνονται κύματα ἀγόμενα καὶ φερόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν νὰ δράσουν, ἀλλὰ μποροῦν μόνον νὰ ἀναστατώνουν. Ὁ κόσμος ἀκόμη ὑφίσταται δεσποτείαν ρευμάτων καὶ συστημάτων οἰκονομικῶν, φιλοσοφικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτικῶν, βιοθεωρητικῶν, ἕνα σύνολον συστημάτων ἰδεολογικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἑνώνουν τὸν ἄνθρωπον μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ τὸν ἀπομονώνουν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, διότι τὸν κάνουν νὰ νοιώθη ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθής. Λείπει ἀπὸ μίαν τοιαύτην κατάστασιν ὁ Θεὸς καὶ ἡ θεολογία.
.                 Αὐτὰ τὰ δύο στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ὁ περισπασμὸς καὶ ἡ διαίρεσις, ἔχουν βαθείας συνεπείας εἰς τὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν ζωὴν τῶν προσώπων καὶ δι’ αὐτὸ ἡ λειτουργία εἶναι κάτι ἄλλο. Εἰσέρχεται εἰς τὴν διαλελυμένην κοινωνίαν, τὴν προσλαμβάνει, τὴν συνάπτει μὲ τὸν λειτουργικὸν χῶρον καὶ τὴν καθιστᾶ τόπον, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Πῶς ἀλλοιῶς νὰ φαντασθῆ ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεόν; Ποῦ νὰ τὸ θυμηθῆ; Πῶς νὰ τὸ καταλάβη; Ποιός νὰ τοῦ τὸ πῆ; Ὅλοι τρέχουν, ὠθοῦνται, βιάζονται. Ἡ προσωπικὴ κοινωνία, ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸν ποὺ χαρίζει τὴν εἰρήνην, τὴν χαράν, τὰ χαρακτηριστικὰ γενικῶς τῆς θεότητος, χωρὶς νὰ ἀπόλλυται ἡ προσωπικότης τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κάτι ποὺ διατηρεῖται καὶ παρέχεται μόνον εἰς τὴν λειτουργίαν.
.                 Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεόν. Ἀλλοιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα· δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῷ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρωπίνη προσωπικότης. Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕνα χριστιανισμὸν εἰς τὰ μέτρα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ζῆ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμον καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν· παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ζῆ τὸν κόσμον. Ἔχει κοινὴν ζωὴν καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωήν· ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴ καὶ ζῆ κοινὴν ζωήν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος!
.                 Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθησις τοῦ χρόνου καὶ αἱ μέριμναι ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸν τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας. Ποιός πηγαίνει στὸν ἑσπερινό, στὸν ὄρθρο; Πόσοι κάνουν ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τὰς ἀκολουθίας μας; Ποιοὶ ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παρα-χωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετὸν μόνον ἡ θεία λειτουργία –μάλιστα οὐχὶ καὶ ὁλοκλήρου τῆς λειτουργίας ἡ ἀκρόασις– ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖον ἱερὸν θέαμα καὶ ἀκρόαμα. Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσίαν των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν θείαν κοινωνίαν νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνον παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ λειτουργία, ὅπως εἴπαμε, δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει εἰς θεῖα βιώματα. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θείαν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπικήν μας μέθεξιν καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας», διὰ νὰ γίνωμεν ἡμεῖς ἅγιοι.
