Ἄρθρα σημειωμένα ὡς θλίψη

ΑΡΑΓΕ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ;

Καταδικασμένοι;

.                 Μερικὲς φορὲς ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος μᾶς «ταρακουνάει», ὅπως λέμε, συθέμελα!
.                 Ἂν ξεφεύγαμε λίγο ἀπὸ τὰ τρέχον­τα γεγονότα τοῦ πολιτικοῦ ἢ καὶ τοῦ Ἐκ­κλησιαστικοῦ χώρου, καὶ μελετούσαμε μὲ προσοχὴ τὰ λόγια τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου, θὰ μέναμε ἄφωνοι. Ἡ ψυχή μας θὰ ἀνακάλυπτε θησαυροὺς ἀτίμητους ἀπὸ τὴν εἰς βάθος μελέτη τῶν κειμένων του.
.                 Νά, παραδείγματος χάριν, τρεῖς φοβερὲς λεξοῦλες ἀπὸ μία ἐπιστολή του: «Εἰς τοῦτο κείμεθα», ἔγραψε στοὺς Θεσσαλονικεῖς (Α΄ Θεσ. γ΄ 3).
.                 «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Ὁ Παῦλος φτάνει στὴν Ἀθήνα, καὶ ἀνησυχώντας γιὰ τὴ στάση τῶν Θεσσαλονικέων στοὺς διωγμοὺς ποὺ εἶχαν ξεσπάσει, ἔστειλε τὸν Τιμόθεο στὴ Θεσσαλονίκη, προκειμένου νὰ τοὺς στηρίξει. Καὶ τώρα, ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὶς εὐχάριστες εἰδήσεις ποὺ τοῦ μετέφερε ἐπιστρέφοντας ὁ Τιμόθεος, τοὺς γράφει, καὶ τί τοὺς λέει;
.                 «Εἰς τοῦτο κείμεθα»!
.                 Ἔχετε θλίψεις; Ἀντιμετωπίζετε διω­γμούς; Σᾶς κατατρέχουν; Σᾶς ἀδικοῦν; Σᾶς φυλακίζουν; Σᾶς δέρνουν; Ἁρπάζουν τὴν περιουσία σας; Ποῦ εἶναι τὸ παράξενο; Οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ σ᾿ αὐτὸ ἔχουμε ταχθεῖ: «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Ἀ­πὸ τὴν ὥρα ποὺ πιστέψαμε, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ βαπτισθήκαμε καὶ ἐνταχθήκαμε στὴν Ἐκκλησία, εἴμαστε «καταδικασμένοι» νὰ ὑποφέρουμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέση μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μας. Σ᾿ αὐτὸ ἔχουμε ταχθεῖ!
.                 Μᾶς συνταράζει ἴσως ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Ἀποστόλου. Διότι κάποιοι ἀπὸ μᾶς, ἐπειδὴ ἔχουμε τὴν ὅποια λίγη πίστη ἔχουμε, καὶ ἐπειδὴ μετέχουμε, ὅπως μετέχουμε, κάπως συνειδητότερα, στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, νομίζουμε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἔρχονται ὅλα βολικὰ καὶ εὔκολα στὴ ζωή. Γι᾿ αὐτὸ καί, ὅταν κάτι ἔρχεται, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἀνάποδα, ἀγανακτοῦμε καὶ δυσφοροῦμε.
.                 Σκεφτόμαστε: Εἶμαι ἄνθρωπος πιστός… ἐκκλησιάζομαι… προσεύχομαι… ἀγωνίζομαι νὰ βαδίζω σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ…
.                 Λοιπόν… Θὰ ἔχω τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μου… θὰ περπατάω σὲ ἀνθισμένους δρόμους. Χωρὶς δυσκολίες, χωρὶς προβλήματα, χωρὶς θλίψεις, χωρὶς ἀποτυχίες, χωρὶς συμφορές.
.                 Ἀλλὰ ὄχι! Ἄλλο γράφει ὁ Ἀπόστολος: «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Οἱ θλίψεις, οἱ συμφορές, οἱ ὁποιεσδήποτε δοκιμασίες, ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀταίριαστες μὲ τὴ ζωὴ τῆς πίστεως, ἀλλὰ εἶναι ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς εὐσεβοῦς ζωῆς.
.                 Τότε ὅμως, τί σημαίνει τὸ ὅτι ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του;
.                 Μὰ ἀκριβῶς αὐτό! Σημαίνει ὅτι τοῦ δίνει ὁ Θεὸς τὴ δύναμη νὰ ἀντιμετωπίζει τὶς θλίψεις μὲ χαρά! Εἶναι κάτι μεγαλειῶδες! Οἱ ἄλλοι μπορεῖ νὰ τὸν θεωροῦν ἀδικημένο, δυστυχισμένο, κακότυχο… κι αὐτὸς μέσα στὶς ὅποιες δυσκολίες καὶ θλίψεις του νὰ πλέει σὲ πελάγη εὐτυχίας.
.                 Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Βελιμίροβιτς, Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος, ποὺ ἔζησε δύο σχεδὸν χρόνια στὴ φρίκη τοῦ στρατοπέδου συγκεντρώσεως τοῦ Νταχάου, ἔλεγε ἀργότερα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του: «Θὰ ἔδινα ὅλη τὴ ζωὴ ποὺ μοῦ ἀπομένει γιὰ μία ὥρα στὸ Νταχάου, γιατὶ ἐκεῖ εἶδα πρόσωπο μὲ πρόσωπο τὸν Θεό»!
.                 Διότι ἤξερε, εἶχε μάθει ὅτι… «εἰς τοῦτο κείμεθα»…
.                 Ἤξερε, ἔμαθε! Εἶναι «καταδικασμένος» νὰ ὑποφέρει…
.                 Δηλαδὴ νὰ ζεῖ ἀπὸ τώρα στὸν Παράδεισο! Διότι μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες εἶχε βρεῖ τὸν Παράδεισο.
.                 Εἶχε βρεῖ τὸν Χριστό.
.                 Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Παράδεισος!

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ τῶν ΑΓΙΩΝ

.                   Ἐκεῖνος λοιπόν πού θέλει νά γίνει μιμητής τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ὀνομαστεῖ καί αὐτός υἱός Θεοῦ, γεννημένος ἀπό τό πνεῦμα, ὀφείλει πρίν ἀπ’ ὅλα νά ὑπομένει τίς θλίψεις πού ἔρχονται, δηλαδή τίς σωματικές ἀσθένειες ἤ τίς ὕβρεις καί τούς ὀνειδισμούς ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί τίς ἐπιθέσεις τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν, μέ γενναιοψυχία καί καρτερία. Γιατί κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ παραχωρεῖται στίς ψυχές ἡ δοκιμασία τῶν διαφόρων θλίψεων, γιά νά φανερωθοῦν οἱ ψυχές πού τόν ἀγαποῦν εἰλικρινά. Αὐτό εἶναι τό σημάδι τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Μαρτύρων, ὅτι πέρασαν ὄχι ἀπό ἀλλοῦ, ἀλλά ἀπό τό στενό δρόμο τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων καί ἔτσι εὐαρέστησαν τό Θεό. «Παιδί μου, λέει ἡ Γραφή, ἄν ἔρχεσαι γιά νά ὑπηρετήσεις τόν Κύριο, ἑτοίμασε τήν ψυχή σου γιά πειρασμούς. Ἔχε εὐθύτητα στήν καρδιά καί καρτερία» (Σ. Σειράχ Β´ 1-2). Καί ἀλλοῦ λέει: «Ὅλα ὅσα σοῦ ἔρχονται, δέξου τα σάν καλά, γνωρίζοντας ὅτι χωρίς νά θέλει ὁ Θεός τίποτε δέν γίνεται».
.                   Λοιπόν ἡ ψυχή πού θέλει νά εὐαρεστήσει τό Θεό, πρέπει πρίν ἀπ’ ὅλα νά ἀναλάβει τήν ὑπομονή καί τήν ἐλπίδα. Μία τέχνη τῆς κακίας εἶναι καί αὐτό, στόν καιρό τῆς θλίψεως νά βάζει μέσα μας τήν ἀκηδία, γιά νά μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἐλπίδα στόν Θεό. Οὐδέποτε ὅμως ὁ Θεός ἄφησε τήν ψυχή πού ἐλπίζει σ’ Αὐτόν νά καταβληθεῖ ἀπό τούς πειρασμούς, ὥστε νά φτάσει σέ ἀδιέξοδο. Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ὁ Θεός κρατᾶ τίς ὑποσχέσεις Του καί δέν θά ἀφήσει νά δοκιμάσετε πειρασμό πάνω ἀπό τή δύναμή σας, ἀλλά ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θά δώσει μαζί καί τόν τρόπο ἐξόδου ἀπό αὐτόν, ὥστε νά μπορέσετε νά τόν ἀντέξετε» (Α΄ Κορ. ι´ 13).
Ἀλλά καί ὁ πονηρός, δέν στενοχωρεῖ τήν ψυχή ὅσο θέλει αὐτός, ἀλλά ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νά σηκώσει ὁ ἡμίονος, πόσο ὁ ὄνος, πόσο ἡ καμήλα, καί τόσο τά φορτώνουν· καί ὁ κεραμοποιός γνωρίζει
πόση ὥρα νά βάλει τά κεραμικά σκεύη στή φωτιά, γιά νά μή σπάσουν ἄν μείνουν περισσότερο, μήτε πάλι νά γίνουν ἄχρηστα βγαίνοντας πρίν ἀπό τό κανονικό ψήσιμο.
.                   Ἄν λοιπόν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόση σύνεση, πολύ περισσότερο, ἀπείρως περισσότερο ἡ σύνεση τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσον πειρασμό πρέπει νά ἐπιτρέψει νά ἔρθει σέ κάθε ψυχή, γιά νά γίνει δόκιμη καί κατάλληλη γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Σχολιάστε

«ΜΗ ΣΕ ΑΝΑΣΤΑΤΩΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠ᾽ΟΣΑ ΣΕ ΒΡΙΣΚΟΥΝ»

Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Ἐπιστολὴ ρβ´ Θεοδότῳ ἀναγνώστῃ.

.             Τί φής; Πλείονά σοι τῶν προσδοκηθέντων τὰ κύματα ἐναπέστη νῦν, καὶ διὰ τοῦτο ἀλγεῖς; Διὰ τοῦτο μὲν οὖν αὐτὸ χαίρειν χρὴ καὶ σκιρτᾷν. Ἐπεὶ καί ὁ μακάριος Παῦλος οὕτως ἐποίει, νῦν μὲν λέγων· «Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν»· νῦν δέ, ὅτι «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου». Ὅσῳ γὰρ ἂν μείζων καὶ τραχύτερος ὁ χειμὼν γένηται, τοσούτῳ πλείων ἡ ἐμπορία, λαμπρότεροι τῆς ὑπομονῆς οἱ στέφανοι, πολλὰ τὰ βραβεῖα. Ἐπεὶ καὶ αὐτός σου μὲν ἕνεκεν θαῤῥῶ· οἶδα γάρ σου τὸ ἀπερίτρεπτον, καὶ ἀκλινές, καὶ στεῤῥόν· τῶν δὲ ἐπιβουλευόντων ἕνεκεν ἀλγῶ καὶ δακρύω, ὅτι οὓς χρὴ ἐν τάξει εἶναι τῶν θεραπευόντων, τὰ τῶν ἐχθρῶν ἐπιδείκνυνται. Ἕν με λυπεῖ μόνον, τὸ τῆς τῶν ὀφθαλμῶν σου ἀσθενείας, ὧν καὶ σφόδρα ἀξιῶ πολύν σε ποιεῖσθαι λόγον, ἰατροῖς τε διαλεγόμενον, καὶ τὰ παρὰ σαὐτοῦ συνεισφέροντα. Ὡς τῶν γε θλίψεων τῶν ἐπαγομένων σοι (ὅπερ καὶ ἔμπροσθεν εἶπον), αὐτόν τε χαίρειν ἀξιῶ, καὶ ἐγὼ δὲ σοι συνήδομαι. Οἶδα γὰρ ὅσος ἐκ τούτου τίκτεταί σοι τῆς ὑπομονῆς ὁ καρπός. Μηδὲν οὖν σε θορυβείτω μηδὲ ταραττέτω τῶν παρεμπιπτόντων. Ἓν γάρ ἐστι χαλεπόν· ἁμαρτία μόνον. Ὡς τά γε ἄλλα πάντα ἀγρυπνοῦντί σοι καὶ νήφοντι καὶ κερδῶν ὑπόθεσις ἔσται μεγίστη, καὶ τὰ ἀπόῤῥητα ἐκεῖνα ἀγαθά, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, μετὰ πολλῆς οἴσει σοι τῆς δαψιλείας. Τοιαύτην τοίνυν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν πραγματευόμενος πραγματείαν, χαῖρε καὶ εὐφραίνου.