.                 Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἅγιον Μαρδάριον, ἕνα ἀπὸ τοὺς πέντε Μάρτυρας, […] Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ του εἶδε τὸν μάρτυρα Εὐστράτιον, ποὺ ἐπήγαινε νὰ μαρτυρήση. Ἐσκίρτησε ἡ καρδιά του καὶ σκέφθηκε ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ἁγιότης. Ἔτσι, δὲν ἠθέλησε νὰ στεφανωθῆ μόνον ὁ Εὐστράτιος. Ἀγκαλιάζει τὴν γυναῖκα του, τὴν ἀσπάζεται, παίρνει τὴν εὐχή της, τὴν ὁποίαν ἐκείνη τοῦ δίδει ἀμέσως, χαιρετᾶ καὶ εὐλογεῖ τὰ δύο παιδιά του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν μάρτυρα Εὐστράτιο νὰ πάρη στέφανον νίκης καὶ οὐρανίου ἐπιτυχίας. Δὲν τὸν νοιώθομε αὐτό, δὲν πηγαίνομε γιὰ νὰ διακονήσωμε, νὰ λειτουργήσωμε τὴν ἁγιότητά μας, ἀλλὰ πηγαίνομε νὰ παραστῶμεν, νὰ ἀκούσωμεν, νὰ κοινωνήσωμεν· αὐτὸ ὅμως εἶναι κάτι ἄλλο.
.                 Ἡ λειτουργία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία τέλεσις τῆς θείας εὐχαριστίας.
Εἶναι ἡ παρεδρία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἡμῶν, διότι ἕκαστος παρὼν μὲν συντρέχει, ἀπουσιάζων δὲ δημιουργεῖ ἔλλειψιν. Λειτουργία εἶναι ἡ ὅλη λατρεία καὶ ἀποκορύφωμα βεβαίως ἡ εὐχαριστία· εἶναι ἡ ζωὴ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν ἄνθρωπον. Λειτουργία εἶναι ἡ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν. Ἔτσι ἑρμηνεύομε τὴν λειτουργίαν εἰς τὰς διαφόρους διαστάσεις τὰς ὁποίας παίρνει καὶ εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεόν.
.                 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι λειτουργία καὶ ἡ λειτουργία εἶναι ἅπασα ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ζωὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι μιὰ πνευματικὴ λατρεία· ὄχι μόνον μία τύπωσις τῆς λατρείας τοῦ οὐρανοῦ ἢ τῆς μελλοντικῆς λατρείας, ἀλλὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή μας, αὐτὸς ὁ Χριστός μας. Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἐνεργῶ σημαίνει ὅτι ὁλόκληρος εἶναι ἐστραμμένος σὲ κάτι, ἀσχολοῦμαι μὲ αὐτό, τὸ φτιάχνω, τὸ ὁλοκληρώνω, βάζω σὲ αὐτὸ τὴν ὕπαρξί μου καὶ τὸ ἑνώνω ὀντολογικὰ μὲ ἐμένα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σκυμμένη καὶ ἐστραμμένη εἰς τὸν Χριστόν, δουλεύει ἐν αὐτῷ καὶ δουλεύεται ὑπ’ αὐτοῦ, τὸν παριστᾶ, τὸν δημιουργεῖ κατὰ κάποιον τρόπον μέσα της, τὸν ἐμποιεῖ ἐν αὐτῇ.
.                 Ἑπομένως, λειτουργῶ σημαίνει ὅτι ἐγὼ ζῶ τὸν Χριστόν. Τὸ Πνεῦμα ἐπιτελεῖ τὴν ἐν Χριστῷ μεταβολήν μου, διότι δὲν κατέρχεται διὰ τὰ δῶρα ἀλλὰ δι’ ἐμέ. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐγὼ ἐνεργῶ τὸν Χριστόν. Ὅπως μεταβάλλονται ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, ἔτσι μεταβάλλομαι καὶ ἐγώ. Ὁ ἱερεὺς εἰς πᾶν μυστήριον μεταβάλλει. Ἐδῶ ὅμως ἱερεὺς εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατὴρ καὶ πᾶς τις ὅστις παρευρίσκεται εἰς τὴν λειτουργίαν· εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