,

Σχολιάστε

ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Σκληρὴ δοκιμασία

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2157, 15 Ἰουνίου 2017

 .                  Δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο, πιστοὶ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι νὰ περνοῦν στὴ ζωή τους δοκιμασίες. Θλίψεις, ὀδύνες, πειρασμοὶ ποικίλοι ἀποτελοῦν συχνὰ τὸν κλῆρο τῶν δικαίων. Ὁ ἅγιος Θεός, ποὺ τὰ πάντα οἰκονομεῖ πρὸς τὸ συμφέρον μας, ἐπιτρέπει νὰ μᾶς συν­αντοῦν τέτοιες καταστάσεις, ὄχι ἐπειδὴ μᾶς ἔχει λησμονήσει ἢ μᾶς ἔχει ἀπορρίψει ἀπὸ τοῦ προσώπου Του, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ἐπειδὴ ἡ ἀγαθή Του πρόνοια ἐπιζητεῖ νὰ μᾶς ἀνεβάσει σὲ ἀνώτερα πνευματικὰ ἐπίπεδα. «Εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ», μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. ιβ΄ [12] 10). Γιὰ νὰ γίνουμε δηλαδὴ μέτοχοι, κοινωνοὶ τῆς ἁγιότητός Του, ἅγιοι καὶ ἐμεῖς.
.                  Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἡ δοκιμασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ κορυφώνεται, εἶναι ὅταν ὁ πειρασμός, ἡ θλίψη, ἡ ὀδύνη ἐπέλθει ἐπειδὴ ἀκριβῶς αὐτὸς θέλησε νὰ εἶναι πιστὸς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· μὲ ἄλλα λόγια, ὅταν ἡ συμμόρφωση μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁδηγήσει σὲ δοκιμασία. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, τὴν ὥρα ποὺ μὲ αὐταπάρνηση, θυσία, κόστος ζωῆς ἐπιτελεῖ τὴ θεία ἐντολή, περιπίπτει σὲ πειρασμὸ ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἐπιτελέσεως… Καὶ πέραν ἀπὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ καθεαυτήν, πρέπει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ ἀντιμετωπίσει καὶ τοὺς λογισμούς του, ποὺ σὰν ἄγρια, μανιασμένα κύματα σηκώνονται νὰ τὸν καταποντίσουν: «Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ Θεός; Ἔτσι πληρώνει ὅσους ἐπιτελοῦν τὸ θέλημά Του;» καὶ τὰ ὅμοια.
.                  Ἕνα τέτοιο περιστατικὸ μὲ ἄνθρωπο κατεξοχὴν θεοσεβὴ διασώζει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη. Πρόκειται γιὰ τὸν εὐσεβὴ Τωβίτ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν 8ο αἰώνα π.Χ. Καταγό­ταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Νεφθαλὶμ καὶ κατοικοῦσε στὸ βόρειο βασίλειο τῆς Παλαιστίνης, τὸ βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ἦταν τότε ἡ ἐποχὴ ποὺ οἱ κάτοικοι τοῦ ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου εἶχαν ἐγκαταλείψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ εἶχαν συρθεῖ πίσω ἀπὸ τὴ βδελυκτὴ λατρεία τῶν εἰδώλων, τοῦ θεοῦ Βάαλ καὶ τῆς Ἀστάρτης.
.                  Ὁ ἴδιος ὅμως ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη καὶ τὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Δὲν παρέλειπε νὰ ἐπισκέπτεται τὰ Ἱεροσόλυμα, μάλιστα κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές, προκειμένου νὰ ἀποδίδει στὸ Θεὸ τὶς θυσίες ποὺ ὁρίζονταν ἀπὸ τὸ Νόμο τοῦ Μωυσῆ. Ἰδιαιτέρως μάλιστα, ὅπως σημειώνεται στὸ θεόπνευστο κείμενο, ἐν­δια­­φερόταν καὶ φρόντιζε ὅσους βρίσκον­ταν σὲ ἀνάγκη, μὲ τὸ νὰ τοὺς δίνει ἐλεημοσύνη. Πρόσφερε χρήματα γιὰ δεῖπνα ὀρφανῶν καὶ φτωχῶν.
.                  Ἀλλὰ καὶ ὅταν οἱ Ἀσσύριοι συνέτριψαν τὸ βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἔσυραν αἰ­χμαλώτους τοὺς Ἰσραηλίτες στὴ χώρα τους (μαζὶ καὶ τὸν Τωβὶτ μὲ τὴ γυναίκα του Ἄννα καὶ τὸν γιό του Τωβία), κι ἐκεῖ ὁ δίκαιος Τωβὶτ δὲν ἄφησε τὸν θεο­σεβὴ τρόπο ζωῆς του. Στὴ Νινευὴ ποὺ βρισκόταν, ἀπέφευγε νὰ τρώει ἀπὸ τὰ φαγητὰ τῶν εἰδωλολατρῶν ποὺ ἀπαγόρευε ὁ θεϊκὸς Νόμος, καὶ προτιμοῦσε νὰ μένει κάποτε νηστικὸς παρὰ νὰ παραβεῖ τὴ θεία ἐντολή.