, , ,

Σχολιάστε

Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ «ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ» ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

κφραση εγνωμοσύνης καταπολεμ τν κατάθλιψη

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἄλλη μιὰ ἐπιστημονικὴ «ἐπιβεβαίωση» τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Ἡ Θ. Λειτουργία (Θ. Εὐχαριστία) –ποὺ πολλοὶ τὴν θεωροῦν “θρησκευτικὸ καθῆκον” ἢ τὴν καταφρονοῦν ὡς “τυπικὴ θρησκευτικότητα”– εἶναι ἡ λειτουργικὴ ἔκφραση τῆς εὐχαριστίας, τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του. Καὶ ἐκτὸς τῶν πνευματικῶν καὶ αἰωνίων εὐεργετημάτων, νά ποὺ ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα δείχνει πὼς αὐτὴ ἡ εὐγνωμοσύνη καὶ μιὰ ἄλλη πλευρά: ἔχει ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, εὐεργετήματα στὴν ὑγεία τῶν ἀνθρώπων (Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν).
.          «Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ αἰνεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, σὲ προσκυνεῖν ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας σου. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὤν, ὡσαύτως ὤν, σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον. Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες, καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν, καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν. Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων».  (Εὐχὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου)

.               Νέα ἔρευνα ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἄλλους μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ κλειδὶ ποὺ θὰ νικήσει τὴν κατάθλιψη.
.               Αὐτὴ ἡ βασικὴ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης – τὸ «σ’ εὐχαριστῶ» – μπορεῖ νὰ κρατήσει μακριὰ μας τὴ θλίψη καθὼς μᾶς κάνει νὰ ἐκτιμήσουμε τὰ μικρὰ καθημερινὰ πράγματα τῆς ζωῆς.
.               Ἀμερικανοὶ ἐρευνητὲς ἀπὸ τὰ πανεπιστήμια τοῦ Χιοῦστον, τοῦ Τέξας καὶ τῆς Πενσιλβάνια διεξήγαγαν ἔρευνα μὲ ἐρωτηματολόγια σὲ 352 ἄνδρες καὶ γυναῖκες 18-58 ἐτῶν γιὰ τὸν τύπο τῆς προσωπικότητάς τους. Διαπίστωσαν ὅτι ἡ κατάθλιψη ἦταν περισσότερο κυρίαρχη μεταξὺ ἐκείνων ποὺ φοβοῦνταν νὰ ἐκφράσουν στοὺς ἄλλους τὰ πραγματικά τους συναισθήματα. Οἱ ἐρευνητὲς παρατήρησαν ὅτι τὸ νὰ εἶναι κάποιος εὐγνώμων συνδέεται μὲ τὴν ἱκανότητά του νὰ ἐπανεκτιμήσει μία δύσκολη κατάσταση καὶ νὰ δεῖ τὶς θετικές της πλευρές. Αὐτὴ ἡ ἐπαναπλαισίωση τῆς κατάστασης μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ πολύτιμο τονωτικὸ τῆς διάθεσης.
.               Στὴν ἔρευνα ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν ἐπιθεώρηση Personality and Individual Differences ἐκφράζεται ἡ διαπίστωση τῶν εἰδικῶν ὅτι ἡ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης γιὰ μικρὲς πράξεις εὐγένειας τῶν ἄλλων θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει εὐεργετικὸ ἀντίκτυπο στὴν σωματικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχικὴ ὑγεία.

ΠΗΓΗ: medicalnews.gr

 

,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ “ΚΟΙΝΩΝΑΜΕ”;

Ἀπόσπασμα μελετήματος 
τοῦ Γεωργίου Γ. Γαλίτη
Ἡ Ἐκκλησία ὡς χορηγός τῆς σωτηρίας

στὸν τόμο «Ἀποκάλυψη καὶ Ἐκκλησία»
ἔκδ. Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας,
Πύργος 2006, σελ. 56 ἑπ.

.           Ἡ Θεία Εὐχαριστία δὲν εἶναι μία πράξη ἀτομικῆς εὐσέβειας. Δὲν κοινωνοῦμε ἁπλῶς γιὰ νὰ γίνουμε καλύτεροι, γιὰ νὰ πάρω ἐγὼ τὸν Χριστὸ μέσα μου, ὁ καθένας ξεχωριστά· ὁ σκοπὸς τῆς κοινωνίας, ὁ σκοπὸς ποὺ ὅρισε ὁ Χριστὸς νὰ κοινωνοῦμε, δὲν εἶναι μόνον αὐτός: ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ πραγματώσουμε τὴν Ἐκκλησία, νὰ κτίσουμε τὴν Ἐκκλησία, στὶς φλέβες τοῦ καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ρέει τὸ ἴδιο αἷμα, τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ αἷμα τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, κάνοντάς μας ἔτσι ἕνα σῶμα, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἡ Θεία Εὐχαριστία λοιπόν, ἡ Λειτουργία μὲ τὴν ὁποία τελεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ καὶ ἐν χρόνῳ ἔκφραση καὶ πραγμάτωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία καὶ σώζεται ὁ ἄνθρωπος· καὶ ἐφ᾽ ὅσον ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομεῖται ἀπὸ τοὺς μετέχοντες στὴ Θεία Εὐχαριστία, αὐτοὶ γίνονται «λίθοι ζῶντες» (Α´ Πέτρ. β´ 5), μὲ τοὺς ὁποίους οἰκοδομεῖται αὐτὸ τὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα, ἡ θεία οἰκοδομὴ («Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε», Α´ Κορ. γ´ 9). Μία οἰκοδομή, τῆς ὁποίας θεμέλιο εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ τοὺς ἔθεσε ὁ Χριστὸς ὡς θεμέλιο, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὀνομάζουμε ἀποστολικὴ τὴν Ἐκκλησία.
[…]
.           Τὸ κυριότερο συμπέρασμα ἐκ τῶν λεχθέντων μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν προαναφερθεῖσα φράση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις». Καὶ τὸ βασικότερο μυστήριο, τὸ ἕνα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία. Ἡ Ἐκκλησία δομεῖται μὲ τὴν Θεία Εὐχαριστία καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία «σημαίνει» τὴν Ἐκκλησία. Πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία ὄχι γιὰ νὰ «παρακολουθήσουμε ἐν κατανύξει», ἀλλὰ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα ὅλης τῆς Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ἑβδομάδας ποὺ πέρασε καὶ ὅλης τῆς ζωῆς μας ποὺ πέρασε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή. Ὅλα αὐτὰ κορυφώνονται στὴ στιγμὴ ποὺ κοινωνεῖ ὁ λαὸς καὶ γίνεται λαὸς τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερέας ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία λέει: «Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα, τὸ τέλος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, καὶ συγχρόνως ἡ δομικὴ πράξη, μὲ τὴν ὁποία κτίζεται ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ἀρκεῖ νὰ παρακολουθοῦμε, ἔστω ἐν κατανύξει, ἂν δὲν μετέχουμε ἐν κατανύξει στὴν Θεία Εὐχαριστία.
.           Τέλος, διὰ τῆς βρώσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας αἴρονται οἱ συνέπειες τῆς βρώσεως ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πρωτοπλάστους ἀπὸ τὸν παράδεισο. Διὰ τῆς μετοχῆς στὸ Δεῖπνο τῆς Θείας Εὐχαριστίας γινόμαστε μέτοχοι κάποιου ἄλλου δείπνου, τοῦ ἐσχατολογικοῦ δείπνου, στὸ ὁποῖο μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεὸς (πρβλ. παραβολὴ Μεγάλου Δείπνου). Μᾶς καλεῖ νὰ μετάσχουμε στὸ δεῖπνο ἐκεῖνο: «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον. Σὺ γὰρ εἶ τὸ ὄντως ἐφετόν, καὶ ἡ ἀνέκφραστος εὐφροσύνη τῶν ἀγαπώντων σε, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν… ». Αὐτὸ τὸ κάλλος τὸ ἄρρητο τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ θὰ δοῦν ὅσοι θὰ βρίσκονται στὰ δεξιά Του, κατὰ τὴν παραβολὴ τῆς μελλούσης κρίσεως, αὐτὴ τὴν θέα τοῦ ἀρρήτου κάλλους τοῦ Θεοῦ θὰ ἀξιωθοῦν οἱ φίλοι του νὰ ἀπολαύσουν.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Δ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4, Ἰούλ.- Αὔγ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