.                  Αὐτὸ ὅμως ποὺ περισσότερο τὸν ἀνεδείκνυε στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ ἦταν τὸ ὅτι ὁ ἴδιος μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του φρόντιζε γιὰ τὴν ταφὴ τῶν ἀδικοσκοτωμένων ἀπὸ τὴ θηριωδία τοῦ Ἀσσύριου βασιλιᾶ ὁμοεθνῶν του, τῶν ὁποίων τὰ σώματα πετοῦσαν ὡς τροφὴ στὰ θηρία καὶ τὰ ὄρνια. Δὲν τὸ παρέλειπε τὸ ἔργο αὐτὸ ὁ εὐσεβὴς Τωβίτ, παρόλο ποὺ κάποτε κίνησε τὴ μανία τοῦ βασιλιᾶ – ὁπότε καὶ ἀναγκάστηκε νὰ φύγει γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα μὲ τὴν οἰκογένειά του γιὰ νὰ γλυτώσει τὸν θάνατο – καὶ τελικὰ ἡ ὑπόθεση αὐτὴ τοῦ στοίχισε τὴ δήμευση τῆς περιουσίας του.
.                  Αὐτὸς ἐν τούτοις συνέχιζε τὸ θεοφιλὲς ἔργο του, ἀψηφώντας μάλιστα κάποτε καὶ τὰ εἰρωνικὰ σχόλια κάποιων συμπατριωτῶν του. Τότε ἦταν ποὺ τοῦ ἦρθε ὁ μεγάλος πειρασμός, ἡ φοβερὴ δοκιμασία· ἀκριβῶς τὴν ὥρα τῆς τελέσεως τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ἔργου.
.                  Εἶχε θάψει πάλι, μᾶς λέει τὸ ἱερὸ κείμενο, κάποιον Ἰσραηλίτη, καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη δὲν μπῆκε μέσα στὸ σπίτι του νὰ ἀναπαυθεῖ – καθότι ἐθεωρεῖτο ἀκάθαρτος, κατὰ τὸ Νόμο – ἀλλ’ ἔμεινε ἔξω, δίπλα στὸν τοῖχο τῆς αὐλῆς. Ἐκεῖ ἔπεσε νὰ πλαγιάσει. Προτοῦ ὅμως κλείσει τὰ μάτια του, οἱ ἀκαθαρσίες κάποιων πουλιῶν ποὺ εἶχαν κάνει φωλιὰ στὸν τοῖχο, ἔπεσαν μέσα στὰ μάτια τοῦ Τω­βίτ. Ἔτρεξε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ στοὺς γιατρούς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἦταν ἀρ­γά. Τὰ μάτια του εἶχαν καεῖ. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς ὁ Τωβὶτ ἔπρεπε νὰ ζήσει τὴν ὑπόλοιπη ζωή του τυφλός!… (βλ. Τωβ., κεφ. α΄-β΄).
.                  Τυφλός! Παρόλο ποὺ ἐπιτελοῦσε ἔργο θεάρεστο, καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐπιτελοῦ­σε ἔργο τέτοιο. Καὶ μετὰ ἀπὸ τόσες ἄλλες δοκιμασίες…
.                  Φοβερό!
.                  Τί Θεὸς τέλος πάντων εἶναι Αὐτός;
.                  Καὶ ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ δώσει μιὰ ἐξήγηση στὸν Τωβίτ, νὰ τοῦ ἀναπαύσει τὸν λογισμό; ποὺ τὸ φυσικὸ θὰ ἦταν νὰ τὸν συντάραζε μέσα του μὲ σκέψεις ὀλιγοπιστίας, γογγυσμοῦ πρὸς τὸν Θεό: «Γι’ αὐτὸ λοιπόν, Θεέ μου, ὑπῆρξα θεο­σεβής; Γιὰ νὰ περιπέσω σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ποὺ εἶμαι; Γι’ αὐτὸ θυσίαζα τὰ πάντα ἀπὸ ὑπακοὴ στὸ Νόμο Σου, στὸ θέλημά Σου; Γι’ αὐτὸ δὲν ὑπολόγιζα τὸν ἑαυτό μου, τὰ χρήματά μου, τὴν ἄνεση καὶ ἀνάπαυσή μου; Γι’ αὐτό;…». Ὅλα αὐτὰ θὰ μποροῦ­σαν νὰ κλονίσουν τὴν ψυχὴ τοῦ ὁ­ποι­ου­δήποτε.
.                  Ὄχι ὅμως καὶ τοῦ Τωβίτ. Ἀγόγγυστα, ὑπομονετικά, εὐχαριστιακά, μὲ ἀπόλυτη ὐποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὰ ὑπέμεινε ὅλα. Ἀκόμα καὶ τὴν γκρίνια, μεμψιμοιρία καὶ εἰρωνεία τῆς γυναίκας του: «Ποῦ εἰσιν αἱ ἐλεημοσύναι σου καὶ αἱ δικαιοσύναι σου; ἰδοὺ γνωστὰ πάντα μετὰ σοῦ» (Τωβ. β΄ 14). Νά τα μας! Πολὺ ὡραῖα λοιπόν! Σπουδαῖα πράγματα ἔκανες· τέτοια ποὺ νὰ σὲ συνιστοῦν στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ!
.                  Σκληρή, πράγματι, δοκιμασία γιὰ τὸν δίκαιο Τωβίτ. Ἀλλὰ ἂς κάνει ὁ ἀναγνώστης τὸν κόπο νὰ διαβάσει τί ἀπέγινε τελικά, καὶ τότε θὰ καταλάβει τί μεγαλεῖα ἐργάζεται ὁ Θεός. Στὰ δέκα κεφάλαια ποὺ ἀκολουθοῦν στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, φαίνεται ἀπίστευτο τὸ πῶς ὁ Θεὸς ὄχι μόνο θαυματουργικὰ τὸν ἀπήλλαξε ἀπὸ τὴν τύφλωσή του, ἀλλὰ καὶ τί εὐλογίες τοῦ χάρισε: Ἄγγελο κοντὰ στὴν οἰκογένειά τους (τὸν ἀρχάγγελο Ραφαὴλ νὰ συνοδεύει τὸν γιό του Τωβία σὲ μακρινό, πολυχρόνιο ταξίδι), δῶρα καὶ χρήματα ἀπὸ μακρινοὺς τόπους, ἐξαίρετη νύφη – γυναίκα στὸ γιό τους, καθὼς καὶ ἄλλες θαυματουργικὲς ἐπεμβάσεις…
.                  Νά τί κάνει τελικὰ ὁ Θεός! Σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς σκληρὲς δοκιμασίες τους δὲν παύουν νὰ Τὸν ἐμπιστεύονται πλήρως, ἔστω κι ἂν ἀδυνατοῦν νὰ ἐννοήσουν.
.                  Ὅπως ὁ Τωβίτ…