.               Νομίζω ὅτι ἔχει γίνει κατανoητό, ἀπὸ ὅσα εἴπαµε μέχρι τώρα, ὅτι τὸ «σωµα Χριστοῦ» εἶναι τὸ σῶµα ἑνὸς λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ σχέση τῶν µελῶν του µεταξύ τους καὶ ὅλων μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό. Ὅταν λοιπὸν µιλᾶµε γιὰ Ἐκκλησία, ἐννοοῦµε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θεο-ίδρυτο σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε µὲν τὴν ἡµέρα τὴ µεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, λαµβάνει ὅμως ὑπόσταση ἀπὸ τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται παροῦσα ἐδῶ καὶ τώρα μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία.
.               Ἐὰν δεχθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἁγίου Μαξίµου ὅτι «εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία … (Μυσταγωγία, Α´, 77), µἐ ἐξειδικευµένη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία προσεγγίζει ὡς οὐσιώδη µετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, τότε δικαιούµαστε νὰ παρακολουθήσουµε τὰ τελούµενα -καλύτερα, τὰ συµβαίνοντα- στὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξη, καὶ νὰ ποῦµε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ὁρατὸς τόπος, στὸν ὁποῖο πραγµατοποιεῖται ἡ συναγωγὴ τῶν διεσκορπισµένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἓν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ σύναξη αὐτὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς τῆς Ἱστορίας, ὡς πράξη ὅμως συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, ξανακάνει τὴν Ἱστορία Ἱερή, συνδέοντας κατὰ συνέπεια ἕκαστο μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἄλλα μέλη του, καὶ συγχρόνως μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὰ συµβαίνοντα (τὸ γεγονὸς) ποὺ ἀναδεικνύει αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸ βιώνουµε στὴ θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁποία, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Χριστό, ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀποδέχεται τὴν προσφορὰ τῆς Δηµιουργίας ἐκ μέρους μας ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τροφῆς μας (ψωµὶ καὶ κρασί, τὴν µεταβάλλει σὲ σῶµα καὶ αἷµα τοῦ Υἱοῦ Του καὶ µᾶς «ἀντικαταπέµπει» τὴν ἴδια τὴν Δηµιουργία του ἐγχριστωµένη, δηλαδὴ ὡς θεία Βασιλεία, καθιστώντας μας μέλη της.
.               Μιὰ τέτοια ἐπισήµανση, ποὺ ἀντιλαµβάνεται τὴ θεία Εὐχαριστία ὡς τὴν κύρια ἔκφραση τοῦ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζεται κατὰ τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, σήµερα ἅγιο της Ἐκκλησίας. Ὁ Καβάσιλας δείχνει νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν σταδιακὴ εἴσοδο τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ στὴ θεολογία, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατυπώσει ὁρισµοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ, ὅπως ἔχουµε πεῖ, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων ὁρισµὸς τῆς Ἐκκλησίας ὣς τὸν 13ο αἰώνα, ἀφοῦ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλαµβάνονταν ὡς βιούµενη πραγµατικότητα. Πράγµατι, µετὰ τὸν 13ο αἰ. ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας ἕνα ρεῦµα σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ δυτικὴ θεολογία, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς σποραδικὲς ἀντιδράσεις καὶ ἀντιστάσεις, κατέκλυσε τελικὰ τὴ θεολογία μας, ὅπως τουλάχιστον ἐµφαίνεται στὰ ἐγχειρίδια τῶν τελευταίων αἰώνων. Γιὰ παράδειγµα, καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ θέµα μας, ἀναφέρω ὅτι στὰ δογµατικὰ ἐγχειρίδια (περιλαµβανοµένων τῶν γνωστῶν Ὁµολογιῶν τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰ.), ἡ θ. Εὐχαριστία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ µυστήρια ποὺ διαµορφώνουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ ἐξετάζεται σχεδὸν αὐτόνοµα (ὅπως καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα «µυστήρια»), μὲ ἔµφαση σὲ ἕναν ἀναγκαστικὸ αὐτοµατισµὸ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσµατα.
.               Ἀντιδρώντας στὸ ρεῦµα τοῦ σχολαστικισµοῦ, ὁ Καβάσιλας ἐπεχείρησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γεγονότος ποὺ συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔργο του Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν συνοψίζει τὴ θεολογία τῶν Πατέρων (ὅπως ἀνάλογα ἔκανε τὸν 8ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Δαµασκηνὸς στὸ ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ ἰδιάζουσα συµβολὴ τοῦ Καβάσιλα συνδέεται μὲ διατυπώσεις ποὺ ὑποκρύπτουν λανθάνουσα ἀντίδραση στὰ ρεύµατα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Οἱ διατυπώσεις του, ὄχι µόνον στὸ ἔργο ποὺ ἀναφέραµε ἀλλὰ καὶ στὸ ἄλλο ἔργο του, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀναδεικνύει τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας μέσῳ τῶν ἑξῆς ἀναφορῶν:

α) Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὰ «µυστήρια»: «ἡ Ἐκκλησία σηµαίνεται ἐν τοῖς µυστηρίοις» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´, 6). Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ µιὰ οὐσιώδη ἐπισήµανση: ἡ λέξη «µυστήρια» (στὸν πληθυντικὸ) στὴ λειτουργική μας παράδοση σηµαίνει τὸ ἕνα µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (βλ. τὴ διατύπωση στὸ κείµενο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόµου, στὴν εὐχὴ πρὸ τοῦ χερουβικοῦ ὕµνου: « … δὸς αὐτοῖς πάντοτε µετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοί, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως µετέχειν τῶν ἁγίων σου µυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς µεγάλης Εἰσόδου: «τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾽ οὓς προσήγαγον καὶ ἡµᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ Ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου µυστηρίων», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον ἡµᾶς µεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν µυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευµατικῆς τραπέζης», στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ µυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωµεν τῷ Κυρίῳ», στὴν εὐχαριστήρια εὐχὴ µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Εὐχαριστουµεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡµῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡµέρᾳ κατηξίωσας ἡµᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων µυστηρίων». Μποροῦµε λοιπὸν νὰ ἐπαναδιατυπώσουµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Καβάσιλα: ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ «µυστήριο» τῆς θείας Εὐχαριστίας.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα ὡς σῶµα Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ ἱερουργεῖται στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ σηµαίνεται ὡς Κυριακὸ σωµα, σῶµα τοῦ Κυρίου, ὑπὸ διττὴ ἔννοια, ἀφ᾽ἑνὸς τὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἁγιασµένο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης σῶµα Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο καλούµαστε νὰ «φᾶµε» («σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε … »): «Τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη [ … ] οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα [ … ] Διὰ ταῦτα οὐδὲν ἀπεικὸς [= τίποτε τὸ παράλογο ἢ ἀταίριαστο] ἐνταῦθα διὰ τῶν µυστηρίων τὴν ἐκκλησίαν σηµαίνεσθαι» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´ 2-3). Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὸν Καβάσιλα Ἐκκλησία καὶ θεία Λειτουργία ταυτίζονται.

γ) Ὅλα τὰ ἄλλα λεγόµενα «µυστήρια» (Βάπτισµα, Χρίσµα, Ἱερωσύνη κλπ.) συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σ᾽ αὐτὴν ἀναφέρονται καὶ ἐξ αὐτῆς λαµβάνουν τὸ περιεχόµενό τους: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις µυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται µόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4). Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἑξῆς ἕνα: ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἄλλες ἁγιαστικὲς ἢ θεραπευτικὲς πράξεις µποροῦν ἐπίσης νὰ ὀνοµάζονται «µυστήρια», µόνο καὶ µόνο γιατί συνδέονται μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.

.             Ἂν θελήσουµε, λοιπόν, νὰ γνωρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ, ὁ ἀσφαλέστερος δρόµος εἶναι νὰ γίνουµε μέτοχοι τῆς θείας Λειτουργίας. Νὰ γνωρίσουµε σηµαίνει νὰ σχετισθοῦµε. Ἔτσι ἀντιλαµβάνεται ἄλλωστε τὴν «γνώση» ἡ Ἁγία Γραφή, ἔτσι ἐπίσης τὴν ἀντιλαµβάνεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάν. η´ 32), ποὺ σηµαίνει, συνδεθεῖτε μὲ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστὸ (βλ. «ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια … »), καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀµαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει συνδέοµαι κατὰ ὑπαρξιακὸ τρόπο μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνδέοµαι σηµαίνει ἐλευθερώνοµαι ἀπὸ τὰ δεσµὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
.           Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦµε ὅτι ὑπάρχει ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας, κάτι ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαµβάνεται, ὅταν λέει «πάω στὴν Ἐκκλησία», ἐννοώντας πάω στὸν ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει παραδίδοµαι στὸ εἶναι της. Καὶ παραδίδοµαι στὸ εἶναι της σηµαίνει σχετίζοµαι μὲ τὰ μέλη της, ὅλα τὰ μέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα βῆµα ἀκόµη ἂν προχωρήσουµε, µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ γινόµαστε Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθὴς ὕπαρξή μας ἀναδύεται καὶ ἀναπαύεται στὸν τρόπο τῆς σχέσης, µίας σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ καὶ µίας σχέσης ἐπίσης μὲ τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιλαµβανόµαστε ὡς Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχουµε ἀνάγκη ἑνὸς ἐξειδικευµένου ὁρισµοῦ. Εἴπαµε, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς βιούµενη πραγµατικότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ

Tοῦ προσφέρουμε τὰ δικά Του

.                Στὸ βιβλίο «Α´ ­Παραλειπομένων» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ­ὑπάρχει μιὰ θαυμάσια προσευχὴ τοῦ προφήτου καὶ βασιλιᾶ Δαβίδ. Τὴν ἀπη­ύθυνε στὸν ἅγιο Θεὸ γιὰ νὰ Τὸν εὐ­χαριστήσει καὶ δοξάσει, ὅταν συγκεν­τρώθηκαν τεράστιες προσφορὲς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες καὶ τὸν λαό του γιὰ τὸν περίφημο ναὸ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ κτισθεῖ ἀπὸ τὸν υἱό του Σολομώντα.
.                Σὲ κάποιο σημεῖο τῆς προσευχῆς ὁ Δαβὶδ μιλάει πολὺ ταπεινὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τὸν λαὸ καὶ τὶς ­προσφορές του. Θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν λαό του ἀνάξιους τῆς τιμῆς ποὺ τοὺς ἔκαμε ὁ Θεός, νὰ προσφέρουν σ’ Ἐκεῖνον τὰ δῶρα τους: «καὶ τίς εἰμι ἐγὼ καὶ τίς ὁ λαός μου, ὅτι ἰσχύσαμεν ­προθυμηθῆναί σοι κατὰ ταῦτα; ὅτι σὰ τὰ πάντα, καὶ ἐκ τῶν σῶν δεδώκαμέν σοι» (κθ΄ [29] 14). Δηλαδή: Ποιὸς εἶμαι ἐγὼ καὶ ποιὸς εἶναι ὁ λαός μου, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε μὲ προθυμία καὶ νὰ προσφέρουμε σὲ σένα τὰ δῶρα αὐτά; Διότι δικά σου εἶναι ὅλα, ἀπὸ σένα ὅλα προέρχονται, καὶ ἐμεῖς σοῦ προσφέρουμε ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ σὺ μᾶς χάρισες πλούσια.
.                 Ὁ Δαβὶδ δὲν θεωρεῖ ὅτι στερεῖται ὅσα προσφέρει γιὰ τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Οὔτε βλέπει ἁπλὰ ὅτι εἶναι δίκαιη αὐτὴ ἡ προσφορά, ἀφοῦ ὅσα ἔχουμε τοῦ Θεοῦ εἶναι. Αἰσθάνεται βαθύτατη εὐγνωμοσύνη, διότι ὁ Θεὸς δέχεται τὶς προσφορές του. Φαίνεται νὰ τὸν συγκλονίζει ἡ σκέψη ὅτι αὐτὸς μπορεῖ κάτι νὰ δώσει στὸ Θεὸ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ δεχθεῖ τὴν προσφορά του.
.                Ὁ μικρὸς ἄνθρωπος δίνει στὸ Θεό! Τί δίνει; Δίνει μήπως πλούτη ποὺ ἀπέκτησε μὲ μόνες τὶς δικές του δυνάμεις; Δίνει κάτι ποὺ δὲν τὸ ἔχει ὁ Θεὸς καὶ τὸ χρειάζεται; Δίνει πράγματα ποὺ ἀνήκουν δικαιωματικὰ στὸν ἴδιο; Ὄχι βέβαια. Ὅ,τι δίνει στὸ Θεό, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἴδιο: «σὰ τὰ πάντα, καὶ ἐκ τῶν σῶν δεδώκαμέν σοι»! Τὰ δικά Σου δῶρα Σοῦ δωρίζουμε, Κύριε! Αὐτὰ ποὺ ἁπλόχερα μᾶς χαρίζεις, αὐτὰ Σοῦ χαρίζουμε. Σοῦ ἐπιστρέφουμε τὰ δῶρα Σου, Σοῦ χαρίζουμε τὰ δικά Σου!
.                Εἶναι θαυμαστό. Ὁ παντέλειος Θεὸς δέχεται τὶς προσφορὲς τοῦ ἀνθρώπου! Γιατί; Μήπως ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο; Μήπως δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτελεῖ τὰ ἔργα Του χωρὶς τὴ συμμετοχὴ καὶ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου;
.                Ὁπωσδήποτε ὄχι. Ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος, πλήρης καὶ τέλειος. Εἶναι ἀνενδεής, δηλαδὴ δὲν ἔχει καμιὰ ἔλλειψη, καμιὰ ἀνάγκη, δὲν χρειάζεται τὴ βοήθεια κανενός, εἶναι αὐτάρκης. Γιατί τότε δέχεται τὰ δῶρα μας;
.                Τὰ δέχεται ὄχι ἀπὸ ἀνάγκη, ἀλλὰ ἀ­­­-πὸ ἀγάπη. Τὰ δέχεται γιὰ νὰ τὰ αὐξάνει. Τὰ δέχεται ὄχι γιὰ νὰ τὰ κρατήσει γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ ἐπιστρέψει σ’ ἐμᾶς, ἀνώτερα καὶ περισσό-
τερα.