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

Ψαλμὸς ΡΙΘ´ (119)

   .             Τὸν Ψαλμὸ αὐτὸ ἀναπέμπει στὸ Θεὸ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ποὺ βρίσκεται αἰχμάλωτος στὴ Βαβυλώνα. Εἶναι αἰχμάλωτος, διότι εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ τῶν πατέρων του. Ὁ αἰχμάλωτος λοιπὸν λαὸς ἀνησυχεῖ καὶ λυπεῖται διότι παρατείνεται ἡ δουλεία του, καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου» (στίχ. 1). Ζώντας ὁ εὐ­σεβὴς Ἰσραηλίτης μέσα στὴ θλίψη τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς κακοπαθείας, συν­αισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ ἀ­φήνει κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του. Μιᾶς ψυχῆς κυριευμένης ἀπὸ πόνο, συντριβὴ καὶ ἀγωνία. Ἀφήνει κραυγὴ πρὸς τὸν μόνο Δυνατό, νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ στυγνὴ τυραννία τῶν Βαβυλωνίων.
.             Ὤ! ἡ θλίψη! Στενοχωρεῖ καὶ πιέζει τὴν ψυχή. Ἀλλὰ εἶναι εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, «ἐπειδὴ συμμαζώνουσα τὸν νοῦν ἀπὸ τὰ ἔξω τοῦ κόσμου πρά­γματα καὶ συνθλίβουσα κατὰ τὸ ὄνομά της, ἤτοι συσφίγγουσα, καθὼς καὶ τὸ σωληνάρι συσφίγγει τὸ νερόν, κάμνει αὐτόν, ἤτοι τὸν νοῦν, νὰ ἀναβαίνῃ εἰς τὸν οὐρανόν»1. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Ὅπως τὰ νερά, ὅταν κυλοῦν σὲ πλατιὰ κοίτη καὶ ἔχουν ἄνεση καὶ κάθε εὐρυχωρία, δὲν ἀνεβαίνουν ψηλά· ὅταν ὅμως τὰ περιορίσουν καὶ τὰ πιέσουν ἀπὸ κάτω μὲ τὰ μηχανήματά τους οἱ ὑδραυλικοί, ἐξακοντίζονται στὰ ὕψη ταχύτερα καὶ ἀπὸ βέλος λόγῳ τῆς πιέσεως, ἔτσι καὶ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου· ὅσο βρίσκεται σὲ ἄνεση, σκορπίζεται καὶ τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅταν ὅμως τὴν πιέσει δυνατὰ καὶ τὴν στενοχωρήσει κάποια θλίψη καὶ ἀγωνία, ἀναπέμπει πρὸς τὰ ὕψη προσ­ευχὴ ἁγία καὶ θερμή. Καὶ γιὰ νὰ πεισθεῖς ὅτι εἰσακούονται οἱ προσευχὲς ποὺ γί­νονται μέσα στὴ θλίψη, ἄκουσε τί λέγει ὁ προφήτης: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου»2. Ἀλλοῦ πάλι ὁ Δαβίδ, γιὰ νὰ φανερώσει τὸ κέρδος καὶ τὴν ψυχικὴ ἀνακούφιση ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴ θλίψη, ἔλεγε· «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. δ´ 1)· Κύριε, ὅταν βρέθηκα μέσα στὴ θλίψη καὶ στενοχώρια, μὲ παρηγόρησες χαρίζον­τας ἀνακούφιση στὴν πιεσμένη καρδιά μου. Ἀλλὰ καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀναφωνεῖ: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ἡσ. κϛ´ [26] 16)· στὴ θλίψη Σὲ θυμήθηκα!
.             Ἑπομένως, ὅπως οἱ τότε αἰχμάλωτοι λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τους ἔχασαν τὴν ἐλευθερία τους καὶ τώρα δοκίμαζαν θλίψη μεγάλη στὴ Βαβυλώνα, κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὅταν καὶ σὲ μᾶς συμβεῖ κάποια θλίψη εἴτε ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὴν κακότητα τοῦ Πονηροῦ, εἴτε ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἂς μὴ γογγύζουμε· οὔτε νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο ὅτι εἶναι αἴτιοι τῆς θλίψεώς μας, ἀλλὰ νὰ ἀνακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως ἡ θλίψη εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καὶ κυρίως νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ μὲ θερμὴ προσευχὴ ἱκεσίας. Καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν»· δηλαδή, ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θλίψη ποὺ μοῦ παρεχώρησε καὶ γιὰ ὅ,τι ἄλλο τυχὸν ἐπακολουθήσει. Ἂν μὲ τέτοια εὐχαριστιακὴ διάθεση ἀπευθυνόμαστε στὸν ἅγιο Θεό, ἂς γνωρίζουμε ὅτι ἡ ὅποια θλίψη ἔχει νὰ μᾶς προσφέρει πολὺ μεγάλο κέρδος. Στὴ θλίψη οἱ προσευχὲς εἶναι καθαρότερες καὶ ἡ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ μεγαλύτερη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανὸ ἀκολουθώντας τὴν ἄνετη καὶ χωρὶς λύπες καὶ δοκιμασίες ζωὴ τοῦ κόσμου.
.             Στὴ συνέχεια ὁ Ψαλμωδὸς παρακαλεῖ τὸν Θεό: «Ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας» (στίχ. 2)· γλύτωσε τὴν ψυχή μου ἀπὸ ἄδικα καὶ συκοφαντικὰ χείλη καὶ ἀπὸ γλώσσα ποὺ στήνει δολοπλοκίες. Χείλη ἄδικα ἦταν τὰ χείλη τῶν Βαβυλωνίων, κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, διότι προσέφεραν λατρεία στὰ εἴδωλα. Ἡ ἴδια γλώσσα, συνεχίζει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ ὡς δολία, ἐπειδὴ δὲν λέει τίποτε ὀρθὸ σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Θεό. Ὅμως χείλη ἄδικα καὶ δόλια εἶναι καὶ ἐκεῖνα τῶν συκοφαντῶν καὶ γενικῶς τῶν παρανόμων καὶ ὅλων ὅσοι ἐπιβουλεύον­ται τὴ ζωή, τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη τῶν ἄλλων.
.             Πρόσεξε, διδάσκει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· ἐδῶ εἶναι φανερὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἐκείνη προτροπή, «προσευχηθεῖτε καὶ παρακαλεῖτε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς προφυλάξει γιὰ νὰ μὴν πέσετε σὲ πειρασμό» (Λουκ. κβ΄ [22] 40). Διότι τίποτε δὲν εἶναι ὅμοιο μὲ αὐτὸ τὸν πειρασμό, τὸ νὰ συναντήσεις δηλαδὴ ὕπουλο ἄνθρωπο. Ὁ ὕπουλος ἄνθρωπος εἶναι φοβερότερος καὶ ἀπὸ τὸ θηρίο. Διότι τὸ θηρίο εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνεται· ἐνῶ ὁ ὕπουλος καὶ δολερὸς ἄνθρωπος ἀποκρύπτει τὸ δηλητήριό του μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλοσύνης (…). Κυρίως δέ, προσθέτει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὀνομάσει ἄδικα τὰ χείλη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλάπτουν τὴν ἀρετὴ καὶ ὁδηγοῦν στὴν κακία3.
.             «Πληγώνει τὴν καρδίαν ὡς ὀξὺ καὶ φαρ­μακερὸν ὄργανον ἡ δολία γλῶσσα», παρατηρεῖ ὁ Π. Ν. Τρεμπέλας. «Διότι, ἀφοῦ διὰ λόγων φιλικῶν καὶ κολακευ­τικῶν ἑλκυσθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ πληττομένου, εἰς ὥραν ποὺ αὐτὸς εἶναι ἀμέριμνος καὶ μόνον ἐκδηλώσεις ἀγάπης καὶ φιλίας περιμένει ἐκ μέρους τοῦ καιροφυλακτοῦντος νὰ τὸν κτυπήσῃ, δέχεται αἰφνιδίως τὸ ὀδυνηρὸν καὶ δηλητηριῶδες κτύπημα», τὸ ὁποῖο «εἶναι καὶ φαρμακερόν, διότι συνοδεύεται ἀπὸ ἄτιμον προδοσίαν»4.
.             Ἦταν πολὺ φυσικὸ ὁ εὐσεβὴς αἰχμάλωτος Ἰσραηλίτης ἐπάνω στὸν πόνο καὶ τὴν ἀπελπισία του νὰ καταφύγει στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἱκετεύσει: «Κύριε, ρῦσαι με ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας». Διότι μόνο ὁ Θεὸς ἐλέγχει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ μόνο Αὐτὸς μπορεῖ, ὅταν θέλει, νὰ χαλιναγωγήσει καὶ νὰ ἐλέγξει τὴ γλώσσα τους. Ὁ Ψαλμωδός, ποὺ ἐμίσησε καὶ σιχάθηκε κάθε ἀδικία (βλ. Ψαλ. ριη΄ [118] 163), εἶναι φυσικὸ νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν φυλάξει ἀπὸ τὴ δολιότητα τῶν ἄλλων καὶ τὶς φοβερὲς συνέπειές της.

 1. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Νέα Κλῖμαξ, ἐκδ. Σωτ. Ν. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1956, σελ. 32.
2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περί Ἀκαταλήπτου Λόγ. Ε΄, PG 48, 744.
3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ψαλ. ριθ΄ [119], PG 55, 340.
4. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, τόμ. 10ος: Ψαλμοί, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20025, σελ. 511.

 

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΙΣ ΠΑΣΑΝ ΘΛΙΨΙΝ (Ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου)

Layout 1 Layout 1 Layout 1 Layout 1

, , ,

Σχολιάστε

ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὑπομονὴ στὶς θλίψεις

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         «Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου» (Ψαλμ. 39, 2). Μὲ μεγάλη ὑπομονὴ κατὰ τὸ διάστημα τῶν δοκιμασιῶν μου καὶ τῶν θλίψεών μου περίμενα τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου μου, ὁμολογεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός. Καὶ Aὐτὸς δέχθηκε εὐμενῶς τὴ δέησή μου. Λίγα λόγια λέμε τοῦ Θεοῦ μας, πολλὰ Ἐκεῖνος καταλαβαίνει. Λίγα ζητοῦμε πολλὰ μᾶς δίνει. Δὲν μᾶς τὰ δίνει, ὅμως, ὅταν ἐμεῖς τὰ θέλουμε, ἀλλὰ ὅταν Ἐκεῖνος γνωρίζει ὅτι θὰ τὰ χρησιμοποιήσουμε γιὰ τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς μας, γιὰ τὴ σωτηρία μας. Αὐτὸς ὁ χρόνος ἀναμονῆς τῆς ἀπαντήσεως τοῦ οὐρανοῦ εἶναι ὁ χρόνος τῆς ὑπομονῆς μας, εἶναι ὁ χρόνος ποὺ βραβεύεται. Καὶ τὰ αἰτήματά μας, οἱ δεήσεις μας δὲν πρέπει νὰ συγχέονται μὲ ἀπαιτήσεις. Εἶναι παρακλήσεις ποὺ δὲν προσκρούουν σὲ τοῖχο, ἀλλὰ καταγράφονται στὸ ἀρχεῖο τῆς Θείας εὐσπλαγχνίας, τοῦ μακρόθυμου καὶ φιλάνθρωπου Θεοῦ μας. Ἐμεῖς ζητοῦμε, εἴμαστε ἱκέτες, καὶ ἀναμένουμε τὴν ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ. Πῶς μποροῦμε μὲ αὐθάδεια νὰ ἀπαιτήσουμε, ὅταν αἰσθανόμασε ἐνδεεῖς; Λησμονοῦμε, ὅτι ἡ ὑπομονὴ συνοδευομένη ἀπὸ ταπείνωση φέρνει γρηγορότερα κοντά μας τὸ Θεῖο ἔλεος καὶ τὴν ἐκπλήρωση τῶν αἰτημάτων μας;
.         Τί εἶναι ὑπομονή; Μὰ εἶναι ἡ ἐκζήτηση τοῦ Κυρίου, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας, ὅπως μᾶς λέει καὶ ὁ προφητάναξ Δαβίδ: «Κύριε, Σὺ εἶ ἡ ὑπομονή μου· Κύριε, ἡ ἐλπίς μου ἐκ νεότητός μου» (Ψαλμ. 70, 5). Ἄλλωστε ὁ Χριστός μας ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωσε τὸ παράδειγμα τῆς ὑπομονῆς γενόμενος ὁ ἴδιος ἄκμονας ὑπομονῆς στὰ παθήματα, στὶς ὕβρεις, στοὺς κολαφισμούς, στὰ ἐμπτύσματα, στὸ ἀκάνθινο στεφάνι, στὸ σταυρικὸ θάνατο. Ταυτόχρονα ὅμως εἶναι καὶ παιδαγωγός, ἀφοῦ μᾶς ἐξασκεῖ στὴν ὑπομονὴ τῶν θλίψεων, ἀφοῦ αὐτὲς εἶναι καθαρὰ παιδαγωγικές. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μήπως, ἐπίσης, δὲν ὑπέμειναν κακουχίες; Οἱ Προφῆτες δὲν ὑπέμειναν λιθοβολισμοὺς καὶ θάνατο; Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες δὲν ὑπέμειναν βασανιστήρια; Οἱ Ὅσιοι Πατέρες δὲν ὑπέμειναν τὶς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ; Ἀφοῦ, λοιπόν, ὅλοι οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν θλίψεις, ἐμεῖς δὲν θὰ περάσουμε ἀπὸ αὐτές; Καιρός, λοιπόν, εἶναι νὰ ἑτοιμαζόμαστε γιὰ θλίψεις καὶ νὰ ἐξασκούμασε στὴν ὑπομονή. Καὶ μάλιστα σὲ πολλὲς ὑπομονές. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μᾶς εἶπε: Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται (Ματθ. ι´ 22). Ἡ ζωή μας χρειάζεται διαρκῆ ὑπομονή, «πολλὰν ὑπομονήν», ὅπως ἔλεγε ἡ σύγχρονη Πόντια Ὁσία τῆς Κλεισούρας, ἡ Γερόντισσα Σοφία, καὶ ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ Παῦλος: «Ὑπομονῆς χρείαν ἔχομεν» (Ἑβρ. ι´ 36). Ἄλλωστε χωρὶς ὑπομονὴ δὲν μποροῦμε νὰ διαβοῦμε τὸ δρόμο τῆς ζωῆς μας καὶ αὐτὸ πολὺ καλὰ τὸ γνωρίζουμε ἀφοῦ «δι’ ὑπομονῆς τρέχομεν τὸν προκείμενον ἀγῶνα» (Ἑβρ. ιβ´ 1) θεωρώντας ὅτι ὅλη μας ἡ ζωὴ εἶναι ἕνας ἀγώνας, εἶναι μιὰ πάλη καὶ ἐμεῖς οἱ ἀγωνιστές, οἱ παλαιστὲς «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. ϛ´ 12).