.                Τὸ νὰ μὴν τὰ κρατεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ νὰ μᾶς τὰ δίνει ὅλα, καὶ ἐμεῖς νὰ τὰ ἐπιστρέφουμε πάλι σ’ Ἐκεῖνον, εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ ζήτηση καὶ προσφορά, μὲ ἀπόκτηση ἢ μὲ στέρηση, ἀλλὰ μὲ τὴ σχέση τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρὸς πρὸς τὰ τέκνα καὶ τὴ στάση ἐμπιστοσύνης τῶν τέκνων πρὸς τὸν Πατέρα.
.                Προσφέρουμε ὑλικὰ ἀγαθά, καὶ Ἐκεῖ­νος τότε μᾶς πλουτίζει μὲ περισσότερα καὶ συγχρόνως μᾶς δίνει καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Μᾶς δίνει τὴν εὐλογία Του, τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρά Του, τὴν αἴσθηση τῆς ἀγάπης Του. Τοῦ δίνουμε τὸ νοῦ μας, καὶ Ἐκεῖνος φωτίζει τὶς σκέψεις μας. Τοῦ δίνουμε τὴν καρδιά μας, καὶ τὴν ἀναδεικνύει δικό Του κατοικητήριο, ἅγιο ναό Του. Τοῦ δίνουμε τὸν χρόνο μας, καὶ μᾶς χαρίζει τὴν αἰωνιότητα. Προσφέρουμε κόπους γιὰ τὴ δόξα Του, καὶ μᾶς χαρίζει τὴν ἐσωτερικὴ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς. Τοῦ δίνουμε τὴν πρόσκαιρη ζωή μας, καὶ μᾶς χαρίζει τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή. Τοῦ προσφέρουμε τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο στὴ θεία Λειτουργία, καὶ Ἐκεῖνος μᾶς δω­ρίζει τὸ Ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ Τίμιο Αἷμα Του, ὅ,τι ἀκριβότερο καὶ πολυτιμότερο ὑπάρχει πάνω στὴ γῆ. «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν», λέγει ὁ λειτουργὸς ἱερέας στὴν πιὸ ἱερὴ στιγμὴ τῆς θείας Λειτουργίας. Παίρνουμε ἀπὸ τὰ δικά Σου δῶρα καὶ Σοῦ προσφέρουμε τὰ δικά Σου. Ἐσὺ μᾶς χαρίζεις τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, δικό Σου εἶναι τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί μας. Καὶ ὅταν Σοῦ τὰ προσφέρουμε, Ἐσὺ τὰ εὐλογεῖς, τὰ ἁγιάζεις καὶ τὰ μεταβάλλεις σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Σου, ὥστε νὰ τὰ μεταλαμβάνουμε ὄχι γιὰ τὸν στηριγμὸ τῆς πρόσ­καιρης ζωῆς μας, ἀλλὰ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
.                «Δὸς ὀλίγον, παρ’ οὗ τὸ πλεῖον ἔ­­­χεις», διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θε­­ο­λόγος· «δὸς καὶ τὸ πᾶν, τῷ τὰ ­πάν­τα χαρισαμένῳ. Οὐδέποτε ­νικήσεις μεγαλοδωρεὰν Θεοῦ, κἂν πάντα πρόῃ τὰ ὄντα, κἂν τοῖς οὖσι σεαυτὸν προσθῇς. Καὶ τοῦτο γὰρ ἐστι λαβεῖν, τὸ τῷ Θεῷ δοθῆναι» (PG 35, 885). Δῶσε λίγα σ’ Αὐτὸν ἀπὸ τὸν Ὁποῖον ἔχεις τὸ περισσότερο. Δῶσε καὶ τὸ πᾶν σ’ Αὐτὸν ποὺ σοῦ χάρισε τὰ πάντα. Ποτὲ δὲν θὰ νικήσεις τὴ μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καὶ ἂν δώσεις ὅλα ὅσα ἔχεις, καὶ ἂν μαζὶ μ’ αὐτὰ δώσεις καὶ τὸν ἑαυτό σου. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ νὰ ­λάβεις, τὸ νὰ δοθεῖς στὸ Θεό.
.                Νὰ τολμοῦμε νὰ δίνουμε στὸ Θεό. Αὐ­τὸ ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον μας. Νὰ προσ­φέρουμε, ὅλο καὶ περισσότερα νὰ προσφέρουμε. Καὶ ἐπιπλέον νὰ προσ­φε­ρόμαστε, νὰ δίνουμε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, μὲ τὴν ­πεποίθηση ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀπολαβή. «Τοῦτο γὰρ ἐστι λαβεῖν, τὸ τῷ Θεῷ δοθῆναι». Ὅποιος προσφέρει τὰ πάντα στὸ Θεό, αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ ­κερδισμένος.

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

, ,

Σχολιάστε