.         Εἴμαστε ἄνθρωποι ποὺ ζοῦμε στὸν κόσμο καὶ γύρω μας μᾶς περιβάλλουν ἄνθρωποι μὲ ἐλλαττώματα καὶ κακότητες. Δὲν ἔχουμε γύρω μας Ἀγγέλους, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐμεῖς συμπεριφερόμαστε ἀγγελικὰ στοὺς ἄλλους. Ἔτσι, γιὰ νὰ πορευθοῦμε σωστὰ καὶ νὰ τερματίσουμε μὲ ἐπιτυχία τὸν ἐπίγειο ἀγώνα μας χρειάζεται συνεχὴ ὑπομονή. Χρειάζεται νὰ ὑπομένουμε τὰ οἰκογενειακὰ βάρη, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐμπαιγμοὺς μέσα στὴν οἰκογένεια, νὰ ὑπομένουμε τὶς ἀσθένειες, νὰ ὑπομένουμε τὶς θλίψεις, νὰ ὑπομένουμε τὴ συκοφαντία, τὶς εἰρωνεῖες, τὶς πλεκτάνες, νὰ ὑπομένουμε τὶς στερήσεις, τὴν ἀνεργία, τὶς οἰκονομικὲς κρίσεις, ὅπως αὐτὴ ποὺ διανύουμε τώρα. Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς, δυστυχῶς, ὑπομένουμε γιὰ λίγο χρονικὸ διάστημα μετὰ ἀποκάμνουμε. Ἡ ὑπομονή μας ἐξαντλεῖται. Ὅμως ὁ Κύριος ζητεῖ νὰ κάνουμε ὑπομονὴ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας. Διότι στὸ τέλος δίδεται τὸ στεφάνι. «Τί τὸ ὄφελος σπερμάτων, παρὰ μὲν τὴν ἀρχὴν ἀνθούντων, μικρὸν δὲ ὕστερον μαραινομένων;», ­γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ποιό εἶναι τὸ ὄφελος, στὴν ἀρχὴ νὰ ἀνθίζουν κάποια φυτά, ἀλλὰ κατόπιν νὰ μαραίνονται; Μόνο ἡ καλὴ ἀρχὴ δὲν μᾶς χαρίζει τὴ νίκη. Χρειάζεται καὶ καλὴ συνέχεια καὶ καλὸ τέλος. Τότε εἴμαστε πραγματικὰ ­νικητές.
.          Ὁ Κύριος συνδέει τὴν ὑπομονὴ μὲ τὴ ­σωτηρία μας. Μᾶς βεβαιώνει ὅτι θὰ σωθοῦμε μόνον ὅταν ὑπομένουμε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, ὅταν οἱ δυσκολίες δὲν μᾶς πάρουν ἀπὸ κάτω. Εἶναι δύσκολο τὸ ἰσόβιο ἀγώνισμα τῆς ὑπομονῆς ποὺ μᾶς ζητεῖ νὰ κάνουμε ὁ Θεός μας, ἀλλὰ αὐτὸ πάρα πολὺ μᾶς εὐνοεῖ καὶ μᾶς διατηρεῖ σὲ ἐγρήγορση. Ἔτσι, ἐνῶ ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νὰ ὑπομείνουμε θλίψεις προσωρινές, μᾶς προσφέρει σωτηρία ποὺ εἶναι αἰώνια. Μᾶς παιδεύει γιὰ λίγο, γιὰ νὰ μᾶς εὐεργετήσει πλουσιοπάροχα, «Ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται» (Σοφ. Σολ. 3,5). Μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νὰ ὑπομείνουμε δοκιμασίες ποὺ ἔχουν ἡμερομηνία λήξεως, ἐνῶ ἡ σωτηρία ποὺ μᾶς χαρίζει δὲν λήγει ποτέ. Ἑπομένως δὲν μᾶς συμφέρει νὰ χάσουμε τὴν ὑπομονή μας. Διότι ἂν τὴν χάσουμε, χάνουμε τὴ σωτηρία μας. Κι ἂν χάσουμε τὴ σωτηρία μας, τὰ χάσαμε ὅλα. «Οὐαὶ τοῖς ἀπολωλεκόσι τὴν ὑπομονήν», μᾶς προειδοποιεῖ ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Σ. Σειρ. β´ 14). Ἀλλοίμονο σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν χάσει τὴν ὑπομονή τους καὶ ὡς ἐκ τούτου χάνουν καὶ τὴ σωτηρία τους.
.         Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐπιτελοῦσαν τὴ διακονία τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν «ἐν ὑπομονῇ πολλῇ», μὲ θλίψεις, μὲ ἀνάγ­κες, μὲ στενοχώριες, μὲ δαρμοὺς καὶ μαστιγώσεις ποὺ πλήγωναν τὸ σῶμα, μὲ φυλακίσεις, μὲ καταδιώξεις ποὺ δὲν τοὺς ἄφηναν νὰ σταθοῦν πουθενά, μὲ κόπους, μὲ ἀγρυπνίες, μὲ στερήσεις φαγητοῦ (Β´ Κορ. ϛ´ 4-5). Καὶ ἐμεῖς ὡς καλοὶ μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ καλούμαστε νὰ βαδίζουμε στὰ ἴχνη Του, νὰ «ἐπακολουθῶμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α´ Πέτρ. β´ 21). Νὰ ὑπομένουμε πειρασμούς, νὰ κακοπαθοῦμε, νὰ βαστάζουμε μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ καρτερία τὸν σταυρό μας μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, γιὰ νὰ βροῦμε ἔλεος τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.  Οἱ μοναχοί, γιὰ νὰ μὴν καμφθοῦν ἀπὸ τὶς δυσκολίες τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, συνηθίζουν νὰ εὔχονται ὁ ἕνας στὸν ἄλλον: «Καλὴ ὑπομονή»! Καὶ τοῦτο γιατὶ κατὰ τὴν κουρά τους δίνουν ρητὲς ὑποσχέσεις στὸ Θεό, ὅτι θὰ ὑπομείνουν τὸν καύσωνα ὅλης τῆς ἡμέρας, δηλαδὴ ὅλης τῆς ζωῆς τους, μέχρι τὴν τελευταία τους ἀναπνοή. Ἑπομένως ὀφείλουν νὰ κάνουν ὑπομονή. Καὶ ἀξίζει νὰ κάνουν ὑπομονή, γιατὶ ὁ ἀγωνοθέτης Κύριος θὰ τοὺς στεφανώσει μὲ ἀμάραντο στεφάνι. Σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι, ἂν ἤξεραν αὐτοὶ ποὺ κάνουν ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς καὶ στὶς θλίψεις, τί δόξα τοὺς περιμένει στοὺς οὐρανούς, θὰ δέχονταν νὰ ὑπομείνουν «μυρίας κολάσεις»!
.         Ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος ἔλεγε ὅτι ἂν γνωρίζαμε καλὰ πόσο μεγάλη ὠφέλεια προξενεῖ ἡ πρόσκαιρη ἀσθένεια σέ ὅλους μας θὰ τὴν ἐπιζητούσαμε. Οἱ ἀσθένειες εἶναι δῶρον Θεοῦ, εἶναι σημεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μᾶς παιδεύει ἐδῶ στήν πρόσκαιρη ζωή ὀλίγον γιά νά μᾶς ἀναπαύση αἰώνια. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὰ παθήματα, στὴν ὑπομονὴ καὶ στὴ πίστη, εἶναι κρυμμένες οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ ἀπόκτηση τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν. Μᾶς τὸ τονίζει καὶ ὁ Ἀπόστολος: Πρέπει νὰ περάσουμε πολλὲς θλίψεις γιὰ νὰ μποῦμε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. β´ 21). Καὶ Αὐτὸς μᾶς λέει· Μὲ τὴν ὑπομονή σας, θὰ σώσετε τὶς ψυχές σας, «ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν» (Λουκ. κα´ 19), ὅπως ἐπίσης καὶ ὅτι στὸν κόσμο τοῦτο θὰ ἔχετε θλίψεις, «ἐν τῶ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε» (Ἰωάν. ιϛ´ 33).
.         Ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ στὶς θλίψεις διακρίνονται ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεό. Ὅταν ὁ Θεὸς θελήσει νὰ βοηθήσει μιὰ ψυχὴ βασανισμένη, δὲν τὴν ἀπαλάσσει ἀπὸ τὶς θλίψεις, ἀλλὰ τῆς χαρίζει ὑπομονή. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι στὴ θλίψη δοκιμάσθηκαν καὶ ὄχι στὴ χαρά. Καὶ ὁ Χριστὸς στοὺς Μακαρισμούς, τὴ θλίψη μακαρίζει καὶ ὄχι τὴ χαρά. Νὰ εὐχόμεθα ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δίδει ὑπομονὴ καὶ ὄχι νὰ μᾶς πάρει τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ βάσανα, γιατὶ αὐτὰ μᾶς πηγαίνουν στὸν παράδεισο, θὰ μᾶς πεῖ καὶ ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἐφραίμ, ὁ Κατουνακιώτης.
.         Καὶ ὁ Ὅσιος Παΐσιος μᾶς λέγει, ὅτι ὁ Καλὸς Θεὸς δίνει στὸν κάθε ἄνθρωπο ἕνα σταυρὸ ἀνάλογο μὲ τὴν ἀντοχή του, ὄχι γιὰ νὰ τὸν βασανίσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν χρησιμοποιήσει σὰν σκάλα, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ὁποίας θὰ ἀνεβεῖ στὸν Οὐρανό. Ἂν καταλάβουμε τὶ θησαυρὸ ἀποταμιεύουμε ἀπὸ τὸν πόνο τῶν δοκιμασιῶν, δὲν θὰ γογγύζουμε, ἀλλὰ θὰ δοξολογοῦμε συνεχῶς τὸ Θεὸ σηκώνοντας τὸ σταυρουδάκι ποὺ μᾶς χάρισε, ὁπότε καὶ σὲ τούτη τὴ ζωὴ θὰ χαιρόμαστε καὶ στὴν ἄλλη θὰ ἔχουμε νὰ λάβουμε καὶ σύνταξη καὶ «ἐφάπαξ». Ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει ἐξασφαλισμένα κτήματα, μᾶς ἔχει περιουσία στὸν Οὐρανό. Ὅταν, ὅμως, ζητοῦμε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ μιὰ δοκιμασία, δίνει αὐτὰ τὰ κτήματα σὲ ἄλλους καὶ ἐμεῖς τὰ χάνουμε, ἐνῶ ἂν κάνουμε ὑπομονή, θὰ μᾶς δώσει καὶ τόκο.
.         Εἶναι μακάριος αὐτὸς ποὺ ὑπομένει βάσανα ἐδῶ στὴ γῆ, γιατί, ὅσο πιὸ πολὺ παιδεύεται σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, τόσο περισσότερο βοηθιέται γιὰ τὴν ἄλλη, ἐπειδὴ ἐξοφλεῖ τὰ γραμμάτια τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἡ ὑπομονὴ στὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ τῶν δοκιμασιῶν μας εἶναι δῶρο Θεοῦ, εἶναι χάρισμα Θεοῦ. Ἔτσι, εἶναι μακάριος ἐκεῖνος ποὺ δείχνει ὑπομονὴ ὄχι σὲ ἕνα σταυρό, ἀλλὰ σὲ πολλούς. Μιὰ ταλαιπωρία ἢ ἕνας θάνατος μαρτυρικὸς προσφέρει στὸν ὑπομένοντα καθαρὸ μισθό. Γι’ αὐτὸ σὲ κάθε δοκιμασία νὰ λέμε: «Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, γιατὶ αὐτὸ χρειαζόταν γιὰ τὴ σωτηρία μου».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , ,

Σχολιάστε